Η Μαίρη Κλαμπούρα γεννήθηκε στη Λάρισα το 1993. Ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πατρών το 2016 και το 2020 αποφοίτησε από την Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης Λυκούργου Σταυράκου με ειδίκευση στη σκηνοθεσία. Το 2014 ήταν βοηθός παραγωγής, ηθοποιός και συγγραφέας του θεατρικού έργου Ερωτική ρωγμή. Έχει γράψει και σκηνοθετήσει τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, οι οποίες έχουν διακριθεί τόσο σε ελληνικά, όσο και σε διεθνή φεστιβάλ (Greek International Film Festival of Toronto, Mpumalanga International Film Festival, Kalakari Film Fest, Chania Film Festival and Chania Film Festival Edu, Athens International Digital Film Festival AIDFF, International Film Festival of Larissa – Thessaly κ.ά.). Αυτή την περίοδο κάνει το μεταπτυχιακό της στην Εκπαιδευτική Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις Πάφου. Το Δαφοινόν δέρμα είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.
.
.
ΔΑΦΟΙΝΟΝ ΔΕΡΜΑ (2026)
ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ
Υπάρχουν παντού,
σαν αθεράπευτες πόρνες,
οι μάσκες·
στους δρόμους, στις πλατείες,
στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες.
Κοιτάζω
τα χυμένα δάκρυα
που επιστρέφουν
στα μάτια τους.
Κοιτάζω
τον θάνατο
που περπατάει
επάνω τους
σαν πρόστυχη αράχνη.
Περίεργα πλάσματα
αυτές οι μάσκες.
Αν φυτρώσουν
στο δέρμα τους
λίγα λουλούδια παραπάνω,
θα ανταγωνιστούν
για το ποιος είναι
ο πιο όμορφος τάφος.
ΟΝΕΙΡΟ II
Μέρα μεσημέρι, κατευθυνόμουν
ύστερα από καιρό
προς το νεκροταφείο.
Ήθελα επειγόντως,
ν’ ατενίσει λίγα
δάκρυα στο πρόσωπό μου,
μια παλιά αγαπημένη
ψυχή.
Πλησιάζοντας τις πλάκες,
βλέπω αλαφιασμένη,
όλους τους τάφους ανοιγμένους.
Όλους τους τάφους αδειανούς.
«Τι ψάχνεις εδώ πέρα, ανόητη;»
μου φωνάζει απορημένη μια γριά
που στεκόταν λίγο παραδίπλα. «
Αφού στο σπίτι σου κοιμούνται…
όλοι οι νεκροί».
Η ΒΡΟΧΗ
Μες στη βροχή κλαίει ο σκύλος
γιατί εύχεται να ήταν γάτα·
η γάτα δεν θα έκλαιγε ποτέ κάτω απ’ τη βροχή,
η γάτα θα έκλαιγε κοιτάζοντας τον ήλιο.
Μέσα στον κόσμο αυτό,
ό,τι έχω σκοτώσει
δεν είναι λίγο.
Η φύση δεν πρέπει καθόλου
να με λυπηθεί
όσα λουλούδια άγρια
της ξερίζωσα ήταν πολλά,
όσα φύλλα πράσινα
κατέστρεψα με τα χέρια μου
δεν ήταν λίγα.
Μες στη βροχή κλαίει πάλι ο σκύλος·
πως αγαπούσε πολύ το αφεντικό του
έχει ξεχάσει.
Εγώ ξέχασα όλα όσα έχω σκοτώσει.
Σε ποιους εφιάλτες
θα χτίσει πάλι τη φωλιά της
αυτή η καρδιά;
Όταν ξυπνάω απ’ το όνειρο
δεν ακούω καν χτύπους.
Μια γάτα νιαουρίζει γλυκά
γύρω από έναν χαρούμενο άνθρωπο.
Ο σκύλος, με μάτια αγνά,
καλωσορίζει
τις κλωτσιές που του δίνουν στο στόμα
το ζεστό του ψωμί.
Τι έχω σκοτώσει στη ζωή μου;
Σαύρες, μύγες, πολύχρωμα έντομα,
μυρμήγκια, μέλισσες, σφήκες, πεταλούδες.
Δεν τα θυμάμαι όλα,
κι ο σκύλος ακόμη ξεχνά
πως εκείνον που αγαπούσε βαθιά
μια μέρα τον δάγκωσε βαθύτερα.
Εδώ κι εκεί, με αίμα αγάπης
τριγυρνούσε,
γαβγίζοντας αφόρητα στους ανθρώπους,
αλλά όχι στις γάτες,
που γεμάτες απορία
έβλεπαν τα σάλια να κυλάνε διαρκώς
σαν καμπάνες που χτυπάνε συνεχόμενα
ένα φρικτό χαρμόσυνο τραγούδι.
Η βροχή ήρθε προχθές·
την περιμέναμε όλοι φυσικά,
και σαν άγρυπνα παγωμένα μνήματα,
σιωπηλοί.
την ακούγαμε όλη νύχτα.
Η ΟΜΟΡΦΙΑ TOT ΑΙΜΑΤΟΣ
Το καλοκαίρι μάτωσε·
η ομορφιά του αίματος
δεν εκτιμήθηκε ακόμα.
Πληγές παίρνουν φωτιά
από την ανεπάρκεια
ενός αρώματος.
Κόσμος βαρύς ·
μα λιώνουν τα σώματά μας
το ένα πάνω στ’ άλλο,
βυθίζονται σε μία ψυχή.
Βαρύς ο κόσμος,
βαριά η ομορφιά του αίματος,
σατανική του έρωτα η ευλογία,
απύθμενη η τρικυμία των δέντρων·
λεμονιές,
ελιές,
βουκαμβίλιες.
Σπίθες αστεριών
πέφτουν πάνω τους τα βράδια,
σπίθες αίματος
στάζουν αμείλικτα απ’ τον χρόνο,
καρφώνονται στο κύμα της ημέρας.
Θάνατος δεν υπάρχει
παρά στα μάτια
και στον ήλιο.
Βλέπεις;
Ναι, βλέπω
την ηχώ που μεταφέρει η πεταλούδα
στα φτερά της,
τον θάνατο που θέλει
να χορεύει με όλους,
την ελευθερία
που βρέχεται από αγκάθια,
την ομορφιά του αίματος
που λησμονήθηκε
απ’ το σώμα.
Βλέπω και μένα,
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό
που καίγεται
μονάχα για ν’ ανθίζει·
και βλέπω πως η ομορφιά
απ’ το αίμα μου
θ’ αγαπηθεί
μόνο στο χώμα.
Η ΣΚΑΝΔΑΛΗ
Τα χείλια σου θα κόψω με ψαλίδι
και θα τα εναποθέσω στοργικά
πάνω στη ράθυμη, τυραννική σελήνη.
Τόσο εκείνη όσο κι εγώ
θα βγούμε κερδισμένες.
Εκείνη, γιατί το κόκκινο είναι το χρώμα
που ανυψώνει πάντοτε
τη χιλιοφορεμένη ομορφιά της.
Εγώ, γιατί θα βλέπω αιώνια τα χείλη σου,
κι ακόμα κι όταν ξεραθεί το αίμα τους,
θα μου θυμίζουν δυο απαλά,
ονειρικά βατόμουρα.
Είναι νόστιμα τα βατόμουρα.
Νόστιμα ήταν τα χείλη σου.
Τα μάτια σου δε θα τα πειράξω.
Τα μάτια σου τα μίσησα με τον καιρό,
γιατί δεν με κοιτούσαν όπως πρώτα.
Τα μάτια σου με φόβιζαν.
Ένας ιδρώτας μέσα τους.
Η φλέβα τους,
μια διαλυμένη σιδηροδρομική γραμμή
απ’ όπου εκτροχιάστηκα.
Τα χέρια σου όμως θα τα κόψω!
Μ’ ένα χλωμό μαχαίρι θα τα ξεριζώσω.
Εκείνα μ’ αγάπησαν πολύ
και μ’ έσφιγγαν,
σαν να ’θελαν να πεθάνουν μαζί μου.
Εκείνα με μίσησαν πολύ
και μου ανατίναξαν την καρδιά.
Ωστόσο
θα τ’ ακουμπήσω δυνατά στο στήθος μου,
θα τα δαγκώσω,
θα τα χαϊδέψω,
θα τα φιλήσω.
