ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ

Ο Γιώργος Κοζίας γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό. Εργάστηκε στον χώρο του ημερησίου και περιοδικού Τύπου. Πρωτοδημοσίευσε στα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη το 1983. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989), Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995), Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001), Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007), 41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012), Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017), Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021), Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ποιήματα του έχουν μεταφραστεί και ανθολογηθεί στα αγγλικά,
γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά και αραβικά. Το έργο του παρουσιάστηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών («Ποίηση και Μουσική», 2009) και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας («Ας μην μας καταβροχθίσουν οι κοριοί», 2013). Ποιήματά του έχει μελοποιήσει ο Θάνος Μικρούτσικος (Έργα για φλάουτο / Works for Flute, Legend Classics, 2007 και Πέντε κείμενα μετά μουσικής. Η γη τσακισμένο καράβι. Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες, Γαβριηλίδης, 2013).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ζωολογικός κήπος (Στιγμή, 1989),
Ο μάρτυρας που δεν υπήρξε (Στιγμή, 1995),
Πεδίον ρίψεων (Στιγμή 2001),
Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες (Στιγμή, 2007),
41ος Παράλληλος (Στιγμή, 2012),
Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (Περισπωμένη, 2017),
Εξάγγελος (Περισπωμένη, 2021),
Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025).

.

ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ; (2025)

                 Β Α Α Λ
                     ή
Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ

Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος
με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες

Όλα ήταν όμορφα
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος
οι παράδοξες ελπίδες

’Άλλοι αγάπησαν τον Μέλανα Δρυμό
Κι άλλοι χάθηκαν στον Κόκκινο Πλανήτη
Κάποιοι φόρεσαν μαύρα πάνω στα μαύρα
ξεχασμένοι από τα γαρύφαλλα και την επανάσταση

Στρατιώτες τού Βαλμύ, αγόρια του Σαντιάγο
τhς Νάπολης κορίτσια
μυριάδες νεκροί με μάτια λάγνα, ηδονικά
από τα εκστατικά φιλιά τhς λευτεριάς

Όλα ήταν όμορφα
τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένο πένθος
οι παράδοξες ελπίδες

Τώρα οι δήμιοι δοκιμάζουν την τέχνη τους
πάνω στον μικρό θεό τhς Ομορφιάς.

ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ

Θεσσαλονίκη το 45… εκκλησίες άδειες,
φωτισμένες ηχούσαν πένθιμα. Περπατούσα
μόνος και θαμπωμένος — είπα από μέσα μου:
«Θεέ μου, πόση αμαρτία πρέπει να περιέχει
αυτή η πόλη για να ’χει τόσες εκκλησίες;»
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΗΔΑΚΙΣ

Στο Θερμαϊκό μετέωρες οι ώρες
Σκοτάδι, πέφτει στη Ροτόντα

Σέ άλλον αιώνα σκουπιδιών
σέ άλλη εποχή ψηφιακή
κάνουν την τσάρκα τους
πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα

Κι ό κόσμος φτωχός, μοναχικός
για μιας δραχμής τα γιασεμιά
χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη
τσακισμένος
από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή.

Τί στέκεις, καρδιά μου, τόσο εκστατική
τινάξου στο Μπαλκάνι!

Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς
Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή
Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ

μνήμη Θάνου Μικρούτσικου

Τους δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Έπαιξες και έχασες, Ρόζα, μη φοβάσαι!

Ο άνθρωπος είναι μια προκατάληψη
κι ή ζωή μια εμποροϋπάλληλος απ’ το Μόναχο
σαν την Εύα Μπράουν
με τον αρχαίο φόβο στα μάτια

Στους γερμανικούς κυνηγότοπους σπαράζουν
το μικρό πουλάκι
τον όμορφο κοκκινολαίμη
Κι αυτούς που υφαίνουν σάβανα
κι αυτούς που φτιάχνουν
για λίγα ρούβλια τα κιβούρια
το Πολώνιο όλους τούς σκεπάζει…

Τούς δήμιους αποκοιμίστε, σφάξτε τούς πετεινούς
Με κρότο και δέος μέσα στον μολυσμένο αγέρα
κατεβαίνω και λάμπω βοώντας

Είμαι ο θάνατος, Ρόζα, μη φοβάσαι!

ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ
(σχεδίασμα)

Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα
στην Ανάφη και βρίσκεται
εξόριστος στην Τροία

Είμαστε παγιδευμένοι, σου λέω
μάς χτίκιασαν στα ναυπηγεία…

Σκουριασμένες λαμαρίνες, ενθύμια
της άμμου, πέτρες για το κακό μάτι
Ωραία Ελένη, αυτό το σκοτωμένο καλοκαίρι
βάλε μαύρες πέρλες, σφίξε με
κι αγκάλιασέ με
Χόρεψε μαζί μου από Ανία
Το γαμήλιο πάρτι το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ

Ξέμπαρκος κόσμος ελπίζει, μάταια ελπίζει
στο ίδιο μουράγιο ανάστροφα γυρίζει

Τα πλοία, τα πλοία θα μας αφανίσουν
Είμαστε περαστικοί
σου λέω, ανίατα περαστικοί…

Ας πάμε λοιπόν, ψυχή μου
ας πάμε πάλι κάπου
κι ας είναι στο Πριγκιπάτο του Θανάτου
Να λάμψουμε ή να χαθούμε
κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.

Ιούλιος 2022

ΡΕΜΒΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΤΕΠΑ

Είμαι μια σαραβαλιασμένη καρότσα
στον άσπλαχνο, απέραντο ουρανό

Είμαι το καραβάνι των φτωχών
ο άμαξάς, ο έμπορος μαλλιού
ο αγωγιάτης των ψυχών
κι ο μικρός Γεγκόρουσκα
που ρεμβάζει την αδάμαστη φύση

Είμαι η μοναχική σημύδα που ανθίζει
στον χιονισμένο σπαραγμό
Είμαι το νούμερο 877
στο ψυχιατρείο τού πάγου
Στέπα της μοναξιάς, στέπα των θλίψεων

Είμαι ο οδοιπόρος που φτερουγίζει
υψώνοντας το βλέμμα του στ’ αστέρια
Polaris, σύντροφε του Βορρά, οδήγησέ μας

Εγώ είμαι η γη και τα κόκαλα των τάφων
Γυμνός άνεμος θερίζει και ουρλιάζει

Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα — αναπνέουν
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια — ξεραίνονται
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι — σβήνουν
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν

Και τα κουρέλια τής ζωής ή δόξα τα σκεπάζει!

Σαν πεθαίνουν τ’ αλόγα ·— αναπνέουν / Σαν πεθαίνουν τα
χορτάρια— ξεραίνονται / Σαν πεθαίνουν οί ήλιοι— σβήνουν /
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι — τραγουδούν: στίχοι του
Βελιμίρ Χλέμπνικοφ.

ΑΠΕΡΑΝΤΟΣΥΝΗ...

Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.

Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη
Μήτε κοζάκου λαλιά ακούμε, μήτε ψίθυρο γυναίκας
και τα πετούμενα σωριάζονται πάνω στους γενναίους
Του Αβραάμ Ρόμ το νεκρικό καράβι
πότε θα σαλπάρει, να αφήσουμε πίσω κατάρες
βαλάντια κι ολόχρυσες βιτρίνες

Άκου τον τυμπανιστή τής Μοίρας
Εδώ η Τάξη αποκεφάλισε την’ Ομορφιά
Εδώ κυβερνάει το Θνητό
Εδώ το Μάταιο χτυπάει τα κρόταλά του

Και πάνω από τα έργα των ανθρώπων
Κορυφή της Επανάστασης
Κορυφή Καρλ Μαρξ
Κορυφή τής φρουράς του Οκτώβρη
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Το Σέλας ωραία, ωραία σαν όνειρο ας λάμψει

Απεραντοσύνη στους γαλαξίες χαράζεις το όνομά σου.

ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ TOT ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ
TON ΚΑΙΡΟ TOT ΤΡΑΒΗΓΜΑΤΟΣ
ΤΗΣ ΨΗΛΗΣ ΣΚΑΛΑΣ

Καστέλι τον Μωρία και κάστρο
τον Καράμπαμπα για χαμηλώστε λίγο

Κι όπως ανέβαινα με το κερί στο στόμα
τη σκάλα των θαυμάτων
τραβάνε τα σχοινιά ευυπόληπτοι
φιλήσυχοι άστοί
μελανοχίτωνες, γιάνκηδες
και πέφτω
σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων

Τούς γραμματείς και
φαρισαίους να φοβάσαι, ω ψυχή μου…

Ξάφνου με πιάνει ό σεβντάς, τινάζομαι
Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε
βορά θα γίνω των θεριών
Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα
θα ανεβαίνω
αγέρωχος, ευθυτενής
με τα κουδούνια καεί το ξυράφι των τρελών
Τούς γραμματείς και
φαρισαίους να φοβάσαι, ώ ψυχή μου…

Πάνω από των ανθρώπων
τον εξευτελισμό και τη μικρότητα
Τι λάμπει, τί βροντά στο αστροφώτιστο κενό
και το σπαθί σηκώνει
Ένα βουβό άφες αυτοίς μάς στεφανώνει.

ΤΙ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΗΣΩ;

Τώρα οι λέξεις σαν λουλούδια ας γεννηθούν
ξυπνώντας τους λαούς από τον ύπνο τους

Τραγούδησε
Τί να τραγουδήσω
Τούς ψαράδες, τούς περβολάρηδες, τούς οδοιπόρους
τα αμπέλια, τούς πορτοκαλεώνες τής γης Χαναάν
Μέσα στα σοκάκια του Αλαδίνου
στις πολιτείες τού Δαυίδ
Θεέ των τροβαδούρων, βοήθησέ μας

Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…
Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές
Κι ο άγγελος που σήκωσε τη μυλόπετρα
για να γκρεμίσει
τη Βαβυλώνα τη μεγάλη
στις κρεατομηχανές τής Ευρώπης μισθοφόρος

Τραγούδησε
Τί να τραγουδήσω
Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;
Κρότος και αίμα μάς σώζανε

Κόσμος χαλασμένος σέρνει το νεκροκρέβατο
Σέρνει το Τέλος από Κάτι, που σαν Ασία απλώνεται.
Friedrich, καλέ μου Friedrich
Τραγούδησε

Τί να τραγουδήσω
Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.

.

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ (2021)

ΠΕΡΙΟΔΕΥΩΝ ΘΙΑΣΟΣ ΝΤΕΝΙΣΟΒΑ

Σαν θύελλα πάνω από την Ασία
έρχονται οι Ντενίσοβα στις νεκρές φύσεις
στις λιτανείες, στα ειδύλλια
Κατακτώντας τόσες μοναξιές
τόσες παραισθήσεις
την δόξα, τις άγιες οικογένειες
τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις

Σαν σκόνη αφρικανική
μέσα στις υπάρξεις μπαίνουν οι Ντενίσοβα
η Σιωπή, η Άγνοια, η Σκιά
η Εξέγερση, η Μανία
η Κατεδάφιση, η Άβυσσος
κάνοντας έρωτα μέχρι εξαντλήσεως

Κι ο πόθος όλη την νύχτα να ξεφαντώνει
το Κατακτημένο, το Πεινασμένο
το Εκπορνευμένο
το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό
με υψωμένες τις ρομφαίες

Σαν περιοδεύων θίασος κυττάρων
φεύγουν οι Ντενίσοβα
Ελεύθεροι πια και απροσδόκητα ωραίοι
μας αφήνουν μόνους, μόνους κι ανεκπλήρωτους.

ΠΡΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται., λαοί τυφλών

Ωραίοι κολασμένοι
αποθέτουν ένα χαμόγελο θριάμβου
κάποιο σινιάλο από τον λόφο των μουσών
ή ένα μπουκέτο μενεξέδων
στης Αιωνιότητας την ολόμαυρη ράχη

Μυκήνες περνούν χωρίς το στράτευμά τους
επί κιλλίβαντος το μεγαλείον
και οι σημαιοφόροι
με τα σχιζοφρενή τους μάτια, άδειες
σπασμένες κούκλες σε παρέλαση θανάτου

Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους
ποδοπατώντας, ποδοκροτώντας όλοι πηγαίνουν
Κανείς δεν βλέπει τις φωτιές που αναγγέλλουν:

—Σκιά όνου έξω από τα τείχη
ή προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.

HOTEL DE LA GLORIA

Ελάτε… Δεν είναι μακριά!
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε
με την ομορφιά
ελάτε νύμφες και νυμφίοι
από την ξεχασμένη Ταρούσα
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες

Τα λάγνα μάτια, τα χάδια
τα ερωτικά καλέσματα
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο
έξω από τα πέτρινα τείχη

«G L O R I A, μακρινή και μόνη»
στην πρόσοψη θα γράφει

Ελάτε περήφανα τα φύλα
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης
κι η Φύση αν γελάσει
μην ρωτήστε την καμαριέρα
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;

Κανείς δεν θα απαντήσει
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.

Ο ΕΛΑΦΟΚΥΝΗΓΟΣ

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
και εικοσιένα αιώνες
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν
πάλι συναθροισμένο
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό
με την σάλπιγγα της Κρίσης
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει

Στόχοι είμαστε Κύριε
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα
στους βάλτους των ανθρώπων
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου

Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε
ή ζήσ’ την ή παράτα την στις ερημιές
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.

FALCONERIA

Γέννεσις, Έξοδος, Λευιτικόν, Δευτερονόμιον
μόνες οι ψυχές μας στέκονται,
με το λουρί στο πόδι
Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία
βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν

Τί η μοίρα μας βουλήθη
πάνω στον μαυροφορεμένο βράχο;

Καθώς η ζωή αποβιβάζεται
με την τέφρα του Γερμανικού
κι ο Κόφτης ρυμουλκείτε
προς το τελευταίο αγκυροβόλιο

Μια φαλκονέρα το ανθρώπινο
αντίκρυ στον Καβομαλιά
στην Παναγιά των ρευμάτων
Αν δεν αποδώσεις τιμή και αμαρτία
τί γράφει, τί ξεγράφει ποτέ δεν θα το μάθεις

Στο λάγνο φως που βασιλεύει
εφτά οργιές περνάς
Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος.

ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ ΤΟ ΦΩΣ

Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης

Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί

Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;

Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών

Στον Καύκασο του τρελό-Χαίλντερλιν το Φως.

Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΚΑΙ Η ΒΙΔΑ

Όλη η περιουσία σου μια βίδα
ανάμεσα στους ραγισμένους μπουφέδες
τις χαλασμένες καρέκλες
τα σπασμένα ράφια
Την κρύβεις κάτω από το στρώμα
τη λατρεύεις, τη θαυμάζεις
κρυφά τη χαϊδεύεις και τραγουδώντας:
—Τί μεγαλεία, τί πανοπλία !

Όλη η προκοπή σου μια βίδα
κι οι φουκαράδες ποντάρουν
γοητευμένοι με το αλλόκοτο παιχνίδι
Ενθουσιάζονται οι καλεσμένοι
επευφημούν οι τζογαδόροι:
«AVE της βίδας, ξακουστέ ιππότη!».

Παίζει ο θάνατος με ματ
βιδώνει, ξεβιδώνει, κερδίζει την παρτίδα και
στέλνει τον Αντώνιο Μπλοκ στο υπέροχο κενό του.

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΡΕΚΒΙΕΜ

Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι
μέσ’ στις ρωγμές του ύπνου
Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου
για ενός λεπτού τιμή
για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο

Και ο θλιμμένος άγγελος
-τι θάμβος και τι πάθος –
το επιτύμβιο στολίζει κατά κράτος

Που να σαπίζει ο Κόμμοδος
και που ο Πετρώνιος Μάξιμος;

Σε ανύπαρχτο βασίλειο
μια κεφαλή γελάει σαρδόνια, πικρά
σαν τον κομμένο ροδανθό
μέσα σε κρύσταλλο Μουράνο

Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ
προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες;

Την μέθοδο δεν μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε
Σαν καλαμιές λυγίζουμε
σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω.

PARADISO. PARADISO

Άκου τα τύμπανα της αβύσσου μυστικά
τί να σημαίνουν;
Τα όνειρα χτυπιούνται
και σκορπίζονται συντρίμμια
κι εσύ που πάσχισες να φτιάξεις επί γης
Ομορφιά
Να αντέξεις ως το τέλος φυτεύοντας
την αμυγδαλιά
που κάποτε στις επάλξεις θα ανθίσει
Να επιμένεις —αιφνιδιάζοντας το λυκόφως —
κι ακόμη μια φορά να δρέπεις
την άμπελο με όλα της τα στολίδια

Αγάπη, το ξέρω, αυτή η ζωή είναι γλυκιά

Πάει κι ό αρχάγγελος νά κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο

Paradiso, Paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.

.

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ… (2017)

ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΕΝ ΟΠΛΟΙΣ

Δεμένο ναρκωμένο με αρπάζουν οι γιατροί
Κόβουν ράβουν οι απαίσιοι χειρουργοί

Για μέρες παραμένω αδρανής
και ξαφνικά
την έβδομη μέρα τής Δημιουργίας
χτυπάει κόκκινο
το κεφάλι μου

Τέρας εκκωφαντικό
Μάτι βομβαρδιστικό

Γκρεμίζει το Κρεμλίνο
το Βρετανικό Κοινοβούλιο
ανατινάζει το Σινικό Τείχος
το Κογκρέσο-γηροκομείο
τα Ηνωμένα Έθνη

Στέλνω στον διάβολο τους παθολόγους
Γιορτάζω μ’ ένα λουλούδι στο στόμα
Το καραντί χτυπάει και πάει τραγουδώντας:
«Allons enfants de la Patrie…»

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

Χάνονται οι πόλεις, τσακίζονται
ωραίοι, έφηβοι και έθνη.
Επικηρύσσονται αθώοι,
αγνοούνται ερωτευμένα κοριτσάκια.

Όσοι απέδρασαν, είδωλα σπασμένα,
θυμούνται επίμονα
και νοσταλγούν χείλη ερυθρά,
δυο γαλανούς οφθαλμούς
μετά βλεφάρων,
τις τρυφερές παρειές νεάνιδος.

Σώμα στην αμαρτία θριαμβεύεις,
επιθυμώ να σε ξεχάσω,
μα δεν δύναμαι.

Και εσύ στόμα, γλυκύτατο,
που φίλησα χίλιες φορές,
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες
με τόσον πάθος, με τόσην ηδονή

πόση άπειρη άβυσσος μάς ξεχωρίζει
ποιά γυμνή δικαιοσύνη μάς ενώνει;
Σαν Boeing 777
πετάει η σάρκα και συντρίβεται.
Τί ομοβροντίες, τί πανηγυρικοί;

Και το πνεύμα εν είδει περιστεράς
βουτάει χαμηλά τρώγοντας την Ύπαρξή του.

ΣΤΟ ΒΑΡΑΘΡΟ ΠΟΥ ΧΑΣΚΕΙ

Τώρα ανεμίζουν οι σημαίες των προγόνων
κι ο άγγελος με τα χρυσά στεφάνια αναγγέλλει:

«Ενθάδε κείτονται στρατιές οι ξεχασμένοι
σχιζοφρενείς, πεφωτισμένοι, αγύρτες
στους τύμβους του Κεραμικού

και στο Δημόσιο Σήμα χάσκει
τής ωραίας Ελένης το άδειο φουστάνι
κι η απαστράπτουσα Ferrari της μαντάμ Εκάλης»

Στα Ηλύσια Πεδία
τραγουδούν οι απελπισμένοι:
«Όλη δόξα, όλη χάρη.
Ίτε έθνη ηλιθίων, ίτε παίδες των αθλίων! ».

Ενθάδε κείτονται
συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.
Γελάει ή Λήθη καλά συγκερασμένη…

— Φίλε, τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!

ΩΡΑΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΟΝ ΠΑΓΕΤΩΝΑ

Κι όλο πέφτει χιόνι, λουλούδια
τής βυσσινιάς, σάβανα λευκά
για βασίλισσες, για παιδιά.

Άλλος παγώνει στην Κολιμά
κι άλλος φλέγεται κάτω
από τον Ήλιο του Σατανά.

Μες στις καρδούλες
δώδεκα μήνες βαρυχειμωνιά,
τα ρέστα, μικρό καλοκαιράκι.

Κι όλο πέφτει χιόνι
στους κήπους, στις αυλές,
νέα κορμιά για τούς έμπορους,
μαύρα κορμιά για τον αφέντη.

Κυρίες, κύριοι
Γδυθείτε, από το μέσα ψύχος
Κανένα ρούχο δεν σάς ζεσταίνει.

Κυλήστε ωραία έλκηθρα
στην χιονοθύελλα τής αγάπης μου.

ΤΟ ΕΒΡΑΪΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ

Είμαστε εμείς που αναζητάμε
την Ομορφιά στιγματισμένη.
Είμαστε εμείς που το Άγνωστο
φθονούμε και το Μάταιο μας καταδιώκει.

Είμαστε εμείς που αγοράζουμε
τους απογοητευμένους εραστές.
Είμαστε εμείς που Ακόρεστοι πάλι
σπαράζουμε το κουφάρι του επιβήτορά μας.

Είμαστε εμείς τα κουταλάκια των πληβείων,
τα πασουμάκια και τα κομποσκοίνια των αγίων.
Είμαστε εμείς οι πορσελάνες των μικροαστών,
οι φιλήσυχοι, οι σιωπηλοί, οι νοικοκυραίοι.

Είμαστε εμείς κατεψυγμένα ομοιώματα
και κούκλες βιολογικές μισοτιμής.
Είμαστε εμείς η Αδηφαγία της ζωής.
Είμαστε εμείς η μόνη σας Ελπίς τοις μετρητοίς.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΚΥΝΗΓΑΕΙ ΕΝΤΕΛΒΑΪΣ

Πέρασε ο άνθρωπος που πουλούσε
το Αιώνιο Λουλούδι.
Κοίταξε το απέραντο πλήθος,
άνδρες, γυναίκες, παιδιά, εργάτες
υπαλλήλους, κερδοσκόπους…

Πώς την μεγάλη, την θορυβώδη
συνάθροιση να εξηγήσει
με βλέμμα ταπεινού πραγματευτή;

Ένα αγόρι φιλούσε ένα κορίτσι.
Γιατί μόνη η καρδιά δεν μπορούσε.
Γιατί έρημη η καρδιά μας κυνηγάει.

Πέρασε πάλι αυτός που διαλαλούσε:
«Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι».
Κοίταξε τις σιλουέτες των ανθρώπων.

Το κορίτσι φιλούσε τώρα το αγόρι.
Τα πάντα και τίποτα ποθούσε.
Το Έντελβάις, το Αιώνιο Λουλούδι αναζητούσε.

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΛΙΓΗ ΑΝΟΙΞΗ

            [ Μοτινο]

Υπάρχει ακόμα λίγη ’Άνοιξη
Ελάτε να αλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας

Τώρα που στήνονται κρεμάλες
Και τραγουδούν οι δήμιοι
τον γερμανικό ποιμενικό τους

Υπάρχει ακόμα λίγη Αγάπη
Να βάλουμε τους νεκρούς στο τραπέζι
Να στρώσουμε στον ξένο το κρεβάτι

Fraulein, υπάρχει ακόμα λίγη Άνοιξη

Ελάτε να αλλάξουμε
δακτυλίδια γάμου
Να νυμφευτούμε τα όνειρά μας

Να πιούμε το κρασί τού Ρήνου
Να ελευθερώσουμε τα μαύρα δάση
Υπάρχει ακόμα και η αθώα Παουλίνε
Χορεύει με τον αναπτήρα της πάνω στην νάρκη.

,
ΣΚΟΠΕΥΣΑΤΕ ΣΤΟΝ ΚΡΟΤΑΦΟ

Σκοπεύσατε στον κρόταφο
την μοναχική αγριόπαπια,
έναν ασημένιο γλάρο,
την μάινα, θλιμμένη κορασίδα Αλβιώνος.
Σκοπεύσατε με σώας τας φρένας
τον περιπλανώμενο ’Ιουδαίο,
πατήρ, υιό και Άγιο Πνεύμα
ή εκπυρσοκροτείτε στον αέρα
να αστράφτει των ουρανών η Πλατυτέρα.

Σκοπεύσατε την δίψα, την πείνα,
την μανία τού όντος
και αγαπάτε αλλήλους
Λίβιους, Οράτιους, Καταλίνες
για την τιμή των οπλών

Σκοπεύσατε το Κύκνειο άσμα
και μη σάς μέλλει,
μετανοώντας επιστρέφει.
Κυριλλικά σάς γνέφει: «ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ !».

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε
κι ας λιποταχτεί η φύσις…

Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε.
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
δεν μπορεί κανείς να σάς το πάρει.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ

Στο Χριστινιώ

Στεφάνια πέφτουν στο κενό,
έρημα μοναχά κορμιά
χάνονται σέ άλλον πειρασμό.

Στο άγνωστο γίνεται χορός,
δρέποντας, δρέποντας άνθη.

Περνούνε, φεύγουν
τα χρόνια τής επαγγελίας
τα τριαντάφυλλα τής άμμου
τα έργα τής παρανομίας.

Σβήνουν τα νιάτα,
η μαυρομάτα Μισιρλού
κι ή τρομερή ιαχή
καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή

σε άβυσσο πέφτει από βυθό…
Ιδού στάδιον δόξης λαμπρόν
στο δημοπρατήριο τής χλωροφύλλης.

Τί μένει εδώ, τί πάει σε άλλον ουρανό
δρέποντας, δρέποντας άνθη;
Βέβηλα τα ιδανικά
συντροφιά με το έφ’ ώ ετάχθη.

Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία.

ενός λεπτού του «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;

Ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει.

.

41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ (2012)

ΝΕΟΙ ΕΜΠΡΗΣΤΕΣ

Όλα με δόσεις, διαλαλούν οι κεραμείς,
κούπες, γαβάθες, βάζα…
Αγόρασα, μονολογεί, δεν απέμεινε δραχμή.
Η κάμινος ας γκρεμιστεί!

Νέοι εμπρηστές επικροτούν, καταδικάζουν:
—Το πρόσωπο να πυρολυθεί

Να μαυρίσουν οι σιαγόνες, οι αυχένες να ψηθούν,
την αξία τους να πιάσουν τα ζυγωματικά
όταν θα πουληθούν στην αγορά, στους δρόμους,
κέρδη να φέρουν, τάλιρα μεταλλικά.

—Αν με ανταμείψετε θα τραγουδήσω, κεραμείς.
Φέρτε τον Σύντριβα, τον Άσβεστο, τον Κεραυνό,
τον Προμηθέα Άγρυπνο, τον Χαλαστή
να σπάσουν, να τσακίσουν, ν’ αφανίσουν.
Ο ηγεμόνας Άνθρακας καίγεται, χορεύει.

ΤΟ ΜΑΓΙΚΟ ΔΕΡΜΑ

Οι ερωτευμένοι αγαπούν το δέρμα τους: το χαϊδεύουν,
το φιλούν, στο στήθος τους το σφίγγουν,
αμβροσία και νέκταρ το ταΐζουν, το τυλίγουν
σε κόκκινα πανιά, το νανουρίζουν. Γυμνοί το κρεμούν
στον τοίχο εικόνισμα το προσκυνούν, λιβανίζουν.
Σε ώρες μοναξιάς το βασανίζουν:

Διάφανο δέρμα τρυφερό ξοδεύουν
Χάδια που αγόρασαν με χρήματα και χάθηκαν
Φιλιά που δόθηκαν επί πιστώσει και αναστήθηκαν!

ΤΟ ΘΗΡΙΟΤΡΟΦΕΙΟ

Στο θηριοτροφείο παρακολουθώ τα παιδιά,
απαγγέλλουν: «Έχω βόλους, έχω σχολείο, έχω Μαριάννα».

Παίζουν με φάρμακα, κηλεπιδέσμους, ζώνες, καλλυντικά,
τρώνε τα ειρηνικά έντομα, πίνουνε μαύρα χάπια,
πάνε στον απόπατο με τον Αρθούρο Ρεμπώ.

Τα παιδιά είναι ζώα και τ’ αγαπώ…
Σπάνε τους βόλους. Γκρεμίζουν το σχολείο.
Σπαράζουν τη Μαριάννα.

ONE MAN CIRCUS

Στο κατώφλι του σπιτιού του έγραψε: «άπατρις»,
σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του
και πρόσθεσε άλλη μία λέξη στον τοίχο: «άνεμος».

—Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος
δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,
στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΤΟ ΝΕΥΡΟΣΠΑΣΤΟ

Πηγαίνει στο σκοπευτήριο
συνοδευόμενος από την καμαριέρα του.
Στήνει μια κούκλα, λέει στον Βελζεβούλ:

—Είσαι ο πάνθηρ με σπιρούνια,
ο ληστής με ρεντιγκότα, το τρομερό νευρόσπαστο!

Βγάζει τα νύχια, χαιρετά τον Έπαρχο των υποδημάτων.
Κατόπιν υποκλίνεται, φιλώντας
τις ζαρτιέρες της συντρόφου του:

—Άγγελέ μου, σ’ ευχαριστώ για την ηδονή. Απόψε
δεν θα κοιμηθώ, θα περιμένω τον ξυπόλητο πίθηκο.

Τα σιδερένια τακούνια τρελάθηκαν, καρφώνονται στα πόδια.

Ο ΚΑΣΠΑΡ ΧΑΟΥΖΕΡ ΣΤΟΝ ΕΡΗΜΟ ΚΗΠΟ

Χρόνια σακάτικα εμφανίστηκε
στὸν παραδεισένιο κόσμο
ο Κάσπαρ Χάουζερ, έκθετος και τρελός.

Η γη χωρίς Εδὲμ
μόνο καμιά σιδερένια καμηλοπάρδαλη,
σαύρες καρδινάλιοι, δηλητηριαστὲς φυτών,
ανεμώνες σπασμένες κι ο πύρινος
ουρανός άγιος κηπουρός.

Εις τον ύπνο του σκαλίζει, παλεύει, τραυλίζει:
Μικρέ μου, Κάσπαρ Χάουζερ, μπαξές
χωρίς λουλούδια δεν γίνεται,
πάρε το καλαθάκι σου και περιπάτει!

ΤΟ ΜΩΡΟ ΠΟΤΕΜΚΙΝ

—Να κατεβείς ή να ανέβεις; οι κομισάριοι ρωτούν,
χειροκροτούν, παρασημοφορούν τους κερδισμένους,
όσους ξεγέλασαν οι Λευκοί
κι όσους ξεχώρισαν οι Κόκκινοι.

Ο Ἰακώβ παλεύει με τον Άγγελο.
Τις σκάλες ανεβαίνει, πυροβολεί,
ρίχνει στο κόκκινο, χτυπάει το λευκό.
—Το μωρό, το μωρό! κραυγάζει η παραμάνα Οδησσός.
Ξεσκίζει με τα νύχια το βυζί της.

Ο εξωφρενικός πλωτάρχης κλέβει το θωρηκτό.
Το πληγωμένο υποβρύχιο
φεύγει-κυλάει τρίζοντας ανάποδα.
Περνάει η Αυτού Μεγαλειότης το Μωρό.

ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ

Κορίτσια, φιλενάδες, εγγονές, μανεκέν
ψάχνουν, μυρίζουν, ψηλαφίζουν τη λάσπη
με τα δόντια δοκιμάζουν το χαλίκι.

—Τρία κομμάτια σαπούνι αρωματικό, μία βέρα,
ένα σφράγισμα χρυσό, πόσο έμπορα ζητάς;
—Δεν πουλάω, δεν χαρίζω με λεφτά!

Τί κοστίζουν οι τρυφερές ψυχές στον πάγκο;
Πόσο πιστώνετε τις μαργαρίτες στην αγορά;
Μία λίβρα κρέας, δύο ουγγιές χρυσάφι;

—Αργυραμοιβοί, τί δίνετε;
—Κοράλλια με ασημένιες ραφές, το γαλάζιο φιλί,
πέρλα λευκή, την ουλή!

Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή
δικό σου το εμπόρευμα — δική μας η τιμή:
μαχαίρια Αλεξανδρινά κι άγια Κωνσταντινάτα!

ΤΟ ΕΝΑΤΟ ΚΥΜΑ

Ωραία καράβια λικνίζονται σέ μακρινό ωκεανό.
Ανάβουνε σινιάλα κόκκινα, πράσινα, πορτοκαλιά.
Τυχοδιώκτες, άποικοι, τα φώτα βλέπουν
που ολοένα πλησιάζουν, φορώντας
σωσίβια να φύγουν παλεύουν, να σωθούν. Το κύμα
τραβάει ξίφος τρεις, πέντε, επτά.
Το κήτος είδε κι έφριξε, η γοργόνα εστράφη προς τα πίσω…

Ωραία καράβια στέλνουν σήματα πράσινα, κίτρινα, μαβιά,
ή ασημένια Λαίλαπα, ο πειρατής του Εμπορίου,
η μαύρη Κιβωτός τής ’Ορλεάνης.
Το Ένατο κύμα ορμά λευκό στεφανωμένο.

Παρείσακτοι, χρυσοθήρες, αγγελιαφόροι, έμποροι των επτά εθνών,
οι κυνηγοί τής δόξας φτάνουν στη Μυστηριώδη νήσο.
Από τα πλεούμενα βγαίνουν παλληκάρια
βροντώντας τα κουπιά τους, κτυπάνε το αχόρταγο θεριό,
τον τίγρη τού πελάγους.

Γυμνά κορμιά σκιρτούν στον λαμπερό αφρό:
—Αχ πόσο σε μισώ, τρελή, πόσο σε λατρεύω,
θάλασσα πικροθάλασσα αγάπη νικηφόρα.

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΤΟΥ ΠΛΗΘΟΥΣ

Κόσμος πηγαινοέρχεται. Άλλοι επιστρέφουν.
Οι ξεχασμένοι ετοιμάζονται να ταξιδέψουν.
Περιπλανιέται ο άνθρωπος του πλήθους
του Edgar Allan Poe, κάνοντας πότε-πότε
τράκα ένα τσιγαράκι.

Οι άστοί —πεντάρα τσακιστή δεν δίνουν—
απολαμβάνουν βολεμένοι ψάρια καπνιστά
και τα χρυσά αυγά τους.

Ξένος κόσμος αφιλόξενος, ο μέγας Λήθαργος.

CABARET «ΜΙΣ ΥΦΗΛΙΟΣ»

Άκουσε τούς μουσικούς να παίζουν, έκαναν πρόβα:
«Μην ερωτευτείτε κοσμικές, τρελές, γαλάζιες οπτασίες,
μην κινήσετε μονάχος σέ πόλεμο εναντίον λεγεώνων,
μην παλεύετε με ανεμόπτερα…».

Οι συνοδοί φώναζαν, ούρλιαζαν, σφύριζαν…
τα βαμμένα χείλη τους ψέλλιζαν λόγια ανώφελα,
μάταιες παραινέσεις: «Σηκώστε τον ποδόγυρο, Κυρίες!».
Ο ιμπρεσάριος κτυπάει τα τύμπανα:
«Καμπαρέ μόνο γιρλάντες κι αστραγάλους!».

Στο παλκοσένικο η Αρτίστα θωπεύει, απειλεί, ερεθίζει:
«Πόσα γκρέμισε τείχη! Πόσες άλωσε πόλεις;
Μις Υφήλιος, ερωμένη βασιλέων!».

Όταν τελειώσουν οι ηδονές και σβήσουνε οι πόθοι, η αμοιβή
κρεμιέται στο καρφί, σημειωμένα: Αριθμός, Ημερομηνία, Τιμή:
«Δύο κίβδηλα νομίσματα. Ατιμασμένο τ’ όνομά Της…».
Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία.

Πελάτες χορεύουν, τραγουδούν, γλεντούν και ξεφαντώνουν,
κι άλλοι αναστενάζουν, δεν τρώνε, δεν πίνουν, μαραζώνουν…
Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος», καταραμένη εποχή:
«Ελπίζετε οι δυστυχείς — Προσεύχεσθε οι ευτυχείς!».

.

ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ (2007)

ΠΑΡΤΙΤΟΥΡΑ ΡΑΧΜΑΝΙΝΩΦ

– Περιμένετε καιρό;
– Χρόνια!
– Βάζω στοίχημα ότι σας λένε Ζωή.
– Χάσατε. Το όνομά μου είναι Φυλακή.
– Και τι σπουδάζετε;
– Συγχώρεση!

Μουσική και μουσικός αγκαλιάζονται.
Της ζητάει να τον σπλαχνιστεί.

ΚΑΤΑΚΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ

Πήρα το ψαλίδι. Έκοψα τον λαιμό του πουλιού.
Άνοιξε το ράμφος. Προσπαθεί να ξεφύγει.
Το κρατώ σφιχτά. Εξέπνευσε.

Σκουπίζω το ψαλίδι. Πλένω τα χέρια.
Μετέφερα την καρδερίνα στον κήπο.
Την παραχώνω κάτω απ’ τη μηλιά.
Δεν θα τη βρουν ποτέ!

Κάθε μέρα τρώω από το δέντρο
καρπό τρυφερό απαγορευμένο.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΒΟΫΤΣΕΚ

Το φεγγάρι σάπιο ξύλο.
Μαραμένο ηλιοτρόπιο ο ήλιος.
Μικρές χρυσές μύγες αστέρια.
Η γη τσακισμένο καράβι.
Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες.

Στρατιώτης Φριδερίκος Ιωάννης
Φραγκίσκος Βόυτσεκ. Τυφεκιοφόρος.
Πυροβολεί τον γαλαξία!

Ο ΕΛΕΓΚΤΗΣ

Ο ελεγκτής τον επισκεπτόταν. Τον βασάνιζε.
Βρίσκει τον tsadik.
«Δάσκαλε, ο ελεγκτής
δηλητηριάζει τη ζωή μου.
Παρακάλεσε για μένα τον Θεό».

«Ύπαγε εν ειρήνη», απάντησε ο tsadik.
«Ό,τι πληρώνεται με τη ζωή ποτέ
δεν είναι ακριβό. Ο βασανιστής
θα ησυχάσει».

