ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΣΣΕΣΙΑΝ

 

Η Χριστίνα Κασσεσιάν γεννήθηκε στη Λευκωσία, το 1976. Σπούδασε νομικά στο ΕΚΠΑ και Διοίκηση Πολιτισμικών Μονάδων στο ΕΑΠ. Έχει πτυχίο ηλεκτρικής κιθάρας και jazz αρμονίας από το Ελληνικό Ωδείο. Γράφει ποίηση στα Αγγλικά και τα Ελληνικά.Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως μεταφράστρια, επιμελήτρια γλώσσας και αρθρογράφος. Άρθρα, κριτικές, ποιήματα και διηγήματά της έχουν δημοσιευθεί σε ανθολογίες, έντυπα και ιστοσελίδες πολιτιστικού ενδιαφέροντος στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Από το 2008 συνεργάζεται ως κιθαρίστρια με τους bokomolech. Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής 2026)  είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

 

ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ (2026)

Πειραματική σύνθεση για πλανήτες
και κοσμικές χορδές

 

Β. ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΥΛΗ
Παύσεις, συγκοπή, αναχρονισμός

ΜΩΣΑΪΚΟ

Αντίκρυ στο παράθυρό μου έχει
ένα δέντρο. Δεν γνωρίζω αν
είναι μουριά, σαν εκείνες που
σκαρφάλωνα μικρή τρώγοντας στα
κλεφτά τους χυμώδεις καρπούς τους. Δεν
έχει σημασία

Κάθε τόσο το καλημερίζω. Πίνουμε
νωχελικά τον καφέ μας, λέμε τα νέα μας,
είναι η πρωινή συντροφιά μου. Παρηγοριά
μεγάλη

Τα απογεύματα σαν χαμηλώνω τις περσίδες
μοιάζει το πάτωμα θρύψαλα φωτεινά
Τα κλαριά του γίνονται μαυροντυμένες
κόρες. Απλώνουν τους ευλύγιστους βραχίονες

προς το μέρος μου και
η σκιά τους τραγουδά σπαρακτικά
μοιρολόγια για την κοίμηση
του ήλιου


ΚΑΤΑΘΛΙΨΗ

Κάθε φορά που σου λέω
τελειώσαμε,
κυλιέσαι στα πόδια μου σαν
απατημένη ερωμένη

Κλαίγοντας με εκλιπαρείς
να μείνεις κι εγώ
υποκύπτω. Από
οίκτο, συναίσθημα ευτελές

Κάθε φορά που μου λες
τελειώσαμε,
φοβάμαι πως άγρια ξυπνούν
τα σωθικά μου, θα

χάσω τον έλεγχο. Σ’ εκλιπαρώ
να μείνεις κι εσύ
υποκύπτεις. Από
πλήξη, συναίσθημα ατελές

 

Γ. ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ
Πολύφωνες συγχορδίες, μετατροπίες, αρμονία

ΛΩΤΟΦΑΓΟΙ

Παρερμηνεύοντας τις ενδείξεις της βελόνας
χωρίς να διαβάσουμε τον ήλιο ή τη σελήνη
φτάσαμε ανερμάτιστοι στη δική μας Αφρική

Οι αυτόχθονες μάς υποδέχθηκαν με θέρμη
Έσκυψαν στοργικά, μας φρόντισαν
Χορτάσαμε καρπούς ευλογημένους, μας δρόσισαν
Και οι σαμάνοι τελετουργικά
γιάτρεψαν έλκη αφόρητα

Όπως προστάζει το έθιμο
έγιναν οι γυναίκες τους δικές μας
Και η προσδοκία μιας ατέρμονης ραστώνης
σίγασε μέσα μας τον νόστο

ήμασταν αφελείς

Σε δυο τέρμινα
μας βύθισαν στην αδηφάγο λήθη
Πούλησαν το σαρκίο μας
στη μισή τιμή – μαζί κι η αλυσίδα

Μας χλεύασαν αναφανδόν
μας διέσυραν
μας πρόσαψαν ειρωνικά
πως ήμασταν ανίκανοι
                            να αγαπήσουμε
                            να αγαπηθούμε

Δεχθήκαμε απαθείς τα τείχη τους
Σώπασε η μνήμη, μαζί κι η γλώσσα
Δίχως αντίσταση, παραδοθήκαμε
σε οικειοθελή λωτοφαγία

Αργήσαμε

Οι ακτές
δεν ήταν καν της Αφρικής
και η εξορία
δική μας ήταν γέννα

 

