ΑΓΓΕΛΟΣ ΛΑΜΕΡΑΣ

Ο Άγγελος Λαμέρας γεννήθηκε το 1981 και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη. Κατάγεται από οικογένεια καλλιτεχνών των Υστερνίων της Τήνου. Αν και επαγγελματικά δραστηριοποιείται στον τομέα των Τηλεπικοινωνιών της Πολεμικής Αεροπορίας. η ποίηση αποτελεί σταθερό πεδίο έκφρασής του.
Έργα του έχουν φιλοξενηθεί σε λογοτεχνικά έντυπα, όπως το περιοδικό Ποιητικά Τοπία και το δελτίο του Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.
Η ποιητική συλλογή «Το γράμμα του πελάγους» (Άνεμος εκδοτική 2026) είναι το πρώτο του βιβλίο.

.

.

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΓΟΥΣ (2026)

ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ

Εξόριστε μου ποιητή,
κάθεσαι ανέκφραστος και σιωπηλός
στον βραχώδη ίαμβο της θάλασσας·
απαθής στους γύψινους θριάμβους,
ξεχνάς τα χαμένα σου όνειρα
πάνω στα σκουριασμένα ρολόγια.
Ακούς τις τρίλιες της ψυχής σου
στα δαιμονισμένα κύματα της σιωπής
που μέσα τους χορεύουν
οι σκιές σου με τους φόβους σου
κι εσύ περιμένεις τη σωτηρία σου
μες στη θαλάσσια σπηλιά της Σίβυλλας
παρακαλώντας τον Θεό να σου δείξει τον Υιό.
Στις βίγλες του ορίζοντα
αγναντεύεις τα πλοία των Φαιάκων.
Επιθυμούν τη λύτρωσή τους
προσπαθώντας να σπάσουν
τις αλυσίδες της άνοιξης.
Τρέχεις μες στους ηλιόλουστους ελαιώνες
και ξαποσταίνεις στην κάμαρη της πιο γέρικης ελιάς,
ξυπνάς στη ρίζα της νιότης σου
και βλέπεις από μπροστά σου να περνάνε
οι έρωτες που ποτέ σου δεν περίμενες
να γεμίσουν το αδειανό σου ποτήρι.
Ακροβάτης στις γαλάζιες γραμμές της μοναξιάς
λέγοντας ιστορίες για το μαυσωλείο των ονείρων,
βάζεις για δόλωμα τις αχτίδες του ήλιου
και ψαρεύεις τις λέξεις που ψιθυρίζουν το φθινόπωρο
απ’ τις έρημες όχθες του Νότου.

Προσεύχεσαι αριστερά στον προστάτη της ψυχής σου,
προσεύχεσαι δεξιά στον προστάτη των λέξεών σου,
και στη μέση συναντάς τον καπετάνιο
που σε καλεί για το πλήρωμα της παρθένας ανταρσίας.
Κοιτάζεις τις τετράφυλλες βροχές της μνήμης
όπου αργοπέφτουν οι σταγόνες της θύμησης
και γράφεις στις ξεθωριασμένες σελίδες της ανάμνησης
τα ανοιχτά γράμματα που κιτρίνισαν
στα κρυμμένα ξερόκλαδα,
μες στην καρδιά ενός άρρωστου δέντρου.

Γονατίζεις σε ξωκλήσια
που στέκονται στις κορφές της θάλασσας
με τον παγερό αγέρα
να γδέρνει το δέρμα του ουρανού.
Στις δειλινές μελωδίες των άηχων ψαλμών
εμφανίζονται μυροφόρες μορφές·
μιλάς μαζί τους με τη διάλεκτο των αγγέλων
και χαράζεις τα μυστικά των Ευμενίδων
στα σφραγισμένα κελάρια του πελάγους.

Στα νεκρά σου κύτταρα
όπου τρεμοπαίζουν τέσσερα φωνήεντα και δύο σύμφωνα,
προσπαθείς να λύσεις τους γρίφους του αλφαβήτου
για να ανάψουν το φως στις λευκές λαμπάδες,
μες στους σκοτεινούς κίονες που βαδίζεις
ανάμεσα σε μύστες και ερημίτες.

Φοράς τη μάσκα της μαραμένης λύπης,
φτιαγμένη από χώμα και δάκρυ,
και σκάβεις στην ασκητική σου
το χώμα της ανυπαρξίας
για να σπείρεις τους καρπούς της ψευδαίσθησης.

Στη χιονοθύελλα τα>ν μεσονύχτιων δαιμόνων,
βρίσκεις καταφύγιο στη χρυσή καλύβα του Φειδία
μες στους πρόποδες του γυμνού βουνού
χάνεις απ’ το πανωφόρι σου το ψέμα και την αλήθεια
που κατρακυλούν
πάνω στις πέτρες του λευκού φαραγγιού. 