Στο κατώφλι του ναού βρήκε
τον ελεγκτή του σταυρωμένο.

ΤΑ ΕΠΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ

Στο όνειρό του αντίκρισε τον Σοπενχάουερ.
-Πρόσεξε, του φώναξε,
με κυνηγούν επτά αντιπρόσωποι των νόμων.
Κραδαίνουν αόρατα ραβδιά.

-Ησύχασε, τον παρότρυνε εκείνος,
όλοι έχουμε ανάγκη
τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα.

ΤΟ ΜΕΣΟ ΤΟΥ ΥΨΟΥΣ

«Σώπασε θεατρίνε», είπε ο Ραββίνος,
«θα σε βοηθήσω όπως
το θυμιατό βοηθάει τον πεθαμένο».

Στη συναγωγή βρίσκει τον διάβολο.
Ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο.

«Κουράστηκα, Ραββί, πάει καιρός
που δεν ζητάω τίποτε από τον ουρανό.
Κι όμως τα χέρια μου μένουν ακόμα
υψωμένα».

ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΣ
(το παν και το τίποτα)

Καθίσαμε σε περίοπτες θέσεις στη λέσχη
«Η αναζήτηση». Ο πρεσβύτερος τοποθέτησε
σε παράταξη τα πούλια.
Ο εμψυχωτής τα μοίρασε στους παίκτες.
Ένας συνδαιτυμόνας μετράει…

Κοντά στους θαμώνες που ρίχνουν τα ζάρια
κάθεται η Επιθυμία.

Την ρωτώ τι θα μπορούσε να κερδίσει κανείς
στο παιχνίδι. Απάντησε:
«Τίποτα».
Κι όταν την ρώτησα αν θα μπορούσε
να χάσει κάτι, αποκρίθηκε:
«Το Παν».

ΕΞΙΛΕΩΣΗ
(παρωδία)

Η γυναίκα γεννάει ένα αυγό.
Οι μαιευτήρες το τοποθετούν σε θερμοκοιτίδα.
Παροτρύνουν τη μητέρα να καθίσει πάνω του.
Ερωτεύεται το αυγό.
Του δίνει όνομα. Το ταϊζει. Το στολίζει.
Μένει απαράλλαχτο.
Δεν έχει μέλη για να κινηθεί.
Ούτε φωνή για να κλάψει.

Η γυναίκα απ’ τη στενοχώρια της καίγεται
στον πυρετό. Τέλος αποθνήσκει.

Στην κηδεία το αυγό τρέχει γύρω
από το φέρετρό της. Ευτυχισμένο.
Άδειο!

Η ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίτ
PAUL CELAN

Επιστρέφω στο σκοτεινό σπίτι.
Με υποδέχονται στον προθάλαμο.
Η Μαργαρίτα και η Σουλαμίτ.
Κρατάνε μαχαίρια. Ορμάνε.
Νιώθω τα κτυπήματα.
Παραδίδομαι.

Αγαπιόμαστε. Κοιμούνται. Ξυπνάνε.
Πίνουμε το μαύρο γάλα της αυγής…

.

ΠΕΔΙΟΝ ΡΙΨΕΩΝ (2001)

ΘΑΥΜΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ

Τρελή νύχτα στον ρημαγμένο κήπο
νύχτα γερασμένη με την ουρά
στο στόμα πληγωμένη
με το χρυσό εξάγωνο
τον σκοτεινό σταυρό

Οι ζωντανοί ρίχνουν από το βάθρο
το ματωμένο σώμα σου
Άρχοντες μετρονόμοι αυτόχειρες του ανέμου
διώχνουν τον φύλακα από τον τύμβο
κρύβουν τον ίσκιο στο πύρινο λουλούδι

Οι πονεμένοι του ήλιου
του φεγγαριού τ΄ αγρίμια
έμποροι και ήρωες ζητιανεύουν
στο έρημο περιβόλι
παραμύθια

ΟΙ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ

Στον Έ. Χ. Γονατά

Το ρολόι χτύπησε δώδεκα και μισή.
Γδύθηκαν. Έσβησαν το φως.
«Είμαι κουρασμένος», είπε.
«Όλοι είμαστε κουρασμένοι», απάντησε εκείνη.
Πλάγιασαν στο κρεβάτι.

Την άκουσε που σηκώθηκε.
Βηματίζει στον προθάλαμο.
Επιστρέφει κρατώντας τον χάρτινο ανεμόμυλο.
«Καληνύχτα, Φιλονεικία», ψιθύρισε.

ΤΟ ΦΡΕΑΡ ΤΗΣ ΒΑΒΕΛ

Η εξομολόγηση ήταν το μέγα μαρτύριο.
Κόβει τον ομφάλιο λώρο με τους ζωντανούς.
Τα μάτια άσπρα λάμπουνε γύρω.
Τα φάσματα από το βάθος του φρέατος
αφουγκράζονται τη φωνή το βασιλιά Αϊδωνέα:

-Είναι κανείς εδώ ευχαριστημένος;
Κανένας δεν μίλησε.
-Είναι κάποιος που ήρθε με τη θέλησή του;
Σιωπή.
-Είναι κανείς που ήρθε χωρίς τη θέλησή του;
Πάλι σιωπή.
-Είναι κάποιος εδώ που δέχεται για δικό του
το όνομα Νέκυς;
Καμιά απάντηση.

ΤΟ ΑΠΡΟΣΔΟΚΗΤΟ

Στον Γιώργο Γώτη

Μέρες ατίμαζε ο Αντίγονος ο Μονόφθαλμος
το άψυχο σώμα του παλιού συναγωνιστή.
Όταν εκείνο άρχισε να σαπίζει, το άφησε
άταφο. Και εγκατέλειψε την Πισιδία.
Οι νέοι αλλοεθνείς φίλοι του Αλκέτα
περιμάζεψαν το κακοποιημένο πτώμα.
Το έπλυναν, το στόλισαν, το έψαλλαν.
Λαμπρά εκήδευσαν τον θωρακοφόρο ιππέα.

Και οι βάρβαροι έχουν αισθήματα.

Ο ΜΑΡΜΑΡΩΜΕΝΟΣ ΒΑΣΙΛΙΑΣ

Ο Αγαμέμνων ολομόναχος περιφέρεται
στις χορταριασμένες Μυκήνες.
Τα λιοντάρια του θρόνου σήκωναν αργά
το κεφάλι τους από το κατασπαραγμένο θήραμα.
Τον κοιτάζουν. «Φύγετε!», προστάζει.
Δεν έφυγαν. Τράβηξε
από κάτω μια καρτ-ποστάλ:
Οι λέοντες κρατούν στα δόντια τους την πορφύρα.
«Έρχονται και φεύγουν στο θυσιαστήριο
όποτε τους αρέσει», ψελλίζει.
Και ρίχνεται στα πόδια της Μέδουσας.
«Αντίο Σασά», τον περιγελάει, «Βασιλέα
των Βασιλέων. Δεν θα ξεχάσεις!».

Στο βουβό παλάτι οι πέτρες
τον κατάπιαν ζωντανό.

.

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ (1995)

ΧΑΡΤΟΠΑΙΧΤΙΚΗ ΛΕΣΧΗ

Άγγελοι δίχως χέρια
χαρτοπαίζουν

βαλές κουρέλι
ντάμα φλόγα
ρήγας φεγγαράκι

κρύα νύχτα

και το χρυσάφι
κάρβουνο

ποντάρει στον χαμένο.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

στη Χριστίνα

Στο μονοπάτι μια ιτιά
κάτω από την ιτιά μια χαραμάδα
στη χαραμάδα μια αράχνη
μες στην αράχνη ο θάνατος του βασιλέως

φωνή παιδιού

έρχεται ο βασιλιάς
στην τρυφερή άνοιξη
άγριο παγώνι

φωνή υπηρέτη

ήρθε ο βασιλιά
πουλί στη μια ζωή
τίγρης στην επομένη

φωνή του ανέμου

έφυγε ο βασιλιάς
χολή και όξος

καταραμένα μοιρολόγια

έξω σκυλί έξω ληστή
έξω και άρχοντά μου.

Ο ΙΛΙΓΓΟΣ

Εκεί που η αγάπη φτάνει
με τον λαιμό σφαγμένο
τρέχοντας ματώνοντας τις ερωμένες
τα μάτια χάνεις
η φωνή σου σβήνει
στην κορυφή της σκάλας πέφτεις
μένει το σώμα σου μονάχο

Λαύρα Βαϊτσα, Αγγέλα
αγαπημένες μαρμαρωμένες
άδικα υπάκουσα την ασημένια τρέλα

κι ο έρωτας αρρώστησε
ο ουρανός σκοτείνιασε
η αγάπη έδωσε τόσα φιλιά
όσα μαχαίρια.

Η ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Μικροί κατάμαυροι σταυροί
να κάρφωνε ο καθένας
τον ληστή του

εκεί που η ρομφαία
μετράει τα τομάρια

στο βάραθρο
με τα λευκάνθεμα

χτυπάει το ταμπούρλο
τα κουδουνάκια του θανάτου

τρία χρυσά για την ψυχή
ένα για κάθε μισθωτή
και σταυρωμένο

τότε που είχαμε σώμα και αίμα
βρώμικο κρέας
κόκκινα κρίνα λυτρωμένα
άγρια μάτια πληγωμένα

σημαιοφόροι με κομμένα χέρια.

ΟΙ ΕΞΑΓΟΡΑΣΜΕΝΟΙ

Τελευταία παρτίδα
εννιά λεπροί

μαύρο αγκίστρι
του ψαρά το δίχτυ

αγάπησε ο πορφυρός
φονιάς

χαμένη στάχτη
εννιά διωγμοί

αίμα στολίδι
του προδότη.

Η ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Συναντώ μια άγια γυναίκα
φωτεινή ήσυχη σαν θερισμένη.

Ποιος είναι ο στασιαστής
με ρωτάει. Τι στασιάζεις;

Εγώ λέω δεν στασιάζω. Μονάχα
θλίβομαι τους θερισμένους.

ΛΑΒΩΜΕΝΗ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ

Παίρνει ο σατανάς έναν πάσσαλο τον καρφώνει
στη γη. Μου λέγει. Βάλε πάνω την κίσσα σου.
Την έβαλα. Τώρα σύρε να φέρεις το τουφέκι σου.
Το έφερα. Γέμισέ το. Το γέμισα. Σημάδεψε. Ρίξε.

Τη στιγμή που ήμουνα έτοιμος να ρίξω.
Ορθώνεται μπροστά μου μια παιδούλα.
Τραυλίζοντας. Βλάμη. Τι καλή μου αποκρίνομαι.
Είναι η ερημιά βλάμη μου.

Κι έστησε ένα μοιρολόγι. Ο Θεός να με κολάσει.
Ω νιάτα μου. Ω αγνότητά μου.
Φούρκα δίχως γιορτινά.
Γάμε δίχως καλεσμένους.
Παράφρονα κυνηγέ αλύτρωτης τρυγόνας.

.

ΖΩΟΛΟΓΙΚΟΣ ΚΗΠΟΣ (1989)

ΓΗΤΕΥΤΗΣ ΟΝΕΙΡΩΝ

Έχει άβυσσο κι έχει στάχτη
στην άβυσσο.
Ο χειριστής με αόρατη στεφάνη
οδηγεί τον μετρ.
Βλέπει μανιακούς σε μια γυάλινη σέρα.
Τον σκύλο στο σπίτι της χειρομάντισσας.
Εφτά θλίψεις με δορές
και δωρητές.
Πάνω σε μια χλωμή
καρδερίνα.
Και πάσαν
πονηρή επιθυμία
τρυγόνα φλεγόμενη.

ΛΗΘΗ ΚΑΙ ΜΝΕΙΑ

Ο μοναχικός αποδέχεται τον μοναχικό.
Το καπέλο τον καπελά.
Πτώματα σκοντάφτουν σε μαργαρίτες.
Τα θηλαστικά παγιδεύονται
την άνοιξη.

Ο ΠΡΟΔΟΜΕΝΟΣ

Αναμένοντας διορισμό εραστή
παρά το χαμηλό του εισόδημα
αγοράζει περούκες,
οδοντοστοιχία, ομπρέλα.
Μετά από τόσους σιναπισμούς
αφαιμάξεις, βρωμιούχα
ο σάρακας τον θυμάται
κι ευλογεί.

ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ

Ο κύριος επιούσιος πετάει το μαύρο
γάντι του.
Έρχεται λασπωμένος
κρατώντας τα φτερά του.
Σαν φάντασμα
στο πέρασμα των σπουργιτιών.

ΨΑΛΜΟΣ ΧΙΙΙ

Σκάβανε
Άγιες μέρες, άγιες νύχτες

Έσκαβε ο σαράφης, ο αυλικός
ο θηριοδαμαστής

ανέβαινε η τέφρα
σκάβανε τα μάτια

με σάρκα και οστά
οι σκύλοι των τυμβωρύχων
εν τη απουσία Σου.

BLOW OUT

Κομμάτια σάπιου χόρτου ανεβαίνουν
στον ουρανό.

Νυχτερινές λάμψεις ερεθίζουν
τους ζηλωτές.

Η μικρή πόρνη φέρνει τούμπες
στο μπλε του κοβαλτίου.

ΨΙΘΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΞΑΡΣΗ

Βιολέτες πνίγονται στη στάχτη.

Τεράστιοι καπνοί από σονέτα και πρελούδια
κόβουν τον πάγο σαν διαμάντια.

Μαύρα κερκέλια έρχονται και φεύγουν.

Σαν τραπουλόχαρτα σε χέρια λεπρού.

ΑΤΕΛΕΙΩΤΟΣ ΧΟΡΟΣ

Τις τελευταίες ημέρες της Πομπηίας
σʼ ένα φουτουριστικό καμπαρέ

χορεύεις τέσσερα επεισόδια
απ΄ τις κακές πράξεις του Σατανά
μόνη στο χλωμό φεγγάρι.

Χορεύεις στη λέσχη των εκκεντρικών
μικρή αλεπού Σαλώμη

ζητώντας πάλι το κεφάλι του Ιωάννη Βαπτιστή.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΙ ΑΙΩΝΑ ΚΑΝΕΙ ΕΞΩ;

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΖΙΑΣ: Η ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ ΠΟΥ ΣΥΝΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

patratora.news/giorgos-kozias

Στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης, ο Γιώργος Κοζίας ξεχωρίζει ως μια φωνή βαθιά στοχαστική, πολιτική και ταυτόχρονα λυρική. Με καταγωγή από την Πάτρα και μια πολυετή διαδρομή στον χώρο του Τύπου, των τεχνών και του πολιτισμού, ο ποιητής επιστρέφει με τη νέα του ποιητική συλλογή «Τι αιώνα κάνει έξω;» (Εκδόσεις Περισπωμένη, 2025). Μέσα από το αφιέρωμα της ιστοσελίδας Ποιητικοί Διάλογοι, το οποίο επιμελήθηκε ο Ανδρέας Καρακόκκινος, ξεδιπλώνεται το πολυσύνθετο έργο ενός δημιουργού που καταγράφει την αγωνία της εποχής του.

Μια διαδρομή γεμάτη σταθμούς και μελοποιήσεις

Ο Γιώργος Κοζίας σπούδασε Βιβλιοθηκονομία και Ευρωπαϊκό Πολιτισμό, ενώ έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα το 1983 μέσα από τα έγκριτα περιοδικά Το Δέντρο και Ευθύνη. Έκτοτε, έχει χαρίσει στο αναγνωστικό κοινό σειρά σημαντικών ποιητικών συλλογών, όπως ο Ζωολογικός κήπος (1989), ο 41ος Παράλληλος (2012), το Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες (2017) και ο Εξάγγελος (2021).

Το έργο του, το οποίο έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες (αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ισπανικά, ιταλικά, πολωνικά, αραβικά), διακρίνεται για τη βαθιά του συνάφεια με τη μουσική. Ποιήματά του έχουν παρουσιαστεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας, ενώ ο σπουδαίος συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος μελοποίησε στίχους του σε εμβληματικές εκδόσεις (όπως το Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες).

«Τι αιώνα κάνει έξω;» – Οι νέοι στίχοι

Στη νέα του συλλογή, ο Κοζίας αναμετριέται με τη σύγχρονη ψηφιακή εποχή, τη μνήμη και τη φθορά. Στο ποιητικό δείγμα που παρουσιάζεται στον ιστότοπο, ξεχωρίζουν συνθέσεις όπως:

«ΒΑΑΛ ή Ο ΜΙΚΡΟΣ ΘΕΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ»: Μια διχασμένη, νοσταλγική εξομολόγηση που συνομιλεί με τους αγώνες και τις χαμένες επαναστάσεις της ιστορίας.
«ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ Η ΟΡΓΗ»: Με προμετωπίδα μια ρήση του Μάνου Χατζιδάκι για τη Θεσσαλονίκη του ’45, ο ποιητής στηλιτεύει την υποταγή και την απάθεια του σύγχρονου κόσμου.
«ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΛΩΝΙΟ»: Αφιερωμένο στη μνήμη του Θάνου Μικρούτσικου, ένα σκοτεινό και επιβλητικό ποίημα για τον θάνατο και την ιστορική μοίρα.
«ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ»: Ένα σχεδίασμα για τον εγκλωβισμό, την υπαρξιακή αγωνία και τη ματαιότητα των ελπίδων.

Η διαχρονική επικαιρότητα του ποιητικού λόγου

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία δεν εφησυχάζει. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, οι στίχοι του λειτουργούν ως καθρέφτης και ταυτόχρονα ως καμπάνα αφύπνισης. Όπως αναδεικνύεται μέσα από το αφιέρωμα στους Ποιητικούς Διαλόγους, ο ποιητής συνεχίζει να θέτει το διαρκές, αγωνιώδες ερώτημα: «Τι αιώνα κάνει έξω;» — θυμίζοντάς μας πως η ομορφιά και η αλήθεια παραμένουν τα μόνα καταφύγια απέναντι στη λήθη.

ΤΖΙΝΑ ΚΑΡΒΟΥΝΑΚΗ

https://booksitting.gr 22/07/2026

Για την ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία

Υπάρχουν τίτλοι βιβλίων που περιγράφουν το περιεχόμενό τους και άλλοι που σε σταματούν πριν ακόμη ανοίξεις την πρώτη σελίδα. Το Τι αιώνα κάνει έξω; του Γιώργου Κοζία ανήκει στη δεύτερη κατηγορία. Γιατί τον καιρό τον κοιτάζουμε από το παράθυρο. Βλέπουμε τον ουρανό, τα σύννεφα, τον ήλιο και αποφασίζουμε. Τον αιώνα όμως; Πώς μετριέται η θερμοκρασία μιας εποχής και ποια είναι τα σημάδια που προειδοποιούν για τις καταιγίδες της;

Ο Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Περισπωμένη, κοιτάζει προς τα έξω. Και αυτό που βλέπει δεν είναι καθόλου καθησυχαστικό.

Ο αιώνας του είναι γερασμένος, βίαιος, γεμάτος νεκρούς και διαψεύσεις. Ένας κόσμος όπου η Ιστορία δεν βρίσκεται πίσω μας αλλά εξακολουθεί να περπατά ανάμεσα στους ζωντανούς.

Στον «Ερημόκαμπο» γράφει:

Κακορίζικε άνθρωπε
Σε εποχή γερασμένη
Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης.

Η «εποχή γερασμένη» είναι μια φράση που κράτησα. Γιατί δεν γερνά μόνο ο άνθρωπος. Γερνούν οι εποχές, κουράζονται οι ιδέες, φθείρονται οι λέξεις, αδειάζουν τα σύμβολα. Και ο άνθρωπος ξημερώνει «σκουντουφλώντας». Ανίδεος ίσως όχι επειδή δεν γνωρίζει, αλλά επειδή γύρω του συμβαίνουν πια τόσα πολλά, τόσο γρήγορα, που δυσκολεύεται να καταλάβει πού ακριβώς βρίσκεται.

Η ποίηση του Κοζία δεν κλείνεται στο προσωπικό δωμάτιο. Το βλέμμα της ταξιδεύει διαρκώς. Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Βηρυτό, Δαμασκό, Οδησσό, Πράγα, Λένινγκραντ. Οι πόλεις περνούν από τους στίχους του φορτωμένες την Ιστορία τους.

Μελαγχολική η Αθήνα
Πληγωμένη η Βηρυτός
Έρημο το Μανχάταν
Άσυλο τρελών η Δαμασκός
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών.

Δεν είναι ένας κατάλογος τόπων. Οι πόλεις έχουν σώμα. Πληγώνονται, μελαγχολούν, ερημώνουν. Σαν να έχει περάσει πάνω από όλες ο ίδιος άνεμος. Οι πόλεμοι αλλάζουν τόπο, οι εξουσίες αλλάζουν πρόσωπα, οι σημαίες αντικαθίστανται. Η ανθρώπινη δοκιμασία όμως επιμένει.

Και μαζί της επιμένουν οι νεκροί.

Οι νεκροί είναι παντού σε αυτή τη συλλογή. Όχι ως σιωπηλές παρουσίες. Επιστρέφουν, συνομιλούν με τους ζωντανούς, εισβάλλουν στο παρόν. Ο Μαρά, ο Μαγιακόφσκι, ο Βιγιόν, ο Καρυωτάκης, ο Χλέμπνικοφ. Ο Κοζίας φτιάχνει μια παράξενη πομπή ανθρώπων και φωνών.

Θα μπορούσε κανείς να μιλήσει για τη διακειμενικότητα της ποίησής του. Προτιμώ όμως να τη δω ως μνήμη. Γιατί οι φωνές των άλλων δεν βρίσκονται στους στίχους για να επιδείξει ο ποιητής τις αναγνώσεις του. Βρίσκονται εκεί επειδή κανένα τραγούδι δεν αρχίζει πραγματικά από την αρχή. Πίσω από κάθε λέξη υπάρχουν άλλες λέξεις και πίσω από κάθε ποιητή στέκονται οι ποιητές που προηγήθηκαν.

Σαν πεθαίνουν τ’ άλογα – αναπνέουν
Σαν πεθαίνουν τα χορτάρια – ξεραίνονται
Σαν πεθαίνουν οι ήλιοι – σβήνουν
Σαν πεθαίνουν οι άνθρωποι – τραγουδούν.

Οι στίχοι του Βελιμίρ Χλέμπνικοφ, που περνούν στον «Ρεμβασμό στη στέπα», μοιάζουν να φωτίζουν ολόκληρη τη συλλογή. Οι άνθρωποι πεθαίνουν και τραγουδούν. Ή ίσως τραγουδούν επειδή γνωρίζουν ότι θα πεθάνουν.

Μόνο που στον αιώνα του Κοζία το τραγούδι δυσκολεύεται.

Στόματα βλέπεις και γλώσσες δεν ακούς.

Ένας στίχος που με έκανε να σταθώ. Ζούμε σε μια εποχή όπου όλοι μιλούν. Γράφουν, σχολιάζουν, μεταδίδουν. Οι λέξεις είναι παντού. Κι όμως, «γλώσσες δεν ακούς». Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής εικόνα για την παράξενη σιωπή της εποχής μας. Μια σιωπή που δεν προέρχεται από την απουσία λόγου αλλά από την υπερβολή του.

Και ύστερα:

Καλογιάννο, Καλογιάννο
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!

Επέστρεψα αρκετές φορές σε αυτούς τους δύο στίχους. Ίσως γιατί αναγνώρισα σε αυτούς κάτι πολύ δικό μας. Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του. Βλέπει, αλλά δεν προλαβαίνει να καταλάβει. Μιλά, αλλά οι λέξεις του δεν φτάνουν. Προσπαθεί να ονομάσει αυτό που ζει και, μέχρι να βρει το όνομα, ο κόσμος έχει ήδη αλλάξει.

Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD
Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα από τις μηχανές
καλύτερα από τους πάνθηρες.

Έξω ο κόσμος αλλάζει. Μέσα μας όμως; Ο Κοζίας δεν φαίνεται να πιστεύει ιδιαίτερα στην πρόοδο του ανθρώπου. Οι μηχανές εξελίσσονται, οι κοινωνίες αλλάζουν, καινούργιες λέξεις μπαίνουν στη ζωή μας. Τα αρχαία θηρία όμως εξακολουθούν να κατοικούν μέσα μας.

Γι’ αυτό και η ποίησή του είναι πολιτική. Όχι με την έννοια του συνθήματος. Άλλωστε γνωρίζει καλά τα συνθήματα και γνωρίζει επίσης τι απέγιναν πολλές από τις μεγάλες υποσχέσεις της Ιστορίας.

Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή
Τι απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;
Τι απέγινε πράγματι;

Αυτή η ερώτηση ξεπερνά τις πόλεις. Τι γίνεται η οργή όταν κουραστεί; Πού πηγαίνει η αντίσταση όταν μετατραπεί σε ανάμνηση; Πότε ο άνθρωπος συνηθίζει τόσο πολύ την υποταγή, ώστε παύει ακόμη και να την αναγνωρίζει;

Το ανθρώπινο σώμα στους στίχους του Κοζία πληρώνει σχεδόν πάντα το τίμημα. Σάρκα, δέρμα, κόκαλα, κρανία, αίμα. Ένα σώμα που γδέρνεται, θάβεται, τεμαχίζεται. Στο «Δερματάδικο» διαβάζουμε:

Δέρμα για πορτοφόλια
για αμπαζούρ, για άλμπουμ
Δέρμα της σκύλας του Μπούχενβαλντ
δέρμα εργατικό, δέρμα του σκλάβου
δέρμα παραφροσύνης.

Ο ποιητής δεν χαμηλώνει το βλέμμα μπροστά στη φρίκη. Ούτε προσπαθεί να την κάνει περισσότερο εύπεπτη. Κάποιες εικόνες είναι σκληρές, στα όρια του γκροτέσκου. Ίσως όμως χρειάζεται η υπερβολή όταν η καθημερινή επαφή μας με τη βία μάς έχει κάνει τόσο δύσκολους στο να συγκλονιστούμε.

Και μέσα σε όλο αυτό το σκοτάδι υπάρχει η Ομορφιά. Όχι αθώα. Όχι προστατευμένη.

Στον «Βάαλ ή Ο μικρός θεός της Ομορφιάς» οι δήμιοι «δοκιμάζουν την τέχνη τους / πάνω στον μικρό θεό της Ομορφιάς». Και στον «Ροδανθό»:

Η Ομορφιά σαν θερισμός
όλα τα θέλει τώρα
το μαγικό, το άνομο, το άπιαστο, το ξένο.

Και το τσεκούρι ανθίζει.

Έκλεισα το βιβλίο και ο στίχος συνέχισε να με ακολουθεί. «Και το τσεκούρι ανθίζει». Τέσσερις λέξεις. Η καταστροφή και η ομορφιά στην ίδια εικόνα. Το τσεκούρι, αυτό που κόβει, ανθίζει. Και σκέφτομαι πως κάπως έτσι κινείται ολόκληρη η συλλογή, ανάμεσα στη φρίκη και στην ομορφιά, στον θάνατο και στο τραγούδι.

Τι μένει λοιπόν στην ποίηση; Ο ίδιος ο Κοζίας ρωτά:

Τραγούδησε
Τι να τραγουδήσω.

Και λίγο αργότερα:

Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια.

Μόνο που υπάρχει εδώ μια αντίφαση που μου αρέσει. Ο ποιητής λέει ότι τα τραγούδια πέτρωσαν γράφοντας ένα τραγούδι. Αναρωτιέται τι να τραγουδήσει και τραγουδά. Βλέπει γύρω του άφωνες γλώσσες και χρησιμοποιεί τη δική του.

Ίσως η ποίηση να μην αλλάζει την Ιστορία. Δεν σταματά τους πολέμους, δεν ανασταίνει τους νεκρούς, δεν επιστρέφει στις παλιές πόλεις την οργή τους.

Αλλά θυμάται.

Και μιλά.

Η συλλογή ολοκληρώνεται με τη «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».

Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο Θαύμα!

Κρατώ το «ίσως». Γιατί ο Κοζίας δεν μας υπόσχεται κανένα θαύμα. Ζητά όμως να ακουστεί η σάλπιγγα.

Να υπάρξει ήχος.
Να υπάρξει φωνή.
Τι αιώνα κάνει λοιπόν έξω;

Δεν είμαι σίγουρη ότι, κλείνοντας το βιβλίο, μπορώ να απαντήσω. Ίσως κάνει έναν αιώνα γερασμένο. Έναν αιώνα βίαιο, που μιλά ασταμάτητα και δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να αρθρώσει τις λέξεις του.

Ο Γιώργος Κοζίας πάντως ανοίγει το παράθυρο και κοιτάζει έξω.

Και ό,τι βλέπει, όσο σκοτεινό κι αν είναι, το κάνει ποίηση.

ΝΙΚΗ ΜΙΣΑΗΛΙΔΗ

Fractal 16/06/2026

«Ο άνθρωπος που τραυλίζει στον αιώνα του»

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025) (ISBN:978-6185739-79-9) συγκροτεί έναν λόγο βαθιά πολιτικό, κοινωνικό, υπαρξιακό και ιστορικά φορτισμένο, που επιχειρεί να αποτυπώσει τις εγγενείς αντιφάσεις και τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκών κοινωνικών και πολιτισμικών μετασχηματισμών.

Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, ο οποίος αντλείται από τον Μπόρις Πάστερνακ, διαμορφώνεται ένας πυρήνας προβληματισμού που υπερβαίνει τα στενά όρια μιας χρονικής ή ιστορικής αναφοράς και μετατρέπεται σε ένα αγωνιώδες ερώτημα για τη φύση και την ποιότητα του παρόντος. Το ερώτημα «Τι αιώνα κάνει έξω;» συνιστά έναν βαθύ υπαρξιακό και πολιτισμικό στοχασμό σχετικά με τη θέση του υποκειμένου μέσα σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από ρευστές κοινωνικοπολιτικές ανακατατάξεις, κρίσεις αξιών και φαινόμενα συλλογικής αποξένωσης. Πρόκειται για ένα ερώτημα το οποίο εκφράζει την ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να αναγνωρίσει μέσα σε ποιον αιώνα καλείται να ζήσει, να επιβιώσει, να διασώσει την ανθρωπιά του και να επαναδιεκδικήσει το τρίπτυχο: «Ελευθερία – Δικαιοσύνη – Αδελφοσύνη» (σ. 19).

Ερμηνευτικό κλειδί για την ανάγνωση της συλλογής αποτελούν και οι δύο στίχοι που επιλέγονται για το οπισθόφυλλο της έκδοσης από το ποίημα «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40): «Καλογιάννο, Καλογιάννο/σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!». Η εικόνα του ανθρώπου που «τραυλίζει στον αιώνα του» συμπυκνώνει τον κεντρικό άξονα της ποιητικής προβληματικής του Κοζία: την αγωνιώδη προσπάθεια του ανθρώπου της εποχής μας να κατανοήσει και να εκφράσει την ιστορική, κοινωνική και υπαρξιακή συνθήκη μέσα στην οποία ζει. Μέσα σε έναν κόσμο κρίσεων, διαψεύσεων και διαρκών μεταβολών, η ποιητική φωνή αναζητεί έναν λόγο ικανό να ερμηνεύσει τον καιρό της και να αντισταθεί στη λήθη.

Ο Γιώργος Κοζίας αποτυπώνει με ιδιαίτερη οξύτητα τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας φαινόμενα συλλογικής αδράνειας, κοινωνικού τέλματος και παθητικότητας, χαρακτηρίζοντας την εποχή μας στο ποίημα με τίτλο «Ερημόκαμπος» (σ. 14) ως «[…] Σε εποχή γερασμένη/Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα/χαύνωση ουρλιάζει, σε χαύνωση κοιμάται/και ξημερώνει σκουντουφλώντας/ανίδεος και ακαμάτης/σαν γελωτοποιός στον Άδη/κακορίζικε άνθρωπε/Σε εποχή γερασμένη/Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία».

Συνυφασμένη με αυτή την παρακμή είναι και η απώλεια της ιστορικής μνήμης, της πατρίδας και της αυθεντικής ανθρώπινης φωνής μέσα σε έναν κόσμο αποξένωσης και πνευματικής υποδούλωσης: «Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιον χρόνο / σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;». Το ερώτημα αυτό αποκτά έντονη υπαρξιακή διάσταση, καθώς ο σύγχρονος άνθρωπος παρουσιάζεται «Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης / Δούλος στρατώνος / Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά», εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα ηθικής διάβρωσης και ιδεολογικής χειραγώγησης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο ποιητής στηλιτεύει το σαθρό πολιτικό οικοδόμημα, στο οποίο κυριαρχούν «πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα» (σ. 12). Η εικόνα ενός κόσμου «που γδέρνει, κηδεύει και στενάζει […] Γένος αχόρταγο, άγριο γένος των ανθρώπων / Πού χάθηκαν οι γενναίοι ταμπάκηδες / με τους ωραίους τρόπους;» (σ. 15), αποτυπώνει την κρίση αξιών και την αποσύνθεση των ανθρώπινων σχέσεων σε αντιδιαστολή με το παρελθόν.

Στο ποίημα με τίτλο «Η Κόκκινη Ρεγκάτα» (σ. 18) αναπτύσσεται ένας γόνιμος διακειμενικός διάλογος με το ποίημα του Κ. Καρυωτάκη «[Είμαστε κάτι…]» (Καρυωτάκης, 1975) και την «Ξανθούλα» του Δ. Σολωμού, ο οποίος αποδίδει το αίσθημα της υπαρξιακής αγωνίας. Ο ποιητής επικαλείται την «Madonna θάνατε/λυπήσου τους θαλασσοδερμένους/Αυτούς που αγάπησαν/γοργόνες, κορίτσια της αλμύρας/κι όσους χάθηκαν στο Τούνεζι/στην Μπαρμπαριά από δίκοπο μαχαίρι/Τώρα κορμιά σκεβρωμένα/σπασμένες αντένες στα μουράγια…». Η κραυγή αγωνίας, «Madonna θάνατε/ποιος θα μας καθαρίσει από τη μοράβια;» εκφράζει την ανάγκη για μια εσωτερική και συλλογική κάθαρση από την υλική και πνευματική φθορά. Η αξιοποίηση ενός λεξιλογίου που αντλείται από τη ναυτική ζωή («σκαρί», «αλμύρας», «μουράγια», «του πελάγου αφρό») εντείνει τη διακειμενική συνομιλία με την ποίηση του Δ. Σολωμού, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα υπαρξιακής αστάθειας.

Οι πόλεις – «Αλεξάνδρεια, Θήβα, Πρέβεζα, Ερμούπολη, Κιλκίς» (σ. 12), «η Αθήνα, η Βηρυτός, το Μανχάταν, η Δαμασκός, η Οδησσός» (σ. 40) – λειτουργούν στην ποιητική σύνθεση του Γιώργου Κοζία ως έντονα προσωποποιημένοι τόποι, ως «τόποι μνήμης» (lieux de memoir) σύμφωνα με τον Pierre Nora (1996), οι οποίοι φέρουν το ιστορικό και υπαρξιακό φορτίο του ανθρώπου και μετατρέπονται σε σύμβολα της συλλογικής μνήμης και της πολιτισμικής παρακμής, συνθέτοντας ένα πολυδιάστατο ψηφιδωτό του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο κυριαρχούν ο πόνος, ο θάνατος, η υπαρξιακή μοναξιά και η διαφθορά, όπως αποτυπώνεται στην «Μπαλάντα των αμίλητων γλωσσών» (σ. 40):

Μελαγχολική η Αθήνα
Πληγωμένη η Βηρυτός
Έρημο το Μανχάταν
Άσυλο τρελών η Δαμασκός
Η Οδησσός ερωμένη μαστροπών

Ο κόσμος του Γ. Κοζία, κατακερματισμένος και αποσταθεροποιημένος, καθρεφτίζει την ανθρώπινη αγωνία. Η επιλογή πόλεων με έντονο πολιτισμικό φορτίο προσδίδει στη συλλογή οικουμενική διάσταση. Οι πόλεις λειτουργούν έτσι ως φορείς μνήμης και τραύματος, καθώς εγγράφουν στο σώμα τους ιστορικές εμπειρίες και συλλογικά βιώματα (Halbwachs, 2013). Η διάσταση αυτή ενισχύεται από τις βιβλικές και μυθολογικές αναφορές, οι οποίες προσδίδουν στον ποιητικό λόγο διαχρονικότητα και συμβολικό βάθος: «Είδα φυλές και έθνη με το σημάδι του Ιούδα […] Είδα τον Λάζαρο μανιακό με ένα φτυάρι» (σ. 19), «Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/Τεσσαρακοστά, Ετήσια/Λαζάρου και Θωμά/» (σ. 23), «Παράξενος κόσμος ψάχνει ενοικιαζόμενα/στην Ανάφη και βρίσκεται/εξόριστος στην Τροία» (σ. 34), «Για ένα γυαλί ρακή, σκάβω και θάβω/στα δείπνα της Εκάτης» (σ. 37), «και πέφτω σαν τον Δανιήλ στον λάκκο των λεόντων» (σ. 49).

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία είναι έντονα ανθρωποκεντρική, καθώς στρέφεται προς τον άνθρωπο που δοκιμάζεται και συνθλίβεται από τους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς μηχανισμούς της εποχής μας, αποδίδοντας παραστατικά την εικόνα ενός ανθρώπου εξουθενωμένου από τις κοινωνικές αντιξοότητες και εγκλωβισμένου σε μια κατάσταση παθητικής υποταγής: «Κι ο κόσμος φτωχός, μοναχικός/για μιας δραχμής τα γιασεμιά/χάνεται στο διάβολο-Βαρδάρη/τσακισμένος/από τις συμφορές, στεφανωμένος υποταγή» (σ. 12). Ταυτόχρονα ο άνθρωπος παρουσιάζεται αποδυναμωμένος, εγκλωβισμένος σε μια κοινωνία πνευματικής και ηθικής αποσύνθεσης: «Βλέπω τυφλούς ανθρώπους /στο Πουργατόριο να σέρνουν την τιμή τους/Έθνη της ηδονής και της κλεψύδρας» (σ. 15), «Κι εμείς μαύρη ζωή, κέρματα και θλίψη» (σ. 42), «Άλαλοι, τυφλοί, χωλοί/και μολυσμένοι, δημόσιοι υπάλληλοι/Αννόβερου βελάζοντας στις Θήβες/mehr nicht, mehr nicht» (σ. 47).