ΛΟΥΙΖΑ

Στη γιαγιά

Στον επόμενο τόνο η ώρα θα είναι
έντεκα χρόνια
πέντε μήνες
εννιά ημέρες και
δεκαεννιά λεπτά

ή, αλλιώς,

τέσσερις χιλιάδες εκατόν ογδόντα ημέρες ακριβώς

εκατόν τριάντα επτά μήνες
συν ένα τρίτο του Οκτώβρη

πεντακόσιες ενενήντα επτά εβδομάδες
και μία ημέρα,
που μοιάζει αιωνιότητα
                               από τότε που έφυγες

Στον επόμενο τόνο
θα σύρω νοητά το χέρι στη μεριά σου
καρτερώντας την Ιερά Εξέταση
Θα ομολογήσω τις ειδεχθείς πράξεις των τελευταίων ετών

Παραδείγματος χάριν:
          Βρήκα δικό μου τρόπο να διπλώνω τα ρούχα
          0 νεροχύτης μου είναι ναυάγιο κεραμικών
          Στα σεντόνια μου χορεύουν νεράιδες, όχι παλικάρια
          Παραμένω αδέξια, καθόλου κυρία
          και, κατά περιστάσεις, ανορθόγραφη

Στον επόμενο τόνο θα υποσχεθώ
          να ανθίσουν οι βουκαμβίλιες
          να βγάλουν τα κυκλάμινα τον χειμώνα
          τα καλοκαίρια να μυρίζουν γιασεμί
          τα πιάτα μου δυόσμο και κανέλλα
          και τα συρτάρια λεβάντα από το Menton

Σε προηγούμενο τόνο
μια γυναίκα είκοσι χρόνια μεγαλύτερη
με ασπάστηκε σταυρωτά με μητρική προσήνεια
Στις μαλακές παρειές της
-όχι νεανικές, όπως του Σοφοκλή,
μα της πολύχρονης σοφίας-
νοσταλγώ το κατάλευκο δέρμα σου

Σε τόνο επίμονα προστακτικό
όταν οι νύχτες δεν ξημερώνουν από φόβο
η αύρα σου διαπερνά τον αριστερό ώμο μου
νιώθω λιγότερο μόνη
και συνεχίζω να γράφω το όνομά σου
με διαλυτικά στο γιώτα
έως ότου
ανταμώσουμε
ξανά

 

ΑΥΤΟΜΟΛΗΜΕΝΟ ΣΚΥΛΟΨΑΡΟ

Στις αδερφές μου που επέζησαν

Θα σου πω ένα μυστικό:
Τότε που
έχωνες το κεφάλι μου βαθιά μες στο νερό
στη ράχη μου φύτρωναν αγκάθια
λευκά στίγματα
το στόμα μου έφτυνε φύκια και άμμο
κι από τα βράγχια αντλούσα το οξυγόνο μου

Έκανα πως πνιγόμουν για
να σε ξεγελάσω
Να κλέψω χρόνο
από τον χρόνο σου
Σ’ άρεσαν, θυμάμαι, από παλιά
τα παιχνίδια εξουσίας
Γέλαγες ειρωνικά κάθε φορά
λες και με κέρδιζες σε μια παρτίδα σκάκι

Όμως εγώ
γυρνούσα το ρολόι σου μπροστά
Έκλεβα χρόνο
από τον χρόνο σου
Και χρόνο με τον χρόνο
έμαθα να ξεγλιστρώ απ’ τα χέρια σου
χτυπώντας τα πτερύγια δυνατά

Μια κάποια μέρα,
πριν τελειώσει η εικονική ναυμαχία σου,
έμπηξα γερά τ’ αγκάθια στις παλάμες σου
Και αυτομόλησα σαν το σκυλόψαρο
-χωρίς κοπάδι πια, δίχως δηλητήριο-
υψώνοντας λευκή σημαία
στον εχθρό σου


ΩΔΗΣΣΕΙΑ

Για τον παππού μου, Χρίστο Κοντεμενιώτη

Μετά τη λήξη του Μεγάλου Εμφυλίου
αποκαρδιωμένος και με ψυχή τρεμάμενη
-όχι από φόβο, μα από βαθιά κι ανείπωτη θλίψη-
εξ ανάγκης τάχθηκες υπέρ των ηττημένων

Όχι πως ήταν λογικό, όχι
Μα ένιωθες υπόχρεος
ν’ ανταποδώσεις το καλό που
πίστευες πως σου είχαν κάνει
Να φανείς αντάξιος, ευσεβής

