ΗΜΕΡΑ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ  29 ΟΚΩΒΡΙΟΥ

 

 

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ

 

ΚΩΣΤΑΣ ΜΟΝΤΗΣ

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ ΜΙΑ ΜΗΤΕΡΑ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ
ΣΕ ΚΑΠΟΙΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ

Την ύψωνε με τα δυο της χέρια,
με δυο ασφυχτικά συνωστισμένα χέρια
παρ’ όλο που ήταν
μια τόση δα φωτογραφιούλα διαβατηρίου.
Θα μπορούσε, βέβαια, να την κρατά με το ένα,
Θά μπορούσε, βέβαια, να την υψώνει απάνω απ’ τα κεφάλια
με το ένα, με το μισό χέρι,
όμως πώς νάμενε τ’ άλλο αμέτοχο,
όμως πώς ν’ άφηνε τ’ άλλο αμέτοχο;

 

ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΕΙΣΒΟΛΗ – ΓΙΑ ΤΙΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ
Αφιερωμένο μ’ αγωνία πολλή και πόνο στους αγνοουμένους μας

Αυτές οι φωτογραφιούλες ήταν απλώς
για να βγει το διαβατήριο τους
τότε που θα φεύγαν για σπουδές.
Πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της μάννας τους,
πού να φανταζόντουσαν πως θα παρέμεναν
να τις σφίγγουν έτσι νυχτοήμερα
τα χέρια της αρραβωνιαστικιάς τους,
τα χέρια της γυναίκας τους,
ναν ’ στις σχολικές τσάντες των παιδιών τους;
πού να φανταζόντουσαν να μην έβαναν τουλάχιστο
έτσι στραβά το σκουφί να επιτείνει,
να μην χαμογελούσαν αυτό το χαμόγελο
να επιτείνει;

 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

 

ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα –
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ‘χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ

Είχε τρακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ΄το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ΄αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτος
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

 

ΝΙΚΗ ΠΑΠΑΞΕΝΟΦΩΝΤΟΣ

 

ΜΝΗΜΗ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Ήσουν σκυφτός κι είχες στη χούφτα σου σπυριά σιτάρι.
Μετρούσες και ξαναμετρούσες –
αύριο των ψυχών.

Πράσινα μέσα στ’ όνειρο. Κήπος.
Δεν γύρισες να με δεις.

Άνυδρο χώμα, λόγια δυσπρόφερτα.

Στα μαύρα η μάνα μες στ’ άλλο όνειρο
κρατά στο χέρι της κόσκινο
διαλέγει σπυριά.
Αρνιέται πως είναι για σένα.

Το μνημόσυνο υποθέτω θολά
του νεκρού αδελφού· δεν ρωτώ.
Πιο πολλά ξέρουν στον Άδη.

Γυρνώ στον ύπνο μου· πάλι εσύ: μονολογείς
κάτι για σήψη, για αναγνώριση –
αιμορραγείς;

Εγκιβωτισμένη σιωπή· των θανάτων.

Καθημαγμένη δεύτερη άνοιξη χωρίς συγχώρεση·
ένα κλαδί της ελιάς ακουμπώ ασημί
στο περβάζι της θύμησης
και μνημονεύω σας- πήλινο καπνιστήρι παλιό
η μάνα ανακατεύει τα κάρβουνα ασώματη.

Στης γιαγιάς το αδράχτι κλωστή κρατερή
ξετυλίγονται οι μνήμες· φεύγουν οι μέρες μου σαν το νερό.

Πάντα Θα μνημονεύω σου.
Χωρίς ελπίδα.
Έπεσες, είπαν, κοντά στα περβόλια μας.

Μπαίνοντας της Κερύνειας.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ

 

Η ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΩΝ

Τα οστά αυτά που θάβουμε
είναι τα δικά μας οστά.
Τα κυρτωμένα σκέλεθρά μας
με τα αναρριχώμενα οστεόφυτα.

Τα οστά που ανασκαλεύουμε
είναι τα διαβρωμένα βράχια
της μακρινής θάλασσας
που εκβάλλει στις φλέβες μας.

Τα αποστεωμένα κορμιά
συνθέτουν το σκαρί
του οξειδωμένου ναυαγίου
σφηνωμένα στην πλώρη.

Εκείνου του καραβιού
που ναυάγησε χρόνια
μετά την προδοσία
αιώνες μετά τη γέννηση της Κυπρίδας.

