Γεννήθηκα και ζω στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο στα τμήματα Αρχαιολογίας & Τέχνης και Κλασσικής Φιλολογίας. Εργάστηκα στο Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών στο Λεξικό της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας του καθηγητή Εμμανουήλ Κριαρά. Κατόπιν διορίστηκα στη Μέση Εκπαίδευση, όπου υπηρέτησα 35 χρόνια. Αν δεν με είχε
κερδίσει η εκπαίδευση σχεδόν ολοκληρωτικά, θα αφιερωνόμουν στη μεγάλη μου αγάπη, την ποίηση, την οποία τίμησα με τέσσερα μόνο βιβλία. Ασχολήθηκα ιδιαίτερα με το μάθημα της Νεοελληνικής Γλώσσας για την οποία εκπόνησα ως βοηθήματα τα Παράλληλα Κείμενα και τα Μικρά Κείμενα (εκδ. Δωρικός, 2005). Επίσης, εκπόνησα και επιμελήθηκα το βιβλίο Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης από κοινού με την ομάδα Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης του 2ου Λυκείου Θεσσαλονίκης (2009).
To 2013 εκδόθηκε η λογοτεχνική μελέτη μου για την ποιητική συλλογή Εύρετρα της Κικής Δημουλά με τίτλο Ένα ποιητικό ταξίδι (εκδ. Μαλλιάρης Παιδεία -υποψήφιο για το κρατικό βραβείο).
Ποιήματα μου και κριτικές για ποιητικές συλλογές και πεζογραφήματα δημοσιεύονται σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.
Η παρούσα είναι η 4η ποιητική μου συλλογή.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΟΙΗΣΗ
Ανθεκτικά υλικά (εκδ. Μανδραγόρας 2024)
Από ανέγγιχτα μονοπάτια, (εκδ. Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη 2022)
Γαλάζιο μελανό, (εκδ. Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη 2017)
Παλινδρομήσεις, (Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1996)
ΑΛΛΑ ΒΙΒΛΙΑ
Ένα ποιητικό ταξίδι, Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην ποιητική συλλογή «Τα εύρετρα» της Κικής Δημουλά, (εκδ. Μαλλιαρής Παιδεία, Θεσσαλονίκη 2013)
Μικρά κείμενα (εκδ. Δωρικός 2005)
Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης (2009)
.
.
ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ (2024)
ΚΛΙΝΟΠΑΛΗ ΘΥΜΩΜΕΝΗΣ ΓΗΣ
Με φόντο τη διπλωματία
κι ένα απόθεμα ανθρωπιάς
οι δυνατοί σεισμοί ενώνουν
στην πάλη της κλίνης καθώς και
στη διαμάχη συνοριακών σταθμών.
Συγκλονίζονται τα σώματα
απ’ τη δύναμη του Εγκέλαδου
που αναβλύζει απ’ τα βάθη
παθιασμένων πετρωμάτων
από άγνωστα φλεγόμενα
έγκατα ανήμπορα να ισορροπήσουν
όπως ο φλεγόμενος έρωτας
των ανταγωνιστών συντρίβει τ
α κορμιά τους που καταλήγουν
μοιραία στη διάλυση.
Γιατί η φυσική δύναμη της έλξης
δεν κρύβει πάντα την αγάπη.
ΣΠΙΘΕΣ ΓΕΝΝΟΥΝ ΠΟΙΗΣΗ
Ξ. χε κοπάσει πια ο άστατος άνεμος
της αλαζονικής νιότης.
Το πάθος χρόνια τούς έκαιγε με
την αγάπη να πυροδοτεί τη φαντασία
καθώς υψώνονταν σε μία ένωση
ποικίλων εκδοχών
που κατακτούσαν τη μαγεία.
Σφιχταγκαλιασμένοι έβγαζαν σπίθες
που γεννούσαν ποίηση
και την άρθρωναν άμεσα
σαν από ανώτερη επιφοίτηση
χωρίς να βλέπουν φυσικές ατέλειες
-πόση λεπτότητα γεννά η αγάπη-
κοιτάζονταν ατέλειωτα στα μάτια
ο ένας βυθιζόταν απόλυτα
στην ψυχή του άλλου πασχίζοντας
να διαβάσει όλα τα απόκρυφά της
με μουσικές ανάσες που
εμφυσούσαν συμπυκνωμένη πνοή.
Η υπέρτατη συγκίνηση
ως το τελευταίο κύτταρο της καρδιάς
η κάθαρση σε αυθεντικές στιγμές
μέσα από πλημμυρίδα φλόγας
που τους πυρπολούσε
τους εξύψωνε σε μια
ατόφια απελευθέρωση
σε έναν κρουνό αέναης υγείας.
Αυτό το κάτι το έτερον
η αγάπη η ατελείωτη
τους ανέβαζε σε υπαρκτό παράδεισο
γνήσιας καλοσύνης και αθωότητας
ένα χρυσό θεμέλιο ύπαρξης.
ΝΕΑΡΑ ΚΛΑΡΙΑ ΕΛΠΙΖΟΥΝ
Τα νεαρά κλαριά ξεγυμνωμένα
απ’ την παράταση του χειμώνα
κρατούν ανήσυχα στην κρύπτη τους
τις ελπίδες μιας θερμής Άνοιξης.
Μόνιμα βασανίζονται από
μια αχλή ψύχρας που κόλλησε πάνω τους
κι εγκλήματα που μαίνονται γύρω τους
σ’ ένα λιβάδι που απαγόρευσαν ν’ ανθίσει
περιμένουν ξέσκεπα με ακίνητα μέλη
ένα νεύμα ανάπτυξης
μια πανσέληνο στα όνειρά τους
που κείτονται σκεφτικά
κι έναν ανέφελο ουρανό χωρίς σκιές,
μια χρωματιστή πινελιά προοπτικής
να τα ζωντανέψει.
Στο έδαφος τους ποθούν να μείνουν
κι όχι να μεταφυτευτούν σε άλλη γη.
ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ
Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα
της αληθινής αγάπης
που χτίζαμε για χρόνια
με θεμέλιο τη χημεία
κι ανθεκτικά υλικά
λύπης και χαράς
με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας
σε μισό αιώνα διαδρομής
ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες
τις άγουρες κακοτεχνίες
σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές
και γινωμένοι σαν ώριμοί από καιρό
βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.
ΘΥΜΩΜΕΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Βλέπω το ρίγος το θαλασσινό
πώς χαϊδεύει μαυλιστικά τους τυχερούς
μέσα σε κάδρο θερινής παραλίας
πώς κρατάει μ’ ευλάβεια στα χέρια του
λευκά χαριτωμένα πλεούμενα.
Όταν όμως επιτίθεται αγριεμένο
το κύμα στ’ ανοιχτά
καταβροχθίζει κορμιά
απελπισμένα
με κατατρεγμένη ταυτότητα
κι ελπιδοφόρους στόχους
πάνω σε τρυπιοκάραβα
σαπισμένων εμπόρων.
Μόνον οι σολίστ σε ατομική γυάλα
δεν νιώθουν απειλή ούτε μυρίζονται
τα τρία άγρια κακά,
κέρδος, πυρ και θυμωμένη θάλασσα.
ΡΑΨΩΔΙΕΣ ΒΙΩΜΕΝΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ
Ραψωδίες της Οδύσσειας γίναμε σαν παραμύθι
γιατί κανείς δεν γνώριζε καλύτερα από μένα
τον ψίθυρο του δικού μου θεού
που με οδηγούσε σαν μαγνήτης
προς τη δική σου κατεύθυνση
με πολλά τιμήματα για ό,τι
είναι αυθεντικό.
Πάντα με ελευθέρωνες απ’ τα δεινά
μιας συμβατικής δουλείας
μέσα στην τακτοποιημένη σε κουτάκια
στρωμένη ζωή των άλλων
που δεν κατανοούσαν το προνόμιο
που απολάμβανα ηδονικά,
το φεγγοβόλημα του βάθους της ψυχής σου.
Εμφύτευσα την ύπαρξή σου μέσα μου
όπου εγκαταστάθηκε αυτόματα
κι έκτοτε κουβαλάω την ψυχή σου
συγχωνευμένη με τη δική μου.
Στέριωσε η αγάπη η ατελείωτη με δέσιμο
που χτίζαμε μαζί ισορροπώντας
πάνω σε αλυσίδα
βιωμένων θαυμάτων
που μας ένωσαν με ατσαλένια νήματα.
ΜΑΓΝΗΤΙΣΜΕΝΗ ΑΠ’ ΤΟ ΛΕΥΚΟ ΤΟΠΙΟ
Με λίγη ώριμη σκέψη
μα πιότερο με παιδική ορμή
φυλάκισα τον φόβο
μπρος στην ήσυχη ομορφιά
και τόλμησα να ξεπαγώσω
τη μακριά αποχή
απ’ το χιόνι.
Οπλίστηκα μ’ αποκοτιά
να γλιστρήσω στις κορφές
για να τις μηδενίσω στην κατεβασιά
μαγνητισμένη απ’ το λευκό τοπίο
που λαμπύριζε προκλητικά
και με τραβούσε ερωτικά
να το αγκαλιάσω.
Ανάλαφρα πετούσα
με θάρρους φτερά
στη σπάνια καθαρή ανάσα του βουνού
στις ευωδιές του δάσους
μίλια μακριά απ’ τη μαυρίλα
τοξικής ρουτίνας.
Ατένιζα τα έλατα που αγκάλιαζαν
τις κορυφογραμμές, ίσαμε κει
που έφτανε κι η δική μου ανάταση
που κόντευε να φτάσει στον θεό.
Κι ακόμα στέκομαι
αιωρούμενη στους αιθέρες
αβέβαιη αν θέλω να κατέβω.
ΝΩΠΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΚΑΡΦΩΝΟΥΝ
Άπλωνα στον ήλιο να στεγνώσουν
εικόνες νοτερές γιατί
μες στην υγρότητά τους
κάρφωναν βελόνες στο κεφάλι μου.
Στεγνές τις άντεχα περσότερο
όμως έχαναν για πάντα πια
τη νωπή νοστιμιά τους.
ΑΠΟΣΥΡΟΝΤΑΙ ΤΑ ΠΟΛΥΧΡΩΜΑ
Ι
Το κρασάτο χρώμα της γιορτής
αποσύρθηκε όταν έπεσε η αυλαία
οι βιτρίνες χαμήλωσαν την υπερβολή
έσβησαν τα πολύχρωμα λαμπιόνια -πρόκληση
για της αναγκεμένους-
φάνηκε ξανά το κυρίαρχο γκρίζο της φτώχειας
που κλείνει διακόπτες αναγκαίους.
II
Ο παγωμένος άστεγος με ολιγαρκή ψυχή
σε χειμερία σκέψη επιβίωσης
ζωγραφίζει την ένδεια στο σβησμένο βλέμμα
με χρώματα φαιά
αν και το πήρε απόφαση πως
η στάσιμη ζωή του είναι ανώφελη.
III
Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών
να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων
που δεν επιθυμούν μια παράξενη
πολυχρωμία ενέργειας,
μα να φωτίσουν τα σκοτάδια
της μόνιμης πια διαταραχής τους.
.
ΑΠΟ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ (2022)
ΕΛΑΦΡΑ ΒΕΓΓΑΛΙΚΑ
Ο πόνος ήχησε σαν κρότος βεγγαλικού
αλλ’ ευτυχώς δεν πλήγωσαν
κανέναν αμέτοχο
τα κομμάτια του
που έπεσαν μπούμερανγκ
σαν ανάσα ορμητική
κι αγκάλιασαν επικίνδυνα
τη δοκιμασμένη συντριβή.
Ακολούθως απλώθηκε
μια σιωπηλή νηνεμία
όπως όταν το τέλειο όλον
διασπάται σε μολυσμένα
αποκαΐδια, ό, τι απέμεινε
από μια πυρηνική έκρηξη.
Η ΑΣΠΙΔΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Στην Κούλα Αδαλόγλου
Ταξίδεψες απ’ τη χώρα του άη Βασίλη
κι ήρθες σε βαρβάρους
ηρώα παλιάς εποχής
με δώρα για όλους αδιακρίτως.
Και τώρα σ’ αυτόν τον άξενο τόπο
σαν τον άνεμο αόρατος πετάς
αγνοώντας τη μετ’ εμποδίων
διάπλατη σύμβαση.
Το άυλο σου εξασφαλίζει
λευτεριά ιπτάμενου αγγέλου
να δωρίζεις προστασία
ακόμα και σ’ ανύποπτους.
Το όπλο της αγάπης που έλαβες
σε θωράκισε απέναντι
σε δαίμονες κι άπληστα πυρά.
Γι’ αυτό κρατάς την αγάπη σου
σαν ακριβό φυλαχτό
προτάσσεις όμως την ασπίδα σου
μη σου ’ρθει ξώφαλτσα
κανένα βέλος αγνώμονης φαρέτρας.
ΣΥΝΤΑΞΙΜΑ ΕΡΩΤΙΚΑ
Κι ο έρωτας συντάξιμος είναι μάτια μου.
Είναι μάλιστα άθλος να φτάσεις
στην τριακονταπενταετία.
Μέσα από μάχες κι αγωνίσματα
βυθίσεις κι αναδύσεις
ποιητικές εξάρσεις μυθικές,
φουντώνει αισιόδοξα
-η ελπίδα ποτέ δεν πεθαίνει-
κι ανθίζει και μαραίνεται
και πάλι στο γύρισμα των εποχών
ξανανθίζει και πάλι μαραίνεται.
Κάνει κύκλους, γύρους θανάτου
επικίνδυνους κάποτε
κακοφορμίζει η ποίηση
πικρίζει το γλυκό
καιρός να βγει στη σύνταξη.
Και τέλος, πεθαίνει.
Πολλή κούραση φίλε μου
γι’ αυτό το τόσο ζωτικό
αλλά θνησιγενές ξωτικό.
ΦΟΝΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ
Καθώς βαδίζαμε στο δάσος
ένα αγκάθι αιωρούνταν
στη φωτεινή ατμόσφαιρα
πάνω απ’ τα κεφάλια μας
που μεταλλάχτηκε σε γκιλοτίνα
-πού ακούστηκε ένα αγκάθι
να θέλει να σου πάρει το κεφάλι-
Μαζευτήκαμε σε στάση άμυνας
κι έπειτα ξυπνήσαμε.
Ήταν εφιάλτης.
Όχι άλλα αγκάθια φιλικά.
Καλύτερα με λύκους να μιλάμε.
ΠΩΛΗΤΗΣ ΛΟΥΛΟΥΔΙΩΝ
Πουλούσε κυκλάμινα κι ορχιδέες
μες το ψύχος.
Καταχνιά πάνω απ’ το κεφάλι του
και μέσα.
Αγωνία στα μάτια του
για τον επιούσιο,
αμφιβολία στο τρεμάμενο βλέμμα του
για την αγάπη της
-Μου ’δείξε φωτογραφία
σαγηνευτικής γυναίκας-
Μ’ αγαπάει δε μ’ αγαπάει,
μάδησα πια
Εξομολογήθηκε με συντριβή
μέσα στο ψύχος.
ΒΑΒΕΛ
Μια νέα καταιγίδα εξαπλώνεται
σαρωτική κι αλλότρια
έξω απ’ τη γνώριμη τάξη.
Τα πολυειδή μηνύματα
καταδικασμένα
σε αποτυχία συνάντησης
σκορπίζονται σε κατευθύνσεις
εφήμερης ύπαρξης
αόρατου παραλήπτη.
Πολλοί μιλούν και δεν ακούνε
ούτε τη μέσα τους φωνή
μια καινοφανής τρέλα κατρακυλάει
από ετερόκλητες πηγές
πλανημένων ψυχών
σαν χείμαρρος
που μεταφέρει σπασμένα κλαδιά
καθησυχασμένα πλαστικά
άστοχες φράσεις
ακαταλαβίστικη Βαβέλ
ανακατωσούρα.
Κι όλο λιγοστεύουν
τα καθαρά κρυστάλλινα
μόρια νερού
της βαθιάς συνομιλίας
νικημένα από
παραμορφωτικούς φακούς.
ΒΙΩΝΟΥΝ ΤΟΝ ΜΑΡΑΣΜΟ
Πληθαίνουν γύρω μας γέρικα δέντρα
πρόσωπα στεγνά στερημένα περιόδου
χάριτος για μόρια ευτυχίας
για όσα δικαίως κατά φύσιν
απολάμβαναν στη νιότη.
Τώρα στωικά βιώνουν τον μαρασμό
σαν τιμωρία για βεβαρημένο παρελθόν.
Και το μέλλον βραχύ και άδηλο
υπαγορεύει επεμβάσεις απελπισίας
ωφέλιμες ενέσεις αναστήλωσης
βραχύβια ψευδαίσθηση ευτυχίας.
Χωρίς χυμούς το ξεραμένο δέντρο
δεν ανθίζει σε άνυδρη περιοχή
εκτός κι αν μένει καίουσα η φλόγα
της ψυχής που αιμοδοτεί το σώμα
και τότε τα δέντρα ζωντανά
θαυμαστά καρπίζουνε στην τρίτη ηλικία.
ΑΝΩΔΥΝΑ ΣΑΝ ΤΙΜΩΡΙΑ
Πάλι η αμίλητη γραμμή
σε πολλοστή εμφάνιση
ανάσες με διαλείμματα σιωπής.
Απανωτές εκκλήσεις
κι εγώ μίλια μακριά
δεν παίρνω πίσω.
Τώρα απολαμβάνω
μια ανώδυνη ποινή
ανθρώπων ανύποπτων
για τραύματα της μάχης
που άφησαν πίσω τους.
Ναι, τώρα αρνούμαι
θέλω μόνο την καρδιά μου πίσω
κι όχι μια κεφαλήν επί πίνακι.
Αστείο να τιμωρείται
κανένας με τη σιωπή.
Είναι μακρόσυρτη
μα λίγη η τιμωρία.
ΚΥΝΗΓΙ ΘΗΣΑΥΡΟΥ
Εξερεύνησες την έκταση
της ύπαρξής μου
με λεπτομερή περιπλάνηση
κι ασκήσεις φαντασίας
κι ακόμα οργώνεις
στα γήινα στρώματά μου
και στην επιφάνειά του εδάφους μου.
Δεν βρήκες ακόμη τις φλέβες χρυσού
που λάμπουν ατόφιες και πλήρεις;
Δεν αντέχω άλλο ψάξιμο
οι έρευνες θα με διαλύσουν
και θα βρεις τον θησαυρό μου συλημένο.
ΑΠΟ ΕΡΩΤΑ
Η πιο πλατιά αγκαλιά
Το γλυκύτερο χάδι μάνας
εξ ουρανού
Το απαλότερο κρεβάτι
στα λικνίσματά μου
Το πιο σταθερό έδαφος
είσαι Εσύ θάλασσά μου.
Κι αν με πνίξεις στους βυθούς σου
δεν θα ’ναι δική σου προδοσία
μα λαχτάρα δική μου
να σε κατακτήσω ολόκληρη.
.
ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ (2017)
ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ Π. X.
ΣΜΙΚΡΥΝΣΗ ΚΑΙ ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Το κινούμενο ερωτηματικό βγήκε
όπως πάντα για καφέ στη Ζώγια.
Δύσκολο να απαρνηθεί τις καθημερινές
συνήθειες αφού ως γνωστόν το αφιόνισμα
είναι γενικώς καθησυχαστικό.
Στήριξε τις ελπίδες στην κούπα
με τον αχνιστό μυρωδάτο καφέ
όπου χώρεσαν όλες σαν καπνός
από μαγική μεταμόρφωση.
Κι απόψε ανέβηκαν τις σκάλες
τα πουλιά της Κίρκης φαντασίας.
Κοιτάζει το χέρι που κρατά ακίνητη
την ανάμνηση του τελευταίου έργου
και βλέπει μοιρολατρικά πως αυτό
ήταν ταγμένο να πλάθει κομψοτεχνήματα.
Τώρα αχνοβλέπει απ’ το τζάμι τη φευγαλέα εικόνα της.
Τούτη τη φορά το εξωτερικό φαντάζει
εξορία χωρίς επιστροφή.
Ρεμβάζει πάλι το ναυάγιο της Πρίγκηπος Νικολάου.
Δεν πιάνει μια σημαία της διαδήλωσης
να την κάνει σύμβολο μελλοντικό
να σταθεί κι αυτό στην πρώτη σειρά.
Χρόνια άλλωστε πολεμά στα μετόπισθεν.
Πολύ μικρή η κούπα του καφέ
για να χωρέσει όλες του τις προοπτικές.
ΠΡΟΣΟΧΗ! ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ
Εξαντλήθηκαν οι λέξεις
με τα θαυματουργά τους γράμματα
που σμίγαν σε τρελό χορό
στις καθημερινές σελίδες.