Παράλληλα, ο ποιητής εντάσσει στον ποιητικό του κόσμο τον άνθρωπο της ψηφιακής και τεχνοκρατικής εποχής, ο οποίος εμφανίζεται εγκλωβισμένος σε ένα απρόσωπο και αποξενωμένο σύστημα εργασίας και κατανάλωσης. Η προσφώνηση «Δούλε της Amazon» (σ. 56) λειτουργεί συμβολικά, αναδεικνύοντας τις νέες μορφές εξάρτησης και εκμετάλλευσης που επιβάλλει η παγκοσμιοποιημένη οικονομική πραγματικότητα. Αντίστοιχα, στους στίχους «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD/Και μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται/καλύτερα από τις μηχανές/καλύτερα από τους πάνθηρες/καλύτερα από χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα» (σ. 36), ο Κοζίας αποτυπώνει έναν κόσμο βίας, τεχνολογικής αλλοτρίωσης και εσωτερικής διάλυσης, στον οποίο η ανθρώπινη ύπαρξη απειλείται τόσο από τις μηχανές όσο και από την ίδια την ηθική αποσύνθεση της εποχής.

Ωστόσο, η ποίηση του Κοζία δεν εξαντλείται σε μια ζοφερή καταγραφή της σύγχρονης πραγματικότητας. Παρά την κυριαρχία εικόνων παρακμής, θανάτου και ματαίωσης, διαπερνά τη συλλογή μια επίμονη αναζήτηση ελπίδας και αντίστασης απέναντι στις δυνάμεις της υποταγής. Η ποιητική φωνή αρνείται να συνθηκολογήσει με την ιστορική και κοινωνική παρακμή, διατηρώντας ζωντανή την προσδοκία μιας μελλοντικής αναγέννησης: «Θα ’ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα/ΘΑ ’ΡΘΕΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΜΕ ΛΑΜΨΗ ΚΑΙ ΦΩΤΙΑ» (σ. 17) και «Ω άλογο του απελευθερωτή/Τι τραγουδάει το χορτάρι κάτω από τις οπλές;/Θα πιστέψουν τα πουλαράκια/ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ» (σσ. 28-29). Η χρήση των κεφαλαίων γραμμάτων λειτουργεί εμφατικά και μετατρέπει την ποιητική φράση σε κραυγή ελπίδας και πίστης στη δυνατότητα της συλλογικής αφύπνισης και της ιστορικής υπέρβασης και ο ποιητικός λόγος λειτουργεί ως σάλπισμα, ως κάλεσμα αντίστασης απέναντι στη λήθη.

Ο ελεύθερος στίχος, η αξιοποίηση του α΄ και του β΄ ρηματικού προσώπου, η συχνή επανάληψη λέξεων και στίχων, η εκτεταμένη χρήση σημείων στίξης, ο έντονα εικονοπλαστικός λόγος, η κεφαλαιογράμματη γραφή, καθώς και τα ερωτήματα και οι άμεσες προσφωνήσεις, αποτελούν βασικές γλωσσικές και υφολογικές επιλογές που προσδίδουν δραματικότητα και θεατρικότητα στον ποιητικό λόγο. Παράλληλα, συμβάλλουν στη διαμόρφωση ενός ισχυρού εσωτερικού ρυθμού, ενώ εντείνουν την εκφραστική δύναμη του ποιήματος και ενισχύουν την ανάδειξη των κοινωνικών, πολιτικών και υπαρξιακών προβληματισμών του ποιητικού υποκειμένου.

Η συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; συνιστά μια ουσιαστική ποιητική παρέμβαση στον δημόσιο και πνευματικό διάλογο της εποχής μας, που καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί με τα αδιέξοδα, τις διαψεύσεις και τις ευθύνες του σύγχρονου κόσμου. Έτσι, το ερώτημα του τίτλου παραμένει ανοιχτό όχι μόνο ως διαπίστωση της ιστορικής συγκυρίας αλλά και ως διαρκής πρόκληση αυτογνωσίας: σε ποιον αιώνα ζούμε και, κυρίως, σε ποιον αιώνα θέλουμε να ζήσουμε.

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

frear.gr 28/05/2026

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία συγκροτεί ένα άμεσα αναγνωρίσιμο σύμπαν στο σύνολο της σύγχρονης ποιητικής παραγωγής όπου είναι συχνά αισθητή η επανάληψη κάθε είδους. Το τρίτο βιβλίο του Κοζία Τι αιώνα κάνει έξω; κλείνει, τουλάχιστον έως τώρα, το ποιητικό σχέδιο που ξεκίνησε κυρίως με το Πολεμώντας υπό σκιάν και συνεχίστηκε με τον Εξάγγελο.

Ένα κύριο γνώρισμα της ποίησής του είναι η διαπλοκή του εαυτού/εγώ με το εμείς. Παράλληλα, είναι ορατή η συνάντηση με τους λόγους άλλων λογοτεχνών έτσι που η φωνή που μιλά αποκτά μια πολλαπλότητα και το ποιητικό υποκείμενο γίνεται μια πολυφωνία. Αυτή η ποίηση υψώνει πολιτικό λόγο ως φορέας προσωπικού και συλλογικού. Τα σύντομα λοιπόν βασικά χαρακτηριστικά του έργου του Κοζία είναι ο πολιτικός/κοινωνικός χαρακτήρας του και συνάμα ο πολυσήμαντος ρόλος του ποιητή, δεύτερον η διακειμενικότητα όχι μόνο ως δομικό συστατικό, αλλά ως συγκρότηση ενός ομιλούντος διακειμενικού εαυτού.

Από το πρώτο ποίημα η ποιητική φωνή παρουσιάζεται με σχεδόν τελετουργικό όνομα: «Εγώ ο Γεώργιος Βάαλ διχασμένος/με αρπάζει η νοσταλγία και τραγουδάω στις ταβέρνες». Ειρωνεία και τραγικότητα, γνώρισμα όλης της συλλογής κάνουν την εμφάνισή τους δυο φορές στο πρώτο αυτό ποίημα: «Όλα ήταν όμορφα/ τα άδεια χαμόγελα, το παγωμένος πένθος/οι παράδοξες ελπίδες».

Ο ποιητής είναι το σώμα όπου εγγράφεται η βία της ιστορίας και, ταυτισμένος με την αντίσταση, μας δίνει γνωρίσματά του στο «Το πορτρέτο του καλλιτέχνη τον καιρό του τραβήγματος της ψηλής σκάλας»: «Εγώ στις λάσπες, λέω, δεν πατώ, μήτε/βορά θα γίνω των θεριών/Παρά μονάχα την ψηλή σκάλα/θα ανεβαίνω/αγέρωχος, ευθυτενής/με τα κουδούνια και το ξυράφι των τρελών/». Καθώς ο ποιητής εκφέρει λόγο ως εκπρόσωπος ενός «εμείς» επικαλείται τον αρχικό ρόλο της ποίησης ως δημόσιας επιτέλεσης. Το εμείς αυτό νοείται ως φαντασιακή/επιθυμητή συσπείρωση και μαζί υπαρκτή κοινότητα που συμπάσχει και αφουγκράζεται τον ποιητή. Αυτός επωμίζεται τον παλαιό δημόσιο ρόλο του: είναι προφήτης, στοχαστής, απολογητής, κορυφαίος του χορού, στέκει στη μέση και διαλέγεται με τους άλλους. «Τι να τραγουδήσω;» είναι ο τίτλος ενός ποιήματος που στην εξέλιξή του απαντά στο ερώτημα. Η προστακτική του «εμείς» επανέρχεται απαιτώντας από τον ποιητή-οδηγητή: «Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Τους ψαράδες, τους περβολάρηδες, τους οδοιπόρους/»[…]Σαν νυχτερίδες κρέμονται οι ζωντανοί…/Μαυλίστρες οι προφήτες, οι πολιτικοί, οι Γραφές/[…] Τραγούδησε/Τι να τραγουδήσω/Τα Ιεροσόλυμα τρελαίνουν ή σκοτώνουν;[…] Τραγούδησε/ Τι να τραγουδήσω/Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Η ποίηση αναδεικνύεται σε δραστικό λόγο, σε κοινωνικό παράγοντα και ο ποιητής-προφήτης του Ρεμπώ επιστρέφει: παρατηρεί, σχολιάζει και κρίνει ενορατικά, δημόσιος εκφραστής και ταυτόχρονα ενοποιός δύναμη. Το μένος και το πάθος, η ενορατική δύναμη οδηγούν σε μια ρομαντική επαναστατικότητα: «Γρηγορείτε! Γρηγορείτε! / Θεοί τρομάζουν, λαοί αλαλάζουν / Νεκροί ξυπνούν, βασίλεια αφανίζονται» («Πατριδάλογο» 28). Ή:«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!». «Ακούστε μας/ ακριβοί μου νεκροί, είμαστε ζωντανοί//Γλέντα, Θλίψη, Χόρεψε, Θλίψη, Πέταξε, Θλίψη». «Φαντασία για μια χάλκινη σάλπιγγα».

Σε κάθε πάντως περίπτωση το εγώ γίνεται πέρα από δημόσιο, και πολυφωνικό μέσω του ισχυρού διακειμένου. Η διακειμενικότητα, όπως ήδη ανέφερα, δε λειτουργεί μόνο ως ρητή ή υπόρρητη κειμενική υπόμνηση, αλλά δομεί την ίδια τη φωνή εκφοράς του ποιητικού λόγου. Παστερνάκ, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Μαντελστάμ, Δάντης, Μοντεβέρντι, Καββαδίας αλλά και ιστορικά ή μυθικά πρόσωπα, μέρη ή στίχοι ή λέξεις από ποιήματα και τραγούδια, άριες ή θούριους συνθέτουν σίγουρα ένα παλίμψηστο λόγων αλλά ταυτόχρονα συγκροτούν μια πολυφωνία αφομοιωμένη οργανικά μέσα στην υφή και τη φωνή του ποιήματος, ώστε αυτή να ακούγεται ατομική αλλά και τόπος συνάντησης άλλων φωνών, ένας εαυτός ο ίδιος ένα διακείμενο, ένα πεδίο παραθεμάτων.

Η διακειμενικότητα εντέλει είναι τρόπος με τον οποίο η ποίηση του Κοζία σκέφτεται: μέσω ανακλήσεων, παραλλαγών, μεταμορφώσεων και επανεγγραφών ενός τεράστιου αρχείου, ιστορικού και λογοτεχνικού. Η ιστορία, παρούσα στο έργο του Κοζία, δεν εμφανίζεται ως απλή γραμμική αλληλουχία γεγονότων. Η επιμονή με τους ηττημένους, τους νεκρούς, τους εξόριστους, τους χαμένους αγώνες και τις φθαρμένες επαναστατικές υποσχέσεις, οι αναφορές σε επανάσταση, Κόκκινο Στρατό, Οκτώβρη, Μαρξ, διωγμένους και πολιορκημένους, όπως και η συνεχής επιστροφή σε ιστορικά ερείπια και συλλογικά τραύματα, δείχνουν ότι ο ποιητής δεν αντιμετωπίζει την ιστορία ως ουδέτερο παρελθόν αλλά ως πεδίο ανεκπλήρωτων ή προδομένων δυνατοτήτων. Χαρακτηριστικό το ποίημα «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»: «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ κάθισα και έκλαψα/Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα/καλπάζοντας, θερίζοντας/Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων/Τα στάχυα δεν κυματίζουν πια στην Ουκρανία//[…]Υπάρχουν κι άλλοι θάνατοι εκτός απ’ του κορμιού/[…] οι ελπίδες των γενναίων ανθρώπων, άγριες/ώρες που ζευγαρώνουν ζωντανοί με πεθαμένους//Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ πληρώσαμε τη γη/και κατακυριεύσαμε το Τίποτα/…».

Γι’ αυτό το ποιητικό σύμπαν του Κοζία μπορεί να περιγραφεί ως ποίηση αρχειακή, αποκαλυπτική/δυστοπική και ταυτόχρονα ελεγειακή, στοιχεία που αιτιολογούν απόλυτα τον τόνο της. Ακόμη περισσότερο, πρόκειται για έργο με ισχυρή ιστορική φόρτιση στο πλαίσιο ενός διαλόγου με την ιστορία: «Η ιστορία θα μας εκδικηθεί για αυτό που υπήρξαμε» («Addio terra, addio Cielo e sole, addio»). Έτσι θα την ονόμαζα ποιητικό επαναστατικό ιστορικό αρχείο αφού απαντούν επίκληση ιστορικών μορφών, επαναστατών, πόλεων, μαχών, συλλογικών τραυμάτων, αναφορά σε πατρίδα, χρήση συμβόλων, παλιές πόλεις και τόποι.

Ταυτόχρονα, κάθε τέτοια αναφορά διυλίζεται ποιητικά, μετασχηματίζεται από την ένταση του συναισθήματος, όπως και πάλι δείχνει το δεύτερο μότο από τον Εξάγγελο του λυρικού Ρίλκε αυτή τη φορά: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς/στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.». Το οικοδόμημα έχει ήδη υψωθεί ποίηση με πολιτικότητα και πολιτειότητα χωρίς στράτευση και ρηχή συνθηματολογία που συνδυάζει εύστοχα το εγώ που εξεγείρεται με το εγώ που στοχάζεται το παρελθόν –ιστορικό και ποιητικό– και διερωτάται για το μέλλον.

Ποιος είναι λοιπόν ο κόσμος στον οποίο όπου ποιητής αναλαμβάνει τον προφητικό ρόλο που περιγράφηκε παραπάνω; Μετακαταστροφικός, παροντικός αλλά και προφητικά μελλοντικός. Τα στοιχεία/χαρακτηριστικά του είναι διάσπαρτα σε πολλά ποιήματα: Πόλεις, νεκροταφεία, τάφοι, σκάλες, άλογα, ποτάμια, λιμάνια, χορτάρια, αίμα, στάχτη, μαχαίρια και ερείπια συναποτελούν ένα σταθερό υλικό που συναιρεί την ποιητική φαντασία με την ιστορία. Ένα από τα αρχικά μότο στον Εξάγγελο, αντλημένο από τον αμφιλεγόμενο Σελίν, αναφέρει: «δεν υπάρχει τίποτα/παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας/Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;/». Ο άνθρωπος εμφανίζεται εκτεθειμένος στη φθορά, στη βία, στην ιστορική συντριβή, σχεδόν πάντοτε απογυμνωμένος από ηρωικό κύρος. «Και πέρασε η Χρυσή Ορδή τροπαιοφόρα / καλπάζοντας, θερίζοντας / Πάνω από τα κόκαλα των νικημένων» («Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…»). Ή: «Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν/Κι άλλοι νεκροί περνούν/δίπλα στους κέδρους/κάτω από τον Πολικό Αστέρα//Κι εμείς τι μνημονεύουμε;/Τριήμερα με λίγο στάρι/Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων/» («Καντάτα του Γενισέι»). Όμως ο βαθιά επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της ποίησης εναποθέτει την ελπίδα ζωής στα άτομα μέσω του ποιητή και του λόγου του: «Και με τα νύχια γράψε/ στο χώμα επάνω το σωτήριον Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα» με κεφαλαία – έτσι κλείνει η συλλογή.

Αυτή η ποίηση συγκροτείται αντιλυρικά μέσα από τον λυρισμό της καθώς έχει ένταση, πάθος, μουσικότητα, αλλά δεν αποβλέπει στην καθαρή λυρική εξύψωση. Συνεχώς τη διακόπτει σχεδόν με βία, ειρωνεία, αποκαλυπτικές εικόνες, υλικά χαμηλά ή αποκρουστικά. «Ο έξω κόσμος trafficking, ρομπότ και LSD» («Καντέντσα του νεκροθάφτη»). Ή:«Η ελευθερία είναι σαν ένα μουλαρίσιο τομάρι» και μετά: «το τραγουδάω στίχο, στίχο / το τεμαχίζω μερίδα τη μερίδα» («Το δερματάδικο (Μπρεχτικό παράδοξο)»). Ο Κοζίας αφήνει τον εξομολογητικό λόγο και τη χαμηλόφωνη λυρική εσωστρέφεια υπέρ ενός σχεδόν ρομαντικού πολιτικού λυρισμού. Βασικό στοιχείο του έργου του είναι ένα υβριδικό υψηλό ύφος και η σύνθεση ενός τόνου μεταξύ υψηλού και λυρικού καταλήγοντας σε εξεγερσιακό σάλπισμα: υψηλή συγκινησιακή φόρτιση που μεταφέρεται στην/στον αναγνώστρια/αναγνώστη, καταγγελτικός παλμός που δίνει ένταση στα ποιήματα, πυκνή αποκαλυπτική εικονοποιία, επαναληπτικές επωδοί, με έντονη χρήση της προσφώνησης, επίκλησης, της επανάληψης, ιδιαίτερος ρυθμός, που καλούν τη συμμετοχή. Οι φράσεις επιστρέφουν ως μοτίβα, οι στίχοι οργανώνονται σε επαναληπτικές δέσμες, και το ποίημα αποκτά μια σύνθετη μορφή μεταξύ θρήνου, καντάτας, μπαλάντας, παραλογής ή σχεδόν λειτουργικού άσματος, στοιχείο που ενισχύουν οι επαναλήψεις στίχων, όπως στο «Στο κοιμητήρι του Στάρυ Κριμ…» που ανέφερα παραπάνω. Ο στίχος επανέρχεται τρεις φορές και οργανώνει ολόκληρο το ποίημα σαν θρηνητική επωδό.

Όλο αυτό το ποιητικό σχέδιο του Κοζία φαίνεται μεγαλεπήβολο γιατί ταυτόχρονα απαιτεί και την αναγνωστική συμμετοχή ως λογοτεχνική αρέσκεια/απόλαυση/κατανόηση και ως ιδεολογική συναίνεση. Νομίζω ότι ο Κοζίας επιτυγχάνει αυτή την ισορροπία ιδίως γιατί ελέγχει το βαθμό παρουσίας των συστατικών της ποίησής του χωρίς να αφήνει το προϋπάρχον ποιητικό σχέδιο να εξοβελίζει τη συγκινησιακή δυναμική των ποιημάτων του: «Στο μαγαζάκι της ζωής/Άνθρωποι κούκλες πανηγυριών/Άνθρωποι ζώα ιπποδρομίου/Όπου και να κοιτάξετε πεταλώνονται ψυχούλες/Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη/Και μένει έρημη η αγάπη» («Και μένει αφύλαχτη η σίκαλη») αφού «Ή χάνεις ή κερδίζεις ό,τι έχεις μιζάρει/Συνήθως χάνεις» («Αποπλάνηση με στεφάνι κηδείας»).

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

www.oanagnostis.gr 12/03/2026

Ο αιώνας της θλίψης και η γεωγραφία της καταστροφής

Ένα αναπάντεχο ερώτημα αποτελεί τον τίτλο της πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Γιώργου Κοζία, Τι αιώνα κάνει έξω; (Περισπωμένη, 2025). Ο ποιητής αναρωτιέται για τον «αιώνα» με την ίδια καθημερινή αγωνία που θα ρωτούσε κανείς για τον καιρό, αναζητώντας προστασία από τα στοιχεία της φύσης.

Ο τίτλος προέρχεται από τον δημιουργό του Δόκτορα Ζιβάγκο, Μπόρις Πάστερνακ (1890-1960), όπως σημειώνεται στην έκδοση. Διατρέχει ολόκληρη τη συλλογή, όχι ως ρητορικό ερώτημα, αλλά ως κραυγή αγωνίας. Άλλωστε, τόσο ο καιρός όσο και ο αιώνας δεν εμπνέουν ασφάλεια, γεγονός που συνειδητοποιούμε καθημερινά. Το ερώτημα αυτό συνεχίζει να μας θυμίζει πως, παρά την αλλαγή του αιώνα, τα πολιτικά και κοινωνικά αδιέξοδα παραμένουν έντονα. Ο ποιητικός λόγος μοιάζει να αδυνατεί να προσδιορίσει το ιστορικό ή ηθικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται, καθώς τα τραυματικά γεγονότα επαναλαμβάνονται με καταιγιστικό τρόπο και ο χρόνος εμφανίζεται θρυμματισμένος, με θεωρητικούς όρους «μετα-ιστορικός».

Στα ποιήματα της συλλογής, ο αιώνας βιώνεται ως παρατεταμένο παρόν κρίσης. Ο Κοζίας σκιαγραφεί με μελανά χρώματα τόσο τον αιώνα που ήδη διανύει το πρώτο του τέταρτο, όσο και εκείνον που προηγήθηκε: «Σε άλλον αιώνα σκουπιδιών / σε άλλη εποχή / κάνουν την τσάρκα τους / πολιτικάντηδες, μουνούχοι και καθάρματα […] Πικρό ψωμί και κίβηλη ζωή / Τί απέγινε των παλαιών πόλεων η οργή;» («Των παλαιών πόλεων η οργή»). Η διακειμενική αναφορά στον «Λαό των μουνούχων» και στους «Μοιραίους» του Βάρναλη είναι προφανής, υπογραμμίζοντας την πρόθεση του ποιητή να στηλιτεύσει τη σύγχρονη πραγματικότητα και να αφυπνίσει τον άνθρωπο απέναντι στο ηθικό και πολιτικό κατρακύλημα του κόσμου. Αξιοποιώντας μοτίβα φθοράς, αποσύνθεσης και αδυναμίας επικοινωνίας, η ποιητική συλλογή του Κοζία αναμετράται με την παρακμή του σύγχρονου πολιτισμού μπροστά σε έναν παρηκμασμένο, κουρασμένο και απονευρωμένο, τεχνοκρατικό και απάνθρωπο.

Οι πόλεις του κόσμου (η Θεσσαλονίκη, η Ιερουσαλήμ, η Αλεξάνδρεια, η Βηρυτός, η Οδησσός, το Λένινγκραντ, η Μόσχα) περιγράφονται ως μελαγχολικά πεδία ερήμωσης, πληγωμένες, έρημες, παραδομένες στον μαρασμό. Ο ποιητικός λόγος διατρέχει ιερούς τόπους που πνίγονται στο αίμα: οι πολιτείες του Δαυίδ και τα σοκάκια του Αλαδίνου μετατρέπονται σε σκηνικά βίας, όπου ο «κρότος και το αίμα» αποτελούν την καθημερινή πραγματικότητα. Η αίσθηση του τέλους απλώνεται πάνω από τα πάντα. Ο άνθρωπος παρουσιάζεται γυμνός, μόνος, ένας υποδουλωμένος στη μοίρα, παγιδευμένος ανάμεσα στην πλάνη και τον Μαμωνά.

Η κριτική του Κοζία για την ψηφιακή εποχή είναι, επίσης, αμείλικτη: η τεχνολογική πρόοδος βαδίζει παράλληλα με την ηθική καθίζηση. Ο κόσμος, «τυφλός σαν νυχτερίδα», παραδίδεται στη χαύνωση και την ανία. Ο θάνατος στοιχειώνει τη συλλογή, από τη «Madonna Θάνατο» έως το «Πριγκιπάτο του Θανάτου», υπογραμμίζοντας μια βία καθολική —πολιτική, κοινωνική, αλλά και γλωσσική.

Για τον ποιητή, ο άνθρωπος είναι «ανίατα περαστικός», ένα σώμα που αδυνατεί να ριζώσει στο σήμερα, παγιδευμένο σε έναν αιώνα κενό νοήματος. Το θεμελιώδες ερώτημα μετατοπίζεται: δεν είναι πλέον το «ποιος είμαι;», αλλά το «σε ποιον αιώνα υπάρχω;». Σε αυτό το πεδίο, η Ιστορία βιώνεται ως τραύμα και ως βάρος που συνθλίβει κάθε προσδοκία στο παρόν.

Όλα τα παραπάνω διατυπώνονται με ένα ύφος πολυεπίπεδο —ελεγειακό, σαρκαστικό, προφητικό και στοχαστικό—, απογυμνωμένο από περιττή ρητορεία. Ο λόγος του Κοζία συνδυάζει τον φιλοσοφικό τόνο με τον λυρικό υπαινιγμό και την κοινωνική αγωνία. Από τη μία πλευρά κυριαρχεί μια βαθιά μελαγχολία για όσα χάθηκαν («Πικρό ψωμί και κίβδηλη ζωή») και από την άλλη ένας αιχμηρός σαρκασμός για την κοινωνική σήψη («trafficking, ρομπότ και LSD»), που σε ορισμένους στίχους αποκτά προφητική διάσταση, προμηνύοντας το τέλος της εποχής («ΘΑ ΠΙΣΤΕΨΟΥΝ ΚΑΙ ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΝ», «Πατριδάλογο»).

Μορφολογικά, τα ποιήματα είναι σύντομα, σε ελεύθερο στίχο, με έντονη ρητορικότητα, που τονίζεται με τη συχνή χρήση θαυμαστικών, αποσιωπητικών, ξένων όρων και κεφαλαιογράμματων λέξεων ή μόνο με κεφαλαίο το αρχικό γράμμα (Ομορφιά, Θλίψη, Τέλος, Ανία, Θνητό, Μάταιο). Αν και στερούνται ομοιοκαταληξίας, τα ποιήματα διαθέτουν έναν ισχυρό εσωτερικό ρυθμό που θυμίζει ψαλμό, ενώ οι έντονες αντιθέσεις (π.χ. «το τσεκούρι ανθίζει», φως/σκοτάδι, μνήμη/λήθη) τονίζουν το χάσμα μεταξύ ιδανικού και πραγματικού. Η γλώσσα, τέλος, κινείται ανάμεσα στο καθημερινό και το υπαινικτικό· υιοθετώντας μια τραχιά, σχεδόν αντι-λογοτεχνική χροιά, η ποιητική φωνή μετατρέπεται σε κραυγή διαδήλωσης ή δημόσια καταγγελία.

Παράλληλα, ο Κοζίας αξιοποιεί ένα πλήθος διακειμενικών αναφορών σε ιστορικά πρόσωπα και λογοτέχνες. Αναφορές στον Φεραίο, τον Σολωμό, τον Παλαμά, τον Μπρεχτ, τον Μαγιακόφσκι, τον Χλέμπνικοφ, τον Καρυωτάκη, τον Βιγιόν, τον Σεφέρη, τον Καββαδία λειτουργούν ως πνευματικές σταθερές σε έναν κόσμο που χάνει τον προσανατολισμό του.

Στο ποίημα «Η Κόκκινη Ρεγκάτα», ο ποιητής επιστρατεύει τον Σολωμό για να αναδείξει την αντίθεση ανάμεσα στο υψηλό ιδανικό και τη διάψευση κάθε οράματος. Η επίκληση στη «Madonna Θάνατο» λειτουργεί ως μια σκοτεινή παραλλαγή της σολωμικής αναζήτησης του θείου, με τη διαφορά ότι εδώ η κατάληξη δεν είναι η λύτρωση, αλλά η «Κόκκινη Ρεγκάτα» των εξόριστων και των διωγμένων. Η παραπομπή στους στίχους από την «Ξανθούλα» του Σολωμού («Αν έβλεπα πανάκι / Ή του πελάγου αφρό») αντιπαρατίθενται στη «μοράβια» (το τοξικό υφαλόχρωμα) και στα σκεβρωμένα κορμιά. Η ειρωνεία είναι εμφανής: το «πανάκι» έχει αντικατασταθεί από «σπασμένες αντένες στα μουράγια». Ο Σολωμός δανείζει εδώ το μέτρο της απώλειας, υπενθυμίζοντας ένα λυρικό παρελθόν που φαντάζει ακατόρθωτο μέσα στη σύγχρονη «Βαβυλώνα», τη δική μας «σκοτεινή τσάρκα» στον 21ο αιώνα.

Παράλληλα, πλήθος είναι και οι αναφορές στην ποίηση του Καρυωτάκη. Στο ποίημα «Ο Ερημόκαμπος», ο Κοζίας εισάγει τον Καρυωτάκη ως σύμβολο υπαρξιακής συντριβής και ποιητικής θυσίας. Η αναφορά αυτή συνδέεται άμεσα με την προσφώνηση «Κακορίζικε άνθρωπε // Σε εποχή γερασμένη», ενώ η φράση «Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά» υποδηλώνει μια ποίηση που δεν εξαντλείται στον λόγο, αλλά αποτελεί σωματική και ψυχική προσφορά — μια «καρδιά στο πιάτο» έτοιμη προς κατανάλωση ή θυσία σε μια εποχή που την αγνοεί επιδεικτικά. Ο Κοζίας επιστρατεύει το καρυωτακικό κλίμα για να περιγράψει τη σύγχρονη πλήξη και το αδιέξοδο, προβάλλοντας τον Καρυωτάκη ως την «αλήθεια που πονάει» απέναντι στη σημερινή «Δημοκρατία της πλάνης».

Η συλλογή εμπλουτίζεται περαιτέρω με βιβλικές και μυθολογικές αλληγορίες (Βαβυλώνα, Γη Χαναάν, Τροία, Ωραία Ελένη), οι οποίες προσδίδουν οικουμενικότητα στο σύγχρονο δράμα. Ιδιαίτερα κομβικό είναι το ποίημα «Τι να τραγουδήσω;», καθώς θέτει το ζήτημα της ποιητικής λειτουργίας σε έναν κόσμο παρακμής. Ξεκινώντας με μια προσταγή αφύπνισης απέναντι στον κοινωνικό «λήθαργο», ο ποιητής αναρωτιέται μέσα από το επαναλαμβανόμενο ερώτημα «Τι να τραγουδήσω;» αν οφείλει να υμνήσει την ομορφιά της καθημερινότητας ή αν πρέπει να αναμετρηθεί, τελικά, με τη σκληρή πραγματικότητα.

Στο ποίημα, τα θρησκευτικά και μυθολογικά σύμβολα επιστρατεύονται για να περιγράψουν εύγλωττα τη σύγχρονη παρακμή: η «Βαβυλώνα η μεγάλη» γκρεμίζεται, ενώ ο έκπτωτος άγγελος καταλήγει «μισθοφόρος στις κρεατομηχανές της Ευρώπης». Πρόκειται για μια ισχυρή εικόνα που καταδεικνύει πώς τα υψηλά ιδανικά καταβροχθίζονται από τους «πολιτισμένους» λαούς. Οι προφήτες, οι πολιτικοί και οι Γραφές αποκαλούνται «μαυλίστρες» (πλανευτές), υποδηλώνοντας την καθολική προδοσία λόγων και υποσχέσεων. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι ζωντανοί μοιάζουν να κρέμονται σαν «νυχτερίδες», ενώ ένας «κόσμος χαλασμένος» σέρνει το νεκροκρέβατό του.

Στο τελευταίο μέρος, ο ποιητής απευθύνεται στον «Friedrich» (πιθανότατα στον Friedrich Hölderlin, τον υμνητή της ποίησης σε σκοτεινούς καιρούς), καταλήγοντας σε μια πικρή διαπίστωση: «Αυτή η καταραμένη εποχή πέτρωσε τα τραγούδια». Το «πέτρωμα» αυτό συμβολίζει την αδυναμία του λυρισμού να ανθίσει σε ένα περιβάλλον βίας και πνευματικής στειρότητας. Παρά την αρχική ευχή οι λέξεις να γεννηθούν σαν λουλούδια, η σκληρή πραγματικότητα τις μετατρέπει σε πέτρα, καθιστώντας το τραγούδι μια πράξη οριακή, σχεδόν ακατόρθωτη.

Συγκεφαλαιώνοντας, η συλλογή δεν απαντά στο ερώτημα «τι αιώνα κάνει έξω»· το κρατά ανοιχτό, σαν πληγή. Μας δείχνει έναν αιώνα σκληρό και βίαιο, σημαδεμένο από την πολιτική παρακμή, τις διαρκείς συγκρούσεις και την επιβολή των ισχυρών. Οι λέξεις που επανέρχονται —πολιτικάντηδες, καθάρματα, εξουσία, αίμα, κουρέλια, αγορά, ψέμα— το καταδεικνύουν εμφατικά. Ωστόσο, ο ποιητής δεν επιδιώκει μόνο τη συναισθηματική εμπλοκή του αναγνώστη, αλλά τον φέρνει αντιμέτωπο με τις ιστορικές και πολιτικές του ευθύνες. Η ποίησή του λειτουργεί ως «κέντρισμα» για όσους παραμένουν απαθείς μάρτυρες της σύγχρονης βαρβαρότητας και του ολέθρου. Γι’ αυτό και το ερώτημα του τίτλου δεν είναι αλληγορικό· είναι κραυγή πολιτικής αγωνίας και ρητή άρνηση συνενοχής σε έναν αιώνα παράδοξο και παράλογο.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

www.oanagnostis.gr 9/01/2026

Όραμα και πράξη στην ποίηση του Γιώργου Κοζία

εξόριστε Ποιητή,στο αιώνα σου,
λέγε, τι βλέπεις;
(Οδυσσέας Ελύτης)

Αν η Ποίηση αντανακλά από τους ουρανούς, τη μαγική εικόνα των αρχετύπων και της αιώνιας ομορφιάς, οι ποιητές ως δέκτες αποκρυπτογραφούν ό,τι εφανερώθη μυστικά από τη σιωπή των άστρων, εκφράζοντας με πυρετική γραφή το αισθητικό αποτύπωμα της ενατένισης και της αποκάλυψης των κρυμμένων αληθειών.
Ο Γιώργος Κοζίας, πιστός της Ποίησης, εμβαπτίζεται στα νάματά της, αναπαριστώντας με λέξεις ακριβών νοημάτων τις εκπορευόμενες έννοιες από «τα αχανή ανάκτορα της μνήμης»1 και την αχρονική ουσία της ψυχής. Στην αρμονική αυτή σύζευξη, όπου ενοραματικά και διαισθητικά γίνονται αισθητά τα ηχητικά κύματα του σύμπαντος, ο ποιητής διαμεσολαβεί και εμπνευόμενος διαλογικά αντιφωνεί και τα μεταλαμπαδεύει σε ύλη ονειρική. Τα δώρα της ποίησης που μας προσφέρει, είναι μια συνηγορία στην εκλέπτυνση του βίου, με την ακαταμάχητη έλξη του Έρωτος, που πάντα επενεργεί και θάλλει στου σώματος τη μνήμη, καθώς εναντιώνεται στη λήθη. Γι’ αυτό κανοναρχεί επαναληπτικά λόγια και εικόνες, απαντώντας με υπαρξιακή αγωνία και στοχασμό, στο αίνιγμα του κόσμου. Με τη συσσωρευμένη ποιητική ενέργεια, εξακτινώνει τις κυοφορούμενες ιδέες και επιδρά στην γλωσσική εκφορά των νοουμένων, εκφράζοντας με ρυθμολογία και μετρική αναλογία, «ήχους από την πρώτη ποίηση της ζωής μας».2 Έτσι, από τα μονοπάτια του νου και τα άδυτα της ψυχής, αντλεί αναμνήσεις και συναισθήματα και τα μετουσιώνει με σκέψη και φαντασία σε αρχιτεκτονικά άρτιες ποιητικές συνθέσεις.
Στην τελευταία του συλλογή με τίτλο «Τι αιώνα κάνει έξω;», διερευνά και απαντά με τη γραφή του, για ό,τι τεκταίνεται εξακολουθητικά, διερωτώμενος τι μένει στου χρόνου το πέρασμα. Με γρηγορούσα συνείδηση και με ψυχικά αποθέματα εκ της βιωμένης εμπειρίας κοπιάζει νυχθημερόν για να προλάβει τον καιρό. Αντιμάχεται με τη βίαια μεταβαλλόμενη συνθήκη, ορίζοντας ως αντίβαρο τις συντεταγμένες τής ευαισθησίας του και επιζητεί διακαώς την επικοινωνία με το έτερον.
«…Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιο χρόνο
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

Άχ Φραγκοράφτη, άχ, Χνούδι μου
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!»

Καταθέτει το απόσταγμα των μελετημένων θέσεών του, με τη μνήμη σταθερή αξία των προσανατολισμών του, αναζητώντας διέξοδο από τους εγκλεισμούς και τους επαπειλούμενους αποκλεισμούς των ορθοφωνούντων, ένεκα των καταδυναστευτικών επιρροών του «αρνητικού πνεύματος»3 που διαχέεται απειλητικά στο κοινωνικό σώμα.
«Ο ποιητής θα απαρνηθεί το άσμα του
ο στρατηγός θα τρέμει τις διαταγές του
ο ιερέας θα φοβάται τον άμβωνά του

Δεν είναι η Λειψία, δεν είναι το Ντεπώ
Ο Μαύρος Ήλιος του Αούστερλιτς
Της Αιγύπτου η πανούκλα
Δεν είναι η μάχη των Εθνών
Κι ο τάφος που ισιώνει τον καμπούρη

Καλογιάννο, Καλογιάννο
σπλαχνίσου τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»

Με την εν λόγω συλλογή, κλείνει τον κύκλο μιας επίπονης δημιουργικής πορείας και με συνειδητή απεύθυνση προς τον καθένα, αποστέλλει ό,τι πολύτιμο είχε εξορύσσει από την διακεκαυμένη ζώνη του νου, -εκεί όπου «η Ομορφιά, δεν είναι παρά η αρχή του Τρομερού»,-4 ως μηνύματα-σήματα ενός ελλοχεύοντος κινδύνου. Η συλλογή αποτελεί το απαύγασμα της τεχνικής ενός κατακτημένου ύφους γραφής, εμβαθύνοντας παράλληλα το περιεχόμενο, με τις έννοιες να ορίζουν την ποιητική και τη φιλοσοφία του, εκφράζοντας εν είδει προφητείας τη συλλογική μοίρα της ύπαρξης.
«Είδα χλωμή την πόλη των Φοινικόδεντρων
Σιωπηλό τον χρυσό κορυδαλλό
Τότε ακούστηκε η σφυρίχτρα του προφήτη
Που πας, Αμνέ του Θεού;

Λαοί φεύγουν, μετάνθρωποι έρχονται
στέκονται ανάποδα στην άβυσσό τους
σε αρχαίους τάφους, σε στέρνες
σε πηγάδια, μάσκες νεκρικές
κούφια κορμιά
ψυχές σκεβρωμένες στο Εγώ τους

Κάτω από το άστρο του Σκορπιού
Που πας, Αμνέ του Θεού;

Δούλε της Amazon, εργάτη του Ντιτρόιτ
Σκλάβε της Μαύρης Θάλασσας
Άνεργε του Πάτερσον
Νέοι Ιησού του Ναυή μας οδηγούν

Ξυπνάει ο χαλκός
Κι ο θάνατος βογκά, Πόλη διαλεχτή!
Οι κραυγές στην καρδιά της σάλπιγγας ηχούν

Γκρεμίζοντας
γκρεμίζοντας
γκρεμίζοντας
στα χαρακώματα, στους πύργους
στις επάλξεις, στο Υπερπέραν

Δούλε, εξέσπασάς με
Δούλε, εξέσπασας ως πάνθηρ στην Νέα Ιεριχώ

Και με τα νύχια γράψε
στο χώμα επάνω το σωτήριον

ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ!»

