ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ

Η Αριστούλα Δάλλη γεννήθηκε στα Γρεβενά και ζει στη Θεσσαλονίκη. Εργάστηκε στη Δημόσια Υγεία ως φυσικοθεραπεύτρια. Είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια, Συστημική οικογενειακή θεραπεύτρια, υπεύθυνη συντονίστρια του Κέντρου Προσωπικής Ανάπτυξης και Ψυχοθεραπείας μέσω της Τέχνης Άκεσα, Θεσσαλονίκη. Είναι εικαστικός με συμμετοχή σε ομαδικές εκθέσεις και γράφει πεζά, ποιήματα, δοκίμια και βιβλιοπαρουσιάσεις. Έργα της έχουν συμπεριληφθεί στους συλλογικούς τόμους Φλέβες γραφής (εκδόσεις Ρώμη 2019), Η συμβολή των Ψυχοθεραπειών μέσω της Τέχνης στην Ψυχιατρική Θεραπευτική (εκδόσεις Βήτα 2019), Επιστολές από μια άλλη ήπειρο (εκδόσεις Ρώμη 2022) και Ο χρόνος που περνά και χάνεται (εκδόσεις Παρέμβαση 2023), ενώ έχουν φιλοξενηθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά, όπως τα: Περί Ου, Παρέμβαση, fractal, /rear, Culturebook, Θευθ και Καρυοθραύστις.

ΕΡΓΟΓΑΦΙΑ

Οι κόρες της Δήμητρας (Εκδ. Βακχικόν 2025)
Το δέρμα της φώκιας (Εκδ. Βακχικόν 2024)

.

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ (2025)

.

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Οικείο και ανοίκειο. Συνειδητό και ασυνείδητο. Ο άνθρωπος σύμφωνα με την υπαρξιακή φιλοσοφία, σε όλη την πορεία της ζωής του αναζητάει την ουσία τού είναι του και τον οικείο, γνωστό στο συνειδητό, χώρο όπου θα αισθανθεί ασφάλεια, αποφεύγοντας ταυτόχρονα το ανοίκειο, το μύχιο, το άβολo, το αλλόκοτο.
Οι κόρες της Δήμητρας είναι ένα ταξίδι στον κόσμο των απωθημένων ανοικείων εικόνων του ασυνείδητου, οι οποίες. κάτω από κατάλληλες συνθήκες, αναδύονται στο συνειδητό και, γνώριμες πλέον, βιώνονται ως οικείες μέσω της μυθοπλαστικής αφήγησης. της αλληγορίας. του συμβολισμού.
Οι ήρωες στις ιστορίες του βιβλίου αναζητούν την παρουσία ή την απουσία του άλλου. στοχάζονται πάνω στη σχέση τού είναι και του συν-είναι, αναζητώντας τελικά την κάθαρση και την υπαρκτική ελευθερία τους.

.

ΤΟ ΡΟΖ ΦΟΡΕΜΑ

Ένα κορίτσι κάθεται στο φωτισμένο παράθυρο του σκοτεινού σπιτιού πάνω στον λόφο. Η νύχτα υποχωρεί σιγά σιγά. Χρόνια τώρα, κάθε ημέρα την ίδια ώρα, περιμένει την ανατολή του ήλιου, για να δώσει με το φως του ζωή στον ακίνητο κόσμο της.
Τελευταία παρατηρεί μια ανθρώπινη φιγούρα να τρέχει μέσα στη νύχτα στην πλαγιά του λόφου. Τριγυρνάει το σπίτι της, ίσως ψάχνει για πόρτες και ανοίγματα, χάνεται και ξαναεμφανίζεται καθώς η σκιά του παρακολουθεί επίμονα το παράθυρό της. Τι μπορεί να θέλει άραγε από εκείνη; Η καρδιά της κλοτσάει από περιέργεια και φόβο. Σήμερα είναι αποφασισμένη να μάθει τον σκοπό του. Δεν υπάρχει αδιέξοδο, εκτός από τον θάνατο, υποστηρίζει η μητέρα.
Σπρώχνει την τροχήλατη καρέκλα της στην αυλή και κατεβαίνει στο γρασίδι υποβοηθούμενη από τα χέρια της. Με μία ώθηση του κορμιού της, κατρακυλά στην πλαγιά, έτσι όπως παιδί έπαιζε την τσουλήθρα με το σκυλάκι της, πριν η αρρώστια παραλύσει τα πόδια της. Κλείνει τα μάτια και αφήνεται στη γλυκιά ανάμνηση του αθώου παιχνιδιού…
Όταν τ’ άνοιξε, είδε σκυμμένο έναν άγνωστο κουκουλοφόρο πάνω από το κεφάλι της. Το πρόσωπό του ήταν μια μάσκα θανάτου, και μαύρο φως έβγαινε από τις άδειες κόγχες των ματιών του. Δυνατή λάμψη σαν αστραπή διαπέρασε τα βλέμματά τους. Μια βίαιη σύγκρουση ανάμεσα σε δύο πυκνά σύννεφα, και ένας κεραυνός έσκασε στα πόδια τους.
Πόση ώρα έμεινε λιπόθυμη και παγωμένη, δεν κατάλαβε. Όταν συνήλθε από το σοκ, γύρισε να δει αν ο κεραυνός έκαψε το σπίτι της. Αυτό ήταν άθικτο και κανένα ίχνος του σκοτεινού άνδρα δεν είχε απομείνει στο γρασίδι.
Το κορίτσι είδε το μοναχικό σπίτι της στην κορυφή του λόφου να φωτίζεται ζωντανό από τον πρωινό ήλιο. Σύρθηκε στα τέσσερα για να το φτάσει. Γράπωνε με τα χέρια της το γρασίδι με νέα δύναμη ζωής, καθώς το φως χρωμάτιζε ροζ το λευκό της φόρεμα.

ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ

Ήταν ένα ζεστό πρωινό του Αυγούστου. Είχα ξεκινήσει νωρίς για το χωράφι, πριν ανέβει ψηλά ο καυτός ήλιος. Τα καλαμπόκια συχνά καίγονται από τη ζέστη και ανοίγουν ξέφρενα τα φύλλα τους πριν ακόμη ωριμάσουν, με αποτέλεσμα να στεγνώνουν και να γεμίζουν σκουλήκια.
Στον δρόμο συνάντησα τις κόρες της Δήμητρας, της χαρτορίχτρας του χωριού. Την αποκαλούν μάγισσα, γιατί λέει τα κακά μελλούμενα. Αλλά και οι κόρες της έχουν τη φήμη ότι το μάτι και η σκέψη τους έχουν μια αρνητική δύναμη και μπορούν να καταστρέψουν ό,τι βάλουν στο μυαλό τους.
Με χαιρέτησαν και περπατήσαμε παρέα για λίγο δρόμο, έως ότου φτάσαμε στα χωράφια μας. Ήμασταν μπροστά σε μια γειτονική έκταση με καλαμποκιές, με πλούσια σοδειά και ώριμα, μεγάλα, χρυσοπράσινα καλαμπόκια. Τότε άκουσα τη μία αδελφή με αλαζονεία να λέει στην άλλη:
«Θέλεις ως τον γυρισμό μας να έχει μαραθεί το χωράφι;» «Δοκίμασε και η μάνα θα σου δώσει δώρο» απάντησε η άλλη με ειρωνεία.
Δεν έδωσα σημασία, γέλασα αμήχανα, θεωρώντας ότι ήταν αστεϊσμός για παραμύθια και επίδειξη της μαγικής τους δύναμης.
Έμεινα έκπληκτη το απόγευμα στην επιστροφή μας όταν αντίκρισα το πρωινό χωράφι κατεστραμμένο και μαραμένο. Εντυπωσιάστηκα και συγχρόνως τρόμαξα με το θέαμα του θανάτου.
Στη άκρη του είχε μείνει ζωντανή μόνο μία ρίζα και το καλαμπόκι της είχε ανοίξει στη μέση. Τα μουστάκια του είχαν ξεχειλίσει και έμοιαζαν με πυκνά, σγουρά μαλλιά ριγμένα στους ώμους μιας γυναικείας φιγούρας. Έδειχνε επιθετική και το ένα χέρι της είχε κοπεί, θαρρείς από μαχαίρι που έμοιαζε με μικρό ξίφος.
Σταυροκοπήθηκα και απομακρύνθηκα γρήγορα από το κακό συναπάντημα, παίρνοντας την επόμενη στροφή του δρόμου.
Όταν έφτασα στο χωριό, είδα κόσμο μαζεμένο. Στη μέση, με ρούχα ματωμένα, ήταν οι κόρες της Δήμητρας. Το χέρι εκείνης που μάρανε το χωράφι ήταν κομμένο στην παλάμη και τα δάχτυλά της ήταν σημαδεμένα, σαν κάποιος να τα είχε χαράξει με μαχαίρι. Καμία από τις δύο δεν κατάλαβε πώς έγινε αυτό, αφού δεν είχε χρησιμοποιηθεί κοφτερό αντικείμενο. Υπέθεσαν ότι ίσως να ήταν το μαχαίρι που κουβαλούσε πάντα μαζί της για να μαζέψει τα χόρτα του βουνού αυτό που κατά λάθος την πλήγωσε.
Έτρεξα πίσω στο χωράφι για να δω από κοντά την καλαμποκιά με το κομμένο χέρι. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος της, πέρα από ένα μαραμένο χωράφι. Η γυναίκα-καλαμποκιά είχε εξαφανιστεί.
«Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον» προσευχήθηκα.
Η ιδέα ότι το πνεύμα της θεάς Δήμητρας, μητέρας της γης, ήταν αυτό που τιμώρησε τις κόρες για την αλαζονική ασέβεια στη γονιμότητα της φύσης, σφηνώθηκε σαν βεβαιότητα στο μυαλό μου.
Δεν σχολίασα τίποτε και απομακρύνθηκα σιωπηλά. Έσφιξα στην τσέπη μου το κρυφό φυλαχτό μου για το μάτι, φτιαγμένο από σκόρδο και κοκαλάκι νυχτερίδας.

Ο ΔΡΑΠΕΤΗΣ

Περίμενε όλη τη μέρα άυπνος, κουλουριασμένος κάτω από την κουβέρτα του, σχεδιάζοντας τη φυγή του. Φαινόταν να κοιμάται και δεν τον ενόχλησε κανείς.
Μόλις η νύχτα πλησίασε και ο φύλακας κλείδωσε τις πόρτες, σαν ελατήριο πετάχτηκε όρθιος. Φόρεσε τα ρούχα του και, ξυπόλυτος, έσκυψε κάτω από το κρεβάτι. Τράβηξε την κουβέρτα που έκρυβε τη μεγάλη τρύπα στον τοίχο. Σύρθηκε μέσα σ’ αυτήν και σαν ερπετό έφτασε στο φρεάτιο του υπονόμου.
Η νύχτα ζοφερή μέσα στη σκοτεινή ερημιά της. Ολόιδια, όπως εκείνη που, δραπέτης από το στρατόπεδο του θανάτου, έτρεχε προς την ελευθερία του. Μόλις είχε Ασηκώσει τη σιδερένια σχάρα έτοιμος να κατέβει, όταν την ίδια ώρα ένας πυροβολισμός τάραξε την παγερή ησυχία της νύχτας. Ένιωσε ένα κάψιμο στον ώμο και παραπάτησε. Κρατήθηκε από τη σκάλα να μην γκρεμιστεί, και σαν τρελός κατέβηκε γρήγορα και σύρθηκε μέσα στα απόβλητα της πόλης. Ένιωσε τον θάνατο να τον παίρνει αγκαλιά. Πόσος χρόνος πέρασε, δεν κατάλαβε. Όταν συνήλθε, τα ρούχα του είχαν κολλήσει στο πετρωμένο από το κρύο σώμα του.
Τώρα βούλιαζε στα απόβλητα των δικών του σκέψεων. Εικόνες γεμάτες θάνατο και εκδίκηση περνούσαν από το μυαλό
του. Έπρεπε να βγει από τον υπόνομο. Περπάτησε πολλή ώρα, έως ότου βρήκε άνοιγμα προς την επιφάνεια.
Πέταξε τα βρόμικα ρούχα και γυμνός ανέβηκε προς την έξοδο.
Απόκοσμη ανθρώπινη απουσία. Την πόλη σκέπαζε γιγάντια νυχτερίδα με τα μαύρα φτερά της. Ένας στρατιώτης με τη σβάστικα στο κράνος του τον περίμενε με το όπλο στραμμένο επάνω του. Επιστροφή στο στρατόπεδο. Ούτε θάνατος ούτε ελευθερία. Εργασία στα κάτεργα ως την απελευθέρωση με το τέλος του πολέμου.
Όταν ο φύλακας του ψυχιατρείου, όπως κάθε πρωί, ξεκλείδωσε την πόρτα του θαλάμου για το πρόγευμά του, τον βρήκε να κάθεται κουλουριασμένος στο πάτωμα. Τα ρούχα του ήταν πεταμένα δίπλα στο κρεβάτι του και αυτός γυμνός, πλάι στη μικρή τρύπα που άφηνε μια σπασμένη πρίζα.
«Την άλλη φορά, την άλλη φορά θα βγω στο φως» ακούστηκε να μονολογεί κοιτάζοντάς τον με χαμένο βλέμμα.

