ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ

Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017), Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021), Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά,
γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά και αραβικά. Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Ποίηση και Μουσική», 2009) και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας («Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί», 2013). Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος (Έργα για φλάουτο / Works for Flute, Legend Classics, 2007 και Πέντε κείμενα μετά μουσικής. Η γη τσακισμένο καράβι. Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Γαβριηλίδης, 2013).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989),
Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995),
Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001),
Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007),
41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012),
Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017),
Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021),
Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025).

.

ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; (2025)

                 Β Α Α Λ
                     ή
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος
με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες

Όλα ήταν όμορφα
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος
οι παράδοξες ελπίδες

’Άλλοι αγάπησαν τον Μέλανα Δρυμό
Κι άλλοι χάθηκαν στον Κόκκινο Πλανήτη
Κάποιοι φόρεσαν μαύρα πάνω στα μαύρα
ξεχασμένοι από τα γαρύφαλλα και την επανάσταση

Στρατιώτες τού Βαλμύ, αγόρια του Σαντιάγο
τhς Νάπολης κορίτσια
μυριάδες νεκροί με μάτια λάγνα, ηδονικά
από τα εκστατικά φιλιά τhς λευτεριάς

Όλα ήταν όμορφα
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος
οι παράδοξες ελπίδες

Τώρα οι δήμιοι δοκιμάζουν την τέχνη τους
πάνω στον μικρό θεό τhς Ομορφιάς.

ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ

Θεσσαλονίκη το 45… εκκλησίες άδειες,
φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα
μόνος καί θαμπωμένος — είπα από μέσα μου:
«Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει
αυτή η πόλη για να ’χει τόσες εκκλησίες;»
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ

Στο Θερμαϊκό μετέωρες οι ώρες
Σκοτάδι, πέφτει στη Ροτόντα

Σέ άλλον αιώνα σκουπιδιών
σέ άλλη εποχή ψηφιακή
κάνουν την τσάρκα τους
πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα

Κι ό κόσμος φτωχός, μοναχικός
για μιας δραχμής τα γιασεμιά
χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη
τσακισμένος
από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή.

Τί στέκεις, καρδιά μου, τόσο εκστατική
τινάξου στο Μπαλκάνι!

Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς
Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή
Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ

μνήμη Θάνου Μικρούτσικου

Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!

Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη
κι ή ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο
σαν την Εύα Μπράουν
με τον αρχαίο φόβο στα μάτια

Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν
το μικρό πουλάκι
τον όμορφο κοκκινολαίμη
Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα
κι αυτούς που φτιάχνουν
για λίγα ρούβλια τα κιβούρια
το Πολώνιο όλους τούς σκεπάζει…

Τούς δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!

ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
(σχεδίασμα)

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω
μάς χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν, ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

Ιούλιος 2022

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΕΠΑ

Είμαι μια σαραβαλιασμένη καρότσα
στον άσπλαχνο, απέραντο ουρανό

Είμαι το καραβάνι των φτωχών
ο άμαξάς, ο έμπορος μαλλιού
ο αγωγιάτης των ψυχών
κι ο μικρός Γεγκόρουσκα
που ρεμβάζει την αδάμαστη φύση

Είμαι η μοναχική σημύδα που ανθίζει
στον χιονισμένο σπαραγμό
Είμαι το νούμερο 877
στο ψυχιατρείο τού πάγου
Στέπα της μοναξιάς, στέπα των θλίψεων

Είμαι ο οδοιπόρος που φτερουγίζει
υψώνοντας το βλέμμα του στ’ αστέρια
Polaris, σύντροφε του Βορρά, οδήγησέ μας

Εγώ είμαι η γη και τα κόκαλα των τάφων
Γυμνός άνεμος θερίζει και ουρλιάζει

Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα — αναπνέουν
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια — ξεραίνονται
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι — σβήνουν
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν

Και τα κουρέλια τής ζωής ή δόξα τα σκεπάζει!

Σαν πεθαίνουν τ’ αλόγα ·— αναπνέουν / Σαν πεθαίνουν τα
χορτάρια— ξεραίνονται / Σαν πεθαίνουν οί ήλιοι— σβήνουν /
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν: στίχοι του
Βελιμίρ Χλέμπνικοφ.

ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ...

Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.

Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη
Μήτε κοζάκου λαλιά ακούμε, μήτε ψίθυρο γυναίκας
και τα πετούμενα σωριάζονται πάνω στους γενναίους
Του Αβραάμ Ρόμ το νεκρικό καράβι
πότε θα σαλπάρει, να αφήσουμε πίσω κατάρες
βαλάντια κι ολόχρυσες βιτρίνες

Άκου τον τυμπανιστή τής Μοίρας
Εδώ η Τάξη αποκεφάλισε την’ Ομορφιά
Εδώ κυβερνάει το Θνητό
Εδώ το Μάταιο χτυπάει τα κρόταλά του

Και πάνω από τα έργα των ανθρώπων
Κορυφή της Επανάστασης
Κορυφή Καρλ Μαρξ
Κορυφή τής φρουράς του Οκτώβρη
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Το Σέλας ωραία, ωραία σαν όνειρο ας λάμψει

Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ TOT ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ
TON ΚΑΙΡΟ TOT ΤΡΑΒΗΓΜΑΤΟΣ
ΤΗΣ ΨΗΛΗΣ ΣΚΑΛΑΣ

Καστέλι τον Μωρία και κάστρο
τον Καράμπαμπα για χαμηλώστε λίγο

Κι όπως ανέβαινα με το κερί στο στόμα
τη σκάλα των θαυμάτων
τραβάνε τα σχοινιά ευυπόληπτοι
φιλήσυχοι άστοί
μελανοχίτωνες, γιάνκηδες
και πέφτω
σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων

Τούς γραμματείς και
φαρισαίους να φοβάσαι, ω ψυχή μου…

Ξάφνου με πιάνει ό σεβντάς, τινάζομαι
Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε
βορά θα γίνω των θεριών
Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα
θα ανεβαίνω
αγέρωχος, ευθυτενής
με τα κουδούνια καεί το ξυράφι των τρελών
Τούς γραμματείς και
φαρισαίους να φοβάσαι, ώ ψυχή μου…

Πάνω από των ανθρώπων
τον εξευτελισμό και τη μικρότητα
Τι λάμπει, τί βροντά στο αστροφώτιστο κενό
και το σπαθί σηκώνει
Ένα βουβό άφες αυτοίς μάς στεφανώνει.

ΤΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ;

Τώρα οι λέξεις σαν λουλούδια ας γεννηθούν
ξυπνώντας τους λαούς από τον ύπνο τους

Τραγούδησε
Τί να τραγουδήσω
Τούς ψαράδες, τούς περβολάρηδες, τούς οδοιπόρους
τα αμπέλια, τούς πορτοκαλεώνες τής γης Χαναάν
Μέσα στα σοκάκια του Αλαδίνου
στις πολιτείες τού Δαυίδ
Θεέ των τροβαδούρων, βοήθησέ μας

Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…
Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές
Κι ο άγγελος που σήκωσε τη μυλόπετρα
για να γκρεμίσει
τη Βαβυλώνα τη μεγάλη
στις κρεατομηχανές τής Ευρώπης μισθοφόρος

Τραγούδησε
Τί να τραγουδήσω
Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;
Κρότος και αίμα μάς σώζανε

Κόσμος χαλασμένος σέρνει το νεκροκρέβατο
Σέρνει το Τέλος από Κάτι, που σαν Ασία απλώνεται.
Friedrich, καλέ μου Friedrich
Τραγούδησε

Τί να τραγουδήσω
Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.

.

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ (2021)

ΠΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ΘΙΑΣΟΣ ΝΤΕΝΙΣΟΒΑ

Σαν θύελλα πάνω από την Ασία
έρχονται οι Ντενίσοβα στις νεκρές φύσεις
στις λιτανείες, στα ειδύλλια
Κατακτώντας τόσες μοναξιές
τόσες παραισθήσεις
την δόξα, τις άγιες οικογένειες
τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις

Σαν σκόνη αφρικανική
μέσα στις υπάρξεις μπαίνουν οι Ντενίσοβα
η Σιωπή, η Άγνοια, η Σκιά
η Εξέγερση, η Μανία
η Κατεδάφιση, η Άβυσσος
κάνοντας έρωτα μέχρι εξαντλήσεως

Κι ο πόθος όλη την νύχτα να ξεφαντώνει
το Κατακτημένο, το Πεινασμένο
το Εκπορνευμένο
το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό
με υψωμένες τις ρομφαίες

Σαν περιοδεύων θίασος κυττάρων
φεύγουν οι Ντενίσοβα
Ελεύθεροι πια και απροσδόκητα ωραίοι
μας αφήνουν μόνους, μόνους κι ανεκπλήρωτους.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται., λαοί τυφλών

Ωραίοι κολασμένοι
αποθέτουν ένα χαμόγελο θριάμβου
κάποιο σινιάλο από τον λόφο των μουσών
ή ένα μπουκέτο μενεξέδων
στης Αιωνιότητας την ολόμαυρη ράχη

Μυκήνες περνούν χωρίς το στράτευμά τους
επί κιλλίβαντος το μεγαλείον
και οι σημαιοφόροι
με τα σχιζοφρενή τους μάτια, άδειες
σπασμένες κούκλες σε παρέλαση θανάτου

Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους
ποδοπατώντας, ποδοκροτώντας όλοι πηγαίνουν
Κανείς δεν βλέπει τις φωτιές που αναγγέλλουν:

—Σκιά όνου έξω από τα τείχη
ή προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.