Διερωτάται επί των θεμελιωδών ζητημάτων για το μηδέν, το άπειρον, το Είναι και μη Είναι, την αρχή και το τέλος των πραγμάτων, προτείνοντας την αισθητική θεώρηση του κόσμου έναντι της δυσαρμονίας και του χάους. Εμφορούμενος από τα ιδεώδη των νοητών ανταποκρίσεων και αντανακλάσεων, προεκτείνει την τέχνη του έως τα απώτατα εκφραστικά σημεία ενός ιδιότυπου εξπρεσιονισμού. Μεταγράφει τα συλλογικά πάθη και τη δική του αγωνία σε στοχευμένη διαμαρτυρία, καθώς οι μηχανισμοί των εξουσιών διαμορφώνουν ανεπαισθήτως μια απανθρωποποιημένη πραγματικότητα που τείνει να καταστεί συνήθεια.
Μετέχει στο γίγνεσθαι, θέτοντας εαυτόν σε κάθε κοινωνική ενέργεια και διερωτώμενος για τη βία, αποφαίνεται «με λογισμό και μ’ όνειρο»5 για ό,τι αποσιωπάται και αποκρύπτεται, εγκλωβίζοντας τα δρώντα υποκείμενα. Προτάσσει λόγο και πράξη, δίνοντας σώμα και ψυχή, ως αποδεικτικά στοιχεία μετοχής. Προσδίδει, έτσι, στη φωνή του αναγνωρίσιμο τόνο, ταυτότητα και ιδιοπροσωπία. Δεν υποστέλλει τις σημαίες της αισθητικής, που ύψωσε εν μέσω καταιγίδας και, παρά τους ενάντιους ανέμους, αποτολμά τον πλου «πρόσω ηρέμα».6
«Θύελλες, θύελλες μας παρασέρνουν
Κι άλλοι νεκροί περνούν
δίπλα στους κέδρους
κάτω από τον Πολικό Αστέρα

Κι εμείς τι μνημονεύουμε;
Τριήμερα με λίγο στάρι
Εννιάμερα, όσα τα τάγματα των Αγγέλων
Τεσσαρακοστά, Ετήσια
Λαζάρου και Θωμά
και καθημερινής σε ξένο χώμα

να ρίχνεις τα δίχτυα στον μέγα Γενισέι
και ψυχούλα να μη βρίσκεις!

Ώ! Ποτάμι της απέραντης Ενότητας
Περνούν οι απόντες σαν τους γερανούς
Κι εμείς τι μνημονεύουμε;
Γυρνώντας και ξαναγυρνώντας μες στη δίνη
κοιτάμε τους θλιμμένους ουρανούς
Μάρτυρας ας είναι τούτος ο αγέρας – το ανώνυμο
κερί, ο τάφος Ουσάκοφ, το λιβάνι

Κι αυτός που μαχόταν και δεν μάχεται πια
Ώ! ποτάμι της απέραντης Ενότητας
Από άλλη όχθη σε αποχαιρετά

Ματιόρα, σε αγαπώ!

Έρχεται το τέλος, έρχεται πεινασμένο για λάφυρα
Σαν παγοθραυστικό και μας τσακίζει
Υψώνοντας λευκά οστά
Τρώγοντας και πίνοντας τρέλα και λησμονιά».

Δεν διστάζει να αναμετρηθεί με τους Δασκάλους, συνομιλώντας με τα μεγάλα πνεύματα της Ποίησης. Εμφανείς οι επιρροές από τους ποιητές Διονύσιο Σολωμό, Μίλτο Σαχτούρη, Μανώλη Αναγνωστάκη, Κώστα Καρυωτάκη, Πάουλ Τσέλαν, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Μπόρις Πάστερνακ και Μπέρτολ Μπρέχτ. Οι εκλεκτικές συγγένειες και η δημιουργική αφομοίωση των έργων τους αντιφεγγίζει και φανερώνει μια νέα εκφραστική δυναμική στη γραφή του.
«…Όταν προβάλει η αυγή κροκάτη
κι οι παλιοί Κορδελιέροι ξαναμοιράσουν τα χαρτιά
Ελευθερία – Ισότητα – Άδελφοσύνη

…βαθιά να μπαίνει το μαχαίρι και να δείχνει
ΤΟ ΔΙΚΙΟ ΑΝΗΚΕΙ ΣΤΟΝ ΜΑΡΑ!»

Στον «Εξάγγελο», σε άνιση πάλη και αγώνα, γράφει στον χρόνο των συντελεσθέντων πραγμάτων, θίγει με αιχμηρό τρόπο την ασχήμια της εποχής και δείχνει την ευθύνη ενός εκάστου.
«…Κάθε ομορφιά θα μαραθεί και θα σβήσει
όπου βασιλεύει σκουλήκι
και μούχλα και σήψη
Το σάβανό σου υφαίνουμε Γη
κι υφαίνουμε μέσα κατάρα διπλή
Υφαίνουμε το ανύφαντο
που μας καταδιώκει
υφαίνουμε καβάλα σ’ έναν τάφο
ακαταπαύστως…»

Λογίζει ως καθήκον του την υπέρβαση των καθημερινών πραγμάτων, αφού εξαντλήσει τη μετοχή του σε αυτά, προτάσσοντας πνευματική ετοιμότητα για να αντιμετωπιστεί κάθε αδικία. Υπερβαίνει τη διά του πόνου μονοδιάστατη έκφραση, επαληθεύοντας το παράλογο και την παλιά κατάρα, με αναφορά στα τραγικά πρόσωπα του αρχαίου μύθου.
«Ο Πελίας θρηνεί για τον τυφλό Θάμυρι
με τη λύρα του σπασμένη στα πόδια
Ο Μαρσύας διδάσκει αυλό τον εραστή του
Ακατάπαυστα ο Όκνος γνέθει ένα σχοινί κορδόνι…»

Στη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν», διακρίνεται ποιητική αδεία, εν είδει αποφθεγμάτων, υποδόρια ειρωνεία, με μια αυστηρή κριτική ματιά πάνω στα πράγματα και τους ανθρώπους.
Ως αγωνιστής της ζωής αποστρέφεται τις αλλοζονικές και εγωιστικές συμπεριφορές. Σάτιρες που δεν χαρίζονται σε κανέναν, ελεγείες για ό,τι μας συνέχει και μας θλίβει για τον φόβο, την ερημία, την αδυναμία να ζήσουμε.
«Οι προσπάθειές μας υπήρξαν ατελέσφορες
εκπλιπαρώντας μισό γραμμάριο ελευθερίας,
στα ωραία πάρτι γενεθλίων να κλαίμε,
τα γαλήνια μνημόσυνα να γελάμε…

Ποιοί λεηλάτησαν τα σπίτια
των επιθυμιών και των πόνων,
τα εφηβικά κορμιά, τα ερωτικά ενδύματα;
Τι χάσαμε, τι μας πήραν οι ύπατοι
οι ντελικάτοι θάνατοι, οι τελετάρχες φίλοι;

Οξυγόνο με δόσεις πάλι μας τάζουν
και με θλιμμένο ύφος
σε αμήχανες κηδείες με άνθη μας χλευάζουν»

Με συνείδηση και αυτογνωσία αναφέρεται στην προσδοκία για ό,τι παραμένει δυνάμει να φανεί. Αναστοχάζεται της ζωής του το ταξίδι και με αναγωγική αναφορά των βιωθέντων σε μαρτυρία, προβαίνει στον απολογισμό όλων των απονενοημένων διαβημάτων, πριν την πτώση των γενναίων στα ματωμένα πεδία. Αναγιγνώσκοντας τα αγγελτήρια, για ό,τι χάθηκε στη σκόνη του χρόνου, αποχαιρετά με νοσταλγία τους απογοητευμένους εραστές.
Ποιος ποιεί την νήσσαν;
Ποιος τα όνειρα θάπτει και θρηνεί απαρηγόρητος;
Πότε η ψυχή και το πνεύμα του ουρανού θα λάμψει στο σκοτάδι;
Ποια μουσική δονεί το Είναι με τον άμετρο ρυθμό του επέκεινα;
Ο Γιώργος Κοζίας απαντά με πύρινους στίχους και δραματικούς τόνους, αρνούμενος αφηγήματα, παραινέσεις και συναλλαγές στα εμπορεία και τα χρηματιστήρια του ψεύδους.
«…Η τοκογλυφία στέγνωσε τις καρδιές,
μάρανε τα νυφικά κρεβάτια,
τ’ αηδόνι έπαψε να κελαηδεί «Δικαιοσύνη»,
κι ο Ερμής, πάτρωνας των κλεφτών,
στην πολιτεία διαλαλεί:

«Κανάγιες, το ψωμί της Goldman Sachs σας τρέφει!»

Εξαργυρώνει την αλήθεια του με αίμα, παρηγορώντας τους «πεινώντες και διψώντες»7 για αθανασία και γράφει τα νικητήρια των απανταχού πολιορκημένων, με της τέχνης τη μεθυστική παρηγορία.
«…Τι μένει εδώ, τι πάει σε άλλον ουρανό
δρέποντας, δρέποντας άνθη;
Βέβηλα τα ιδανικά
Συντροφιά με το εφ’ ώ ετάχθη.

Κάθε μέρα μια έκτακτη πολιορκία…

ενός λεπτού «ανακωχή» λέξις τετριμμένη.
Η ύλη ολολύζει ή καγχάζει;

Ορμάει το Αδιέξοδο κι υπέροχα μας σφάζει».

Η «μελοποίηση έργων του»8 από τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο, αποτελεί την αισθητική κορύφωση μιας πρωτόφαντης σύζευξης λόγου και ήχου, έμπνευσης και επινοητικότητας, όπου η μελωδία, σαν άλλη ψαλμωδία, υμνεί την ομορφιά, κομίζοντας της μουσικής ποιητικής τα δώρα.
«…Οι ώρες θα περνούν, θα γυρίζουν τ’ άστρα,
οι ουρανοί θα παίζουν μπλουζ στην ερημιά μου…»

Ο Γιώργος Κοζίας πασχίζει για το ποιητικά δέον και, αν χρειαστεί σχίζει τα χαρτιά του, καίγοντας τις όποιες βεβαιότητες, για να μας προσφέρει στο τέλος την πεμπτουσία της τέχνης του ως «αγγελικό και μαύρο, φως».9

ΚΡΙΣΤΥ ΚΟΥΝΙΝΙΩΤΗ

www.poiein.gr 25/11/2025

Έχοντας διαβάσει κανείς και τις τρεις ποιητικές συλλογές της άτυπης τριλογίας του Γιώργου Κοζία, το «Πολεμώντας υπό σκιάν…» (2017) τον «Εξάγγελο» (2021), και τώρα το «Τι αιώνα κάνει έξω;» (εκδόσεις Περισπωμένη) διαπιστώνει τον επαναστατικό του λόγο, που ενεργοποιείται από την οργή του, την αγανάκτησή του, αλλά και τη βαθιά μελαγχολία του για τον σημερινό κόσμο. Καταγγέλλει και αφυπνίζει. Με την ελπίδα ότι ίσως κάποτε, κάπου θα συντελεστεί επιτέλους μια αλλαγή και θα επικρατήσει η ανθρωπιά επί της βαρβαρότητας.
«Τι αιώνα κάνει έξω;». Ερωτηματικός ο τίτλος της τρίτης ποιητικής συλλογής και θα έλεγε κανείς ότι το ερώτημα αυτό ζητά απάντηση. Ωστόσο, η εν λόγω συλλογή δεν προσφέρει απαντήσεις. Αντιθέτως, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, μας δίνει ένα κέντρισμα ώστε να σταθούμε απέναντι σε έναν κόσμο που εγκλωβισμένος στον πόλεμο, τη βία, τη φτώχεια, την απανθρωπιά, παραπαίει, σκοντάφτει και κατρακυλάει σε απύθμενη άβυσσο.

Σκοπός της ποίησης του Γιώργου Κοζία δεν είναι να παρασύρει συναισθηματικά τον αναγνώστη. Είναι ποίηση που φέρνει τον αναγνώστη προ των ευθυνών του. Του δίνει μια ώθηση να στοχαστεί σε επίπεδο ιστορίας, πολιτικής, συλλογικής μνήμης.

Δωρικά και αυστηρά τα ποιήματά του, δίχως τίποτα το περιττό, είναι γεμάτα αιχμές, αλλά και δίνουν χώρο στις σιωπές. Κάθε λέξη διαλεγμένη προσεκτικά, υπερασπίζεται τον λόγο ύπαρξής της και λειτουργεί ως οργισμένη –και απεγνωσμένη- κραυγή για όσα αποτρόπαια συμβαίνουν γύρω μας –κοντά ή μακριά μας, δεν έχει σημασία- κι εμείς στεκόμαστε –παραζαλισμένοι, άναυδοι- μπροστά τους, ως απαθείς μάρτυρες ενός συνεχόμενου κατήφορου, προς τον ανεπανόρθωτο όλεθρο.

Η γραφή του Γιώργου Κοζία, συνεπώς, έχει πολιτική διάσταση, όχι με τη στενή έννοια της ιδεολογίας, αλλά με την ευρύτερη ριζοσπαστική έννοια του να παίρνεις θέση στον κόσμο. Ο λόγος του είναι στρατευμένος, αλλά στρατευμένος στην ανάγκη της μνήμης, της ευθύνης, της αφύπνισης. Ο ποιητής εδώ δεν είναι θεατής, είναι μάρτυρας μιας εποχής που πνέει τα λοίσθια. Με τη δύναμη της γραφής του, αντιστέκεται μήπως και κάτι μπορέσει να διασωθεί. Επικαλείται τη μνήμη για να αντλήσει δύναμη και να σταθεί απέναντι στον ζόφο και να φωνάξει:

«πέτα καταραμένο ανθρώπινο Τίποτα, πέτα!», με την ελπίδα πως:

«θα ‘ρθει μια μέρα, μια ουράνια μέρα. /Θα ‘ρθει μια μέρα με λάμψη και φωτιά»

όπως γράφει στο ΔΕΡΜΑΤΑΔΙΚΟ (Μπρεχτικό παράδοξο).

Και μέσα από το ξύπνημα της μνήμης, προβάλλουν μορφές από το παρελθόν –ιστορικές, μυθολογικές, λογοτεχνικές– που διαπλέκονται με το παρόν, και παίρνουν θέση σε ένα πεδίο μάχης. Θυμίζοντας ότι η Ιστορία είναι σειρά από τραύματα, λάθη και αγώνες που επιμένουν να επιστρέφουν.

«Κι αυτός που υψώνει τύμβους/Κι αυτός που φτιάχνει τις καμπάνες/Όλοι από λάσπη είμαστε φτιαγμένοι».

Διότι πολύ απλά ο άνθρωπος είναι μια μηχανή αμετανόητης επανάληψης.

«Κακορίζικε άνθρωπε», αναφωνεί ο ποιητής:

«γυμνός και μόνος στο Βασίλειο της Ανάγκης/δούλος στρατώνος/ μοίρα σου η δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά.

Αχ Φραγκοράφτη, αχ! Χνούδι μου, μας έφαγε ο Ερημόκαμπος». Για να επισημάνει:

«τι μένει από τον άνθρωπο, ζωή χωρίς θέμα και ήρωα/φτιαγμένη από κενό γκρεμισμένη/μια πόρνη αιωνιότητα/να σφάζει με την ηδονή στο μαχαίρι».

Ζητώντας ευσπλαχνία για:

«τον άνθρωπο που τραυλίζει στον αιώνα του!»

Ο Γιώργος Κοζίας γνωρίζει ότι οι λέξεις του δεν θα σώσουν τον κόσμο, -αλλά ίσως θα πυροδοτήσουν τους ανθρώπους, ώστε να κρατηθούν ζωντανοί μέσα σ’ αυτή «την καταραμένη εποχή που πέτρωσε τα τραγούδια» όπως γράφει, να παλέψουν για ένα καλύτερο παρόν και ένα φωτεινότερο μέλλον. Υπερτονίζοντας αυτό και κλείνοντας τη συλλογή του, κραυγάζει με πάθος και προσμονή:

«Σαλπίστε, σαλπίστε, ίσως γίνει κάποιο θαύμα!».

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ

Περιοδικό Θράκα 17/11/2025

Η διαίσθηση ενός αιώνα

Ο χρόνος συνδέεται με τον τόπο και πλάθουν μαζί το τοπίο όπου κινούμαστε
ανέγγιχτοι πολλές φορές από τις μεταβολές. Απλά νιώθοντας τη φθαρτότητα πάνω
στη σάρκα μας και τα ξιφίσματα των ανέμων πάνω στο μαλλιά μας. Τότε σταδιακά
καθώς οι χρόνοι φεύγουν μαζί με τα δευτερόλεπτα και τις ώρες, σαν θαλασσινή
άμμος μέσα στα αφρώδη κύματα, αρχίζει η μεγάλη συνειδητοποίηση του αιώνα, της
εποχής και γιατί όχι;, ενός ολόκληρου κόσμου. Ενός κόσμου που σπαρταρά μέσα στα
σπάργανα του σύμπαντος, τόσο άγνωστου και ταυτόχρονα τόσο οικείου, που μας
καταπίνει κάθε μέρα μέσα στο σκοτάδι του.

Τη δική του διαίσθηση πάνω στον αιώνα μας και στον χρόνο που περνάει, στις
διαδικασίες εντός της πολιτισμικής μας ταυτοπροσωπίας και στα πολλαπλά
προσωπεία της κοινωνικοπολιτικής μας ταυτότητας προσφέρει ο παλιός γνώριμος
ποιητής Γιώργος Κοζίας στη νέα του ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο,
Τί αιώνα κάνει έξω; (εκδ. Περισπωμένη, Αθήνα 2025). Κάθε ποιητική συλλογή του
Γιώργου Κοζία είναι προφανώς και μια σημαντική συνεισφορά στην ελληνική
ποιητική παραγωγή καθώς και μια ποιοτική προσθήκη στο ελλαδικό πνευματικό
τοπίο. Αλλά η συγκεκριμένη έχει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όπως θα δούμε
σύντομα παρακάτω.

Πιο συγκεκριμένα, μέσα στη συλλογή του ο ποιητής, με τα μεγάλης φόρμας
ανομοιοκατάληκτα ποιήματα, αποτυπώνει με μακροπερίοδο και συμπυκνωμένο τόνο
όλα τα σημαντικά νοήματα της πραγματικότητας. Έτσι, ήδη από το πρώτο ποίημα της
συλλογής «Βάαλ ή ο μικρός θεός της Ομορφιάς» διατυπώνει το σεληνιακό τοπίο του
ακρωτηριασμού της ομορφιάς. Σκληρή εικόνα αποτυπωμένη μυθιστορηματικά και
μεγαλόσχημα. Μια, εν εξελίξει, προφητεία για τον πολιτισμό του αιώνα μας, μια
προφητεία για μια εποχή «γερασμένη» («Ο ερημόκαμπος»).

Παρά ταύτα, ο ποιητής δεν χάνει το θάρρος και το πάθος του ούτε φοβάται να
κυλιστεί στη δίνη που διαισθάνεται να τον περιβάλλει («Καντάτα του Γενισέι»).
Ούτως ή άλλως, ακόμη και στον θάνατο οι άνθρωποι πρέπει να τραγουδούν, και σαν
κουρέλια ακόμη να μιλάνε για νέες δόξες – κι όχι για ήττες («Ρεμβασμός στη στέπα»).
Έτσι, εξάλλου, η ζωή η ίδια προστάζει, που σαλπίζει μέχρι το ύστερο θαύμα,
καθοδηγώντας μας μέχρι τέλους στην ενεργή αλλαγή και όχι στην εύκολη καταφυγή
στη μεμψιμοιρία.

Κλείνοντας, έχουμε να κάνουμε για ακόμη μια άρτια ποιητική συλλογή του Γιώργου
Κοζία, ο οποίος σαν γνήσιος μάστορας του λόγου μας παρέδωσε ακόμη ένα
πνευματικό παιδί του. Για αυτό τον λόγο πρέπει να διαβαστεί προσεκτικά και με
διάθεση πραγματικής κατανόησης από τον αναγνώστη.

Ο ΕΡΗΜΟΚΑΜΠΟΣ

—Αντίο Φραγκοράφτη μου
—Αντίο Χνούδι μου
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΕΧΑΪΔΗΣ

Είναι στο πιάτο του Καρυωτάκη η καρδιά
Και στο τραπέζι του μαύρου πετεινού το κεφάλι
Κακορίζικε άνθρωπε

Σε εποχή γερασμένη

Τυφλός λαός, τυφλός σαν νυχτερίδα
Χαύνωση ουρλιάζει, με χαύνωση κοιμάται
και ξημερώνει σκουντουφλώντας
ανίδεος και ακαμάτης
σαν γελωτοποιός στον Άδη
Κακορίζικε άνθρωπε

Σε εποχή γερασμένη

Οι μέρες μας περνούν γεμάτες πάτρωνες και ανία
Σε ποια πατρίδα, σε ποιο χώμα, σε ποιόν χρόνο
σε ποια μνήμη, φωνή θα βγάλεις;
Γυμνός και μόνος στο βασίλειο της Ανάγκης
Δούλος στρατώνος
Μοίρα σου η Δημοκρατία της πλάνης και του Μαμωνά

~Αχ, Φραγκοράφτη, αχ, Χνούδι μου,
μας έφαγε ο ερημόκαμπος!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΑΝΘΟΠΟΥΛΟΣ

www.bookpress.gr 03/11/2025

Ποίηση στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας

Στην ποιητική έκφραση κυριαρχεί σε πολλούς δημιουργούς το αυστηρά ιδιωτικό σύμπαν. Το εντελώς ιδιωτικό δεν αφορά κανέναν, εκτός αν ένας και μοναδικός έχει βιώσει κάτι παρεμφερές. Το ζήτημα είναι πώς το ιδιωτικό βίωμα θα μετουσιωθεί σε κοινωνικό, πολιτικό και υπαρξιακό ποιητικό κείμενο που να αφορά τη μείζονα κοινότητα. Αυτός είναι ένας από τους λόγους που εδώ και πολλές δεκαετίες δεν διαβάζεται η ποίηση και συνεχώς φθίνει η ανάγνωσή της. Κυκλοφορούν εκατοντάδες συλλογές ποιημάτων, κάθε χρόνο, και μένουν στα αζήτητα ή πολτοποιούνται.

Ο ποιητής Γιώργος Κοζίας βρίσκεται στην αντίπερα όχθη της ιδιωτικότητας. Με την ωριμότητα που διαθέτει στην ποιητική έκφραση, κατακτημένη με κόπο, στην τελευταία του ποιητική συλλογή Τι αιώνα κάνει έξω; έχει αφουγκραστεί σε βάθος την κοινωνική, την πολιτική και την πολιτιστική ατμόσφαιρα του καιρού μας και βγάζει στο φως τις ανοιχτές πληγές, τα πάθη και τις υπαρξιακές αγωνίες του ανθρώπου.

Το χωνευτήρι που λέγεται παγκόσμιο σύστημα όλα τα αποχαυνώνει. Ο ποιητής εκφράζεται και διαβλέπει ότι οι ανοιχτές πληγές, τα πάθη και η υπαρξιακή αγωνία οδηγούνται στη σιωπή και από εκεί στη λησμονιά.

Η διακειμενικότητα είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της ποίησης του Γιώργου Κοζία. Φράσεις εμβληματικές των ποιητών μας ενσωματώνονται στους στίχους των ποιημάτων του συνειδητά ή ασυνείδητα. Ενδεικτικές περιπτώσεις: «ποιος έβλεπε πανάκι ή του πελάγου τον αφρό;» (Δ. Σολωμός, «Η Ξανθούλα», σελ. 18), «Όταν προβάλλει η αυγή κροκάτη» (K. Βάρναλης, «Οι μοιραίοι», σελ. 19), «ποιος σέρνεται με τη λύρα στον ώμο;» (Δ. Σολωμός, «Ελεύθεροι πολιορκημένοι», σελ. 21), «άφτιαστο κι αστόλιστο πώς θα σε πάρει ο Χάρος!» ( Κ. Παλαμάς, «Ο τάφος», σελ. 31), «Τα καράβια δεν τα πάμε, Μας πάνε!» (Ν. Καββαδίας, στο πεζό του «Βάρδια», σελ.32), «στον πόρφυρα τον τίγρη του πελάγου υποκλίνονται». (Δ. Σολωμός «Ο Πόρφυρας», σελ.32), «κορμιά και νιάτα σαν αστραπή.» (Ν. Γκάτσος, τραγούδι «στράτα τη στράτα», σελ. 35).

Οι στίχοι των ποιημάτων του πέφτουν σαν κεραυνοί, όσον αφορά τις καθιερωμένες θεωρήσεις της ιστορίας και του πολιτισμού, οι οποίες έχουν εμποτίσει σκόπιμα την παγκόσμια κοινότητα. Στα ποιήματα του Γιώργου Κοζία ποιοι είναι οι εξουσιαστές; Είναι οι πολιτικάντηδες, οι μουνούχοι, τα καθάρματα, οι πάτρωνες, οι βασιλιάδες, οι γραμματείς, οι φαρισαίοι, οι εκατόνταρχοι, οι αργυραμοιβοί κ.α. Και ποιοι είναι ακόλουθοι; Οι δούλοι, οι αγγελιοφόροι, οι υποταγμένοι, οι θλιμμένοι πολίτες και η ανθρώπινη ψυχή, που δεν εξεγείρεται. Οι στίχοι των ποιημάτων είναι καίριοι, λιτοί, πολύσημοι και πολυπρισματικοί. Η χρήση εκφραστικών τρόπων υπακούει στο παράδοξο, στο παράλογο, το υπερρεαλιστικό και το ρεαλιστικό συνάμα, ώστε να εξυπηρετούν την εδραιωμένη ποιητική έκφραση του ποιητή.

Ας δούμε πώς βλέπει ο ποιητής, μέσα από τους στίχους του, την πόλη και τη ζωή των κατοίκων, εντός της κρεατομηχανής της. Αφού, ως επί το πλείστον, εκεί λιμνάζει σαπίζοντας πια η ζωή. Γιατί, όπως μας λέγει ο γενάρχης της νεοελληνικής ποίησης: «Δεν το ’λπιζα να ’ν’ η ζωή μέγα καλό και πρώτο!» (Δ. Σολωμός, «Πόρφυρας»). Ο Γιώργος Κοζίας μάς δίνει ένα ψηφιδωτό στίχων πάνω στο θέμα.

Ποιος έχει αναλογιστεί πόσοι άνθρωποι κοιμούνται στα χαρτοκούτια στα υπόστεγα των πόλεων της παγκόσμιας κοινότητας; Ο ποιητής μάς λέγει αδρά:

Κι ὁ κόσμος φτωχός, μοναχικός
γιὰ μιᾶς δραχμῆς τὰ γιασεμιά
χάνεται στὸ διάβολο-Βαρδάρη
τσακισμένος ἀπὸ τὶς συμφορές,
στεφανωμένος ὑποταγή. [σελ.12]

(…)

Πικρό ψωμί καὶ κίβδηλη ζωή [ σελ.13]

Η ζωή υπάρχει σαν ερημόκαμπος, όπως στον ασάλευτο κάμπο ή την άνυδρη έρημο ή τη στέρφα στέπα. Ο Κεχαΐδης την παριστάνει με γλαφυρό τρόπο στο θεατρικό έργο του Το πανηγύρι. Και στο ποίημα «Ερημόκαμπος» του Κοζία διαβάζουμε:

Τυφλός λαός, τυφλὸς σὰν νυχτερίδα
Χαύνωση οὐρλιάζει, μὲ χαύνωση κοιμᾶται
καὶ ξημερώνει σκουντουφλώντας
ἀνίδεος καὶ ἀκαμάτης
σὰν γελωτοποιὸς στὸν Ἅδη

Κακορίζικε ἄνθρωπε
Σὲ ἐποχὴ γερασμένη

Δοῦλος στρατῶνος
Μοίρα σου ή Δημοκρατία τῆς πλάνης καὶ τοῦ Μαμωνά [σελ.14]

Τελικά, ποιος θα μας σώσει από την ψεύτικα λουστραρισμένη ζωή, ρωτάει ο στίχος:

ποιός θὰ μᾶς καθαρίσει ἀπὸ τὴ μοράβια; [σελ.18]

Είναι ο άνθρωπος και η ζωή ό,τι μας λένε οι πιο κάτω στίχοι:

Ὁ ἄνθρωπος εἶναι μιὰ προκατάληψη
κι ἡ ζωὴ μιὰ ἐμποροϋπάλληλος
ἀπ᾿ τὸ Μόναχο
σὰν τὴν Εὔα Μπράουν
μὲ τὸν ἀρχαῖο φόβο στὰ μάτια [σελ.25]

Εἶναι οἱ ὧρες τοῦ θανάτου
ποὺ κυλάει αἱμάσσουσα
ἡ ζωή καλπάζοντας, καλπάζοντας [σελ.28]

Μοιάζει ουτοπία η ζωή, επειδή τα δύο κοινωνικά συστήματα σάπισαν, πρώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού και μετά από χρόνια, σαπίζει και η δύση. Η λύση για αντίσταση της ζωής αναζητείται.

Αποπλάνηση τῶν ἀστῶν τὰ πλούτη
καὶ ἡ Bandiera rossa τοῦ ἐργάτη [σελ30]

Αν θέλουμε τη ζωή, η οποία πατρονάρεται σε όλες τις εκφάνσεις της, ζωντανή, δεν μένει τίποτα άλλο εκτός από ρήξεις και καθημερινές επαναστατικές πράξεις. Πριν γίνουν όλα σκόνη των άστρων, αξίζει να ζεις με δυναμισμό και να σπάσεις το στημένο παιχνίδι που μας σκεπάζει. Μια διέξοδος που ταιριάζει στην πραγμάτωση του Είναι μας.

Διψᾶς, ζωή – Γύρεψε, ἅρπαξε, σκόρπα

Γιατί,

Ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει· τὸ χρυσάφι
χάνεται ἡ δόξα γίνεται σκόνη [σελ.32]

Ὅλη ή ζωή συνοπτικὰ καὶ σὲ προσφορά
Σκόνη, τέφρα, σκιὰ χωρὶς μορφή,
χωρὶς θρίαμβο, χωρὶς πάθος [σελ.33]

Παράξενος κόσμος ψάχνει ἐνοικιαζόμενα στὴν Ἀνάφη
(…)
Ξέμπαρκος κόσμος ἐλπίζει, μάταια ἐλπίζει
στὸ ἴδιο μουράγιο ἀνάστροφα γυρίζει [σελ.34]
Έτσι εγκλωβισμένοι όλοι, ας ανοίξουμε με θυμό έναν διάδρομο,

Ἄσε τὴ ζωὴ νὰ κροταλίζει, νὰ κροταλίζει
στὴν ἀπύθμενη φύση, ἀπύθμενα

Γιατί να ξοδεύεται η ζωή όπως πιο κάτω:

Ὁ ἔξω κόσμος trafficking, ρομπότ καὶ LSD
Καὶ μέσα μας λείψανα ξεσκίζονται
καλύτερα ἀπὸ τὶς μηχανές
καλύτερα ἀπὸ τοὺς πάνθηρες
καλύτερα ἀπὸ χιλιάδες ἅρματα δρεπανηφόρα [σελ.36]

Κι ἐμεῖς μαύρη ζωή, κέρματα καὶ θλίψη [σελ.42]

Τι μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ένα κούφιο καλάμι
(…)
Τί μένει ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ζωὴ χωρὶς θέμα καὶ ἥρωα [σελ.43]

Στὸ μαγαζάκι τῆς ζωῆς
Ἄνθρωποι κούκλες πανηγυριῶν
Ἄνθρωποι ζῶα ἱπποδρομίου [σελ.45]

Ἀγῶνες γιὰ τὸ ψωμὶ καὶ τὸ κρεβάτι
Ἔρωτες, πλήξη, σάρκες χαμένες
Τριαντάφυλλα μαῦρα τὸ βασίλειό μας
mehr nicht, mehr nicht [σελ.47]

Για τα προσεχή χρόνια, οι πολίτες -με ανθρώπινα δικαιώματα- του κόσμου θα προσφωνούνται όπως πιο κάτω:

Δοῦλε τῆς Amazon,
ἐργάτη τοῦ Ντιτρόιτ
Σκλάβε τῆς Μαύρης Θάλασσας
Ἄνεργε τοῦ Πάτερσον [56]

Η εκάστοτε άρχουσα τάξη και ιδιοκτήτρια, εθνών, χωρών, υποταγμένων και μη, φανερά και αθέατα, επιδιώκει πάση δυνάμει να τελειώνει εκτός των άλλων και με την ομορφιά, δηλαδή με τον πολιτισμό. Επιλέγοντας τον τελευταίο στίχο από το πρώτο ποίημα της συλλογής, «Βάαλ ή ο μικρός θεός της ομορφιάς», ο ποιητής μάς τραγουδάει ρεαλιστικά ότι οι δήμιοι έχουν στόχο τον μικρό θεό της ομορφιάς με ό,τι αυτό σημαίνει.

Τώρα οἱ δήμιοι δοκιμάζουν τὴν τέχνη τους
πάνω στὸν μικρὸ Θεὸ τῆς Ὀμορφιᾶς. [σελ.11]

Οι δήμιοι δεν χρειάζονται γκιλοτίνα, έχουν τρόπους να σκοτώσουν ψυχές, σύγχρονους, τέλεια αποτελεσματικούς. Επιλέγω το ποίημα «Απεραντοσύνη…» για να δοθεί με εμφατικό τρόπο τι ζούμε πια εδώ, παραλυτική αδιαφορία και ιδιωτικότητα.

Ἐδῶ ἡ Τάξη ἀποκεφάλισε τὴν Ὀμορφιά
Ἐδῶ κυβερνάει τὸ Θνητό Ἐδῶ τὸ Μάταιο
χτυπάει τὰ κρόταλά του

Καὶ πάνω ἀπὸ τὰ ἔργα τῶν ἀνθρώπων
Κορυφὴ τῆς Ἐπανάστασης
Κορυφή Κάρλ Μάρξ
Κορυφὴ τῆς φρουρᾶς τοῦ Ὀκτώβρη
Κορυφή Βλαντίμιρ Μαγιακόφσκι
Σέλας ὡραῖα, ὡραῖα σὰν ὄνειρο ἂς λάμψει

Απεραντοσύνη στοὺς γαλαξίες χαράζεις τὸ ὄνομά σου. [σελ. 42]

Στο ποίημα «Αναπνέοντας ελευθερία ριψοκίνδυνη» πολύ γλαφυρά μας επισημαίνει ότι είμαστε τα τελευταία εξεγερμένα κύτταρα τα οποία είναι ήδη νοερά στο δρόμο για τα νεκροταφεία.

Εἴμαστε οἱ τελευταῖες ἐξεγέρσεις τῶν κυττάρων
στὰ ἑνωμένα νεκροταφεῖα τοῦ ἀνθρώπου. [σελ.22]

Δίνει το τρίστιχο ποίημα «Στροφή για τα παιδιά» μια αισιοδοξία για το πότε μπορεί να υπάρξει διέξοδος.

Ὣς νὰ λαλήσει ὁ πετεινός στὸ νεκρικό κρεβάτι
Οἱ χειρότεροι θὰ βασιλεύουν θλιμμένοι
Καὶ οἱ καλύτεροι θὰ σπαράζονται ἀπὸ τὴ λήθη. [σελ.27]

Με απλά λόγια, μας ορίζει τον χρόνο που θα πραγματωθεί τούτο, και θα είναι όταν οι καλύτεροι θα πάψουν να συνωστίζονται δεύτεροι-υποταχτικοί, στη λήθη.

Στο τελευταίο ποίημα, «Φάντασμα για μια χάλκινη σάλπιγγα», νιώθεις την εναγώνια προσπάθεια του ποιητή, έστω και την ύστατη ώρα, να γίνει κάποιο θαύμα. Εδώ, εντέλει, λειτουργεί προφητικά.

Δοῦλε, ἐξέσπασμάς με
Δοῦλε, ἐξέσπασας ὡς πάνθηρ στὴ Νέα Ἱεριχώ

Καὶ μὲ τὰ νύχια γράψε
στὸ χῶμα ἐπάνω τὸ σωτήριον
ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΣΑΛΠΙΣΤΕ, ΙΣΩΣ ΓΙΝΕΙ ΚΑΠΟΙΟ ΘΑΥΜΑ! [σελ.57]

Τέλος, μέσα στη συλλογή, βρήκε θέση η λέξη μετα-άνθρωπος: «Λαοὶ φεύγουν, μετάνθρωποι ἔρχονται» [σελ. 56].