ΟΙ ΦΙΛΟΙ

Ήταν η δέκατη ημέρα που έβγαινα για βραδινό κυνήγι, το οποίο αγαπώ πολύ, όταν την ησυχία της νύχτας έσπασε το γοερό κλάμα και τα βογκητά πληγωμένων. Έψαξα πίσω από τους θάμνους, τα πεσμένα κλαδιά, την πυκνή χλόη. Δεν βρήκα τίποτε. Μετά από λίγο άκουγα μόνο την κουκουβάγια και το πέταγμα της νυχτερίδας.
Το επόμενο πρωί, με το φως της ημέρας, γύρισα στο ίδιο σημείο του δάσους όπου είχα ακούσει τον άγνωστο θρήνο, αναζητώντας κάποια στοιχεία επιβεβαίωσης της εμπειρίας που έζησα. Δεν εντόπισα τίποτε το ιδιαίτερο.
Σκέφτηκα ότι μπορεί να ήταν απλώς ιδεασμός, λόγω του θυμού και της λύπης μου, καθώς σε αυτό το σημείο πριν λίγα χρόνια είχαν δολοφονηθεί οι τρεις φίλοι μου από εχθρική επίθεση της γειτονικής φυλής. Εγώ γλίτωσα από θαύμα, καθώς έτρεξα να ζητήσω ενίσχυση από τους δικούς μας πολεμιστές. Όταν φτάσαμε με την ομάδα βοήθειας, το κακό είχε γίνει. Θρηνήσαμε την απώλεια των φίλων μου με τελετουργία. Έτσι κι αλλιώς, ήταν η μέρα της ιερής μύησής μας και των δοκιμασιών για την ενηλικίωση και την αποδοχή μας στην κοινότητα.
Έσκυψα με προσοχή μέσα στις φτέρες και ανακάλυψα τους μανδραγόρες που είχαν καλύψει με τα φύλλα τους ύλη την περιοχή κάτω από τα αιωνόβια δένδρα. Είναι γνωστό στη φυλή μας ότι στο μέρος όπου πεθαίνουν άνθρωποι, βγαίνουν αυτά τα φυτά. Οι ρίζες τους έχουν τη μορφή ανθρώπων και δεν πρέπει να τα ξεριζώσεις, επειδή πονάνε αληθινά. Έχουν τη δύναμη να θεραπεύουν και βοηθούν με μαγική δύναμη τους σαμάνους ιερείς. Τώρα ήξερα τι έπρεπε να κάνω στο βραδινό μου κυνήγι.
Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, το φως του φεγγαριού έριχνε παράξενες σκιές ενώ την ίδια ώρα άκουσα γρατζουνίσματα, σαν κοφτερά νύχια να έσκαβαν το χώμα κάτω από τη γη, σε μια προσπάθεια να κινηθούν προς τα πάνω. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά βίαια, θύμιζε τον χτύπο τελετουργικού τυμπάνου. Τον θόρυβο του σκαψίματος συμπλήρωνε ένας γοε- ρός θρήνος.
Ξεκίνησα να σκάβω με μανία το χώμα προς τις ρίζες των φυτών. Πίστευα πλέον ότι είναι οι φίλοι μου και το πνεύμα τους που εγκλωβίστηκε εδώ μετά τον θάνατό τους από τα δηλητηριώδη βέλη των εχθρών τα οποία έκοψαν το νήμα της ζωής τους στην πιο ιερή στιγμή της μύησης.
Λίγο χώμα μού είχε απομείνει ακόμα, όταν τρεις φιγούρες νέων αγοριών πετάχτηκαν έξω. Φορούσαν ακόμη την ιερή ζώνη, τις μάσκες της ώριμης κολοκύθας, σύμβολο της ικανότητάς τους για μαγεία, και έφεραν τα παραδοσιακά ακόντια, έτοιμα να πολεμήσουν τους δαίμονες της σκιάς τους.
Άρχισαν να βγάζουν κραυγές πόνου, θρηνούσαν με το τραγούδι για την απώλεια της χαράς και της ζωής. Εγώ, χωρίς να μιλήσω, στάθηκα κοντό τους και ξεκίνησα να χορεύω με τα ρυθμικά βήματα που τόσο καλά είχαμε μάθει από τους μάγους της φυλής μας.
Εκείνη την ώρα, μέσα από το χώμα αναδύθηκε η χιλιόχρονη μητέρα της γης και με την ανάσα της μας μετέδωσε τη δύναμή της. Τα σώματά μας έγιναν ένα με το πνεύμα της φύσης και ένα λευκό φως μάς κάλυψε. Δεν ξέρω πόση ώρα κράτησε αυτή η έκσταση. Όταν συνήλθα, το σκοτάδι ακόμη σκέπαζε τους όγκους του δάσους. Οι κουκουβάγιες και οι νυχτερίδες σιωπούσαν, σεβόμενες την ιερότητα της στιγμής. Τα μόνα που απέμειναν στα ριζά του δένδρου ήταν οι μοβ βιολέτες που μύριζαν φρεσκάδα της νιότης.
Τώρα πια ήξερα ότι εγώ, ως μυημένος μάγος, θα ήμουν ο ενδιάμεσος των νεκρών και των ζωντανών, και θα μπορούσα να πετώ στα τρία επίπεδα της συμπαντικής μας ύπαρξης.