HOTEL DE LA GLORIA

Ελάτε… Δεν είναι μακριά!
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε
με την ομορφιά
ελάτε νύμφες και νυμφίοι
από την ξεχασμένη Ταρούσα
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες

Τα λάγνα μάτια, τα χάδια
τα ερωτικά καλέσματα
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο
έξω από τα πέτρινα τείχη

«G L O R I A, μακρινή και μόνη»
στην πρόσοψη θα γράφει

Ελάτε περήφανα τα φύλα
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης
κι η Φύση αν γελάσει
μην ρωτήστε την καμαριέρα
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;

Κανείς δεν θα απαντήσει
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.

Ο ΕΛΑΦΟΚΥΝΗΓΟΣ

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
και εικοσιένα αιώνες
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν
πάλι συναθροισμένο
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό
με την σάλπιγγα της Κρίσης
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει

Στόχοι είμαστε Κύριε
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα
στους βάλτους των ανθρώπων
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου

Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε
ή ζήσ’ την ή παράτα την στις ερημιές
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.

FALCONERIA

Γέννεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Δευτερονόμιον
μόνες οι ψυχές μας στέκονται,
με το λουρί στο πόδι
Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία
βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν

Τί η μοίρα μας βουλήθη
πάνω στον μαυροφορεμένο βράχο;

Καθώς η ζωή αποβιβάζεται
με την τέφρα του Γερμανικού
κι ο Κόφτης ρυμουλκείτε
προς το τελευταίο αγκυροβόλιο

Μια φαλκονέρα το ανθρώπινο
αντίκρυ στον Καβομαλιά
στην Παναγιά των ρευμάτων
Αν δεν αποδώσεις τιμή και αμαρτία
τί γράφει, τί ξεγράφει ποτέ δεν θα το μάθεις

Στο λάγνο φως που βασιλεύει
εφτά οργιές περνάς
Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος.

ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης

Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί

Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;

Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών

Στον Καύκασο του τρελό-Χαίλντερλιν το Φως.

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΒΙΔΑ

Όλη η περιουσία σου μια βίδα
ανάμεσα στους ραγισμένους μπουφέδες
τις χαλασμένες καρέκλες
τα σπασμένα ράφια
Την κρύβεις κάτω από το στρώμα
τη λατρεύεις, τη θαυμάζεις
κρυφά τη χαϊδεύεις και τραγουδώντας:
—Τί μεγαλεία, τί πανοπλία !

Όλη η προκοπή σου μια βίδα
κι οι φουκαράδες ποντάρουν
γοητευμένοι με το αλλόκοτο παιχνίδι
Ενθουσιάζονται οι καλεσμένοι
επευφημούν οι τζογαδόροι:
«AVE της βίδας, ξακουστέ ιππότη!».

Παίζει ο θάνατος με ματ
βιδώνει, ξεβιδώνει, κερδίζει την παρτίδα και
στέλνει τον Αντώνιο Μπλοκ στο υπέροχο κενό του.

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι
μέσ’ στις ρωγμές του ύπνου
Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου
για ενός λεπτού τιμή
για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο

Και ο θλιμμένος άγγελος
-τι θάμβος και τι πάθος –
το επιτύμβιο στολίζει κατά κράτος

Που να σαπίζει ο Κόμμοδος
και που ο Πετρώνιος Μάξιμος;

Σε ανύπαρχτο βασίλειο
μια κεφαλή γελάει σαρδόνια, πικρά
σαν τον κομμένο ροδανθό
μέσα σε κρύσταλλο Μουράνο

Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ
προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες;

Την μέθοδο δεν μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε
Σαν καλαμιές λυγίζουμε
σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω.

PARADISO. PARADISO

Άκου τα τύμπανα της αβύσσου μυστικά
τί να σημαίνουν;
Τα όνειρα χτυπιούνται
και σκορπίζονται συντρίμμια
κι εσύ που πάσχισες να φτιάξεις επί γης
Ομορφιά
Να αντέξεις ως το τέλος φυτεύοντας
την αμυγδαλιά
που κάποτε στις επάλξεις θα ανθίσει
Να επιμένεις —αιφνιδιάζοντας το λυκόφως —
κι ακόμη μια φορά να δρέπεις
την άμπελο με όλα της τα στολίδια

Αγάπη, το ξέρω, αυτή η ζωή είναι γλυκιά

Πάει κι ό αρχάγγελος νά κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο

Paradiso, Paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

.