Κατά πόσο θα πάει ο κόσμος με αυτά που σχεδιάζουν και επιβάλλουν οι ιδιοκτήτες της τεχνολογίας, οι κυβερνήτες των κερδών, είναι ένα ενδεχόμενο, αλλά αν σφάξουμε το μέλλον, όπως γράφει ο Γιώργος Κοζίας, ίσως προκύψει το θαύμα. Αλήθεια, μετά όσα προηγήθηκαν, τι αιώνα κάνει έξω;

.

ΕΞΑΓΓΕΛΟΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ

www.periou.gr 15/06/2024

Εξάγγελος είναι ο αγγελιαφόρος. Στο αρχαίο δράμα είναι το πρόσωπο που εμφανίζεται στη σκηνή, για να αναγγείλει όσα δεν διαδραματίζονται μπροστά στους θεατές. Στην περίπτωση του Γιώργου Κοζία, ο οποίος επιγράφει την έβδομη ποιητική του συλλογή με τον τίτλο Εξάγγελος (εκδόσεις Περισπωμένη, 2021), τα πράγματα δεν ακολουθούν τη νομότυπη από το αρχαίο δράμα σειρά. Στην ποίηση του Κοζία ο πληροφορητής δεν φέρνει στο (αναγνωστικό) κοινό νέα, ευοίωνα ή δυσάρεστα, καθώς δεν πρόκειται για νέα. Δηλαδή, ο εξάγγελος του Γιώργου Κοζία μεταφέρει με το στόμα του διαχρονικές αλήθειες, οι οποίες είναι γνωστές αλλά όχι εμπεδωμένες, καθώς φαίνεται από την Ιστορία, στη συνείδηση των ανθρώπων. Επομένως, πετυχαίνει μια άλλη σύμβαση του αρχαίου δράματος. Η υπόθεση είναι γνωστή. Το κοινό γνωρίζει την έκβαση. Το διακύβευμα δεν είναι, λοιπόν, άλλο παρά η οπτική, ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο παρουσιάζονται αυτές οι διαχρονικές αλήθειες γύρω από τη ζωή, τον θάνατο, την αιματοκυλισμένη ανθρωπότητα και τον διάτρητο κοινωνικό ιστό. Για τον σκοπό αυτό ο Κοζίας επιλέγει να σμιλεύσει ποιητικό λόγο αρκετά συμβολικό και υπαινικτικό. Μπολιάζει τις ποιητικές του καταγραφές με πρόσωπα, γεγονότα, μύθους και ήρωες του παρελθόντος μετακυλώντας αλληγορικά τη δράση τους στο απτό παρόν υπαινισσόμενος τα κακώς κείμενα της εποχής του στην οποία και ο ίδιος ακούσια εντάσσεται, ζει και δημιουργεί.

Η συλλογή, η οποία περιλαμβάνει τριάντα οχτώ ποιητικά κείμενα εκ των οποίων τα περισσότερα διαστέλλονται σε μία σελίδα – πρόκειται για ποίηση σύγχρονη, μοντέρνα κατά τόπους υπερρεαλιστική με εμφανείς, εντούτοις, επιρροές στον ρυθμό και στο γλωσσικό εργαλείο από την παράδοση – θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι υπηρετεί έναν διττό στόχο. Επιχειρεί αφενός να χαρτογραφήσει τη ζωή αντιθετικά προς τον βιολογικό και πνευματικό θάνατο και αφετέρου να αφυπνίσει τους νοητικά κεκοιμημένους αρθρώνοντας κοινωνικό και πολιτικό λόγο.

Για τον πρώτο στόχο, μπορούμε σταχυολογώντας να φωτίσουμε ενδεικτικά κάποιους στίχους. «Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε/ ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει.» (Από το ποίημα «Ο Ελαφοκυνηγός», σ. 26) «[…] μια ζωοπανήγυρις ο βίος/ κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας/ με τον κουβά και τον σανό του/ περιμένει τον τσαμπάση» (Από το ποίημα «Θηβαϊκός κύκλος», σ. 32) «Ο κόσμος/ δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε/ Θάντος επί πιστώσει/ Αυτό είναι όλο» (Από το ποίημα «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο», σ. 41) «Όλη η ζωή μας/ ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες» (Από το ποίημα «Όνειρο στο κύμα», σ. 42) «Φτερόποδη η ζωή κι εμείς λαχανιασμένοι/ μες στις ρωγμές του ύπνου/ Είμαστε όλοι το ξέφτισμα του μύθου/ για ενός λεπτού τιμή/ για ένα άφες ημίν, για λίγο τράτο» (Από το ποίημα «Σπαμένο ρέκβιεμ», σ. 49). Να σημειωθεί εδώ ότι κατά την περιδιάβαση της συλλογής, ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί τον διακειμενικό διάλογο του ποιητικού λόγου του Κοζία και να στοχαστεί τις ρητές ή άρητες, έξω και έσω κειμενικές αναφορές σε συγγραφείς και λογοτεχνικά έργα. Αναφέρονται ενδεικτικά οι αναφορές στους: Σελίν, Ρίλκε, Ζαχς, Τράνστρεμερ, Γκριν, Ταρκόφσκι, Σολωμός, Λαπαθιώτης, Σεφέρης, Παπαδιαμάντης, Αναγνωστάκης, Σικελιανός, Παπαδημητρακόπουλος, κ.ά.

Τον δεύτερο στόχο υπηρετεί η συνειρμική και υπαινικτική λειτουργία της γλώσσας και ο προτρεπτικός λόγος από την πλευρά του ποιητικού υποκειμένου. Το ποιητικό υποκείμενο αντιτίθεται σθεναρά στη πνευματική αποχαύνωση και τον εφησυχασμό με στίχους που ατσαλώνουν τον κοινωνικοπολιτικό στοχασμό του. Η επιδίωξη της γνώσης ανάγεται σε ακρογωνιαίο λίθο της υπόστασης του ανθρώπου, ενώ η άγνοια ούσα ανεπίτρεπτη, ειδικά στην εποχή μας που επικρατεί ο κατακλυσμός πληροφοριών και η ραγδαία επικοινωνία των ειδήσεων από όλον τον κόσμο, καυτηριάζεται και στηλιτεύεται από το ποιητικό υποκείμενο με λόγο άλλοτε ειρωνικό και κυνικό (με ευδιάκριτη την καρυωτακική επιρροή) και άλλοτε εκπεφρασμένο ως δριμύ κατηγορώ. Ο Κοζίας υφαίνει μια ποίηση – ωδή στον ανήσυχο και δρώντα νου.

Θα φωτίσουμε και πάλι ενδεικτικά κάποιους στίχους προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων. « – Σκιά όνου έξω από τα τείχη/ η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!// Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών.» (Από το ποίημα «Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους», σ. 13). «Αγοράστε τους ένα Tablet εγκεφάλου/ μια χρυσή προσωπίδα/ Χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/ μια αυταπάτη, μια φρούδα ελπίδα/ “Τι σπάει δεσμά και τυράννων αλυσίδες;” (Από το ποίημα «Σε άνιση πάλι κι αγώνα», σ. 18). «Κι εμείς τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/ Ω, τι ωραία πέφτουμε/ δημόσιοι κι ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων.» (Από το ποίημα «Ζωώδες επαρχείον», σ. 24) «Κατάρα, παλιά κατάρα/ με το αυγό του φιδιού στην κλίνη/ Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι/ και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα» (Από το ποίημα «Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;», σ. 52-53). «Κοιτάξτε, ζωντανοί, το απελπισμένο/ Ζυγόν δουλείας αν λησμονήσετε/ Στη λήθη όλο το σπασμένο […] Πηγαίνετε στους αφίλητους/ στους ξένους, στους αλυσοδεμένους/ στους πένητες, στους άγρια σκοτωμένους» (Από το ποίημα «Μασάντα/άσμα εγερτήριο», σ. 55-56).

Παράλληλα, ο ποιητής κλείνει το μάτι στους παράταιρους άλλους, ή τουλάχιστον σε αυτούς που φαίνονται να είναι έτσι, σε αυτούς που επιμένουν να ονειρεύονται έναν κόσμο καλύτερο, σε αυτούς που έχουν στόχους και παραμένουν στην ουσία τους άνθρωποι, σε αυτούς που υπερασπίζονται το όραμά τους αλλά εν τέλει αποτυγχάνουν και πληγώνονται βαθιά, όταν βλέπουν τις προσδοκίες τους και τις προσπάθειές τους να καταρρέουν, σε αυτούς που χλευάζονται εξαιτίας των διαφορετικών τους πεποιθήσεων ή και επιδιώξεων, σε αυτούς που θέλουν να κάνουν την αλλαγή και να πετύχουν κάτι όχι μόνο για ίδιον συμφέρον αλλά και για το συλλογικό. Στην κατηγορία αυτή εμπίπτει και ξεχωρίζει το ποίημα «Ο Κύριος δεν σώζει αυτούς που πέφτουν» με το οποίο ο Κοζίας μάς θυμίζει την περίπτωση του Άλμπρεχτ Λούντβιχ Μπέρμπλινγκερ (1770-1829), γνωστόν και ως ο Ράφτης της Ουλμ, ο οποίος προσπάθησε να πετάξει κατασκευάζοντας το πρώτο αιωρόπτερο. Η προσπάθειά του απέτυχε και κατέπεσε στον Δούναβη. Διασώθηκε αλλά η πράξη του έγινε αντικείμενο κοροϊδίας και υπαινιγμών κατά των 19ο αιώνα.

Κλείνοντας αυτό το σύντομο κριτικό σημείωμα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι για τον Κοζία η ποίηση επιδιώκει να αναχαιτίσει τη λήθη. Τη λήθη των ακράδαντων παραδειγμάτων της παγκόσμιας ιστορίας που διαυγάζουν ότι το «κουτσό της μοίρας αμαξάκι» (από το ποίημα «Της μοίρας το αμαξάκι», σ. 47-48) ωθεί τον ευσυνείδητο και εν εγρηγόρσει ανθρώπινο νου να αποτινάζει τα δεσμά και να παλεύει για την ελευθερία του όσο ζει, όσο αναπνέει. Σε τούτη τη βιωτή αυτό είναι το μέγιστο αγαθό. Άλλωστε στο επέκεινα τα πράγματα είναι εξίσου ξεκάθαρα: «Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;/ Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου/ με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη.» (Από το ποίημα «Ο θησαυρός των αηδονιών», σ. 21).

ΝΙΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΣΤΑΓΙΟΛΑΣ

https://neoplanodion.gr 19/06/2023

Εξαγγελίες ενός θαρραλέα αιρετικού

Πάει κι ο αρχάγγελος να κόψει μήλο
κι αποκρίνεται το φύλλο
Paradiso, paradiso
στο ώριο περιβολάκι και
στον απάνω κόσμο χαλαστής είναι ο άνθρωπος.
Όλο και πιο δραστήρια εμφανίζεται τελευταίως η συζήτηση γύρω από το ζήτημα της κριτικής [1], το κατά πόσο αυτή βρίσκεται σε εγρήγορση ή σε ύπνωση, το κατά πόσο ενίοτε υπερβαίνει τα όρια μιας καλώς εννοούμενης (μοιραίας) μεροληψίας, κ.ο.κ. Ελαφρυντικά, βεβαίως, για φαινόμενα κριτικής αδράνειας μπορούμε, αν θέλουμε, να προφασιστούμε ουκ ολίγα, πλην λίγο έως πολύ γνωστά: τον εκδοτικό πληθωρισμό, ο οποίος καθιστά ακόμα και τον πλέον χαλκέντερο κριτικό άμοιρο συστηματικής παρακολούθησης του χώρου, το γεγονός ότι οι Έλληνες μάλλον περισσότερο γράφουμε παρά διαβάζουμε, την (εν πολλοίς δικαιολογημένη) απουσία φίλτρων από μεριάς της ασθμαίνουσας εκδοτικής τάξης, κ.τ.λ. Αποτέλεσμα, όπως είναι φυσικό, της κριτικής εγκράτειας είναι το μεγαλύτερο μέρος της εκδοτικής παραγωγής να περνάει παντελώς απαρατήρητο, με τα θύματα συχνά να περιλαμβάνουν και έργα μείζονα, τα οποία καταλήγουν ως χλωρά να καίγονται μαζί με τα ξερά, με την εκτίμησή τους να αναβάλλεται, στην καλύτερη σε χρόνο δευτερεύοντα – στη δε χειρότερη επ’ αόριστον. Ακόμα, βέβαια, και σε περίπτωση που ο κριτικός εμφανίζεται πάνοπλος απέναντι στα κάθε λογής προσκόμματα, τουλάχιστον όσον αφορά στην καίρια ενημέρωση, η τύχη ενός βιβλίου, άμα τη εκδόσει του, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη είναι. Ανατρέχοντας (μεταξύ άλλων και προς επιβεβαίωση της διαχρονικότητας του φαινομένου) στο μακρινό 1990 λ.χ., εποχή όπου το δύον άστρο του Οδυσσέα Ελύτη – το έργο του οποίου μάλλον πρόσφορο παρά απωθητικό είναι απέναντι στην κριτική, έστω και για τοποθετήσεις επιφανειακές ή στερεότυπες – θα δώσει, κατά την τελευταία δεκαετία του βίου του, τις μέγιστες λάμψεις του, απηχώντας τις εκρήξεις supernova, περιπτώσεις κριτικής δυστοκίας γύρω από έργα σημαντικά πλην ιδιόρρυθμα όπως π.χ. ο Μικρός ναυτίλος, ακόμα και τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την δημοσιοποίησή του, ήδη ελέγχονται [2]. «Πρόκειται για ένα είδος κριτικού δισταγμού, που είναι κάπως φυσικό να γεννούν οι μεγάλες ποιητικές συνθέσεις; Ή μήπως πρόκειται για μια μορφή κριτικής θρασύτητας, ίσως και ανωριμότητας, το να αναμετρηθεί κανείς πρόωρα και βιαστικά με τα μείζονα έργα του ποιητικού λόγου;», διαβάζουμε – εικασίες εύλογες.

Επανερχόμενοι στο σήμερα, είναι καταφανές πως το τοπίο κάθε άλλο παρά έχει καθαρίσει. Η κριτική σιωπή καλά κρατεί, φαινόμενο για το οποίο, εντούτοις, κατά τη γνώμη του γράφοντα ούτε η – μάλλον ανυπόστατη – αντιπαραγωγική αυτογνωσία αλλά ούτε και ο εκδοτικός πληθωρισμός αποτελούν συντελεστές ικανούς. Αρκεί κανείς για τούτο να διαπιστώσει την – οφθαλμοφανή σε όσους έχουν έστω και μια τυπική σχέση με τον χώρο του βιβλίου – συχνότητα με την οποία έργα, μάλλον ελάσσονα, τείνουν να αποτελούν πόλο συσπείρωσης της κριτικής, η οποία με ζηλευτή εγρήγορση (ενίοτε ακόμα και εντός μιας εβδομάδας από την κυκλοφορία ενός βιβλίου) σπεύδει να ομολογήσει την ποιότητά τους, για να περάσει – σχεδόν αμέσως μετά την πλήρωση του χρέους – σε ένα στάδιο σιωπής, ή μάλλον έντεχνα συγκεκαλυμένης συγκατάβασης, σαν από αμηχανία για όσα μόλις ξεστόμισε. Αντιθέτως, έργα όπως ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία, για τον οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω, παρ’ όλο το μέγεθος και την ποιότητά τους, απολαμβάνουν φειδωλής κριτικής κάλυψης η οποία, τουλάχιστον κατά τη γνώση του υποφαινόμενου, περιορίζεται μέχρι και σήμερα, δύο και παραπάνω χρόνια από την κυκλοφορία της συλλογής, σε σημειωματογραφία μόλις μετρήσιμη στα δάχτυλα του ενός χεριού [2, 4-5, 8-9]. Όσον αφορά, τώρα, τις επιτροπές λογοτεχνικών βραβείων – τα οποία, μάλιστα, τελευταίως παρουσιάζουν άνθηση πρωτοφανή, σε μια πρόδηλη προσπάθεια αναπλήρωσης του ανύπαρκτου αξιολογικού ρόλου της κριτικής από την ίδια τη λογοτεχνική κοινότητα (απ’ την οποία, φυσικά, δεν λείπουν φαινόμενα εσωτερικής κατανάλωσης) αλλά και ως ανταπόκριση σε μια, κατά τα φαινόμενα, επείγουσα ανάγκη ανάδειξης νέων πενών – μόλις μία (1) κριτική επιτροπή, αυτή των βραβείων «Jean Moreas 2022» [3] (θεσμού της πόλεως καταγωγής και βίου του ποιητή) βρήκε το επίτευγμα του Εξάγγελου επιδεχόμενο επιβράβευσης.

Έχοντας κλείσει την παρένθεση περί κριτικής και βραβεύσεων, ας επικεντρωθούμε, τώρα, στον ελέφαντα στο δωμάτιο, τον Εξάγγελο του Γιώργου Κοζία, πιάνοντας το νήμα από τον τίτλο, την προσέγγιση του οποίου αποπειράθηκαν ήδη προηγούμενες μελέτες [4, 5], με το βάρος να μοιράζεται ανάμεσα στον ομώνυμο ρόλο του αρχαίου δράματος (και δη της τραγωδίας) και το δημοφιλές τραγούδι του Μπομπ Ντύλαν που τόσο ευρηματικά προσάρμοσε στα ελληνικά ο Διονύσης Σαββόπουλος. Εντούτοις, παρά τις όποιες προφανείς ομοιότητες, διατηρώ την επιφύλαξη πως το ζεύγος των αναγνώσεων αυτό μάλλον να συσκοτίζει καταλήγει παρά να διαυγάζει, αφενός λόγω της δεδομένης απόστασής του από το συλλογικό φαντασιακό αλλά και λόγω του ότι τόσο η δουλική διεκπεραιωτικότητα του πρώτου προσώπου όσο και η υστερόβουλη μειλιχιότητα του δεύτερου αποκλίνουν σαφώς από τις προθέσεις που έχει ο συγγραφέας για τον δικό του Εξάγγελο.

Προσωπικά θεωρώ πως η ανάγνωση του βιβλίου επιβάλλει δυναμικά στον αναγνώστη την ταύτιση του λυρικού υποκειμένου του με πρότυπα εγγύτερα στην ποπ κουλτούρα, όπως λ.χ. τον Τρελό του Βασιλιά Ληρ και – ιδιαίτατα – την ανδρόγυνη και ασφαλώς επαυξημένη από σκηνικής άποψης εκδοχή του, τον διορατικό πλην απερίφραστο Κιοάμι της επικών διαστάσεων διασκευής τού προαναφερθέντος έργου του Βάρδου, Ραν, από τον Ακίρα Κουροσάβα αλλά και, δευτερευόντως, το κεντρικό πρόσωπο του σατιρικού πίνακα Στάντσυκ του Γιαν Ματέικο. Στο συγκεκριμένο έργο-σταθμό για την εθνική ταυτότητα της Πολωνίας, δεσπόζει ο – βλοσυρός, εν αντιθέσει με τα στερεότυπα – γελωτοποιός Στάντσυκ ο οποίος, έχοντας μόλις πληροφορηθεί για την κατάληψη του Σμόλενσκ, περιοχής της ιδιαίτερης πατρίδας του, από Ρώσους εισβολείς, ποζάρει εμφανώς συντετριμμένος, τη στιγμή που στο υπόβαθρο του πίνακα οι ανυποψίαστοι, εστέτ ευγενείς επιδίδονται σε ξέφρενους εορτασμούς – ύβρις η οποία μέλλεται να αποκατασταθεί με τον διαμελισμό της Πολωνίας μερικά χρόνια αργότερα. Για να το πούμε απλά, ο Κοζίας φορά εδώ το προσωπείο του Εξαγγέλου όπως, σε άλλες εποχές, κάποιος θα φορούσε το σκουφί του «Τρελού» ώστε, εκμεταλλευόμενος το ακαταλόγιστο που συνόδευε την πράξη αυτή, να μπορέσει να αντιπαρατεθεί με καθεστώτα της εποχής του – κάτι απ’ το οποίο, υπό συνθήκες διαφορετικές, θα ήταν αποκλεισμένος. Εξ ου και η συστηματική (προγραμματική;) απουσία του λυρικού «εγώ» καθ’ όλη την έκταση του έργου, η οποία υπαινίσσεται ευθύς εξαρχής πως όσα πρόκειται να ειπωθούν σε αυτό αποτελούν εκτόνωση του συλλογικού και όχι προσωπικού, περιχαρακωμένου συναισθήματος.

Από κοσμοθεωρητικής σκοπιάς τώρα, αν η μετουσίωση του ποιητικού βλέμματος σε στίχο στους Οδυσσέα Ελύτη και Νίκο Καρούζο αποτελεί εξακτίνωση της μυστικής εμπειρίας του Ευάγριου Ποντικού και του Μακαρίου του Αιγυπτίου αντιστοίχως [6], είναι καταφανές πως στη θυμική γεωγραφία του Γιώργου Κοζία ιχνογραφούνται, από τα πιο ερεβώδη ρήγματα έως και τις πλέον υψιπετείς της κορυφώσεις, τα προτάγματα του επικούρειου Κήπου, αφενός, και του καμικού παραλόγου, αφετέρου. Ως εκ τούτου, ο Εξάγγελος τον οποίο επιστρατεύει εδώ ο Κοζίας ηχώντας το καμπανάκι στην ανθρωπότητα (ανάμεσα στην οποία ίσως-ίσως υπόρρητα δεσπόζει και ένας εαυτός τραμπαλιζόμενος ανάμεσα στην νεύρωση που πυροδοτεί η τραγική επίγνωση ενός προεξοφλημένου τέλους και στο πένθος για τη ματαίωση των μεγάλων αφηγήσεων), δεν ζητά αιχμαλώτους, κάτι που διαφαίνεται από τα πρώτα κιόλας ποιήματα (Σε σας που κτίζετε / κάτω από τον αστερισμό του μηδενός / Σε σας που στοιβάζετε πλίνθους / κεράμους ως τους αιθέρες, «Σε σας που κτίζετε»). Ο ποιητής σπεύδει εύστοχα ευθύς εξαρχής να εξισώσει τον μηδενισμό – μια ιδεολογία ταυτόσημη του σύγχρονου zeitgeist, ειδικά στον εκπίπτοντα δυτικό κόσμο – με τις υπόλοιπες θρησκείες, μια και η λατρεία του μηδενός δεν παύει να αποτελεί λατρεία (ας θυμηθούμε εδώ τον «the Dude» του κοενικού The Big Lebowski o οποίος, στο μεγαλύτερο μήκος του, καταδιώκεται από τους μηδενιστές), όπως και θρησκεία σε όλα πλην του ονόματος συνιστούν οι επιταγές του καπιταλιστικού αφηγήματος: η άκρατη συσσώρευση αγαθών (Τι υπολόγισες δόξες σπίτια και γονικά / τι μέτρησες στη λάμψη του εφήμερου / απατηλές ειδήσεις με ηχηρούς χρησμούς, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»), η ανώφελη άγρα της δόξας (Τι Σκάμανδρος, τι Καραμεντερές, «Το αναπόδραστο») και της υστεροφημίας (Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη; / Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου /με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στη λήθη, «Ο θησαυρός των αηδονιών»), η υπερφίαλη, απολιτίκ ψευδαίσθηση ασφάλειας που καλλιεργούν ο ατομικισμός και η απομόνωση στη στενή σφαίρα της ιδιωτείας, κ.λπ. Με την κατάλληλη απόσταση, το βλέμμα του ποιητή διακρίνει στις τάσεις αυτές τίποτε άλλο από εκτονώσεις της ίδιας ψύχωσης που εκκολάπτει, ως κοινός παρονομαστής, ο φόβος εκείνος που λανθάνει στον πυρήνα της ανθρώπινης κατάστασης, αυτός της φθοράς. Αυτή η επείγουσα ανάγκη αυτοδικαίωσης μέσω ενός νοήματος εν πολλοίς σεσοφισμένου απαξιώνεται στο πρόσωπο του προγραμμένου τέλους, όταν ο άνθρωπος, οριστικά και αμετάκλητα, έρχεται αντιμέτωπος με την πλέον χειροπιαστή απόδειξη πως η υπέρβαση δεν πλάθεται με γήινα υλικά (Τι υψώνετε πυραμίδες, τύμβους / και μαυσωλεία στο Άπειρον / (ρεφάρεται έτσι η παλιοζωή;) / Από το όρος Γιούχτας / το Όλον φαίνεται Μάταιον, «Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας»). Η αναγνώριση των μηχανισμών αυτών ως προϊόντων του ζώου (Ντενίσοβα) που ελλοχεύει, πανταχού παρόν, εντός μας και η καταπράυνσή τους, η έξοδος από τα αυτιστικά σύνδρομα που συνεχώς κερδίζουν έδαφος σε μια καθημερινότητα ακέφαλου ευδαιμονισμού είναι η μάχη που καλείται να δώσει ο άνθρωπος στη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική αρένα (Κατακτώντας τόσες μοναξιές / τόσες παραισθήσεις / τη δόξα, τις άγιες οικογένειες / τους εραστές, τις ιερές ψυχώσεις, («Περιοδεύων θίασος Ντενίσοβα»).

Βεβαίως, ο Εξάγγελος του βιβλίου αναγνωρίζει ότι, σε έναν κόσμο κενωμένο από νόημα, η λειτουργία του ανθρώπου υπό ένα αδιάλειπτο καθεστώς συναγερμού, όπου κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης, είναι μάλλον δικαιολογημένη. Ο ποιητής, κόντρα σε μοντέρνες δοξασίες περί εγκλεισμού σε πύργους ελεφάντινους, συμπάσχει με τον αναγνώστη, περιδιαβαίνοντας και αλληλεπιδρώντας με ένα περιβάλλον εν πολλοίς κανιβαλιστικό και παράλογο, μέσα από στίχους-απόηχους του «Ζωολογικού κήπου» του, όταν και πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα (Σε αυτό το ζωώδες επαρχείον / Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό, «Ζωώδες επαρχείον») αλλά και κυρίως εμπεδώνοντας, ψυχή τε και σώματι, τους απαράγραφους νόμους της εντροπίας στους οποίους υπόκειται (Μόνες οι ψυχές μας στέκονται / με το λουρί στο πόδι / Κι ολόγυρα το πέλαγος εν γαλήνη και απνοία / βλέπει τα χέρια κάθε αυγή να γνέφουν, «Falconeria»). Ο άνθρωπος, ναυαγισμένος σ’ αυτήν την αχνογάλανη κουκκίδα που λέγεται Γη, σε ένα τοπίο ολωσδιόλου εχθρικό το οποίο δεν επέλεξε (βλ. «ερριμένο» και Χάιντεγκερ), βρίσκεται από τις απαρχές του βίου του αντιμέτωπος με έναν άνισο αγώνα (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»), με το σύμπαν να παραμένει πάντοτε στην καλύτερη ασυγκίνητο, κωφάλαλο στις όποιες του εκκλήσεις, στη χειρότερη δε να δρα τιμωρητικά, πίσω απ’ τη σαδιστική μάσκα ενός δημίου ή ενός βασανιστή (Μια ζωοπανήγυρις ο βίος / κι ο άνθρωπος κρεμασμένος στο τσιγκέλι /ένα κομμάτι φρέσκο κρέας / με τον κουβά και τον σανό του / περιμένει τον τσαμπάση, «Θηβαϊκός Κύκλος»). Ζωή, τι ρίσκο σύντομο και ειδεχθές! («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») παραδέχεται ο Κοζίας και, πράγματι, τι πιο στυγνό από μια ζωή απογυμνωμένη από κάθε βεβαιότητα πάρεξ αυτήν μιας εκ γενετής επικείμενης τελευτής; (Ο κόσμος / δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε / Θάνατος επί πιστώσει / αυτό είναι όλο, «Θάνατος για έναν λεγεωνάριο»). Πώς να μην καταρρέεις κάτω από το βάρος της επίγνωσης πως πορεύεσαι καβάλα σ’ έναν τάφο / ακαταπαύστως («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»), ειδικά όταν, ελλείψει μεταφυσικού αντικρίσματος και ηθικών μέτρων και σταθμών, αντιλαμβάνεσαι πως, άξαφνα, αποτελείς άθροισμα και, συνάμα, μόνο κύριο των επιλογών σου μέσα σε έναν ασυνάρτητο κυκεώνα από προοπτικές;

Στην πορεία, ο ποιητής θα συγκεκριμενοποιήσει ακόμα πιο πολύ τις ανησυχίες του, θρηνώντας για την απώλεια της νιότης αλλά και την ματαιότητα του κάλλους, που μόνο εφήμερα δύναται να θαμπώσει τις φωνές των διαψεύσεων που επιμένουν να επισωρεύονται (Να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων / των κοριτσιών, των αρχαγγέλων / να τα ωραία μάτια, τα εξαίσια χείλη, τα στήθη / το ομφάλιο κάλλος και τα επίγεια χάδια // Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκον / «Τι είναι ζωή; Τα μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;» / Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου, «Εκδρομή με κοριτσάκια»). Φυσικά, από τον γενικό θρήνο, δεν λείπουν και ορισμένες υποψίες οργής προς τον κυνισμό που θέλει τη ζωή να συνεχίζεται, μέσα από μια συνομιλία με τους σολωμικούς Ελεύθερους Πολιορκημένους (Όταν μια μέρα στον κήπο των Τρώων / πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος / χάνεται, φεύγει το πνεύμα / πέφτει η σάρκα / και νέους έρωτες αναζητάμε / καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει, «Αλαφροΐσκιωτο»). Κι όμως [ε]δώ τζογάρει και κερδίζει το Καθαρτήριον η «Φύσις!, («Βλέποντας τον κόσμο από το όρος Γιούχτας») δεν αργεί να ανασυνταχθεί με χιούμορ μακάβριο ο Κοζίας, υπενθυμίζοντας στις επόμενες γενεές που βιάζονται να παραλάβουν τη σκυτάλη καταδικάζοντας, μάλλον αποστειρωμένα και επιπόλαια, τις προηγούμενες ως παρωχημένες και αναλώσιμες πως το «ο βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο βασιλιάς» θα ακουστεί και γι’ αυτές (μοιάζουμε σαν φαντάσματα του θέρους / και να οι ανασκαφείς, να οι αρχαιολόγοι / Τελείωσαν πια τα ψέματα, μας λένε / ας πάψει το γλυκόλαλο τραγούδι σας , «Ο θησαυρός των αηδονιών»). Πού είναι οι αγάπες μας; / Πού είναι οι εξοχές μας; / Πού είναι τα γλέντια μας τα μαγικά; («Κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών») ειρωνεύεται ο Εξάγγελος λοξοκοιτώντας προς την αντίληψη που θέλει τον ποιητή αιώνια έφηβο, το τραγούδι του ανοξείδωτο στους αιώνες αφού σ’ έναν κόσμο [ό]που βασιλεύει σκουλήκι / και μούχλα και σήψη («Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα») τίποτα ισοβίως δεν αγιάζει παρά μόνο, πειθήνια γρανάζια στην αλχημική μέριμνα της φύσης, [υ]φαίνουμε, υφαίνουμε / το ίδιο σχέδιο της ξεχαρβαλωμένης Φύσης / πάλι αχόρταγοι και πάλι με ωραίες παραισθήσεις, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Κι όμως, παρότι ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ, («Θάνατος για έναν λεγεωνάριο») πάντοτε θα φεγγρίζει πίσω από όλα και η σαιξπηρικής υφής ελπίδα της επιβίωσης μέσω των επόμενων γενεών και βιολογικών απογόνων, επιβίωση η οποία, φευ, κατοχυρώνει και την διαιώνιση του απευκταίου αγελαίου στοιχείου (Κατάρα, παλιά κατάρα / με το αυγό του φιδιού στην κλίνη / Πάντα ο δαίμων να σπάει το τσόφλι / και με βουή να ξεπροβάλλει του Αίματος η Φάρα («Πώς να εξηγήσεις τις εικόνες στη νιότη;»).

Προχωρώντας, είναι σαφές από τα παραπάνω πως οι ανησυχίες από τις οποίες βάλλεται ο σύγχρονος άνθρωπος, κατά τον Κοζία, ανάγονται στο ίδιο θέμα, αυτό της επαναδιαπραγμάτευσης της αχαλίνωτης ελευθερίας, που συνοδεύει τη μεταμοντέρνα συνθήκη από το Άουσβιτς και εντεύθεν. Κεφαλαιώδης ανάμεσα στα συμπαρομαρτούντα αυτής της ελευθερίας (ας θυμηθούμε εδώ το προπατορικό αμάρτημα) είναι η πράξη του θανάτου, χρονικό σημείο που συντελείται η οριστική εξοικείωση του ανθρώπου με το Απόλυτο, το ίδιο ακριβώς Απόλυτο που ξοδεύει όλη του την βιωτή για να ψαύσει επί ματαίω, θυμίζοντας το γνωστό σκηνικό με τον γάιδαρο και το καρότο (Υφαίνουμε το ανύφαντο / που μας καταδιώκει, «Υφαίνοντας στη νεκρή πτέρυγα»). Είναι, εντούτοις, αυτή ακριβώς η αδυναμία υπερκέρασης του Απόλυτου με απτά υλικά που υπαγορεύει κάθε πράξη μας (εκούσιας ή ακούσιας) – μια αδυναμία που καθιστά οποιοδήποτε επίτευγμα ανώφελο εν τη γενέσει του – που τελικώς δρα ως παυσίλυπο. Η κάθαρση στον «Εξάγγελο» δεν παρέχεται υπό την μορφή παραμυθίας, από παρηγορητικά χτυπήματα στην πλάτη που μάλλον βαυκαλίζουν παρά συν-κινούν, αλλά από την διακήρυξη αυτής της ματαιότητας (Πού γάμος και γιορτή και σχόλη / στο άγνωστο που ξεγυμνώνει / το Είναι από το Τίποτα / το Τώρα από το Παντοτινό, «Γιουκάλι»), κάτι που βρίσκει απήχηση και στην ίδια την φύση της ποιητικής πράξης, όπου η συνείδηση της άφευκτης ήττας μπρος στο άρρητο δεν αποτελεί ουδέποτε ανάχωμα ικανό για τον ποιητή να αναμετρηθεί μαζί του, εκχερσώνοντας λεκτικά τη σιωπή, με όσο δυνατόν λιγότερες απώλειες. Μέσα από την γλαφυρή παρουσίαση της τραγικότητας των ανθρωπίνων, κατά τρόπο ηρακλείτειο, ο Κοζίας αποβλέπει στην κινητοποίηση και εξωστρέφεια του αναγνώστη, στη συνείδηση των ευθυνών του απέναντι στο μοναδικό βιώσιμο ρεύμα στο οποίο εκβάλλουν όλοι οι πιθανοί παραπόταμοι του βίου: αυτό της διαρκούς σύγκρουσης με κάθε σύμβαση και παραίτηση. Τι, άλλωστε, ιδανικότερο να στεγάσει την ελπίδα από το ερειπωμένο στήθος εκείνων που δεν έχουν τίποτα να χάσουν, καταφάσκοντας το πένθος τους; (Για να τον ξαναδώ να μάχεται / με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη, «Το αιματοβαμμένο ποίημα»).

Από την άλλη, είναι σημαντικό να τονιστεί πως, κατά τον ποιητή, η δίοδος προς μια τέτοια χειραφέτηση προϋποθέτει ταυτόχρονα και κώφευση προς οποιονδήποτε μεσσιανικών καταβολών λυτρωτισμό (Δεν είναι καιρός για Ρέκβιεμ, αδελφέ / προς τι τα τύμπανα, προς τι οι δοξασίες; // Τη μέθοδο δε μάθαμε, μήτε γαλήνη βρήκαμε / Σαν καλαμιές λυγίζουμε / σαν τα σπαρτά καιγόμαστε, ψελλίζοντας τω Αγνώστω, «Σπασμένο Ρέκβιεμ»). Ο Εξάγγελος, σε μια νοηματική συνήχηση του «πάτερ ημών / ο εν τοις ουρανοίς / (κανείς)» του Νίκου Καρούζου μεγαλύνει την Γη Χαναάν / Γη των Πιθήκων / Γη των Αποίκων / Γη του Κανένα, («Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς»), μια πραγματικότητα μονολιθική, ανίδεη από μεταφυσική, ομιλούσα μόνο την γλώσσα της ιστορίας (Είδες ποτέ, Γιατρέ, φύση διεστραμμένη; / Το σώμα να επιστρέφει / αφανισμένο, σφραγισμένο / σφυρίζοντας από το Μεγάλο Τίποτε;, «Εν τόπω»), έναν τόπο όπου οι φερόμενοι ως επίγειοι θεοί ατιμάζονται (Πού να σαπίζει ο Κόμμοδος και πού ο Πετρώνιος Μάξιμος;, «Σπασμένο Ρέκβιεμ») και οι επουράνιοι συνένοχα σιωπούν ή χαιρέκακα χαχανίζουν (και είκοσι ένα αιώνες / τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν / πάλι συναθροισμένο θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό / με τη σάλπιγγα της Κρίσης / και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει, «Ο Ελαφοκυνηγός»). «Αμήχανη η φιλοσοφία μπροστά στο προτετελεσμένο» είναι σα να προειδοποιεί εδώ ο Κοζίας, με οποιοδήποτε θέσφατο έξω από τα όρια της αγάπης και της πλησιότητας να ωχριά όταν το τέλος γίνεται διάφανο, χειροπιαστό (Πόσες φορές υπάρχουμε και / πόσες δεν υπάρχουμε / όταν περνάει / της μοίρας τ’ αμαξάκι / κι ο εκδορέας επίμονα ζητάει / για λίγα παλιοσκούδα τη ζωή μας;, «Της μοίρας το αμαξάκι»).

