ΙΩΑΝΝΑ ΚΑΡΑΜΑΛΗ

Η Ιωάννα Καραμαλή γεννήθηκε στην Πάτρα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε Ιταλική γλώσσα και φιλολογία, καθώς και Ισπανική γλώσσα και φιλολογία στο ΕΚΠΑ. Είναι τελειόφοιτος στο ΠΜΣ «Ρητορική, Επιστήμες του Ανθρώπου και Εκπαίδευση». Είναι μεταφράστρια με γλώσσες εργασίας τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα γαλλικά. Κυκλοφορούν ήδη μεταφράσεις της από τις εκδόσεις Βακχικόν (Ρήγμα, Αμόκ, Βιλγέβο και Μετέωρες χώρες).

Ποιήματα της έχουν τιμηθεί με βραβεία (Γ’ Βραβείο Ποίησης, Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού, Η’ Πανελλήνιος Λογοτεχνικός Διαγωνισμός, 28/11/2019 για το ποίημα «Μετέωρος δραπέτης») ενώ το διήγημα της «Εξέγερση» συμπεριλήφθηκε στη συλλογή διηγημάτων Αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την επανάστασιν, Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα 2019. Το ποίημα της «Άμαθο πέταγμα» συμπεριλήφθηκε στην Eιδική Aνθολογία για τον Γιάννη Ρίτσο, του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου (ΣΠΕΚ) σε συνεργασία με τις εκδόσεις Αρχύτας. Tο ποίημα της «Ζάκυνθος» τιμήθηκε με Έπαινο αξίας, το 2022 από τη Ζακυνθινή Εστία Πολιτισμού και συμπεριλήφθηκε στο βιβλίο Foscolo, ο φιλόπατρις από τις εκδόσεις Κάκτος. Ποιήματα και μεταφράσεις της έχουν δημοσιευθεί σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.

Είναι πολύγλωσση, διδάσκει την ιταλική γλώσσα και απολαμβάνει τη δίνη της ζωής. Τον Μάιο του 2022 κυκλοφόρησε η πρώτη της ποιητικής συλλογή Χαρακιές σε άσπρους τοίχους από τις εκδόσεις Βακχικόν και τον Σεπτέμβριο του 2023 ακολούθησε η ποιητική της συλλογή Θα γεννηθώ χρώματα από τις εκδόσεις Μετρονόμος.

.

.

ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΩ ΧΡΩΜΑΤΑ (2023)

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ
ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Φεύγοντας άφησες ίχνη
φύλλα φθινοπωρινά
που ξεψυχούσαν αθόρυβα
πίσω από τα βήματά σου
θάνατοι ανεπαίσθητοι
σαν απαλά φιλιά
στο χώμα που τους γέννησε.

Φεύγοντας δεν μπόρεσα
να σε ακολουθήσω
τρόμαξα μήπως και ράγιζα
τα μόνα που άφησες πίσω
κι έμεινα εκεί για πάντα
το φθινόπωρο ν’ αναστήσω.

ΑΔΙΑΦΟΡΕΣ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Ανώφελα πετούν
μα δεν το ξέρουν
δεν θα τα δεις
είναι μονάχα μαύρα σύμβολα
χαράζουν τον μουντό ουρανό
χωρίς εσένα
και εκείνα τα άλλα
που μάταια δέρνονται στα βράχια
’χασαν το όνομά τους
αφού ποτέ δεν θα το πεις ξανά.

Αδιάφορες σταγόνες μ’ ακουμπούν
ούτε ιδρώτας ούτε δάκρυα
άχρωμη δειλή βροχή
προσπαθεί να ακολουθήσει
τα ίχνη των δαχτύλων σου
σε πορείες που έσβησαν
προτού να γεννηθούν
σε ανάσες που ντύθηκαν
αναστεναγμοί
σε σιωπές που δεν τόλμησαν
να γίνουν λέξεις
σε ένα φθινόπωρο
που ζήλεψε κάποιον χειμώνα
σε μια στιγμή που κατάφερε
και νίκησε τα χρόνια.

ΘΛΙΜΜΕΝΕΣ ΜΥΡΟΦΟΡΕΣ

Σιωπής αναβρασμός
σκέψεις λευκές
θλιμμένες μυροφόρες
με υποψίες στιγμών
σε ροδοστόλιστα πανέρια.

Ψύχρα φωλιάζει
στη διάτρητή μου ελπίδα
κι είναι θρόισμα πικρό
του έρωτα ο αντίλαλος
σε μουδιασμένο ουρανό.

Ματαιόπονος φυγάς
ο πόθος
στις όψεις της σελήνης
καρτερώντας της λήθης
την ανατολή στα χείλη.

ΚΟΡΜΙ ΑΦΟΡΕΤΟ

Κι έμπαινε ένα φως ισχνό
από το σκοροφαγωμένο στάρι
χτυπούσε τα πόδια μου
σήμαντρο άλλης εποχής
μα τ’ αγνοούσα

Δεν με ένοιαζε πια το φως
μήτε ο χρόνος
αφού μες στο δωμάτιο
μόνο το σώμα άφηνα.

ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΗ ΣΤΟ ΧΡΩΜΑ
ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ ΛΕΥΚΗ

Κι η μούσα μου
μονότονη, εμμονική
τις ίδιες αλυσίδες
σέρνει ατέρμονα
τόσο που ο ήχος
της φαντάζει μουσική.

Αυγή με αυγή
διασχίζει όλο το δάσος
αλυσίδες τα χέρια
κισσοί τα μαλλιά
κι εκείνη αέρινη στην ουτοπία
επιμένει μονότονα να τραγουδά
μη κερδηθεί απ’ τη λήθη.

Κάθε μέρα και πιο αργά
με αγκάθια στα μαλλιά
κι αλυσίδες πιο πολλές
παραμιλά σαν προσευχή
λέξεις σκόρπιες και κραυγές
για αδύναμες στιγμές
κάποιου Καιάδα.

Η μούσα μου, λευκή
ανάμνηση θολή
του κάποτε
σώπασε.

Ήρθε η ώρα
να αναζητήσει τη φωνή
σε άλλου κόσμου
την αυλή.

AΣΠΡΕΣ ΜΙΚΡΕΣ ΖΩΕΣ

Άχρωμος πλανιέσαι
με ένα βλέμμα δίψας
κουνώντας εκστατικά τα χέρια
στο μαύρο και στο γκρίζο

άσπρες μικρές ζωές
με μανία καταπίνεις
μήπως σε λυτρώσουν
από τα φαντάσματα της μνήμης.

ΛΕΥΚΕΣ ΑΓΚΥΡΕΣ

Λευκά χρόνια κέντησαν
των ματιών σου τις ίριδες
κλαδιά άδραξαν
τον αδύναμο μίτο.

Λευκές άγκυρες
κλαίνε στις τσέπες σου
και δεν έχεις
άλλη ελπίδα στο συρτάρι.

ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΩ ΧΡΩΜΑΤΑ

Να γεννηθώ χρώματα
σε πλαγιές να ξαπλώνω
μέσα μου να σταλάζουν οι εποχές
να με μετουσιώνουν.

Να γεννηθώ χρώματα
να συντροφεύω γυναικείες ματιές
στη ράχη της σαγήνης
σε χέρια να μπαίνω παιδικά
όπλο κι ανάσα να γενώ
του κόσμου της οδύνης.

Να γεννηθώ χρώματα
κι ας σβήνω στο φεγγάρι
κι ας είναι σύντομη δυσδιάκριτη ζωή
αβέβαιης ύπαρξης σημάδι.

Να γεννηθώ χρώματα
κι ας είναι ο φόβος μου λευκός
μαύρη η ανυπαρξία
σε πείσμα κάθε στεναγμού
να υποτάξω την κυριαρχία
εκείνου του βασιλείου
της γκρίζας πολιτείας
που αχόρταγα θέλει να μας καταπιεί
σε μια στροφή αδυναμίας.

ΛΕΥΚΕΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Ατελείωτες σελίδες θέλω να γράψω.
Ατελείωτες λευκές σελίδες
να τις κρεμάω στα σύρματα
που ξαποσταίνουν τα πουλιά
φτερά πάνω σε φύλλα
που σχηματίζουν λέξεις
σύμβολα και σταγόνες ματιών
που αποκήρυξαν τ’ όνομα
όταν τα ονόματα
χάθηκαν μέσα στο κύμα.

.

ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΕ ΑΣΠΡΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ (2022)

ΚΛΑΨΕ ΑΠΟΨΕ ΟΥΡΑΝΕ

Κλάψε απόψε ουρανέ,
ξέπλυνε με τα δάκρυα σου
τις μουντές ψυχές των ανθρώπων,
χάρισε το ουράνιο τόξο
στα αθώα παιδικά πρόσωπα,
δώσε έναν μεγάλο χαιρετισμό
σε όσους έφυγαν νωρίς
και σε όσους θα φύγουν σύντομα.
Ένα παιδί δίπλα μου κλαίει,
παρ’ του το δάκρυ
και κάν’ το δικό σου.

Κλάψε απόψε ουρανέ,
θέλω να καθαρίσω τα όνειρά μου,
πότισε το λουλούδι της ψυχής μου
με το δάκρυ σου
και κάψε όλα τα αγκάθια.

Κλάψε απόψε ουρανέ για τον ήλιο
που σκοτώθηκε αδίκως,
για το αστέρι που το κάλυψε το σύννεφο,
και για το παιδί που δεν χαμογελάει πια.

Κλάψε απόψε ουρανέ
και μη φοβάσαι μήπως σε δουν
κανείς δεν σε κοιτάει πιά
όλοι κοιτούν μόνο το δικό τους διάβα
και τον δικό τους δρόμο.

Κλάψε απόψε ουρανέ.

ΕΛΑ ΝΑ ΠΑΙΞΟΥΜΕ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΑΝ ΑΝΤΕΧΕΙΣ

Έλα να παίξουμε αλήθειες αν αντέχεις
θα καθίσουμε στο παγωμένο σκαλοπάτι
και θα πυροβολούμε ο ένας τον άλλον μέχρι το πρωί,
σκάζοντας στα γέλια σε κάθε σφαίρα.
Θα σταματήσουμε μόνο όταν η μυρωδιά από το γιασεμί
ενωθεί με την υγρασία της νύχτας και μας αγκαλιάσουν
και όταν η κούραση της αϋπνίας
μας κάνει να μην μπορούμε πια να σωπάσουμε.
Υπόσχομαι να με υπερβώ και να με υπερβαίνω
σε κάθε σου πυροβολισμό,
να παραμερίζω το όποιο σκίαστρο
είναι σε θέση να δημιουργήσει αμφιβολία
ή να συντροφεύσει την υπόνοια,
όμως εσύ,
αν δεν είσαι φιλιωμένος με την υπέρβαση
δεν σου κρατώ κακία
μα τα χνάρια μας
δεν γίνεται να γρατζουνάνε τα ίδια χώματα.
Μόνο η υπέρβαση με γεμίζει
ό,τι άλλο απλά πυροβολεί την αισθητική μου
βασανίζοντας τον χρόνο μου.
Έλα να παίξουμε αλήθειες αν αντέχεις.