Οι περιγραφές μοιάζουν περιττές
στη διαδοχή των ημερών
αραιώνουν τα μαργαριτάρια
στην προσωπική μου συλλογή
και καταλύονται άδοξα.
Δε θα στολίσω ρόδα
σε ραγισμένο ανθογυάλι.
Να μη στερέψει η πηγή
να φροντίσουμε προπάντων
μια που το κόσμημα είναι δευτερεύον.
Το εύθραυστο γυαλί πρόσεξε
οι εύθραυστες ισορροπίες
η εύθραυστη καρδιά
που απ’ τα νάματά σου τρέφεται
να μη ραγίσουν φρόντισε.
ΣΧΟΙΝΟΒΑΤΗΣ
Ο βοριάς του Απρίλη
όψιμα παγώνει με χιονιά
τις προοπτικές του Πάσχα.
Τα μεγάλα μεγέθη συρρικνώθηκαν
όταν έγραψες ακύρωση
στις απατηλές βεβαιότητες.
Σαν ναρκωμένη πεταλούδα ντελικάτη
έντομο εφήμερο του καλοκαιριού
μεταλλάσσομαι σε μνήμη.
Ξεγέλασα τη Νέμεση
ακροπατώντας ελαφρά
στα νήματα της Ύβρης.
Τώρα κατέρχομαι απαλά
σαν το μπαλόνι
που αιωρούνταν στο διάστημα
χρόνια πολλά καλά
χρόνια μεστά πολύχρωμα.
Πλήρεις αλήθειας προχωράμε
τη δύσβατη οδό
με ψίθυρο το δάκρυ
στο τρέμουλο της Αποκαθήλωσης.
ΠΤΩΣΗ ΣΕ ΣΗΜΕΙΟ ΜΗΔΕΝ
Η λευκότητα της κάμαρας
βάλθηκε να καταπραΰνει την κοφτερή λύπη της.
Την απόθεσε προσεκτικά στον καναπέ
μην τύχει και διαλυθεί
περήφανη που έπαιξε εν ου παικτοίς.
Ηττημένη
αναβαπτίζεται στο περίγραμμα
του παρθένου τόπου
εκεί όπου αράδιαζε ο έρωτας τα μυστικά του
υψιπετής κι απτόητος το πάλαι.
Στημένη σαν άγαλμα από πάγο
μέσα σε δάσος από μνήμες
σκιρτά στο όραμα αγαπημένης σμίλης
σαν μια προέκταση ανθρώπου
σαν εκτυφλωτικά λευκή άμμος
σαν το Βόρειο Σέλας.
Τώρα ξεχειμωνιάζει η θλίψη
στον πληγωμένο ρευστό εαυτό
υποκύπτοντας στα οικεία
με άμεσο στόχο
την αλίευση πιστών.
ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ Μ. X.
ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ
Το άπειρο θαλασσινό γαλάζιο
λουτρό και ίαμα ψυχής.
Τα άσπρα πλεούμενα
στο βάθος
σαν μαντηλάκια αποχαιρετισμού
ζωντανεύουν
την αλλοτινή φυγή
στα ξένα
ενός απόντος ονείρου.
Η παλιά πληγή
μετουσιώθηκε θαυμαστά
σε μία αξιοπρεπή ουλή.
Όμως
νέες πληγές ανοίγουν
τα υπόγεια ρεύματα
σκουραίνουν τις γαλάζιες
λικνιζόμενες αποχρώσεις
τις μπλέκουν επικίνδυνα
με σκηνές μάχης
κοινοβουλίων.
Οι μελανές προθέσεις
των δυνατών
ρίχνουν σε φουρτούνες
το ταλαίπωρο σκαρί
της πολιτείας.
Κι αναρωτιούνται όλοι
αν αντέξει,
αν το λευκό γαλάζιο
το σώσει η ιστορία.
Αν θα πετάξει
προς τα πάνω
με τ’ ανοιχτά φτερά
του γλάρου
ή θα καταποντιστεί
στο σκούρο κυανό
του απροσμέτρητου βυθού.
Η ΒΡΟΧΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΣΗΣ
Βρέχει ακατάπαυστα απ’ την αυγή
σαν να βάλθηκε ο ουρανός επιμόνως να ξεπλύνει,
όλους τους ρύπους της ανθρωπότητας.
Την επικαθισμένη σκόνη
τις τοξίνες κάθε είδους
το πύον απ’ το απόστημα
δεκαετιών που έσπασε.
Τα μολυσμένα αδιέξοδα
την ομίχλη του χρόνου
τη μακάρια λήθη του κόσμου
την αύρα του κινδύνου
που πλανιέται στην ατμόσφαιρα
της Ευρώπης.
Βρέχει, βρέχει μελαγχολικά
βρέχει ολημερίς ειδήσεις
καταιγίδες ξεσπάσαν τελευταία
με κεραυνούς και μύδρους
ενάντια στη μικρή πατρίδα
του υπέρλαμπρου ήλιου
των αρχαίων Γραμμάτων.
Ξεπεσμένη κόρη η Ελλάδα
διάσημων αρχαίων προγόνων
νόσησε βαριά και στέγνωσε.
Βρέχει ωστόσο συνεχιζόμενα
με προοπτικές ποτίσματος
της άνυδρης στεγνής χώρας.
Το γκρίζο με το γκρίζο φεύγει
ομοιοπαθητικά
αργά και βασανιστικά.
Με βρεγμένη δοκιμασία
ποτισμένη ως το κόκκαλο
θα ’ρθει η αναβάπτιση
ελπίζουν οι Έλληνες δειλά.
Θ’ ανέβει ψηλά
ένας φωτεινός ήλιος
διαλύοντας τα φορτωμένα γκρίζα νέφη
στην καθαρμένη – άμποτε – πατρίδα.
ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΧΟΡΟ
Για να σωθούμε απ’ τη δίνη των γκρίζων εικόνων
απ’ τη φτώχεια καλών αισθημάτων
και κινητήριας σπίθας
Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε χορό.
Να μας στροβιλίζει με φώτιση
σε χώρους ανάτασης
όπου θα ανοίγει
παράθυρο στην ψυχή
να πάλλεται ρυθμικά σε δράση.
Φτάνει πια τόση αρρυθμία
τόση επιδημία οδύνης.
Χρειαζόμαστε επειγόντως χορό
να μας γιατρέψει απ’ τη νοσταλγία
φωτεινών ημερών.
Χρειαζόμαστε επειγόντως
και τη συνοδεία μουσικής
να βγαίνει απ’ την καρδιά των εγχόρδων
για να οδηγεί τα βήματά μας
σε κινήσεις αρμονίας
σε τόνους διεκδίκησης
αυτών που μας στερήσαν.
:
Χρειαζόμαστε επειγόντως
χορό και μουσική
ιδιώτες, πολίτες και πολιτικοί.
Να ξεκλειδώσουν οι αρμοί
της Πολιτείας απ’ τη χρονίζουσα σκουριά
για να βρούμε τον σωστό βηματισμό.
ΤΟ ΑΛΓΟΣ TOΥ ΝΟΣΤΟΥ
Πώς με ξετρύπωσες πάλι
πλανεύτρα νοσταλγία
τόσο καλά που σε έκρυψα
βαθιά σε ένα σεντούκι και μάλιστα
με στεγανά τοιχώματα
κι έκανα πως δε σε ξέρω;
Εξαερώθηκες και βγήκες απ’ τις
ανύπαρκτες χαραμάδες πώς;
Με διπλά λουκέτα σε ασφάλισα
μη βγεις και με ταράξεις.
Μπορεί να εμφανιζόσουν πού και πού
στα όνειρα που δε θυμόμουν
όταν ξυπνούσα, όταν ήθελες
να διασαλπίσεις την παρουσία σου.
Μάθε πως δεν πιστεύω πια
στο άλγος του νόστου
που τόσα παιχνίδια απατηλά
μου ’στείλε για να παίζω.
Πάρ’ το απόφαση πια
η αφύπνισή μου είναι οριστική.
Παραλλαγή ασυμβατότητας II
ΑΛΛΟΤΡΙΕΣ ΦΩΝΕΣ ΔΕ ΣΜΙΓΟΥΝ
Όπως πρόσταζε το αναμενόμενο
τα ηχητικά κύματα τα πήρε ο άνεμος
κι ανάγκασε τα καλώδια να σιγήσουν.
Αλλόκοτο να μιλούν ανώδυνα για τον καιρό
τώρα που τον εκφυλισμό δεν άξιζε πια να τρενάρουν
με θλιβερές φράσεις και στεγνά μηρυκάσματα
αυτοί που βουτούσαν στα βαθιά
de profundis με ακατάπαυστη ορμή
και σ’ όποια φουρτούνα κι αν τους εύρισκε
γεύονταν με απόλαυση τη ροή
του πηγαίου καθαρού λόγου
με χαρά εφευρίσκοντας μύριες ατάκες ζωτικές.
Αλλότριες φωνές δε σμίγουν τεχνητά
μα ακολουθούν βίους παράλληλους
όπως οι παράλληλες γραμμές που
ποτέ δε συναντιούνται στον ίδιο τόπο
αφού παρεμβάλλονται παράσιτα
και μίλια αποξένωσης.
ΜΑΓΙΚΗ ΛΥΤΡΩΣΗ
21η Μάρτη
Το άρωμά σου, Ποίηση,
αναδύεται πρώτα
μια μαγική γεύση
ακολούθως
με τη θεϊκή κατάδυση
στον βαθύ εαυτό σου
κι έπειτα η πανδαισία
χρώματα και ήχοι
και φως στις λέξεις
και αίσθημα
συντρέχουν
στο πυροτέχνημα
της ψυχής
σαν ανάπτυγμα
στίλβουσας αστραπής
του νου
σαν απαύγασμα
κρυμμένης συμπίεσης
η πυκνή ανάγκη
για λύτρωση.
.
ΠΑΛΙΝΔΡΟΜΗΣΕΙΣ (1996)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1979-1981
ΟΞΥΜΩΡΟ
Με στέγνωσες, Τέλη,,
εν ονόματι της αγάπης.
Δε θέλησες να ανέβεις
ένα σκαλί πιο πάνω
απ’ τα καθημερινά.
Το νόμιζες ρεαλισμό.
Μα η αγάπη μου ήταν
αντιρρεαλιστική.
Η πληρότητά μας «τέλεια»
Η ένωση «ιδανική»
Ο κρίκος -αλλοίμονο- από φτηνό υλικό
Μοιραία έσπασε
Τον τράβηξαν αντίρροπες δυνάμεις
Ξανακολήθηκε με επιμέλεια.
Δε φαίνεται ν’ αντέξει για πολύ.
ΜΥΣΤΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ
I
Σαν θέλεις να μιλήσεις
και δεν μπορείς
είναι τόσο άδικο για την ελευθερία.
Οι χτύποι της καρδιάς σου
συντονίζονται με την ατμόσφαιρα
που τρέμει απ’ τη ζέστη
λες και θα πάψουν πια.
Φτάνει η δροσιά της θάλασσας
η αλμύρα της χαράς
ν’ απαλύνει το συναίσθημα.
Βυθίζεσαι στην αγκαλιά της απεραντοσύνης
κι αποκοιμιέσαι με το νανούρισμα της ελπίδας
πως θα μιλήσει κάποτε το κύμα.
Μόνο σπάει περιοδικά στην αμμουδιά;
Πάει κι έρχεται μονότονα ρυθμικό,
τυπικό στο ξέσπασμά του.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1984-1991
ΤΟ ΨΑΡΕΜΑ
To κάδρο στον τοίχο
με τα χρώματα της γης
μάρτυρας της εξαίσιας στιγμής μας.
Ασημί μουρμούρες στην Αυγή
το δίχτυ μεταξένιο
όπου εκούσια μπλεγμένη.
Ετοίμαζες την μπετονιά με μεράκι
Τα μάτια σου παράβγαιναν με τ’ άστρα
στις νύχτες πάλλευκες
ζωγραφίζοντας τις πευκοβελόνες
ανασαίνοντας την αλμύρα του κορμιού μου
μετρώντας την αγάπη με τους κόκκους της άμμου.
Ευλογημένη χώρα, μούλεγες
κι έγερνες στο στήθος μου
ν’ αφουγκραστείς τη μουσική σου.
ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΙΙ
Εξατμίζεται η φαντασία μου
σαν δε σε βλέπω.
Μου λείπει η φωνή σου,
μελωδία που με γαληνεύει.
Τα μάτια σου
Τα χέρια σου
η μυρωδιά σου.
Είμαι αλκοολική με τη μυρωδιά σου·
έχει μεταγγιστεί στο αίμα μου.
ΕΡΩΤΙΚΟ ΙΧ
Είσ’ εδώ πάλι, «σύννεφο με παντελόνια»
καταπονημένος απ’ το βάψιμο.
Η σκέψη σου ασπρισμένη κι αθώα.
Σε ξαναγάπησα.
Με έλουσες ολόκληρη με το βλέμμα σου
με απάλλαξες απ’ τα δεινά του πολιτισμού
Το σκοπιανό, το οικολογικό
Το ασφαλιστικό, το εργασιακό.
Φεύγεις και μ’ αφήνεις
εκεί ψηλά
στα σύννεφα της απουσίας σου έπειτα
αιωρούμενη και λικνιζόμενη.
Η χημεία σου καταλυτική
διαλυτική, ευεργετική.
Το φωτοστέφανο που μου φόρεσες
το μετέτρεψα σε δημιουργία.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ 1994-1996
ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ
Σε ρώτησα πολύ σοβαρά
και για παιχνίδι
αν μ’ αγαπάς.
Μούπες, αν σούλεγα πολύ, θα ήταν λίγο.
Άνοιξες το μαύρο κουτί
όταν σε άγγιξε
η παιδική αθωότητα.
Παιδιά στα σαράντα τους
οι άγγελοι της πόλης
που λίγοι απόμειναν.
Οι έγνοιες της νέας αγοράς
σου επιβάλλονται
και σε ξανάκαναν μεγάλο.
Μικραίνεις όμως έτσι
απ’ τις υπέρτατες διαστάσεις
που σου δόθηκαν·
άλλος ο σκοπός της δημιουργίας σου
κι εσύ ξεστράτισες.
«ΤΑΞΙΔΙ ΑΓΝΩΣΤΟΥ ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΥ»
Στη γιορτή για δυο
η φίλη της ουσίας
ανασυγκόλησε τα κομμάτια της ψυχής.
Ουκ εν τω πολλώ το ευ.
Νανουρίζεται με τέτοιες ρήσεις
ποιοτικών προσδιορισμών.
Ταξιδεύει σε βαγόνι
του υπερσιβηρικού
αγνώστου προορισμού
απολαμβάνοντας το ταξίδι.
Μη συναντήσεις, φίλη,
μια άλλη Κασσάνδρα
και καταβαραθρωθείς.
Η ΜΥΣΤΙΚΗ ΠΝΟΗ
Στην άνοιξη της ρότας σου
άνθισε η αλήθεια σου γυμνή
κρύσταλλο στην αρυτίδωτη μέρα.
Με τον πολύτιμο εαυτό σου
ολόλαμπρο κι εξευγενισμένο
δόθηκες σε μια ιδέα.
Οι αδαείς των παθών
απορούν στην ανάγνωση
όταν το δέος της αποκάλυψης
τους καλύπτει.
Ο χείμαρρος των αστεριών σου
με άδολο ρυθμό αγάπης
διαψεύδει τις στατιστικές
Πώς να φυτρώσουν γιασεμιά στους βράχους.
Ενάντια στις προσδοκίες
και στις αντικειμενικές εκτιμήσεις
εμείς προφητεύουμε το αναγκαίο.
ΜΝΗΜΗ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ
Πού ήσουν Νεφέλη τόσον καιρό
Όταν σ’ αναζητούσε ο άνεμος
από τραγούδια στις αυλές
Τα κορίτσια κεντούσαν
τα όνειρά τους ανάμεσα στα δέντρα
Κι εσύ πλανιόσουν
στα ομοιώματα της τέχνης.
Φάνηκες με τη δύση,
όταν οι φίλες έπλεξαν
με μόχθο τις χαρές
όπου στους δύσβατους τους δρόμους
ανέβηκες μόνη κι ωραία
μόνη κι απρόσιτη
κυνηγώντας γαλακτούχους αστερισμούς.
Και σαν ψήλωσαν τα τείχη,
η ηχώ των παιδικών σου χρόνων
πέταξε σκοινί στο αβέβαιο το βήμα.
Κοιμήσου με σεπτά όνειρα.
Θα υπάρχει κάπου μία μάνα
ν’ απλώσει τα φτερά της.
.
ΕΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΤΑΞΙΔΙ (2013)
Ερμηνευτικές προσεγγίσεις στην ποιητική συλλογή Τα εύρετρα
της ΚΙΚΗΣ ΔΗΜΟΥΛΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Είναι γνωστό ότι η συνηθισμένη ανάγνωση ενός ποιητικού κειμένου είναι κατ’
ανάγκην ερμηνευτική ως ένα βαθμό, όμως η ανάλυσή του περιλαμβάνει τον συσχετισμό των λεπτομερειών του κειμένου με τα αποτελέσματά τους με τρόπο όχι εντελώς συμβατό με το συνηθισμένο διάβασμα. Και μολονότι ο κάθε αναλυτής της ποίησης διαιρεί το αντικείμενο της μελέτης του στα συστατικά στοιχεία του, με σκοπό να κατανοήσει καλύτερα τη λειτουργία και τη δομή του, ο αναγνώστης βιώνει το έργο ως ένα σύνθετο όλον. Επειδή το ποιητικό έργο είναι κάτι πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μερών του, γι’ αυτό και η ανάλυση δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει τη συνολική αξία των ποιητικών έργων.
Εντούτοις, προσωπικά, αν και έχω την κρυφή και βαθιά συναίσθηση ότι τα ποιήματα δεν χρειάζονται αναλυτικές ερμηνείες, αυθόρμητα όμως πηγάζουν σκέψεις και ερμηνείες για την ατμοσφαιρική ποιητική γραφή της Δημουλά. Έχω την αίσθηση ότι προσπαθεί να αναβιώσει και ταυτόχρονα να ξορκίσει τις στιγμές του παρελθόντος και του παρόντος που τη συγκλόνισαν και τη συγκλονίζουν, που την καθόρισαν ως άνθρωπο και ως ποιήτρια. Στη διάρκεια της ανάγνωσης των ποιημάτων της Δημουλά, αυτό που συναισθάνομαι ότι μου συμβαίνει είναι η πλήρης ανταπόκριση, δηλαδή η διαδικασία όπου ως αναγνώστρια περνάω από το να βρίσκω στο να χρησιμοποιώ το νόημα των λέξεων και των στίχων μέσα στο ποιητικό κείμενο. Κι αυτό ακριβώς αισθάνομαι ότι είναι η ανταπόκρισή μου, που αναμφίβολα είναι κάτι δημιουργικό και προσωπικό, εφόσον και γενικότερα αυτό που συμβαίνει ανήκει περισσότερο στον αναγνώστη, παρά στον ποιητή, αν και συχνά
αντιδρούμε, χωρίς να καταλαβαίνουμε ακριβώς τι προκάλεσε την αντίδρασή μας.
Και μολονότι η συγκινησιακή επίδραση του ποιητικού κειμένου διαφέρει από
αναγνώστη σε αναγνώστη και από άτομο σε άτομο, νομίζω ότι στην περίπτωση
της Δημουλά τα συναισθηματικά και τα διανοητικά αποτελέσματα της ανάγνωσης είναι λίγο πολύ κοινά σε όλους τους αναγνώστες της. Κι αυτό γιατί προβαίνει ουσιαστικά σε διαυγείς διατυπώσεις που μέσα από την εν γένει λακωνικότητά τους προξενούν την ομορφιά του πετάγματος της ψυχής και την αναγνώριση της αισθητικής αξίας τους, ανεξάρτητα από το θέμα.
Η τελευταία της ποιητική συλλογή, Τα εύρετρα, που εκδόθηκε το 2010, είναι η 13η, έπειτα από 12 συλλογές που προηγήθηκαν και που περιλαμβάνουν ποιήματά της από το 1952 έως το 2008. Πολύ σημαντικές είναι και οι δύο ομιλίες της, η μία, ο ΦΙΛΟΠΑΙΓΜΩΝ ΜΥΘΟΣ, που εκφώνησε μετά την υποδοχή της στην Ακαδημία Αθηνών και η άλλη, ο ΕΡΑΝΟΣ ΣΚΕΨΕΩΝ, που εκφώνησε στην Αρχαιολογική Εταιρεία, καθώς και το βιβλίο της ΕΚΤΟΣ ΣΧΕΔΙΟΥ, που περιλαμβάνει πεζά κείμενα.