Ενάντια στην οκνηρή αυταπάτη πως η ζωή μάς χρωστά και τη ρομαντική της θέαση, κόντρα στη δαιμονοποίηση του πόνου και της αβεβαιότητας, κόντρα εν ολίγοις στο οποιοδήποτε τέναγος βολής, ο Εξάγγελος προτρεπτικός, εγερτήριος, καταγγελτικός, σαλπίζει το «αεί σχοινοβατείν» (Γερμένος πλάι στην κουπαστή / τα ρούχα πέτα, γδύσου / μη φοβάσαι / τον δαίμονα της θάλασσας / και το παλιό τραγούδι των Σειρήνων // Όλη η ζωή μας / ύφαλοι κι άσπλαχνες εξορίες «Όνειρο στο κύμα»), λοιδορεί την εύκολη παραίτηση (Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε / ή ζης’ την ή παράτα τη στις ερημιές / σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας τη σπαράξει, «Ο Ελαφοκυνηγός»), προτάσσει την αναγκαιότητα για επιστροφή στα πρωτογενή, αδιαμεσολάβητα συναισθήματα (Ψάξε πουλάκι σε κλαρί / βρες μιαν αγάπη δροσερή / μίλα τη γλώσσα των βουνών, «Στον Καύκασο το φως»), δοξάζει τον έρωτα ως μόνη πτυχή της βιωτής όπου το θαύμα κραταιώνεται. Παρά τις βαθιά ριζωμένες τάσεις της αγέλης ο ποιητής εμμένει τείνοντας το χέρι του μέσα από την κατεξοχήν πολιτική πράξη, αυτήν της τέχνης, γνωρίζοντας πως στο ταξίδι προς την ματαίωση που συνιστά η ζωή, η έξοδος από έναν ομφαλοσκοπούντα εαυτό και η αποκατάσταση της σχέσης με τον Άλλον, ακόμα κι αν ηχούν ως κύμβαλα αφελή και αλαλάζοντα, επιφυλάσσουν τον αυθεντικό δρόμο προς τη λύτρωση.

Από φιλολογικής σκοπιάς τώρα, δε θα ήταν άτοπο να ισχυριστούμε πως το όλο κλίμα επαναστατικότητας που διατρέχει το έργο εμπεδώνεται και εμπράκτως στο ποιητικό εργαστήριο του Κοζία, όντας αναπόσπαστο στοιχείο της ποιητικής του, μέσα από μία ατέρμονη διελκυστίνδα που εκδιπλώνεται από το πρώτο έως το τελευταίο ποίημα ανάμεσα στον ιερατικό, αιφνίδιο (όπως έχει, νωρίτερα, χαρακτηριστεί [7]) λόγο και τον ευθύ, προφορικό. Πίσω από αυτό το μαεστρικό πάντρεμα του ύφους, με τις αναπάντεχες πλην καθ’ όλα οργανικές αυξομειώσεις της έντασης, βέβαια, βρίσκεται παράλληλα και η εμφανής πρόθεση του Κοζία να κινητοποιήσει τον αναγνώστη, προκαλώντας τον τίνι τρόπω να παραμείνει ενεργός. Ειδική μνεία εδώ πρέπει να κάνουμε στην δεξιοτεχνία με την οποία ο ποιητής χειρίζεται τα υψηλά ντεσιμπέλ της φωνής του, τα οποία διανθίζει με στοιχεία απελευθερωμένου στίχου, είτε ισοσύλλαβου (με αποκορύφωμα τις δεκαπεντασύλλαβές του εκδοχές) είτε ομοιοκατάληκτου, παραβολές, συντακτική ακροβασία, διακειμενικότητα, έως και με όψεις παρωδίας και αυτοσαρκασμού. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, συνιστούν επιτηδεύσεις τις οποίες επιστρατεύει ο ποιητής προκειμένου να διασκεδάσει την a priori καχυποψία του αναγνώστη, στου οποίου την μνήμη ο στομφώδης, γεμάτος προστακτικές λόγος θα διακινδύνευε, ειδάλλως, να ταυτιστεί σχεδόν τυφλά με αφηγήματα άλλων καιρών, η μόνη προβολή των οποίων στο σήμερα δεν είναι παρά ο επιθανάτιος ρόγχος τους, οδηγώντας έτσι τον λόγο του στο κενό.

Ο Γιώργος Κοζίας, θαρραλέα αιρετικός απέναντι στην ποιητική κοινή της πολτώδους αυτοαναφορικότητας, της τόσο προσφιλούς στον επιδερμικό, απαρασκεύαστο κριτικό λόγο, στασιάζει, διονυσιάζεται, σαρκάζει, απελευθερώνει. Όπλα του η λεπτή ειρωνεία, η ζέουσα, βρίθουσα σπινθήρων ρητορεία, η πίστη στο «τώρα» ως υπεραρκετή μαγιά του θαύματος, οι φωνές του παρελθόντος, συγγενικές ή μη μα πάντως χαραγμένες στη σύνολη μνήμη. Πολέμιοί του τα τείχη που περιβάλαμε εαυτούς, οι βολικές μας αυταπάτες, η αστόχαστη μακαριότητα του νοικοκυρεμένου βίου, οι έριδες με αφορμή οτιδήποτε εν τέλει καταδικασμένο εν όψει της φθοράς. Ο έξοχος Εξάγγελος – έργο μεγαλεπήβολο καίτοι κατορθωμένο σε όλο του το μήκος και πλάτος – αποτελεί, εδώ και δύο και πλέον χρόνια από την κυκλοφορία του, χρυσορυχείο πολλαπλών προκλητικών ερεθισμάτων, πρόσφορων για κριτική αναμέτρηση ουδόλως ακροθιγή, μα στηριγμένη πάνω σε ερείσματα στιβαρά. Άλλωστε, πού καλύτερη αφορμή για την αξιολόγηση και όξυνση του ανοσοποιητικού συστήματος του ποιητικού κανόνα και των δυνατοτήτων του να επεκταθεί, προσαρτώντας νέους πυρήνες στης τάξεις του, από τις αποκλίνουσες φωνές; Ο κίνδυνος του πιθανού οστρακισμού των γεωργούντων την ποιητική παραμεθόριο στερεί από όλους, ανεξαίρετα, την δυνατότητα να ατσαλωθούμε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΗΜΟΓΙΑΝΝΗΣ

oanagnostis.gr 16/02/2022

Εξάγγελος»: Η ενδοχώρα του χρόνου

Στο μυθιστόρημα του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο», ο Μαρσέλ Προυστ προσεγγίζει – μεταξύ άλλων – δύο θεμελιακά ζητούμενα. Οριοθετεί κατά τρόπο πρωταγωνιστικό την εποχή της διακειμενικότητας, γονιμοποιώντας έτσι το διάλογο και την αλληλεπίδραση μεταξύ των συγγραφέων και ανιχνεύει τη σημαντικότερη ίσως παράμετρο του ανθρώπινου βίου: το χρόνο. Εμβαθύνει, δηλαδή, στο πώς αντιλαμβανόμαστε και φιλτράρουμε τη σταθερά του χρόνου, το πώς η δράση και εν γένει ο ανθρώπινος βίος διασταυρώνεται, οριοθετείτε και κατά συνέπεια εμπεριέχεται στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Στην 7η ποιητική συλλογή του «Εξάγγελος», Περισπωμένη, 2021, ο Γιώργος Κοζίας απαντά στα παραπάνω μείζονα ζητούμενα:

α) Σε πρώτη προσέγγιση, με ποιους ποιητές και περσόνες της τέχνης αλληλοεπιδρά και συνομιλεί; Πότε επιλέγει να ενεργοποιήσει αυτή τη διακειμενική σχέση; Με ποιο τρόπο δανείζεται ή και μεταγράφει το λόγο ή τη σκέψη τους; Το πώς, τελικά, και κυρίως γιατί επιτυγχάνει αυτή η διακειμενική σχέση να μετουσιώνεται στο δικό του αφομοιωμένο ποιητικό ιδίωμα.

Σε ό,τι, λοιπόν, αφορά τη διακειμενικότητα, καθώς και τις ποιητικές αλληλεπιδράσεις, αναφέρω ενδεικτικά, τα ακόλουθα παραδείγματα:

1) (σελ. 20, «Αλαφροΐσκιωτο», συνάφεια με Σεφέρη, Καβάφη, Σικελιανό)

«– κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις/ Νέο αίμα ευγενικό περνάει, ξένο κι αλαφροΐσκιωτο»

2) (σελ. 28, δάνειο από Σολωμό, «Δεσμώτες στην ακτή του Φαλήρου»)

Δεν ακούγεται ουτ’ ένα κύμα εις την έρμη ακρογιαλιά / λες και η θάλασσα κοιμάται / μες στης γης την αγκαλιά

3) (σελ. 27, «ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΙΚΌ ΤΩΝ ΕΚΑΤΟ ΦΙΟΡΙΝΙΩΝ», δάνειο/ συνομιλία με το Σουηδό ποιητή, Τόμας Τράνστρεμερ)

«… το μόνο που θέλω να πω αστράφτει απρόσιτο σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»

4) (σελ. 30, «ΓΙΟΥΚΑΛΙ (Με τον τρόπο του Γ.Κ)» – συνάφεια με Σεφέρη)

Τι απροσμέτρητο περνά;/ Λύπες, χαρές, ελπίδες μένουν πίσω/ Και η βάρκα επιστρέφει μόνη αστόλιστη, δίχως μεσα το νεκρό/ Της αγάπης το Γιουκάλι ας μας πάρει μακριά

5) (σελ. 47, «ΤΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΤΟ ΑΜΑΞΑΚΙ», προμετωπίδα Αρσένι Ταρκόφσκι, δάνειο Κ. Καρυωτάκη)

Κουτσό της μοίρας αμαξάκι / που μας πηγαίνεις

/κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας / φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών … VIVE LA FUITE!

Αν, όμως, θα έπρεπε να ξεχωρίσω κάποιον ποιητή, στον οποίον ο Κοζίας οφείλει, κατά τη γνώμη μου, τη μεγαλύτερη διακειμενική συνάφεια, καθώς και τη σαφέστερη υπαρξιακή, φιλοσοφική και ιδεολογική επιρροή, τότε αυτός είναι μακράν ο Μίλτος Σαχτούρης. Και εδώ, αξίζει σίγουρα να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση. Διότι σχετικά με τον Σαχτούρη έχει εύστοχα επισημανθεί ότι σαν διανοούμενος ποιητής μάς βοήθησε να εξοικειωθούμε πρώτα και κύρια, με το παράλογο και το εφιαλτικό. Κατ’ αντιστοιχία, λοιπόν, με τα προβλήματα που παραμένουν «καθολικά και ανιστόρητα», ο Κοζίας συγκροτεί με «λέξεις κρυσταλλικές και εικόνες ακατάπαυστα εναλλασσόμενες», το δικό του ποιητικό μύθο (βλ. Γ. Δάλλας). Και αυτό το πράττει με τρεις κατ’ εξοχήν Σαχτουρικούς τρόπους: συνθέτοντας από α)τα αρχέτυπα της μυθολογίας, β)του ιστορικού και γ) του ατομικού βιώματος, το ποιητικό σώμα και του «Εξάγγελου».

Β) Σε ό,τι, τώρα, αφορά στο δεύτερο ζητούμενο του χρονικού προσδιορισμού, ενδιαφέρον έχει το πώς ο Κοζίας χρησιμοποιεί στον «Εξάγγελο», την έννοια και τη δυναμική του χρόνου: Πότε, δηλαδή, το πράττει; Σε ποιο πλαίσιο και με ποια προσδιοριστική ακρίβεια; Πώς πυροδοτεί μέσω της παραμέτρου του χρόνου, τη συνολικότερη δράση των ποιημάτων του; Με άλλα λόγια, όταν στον παρανομαστή του ποιητικού του στοχασμού τοποθετεί το παρελθόν, το παρόν είτε το μέλλον, τότε στον αριθμητή, ο Κοζίας εκθέτει οτιδήποτε αφορά την ανθρώπινη σκέψη.

Ακολουθώντας, λοιπόν, τον τρόπο της χρονικής και συνακόλουθα ιδεολογικής αντίστιξης/ συνομιλίας, ο Κοζίας επιλέγει τα αρχικά ποιητικά παραθέματα, που καθοδηγούν σαν οδοδείκτες, τον «Εξάγγελο».

Πιο συγκεκριμένα, το πρώτο ποιητικό παράθεμα του Σελίν διαγράφει σ’ ένα διαρκές ατελέσφορο παρόν, τον φαινομενικά μάταιο ανθρώπινο βίο. Και ετούτη η αποστροφή προβάλλει πως είναι καθολικά αρνητική: ο χρόνος φαίνεται να είναι μία ολοκληρωτικά χαμένη υπόθεση. Ένα στοίχημα που θέτει μία σειρά ανεκπλήρωτων ονείρων: « δεν υπάρχει πια μεταμέλεια/ δεν υπάρχει τίποτε/ παρά άσματα εξέγερσης και ελπίδας. Αλλά ελπίδα για ποιο πράγμα;» (Louis, Ferdinand Celine).

Αν όμως στην αφετηρία του «Εξάγγελου» ο Σελίν μάς καθηλώνει με την ανεκπλήρωτη αποστροφή του, εν συνεχεία έπεται η διαλεκτική απάντηση/ συνομιλία του Ρίλκε: τελικά ο χρόνος δεν είναι, όπως αρχικά φαντάζει, μία καθολικά αρνητική υπόθεση. Γι’ αυτό το λόγο – στο επόμενο, επιλεγμένο παράθεμα του Rainer Maria Rilke, – η ποίηση που αρθρώνεται στον «Εξάγγελο», αναλαμβάνει να πραγματώσει σ’ ένα διαρκές παρόν, το ανθρωπιστικό, όσο και το ποιητικό έλλειμμα. Και αυτό, διότι πολύ απλά, ο ποιητικός χρόνος και λόγος εξακολουθεί να αποτελεί κατά τρόπο επιτακτικό, έναν πίνακα, που συγκεντρώνει και μετουσιώνει τα θραύσματα του ανθρώπινου χρονο-βίου: «Τώρα κάνε το έργο της καρδιάς στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα σου.» (Rainer Maria Rilke).

Ο Γιώργος Κοζίας δεν πράττει τίποτε παραπάνω στον «Εξάγγελο», ιδίως σε ό,τι αφορά το έργο της καρδιάς, στις εικόνες που είναι φυλακισμένες μέσα… στο “σύμπαν” του προσωπικού του χρόνου. Η αποστροφή του στο εμβληματικό του ποίημα «Σε σας που κτίζετε» (σ. 10) είναι κατηγορηματική, εφόσον προσδιορίζει ένα εμφανές χρονικό στίγμα, απευθυνόμενος στις μελλούμενες συναθροίσεις των ανθρώπων: «Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων/ ποτέ να μην ξεχνάτε/ υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι». Μία ομολογουμένως φιλόδοξη, φαντασιακή αποστροφή, εφόσον ο Κοζίας απευθύνεται τουλάχιστον σε οκτώ σημαίνοντες, δικούς του, υπαρξιακούς κύκλους.

Από ’κει και πέρα, ο Κοζίας δεν αυταπατάται, όταν συνθέτει το ψηφιδωτό του χρόνου. Εδώ, το συνολικό, χρονικό άθροισμα είναι ομολογουμένως εντυπωσιακό για έναν ποιητή. Πιο συγκεκριμένα, από τις 50 περίπου ποιητικές σελίδες του «Εξάγγελου», τουλάχιστον οι 20 είναι ξεκάθαρα, χρονικά προσανατολισμένες. Και από τις 20, οι 8 αφορούν τον επιμερισμένο χρόνο (μέρα, νύχτα, πρωί κ.τ.λ.), οι 9 αφορούν πιο διευρυμένους, χρονικούς κύκλους (Αιωνιότητα, Άχτιστος χρόνος) και τέλος, μόνον οι 3 αφορούν ταυτόχρονα και τον επιμέρους και τον διευρυμένο χρόνο.

Εκλαμβάνοντας, άρα, σαν δεδομένο αυτή τη χρονική διαβάθμιση, αξίζει να αναρωτηθούμε τι συμβαίνει, για παράδειγμα, στο χωρόχρονο της νύχτας: Γιατί όταν για τον Κοζία «ο πόθος όλη τη νύχτα (…) ξεφαντώνει/ το Κατακτημένο, το Πεινασμένο/ το Εκπορνευμένο/ το Όσιο, το Τρομερό, το Ηγεμονικό/ με υψωμένες τις ρομφαίες», τότε, η νύχτα κατακτάτε από την έλευση των «Ντενίσοβα», που αντιπροσωπεύουν τα διαφορετικά απεχθή πρόσωπα του αλλοτριωμένου ανθρώπου (σελ. 9).

Αυτό όμως που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ο τρόπος με τον οποίον ο χρόνος της μέρας συνομιλεί με το μέλλοντα χρόνο στο ποίημα «Αλαφροΐσκιωτο»:

Όταν μια μέρα / το σήμερα δεν γίνεται αύριο (τότε) Δούρειος ίππος σε πολιορκεί, δούρειος σε γερνάει

Και η παραπάνω μέθεξη της μέρας με το μέλλοντα χρόνο αποκτά μία ξεχωριστή δυναμική, στο συγκεκριμένο ποίημα, αν συνυπολογίσουμε επιπροσθέτως, τη διακειμενική συνομιλία του Κοζία, με τρεις κορυφαίους ποιητές: τον Σικελιανό, το Σεφέρη και τον Καβάφη (ποιητικό ηχόχρωμα):

Όταν μία μέρα στον κήπο των Τρώων/ πάει ο ήλιος, πάει το φέγγος/ χάνεται, φεύγει το πνεύμα (Σικελιανός)

Πέφτει η σάρκα/ και νέους έρωτες αναζητάμε/ καθώς το σώμα του Έκτορα νεκρό προβάλλει (η αρχαιοελληνική μυθολογία του Σεφέρη)

-Κι άλλη Τροία δεν θα δεις/ κι άλλο βασιλικό κορμί δεν θα αγκαλιάσεις–(Καβάφης, το ποίημα Τρώες)

Συνοψίζοντας την υπαρξιακή/ χρονική του αναμέτρηση, ο Γιώργος Κοζίας καταφέρνει με ποιητική μαεστρία να δείξει τη ματαιότητα των ανθρώπινων έργων, όταν αυτά έρχονται αντιμέτωπα με την ανυπέρβλητη εξουσία του θανάτου. Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση – που ο ποιητής του Εξάγγελου αίρεται στο ύψος του Άχτιστου χρόνου και της αιωνιότητας – τότε αναπόδραστα ενδύεται ένα ποιητικό ηχόχρωμα, που περισσότερο μοιάζει με το μεταφυσικό ένδυμα του θρησκευτικού λόγου. Ή πιο συγκεκριμένα, με την έκφραση του Παπαδιαμάντη, που έτσι ή αλλιώς έχει γονιδιακά αφομοιώσει και τα δύο: και τον μεταφυσικό και τον θρησκευτικό μετεωρισμό:

Όλα αθροίζονται στο ίδιο πηλίκο

«Τι είναι ζωή; Τι μη ζωή; Και τι τ’ ανάμεσά τους;»

Τίποτε δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Περιοδικό Εντευκτήριο – Αρ. Τεύχους: 124 Δεκέμβριος 2022

Angelus Novus

Ποιον ακριβώς ρόλο καλείται να παίξει ο εξάγγελος στο ομότιτλο, καινούργιο ποιητικό βιβλίο του Γιώργου Κοζία; Αν έπρεπε να διαλέξω, αντί για τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας, που εμφανίζεται προκειμένου να αναγγείλει κάτι το οποίο έχει διαδραματιστεί στον αόρατο χώρο πίσω από τα σκηνή (προβάλλοντας ή συνοψίζοντας συμβάντα απαραίτητα για τη συνέχιση της δραματικής αλληλουχίας), θα προτιμούσα τον άγγελο της Ιστορίας (Angelus Novus) του Κλέε και του Μιιένγιαμιν, που έχει στραμμένο το
πρόσωπό του προς τα πίσω (προς τα ζωντανά ερείπια της ιστορικής πραγματικότητας) ενόσω είναι έτοιμος να φτεροκοπήσει προς τα επερχόμενα του μέλλοντος, με τη διαφορά πως θέλει πρωτύτερα να διασώσει από τη λήθη τούς αγώνες
και τις θυσίες του παρελθόντος. Οι κουΐντες του Εξάγγελου του Κοζία κρύβουν (αν είναι να σκεφτούμε τον εξάγγελο της αρχαίας τραγωδίας) πρωτίστως τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, ενώ το ιστορικά παρελθόν στο οποίο διανοίγονται τα ποιήματα της συλλογής ισοδύναμοί, κατά πάσα πιθανότητα (αν είναι να σκεφτούμε τον άγγελο της Ιστορίας), με τη
θεματική αλλά και με την υπαρξιακή ή την οντολογική της ταυτότητα:

[…]
Ω αιματοβαμμένο ποίημα, σε στέλνω
στον αντρειωμένο Σιγισμούνδο Μαλατέστα
για να τον ξαναδώ να μάχεται
με μόνη συντροφιά την απελπισμένη σκέψη
και το έμπιστο στιλέτο του

Σε στέλνω στην ταραχή της Ρώμης
στην παρακμή της Λόντρας
και στην εξάντληση τον Παρισιού
Σε στέλνω με τα όπλα της τιμής
ενάντια σε φαύλους
σε προπαγανδιστές, σε καιροσκόπους

Κι άλλον τρόπο δεν έχω
εγώ ο Σιγισμούνδος ο μελαγχολικός
μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών
μιαν ελπίδα ψάχνω στην όψη και στην κόψη
μιαν ελπίδα σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών.

Δεν παρακολουθεί πάντοτε ο Κοζίας τις διαδρομές και τις μετατροπές ή τις μεταστροφές της Ιστορίας στο βιβλίο του, ούτε συστεγάζει ετερογενή γεγονότα και ασύμπτωτες μεταξύ τους ιστορικές περιόδους κάτω από την ίδια σκέπη, όπως το δοκιμάζουν συχνά τα τελευταία χρόνια οι ποιητές νεότερων ή και πολύ νεότερων γενεών από τη δική του, φτιάχνοντας ένα pastiche που ταιριάζει στα μέτρα και στη λογική ενός άλλου πνεύματος. Η Ιστορία, παρ’ όλα αυτά, ξεμυτίζει κάθε τόσο από τους στίχους του Κοζία
(ως τεκμήριο και συμβάν, ως μνημείο και ως απομνημονευμένος τόπος μα και
ως καλλιτεχνικός υπαινιγμός ή ως μύθος αι ως αλληγορία), ορίζοντας και την
ποιητική του: ό,τι περιμαζεύει ο άγγελος της Ιστορίας από τα αποκαΐδια της,
αναλαμβάνει να προφυλάξει για λογαριασμό της μνήμης, αλλά και ό,τι ξεγλιστράει κάτω από τα φτερά του για να πεταχτεί στο χάος, καταλήγει στο πένθος και στον θρήνο: πένθος για τις χαμένες επαναστάσεις, τις εξεγέρσεις και τις ξεθεμελιωθείς σε οικουμενικά επίπεδο, και θρήνο για την αναπότρεπτη, εν κατακλείδι, απώλεια των πάντων:

[…]
Στην Ουλμ έχουμε σύντροφο την Πτώση
και μνηστή την Αυταπάτη
Ω, πένθιμε ουρανέ, στην Ουλμ
ο Κύριος δεν σώζει αστούς που πέφτουν.

Τίποτε, ωστόσο, από όλα αυτά, έστω κι αν βρισκόμαστε μπροστά στην κατακρήμνιση του υψηλότερου γοτθικού ναού του κόσμου, του ναού της Ουλμ, δεν είναι ικανό να δώσει τέλος στον πόθο για ζωή και στην επιθυμία για έναν άλλο βίο — ακόμα κι αν ένας τέτοιος βίος δείχνει νομοτελειακά αποκλεισμένος, ακόμα κι αν το σύμπαν θα γίνει ξανά και ξανά, χίλιες φορές, συντρίμμια. Και από εδώ ακριβώς αντλεί η ποίηση γενικά, και η ποίηση του Κοζία ειδικότερα, τη δύναμη και την ουσία της· με άλλα λόγια, τη ζωτική αναπνοή της — είναι σαν την ελπίδα και τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών
του μελαγχολικού Σιγισμούνδου. Κι ένας τέτοιος κοντοτιέρος, μέγας εμπνευστής οχυρών, προστάτης των τεχνών, καθώς και ποιητής, δεν μπορεί παρά να τραγουδήσει και όλα όσα λογαριάζουμε συνήθως σαν απότοκα ή σαν σιωπηρά παραφερνάλια της Ιστορίας: από τη μάχη με την πολιτική μέχρι την αναμέτρηση με τον χρόνο, με την ανάλωση της ύπαρξης ή και με τον ίδιο τον θάνατο.
Έχω ξαναγράψει (προ δεκαετίας σ’ αυτήν τη στήλη του Εντευκτηρίου) πως
το ποιητικό σύστημα του Κοζία είναι ένα σύστημα χωρίς λυρικό εγώ, όπου οι εξάρσεις της ατομικής φωνής και η διαστολή τού όποιου προσωπικού αισθήματος (με ό,τι μπορεί να σημαίνει ο όρος «προσωπικό αίσθημα» στην ποίηση) δεν έχουν καμιά θέση. Είναι κάτι που δεν προέκυψε εξαρχής στο έργο του αλλά κερδήθηκε, όπως όλες οι σημαντικές κατακτήσεις
κατά την πορεία: από τον Ζωολογικό κήπο (1989) και τον Μάρτυρα
που δεν υπήρξε (1995), που στάθηκαν, ασφαλώς, καταθέσεις με κάπως πιο εξομολογητικό χαρακτήρα, ο Κοζίας πέρασε πρώτα στο Πεδίον ρίψεων (2001) και εν συνεχεία στον Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες (2007), στον 41ο παράλληλο (2012) και στο Πολεμώντας υπό σκιάν… (2017), για
να καταλήξει σε μία περίπλοκα υφασμένη ειρωνεία: αντίδοτο στη συγκινησιακή
αφλογιστία της αισθηματολογίας και του μελοδραματισμού, που μπαίνουν συχνά από την πίσω πόρτα στον χώρο της σύγχρονης ποίησης. Κι αν ο εξάγγελος της αρχαίας τραγωδίας μιλάει στην ανά χείρας συλλογή για τις πηγές του ποιητικού παρελθόντος, όπως το έλεγα προεισαγωγικά, αν όντως μας υποδεικνύει το διακείμενο με το οποίο συνομιλεί τώρα ο Κοζίας, σε μία συνθήκη ελεύθερης (ακόμα και συνειρμικής ή υπερρεαλιστικού τύπου) ανταλλαγής, τότε θα χρειαστεί να μνημονεύσουμε τους πιο απροσδόκητους επισκέπτες: από Σολωμό, Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη και Σαχτούρη μέχρι
Ρίλκε, Σελίν, Τσέλαν και Τούμας Τρανστρέμερ. Το ποιητικό παρελθόν και το
διακείμενο, ωστόσο, δήλωναν ανέκαθεν την παρουσία τους στην ποίηση του Κοζία ως ένα διαρκές παιχνίδι ρητορικών τρόπων, οι οποίοι αυτονομούνται γρήγορα από τον τόπο της καταγωγής τους, για να υπονομεύσουν εκ των ένδον τη συγκρότηση της οποιασδήποτε συμπαγούς και ενιαίας ενότητας. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τον Εξάγγελο και με την περιδίνηση της Ιστορίας, σε ένα δείγμα ποιητικής γραφής με πολλαπλές εισόδους και εξόδους (όλες ανοιχτές και ποικιλοτρόπως προσβάσιμες), και σε ένα βιβλίο το οποίο συνιστά, πέραν πάσης αμφιβολίας, την ωριμότερη και την ευτυχέστερη δουλειά του Κοζία – τουλάχιστον μέχρι στιγμής.

ΝΙΚΟΛΕΤΤΑ ΚΑΤΣΙΔΗΜΑ – ΛΑΓΙΟΥ

www.periou.gr 18/12/2021

«Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης

Η ποίηση του Γιώργου Κοζία ηχεί ως παιάνας συναισθηματικής εφόρμησης, έχει κάτι το αφυπνιστικό, το επαναστατικό, που συνδυάζεται με μία ανυποχώρητη εσωτερική πειθαρχία και δέσμευση στο υψηλό και στο ωραίο.
Ο «Εξάγγελος», προφήτης και στρατιώτης, δονείται από την ευθύνη του «καθοράν». Ορθώνεται ως Διγενής στο σύνορο της λογικής με το άλογο, το ομιχλώδες, το σκοτεινό και προειδοποιεί :
«Σε σας μιλώ, τροπαιοφόρες συνειδήσεις
Σε σας μιλώ που θυσιάζετε επί των ερειπίων ποτέ να μην ξεχνάτε
Υπάρχουν πέτρες σαν Ψυχές και πέτρες σαν Αδόλφοι»
Στέκει ασάλευτος στο μάτι ενός εγκόσμιου κυκλώνα, αιώνιος όμως κι άναρχος αυτός, σαν έξω από καθετί εγκόσμιο, κι αυτοσυστήνεται :
«Εγώ ειμί άφρων, έκλυτος, συνουσιαζόμενος
Πιστός γιος της Βίας και του Πόθου».
Δε διδάσκει με την τετριμμένη έννοια του όρου. Είναι όμως η ποίηση του Κοζία μια ποίηση διδακτική, που υπαγορεύει πρωτίστως τη ρήξη και τη σύγκρουση με κάθε υποκριτική σύμβαση, ως προϋπόθεση ελευθερίας. Ιδιότυπη, μοναδική, συνειδητά απαλλαγμένη από αισθητικές νοθείες και φραστικές υποχωρήσεις, υπάκουη μόνο σε μια βαθύτερη κι υπερκείμενη οργανική ενότητα που συνεχώς αναγεννάται μέσα από συμβολισμούς κι αμφισημίες, μοιάζει με τροφοδότη πλακούντα που πλάθει το αρχετυπικό έμβρυο του εσώτερου «είναι».
Βυθίζεται στη μελέτη των ανθρωπίνων κι αξιοποιώντας μια γλώσσα τολμηρή και γενναία παρατηρεί :

«Σκιά όνου έξω από τα τείχη
η προς τους ανθρώπους αδελφοσύνη!

Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών».
Η υποβλητική δύναμη της έκφρασης και η ένταση του νοήματος είναι τα συστατικά της γοητείας που ασκεί η ποίηση του Κοζία. Κάθε στίχος μοιάζει με απόσταγμα αποστάγματος, με κορύφωση προηγηθείσας μάχης, με πυκνό, γεμάτο σφρίγος, επίλογο. Οικεία και απόκοσμη, σαφής και υπαινικτική, οξυδερκής και παιδικά αγνή, με ύφος πεζοφανές που ψιθυρίζει όμως ένα ανεπαίσθητο τραγούδισμα, ο «Εξάγγελος» μιλά απευθείας στο πρωτογενές κύτταρο της ύπαρξής μας και μας οδηγεί στην αυτεπίγνωση:
«Τι ηγεμών, τι δικαστής, τι σκλάβος, τι παιδίσκη;
Έρημοι άνθρωποι σαν φύλακες μουσείου
με τα τενεκεδένια μας στεφάνια πηγαίνουμε στην λήθη»
και με αδυσώπητη ευθύτητα αποκαλύπτει την τραγική ουσία της ζωής που αιμορραγεί αβοήθητη από τις πιο βαθιές ψυχικές μας φλέβες:
«Έρχεται κανείς, βρίσκει μια ζωή έτοιμη
Δεν έχει παρά να την προβάρει
Στην ούγια γράφει : Δέρμα εκτροφείου».
Για να καταλήξει σε μία συγκλονιστική διαπίστωση στο ποίημα FALCONERIA :
«Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος».
Διαβάζοντας γευόμαστε ένα είδος συναισθηματικής κάθαρσης, η οποία δεν εκβιάζεται από τον ποιητή αλλά έρχεται ως επακόλουθο της αποδέσμευσης από οποιαδήποτε υποταγή σε κλισέ ποιητικές φόρμες και θέματα. Δουλειά της ποίησης εξάλλου δεν είναι να λύνει υπαρξιακά ή κοινωνικά προβλήματα. Υπακούει μόνο στην εσωτερική ανάγκη μετάγγισης του πνευματικού και ηθικού της βάθους. Υπάρχει χάριν του εαυτού της. Κι αυτός ο ωραίος «εγωισμός» είναι που τελικά δίνει απαντήσεις στον αποδέκτη αφού πυροδοτεί την επιθυμία προσέγγισής της· επιθυμία που σε ορισμένες εξαιρετικές στιγμές της ποιητικής παραγωγής, όπως στον «Εξάγγελο», κορυφώνεται σε διακαή πόθο. Κι είναι αυτός, ο πόθος, που τον κρατά σε συναισθηματική εγρήγορση. Είναι αυτός που τον ευλογεί με την γεύση του μόνιμα ανεκπλήρωτου· εγγύηση της αιώνιας νεότητας του στίχου, που διατρέχει το παρελθόν, το παρόν και θα διαβάζεται ως πάντα επίκαιρος, γιατί είναι ειλικρινά ανθρώπινος, και στο μέλλον.
Ως επίλογο, θα ήθελα να κάνω μια επισήμανση : σημαντικό στοιχείο που προσφέρει μονοπάτια προσέγγισης των ποιημάτων του Γιώργου Κοζία είναι ο τίτλος τους. Ο Καβάφης θεωρούσε πως «ο τίτλος αποτελεί ένα σχόλιον» στο ποίημα. Κι αυτό επιβεβαιώνεται σε κάθε σελίδα της συλλογής. Τίτλοι πρωτότυποι, που λειτουργούν σαν το φυτίλι ανάφλεξης των στίχων που θα ακολουθήσουν : «Μαύρη Επίδαυρος», «Περιοδεύων Θίασος Ντενίσοβα», «Σπασμένο Ρέκβιεμ», «Ο Θησαυρός των αηδονιών»…
Επιβεβαιώνεται πως η αρχή λειτουργεί ως καταλύτης και προδικάζει πολλές φορές το τέλος.
Ο Κοζίας με τον «Εξάγγελο» στέκει στην ψηλότερη ντάπια ενός κάστρου υπό πολιορκία και απευθύνει γενναίο χαιρετισμό :
«Χαίρε πουλαράκι, χαίρε καλπασμέ
Χαίρε άγριο άτι πολεμικό
Χαίρε της νιότης κόκκινο ιππικό
Χαίρε η Ελευθερία στου μέλλοντος τις στέπες».
Κι ο αναγνώστης καλείται να αντιχαιρετήσει κι εν τέλει να αναμετρηθεί μαζί του.

ΜΙΝΑ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

frear.gr 02/12/2021

«ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ»

Ο εξάγγελος είναι πρόσωπο της αρχαίας τραγωδίας που έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή. Ο άλλος γνωστός και πολυτραγουδισμένος Αγγελος-εξάγγελος λέει κάποια στιγμή: «Τα πόδια μου καήκανε σ’ αυτή την ερημιά/η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα/τα νέα που σας έφερα σας χάιδεψαν τ’ αυτιά/μα απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια» (Σαββόπουλος)

Ο Εξάγγελος του Γιώργου Κοζία δεν έχει τέτοιο σκοπό: λέει την αλήθεια κοιτώντας μας κατάματα και κάποιες στιγμές, αν όχι πάντα, αδιαφορώντας για το επώδυνο της αποκάλυψης. Μας λέει αυτό που πρέπει και όχι αυτό που θέλουμε να ακούσουμε: ανοίγει την αυλαία των εσωψύχων μας και κάποτε τη ρίχνει κιόλας.

Ποιος είναι, λοιπόν; Και τι νέα μας φέρει; Είναι αγγελιοφόρος καλών ειδήσεων; Ή μήπως εκείνος που με τα λόγια του εξιστορεί όσα δυσάρεστα θέλουμε να αποφύγουμε; Μήπως τα μυστικά που έρχεται να μας μολογήσει, είναι ουσιαστικά η ζωή μας και τα -για πολλούς λόγους- ανείπωτα; Μήπως ο Εξάγγελος είναι ο ίδιος μας ο εαυτός που συγκροτείται από τους φόβους, τις πληγές, τον τρόμο τον δικό μας, αλλά και τις χαρές και τις προσμονές και τις ελπίδες μας;

Ο Εξάγγελος δεν συντηρεί κοινότυπους μύθους περί ποιήσεως:

1.Δεν συντηρεί τον μύθο του διαχωρισμού σε «υψηλή» και «μη υψηλή» ποίηση. Η ποίηση του Κοζία είναι ποίηση ζωντανή, που σπαρταρά και που προκαλεί.

2.Επίσης, λέγεται ότι η ποίηση ξεκουράζει και λειτουργεί ως αναλγητικό για πολλές πορείες ματαιωμένων προσδοκιών. Η ποίηση του Κοζία δεν ανήκει σ΄αυτή την κατηγορία σίγουρα. Είναι λόγος έξω από τα δόντια που δείχνει τα δόντια σε κάθε μορφή εξουσίας που με τον τρόπο της καταδυναστεύει.

Λέγεται ακόμα πως η ποίηση γλυκαίνει τους ανθρώπους. Μεταγγιζόμενοι οι καημοί και συγκοινωνούντες μέσω του γράφοντος με όσους άλλους νιώθουν να τους ταλαιπώρησε η άδικη μοίρα του ανεκπλήρωτου πόθου, του αγαπημένου Άλλου, της απωθημένης αγάπης. Μην ψάξετε. Μην απατάσθε: αυτή την ποίηση δεν θα τη βρείτε στον Εξάγγελο. Η δική του γραφή διεγείρει προκαλώντας την εγρήγορση του αναγνώστη αλλά και διαμαρτύρεται: γιατί αφήνουμε άλλους να διαφεντεύουν τη μοίρα μας.
Είναι μια ποίηση εξεγερτική και αποκαλυπτική. Εναντιώνεται σ αυτούς που δεν σέβονται τη σκέψη, την ύπαρξη, την παρουσία μας. Φωνάζει, σπρώχνει, σπαράζει: απέναντι στην πατριαρχία, απέναντι στην αυταρχικότητα, απέναντι στην ιστορία που οι ασκούντες την εξουσία κατασκευάζουν.