ΧΩΝΕΥΤΗΡΙ

Τα όχι που σιώπησες
οι κραυγές που έθαψες
τα δάκρυα που έδυσαν

τα εγώ που απώθησες
οι σχέσεις που έκαψες
τα γέλια που έσβησαν

το χωνευτήρι δεν διαλέγει
πόνο μαζί με χαρά συλλέγει
και συ έκπληκτος μέσα στη δίνη
του χαμένου εαυτού σου αναζητάς την ευθύνη.

ΣΤΗΜΕΝΗ ΠΑΡΤΙΔΑ

Και έγινα όλα αυτά που φοβόμουν
σαν η ζωή να ήρθε την ώρα που κοιμόμουν.

Σαν η παρτίδα στημένη να ήταν εξαρχής
και εγώ αμήχανος δικός της θεατής.

Και σου μιλώ, μα δεν μ’ ακούς
και σε κοιτώ, μα δεν το νιώθεις
και σε ρωτώ, μα απάντηση δεν έχεις πια.

Γιατί σε εκείνα τα σκαλιά
οι φόβοι μας, μας πήραν αγκαλιά
σκορπίζοντας τα όνειρα, ανάκατα μισά
στης νύχτας τη σειρά.

ΔΕΣΜΑ ΘΑΛΕΡΑ

Δεσμά θαλερά
συντρίβουν την ψυχή σου

όρκος βαρύς
να βγει η πνοή σου

μάτια καυτά
σιγοβράζει η κραυγή σου

ανάσα ξανά
λευτεριά στη ζωή σου

ΟΝΕΙΡΩΝ ΠΕΔΙΑΔΕΣ

Με περίμενες
στους λόφους του ύπνου σου
στις πεδιάδες των ονείρων σου
κουλουριασμένη στο μεταξένιο καταφύγιο
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσεις πεταλούδα
και το πέταγμα από τόλμημα
γίνει αναγκαιότητα.

Ήρθα πολλές φορές,
μα κόπιασα να κυνηγώ φεγγάρια
πάνω από τις συστάδες σκέψεων
που ευλαβικά φυλάς
κάτω από το στρώμα σου
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσω όνειρο
και ο έρωτας από βίωμα
γίνει αφήγημα.

ΛΕΥΚΕΣ ΧΙΜΑΙΡΕΣ

Σε όλα τα μολύβια σου
σπασμένες οι μύτες
οι λέξεις σου
μυαλού μετεωρίτες
χίμαιρες θηλάζεις
τις λευκές νύχτες
μήπως της ζωής σου
αποκοιμηθούν οι ήττες.

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 ΝΑ ΓΕΝΝΗΘΩ ΧΡΩΜΑΤΑ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ

literature.gr 12/11/2023

Ένα έντονα χρωματισμένο ποιητικό σύμπαν

Με τον αισθαντικό και ρομαντικό τίτλο Να γεννηθώ χρώματα (εκδόσεις Μετρονόμος, 2023) η Ιωάννα Καραμαλή μάς συστήνει τη δεύτερη ποιητική της συλλογή, την οποία εμποτίζουν αφενός η ευαισθησία μιας ανήσυχης ψυχής και αφετέρου η μελαγχολία μιας απογοητευμένης ύπαρξης. Στην ποίηση της Καραμαλή η μνήμη διαδραματίζει σπουδαίο και διττό ρόλο. Από τη μία λειτουργεί θεραπευτικά, ιαματικά με τη θύμηση του εξιδανικευμένου και ονειρικού παρελθόντος, ενώ από την άλλη υπενθυμίζει αυτήν ακριβώς την χρονική μετατόπιση, από το «τότε» στο «τώρα», οπότε αυτό το ίδιο παρελθόν απουσιάζει από το παρόν και η μνήμη διατηρεί μια νοσταλγική και γλυκόπικρη επίγευση. Οι θύμησες δεν είναι παρά τα απόνερα του ειδυλλιακού και ερωτικού παρελθόντος. Η ποιήτρια μεταχειρίζεται, σε όλο το εύρος της συλλογής, τη μνήμη σαν μια διελκυστίνδα μεταξύ της παρηγορητικής ανάμνησης όμορφων, ευτυχισμένων στιγμών και της οδυνηρής αντιμετώπισης της απώλειας αυτών των στιγμών στον παρόντα χρόνο. Σε αυτήν τη διελκυστίνδα το ποιητικό υποκείμενο ακροβατεί μεταξύ συναισθηματικής αλλά και σωματοποιημένης φθοράς και αφθαρσίας, μεταξύ απόγνωσης και νοσταλγίας. Είναι διάχυτος ο μετεωρισμός ανάμεσα στην εσωτερική κενότητα, τη βίωση της μοναξιάς και στην πληρότητα αλλοτινών στιγμών χαράς, ξεγνοιασιάς και έρωτα.

Αυτόν τον μετεωρισμό τον αποδίδει τεχνηέντως η ποιήτρια με την επιλογή του φθινοπώρου ως εποχής, όπου τοποθετούνται τα περισσότερα ποιητικά κείμενα του πρώτου μέρους της συλλογής που φέρει τον τίτλο «Περιπλάνηση στο σώμα». Τα κίτρινα φθινοπωρινά φύλλα ξεψυχούν και μοιάζουν με τον ανεπαίσθητο θάνατο ενός φθίνοντος ερωτισμού. Το φθινοπωρινό χώμα ταυτίζεται με το δέρμα – σώμα, το οποίο επιζεί με τα απομεινάρια του αψεγάδιαστα ερωτικού αλλά παρελθόντος θέρους. Δεν ήρθαν ποτέ τα πρωτοβρόχια/ ούτε και τ’ ουρανού η συμπόνοια/ τα μόνα που πλησίασαν/ ήταν κάτι ξεχασμένα χρόνια. («Ξεχασμένα χρόνια, σ. 10) Τα κύματα του φθινοπώρου πνίγουν το αισθαντικό ποιητικό υποκείμενο, ενώ τα σύννεφα καλύπτουν την ίδια την ύπαρξη. Η βροχή δεσπόζει στο ποιητικό φόντο και επανέρχεται σταθερά ως σήμα κατατεθέν της φθινοπωρινής μελαγχολίας συνδεδεμένης με την απώλεια του ερωτικού προσώπου, όσο ο αέρας ανασταίνεται και κυριαρχεί, ενώ ο ήλιος λιγοψυχά. Οι λέξεις παρομοιάζονται με κύματα που σκάνε βουβά στην καρίνα του πλοίου επιχειρώντας να αποτυπώσουν την απογυμνωμένη ψυχή του ποιητικού υποκειμένου με ειλικρίνεια και παρρησία. Η φύση στην ποίηση της Καραμαλή λειτουργεί ως μέσο που προσφέρει στο ποιητικό υποκείμενο ατραπούς και πρόσβαση σε περασμένα χρόνια και αλλοτινές εποχές, πιο ταιριαστές, πιο προσφιλείς.

Η αίσθησης της ατελέσφορης προσπάθειας και της εμπεδωμένης ματαιότητας διαχέονται στα ποιητικά κείμενα της συλλογής και συνάμα αντικρούονται από το πείσμον ποιητικό υποκείμενο, ακόμα και όταν εκείνο γνωρίζει ότι κάθε απόπειρα θα αποβεί άκαρπη. Κάρφωνα πάντα πουλιά στους ουρανούς/ πείσμα να αποδείξω ότι κάτι ζούσε μέσα σου/ στόλιζα πάντοτε με δαντέλες την ακτή σου/ πεισματικά να βρω κάτι όμορφο κοντά σου/ με ευλάβεια έβαζα νερό στο κρασί σου/ πιστεύοντας ότι κάτι θα σωζόταν. («Νεκρά πουλιά», σ. 16) Από αυτήν την αρχική διαίσθηση η ποιήτρια οδηγείται νομοτελειακά στη σιωπή. Η σιωπή συνάδει με την αλήθεια, ενόσω η μνήμη εντείνει τον καημό και η οδύνη προκαλεί δάκρυα. Η ποιήτρια, με την ψυχική ευπάθεια που τη διακρίνει, βρίσκεται σε πάλη με τον χρόνο μοχθώντας να κερδίσει το χαμένο έδαφος και να αντιμετωπίσει τον μετεωρισμό της, ο οποίος φαντάζει στα μάτια της σαν τιμωρία αδυσώπητη. Επιπλέον, προς επίρρωση της προαναφερόμενης ψυχοσυναισθηματικής κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου λειτουργεί ο καταρρέων χώρος. Είναι παρούσα η αίσθηση του ετοιμόρροπου και σαθρού χώρου, από τον οποίο καθίσταται αδήριτη η ανάγκη της απόδρασης, του απεγκλωβισμού από αυτόν, από το «τώρα», που διασαλεύει ακόμα και τις αισθήσεις. Σφίγγει τα μάτια του/ να μην τις ακούει/ κλείνει τα αυτιά του/ να μην τις βλέπει/ οι αισθήσεις του, τον πρόδωσαν/ συμμάχησαν με εκείνες/ σφίγγει τα χέρια του στο στρώμα/ αγωνιά να ξυπνήσει σε άλλη ζωή/ ή αγωνιά να κοιμηθεί σε άλλο θάνατο. («Σοβάδες», σ. 19)

Το δεύτερο μέρος της συλλογής φέρει τον τίτλο «Αποπλάνηση στο χρώμα» δίνοντας τον τόνο και σε όλη τη συλλογή, καθώς το χρώμα συνταιριάζει με τη ρομαντική και αισθαντική ταυτότητα του ποιητικού υποκειμένου. Κυριαρχεί το άσπρο/το λευκό, ενώ είναι έντονη και η παρουσία του μαύρου ή και του γκρίζου. Οι λευκές σκέψεις, ο λευκός πόνος, ο λευκός κρίνος, οι άσπρες μικρές ζωές, τα λευκά χρόνια, οι λευκές άγκυρες, οι λευκές πληγές, το λευκό παιδί, οι λευκές σελίδες και τα λευκά δάκρυα των σύννεφων χρωματίζουν μονόχρωμα αλλά ελπιδοφόρα και ενθαρρυντικά την ποίηση της Καραμαλή. Η ελπίδα για τη ζωή είναι παρούσα και αντιδιαστέλλεται με τις γκριζόμαυρες αποχρώσεις της σκοτεινής ανυπαρξίας και της πένθιμης ζωής. Απέναντι στις γκρίζες σκιές και τους ξηλωμένους καμβάδες ονείρων, στέκεται σθεναρά η αγνότητα και η αυθεντικότητα του λευκού, ενώ η πολυχρωμία, η οποία συνυπάρχει στα κείμενα της συλλογής δοσμένη σε ισόποσες και ισορροπημένες δόσεις, σημαίνει την εσωτερική αναγέννηση, την προσωπική ευτυχία και τη συναισθηματική πληρότητα. Η ποιήτρια με διορατικότητα και τεταμένη ενσυναίσθηση στήνει έναν καμβά χρησιμοποιώντας ως συστατικά υλικά ένα κράμα από ανεκπλήρωτες επιθυμίες και μύχιους πόθους και τεχνουργεί στίχους με έντονη συμβολιστική και υπερρεαλιστική χροιά.

Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στην παρουσία της Μούσας στην ποίηση της Καραμαλή. Είναι γνωστό από την αρχαία ελληνική λογοτεχνία το μοτίβο της επίκλησης του ποιητή στη Μούσα. Η Μούσα είναι εκείνη που θα εμπνεύσει τον ποιητή και θα του εμφυσήσει τους στίχους, ώστε εκείνος να τους απαγγείλει ή καλύτερα να τους τραγουδήσει ως αοιδός. Ενώ στη ρωμαϊκή λογοτεχνία εντοπίζεται το μοτίβο του poeta vates, του ποιητή προφήτη, ο οποίος είναι εμπνευσμένος και καθοδηγείται από το θείο, προκειμένου να εκφράσει σε στίχους τους χρησμούς. Η Μούσα της Καραμαλή είναι μονότονη, εμμονική, φέρει αλυσίδες, τραγουδά μονότονα, παραμιλά σαν προσευχή και, κυρίως, είναι λευκή/ ανάμνηση θολή («Μούσα μου λευκή», σ. 30). Στο ποίημα «Λυγμός αιώνιος» (σ. 31) η ποιήτρια αποκαθιστά και μάς παρουσιάζει με λεπτότητα τη σχέση της με τη Μούσα: Ερχόταν τα βράδια/ μόνο τα βράδια./ Καθόταν δίπλα μου/ στο προσκεφάλι/ κι άρχιζε να μουρμουρίζει λέξεις/ λέξεις που μόλις είχαν γεννηθεί/ φασκιωμένες με δάκρυα. […] Ερχόταν με μια διψασμένη ελπίδα/ να καταλάβω τις λέξεις της/ κι έφευγε πάντοτε/ με ένα λεπτό λυγμό/ σαν τραυματισμένο πουλί/ που το βρίσκει το σούρουπο.

Η ποίηση είναι εν τέλει ένας ύμνος – αισθαντικός στο άκουσμά του – για την αλληλένδετη σχέση μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας, για την ευμεταβλητότητα του καιρού, για την ιερότητα της μνήμης και την αγνότητα της άνευ όρων αγάπης. Θα ολοκληρώσω αυτή τη σύντομη περιήγηση στο – έντονα χρωματισμένο – ποιητικό σύμπαν της Καραμαλή παραθέτοντας λίγους αλλά κομβικούς για τη νοηματοδότηση της ποιητικής της στίχους: Κι έμπαινε ένα φως ισχνό/ από το σκοροφαγωμένο στόρι/ χτυπούσε τα πόδια μου/ σήμαντρο άλλης εποχής/ μα τ’ αγνοούσα. («Κορμί αφόρετο», σ. 23). Ένα φως ισχνό και η ποίηση ντυμένο με λέξεις δηλωτικές άλλοτε του λυγμού και του πόθου κι άλλοτε του πόνου και της σιωπής.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

frear.gr 24/10/2023

Η αισθαντικότητα στην ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή

Η λέξη που, κατά τη γνώμη μας, θα χαρακτήριζε γενικότερα την ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή είναι η αισθαντικότητα (sensibility). Το νεορομαντικό πνεύμα, η φιλοσοφία της ατομικής εσωτερικότητας, όπως και η παρουσία των αρχετύπων, στοιχεία που παρατηρήσαμε στην πρώτη της ποιητική συλλογή (Χαρακιές σε άσπρους τοίχους, εκδόσεις Βακχικόν 2022) ενυπάρχουν και στη δεύτερη Να γεννηθώ χρώματα (εκδόσεις Μετρονόμος 2023). Ισχυρά αναπτυγμένη η ευαισθησία οδηγεί σε εσωστρέφεια. Μελαγχολία περιβάλλει το εγώ, ενώ η φύση γίνεται το μέσο ώστε το αισθαντικό υποκείμενο να έρθει σε επαφή με σβησμένες εποχές.

Η ποιητική γλώσσα της Ιωάννας Καραμαλή στη συλλογή Να γεννηθώ χρώματα, δομημένη σε δύο ενότητες, «Περιπλάνηση στο σώμα» «Αποπλάνηση στο χρώμα», πλάθει μια ανήσυχη ψυχή, μια μελαγχολική και απογοητευμένη ύπαρξη που παθιάζεται με τα φεγγάρια και τα σκοτάδια, με τις σιωπές και τα αδιέξοδα. Μέσα από λέξεις αρχετυπικές (φεγγάρι, ουρανός, σύννεφα, χώμα), έμπλεη ρομαντικής ευαισθησίας, εκμυστηρεύεται τις μύχιες διχοτομήσεις που απομακρύνουν από την αρμονία και την ολοκλήρωση. Απογυμνωμένη η ψυχή, αποκαλύπτει ένα κράμα ανεκπλήρωτων πόθων και νοσταλγίας, μια ασφυκτική ψυχική κατάσταση που όμως δεν μετατρέπεται σε spleen, απόλυτη μελαγχολία. Η ελπίδα για τη ζωή ενυπάρχει στην ποίηση της Καραμαλή. Το εγώ ωστόσο καταδυναστεύεται από το αίσθημα της ερωτικής απώλειας.

Στην προσπάθεια μετρίασης του πόνου που προκαλεί η απουσία του ερωτικού προσώπου, το ποιητικό υποκείμενο θέτει σε κινητοποίηση τη μνήμη. Είναι παρηγορητική η ανάμνηση των ειδυλλιακών στιγμών, όμως αναπόδραστα ανασύρει επώδυνα δίπολα, την οδυνηρή αντίθεση ανάμεσα στο τότε και το τώρα. Σε αυτή την ανάκληση το σώμα πρωτοστατεί, όπως και οι αισθήσεις. Δημιουργείται ένα ονειρικό περιβάλλον, σωματικό, ερωτικό, το οποίο ωστόσο στους καταληκτικούς στίχους αναστέλλεται εξαιτίας της προσγείωσης στην πραγματικότητα του τώρα. Τολμηρές υπερρεαλιστικές εικόνες και έντονος συμβολισμός περιγράφουν τη διάσταση, τη διχοτόμηση του εγώ.

Οι ματιές σου έδυσαν στον ώμο μου («Ξεχασμένα όνειρα», σελ. 10).

Κάποτε περπατάγαμε μαζί στα κύματα/ κι έπιανες σύννεφα/ τον βηματισμό να ελαφρύνεις/ κι εγώ έβρισκα όμορφο/ κάθε σύννεφο που μου έδινες// Θαρρούσα πως ήταν αγάπης μυστικό/ και κρυφά το φύλαγα μέσα στην καρδιά μου/ ώσπου καταιγίδα γέννησαν τα σωθικά μου.// Κι ένιωσα πρώτη φορά να πνίγομαι/ μες στον κυματισμό μου/ και σύννεφα να σκεπάζουν/ το ίδιο το εγώ μου. («Σύννεφα», σελ. 11)

Επίθετα, ουσιαστικά, ρήματα, τεχνουργούν την ατμόσφαιρα της θλίψης: (ενδεικτικά) μουντός ουρανός, μαύρα σύμβολα, καταιγίδα, βροχή, αστραπές, ναυάγιο, νεκροκρέβατο, δέρνονται, μαραίνονται, σπάζω. Το δεν και το χωρίς κυριαρχούν στον λόγο. Με γλώσσα απόγνωσης το ποιητικό υποκείμενο περιγράφει τη συναισθηματική δείνωση (φάνταζε καλοκαίρι/ μα ήταν κόλαση: «Φάνταζε καλοκαίρι», σελ. 24), όπως και το εσωτερικό κενό: Κι έμπαινε ένα φως ισχνό/ από το σκοροφαγωμένο στόρι/ χτυπούσε τα πόδια μου/ σήμαντρο άλλης εποχής/ μα τ’ αγνοούσα.// Δεν με ένοιαζε πια το φως/ μήτε ο χρόνος/ αφού μες στο δωμάτιο/ μόνο το σώμα άφηνα. («Κορμί αφόρετο», σελ. 23)

Απέμεινε η νοσταλγική αίσθηση της στιγμής, ανεκπλήρωτα όνειρα και προσδοκίες. Η ανυπαρξία και ο μετεωρισμός, η νοσταλγία και η μοναξιά κατακλύζουν το ποιητικό υποκείμενο. Η ξεγνοιασιά έχει χαθεί, αλλά και πολύτιμος χρόνος. Η μνήμη, στην ποίηση της Καραμαλή, από τη μια συμπλέει με το όνειρο και τη φυγή προς κάτι πρόσχαρο και θετικό, από την άλλη φορτίζεται από μία φιλοσοφημένη στάση, αποτέλεσμα του αρνητικά βιωμένου γεγονότος.

Σε έναν άλλον κόσμο άφησα τα γέλια μου
εκεί έσταξαν τα μαλλιά μου χρώματα
κάποτε κρυφοκοιτώ τα βράδια
σαν μια καληνύχτα
πριν αγκαλιάσω τη σκιά μου.
(«Σε έναν άλλο κόσμο», σελ. 45)

Στο βάθος κάθε ανθρακωρυχείου υπάρχει πάντα ένα άσπρο άλογο, έλεγε ο Σεφέρης. Στη συλλογή της Ιωάννας Καραμαλή, με τις απώτερες σαχτουρικές καταβολές, το μαύρο και το λευκό πρωτοστατούν. Στίχοι και τίτλοι αναφέρονται στο λευκό χρώμα: «Άσπρες μικρές ζωές», «Λευκές άγκυρες», «Λευκές πληγές», «Λευκό παιδί» (ενδεικτικά). Το άσπρο, ζευγαρώνοντας αρμονικά με το μαύρο, αναπαριστά με τρόπο συμβολικό το κενό, τα Ξηλωμένα όνειρα, τον ουρανό κουρέλι, όπως γράφει στο ποίημα «Ξηλωμένος καμβάς» (σελ. 41).