Κι όμως, γελάστηκες, καλέ μου
Τα νύχια σου φαγώθηκαν
τη στέρφα γη σαν όργωνες με τα
γυμνά σου χέρια γι’ άροτρο
Κι αντί να επουλώνονται,
βαθύτερες γίνονταν οι πληγές

Το στόμα δεν ξεδίψασε
Ξεράθηκε απ’ τη στέγνα
Ράγισε η γλώσσα σου στα δυο
σαν τις χαραγματιές που χώρισαν
το χώμα που σ’ ανάγιωσε με κόπο

Τα μάτια σου δεν είδαν φως
Μονάχα ομίχλη και κάπου στο βάθος
ένα απροσδιόριστο θολό περίγραμμα
αυτού που κάποτε και με περίσσιο θράσος
υποσχέθηκαν οι πάσης φύσεως κόλακες

Με λόγια θελκτικά σε μάγεψαν, όμοιοι Σειρήνες
Δέθηκες στο κατάρτι τους οικειοθελώς, μα
Οδυσσέας δεν ήσουν
ούτε κι εκείνοι Δαναοί
Σάπισε το καράβι από την άρμη
Έσπασε απ’ τον άνεμο κι από το μένος των νικητών

Στο μέσο των ματιών σου ευδιάκριτος
ο σπίλος της ταπείνωσης
Ωστόσο, γύρισες την πλάτη
-όρθια και περήφανη-
στον πειρασμό της λήθης
Δεν έδρεψες ποτέ καρπούς μήτε και δάφνες
Φρικτό το τίμημα, το πλήρωσες με μοναξιά

Και πριν αλέκτορα φωνήσαι
εκείνοι, οι ομοαίματοι, οι ομοούσιοι αδελφοί σου
μια νύχτα σαν κι αυτή
δίχως αιδώ σ’ αρνήθηκαν
Ξέσκισαν τα στήθη σου με βρόμικο μαχαίρι
για να θυμάσαι μέχρι την τελευταία ανάσα σου
πως ο Κάιν ήταν οπλαρχηγός των ηττημένων 

 

ΑΛΦΑ ΩΜΕΓΑ

Στη μαμά

Το άλφα και το ωμέγα
δεν είναι απλώς δυο γράμματα
δεν είναι άκρα
Αρχή της ύπαρξης κι ωκεανός μαζί,
στηρίζουν τα ενδιάμεσα
στους άοκνους τους ώμους


Δ. ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΩΝ ΣΦΑΙΡΩΝ
Κοσμική αντίστιξη και αυτοσχεδιασμοί

ΜΠΛΟΣΟΜ

Θέλω να βλέπω
τα πέπλα σου να ανασαίνουν
πέταλα τρυφερά σε κήπους ακατέργαστους

Σαν μελωδία υπόκωφη
να χαϊδεύεις τον κοχλία των αυτιών μου
και σαν δοξάρι ζωηρό

Να διαπερνάς τους πόρους μου
με ορμή

Ασταμάτητη να είσαι

Σαν μπόρα ξαφνική
να ξεδιψάς το δέρμα μου

Ανυπότακτη να είσαι

Ν’ ανοίγεις τα μάτια σου τα πρωινά
και να χαμογελάς σαν το παιδί

Ν’ ανθίζεις θέλω

Να σου φιλώ το μέτωπο και
ν’ αναβλύζουν λιβάδια καταπράσινα

Άνοιξη

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΟΜΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ

ΒΙΚΥ ΚΑΤΣΑΡΟΥ

www.monocleread.gr 14/05/2026

ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ

Η πρώτη εμφάνιση της Χριστίνας Κασσεσιάν με τη συλλογή Δομές Μεγάλης Κλίμακας (Εκδόσεις Στοχαστής) συνιστά μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες και ιδιοσυγκρασιακές παρουσίες της σύγχρονης ελληνικής ποίησης. Ο τίτλος της συλλογής προϊδεάζει για μια κοσμογονική έκρηξη, όμως το βιβλίο λειτουργεί τελικά ως μια λεπτοδουλεμένη και αυστηρά ενορχηστρωμένη μελέτη πάνω στη δημιουργία, τη φθορά, τη μνήμη και την ανθρώπινη εμπειρία. Η ποιήτρια δεν αρκείται στο να χρησιμοποιεί την επιστήμη ως διακοσμητικό εύρημα ή επιφανειακή μεταφορά. Αντιθέτως, τη μετατρέπει στη βασική γλώσσα μέσω της οποίας επιχειρεί να ερμηνεύσει τον κόσμο, το σώμα και τη θέση του ανθρώπου μέσα στο αχανές σύμπαν. Η βαρύτητα γίνεται μοίρα, η αναπνοή χημική διαδικασία επιβίωσης, τα απολιθώματα μνήμη προγόνων. Έτσι η επιστήμη αποκτά συγκίνηση και η ποίηση αποκτά υλικότητα, λειτουργώντας ως μια νέα μεταφυσική και αποκτώντας συναισθηματικό βάρος, καθώς μετατρέπει το ανθρώπινο βίωμα σε μέρος μιας ευρύτερης κοσμικής διαδικασίας. Η Κασσεσιάν αξιοποιεί την επιστημονική ορολογία με τρόπο βαθιά ποιητικό, αποδεικνύοντας ότι ακόμη και οι πιο ψυχρές έννοιες μπορούν να μετατραπούν σε φορείς τρυφερότητας, απώλειας και υπαρξιακού δέους.

