ΛΙΑ ΣΙΩΜΟΥ

 

Η Λία Σιώμου ( Λία Αντωνοπούλου ) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το Χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα ήλθε στο Michigan State University (MSU) για μεταπτυχιακές σπουδές, Μαster of Science στην Βιοχημεία.

Εργάσθηκε ως ερευνήτρια στο MSU και στο Northwestern University. Επίσης ως επιστήμων στο U.S Department of Energy στο Argonne National Laboratory.

Εχει δημοσιεύσει επτά ποιητικές συλλογές, Ερωδιού η Κατοικία και Αλκυονίδες (Εκδόσεις Δωδώνη 2001), και Μαγιοστέφανο, Σπονδή Ονείρου, Εν γη Ερήμω, Attica και Εις Μνήμην Ουτοπίας (Εκδόσεις Γαβριηλίδης , 2003, 2006, 2007, 2014).

Τον Φεβρουάριο του 2022 εκδώθηκε από τον οίκο Ελευθερουδάκη το συνολικό της έργο

῾Της Ζωής και της Αγάπης῾, Ποίηση 1995-2011, με εξαιρετικά reviews από σημαίνοντα πρόσωπα στην Ελληνική λογοτεχνία ( Ανθούλα Δανιήλ. Τάσο Γαλάτη, Θανάση Νιάρχο..)

Ποιήματα της έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Δρ. Αθανάσιο Ζέρβα, καθηγητή και κοσμήτορα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και έχουν παρουσιασθεί σε κονσέρτα στην Αμερική και Ελλάδα.

Πρόσφατα ( 2022), ο Δρ. Ζέρβας εξέδωσε CD με δέκα τραγούδια πάνω σε ποιήματα της Λίας Σιώμου. σε συνεργασία με την πολύ γνωστή μέσο σοπράνο Αγγελική Καθαρίου, τον σπουδαίο Ρώσσο πιανίστα Ιγκόρ Πέτριν, , και άλλους καθηγητές του Παν/μίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη.

To Hellenic Heartbeat Media (TVRadioWeb) έχει παρουσιάσει στην Τηλεόραση συνδιαλέξεις με τη Λία Σιώμου σχετικές με την ποίησή της. Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά και σε ανθολογίες.

.

.

ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ (2022)

ΣΠΟΝΔΗ ΟΝΕΙΡΟΥ

Στη σπονδή του ονείρου
τις μέρες μου χάρισα.
Και σε λύχνου νυχτέρι
Στου απείρου τους δρόμους
αστέρια και ήλιους
με οδύνη χάραξα.
Στης σελήνης τ’ ασήμι
τις σκιές μου σεργιάνισα.
Και μια λίγη χαρά μου
σε ουτοπίας λιβάδι έταξα.

Μη μου πάρει το κύμα
την πνοή τη στερνή
κάπως έτσι φαντάστηκα
δίχως κάποιο κοχύλι

δίχως κάποια ιαχή
στη στεριά των σειρήνων
την πλώρη να φέρω.

Στου ανέμου το διάβα
τα φτερά μου άνοιξα.
Και εκεί έστω λίγο
του ιβίσκου το χρώμα
και μυρσίνης το μύρο
στον αγέρα χάρισα.
Κάπως έτσι να πάει
σ’ άλλα μέρη τη χάρη
κάπου πέρα το δώρο μου.

Και στους κάμπους της γης
του πολέμου το χάος
την καρδιά μου πάγωσε.
Μήτε στάλα αυγή
στων νεκρών τη σιγή.
Ούτε ένα αστέρι
σε θριάμβων ερέβη
στην καρδιά μου βρήκα.

Των καιρών η σοφία
τον νου μου εζάλισε.
Και στον ίσκιο μιας λεύκας
σαν τα φύλλα θροΐζουν
τα συμβάντα του κόσμου
κάπως λίγο λησμόνησα.
Συντροφιά μου να θέλω
μια απλή αγνωσία.
Κάτι τέτοιο κατέληξα.

Δε θα δώσω ούτε λίγη
σημασία στο τίποτα
στη ζωή μου έταξα.
Και θε να βρω χαρά
στο απλό το τριφύλλι
σε πελάγου πνοή.
Κάπως έτσι το είπα.

ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΝΥΜΦΙΟΥ

Κρίνα κι αγγελικές στα μονοπάτια του ναίσκου
Εκεί, ανάλαφρη θωριά διάβηκες σαν αυγή
Κι έμοιαζε όνειρο η στιγμή με τ´ άσπρο φόρεμά σου
Λεμονανθοί κι υάκινθοι στολίζαν το κορμί

Σκιές οι μνήμες σεργιανούν στου δειλινού την ώρα
Με άνοιξης τις ευωδιές σμίγουνε στη σιγή
Και μαργαρίτες κάτασπρες και μύρο από μια βιόλα
Θυμίζουνε την όμορφη του γάμου τελετή

Ω, στα γλυκά τα μάτια σου οι θύμησες τρυγίσαν
Το μέλι το γλυκύτατο, νέκταρ για τη ζωή
Την όμορφή σου την μορφή μοίρες μη και φθονήσαν
Και έδεσαν τα στέφανα μ᾽ αγκάθινο κλαδί;

Κρίνο και η καρδούλα σου και στ᾽ όνειρο εδόθη
Κι ας μάδησαν οι άνεμοι την άδολη χαρά
Μ᾽ αγράμπελη λες έσμιξαν της νιότης σου οι πόθοι
Με δάκρυαπου κύλισαν μα φέραν λευτεριά

Στο εικονοστάσι τώρα προσφορά στεφάνια, ξεχασμένοι όρκοι
Τα χρόνια κύλισαν συρμό πίκρας και ερημιάς
Κισσός στις πέτρες του ναού και στη φτωχή την κόχη
Και παπαρούνες πορφυρές εχρίσαν την καρδιά.

ΛΑΜΠΥΡΙΣΜΑΤΑ

Είδα το κύμα του γιαλού και σε θυμήθηκα
Λεύκας το θρόισμα και γύρισες στο νου
Πως και μια τόση ευτυχία την αρνήθηκα
Παράθυρο που έκλεισε στη ζέστη τ ουρανού

Και με τ᾽ ανέμου τα φτερά ήλθα σ᾽ αγκἀλιασα
Μια μεταμέλεια σ᾽ ερημική πικρή σιγή
Ω, να μπορούσα πάλι λίγο να᾽γερνα
Σ᾽ ονείρου κεφαλόσκαλο και ουτοπίας χλιδή

Σκιές απ ᾽όνειρα και λες και με τυλίξανε
Ιτιάς θαρρείς κλωνάρια θλιβερά, αποπνικτικά
Χρόνια οι ελπίδες σβήσανε ειρηνικά και σμίξανε
Λίμνης ανταύγειες από κάστρα μυθικά

Και παραμύθι, ουτοπίες, άστρα, κρίνανθα
Πλέξαν πολύχρωμο στεφάνι της ζωής
Πνοές καλοκαιριού πια το μαράνανε
Μα μένει πάντα μες᾽ στο νου
Στεφάνι ενός γλυκού Μαγιού

THE PIER

Ω, με το κύμα έλα μου
Βάρκα των λογισμών μου
Εκεί να δέσεις τα όνειρα
Στου μόλου την τριχιά
Μη και τ´ αγέρι του νοτιά
μου πάρει τον καλό μου
μη και χαθεί η χαρά μου
σε ξένη ακρολιμνιά

Μια πεταλούδα κι έγειρε
στου νούφαρου το μίσχο
Κι ο γλάρος που ταξίδεψε
στην άκρη τ´ουρανού
λες κι έσυρε τη σκέψη σου
στον ελαφρύ του ίσκιο
κάτι λογάκια σου γλυκά
στα τρίσβαθα του νου

Φύλλων σκιές, νανούρισμα
τ´ ανάριο θρόισμά του
Κι η βάρκα να λικνίζεται
στα ήρεμα νερά
Παρέα με το άκληρο
το μάταιο πέρασμά σου
Ἰσκιοι και σούρουπα μαβιά
η μόνη συντροφιά

Και με τα νούφαρα τα ροζ
που κρύβουν τη θολούρα
Γκρίζου νερού λιμνάζοντος
στην όχθη τη ρηχή
Εκεί η αγάπη μου η παλιά
της λίμνης σημαδούρα
Τα ξωτικά και τα στοιχειά
θα ζει να καρτερεί

ΑΔΕΙΕΣ ΦΩΛΙΕΣ

Να᾽τανε Θε μου ν᾽ άνθιζε
Στη γη μου ένα άνθος
Με πέταλα, δροσοσταλιές
Και χρώμα ροδαλό
Ένα μικρό και ταπεινό
Κάτι σαν ασφοδίλι
Να το κοιτώ και να θωρώ
Όσα στη γη αγαπώ