Στη συλλογή της Καραμαλή Να γεννηθώ χρώματα, η πολυχρωμία συνυφαίνεται με την αναγέννηση, μια γενικότερη πρόθεση χαράς και ξεγνοιασιάς. Δεν είναι τυχαίο πως η ποιήτρια τοποθετεί τη λέξη στον τίτλο, Να γεννηθώ χρώματα, προδίδοντας σε αυτή την ουσιαστική θέση που κατέχει. Τη συνοχή ωστόσο στο έργο εξασφαλίζουν η νοσταλγία και η μνήμη. Η αθυμία και η στιγματική αίσθηση της απώλειας κινούν τον συνειρμό, γύρω από αυτές πλάθεται ο εσωτερικός ιστός. Για την εκδήλωση των αισθημάτων συνεπικουρούν τα ρεύματα του ρομαντισμού και του υπερρεαλισμού, όπως και ο συμβολισμός. Σκηνική η διάρθρωση των ποιημάτων της Καραμαλή πλαισιώνεται από εικόνες που υπηρετούν το μήνυμα. Τα αφηγηματικά πεδία του παρελθόντος και του παρόντος διαπλέκονται σε μια αμφίδρομη και ανακυκλούμενη σχέση που εμφαίνει τον πόνο και τη συγκινησιακή φόρτιση. Δραματική η επίταση της γλώσσας και του ύφους, καταφυγή στα αρχετυπικά σημεία του βάθους της ψυχής, προκειμένου να διατυπωθεί η οδυνηρή εσωστρέφεια και η ρηγματική ψυχική λειτουργία, όμως και η ελπίδα Να γεννηθώ χρώματα/ κι ας είναι ο φόβος μου λευκός/ μαύρη η ανυπαρξία/ σε πείσμα κάθε στεναγμού/ να υποτάξω την κυριαρχία/ εκείνου του βασίλειου/ της γκρίζας πολιτείας που αχόρταγα θέλει να μας καταπιεί/ σε μια στροφή αδυναμίας. («Να γεννηθώ χρώματα», σελ. 39)

.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

“Fractal” 10/10/2023

Presto

Το σπίτι ήταν παλιό. Έμοιαζε να έχουν περάσει από πάνω του δεκαετίες, χρόνια, αναρίθμητες μέρες. Και οι βροχές είχαν πληγώσει βαθιά το σαρκίο του, γεμάτο από παλιομοδίτικα έπιπλα και κάδρα. Θεέ μου, πόσα κάδρα μπορούσες να δεις εκεί μέσα και αν δεν ήταν βέβαιος για τη διεύθυνση θα νόμιζε πως τρύπωσε κατά λάθος σε κάποιο τοπικό μουσείο. Η αβλεψία του θα τον οδηγούσε στη φυλακή. Και δεν πρέπει να ξεχνά πως σε όλα τα μυθιστορήματα οι σκηνές του εγκλεισμού μοιάζουν ανυπόφορες, φορτωμένες με άπειρη δυστυχία.

Το ελκυστικότερο από εκείνον τον παγωμένο θίασο της κιγκαλερίας στο εσωτερικό του σπιτιού υπήρξε το πιάνο. Τώρα πια συνηθίζεται να στήνονται αυτοσχέδια παζάρια προτού ένα σπίτι περάσει στην αιωνιότητα για έξι ορόφους ενεργειακής ευτυχίας. Μα εκεί μέσα όλα έμοιαζαν χαρακωμένα από τη φθορά. Το πιάνο ίσως λιγότερο σκουριασμένο, βγαλμένο θαρρείς αυτούσιο από τους στίχους του Γιάννη Βαρβέρη ή τέλος πάντων, από κάποιας λογής βυθό. Ήταν από κατάμαυρη λάκα και επάνω του μπορούσες να δεις ζωγραφισμένα λοξά όλα τα πράγματα του σαλονιού. Ένα συρτάρι σε κοίταζε απειλητικά και ο καθρέφτης επάνω ψηλά, ένα σωστό τσίγκινο φεγγάρι ή μια μυστική λιμνοθάλασσα. Ο μπουφές έμοιαζε με τεράστιο φουστάνι γυναικός έτσι όπως ήταν φορτωμένος με δαντέλες και χρυσαφιές κορδέλες, άγνωστο γιατί μα στους μπουφέδες οι άνθρωποι, μια φορά και έναν καιρό ζωντάνευαν την ιστορία της ζωής τους. Και όλα αυτά με μια δόση χιονιού, έτσι όπως το υλικό των πραγμάτων, ότι έχει πεθάνει από εκείνα έπεφτε σαν χειμωνιάτικη συνήθεια πάνω στην κατάμαυρη λάκα.

Επάνω στο πιάνο αντίκρισε τον μετρονόμο. Του φάνηκε αστείο μα έπειτα αναστατώθηκε με την ιδέα πως θα μπορούσε ένας και μόνο άνθρωπος να ισορροπήσει το βαρίδι εκεί που το θέλει και να ξεκινήσει το μέτρημα των αιώνων, το μέτρημα της ανθρώπινης ζωής. Εμπρός μαριονέτες μου, σκέφτηκε και έβαλε τα γέλια. Το πανάρχαιο όργανο πήρε επιτέλους εμπρός. Και το σταματούσε σαν ήθελε να νομίζει πως τώρα ο χρόνος δεν μετριέται, πως πρόκειται για κλεμμένο χρόνο, για μια κομπίνα εις βάρος του μεγάλου δυνάστη. Και ύστερα ξανά, βιμπράτο και αλέγκρο και πρεστίσιμο με τον χρόνο να χύνεται τώρα έξω από τις κλεψύδρες, πάνω στην κατάμαυρη λάκα, στα πράγματα του σαλονιού, τριγύρω στο βολάν του κοριτσιού μπουφέ.

Έπειτα ήταν και εκείνη η σύμπτωση. Ανάμεσα στα χαρτιά του αναζήτησε το λεπτό βιβλίο με τις σελίδες από ένα ιδιότροπο χαρτί, κάπως παλιό και φθαρμένο, κατάλληλο πολύ για ποιήματα. Έψαξε, δαιμονίστηκε, στο τέλος άδειασε όλη την τσάντα του, σαν να ξερνούσε από μέσα του σωρούς τα μυθιστορήματα και τους δοκιμιογράφους, ειδικά τους δεύτερους που τους θεωρεί δειλούς επειδή δεν λογαριάζουν πουθενά τη φαντασία. Εδώ ήταν λοιπόν, εκδόσεις Μετρονόμος, καλά το θυμόταν. «Να γεννηθώ χρώματα» της Ιωάννας Καραμαλή. Θυμήθηκε το όνομά της, το είχε ξαναδεί ανάμεσα στις Χαρακιές ενός άσπρου τοίχου. Είχε συγκρατήσει το όνομά της ποιήτριας, ο μετρονόμος αρχινούσε και πάλι έπαυε γεμίζοντας το σαλόνι με ησυχία. Και ο ίδιος θυμόταν πως εκείνο το κορίτσι, υπεύθυνο για την τρομερή σύμπτωση, γνώριζε να πει τη λέξη στίχος σε πολλές γλώσσες. Και ίσως να ήταν περίφημο να την ακούς να τρυπώνει μες στους πολιτισμούς, να λέει τα πράγματα με τα χίλια και ένα τους ονόματα. Συνήθιζε όμως για τους φίλους, μες στα βιβλία της να μιλά με την συνηθισμένη γλώσσα της ζωής.

Από το δικό της νησί που ολοένα και περισσότερο προβάλλει στον χάρτη της καλής, ελληνικής ποίησης, η Ιωάννα των Μετρονόμων κρύβει πίσω από τις λέξεις της έναν κώδικα και έτσι φθάνει κάπου μακρύτερα από το δικό της δυσπρόσιτο. Κάθε τόσο στέλνει απεγνωσμένα σινιάλα, σπασμένοι καθρέφτες στον ήλιο και η αλλόκοτη ποινή που χάσκει σαν αέτωμα πάνω από τους στίχους της. Μια δοκιμασία για το σώμα που βρίσκει τη θέση που του αξίζει πλάι στο πνευματικό, στον επιούσιο άρτο της ποίησης που κάνει αισθητούς τους σκιερούς χώρους μες στις γαλαρίες της καρδιάς.

Τα πράγματα παλιώνουν θορυβωδώς. Κάπου πάνε για να πεθάνουν μα τούτα εδώ παραμένουν καταδικασμένα. Και πότε ένας μεσεντές καταρρέει και πότε το ρόπτρο ουρλιάζει πνιγμένο στη σκουριά, ανήμπορο υλικό πια. Σαν να ´ναι ζωντανά συντρίβονται με μια χθόνια έξαρση. Θα την βρείτε στον τρόπο που ξεκινά ο μετρονόμος, θα τη βρείτε στους Σοβάδες, το ποίημα της συλλογής της Ιωάννας Καραμαλή. «Σανίδια τρίζουν, αναμνήσεις στριμώχνονται μέσα στους αρμούς εκείνος κουλουριάζεται να μην τον βρουν, ο ήχος δυναμώνει», βρίσκει τον μετρονόμο έκτακτο και όλο επιταχύνει, «οι αισθήσεις του τον πρόδωσαν, συμμάχησαν με εκείνες». Ξαφνική παύση μισού. Και έπειτα, ετοιμοθάνατος ο μετρονόμος συνοδεύει τις λιγοστές λέξεις, «σοβάδες σκεπάζουν το κορμί του, η μόνη θέρμη που του απέμεινε από μια ζωή γεμάτη υπεκφυγές». Η οικειότητα με το μαρτύριο τίποτε δεν μπορεί να κάνει, το σώμα τραντάζεται, το σχήμα του χαλάει, θεότητες καταδιωκτικές, το φαιδρό σκάνδαλο πως θα μπορούσε κανείς να ξεφύγει από τις αναμνήσεις του. Κάθε ειρήνη μαζί τους δεν θα μπορούσε να αλλάξει των πραγμάτων την έκβαση. Η μοναξιά, κάθε συμπεριφορά και κάθε χειρονομία αντλεί από το σώμα. Εκεχειρίες, με το χάδι και με το αφόρετο κορμί που παραμένει στο δωμάτιο. Και εμείς γυμνοί από στίχο σε στίχο , έγκλειστες ψυχές που σαν κάτι να φτερουγίζει εντός μας, υψωνόμαστε με τα ποιήματα και τον κόσμο μεταφράζουμε με τον πανάρχαιο τρόπο των αισθήσεων. Με τις οφειλές του, φαγωμένο από το φως, το σώμα νοσηλεύεται και εμείς τρέχουμε να το συντρέξουμε, να του δώσουμε να πιει, να αγγίξει, να πονέσει. Εμείς ζούμε για το σώμα μας, σκέφτηκε, εμείς κινδυνεύουμε μαζί τους και βρήκε τη ζωή του δανεική. Αντί για το σώμα σκέφτηκε τις λέξεις, μα έκανε ησυχία να μην τρομάξει ο χρόνος που είχε πάψει. Μονάχα για τα ποιήματα αξίζει, σκέφτηκε ξανά και ξανά, για μια περιπλάνηση από το σώμα ως το χρώμα, τα δυο μουσικά ολόκληρα της Ιωάννας Καραμαλή φθάνουν.