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… (2017)

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ

Δεμένο ναρκωμένο με αρπάζουν οι γιατροί
Κόβουν ράβουν οι απαίσιοι χειρουργοί

Για μέρες παραμένω αδρανής
και ξαφνικά
την έβδομη μέρα τής Δημιουργίας
χτυπάει κόκκινο
το κεφάλι μου

Τέρας εκκωφαντικό
Μάτι βομβαρδιστικό

Γκρεμίζει το Κρεμλίνο
το Βρετανικό Κοινοβούλιο
ανατινάζει το Σινικό Τείχος
το Κογκρέσο-γηροκομείο
τα Ηνωμένα Έθνη

Στέλνω στον διάβολο τους παθολόγους
Γιορτάζω μ’ ένα λουλούδι στο στόμα
Το καραντί χτυπάει και πάει τραγουδώντας:
«Allons enfants de la Patrie…»

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Χάνονται οι πόλεις, τσακίζονται
ωραίοι, έφηβοι και έθνη.
Επικηρύσσονται αθώοι,
αγνοούνται ερωτευμένα κοριτσάκια.

Όσοι απέδρασαν, είδωλα σπασμένα,
θυμούνται επίμονα
και νοσταλγούν χείλη ερυθρά,
δυο γαλανούς οφθαλμούς
μετά βλεφάρων,
τις τρυφερές παρειές νεάνιδος.

Σώμα στην αμαρτία θριαμβεύεις,
επιθυμώ να σε ξεχάσω,
μα δεν δύναμαι.

Και εσύ στόμα, γλυκύτατο,
που φίλησα χίλιες φορές,
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες
με τόσον πάθος, με τόσην ηδονή

πόση άπειρη άβυσσος μάς ξεχωρίζει
ποιά γυμνή δικαιοσύνη μάς ενώνει;
Σαν Boeing 777
πετάει η σάρκα και συντρίβεται.
Τί ομοβροντίες, τί πανηγυρικοί;

Και το πνεύμα εν είδει περιστεράς
βουτάει χαμηλά τρώγοντας την Ύπαρξή του.

ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ

Τώρα ανεμίζουν οι σημαίες των προγόνων
κι ο άγγελος με τα χρυσά στεφάνια αναγγέλλει:

«Ενθάδε κείτονται στρατιές οι ξεχασμένοι
σχιζοφρενείς, πεφωτισμένοι, αγύρτες
στους τύμβους του Κεραμικού

και στο Δημόσιο Σήμα χάσκει
τής ωραίας Ελένης το άδειο φουστάνι
κι η απαστράπτουσα Ferrari της μαντάμ Εκάλης»

Στα Ηλύσια Πεδία
τραγουδούν οι απελπισμένοι:
«Όλη δόξα, όλη χάρη.
Ίτε έθνη ηλιθίων, ίτε παίδες των αθλίων! ».

Ενθάδε κείτονται
συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.
Γελάει ή Λήθη καλά συγκερασμένη…

— Φίλε, τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
τής βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
στους κήπους, στις αυλές,
νέα κορμιά για τούς έμπορους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
Γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
Κανένα ρούχο δεν σάς ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκηθρα
στην χιονοθύελλα τής αγάπης μου.

ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ

Είμαστε εμείς που αναζητάμε
την Ομορφιά στιγματισμένη.
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε
τους απογοητευμένους εραστές.
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.

Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.

Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ

Πέρασε ο άνθρωπος που πουλούσε
το Αιώνιο Λουλούδι.
Κοίταξε το απέραντο πλήθος,
άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εργάτες
υπαλλήλους, κερδοσκόπους…

Πώς την μεγάλη, την θορυβώδη
συνάθροιση να εξηγήσει
με βλέμμα ταπεινού πραγματευτή;

Ένα αγόρι φιλούσε ένα κορίτσι.
Γιατί μόνη η καρδιά δεν μπορούσε.
Γιατί έρημη η καρδιά μας κυνηγάει.

Πέρασε πάλι αυτός που διαλαλούσε:
«Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι».
Κοίταξε τις σιλουέτες των ανθρώπων.

Το κορίτσι φιλούσε τώρα το αγόρι.
Τα πάντα και τίποτα ποθούσε.
Το Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι αναζητούσε.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΛΙΓΗ ΑΝΟΙΞΗ

            [ Μοτινο]

Υπάρχει ακόμα λίγη ’Άνοιξη
Ελάτε να αλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας

Τώρα που στήνονται κρεμάλες
Και τραγουδούν οι δήμιοι
τον γερμανικό ποιμενικό τους

Υπάρχει ακόμα λίγη Αγάπη
Να βάλουμε τους νεκρούς στο τραπέζι
Να στρώσουμε στον ξένο το κρεβάτι

Fraulein, υπάρχει ακόμα λίγη Άνοιξη

Ελάτε να αλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας

Να πιούμε το κρασί τού Ρήνου
Να ελευθερώσουμε τα μαύρα δάση
Υπάρχει ακόμα και η αθώα Παουλίνε
Χορεύει με τον αναπτήρα της πάνω στην νάρκη.

,
ΣΚΟΠΕΥΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ

Σκοπεύσατε στον κρόταφο
την μοναχική αγριόπαπια,
έναν ασημένιο γλάρο,
την μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.
Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας
τον περιπλανώμενο ’Ιουδαίο,
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.

Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,
την μανία τού όντος
και αγαπάτε αλλήλους
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες
για την τιμή των οπλών

Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα
και μη σάς μέλλει,
μετανοώντας επιστρέφει.
Κυριλλικά σάς γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ !».

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε
κι ας λιποταχτεί η φύσις…

Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
δεν μπορεί κανείς να σάς το πάρει.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Στο Χριστινιώ

Στεφάνια πέφτουν στο κενό,
έρημα μοναχά κορμιά
χάνονται σέ άλλον πειρασμό.

Στο άγνωστο γίνεται χορός,
δρέποντας, δρέποντας άνθη.

Περνούνε, φεύγουν
τα χρόνια τής επαγγελίας
τα τριαντάφυλλα τής άμμου
τα έργα τής παρανομίας.

Σβήνουν τα νιάτα,
η μαυρομάτα Μισιρλού
κι ή τρομερή ιαχή
καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

σε άβυσσο πέφτει από βυθό…
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν
στο δημοπρατήριο τής χλωροφύλλης.

Τί μένει εδώ, τί πάει σε άλλον ουρανό
δρέποντας, δρέποντας άνθη;
Βέβηλα τα ιδανικά
συντροφιά με το έφ’ ώ ετάχθη.

Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία.

ενός λεπτού του «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;

Ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει.

.

41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ (2012)

ΝΕΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ

Όλα με δόσεις, διαλαλούν οι κεραμείς,
κούπες, γαβάθες, βάζα…
Αγόρασα, μονολογεί, δεν απέμεινε δραχμή.
Η κάμινος ας γκρεμιστεί!

Νέοι εμπρηστές επικροτούν, καταδικάζουν:
—Το πρόσωπο να πυρολυθεί

Να μαυρίσουν οι σιαγόνες, οι αυχένες να ψηθούν,
την αξία τους να πιάσουν τα ζυγωματικά
όταν θα πουληθούν στην αγορά, στους δρόμους,
κέρδη να φέρουν, τάλιρα μεταλλικά.

—Αν με ανταμείψετε θα τραγουδήσω, κεραμείς.
Φέρτε τον Σύντριβα, τον Άσβεστο, τον Κεραυνό,
τον Προμηθέα Άγρυπνο, τον Χαλαστή
να σπάσουν, να τσακίσουν, ν’ αφανίσουν.
Ο ηγεμόνας Άνθρακας καίγεται, χορεύει.

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΕΡΜΑ

Οι ερωτευμένοι αγαπούν το δέρμα τους: το χαϊδεύουν,
το φιλούν, στο στήθος τους το σφίγγουν,
αμβροσία και νέκταρ το ταΐζουν, το τυλίγουν
σε κόκκινα πανιά, το νανουρίζουν. Γυμνοί το κρεμούν
στον τοίχο εικόνισμα το προσκυνούν, λιβανίζουν.
Σε ώρες μοναξιάς το βασανίζουν:

Διάφανο δέρμα τρυφερό ξοδεύουν
Χάδια που αγόρασαν με χρήματα και χάθηκαν
Φιλιά που δόθηκαν επί πιστώσει και αναστήθηκαν!

ΤΟ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟ

Στο θηριοτροφείο παρακολουθώ τα παιδιά,
απαγγέλλουν: «Έχω βόλους, έχω σχολείο, έχω Μαριάννα».

Παίζουν με φάρμακα, κηλεπιδέσμους, ζώνες, καλλυντικά,
τρώνε τα ειρηνικά έντομα, πίνουνε μαύρα χάπια,
πάνε στον απόπατο με τον Αρθούρο Ρεμπώ.

Τα παιδιά είναι ζώα και τ’ αγαπώ…
Σπάνε τους βόλους. Γκρεμίζουν το σχολείο.
Σπαράζουν τη Μαριάννα.

ONE MAN CIRCUS

Στο κατώφλι του σπιτιού του έγραψε: «άπατρις»,
σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του
και πρόσθεσε άλλη μία λέξη στον τοίχο: «άνεμος».

—Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος
δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,
στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΥΡΟΣΠΑΣΤΟ

Πηγαίνει στο σκοπευτήριο
συνοδευόμενος από την καμαριέρα του.
Στήνει μια κούκλα, λέει στον Βελζεβούλ:

—Είσαι ο πάνθηρ με σπιρούνια,
ο ληστής με ρεντιγκότα, το τρομερό νευρόσπαστο!

Βγάζει τα νύχια, χαιρετά τον Έπαρχο των υποδημάτων.
Κατόπιν υποκλίνεται, φιλώντας
τις ζαρτιέρες της συντρόφου του:

—Άγγελέ μου, σ’ ευχαριστώ για την ηδονή. Απόψε
δεν θα κοιμηθώ, θα περιμένω τον ξυπόλητο πίθηκο.