Στην ποιητική συλλογή Τα εύρετρα για μια ακόμη φορά η Κική Δημουλά μας
ξαφνιάζει με τις γνωστές ασυνήθιστες και ταυτόχρονα ανατρεπτικές εικόνες της, με τη μελαγχολικά παιγνιώδη διάθεσή της και με τους φιλοσοφημένους κουβεντιαστούς στίχους της.
Και σ’ αυτή την ποιητική συλλογή κάνει χρήση του οικείου εργαλείου της, της
προσωποποίησης των αφηρημένων εννοιών, που τις ανάγει σε κυρίαρχες περσόνες, μιλάει κατευθείαν στο θυμικό και με τον δικό της μεγαλειώδη τρόπο το συναίσθημα προπορεύεται, για να ξεδιπλώσει έπειτα τη συμπυκνωμένη σκέψη της σε ένα λόγο λιτό και συνάμα χειμαρρώδη. Επίσης, «τιμά και τη στενή συνεργάτιδα του συνειρμού», την παρομοίωση, γιατί όπως εξηγεί η ίδια, «θεωρεί την παρομοίωση δημιουργό, χαμηλών βέβαια τόνων, αφού αντιγράφει το πρωτότυπο. Όχι όμως με το φωτοτυπικό μηχάνημα αλλά με τη γνήσια μέθοδο της ατελούς ομοιότητας. Αυτές ακριβώς οι ατέλειες αναπαραγωγής επιβεβαιώνουν ως δημιουργικό χάρισμα της παρομοίωσης». Στον χειμαρρώδη λόγο της οι λέξεις, αν και φαίνονται βιαστικά και αγχωμένα στοιβαγμένες, είναι ωστόσο αποτέλεσμα μακχρόνιου βάσανου ζωής και γλώσσας, αυτής της μαγικής στο σύνολό της. Με πικρή φιλοπαίγμονα μυθοπλαστική της διάθεση παίζει με τις κοινές λέξεις πλέκοντάς τες σε απροσδόκητες συνθέσεις.
Βέβαια, είναι δύσκολο να προσεγγίσεις έναν χείμαρρο, τον ίδιο τον χείμαρρο
που αλλάζει τα νερά του με κάθε καινούρια ποιητική της συλλογή. Και μολονότι κατά τον Ηράκλειτο, κανείς δεν θα μπορούσε να μπει δυο φορές στον ίδιο ποταμό, ο ποταμός που λέγεται Κική Δημουλά ποτίζει χρόνια τώρα, δροσίζει και αναβαπτίζει τις διψασμένες ψυχές των πιστών αναγνωστών της.
Με την ποιητική της ειλικρίνεια επανέρχεται στα προσφιλή της θέματα της
φθοράς, της απώλειας, του θανάτου, του έρωτα, της μοναξιάς, της συναίσθησης της ροής του αμείλικτου χρόνου, της μνήμης-λήθης, της ύπαρξης.
…/…
ΓΡΑΦΙΚΟΤΗΤΕΣ
σελ. 10
Σε τούτο το ποίημα παρατίθεται μια σειρά από γραφικότητες-οξύμωρα σχήματα.
Η πρώτη ίσως γραφικότητα αναφέρεται στο οξύμωρο σχήμα του «φάρου με
φως κανένα», του σκοτεινού φάρου. Ο φάρος είναι ένας άνθρωπος, ένα πρότυπο, ένα αγαπώμενο απ’ την ποιήτρια πρόσωπο, που το υπερεκτίμησε και επένδυσε σε αυτό;
Το «από πού κι ως πού;» στον πρώτο στίχο εισάγει μια σιγανή κραυγαλέα φωνή απογοήτευσης, απόρριψης και ειρωνείας γι’ «αυτό το πράγμα», που το είχε υπερεκτιμήσει και τώρα το απομυθοποίησε. Κι αφού η ίδια δεν είχε πλέον καμιά ανάγκη και κανένα φόβο, λέξεις κυρίαρχες στην ποίησή της ολόκληρη, γιατί τον έστησε εκεί ψηλά να δεσπόζει «σε μια βραχώδη ακτή του βλέμματός» της; Το «βραχώδη» παραπέμπει σε κάτι σκληρό, άκαμπτο, ψυχρό αλλά και άψυχο και απρόσιτο ίσως. Κι αγέρωχο. Το μυθοποιημένο πρόσωπο ήταν σκληρό. Δεν την οδηγούσε σωστά αυτός ο φάρος, δεν εξέπεμπε κανένα φως (ελπίδας, γνώσης, αγάπης, συναισθήματος ή σχέσης), δεν την προφύλαγε απ’ τους κινδύνους, κι ακόμη, δεν τη φώτιζε στην πορεία της ζωής της.
«Ποια λοιπόν η ανάγκη για φάρο»; Κι έτσι, εδώ αρχίζει η συνειδητοποίηση ότι
«άνθρακες ο θησαυρός». Ο φάρος και ο φαροφύλακας ήταν σκοτεινοί, ανενεργοί, ανύπαρκτοι, το απόλυτο σκοτάδι. Έτσι, μετά από μια ναυαγισμένη σχέση ή διάψευση, αναγνωρίζει τη γραφικότητα της μυθοποίησης του τίποτα, λήγει άδοξα η σχέση ή η φαντασίωση (αν δεν έληγε άδοξα, δεν θα έληγε ποτέ).
Ναυαγεί η σχέση φάρου-φωτιζόμενου άδοξα και θέλει να τη θρηνήσει: άλλη μία -η τελευταία- γραφικότητα. Γιατί, αλήθεια, αξίζει να θρηνείς έναν φάρο που δεν εξέπεμπε φως; Που δεν σε φώτιζε, δεν σε οδηγούσε, δεν σου πρόσφερε παρηγοριά στο σκοτάδι σου;
Ίσως αυτή η μυθοποίηση, η πραγματική ή φανταστική σχέση άρχισε και τελείωσε κάποιο καλοκαίρι, όπου όλα τα συναισθήματα εξάπτονται και μεγεθύνονται, αφού χρησιμοποιεί λέξεις από τη ναυτική ορολογία και από τη θαλασσινή φύση: φάρος, βραχώδη ακτή, στροφή πόσων μοιρών να πάρω, ώστε τη μοίρα της πορείας μου ν’ αλλάξω, ελιγμούς, υφάλους, φαροφύλακα, τον πλουν (της γραφικότητας) (άδοξο) ναυάγιο. Η θάλασσα εξάπτει τον ρομαντισμό, την ελευθερία της φαντασίας, την ευφρόσυνη διάθεση της ψυχής να ανοιχτεί και να αγαπήσει.
Ένα άδοξο ναυάγιο που πασχίζεις να δοξάσεις -κι εδώ οξύμωρη γραφικότητα-
είναι η έσχατη προσπάθεια ενός ρομαντικού ερωτευμένου να διασώσει τα καλά μιας σχέσης ερωτικής που τελείωσε, να περισυλλέξει ράκη, για να πλέξει με την προσθετική του φαντασία ένα τεχνητό κατασκεύασμα καλών και εξιδανικευμένων αναμνήσεων, για να μην παραφρονήσει.
ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ
σελ. 12
Από τον πρώτο κιόλας στίχο, η ποιήτρια απευθύνεται σε δεύτερο πρόσωπο, το οποίο αποκαλύπτεται μόλις στην τελευταία γραμμή του ποιήματος ότι είναι ο κόσμος οι άνθρωποι, οι αναγνώστες, ίσως και κάποιο κοντινό της πρόσωπο, που Ενώ προσδοκούσε ότι είχε διαβάσει τα ποιήματά της, αυτό δεν διάβασε ούτε ένα στίχο. Υποκρινόταν ότι διάβαζε.
«Ξεφύλλιζε, διάβαζε τάχα», «αδιάβαστες κρυφογελούσαν οι σελίδες», «μετά τα ζύγιαζες όλα στη χούφτα σου/σαν να ήταν κέρματα/χοντρικά εξετίμησε τα γραφτά» της, «ουκ ολίγα είπες/έκπληκτος πώς τ ’απέκτησες». Το «σαν κέρματα» και οι λέξεις του σημαίνουν ποσότητα παραπέμπουν σε κέρδος, σε εμπόρευμα, σε κάτι ποσοτικά μετρήσιμο, χαρακτηριστικά που αφορούν τους αμύητους στην ποίηση.
Στην τρίτη στροφή το ποιητικό υποκείμενο χαρακτηρίζει ευθέως «υποκριτή»
:ο πρόσωπο ή τα πρόσωπα που δεν διάβασαν τα ποιήματά του, γιατί αν τα είχε διαβάσει στ’ αλήθεια, θα έβλεπε από την αρχή («το γράφω εδώ μέσα πρώτο πρώτο») ότι εμπνεύστηκε από αυτόν τον «υποκριτή», από αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή τον κόσμο γενικά («τα εύρετρα είναι/εσύ μου τα έδωσες»).
Τα εύρετρα, με την κυριολεκτική τους σημασία, είναι η χρηματική αμοιβή για
κάτι χαμένο που βρίσκει κάποιος και το παραδίδει σ’ αυτόν που του ανήκει. Όμως ποίηση δεν εκτιμάται βέβαια με υλικά οφέλη.
Αντίθετα, και αυτό φαίνεται καλύτερα στην τελευταία στροφή, η έμπνευση της
ποιήτριας αφορμάται απ’ τις χιλιάδες ωραιότητες («επειδή σε βρήκα/σε μέτρησα κι ήσουν πολλά») κι απ’ τις πολύτιμες ασκήμιες («ξαναμετρώ κι ήσουν αλλιώς»), του κόσμου, της ζωής, των ανθρώπων. Τα εύρετρα είναι λοιπόν τα κέρδη που αποκόμισε η ποιήτρια από τη συναναστροφή της με τον κόσμο, από την παρατήρηση των σχέσεων, των χαρακτήρων και των σκέψεων και των συναισθημάτων που της προξένησε αυτός. Αλλά θα μπορούσε να είναι αντίστροφα και τα κέρδη που αποκομίζει ο κόσμος από την ανάγνωση, από την ευαίσθητη παρατήρηση της ματιάς του δημιουργού όλης της ομορφιάς και της ασκήμιας του κόσμου. Τα συναισθηματικά και τα πνευματικά οφέλη, που δεν μπορούν να εκτιμηθούν με υλικά μεγέθη, όπως: «τα ζύγιαζες όλα στη χούφτα σου σα να ήταν κέρματα», <<χοντρικό,
εξετίμησες», «πώς τα απέκτησες», «ξαναμετρώ», «μέτρησα», «αφαίρεσα».
ΤΑ ΕΥΡΕΤΡΑ θα λέγαμε ότι είναι το ποίημα που κατέχει μια κεντρική θέση
όλη την ποιητική συλλογή, αφού χάρισε σ’ αυτήν και τον τίτλο του. Και θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε ως ένα ποίημα για την ποίηση
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η ποιητική συλλογή Τα εύρετρα κλείνει, ως προς τη θεματική, με το «τέλος»,
με τον θάνατο, όπως και με τον θάνατο, ως θέμα, αρχίζει στα πρώτα ποιήματά της.
Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής αυτής της Κικής Δημουλά θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν από πλευράς περιεχομένου φιλοσοφικά ή στοχαστικά, καθώς εκφράζουν με την ανάμνηση και με τον απολογισμό ένα πλέγμα από σκέψεις, εικόνες, βιώματα και απραγματοποίητα όνειρα, όλα φυλαγμένα βαθιά, με ευλάβεια και με νοσταλγία στη συνείδησή της. Το απόσταγμα όλων αυτών των στοιχείων εκφράζεται άλλοτε με λυρικούς και άλλοτε με ρεαλιστικούς τρόπους και με τραχιές λέξεις, που όμως στην τελική τους σύνθεση καταξιώνονται ποιητικά. Οι αφηρημένες έννοιες αποκτούν σώμα, υπόσταση, ομιλία και κίνηση κι αυτό οφείλεται στην ευρηματικότητα της ποιήτριας και στο ιδιαίτερο ποιητικό της ταλέντο.
Η Κική Δημουλά, εκτός από το θαυμασμό πολλών μυημένων στην τέχνη της,
δέχεται σήμερα και επικρίσεις για μία δήθεν «ομφαλοσκόπηση», για μία κατά κάποιον τρόπο «ιδιώτευση», εφόσον, όπως λένε οι επικριτές της, δεν καταπιάνεται στα ποιήματά της με κοινωνικά θέματα, δεν πραγματεύεται θέματα που «καίνε» σε μια εποχή με τόσα πολλά και τόσο έντονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα, πείνα, ανεργία, πολιτική αστάθεια και μόνιμη πια ανασφάλεια του κόσμου, σε μια εποχή κρίσης σε όλους τους τομείς. Επικρίνεται επίσης, επειδή είναι αρεστή σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και κατανοητή από ανθρώπους όλων των μορφωτικών επιπέδων, θεωρώντας -εσφαλμένα κατά τη γνώμη μου- ότι υψηλή είναι μόνο η κοινωνική ή και σκοτεινή και ακατανόητη ποίηση. Επικρίνεται τέλος, επειδή «επαναλαμβάνεται». Πράγματι, σε κάποια ποιήματά της επαναλαμβάνεται. Η ίδια άλλωστε ομολόγησε ότι πλέον δεν της έρχεται στον νου, την τελευταία χρονιά, καμία ποιητική φράση, εκτός μόνο αυτή: «ψάχνω έναν βαθουλό άνθρωπο για τη σούπα μου» (!). Για τις επαναλήψεις της όμως η ίδια η ποιήτρια είπε τα εξής: « Επιπλέον θα πρέπει να συγκρατώ τη φανατική κριτική που ανεπιφύλακτα σπεύδει να τσαλαπατάει τις φωλιές των καρπερών επαναλήψεων που συναντά στο διάβα της. Πράγματι αφθονούν σε κάποια ποιήματα οι επαναλήψεις. Συνήθως κλωσάνε τα ίδια μπαγιάτικα αυγά τους. Αλλά αν το καλοσκεφτούμε, κι εμείς για να σώσουμε αυτό το μπαγιάτικο αγωνιζόμαστε να ζήσουμε τόσο διαφορετικά. Ο λόγος που θέλω να προστατέψω αυτές τις φωλιές των επαναλήψεων από την απόρριψη δεν είναι
γιατί είμαι κι εγώ μια αναπόφευκτη επανάληψή μου, αλλά επειδή τίποτα δεν αποκλείει, μέσα σε κάποια απ’ αυτές τις φωλιές, και μέσα στην κεκτημένη θερμοκρασία των επαναλήψεων, να επωάζει τον νωθρό χρόνο της κάποια Σάρα ανανέωση».
Όμως από τις αρνητικές κριτικές νομίζω ότι δεν απουσιάζει και κάποιος φθόνος για τη γενική αποδοχή της και την επίσημη καταξίωσή της από την Ακαδημία Αθηνών και για το ότι είναι αναγνωρίσιμη, διάσημη και αγαπητή και στο εξωτερικό. Φθόνος, επειδή είναι πολυγραφότατη, χειμαρρώδης και έχει εγκαινιάσει μία μοναδική, δική της «σχολή». Όλοι οι μεγάλοι λογοτέχνες και ποιητές δεν πραγματεύονταν απαραίτητα μόνο κοινωνικά θέματα αλλά καταπιάστηκαν με διαχρονικά εσωτερικά θέματα και βάσανα της ψυχής, προέβησαν σε χρήσιμες ενδοσκοπήσεις, προώθησαν και εκλαΐκευσαν την ψυχανάλυση και έμμεσα εφοδίασαν το μυαλό και την ψυχή με μηχανισμούς κατανόησης ακόμα και των κοινωνικών προβλημάτων.
Με τα κοινωνικά και τα πολιτικά θέματα ασχολήθηκαν λογοτέχνες και ποιητές που δεν ήταν και οι καλύτεροι στο είδος τους, κάποιοι μάλιστα το έκαναν και για εμπορικούς ή και προπαγανδιστικούς λόγους. Εξάλλου, για ενημέρωση και γνώση των κοινωνικών προβλημάτων υπάρχουν οι πολιτικοί αναλυτές, οι ιστορικοί, οι επιστήμονες. Πολλά από τα θέματα της Δημουλά φαίνεται πως μίλησαν στις ψυχές πολλών αναγνωστών, άλλων λιγότερο και άλλων περισσότερο, κι αυτό δεν έχει σχέση με την όποια τυχαία εμπορικότητά της ή με το «χαμηλό επίπεδο» των αναγνωστών της. Εξάλλου, «να γίνει η τέχνη δεν μπορεί της κοινωνίας η μαμή», όπως κι ο Γιώργος Σεφέρης γράφει στο δοκίμιό του «Η τέχνη και η εποχή», μεταφέροντας τη φράση του Άγγλου ποιητή Auden. Σπουδαίοι ποιητές δεν είναι μόνον οι
στενά στρατευμένοι, αλλά και όσοι επέλεξαν να εξυμνήσουν στην ποίησή τους την ωραιότητα της φύσης, τον έρωτα και το μυστήριο της ύπαρξης. Απορροφά κανείς πρώτα την αισθητική συγκίνηση από ένα ποίημα, θεωρώντας το ως όλον και σε ένα δεύτερο επίπεδο αναγνωρίζει και την κοινωνική και την ψυχολογική του σημασία Λεν περιμένει να απολαύσει στο ποίημα κανένα κοινωνικό κήρυγμα ούτε κανένα πολιτικό μανιφέστο. Ναι, η Κική Δημουλά είναι μία ποιήτρια του «ατομισμού τού», όχι όμως του «αυτισμού». Εκδηλώνει ποιητικά έναν ατομισμό με όλες τις συναισθηματικές διακυμάνσεις του που θα μπορούσε να αφορά και να αγγίζει τα μύχια της ψυχής πολλών ανθρώπων, εφόσον μάλιστα σήμερα περισσεύει η υποκρισία για τη δήθεν κοινωνική ευαισθησία και όταν η συντριπτική πλειοψηφία των σύγχρονων ανθρώπων είναι μεγαλειωδώς ατομιστές, κατάφωρα συμφεροντολόγοι και ρατσιστές.
Όταν πριν από είκοσι περίπου χρόνια ανακάλυψα τυχαία την Κική Δημουλά,
χωρίς να έχει προηγηθεί καμία προβολή ή διαφήμισή της, μαγεύτηκα. Ενώ οι περισσότεροι δεν τη γνώριζαν, τότε ήταν που μαγνητισμένη προσωπικά από μία άγνωστη, καινούρια ποίηση, διάβασα με απόλαυση όλες τις ποιητικές της συλλογές. Και δεν έχασα ούτε το χρόνο μου ούτε την ιδεολογία μου. Αντίθετα, αισθάνομαι πιο πλούσια.
.
ΜΙΚΡΑ ΚΕΙΜΕΝΑ (2005)
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Καθώς ο τίτλος του βιβλίου δεν προσδιορίζει το περιεχόμενό του, θα ήθελα να τον συμπληρώσω με μερικούς επεξηγηματικούς υπότιτλους, για να γίνει κατανοητή και η πηγή της έμπνευσής του. Θα πρόσθετα λοιπόν στο ΜΙΚΡΑ
ΚΕΙΜΕΝΑ ότι είναι «κοινωνικού προβληματισμού», ή θέματα που ξεκίνησαν να γράφονται, παίρνοντας ερεθίσματα από τα βιβλία της Έκφρασης – Έκθεσης του λυκείου και περισσότερο από τη συνεργασία με τους μαθητές μου, τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια. Για κάθε θέμα λοιπόν που δουλεύαμε με αφορμή τις εκθέσεις στο σχολείο, ή από συζητήσεις θεμάτων της ευρύτερης κοινωνικής πραγματικότητας, ένιωθα την ανάγκη να γράφω και τη δική μου εκδοχή και να την προτείνω στους μαθητές μου.
Έτσι άρχισε αυτή η καλή – ελπίζω – συνήθεια, ενώ από κει και πέρα, και ανεξάρτητα από την ιδιότητά μου ως δασκάλα της Γλώσσας, προσωπικά είχα κάποιους προβληματισμούς που τους ανέπτυξα σε άρθρα σε εφημερίδες, για να καταγγείλω κάτι που με ενοχλούσε, όπως το πρώτο και το τελευταίο κείμενο.
Γι’ αυτούς τους λόγους δε θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τα κείμενα αυτά ούτε «εκθέσεις» ούτε ακριβώς «δοκίμια». Είναι, όπως νομίζω, κάτι ανάμεσα σ’ αυτά τα είδη του λόγου, διατυπωμένα με μεγαλύτερη ελευθερία.