Είκοσι και πλέον ποιήματα στελεχώνουν αυτή τη συλλογή που τούτο το σημείωμα είχε την τιμή να γνωρίσει. Ανήκουν σε δύο διαφορετικά μέρη που με μια ευλογημένη αυθαιρεσία συνθέτουν τον τίτλο των εκδόσεων της οδού Λοχία Τριανταφύλλου. Η Ιωάννα των Μετρονόμων, όπως κάθε άλλος ποιητής εκεί έξω, ιδρύει από την αρχή ένα μικρό σύμπαν και έτσι χαρίζει μια επίφαση μονιμότητας στο προσωρινό που μας διαφεύγει, στο πρόσωπό μας που σαρώνει ο ευμετάβλητος άνεμος, στην έκφρασή του τη στιγμιαία. «Όταν διαβάζεις ελαφραίνεις» γράφει η Ιωάννα Καραμαλή, καθώς ο μετρονόμος δουλεύει τώρα σταθερά. Τώρα του φαίνονται όλα βαρετά και τα πράγματα στο σαλονάκι καθόλου απειλητικά. Μάλλον τραγικά και ντεμοντέ, με τη σίγουρη μοίρα τους γραμμένη εδώ πιο κάτω στη διασταύρωση.

Όμως το πιάνο, αυτό είναι άλλο. Μονάχος του είπε, όταν παίζω ελαφραίνω και πέρασε σε σονατίνες λησμονημένες. Και το πιάνο υπάκουσε και τριβόταν η σκουριά του και τα μέρη του άρχιζαν να εργάζονται για τον σκοπό που είχαν φτιαχτεί τόσα χρόνια πριν. Έμοιαζε λίγο φάλτσο μα το πιάνο διέθετε σφρίγος και θα μπορούσε να πιάσει μια καλή τιμή. Έπειτα σκέφτηκε όλα εκείνα τα τραγούδια που θα αγάπησε το πιάνο. Και αποφάσισε πως δεν θα μπορούσε να το αγοράσει. Δεν θα μπορούσε να γνωρίζει όταν έπεφταν βροχή οι φούγκες τι να συλλογιζόταν το παρατημένο πιάνο.

Αν μπορούσε να τα εξηγήσει όλα, τότε θα έβρισκε τις λέξεις για το ένστικτο που δίνει πνοή στους στίχους της έκδοσης του Μετρονόμου. Θα έδινε μια πειστική ερμηνεία στο πώς και το γιατί των ανθρώπινων πραγμάτων, των σταθμών που διέρχονται οι ήρωες μες στα βάσανα της ύπαρξής τους. Θα εξηγούσε τις γωνιές που έψαξε η δημιουργός για να βρει τα εφόδια της, για να γεννηθεί χρώμα.

Νοσταλγία σταλάζει μες στις σελίδες της συλλογής «Να γεννηθώ Χρώματα» των εκδόσεων Μετρονόμος. Η Ιωάννα Καραμαλή απλώνει νοσταλγία στις σελίδες του βιβλίου και θλιμμένη δόξα. Εκείνη του σώματος και του στοχασμού, εκείνης που μετουσιώνεται και σταλάζει από της θλίψης τα αιώνια δέντρα και το χώμα. Σε εκείνη που μεταμορφώνεται σε σώμα, έτσι που να νιώθονται τα ποιήματα, μικρές οδύνες , το κάτι περισσότερο στο χλωμό απόγευμα. Με άλλα λόγια, στα ποιήματα της έκδοσης του Μετρονόμου μπορεί κανείς να βρει κάτι από το πέπλο, κάτι από τη σαγήνη και την πραγματικότητα των στιγμών που διαφεύγουν μα αφήνουν μια πατημασιά στο χιόνι ή τον ουρανό. Το ΄πει ο Κωστής Παπαγιώργης δεν έχουμε πολλά να πούμε για τα ποιήματα, μόνο να ισορροπήσουμε σε μια κατάσταση μεταιχμίου, κατακτημένοι και αυτόχρημα ετοιμόρροποι. Δεν θα ιατρέψουν καμιά πληγή τα ποιήματα, αυτή παραμένει αρχαϊκή, γραμμένη επάνω στο σώμα μας.

Τ΄απόβραδο γίνκε αφόρητο, σαν το σώμα. Ο μετρονόμος μπήκε πάλι στη θέση του, το πιάνο κλείστηκε, όλα βρήκαν την παράξενη γεωμετρία τους. Τώρα ήξερε τι να γράψει για την καινούρια συλλογή της Ιωάννας Καραμαλή, «Να γεννηθώ χρώματα» από τις εκδόσεις Μετρονόμος. Σε φωνή παθητική, πρωτοπρόσωπη. Συλλογίστηκε το παζάρι στο ετοιμόρροπο σπίτι, είδε τον εαυτό του να γυρεύει μες στους στίχους το αυθεντικό που τόπους τόπους γεννά η ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή.

.

 ΧΑΡΑΚΙΕΣ ΣΕ ΑΣΠΡΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ
ΘΕΟΧΑΡΗΣ Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

FRACTAL 27/9/2023

Οι χαρακιές της ζωής

Πολλές φορές στην ποίηση συναντάμε καινούργιες ποιητικές συλλογές, που ενώ είναι μικρές στο μέγεθος έχουν πολλά να πουν. Πρόκειται για βιβλιαράκια, διαμαντάκια, που κοσμούν την σύγχρονη ποίηση αποδεικνύοντας ότι η ποσότητα δεν συμβαδίζει πάντα με την ποιότητα.

Ένα μικρό σε μέγεθος, αλλά πολύ ποιοτικό βιβλίο είναι και η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Καραμαλή: «Χαρακιές σε άσπρους τοίχους», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Ποίηση γραμμένη άλλοτε σε ελεύθερο και άλλοτε σε παραδοσιακό στίχο με χαλαρή ρίμα και ρυθμό ώστε να διαβάζεται αβίαστα.

Η ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή έχει θέματα με τα οποία καταπιάνονται οι περισσότεροι ποιητές, όπως ο έρωτας, ο θάνατος, η στάση ζωής. Η ποιήτρια μας δίνει τις δικές της πινελιές. Χαρακτηριστικό είναι ότι ενώ χρησιμοποιεί κάποια κλισέ όπως η επανάληψη των στίχων «Χάρισέ μου» και «Θέλω να με λυπάσαι», δίνει ένα τέλος, που απογειώνει το ποίημα: «Χάρισέ μου ένα αστέρι / θέλω να έχω κάτι δικό σου.» και πιο πέρα: «Μα όσο ακόμα συνεχίζω να βαδίζω στα χωμάτινά μου μονοπάτια, / εσύ συνέχισε να με λυπάσαι, για τα λασπωμένα μου παπούτσια.» Ο χωρισμός είναι μια οδυνηρή εμπειρία. Ο χωρισμένος ψάχνει τρόπους να ξεχάσει: «ασφαλισμένα όλα τα πορτοπαράθυρα / να μη χωράει να μπει μια μελωδία / να μη χωρά να μπει τίποτα / παρά μόνο απομεινάρια ρουτίνας / να μη χωρέσει η θύμησή σου.»

Πιο πάνω αναφέραμε ότι η ποιήτρια αναφέρεται σε θέματα, που έχουν αγγίξει οι περισσότεροι ποιητές. Θα ‘λεγε κανείς πως όλα έχουν ειπωθεί. Όμως, ο κάθε ποιητής έχει μια προσωπική πένα και ένα δικό του τρόπο να μας τα παρουσιάζει. Η Ιωάννα Καραμαλή απαντάει σε όσους ισχυρίζονται ότι όλα έχουν γραφτεί δείχνοντας την φιλοσοφία της για την ζωή και την ποίηση γενικότερα: «Γέλασες και πας να συνεχίσεις, / μόνο που σε αποθαρρύνουν / κατάφερες να τους νικήσεις.» Αυτή η φιλοσοφία πηγαίνει ακόμα παραπέρα για να μας πει ότι τίποτα δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την προσπάθεια να σταθεί ο άνθρωπος μόνος του χωρίς δεκανίκια: «Μα όταν τα βλέφαρά σου με κόπο ανοίξεις / και δεν ψάξεις για άλλες διευκολύνσεις, / τότε θα είσαι εσύ ξανά ο μαχητής / και στην ομίχλη δεν θα ξαναπαραδοθείς.»

Ο θάνατος είναι κι αυτός ένας χωρισμός. Αυτός που μένει πίσω είναι ο πιο δυστυχισμένος. Η Ιωάννα Καραμαλή γράφει σχετικά: «Ο γέροντας αναστενάζει / απογοητευμένος από τον Θεό / που χαρίζοντάς του άλλη μια μέρα / τον κρατά βάναυσα χώρια / από εκείνη που του πήρε μακριά.»

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή της Ιωάννας Καραμαλή «Χαρακιές σε άσπρους τοίχους» είναι ό,τι λέει ο τίτλος της. Πάνω στο άσπρο και υποτιθέμενα αμόλυντο, μπαίνουν οι χαρακιές της ζωής, οι ρυτίδες, που αυλακώνουν το μέτωπό μας και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε.

.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 23/8/2022

Έλα να παίξουμε αλήθειες αν αντέχεις

«Χαρακές σε άσπρους τοίχους». Αυτός είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Ιωάννας Καραμαλή. Η Ιωάννα Καραμαλή σπούδασε Ιταλική και Ισπανική γλώσσα και φιλολογία. Είναι μεταφράστρια με γλώσσες εργασίας τα ιταλικά, τα ισπανικά και τα γαλλικά, ενώ κυκλοφορούν ήδη μεταφράσεις της από τις εκδόσεις Βακχικόν. Έχει διακριθεί σε διάφορους ποιητικούς διαγωνισμούς και τούτο το βιβλίο που στα χέρια μου κρατώ, στην ουσία, αποτελεί την πρώτη οργανωμένη ποιητική της κατάθεση.