Τα σιδερένια τακούνια τρελάθηκαν, καρφώνονται στα πόδια.

Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΚΗΠΟ

Χρόνια σακάτικα εμφανίστηκε
στὸν παραδεισένιο κόσμο
ο Κάσπαρ Χάουζερ, έκθετος και τρελός.

Η γη χωρίς Εδὲμ
μόνο καμιά σιδερένια καμηλοπάρδαλη,
σαύρες καρδινάλιοι, δηλητηριαστὲς φυτών,
ανεμώνες σπασμένες κι ο πύρινος
ουρανός άγιος κηπουρός.

Εις τον ύπνο του σκαλίζει, παλεύει, τραυλίζει:
Μικρέ μου, Κάσπαρ Χάουζερ, μπαξές
χωρίς λουλούδια δεν γίνεται,
πάρε το καλαθάκι σου και περιπάτει!

ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΤΕΜΚΙΝ

—Να κατεβείς ή να ανέβεις; οι κομισάριοι ρωτούν,
χειροκροτούν, παρασημοφορούν τους κερδισμένους,
όσους ξεγέλασαν οι Λευκοί
κι όσους ξεχώρισαν οι Κόκκινοι.

Ο Ἰακώβ παλεύει με τον Άγγελο.
Τις σκάλες ανεβαίνει, πυροβολεί,
ρίχνει στο κόκκινο, χτυπάει το λευκό.
—Το μωρό, το μωρό! κραυγάζει η παραμάνα Οδησσός.
Ξεσκίζει με τα νύχια το βυζί της.

Ο εξωφρενικός πλωτάρχης κλέβει το θωρηκτό.
Το πληγωμένο υποβρύχιο
φεύγει-κυλάει τρίζοντας ανάποδα.
Περνάει η Αυτού Μεγαλειότης το Μωρό.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ

Κορίτσια, φιλενάδες, εγγονές, μανεκέν
ψάχνουν, μυρίζουν, ψηλαφίζουν τη λάσπη
με τα δόντια δοκιμάζουν το χαλίκι.

—Τρία κομμάτια σαπούνι αρωματικό, μία βέρα,
ένα σφράγισμα χρυσό, πόσο έμπορα ζητάς;
—Δεν πουλάω, δεν χαρίζω με λεφτά!

Τί κοστίζουν οι τρυφερές ψυχές στον πάγκο;
Πόσο πιστώνετε τις μαργαρίτες στην αγορά;
Μία λίβρα κρέας, δύο ουγγιές χρυσάφι;

—Αργυραμοιβοί, τί δίνετε;
—Κοράλλια με ασημένιες ραφές, το γαλάζιο φιλί,
πέρλα λευκή, την ουλή!

Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή
δικό σου το εμπόρευμα — δική μας η τιμή:
μαχαίρια Αλεξανδρινά κι άγια Κωνσταντινάτα!

ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Ωραία καράβια λικνίζονται σέ μακρινό ωκεανό.
Ανάβουνε σινιάλα κόκκινα, πράσινα, πορτοκαλιά.
Τυχοδιώκτες, άποικοι, τα φώτα βλέπουν
που ολοένα πλησιάζουν, φορώντας
σωσίβια να φύγουν παλεύουν, να σωθούν. Το κύμα
τραβάει ξίφος τρεις, πέντε, επτά.
Το κήτος είδε κι έφριξε, η γοργόνα εστράφη προς τα πίσω…

Ωραία καράβια στέλνουν σήματα πράσινα, κίτρινα, μαβιά,
ή ασημένια Λαίλαπα, ο πειρατής του Εμπορίου,
η μαύρη Κιβωτός τής ’Ορλεάνης.
Το Ένατο κύμα ορμά λευκό στεφανωμένο.

Παρείσακτοι, χρυσοθήρες, αγγελιαφόροι, έμποροι των επτά εθνών,
οι κυνηγοί τής δόξας φτάνουν στη Μυστηριώδη νήσο.
Από τα πλεούμενα βγαίνουν παλληκάρια
βροντώντας τα κουπιά τους, κτυπάνε το αχόρταγο θεριό,
τον τίγρη τού πελάγους.

Γυμνά κορμιά σκιρτούν στον λαμπερό αφρό:
—Αχ πόσο σε μισώ, τρελή, πόσο σε λατρεύω,
θάλασσα πικροθάλασσα αγάπη νικηφόρα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι άστοί —πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν—
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τούς μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σέ πόλεμο εναντίον λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…».
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς — Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

.

ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ (2007)

ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ

– Περιμένετε καιρό;
– Χρόνια!
– Βάζω στοίχημα ότι σας λένε Ζωή.
– Χάσατε. Το όνομά μου είναι Φυλακή.
– Και τι σπουδάζετε;
– Συγχώρεση!