Από την αρχή δεν υπήρξε κανένας σχεδιασμός για τη σύνθεση αυτού του μικρού πονήματος, αλλά η ιδέα ωρίμαζε σιγά – σιγά από μόνη της, ώσπου καρποφόρησε εν τελεί, για να μπουν σε μια σειρά και να συγκεντρωθούν όλα αυτά τα «σκόρπια» και αυτοτελή κείμενα. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει μεγάλη ομοιομορφία στο ύφος και στη διάθεση γραφής, εφόσον γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και κάτω από διαφορετικές συνθήκες συναισθηματικών και λογικών ερεθισμάτων.
Πρέπει να πω, επίσης, ότι απέφυγα συνειδητά να τα εντάξω σε κάποιο επικοινωνιακό πλαίσιο, όπως: επιστολή, ημερολόγιο, άρθρο κ.λπ., αφήνοντας στο μαθητή – αναγνώστη να επικοινωνήσει με το βασικό προβληματισμό και από κει και πέρα ας τον αξιοποιήσει με όποιον τρόπο μπορεί και σε όποιο επικοινωνιακό πλαίσιο θέλει.
Ακόμη, αυτό το βιβλίο δεν έχει στενά το ρόλο των «απαντήσεων» σε «ερωτήσεις» του σχολικού βιβλίου της Γλώσσας, ο σκοπός δηλαδή δεν είναι να λειτουργήσει ως «λυσάρι». Στόχος μου είναι να δώσω δείγματα γραφής στους μαθητές, που θα τους προβληματίσουν και θα τα αφομοιώσουν στο δικό τους ύφος, αλλά το βιβλίο απευθύνεται και στο μέσο αναγνώστη, που δεν έτυχε να προβληματιστεί ιδιαίτερα πάνω σε κάποια από τα θέματα που πραγματεύομαι και που ίσως θα τον ενδιέφεραν.
Θεώρησα χρήσιμο να προσθέσω στο τέλος, σαν παράρτημα, και κάποιες βασικές έννοιες, τις οποίες ετοίμασα, όταν έκπληκτη, κάποτε είδα τη λ. «άμιλλα» κάποιοι μαθητές να τη γράφουν «άμυλα» και να την αναπτύσσουν ανάλογα, δηλαδή κάτι σαν το συστατικό της πατάτας. Κατάλαβα λοιπόν ότι δεν είναι καθόλου αυτονόητο η νέα γενιά να γνωρίζει βασικές έννοιες που είναι γνωστές στη δική μας γενιά και που είναι απαραίτητες στην προφορική και στη γραπτή επικοινωνία. Για άμεση λοιπόν και γρήγορη βοήθεία των μαθητών, αφού σκέφθηκα και. άνοιξα και λίγα λεξικά, με πιο βασικό το λεξικό του Δ. Διαμαντόπουλου, αξιοποίησα ό,τι θεώρησα πιο σημαντικό για τη στοιχειώδη
λεξιλογική τους κατάρτιση.
Μέσα στην πληθώρα των βιβλίων που κυκλοφορούν και που φαίνεται να πραγματεύονται παραπλήσια θέματα, θέλω να ελπίζω ότι κι αυτό εδώ θα συμβάλει, έστω και ελάχιστα, στην πνευματική συγκρότηση του οποιουδήποτε καλοπροαίρετου αναγνώστη και να επικοινωνήσω ξανά με τους
παλιούς και τους νέους μαθητές μου.
Θα ήθελα, τέλος, να ευχαριστήσω θερμά όλους τους στενούς μου φίλους που με ενθάρρυναν σ’ αυτή μου την απόφαση και ιδιαίτερα τις αγαπητές μου φίλες και συναδέλφους κ. Κούλα Αδαλόγλου, Σύμβουλο των φιλόλογων, και την κ. Μαρία Τσολάκη για τις πολύτιμες συμβουλές τους.
.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
ΑΝΘΕΚΤΙΚΑ ΥΛΙΚΑ
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ
FRACTAL 2/12/2025
Έρωτας, φύση, χρόνος, στην ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα
Η συλλογή της Περσεφόνης Τζίμα «Ανθεκτικά υλικά» (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024), αποτελείται από σαράντα ποιήματα με πυρήνα τον εσώτερο εαυτό και τον περιβάλλοντα χώρο. Μειλίχια και καθαρή η φωνή εξομολογείται, μιλά με τρυφερότητα, στοχάζεται, σαρκάζει. Ο ευδιάκριτος ποιητικός βηματισμός συνοδεύεται από έναν θησαυρό καλοδουλεμένων λέξεων που αποκρυσταλλώνουν συλλήψεις διανοητικές ή βουτούν στη λάβα του βιώματος.
Το πολύτροπο της συλλογής θα μπορούσαμε να κατατάξουμε σε συνθέσεις που αφορούν τον έρωτα, τη φύση, τα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα, τα βιώματα. Τα ποιήματα που αφορούν τον έρωτα κινούνται στο περιβάλλον της σύγκρουσης αλλά και της έλξης. Ένας συνήθως τριτοπρόσωπος ή δευτεροπρόσωπος αφηγητής μιλά για το παραμύθι του έρωτα, τη ναρκωμένη από αγάπη πριγκίπισσα. Απευθυνόμενος στον εαυτό, σκέφτεται την ερωτική πάλη, την προσήλωση, «φτώχεια του ετερόφωτου». Ο έρωτας γεννά ποίηση, γεννά αγάπη όταν δένεται «πάνω σε αλυσίδα/ βιωμένων θαυμάτων» («Ραψωδίες βιωμένων θαυμάτων», σελ. 34). Από τα ωραιότερα ποιήματα στη θεματική, «Η παπαρούνα έφταιξε», γεμάτη πρόδηλες και λανθάνουσες αναφορές, επίπεδα ανάγνωσης.
Η παπαρούνα έφταιξε
Απριλομάης θα ’τανε που
βάδιζαν με αστάθεια
σε εξοχή με παπαρούνες
ανάμεσα σε κίτρινα αγριολούλουδα.
Μιλούσαν ντροπαλά ακόμη
με χαμηλωμένα μάτια.
Μόνο τη θωριά της θάλασσας
ατένιζαν έκθαμβοι στο βάθος.
Εκείνος έσκυψε κι έκοψε
μια δέσμη παπαρούνες.
Διάλεξε μία και την απίθωσε
Βαθιά μες στην ψυχή της
χωρίς να λογαριάσει το όπιο.
Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια
μεθυσμένη από αγάπη
ώσπου στο τέλος
κατέφυγε σ’ αποτοξίνωση.
Κουράστηκε από μέθη
ζαλισμένη να ζει όταν όλα
την καλούσαν νηφάλια στο παιχνίδι τους. (σελ. 8)
Η θεματική που αφορά τη φύση περιέχει ποιήματα λυρικά που υμνούν την άνοιξη, τον ήλιο, τη θάλασσα. Τα ρεαλιστικά ωστόσο περιγράμματά τους μιλούν για τις καταστροφές των θυμωμένων κυμάτων, των πλημμυρών, το οικολογικό. Η ποιητική φωνή υψώνει δοξαστική προσευχή, ζητώντας προστασία από τις καταστροφές.
[…] Και τώρα που η φύση και το δίκιο
ραπίζουν τον Άνθρωπο για όποια
καταστροφή τούς προξένησε
καταφυγή πολλών γίνεσαι εσύ
Χριστέ μου. («Δοξαστικό», σελ. 19)
Αιχμηρή η γλώσσα στην κοινωνική και πολιτική θεματική, στηλιτεύει την «Άλογη πλεονεξία» που οδηγεί σε πολέμους -«δεν βρέθηκε ακόμη εμβόλιο/ να σκοτώσει το αλαζονικό μακρόβιο/ της πλεονεξίας»-, την ψεύτικη ασφάλεια των σιδηροτροχιών (τραγωδία των Τεμπών), την απάθεια των σύγχρονων ανθρώπων-υπηκόων των media, φετιχιστών του κινητού. Καταγγέλλει επίσης τη φτώχεια, την αποξένωση, την αστεγία. Το ποιητικό υποκείμενο κάνει έκκληση για σύνεση, αφύπνιση, ειρήνη, ανεκτικότητα.
Αποσύρονται τα πολύχρωμα
ΙΙΙ
Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών
να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων
που δεν επιθυμούν μια παράξενη
πολυχρωμία ενέργειας,
μα να φωτίσουν τα σκοτάδια
της μόνιμης πια διαταραχής τους. (σελ. 47)
Στα ενδοσκοπικής ή φιλοσοφικής θεματικής ποιήματα, το ποιητικό υποκείμενο αποτιμά τον χρόνο που πέρασε. Μέσω της μνήμης ανακαλεί απώλειες, θρυμματισμούς, ψυχολογικές «ανατάξεις», μαθήματα χορού, κολύμβησης. Συμφιλιωμένο με τα γηρατειά, τα οποία αντιμετωπίζει θετικά, «μια άνοιξη που εγκυμονεί θαύματα», συμφιλιωμένο με τον θάνατο, τον οποίο αντικρίζει ως φυσικό φαινόμενο, μια νομοτέλεια, βρίσκει χαρά στην παιδική αγκαλιά και αθωότητα, δοξάζει όσα η ωριμότητα παρέχει: την ηρεμία, τη στωικότητα, το καταλάγιασμα των φόβων, την ανθεκτικότητα της αγάπης που οικοδομήθηκε επί χρόνια.
Ανθεκτικά υλικά
Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα
της αληθινής αγάπης
που χτίζαμε για χρόνια
με θεμέλιο τη χημεία
κι ανθεκτικά υλικά
λύπης και χαράς
με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας
σε μισό αιώνα διαδρομής
ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες
τις άγουρες κακοτεχνίες
σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές
και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό
βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση. (σελ. 22).
Το ποιητικό υποκείμενο υμνεί την απλότητα, την ευφυία, την οποία αντιδιαστέλλει με τη δυνατή σε μέγεθος και επικράτηση μωρία.
Γεννήματα
Στη δεύτερη άνοιξη των γηρατειών
γίνονται θαύματα νέας συγκομιδής
καρπών κι ωραίων λουλουδιών
σπάνια γεννήματα έμπειρου χώματος
μ’ ενεργή αγάπη χτισμένη
από κέρδη και ζημιές
από λογής ραπίσματα
από χαρές κι αρίφνητες αναποδιές
κι αν δεν εκπνεύσεις κι είσαι τυχερός
γίνεσαι ώριμος δημιουργός. (σελ. 45)
Η Περσεφόνη Τζίμα στη συλλογή «Ανθεκτικά υλικά» αποτιμά τον έρωτα, τις σχέσεις, τα βιώματα, όσα συμβαίνουν στον κοινωνικό και πολιτικό περίγυρο. Με τεχνικές όπως η εικονοποιία, η σκηνική διάρθρωση, ο μύθος, η αναλογία, η αντίθεση, η ερώτηση, ο σαρκασμός, ο εσωτερικός μονόλογος, δημιουργεί μια λυρική ατμόσφαιρα, συναισθηματικά φορτισμένη. Καθώς ο ποιητικός φακός μέσω της θεματικής του χρόνου πέφτει στην ώριμη ηλικία, τη φωτίζει αισιόδοξα. Λιτή και ώριμη ποίηση, με ενδιαφέρουσα και εν πολλοίς πρωτότυπη θεματολογία. Καλαίσθητη και η έκδοση, με έργο του εικαστικού Σωτήρη Σόρογκα στο εξώφυλλο.
ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ
«Ανάμεσα σε ωδή και ελεγεία, σε πίστη κι ελπίδα για το καλό, σε αντίσταση και μάχη ενάντια στο κακό»
Η πρόσφατη ποιητική συλλογή της Περσεφόνης Τζίμα «ανθεκτικά υλικά», εκδόσεις Μανδραγόρας 2024, είναι ένας νέος κρίκος στην αλυσίδα του ποιητικού της έργου. Με την επιστημονική της σκευή ως φιλόλογος, αρχαιολόγος, ερευνήτρια της τέχνης και του λόγου, υπηρέτησε και πρόσφερε ώρες πολύχρονης εργασίας στη Μέση Εκπαίδευση. Έχει συγγράψει δοκίμια και επιμελήθηκε το βιβλίο Βυζαντινές Εκκλησίες της Θεσσαλονίκης από κοινού με την ομάδα του 2ουΛυκείου Θεσσαλονίκης.
Παράλληλα αφιέρωσε χρόνο στη μεγάλη της αγάπη, την ποίηση. Ως καλός σκαπανέας ανοίγει δρόμο, αναζητάει ευρήματα, καταδύεται σε βαθύτερα γνωστικά επίπεδα μνήμης και εμπειριών. Ανασύρει την πρώτη ύλη, σκληρή και άμορφη, την οποία μορφοποιεί με τη σμίλη και την πένα της γραφής.
Λέξεις, ιδέες, προβληματισμοί που αφορούν προσωπικά και κοινωνικά θέματα συνθέτουν την παρούσα συλλογή που αναβλύζει ευαισθησία ανθρωπισμού.
Ο τίτλος του βιβλίου, δάνειο από το ομώνυμο ποίημα «ανθεκτικά υλικά», προδιαθέτει τον αναγνώστη με θετικές λύσεις για την αντιμετώπιση ζωτικών θεμάτων μιας σκληρής πραγματικότητας που οδηγεί σε απώλειες, καταστροφή και μηδενισμό της ζωντανής ανθρώπινης φύσης.
Η εικόνα του εξωφύλλου συνάδει με τη δομή της ποιητικής συλλογής. Κάθε ποίημα είναι ένας κρίκος που συνδέεται με τους προηγούμενους και τους επόμενους, παίρνοντας κεντρική θέση όταν το βλέμμα του αναγνώστη εστιάζεται σ΄αυτόν τον κρίκο. Είναι άξια παρατήρησης η ομοιότητα και η σύνδεση των μοτίβων της φύσης-φράκταλ-με τα μοτίβα τις ανθρώπινης φύσης και εξέλιξης στον παρελθόντα χρόνο και στον παρόντα, όπου δημιουργούνται οι ανατροπές και οι μεταλλάξεις μέσω των αλληλοεπιδράσεων.
Το σώμα της συλλογής, με σαράντα επτά ποιήματα, δομείται σε τέσσερεις, μη οριοθετημένες αυστηρά ενότητες, με βασικό άξονα την ζωντανή βιολογική φύση και αφορά τον άνθρωπο, τα έμβια όντα, το οικοσύστημα, τις περιβαλλοντολογικές
αλλαγές, τη ζωή ή τον θάνατο του πλανήτη.
Θεματικές που ορίζουν το σώμα της συλλογής είναι το φυσικό περιβάλλον, ο άνθρωπος μέσα σε αυτό, οι σχέσεις μεταξύ τους, ο έρωτας, ο χρόνος και η φθορά, η ζωή και ο θάνατος. Το νοηματικό νήμα που ενώνει τα ποιήματα σε μια αμοιβαία συνύπαρξη, παρόλο τις διαφορετικότητες, αφορά τον τρόπο σχέσης μεταξύ των επιμέρους θεμάτων της.
Πόσο ανθεκτικός είναι ο κρίκος σύνδεσης σ΄ αυτή την αλυσίδα; Είναι ευάλωτος στις ρήξεις λόγω πολυμερισμένου υλικού στο χρόνο, λόγω φυσικής φθοράς ή ψυχικής κακοποίησης, προδοσίας και ματαίωσης των προσδοκιών και υποσχέσεων στις ανθρώπινες σχέσεις; διερωτάται η ποιήτρια και μαζί της ο αναγνώστης.
Σε όλη τη συλλογή πλανάται η υπαρξιακή αγωνία για την επιβίωση. Αυτή την αγωνία διαχειρίζεται σθεναρά με τη βαθύτερη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στην ύλη και πνεύμα. Κύρια χαρακτηριστικά είναι η συναισθηματική στόφα, η δέσμευση στη σχέση της διυποκειμενικότητας, η ατομική υπευθυνότητα, ο σεβασμός, η αποδοχή του σημαντικού άλλου που αναδεικνύονται με τα μέσα της ποιητικής γραφής.
Ο λόγος της ποιήτριας γλαφυρός, συμβολικός, αλληγορικός, με παρομοιώσεις και μεταφορές. Οι πλούσιες εικόνες της φύσης και οι προσωποποιήσεις ανοίγουν ένα διάλογο ανάμεσα στα άτομα και το περιβάλλον τους, έτσι ώστε να είναι παραστατικός και αληθινός δίνοντας δυνατότητες για μεταμορφώσεις.
Η πρώτη ενότητα διαμορφώνεται από την αρχή με ποιήματα που εμπεριέχουν συναισθήματα και τον τρόπο σχέσης μεταξύ του εγώ και του εσύ, του σημαντικού Άλλου. Στοιχεία βασικά ο γενεσιουργός έρωτας, η αγάπη, η πνευματικότητα και όλοι οι αναβαθμοί του έρωτα, έτσι όμως τον συναντούμε στον Πλάτωνα-στον διάλογο του Σωκράτη και της Διοτίμα.
Η ποιήτρια ανοίγει την αυλαία της συλλογής της με την αλληγορική προσομοίωση της γήινης και της ανθρώπινης συναισθηματικής φύσης στο ποίημα «Κλινοπάλη θυμωμένης γης» στη σελίδα 9:
«Με φόντο τη διπλωματία / κι ένα απόθεμα ανθρωπιάς / οι δυνατοί σεισμοί ενώνουν / στην πάλη της κλίνης καθώς και / στη διαμάχη συνοριακών σταθμών / Συγκλονίζονται τα σώματα / απ΄ τη δύναμη του Εγκέλαδου / που αναβλύζει απ΄τα βάθη / παθιασμένων πετρωμάτων / από άγνωστα φλεγόμενα έγκατα / ανήμπορα να ισορροπήσουν / όπως ο φλεγόμενος έρωτας / των ανταγωνιστών συντρίβει / τα κορμιά τους που καταλήγουν / μοιραία στη διάλυση / γιατί η φυσική δύναμη της έλξης / δεν κρύβει πάντα την αγάπη».
Παρομοιάζει τον σεισμό της γης –τον Εγκέλαδο και τη λάβα του – με τον σεισμό του φλεγομένου έρωτα και το πάθος που συντρίβει τα κορμιά και επιφέρει την σωματική διάλυση.
Η πρώτη ερωτική έλξη δεν περιέχει απαραίτητα την αγάπη. Είναι έλξη σωματική αναδυόμενη με το βλέμμα και τις ενορμήσεις της libido και αφορούν την σαρκική μέθη της ηδονής. Είναι η πρώτη συνάντηση με το όπιο της παπαρούνας ή με τον γλυκό λωτό στο νησί των λωτοφάγων στην Οδύσσεια, όπου οι ταξιδευτές-ονειρευτές χάνουν το δρόμο και τον σκοπό του ταξιδιού τους.
« Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια / μεθυσμένη από αγάπη / ώσπου στο τέλος / κατέφυγε σε αποτοξίνωση», γράφει η ποιήτρια στο ποίημα της «Η παπαρούνα έφταιξε».
Η Φόνη Τζίμα συνεχίζει με τις βιωμένες εμπειρίες στα πρώτα εξελικτικά στάδια στο χρόνο-στην πρώτη νεότητα και στο ξύπνημα του ζωντανού σώματος άνδρα και γυναίκας, μ΄ένα βιωμένο εξομολογητικό ποιητικό μονόλογο στο δεύτερο αναβαθμό του έρωτα. Σύμφωνα με την Διοτίμα, σταδιακά η σωματική ερωτική έλξη ολοκληρώνεται με την αγάπη. Αν αυτό δεν επιτευχθεί τότε η ανολοκλήρωτη σχέση οδηγείται σ΄ ένα γλυκό ονειρικό θάνατο. Μέσα στη μέθη της ευχαρίστησης, ο καρπός του έρωτα δεν ωριμάζει και όταν φυτευτεί ο σπόρος δεν θα καρπίσει. Έτσι η σχέση πεθαίνει πνιγμένη στις ερινύες και την απώλεια.
Στα ποιήματα της «Φοβισμένο στρείδι», «Κυνηγούσε την αύρα της», κι « Ένας φτωχός ετερόφωτος», η ποιήτρια ξετυλίγει τα αίτια και τις αφορμές που παίρνουν μέρος και εμποδίζουν την συναισθηματική ανταπόκριση των δύο υποκειμένων. Η κλειστότητα, η εσωστρέφεια του ερωτικού συντρόφου στη σχέση, η ματαίωση των προσδοκιών από τον άλλον, η διαφορετικότητα στον τρόπο επικοινωνίας, η μη συναισθηματική ανταπόκριση, η αλαζονεία του υπερεγώ, πολλές φορές οδηγούν στην αποξένωση εκατέρωθεν.