Με στίχους που σαν πουλιά πετάνε, λιτούς και εκφραστικούς η Καραμαλή κάνει με τόλμη και συναίσθημα το πέταγμά της στον κόσμο της ποίησης, αλλά και στο σύγχρονο αναγνωστικό κοινό. Δεν φοβάται να χρησιμοποιήσει ομοιοκαταληξία στα περισσότερα ποιήματά της, καθώς και την επανάληψη ως εκφραστικό μέσο. Λόγω αυτών των δύο χαρακτηριστικών, θα λέγαμε πως τα ποιήματά της προσφέρονται για μελοποίηση. Κάποια από τα ποιήματα στα οποία είναι εξαιρετικά ισχυρό το μοτίβο της επανάληψης είναι τα κάτωθι: «Κλάψε κλάψε ουρανέ (σελ. 9), «Χάρισέ μου» (σελ.11), «Θέλω να με λυπάσαι» (σελ.14) και «Άμαθο πέταγμα» (σελ.26). Να σημειωθεί εδώ πως το «Άμαθο πέταγμα» περιλήφθηκε στην Ειδική Ανθολογία για τον Γιάννη Ρίτσο (Σύνδεσμος Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου (ΣΠΕΚ) σε συνεργασία με τις εκδόσεις Αρχύτας. Η Ιωάννα Καραμαλή δεν καταφεύγει επουδενί σε περίτεχνα λεκτικά σχήματα. Δίνεται μέσα από τη γραφή της η αίσθηση μιας ελευθερίας. Από καρδιάς συνδιαλέγεται με τον κόσμο τη φύση, τον καιρό, τη σιωπή, το φως, τα όνειρα. Έχει ακόμα τη δύναμη να ονειρεύεται, αλλά χρειάζεται και κάποιον να κοιτά με το ίδιο το δικό της το βλέμμα, χρειάζεται τη μαγική σύζευξη για να συνεχίσει να λειτουργεί το όνειρο. «Χάρισέ μου μια άκρη τ’ ουρανού σου/ θέλω να ακουμπήσω τα όνειρά μου» (σελ.11) Και στο ποίημα «Ξεψυχισμένος ουρανός» διαφαίνονται αυτές οι προσδοκίες. Το ποίημα αρχίζει: «Όπως αλλάζει η εποχή/ έτσι κι εσύ/ από λιακάδα έγινες πρωτοβρόχι/ μα διόλου ανάλαφρο» Ενώ το ποίημα τελειώνει ως εξής: «Έμεινα να κοιτώ/ έναν ουρανό ξεψυχισμένο/ το χώμα να αναγεννά/ μήπως και σε φέρει πίσω ξανά». Ακόμα, στο ποίημα «Σιωπές οργής» διαβάζουμε για την ευεργετική επίδραση που μπορεί να έχει το φως. Λέγεται χαρακτηριστικά: «Όταν η σιωπή τα σωθικά σου αιχμαλωτίσει, μόνο το φως/ μπορεί να σε αφυπνίσει» (σελ.18).

Απ’ την άλλη, ο χρόνος μπορεί να είναι δίκοπο μαχαίρι, μπορεί να λειτουργήσει ευεργετικά κάποιες φορές και βασανιστικά κάποιες άλλες.

Ακολουθεί το ποίημα που δίνει την δική του ερμηνεία, αλλά και ορισμό για τον χρόνο. «Κλεψύδρα/ καταραμένη/ βασανιστήριο/ του μυαλού/ οι κόκκοι της άμμου/να σου τρυπούν την ψυχή/κι η οργή σου/ γίνεται πια προσευχή.» (σελ.23)

Ξεχωρίζουν ιδιαίτερα τα πιο μικρά σε έκταση ποιήματα της συλλογής της Καραμαλή που φέρουν τους τίτλους «Θάνατος» (σελ.37) και «Λευκές χίμαιρες» (σελ.38) Τα παραθέτω και τα δύο:

«Θάνατος»/ «Ισορροπιστής/ σ’ αράχνης ιστό,/ ανάσα, /πεταλούδας πέταγμα/ η παράσταση τελειώνει εδώ.»

«Λευκές χίμαιρες» / Σε όλα τα μολύβια σου/ σπασμένες οι μύτες/ οι λέξεις σου/ μυαλού μετεωρίτες/ χίμαιρες θηλάζεις/ τις λευκές νύχτες/ μήπως της ζωής σου/ αποκοιμηθούν οι ήττες.»

Εύστοχα και ουσιαστικά καθώς είναι μας βεβαιώνουν για τις ικανότητες της ποιήτριας, αλλά και τονώνουν τις προσδοκίες μας για την επόμενη ποιητική της συλλογή.

Η γράφουσα φλερτάρει με τη ζωή, με τα πάθη, τα λάθη, τις στιγμές, ψάχνει εναγωνίως τις κατάλληλες λέξεις, δίνει την αίσθηση πως επιθυμεί όλα να τα πει, να τα τονίσει, να τα μοιραστεί. Είναι η φρεσκάδα και η ορμή της ασυγκράτητα και διαρκώς παρόντα μέσα στην συλλογή της. Ανάσα δεν παίρνει ο αναγνώστης, τα θέματα ξεδιπλώνονται μπροστά του και φιλτράρονται μέσα από το βλέμμα της.

Κλείνω τούτο το κείμενο με κάποιους στίχους που θεωρώ πως δίνουν το στίγμα της συλλογής στο σύνολό της. «Έλα να παίξουμε αλήθειες αν αντέχεις/ θα καθίσουμε στο παγωμένο σκαλοπάτι/ και θα πυροβολούμε ο ένας τον άλλο μέχρι το πρωί/σκάζοντας στα γέλια σε κάθε σφαίρα»/ (σελ.15)

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

literature.gr 16/7/2022

Ο νεορομαντικός τόνος στην ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή

«Ο κόσμος είναι σήμερα μια απέραντη διαμαρτυρία, που εκδηλώνεται άλλοτε βίαια με τρόπο εκρηκτικό από τα άτομα ή τις μάζες και άλλοτε σε ηπιότερη μορφή με τον λόγο, την εικόνα και την τέχνη γενικότερα» έγραφε ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης. Και ο Charles Baudelaire πίστευε πως «σκοπός της ποίησης είναι, αυστηρά και απλά, η ανθρώπινη λαχτάρα για κάποια ανώτερη ομορφιά. Και η εκδήλωση αυτού του σκοπού βρίσκεται σ’ έναν ενθουσιασμό, σ’ έναν ερεθισμό της ψυχής».

Η Ιωάννα Καραμαλή στην πρώτη της ποιητική συλλογή Χαρακιές σε άσπρους τοίχους, εκδόσεις Βακχικόν 2022, εκδηλώνει τον ερεθισμό της δικής της ψυχής και αποτυπώνει τη διαμαρτυρία της για τον κόσμο παρακινούμενη από τη λαχτάρα για μια ανώτερη ομορφιά. Η ποίησή της είναι τρυφερή, ζωντανή, αυθόρμητη, πηγαία, μακριά από τον εγκεφαλισμό και τη στεγνότητα. Τριάντα συνθέσεις γραμμένες με τρυφερότητα και λυρισμό, με την παρουσία αρχετυπικών στοιχείων, του ουρανού, του ήλιου, του φεγγαριού. Ο τόνος εσωτερικός, μελαγχολικός, ελεγειακός, ρομαντικός.

ΟΝΕΙΡΩΝ ΠΕΔΙΑΔΕΣ

Με περίμενες
στους λόφους του ύπνου σου
στις πεδιάδες των ονείρων σου
κουλουριασμένη στο μεταξένιο καταφύγιο
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσεις πεταλούδα
και το πέταγμα από τόλμημα
γίνει αναγκαιότητα.

Ήρθα πολλές φορές,
μα κόπιασα να κυνηγώ φεγγάρια
πάνω από τις συστάδες σκέψεων
που ευλαβικά φυλάς
κάτω από το στρώμα σου
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσω όνειρο
και ο έρωτας από βίωμα
γίνει αφήγημα. (σελ. 33)

Ήττες και νίκες, έρωτες, φόβοι, διαψεύσεις. Θεματική κοινωνική: για το παιδί που κλαίει ή δεν χαμογελάει πια, για τη μοναξιά, την αποξένωση, τον χρόνο που περνά· για την ομορφιά που χάθηκε. Αλλά και ερωτική: για την απώλεια του έρωτα. Ο ρομαντικός τόνος στην ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή βρίσκεται στη μελαγχολία που εκπέμπουν οι στίχοι και στον λυρισμό με τον οποίο εκφράζονται. Ένας νέου τύπου ρομαντισμός με χαμηλούς τόνους, χωρίς περίσσεια λόγου.

ΚΛΑΨΕ ΑΠΟΨΕ ΟΥΡΑΝΕ

Κλάψε απόψε ουρανέ,
ξέπλυνε με τα δάκρυά σου
τις μουντές ψυχές των ανθρώπων,
χάρισε το ουράνιο τόξο
στα αθώα παιδικά πρόσωπα,
δώσε έναν μεγάλο χαιρετισμό
σε όσους έφυγαν νωρίς
και σε όσους θα φύγουν σύντομα.
Ένα παιδί δίπλα μου κλαίει,
παρ’ του το δάκρυ

και καν’ το δικό σου. […] (σελ. 9)

Η ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή καταγγέλλει τη βία, τον ατομικισμό, τον κυνισμό της τεχνοκρατικής μας εποχής που παραδόθηκε στην ψευδαίσθηση της υλικής ευμάρειας και έχασε το συναίσθημα. Εκφράζει την επείγουσα ανάγκη οι άνθρωποι να συνδυάσουν την τεχνολογία με την ποίηση, την επιστήμη με την τέχνη.

ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ

Μικραίνεις πολύ
η λεωφόρος γιγαντώνει
γκριζάρεις και πάλλεσαι
οι γύρω σου, μοιάζουν γεράκια
Φοβάσαι.
φτερουγίσματα σκόρπια
ασυνάρτητοι ήχοι
ταχυπαλμία, κόρνες και φώτα
Φοβάσαι.
κοιτάς πίσω, επιταχύνεις, κοντοστέκεσαι.
Σπουργίτι; Καρακάξα; Κουκουβάγια;
Ποιον ρόλο σου επέλεξαν πάλι;

Ορδές πουλιών πλάι σου […] (σελ. 10)

Αγαπώντας τη ζωή, η Ιωάννα Καραμαλή διαμαρτύρεται για τον κόσμο μας. Κάνει έκκληση για αγάπη, αλήθεια, ανθρωπιά. Γνωρίζει πως η ποίηση είναι αθωότητα και ομορφιά· η ζωή στην τελειότερή της έκφραση. Και μιλά μέσω της ποίησης, ελπίζοντας και πιστεύοντας στην αλλαγή.