Μουσική και μουσικός αγκαλιάζονται.
Της ζητάει να τον σπλαχνιστεί.

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πήρα το ψαλίδι. Έκοψα τον λαιμό του πουλιού.
Άνοιξε το ράμφος. Προσπαθεί να ξεφύγει.
Το κρατώ σφιχτά. Εξέπνευσε.

Σκουπίζω το ψαλίδι. Πλένω τα χέρια.
Μετέφερα την καρδερίνα στον κήπο.
Την παραχώνω κάτω απ’ τη μηλιά.
Δεν θα τη βρουν ποτέ!

Κάθε μέρα τρώω από το δέντρο
καρπό τρυφερό απαγορευμένο.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ο ελεγκτής τον επισκεπτόταν. Τον βασάνιζε.
Βρίσκει τον tsadik.
«Δάσκαλε, ο ελεγκτής
δηλητηριάζει τη ζωή μου.
Παρακάλεσε για μένα τον Θεό».

«Ύπαγε εν ειρήνη», απάντησε ο tsadik.
«Ό,τι πληρώνεται με τη ζωή ποτέ
δεν είναι ακριβό. Ο βασανιστής
θα ησυχάσει».

Στο κατώφλι του ναού βρήκε
τον ελεγκτή του σταυρωμένο.

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ

«Σώπασε θεατρίνε», είπε ο Ραββίνος,
«θα σε βοηθήσω όπως
το θυμιατό βοηθάει τον πεθαμένο».

Στη συναγωγή βρίσκει τον διάβολο.
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.

«Κουράστηκα, Ραββί, πάει καιρός
που δεν ζητάω τίποτε από τον ουρανό.
Κι όμως τα χέρια μου μένουν ακόμα
υψωμένα».

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ
(το παν και το τίποτα)

Καθίσαμε σε περίοπτες θέσεις στη λέσχη
«Η αναζήτηση». Ο πρεσβύτερος τοποθέτησε
σε παράταξη τα πούλια.
Ο εμψυχωτής τα μοίρασε στους παίκτες.
Ένας συνδαιτυμόνας μετράει…

Κοντά στους θαμώνες που ρίχνουν τα ζάρια
κάθεται η Επιθυμία.

Την ρωτώ τι θα μπορούσε να κερδίσει κανείς
στο παιχνίδι. Απάντησε:
«Τίποτα».
Κι όταν την ρώτησα αν θα μπορούσε
να χάσει κάτι, αποκρίθηκε:
«Το Παν».

ΕΞΙΛΕΩΣΗ
(παρωδία)

Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.
Ερωτεύεται το αυγό.
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.
Μένει απαράλλαχτο.
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.
Ούτε φωνή για να κλάψει.

Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.

Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.
Άδειο!

Η ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτ
PAUL CELAN

Επιστρέφω στο σκοτεινό σπίτι.
Με υποδέχονται στον προθάλαμο.
Η Μαργαρίτα και η Σουλαμίτ.
Κρατάνε μαχαίρια. Ορμάνε.
Νιώθω τα κτυπήματα.
Παραδίδομαι.

Αγαπιόμαστε. Κοιμούνται. Ξυπνάνε.
Πίνουμε το μαύρο γάλα της αυγής…

.

ΠΕΔΙΟΝ ΡΙΨΕΩΝ (2001)

ΘΑΥΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Τρελή νύχτα στον ρημαγμένο κήπο
νύχτα γερασμένη με την ουρά
στο στόμα πληγωμένη
με το χρυσό εξάγωνο
τον σκοτεινό σταυρό

Οι ζωντανοί ρίχνουν από το βάθρο
το ματωμένο σώμα σου
Άρχοντες μετρονόμοι αυτόχειρες του ανέμου
διώχνουν τον φύλακα από τον τύμβο
κρύβουν τον ίσκιο στο πύρινο λουλούδι

Οι πονεμένοι του ήλιου
του φεγγαριού τ΄ αγρίμια
έμποροι και ήρωες ζητιανεύουν
στο έρημο περιβόλι
παραμύθια

ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ

Στον Έ. Χ. Γονατά

Το ρολόι χτύπησε δώδεκα και μισή.
Γδύθηκαν. Έσβησαν το φως.
«Είμαι κουρασμένος», είπε.
«Όλοι είμαστε κουρασμένοι», απάντησε εκείνη.
Πλάγιασαν στο κρεβάτι.

Την άκουσε που σηκώθηκε.
Βηματίζει στον προθάλαμο.
Επιστρέφει κρατώντας τον χάρτινο ανεμόμυλο.
«Καληνύχτα, Φιλονεικία», ψιθύρισε.

ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ

Η εξομολόγηση ήταν το μέγα μαρτύριο.
Κόβει τον ομφάλιο λώρο με τους ζωντανούς.
Τα μάτια άσπρα λάμπουνε γύρω.
Τα φάσματα από το βάθος του φρέατος
αφουγκράζονται τη φωνή το βασιλιά Αϊδωνέα:

-Είναι κανείς εδώ ευχαριστημένος;
Κανένας δεν μίλησε.
-Είναι κάποιος που ήρθε με τη θέλησή του;
Σιωπή.
-Είναι κανείς που ήρθε χωρίς τη θέλησή του;
Πάλι σιωπή.
-Είναι κάποιος εδώ που δέχεται για δικό του
το όνομα Νέκυς;
Καμιά απάντηση.

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Στον Γιώργο Γώτη

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.

.

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ (1995)

ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ

Άγγελοι δίχως χέρια
χαρτοπαίζουν

βαλές κουρέλι
ντάμα φλόγα
ρήγας φεγγαράκι

κρύα νύχτα

και το χρυσάφι
κάρβουνο

ποντάρει στον χαμένο.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

στη Χριστίνα

Στο μονοπάτι μια ιτιά
κάτω από την ιτιά μια χαραμάδα
στη χαραμάδα μια αράχνη
μες στην αράχνη ο θάνατος του βασιλέως

φωνή παιδιού

έρχεται ο βασιλιάς
στην τρυφερή άνοιξη
άγριο παγώνι

φωνή υπηρέτη

ήρθε ο βασιλιά
πουλί στη μια ζωή
τίγρης στην επομένη

φωνή του ανέμου

έφυγε ο βασιλιάς
χολή και όξος

καταραμένα μοιρολόγια

έξω σκυλί έξω ληστή
έξω και άρχοντά μου.

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ

Εκεί που η αγάπη φτάνει
με τον λαιμό σφαγμένο
τρέχοντας ματώνοντας τις ερωμένες
τα μάτια χάνεις
η φωνή σου σβήνει
στην κορυφή της σκάλας πέφτεις
μένει το σώμα σου μονάχο

Λαύρα Βαϊτσα, Αγγέλα
αγαπημένες μαρμαρωμένες
άδικα υπάκουσα την ασημένια τρέλα

κι ο έρωτας αρρώστησε
ο ουρανός σκοτείνιασε
η αγάπη έδωσε τόσα φιλιά
όσα μαχαίρια.

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Μικροί κατάμαυροι σταυροί
να κάρφωνε ο καθένας
τον ληστή του

εκεί που η ρομφαία
μετράει τα τομάρια

στο βάραθρο
με τα λευκάνθεμα

χτυπάει το ταμπούρλο
τα κουδουνάκια του θανάτου

τρία χρυσά για την ψυχή
ένα για κάθε μισθωτή
και σταυρωμένο

τότε που είχαμε σώμα και αίμα
βρώμικο κρέας
κόκκινα κρίνα λυτρωμένα
άγρια μάτια πληγωμένα

σημαιοφόροι με κομμένα χέρια.

ΟΙ ΕΞΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΙ

Τελευταία παρτίδα
εννιά λεπροί

μαύρο αγκίστρι
του ψαρά το δίχτυ

αγάπησε ο πορφυρός
φονιάς

χαμένη στάχτη
εννιά διωγμοί

αίμα στολίδι
του προδότη.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

ΛΑΒΩΜΕΝΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.

Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.

Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.

.

ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ (1989)

ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη
στην άβυσσο.
Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη
οδηγεί τον μετρ.
Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.
Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.
Εφτά θλίψεις με δορές
και δωρητές.
Πάνω σε μια χλωμή
καρδερίνα.
Και πάσαν
πονηρή επιθυμία
τρυγόνα φλεγόμενη.

ΛΗΘΗ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑ

Ο μοναχικός αποδέχεται τον μοναχικό.
Το καπέλο τον καπελά.
Πτώματα σκοντάφτουν σε μαργαρίτες.
Τα θηλαστικά παγιδεύονται
την άνοιξη.

Ο ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ

Αναμένοντας διορισμό εραστή
παρά το χαμηλό του εισόδημα
αγοράζει περούκες,
οδοντοστοιχία, ομπρέλα.
Μετά από τόσους σιναπισμούς
αφαιμάξεις, βρωμιούχα
ο σάρακας τον θυμάται
κι ευλογεί.

ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

Ο κύριος επιούσιος πετάει το μαύρο
γάντι του.
Έρχεται λασπωμένος
κρατώντας τα φτερά του.
Σαν φάντασμα
στο πέρασμα των σπουργιτιών.

ΨΑΛΜΟΣ ΧΙΙΙ

Σκάβανε
Άγιες μέρες, άγιες νύχτες

Έσκαβε ο σαράφης, ο αυλικός
ο θηριοδαμαστής

ανέβαινε η τέφρα
σκάβανε τα μάτια

με σάρκα και οστά
οι σκύλοι των τυμβωρύχων
εν τη απουσία Σου.

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.

Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.

Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.

Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.

Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.

Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ

χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.

Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη

ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.