Το πλέον χαρακτηριστικό γνώρισμα της συλλογής είναι ο τρόπος με τον οποίο επινοεί ποιητικά σύμβολα για να γεφυρώσει τη λογική με την ευαισθησία. Στην ποιητική της Κασσεσιάν, ο άνθρωπος δεν παρουσιάζεται ως ένα απομονωμένο ον που προσπαθεί να αντέξει το χάος και τη μοναξιά του κόσμου, αλλά ως οργανικό κομμάτι της κοσμικής ύλης, δεμένο άρρηκτα με τη φθορά και τη γέννηση των πάντων. Η «Σκοτεινή Ύλη» μετατρέπεται σε σύμβολο των σιωπών, των ελλείψεων και όσων δεν κατονομάζονται ποτέ πλήρως μέσα στη ζωή μας, ενώ το «Οξυγόνο» και το «Διοξείδιο» αποκτούν σχεδόν μεταφυσική διάσταση, περιγράφοντας τον ρυθμό της επιβίωσης, της αναπνοής και της ανθρώπινης εξάντλησης.

Η μνήμη, στη συλλογή αυτή, βιολογικοποιείται ως κάτι εγγεγραμμένο μέσα στο ίδιο το σώμα, στην ύλη, στην εξέλιξη και στη βιολογική ιστορία του ανθρώπου. Γίνεται σχεδόν οργανισμός. Κουβαλιέται μέσα στα κύτταρα, στα οστά, στο DNA, στα απολιθώματα, στην εξελικτική διαδρομή του ανθρώπινου είδους. Αναφορές σε «τριλοβίτες», «αμφίπλευρη συμμετρία» και «ασπόνδυλα απολιθώματα», πέρα από επιστημονικά θραύσματα, λειτουργούν και ως απόπειρα ανίχνευσης της ίδιας της καταγωγής του ανθρώπινου πόνου μέσα στη μακρά ιστορία της εξέλιξης. Η ποιήτρια μοιάζει να αναζητά τις ρίζες της απώλειας τόσο στην προσωπική εμπειρία όσο και βαθιά μέσα στον γεωλογικό και βιολογικό χρόνο, εκεί όπου το σώμα και η μνήμη γίνονται ένα με την ύλη.

Η συλλογή είναι επίσης βαθιά διαποτισμένη από τη μουσική παιδεία της δημιουργού, στοιχείο που γίνεται εμφανές θεματικά αλλά και δομικά. Οι ενότητες «Τονικό Κέντρο», «Ρυθμός» και τα «Ιντερλούδια» οργανώνουν το βιβλίο σαν ένα ιδιότυπο συμφωνικό έργο, όπου τα ποιήματα λειτουργούν ως μουσικές κινήσεις με εναλλαγές έντασης, παύσεων και επαναλήψεων. Ακόμη και η ίδια η σελιδοποίηση συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία νοήματος. Ο τρόπος που είναι τοποθετημένοι οι στίχοι πάνω στη σελίδα δεν είναι τυχαίος ή μόνο αισθητικός, αλλά συμβάλλει ουσιαστικά στην εμπειρία του ποιήματος. Βιβλίακαι Λογοτεχνία

Η ποιήτρια χρησιμοποιεί τον χώρο της σελίδας σαν μέρος της ποιητικής γλώσσας. Τα κενά, οι αποστάσεις, οι παύσεις, η θέση ενός στίχου, όλα αυτά επηρεάζουν τον τρόπο που διαβάζεις και αισθάνεσαι το ποίημα.