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ

Η μέρα ήταν κρύα. Τα βαριά σύννεφα πάνω από τα χαμηλά ιγκλού εγκυμονούσαν χιόνι. Οι σοδειές της χρονιάς είχαν αποθηκευτεί για τις δύσκολές ημέρες του παγετού.
Σήμερα ήταν η ετήσια γιορτή, αφιερωμένη στον αποχαιρετισμό του καλοκαιριού και τον ερχομό του χειμώνα. Τα έλκηθρα ήταν έτοιμα για τις επείγουσες μετακινήσεις. Στη γιορτή, πέρα από το γλέντι και τον χορό, είχε καθιερωθεί βραβείο για την καλύτερη και πιο πρωτότυπη γυναικεία ενδυμασία. Όλες οι νέες πάσχιζαν για τη νίκη και το έπαθλο, που ήταν ένα ζευγάρι μπότες από δέρμα φώκιας.
Η Κανσού ξεχώριζε πάντα με τα όμορφα, χειροποίητα ρούχα της. Όλη τη χρονιά μάζευε τα υλικά που θεωρούσε κατάλληλα για το φόρεμά της. Πάντα ονειρευόταν ότι θα σχεδιάσει το καλύτερο ρούχο και θα γίνει σπουδαία μοντελίστ.
Κοίταξε με καμάρι το τελειωμένο φουστάνι της στην κρεμάστρα. Το είχε υφάνει με πράσινα, κόκκινα και μαύρα φύκια της θάλασσας. Είχε κόψει λωρίδες από επεξεργασμένο δέρμα φάλαινας και τις είχε στολίσει με μεγάλα ασημένια λέπια ψαριών και πεταλίδες. Έραψε στα μανίκια αστερίες μαζί με λευκά και μαύρα πούπουλα πιγκουΐνων.
Οι λωρίδες, ελεύθερα κρόσσια στον αέρα, θα έλαμπαν σαν τα κυματιστά μακριά μαλλιά του ουρανού. Η πρωτοτυπία όμως ήταν οι λευκές πλεκτές κάλτσες και οι λαμπερές μαύρες γόβες. Τις είχε αγοράσει από έναν γυρολόγο-πραματευτή, με αντάλλαγμα ένα καλά παστωμένο ψάρι.
Η ώρα πλησίαζε. Έριξε την κόκκινη κάπα στους ώμους της, μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και μ’ ένα πήδημα ανέβηκε στο έλκηθρό της.
Το πυκνό χιόνι είχε αρχίσει να στρώνει όλους τους δρόμους και τους παράδρομους που οδηγούσαν στο μεγάλο ιγκλού των εκδηλώσεων. Ήταν έμπειρη και χειριζόταν με άνεση και χωρίς φόβο το έλκηθρό της, παρ’ όλη την ξαφνική θεομηνία. Η ομίχλη όλο και πύκνωνε. Εκείνη έψαχνε στο σκοτάδι τις στροφές του δρόμου, που τώρα είχαν καλυφθεί από όγκους χιονιού. Δεν ήξερε πλέον πού ήταν ο δρόμος. Ξαφνικά, ανάμεσα στη θολούρα της χιονοθύελλας, μία λευκή μεγαλόσωμη αρκούδα τής έκλεισε τον δρόμο.
Στην αρχή τής φάνηκε ότι ήταν μια σκιά της φαντασίας της ή κάποιο δένδρο ντυμένο στα λευκά που θύμιζε αρκούδα. Πλησίαζε αργά για να ξεκαθαρίσει την εικόνα. Όταν έφτασε κοντά, διαπίστωσε με έκπληξη πως ήταν μια γυναίκα με κατάλευκη γούνινη μπέρτα, γαλάζια μάτια και παράξενα διεισδυτικό βλέμμα. Κοιτιόνταν σιωπηλές, σαγηνεμένη η μία από την ομορφιά της άλλης.
Όταν ήρθαν πιο κοντά, η γυναίκα άνοιξε την μπέρτα της και απλώνοντας τα χέρια της έκλεισε την Κανσού στην αγκαλιά της.
Την άλλη μέρα, όταν η χιονοθύελλα είχε κοπάσει, με φόντο τον γαλάζιο ουρανό, ένα ζευγάρι μαύρες γόβες με άσπρες κάλτσες κρέμονταν στο σύρμα για να στεγνώσουν στον ήλιο.
Η Κανσού κοιμόταν βαθιά στο ζεστό ιγκλού της σαμάνας- ιέρειας και ονειρευόταν τη γιορτή. Η αίθουσα της μεγάλης συνάντησης ήταν γεμάτη και με χαρά παραλάμβανε το βραβείο της: ένα ζευγάρι μπότες από το καλύτερο δέρμα φώκιας.