Έπειτα,
δανείζοντάς τους ένα φτηνό περίστροφο,
θα τ’ αναγκάσω
-εγώ αυτή τη φορά-
να τραβήξουν σκανδάλη.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ
Fractal 28/04/2026
Η πρώτη ποιητική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα
Η Μαίρη Κλαμπούρα είναι μια νέα ποιητική φωνή. Στο σπίτι της ποίησης εισέρχεται με τη συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» (εκδόσεις Μετρονόμος, 2026). Το ομηρικό επίθετο «δαφοινόν» σημαίνει βαθυκόκκινο, αιματώδες, αιμοδιψές. Η λέξη χρωματίζει τη συλλογή, όπως και το επαναλαμβανόμενο μοτίβο του αίματος. Με τη χρήση του κόκκινου χρώματος και του αίματος η ποιήτρια διερευνά τα ενδότερα της ανθρώπινης ψυχής. Η σύνθεσή της έχει υπαρξιακή κυρίως θεματική. Εστιάζει στην ταυτότητα, στη σχέση με τους γονείς, στο τραύμα, στον θάνατο. Διακρίνεται επίσης από έντονη σωματικότητα με το δέρμα να γίνεται το πεδίο όπου εγγράφεται ο πόνος και η μνήμη.
Προκειμένου να καταγράψει ευστοχότερα τις αγωνίες της ύπαρξης η Μαίρη Κλαμπούρα καταβυθίζεται στο ασυνείδητο και στη σκοτεινή πλευρά του εαυτού. Στο έντονα εσωτερικό τοπίο που δημιουργεί, κυριαρχούν γοτθικά στοιχεία και το παράλογο. Τα στοιχεία αυτά, διαβρώνοντας τον ορθό λόγο, εισάγουν μια υπερφυσική ενέργεια, έναν μυστικισμό που προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή για την ετερότητα και τεχνουργεί σκηνές τρομακτικές. Τα σκηνικά με τα φανταστικά και σκιώδη πλάσματα που δημιουργεί αντιστοιχούν στα υποσυνείδητα μέρη της ψυχής. Παράλληλα, μέσω τρομακτικών ονείρων εισέρχεται στα απωθημένα και στις δυνάμεις της επιθυμίας. Τα όνειρα ανοίγουν τις πόρτες της φυλακής στο πνεύμα, αφήνουν να εξέλθουν όσα καταπιέσαμε, όσα απωθήσαμε και καταχωνιάσαμε γιατί μας πλήγωσαν. Τα ποιήματα της Κλαμπούρα είναι κόκκινα από πάθος και δαφοινή από τραύμα.
Το ζήτημα της ταυτότητας προβάλλεται έντονο στη συλλογή. Το ποιητικό υποκείμενο αναζητά τον αληθινό εαυτό μέσα από το δίπτυχο σώμα-μνήμη. Το σώμα σχετίζεται με την ταυτότητα. Το δέρμα είναι ο φορέας της μνήμης και των βιωμάτων, το όχημα που μεταφέρει τις παρελθοντικές εμπειρίες, την ηδονή, τον πόνο. Αναζητά ωστόσο τον αληθινό εαυτό και μέσα από το δίπτυχο «πρόσωπο-προσωπείο», τις δύο στην πράξη διαστάσεις του εαυτού. Το ζήτημα της μάσκας απασχολεί έντονα την ποιήτρια, το μοίρασμα ανάμεσα στον εξωτερικό και τον εσωτερικό κόσμο. Το ποιητικό υποκείμενο συνομιλεί με τον αληθινό εαυτό. Σε αυτόν ανοίγεται, σε αυτόν εστιάζει, αυτόν προσφέρει τους άλλους, αλλά και αυτός επιθυμεί να του προσφέρεται. Η αληθινή έκφραση του εαυτού γίνεται γέφυρα για τους άλλους την οποία παρέχει αφειδώλευτα, καταγγέλλοντας την ψεύτικη και απατηλή κατασκευή, την προσποίηση, την υποκρισία, τη βιτρίνα. Επικαλείται το γνήσιο. Τη μάσκα ταυτίζει με τον τάφο της προσωπικότητας.
ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ
[…]Περίεργα πλάσματα
αυτές οι μάσκες.
Αν φυτρώσουν
στο δέρμα τους
λίγα λουλούδια παραπάνω,
θα ανταγωνιστούν
για το ποιος είναι
ο πιο όμορφος τάφος. (σελ. 9)
Η ποιήτρια καταγγέλλει επίσης την ακηδία, την απουσία διάθεσης για πνευματικό έργο στην κοινωνία μας. Στο ομώνυμο ποίημα χρησιμοποιεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο προκειμένου να δηλώσει καθολικότητα, αλλά και την προστακτική έγκλιση «πνίξε μας» ως αίτημα ανατροπής.
ΑΚΗΔΙΑ
Δεν ακούσαμε
τα ηχογόνα τους δάκρυα
εμείς.
Δεν χορέψαμε
τον πυρρίχιο χορό τους
δίχως ασπίδα.
Αιωρούμεθα
σε μια ανυπόταχτη ακηδία. […]
Θάλασσα,
αν μ’ ακούς,
γίνε καταραμένη και φρικτή.
Πνίξε μας. (σελ. 10-11)
Στη θεματική της Κλαμπούρα υπάρχει έντονη αναφορά στους γονείς και στους προγόνους. Το ποιητικό υποκείμενο αναμετράται με τη σχέση αυτή, μια σχέση σημαδιακή από την οποία προσπαθεί αφενός να κρατηθεί, αφετέρου να απεγκλωβιστεί. Καταφύγιο αλλά και φυλακή η οικογένεια, συχνά δρα καταδυναστευτικά. Στο ποίημα «Ο φόβος» η σχέση με τους γονείς περιγράφεται με σωματικούς όρους. Την παιδική ηλικία όπως και τα τραύματά της τα μεταφέρουμε στο σώμα μας. Μια «κληρονομιά σάρκας». Όσο κι αν προσπαθούμε να κόψουμε την ουρά της σαύρας, αυτή «ξαναφυτρώνει», αναφέρει στο ποίημα «Ο φόβος».
Ο ΦΟΒΟΣ
Φοβάμαι τον θάνατο
του μπαμπά και της μαμάς.
Φοβάμαι
μην κλέψω βλεφαρίδες
απ’ τα νεκρά τους μάτια
και ευχηθώ
να γεννηθούν
ξανά.
Φοβάμαι τη μαμά και τον μπαμπά,
μην τους αποκόψω απ’ τη σάρκα μου,
όπως μια σαύρα την ουρά της
και αυτοί φυτρώσουν ξανά.
Τρέμω
μην μου φυτρώσουνε ξανά. (σελ. 12)
Η θεματική του έρωτα έχει επίσης δυναμική παρουσία στη συλλογή. Ο έρωτας από τη μια λειτουργεί ως δύναμη ζωής και δημιουργίας, από την άλλη συνδέεται με την απώλεια και τη συναισθηματική πληγή. Η αντίθεση αναδεικνύει την πολυπλοκότητα του συναισθήματος και των ανθρωπίνων σχέσεων.
Η ΝΙΦΑΔΑ
[…] Δεν χιόνισε φέτος.
Οι τριανταφυλλιές στον κήπο
όλες κατεστραμμένες·
ιστοί αράχνης κρατούν επάνω τους
-ανέπαφο-
εκείνο το παλιό σου μήνυμα·
Δεν μ’ αγαπάς. […] (σελ. 53)
Τα φυσικά στοιχεία στη συλλογή της Κλαμπούρα, η δάφνη, τα φύλλα, οι ρίζες, τα δέντρα, συνδέονται με την ανθρώπινη εμπειρία. Ερμηνεύονται ως σύμβολα αντοχής, μεταμόρφωσης, μνήμης και άλλα.
Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
[…] Βλέπω και μένα,
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό
που καίγεται
μονάχα για ν’ ανθίζει·
και βλέπω πως η ομορφιά
απ’ το αίμα μου
θ’ αγαπηθεί
μόνο στο χώμα. (σελ. 84)
Η παρουσία του θανάτου στη συλλογή της Κλαμπούρα προσεγγίζει τη ρομαντική εμμονή. Η ποιήτρια θέτει τον θάνατο στο επίκεντρο της θεματολογίας, συνδέοντάς τον όχι μόνο με το τέλος της ζωής αλλά και με το τέλος του έρωτα ή τη μελαγχολία. Στους στίχους της παρακολουθούμε φεγγαρόφωτα τοπία, φέρετρα, τάφους, ομίχλη, θάλασσα, βροχή, πένθος, μυστήριο, μακάβριες εικόνες. Τα τοπία, γεμάτα συναισθηματική ένταση, υποστασιοποιούν την υπαρξιακή θλίψη όπως και την αγωνία για το ανθρωπινότερο.