Η Κασσεσιάν αξιοποιεί το λευκό ως οργανικό μέρος της σύνθεσης: η διάσπαση των λέξεων —όπως στο «Δι ο ξεί δι ο»— μιμείται τον κοφτό ρυθμό της αναπνοής, τον μετρονόμο της ύλης ή ακόμη και την ίδια την αποσύνθεση του σώματος και της γλώσσας. Η οπτική διάταξη των στίχων επιβραδύνει αναγκαστικά την ανάγνωση, επιτρέποντας στον αναγνώστη να βιώσει τα κενά, τις αποστάσεις και τις σιωπές ανάμεσα στις λέξεις. Έτσι, η ανάγνωση μετατρέπεται σε σωματική και σχεδόν ακουστική εμπειρία.

Παρά τον έντονα κοσμικό και θεωρητικό της προσανατολισμό, η ποιήτρια παραμένει γειωμένη στην ιστορική και συλλογική πραγματικότητα. Στο ποίημα «Εργόχειρο», η μεγάλη ιστορία της προσφυγιάς, της απώλειας και της επιβίωσης συμπλέκεται με τη μικρή ιστορία μιας οικογένειας. Οι «γενιές που δίδαξαν την τέχνη της προσφυγιάς» συνδέονται με την έννοια της «αιώνιας αθωότητας» και με την αδιάκοπη ανθρώπινη ανάγκη για ρίζες, πατρίδα και συνέχεια. Αντίστοιχα, το «Μωσαϊκό» λειτουργεί ως μία από τις πιο τρυφερές και επιτυχημένες μεταφορές της συλλογής: το δέντρο απέναντι από το παράθυρο, ο πρωινός καφές, οι σκιές πάνω στο πάτωμα γίνονται μικρές κοσμογονίες της καθημερινότητας. Η Κασσεσιάν μοιάζει να υπενθυμίζει ότι το «Big Bang» δεν ανήκει μόνο στην αρχή του σύμπαντος, αλλά επαναλαμβάνεται αδιάκοπα μέσα στις πιο ασήμαντες, ανθρώπινες στιγμές.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν και οι στοχασμοί της πάνω στον χρόνο και τον θάνατο. Η ποιήτρια προσεγγίζει το τέλος με έναν σχεδόν στωικό τρόπο, χωρίς δραματικές εξάρσεις ή συναισθηματικούς εκβιασμούς. Ο θάνατος παρουσιάζεται ως «μετρονόμος», ως η δύναμη που καθορίζει τον ρυθμό της ζωής και προσδίδει νόημα στην κίνηση των σωμάτων και των αναμνήσεων. Αντίστοιχα, η βαρύτητα —μοτίβο που επανέρχεται συχνά— είναι η δύναμη που «πάντα νικά», αλλά ταυτόχρονα η ίδια δύναμη που επιτρέπει στη σκιά να κινείται σε «τέλεια τροχιά» και να «υφαίνει με ύλη αόρατη το άπαν». Μέσα από αυτή τη διττότητα, η φθορά δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως απώλεια αλλά και ως προϋπόθεση συνοχής του κόσμου.

Οι Δομές Μεγάλης Κλίμακας είναι τελικά μια τολμηρή και πολυεπίπεδη συλλογή, που κατορθώνει να ενώσει δύο κόσμους οι οποίοι συχνά παρουσιάζονται ως ασύμβατοι: την ψυχρή λογική της επιστήμης και την πυρακτωμένη ευαισθησία της ποίησης. Η Κασσεσιάν δεν φοβάται τη διανοητική πυκνότητα ούτε υποτιμά τον αναγνώστη της· αντίθετα, τον καλεί να περιπλανηθεί μέσα σε ένα ποιητικό σύμπαν όπου η φυσική, η μνήμη, η απώλεια και η ανθρώπινη τρυφερότητα συνυπάρχουν αξεδιάλυτα.

Πρόκειται για ένα βιβλίο που απαιτεί δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, καθώς σε κάθε επιστροφή αποκαλύπτεται μια νέα «κλωστή» μέσα σε αυτό το αχανές κουβάρι που ονομάζουμε σύμπαν. Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη επιτυχία της συλλογής: ότι κατορθώνει να μας υπενθυμίσει πως είμαστε φτιαγμένοι ταυτόχρονα από αστρόσκονη, ιστορική μνήμη, οικογενειακά τραύματα και τις μικρές καθημερινές χαρές που επιμένουν να αντιστέκονται στη φθορά. Βιβλίακαι Λογοτεχνία

Μια τεχνικά άρτια πρώτη συλλογή, που καθιστά τη Χριστίνα Κασσεσιάν μία από τις νέες φωνές της νεότερης ελληνικής ποίησης που αξίζει να παρακολουθήσουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τα επόμενα χρόνια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.