Να ᾽τανε στον κατάξερο
Της ερημιάς μου κάμπο
Οι παπαρούνες ν᾽άνθιζαν
Με στάχυα αγκαλιά
Και μαργαρίτες κάτασπρες
Με κίτρινο τον κόρφο
Να τις ρωτώ αν μ᾽αγαπά
Η έγνοια μου η παλιά

Να ᾽τανε στο παράθυρο
Του φτωχικού σπιτιού μου
Μια μαντζουράνα να ᾽δινε
Στον κόσμο ευωδιά
Και κόκκινα γαρίφαλα
Βλέμματα του καλού μου
Να στόλιζαν την έρημη
Την άδεια μου φωλιά

ΣΤΟ ΕΠΑΝΙΔΕΙΝ

Ω! ναι, θα ξανάρθεις
Απ᾽ την θάλασσα πέρα
Σελήνης ασήμι
Πνοή απ᾽αγέρα
Φωτιά απ᾽ την άμμο
Που ήπιε τον ήλιο
Ανέμου δροσούλα
Απ᾽ ορέων σκιά

Ω! ναι, θα ξανάρθεις
Φωνή του πελάγου
Γραμμή επουράνια
Σαν πέταμα γλάρου
Ανέμων φιλιά
Σε βράχου σχισμή
Του ήλιου σφραγίδα
Στην όμορφη γη

Ω!, ναι θα ξανάρθεις
Αετός στην φωλιά του
Και γεύση απ ᾽ ελπίδα
Θεός στα όνειρά του
Ω ναι, σαν το στάχυ
Ειρήνη του κάμπου
Ναι σαν το γιούλι
Γαλήνη του νου

ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ ΕΡΩΣ

Ήλθες κι απόψε στα όνειρα μου
σαν φωταυγή απ᾽ αστροφώς
Να μου θυμίσεις περασμένα
Μη κι᾽απαλύνει ο καημός

Είχες χαθεί απ᾽ την ματιά μου
ανήκες σ’᾽ άλλους ουρανούς
Σαν τον κομήτη στην καρδιά μου
απ᾽ άγνωστους μεσημβρινούς

Κι ᾽έφερες γλύκα στη υφή μου
και μια γαλήνη στην ψυχή
Λες και σε τύλιξα μες στην ζωή μου
σ’ αγάπης μνήμη μες στην σιωπή

Είχες χαθεί απ᾽ την θωριά μου
δρόμοι που σμίγουνε σε ουρανό
Δεν είσαι δίπλα μου σιμά μου
μα πως σε νιώθω, σε ποθώ

Και με τυλίγεις λες σ’ αστέρια
και με ποτίζεις ουρανό
Κι αν κάποια δάκρυα κυλάνε
Πως σ’ αγαπώ, πως σ’ αγαπώ

Δεν σ’ ένιωσα ποτέ σιμά μου
μα ζεις για πάντα στην σιγή
Σαν χόβολη για τα όνειρα μου
σαν χάραμα κι ανατολή

Μη με ξεχάσεις και μη φύγεις
για σένα σεργιανώ την γη
Μες στης ζωής μου τα αγέρια
εις η πυξίδα κι η πνοή

Μ᾽ αγάπησες, μα δεν μου το πες
Δρόμοι που σμίγουνε σε ουρανό
Θέλω να γείρω να πλαγιάσω
τα όνειρα μου στον γιαλό

ΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Φέρε μου μ’ έναν άνεμο
τις θύμησες του νου σου
και με την αύρα της αυγής
φέρε μου τα τραγούδια
Κείνα τα χρόνια πέρασαν
τα χρόνια μας τα λίγα.

Φέρε τις θύμησες σ’ εμέ
μ’ αγγέλων τα χερουβικά
και με ανέμων τα φτερά
φέρε μου τα τραγούδια!
Κείνα τα χρόνια πέρασαν
Τα χρόνια μας τα λίγα.

Φέρε μου με τ’ απόβραδο
τα μυστικά της μνήμης
σκέψεις παλιές φύλλων σκιές
αγκάλιασμα ειρήνης.
Σαν φάντασμα μες στη σκιά
και σαν του νου μπαλάντα,
τραγούδα μου τον έρωτα
που ζει σ’ εμάς για πάντα.