ΤΟ ΦΕΡΕΤΡΟ
Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου.
Σου υπόσχομαι πως θα
είναι ζεστό
και γεμάτο όνειρα.
Τόσο καιρό περίμενα
κάποιον
για να χωρέσει μαζί μου.
Τόσο καιρό φανταζόμουν
ένα πρόσωπο κεντημένο
από ομίχλη,
μια φρεσκοβαμμένη
απ’ τη βροχή ψυχή,
έναν άνθρωπο που να κρατά
τη μάσκα του στο χέρι
αντί να τη φορά
στο πρόσωπο.
Κρύψου στο φέρετρό μου. […]
Μα στο δικό μου φέρετρο
δεν επιτρέπονται οι μάσκες. […] (σελ. 55-56)
Η συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα «Δαφοινόν δέρμα» διακρίνεται για τη δύναμη των εικόνων και τη συναισθηματική ένταση. Το ύφος είναι έντονο και κοφτό, καταγγελτικό, κινηματογραφικό, μελαγχολικό, νεορομαντικό, γεμάτο μεταφορές και συμβολισμούς. Η ποιήτρια υιοθετεί τη λιτή και ωμή γλώσσα, φορτισμένη θεατρικότητα. Η βία και η τρυφερότητα συνυπάρχουν σε μια εύθραυστη ισορροπία. Κυριαρχεί το τοπίο της άγριας ομορφιάς με την εικόνα της σάρκας, του αίματος και του πόνου. Κινούμενη ανάμεσα στο σκοτάδι και την αλήθεια η Μαίρη Κλαμπούρα στήνει μια νουάρ αισθητική με χαμηλό φωτισμό. Την ενδιαφέρει η εικόνα. Πολλά ποιήματά της φαντάζουν «κάδρα», storyboards, προέκταση κινηματογραφικής κάμερας. Στη σύγχρονη τέχνη η έννοια του abject (του αποτρόπαιου) εστιάζει στο αίμα, σε σωματικά υγρά, στο σώμα που αποσυντίθεται, στο πτώμα, σε κανιβαλιστικές φαντασιώσεις. Το abject έχει τις ρίζες του στην ψυχανάλυση. Φωτίζει τον φόβο του υποκειμένου απέναντι στην απώλεια της ατομικότητάς του. Κάνοντας χρήση εικόνων που προκαλούν σοκ και αποστροφή ο καλλιτέχνης του αποτρόπαιου επιθυμεί να αντιταχθεί στα κοινωνικά ταμπού, να διερευνήσει τη σκληρότητα στο πεδίο της αισθητικής. Η Κλαμπούρα χρησιμοποιεί λέξεις ωμές, χωρίς καλλωπισμούς, που προκαλούν δυσφορία και σοκάρουν. Επιδιώκει με τον τρόπο αυτό την εσωτερική μας αναστάτωση· επιθυμεί να αισθανθούμε την πληγή.
Αν ωστόσο η Κλάμπουρα στα ποιήματά της φαίνεται σκληρή, ακόμη και ερμητική, στη σύνθεση «Ένα ακόμη ποίημα» μοιάζει να χαμηλώνει τις άμυνες και να μιλάει για την ίδια την πράξη της γραφής. Είναι η στιγμή που παύει να κοιτάζει το σώμα (το «δέρμα») και ατενίζει το χαρτί, τη γέφυρα ανάμεσα στο τραύμα και τη λύτρωση.
ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΠΟΙΗΜΑ
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα
κάποιον που δεν μπορεί να χαϊδέψει
μια απαλή πέτρα.
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη μια πληγή
μέσα στα ίδια μου τα μάτια. […]
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα
για ανθρώπους που, σαν άνεμος,
ανοίγουν τις σελίδες των βιβλίων
χωρίς να έχουν πρόθεση να τις διαβάσουν. […]
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,
πριν καθαρίσω τις ψυχαναλύσεις
από τις πληγές,
πριν αδειάσω το δέρμα
από γλυκά φιλιά τεράτων
πριν βρω τον έναν, όμοιό μου.
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα,
αλλά ήρθες σαν δαιμονικό φρούτο
που στα τυφλά θα δάγκωνα,
ακόμη κι αν άκουγα από μακριά
το δηλητήριο.
Είπα πως δεν θα γράψω ξανά,
αλλά ήρθες σαν ένα μικρό παιδί
με πινέλα και χρώματα στα χέρια.
Έγινα η πέτρα που ζωγράφισες.
Είπα πως δεν θα γράψω πάλι,
αλλά ήρθες σαν γέλιο
σε μια τραγική περίσταση,
και με χέρια αγγελικά
απ’ τα λουλούδια.
Έγινα το τσαλακωμένο χαρτί
που ξετύλιξες.
Είπα πως δεν θα χαρίσω ξανά
τις λέξεις μου,
μα με αιφνιδίασες υπέροχα,
σαν το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης
σαν υπνική παράλυση
μέσα στη νύχτα.
Είπα πως δεν θα επαναλάβω την αλήθεια
για κάποιον που δεν μπορεί
να χαϊδέψει μια κόλαση.
Είπα πως το αίμα μου
δεν θα φυλακιστεί
μέσα σε δαφοινά,
αιχμηρά υφάσματα.
Είπα πως δεν θα γράψω ξανά
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.
Μα σε είδα να με κοιτάζεις
με βλέμμα πιο αστραφτερό
από οποιοδήποτε πετράδι.
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα
για κάποιον που δεν μπορεί
να με ερωτευτεί. Αλλά ήρθες,
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος
που έμεινα να κοιτάζω,
δίχως να κάνω βήμα. (σελ. 45-47)
Στο ποίημα αυτό η γραφή παρουσιάζεται σαν οργανική σχεδόν διαδικασία. «Ένα ακόμη» ποίημα που πρέπει να γραφεί. Η γραφή γίνεται το «δέρμα» της ποιήτριας, ο τρόπος να αντιμετωπίσει την οικτρή συχνά πραγματικότητα, μια επαναλαμβανόμενη πράξη («ένα ακόμη ποίημα»), που εγκολπώνει την αίσθηση ότι οι λέξεις ίσως ποτέ δεν θα είναι αρκετές να περιγράψουν τον πόνο ή την εμπειρία. Το ποίημα αναπαριστά την αγωνία του καλλιτέχνη, την αέναη ανάγκη του να μετατρέπει το βίωμα σε λόγο, όσο οδυνηρό και αν είναι αυτό. Βεβαίως η σύνθεση μπορεί να εκληφθεί και ως ερωτική.
Η Μαίρη Κλαμπούρα στο «Δαφοινόν δέρμα», κοιτάζοντας κατάματα το «σκοτάδι», με λέξεις σκληρές όπως ουρλιαχτά, πληγές, γροθιές, κραυγές, φίδια (ένα μοτίβο που επανέρχεται), στοχάζεται πάνω στη ζωή και στον θάνατο, στην προδοσία, την αγάπη, τον έρωτα, την ταυτότητα, τις σχέσεις. Αξιοποιεί νεορομαντικά, υπερρεαλιστικά και συμβολικά στοιχεία, δημιουργώντας ατμόσφαιρα εσωτερικότητας και στοχασμού.
ΠΑΝΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
diastixo.gr 05/05/2026
Δαφοινόν δέρμα
Η ποιητική συλλογή της Μαίρης Κλαμπούρα Δαφοινόν δέρμα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Εκδόσεις Μετρονόμος, δεν είναι απλώς μια κατάθεση λόγου, αλλά μια εμπειρία θέασης. Και λέω θέασης, γιατί αυτό που προσωπικά θεωρώ πολύ σημαντικό στη συγκεκριμένη δουλειά είναι η ικανότητα να φιλτράρει κανείς τις background οπτικές. Να απομακρύνει, δηλαδή, το προφανές, το θορυβώδες, το επιφανειακό, και να επιμείνει σε εκείνες τις εικόνες που λειτουργούν υπόγεια, σχεδόν ασυνείδητα.
Στην ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα, αυτό το φίλτρο είναι απολύτως παρόν. Ο κόσμος που χτίζεται εδώ δεν είναι φωτεινός με την κυριολεκτική έννοια. Είναι ένας κόσμος σκοτεινός, συχνά βίαιος, γεμάτος εικόνες που φέρουν ένταση, αίμα, σώμα, φθορά. Και όμως, μέσα σε αυτό το σκοτάδι, αναδύεται μια παράξενη καθαρότητα.