Τα οστά που θάβουμε
είναι η αποστεωμένη μας συνείδηση.
Αυτή που θάφτηκε αταυτοποίητη
στην απανεμιά της ιστορίας.

 

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

 

ΠΑΙΔΙ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ

Από παιδί,
για χρόνια,
κρατούσα στα χέρια
μια φωτογραφία
του πατέρα των ονείρων μου,
τον είπαν αγνοούμενο,
μα εγώ έπαιζα μαζί του για ώρες
μέσα στο παιδικό δωμάτιο
τις μέρες των μεγάλων βροχών.

Όμως άξαφνα έφευγε
κι άφηνε στη θέση του
ένα μαύρο σκοτάδι
που τρύπωνε μες στην καρδιά.

Όμως άξαφνα έφευγε
κι άφηνε το παιχνίδι στη μέση,
χωρίς τη χαρά του τέλους
κι ένα παράπονο στα μάτια.

Με πήγε πρώτη μέρα στο σχολείο,
όμως όταν πλησίασα τη δασκάλα
άξαφνα έφυγε,
αφήνοντας το χέρι μου μετέωρο,
να κρατά μόνο τη φωτογραφία του.

Αργότερα τον σύστησα στην άνοιξη,
είχα τόσο πολλά να πω γι’ αυτόν,
όμως άξαφνα έφυγε,
αφήνοντάς μου έναν βαρύ χειμώνα
και μια φωτογραφία στο χέρι.

Τον είδα που ήρθε κρυφά στα στέφανα,
χάρηκα,
ήταν σαν φως
που χόρευε μες στη χαρά του,
όμως άξαφνα έφυγε
κι άφησε στα χέρια μου
μόνο τη φωτογραφία του.

Χθες μου τον έφεραν
σε ένα μικρό κασόνι,
τον είπαν ήρωα
και τον στόλισαν
με χρώματα και σημαίες,
μα εγώ
εξακολουθώ
να κρατώ στα χέρια μου
μόνο τη φωτογραφία του
κι ένα κλωνάρι πικροδάφνης
με άνθη αιμάτινα.

 

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

 

ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΣ

Αγωνιώ το σπίτι μου κλειστό ν’ αφήσω
έστω για λίγο.
Δεν θέλω όταν φανείς
να βρεις την πόρτα σου κλειστή.
Μου λένε πως μια γεροξεκουτιάρα είμαι
να περιμένω τους νεκρούς να σηκωθούν.
Αυτοί τι ξέρουν;
Μόνο μια ελάχιστη στιγμή της λύπης μου
θα τους σκοτώσει.

 

ΑΝΤΩΝΗΣ Γ. ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

 

Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΥ  

Το γιο σου το λεβεντονιό οι Τούρκοι, μάνα, αδράξαν
κι ο πόνος βαριοπλάκωσε την άραχλη ψυχή σου.
Ο κόσμος όλος σείστηκε, γκρεμίστηκε η πλάση,
όταν το μαυροχάπαρο σου φέρανε μια μέρα.

 

Τρεμουλιαστή, λυπητερή βγαίνει η φωνή σου, μάνα.
Λαλεί την πίκρα τη βαριά και τις καρδιές ραγίζει.
Βαρύς κι ο αναστεναγμός που βγαίν’ από τα στήθια,
το γιο θρηνώντας τον καλό, τον ακριβό που εχάθη.

Εχάθη σαν τον πήρανε των βάρβαρων φουσάτα
και ρήμαξαν τα ονείρατα της όμορφής του νιότης,
τη μάνα του αφήνοντας μερόνυχτα στο κλάμα,
κατάμονη στην πίκρα της σαν το κερί να λιώνει.

Το δίκιο πνίγει την καρδιά τη ραγισμένη, μάνα.
Βαρύ και αναπάντητο ένα “γιατί” αιωρείται,
με το καυτό το δάκρυ σμίγοντας, που αυλακώνει
το μάγουλο που εχάραξαν της πίκρας οι ρυτίδες.

Το γόνυ κλίνω ευλαβικά μπροστά σε σένα, μάνα.
Κλίνω και υποκλίνομαι μπρος στη σεπτή θωριά σου
της Κύπρου απεικόνισμα, μάνα λεβεντομάνα,
μπροστάρισσα, λεβέντισσα σε μας χαράζεις δρόμο.

 

.