ΙΡΙΔΙΣΜΟΙ

Κοίταξε κάπως τριγύρω και είδε πικρή
τη θέα του γήρατος να τον περιτυλίγει
Ίριδες θολές φεγγίζουν τα αδρανή
τα ρυτιδωμένα πρόσωπα.
και το δέρμα τελείως αφυδατωμένο
σαν μάσκα νεκρική, αποκριάτικη.
Κάπως οικτρό το θέαμα
τα οστά ήδη τεταπεινωμένα
πεπαλαιωμένα, κινούνται μετά δυσκολίας.
Ρομπότ με χαλασμένο τον μηχανισμό τους.

Και το μέλλον πώς να το περιγράψει κανείς;
Του Εωσφόρου αγκάλιασμα;
Και ο στέφανος της ζωής
που απομένει εξ ακανθών
Ούτε κλωνάρια δάφνης πια
μηδέ όνειρα ή προσδοκίες.

Ο δε σταυρός του Γολγοθά
ξύλο δικό του εστί εις το παρόν κρεμάμενον
Τα δε δάκρυα των επιζώντων
σωστά το προβλέπει
κατακλυσμοί της μοίρας θα τα σβήσουν
Όλοι θα τον ξεχάσουν.
Κανείς δεν θα κλαίει πια
για τους Εσταυρωμένους.

Η δε γη θα καρπίσει και πάλι
οπώρας δροσεράς, ωρίμους εν χρόνω
και τη γεύσει γλυκείς.

ΑΧΕΡΟΥΣΙΑ

Περίμενε του είπε καθώς εκείνος έφευγε
μ’ ανείπωτες πάντα τις σκέψεις, μυστικές
Μα εκείνος μάκραινε, χανότανε
στης νύχτας το σκοτάδι σιωπηλός
πικρά, ανείπωτα τα μυστικά του.

Περίμενε και πάλι ψέλλισε
και την αλήθεια θα ’θελα να μάθω
Κοίτα η λίμνη μας, το πέρασμα στην άλλη όχθη
είναι πικρό και γυρισμό δεν έχει
Μη βιάζεσαι, πες μου τα λόγια τα γνωστά
αυτά που χρόνια μου ψιθύριζες
στην ίδια, τη γνωστή σε μας ακρολιμνιά.

Κρύα τα ήρεμα νερά, πόσο μακριά σε παίρνουν
Και χάνεσαι! Αμίλητος, σιωπηλός για πάντα.

Θυμήσου ένα απόβραδο στη βάρκα μας
Λίκνιζες με το κύμα τους καημούς σου
Ανάλαφρη η δροσιά στους ώμους μας
Κανείς δεν ήξερε πού πάμε
Το βλέμμα σου που κάτι πάντα έκρυβε
Στοχαστικά το κύμα ακολουθούσε.
Κι ήταν ομίχλη, άφαντος ο ορίζοντας

μες στις σκιές χαμένος.

Περίμενε λες ψέλλιζε το είναι μου
Όλα τα χρόνια σε άχαρο βυθό πνιγμένα
Πριν φύγεις μίλα μου τον πόνο σου
Αβύσσου της ζωής σου τα συντρίμμια.

Ας περιμένει κι ο βαρκάρης στη σιωπή του
Τους χωρισμούς που είδε, και πόσους δεν είδε
Δεν τους πόνεσε. Ακίνητος και απαθής
Πάει, γυρνά απ’ όχθη σ’ όχθη
Ψυχρή κι η υγρασία του νερού τον σκέβρωσε
τα δάκρυα των θνητών τον πότισαν αφιόνι.

Αστροφεγγιά ο ουρανός και τη σελήνη κάλυψε
κιτρινισμένη λήθη
Ανέμου αργοσάλεμα τραβά μόνο την πλώρη
Τον άνεμο δεν τον ακούς πώς σέρνεται;
φύλλα πώς γυροφέρνει στη νυχτιά;
Σιμά σου κι όλο τριγυρνά, λόγια μη και σου πάρει.

Λες και πονά κι αυτός για με
ψάχνει, γυρίζει, δέρνεται
του νου σου λες και τριγυρνά
τα μονοπάτια τα θλιμμένα
τις σκέψεις σου μη βρει εκεί
στα μνήματα της λήθης που φωλιάσαν.

Μίλα στον άνεμο αν θες. Ξέρεις γιατί…
Θα ’ρθει μετά, αύρες θα δέσει, ψίθυρους
δίπλα σε με θα γείρει. Θα μου τα συζητήσει.