ΤΟ ΦΡΟΥΤΟΔΕΝΔΡΟ

Κάποτε, σε μια χώρα χωρίς όνομα, ζούσε μια γυναίκα με πολύ μακριά μαλλιά, γεμάτα φρούτα. Κάθε πρωί με το πρώτο ξύπνημα, ανάλογα με την εποχή, έτρωγε ένα ώριμο φρούτο. Όταν ωρίμαζαν πρώιμα αλλά δεν είχε προλάβει να τα γευτεί, αυτά έπεφταν στο πάτωμα. Τότε, με ιδιαίτερη φροντίδα τα μάζευε και μοιρολογώντας τα έθαβε στον κήπο της πριν σαπίσουν.
Μια μέρα άργησε να ξυπνήσει. Ονειρευόταν πως έτρεχε στο δάσος με τα αιωνόβια δένδρα και αναζητούσε το μοναδικό δικό της οπωροφόρο που υπήρχε ανάμεσά τους.
Έπρεπε να το βρει οπωσδήποτε, γιατί ο χειμώνας πλησίαζε και τα φρούτα των μαλλιών της θα τελείωναν. Ήξερε ότι τα φρούτα των ονείρων έπεφταν και σάπιζαν στο πάτωμα γιατί δεν ήταν αληθινά. Έτρεχε με αγωνία ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση και δεν καταλάβαινε ότι σιγά σιγά τα μαλλιά της μπερδεύονταν με τα κλαδιά των δένδρων και την παγίδευαν σε θανάσιμη ακινησία.
Έπρεπε να κόψει τα μαλλιά της για να ελευθερωθεί. Δεν είχε ψαλίδι και με τη δύναμη των χεριών της τα ξερίζωσε και τα άφησε να ανεμίζουν σαν πένθιμες κορδέλες στα κλαδιά.
Τώρα χωρίς τα μαλλιά της ένιωθε άδεια, άσχημη και στείρα. Έκρυψε το πρόσωπό της στις χούφτες της με απόγνωση. Πόσον χρόνο έμεινε σε αυτόν τον θρήνο, δεν θυμάται. Όταν ο κύκλος της απώλειας ολοκληρώθηκε μέσα της, άρχισε να αφυπνίζεται.
Έκπληκτη, όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε να δεσπόζει στη μεγάλη σάλα του σπιτιού της το οπωροφόρο δένδρο που έψαχνε στη ζωή της. Ήταν γεμάτο με μια ποικιλία φρούτων, το σώμα της έμοιαζε με ώριμο κίτρο και τα μαλλιά της ήταν λουσμένα στο φως. Ώριμα τα φρούτα της αναζήτησής της, κρέμονταν σαν φαναράκια στα δένδρα του κήπου της.
Τώρα τα πάντα γύρω της ήταν ήσυχα. Είχε φτάσει στο κέντρο της και όλα ήταν αληθινά.

ΤΟ ΣΤΙΓΜΑ

Οι παλιές βάρκες, στοιβαγμένες η μία δίπλα στην άλλη πίσω απ’ τις καλύβες των ψαράδων, δημιουργούσαν μια αφανή κρυψώνα. Μία σκιά γυναίκας ήταν πάντα καλά κρυμμένη στις ξύλινες εσοχές που άφηναν τα εγκαταλελειμμένα πλεούμενα. Κανένας, έστω φευγαλέα, δεν είχε δει το πρόσωπό της. Φορούσε ένα μακρύ μαύρο φόρεμα, ξεθωριασμένο από την πολυκαιρία, ξεχασμένο στο σώμα της. Το πρόσωπό της ήταν καλυμμένο με χειροποίητη μάσκα, φτιαγμένη από ύφασμα και πούπουλα πουλιών που μάζευε η ίδια όταν αυτά εγκατέλειπαν τη θάλασσα για πιο ζεστά μέρη. Χρόνια τώρα, με τέχνη έκρυβε την ντροπή για το παραμορφωμένο, σκαμμένο δέρμα της από την αδηφάγα λέπρα που βασάνιζε το νησί.
Ωραιοζήλη ήταν το όνομά της, κληρονομιά της γιαγιάς της, όμως ήταν γνωστή ως αλαφροΐσκιωτη, αφού χανόταν αυτοστιγμεί σε κάθε περίεργο, ανοίκειο βλέμμα.
Ήταν η πιο όμορφη στο νησί πριν τη χτυπήσει η ασθένεια και χάσει τους δικούς της. Μόνη και αποσυρμένη, ζούσε στην καλύβα της. Την κυρίευε η απόγνωση της αναπηρίας και της μοναξιάς καθώς η αρρώστια ροκάνιζε τις αρθρώσεις του κορμιού της και οι πόνοι δυσκόλευαν τις μετακινήσεις
της. Έκλαιγε βουβά και σιγοτραγουδούσε όλη τη νύχτα, με τη μελωδική φωνή που ευτυχώς δεν είχε χάσει.
Ο μόνος που την περίμενε κάθε βράδυ καθισμένος πάνω στα δίχτυα που μόλις είχε ξεψαρώσει, ήταν ο Τιμολέων, ο ψαράς. Γερο-Τίμο τον φώναζαν με οικειότητα, και όλοι ήξεραν την αγάπη που έτρεφε για την αλαφροΐσκιωτη, από τότε που ήταν ακόμη πολύ νέοι. Την περίμενε, χωρίς να τη βλέπει, την ένιωθε απλά κοντά του. Ήταν η θάλασσά του, τον αγκάλιαζε τρυφερά και τον νανούριζε με τη φωνή και την αγάπη της. Τότε μόνο, εκείνη έβγαζε τη μάσκα. Ήταν η στιγμή που δεν φοβόταν, μιας και ο Τίμος δεν θα σήκωνε ποτέ τα μάτια του να τη δει- την έβλεπε με τα μάτια της καρδιάς του. Το φως του φεγγαριού φώτιζε μόνο τα περιγράμματα και την αύρα των σωμάτων τους.
Σήμερα ο γερο-Τίμος δεν γύρισε με τη βάρκα του. Μάταια τον περίμεναν μετά το πέρας της ξαφνικής καταιγίδας. Ο αέρας σφύριζε περίεργα.
Το τραγούδι της αλαφροΐσκιωτης δεν ξανακούστηκε. Μόνο ένα βράδυ με το φως του φεγγαριού και το τραγούδι του Γκιώνη ακούστηκε ένας παφλασμός και μία σκιά σύρθηκε σαν γοργόνα στον ασημένιο δρόμο της θάλασσας.
Κανένας δεν τους ξαναείδε, ούτε άκουσε κάποια καλύτερη ιστορία από την αγάπη τους. Μονάχα τις νύχτες με πανσέληνο, μέσα απ’ τον βυθό της θάλασσας ακούγεται το τραγούδι της αγάπης τους.