Μόνο όταν όλες αυτές, οι αθέλητες πολλές φορές ματαιώσεις, υπερπηδηθούν και οι δύο ερωτευμένοι συναντηθούν, τότε το ζευγάρι βιώνει την φλόγα της αγάπης που πυροδοτεί τον έρωτα πέρα από την σωματική έλξη. Με καθαρή συνειδητότητα η διυποκειμενική σχέση στην συνέχεια ωριμάζει και βιώνεται μέσω της πνευματικότητας. Το πάθος της αγάπης και του έρωτα πυροδοτεί την φαντασία και οδηγεί το ζευγάρι στην μαγεία της ένωσης.
Γράφει στο ποίημα «Σπίθες γεννούν ποίηση», σελ.13.
[….Σφιχταγκαλιασμένοι έβγαζαν σπίθες / που γεννούν ποίηση / και την άρθρωναν άμεσα / σαν από ανώτερη επιφοίτηση / χωρίς να βλέπουν φυσικές ατέλειες / -πόση λεπτότητα γεννά η αγάπη- / κοιτάζοντας ατέλειωτα στα μάτια / ο ένας βυθιζόταν απόλυτα / στην ψυχή του άλλου πασχίζοντας / να διαβάσει όλα τα απόκρυφα της / με μουσικές ανάσες που / εμφυσούσαν συμπυκνωμένη πνοή/….// Αυτό το κάτι έτερον / η αγάπη η ατελείωτη / τους ανέβαζε σε υπαρκτό παράδεισο /γνήσιας καλοσύνης και αθωότητας / ένα χρυσό θεμέλιο ύπαρξης».
Η ποιήτρια συμπυκνώνει στην πρώτη αυτή ενότητα την βιωμένη ερωτική σχέση ανάμεσα σε δύο υπάρξεις και τους αναβαθμούς του έρωτα οδηγούμενοι σε υπερβατικές πνευματικές εμπειρίες.
Ποια δύναμη λοιπόν είναι αυτή που μπορεί και διαλύει τη μαγεία του υπαρκτού παραδείσου και το χρυσό θεμέλιο της ύπαρξης; ρωτάει η ποιήτρια σ΄ένα μονόλογο που εμπεριέχει το φόβο του τέλους και του θανάτου.
Είναι ο ΧΡΟΝΟΣ, κεντρικός κοινός άξονας που ενώνει τις ενότητες στη συλλογή και στην πράξη κι απαντάει επιστρέφοντας στην κοσμική απειλή του Αιώνιου αέναου χρόνου, σ΄αυτόν που γεννήθηκε θαυμαστά δυναστικός κι αόρατος σε όλες τις υπάρξεις.
Στον αχόρταγο θεό Κρόνο που τρώει τα παιδιά του, που σβήνει τις αγάπες και τις βαθιές ηδονές, που σβήνει τη ζωή και την επουλώνει με υποσχέσεις αναγέννησης. Γράφει στο ποίημα «Στη ροή του χρόνου»
«Πληθαίνεις, Χρόνε, με όνειρα κι ελπίδες /κι αυξάνεσαι θεϊκά στα πρωτόγνωρα/ απ΄τον παντοδύναμο έρωτα./ Στη ροή, Χρόνε, μόνη παρηγοριά / του ανθρώπου η ανακύκλωση /με αναγεννητικούς τρόπους/ που γι ΄αυτήν προνόησε η Μάνα Φύση»
Και γι΄αυτή τη Μάνα φύση, όλων των όντων και των ανθρώπων, μας μιλάει η Φόνη Τζίμα στη δεύτερη ενότητα των ποιημάτων, η οποία αφορά τη σύγκρουση ανάμεσα στο εγώ και στον άλλον, στις κοινωνικές και καταστροφικές διαμάχες, στους πολέμους και τις κυριαρχικές τάσεις μεταξύ των λαών, στην ανούσια αλαζονική τυφλότητα των δυνατών, την καταδυνάστευση των αδυνάτων, επιφέροντας την ανισορροπία των φυσικών δυνάμεων και των ανθρώπων.
Περιβαλλοντολογικές καταστροφές, ανθρωποθυσίες στο βωμό του χρήματος και του κέρδους, κοινωνικός σπαραγμός με απώλειες και θάνατο, όπως τα Τέμπη, Ουκρανία, Γάζα, μεταναστευτικό, πυρκαγιές, πλημμύρες, νεκρή γη, πενθούσα Αρχέγονη Μητέρα Γαία στο κακό που γεννούν οι αιώνιοι γιοι του Κάιν.
Ο Σπινόζα πίστευε στην αναγκαιότητα της φύσης, στην οποία τα πράγματα υπάγονται σε φυσικούς νόμους και η ελευθερία του ανθρώπου βρίσκεται στη συνειδητή κατανόηση αυτών των νόμων και την θέση του μέσα στο Όλον. Η φύση ταυτίζεται με τον Θεό, υποστήριζε.
Μ΄ ένα δοξαστικό στον θεϊκό Δημιουργό της αιώνιας φύσης ακούγεται η κραυγή της ποιήτριας, κάτι ανάμεσα σε ωδή και ελεγεία, σε πίστη κι ελπίδα για το καλό, σε αντίσταση και μάχη ενάντια στο κακό, κάλεσμα για τις ψυχές και την πνευματικότητα των ανθρώπων, τον σεβασμό και την αγάπη, την ανακύκλωση και την αναγέννηση του αιώνιου συμπαντικού φωτός.
Στην τρίτη ενότητα, συμπερασματικά, η ποιήτρια αναφέρεται στην εμβάθυνση των παρατηρήσεων και βιωμάτων της, σχετικά με το ζεύγος των αντιθέτων στοιχείων της ανθρώπινης φύσης, την ευαλωτότητα και την ανθεκτικότητα των υλικών στο καθημερινό γίγνεσθαι.
Ανθεκτικό στοιχείο του εαυτού και των σχέσεων είναι η απλότητα, η ανεπιτήδευτη γνήσια φύση, η σοφία και η μεγαλοψυχία έναντι της συναισθηματικής μιζέριας και μωρίας του νου.
Η σύμπνοια και η σχέση εμπιστοσύνης έναντι της προδοσίας και της μη δέσμευσης.
Με κορωνίδα όλων την αληθινή αγάπη, την ωριμότητα και την πνευματικότητα που αποκτιέται με την τριβή στο χρόνο, με την λείανση των σκληρών πετρωμάτων από τα απρόσμενα επώδυνα γεγονότα της ζωής, που στρογγυλεύουν τις γωνίες.
Η πορεία στο χρόνο και τα εξελικτικά στάδια της ύπαρξης μας φέρνουν το σκληρό κόστος της φθοράς, την απώλεια της ζωτικότητας και το φόβο του θανάτου.
Γράφει στο ποίημα «Στρογγυλεύουν οι γωνίες, σελ.23
«Σ΄ απαρνιούνται τα δάκρυα /σαν μεγαλώσεις / κρέμονται στον ουρανό / συννεφάκια ομιχλώδη που/ δεν γίνονται βροχή /…../Σ΄ εγκαταλείπουν οι μεγαλοϊδεατισμοί /Σ΄ επισκέπτεται το δέος / στον αγώνα για επιβίωση / του πολυπόθητου σώματος / της πολυπόθητης ψυχής / έπειτα απ΄ τις μάχες που έδωσες / να απαλλαγείς από λεπίδια/ και λιθοβολισμούς/.
Στην πορεία του χρόνου μια νέα διαστρωμάτωση παρατηρείται στη σχέση της λογικής, των συναισθημάτων και του ενστίκτου για επιβίωση.
Φόβος υπαρξιακός, απειλή της εικόνας του εαυτού, απώλεια της ευζωίας, της ελευθερίας της σκέψης και του λόγου που κατέκλυσαν και πάγωσαν τον πνευματικό άνθρωπο, φαίνεται να υποχωρούν και την θέση τους να παίρνουν «Οι μεγάλες στιγμές που είχαν παγώσει /αναδύονται επιτέλους αισιόδοξα /απ΄την υδρόβια παραμονή τους / στον πολικό βυθό/ για να ξυπνήσουν απ΄την χειμερία / νάρκη ψύχους τριών ετών», γράφει στο ποίημα «Κελαηδίσματα», σελ. 24.
Η φωνή της ποιήτριας είναι καταγγελτική, επαναστατική, εξοργισμένη σαν φουρτουνιασμένη σαρωτική θάλασσα απέναντι στην εξουσία του κατεστημένου, της κυριαρχίας, του ταξικού ρατσισμού που την θανάσιμη μυρωδιά του οσμίζεται και καλεί σε αφύπνιση.
Στην τέταρτη ενότητα, αναφέρεται στα ανθεκτικά υλικά, επιστρέφει στις εικόνες της ΦΥΣΗΣ και τα τέσσερα βασικά στοιχεία της, φωτιά, νερό, γη, αέρας. Στην ποιητική μεταφορά με τις ομοιότητες της ανθρώπινης ύπαρξης και τη διπλή φύση της.
Μιλάει για το «Υστερόβουλο πυρ», το φωτεινό και σκοτεινό του πρόσωπο, έτσι όπως είναι ο έρωτας. Η φωτιά ζεσταίνει και φωτίζει και συγχρόνως καίει και καταστρέφει. Το νερό ξεδιψάει και συγχρόνως ανεξέλεγκτα πνίγει ότι βρει μπροστά του. Η μητέρα γη-Γαία τρέφει τα παιδιά της και τα παίρνει πάλι πίσω, όταν έρθει το τέλος. Ο αέρας δίνει πνοή και γίνεται θανάσιμος χωρίς έλεγχο κάτω από τον θυμό του Αιόλου. Οικολογική καταστροφή και «κιβωτός που παραπαίει» το σώμα και η ψυχή του ανθρώπου.
Η ποιήτρια επιστρέφει στην προσωποποίηση της οικολογικής φύσης με την ανθρώπινη φύση και τον έρωτα. Γίνεται το alter ego και συνομιλεί μαζί της, σαν να είναι η προστάτιδα μητέρα της. Θρηνεί για τις απώλειες και τις προδοσίες και καλεί τον σοφότερο εαυτό της σε μια καθαρή συμμαχία και συμφωνία σύμπραξης για την σωτηρία τους. Ακολουθεί την διαδικασία της κάθαρσης και το ταξίδι της επιστροφής, στην πατρίδα ως νέος Οδυσσέας. Θρηνεί για τις απώλειες, για τις φθορές στον αδηφάγο χρόνο, οι Σειρήνες δε τον σαγηνεύουν πλέον, ούτε οι μάγισσες μπερδεύουν τις επιθυμίες στο μυαλό του.
Η ποιήτρια βυθίζεται στον πρωταρχικό σοφό εαυτό της και αναζητά το εσωτερικό φως της ωριμότητας, της σοφίας και του ανώτερου πνεύματος. Επιστρέφει στο εκστατικό σοφό παιδί, στην αθωότητά και τον ανεπιτήδευτο εαυτό του. Στις πρώτες αγνές γονεϊκές σχέσεις με την μητέρα, τον πατέρα, την Μεγάλη μητέρα φύση, το κέντρο του αληθινού εαυτού της
.
Και εκεί, στην τρίτη εξελικτικά φάση της ζωής, μετά από πολλές δοκιμασίες και απώλειες, η ποιήτρια αναπολεί και θυμάται. Μνήμες που πόνεσαν αλλά και σφυρηλάτησαν το σώμα και την ψυχή με δύναμη και αντοχή. Αποχρωματίζονται τα όνειρα της νεότητας, μεστώνουν τα ενδιάμεσα χρόνια, οξύνεται η εσωτερική όραση καθώς τα γηρατειά θολώνουν την φυσική όραση.
Θα ήθελα να κλείσω την συνομιλία με την ποιήτρια με το ποίημα «Skripta manet» της σελίδας 46
. «Μανταλωμένες υποσχέσεις
Γραμμένες σε χαρτί
κλειδωμένες αναλλοίωτες
βγήκαν νικήτριες απέναντι στα
έπεα πτερόεντα του ερωτευμένου
που σαν κόκκινα ροδοπέταλα στεγνά
τα πήρε ο άνεμος.
Κι έτσι έμειναν μόνο τα γραπτά
Ζωντανά σε ροζ φακέλους
Να εξομολογούνται και να τάζουν
Με λέξεις μαγικές.
Τα γραπτά μένουν παντοτινά
Αν και κάποτε νοήματος νεκρά».
28 Νοεμβρίου 2025
ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ
www.vakxikon.gr Οκτώβριος 2025
Σ’ ένα λιβάδι με αγριολούλουδα εκείνος έκοψε μια παπαρούνα και τη φύτεψε βαθιά μες στην ψυχή της χωρίς να λογαριάσει το όπιο «Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια,/μεθυσμένη από αγάπη/ώσπου στο τέλος/κατέφυγε σ’ αποτοξίνωση./Κουράστηκε από μέθη/ζαλισμένη να ζει όταν όλα/την καλούσαν νηφάλια στο παιχνίδι τους». Ξεχώρισα αυτούς τους στίχους από το δεύτερο ποίημα της συλλογής της Περσεφόνης Τζίμα που έχει τίτλο «Ανθεκτικά υλικά» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μανδραγόρας.
Tα ανθεκτικά υλικά, όσο συμπαγή κι αν φαίνονται, μπορούν να κρύβουν κάτι άλλο που αξίζει να το διερευνήσουμε. Στο συγκεκριμένο ποίημα η εύθραυστη παπαρούνα, αν φυτευτεί στην ψυχή, οδηγεί σε εθισμό και το ποιητικό υποκείμενο κουράζεται από τη μέθη μιας και όλα καλούν σε νηφαλιότητα. Σκέφτομαι πόσους συμβολισμούς μπορούμε να εντοπίσουμε για την ανθρώπινη κατάσταση μέσα από αυτήν και μόνο την εικόνα, αναλογιζόμενοι συνθήκες «μέθης» που μπορεί να οδήγησαν σε λάθος επιλογές, στο τέλμα, ή και σε κινήσεις που αποδείχτηκαν μοιραίες. Ωστόσο, αυτή η «μέθη», το να αφεθούμε στην ονειροπόληση, στον έρωτα, στην ίδια την ποίηση, είναι τόσο ουσιώδης στο πέρασμά μας από αυτή τη ζωή.
Ξαναγυρνάμε στον τίτλο. Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια διερευνά τα υλικά της ανθρωπινότητας, του έρωτα, των επιλογών, των τραυμάτων, της έμπνευσης, του ονείρου, του ανικανοποίητου.
Προχωρώντας την ανάγνωση, μετά την παπαρούνα, στο τέταρτο ποίημα, βρίσκουμε άλλο ένα δυνατό σύμβολο: «Ένα στρείδι μισόκλειστο/γέρνει αναποφάσιστο πάνω/σε θαλασσινό στρώμα». Η αίσθηση του απραγματοποίητου, που έχει υποδηλωθεί και πριν, τώρα παίρνει σάρκα και οστά. Και κάπου κρυμμένο μέσα στο στρείδι υπάρχει ένα ‘carpe diem’, μια φωνή που κάποτε μας κάλεσε να αδράξουμε τη μέρα, να αφεθούμε στο ρεύμα της ζωής, να αρπάξουμε ευκαιρίες που έφυγαν ανεπιστρεπτί.
Στη συλλογή συναντάμε μεγάλους έρωτες, λατρείας, μ’ αυτόν, τον «κανένα» να ζωντανεύει στην εικόνα της μορφής της αγαπημένης του, αλλά το ανικανοποίητο και το ανολοκλήρωτο να κυριαρχεί. Με τα πρόσωπα να είναι αλυσοδεμένα, να μένουν φειδωλά αισθημάτων, κυρίως τα αρσενικά, να κρατάνε τον ήλιο, χωρίς να διευκολύνουν το φως να ακτινοβολήσει, να μη νιώθουν τη χαρά του μοιράσματος, ν’ αφήνουν τον χρόνο να περνάει. Και στο αντίβαρο η έμπνευση. Η πραγμάτωση του έρωτα που γεννάει ποίηση, ή η ποίηση που γεννάει τον έρωτα.
Όλα σε ένα σύμπαν πεπερασμένο, όπου τα όρια του χρόνου στενεύουν, όπου ο χρόνος μπορεί να είναι Κρόνος που τρώει τα παιδιά του.
Από την ποιητική συλλογή της Φόνης Τζίμα δεν θα μπορούσε να λείπει ο κοινωνικός προβληματισμός για τα σημαντικά ζητήματα που αποτελούν πληγές του κόσμου μας. Έτσι, στο ποίημα «Άλογη πλεονεξία», θα αναδυθεί ο αυτοκαταστροφικός άνθρωπος της πλεονεξίας και η ποιήτρια θα κλείσει με τους στίχους «Ας έρθει μια μέρα ευλογημένη/ που λουλούδια θα φυτρώνουν/ στη βομβαρδισμένη γη». Και από εκεί και πέρα, το κάθε ποίημα θα αγγίξει συμβάντα του δυτικού πολιτισμού. Στο «Crash test» για τα Τέμπη θα εκτροχιαστεί η ψεύτικη ασφάλεια «κλονίζοντας βεβαιότητες/ και αόρατες αμεριμνησίες». Στο ποίημα «Νεαρά κλαριά ελπίζουν» η ποιήτρια θα αγγίξει το θέμα της ξενιτιάς, όπου τα νεαρά παιδιά που ξενιτεύονται «Στο έδαφός τους ποθούν να μείνουν/κι όχι να μεταφυτευτούν σε άλλη γη». Και στα επόμενα ποιήματα οι κάλπικες αξίες θα σκύψουν ντροπιασμένες κι εμείς θ’ αναζητήσουμε τις βαθιές αξίες της ζωής, την απλότητα, την αλήθεια μας. Η διαδρομή θα είναι δύσκολη. Η πραγματικότητα πάντα θα μας απογοητεύει, με το επιφανειακό και το κίβδηλο να κυριαρχεί: «…οποία δυστυχία να παλεύεις/τη μωρία που νιώθει χαρούμενη/και βέβαιη για όλα στην επιφάνεια».
Παράλληλα, θα ακούσουμε την ποιητική φωνή να μιλάει χαμηλόφωνα, σε εξομολογητικό τόνο για τα ανθεκτικά υλικά της διαδρομής μας: «Ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες/τις άγουρες κακοτεχνίες/σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές/και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό/βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση». Κι ενώ θα στρογγυλεύουν οι γωνίες όσο περνούν τα χρόνια και θα πλησιάζουμε προς τον θάνατο, θα αναδύεται όλο και πιο μεγαλόπρεπη η ματαιότητα της ύπαρξης.
Πολλά είναι αυτά που μας πονάνε και το ποιητικό υποκείμενο θα πάρει θέση απέναντι στη στην κατάχρηση εξουσίας από τους λίγους, καταδεικνύοντας αιτίες στο πλέγμα της εξουσίας, κάποιες φορές με σπινθήρες ειρωνείας: «Οι μονάρχες ταγοί/περίπου περήφανοι/και ψεύτικα ταπεινοί για τις αμαρτίες τους/απαιτούν αναιδώς ψήφους και φόρους/απ’ τους παντοτινά ταλαίπωρους ψηφοφόρους».
Να υπογραμμίσουμε ότι σε όλα τα ποιήματα που εκφράζουν κοινωνικό προβληματισμό, η ποιήτρια επιλέγει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο κι εμείς οι αναγνώστες βιώνουμε την ενσυναίσθηση και την ανάγκη για ισορροπία: «Με μοίρασμα ψυχής ράκος κατάντησα/σε στάση αμηχανίας/για να ισορροπήσω κάπως τις πλευρές/χωρίς να φτάσω στην ποθητή λύση». Και συνεχίζοντας σε πρώτο πρόσωπο, θα ακολουθήσουμε το βλέμμα της Περσεφόνης Τζίμα προς τους πνιγμένους πρόσφυγες στο Αιγαίο, τις πυρκαγιές, τις πλημμύρες, την υπερθέρμανση του πλανήτη. Η γη θα είναι μια κιβωτός που παραπαίει, που «τούτη τη φορά όμως δεν φαίνεται να βρίσκει/άμεσα σωτηρίας προορισμό».
Η αγάπη για τη φύση που εντοπίσαμε από την πρώτη στιγμή της ανάγνωσης της ποιητικής συλλογής, διαπερνάει όλα τα ποιήματα, σαν μια αναπνοή, σαν το πρωτεύον ανθεκτικό υλικό στη ζωή μας. Στο ποίημα «Αγαπημένη σε προδίδουν» , η φύση θα προσωποποιηθεί, θα μοιάζει σαν μια οντότητα με μια μαγευτική αγκαλιά και θα υμνηθεί όπως της πρέπει, ενώ εμείς θα ψάχνουμε για βάλσαμο να της γιατρέψουμε τις πληγές, διαβεβαιώνοντάς την ότι εμείς οι άνθρωποι φταίμε για όλα τα δεινά.