ΑΝΕΙΠΩΤΗ, ΑΣΗΚΩΤΗ ΠΙΚΡΙΑ

Ρινίδες φεγγαριού στον ίσκιο σου
Κι εσύ διαβαίνεις μακριά και φεύγεις μόνος
Μόνος το βάρος μιας ζωής πώς το σηκώνεις;
Μόνος, αμίλητος, πικρός, κι εγώ δεν ξέρω
πού να στηριχθώ, δεν με κρατά η βαρύτης.

Το κοιμητήρι πέρα στην ακρολιμνιά
τώρα θαρρείς και φάνηκε.
Ψυχρές, αμίλητες κι οι γκρίζες πέτρες.
Με δέντρων τα θροΐσματα αγκαλιάστηκαν
Φεγγαρακτίνες στη νυχτιά τις έντυσαν ασήμι.

Και άφατη και νεκρική σιγή στις πέτρες,
στην καρδιά μου.
Κρυφός, απόκοσμος και χάνεσαι
στης χειμωνιάς το ξεροβόρι αφανισμένος.
Αμίλητος, το βήμα σιωπηλό
ήχος ανάλαφρος μες στις σκιές των δρόμων εκεί που μόνη
καρτερούσα για να ’ρθείς
τα μυστικά σου στην καρδιά μου ν’ αποθέσεις.

Μα στης ταφόπετρας τον ίσκιο έσμιξες μ’ ακτίνες
φεγγαριού της λήθης.

ΜΗ ΡΩΤΗΣΕΙΣ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Με αγέρι νοτιά
Με μια θλίψη έσμιξα
Κι από κάποια σχισμή
Ονείρου ανταύγεια
Θαρρείς πως είδα

Και στο όνειρο διάβηκα
Και στο όνειρο έσβησα
Μη ρωτήσεις τον άνεμο
Για τ᾽ αχνάρια που πήρα

Μη και έμειν᾽ ανάμνηση
Από όλο το διάβα μου;
Μη και στέφανα δάφνης
Θριάμβων πορεία;

Κάπως έτσι η ανάσα μου
Έσμιξε κι έσβησε
Μ´ ένα κάποιο χαμόγελο
Σε θυσίας θητεία

Και μ᾽ ανέμου φιλιά
Σε μια λήθη έγειρα
Σ᾽ ουτοπίας ορόσημο
Φαντασίας ελπίδα.
Μη ρωτήσεις τον άνεμο
Για τ᾽ αχνἀρια που πήρα

Βοριά οι ριπίδες
Σε κύμα αλμύρας
Και εκεί τη χαρά μου
Στο αγέρι έταξα
Κοχύλια της άμμου
Πελάγου αστερίες
Η ζωή μας είπα

Νησιά με την θύελλα
Την άγρια την θάλασσα
Κι εκεί ναυαγός
Μιας μέθης και βρήκα
Ειρήνη στην άμπωτη
Στο όνειρο άφεση
Γραφίδες της πάλης
Μια λίγη ευτυχία

Μη ρωτάς πια τον άνεμο
Για τ᾽ αχνάρια που πήρα

ΠΑΛΙΟΖΩΗ

Παλιοζωή, σαν το στεφάνι
του Μαγιού θα μαραθείς;
στον λίβα θε να σβήσεις
κάποιου θέρους;

Τα πέταλά σου, όλα,
σκόρπια μύρα της μικρής αυλής
ανάσα θε να γίνουνε
στης γης τους πέντε ανέμους;

ΘΕ ΝΑ ΄ΡΘΩ ΝΑ ΣΕ ΒΡΩ

Θε να ‘ρθω να σε βρω εκεί,
στα κύματα σιμά
να σεργιανίσω τα όνειρά μας
με τους γλάρους
στη χρυσωπή της θάλασσας
την αμμουδιά
να αφεθώ γυρεύοντας
σινιάλα από τους φάρους.

Μη και μ’ αγγίξει
το όνειρο της γης ξανά
μη και τραγούδια
του γλυκού Μαγιού
κάνουν για με
του έρωτα καρτέρι
μη και οι θύμησες
που σβήσανε παλιά
μη και γυρίσουνε
να τυλιχθούν
με της ακτής
το δροσερό τ’ αγέρι.

Μια ουτοπία
η αγάπη στην καρδιά
μας κέρασε χαρά
κι έμειν’ η πίκρα
Σαν τη γλυκιά
της χαραυγής την πινελιά
που έσβησε
σαν δειλινό τη νύχτα.