ΘΑΝΑΣΙΜΗ ΛΕΜΒΟΣ

Το κρουαζιερόπλοιο «Το γοβάκι της Σταχτοπούτας» είχε αγκυροβολήσει για δύο βράδια στο λιμάνι της Πριγκιπονήσου. Ήταν το ιδιωτικό νησί του λεγάμενου πρίγκιπα της διακίνησης όπλων. Κοινό μυστικό σε όλους ότι το κρουαζιερόπλοιο ήταν δώρο στην ωραία σύντροφό του. Την είχε γνωρίσει σ’ ένα μπαρ· κορίτσι χωρίς πατρίδα, χόρευε για να ζήσει. Την πήρε μαζί του – ωραία βιτρίνα για την κάλυψη της παρανομίας και το ξέπλυμα παράνομου χρήματος.
Η εορταστική βραδιά, μαζί με κάτι διαμαντένια γοβάκια για σκουλαρίκια, ήταν το δώρο των γενεθλίων της.
Η μουσική έπαιζε, τα ζευγάρια στροβιλίζονταν στην πίστα, τα ποτά έρεαν άφθονα και πλημμύριζαν τη θάλασσα. Φωταγωγημένο το πλοίο έλαμπε στο βαθύ μπλε της νύχτας κάτω από το παγωμένο βλέμμα της σελήνης. Όλα ήταν ερωτικά, όπως ταίριαζε στη γιορτή.
Κανένας δεν είχε προσέξει τις δύο ασυνήθιστες βάρκες, όμοιες με λαστιχένια βατραχοπέδιλα, που απομακρύνονταν γρήγορα από το πλοίο, λίγο πριν ανατιναχθεί, σαν μαγευτικό εορταστικό πυροτέχνημα, μαζί με τους επώνυμους καλεσμένους.
Ούτε γνώριζαν ότι οι μασκοφόροι κομάντος, οδηγοί της θανάσιμης λέμβου, ντυμένοι στα μαύρα, ήταν γυναίκες και η μία από αυτές ήταν η αγαπημένη σύντροφος του μεγαλέμπορα πρίγκιπα. Η μικρή του, γλυκιά Σταχτοπούτα έβλεπε από απόσταση το τέλος της σκλαβιάς της.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΑΒΙΝΙΟΝ

Στη γιγαντοοθόνη της μνήμης της, οι εικόνες όμορφων γυναικών παρελαύνουν με ταχύτητα η μία πίσω από την άλλη, αλλάζοντας συνεχώς μορφή. Είναι οι δεσποινίδες της Αβινιόν που δραπέτευσαν από το κάδρο και την επισκέφθηκαν απρόσκλητες, αφήνοντας προδομένο τον δημιουργό τους που τόσο τις αγαπούσε.
Το απαλό ροζ της νεανικής τους επιδερμίδας χάνει τη λάμψη και σκοτεινιάζει στις σταχτιές αποχρώσεις της σάρκας. Μεταλλάσσεται σε γυμνά, εκφυλισμένα σώματα από λαγνεία και θάνατο. Όλες την κοιτάνε στα μάτια και την προσκαλούν να μπει στον πίνακα.
Παρελαύνει τώρα μαζί τους, θέλει τόσο πολύ να είναι η μούσα του ζωγράφου τους, ακόμα και σε κυβιστική μορφή. Αυτός την αγνοεί, είναι μητέρα, δεν ανήκει σε καμία γυναικεία μορφή επί σκηνής.
Ασφυκτιά κλεισμένη στην ολόσωμη της ηθικής πανοπλία της. Έτσι πρέπει να ζει σαν μητέρα, ακούει τον απόηχο του γυναικείου θρήνου. Στον γυμνό μαστό της ένα νέο πλάσμα, όμοιο με εκείνη, μυρίζει γάλα και δαγκώνει με πάθος τη ρώγα της.
Ένας πόνος, ένας σπασμός, ένας μικρός εραστής, το βρέφος ταράζει το σώμα της. Είναι η ερωμένη Αφροδίτη του αρχαίου μικρού Ερμή.
Το κορμί της χαλαρώνει. Σηκώνεται γυμνή και κρύβεται μέσα στο κάδρο του τοίχου με τους άνδρες που ξέρει άτι την ποθούν.
Τους ποθεί και η ίδια. Είναι μία από τις δεσποινίδες της Αβινιόν.

ΑΣΟΥΚΑ

Δεν μοιάζω με πολλές άλλες γυναίκες. Το όνομά μου είναι Ασούκα, που σημαίνει άρωμα λουλουδιού. Αλλά όλοι με φωνάζουν Ισκί, γυναίκα της δύναμης.
Μένω χρόνια τώρα στη βρόμικη συνοικία της μεγάλης πόλης που είναι γεμάτη πορνεία. Κανένας από τους δικούς μου, ούτε η μητέρα, δεν θα αναγνώριζαν στο πρόσωπό μου τη μικρή Ασούκα. Χάθηκε η αληθινή μου όψη, όταν με πούλησαν στον νονό της νύχτας για να επιζήσει η οικογένεια.
Ήμουν παιδί. Δεν κατάλαβα πότε έγινα γυναίκα. Ο θάνατος έμπηξε την τρίαινά του στο μέτωπό μου. Η βία χρόνια με πότιζε οργή. Τώρα δεν μυρίζω άνθος μανόλιας. Το λευκό δέρμα μου ξεραμένη πληγή. Τα μάτια μου σκοτεινά, πλημμυρισμένα αίμα. Πόνος και μίσος, σαν βούλα γάμου στο μέτωπό μου.
Τις νύχτες χάνομαι στα σκοτεινά υπόγεια. Φοβάμαι τις άγνωστες ανάσες που μυρίζουν όπιο. Τη θυσία του κορμιού μου στα βρόμικα κρεβάτια. Τη μάσκα της Ισκί με το πληγωμένο στόμα.
Πολλές φορές ονειρεύομαι ρωγμές στο ψεύτικο πρόσωπο της δύναμης. Αχνά αναδίδεται τότε το άρωμά μου. Με αναγνωρίζω, είμαι η Ασούκα.