Είναι μια ποίηση που ίσως θέλει να προσδώσει συγκεκριμένη προοπτική/οπτική στον αναγνώστη μέσω προσώπων, τόπων, στοιχείων που επιλέγονται. Το σημαντικό όμως είναι ότι ο αναγνώστης μπορεί να αναγνώσει τα ποιήματα με τον δικό του τρόπο, να ανακαλύψει τα δικά του νοήματα: το ταξίδι των λέξεων του ποιητή κάνει τον διάπλου της σκέψης των ανθρώπων, δύναται να τους οδηγήσει σε μύχια μονοπάτια αποκάλυψης όσων φοβούνται να παραδεχτούν πως υπάρχουν. Πως ναι, έτσι είναι τα πράγματα! Καθόλου ψεύτικος, ενοχλητικά παρατηρητικός ο Γιώργος Κοζίας.

Ακόμα και όταν πραγματεύεται σκληρά και επώδυνα θέματα όπως ο θάνατος, έχει αισιοδοξία φωτός γιατί μας μαθαίνει και το υπερασπίζεται με πάθος και με ρυθμό: η ζωή είναι επώδυνα ωραία. Πασχίζει να συνειδητοποιήσουμε πως το αναπόφευκτο τέλος δεν ταυτίζεται με την υποταγή. Πρέπει να είναι η κορωνίδα μιας συνεχώς μαχόμενης παρουσίας με πίστη και αξιοπρέπεια, γιατί όπως έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς «μονάχα ο θάνατος βγάζει στο φως την ευγενική καταγωγή του ανθρώπου…». Μόνο έτσι συμβιβαζόμαστε, ναι : τα «Ηλιοτρόπια εκρήγυνται/τα τύμπανα σείονται πάλι…» α λ λ ά εμείς ξέρουμε ότι «ο κόσμος/δεν ήταν εκείνο που νομίζαμε /Θάνατος επί πιστώσει/Αυτό είναι όλο…» Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο… Τίποτα τρομακτικό. Συνειδητοποιημένοι ξέρουμε ότι: «ΧΡΩΣΤΑΜΕ…ΣΩΜΑ ΣΕ ΑΥΤΗ ΤΗ ΓΗ». (ποίημα: Θάνατος για έναν λεγεωνάριο).

Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αμαχητί και μοιρολατρικά δεχόμαστε την πορεία των πραγμάτων. Δεν χαρίζουμε τις ζωές μας. Διεκδικούμε τον θάνατό μας, όπως μας πρέπει …ας υπάρχει «το πλήθος με τα ακάνθινα στεφάνια», ας υπάρχει «ο ήχος του τυμπάνου που αναγέλλει…» ναι, ας υπάρχει «Γη Χαναάν/γη των πιθήκων/γη των αποίκων/ γη του κανένα…» Γιατί όχι, ας υπάρχει και Γη των κακών στιγμών στο αρρωστημένο μυαλό άνανδρων και θρασύδειλων, Γη των κακών στιγμών στον κόσμο όλο! Ας «βγήκε η φρίκη έξω και μας ψάχνει/ κι εμείς σε κόσμο ξένο…» (ποίημα: Αναφορά στον Συνταγματάρχη Κουρτς).

Η ποίηση του Κοζία χωρίς να χαρίζεται στη σήψη και τον κάθε μορφής ρατσισμό, χαιρετίζει το φως, τον ήλιο και ελπίζει ότι μπορεί και πρέπει να διεκδικήσουμε και να ζήσουμε το δικό μας «όνειρο στο κύμα», χρησιμοποιώντας το μυαλό μας για να ανατρέψουμε τη μοίρα μας: «…κι όταν φάνηκε/μες τα κοράλλια και/ στις άγριες σμέρνες/ η πέτρινη γοργόνα/ η αδελφή του Μέγα Αλέξανδρου/ αδάμαστη, καλλίμορφη/ στο θαλασσινό της μεγαλείο/ -Γιαβρί μου, της λέω, με σκοτώνεις/μια λίμπρα ακόμα/ ένα μερίδιο σάρκας/ επιπλέον τι κοστίζει (;)/ για χάρη σου/ αφήνω κόσμους ακέφαλους/ και κόσμους χωρίς λέπια/και πιάνω έξαλλος την τέχνη της αγάπης» (ποίημα: Όνειρο στο κύμα).

Αλλά και στο ποίημα Τρόπαια από τα χρόνια της μητρός έκδηλος ο σεβασμός και η αγάπη του ποιητή απέναντι στη γυναίκα. Η γυναικεία παρουσία χαρτογραφημένη μέσω του ποιητικού του λόγου από αρχαιοτάτων χρόνων και μύθων ακρογωνιαίων μέχρι τη σύγχρονη απομυθοποιημένη ζωή. Η δραματική μοίρα των ανθρώπων σε μια εξαιρετικά λυρική απόδοση γεμάτη τρυφερότητα με μια ίσως από τις πιο τρυφερές αναφορές στη νεοελληνική γραμματεία για τα παιδιά που γεννήθηκαν και τα παιδιά που θα γεννηθούν: «…- κρίνα ανυπότακτα/λουλούδια της κοιλιάς τους-…»

Η γραφή του, ειρωνική έως βαθύτατα κυνική, σπαρακτική στην αυθεντικότητά της: «ό,τι σκοτώθηκε τ΄αδειάζουν/στην άλλη μεριά του τάφου/ και στρέφονται και κοιτούν το ρήγμα/ βλαστημώντας:/ -Ο θάνατός σου η ζωή μου!». Ουσιαστικά και αδιαλείπτως παρούσα η πολιτική σκέψη και η ανησυχία για τη σιγουριά ενός ανήθικου εφησυχασμού: «…και μεις τα διαθέσιμα μιας πόρνης εποχής/Ω, τι ωραία πέφτουμε/δημόσιοι και ανόσιοι στο λάκκο των ενστίκτων» (ποίημα: Ζωώδες Επαρχείον) Είναι, άραγε, ή κατάντησε το δημόσιο ανόσιο;

Ο κόσμος σε παράκρουση, αλλά ο ποιητής, μαχόμενος στις επάλξεις: «Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός /αυτού του κούφιου κόσμου. Που πας , ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;» (ποίημα: Στον Καύκασο το φως). Η Επίδαυρος είναι μαύρη , η κενή κλίνη έχει μέσα της «σφάγια τους τρυφερούς φίλους», το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη – η ιστορία της ιστορίας μας με τα κορμιά των παιδιών μας, των πατεράδων, των παππούδων μας – κραυγάζει! Δεν θέλει «τους ανθρώπους κρεμασμένους στο τσιγκέλι/ ένα κομμάτι φρέσκο κρέας» (ποίημα: Θηβαϊκός κύκλος).

Δεν θέλει «λαούς που κοιμούνται, λαούς τυφλών» (ποίημα: Προς θεσσαλονικείς και κορινθίους) αλλά με μια ανατρεπτική προτροπή, που ο ποιητής υπερασπίζεται, απαιτεί «…Η ζωή είναι μια αγρύπνια, κύριε, /ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές/ σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει» (ποίημα: ο Ελαφοκυνηγός)

Ο Γιώργος Κοζίας σέβεται την ιστορία σε τρία επίπεδα:

1. την ιστορία ως γνώση γεγονότων, που διαμόρφωσαν συνθήκες κοινωνικές, πολιτικές εξελίξεις και τον κόσμο στην ολότητά του. Γι΄ αυτό και θεωρώ ότι χτίζει τη συλλογή του αναφερόμενος σε γεγονότα, ανακαλύψεις, μνημεία, αλλά και μύθους που διαμόρφωσαν εθνικές συνειδήσεις αλλά και φιλοσοφίες ζωής. Από τις κολαστήριες μάχες στο Κατίν, στο Βερντέν του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου μέχρι τα μαρτύρια των Εβραίων στη Μασάντα.

2. Σέβεται την ιστορία της ποίησης μέσω των εκπροσώπων που μεγαλούργησαν και την σμίλευσαν. Γι΄ αυτό στα ποιήματά του έμμεσα ή άμεσα αναφέρονται ιεροί διάκονοι της τέχνης και η διακειμενικότητα του χωρίς να είναι κραυγαλέα, είναι εντούτοις πανταχού παρούσα: Θουκυδίδης, Παπαδιαμάντης, Κάλβος, Σολωμός, Σεφέρης, Λαπαθιώτης αλλά και Ταρκόφσκι, Μέινχοφ, , Γκριν, Τσελάν. Τόποι προσδιοριζόμενοι από μνημεία σπάνιου κάλους ή διαμετρήματος – Ονούρ, ονόματα, αποφθέγματα, στίχοι έτερων ποιητών δημιουργούν μια αχλύ γύρω από τον πυρήνα της ποίησης του Γιώργου Κοζία, που μπορεί αρχικά να αποτρέψει τον αναγνώστη από τα ποιήματά του που φαντάζουν απροσπέλαστα στη λογική. Τα αντικλείδια, όμως, του ποιητή βρίσκονται στα χέρια όποιου κατανοήσει ότι δεν πρόκειται για ποίηση μιας αλλά πολλών και πολλαπλών αναγνώσεων και κυρίως ερμηνειών.

3. Σέβεται κ α ι την ιστορία τη δική του: ως ανθρώπου που σεβόμενος τόσο τον γραπτό λόγο όσο και τους αναγνώστες του αγωνιά να δημιουργήσει ένα πόνημα με το οποίο επιθυμεί να μοιραστεί μαζί τους τη φιλοσοφία ζωής του, όπως διαμορφώνεται με το πέρασμα του χρόνου.
Βασανιστική η ιδέα της απώλειας μέσω του θανάτου, αλλά εμφανής η λυτρωτικά καταλυτική παρουσία της ζωής ως αντίδοτο στη λήθη του φθαρτού μας σώματος αλλά και ως τρόπου διαιώνισης της ανθρώπινης παρουσίας στον κόσμο. Τον απασχολεί ο θάνατος «εδώ θα βρείτε τα όνειρα και τα οστά ξεγυμωμένα…/ να τα κεφάλια των τρυφερών, των λησμονημένων/ των κοριτσιών, των αρχαγγέλων..» αλλά δεν παύει να παρατάσσει απέναντί του τη ζωή και την ιστορία – την ωριμότητα της σκέψης αλλά και την κυνικότητα της αλήθειας. «Τι είναι ζωή; τι μη ζωή; Και τι τ΄ανάμεσά τους;» (ποίημα: Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως)

Επανάληψη, προστακτικές, ρυθμός, ένταση, λέξεις-ξυράφια: δημιουργούν μια αναγνωστική σχέση αφύπνισης. Υπερδιέγερση και μαχητικότητα για τον δημιουργό, αντίσταση και φιλοσοφημένη θεώρηση για τον αναγνώστη. Θρησκευτικότητα προκλητικά παρούσα. Εικόνες κατάσπαρτες. Μια μυστηριακή προσέγγιση του κόσμου διάχυτη.

Ο Γιώργος Κοζίας στο σύνολο του έργου του και ειδικά στη συγκεκριμένη συλλογή μάχεται το ανυποψίαστο και όσους «δεν γνώριζαν». Επιθυμεί, μάχεται διακαώς και προσπαθεί και απαιτεί υποψιασμένους αναγνώστες: «χαρίστε τους κάτι αλλόκοτο/…αντί για αντικείμενα δωρίστε τους αναμνήσεις/κάντε τους δώρο μια εμπειρία…» (ποίημα: Σε άνιση πάλη και αγώνα).

Δεν είναι αδύνατη η γνώση, δεν είναι επιτρεπτή η άγνοια. Μας προτρέπει συνεχώς να ανατρέψουμε τους εφησυχασμούς. Είναι ευκολότερο αν το αποφασίσουμε. Γι αυτό μας λέει: «Ελάτε… δεν είναι μακριά/ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε…/ελάτε σ΄αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο/..ελάτε περήφανα τα φύλα…/μη ρωτήσετε την καμαριέρα/…ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε» (ποίημα: HOTEL DE LA GLORIA)

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Fractal 23/11/2021

Η ποίηση των εκατό φιορινιών

Θα μπορούσα να σταθώ σε πολλά ποιήματα. Ο «Εξάγγελος» του Κοζία δεν διαθέτει δυο, τρία, τέσσερα ποιήματα-κράχτες και δεν έχει τα υπόλοιπα σαν γέμισμα. Όλα τα ποιήματα από κοινού και καθένα ξεχωριστά δικαιώνουν τη θέση, τον ρόλο και τον λόγο τους αισθητικώ τω τροπω σε τούτη τη συλλογή. Όμως το «Χαρακτικό των εκατό φιορινιών» (σελ. 27) μου μίλησε κάπως αλλιώς:

Στο παζάρι
των λευκών μετανοούντων
σαν το χαρακτικό των εκατό φιορινιών
μείναμε μονάχοι
κάλφας κι αρχιμάστορας
με τα σύνεργα στη ράχη
Οι σύνδικοι μας ρίχνουν πέτρες
κι ο Θεός τρυπάει τη σάρκα
με πύρινους στίχους του γερο-Τούμας

«…το μόνο που θέλω να πω
αστράφτει απρόσιτο
σαν τ’ ασημικά στο ενεχυροδανειστήριο!»

Δεν ξέρω καλή ποίηση που να μην κουβαλά αυτήν ακριβώς την αγωνία του ανείπωτου, τουτέστιν τη βεβαιότητα της ανημποριάς όσον αφορά τις δυνατότητες του λόγου, απ’ όπου το άχθος και το άγος της, η βαθύτερη τραγικότητά της, όταν ιδρώνει, μοχθεί, κοπιάζει για να πει ό,τι εκ των προτέρων γνωρίζει ότι αδυνατεί να το πει. Αλλά αν το προχωρήσουμε λίγο, δεν είναι καθόλου μάταιη τούτη η κατά τ’ άλλα μάταιη προσπάθεια, αφού όσο σπάει τα μούτρα της η ποίηση αδυνατώντας να πει αυτό που θέλει να πει, τόσο περισσότερο μεγαλώνει κατά κάποια εκατοστά η επικράτεια της γλώσσας, της σκέψης και του συναισθήματος μέσα στον σκοτεινό ωκεανό που τη βρέχει από παντού και απειλεί να την ποντίσει.

Του Κοζία η ποιητική τραγικότητα αθροίζεται με την ιστορική και την υπαρξιακή μελαγχολία. Η ποίηση του πασχίζει να εκφράσει το ανείπωτο όχι σε κενό χρόνου ή συναισθημάτων αλλά μέσα στα ερείπια της ιστορίας και τη θλίψη της φθοράς και του θανάτου, απ’ όπου προκύπτει μια διπλή ή μάλλον μια τριπλή δεξαμενή θεμάτων: όσα αναφέρονται σε συμβάντα του πρόσφατου ή απώτερου παρελθόντος, κουβαλώντας την ανάμνηση ενός δραματικού, πολεμικού ή άλλου γεγονότος. όσα αναφέρονται σε παλαιότερα ή σύγχρονα πρόσωπα, κουβαλώντας την ανάμνηση του σώματος, την εικόνα της μορφής και τη βεβαιότητα της φθοράς τους. κι εντέλει όσα αναμειγνύοντας το ιστορικό με το υπαρξιακό θέμα υποβάλλουν την ιδέα της βυθισμένης σε μάταιες πράξεις ματαιότητας των ανθρωπίνων.

Το ανθρώπινο πρόσωπο που προβάλλει μέσα απ’ τα ποιήματα αυτά δέχεται πανταχόθεν – σε συλλογικό και ατομικό, σε πολιτικό και υπαρξιακό επίπεδο – χτυπήματα, είναι γεμάτο μελανιές: «Μες στα ασφοδίλια λαοί κοιμούνται, λαοί τυφλών» (Προς Θεσσαλονικείς και Κορινθίους, σελ. 13), «Τίποτα δεν διαρκεί στις μικροσυνοικίες του θανάτου» (Εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, σελ. 15), «Το απάνθρωπο, Γιατρέ / τον άνθρωπο πηγαίνει εκδρομή / χωρίς επιστροφή / με μαζούρκες, πολωνέζες και πένθιμα βαλσάκια» (Εκδρομή με κοριτσάκια, σελ. 17), «Ξυπνούμε, στολιζόμαστε / κι αρχίζουμε μεροκάματο τον σπαραγμό» (Ζωώδες επαρχείον, σελ. 24), «Στο λάγνο φως που βασιλεύει / εφτά οργιές περνάς / Ενθάδε κείται το κορμί που έθρεψε το πάθος» (Falconeria, σελ. 33).

Και η ποίηση; Ποιον ρόλο παίζει, κατά τον Κοζία, η ποίηση σε όλα αυτά; Είναι το καταφύγιο; Η χώρα των Μακάρων; Ο ιδιωτικός παράδεισος; Ο θρηνωδός των ανθρωπίνων; Πάμπολλα ποιήματα της συλλογής έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα ή περιέχουν στοιχεία αυτοναφορικότητας σχετικά με τον ρόλο και τη θέση της ποίησης. Υπάρχει εδώ μια βαθιά συνείδηση ποιητικής ευθύνης, μια χωνεμένη, ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός, πολιτικότητα στη γραφή του Κοζία και μια διαρκής επίκληση στο χρέος της κριτικής, που δεν φωνασκεί, δεν πολιτικολογεί, δεν περιπτωσιολογεί, δεν παρασέρνεται απ’ την επικαιρότητα αλλά και δεν σωπαίνει μπροστά στο χάλασμα ούτε παύει να λέει ότι η ζωή είναι αλλού. Στο Αιματοβαμμένο ποίημα, για παράδειγμα, ο ποιητής Σιγισμούνδος o μελαγχολικός αναζητά «μες στη σατανική εντιμότητα των μαζών» μια ελπίδα «σαν τη ροδοκόκκινη λεπίδα των τρελών» και στο ποίημα Ατζεσιβάνο Πολεμιστής το ποιητικό υποκείμενο καλεί τον εαυτό του να γίνει «Αρχάγγελος με το σπαθί στα άδυτα του αδύτου».

Πολλές οι οφειλές του ποιητή, δηλωμένες ή εννοούμενες – από τον Σολωμό, τον Σικελιανό, τον Καβάφη, τον Αλεξάνδρου μέχρι τον Σελίν, τον Ρίλκε, τον Τράνστρεμερ, τον Γκριν, τον Αρσένι Ταρκόφσκι, την Ούρλικε Μάινχοφ –, έτσι που κάθε ποίημα να αντηχεί μια ή πολλές φωνές και να στήνει έναν ή πολλούς διαλόγους. Αλλά ανάμεσά τους η πιο σταθερή φωνή, αυτή με την οποία συνομιλεί ο Κοζίας απ’ την αρχή μέχρι το τέλος της συλλογής είναι η σεφερική. Δεν είναι μόνο που την ακούμε φωναχτά σε ποιήματα όπως το «Ζωώδες επαρχείον», αλλά την ίδια στιγμή τη βλέπουμε, τη νιώθουμε και την καταλαβαίνουμε να αφήνει το δημιουργικό της στίγμα στη γραφή του Κοζία, κι ειδικότερα στο κλίμα της στοχαστικής αποστασιοποίησης, στις υφολογικές αποχρώσεις της πικρίας, στην ελεγχόμενη συναισθηματική θερμοκρασία, στην αίσθηση της ποιητικής ευθύνης και κυρίως στην αξιοποίηση του ιστορικού θέματος όχι χάριν της ιστορίας αλλά του παρόντος.

Η ποίηση του Κοζία είναι μια ποιητική σπουδή στο ανθρώπινο δράμα, ιδωμένο στις δυο κορυφώσεις του, την ιστορική-κοινωνική και την υπαρξιακή-μεταφυσική. Ο ποιητικός λόγος ξεκινώντας από διαφορετικούς δρόμους καταλήγει να μιλάει για την ενιαία ανθρώπινη υπόθεση στην πύκνωση της παρούσας τραγωδίας της. Ψηλαφεί την τραγωδία, σκύβει το κεφάλι, σφίγγει τα δόντια και μιλάει ποιητικά γι’ αυτήν με την πνευματική επίγνωση ότι, όσο και όπως μπορεί, οφείλει να μετριάσει την έντασή της. Κανένας διδακτισμός εδώ, καμιά μεσσιανική αντίληψη.

Η ποίηση του Κοζία είναι αληθινή ποίηση, δίχως εκπτώσεις, συμβιβασμούς και αλαζονείες.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

www.culturebook.gr 03/07/2021

Χρησιμοποιώντας ευρηματικά και πολύσημα ως τίτλο της έβδομής και καλαίσθητης ποιητικής συλλογής του τον «Εξάγγελο», το πρόσωπο, δηλαδή, της αρχαίας τραγωδίας το οποίο έρχεται για να αναγγείλει κάτι που συνέβη στον εσωτερικό χώρο που υποτίθεται ότι υπάρχει πίσω από τη σκηνή, ο Γιώργος Κοζίας συμπληρώνει τους βασικούς άξονες της θεματικής του φτιάχνοντας ποίηση ώριμη. Πιο συγκεκριμένα τα οικεία θέματα των προσωπικών και συλλογικών αδιέξοδων της γενιάς της μεταπολίτευσης, της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, της ηθικής και πνευματικής έκπτωσης και της αναπόφευκτης φθοράς του έρωτα υπάρχουν, βεβαίως, και σε αυτή τη συλλογή μαζί με μια νέα ισχυρή αίσθηση της εγγύτητας του θανάτου. Έχουμε, λοιπόν, μια λόγια ποίηση όπου η πόλη αποτελεί τον κατεξοχήν ποιητικό χώρο ενός κόσμου αλλοτριωμένου με διαβρωμένο τον κοινωνικό ιστό, βυθισμένου στον ζόφο της καθημερινότητας και στην πνευματική καταβαράθρωση, ορίζοντας μέσα από την προσωπική, εθνική και συλλογική ύβρη το τραγικό πλαίσιο μιας δίκαιης κάθαρσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας, ο παιγνιώδης και εν πολλοίς ειρωνικός τίτλος της συλλογής «Εξάγγελος», που παραπέμπει παράλληλα και στο γνωστό τραγούδι του Διονύση Σαββόπουλου, μετατρέπεται ξεκάθαρα σε σημαντικό ερμηνευτικό κλειδί ολόκληρου του βιβλίου, καθώς καταδεικνύει τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά τον προσωπικό θάνατο, το τέλμα, τον αναπόφευκτο, δηλαδή, προορισμό του γήινου ταξιδιού του ανθρώπου που βίωσε ένα αποκαρδιωτικό παρόν, μια ζωή μίζερη και τετριμμένη, χωρίς την αναμενόμενη αναγγελία κάτι ουσιαστικού και βαθύτερου. Η ζωή, επομένως, ορίζεται αφενός ειρωνικά και ταυτόχρονα τραγικά ως ένα ταξίδι κενό, διαμετρικά αντίθετο με το ταξίδι του καβαφικού ήρωα του ποιήματος «Ιθάκη», που επιστρέφει γεμάτος γνώσεις και εμπειρίες. Ένα σπαταλημένο ταξίδι που, καταλήγοντας, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα και αμφισβητεί θρηνητικά και ειρωνικά αν έχει αξία και νόημα η ζωή η ίδια, ή αν το μήνυμα που φέρει τελικά ο «Εξάγγελος» είναι ότι η ζωή αποτελεί μια φάρσα που φανερώνει το τραγικό της ύπαρξης. Αφετέρου, μια τρίτη συμπληρωματική ερμηνεία του βαθύτερου μηνύματος του «Εξάγγελου» του Γιώργου Κοζία, είναι ότι η ζωή παρά το κράτος του θανάτου, κερδίζεται κάθε στιγμή μέσα από την ανθρωπιά, τη δημιουργία, την τέχνη και την αγάπη και όχι με το αλόγιστο κυνήγι του πλούτου, τον καταναλωτισμό, την κατανάλωση των σχέσεων, το συμφέρον, την καταστροφή της φύσης και την ανθρωποφαγία. Και μόνο έτσι μπορεί ο άνθρωπος τελικά να υπερβεί τη ματαιότητα της ύπαρξης και να αποκτήσει φως και στηρίγματα στην κατά τα άλλα ατελή ζωή του.

Επομένως, ο ποιητής δεν εξωραΐζει την κοινωνικοπολιτική μας πραγματικότητα, αλλά με εμφανείς τους όρους του παρόντος και κάνοντας αναφορές στα σκοτεινά σημεία της πατρίδας, όπως στη φτώχεια, στο οικονομικό αδιέξοδο και την κρίση, στην αλλοτρίωση, στη στείρα προγονοπληξία, στον καιροσκοπισμό, στη γιγάντωση του άστεως και στην καλλιέργεια ενός ψευδοπολιτισμού καταγγέλλει πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές ενός λαού, που δεν αντιπαλεύει τα αρνητικά της κοινωνικής, πολιτικής και πνευματικής του ζωής και δεν αντιδρά στην εθνική κατάπτωση. Η ψυχολογική εσωστρέφεια, μάλιστα, που παρατηρείται σε κάποια ποιήματα όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά αντίθετα δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, εμβαθύνοντας, μάλιστα, στο θέμα της ρημαγμένης και αλλοτριωμένης πατρίδας.
Πίσω από την ειρωνεία, τη σάτιρα και τον σαρκασμό διαφαίνεται, λοιπόν, ένας ποιητής με επίγνωση των αόρατων και απρόσωπων κοινωνικών μηχανισμών της αδυσώπητης εξουσίας, ο οποίος συνειδητοποιεί το βρώμικο παιχνίδι που παίζεται εις βάρος του. Ωστόσο, δεν παραδίνεται αμαχητί∙ τουναντίον επιχειρεί μια απεγνωσμένη ατομική αντίσταση με στόχο την απογύμνωση από τις προσωπικές ή συλλογικές αυταπάτες. Πρόκειται, επομένως, για έναν ποιητή υποψιασμένο, που θέλει να καταγγείλει, χωρίς να τρέφει ψευδαισθήσεις ότι η ποίηση μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Καυστική ειρωνεία, πίκρα και σαρκασμός είναι, λοιπόν, ο δυναμικός, ποιητικός αντίλογός του στην καθημερινή φθορά, στην πολιτικοκοινωνική και πνευματική έκπτωση και καταβαράθρωση της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας, που εδώ αρνείται τη μνημείωση ή την αποστειρωμένη ιστορικά ωραιοποίησή της μέσα στα φωτεινά, φυσικά τοπία και σε μια διαχρονική συνέχεια, όπως τη νοσταλγούσε ο Ελύτης. Ο οξύς, επομένως, βιωματικός πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή του βρίσκεται ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές του συγγραφέα, καθώς μέσα α) από την εμφανή πρόθεσή του για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, β) το λεκτικό παιχνίδι, γ) ενίοτε την ομοιοκαταληξία και τέλος δ) τη μετρική αγωγή και την έντονη μουσικότητα του στίχου απορρέει η πικρή ειρωνεία και ο μελαγχολικός σαρκασμός. Πλάι στη δεσπόζουσα ειρωνεία και τον σαρκασμό αξιοποιούνται παράλληλα οι αντιστροφές και το αιφνιδιαστικό παράλογο, που αποκαλύπτουν ένα ποιητικό σύμπαν διαποτισμένο από μια πίκρα βίαια καταχωνιασμένη στα ενδότερα. Κάτω από αυτό το πρίσμα, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτή η ειρωνική και σαρκαστική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία (γλωσσικά ίχνη του δημοτικού τραγουδιού, προφορικότητας, καθαρεύουσας, εξουσιαστικού, εκκλησιαστικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου), και κυρίως την έντονη διακειμενικότητα (απηχήσεις του καβαφικού διδακτισμού, του Σεφέρη, του Ελύτη, και των καρυωτακικών σατίρων κ.ά.), ενώ στο μορφολογικό επίπεδο υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων, με τη χρήση μεταφορών και άλλων ρητορικών σχημάτων.
Συνοψίζοντας, ο Γιώργος Κοζίας με την έβδομη του ποιητική συλλογή Εξάγγελος εμφανίζεται ώριμος και κατασταλαγμένος. Με απόψεις, σκέψεις και αισθήματα γύρω από καίρια ζητήματα ζωής και κυρίως με κατακτημένους εκφραστικούς τρόπους, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ποιητική περίπτωση ενός διαρκώς ευρισκόμενου σε πνευματική και συναισθηματική εγρήγορση ανθρώπου της εποχής μας. Στοχαστικός, προκλητικός και εκφραστικά τολμηρός, δραματοποιεί τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, δημιουργώντας έτσι μιαν επιφανειακά ειρωνική, κατά βάθος, όμως τραγική περσόνα. Σε κάθε περίπτωση μπορούμε να πούμε πως τα 38 ποιήματα της συλλογής υψώνονται σαν αμφίπλευροι καθρέφτες, πάνω στους οποίους καθρεφτίζεται το ραγισμένο μας πρόσωπο.
Ο Ελαφοκυνηγός

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
και εικοσιένα αιώνες
τερατόμορφου ύπνου να ξυπνήσουν
πάλι συναθροισμένο
θα έρθει το σκοτάδι σαν το θεριό
με την σάλπιγγα της Κρίσης
και με χάχανα φριχτά θα μας δικάσει

Στόχοι είμαστε, Κύριε
κι αστόχαστη η Τύχη μας περνά
Ανδρείκελα είμαστε Κύριε, κούκλες
στο διεθνές σκοπευτήριο της Τάξης

Χτύπα τα κρόταλα
Δαυίδ, χτύπα τις γκρανκάσες
κι αλύπητοι οι ήλιοι να αναγγείλουν
Το Κυνήγι της Ψυχής με Τόξο
στον κάμπο της πικρής Μαρέμμα
στους βάλτους των ανθρώπων
Δεν έχει εδώ άγιαν Όψη, θηρευτή μου

Η ζωή είναι μια αγρύπνια, Κύριε
ή ζήσ’ την ή παράτα τη στις ερημιές
σαν ελαφίνα κι ο Ελαφοκυνηγός ας την σπαράξει.

.

ΠΟΛΕΜΩΝΤΑΣ ΥΠΟ ΣΚΙΑΝ…

ΒΑΚΗΣ ΛΟΪΖΙΔΗΣ

Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου Περιοδικό Χάρτης – Αρ. Τεύχους: 11 Νοέμβριος 2019

Πρόκειται για την έκτη ποιητική συλλογή του ολιγογράφου πατρινού ποιητή Γιώργου Κοζία που παρουσιάστηκε στα γράμματα με τη συλλογήΖωολογικός κήπος, Στιγμή 1989. Πρόκειται για μια συλλογή από ελεγείες και σάτιρες που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη στη βιβλιοπαραγωγή των τελευταίων χρόνων. Γιατί πρόκειται για ποίηση που μας αφορά κατορθωμένη με αγωνία και κόπο.
Ο Κοζίας σε αυτή τη συλλογή συνομιλεί δυναμικά με το παρόν, διεκδικώντας τη συνέχεια. Βρίσκεται αντιμέτωπος με βαναυσότητες που συνθλίβουν αλλά δεν αποθαρρύνεται γιατί πιστεύει στον άνθρωπο και στις δυνατότητες του κι ας «ορμάει το Αδιέξοδον κι υπέροχα μας σφάζει». Συνειδητοποιεί πως:

Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι
Οι πασχαλιές των κοριτσιών
Κι η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει.

Κάθε ποίημα αποτελεί ζωντανό κύτταρο της κοινωνίας που αποτέλεσε την πηγή έμπνευσής του. Ένα κύτταρο που τροφοδοτείται από τα βιώματα του ποιητή αλλά και τα βιώματα των δίπλα του όπως αυτός τα αφουγκράζεται. Ο αναγνώστης γίνεται συνοδοιπόρος του ποιητή στο μακροβούτι του ποιητή στην πραγματικότητα και τις εξάρσεις της.
Ο Κοζίας μας σταματά και μας προβληματίζει καίρια με τους στίχους του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι καταληκτικοί στίχοι στο ποίημα «Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ»

Πληρώνουμε την Μοίρα για να έχει
Απομεινάρια σε ένα ακόμα Βατερλώ.

Ο ποιητής δεν πολεμά μόνος του. Το γεγονός δε ότι συνειδητοποιεί ότι πολεμά υπό σκιάν καθόλου δεν μειώνει την αξία του αγώνα του. Αφουγκράζεται τους γύρω του, πορεύεται μαζί τους, βιώνει με ουσιαστικό τρόπο την τραγικότητα των στιγμών, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τις ασύλληπτες δυνάμεις του ανθρώπου να αντισταθεί. Η ποίηση του αποτελεί κάλεσμα. Κάλεσμα μπροστά σε μια πραγματικότητα που τίποτα μέσα της δεν μπορεί να κρυφτεί.

Έλα να δεις μάτια,
Βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης
Έλα να δεις το ωμό,
Το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο
Τους αιώνες να ανατινάζει.
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,
Τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.
για αντίσταση.

Είναι φυσικό να διερωτάται κανείς πως μπορείς ένας λόγος τόσο αιχμηρός να καθίσταται ταυτόχρονα απολαυστικός. Το πηγαίο χιούμορ και ο ρυθμός αποτελούν τα κύρια εφόδια για το αποτέλεσμα στο οποίο φτάνει ο Κοζίας.
Ο ρυθμός αποτελεί ένα από τα κύρια χαρίσματα της γραφής του. Πρόκειται για ένα βιωμένο, θα έλεγα, ρυθμό που δεν προκύπτει από την συμμόρφωση με συγκεκριμένα μέτρα. Ο Κοζίας δεν είναι διατεθειμένος να υποτάξει τον αυθορμητισμό του για χάρη ενός καλοσχεδιασμένο ρυθμού. Αντίθετα δια του ρυθμού εντείνει την αμεσότητα και τη δραστικότητα του ποιήματος. Αφυπνίζει τον αναγνώστη. Τον βάζει σε μια διάθεση αντίστασης σε αυτό που τον συνθλίβει.

Φως ανελέητο, ατίθασο σκοτάδι
που πας έτσι δαιμονικό
και σπαράζει η ελαιογραφία του Γκρέκο;
Στραβά, κουτσά περνάει ἡ ζωή,
μία ομορφιά καταραμένη
με το αμαξάκι της σε άλλη ζωή πηγαίνει.

Το χιούμορ του ποιητή ανοίγει δρόμους στη θέαση του κόσμου. Τον τροφοδοτεί να αρθρώσει ένα λόγω ζωντανό που μέσα του δεν καταλαγιάζει η αγωνία γι’ αυτό που συμβαίνει.

Στο γκέτο των σούπερ Χριστιανών στοιχηθείτε,
Κι ας λιποταχτεί η φύσις…
Σκοπεύσατε με πάθος καθώς ψυχορραγείτε
Αυτό το ωραίο ρεβόλβερ είναι δικό σας
Δεν μπορεί κανείς να σας το πάρει.

Στη συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν… δεν υπάρχει ίχνος σοβαροφάνειας και μεμψιμοιρίας. Αλλά ούτε και διάθεση επίρριψης ευθυνών σε ένα απρόσωπο σύστημα. Ο άνθρωπος ως αναπόσπαστο στοιχείο ενός ζωντανού κύτταρου που ονομάζεται κοινωνία καλείται να κάνει την αυτοκριτική του.

Ενθάδε κείτονται
Συντρίμμια τύμπανα θριάμβου.
Γελάει η Λήθη καλά συγκερασμένη…
–Φίλε τις πικροδάφνες μη μαδάς, κρούε την λύρα!

Τα ποιήματα προϋποθέτουν ένα σχέδιο μέσα στο οποίο ο αναγνώστης αναπνέει. Αξίζει να σταθεί κανείς στον τρόπο με τον οποίο επιτυγχάνει τη σύνθεση, αξιοποιώντας αρχιτεκτονικά μέλη που είναι ταυτόχρονα μέλη ενός κοινωνικού ιστού υπό ανατίναξη. Αρχιτεκτονικά μέλη που δεν ασπάζονται το ωραίο αλλά το αληθινό. Που αφήνουν το οξύμωρο να δράσει και να τα ομορφύνει. Ο Κοζίας δίνει στην πολιτική ποίηση νέα πνοή με καθαρά προσωπικό ύφος, κατακτημένο με κόπο. Αξίζει να διαβαστεί.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

www.oanagnostis.gr 08/01/2018

Για τον Γιώργο Κοζία

Φύση, ψυχή μου, μας γέλασαν οι εποχές.
Γέμισε ο κόσμος
χρηματοκιβώτια χτισμένα στη γη
θησαυροφυλάκια ψυχοπαθών
μέντιουμ, νταντάδων, χονδρεμπόρων

νομίσματα – θηρία που καραδοκούν
έτοιμα να ρημάξουν
τ΄ ατίθασα παιδιά
τ΄ ανυποψίαστα παγώνια.

Κι εμείς εξόριστες φυλές
πως να μεμφθούμε,
μας ρούφηξαν την βούληση
με το “ουκ είδα άνθρωπον”…
στρατιώτη, πλούσιο, επάιτη
πόρνη, μητέρα και προφήτη
στα σάπια λεφτά αφανισμένους

τρομάξαμε, πήγαμε
και χαθήκαμε εις το διηνεκές.

Φύση, μακρινή μου αγάπη
τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι.