INCOGNITO

Incognito διαβήκαμε
σ’ αυτόν το βίο.
Μασκαρεμένοι εμείς,
μύωπες και οι γύρω
κανείς δεν μας κατάλαβε
κι είναι στερνό το αντίο.

PERSONA

Η δυστυχία είναι χυτήρι, σε λιώνει όπως η φωτιά το μέταλλο.
Και επιπλέει η ματαιότης. Και την αφαιρείς με μια φαρδειά κουτάλα,
όπως στα χαλυβουργεία αφαιρούν τον αφρό απ’ το λιωμένο μολύβι.
Και μένει καθαρή ατόφια η persona σου. Προς χαράν και αγαλλίασιν!

.

 

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΘΟΥΛΑ ΔΑΝΙΗΛ

ΠΕΡΙ ΟΥ 19/3/2022

Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011,

Ω, κόρη με τον άνεμο
που σεργιανάς μπαλάντες
στα περιγιάλια του νοτιά
στα μύρα της βροχής
σύρε χορό τις θύμησες
και μέθα με τις χάρες
στο μάγεμα της μουσικής
η ανάσα της ψυχής

Έτσι σαν του αρχαίους ποιητές επικαλείται τη Μούσα η Ποιήτρια, παίρνει τα σύνεργα και τα φτερά της και γράφει. Είναι η Λία Σιώμου∙ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, έγινε χημικός και μετά συνέχισε στην Αμερική σπουδές ανώτατες κι άλλες κι άλλες. Εργάστηκε σε πολλά πανεπιστήμια. Τι θα σπούδαζε αν ξαναγεννιόταν; Φιλολογία! Γιατί; Γιατί αγαπάει την Αττική, την Ελλάδα όλη, αλλά την Αττική πιο πολύ για τον ήλιο, τη θάλασσα και το φως. Για την τέχνη και τον πολιτισμό που η αττική γη γέννησε. Για τα μυριστικά της χόρτα, τις ρήγανες και τα θυμάρια που σου θυμίζουν πως η αγάπη για τη ζωή και την τέχνη γεννήθηκε εδώ.
Με τη σκέψη αυτή, με τις λύπες και τις χαρές που της έτυχαν, η Σιώμου έγραψε και εξακολουθεί να γράφει. Επτά ποιητικές συλλογές της δείχνουν την αδιάσπαστη συνέχεια της παραγωγής της, αποτέλεσμα της βαθιάς αγάπης της για ποιητική έκφραση. Επιφανείς του χώρου έχουν εκφραστεί θετικά, επαινετικά, ενθουσιαστικά για την ποίησή της, η οποία ξεχειλίζει από συναισθήματα. Επαίνους εκφράζουν ο Αθανάσιος Ζέρβας, ο Θανάσης Νιάρχος, ο Γιώργος Βέης, ο Σαράντος Καργάκος, ο Κυριάκος Ντελόπουλος.
Η Σιώμου είναι μία λυρική ποιήτρια, η οποία δεν στέκεται στις ταμπέλες και δεν παρακολουθεί τα ποιητικά ρεύματα πώς πάνε κι έρχονται, τα κινήματα πως έρχονται και παρέρχονται και εκείνα που παρέρχονται πάλι επανέρχονται. Ερήμην όλων και όποιων ανανεώσεων η Σιώμου γράφει με την καρδιά της, στον ρυθμό που εκείνη της υπαγορεύει∙ γράφει έτσι όπως νιώθει. Είναι πηγαία ποιήτρια και πριν από την όποια τεχνική –απέκτησε ή όχι- έχει ποιητική διάθεση. Έχει διαβάσει ποιητές και έχει συγκινηθεί.

Όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης Να ’χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία όσο να ’χεις παθιαστεί, σκιρτήσει γι’ αυτά που, έτσι κι αλλιώς, οδηγούν στην ποίηση∙ και η Σιώμου ζει για να μεταγράφει σε ποίηση όλα εκείνα για τα οποία σκιρτά και παθιάζεται.
Ο ογκώδης τόμος περιλαμβάνει τις ενότητες: Σπονδή Ονείρου, Εν Γη Ερήμω, Μαγιοστέφανο, Attica, Εις Μνήμην Ουτοπίας, Ερωδιού η Κατοικία, Αλκυονίδες. Κάθε μία από αυτές τις ενότητες ή, καλύτερα, παλαιότερες συλλογές, που σ’ αυτόν τον τόμο επανέρχονται, χωρίζεται σε άλλες μικρότερες, τακτοποιημένες καλλιγραφημένες, συναισθηματικά φορτισμένες.
Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια μας ενημερώνει για τις ενέργειες που έκανε και τι μέλλει να κάνει. Το χρέος της στην αγάπη∙ αυτό θα κάνει. Με μία ελυτική επίδραση – «με του λύχνου νυχτέρι» κατά το «με το λύχνο του άστρου τους ουρανούς επήρα» προβαίνει στις προγραμματικές της δηλώσεις:
«Δε θα δώσω ούτε λίγη/ σημασία στο τίποτα/ στη ζωή μου έταξα/ Και θε να βρω χαρά στο απλό το τριφύλλι/ σε πελάγου πνοή» Κάπως έτσι και η αρχή έγινε.
Η μακρά ονειροδρόμος εξομολόγηση θα τελειώσει με θλίψη. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και η ποιήτρια εκεί θα νιώσει την πρώτη της πληγή:
Κυλάνε τα χρόνια κι η ζήση μας χάνεται
και μόνο στη σκέψη το όραμα ζει.
Τραγούδι του γκιώνη το κλάμα στο λιόγερμα
και μητ’ ένα αηδόνι για μας τραγουδεί.

Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το ποίημα «Φεγγαρόσκονη» με τη νοσταλγική περιπλάνηση σ’ έναν κόσμο που δεν ανταποκρίθηκε. Δεν απέχει πολύ από την Σαπφώ που και εκείνη ξαγρυπνά μόνη, κοιτώντας τον ουρανό και το φεγγάρι:

Δε με σεργιάνισες απόψε στο φεγγάρι.
Κι ήταν ολόγιομο κι είχε μια τόση χάρη.
Δε μου τραγούδησες απόψε την μπαλάντα.
κι ήταν η νύχτα μαγική, ήταν γεμάτη άστρα.

Η Σιώμου ενώ πατάει γερά στη γη, πετάει στους ουρανούς κι από εκεί ψηλά επισκοπεί τα ανθρώπινα. Η ποίησή της είναι γεμάτη από χριστιανική αγάπη, αλλά και θλίψη, έστω και αν μεταπλάθει δημιουργικά τον θρησκευτικό μύθο, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Του παραλυτικού», «Πού έδυ σου το κάλλος;» και σε άλλα. Θα ήθελε αλλά δεν μπορεί να διορθώσει τα λάθη. Να τα επισημάνει μόνο μπορεί
Η Σιώμου εναλλάσσει ποιήματα με πεζά, αλλάζοντας ρυθμούς αφήγησης, ρυθμούς αναπνοής, για να δώσει στο επιφώνημα της ψυχής το ανάπτυγμα το ικανό να αποδώσει κάθε απόχρωση συναισθηματική, κάθε πικρή σκέψη και γεύση, όπου πάσα φενάκη απέπτη, όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος:

Περί ποιήσεως, λοιπόν

Ρούχα πλυμένα απλωμένα στο σχοινί
να στεγνώσουν στον άνεμο, στη ζέστη του ήλιου.
Και τ’ άπλυτά μου ποιήματα
εκδοθέντα στη γνώση του αδιάφορου κόσμου.
Για να τα σχολιάσουν γνωστοί και άγνωστοι.
……………………………..
Για να μαδήσουν φτερό φτερό τις επωμίδες αίγλης
από τους δήθεν αδύναμους ώμους μου.

Είναι φανερή η πικρία για κείνο που με τόσο κόπο γέννησες και τόση ευκολία οι άλλοι διαβάζουν ή δεν διαβάζουν ή λένε πως διαβάζουν.

Άλλοτε είναι αναλυτική, δίνει χώρο στις σκέψεις να αναπτυχθούν, άλλοτε γίνεται συνοπτική, επιγραμματική, η ορθολογιστική σκέψη κερδίζει μέσα από την υπόθεση όπως στη στερεομετρία, έστω σημείο χι στο κενό π.χ. ή με τα λόγια της ποιήτριας:
Εξ ορισμού η ουτοπία δεν έχει τόπο να σταθεί.
Απλώς, οι άνθρωποι στηρίζονται πάνω της.