Η ειρωνεία προς την κοινωνία, επίσης, διατρέχει τη συλλογή ως μια βαθύτερη αποδόμηση. Για μένα, η πιο έντονη ειρωνεία προς την κοινωνία εμφανίζεται στο ποίημα «Η Γέφυρα». Εκεί η Γέφυρα, ένα σύμβολο που κανονικά ενώνει, παρουσιάζεται κουρασμένη, σχεδόν εξαντλημένη από αυτή της τη λειτουργία. Έχει περάσει πάνω της πλήθος ανθρώπων, ιστοριών, εξουσιαστικών στοιχείων, αλλά η ίδια παραμένει ακίνητη, παραμελημένη, αόρατη.
Πριν προχωρήσω όμως σε αυτή την ανάγνωση, θα ήθελα να πω δυο λόγια για τη δική μου σχέση με τη Μαίρη Κλαμπούρα: τη γνώρισα πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν η πόλη της την είχε τιμήσει για τις ταινίες μικρού μήκους της. Ήταν ήδη τότε εμφανές πως είχε μια πολύ ιδιαίτερη ματιά, μια ματιά που δεν αρκείται στην αφήγηση, αλλά επιδιώκει να διαμορφώσει ένα ολόκληρο οπτικοακουστικό σύμπαν. Λίγο αργότερα, συνεργαστήκαμε στο εγχείρημα Jazzy Nomads, όπου ανέλαβε την οπτικοακουστική κάλυψη των δράσεων του φορέα στην Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας. Εκεί είδα ξανά αυτή τη χαρακτηριστική της ικανότητα. Να πιάνει το περιθώριο της εικόνας, αυτό που οι περισσότεροι προσπερνούν, και να το μετατρέπει σε κεντρικό στοιχείο.
Και ίσως ακριβώς εκεί βρίσκεται και η φυσική της μετάβαση στην ποίηση. Γιατί η ποίηση αυτής της συλλογής λειτουργεί σχεδόν κινηματογραφικά. Μας εκθέτει σε πραγματικές σκηνές. Σκηνές όπου το σώμα γίνεται πεδίο σύγκρουσης, ο θάνατος δεν είναι αφηρημένη έννοια αλλά παρούσα ύλη και η αγάπη εμφανίζεται συχνά μέσα από τη βία ή την απώλεια. Το σκοτάδι εδώ δεν είναι διακοσμητικό, είναι εργαλείο. Και η ειρωνεία δεν είναι απλώς ύφος, είναι άμυνα, αλλά και επίθεση ταυτόχρονα.
Αν επιστρέψουμε σε αυτό που ανέφερα στην αρχή, στο φιλτράρισμα των background οπτικών, θα έλεγα πως η Μαίρη Κλαμπούρα κάνει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που έχουμε συνηθίσει: δεν απομακρύνει το σκοτάδι για να δούμε καθαρά, αλλά μας βυθίζει μέσα σε αυτό, ώστε να αναγκαστούμε να δούμε αλλιώς. Και εκεί, μέσα σε αυτή τη βύθιση, αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι πιο ουσιαστικές εικόνες, η μοναξιά, ο φόβος, η μνήμη, η ενοχή, η ανάγκη για σύνδεση.
Κι επειδή ίσως σε μια ποιητική συλλογή να ανακύπτει το ανθρώπινο ερώτημα αν ξεχωρίζει κάποιο ποίημα… Θα έλεγα πως δεν έχει και τόσο νόημα να ξεχωρίσουμε ένα ποίημα ως «το πιο δυνατό». Ίσως γιατί αυτή ακριβώς είναι η δύναμη αυτής της ποιητικής συλλογής. Ας πάρουμε για παράδειγμα τον «Πρωτέα». Την πρώτη φορά που το διάβασα, ένιωσα πως μιλά για ένα οδοιπορικό ζωής, για μια διαδρομή γεμάτη εμπειρίες, φθορά, μνήμη. Τη δεύτερη φορά, όμως, είδα κάτι διαφορετικό. Μια μορφή εγκατάλειψης, σχεδόν μια αλληγορία για την παραμέληση, ίσως και για τη θεσμική παραμέληση των ατόμων της τρίτης ηλικίας, για ό,τι δηλαδή κάποτε ήταν χρήσιμο, ζωντανό και τώρα στέκεται στο περιθώριο.
Και αυτό είναι που κάνει τα ποιήματα της συλλογής Δαφοινόν δέρμα εξαιρετικά. Κάθε ανθρώπινο μάτι μπορεί να δημιουργήσει ένα δικό του αφήγημα. Χωρούν δηλαδή πολλαπλές ερμηνείες. Ανοίγουν έναν διάλογο, όχι μόνο με το κείμενο, αλλά και με τον ίδιο μας τον εαυτό. Και τελικά, ίσως αυτό που καταφέρνουν πιο ουσιαστικά είναι να εγείρουν προβληματισμούς που δεν τελειώνουν με την ανάγνωση, αλλά ξεκινούν από αυτή και οδηγούν σε κάτι πιο συλλογικό. Στο να ξεκινήσουμε πάλι, στο σήμερα, στο εδώ και τώρα, να μιλάμε για μια ποίηση που ανοίγει ξανά τον δίαυλο επικοινωνίας.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ
PERIOU.GR 09/05/2026
Φτιάχνοντας φτερά από σάρκα και αίμα
Δαφοινόν δέρμα (Μετρονόμος, 2026) επιγράφεται η ποιητική συλλογή της καινοφανούς ποιήτριας Μαίρης Κλαμπούρα και ήδη από τον τίτλο μπορούμε να αντιληφθούμε τις δύο κύριες πρώτες ύλες της ποίησής της. Αφενός το αρχαιοπρεπές επίθετο δαφοινός σημαίνει το βαθύ κόκκινο χρώμα και μεταφορικά τον αιμοβόρο, τον άτεγκτο, τον κτηνώδη. Αφετέρου το δέρμα μάς προϊδεάζει για το δίπολο σάρκα-ψυχή, όπου στη σάρκα γίνονται ορατές οι επιπτώσεις μιας ψυχής που πάσχει. Το ανά χείρας βιβλίο φέρει, επίσης, την ατμόσφαιρα της λογοτεχνικής γενιάς του ʼ20, η οποία χαρακτηρίζεται από τον συμβολισμό, τη μελαγχολία, την απαισιοδοξία, τη θλίψη, τη μοναξιά δίνοντας έμφαση στον εσωτερικό κόσμο, στον ψυχισμό του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο χαμηλόφωνα και υποβλητικά προσπαθεί να ισορροπήσει σε μια συναισθηματική ρευστότητα. Έτσι και στην ποίηση της Κλαμπούρα συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά μέσω συμβόλων που χρησιμοποιεί και συγκεκριμένων εκφραστικών επιλογών. Για παράδειγμα, καίριο ρόλο διαδραματίζει το υγρό στοιχείο (τα δάκρυα, η λάσπη, η θάλασσα, το σπέρμα, το αίμα) ως σκηνοθέτης που καθοδηγεί την ποιητική φωνή στο ξετύλιγμα του προσωπικού της νήματος.
Επιπλέον, ιδιαίτερα σημαντικά είναι τα δίπολα στα οποία η Κλαμπούρα χτίζει τον ποιητικό της κόσμο. Εκτός από το σώμα και το πνεύμα, συναντούμε το πρόσωπο και το προσωπείο. Είναι συχνή η αναφορά στη μάσκα την οποία πολλοί άνθρωποι επιλέγουν συνειδητά. Το ποιητικό υποκείμενο με λόγο καταγγελτικό και συναισθηματικά φορτισμένο επικρίνει τους ανθρώπους που φορούν μάσκες, επιδιδόμενοι συγχρόνως σε έναν ανώφελο και ατελείωτο ανταγωνισμό με όχημα την υποκρισία και την προσποίηση. Ένα ακόμα μείζον δίπολο: φως-σκοτάδι. Ανατρεπτικά η ποιήτρια αποφαίνεται φίλα προσκείμενη στο σκοτάδι, γιατί είναι αυτό που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την προσέγγιση της αλήθειας μακριά από συμβατικούς κανόνες και καθωσπρεπισμούς. Το σκοτάδι επιτρέπει στο ποιητικό υποκείμενο να είναι ο εαυτός του, απελευθερωμένος και ανεξάρτητος.