Ο θάνατος έχει την παρουσία του στη συλλογή ως στοιχείο αναπόφευκτο, αλλά και επιθυμητό, στην περίπτωση του ηλικιωμένου που η ζωή «τον κρατά βάναυσα χώρια/ από εκείνη που του πήρε μακριά». (ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΑΥΓΗ, σελ. 27) Ρομαντικό στοιχείο η επιθυμία του θανάτου.

Η Ιωάννα Καραμαλή αποτυπώνει τις σκέψεις της σε δεύτερο πρόσωπο, το πρόσωπο της συνομιλίας και του διαλόγου. Χρησιμοποιεί την επανάληψη ως μέσο για να προσδώσει έμφαση. Οι συνθέσεις της έχουν ρυθμό, ομοιοτέλευτα, σκόρπιους ιάμβους. Σημαντική η παρουσία των πουλιών -με τη συμβολική τους έννοια- στα οποία αφιερώνει τη συλλογή.

Η Ιωάννα Καραμαλή στην πρώτη της ποιητική συλλογή Χαρακιές σε άσπρους τοίχους συνθέτει ποίηση ατμοσφαιρική που εκφράζει αγωνία, ένα αίσθημα μοναξιάς, πόνου, ανικανοποίητων επιθυμιών και ερωτικού αδιέξοδου. Τραγουδά τη φθορά και καταφεύγει στη μνήμη και στην ομορφιά. Οι στίχοι της κραυγάζουν ευαισθησία και οδύνη.

ΛΕΥΚΕΣ ΧΙΜΑΙΡΕΣ

Σε όλα τα μολύβια σου
σπασμένες οι μύτες
οι λέξεις σου
μυαλού μετεωρίτες
χίμαιρες θηλάζεις
τις λευκές νύχτες
μήπως της ζωής σου
αποκοιμηθούν οι ήττες. (σελ. 38)

.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

literature.gr 11/7/2022

Muri Bianchi

«Ο κόσμος είναι σήμερα μια απέραντη διαμαρτυρία, που εκδηλώνεται άλλοτε βίαια με τρόπο εκρηκτικό από τα άτομα ή τις μάζες και άλλοτε σε ηπιότερη μορφή με τον λόγο, την εικόνα και την τέχνη γενικότερα» έγραφε ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης. Και ο Charles Baudelaire πίστευε πως «σκοπός της ποίησης είναι, αυστηρά και απλά, η ανθρώπινη λαχτάρα για κάποια ανώτερη ομορφιά. Και η εκδήλωση αυτού του σκοπού βρίσκεται σ’ έναν ενθουσιασμό, σ’ έναν ερεθισμό της ψυχής».

Η Ιωάννα Καραμαλή στην πρώτη της ποιητική συλλογή Χαρακιές σε άσπρους τοίχους, εκδόσεις Βακχικόν 2022, εκδηλώνει τον ερεθισμό της δικής της ψυχής και αποτυπώνει τη διαμαρτυρία της για τον κόσμο παρακινούμενη από τη λαχτάρα για μια ανώτερη ομορφιά. Η ποίησή της είναι τρυφερή, ζωντανή, αυθόρμητη, πηγαία, μακριά από τον εγκεφαλισμό και τη στεγνότητα. Τριάντα συνθέσεις γραμμένες με τρυφερότητα και λυρισμό, με την παρουσία αρχετυπικών στοιχείων, του ουρανού, του ήλιου, του φεγγαριού. Ο τόνος εσωτερικός, μελαγχολικός, ελεγειακός, ρομαντικός.

ΟΝΕΙΡΩΝ ΠΕΔΙΑΔΕΣ

Με περίμενες
στους λόφους του ύπνου σου
στις πεδιάδες των ονείρων σου
κουλουριασμένη στο μεταξένιο καταφύγιο
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσεις πεταλούδα
και το πέταγμα από τόλμημα
γίνει αναγκαιότητα.

Ήρθα πολλές φορές,
μα κόπιασα να κυνηγώ φεγγάρια
πάνω από τις συστάδες σκέψεων
που ευλαβικά φυλάς
κάτω από το στρώμα σου
με μια διαρκή αγωνία
μήπως ξυπνήσω όνειρο
και ο έρωτας από βίωμα
γίνει αφήγημα. (σελ. 33)

Ήττες και νίκες, έρωτες, φόβοι, διαψεύσεις. Θεματική κοινωνική: για το παιδί που κλαίει ή δεν χαμογελάει πια, για τη μοναξιά, την αποξένωση, τον χρόνο που περνά· για την ομορφιά που χάθηκε. Αλλά και ερωτική: για την απώλεια του έρωτα. Ο ρομαντικός τόνος στην ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή βρίσκεται στη μελαγχολία που εκπέμπουν οι στίχοι και στον λυρισμό με τον οποίο εκφράζονται. Ένας νέου τύπου ρομαντισμός με χαμηλούς τόνους, χωρίς περίσσεια λόγου.

ΚΛΑΨΕ ΑΠΟΨΕ ΟΥΡΑΝΕ

Κλάψε απόψε ουρανέ,
ξέπλυνε με τα δάκρυά σου
τις μουντές ψυχές των ανθρώπων,
χάρισε το ουράνιο τόξο
στα αθώα παιδικά πρόσωπα,
δώσε έναν μεγάλο χαιρετισμό
σε όσους έφυγαν νωρίς
και σε όσους θα φύγουν σύντομα.
Ένα παιδί δίπλα μου κλαίει,
παρ’ του το δάκρυ
και καν’ το δικό σου. […] (σελ. 9)

Η ποίηση της Ιωάννας Καραμαλή καταγγέλλει τη βία, τον ατομικισμό, τον κυνισμό της τεχνοκρατικής μας εποχής που παραδόθηκε στην ψευδαίσθηση της υλικής ευμάρειας και έχασε το συναίσθημα. Εκφράζει την επείγουσα ανάγκη οι άνθρωποι να συνδυάσουν την τεχνολογία με την ποίηση, την επιστήμη με την τέχνη.

ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ

Μικραίνεις πολύ
η λεωφόρος γιγαντώνει
γκριζάρεις και πάλλεσαι
οι γύρω σου, μοιάζουν γεράκια
Φοβάσαι.
φτερουγίσματα σκόρπια
ασυνάρτητοι ήχοι
ταχυπαλμία, κόρνες και φώτα
Φοβάσαι.
κοιτάς πίσω, επιταχύνεις, κοντοστέκεσαι.
Σπουργίτι; Καρακάξα; Κουκουβάγια;
Ποιον ρόλο σου επέλεξαν πάλι;

Ορδές πουλιών πλάι σου […] (σελ. 10)

Αγαπώντας τη ζωή, η Ιωάννα Καραμαλή διαμαρτύρεται για τον κόσμο μας. Κάνει έκκληση για αγάπη, αλήθεια, ανθρωπιά. Γνωρίζει πως η ποίηση είναι αθωότητα και ομορφιά· η ζωή στην τελειότερή της έκφραση. Και μιλά μέσω της ποίησης, ελπίζοντας και πιστεύοντας στην αλλαγή.

Ο θάνατος έχει την παρουσία του στη συλλογή ως στοιχείο αναπόφευκτο, αλλά και επιθυμητό, στην περίπτωση του ηλικιωμένου που η ζωή «τον κρατά βάναυσα χώρια/ από εκείνη που του πήρε μακριά». (ΑΝΕΠΙΘΥΜΗΤΗ ΑΥΓΗ, σελ. 27) Ρομαντικό στοιχείο η επιθυμία του θανάτου.

Η Ιωάννα Καραμαλή αποτυπώνει τις σκέψεις της σε δεύτερο πρόσωπο, το πρόσωπο της συνομιλίας και του διαλόγου. Χρησιμοποιεί την επανάληψη ως μέσο για να προσδώσει έμφαση. Οι συνθέσεις της έχουν ρυθμό, ομοιοτέλευτα, σκόρπιους ιάμβους. Σημαντική η παρουσία των πουλιών -με τη συμβολική τους έννοια- στα οποία αφιερώνει τη συλλογή.

Η Ιωάννα Καραμαλή στην πρώτη της ποιητική συλλογή Χαρακιές σε άσπρους τοίχους συνθέτει ποίηση ατμοσφαιρική που εκφράζει αγωνία, ένα αίσθημα μοναξιάς, πόνου, ανικανοποίητων επιθυμιών και ερωτικού αδιέξοδου. Τραγουδά τη φθορά και καταφεύγει στη μνήμη και στην ομορφιά. Οι στίχοι της κραυγάζουν ευαισθησία και οδύνη.

ΛΕΥΚΕΣ ΧΙΜΑΙΡΕΣ

Σε όλα τα μολύβια σου
σπασμένες οι μύτες
οι λέξεις σου
μυαλού μετεωρίτες
χίμαιρες θηλάζεις
τις λευκές νύχτες
μήπως της ζωής σου
αποκοιμηθούν οι ήττες. (σελ. 38)

.

ΤΖΙΝΑ ΚΑΛΟΓΗΡΟΥ

FRACTAL 29/6/2022

Συλλαμβάνοντας το μυστήριο της ζωής

Είχα τη χαρά να γνωρίσω την Ιωάννα ως φοιτήτριά μας στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών της Ρητορικής και στη συνέχεια να ανακαλύψω σταδιακά και με τον καιρό όλα τα σπάνια πνευματικά χαρίσματά της, τη δημιουργικότητα και την ευφυία της, το σπάνιο ήθος της, τον δυναμισμό που επιδεικνύει αβίαστα σε όλες της τις συνεργασίες, την καλαισθησία που τη διακρίνει σε όλες τις επιλογές είτε κειμένων προς μετάφραση είτε θεμάτων προς διερεύνηση και συγγραφή. Η Ιωάννα είναι ένα όμορφο πρόσωπο, εσωτερικά και εξωτερικά, με το μέσα πλούτος της ανεξάντλητο και τη φυσική ομορφιά της γενναιόδωρα χαρισμένη στη μορφή της. Όμορφη όμως είναι και η Ποίηση, αφού όπως είπε και ο Ελύτης χαρακτηριστικά, η Ποίηση διαθέτει ένα μόνο επαναστατικό μέσο για να αλλάξει τον κόσμο κι αυτό είναι η Ομορφιά.