Γιατί, όπως και να το κάνουμε είναι καλύτερα να ζούμε με την αυταπάτη πως υπάρχει κάτι που δεν υπάρχει, παρά με τη σιγουριά της ανυπαρξίας.
Από στερεομετρία ξέρει καλά ο ποιητής: Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της. και η Σιώμου φαίνεται πως καλά τον έχει καθίσει βαθιά στην καρδιά της. ποιον Όλους:
και ιδού άλλο παράδειγμα
Μια πεταλούδα έγειρε /στου νούφαρου το μίσκο
κι ο γλάρος που ταξίδεψε/ στην άκρη τ’ ουρανού
λες κι έσυρε τη σκέψη σου/ στον ελαφρύ του ίσκιο
κάτι λογάκια σου γλυκά / στα τρίσβαθα του νου

Και ποιος δεν ένιωσε εδώ, σ’ αυτούς τους στίχους, το σκούντημα του Διονυσίου Σολωμού;
και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια,
που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο…

Κορφολογώντας από τον μέγα θησαυρό, το όνειρο που γράφει ύμνους, το άπειρο και την υπόστασή του, και από εκεί, από το άπειρο, πάλι στο εδώ της Αττικής και της γειτονιάς, στην «Πέλοπος 21», με τα χορτάρια τα απλά «τα μέρη τα παλιά τα χιλιοπατημένα», τα θυμάρια, τις παπαρούνες, τα στάχυα των αγρών, «το κουλούρι το σουσαμωτό φρέσκο απ’ το φούρνο και ζεστό». Η Σιώμου σε όλα τα ποιήματα της υμνεί τη ζωή και τα αγαθά της, τα απλά και καθημερινά και σ’ αυτό μας θυμίζει τον Γιάννη Ρίτσο στην Ποίηση του οποίου και τα πιο ασήμαντα πράγματα εξαγιάζονται. Είναι οι φορείς μιας παράδοσης και αυτήν την παράδοση η ποιήτρια την συνεχίζει.
Τα ποιήματα έχουν τοπόσημο συχνά αμερικανικό: Long Island, York River,Chesapeake, Singer Island, Palme Beach Florida και ημερομηνία σύνθεσης. Με άλλα λόγια γράφει ποίημα, του δίνει όνομα, τόπο και τον χρόνο, κάνει αυτό που συμβουλεύει ο Γιώργος Σεφέρης:
Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο τη μέρα τ᾿ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.
Πού; Στην αγκαλιά της θάλασσας της πανδέγμονος, όπως λέει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτής που δέχεται τα πάντα. «Μποτίλια στο πέλαγο» θεωρεί ο Σεφέρης το ποίημα, αυτό που η Σιώμου αναλύει: στους φίλους που το δίνεις με αφιέρωση κι αυτοί δεν το διαβάζουν. Εκείνη όμως δεν το βάζει κάτω:
Τράβα κι εσύ καρδιά κουπί/ στου ονείρου τη χρυσοπηγή./ τράβα κουπί στο ποθητό/ της μοίρας σου ήτανε γραφτό.
Η Λία Σιώμου σπούδασε μια ορθολογιστική επιστήμη, μας το είπε στο αφτί του βιβλίου της. Μέσα της είχε ένα ηφαίστειο που κόχλαζε και εκτίναξε τη λάβα σε ποιήματα.
Όπως είπα και στην αρχή, δεν ακολουθεί θεωρίες και σχολές. Ακολουθεί την καρδιά της, φέρνοντας τη λυρική ποίηση στη πρώτη αρχή της, στα πράγματα που αγγίζει και νιώθει και στα συναισθήματα της που είναι ποταμός ορμητικός.
Το βιβλίο της, τόμος συγκεντρωτικός, υποθέτω, κοσμείται από πολύ ωραίες εικόνες. Ακόμα και η γραμματοσειρά είναι και αυτή «λυρική», οπτική έκφραση της ψυχής της. Δεν θα σταματήσει να δημιουργεί. Γεννήθηκε για αυτό. Την συγχαίρω από καρδιάς και τελειώνω με το παρακάτω τετράστιχο, που ταιριάζει της Αθήνας αλλά και κάθε τόπου:

Πες το τραγούδι που μια κιθάρα
γλυκοτραγούδαγε τις βραδιές
μη και σιγάσει του νου η αντάρα
μη και στερέψουνε πια οι πηγές

Προβλέπω πως οι πηγές δεν θα στερέψουν και θα έχουμε κι άλλους εύχυμους καρπούς.

.

.

ΜΕΛΟΠΟΙΗΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ

 

ΜΕΤΑ ΔΙΑΚΟΣΙΑ ΧΡΟΝΙΑ

 

ΜΙΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

 

ΝΑ ‘ΝΑΙ ΔΙΚΑ ΜΟΥ

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.