Διακριτή είναι, επίσης, η αμφιταλάντευση ανάμεσα στο ποιητικό υποκείμενο και τον εαυτό του. Η ποιήτρια μετέρχεται συμβόλων προκειμένου να συνομιλήσει με τον εαυτό της, να τον πλησιάσει και ίσως να συμφιλιωθεί μαζί του. Η σάρκα την κρατά δεμένη με τις γονεϊκές φιγούρες, η σκιά στο όνειρό της είναι ο εαυτός της, οι ψυχές των νεκρών συγκάτοικοί της, μια ζητιάνα που επαιτεί για λίγα ψίχουλα αγάπης καταλαβαίνει ότι είναι η ίδια κοιτάζοντας τη μορφή της στον καθρέφτη. Στοιχεία της φύσης, ο άνεμος, το δέντρο, η λάσπη, το χώμα, λειτουργούν ως όχημα που όσοι βρέθηκαν κοντά στην ποιητική φωνή το εκμεταλλεύτηκαν, προκειμένου να γνωρίσουν καλύτερα τον δικό τους εαυτό. Με άλλα λόγια, η ποιήτρια εκφράζει με πικρία αλλά και ψυχραιμία το παράπονό της. Η ίδια έγινε γέφυρα, ώστε πρόσωπα που βρέθηκαν κοντά της να οδηγηθούν σε μια κατάσταση αυτογνωσίας που τους επέτρεψε να συνεχίσουν, ενώ εκείνη, ευρισκόμενη μονίμως στο παρασκήνιο, δεν κατάφερε να δρέψει το χειροκρότημα από τον ίδιο της τον εαυτό. Έσωσε ψυχές αλλά η πράξη της δεν εκτιμήθηκε, έτσι που οι διαβρώσεις στο δέρμα της κατάντησαν κενοτάφιο που φύτρωσαν δηλητηριώδη φυτά, απόρροια του πόνου και της απογοήτευσης που γεύτηκε.
Ένα κοράκι
στέκεται δίπλα μου.
Με βλέπει και με λυπάται.
«Πόσες φορές ευχήθηκα
να με ανατινάξουν»,
του ψιθυρίζω.
«Γιατί να είμαι πάντα
αυτό που ενώνει
και ποτέ αυτό που ενώνεται;»
Με βλέπει
και δακρύζει.
(«Η γέφυρα», σ. 21)
Κι όταν κανείς κουράζεται να αποτελεί τη συγκολλητική ουσία, ψάχνει να βρει τη ρίζα του κακού, η οποία τις περισσότερες φορές αντανακλά στους γονείς. Σχέση ιδιαίτερα, πολύπλοκη, πολυδιάστατη. Ίσως τότε να μπήχτηκε στη σάρκα το πρώτο καρφί και να έσταξε το πρώτο αίμα. Άλλωστε, η Κλαμπούρα γνωρίζει ότι την ομορφιά τη γεννά ο πόνος και την ευτυχία η μελαγχολία. Έτσι, ο θάνατος, όχι μόνο ο βιολογικός, αλλά οι καθημερινοί μικροί θάνατοι για απλά και τετριμμένα της ζωής τρυπούν το σώμα και μεγεθύνουν τη θητεία του στον πόνο, τόσο που το ύστατο καρφί το δέχεται ηδονικά.
Βλέπω και μένα,
σαν δέντρο έρημο και σιωπηλό
που καίγεται
μονάχα για ν’ ανθίζει·
και βλέπω πως η ομορφιά
απ’ το αίμα μου
θ’ αγαπηθεί
μόνο στο χώμα.
(«Η ομορφιά του αίματος», σ. 34)
Η Μαίρη Κλαμπούρα πέρα από τον υπαρξιακό στοχασμό, θίγει στο βιβλίο της και κοινωνικές πτυχές και, βέβαια, καταπιάνεται και με το θέμα του έρωτα. Συζητά, σαν να συζητά με ένα αγαπημένο της πρόσωπο, για τις συνέπειες της φτώχειας στη δημιουργία της προσωπικότητας, της ιδιοσυγκρασίας του ανθρώπου. Για τις προκαταλήψεις και τις δεισιδαιμονίες, γεννήματα της απαιδευσίας και απότοκα της φτώχειας. Για το πένθος της ομορφιάς και τη ζωγραφισμένη στα μάτια πικρία των βασανισμένων ανθρώπων. Κι ενώ τα χρόνια περνούν και οι συνθήκες αλλάζουν, κάποια πράγματα μένουν πάντα ίδια, όπως η κοινωνική αδικία και η εξουσία των ολίγων που διαβιούν σε βάρος των πολλών. Αυτή η γνώση ίσως είναι εκείνη που θρέφει τις τύψεις, οι οποίες πονούν, ενοχλούν και ασχημαίνουν την ψυχή σαν παρανυχίδες στα δάχτυλα.
Όχι, δεν ήταν ο άνεμος
που ξερίζωσε το δέντρο μου·
ήταν η θηλιά
του κρεμασμένου ανθρώπου πάνω του·
ήταν το βάρος της ψυχής του
που το έριξε κάτω.
(«Το ψάρι», σ. 40)
Ο έρωτας στην ποίηση της Κλαμπούρα εμφανίζεται τόσο ως αιτία πόνου όσο και ως μοναδική απάντηση, που μπορεί, πράγματι, να καταστήσει εφικτή την αναζήτηση μιας ευτοπίας, όπου η ποιήτρια εναποθέτει τις ελπίδες της. Οι πληγές του έρωτα μονάχα με τρυφερότητα μπορούν να επουλωθούν και να κατανοηθούν και, συγχρόνως, το ολοπόρφυρο χρώμα του έρωτα, των χειλιών, του αίματος είναι αυτό που εν δυνάμει οδηγεί στην ψυχική σταύρωση. Εδώ επανερχόμαστε στο σύμβολο του σκοταδιού, της νύχτας που επιτρέπει στην ποιητική φωνή να απεκδύεται οποιουδήποτε φτιασιδιού και να προσφέρεται γυμνή και διαυγής στο αγαπημένο πρόσωπο. Ακόμα, το σκοτάδι λειτουργεί και ως χώρος και χρόνος που το ποιητικό υποκείμενο μπορεί να αναμετρηθεί με την απώλεια του έρωτα, να τον πενθήσει και να συμφιλιωθεί με τη μοναξιά του. Ο έρωτας είναι το ψωμί και ταυτόχρονα και το μαχαίρι.
Πάντα επιστρέφω,
γιατί το σκοτάδι
δεν με εγκατέλειψε ποτέ.
Κι η αλήθεια είναι πως
αγαπώ τ’ αστέρια περισσότερο απ’ τον ήλιο.
Στ’ ορκίζομαι,
περισσότερο απ’ τον ήλιο.
(«Το φέρετρο», σ. 57)
Συνολικά, η ποίηση της Μαίρης Κλαμπούρα διακρίνεται για τα γκόθικ στοιχεία της με κυρίαρχα το σκοτεινό και το ρομαντικό, αξιοποιώντας παράλληλα το μοτίβο των καταραμένων εραστών και τη διαλεκτική του τραύματος, όπου η πληγή, το δήγμα, ο πόνος επιχειρείται να καταπραϋνθούν μέσω της δημιουργίας των προϋποθέσεων, όπου το «μαζί» και το «εμείς» θα μπορούν να αποκτήσουν οντότητα και δυναμική, τέτοιες που θα ατσαλώσουν την εύθραυστη προσωπικότητα της ποιητικής φωνής.
Είπα πως δεν θα γράψω ξανά
για ανθρώπους που φοβούνται το βάθος.
Μα σε είδα να με κοιτάζεις
με βλέμμα πιο αστραφτερό
από οποιοδήποτε πετράδι.
Είπα πως δεν θα γράψω ακόμη ένα ποίημα
για κάποιον που δεν μπορεί
να με ερωτευτεί.
Αλλά ήρθες,
σαν απρόσμενη φωτιά σε δάσος
που έμεινα να κοιτάζω,
δίχως να κάνω βήμα.