Οδεύοντας προς το τέλος, η ποιήτρια θ’ αναζητήσει το φως μέσα στον ζόφο, ξεχωρίζοντας τα πιο ανθεκτικά υλικά στη ζωή της, τα πιο ζωογόνα που θα της δώσουν δύναμη να προχωρήσει. Ο τόνος θα δυναμώσει, θα γίνει πιο αποφασιστικός. Θα υπογραμμίσει: «Πέταξα πολλά σκουπίδια από τη ζωή μου/ κι έπιασα δουλειά στα ζωογόνα της ψυχής/με το μυαλό να με συνδράμει». Κι όσο θα προχωράει, άλλο τόσο θα ενισχύεται το σθένος: «Ξαφνικά μια κινητήρια δύναμη με κυρίευσε/μια απόφαση με συνεπήρε/και με εκτόξευσε σαν ελατήριο/ σε στόχους αλώβητους/απ’ τη σύγχρονη τύρβη/που μου εξασφάλισαν σίγουρη χαρά».
Και θα επανέρθει η ιδέα του σπόρου που εμφυτεύεται μέσα στην ψυχή, η ιδέα της ένωσης, με τη φύση, με τον άλλον, με τον εαυτό μας. Με το βίωμα του αγγίγματος να παίρνει διαστάσεις μαγικές, με αναζήτηση όλων των μικρών πραγμάτων και αναμνήσεων από την παιδική ηλικία που μας δίνουν χαρά και μας αναζωογονούν. «Η αθωότητα των παιδιών έχει τη δύναμη να θεραπεύει και να λυτρώνει», σκεφτόμαστε και ως αναγνώστες-κοινωνοί μεταφερόμαστε σε όμορφα τοπία της παιδικής ηλικίας, με τη μορφή του πατέρα να μαθαίνει χορό στην κόρη και κολύμβηση, με τα παραπατήματα να είναι αναπόφευκτα αλλά τόσο γοητευτικά.
Η ποιητική συλλογή «Ανθεκτικά υλικά» της Περσεφόνης Τζίμα κλείνει με μια δέηση: «Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών/να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων/που δεν επιθυμούν μια παράξενη/πολυχρωμία ενέργειας/μα να φωτίσουν τα σκοτάδια/της μόνιμης πια διαταραχής τους». Κι εμείς τελειώνοντας το βιβλίο θα θελήσουμε να αγκαλιάσουμε κάθε τι όμορφο και ζωογόνο, έχοντας ξεχωρίσει τα ανθεκτικά υλικά στη ζωή μας.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
ΠΕΡΙ ΟΥ 12/07/2025
Η Περσεφόνη Τζίμα στην τέταρτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ανθεκτικά υλικά» (εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024), καταβυθίζει και πάλι το βλέμμα της σε εσωτερικά τοπία αναπολήσεων κι ερωτημάτων, συγκινήσεων, ματαιώσεων, και γενικά ενδοσκόπησης αποσκοπώντας σε διεργασίες αποτίμησης, αλλά και θεάσεων και στοχασμών για τα ανθρώπινα, για τον κόσμο και για το φυσικό και κοινωνικό τοπίο που μας περιβάλλει.
Διαβάζοντας έρχονται στο νου οι ακόλουθοι στίχοι του Οκτάβιο Παζ:
«Ούτε το όνειρο κι ο πληθυσμός του από σπασμένες εικόνες
Ούτε το παραλήρημα με τον προφητικό του αφρό,
ούτε η αγάπη με τα νύχια και τα δόντια της μας φτάνουν.
Πέρ’ από μας,
στα σύνορα του είμαι και του γίνομαι
μια ζωή πιο ζωντανή μας θέλει.» («Πέρα κι απ’ την αγάπη» σ. 24)[1]
Το εξώφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου με τα 47 ποιήματα, που κοσμείται με έργο του εικαστικού Σωτήρη Σόρογκα, απεικονίζει λευκά βότσαλα, ανθεκτικά υλικά δηλαδή και μια αλυσίδα που επίσης συμβολίζει αντοχή, ωστόσο παραπέμπει σε «σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας» όπως αναφέρεται στο ακόλουθο ομώνυμο ποίημα, απ’ όπου και ο τίτλος της ποιητικής συλλογής, με το οποίο δίνεται το στίγμα της:
«Ανθεκτικά υλικά»
«Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα
της αληθινής αγάπης
που χτίζαμε για χρόνια
με θεμέλιο τη χημεία
κι ανθεκτικά υλικά
λύπης και χαράς
με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας
σε μισό αιώνα διαδρομής
ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες
τις άγουρες κακοτεχνίες
σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές
και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό
βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.» («Ανθεκτικά υλικά» σ. 22).
Σ’ αυτό το ποίημα εκφράζονται αισθήματα ικανοποίησης για το οικοδόμημα μιας αγαπητικής σχέσης βασισμένης στην ερωτική επιθυμία, που άντεξε παρά τα σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας, ενώ οι στίχοι της κατακλείδας: «και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό / βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.» αγγίζουν εκφάνσεις πλήρωσης.
Η ποιήτρια γράφει κυρίως σε πρώτο ενικό πρόσωπο, συνομιλώντας με τον άλλον αλλά και με τον ίδιο τον εαυτό της. Το ύφος της χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα, από ενδοσκόπηση, και στοχασμό και κοινωνική ευαισθησία, ενώ γίνεται λυρικό όταν εκφράζει οικείωση με τη μητέρα φύση. Ο λόγος είναι αφηγηματικός και διαυγής με λέξεις διαλεγμένες και συνταιριαγμένες που δομούν στίχους μεστούς σε ουσιαστικά ερωτήματα και στοχαστικές θεάσεις, ενώ κάποιες φορές γίνεται καυστικός για να στηλιτεύσει σκοτεινά σημεία του κοινωνικού γίγνεσθαι ή διαπροσωπικών σχέσεων. Η γραφή της Τζίμα χαρακτηρίζεται επίσης από πλούσια εικονοπλασία, που μαζί με τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές και τις θεάσεις, προσφέρουν αναγνωστική ευχαρίστηση και αναστοχαστικά ερεθίσματα.
Τα «Ανθεκτικά υλικά» αφορούν σε διεργασίες αποτίμησης της πορείας και του κύκλου ζωής του ποιητικού υποκειμένου, όπου ο έρωτας και οι διαπροσωπικές συναισθηματικές σχέσεις με το αντικείμενο του έρωτα αποτελούν τον κύριο άξονα της συλλογής. Σ’ αυτή την προσπάθεια αναψηλάφησης και αποτίμησης το ερωτικό συναίσθημα σκιαγραφείται ως φλεγόμενο πάθος. Στο πρώτο ποίημα της συλλογής πχ, παρομοιάζεται με Εγκέλαδο, ενώ τελειώνει με την πικρή διαπίστωση: «Γιατί η φυσική δύναμη της έλξης / δεν κρύβει πάντα την αγάπη.» («Κλινοπάλη θυμωμένης γης» σ. 7).
Στο δεύτερο ποίημα, πραγματεύεται μια ερωτική ιστορία ματαίωσης όπου ο έρωτας εκείνου παρομοιάζεται με μια παπαρούνα που την ναρκώνει με αποτέλεσμα, εκείνη να καταφύγει σε αποτοξίνωση για να απαλλαγεί από την νάρκωση. Διαβάζουμε:
«Έτσι εκείνη ναρκώθηκε για χρόνια / μεθυσμένη από αγάπη / ώσπου στο τέλος κατέφυγε σε αποτοξίνωση.» («Η παπαρούνα έφταιξε» σ. 8).
Στο πρωτοπρόσωπο ποίημα «Θα μπορούσε να καρπίσει» το ποιητικό υποκείμενο σκιαγραφεί ένα παθιασμένο έρωτα που δυστυχώς ποτέ δεν κάρπισε, με αποτέλεσμα το ποιητικό υποκείμενο να διακατέχεται από έντονα αισθήματα ενοχής. Γράφει η ποιήτρια:
«Ας είχα τότε τη γνώση
ας είχα τη μεστότητα να τον ωριμάσω.
Αντ’ αυτού με τριβελίζει φόβος
μύριων ανατροπών πως
ο σπόρος δεν μπορεί να καρπίσει.
Έτσι έκοψα το νήμα του
που δεν πρόφτασε ούτε η Κλωθώ να γνέσει.
Κι έκτοτε με κυνηγούν οι Ερινύες.» («Θα μπορούσε να καρπίσει» σ. 9.)
Όμως παρά τις ματαιώσεις και τις ενοχές επικρατεί το ένστικτο για ζωή και ανάσες δημιουργίας. Στο ποίημα «Μαθήματα κολύμβησης» που αφορά στον ψυχοσυναισθηματικό δεσμό με τον πατέρα αναδεικνύεται μια από τις σημαντικές αιτίες που ώθησε το ποιητικό υποκείμενο να βγει ελεύθερο και αναβαπτισμένο από το ναυάγιο:
«Από βρέφος, λένε, μόλις έμαθα να περπατώ
η φροντίδα του πατέρα βάλθηκε να μου μάθει
τα πρώτα οριζόντια βήματα στη θάλασσα
να χαίρομαι να παίζω στους κόλπους της με ασφάλεια,
να κολυμπάω ευτυχής στην αγκαλιά της
και μέσα απ’ το απέραντο γαλάζιο
του φωτεινού ορίζοντα
να νιώθω χαρούμενη την ομορφιά της.
Αυτό το πέτυχε στ’ αλήθεια
αφού από ναυάγιο βγήκα ζωντανή
ελεύθερη και αναβαπτισμένη.» («Μαθήματα κολύμβησης» σ. 41)
Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια πραγματεύεται επίσης θεματικές που αφορούν σε ψυχοκοινωνικό προβληματισμό, όπως πχ το ποίημα «Crash test» (σ. 17), στο οποίο το ποιητικό υποκείμενο συγκλονισμένο από το φρικαλέο τροχαίο των Τεμπών και τον χαμό των νέων, στηλιτεύει τον εφησυχασμό μας με τους ακόλουθους στίχους: « Ένα τρανταχτό κρας τεστ / στις σιδηροτροχιές / έβγαλε στη φόρα / το σαθρό υπόβαθρο / εκτροχίασε την ψεύτικη ασφάλεια / κλονίζοντας βεβαιότητες / και αόρατες αμεριμνησίες.» (σ. 17). Αναφέρεται επίσης στο προσφυγικό αποτυπώνοντας την οδυνηρή συνθήκη των ξεριζωμένων προσφύγων. Στο ποίημα «Θυμωμένη θάλασσα», διαβάζουμε: «Όταν όμως επιτίθεται αγριεμένο / το κύμα στ’ ανοιχτά / καταβροχθίζει κορμιά / απελπισμένα / με κατατρεγμένη ταυτότητα / κι ελπιδοφόρους στόχους / πάνω σε τρυπιοκάραβα / σαπισμένων εμπόρων.», ενώ στην κατακλείδα, για να καυτηριάσει την επικυριαρχία του χρήματος και του κέρδους, παραφράζει τη ρύση του Μενάνδρου: «Θάλασσα καὶ πῦρ, καὶ γυνή τρίτον κακόν» (Τρία είναι τα κακά: η θάλασσα, η φωτιά και η γυναίκα) αντικαθιστώντας τη «γυνή» με το κέδρος:
«τα τρία άγρια κακά, / κέρδος, πυρ και θυμωμένη θάλασσα.» (Θυμωμένη θάλασσα» σ. 27).
Και σ’ αυτή τη συλλογή η Τζίμα αφουγκράζεται τη φύση, τη νιώθει και αντλεί από αυτή δύναμη και έμπνευση, καθώς την αξιοποιεί σε παρομοιώσεις και μεταφορές για να αποδώσει τοπία εσωτερικού χώρου και ενδοψυχικού προβληματισμού ή για να εκφράσει την συγκίνηση που τις προσφέρει η επαφή μαζί της. Η ομορφιά και η αγνότητα της φύσης, όπως και η παιδική αθωότητα αποτελούν την καταφυγή της, όταν την πιέζουν τα δύσκολα της ζωής. Στο ποίημα «Αγαπημένη Φύση» (σ. 31), απευθυνόμενη προς τη φύση εκφράζεται με λυρισμό, δέος και βαθιά συγκίνηση: «Πόσο γλυκά κουρνιάζω / οικεία και μαγευτικά στην αγκαλιά σου / αγαπημένη φύση / που στη μορφή και στα σπλάχνα σου / εδρεύουν θεϊκές δυνάμεις ιαματικές / και μου εμπνέουν έναν διαρκή έρωτα / αφού στέγνωσαν άλλοι έρωτες». Παράλληλα καταθέτει την ανησυχία της για τις αλόγιστες παρεμβάσεις του ανθρώπου στη φύση και την οικολογική καταστροφή που απειλεί τον πλανήτη μας, ενώ στην προσπάθεια της να αφυπνίσει σκιαγραφεί ένα γκρίζο και απαισιόδοξο παρόν και μέλλον.
Σύμφωνα με την θεωρία ψυχοκοινωνικής ανάπτυξης του Έρικ Χάμπουργκερ Έρικσον, το άτομο αναπτύσσεται ψυχοκοινωνικά καθ’ όλη την διάρκεια της ζωή του, και φτάνοντας προς το γέρμα στο τελευταίο στάδιο της ζωής του αναθυμάται και ψηλαφεί τα πεπραγμένα και όσα βίωσε, και αφού αποτιμά την πορεία της διαδρομής του στο χρόνο, ή διακατέχεται από αισθήματα πλήρωσης και γαλήνης ή κατακλύζεται από αισθήματα συντριβής και απόγνωσης.
Στα «Ανθεκτικά υλικά» η ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα στέκεται με παρρησία «ενώπιος ενοποίω» αφουγκράζεται τον περιβάλλοντα χώρο και το ενδοψυχικό τοπίο, αναμοχλεύει βιώματα, και μέσα από διεργασίες αποτίμησης του κύκλου της ζωής και της ουσίας των πραγμάτων, με όχημα τη μνήμη, τη φαντασία και τη δημιουργική ενασχόληση της γραφής, καταθέτει τους στοχασμούς της και την έγνοια της για τα ανθρώπινα και το κοινωνικό και φυσικό τοπίο που μας περιβάλει. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής με τίτλο «Αποσύρονται τα πολύχρωμα» κάνει έκλυση στους ουρανούς για το γκρίζο και απαισιόδοξο τοπίο του κόσμου: «Ας έριχναν οι ουρανοί χείμαρρους αστεριών / να ζεστάνουν τη γη των ανθρώπων / που δεν επιθυμούν μια παράξενη / πολυχρωμία ενέργειας, / μα να φωτίσουν τα σκοτάδια / της μόνιμης πια διαταραχής τους.» (σ. 47), γράφει.
Σε προσωπικό επίπεδο, παρά το ναυάγιο, τη ματαίωση και τις απώλειες, με την καταφυγή στην λατρευτή και ιαματική φύση και με την πίστη στη ζωή και την αγάπη στην ομορφιά της, η αποτίμηση του κύκλου της ζωής αποκτά θετικό πρόσημο με αισθήματα συμφιλίωσης, ωριμότητας και πλήρωσης.
Στο ποίημα «Γεννήματα», μάλιστα, σκιαγραφούνται τα γηρατειά ως μια εν δυνάμει δεύτερη άνοιξη που εγκυμονεί θαύματα.
«Γεννήματα»
«Στη δεύτερη άνοιξη των γηρατειών
γίνονται θαύματα νέας συγκομιδής
καρπών κι ωραίων λουλουδιών
σπάνια γεννήματα έμπειρου χώματος
μ’ ενεργή αγάπη χτισμένη
από κέρδη και ζημιές
από λογής ραπίσματα
από χαρές κι αρίφνητες αναποδιές
κι αν δεν εκπνεύσεις κι είσαι τυχερός
γίνεσαι ώριμος δημιουργός» («Γεννήματα» σ. 45)
ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΕΡΙ ΟΥ 05/04/2025
Ευτυχής απολαμβάνω το οικοδόμημα
της αληθινής αγάπης
που χτίζαμε για χρόνια
με θεμέλιο τη χημεία
κι ανθεκτικά υλικά
λύπης και χαράς
με σιδερένια πλέγματα δοκιμασίας
σε μισό αιώνα διαδρομής
ξεπεράσαμε τις παιδικές ασθένειες
τις άγουρες κακοτεχνίες
σε λιακάδες καταιγίδες συννεφιές
και γινωμένοι σαν ώριμοι από καιρό
βαδίζουμε ήρεμοι στη δύση.
Σας διάβασα το ποίημα «Ανθεκτικά υλικά» της ομώνυμης συλλογής από τις καλαίσθητες εκδόσεις του « Μανδραγόρα», με χαρακτηριστικό εξώφυλλο του ζωγράφου Σωτήρη Σόρογκα.
Θα έλεγα ότι με ανθεκτικά υλικά είναι δομημένη και η ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα: Οι φιλολογικές σπουδές της, η άριστη γνώση της Γλώσσας και η διδασκαλία επί πολλά χρόνια, η οξυμένη ευαισθησία και η μεγάλη αγάπη της για την ποίηση. Μια λογοτεχνική πορεία που πιστεύω ότι θα συνεχιστεί ως το τέλος, μαζί με την εσωτερική παρόρμηση και την πρωτότυπη ματιά στα πράγματα, είναι πράγματι ανθεκτικά υλικά.
Η συλλογή της αποτελείται από (40) σαράντα ποιήματα που αρδεύονται από τα τρία κύρια ρεύματα της ποιητικής δημιουργίας, το ερωτικό, το υπαρξιακό και το κοινωνικό. Δεν υπάρχει βέβαια απόλυτος διαχωρισμός μεταξύ τους καθώς το ερωτικό είναι κατά βάθος υπαρξιακό αλλά και κοινωνικό και ένα ποίημα μπορεί να εμπεριέχει και τα τρία αυτά στοιχεία.
Θέλω ιδιαίτερα να επισημάνω την πρωτότυπη ματιά της ποιήτριας στα πράγματα. Παρά τα αναρίθμητα ποιήματα που γράφονται, η επιτυχημένη χαμηλόφωνη πρωτοτυπία (και όχι η κραυγαλέα ουσιαστικά αντιποιητική επίδειξη) είναι πολύ σπάνια.
Δύο ακόμη στοιχεία που πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθούν είναι η λατρεία της παιδικής αθωότητας και η εκστατική αγάπη για τη φύση, που υφίσταται μια αληθινή καταστροφή από την πλεονεξία και τη βαρβαρότητα των ανθρώπων. Σας διαβάζω το ποίημα «Στους αγγέλους της αθωότητας», αφιερωμένο στον Στέφανο:
Απ’ τον κόσμο των μεγάλων
τείνω να ξεκόβω αδιόρατα για να μπω
στον κόσμο των παιδιών
να εισχωρήσω στην τάξη
των μικρών αγγέλων της αθωότητας
που απλώνουν τα χεράκια τους
γλυκά να μ’ αγκαλιάσουν.
Πλημμυρίζω τότε από άφατη αγαλλίαση
όπως με τον μικρούλη Στέφανο
όταν νιώθω να με στεφανώνει
ανάλαφρα με τα φτεράκια του
να μου μεταγγίζει την παιδική ψυχή του
να με υψώνει ως τον παράδεισο
για να ξανάβρω την αρμονία που χάθηκε
απ’ την τάξη των μεγάλων.
Πολλά απ’ αυτά που ανέφερα, εκτός των φιλολογικών σπουδών και της διδασκαλίας, είναι κοινά στην ποίηση της Περσεφόνης και στη δική μου.
Όπως η λατρεία για την παιδική αθωότητα, η αγάπη για τη φύση. Αυτά πιθανότατα συντέλεσαν στη δημιουργία μιας φιλίας μεταξύ μας. Αυτά και η φιλολογική της ιδιότητα. Στα σχολικά μου χρόνια ήμουν ο αγαπημένος των Ελλήνων και Αμερικανών φιλόλογων και το μαύρο πρόβατο για τους καθηγητές της Φυσικής και της Χημείας.
Η Περσεφόνη Τζίμα συνεχίζει με επιτυχία τη μακρά παράδοση των φιλολόγων που ήταν ταυτόχρονα εξαιρετικοί ποιητές. Στην εξαιρετική ανθολογία της για τους ποιητές της Θεσσαλονίκης η Βίκυ Παπαπροδρόμου περιλαμβάνει 55 φιλολόγους. Ενδεικτικά αναφέρω τον Γιώργο Θέμελη, τον Γιώργο Ιωάννου και τον Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου.
Εύχομαι από καρδιάς στην Περσεφόνη καλή έμπνευση και δύναμη στην πορεία της τα επόμενα χρόνια.
.