.

ΤΟ ΔΕΡΜΑ ΤΗΣ ΦΩΚΙΑΣ (2024)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Το δέρμα αποτελεί ζωτικό όργανο για τη βιολογική λειτουργία. Είναι όμως και το κατεξοχήν επικοινωνιακό μέσο, ο ενδιάμεσος χώρος μεταξύ του εσωτερικού σώματος και του εξωτερικού κόσμου.
Ανάλογα με τα πρώτα ερεθίσματα που καταγράφει ο υποδοχέας δέρμα, άλλοτε διαμορφώνεται μία υγιής και άλλοτε μία κατακερματισμένη εικόνα του εαυτού.
Στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων, η Αριστούλα Δάλλη δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.
Οι ήρωές της –αρχετυπικές μορφές– πορεύονται ανάμεσα στην ορμή της ζωής και του θανάτου, στο σωματικό και ψυχικό Εγώ, στην προδοσία και στη δέσμευση, στο μίσος και στην αγάπη, ανιχνεύοντας την ταυτότητα και το πρόσωπό τους.

.

ΤΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Ο Αράτα τον τελευταίο καιρό ξυπνάει αναστατωμένος από έναν παράξενο εφιάλτη. Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ. Βλέπει τη Μία Αο, τη γυναίκα του, να βγαίνει γυμνή από το μπάνιο και να πλησιάζει αργά στο κρεβάτι τους. Το κορμί της είναι βαμμένο με έντονα χρώματα, όπως η παλέτα του ζωγράφου. Τα μαλλιά της έχουν γίνει πινέλα που στάζουν αίμα. Τα δάχτυλά της μοιάζουν με σκουριασμένες σπάτουλες. Σκοτεινό το πρόσωπό της, σκύβει επάνω του, σηκώνει το χέρι με το μαχαίρι, έτοιμη να κόψει τον φαλλό του.
Ξυπνάει έντρομος. Η ζήλια σαράκι στο σώμα του, όλη τη νύχτα το ροκανίζει και το κάνει σκόνη. Καρφί στο μυαλό οι υπόνοιες. Είναι όμορφη η Μία Αο, μοιάζει με τη Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Μέρες τώρα γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να πηγαίνει στον Χασίρι Μότο. Είναι το καλύτερο
μοντέλο του διάσημου ζωγράφου.
Κάθε μέρα η Μία Αο λείπει ατέλειωτες ώρες από το σπίτι. Ο κόσμος της πλέον είναι το ατελιέ του και η ευτυχία της είναι να ποζάρει για χάρη του. Ο Αράτα είναι σίγουρος ότι είναι ερωτευμένη μαζί του. Κουλουριάζεται με απόγνωση στο κρεβάτι του σαν έμβρυο. Η Μία Αο δεν είναι πια δική του.
Χθες βράδυ πάλι το ίδιο όνειρο. Η Μία Αο σκύβει επάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τινάζεται όρθιος και με μια γρήγορη κίνηση το αρπάζει από το χέρι της.
Ξυπνάει. Τώρα αυτός είναι βαμμένος με χρώματα και στάζει αίμα. Δεν θα την αποχωριστεί ποτέ. Πλένει τα κορμιά τους. Ξαπλώνει τη Μία Λο στο κρεβάτι. Φοράει τα δικά της ρούχα. Μακιγιάρει το πρόσωπό του, στολίζει με λουλούδια τα μαλλιά του. Στον καθρέφτη η όψη του είναι παράξενα ήρεμη.
Ήρθε η ποθητή ώρα να ποζάρει στον Χασίρι Μότο. Φοράει στο πρόσωπο το μυστηριώδες χαμόγελο της Μόνα Λίζα.
Είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.

.

ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ

Τρία μερόνυχτα και οι οκτώ αγκαλιαζόμασταν στριμωγμένες η μία πάνω στην άλλη μέσα σε μία σάπια βάρκα που την έδερναν τα κύματα. Είχαμε φύγει από την πατρίδα για να σωθούμε από τη φωτιά και τη σφαγή, χωρίς να ξέρουμε πού πάμε.
Με το χάραμα της τέταρτης μέρας είδαμε να ξεπροβάλλει ο όγκος του νησιού. Όλες αναστενάξαμε με ανακούφιση. Είχαμε σωθεί. Μια γλυκιά μουσική έφτανε στ’ αυτιά μας. Η ελπίδα φτερούγισε στο στήθος μας.
Όταν φτάσαμε κοντά στην αμμουδιά, μαζέψαμε τα μακριά φουστάνια μας και μ’ ένα σάλτο βρεθήκαμε στη στεριά.
Ανεβήκαμε τον χωματόδρομο που οδηγούσε σ’ έναν μικρό λόφο δίπλα στους βράχους. Αντικρίσαμε τότε μία σειρά από ξύλινα σπίτια, παραταγμένα το ένα δίπλα στο άλλο σαν βαγόνια ενός ακίνητου τρένου. Μπροστά σε κάθε καμπίνα πάνω σε μία κομψή καρέκλα κάθονταν περίεργα πλάσματα που τίποτε επάνω τους δεν παρέπεμπε στο μελωδικό τραγούδι που ακούγαμε.
Τα σώματά τους είχαν ένα ξεπλυμένο ροζ χρώμα που κατά διαστήματα καλυπτόταν από ένα κοντό και σκληρό τρίχωμα. Τα πόδια τους κατέληγαν σε μακριά δάκτυλα με γαμψά νύχια. Στην πλάτη τους φύτρωναν καφέ φτερά, στο ίδιο χρώμα με τους γλιστερούς βράχους της ακτής.
Μόλις μας είδαν σταμάτησαν το τραγούδι. Το κορμί τους τεντώθηκε σαν ελατήριο και άλλαξε χρώμα, από ροζ σε κόκκινο. Ανέδιδαν μια άσχημη ψαρίσια οσμή. Σηκώθηκαν από τις καρέκλες και μας περικύκλωσαν. Μας πλησίαζαν όλο και πιο πολύ ενώ ταυτόχρονα κουνούσαν τα φτερά τους στην προσπάθεια ίσως να πετάξουν, αλλά τα σώματά τους ήταν βαριά από τις σιδερένιες σφαίρες που ήταν δεμένες στα πόδια τους.
Μία μέθη μούδιασε το σώμα μου. Δεν θυμάμαι τι έγινε μετά και για πόσον καιρό μείναμε κλεισμένες στα βαγόνια του τρένου. Όταν βγήκαμε στο φως τίποτε δεν ήταν ίδιο.
Ιερές δούλες είμαστε σήμερα, σώματα ελκυστικά με μελένια στήθια, καλούμε με τη σιωπή μας τα σαγηνεμένα θύματά μας.