(«Ένα ακόμη ποίημα», σ. 47)
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ
FRACTAL 19/05/2026
Όνειρα και άλλα
Ήταν πάντα ο ποιητής, φάντασμα από μια μυστική, μια άλλη εποχή. Ένα όραμα υπήρξε σε έναν κόσμο αρκετά τραχύ για να χωρέσει την αδύναμη αισθαντικότητά του μες στις καλλιτεχνικές εκφράσεις. Το είπαν ποίηση και μεμιάς από εκεί το βλέμμα τους τραβήξανε. Έτσι ονομάζουν όλα όσα μας αφήνουν ολομόναχους και αμήχανους εμπρός στο θαύμα της ζωής. Ποίηση το λένε σαν διασώζεται, έτη φωτός μες στο μέλλον εκείνο που χάθηκε μα συγκράτησε την καθαρή του εντύπωση, ίσα για να διεγείρει το ενδιαφέρον κάποτε στα χρόνια του μέλλοντός μας. Ναι, ήταν πάντα ο ποιητής με τους ρεμβασμούς του, με τα πράγματα τα πολύ προσωπικά που περνούν σαν μετέωρα καΐκια μέσα από την Τηνιακή νύχτα. Ο ποιητής που κουβαλάει όπως η θάλασσα μακριά τα συμφραζόμενα. Είναι όλα αυτά ο ποιητής, που παλεύει να βρει και να αραδιάσει συνταιριασμένους τους χαμένους αρμούς μιας πνευματικότητας που γίνηκε βάρος, το πλαστικό λουλούδι με την ψεύτικη τη δόξα του. Αυτός, μόνον αυτός ξέρει πού κρύβεται η χαρά. Και όλο τη γυρεύει, αυτήν την γλαφυρή την ομορφιά. Και η τέχνη μεταμορφώνεται στα χέρια του σε έναν βίαιο φωτισμό. Τίποτε δεν γνωρίζει ο ποιητής, μόνο που μπορεί να συλλάβει κάτι από το απροσδόκητο και το μοιραίο σύρσιμο ενός σύννεφου. Τα άηχα της αστραπής είναι σε θέση να ξεκρίνει μες στον ορίζοντα που τρέμει. Μαζί του στέκει και γερνά ο ποιητής και ετούτο δεν συνιστά παρά το βασικό, το θεμελιώδες θεώρημα του βίου του. Μια ανεπανόρθωτη κίνηση, το τρέμουλο πάνω σε κάποιο πρόσωπο είναι ο ποιητής. Η μορφή είναι δική του, δανείζεται από τις ιστορίες και τα αισθήματά του, χάνεται και κερδίζει τον εαυτό της σαν σήμα απελπισμένο. Πιάνεται από τα σύρματα των τρόλεϊ και αργότερα κυλάει με το νερό στα περιθώρια των δρόμων. Παντού ο ποιητής, με τα εφόδια και με την καρδιά του την πελώρια, σαν φωτίζεται μέσα από τις γωνιές που καθίστανται πελώριες με τη χρήση της κατάλληλης σκιάς.
Καμιά φορά αυτός είναι που εκπληρώνει τη μετατόπιση από την πραγματικότητα ως τη λέξη του στίχου την πιο εμβληματική. Αυτήν που εκτελεί χρέη πειθούς ανάμεσα στις πλάκες των ετερόκλητων πραγμάτων. Καμιά φορά είναι οι λέξεις του που αδοκίμαστες, περνούν από μπροστά μας και εμείς από την έκπληξη πεθαίνουμε και τη βαθιά συνείδηση πως πάντοτε το ποιητικό ενεργητικό θα πιστώνεται στη φαντασία και τ’όνειρο.
Η Μαίρη Κλαμπούρα, με το “Δαφοινόν Δέρμα” της, με το συγκλονιστικό έργο του Κάσπερ Πισκορόβσκι στο εξώφυλλο της καινούριας έκδοσης του Μετρονόμου συστήνεται στο ελληνικό, αναγνωστικό κοινό. Αυτό που ανά την επικράτεια αναζητά τις καινούριες φωνές της νεοελληνικής ποίησης, αυτές που καθιστούν θαμπωτικό φαινόμενο τη θάλασσα, όσες γνωρίζουν, λέει από ένστικτο το νόμο των ρυθμών και τη φρεσκάδα της αλήθειας όταν ουρλιάζει το πρώτη της, το αδοκίμαστο τ’όνομά της.
“Δαφοινόν”, σημαίνει τα άγρια θηρία ή τη βαθιά πορφύρα. Φαίνεται πως κάπου ανάμεσα σε αυτά τα δυο οι άνθρωποι αντίκρισαν το αχαλίνωτο του πάθους. ¨Ετσι λέγεται ακόμη το κτηνώδες, το βάναυση και το αποτρόπαιο, μες στα σχήματα της ανθρώπινης μεταφοράς. Έτσι αβάσταχτο μοιάζει το δέρμα, κατάστικτο από χρόνο και μνήμη και επιθυμία εκπληρωμένη. Σημάδια τα χρόνια γράφουν επάνω του την οδύνη, “βαριά η ομορφιά του αίματος”, γράφει η ποιήτρια και έτσι μαθαίνεις να ονομάζεις αλλιώς τα πιο γνώριμα από τα φαινόμενα του κόσμου. Επειδή συνιστά χρέος και ευθύνη του ποιητή, να τραγουδήσει το όνειρο και τον εφιάλτη που αλλιώς εκβάλει μες στη ζωή των πραγμάτων. Πέρα μακριά το παρελθόν με όλη του την άφταστη τραγικότητα που κάνει στίχο η Λαρισαία δημιουργός. Είναι να λογαριάζει κανείς τούτη τη δοκιμή ως πράξη του υψηλού, σαν τάχα να γυρεύει κάποιος να συλλάβει το πρόσωπο τ’αγγέλου. Συνηθισμένη στο μοντάζ που χτίζει λίγο λίγο το παραμύθι της εικόνας, η θεατρολόγος και κινηματογραφίστρια ποιήτρια μας σκηνογραφεί επάνω στη χρυσή τομή του καιρού και σε τούτο το μεγάλο σκοπό ολόψυχα δίνεται, παίρνοντας δρόμους εκφορές του προσωπικού.
“Η πεταλούδα”, “Όνειρο Ι”, “Η δήμιος”, “Η βροχή” και μερικά ακόμη πολύστροφα ποιήματα σαν έπη του προσωπικού και του αγεωμέτρητου συνθέτουν το “Δαφοινόν Δέρμα” από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Μια συλλογή από λέξεις δακρυδόχους να φυλάξουν όλη τη θλίψη σου. Για εκείνους που πέρασαν, για εκείνους που τώρα μιλούν από τα βάθη της καρδιάς σου, για την αιωνιότητα που διαβαίνει “αλαφιασμένη” μέσα από τα χέρια μας. Όλα γλιστρούν μαζί με το χρόνο, μα έχει δίχτυα για να απλώνει το ποιητικό φαινόμενο, τέτοια που να μπορούν να συλλάβουν το άρρητο.
Ώρες ώρες ανάμεσα στη δημιουργό και τις λέξεις τρυπώνει η απεραντοσύνη. Ίσως επειδή είναι τόσα πολλά όσα λέγονται σε αυτήν την παρθενική εμφάνιση της Μαίρης Κλαμπούρα στο αγώνισμα της ποίησης. Μια “φωνή” σαν της Ραχήλ, τον κόσμο πικρά τραγουδά. Δεν γυρεύει συμπόνια καμιά, μονάχα μες στην αμεριμνησία του γίγνεσθαι κυμαίνεται σαν στοχασμός μετέωρος. Ώσπου να βρει τη θέση της μες στην πρόζα που κυλάει σαν πηγή εντός του σώματός της, μες στους κόλπους της γλώσσας της. Με αυτήν και με τη συγκίνηση στο στόχαστρό της, τραβάει σαν βαρκούλα ξέφρενη η ποιήτρια από το δικό της το μερικό, σε ένα συνολικό γενναίο που ψάχνει να πει την αλήθεια. Ειλικρινά και συγκαλυμμένα να μιλήσει για τούτα τα χρόνια που ανατρέφουν την ποίηση του μέλλοντος.
“Παιδιά ολόγυμνα να τρέχουν και άστρα πάμφτωχα”, γράφει στο “Όνειρο Ι” η δημιουργός, “να προσκολλούνται στα βρώμικα πόδια τους, ηλίθιες ηθικολογίες να υψώνονται σαν σημαίες, ανθρώπους να κλείνουν σε φέρετρα άλλους ανθρώπους ηδονές να θριαμβεύουν”, τονίζει με νόημα και μέτρο η ποιήτρια που ήδη μετράει τέσσερεις ταινίες μικρού μήκους. Έτσι και τα ποιήματά της, φιλμ δίχως τέλος, βαπτισμένα μες στο αίνιγμα μιλούν για όλα όσα θα ‘λεγε το πεφταστέρι, έτσι όπως συντρίβεται μες στη στέρνα της ευχής, αν είχε λίγη ελπίδα ακόμη ζωντανή. Μια αγρύπνια ιδεών και αισθημάτων πυκνώνει την ουσία της ολοκαίνουριας αυτής συλλογής που βεβαιώνει τη μέριμνα του Μετρονόμου, ανάμεσα σε άλλους εκδοτικούς οίκους για την ποίηση που διαμορφώνεται μέρα τη μέρα, ώρα την ώρα στα μοντέρνα εργαστήρια. Είναι άλλωστε πράγμα σπουδαίο να παίρνεις τη φαντασία τ’ ανθρώπου και μέσα από εκεί να πλάθεις σύμπαντα πρωτόφαντα και μαγεμένα. Στίχοι με τσακισμένη καρδιά, λέπια ψαριών που αστράφτουν από μακριά και έπειτα πάλι βρίσκουν το δρόμο για μια ποίηση που νιώθεται, που συνιστά μια ανταπόκριση της μηχανικής, της λεγομένης και των φυσικών πραγμάτων.