Η Ομορφιά επομένως και το ταλέντο χαρακτηρίζουν την Ιωάννα σε ό,τι κι αν καταπιάνεται, δεδομένου ότι είναι και εξαιρετική μεταφράστρια, ικανή να ομιλεί και να συναναστρέφεται την κουλτούρα από τουλάχιστον τρεις διαφορετικές γλώσσες, ιταλικά, ισπανικά και γαλλικά.

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι ένα λαμπρό δείγμα του ποιητικού της ταλέντου. Είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή με τον ευφυή τίτλο Χαρακιές σε άσπρους τοίχους από τις εκδόσεις Βακχικόν. Και λέω τον τίτλο ευφυή διότι δηλώνει εξαρχής, από το περικείμενο δηλαδή, το μέσον που επιλέγει η ποιήτρια για να γράψει ή μάλλον να χαράξει με δύναμη εσωτερική, με μια δυναμική χειρονομία το περιεχόμενο της συνείδησης και της φαντασίας της στον λευκό τοίχο. Όμως, ταυτόχρονα, η λευκότητα του τοίχου συνδηλώνει μια αμφίσημη και αντιφατική κατάσταση: αφενός, η ποιήτρια επιθυμεί, όπως κάθε ποιητής, να διατηρήσει στον χρόνο τη γραφή της, να τη μνημειώσει τρόπον τινά (θυμηθείτε και τα επιτύμβια καβαφικά ποιήματα) . Αφετέρου, το λευκό χρώμα συνδηλώνει το άγχος της λευκής σελίδας, τη διαθεσιμότητα του δημιουργού απέναντί της και, ίσως, το ανέφικτο εντέλει της ίδιας της ποιητικής γραφής ως πάλης του δημιουργού, διαιώνιας, με το άφατο.

Η γραφή της, λυρική και εσωτερική, συλλαμβάνει λεπταίσθητες αποχρώσεις και ηχοχρώματα, συλλαμβάνει εντέλει το ίδιο το μυστήριο της ζωής, ποικίλα συναισθήματα και καταστάσεις, τον έρωτα, την αγάπη (πολλές μορφές αγάπης), τη θλίψη του αποχωρισμού και τόσα άλλα. Οι στίχοι της διαποτίζονται από μια εσωτερικότητα που εμένα προσωπικά μου θύμισε τον Γιώργο Σαραντάρη.

.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΞΗΣ

vakxikon.gr 22/6/2022

Η ουσία, μας λέει ο Adorno, συχνά νοθεύεται από τη σύνοψη του ουσιώδους. Και πράγματι, αν αποπειραθώ να συνοψίσω εν προκειμένω τη συνάντησή μου με την Ιωάννα, αν επιχειρήσω να αναφερθώ στην καθοριστική για τις ψυχοσωματικές μας οντότητες εγγύτητα, τότε ενδέχεται να νοθεύσω την ουσία τούτης της συνάντησης.

Υπάρχει όμως κάποιος τρόπος, μέσω των περιγραφών μας και της κίνησής μας, ούτως ώστε όχι μόνο να αποφεύγεται τούτη η νοθεία, αλλά να εμπλουτίζεται και μάλιστα να διευρύνεται διαρκώς η ίδια η ουσία και συνεπώς η ύπαρξή μας;

Η απάντηση θεωρώ πως βρίσκεται σε αυτήν ακριβώς την έννοια της συνάντησης, στην ιερότητα της κάθε συνάντησης που βέβαια μπορεί να ειδωθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο μονάχα μέσα από μια κοσμοθεωρία της έγνοιας.

Ως συνοδοιπόρο λοιπόν σε τούτη την κοσμοθεωρία της έγνοιας μπορώ νομίζω να συμπεριλάβω και την συγγραφέα μας, διότι μέσω της ζωής της και του έργου της επιθυμεί να διαφύγει του μονοδιάστατου ανθρώπου, όπως τον εννόησε, όχι μόνον ο Marcuse αλλά σύσσωμη η πνευματική, καλλιτεχνική και επιστημονική αντίσταση που επιμένει να αγνοεί τα κελεύσματα για μια σχεδόν μηχανική και αντιερωτική ζωή η οποία θέτει ως μοναδικό της σκοπό την ομαλή ροή της παραγωγής.

Ποια είναι όμως εκείνα τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν μια φιλοσοφία της έγνοιας, της απόλαυσης και της ελευθερίας από την ηθική της αδιαφορίας και της παραίτησης; Πώς ξεχωρίζουμε την τάση προς την ανοιχτότητα ή την κλειστότητα, σύμφωνα και με τους καστοριαδικούς όρους;

Ένα από τα θεμελιώδη γνωρίσματα της φιλοσοφίας της έγνοιας αποτελεί αναμφίβολα η έγνοια μας για τη γλώσσα. Και πρώτα απ’ όλα ας εξηγήσουμε ότι εκείνος που νοιάζεται πραγματικά για τη γλώσσα, έχει υπερβεί εκείνον τον κοινό τόπο που κατά τρόπο παντελώς απλοϊκό εκλαμβάνει ως ουσιαστική αποστολή της γλώσσας την επικοινωνία. Πόσο μάλλον ό,τι θεωρούμε σήμερα ως επικοινωνία.

Όπως θα μας εξηγήσει ο Benjamin, η γλώσσα δεν είναι ένα απλώς ένα μέσο για να διαμηνυθεί σε άλλους ανθρώπους μια αξιοποιήσιμη πληροφορία, αλλά ένας φορέας εντός του οποίου αντιλαμβανόμαστε, γνωρίζουμε, διευρύνουμε ή περιορίζουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο.

Συνεπώς η έγνοια για την γλώσσα συνιστά μια αυθεντική μορφή έγνοιας για τον κόσμο, τον εαυτό μας και την ύπαρξη που έχει ως θεμέλιό της την συνύπαρξη. Και κατεξοχήν έκφραση αυτής της έγνοιας αποτελεί το δίχως άλλο η ποίηση, η λογοτεχνία, η τέχνη, η φιλοσοφία, με δυο λόγια οτιδήποτε προσεγγίζει ερωτικά την ύπαρξη μέσω της διερώτησης, έρωτας που σηματοδοτεί προφανώς τόσο την υπέρβαση της αδιαφορίας όσο και εκείνη της απλής περιέργειας να γνωρίσουμε κάποιον ή κάτι. Διάνοιξη. Όχι από περιέργεια, αλλά από έρωτα.

Αυτόν ακριβώς τον έρωτα για την ύπαρξη τον συναντά κανείς και στις χαρακιές, χαρακιές στα σώματά μας και τις ψυχές μας, χαρακιές ορατές και αδιόρατες, χαρακιές που διανοίγουν ένα κενό, μπροστά στο οποίο στεκόμαστε περήφανα, διότι όσο οδυνηρό κι αν φαντάζει, εμείς ερωτευτήκαμε.

Να ευχηθώ λοιπόν στην Ιωάννα να συνεχίσει να ζει εντός του κόσμου της έγνοιας, όπου στις ακατανόητες χαρακιές δεν απαντά κανείς με παθητικότητα και μεμψιμοιρία αλλά με την ερωτική διερώτηση πάνω στο μυστικό στοιχείο του κόσμου. Εκείνο το μυστικό στοιχείο, που όπως λέει και ο Wittgenstein, δεν είναι το πώς είναι ο κόσμος, αλλά το ότι είναι.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΑΝΔΡΕΟΥ

ATHENS VOICE 6/9/2022

Μιλήστε μας για το πρώτο σας βιβλίο.

Το πρώτο μου βιβλίο ονομάζεται «Χαρακιές σε άσπρους τοίχους» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν. Πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που περιέχει 30 ποιήματα γραμμένα μεταξύ διαφορετικών χρονολογιών, διαφορετικού ύφους, μορφής και έντασης μεταξύ τους και ίσως ακριβώς για αυτό θεωρώ ότι συστήνουν με τον καλύτερο τρόπο τις αντιφάσεις μου, στο κοινό.

Για να πείσετε κάποιον να αγοράσει το βιβλίο σας, τι ακριβώς θα του λέγατε;

Δεν θα ήθελα να πείσω κανέναν να αγοράσει το βιβλίο μου, θα μοιραζόμουν όμως με μεγάλη χαρά της ιστορίες πίσω από τα ποιήματα γιατί κάθε ποίημα που περιέχεται επισφραγίζει μια δυνατή υπαρξιακή κρίση και σύγκρουση.

Περιγράψτε μας τον τρόπο που δουλέψατε για τη συγγραφή του βιβλίου σας;

Επειδή πρόκειται για ποιητική συλλογή ή επειδή σαν άνθρωπος λειτουργώ σπάνια εντός πλαισίων, δεν υπήρξε κάποιος συγκεκριμένος τρόπος «δουλειάς» ή «δράσης». Είναι τα ποιήματα που γεννήθηκαν και χάραξαν τον δρόμο προς την έκδοση τους. Απείθαρχα, φωναχτά, παθιασμένα, οργισμένα και φορές βαθιά πληγωμένα ξάπλωσαν πάνω σε χαρτιά αναμένοντας την έκθεση τους.

Διαβάζετε άλλους συγγραφείς, Έλληνες και ξένους; Ποια βιβλία αποτέλεσαν οδηγούς για την πρώτη σας συγγραφική δουλειά;

Διαβάζω πολλούς συγγραφείς, κυρίως ξένους αλλά και πολλούς σύγχρονους Έλληνες. Δεν είχα κάποιον οδηγό στην πρώτη μου συγγραφική δουλειά, πέρα από τον εσωτερικό μου δυνάστη όπως θέλω να τον αποκαλώ. Μέσα από την πρώτη μου ποιητική συλλογή συμφιλιώθηκα, πάλεψα, χαμογέλασα και πόνεσα μαζί του.

Ποια ήταν η εμπειρία σας μέχρι την έκδοση του βιβλίου σας;

Είχα την τύχη να συνεργάζομαι ως μεταφράστρια με τις Εκδόσεις Βακχικόν, οπότε είχα μια πολύ καλή εμπειρία γιατί οι εκδότες μου αγκάλιασαν κατευθείαν το εγχείρημα και με στήριξαν περισσότερο από όσο θα μπορούσα να ελπίζω. Η εμπειρία μου λοιπόν πρόσθεσε ανθρώπους στη ζωή μου που μου χάρισαν την ευκαιρία να ανοίξω τις σελίδες μου στους αναγνώστες.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.