ΑΠΟ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ
www.culturebook.gr 22/09/2022
Βαδίζοντας σε ανέγγιχτα μονοπάτια, με το φίλτρο μιας ιδιαίτερης ματιάς
Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές,/ είναι γιατί ακούγονται γλυκότερα («Τελευταίος σταθμός», Γ, Σεφέρης).
Μου ήρθαν στον νου οι στίχοι αυτοί του Γιώργου Σεφέρη, για τον τρόπο που λειτουργεί η ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα.
Διαβάζεις τον τίτλο: Από ανέγγιχτα μονοπάτια. Και σκέφτεσαι ότι το ποιητικό υποκείμενο επιθυμεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε ήσυχα, ερημικά ίσως μέρη, μακριά από πολυσύχναστες περιοχές. Γρήγορα βέβαια αντιλαμβάνεσαι ότι τα ανέγγιχτα μονοπάτια αφορούν και διαδρομές της σκέψης αλλά και της ψυχής
Διαβάζεις το «Φόντο σκοτεινό», ας πούμε. Για ένα αγκάθι απειλητικό πάνω από τα κεφάλια των περιπατητών στο δάσος. Που έτεινε να γίνει γκιλοτίνα. Αποδεικνύεται πως ήταν εφιάλτης. Και έρχεται η κατακλείδα, με το ποιητικό υποκείμενο να αποφαίνεται στοχαστικά πως όχι άλλα αγκάθια φιλικά/ καλύτερα με λύκους να μιλάμε. Περιπατητές στο δάσος, απειλή από δήθεν φίλους, η φύση οδηγεί στο συσχετισμό ότι τουλάχιστον με τον εχθρό-λύκο ξέρεις τι περιμένεις.
Το ποίημα «Περιπατητές σε φόντο φωτεινό» ισοσταθμίζει την απειλή. Φθινόπωρο που οδεύει στη χειμερία νάρκη. Ο λυρισμός του ποιήματος πολύ αποτελεσματικός.
Κυρίαρχη στις ποιητικές αναφορές η θάλασσα. Το βουνό υπάρχει, φυσικά, και τονίζεται η ηρεμία και η ομορφιά της φύσης. Αλλά η θάλασσα είναι η καταβύθιση, ο εξαγνισμός. Το ποιητικό υποκείμενο ξεχνά, έστω και για λίγο, αυτά που το απασχολούν και το πληγώνουν. Σαν «άγια θάλασσα» την αναφέρει, που μπορεί να σου πει «όσα δεν άκουσες από φωνές ανθρώπων σε φλύαρες επαναλήψεις». Η πόλη ξεμακραίνει τέτοιες στιγμές, η οποία μπορεί να κρύβει κάποιες θετικές πλευρές και ενασχολήσεις, αλλά συχνά γίνεται τοξική («Ο ήχος της σιωπής»).
Εντούτοις, η υμνητική αναφορά στη φύση δεν χρειάζεται υποχρεωτικά την αντανάκλαση των διαδρομών της σκέψης. Μπορεί να είναι εικόνες γεμάτες ομορφιά και συναίσθημα. Εξαιρετικές περιγραφές μεγάλης καθαρότητας, που πραγματικά μεταφέρουν στον αναγνώστη ηρεμία και αίσθηση ευφορίας. Για παράδειγμα, τα ποιήματα «Ήχοι θερινοί» και «Ευφορία». Λυρική ποίηση, με την ομορφιά και τη γαλήνη των συναισθημάτων.
Μπορούμε να πούμε ότι στη συλλογή της Τζίμα διακρίνουμε μικρές ενότητες: διαδρομές στη φύση, θάλασσα και βουνό, Καύσωνας-Ψύχος, Ταξίδια, ματιές σε σύγχρονα γεγονότα. Οι μικρές ενότητες δεν είναι με αυστηρότητα χωρισμένες, απλώς τις διακρίνει ο αναγνώστης, και κάποιες φορές ποιήματα της ίδιας ενότητας βρίσκονται το ένα μετά το άλλο. Η φύση στις όμορφες στιγμές της αλλά και στις ακραίες δυσκολίες της να επηρεάζει τη σκέψη του ποιητικού υποκειμένου και τη ζωή όλων των ανθρώπων.
Ο στοχασμός αγγίζει, φυσικά, και την τραγικότητα του ιού και της πανδημίας. Χωρίς να είναι βασικός στόχος της συλλογής, περιγράφονται σε τρία ποιήματα τραγικές πτυχές των επιπτώσεων από μια άγνωστη ασθένεια. Με απόλυτη αυτοσυγκράτηση και εκφραστική ισορροπία, το ποιητικό υποκείμενο μιλά για τους φόβους, τον πανικό, τον θάνατο. Και ακόμη περισσότερο, με αισιοδοξία προσδοκάται «η ανακωχή του ιού», πάλι με τη θετική σκέψη που δημιουργεί η ομορφιά της φύσης («Συλλέκτης θαυμάτων»).
Σκέφτομαι ότι τα ποιήματα της Περσεφόνης Τζίμα είναι ένα ποιητικό ημερολόγιο. Ημερολόγιο από εκείνα που γράφονται, για να διαβαστούν και από άλλους. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο αγγίζει εμπειρίες, εντυπώσεις, τοπία, συμβάντα, και τα ντύνει με τον προσωπικό της στοχασμό, περνώντας τα από το φίλτρο μιας ιδιαίτερης ματιάς.
Και αίφνης, παρεισφρέουν τα ποιήματα που θα ονόμαζα μεταφορικά. Που περισσότερο από όλα τα άλλα υποστηρίζουν τους σεφερικούς στίχους που ανέφερα στην αρχή. Στα ποιήματα αυτά η έκφραση κινείται σε μεταφορικό-αλληγορικό επίπεδο, σαν μια αναλογία κάποτε. Και ο αναγνώστης θα πρέπει να κοιτάξει πίσω από τις αναφορές, να ξεφλουδίσει την αλληγορία, αν θέλει να «δει» τη δεύτερη πραγματικότητα μετά την πρώτη ανάγνωση. Αναφέρω τα ποιήματα «Αδύναμες Ερινύες», «Κυνήγι θησαυρού», «Ανώδυνα σαν τιμωρία», «Από έρωτα».
Εξερεύνησες την έκταση/ της ύπαρξής μου/ με λεπτομερή περιπλάνηση/ κι ασκήσεις φαντασίας/ κι ακόμα οργώνεις στα γήινα στρώματά μου («Κυνήγι θησαυρού», σ. 50).
Στάθηκα αρκετά στα μεταφορικά ποιήματα της Περσεφόνης Τζίμα, τα πιο κρυπτικά της συλλογής, γιατί θεωρώ πως έχουν βάθος και τεχνική, και εκφράζουν πολύ εντονότερα συναισθήματα από ό,τι μπορεί να εισπράξει ο αναγνώστης με πρώτη ανάγνωση.
Αν στα ποιήματα που προαναφέρθηκαν τα συναισθήματα του ποιητικού υποκειμένου για κάποια απώλεια, για βιωμένες στιγμές ευτυχίας που απομακρύνθηκαν, για συμβάντα που άφησαν πληγές δίνονται με πλάγιο τρόπο, υπάρχουν και τα πιο ξεκάθαρα ερωτικά ποιήματα, που συνδέονται με τα προηγούμενα. Το ποιητικό υποκείμενο ευθέως στοχάζεται για τον χρόνο που πέρασε, για τα χρόνια που αλλάζουν τους κοντινούς ανθρώπους και τους καθιστούν, μέσα από την απομάκρυνση, άλλους, ξένους. Με πολλή προσοχή επιλεγμένες οι λέξεις, ώστε να δώσουν, χωρίς περιττή αισθηματολογία, χωρίς κραυγές εντυπωσιασμού, το βάθος των συναισθημάτων, τον πόνο, την έλλειψη, την απουσία, αλλά και τον στοχασμό πάνω στα ανθρώπινα και στην πραγματικότητα της ζωής.
Θεωρώ εντέλει ότι ένας βασικός άξονας στην ποίηση της Τζίμα είναι ο έρωτας. Η απομάκρυνση, η απουσία, η νοσταλγία. Η παραμυθία της φύσης αποτελεί στήριγμα, ώστε τελικά τα ποιήματα να αποπνέουν αισιοδοξία. Και ο στοχασμός συμπληρώνει την ατμόσφαιρα, με την αύρα της ενσυναίσθησης και της ενδοσκόπησης.
Η γλώσσα που χρησιμοποιεί η Τζίμα είναι από επιλογή λιτή και απλή, αποτελεσματική χωρίς εκζήτηση. Καταφέρνει να αποδώσει όλο το εύρος του λυρισμού, από τη γαλήνη, την ισορροπία, την ανάταση, ως τον προβληματισμό, τη μελαγχολία, την ελεγεία. Πάντα με στοχασμό και διάθεση φιλοσοφική, συχνά επικούρεια θα έλεγα.
Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ στην επιμελημένη έκδοση και στο πολύ όμορφο εξώφυλλο. Ο πίνακας του Rene Magritte ο χαμένος καβαλάρης (the lost jockey) καλύπτει το εξώφυλλο, απόλυτα ταιριαστό το χρώμα και η αισθητική με το περιεχόμενο του βιβλίου. Η όλη εικόνα παραπέμπει όντως σε ανέγγιχτα μονοπάτια που μπορεί να σε παρασύρουν στο βάθος τους.
Το ποιητικό υποκείμενο ακουμπά στη φύση και νιώθει ψυχική ευφορία, ενώ ταυτόχρονα βρίσκει αφορμή για στοχασμό για τα ανθρώπινα αλλά και σαρκασμό για πολλά που συμβαίνουν. Και για αυτοσαρκασμό ακόμη. Με λόγο ωστόσο που δεν είναι αιχμηρός, είναι γεμάτος έγνοια και κατανόηση.
Μια συλλογή, που αφήνει το αποτύπωμά της στην ψυχή του αναγνώστη, αφετηρία για τη δική του περιπλάνηση στα ανέγγιχτα μονοπάτια της σκέψης και των συναισθημάτων.
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΪΤΑΤΖΗ-ΧΟΥΛΙΟΥΜΗ
Fractal 21/09/2022
Εσωτερικά τοπία και συγκρούσεις
«Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί, / νάτος, ξανά με τραντάζει, / γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο.»[1]
Σαπφώ, (LP, απ. 130), Αν Κάρσον, Έρως ο γλυκόπικρος
Η Περσεφόνη Τζίμα στην τελευταία ποιητική συλλογή της με τίτλο «Από ανέγγιχτα μονοπάτια», εκδόσεις Το Κεντρί, 2022, καταβυθίζει το βλέμμα σε εσωτερικά τοπία αναπολήσεων κι ερωτημάτων, συγκινήσεων, εσωτερικών συγκρούσεων και γενικά ενδοσκόπησης, αλλά και θεάσεων και στοχασμών για τα ανθρώπινα, για τις διαπροσωπικές ερωτικές αναζητήσεις και ματαιώσεις, για το δύσκολο παιχνίδι της αγάπης δηλαδή, για τον κόσμο και για το φυσικό και κοινωνικό τοπίο που μας περιβάλλει.
Το εξώφυλλο του καλαίσθητου βιβλίου με τα 48 ποιήματα κοσμεί ο εμβληματικός πίνακας «The Lost Jockey» του Rene Magritte, του σουρεαλιστή εικαστικού με την άκρως ποιητική ματιά. Στον πίνακα εντυπωσιάζει η έντονη αντίθεση μεταξύ της ακινησίας του τοπίου και της ορμής με την οποία τρέχει ο ιππέας καβάλα στο άλογο, ανατέμνοντας οριζοντίως το γυμνό από φύλλωμα δάσος, όπου δεν διαφαίνεται κάποιο μονοπάτι ή κάποιο πέρασμα. Σαν να έχει χαθεί, αναζητώντας κάποια διέξοδο, κάποιο νέο πέρασμα. Θα μπορούσαμε επίσης να υποθέσουμε, πως έτσι χαμένος αναζητά διαφυγή προσεγγίζοντας ανέγγιχτα μονοπάτια ή ότι έρχεται από ανέγγιχτα μονοπάτια ή και τα δυο. Σε κάθε περίπτωση βρίσκεται σε συνομιλία με τον τίτλο του βιβλίου προϊδεάζοντας τις υπαρξιακές αναζητήσεις της ποιήτριας.
Απάντηση στο ερώτημα δίνει το κομβικό ποίημα ποιητικής «Έκπτωση στοργής», απ’ όπου και ο τίτλος της συλλογής, όπου το ποιητικό υποκείμενο αρχίζει με τον στίχο «Γίναμε άλλοι» για να δηλώσει, ότι μεταφερθήκαμε στο ισόγειο της ματαίωσης, ότι εκπίπτουμε για την αγορά ευτυχίας κι όπου αγγίζει ευαίσθητα θέματα αναζητώντας την αγάπη. «Πού εδρεύει η γλύκα της αγάπης;» ρωτά το ποιητικό υποκείμενο, για να διαπιστώσει στη συνέχεια, πως αντ’ αυτής, «Μόνο το ποίημα / έρχεται μονάχο του / σαν απρόσκλητη έμπνευση / που φανερώνεται / από ανέγγιχτα μονοπάτια. / Αυτή δεν αγοράζεται, / όπως τα κειμήλια.» (σ. 12).
Θα μπορούσαμε δηλαδή να υποθέσουμε πως ο ορμητικός αναβάτης συμβολίζει το ποίημα του έρωτα που έρχεται σαν την έμπνευση από ανέγγιχτα μονοπάτια, στο στατικό μέχρι τότε και δίχως φύλλωμα δάσος της ψυχές του ατόμου. Ενώ ο αντιθετικός σύνδεσμος “μόνο” δηλώνει την μη έλευση της προσδοκώμενης αγάπης που έπεται του έρωτα, αυτής της πανανθρώπινης ανάγκης για εγγύτητα και είσπραξη νοήματος μέσω του άλλου και βίωση συναισθημάτων πλήρωσης και γαλήνης.
Η ποιήτρια γράφει τις περισσότερες φορές στο δεύτερο ενικό πρόσωπο, και είναι σαν να συνομιλεί με τον άλλον ή με τον ίδιο τον εαυτό της σαν να ήταν άλλος. Μερικές φορές ωστόσο χρησιμοποιεί και τον πρώτο ενικό ή πληθυντικό.
Το ύφος της χαρακτηρίζεται από αυτοαναφορικότητα, από ενδοσκόπηση, από κοινωνική ευαισθησία, από ειρωνεία και υποδόριο σαρκασμό, από στοχασμό και οικείωση με τη μητέρα φύση. Ο λόγος διαυγής με λέξεις διαλεγμένες και συνταιριασμένες που δομούν στίχους μεστούς σε ουσιαστικά ερωτήματα και στοχαστικές αναζητήσεις, ενώ κάποιες φορές γίνεται καυστικός για να στηλιτεύσει σκοτεινά σημεία του κοινωνικού γίγνεσθαι ή διαπροσωπικών σχέσεων. Όπως πχ το ποίημα «Φόντο σκοτεινό», όπου παρομοιάζοντας τα φιλικά αγκάθια με γκιλοτίνα πάνω από τα κεφάλια μας στηλιτεύει τις βολές και τα βέλη που δεχόμαστε από φίλους. «Όχι άλλα αγκάθια φιλικά. / καλύτερα με λύκους να μιλάμε.», δηλώνει το πληγωμένο από φίλους ποιητικό υποκείμενο. Ιδιαίτερα εντυπωσιακό στη γραφή της Τζίμα είναι η πλούσια εικονοπλασία, που μαζί με τις παρομοιώσεις και τις μεταφορές, διεγείρουν την φαντασία του αναγνώστη προσφέροντας αναγνωστική ευχαρίστηση και αναστοχαστικά ερεθίσματα.
Κεντρικός άξονας της ποιητικής συλλογής είναι ο έρωτας με τον οποίον αρχίζει και τελειώνει. Ο έρωτας ο γλυκόπικρος, κατά την Σαπφώ που πρώτη τον αποκάλεσε έτσι, όπως διατείνεται Αν Κάρσον: Νάτος πάλι ο έρωτας που λιώνει το κορμί, / νάτος, ξανά με τραντάζει, / γλυκόπικρο ερπετό, ακατανίκητο.
Σαπφώ, (LP, απ. 130), Αν Κάρσον, Έρως ο γλυκόπικρος
Ο έρωτας λοιπόν, η λίμπιντο, το ερωτικό ένστικτο κατά την ψυχαναλυτή θεώρηση, που συμβολίζει τη ζωή, με αντίποδα το ένστικτο επιθετικότητας, που συμβολίζει τον θάνατο. Στο ποίημα «Πωλητής λουλουδιών» σκιαγραφείται η αγωνία του νέου για το αν το ερωτικό αντικείμενο ανταποκρίνεται στα συναισθήματά του: «μάδησα πια / Εξομολογήθηκε με συντριβή / μέσα στο ψύχος» (σ. 25).
Θα μπορούσαμε να πούμε πως στην ποίηση της Τζίμα αναμοχλεύεται κυρίως το δεύτερο συνθετικό, αυτό της πίκρας, των ματαιώσεων, της απάρνησης, όπως στο «Κατεδαφίσεις και αναστηλώσεις», (σ. 9), όπου στο ερωτικό τρίγωνο, η σύζυγος σε ήδιστη σκλαβιά διασώζεται, καθώς κρίνεται διατηρητέο μνημείο, ενώ η φίλη της καρδιάς σε ήδιστη αιχμαλωσία έχει κριθεί κατεδαφιστέα. Το «Ανθυγιεινό» (σ. 13), μιλά για τον έρωτα της απώλειας, αυτόν της αγιάτρευτης νοσταλγίας, ενώ το «Συντάξιμα ερωτικά» (σ. 14), αναφέρεται στην περατότητα του έρωτα, όπου παρομοιάζεται με συντάξιμο χρόνο που αδυνατεί να φτάσει στην τριακονταετία. Στο ποίημα «Αδύναμες Ερινύες» (σ. 15), έχουμε την αποτίμηση του βιωμένου ατελέσφορου έρωτα, όπου το ποιητικό υποκείμενο δηλώνει με παρρησία: «…όσα έπραξα / δικαίως τα έπραξα / με κώδικες / ζουμερής αξίας.»
Η έμπνευση της ποιήτριας δονείται επίσης από το “γλυκύ” του έρωτα, όπως εκφράζεται στο ποίημα «Ευφορία» με την έλευση νέων φτερωτών σκιρτημάτων που «ανθοβολούν θαλερά παυσίλυπα / στην άφατη ανάταση // σαν ανάδυση Αφροδίτης / από νήνεμη θάλασσα / με λευκούς αφρούς / λευκός καπνός ερωτικός / αναθρώσκων / από ευωχία αρμονίας.» (σ. 16).
Ενώ στο τελευταίο ποίημα υποκλίνεται στον μέγα πορθητή και νοηματοδότη της ζωής μας και τον απενοχοποιεί για τις πίκρες που μας φέρνει παρομοιάζοντάς τον με την θάλασσα:
«Η πιο πλατιά αγκαλιά
Το γλυκότερο χάδι μάνας
εξ ουρανού
Το απαλότερο κρεβάτι
στα λικνίσματά μου
Το πιο σταθερό έδαφος
είσαι Εσύ θάλασσά μου.
Κι αν με πνίξεις στους βυθούς σου
δεν θα ‘ναι δική σου προδοσία
μα λαχτάρα δική μου
να σε κατακτήσω ολόκληρη.»
«Από έρωτα» (σ. 52)
Η ποιήτρια μιλά για την αγάπη και σε άλλα ποιήματα πέρα από το προαναφερώμενο, «Έκπτωση στοργής». Από την αρχή ακόμη της συλλογής, στο ποίημα «Η ασπίδα της αγάπης» (σ. 10), αφιερωμένο στην ποιήτρια και φίλη Κούλα Αδαλόγλου, η αγάπη θωρακίζει απέναντι σε δαίμονες και άπληστα πυρά, ενώ λίγο πριν το τέλος της συλλογής στο «Κάλεσμα σε διάσωση» (σ. 45), μας παροτρύνει να αναζητήσουμε το αηδόνι και το αγιόκλημα για να γίνουμε δότες αγάπης, έτσι ώστε να μη βραδύνουμε τη διάσωση.
Άλλες θεματικές αφορούν στην έκφραση των συγκινήσεων και θεάσεων στην επαφή της ποιήτριας με τη φύση ή σε θέματα κοινωνικής ευαισθησίας και κοινωνικού προβληματισμού όπως το «Ολικό ψύχος» πχ, όπου συνομιλεί με τον Ναζίμ Χικμέτ, για να εκφράσει τη βαθιά έγνοια της για τους ξεριζωμένους πρόσφυγες, παραφράζοντας στίχους του από το εμβληματικό ποίημα του «Στηθάγχη»[2]. Γράφει:
«Μες στο ψύχος και οι άλλοι
που ήρθαν από μακριά, όπου
τη μισή καρδιά τους την άφησαν εκεί.