Ρεμβάζεις στο ύψωμα της λήθης,
απλώνεις το βλέμμα σου
στο θαλασσοπλασμένο άγαλμα του Σιμούν
που σου θυμίζει τις καυτές νύχτες του Αλντεμπαράν,
νύχτες που έγιναν σκόνη
μες στην σπασμένη κλεψύδρα του χρόνου.

Τώρα κρατάς την κίβδηλη βαλίτσα
που μέσα της οι σκέψεις σου βυσσοδομούν
περιμένεις το καράβι της Ιθάκης,
μα η Ιθάκη είναι το ανηλεές νησί
που έσβησε απ’ τον χάρτη της μοίρας σου
τον δρόμο για τους γόνιμους θησαυρούς
της Νέας Σελήνης.

Κοίτα ψηλά στις παρυφές του σύμπαντος,
κοίτα την αδιόρατη μητρόπολη του γαλαξία.
Στους διάφανους τοίχους της
είναι ζωγραφισμένοι εικόνες μαρτύρων
που στάζει στα μάτια τους
το ανεξίτηλο μελάνι των χρωμοσωμάτων σου.

Το μελάνι θα γεμίσει
το κοφτερό όστρακο του αυτόφωτου,
το όστρακο που θα κόψει
τα ωχρά κάγκελα της πλανεμένης αποσκευής
και θα χυθούν απ’ τα δόντια της χίμαιρας
οι οχτώ σειρήνες του ναρκωμένου νου.

Εξόριστέ μου ποιητή,
άνοιξε διάπλατα τα στήθη σου
και νιώσε το χάιδεμα του μπάτη.
Άνοιξε την πόρτα του σεληνόφωτος
και άκουσε τις μελωδίες του νυχτερινού παφλασμού.

Θα ’ρθει η στιγμή που θα κατηφορίσεις
στον κοραλλένιο κήπο της έναστρης ακτής
στολισμένος με τα γλυπτά της συνείδησης.
Εκεί θα συναντήσεις τον μεγάλο ψαρά του Αυγερινού
την ώρα που απλώνει τα δίχτυα του
στη θλίψη των ανθρώπων
και θα δεις στο ψαροκάικο της ευδαιμονίας
γραμμένα πάνω στη λιοπερίχυτη πλώρη του
τα λόγια που έψαχνες χρόνια
στα τρία παλάτια της υγρής πολιτείας.
«Εν αρχή ην ο λόγος
και η φυγή η μόνη σου ελπίς».

Καλό σου ταξίδι, αλαργινέ μου άνθρωπε…

Η ΝΟΤΑ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Αν κάποιος σας ρωτήσει
τι είναι η γαλήνη,
δεν χρειάζεται να απαντήσετε,
δεν χρειάζεται να ανοίξετε τα βιβλία
της εγκεφαλικής σας γνώσης,
δεν χρειάζεται να ανοίξετε τα ανθρώπινα λεξικά σας·
η απάντηση είναι μέσα στη νότα της θάλασσας
σαν μια υδάτινη θεά
που παίζει την πελαγίσια της άρπα.
Είστε τόσο τυχεροί
που ακούτε τον ήχο της γαλήνης,
είστε τόσο τυχεροί
που κατοικείτε στα κοραλλένια κάστρα της!

Φεύγω τώρα,
πάω ν’ αναζητήσω ένα προπύργιο του κάστρου
στην ακτή που δεν έζησα·
ψάχνω ν’ αγγίξω τις μικρές νότες που έσταξαν
από τα δάκρυα της παράξενης κοπέλας.
Ναι, αυτή την παράξενη κοπέλα
που μες στον βυθό των ματιών της
αγναντεύεις τους πράσινους κήπους της Ατλαντίδας.
Τα αέρινα μακριά της μαλλιά
ανεμίζουν στο ύψωμα της λότζιας.
Φοράει το θαλασσί φόρεμα
κεντημένο από τα δάχτυλα της Γαλάτειας και της Γλαύκης,
στολισμένη με πολύχρωμα κοχύλια στα δυο της στήθη
που αρωματίζουν τον αιθέρα με την ηδονική αύρα
από τα ξεχασμένα νησιά του Οδυσσέα.

Αν κάποιος σας ρωτήσει
τι είναι η γαλήνη,
δεν χρειάζεσαι να απαντήσετε. 
Ας κοιτάξει μόνο τα όνειρα
που κρύβονται στα μάτια σας,
τα όνειρα που ταξιδεύουν
με το πλοιάριο του Ήλιου και της Σελήνης.