Παραθέτοντας το παραπάνω ποίημα του Γιώργου Κοζία από την τελευταία του ποιητική συλλογή Πολεμώντας υπό σκιάν, μπαίνουμε αμέσως στο κλίμα αυτού του βιβλίου, όπου ο η άμεση κοινωνική κατακραυγή των στίχων φανερώνουν πως ο ρόλος του ποιητή, για μια ακόμη φορά, είναι να μιλήσει αληθινά και έξω από τα δόντια, χωρίς φανφαρονισμούς για το τι διαδραματίζεται γύρω μας. Απομακρυσμένοι από την φύση, από την ίδια μας την ουσιαστική καταγωγή, περήφανοι για τα αδιέξοδα που μόνοι μας φτιάξαμε, για τις χρυσές μας φυλακές και τις κολακείες περί κατάκτησης του εγώ μας, φτάνουμε στο σημείο να βρεθούμε ολόγυμνοι, απροστάτευτοι στην πραγματικότητα. Ο Κοζίας είναι ένας ποιητής που πολεμά υπό σκιάν. Ποια είναι όμως αυτή η σκιά; Αρχικά μοιάζει να πολεμά στην αφάνεια, αλλά όσο κανείς προχωρά διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής, φαίνεται πως έρχεται μάλλον αντιμέτωπος με τις ίδιες τις σκιές που τον περιβάλλουν. Ο πόλεμος με την καθημερινότητά μας είναι μια συνεχής πάλη με τον ίδιο μας τον εαυτό. Εμείς είμαστε αυτοί που πήραμε λάθος δρόμο. Εμείς αυτοί που χάσαμε στην πορεία την ουσία. Και πως θα μπορούσε καλύτερα να πολεμήσει ένας ποιητής αυτές τις σκιές παρά με εφόδιο τις λέξεις. Λέξεις που είναι άμεσες, καίριες, και ουσιαστικές. Στα ποιήματα του Κοζία δεν θα βρει κάποιος υπαινιγμούς, λυρικές εκφάνσεις, αλλά έντονη δραματουργία που βοηθά στο να φαίνονται οι στίχοι γυμνοί από κάθε καλολογικό στοιχείο για να είναι ακόμα πιο αιχμηροί. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια καταγγελία. Με μια πολιτική ποίηση που δεν πέφτει όμως στην παγίδα του επικαιρικού. Ο ποιητής πολεμά. Αντιδρά. Νιώθει κι ο ίδιος, όπως και όλοι οι άλλοι γύρω του να ασφυκτιά σε μια ζωή από δεύτερο χέρι:

Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα

Νά ο μπαμπούλας, Το μαμμόθρεφτο
Δίνουν τα χέρια
Ύπουλη Παντομίμα
και Ακροβάτης το Εγώ τους

Αν σπάσει το σκοινί, Κατάπιε

Το ξεχασμένο Χθες, το ανύπαρκτο Τώρα
Κάνε γρήγορα, ξυπνούν
Ασπλαχνία και Λαοδικεία με τα φτυάρια

Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα
Εσύ που δεν μπορείς Δεν θα ξεφύγεις
Ώ διάολε, να, καταφτάνει η κουστωδία

Χτύπησαν οι καμπάνες, Άκου, Κοίτα

Είμαι η Χαρά, είμαι η Ορμή, είμαι το Γέλιο
που επιστρέφουν λάμποντας και τραγουδώντας

Αχόρταγο Θέλω, Σκάβε, Θάβε, Ούρλιαξε, Ζήσε!

Αυτό το ποίημα, που πραγματικά το ζήλεψα για τον ρυθμό του(προσπαθήστε να το απαγγείλετε και θα καταλάβετε τι εννοώ), εμπερικλείει όλη την αγωνία του ανθρώπινου όντως που δεν έχει τα εφόδια να ξεφύγει από το εγώ του, από τα άγρια ένστικτά του, από την ίδια του την φθορά. Ο Γιώργος Κοζίας, μετά από πέντε ποιητικές συλλογές και μια πορεία 25 χρόνων στα ποιητικά μας δρώμενα, καταφέρνει με το τελευταίο του βιβλίο να ανανεώσει τον πολιτικό λόγο και να επαναφέρει την ποίηση στα προβλήματα που μαστίζουν την κοινωνία μας. Δεν είναι μια ποίηση που αναπαράγει τον καημό του ποιητή που βρίσκεται στο περιθώριο, αλλά τοποθετεί τον άνθρωπο στο κέντρο της έμπνευσής του, γεγονός που το θεωρώ σημαντικό και φανερώνει πως ο ποιητής δεν ομφαλοσκοπεί, αλλά έρχεται αντιμέτωπος με τα καίρια προβλήματα των σύγχρονων κοινωνιών. Σε μερικά σημεία διαφαίνεται ο απόηχος ποιητών, όπως του Καβάφη και του Αναγνωστάκη, αλλά μόνο μέχρι εκεί. Ο Κοζίας έχει δική του προσωπική φωνή, στιβαρή, διανθισμένη με έναν πολύ δυνατό ρυθμό που δείχνει πως αν και εκ πρώτης όψεων αυτά τα ποιήματα φαίνονται να γράφτηκαν εν θερμό ψυχής, αφού έχουν ένα τόσο έντονο τόνο καταγγελίας, παρ΄ όλα αυτά είναι δουλεμένα τόσο που τίποτα δεν φανερώνει προχειρότητα. Το αντίθετο. Μια από τις καλύτερες συλλογές που διάβασα μέσα στο 2017.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΡΑΤΖΑΣ

www.bookpress.gr 13/11/2017

«Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης»

Σε κάθε εποχή, η ποίηση η οποία χρειάζεται τον προσωπικό χρόνο της σιωπής για να δημιουργηθεί και τον χώρο της εσωτερικής ειρήνης για να μεταγγιστεί, αντιμετωπίζεται με μια μυστηριακή στάση, που αφενός υποβάλλει τον σεβασμό από θαυμασμό και αφετέρου την απόσταση από άγνοια.

Στις μέρες μας, ιδιαίτερα, που ο θαυμασμός εξέπεσε στον εντυπωσιασμό, η άγνοια εκτάθηκε σε θράσος και ο λόγος θρυμματίστηκε σε λόγια, μπορεί η ποίηση να φαίνεται περιθωριοποιημένη, αλλά είναι αυτή που μπορεί να στηρίξει το όνειρο, να δώσει νόημα στους χτύπους της καρδιάς, να ανοίξει τους ορίζοντες της ζωής στο φως και να υπερασπίζεται την ελευθερία, εξασφαλίζοντας στον άνθρωπο τη δυνατότητα πτήσης, έστω και μετά από πτώσεις. Γι’ αυτό η αληθινή ποίηση δεν εξυπηρετεί σκοπιμότητες, δεν διευκολύνει τη λήθη, ούτε εξαντλείται σε δημόσιες εξομολογήσεις. Ίσα-ίσα, διαθέτει τη δύναμη της γλώσσας γα να μεταφέρει αγωνίες, να φωτίζει –πάντα πλαγίως– επιθυμίες και ματαιώσεις και να διεγείρει το πάθος για όνειρα και αγάπες, δηλαδή για ειλικρινείς συναντήσεις προσώπων και στόχων.

Ο Γιώργος Κοζίας, με την πρόσφατη ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν… ελεγεία και σάτιρες, δημιουργεί ένα αυτοσχέδιο κοκτέιλ ατίθασου σκότους και ανελέητης χαραυγής. Ο Κοζίας δεν διεκδικεί δάφνες εμπρηστικού ρήτορα ούτε δόξα εφήμερου προφήτη. Τον πόνο του και την ελπίδα του εκφράζει σε χρόνο πολέμου και σε τόπο σκιάς. Με άλλα λόγια, διαλέγει να πει αλήθειες με τον τρόπο της άρνησης και της αντίθεσης, αποδεχόμενος την αναγκαιότητα μιας λυτρωτικής σύγκρουσης με τον εαυτό μας προπάντων, που αρέσκεται να εμπιστεύεται το ψέμα και την απάτη. Ντυμένοι θεατρίνοι είδαμε το δράμα./ Ας μείνουμε στο θαύμα (σελ. 26) γράφει.

Και ζητάει συνοδοιπόρους, οι οποίοι ελεύθερα θα προσθέτουν τις ιδέες τους, αποφασισμένοι να εγκαταλείψουν την ιδιώτευση, την περιχαράκωση στο εγώ τους. Αυτό, άλλωστε, υποδηλώνουν τα αποσιωπητικά στον τίτλο της συλλογής, που αποτελούν –όσο και αν φαίνεται οξύμωρο– τη μέγιστη μορφή σχολιασμού, αφού επιτρέπουν να αναφανούν οι σκέψεις και οι συνειρμοί του αναγνώστη. Ο Κοζίας είναι ο ποιητής που φοβάται όχι την ήττα αλλά την ηττοπάθεια και που παλεύει όχι για μια πρόσκαιρη νίκη αλλά για έναν διαρκή αγώνα. Εδώ που φτάσαμε γονατισμένοι/ οι πασχαλιές των κοριτσιών/ και η μεγαλοψυχία των Επιταφίων δεν μας πρέπει (σελ. 61) γράφει. Η ποιητική συλλογή του Πολεμώντας υπό σκιάν αποτελεί ουσιαστικά ποιητική σύνθεση υψηλής ποιότητας νοημάτων και τεχνικής της γραφής.

Ο Γιώργος Κοζίας κατορθώνει ταυτόχρονα να συνθέτει ελεγεία για τη χαμένη αυτοπεποίθηση και να σατιρίζει τους κάθε λογής φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς της ατομικής και κοινωνικής αλλοτρίωσης. Και το πετυχαίνει με καθαρότητα γνώσης και ειλικρίνεια οργής. Η ποίησή του έχει την προφορικότητα του θάρρους και την εντιμότητα της απόφασης. Γράφει προκλητικά από πρόθεση και τρυφερά από διάθεση, προτάσσοντας την αξία της ευθύνης όχι ως συμβατική υποχρέωση αλλά ως σταθερό καθήκον του ατόμου με συνείδηση πολίτη. Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης./ Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο./ Έλα να δεις/ από τα κόκαλα βγαλμένη την Ελπίδα κι άδραξε το άστρο της αυγής./ Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος… (σελ.32) σημειώνει.

Σκάβει, λοιπόν, ο ποιητής μέσα του για να φτάσει στη ρίζα που τρέφει τη συμπαντική μνήμη. Θάβει το περιττό, το άχρηστο, που συντηρεί την ψευδαίσθηση της εικόνας. Ουρλιάζει για εγρήγορση, ζει με πάθος και ελπίζει στην εξέγερση των ερωτημάτων και των ερώτων, χωρίς απαίτηση απάντησης και ανταπόκρισης. Κι ακόμη, δεν διστάζει να εντάσσει στους στίχους ονόματα προσώπων και τόπων, σύμβολα θυμάτων και θαυμάτων. Γιατί ξέρει ότι η πληγή μπορεί να γίνει πηγή, η απάθεια συγκίνηση, το μέτριο σπουδαίο και η ύπαρξη ζωή. Και σατιρίζει το όποιο σύστημα –πολιτικό, οικονομικό και θρησκευτικό– που επιβάλλει την εξουσία του με τον λεγόμενο ορθολογισμό και τη θρυλούμενη πρόοδο, ή με τα αυθαίρετα στερεότυπα και τις κάλπικες αξίες. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία/ Ανδρέα Κάλβε/ στη μάχη ή στην ξένη γη να μας θυμάσαι (σελ. 55) γράφει.

Ο Γιώργος Κοζίας, ως γνήσιος ποιητής, «μετατρέπει το ορατό σε αόρατο και το αόρατο σε ορατό». Ιδιαίτερα σ’ αυτή τη συλλογή του, διανύει την απόσταση από την αγωνία μέχρι την απάθεια και από την κοινωνία της πληροφορίας μέχρι τη μοναξιά της φλυαρίας με συναίσθηση πολιτικής ευθύνης, πιστεύοντας δηλαδή ότι το εγώ και η κοινωνία είναι αξεχώριστες έννοιες. Είναι ζήτημα φωτός, βέβαια, και φωτισμού, ή αλλιώς, επείγει να αναμετρηθούμε με τις σκιές, με τον φόβο, με το σκοτάδι.

Κλείνω το σημείωμα μου, παραθέτοντας δύο στίχους που δίνουν αντιστικτικά το ποιητικό κλίμα και τον ποιητικό στόχο του Γιώργου Κοζία. Φύση, μακρινή μου αγάπη/ τα στεγνά μάτια πρέπει να φοβάσαι (σελ. 11) και Κουράγιο, Άννα (Φίρλινγκ), το μέλλον έχει ήδη ξεκινήσει (σελ.64).

.

41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ

ΑΡΗΣ ΔΡΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

www.oanagnostis.gr 06/07/2013

Η ποιητική της εξαπάτησης ή τα θαύματα της τεχνικής!

Ο Γιώργος Κοζίας είναι ένας επίμονος ποιητής στους τρόπους με τους οποίους βλέπει το γύρω του κόσμο ανάποδα. Παρ’ όλη την επιμονή του όμως προχωρεί, σπρώχνει την έρευνά του για την ζωή μας, γιατί η ποίηση του Γ.Κ. είναι μια έρευνα, παράξενη, περίεργη ίσως, όμως έρευνα εν πρόοδο. Και αυτό φαίνεται από την πρόσφατη, 5η στη σειρά, ποιητική συλλογή του με τον τίτλο «41ος Παράλληλος». Γι’ αυτή την ποιητική έρευνα (λογοτεχνικό εργαστήρι) χρησιμοποιεί δύο εργαλεία το ένα είναι ο Υπερρεαλισμός και το άλλο η Λογιοσύνη του ως δημιουργού.

Α. ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Ο «41ος Παράλληλος» περιέχει 42 ποιήματα τα περισσότερα αφηγήματα, που αρκετά περιλαμβάνουν και διαλόγους. Οι αφηγήσεις όμως, όπως και οι διάλογοι, είναι αλλόκοτες, εκφρασμένες με τρόπο, ιδιάζοντα, με το νόημα ότι δεν μοιάζουν με τις αφηγήσεις και τους διαλόγους της καθημερινής μας πραγματικότητας. Ακριβώς, αυτός είναι ο τρόπος του Υπερρεαλισμού.

Το ποίημα «Αμερικανική Σερενάτα» θα βοηθήσει να προσεγγίσουμε – αναλύσουμε την ποιητική μεθοδολογία του Γιώργου Κοζία:

Ασθενοφόρα εισβάλλουν με θόρυβο στον έρημο δρόμο./Βγαίνουν από μέσα κοντραμπάσα, βιολοντσέλα, ακορντεόν, /ηλεκτρικά πνευστά, κρουστά σατανικά.

Οι τραυματιοφορείς στήνουν τα αναλόγια-φορεία. /Ανοίγουν τις παρτιτούρες-γάζες.

Η ορχήστρα ξεσπά./ Το πεντάγραμμο χορεύει, η σερενάτα πετάει,/ανεβαίνει σε ουρανοξύστες άδειους, σκοτεινούς.

Απογοητευμένοι οι μουσικοί εξαφανίζονται./Μένει μόνος ο τραυματίας,/καλεί σε βοήθεια με τη σφυρίχτρα του:

-Κουράστηκα, θέλω να γιατρευτώ,/η πληγή είναι βαθειά, ματώνει, /η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!

Ο ποιητής ενώνει δύο εντελώς ασύμβατες καταστάσεις, είναι όμως εντελώς άσχετες; Δεν θα διστάσει να φέρει κοντά, αυτές τις δύο ετερόκλιτες καταστάσεις, του ασθενοφόρου που μεταφέρει έναν τραυματία και του αυτοκινήτου που μεταφέρει ένα μουσικό συγκρότημα. Ένα μικρό βήμα χρειάζεται, μέσα σε μια παράξενη σύγχυση, τα δύο αυτοκίνητα με τα τόσο διαφορετικά σύνολα να ενωθούν και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν μια εκρηκτική κατάσταση στους αναγνώστες και να καταλάβουν τον παραλογισμό του σύγχρονου κόσμου, εκεί δείχνει ο τελευταίος στίχος: «η σερενάτα πυροβολεί, σκοτώνει!».

Μέσα στο ίδιο πνεύμα, του παραλογισμού, τα αντικείμενα έχουν μια αυτόνομη ζωή, ανεξάρτητη από τη ζωή του ανθρώπου που τα κατασκεύασε και υποτίθεται ότι τον εξυπηρετούν, ενώ έχουν αποκτήσει απόλυτη αξία, αυτό εκφράζει το ποίημα «Τα έπιπλα τέρατα»:

-Τα έπιπλα είναι ζωντανά, είπε ο ξεναγός,/με το παραμικρό νεύμα βαδίζουν.

Το τραπέζι προχωρά,/στέκεται στο κέντρο της αίθουσας,/γύρω παίρνουν θέση καθρέφτες,

καρέκλες, πολυθρόνες, καναπέδες,/ο πολυέλαιος κατεβαίνει απ’ το ταβάνι/με την ψυχή ανάποδα.

Ανάμεσα στα τέρατα έπιπλα/ανοίγω δρόμο με το ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…/Δεν θέλω να με προσκαλέσουν ποτέ!»

Ο ευαίσθητος άνθρωπος μπορεί να αντιδρά βίαια σε μια τέτοια κατάσταση, τα θαύματα της τεχνικής. Ο στίχος «το όνομα μου Λεγεών» παραπέμπει ταυτόχρονα στο ευαγγέλιο του Λουκά, αλλά κυρίως στο έργο του Ντοστογιέφσκι «Δαιμονισμένοι» ή «Δαίμονες». Την καταστροφική μανία, ως αντίδραση, τη γνωρίζει πολύ καλά η εποχή μας.

Είναι όμως και οι κωμικές-γκροτέσκο καταστάσεις, που ακριβώς ο υπερρεαλιστής ποιητής τις χρησιμοποιεί για να δείξει πόσο στραβά είναι στην πραγματικότητα τα ορατά και τα αόρατα, πόσο το σοβαρό είναι αστείο και το αστείο σοβαρό.

Στο ποίημα «One man Circus» το γκροτέσκο στοιχείο αναδεικνύεται:

Στο κατώφλι του σπιτιού του, έγραψε: «άπατρις»,/σημείωσε ένα ερωτηματικό πάνω στο κούτελό του/και πρόσθεσε άλλη μια λέξη στον τοίχο: «άνεμος».

-Να το αληθινό τσίρκο, είπε ο αθώος σαλτιμπάγκος,/ δείχνοντας τον κόσμο που χειροκροτούσε στον εξώστη,/στη ζωή ο καθένας φτιάχνει το δικό του Μοναχικό Τσίρκο.

Ο «αθώος σαλτιμπάγκος» και το «αληθινό τσίρκο» είναι οι πραγματικές καταστάσεις.

Β. Η ΛΟΓΙΟΣΥΝΗ

Στη σύλληψη του νοήματος του κόσμου βοηθάει τον ποιητή και η λογοτεχνική παράδοση, δική μας ή ξένη, λαϊκή ή λόγια. Και ο Γ.Κ. είναι λόγιος ποιητής. Σε όλες τις ποιητικές του συλλογές είναι φανερό αυτό, ιδιαίτερα στην προηγούμενη «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», όπου αναφέρονται ρητά ποιητές, πεζογράφοι, φιλόσοφοι, μουσικοί όπως Βόυτσεκ, Μωπασάν, Σοπενχάουερ, Ραχμάνινωφ, Στρίντμπεργκ, Ιονέσκο, Τσέχωφ, Γκόγκολ. Ιδιαίτερα όμως στην καινούργια συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ» στις σημειώσεις, στο τέλος του βιβλίου αναφέρει για έξι ποιήματα την πηγή της έμπνευσής του, που είναι κάποιο λογοτεχνικό έργο. Πέρα όμως από αυτές τις περιπτώσεις οι αναφορές είναι διάσπαρτες σε όλη τη συλλογή, είτε υπαινικτικά είτε ρητά, από τη λογοτεχνική, τη λαϊκή, τη θρησκευτική παράδοση. Τι μπορεί να σημαίνει αυτό; Ίσως ότι δεν υπάρχει και στην ποίηση παρθενογένεση! Άλλωστε στην καθημερινή μας συναναστροφή χρησιμοποιούμε πλήθος τέτοιες αναφορές με διάφορους τρόπους και διάφορους λόγους.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑ

Άλλοτε σε έλεγαν Αγία Σεσίλια, άλλοτε ήσουν /η Μαρία Στιούαρτ, η δεσποινίς Άντερσον,

σε έλουζαν, σε χτένιζαν, σε μύρωναν.

Τα Ξένα μάτια την κοιτάζουν/ Έκθαμβη νέα ωραία η αμαρτία /κι η απιστία Δεύτερη Υπηρεσία./

Αργά ή γρήγορα θα χτυπήσουν την πόρτα/ οι υποψήφιοι προσκυνητές αθώοι, ταπεινοί, δειλοί.

Τα φύλλα συκής πέφτουν μαραμένα. /Έρχονται οι προξενητές με τα δώρα του ήλιου./

Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε… /Λάμπει το Ουράνιο Τόξο.

Σ’ αυτό το ποίημα ακούγονται λέξεις και ρυθμοί από το τραγούδι του ΝΕΚΡΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ, από τα πιο παλιά δημοτικά τραγούδια. Παρακολουθούμε μια ανατροπή της παραδοσιακής κοινωνίας. Η Αρετή, η ηρωίδα του δημοτικού τραγουδιού, με την πίστη της στα πρόσωπα που την αγαπούν ανατρέπεται από τη «νέα ωραία αμαρτία» και την «απιστία». Βρισκόμαστε στην αντίθετη ακριβώς κατάσταση, όπως λέει και ο προτελευταίος στίχος.

«Αγαπιόμαστε, λατρεύουμε, προδίδουμε…»

Το ίδιο διαπιστώνουμε και στο ποίημα:

O ΠΡΟΦΗΤΗΣ

Μικρός προφήτης έριξε σε κορασιά τα μάτια./«Πεινώ, διψώ» της λέει. «Βοή μου»/

του αποκρίνεται «Τα σπλάχνα μου να φας!».

Ορμάει πάνω της, κάνει μια τρύπα/στα τρυφερά βυζιά, την βύζαινε /στόμα φιλήδονο, χείλος φαρμακωμένο.

Δάγκωνε μάνα του ουρανού, αλάτι του πελάγου/έπινε γάλα και κρασί από λαχταριστό κορμί

χωρίς να προφητεύει.

Ο ιδανικός κόσμος του Σολωμού εξαφανίζεται…

Η λαγνεία στέρησε τον ερωτευμένο του νεότερου ποιήματος από την ικανότητα να προφητεύει, δηλαδή να εισέρχεται στο βάθος των πραγμάτων. Και ο έρωτας τι έχει γίνει; Όπως τον καταγράφει ο Γιώργος Κοζίας, έχει γίνει αυτοερωτισμός (στο ποίημα «το μαγικό δέρμα») ή σκέτη παραγωγή ηδονής σωματικής («Η γυναίκα στο σκοπευτήριο») ή παρασυζυγική ηδονή («Οι ομπρέλες») ή πληρωμένος έρωτας («Cabaret..»).

Λείπει όμως η ερωτική αγάπη από την τελευταία συλλογή του Γ.Κ.; Όχι βέβαια! Αλλά είναι χαρακτηριστική η παρουσία της στο ποίημα:

η ωραια αμπελοσ

Μπαίνει στο αμπέλι, κλέβει μια ρώγα,/ την έβαλε στο στόμα της κι έπεσε νεκρή!/

Την έκλαψαν, την ξάπλωσαν σε κάσα σκαλιστή,/την κλείδωσαν, πέταξαν τα εννιά κλειδιά,

την ξέχασαν.

Φτάνει ο τρυγητής, τρυγάει, βρίσκει τα κλειδιά./ Βλέπει την κάσα, ξεκλειδώνει εννιά φορές,

μέσα η πεθαμένη κόρη πεντάμορφη/με ανοιχτά τα χείλη υγρά, ζουμερά./ Το πρόσωπό της

έλαμπε/ κι είχε σημαδάκι στο λαιμό στολίδι.

Σκύβει ο λεβέντης φιλάει τρείς/ την τέταρτη πετιέται του σταφυλιού η ρώγα!/ Έπαιξε

τα βλέφαρα η Ωραία Άμπελος/ ζωντάνεψε, του μίλησε:

«Νόστιμα ροζακιά, ασίκη, φρέσκα ροζακιά,/σταφύλια της Αγάπης τα φιλιά»

Ο ποιητής ακουμπάει στη λαϊκή παράδοση, στο γνωστό παραμύθι του παλληκαριού/του πρίγκιπα που με το φιλί του ανασταίνει την πεθαμένη/κοιμισμένη πεντάμορφη. Θέλει να υποδείξει, μήπως, ο Γ.Κ. ότι η γνήσια ερωτική αγάπη βρίσκεται μόνο στα παραμύθια; Πάντως σε δύο προηγούμενες ποιητικές του συλλογές, («Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» και «Πεδίον ρίψεων») τη γνήσια αγάπη την εικονογραφεί με δικά του, υποθέτω, παραμύθια. Ο Γ.Κ. όμως δεν χρησιμοποιεί την λογοτεχνική παράδοση για να την αναποδογυρίσει, μόνο αρκετές φορές τη βλέπει ως σύντροφο στη δική του ποιητική πορεία. Έτσι συμβαίνει με την ποίηση του Σεφέρη ή του Καβάφη. Στο ποίημά του «Τα εκτοπλάσματα» εικονογραφεί το σαράκι που κατατρώγει τα πάντα χωρίς να μπορούμε να το αποφύγουμε.

Τα εκτοπλάσματα έφαγαν τους τοίχους, /τρώνε τις πόρτες του σπιτιού, /τα πατώματα, νευρικά με μακρύ τρίχωμα, /πορφυρά μάτια, τεράστια δόντια.

Έντρομοι έφυγαν οι αγαπημένοι φίλοι,/ έμειναν τ’ αποφόρια τους, κρύβονται σε απόμερες/

γωνιές, μέσα στις ετοιμόρροπες ντουλάπες, /κάτω από τα ράφια δίχως κορμιά.

Την ίδια ώρα στα διπλανά νοικοκυρεμένα σπίτια/εισβάλλουν αόρατα, άυλα, νέα φαντάσματα /καραδοκούν, ξένοι άγνωστοι λοιδορούν:

-Οι παραβάτες στην επίορκη πόλη!

Η συφορά, ειδοποιεί ο Καβάφης στο ποίημα «Ο Θεόδοτος» είναι κοντά μας και δεν την βλέπουμε: Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου/ το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —/ αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,/ φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι.

Οι τελευταίοι στίχοι των δύο ποιημάτων σχεδόν ταυτίζονται. Και στο ποίημα «Ο υποβολέας», ο ποιητής διαλέγεται με τον Καβάφη το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον». Μπορεί κανείς να διαπιστώσει και με πρώτη ανάγνωση τα σημεία που συνομιλούν οι δύο ποιητές. Υπάρχει και στα δύο ποιήματα «ο εξαίσιος θίασος», ο οποίος είναι «αόρατος» και ο Θεός που αποκαλείται «Λιποτάκτης» αντιστοιχεί στο «απολείπειν» του Καβαφικού τίτλου. Εδώ όμως καταχωρείται η ειδοποιός διαφορά.

Ο Καβάφης λέει «προ πάντων να μην γελασθείς, μην πεις πως ήταν/ Ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου».

Ο Γ.Κ. όμως επιμένει: «Όχι! Ήταν απάτη!!»

Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής
Το καινούργιο στοιχείο της συλλογής: Η απάτη, η παράσταση, το ψεύτισμα της ζωής γενικά! Ο ποιητής είναι αρκετά ευαίσθητος σ’ αυτή τη συλλογή απέναντι στην απάτη, στο θέατρο που παίζεται γύρω μας. Σε πρώτη ματιά είναι καμία δεκαριά και πλέον τα ποιήματα που συνθέτουν ένα περιβάλλον απάτης. Λέξεις που το προσδιορίζουν: μάσκες, ξύλινο ανθρωπάκι, μεταμφιεσμένος, τσίρκο, σαλτιμπάγκος, άλογα ξύλινα ψεύτικα, κούκλα, νευρόσπαστο, η κουρδισμένη κίσσα, για πάντα γελασμένος, απάτη, μαριονέττες, προσωπίδα, γελωτοποιός, κομπάρσοι, οι απατημένοι, ο πραίτορας των σκηνικών, η πόρνη της αυλαίας, χαρτιά σημαδεμένα, οι προδομένοι, κίβδηλα νομίσματα.

Στη συλλογή υπάρχει ένα ποίημα που δεν γίνεται ρητός λόγος για την απάτη, όμως αυτή βρίσκεται στην ουσιαστική λειτουργία της:

Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ

Στο καφενείο «ΟΙ ΑΝΔΕΙΣ» έρχεται κάθε πρωινό/ο μελαγχολικός Ινδιάνος, ανοίγει την εφημερίδα,/διατρέχει τις ειδήσεις, διαβάζει, συλλαβίζει:

Οι ιεραπόστολοι δεν κάνουν τατουάζ. Δεν χαράζουν/βαθιά το δέρμα τους. Βάφουν το πρόσωπό τους/όταν πάνε να ευλογήσουν τους πιστούς ιθαγενείς.

Επιστρέφουν, ξεβάφονται, βγάζουν τα άμφια,/φοράνε σμόκιν, εισπνέουν αιθέρα,/

ζαλίζονται, την ιεραποστολή ξεχνούν.

Τις Άνδεις βλαστημάνε που τους πλάνεψαν,/λάγνες-εξωτικές, που αγάπησαν και μίσησαν…

Πώς να την χαρακτηρίζουμε την κατάσταση που αποδίδει αυτό το ποίημα; Απάτη; υποκρισία; θέατρο; αυταπάτη; Είναι όλα αυτά! Αλλά το τελευταίο δίστιχο μας πηγαίνει πέρα από αυτά που μας πλάνεψαν. Υπάρχει όμως και άλλο εύρημα στο ποίημα «Η ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ». Το θέμα του είναι ειλημμένο από τη θρησκευτική ζωή. Κείμενα, πρόσωπα, δραστηριότητες, σύμβολα είναι διάσπαρτα στη συλλογή. Φυσικά δεν πρόκειται για θρησκευτική ποίηση! Αλλά για μια ευφρόσυνη μεταφυσική αγωνία. Διαβάζοντας αυτά τα ποιήματα έχεις την εντύπωσης ότι ασκεί σκληρή κριτική στις θρησκευτικές ιδέες, στα θρησκευτικά βιώματα του περιβάλλοντος κόσμου του:

«Ο δύστυχος ικετεύει την Θεία Πρόνοια, εκείνη τον εμπαίζει» (Οι Συνεργοί, 17).

«Στον τρύπιο ουρανό γελάει η χρυσόμαλλη Απιστία» (Cabaret «Μις Υφήλιος, 51)

«- Χαλκιά και Πρωτομάστορα, φτιάξε καρφιά

(ο σταυρωμένος ποτέ δεν πάει χαμένος).

Εισάκουσόν μας Σατανά! (Η έβδομη απόδειξη, 21)

«Στο Καμπαρέ «Μις Υφήλιος» καταραμένη εποχή:

«Ελπίζετε οι δυστυχείς – προσεύχεσθε οι ευτυχείς» (Cabaret…, 51)

Δεν είναι η εξαπάτηση μια κατάσταση απλή στη συλλογή «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ». Πρέπει να τη δούμε σε σχέση με την πολιτική και το ποικιλώνυμο αλισβερίσι. Στο ποίημα «ΡΩΜΑΪΚΗ ΑΓΟΡΑ» (σελ 36) είναι σαφής η αιχμή:

«Σάυλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητή

δικό σου το εμπόρευμα – δική μας η τιμή».

Ανάμεσα στο «εμπόρευμα» και την «τιμή» θριαμβεύει η απάτη.

Ο Γιώργος Κοζίας, αν δεν είναι απογοητευμένος, είναι όμως θυμωμένος, κατέχεται από δαιμονική οργή. Θυμίζω δύο στίχους από το ποίημα «ΤΑ ΕΠΙΠΛΑ ΤΕΡΑΤΑ»:

«Ανοίγω δρόμο με τον ηλεκτρικό πριόνι μαινόμενος:/«Το όνομά μου Λεγεών…»

Το όνομα «Λεγεών» είναι δυσοίωνο και απειλητικό.

Το ποίημα που συγκεντρώνει και συμπυκνώνει το νόημα των ποιημάτων της συλλογής

-αιρετικό και παρορμητικό- καθώς περιέχει και τον τίτλο της, «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», είναι η ΛΙΤΑΝΕΙΑ:

Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία. Σημαιοφόροι/οι ραβδοσκόποι ιερομόναχοι, οπισθοφύλακες

οι τεχνίτες /με τα σάρωθρα. Ουρλιάζουν του ήλιου οι αιχμάλωτοι/να σταματήσουν τις παρακλήσεις οι μετεωρολόγοι,/το συνδικάτο των αστρολόγων γονατιστοί/ικετεύουν να βρέξει αστέρια, να τους πνίξει.

Οι άγιοι σαπίζουν στη Γή της Επαγγελίας. Ανιχνευτές/οδηγούν πότε τις άσπρες λιτανείες πότε τις μαύρες. /Αστραπές προσκαλούν τους ζωολόγους, κεραυνοί/ φτύνουν τα σπλάχνα τους στο θάλαμο Επιτόκων./Ο γέρο Ιερεμίας καίγεται, κατουράει λάβα/κι ο αυτοκράτωρ Ουρανός ξερνάει αρουραίους.

Στον 41ο Παράλληλο γίνεται λιτανεία/με τα κεριά όλων των προδομένων.

Για όσους δεν γνωρίζουν, τι σημαίνει ο τίτλος της περίτεχνης συλλογής «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», ας ανατρέξουν στο γεωγραφικό χάρτη. Είναι ο παράλληλος που χωρίζει το Βορρά από το Νότο. Και με αυτόν τον τίτλο ο Γιώργος Κοζίας εκθέτει τα αποτελέσματα της ποιητικής-μαγικής έρευνάς του (σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος) για τα παράλογα της ζωής και της εποχή μας.

.

ΚΟΣΜΟΣ ΧΩΡΙΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΕΣ

ALICIA LECUMBERRI

Η Καθημερινή 12/06/2007

Προσφέροντας ένα ποίημα για κάθε στιγμή

Ένας κόσμος χωρίς ταξιδιώτες είναι σαν ένα βιβλίο χωρίς αναγνώστες. Ο τίτλος ενός βιβλίου μπορεί να προκαλέσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, να ξυπνήσει μέσα του την επιθυμία να ξεκινήσει το ταξίδι της ανάγνωσης δίχως να αναρωτηθεί καν για τον προορισμό. Από τη στιγμή που έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του ποιητή Γιώργου Κοζία, «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες», διαισθανόμουν πως κάτι διαφορετικό θα πρόσφερε, αφού ο τίτλος είναι ανατρεπτικός.

Ο ποιητής μάς προτείνει ένα ελκυστικό ταξίδι με αφετηρία το Πόντε Βέκιο της Φλωρεντίας, ξεκινώντας με «προδομένες αγάπες / Ξεχασμένες», έχοντας για προορισμό το ποίημα «Ομοίωμα», παρέα με τον Ροβινσώνα Κρούσο: «Ο Ροβινσών Κρούσος ανήρχετο / την κλίμακα σιωπηλός, ονειροπόλος. / Είχε ξεκάνει τον Παρασκευά! / Στο τελευταίο σκαλί τον περιμένει / το ομοίωμά του περίτεχνα μασκαρεμένο. / Φοράει στολή κιβδηλοποιού – αθέατο, / στους μεμυημένους ορατό, / διαλαλώντας: «Κορώνα ή γράμματα;» / Το νόμισμα αιωρείται, ταλαντεύεται, πέφτει, / ο μεταλλικός ήχος τον ξυπνά. «Ροβινσώνας ή Παρασκευάς;» / Με κάλπικη μονέδα / τι πραμάτεια θ’ αγοράσει!». Κατά τη διαδρομή της ανάγνωσης φτάνουμε σε πραγματικά και φανταστικά λιμάνια για να «αγαπηθούμε στις αποβάθρες των αναχωρήσεων / όταν δεν θα υπάρχει ανάμεσά μας θάλασσα», με συνεπιβάτες τον Βόιτσεκ, τον Ραβί, τον Σοπενχάουερ, τον Ραχμάνινωφ, την Καλλιόπη, τη Λίγεια, τη Μάρθα Ιωάννοβα, τη Μαργαρίτα και τη Σουλαμίτ, όλοι τους μετέωροι ταξιδιώτες κρατάνε για διαβατήριο: «Το παιχνίδι της επιθυμίας», το παιχνίδι στο οποίο «Τίποτα» δεν κερδίζει κανείς, αλλά μπορεί να χάσει «το Παν».

Στον «Κόσμο χωρίς ταξιδιώτες» συμβιώνουν αρμονικά λόγος, εικόνες και μουσική. Ο ποιητής δίνει με δεξιοτεχνία τον τόνο στα ποιήματά του άλλοτε χρησιμοποιώντας μείζονα κλίμακα και άλλοτε ελάσσονα. Κάποια ποιήματα απηχούν εχθρούς και βάσανα ενώ άλλα μας προτείνουν παιχνίδια λέξεων, απαντήσεων – ερωτήσεων: «Για νίκες που έγιναν ήττες / για ήττες που ήταν νίκες…». Ο Γιώργος Κοζίας ωθώντας την ποιητική του στο μεταίχμιο της διακειμενικότητας – παρωδίας επιτυγχάνει τη δημιουργική ισορροπία και μας προσφέρει, με ευφυΐα, ένα ποίημα για κάθε στιγμή. Ο «Κόσμος χωρίς ταξιδιώτες» είναι μια συλλογή που μας «πυροβολεί» νοηματικά και ρυθμικά. Ευέλικτοι και τηλεγραφικοί στίχοι -περίτεχνα μασκαρεμένοι με κέφι και χιούμορ- αντικατοπτρίζουν την ιλιγγιώδη ταχύτητα που τυλίγει ολόκληρη την κοινωνία καθώς και τον αναγνώστη. Η συλλογή αυτή διακρίνεται για την καλαισθησία της «Στιγμής» του μάστορα-τυπογράφου εκδότη Αιμίλιου Καλιακάτσου και τα ποιήματά της λικνίζονται στην αγκαλιά των υπέροχων σχεδίων της ζωγράφου Εύας Τσακνιά.

.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.