Μια μουσική πλανάται σαν χαμηλό βαρομετρικό της μελαγχολίας πάνω από το “Δαφοινόν Δέρμα”, μια μουσική που μιλά για τα πάντα. Τα πιο προσωπικά βιώματα, ολάνθιστα με ένα ασαφές, δεύτερο ενικό πρόσωπο, καθώς λέξεις και άνθρωποι βρίσκουν το δρόμο για την φυσικότερη έκφρασή τους. Λέξεις κοινές και ζωντανές, παύσεις, τραυλίσματα και δισταγμοί αποτελούν το υλικό της συλλογής. Ποιήματα γραμμένα για την ύστερη τους λέξη, όπως “νεκροί”, “καθρέφτες”, “ζωή”, αυτήν που απομένει σαν καθαρή εντύπωση όταν οι φωνές σωπάσουν. Και όταν το λευκό του χαρτιού σμίξει με τα ανθάκια του Τσαλς Μπωντλέρ ευθύς ολάκερη η ποίηση των αιώνων θα ξαναγραφτεί και καθένας μας θα μπορεί να πει ένα ευχαριστώ για το ταξίδι που ξανοίγεται μοναδικό για τον καθένα μας
Ζωγραφική και ποίηση, κρατούν το ίσο στη μαγεία της τέχνης, την ώρα που με μια “πικρή παραδοχή”, από εκείνες που αιωνίως διστάσαμε κάποιος γράφει, “δεν υπάρχει εδώ πέρα αυτό που ψάχνεις. Δεν υπάρχει εδώ πέρα αγάπη”, γράφει η Μαίρη Κλαμπούρα. Μα καθένας, μες σε τόσο δύσκολους καιρούς ξέρει πού να βρει την ποίηση. Και αν δεν τη βρίσκει είναι που “τέλειωσε ο κόσμος”, με μια τρομερή παραδοχή, παιδί του καινούριου αιώνα, που κάλυψε όλους τους θορύβους και έκαμψε τις ερωτήσεις σου τις ρητορικές που μιλούν για τα πάντα.
Είναι και το δικό μου “Δέρμα” Δαφοινόν. Όπως και τα ποιήματα της συλλογής των εκδόσεων Μετρονόμος Μου φαίνεται πως κάθε τι μες σε ετούτα τα χρόνια κάτι αποσπασματικά θέλει να κατοικήσει, αυθαίρετα και λυρικά. Δεν το κατορθώνουν οι άνθρωποι και για αυτό και από μέσα τους διαβάζουν ποιήματα, όσο οι γραμμές τους, στα περιθώρια των στίχων, κρατούν το μέτρο το σιωπηρό και το εναλλασσόμενο που δραπετεύει από τις γραμμές και τις συνήθειες. Και αυτό ώσπου στα χέρια του καινούριου ποιητή όλα ετούτα να μεταβληθούν σε θήρα φαντασίας, σε μια χώρα τ’ ανήκουστου που δεν αποτελεί παρά τον πυρετό της ύπαρξής σου.
Κάθε ποιητικό σύμπαν μοιάζει με έναν κόσμο εκτός κυκλοφορίας και επικαιρότητας ‘Έτσι συμβαίνει με το “Δαφοινόν Δέρμα”. Μα ακριβώς μες σε μια επισήμανση όλο θάρρος και παραδοχή, κρύβει ο στίχος την βαθύτερη ουσία του. Κάθε στιγμή της κοινής μας ζωής βρίσκεται σε εκείνη την κόψη, στα πόδια μας έρχεται και φεύγει, σαν το ναι που δεν προλάβαμε να πούμε. Θέλει σθένος και αίσθηση μυστηρίου για να παλέψει κανείς με το αθόρυβο της πραγματικότητας, να σταθεί αντίκρυ στα κύματα του αφανισμού που όλα τα κάνουν να τρέμουν και να δειλιάζουν. Ναι, να πει πόσο κουράγιο θέλει, αφού έπειτα δεν υπάρχει γυρισμός. Να συλλάβει, λέει τη μουσική του καιρού του σαν έκτυπο ανάγλυφο είναι μεγάλο πράγμα.
Τώρα με το ρούχο του ποιήματος ντύνεται ο κόσμος και μες στη σιγαλιά όσα ρωτάει το αίμα του ακούει και αποκοιμιέται. Και το δέρμα του, “Δαφοινόν” και ο μετρονόμος να κρατεί το ρυθμό που αλλάζει με το συναίσθημα. Το ρυθμό που παραμένει σταθερός σε όλη τη διάρκεια του δρόμου που χαράζουν οι στίχοι της Μαίρης Κλαμπούρα. Για να γεννηθεί ένα όραμα τόσο αντικειμενικά οργανωμένο, με φαντασία και με ανθρωπιά ποτισμένο στις πιο κρίσιμες στιγμές του. Μια συλλογή που τραβά προς την αφαίρεση, ακροθίγοντας μια αφαίρεση που κερδίζει κανείς με ευγνωμοσύνη, με τιμή και με αναπαράσταση της μορφής, αυτού του τόσο εσωτερικού πράγματος. Μοιρασμένος ανάμεσα στη βία και την τρυφερότητα ο κόσμος. Και ο ποιητής στο μέσον, να μελετά τις αναλογίες του θαύματος, γυρεύοντας να κάνει και πάλι εύκολη του ανθρώπου την καρδιά. Ειρηνική.
Ν.Γ. ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ
OANAGNOSTIS.GR 19/06/2026
«Στίχοι γραμμένοι με το χρώμα του αίματος»
Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα», η σκηνοθέτις Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί την παρθενική της εμφάνιση στα νεοελληνικά γράμματα. Το εξώφυλλο του βιβλίου κοσμεί το έργο με τίτλο “Still Life” (Νεκρή φύση) του πολωνού καλλιτέχνη Kacper Piskorowski. Στο κέντρο του πίνακα δεσπόζει ένα γυάλινο μπολ με ένα σκούρο κόκκινο υγρό στον πυθμένα, από όπου αναδύονται κομμένα χέρια. Το έργο, που φιλοτεχνήθηκε το 2018, μοιάζει να αποτελεί μια ταιριαστή εισαγωγή στην ποίηση της Κλαμπούρα, όπου κυριαρχεί το «δαφοινόν»[1] χρώμα αλλά και το μαύρο του ερέβους.
Το βιβλίο εκκινεί με ένα απόφθεγμα του αείμνηστου συγγραφέα, φιλολόγου και κριτικού της λογοτεχνίας Ρένου Αποστολίδη. Η πρώτη φράση του αποφθέγματος («Δεν είμαστ’ από δω εμείς!») απηχεί την εντύπωση που θα αποκομίσει το αναγνωστικό κοινό διαβάζοντας τη συλλογή: πρόκειται για ένα έργο απόκοσμο, έξω από τα όρια της γραφής που έχουμε, ίσως, συνηθίσει. Το απόφθεγμα ολοκληρώνεται με τις φράσεις: «Αλλού κοιτάμε! Κι εκεί θα πάμε κάποτε, ό,τι κι αν γίνει εδώ!». Οι φράσεις αυτές μοιάζουν να αντικατοπτρίζουν την ποιητική στόχευση της Κλαμπούρα. Έχει το βλέμμα της στραμμένο αλλού, σε σκοτεινές ατραπούς, τις οποίες οι περισσότεροι ομότεχνοί της δεν σκοπεύουν να διαβούν. Είναι, όμως, αποφασισμένη να ακολουθήσει την καλλιτεχνική της πορεία ό,τι κι αν συμβεί.