TO ΟΝΕΙΡΟ ΤΩΝ ΑΛΑΒΑΣΤΡΙΝΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ

Θα περνάει ο χρόνος
Θ’ αλλάζουν οι εποχές
Θ’ αλλάζουν τα χρόνια.
Πάλι εσύ άψυχα θα κοιτάς
και το μόνο που θα συναντήσεις
είναι η σιωπή.
Λογικό, θα σου πούνε,
αφού ένα άγαλμα είναι μόνο.

Όταν έρθει η στιγμή και ανταμώσεις την ψυχή
με την υπέρλογη φωνή που ταξιδεύει μες στον χρόνο,
τότε εσύ απάντησε πως η ουσία της λογικής
κρύβεται στον κόσμο του παραλόγου.
Το άκτιστο φως των λέξεων
δεν κατοικεί μέσα στο σώμα,
το πνεύμα φιλοξενείται μες στη σάρκα
και αιωρείται στον ουράνιο κύκλο της κίνησης.

Η ψυχή μου πλέον, έστω και για λίγο, ταξιδεύει
στο άπειρο διάστημα του ανύπαρκτου χρόνου
και συναντάει άυλες μορφές αγγέλων.
Είναι πραγματικότητα ή ένα όνειρο
αλαβάστρινων αγγέλων;

Η ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΗΣ ΛΙΜΝΟΘΑΛΑΣΣΑΣ

Είναι κάποιοι που γεννήθηκαν με τη θάλασσα μέσα τους,
είναι η φύση τους να ζουν στην απεραντοσύνη της.
Η ζωή τους είναι μια περιπέτεια σ’ ένα ταξίδι αλαργινό
μέχρι η καρδιά τους να αγκυροβολήσει στην Ιθάκη της ψυχής.
Εκεί θα δημιουργήσει το βασίλειο Ανατολής και Δύσης
όπου οι άγγελοι των αναμνήσεων θα διηγούνται ιστορίες,
οι άγγελοι της ύπαρξης θα δημιουργούν ζωή
και οι άγγελοι του έρωτα θα σμιλεύουν την ομορφιά του κόσμου
στην τέχνη των κυττάρων τους.

Είναι κάποιοι άλλοι που γεννήθηκαν με τη λίμνη μέσα τους,
μεγάλωσαν με μια αρχή και ένα τέλος·
ανάμεσα στην αρχή και το τέλος
η ψυχή πλέει στη βάρκα της γαλήνης,
όμως και η γαλήνη ποθεί την αλμύρα της θάλασσας,
ποθεί την αναζήτηση του ήλιου και του σεληνόφωτος
στα ανοιχτά νερά της καρδιάς και της φαντασίας.
Οι κύκνοι θα συναντήσουν τους γλάρους,
η θάλασσα θα συναντήσει τη λίμνη
και θα γεννηθεί η λιμνοθάλασσα·
η ένωση του απέραντου με την αρχή του τέλους,
η ένωση της λιμνίσιας γαλήνης με τις θαλασσινές ανησυχίες,
η αλληλεξάρτηση που παράγει αρμονία.
Η αρμονία της λιμνοθάλασσας…

ΧΑΡΤΙΝΑ ΝΗΣΙΑ

Μια μέρα σκοτεινή, μια μέρα θλιβερή
θεατρίνος είμαι σε αδειανή σκηνή·
μια μέρα που τα δάκρυα κερδίζουν τη χαρά
παίρνω την κιθάρα και τραγουδώ κλεφτά.

Μια νύχτα που η θλίψη χορεύει στη γιορτή
χαμένος την κοιτάζω σαν το μικρό παιδί’
μια νύχτα που η σελήνη ματώνει μες στη γη
ανθίζουν αναμνήσεις στο φως και την αυγή.

Αχ! Η καρδιά μιλάει σιωπηλά,
βγάζει τα φτερά της για χάρτινα νησιά.
Αχ! Κι η ψυχή λιμάνια καρτερά,
βυθίζεται στου μύθου τα αλμυρά νερά.

Μια μέρα που η λύπη μού χαϊδεύει την ψυχή
τα μάτια μου τα κλεινοί να νιώσω τη στιγμή·
μια μέρα το ποτάμι δεν έχει πια νερά
και την αγάπη για πάντα λησμονά.

Μια νύχτα που ο λύκος πια δεν αλυχτά
το θύμα του φοβάται ξανά να κυνηγά·
μια νύχτα που τ’ αστέρια είναι πια νεκρά
ο ουρανός δακρύζει και βρέχει η σιγαλιά.

Αχ! Η καρδιά μιλάει σιωπηλά,
βγάζει τα φτερά της για χάρτινα νησιά.
Αχ! Κι η σιωπή βάζει παντού φωτιά
καίγοντας τα όνειρα του μακρινού Νοτιά…

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.