Με την άλλη μισή
αγόγγυστα δουλεύουν
σαν δουλοπάροικοι.
Γύρω από μια φωτιά άπλωσαν ομαδικά
τα ξυλιασμένα χέρια
να τα ζεστάνουν
μαζί και τη μισή καρδιά τους
κι αν είναι μπορετό
και τις μισοσβησμένες
ελπίδες τους.»
«Ολικό ψύχος» (σ. 26),
Η φύση είναι παρούσα σχεδόν σε όλη την ποιητική συλλογή. Η ποιήτρια την αφουγκράζεται, τη νιώθει και αντλεί από αυτή δύναμη και έμπνευση, καθώς την αξιοποιεί σε παρομοιώσεις και μεταφορές για να εκφράσει τοπία εσωτερικού χώρου και ενδοψυχικού προβληματισμού, η απλά να εκφράσει την συγκίνηση που τις προσφέρει η επαφή μαζί της. Στο ποίημα «Πατρίδα», η ζέστη ανεβαίνει από την ευλογημένη γη στα πόδια «μια ζεστή ενέργεια που διατρέχει / ανοδικά το κορμί μου», όπως γράφει, ενώ δηλώνει ερωτευμένη με τον τόπο της και ορίζει ως πατρίδα της το χώμα που πατάει: «Αυτό κυρίως το έδαφος / η φιλόξενη γη / που με μύριους περιπάτους / την έχω ερωτευτεί στον αγαπημένο μου τόπο / είναι η στέρεη πατρίδα μου» (σ. 23). Άλλοτε πάλι περιγράφει ονειρικά τοπία από ταξιδιωτικές εντυπώσεις της στην Αγία Πετρούπολη ή τη Μόσχα. Ζωγραφίζει με απαράμιλλο τρόπο λεκτικές εικόνες με φυσικά τοπία της πανίδας και της χλωρίδας του περιβάλλοντος όπως το ακόλουθο ποίημα με τίτλο «Ήχοι Θερινοί»:
«Τα τζιτζίκια σε συναυλία βομβητών
που αναπηδά απ’ τα απέναντι πεύκα
κρυμμένα φλύαρα πιο κει στα βράχια,
στις λεύκες, στις ελιές, στα πεύκα
τρελά πανηγυρίζουν.
Ανοιχτά παράθυρα στο κάμα
χαρούμενη αναγγελία καλοκαιριού.
Ονειρεύεσαι ξύπνιος εκείνες
τις παύσεις του μεσημεριού
τ’ ακούς μόνο ηδονικά να τραγουδούν
και λησμονάς στην αποχαύνωση
κάθε ψύχος σκοτεινό
που τριβελίζει σαν ήχος τζιτζικιών
και σκιάζει τις λαμπρές μέρες.»
«Ήχοι Θερινοί» (σ. 18)
Σε αντίστιξη του σκοτεινού αναζητά την ελπίδα και τη χαρά στο πρόσωπο του μικρού Μανωλάκη, μεταμφιεσμένο σε βατραχάκι που συμβολίζει την ελπιδοφόρα Άνοιξη στο ποίημα «Απόκρια», όπου «ο Μανωλάκης πολύχρωμη αθώα ψυχή / όλος λουσμένος χαρά, ένα μικρό μπουμπούκι / ελπιδοφόρας Άνοιξης» (σ. 27)
Εν κατακλείδι η Περσεφόνη Τζίμα, στο ποιητικό βιβλίο της «Από ανέγγιχτα μονοπάτια», αφουγκράζεται το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον με κοινωνική ευαισθησία κι ανησυχία, ενώ παράλληλα σκάπτει ένδον αναζητώντας και αποτιμώντας την αλήθεια της, με έναν αυτοαναφορικό λόγο και με φωνή που μας αγγίζει βαθιά, καθώς μιλά για θέματα που μας αφορούν όλους.
Η καλή ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα, σ’ αυτή τη συλλογή της, αναζητά κυρίως την ουσία και το νόημα του πράγματος στην ανθρώπινη μοίρα μας, δηλώνει αμετανόητη και αθώα και υποκλίνεται στο έρωτα, το Α και το Ω της ανθρώπινης ύπαρξης και υπόστασής μας.
.
ΓΑΛΑΖΙΟ ΜΕΛΑΝΟ
ΚΥΡΙΑΚΗ-ΚΟΥΛΑ ΑΔΑΛΟΓΛΟΥ
Fractal 24/1/ 2018
Η κοφτερή λύπη και το ποθητό πράσινο
Το κινούμενο ερωτηματικό βγήκε/ όπως πάντα για καφέ στη Ζώγια./ Δύσκολο να απαρνηθεί τις καθημερινές/ συνήθειες αφού ως γνωστόν το αφιόνισμα/ είναι γενικώς καθησυχαστικό. («Σμίκρυνση και μεγέθυνση», σ. 9)
Το ποιητικό υποκείμενο προσπαθεί να χωρέσει τις ελπίδες στην κούπα με τον αχνιστό καφέ. Και η διάψευση να έρχεται γρήγορα, αφού, με δεύτερη ματιά, βλέπει γύρω της την πραγματικότητα που την πληγώνει, αλλά και μέσα της τις προοπτικές που δεν απαίτησαν την εκπλήρωσή τους
Στη συλλογή Παλινδρομήσεις (1996) το ποιητικό υποκείμενο οσμίζεται την αμφιβολία στον έρωτα και στη διάρκεια των σχέσεων, και την προϊούσα φθορά στην πολιτική-κοινωνική κατάσταση. Στην πρόσφατη συλλογή Γαλάζιο μελανό οι αμφιβολίες βαθμηδόν μετατρέπονται σε βεβαιότητες και το ποιητικό υποκείμενο «μιλά» για τις βιωμένες ματαιώσεις και απώλειες, προσπαθεί να διαμορφώσει τη νέα οπτική και τη συνακόλουθη ποιητική έκφραση.
Η Περσεφόνη Τζίμα κοιτάζει βαθιά μέσα της, αλλά ρίχνει και ένα οξύ κριτικό βλέμμα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Yπάρχουν δύο ενότητες: «Συνθέσεις π.Χ.» και «Συνθέσεις μ.Χ.». Η διάκριση αυτή σηματοδοτεί οπωσδήποτε μια χρονική διαφοροποίηση, το παλαιότερο και το νεότερο ή το πριν και το μετά από κάποιο γεγονός. Θα προσπαθήσουμε να διακρίνουμε αν υπάρχουν νοηματικές διαφορές ανάμεσα στα ποιήματα που εντάσσονται στην κάθε ενότητα. Στην πρώτη ενότητα διακρίνεται η υποψία, η αμφιβολία, η ταλάντευση του ποιητικού υποκειμένου για τη σταθερότητα και τη δύναμη των διαπροσωπικών σχέσεων. Για τον έρωτα, κυρίως, για τις συνθήκες που διαβρώνουν μια σχέση, που την υπονομεύουν, τη φθείρουν.
Τώρα ξεχειμωνιάζει η θλίψη/ στον πληγωμένο ρευστό εαυτό/ υποκύπτοντας στα οικεία/ με άμεσο στόχο/ την αλίευση πιστών. («Πτώση σε σημείο μηδέν», σ. 25)
Και
Θα αυτοκτονούσαν από θλίψη/ γιατί δεν έχουν αυτό που έχουμε/ έλεγες περήφανα./ Κι όταν εγώ δεν σ’ έχω,/ ν’ αυτοκτονήσω δυο φορές/ ή αιθεροβάμων/ να αναπαυθώ/ στις δάφνες; («Άτιτλο ΙΙ», σ. 16)
Μολονότι η φθορά και η απώλεια μιας προσωπικής σχέσης είναι κεντρικό σημείο στην ποιητική συλλογή, εντυπωσιάζει η προσεκτική, συγκρατημένη, μεταφορική συχνά, έκφραση των συναισθημάτων. Η οδύνη γίνεται η μελαγχολία που διαποτίζει όλη τη συλλογή, καθώς το ποιητικό υποκείμενο αναζητά στηρίγματα, για να συνεχίσει τη ζωή του. Έτσι, ταυτόχρονα γεννιέται και η αφορμή για στοχασμό αλλά και για σαρκασμό.
Στο κοινωνικό σκέλος ανιχνεύεται κατ’ αρχάς περισσότερη αισιοδοξία. Σταδιακά, οι βεβαιότητες κλονίζονται όλο και περισσότερο, ο σκεπτικισμός μεγαλώνει. Η ειρωνεία και ο αυτο-σαρκασμός εντείνονται. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα τελευταία ποιήματα της πρώτης ενότητας έχει τον τίτλο «Πτώση σε σημείο μηδέν»:
Η λευκότητα της κάμαρας/ βάλθηκε να καταπραΰνει την κοφτερή λύπη της./ Την απόθεσε προσεκτικά στον καναπέ/ μην τύχει και διαλυθεί/ περήφανη που έπαιξε εν ου παικτοίς. (σ. 25)
Η δεύτερη ενότητα αρχίζει με το ποίημα «Γαλάζιο μελανό». Όπου η θεραπευτική επενέργεια του γαλάζιου προσπαθεί να ισορροπήσει τη θλίψη, την απογοήτευση, την αγωνία, το τραύμα. Είναι εκείνες οι στιγμές που το άτομο ζητά παραμυθία από τη φύση, βλέπει, αφήνεται και στοχάζεται:
Το άπειρο θαλασσινό γαλάζιο/ λουτρό και ίαμα ψυχής.[…]
Η παλιά πληγή μετουσιώθηκε αξιοθαύμαστα σε μία αξιοπρεπή ουλή.
Όμως
Οι μελανές προθέσεις/ των δυνατών/ ρίχνουν σε φουρτούνες/ το ταλαίπωρο σκαρί της πολιτείας.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν το λευκό γαλάζιο θα γίνει πέταγμα γλάρου ή θα καταποντιστεί/ στο σκούρο κυανό/ του απροσμέτρητου βυθού. («Γαλάζιο μελανό», σ. 28-29)
Το προσωπικό με το κοινωνικό, σε ένα απαιτητικό, ισορροπημένο συνταίριασμα. Σε κοντινή συσχέτιση θα πρότεινα να διαβαστεί και το επόμενο ποίημα της συλλογής «Το ποθητό πράσινο». Και πάλι η φύση και το «ποθητό πράσινο» και η επιζητούμενη ψυχική χαλάρωση: ο σοφός χρωστήρας της φύσης/ φιλοτεχνεί την ανάπαυλα/ του καταπονημένου εντός μου.
Εδώ περισσότερες εικόνες της φύσης, ζωντανές και εναργείς, και το ποιητικό υποκείμενο στοχάζεται για την πορεία του ανθρώπου στη ζωή, χρησιμοποιώντας λόγο μεταφορικό: Φορώντας το χρώμα/ του χειμωνιάτικου καφέ/ δεν τολμούν να ονειρευτούν/ την Άνοιξη. (σ. 30, 31)
Το ποίημα «Ευτυχής απάτη» μπορεί να θεωρηθεί κομβικό της συλλογής. Με το πρόσχημα της συνομιλίας με την Ευτυχία, την προσωποποίησή της, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει την ευκαιρία να μιλήσει για πολλά από όσα το απασχολούν: για όνειρα, διαψεύσεις, προσωπικές και γενικότερες, για τη γλυκιά απατηλότητα, για την παγωνιά της επίγνωσης.
Η γνώση μας που χτίστηκε / με βασανισμένη πείρα/ και απώλειες σε αύξοντα ρυθμό/ σε έδιωξαν για πάντα κι ανεπιστρεπτί. (σ. 59)
Το ατομικό με το γενικό δένονται σφιχτά. Και ακολουθεί και άλλος απολογισμός. Είναι σκληρή η επίγνωση για το ποιητικό υποκείμενο πως η ανιδιοτέλεια και η προσφορά συχνότατα δεν γίνονται αποδεκτές, ούτε καν κατανοητές, οι αποδέκτες δεν ήταν έτοιμοι ή μάλλον ήταν αλλού στραμμένοι κι αλλιώς έπαιζαν το παιχνίδι της ζωής:
Κι έτσι το χάσμα βαθαίνει σθεναρά/ χωρίς καμιά ελπίδα άμεσης γεφύρωσης/ μια που οι γέφυρες απαιτούν πολύ κόπο/ κι επιστήμη να χτιστούν. (σ. 61)
Οι αναφορές στον αρχαίο κόσμο από την ποιήτρια γίνονται υπαινικτικά. Δεν αφηγείται δηλαδή ιστορίες από τη μυθολογία ή την ιστορία, με τον δικό της τρόπο, αλλά χρησιμοποιεί πρόσωπα και καταστάσεις ως σύμβολα, ως αναλογικές συγκρίσεις για σύγχρονα βιώματα της ψυχής, της καθημερινότητας, της πολιτικής και κοινωνικής ζωής. Η Κίρκη, ο Πλάτωνας με το σπήλαιο, την Ακαδημία και τη Στοά, ο Προμηθέας, ο Σίσυφος, η Ύβρις και η Νέμεση, ο Αχέροντας, ο Νάρκισσος, ο Έρωτας, η Πηνελόπη, ο Οδυσσέας και οι μνηστήρες γίνονται κέντρα τέτοιων μεταφορών και αναλογιών.
Σαν άλλος Προμηθέας κι εσύ/ καρτερικά άντεξε την αετό γλώσσα/ / εσύ, ένα τοσοδά συννεφάκι/ άτρωτο στην άυλη ανυπαρξία του. («Η απομυθοποίηση», σ. 14)
Ο αυτό-σαρκασμός, η κριτική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου προς τον περίγυρο, αλλά κυρίως προς τον εαυτό του. Δεν ρίχνει αποκλειστικά τις ευθύνες στους άλλους, μετρά τις δικές του αντοχές και ψηλαφεί τη στάση του. Στοχασμός, στοχαστική ποίηση.
Θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στο τελευταίο ποίημα της συλλογής στη «Δωδεκάχρονη Οδύσσεια». Είναι η μοναδική ίσως φορά που γίνεται κοντινότερη αναφορά στον μύθο. Το ποιητικό υποκείμενο, μιλά σε γ΄ ενικό πρόσωπο για τον Οδυσσέα, αλλά απευθύνεται σε β΄ ενικό στην Πηνελόπη, σε έναν διαλογικό μονόλογο, αφού η απάντηση δεν υπάρχει. Ή, σαν καλυμμένα να μιλά το ποιητικό υποκείμενο στον εαυτό του. Σαρκαστικά ανατρεπτικό το τελευταίο τετράστιχο, αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποίησης της Τζίμα, ένα κατάλληλο κλείσιμο-επίγνωση μιας συλλογής.
Ίσως ο μνηστήρας Αντίνοος ακόμα κι ο Ευρύμαχος/ σου πρέπουν πιο πολύ, Πηνελόπη,/ μιας και ο ήρωάς σου και να επιστρέψει/ ένας ξένος θα σου είναι. (σ. 74)
Τα στοιχεία που επισημάνθηκαν (συνοψίζω: ο προσωπικός τόνος, το δέσιμο του ατομικού με το γενικό, οι κοινωνικές και πολιτικές αναφορές σε σχέση με το ποιητικό υποκείμενο, ο στοχασμός, το χιούμορ-σαρκασμός) συνιστούν τον προσωπικό λυρισμό της Φόνης Τζίμα. Σε συνδυασμό μάλιστα με τις αναφορές στον αρχαίο κόσμο, θέλω να επισημάνω ότι φέρνουν έντονα στο μυαλό την αρχαία λυρική ποίηση. Στο ύφος του λυρισμού λοιπόν, σε μια παράδοση που ξεκινά αιώνες πριν.
Σχετικά με τη δομή των ποιημάτων, να σημειώσω ότι πολύ συχνά τα ποιήματα, ή ένα μέρος τους, μπορεί να βασίζονται σε φαινομενικά ρητορικά ερωτήματα. Τα οποία πιθανότατα αναιρούνται από μια αναπάντεχη απάντηση. Θέση και άρση.
Γιατί η νωπή απουσία να με κρατάει/ και τα αλαλάζοντα κύμβαλα να είναι ευτυχή;/ Γιατί τη νύχτα κατακλύζουν το στερέωμα/ επίμονα αστέρια κι ούτε ένα πεφταστέρι; […] Γιατί τόση σιωπή να συγκρατεί τη λάβα του μυαλού σου;/ Γιατί κυλάς το βράχο του Σίσυφου. («Άτιτλο Ι», σ. 15)
Ή μπορεί να έχουν την οργάνωση ενός μικρού συλλογισμού, με υπερκείμενες και συμπέρασμα.
Αν εγχειρίσω την καρδιά μου/ θα σε βρω εκεί/ σαν βασικό κύτταρο/ σαν βαλβίδα ασφαλείας./ Αν σε βγάλω από εκεί τι θα απομείνει./ Οι λεπτές εγχειρίσεις τραυματίζουν επικίνδυνα/ ας τις αποφύγουμε λοιπόν. («Άτιτλο ΙΙ», σ. 16)
Αυτή η προσεχτική οργάνωση που περιγράφουμε συμπληρώνεται από τη λιτότητα της γλώσσας. Το ποιητικό υποκείμενο κοιτάζει το γεγονός σαν από απόσταση, κι αυτό δίνει ένα ιδιαίτερο χρώμα στην ποίηση της Περσεφόνης Τζίμα.
Κάποτε, ενώ το υποκείμενο αναμένεται να είναι έμψυχο, εμφανίζεται ένα άψυχο στη θέση του. Η σύνταξη αυτή δίνει δύναμη στο κείμενο αλλά και την απόσταση από τα τεκταινόμενα, τη συναισθηματική αποστασιοποίηση.
Όπως πρόσταζε το αναμενόμενο/ τα ηχητικά κείμενα τα πήρε ο άνεμος/ κι ανάγκασε τα καλώδια να σιγήσουν. («Παραλλαγή ασυμβατότητας ΙΙ – Αλλότριες φωνές δε σμίγουν», σ. 65)
Ενδεχομένως να μπορεί να θεωρηθεί επίδραση της Δημουλά – η Τζίμα έχει ασχοληθεί με την ποίησή της – αφομοιωμένη επίδραση βέβαια. Εντούτοις, με δεδομένο ότι η Τζίμα κάνει την επιλογή αυτή νωρίς στην ποίησή της (στη συλλογή Παλινδρομήσεις, 1996), μπορεί να υποστηριχτεί πως είναι γνώρισμα της δικής της ποιητικής ιδιολέκτου.
Επανήλθε το οικείο στοιχείο/ στην κανονική του θέση. («Οικοδόμηση επί ματαίω», σ. 51, Παλινδρομήσεις)
Η ποιητική έκφραση κινείται σε ένα ευρύ φάσμα της γλώσσας, σε διάφορα επίπεδα λόγου: καθημερινό, πιο επίσημο, λόγιο. Χωρίς ακρότητες. Ακόμη και για να εκφραστούν τα πιο προσωπικά συναισθήματα. Σε τόνο ελεγειακό, εντυπωσιακή η συγκρατημένη έκφραση, ο ελεγχόμενος πόνος, οι μεταφορές και οι εικόνες, για να αποδοθεί το συναίσθημα.
Αλλότριες φωνές δε σμίγουν τεχνητά/ μα ακολουθούν βίους παράλληλους/ όπως οι παράλληλες γραμμές που/ ποτέ δε συναντιούνται στον ίδιο τόπο/ αφού παρεμβάλλονται παράσιτα/ και μίλια αποξένωσης. («Παραλλαγή ασυμβατότητας ΙΙ – Αλλότριες φωνές δε σμίγουν», σ. 65)
Εντυπωσιακά δουλεμένη ποιητική γραφή, που δεν καταφεύγει σε μελοδραματισμούς, που, ενώ ελέγχει το συναίσθημα, αγγίζει τον αναγνώστη με τον στοχασμό και το χιούμορ, και τον οδηγεί στη συναίσθηση.
Θα τη βρω την ποιήτρια Περσεφόνη Τζίμα ή τα ποιητικά υποκείμενα-περσόνες της εκεί, στη Σβώλου με Πατριάρχου Ιωακείμ ή Βενιζέλου και Μητροπόλεως γωνία, και πάνω από μια κούπα αχνιστό καφέ θα στοχαστούμε για τις σμικρύνσεις και τις μεγεθύνσεις του χρόνου, θα σχολιάσουμε τις Πηνελόπες μας κι εκείνο το τοσοδά συννεφάκι, το άτρωτο στην άυλη ανυπαρξία του. Και, ίσως, αυτή τη φορά να χωρέσουν οι νέες προοπτικές μας μέσα στην κούπα αυτή.
.