Το πρώτο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Οι μάσκες» (σελ. 9) δίνει τον τόνο. Οι μάσκες, σύμβολο εν προκειμένω της υποκρισίας, φαίνεται να «υπάρχουν παντού/[…] στους δρόμους, στις πλατείες,/στ’ αυτοκίνητα, στις εκκλησίες». Ο θάνατος «περπατάει επάνω τους/σαν πρόστυχη αράχνη». Με «λίγα λουλούδια παραπάνω/θα ανταγωνιστούν/για το ποιος είναι/ο πιο όμορφος τάφος». Άνθρωποι ρηχοί, κενοί, χωρίς συναισθήματα μάς περιτριγυρίζουν. Τους βρίσκουμε ακόμα και στον οίκο του Θεού («στις εκκλησίες»). Φορώντας τις μάσκες θαρρούν πως μπορούν να ξεγελάσουν τους συνανθρώπους τους. Οι μάσκες είναι ένα από τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα της συλλογής, τα οποία εμφανίζονται καθώς συνεχίζουμε την ανάγνωση.
Ένα ακόμη σταθερό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο είναι ο θάνατος. Τον συναντάμε και στο τρίτο ποίημα με τίτλο «Ο φόβος» (σελ. 12). Εδώ ο θάνατος αφορά τους γονείς του ποιητικού υποκειμένου και έχει μια αμφίσημη χροιά. Από τη μία πλευρά υπάρχει ο φόβος της απώλειας των γονέων («Φοβάμαι τον θάνατο/του μπαμπά και της μαμάς») αλλά, από την άλλη, υπάρχει ταυτόχρονα το αίσθημα της λύτρωσης που φέρνει ο χαμός τους αλλά και ο φόβος της επανεμφάνισής τους («Τρέμω/μην μου φυτρώσουνε ξανά»). Αυτή η αμφισημία τείνει να υποχωρήσει στο ποίημα με τίτλο «Η δήμιος» (σελ. 25), όπου ο θάνατος των γονέων επέρχεται αυτή τη φορά με πρωτοβουλία του ποιητικού υποκειμένου («Ανέβασε τους γονείς της στο ικρίωμα/[…] Μια φλέβα αγαλλίασης ξεχύθηκε άθελά της,/ματώνοντας περίτρανα τη γλώσσα»). Ο θάνατος των γονέων λειτουργεί απελευθερωτικά («“Αντίο”,/ψέλλισε χωρίς να το εννοεί.»), καθώς «οι ενοχές της/[…] εξαφανίστηκαν από τα δάχτυλα». Κόντρα στην αστική ηθική, η Κλαμπούρα αμφισβητεί τον θεσμό της Αγίας Οικογένειας και υποδεικνύει ότι για κάποιους/ες η οικογενειακή ζωή μπορεί να είναι ένας εφιάλτης.
Ο θάνατος διαδραματίζει κεντρικό ρόλο και στο ποίημα με τίτλο «Η τελευταία ηδονή» (σελ. 28), με το οποίο ολοκληρώνεται το άτυπο πρώτο μέρος του βιβλίου. Το ποιητικό υποκείμενο προσδοκά τον θάνατο των πάντων («προσευχόμουν μέσα στις σκιές,/να τελειώσει ο κόσμος,/να αυτοκτονήσουν όλοι»), συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του («Έδινα δυνατές γροθιές/στο στήθος μου/με την ελπίδα πως/θα σταματήσουν οι παλμοί,/πως η καρδιά θα σταματήσει»). Στην τελευταία πράξη του δράματος, το ποιητικό υποκείμενο οργανώνει τη σταύρωσή του («Πλήρωσα ανθρώπους για να με σταυρώσουν»). Πάνω στον σταυρό «η ψυχή χαμογελά» (σελ. 29) και το σώμα καρτερικά αναμένει «το τελευταίο χέρι,/που με το τελευταίο καρφί,/θα του προσφέρει/[…] την τελευταία ηδονή» (σελ. 30). Αυτή τη φορά η λύτρωση, η τελευταία ηδονή, είναι αποτέλεσμα όχι του χαμού κάποιου άλλου/κάποιων άλλων αλλά του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου.
Το άτυπο δεύτερο μέρος της συλλογής ανοίγει με ένα απόφθεγμα του καταραμένου ποιητή Charles Baudelaire: «Δεν μπορώ να συλλάβω κάποιο τύπο ομορφιάς, στον οποίο δεν υπάρχει μελαγχολία». Στο ποιητικό σύμπαν της Κλαμπούρα, όπως αντίστοιχα και στο κινηματογραφικό της σύμπαν, η ομορφιά συνυπάρχει με τη μελαγχολία.
Στο ποίημα με τίτλο «Το ψάρι» (σελ. 39) η ομορφιά του έρωτα που συμβολίζεται από ένα δέντρο συνυπάρχει με τη μελαγχολία που προκαλείται από το γεγονός ότι το αντικείμενο του πόθου του ποιητικού υποκειμένου χρησιμοποιεί το εν λόγω δέντρο ως αγχόνη. Έτσι, το δέντρο γίνεται τόπος μαρτυρίου και το ποίημα κλείνει με την πρόθεση μιας τελετουργικής ταφής ενός νεκρού ψαριού στα βάθη της θάλασσας.
Ο έρωτας επανέρχεται στο ποίημα με τίτλο «Ένα ακόμη ποίημα» (σελ. 45), όπου δεσπόζει μια σειρά από εικόνες, εν είδει ποιητικών σεκάνς, με τις οποίες η ποιήτρια περιγράφει τον ερχομό του αγαπημένου προσώπου. Το μικρό παιδί με τα πινέλα και τα χρώματα στα χέρια, ο εραστής που ξετυλίγει την ερωμένη του σαν τσαλακωμένο χαρτί, ο ερχομός του αγαπημένου που παρομοιάζεται με τον αιφνιδιασμό από το απόκοσμο σκοτάδι μιας νάρκωσης ή με το ξέσπασμα μιας φωτιάς στο δάσος, την οποία το έτερο πρόσωπο κοιτά αποσβολωμένο, όλες αυτές οι εικόνες σκηνογραφούν το ερωτικό συναίσθημα σε μια σπάνια στιγμή διαύγασης της σκέψης. Είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία της συλλογής όπου αχνοφέγγει η ελπίδα μιας κάποιας ευτυχίας.
Η ελπίδα αυτή σπινθηρίζει και στο ποίημα με τίτλο «Το φέρετρο» (σελ. 55), όπου κυριαρχεί ένας γοτθικός, θα λέγαμε, ρομαντισμός. Ο οίκος του θανάτου, το φέρετρο, ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο μοτίβο που συναντάμε σε διάφορα ποιήματα της συλλογής, γίνεται εδώ τόπος θαλπωρής. «Κρύψου μέσα στο φέρετρό μου./Σου υπόσχομαι πως θα/είναι ζεστό/και γεμάτο όνειρα» παροτρύνει το ποιητικό υποκείμενο το έτερον ήμισυ. Το πρόσωπο αυτό, σε αντίθεση με την πλειοψηφία, «κρατά/τη μάσκα του στο χέρι/αντί να τη φορά/στο πρόσωπο». Η μάσκα, λοιπόν, επιστρέφει όχι ως σύμβολο υποκρισίας αυτή τη φορά αλλά ως ένα δομικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τον συγκεκριμένο άνθρωπο από τους κούφιους ανθρώπους. Το φέρετρο γίνεται το καταφύγιο των δύο εραστών που βρίσκουν τη θαλπωρή στο σκοτάδι, γιατί, όπως αναφέρει το ποιητικό υποκείμενο, «το σκοτάδι/δεν με εγκατέλειψε ποτέ» (σελ. 57). Το μόνο που μπορεί να διαρρήξει αυτή την ασυνήθιστη ερωτική κρυψώνα είναι η ένωση των δύο εραστών («κρύψου στο φέρετρό μου,/γιατί αν κάνουμε έρωτα/μπορεί και να το σπάσεις», σελ. 58).
Με την ποιητική συλλογή «Δαφοινόν δέρμα» η Μαίρη Κλαμπούρα πραγματοποιεί ένα αξιόλογο ντεμπούτο στα λογοτεχνικά πράγματα, κομίζοντας στην ποίηση την ατμοσφαιρικότητα, τη δύναμη της εικονοποιίας και την ανατρεπτικότητα που χαρακτηρίζουν την κινηματογραφική της αφήγηση. Με δουλεμένη γλώσσα σκηνοθετεί μια σειρά από μικρές ιστορίες σ’ ένα ποιητικό σύμπαν που αμφισβητεί τα όρια της κρατούσας λογικής. Αναμένουμε το επόμενο βήμα τόσο στο σελιλόιντ όσο και στο χαρτί.
[1] Δαφοινός, -όν: 1. Λέγεται για άγρια θηρία, κοκκινωπός, καστανόξανθος, κατακόκκινος, ολοπόρφυρος, 2. Μεταφ., κτηνώδης, βάναυσος, σκληρός, απάνθρωπος, αιμοβόρος, αιμοδιψής.
.