.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ME TO ΜΠΛΕ ΠΑΛΤΟ

Τέσσερις άνθρωποι τυλιγμένοι σφιχτά στα πανωφόρια μας περιμένουμε στην αίθουσα αναμονής για μία εξέταση τομογραφίας. Κοινό μας χαρακτηριστικό οι παράξενες φυσιογνωμίες μας.
Ο πιο ηλικιωμένος από μας βουλιάζει αμίλητος στην πολυθρόνα του. Τα χείλη του είναι δύο οριζόντιες γραμμές και τα άχρωμα μάτια του σκιάζονται από πυκνά λευκά φρύδια. Ο νεαρός άνδρας που κάθεται στον καναπέ έχει υπερβολικά μεγάλα αυτιά. Πετιούνται δεξιά και αριστερά σαν φτερά αεροπλάνου. Η κυρία απέναντι μου είναι φαλακρή. Τα παχιά της χείλη έντονα βαμμένα κόκκινα. Δεν έχει ματοτσίνορα. Ψάχνω στην τσάντα μου για χαρτομάντιλο, θέλω να σκουπίσω και να κρύψω τη μεγάλη στραβή μου μύτη που δεσπόζει στο πρόσωπό μου, αλλά δεν βρίσκω τίποτε εκτός από τσιγάρα.
Τότε ακούω το όνομά μου. Ακολουθώ τον γιατρό. Στο γυάλινο διαχωριστικό ανάμεσα στα δύο δωμάτια αντικρίζω την αντανάκλασή μου. Μία άγνωστη γυναίκα με μπεζ παλτό και άδειο πρόσωπο με κοιτάει με ύφος χαμένο.
«Μην ανησυχείτε» λέει ο γιατρός. «Είναι μία τυπική εξέταση».
Προχωρώ υπνωτισμένη. Πρέπει να μείνω ακίνητη μέσα στον τομογράφο έως ότου τελειώσουμε. Κλείνω τα μάτια μου και αφήνω τις εικόνες που έρχονται ελεύθερα στο μυαλό μου.
Ένα κοριτσάκι μ’ ένα μπλε παλτό και σκούφο εμφανίζεται απρόσκλητο.
Είμαι εγώ στα επτά μου χρόνια και ακτινοβολώ από χαρά. Ο πατέρας μου που λείπει συχνά σε ταξίδια, έχει γυρίσει και μου έχει φέρει ένα πολύ όμορφο βελούδινο παλτό και σκούφο. Όταν τα φορώ δεν βλέπω τη μεγάλη μύτη μου για την οποία με κοροϊδεύουν τα παιδιά στο σχολείο.
«Αυτό είναι το αληθινό σου πρόσωπο. Είσαι όμορφη γιατί σ’ αγαπώ» μου έλεγε ο πατέρας καθώς με σήκωνε στην αγκαλιά του. Τούτο ήταν και το τελευταίο δώρο του πριν φύγει για πάντα.
Με εγκλωβισμένο το κεφάλι και το σώμα μου στο κουβούκλιο του τομογράφου μιλάω σε κείνο το κοριτσάκι για πρώτη φορά. Και για πρώτη φορά αυτό γυρνά, με κοιτάζει στα μάτια και μου χαμογελά.
Ακούω στ’ αυτιά μου τη φωνή του γιατρού.
«Τελειώσαμε. Όλα καλά».
Την ώρα που φεύγω, ρίχνω μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη του διαδρόμου. Το μπεζ μου παλτό έχει αλλάξει χρώμα, έχει γίνει μπλε.
Χαμογελώ ευτυχισμένη καθώς βλέπω από την άλλη όχθη του καθρέφτη μία όμορφη γυναίκα να μου γνέφει «σ’ αγαπώ».

.

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Πρέπει να ετοιμάσω τη βαλίτσα. Είναι μεσάνυχτα και η ώρα περνάει γρήγορα. Η πτήση μου είναι για αύριο το μεσημέρι στις δώδεκα. Αγωνιώ γιατί κάποιες φορές η αδελφή μου έρχεται μέσα στη νύχτα και αλλάζει την ώρα αφύπνισης στο ξυπνητήρι επίτηδες ώστε να χάσω το αεροπλάνο. Αυτήν τη φορά όμως δεν θα με εμποδίσει να συναντήσω τον Έρικ, που θα με υποδεχθεί με μία αγκαλιά λουλούδια.
Πρέπει να του κάνω έκπληξη. Θα φορέσω το γαλάζιο φόρεμα που του αρέσει τόσο πολύ γιατί, όπως λέει, με κάνει να μοιάζω με άγγελο. Θα πάρω και το επίσημο κόκκινο φουστάνι μαζί μου για την όπερα. Η τελευταία φορά που το φόρεσα ήταν η μέρα του δυστυχήματος.
Θα χωρέσουν όλα στη δερμάτινη βαλίτσα μου· είναι η μόνη που μου απέμεινε. Τις άλλες ταξιδιωτικές τσόντες τις κρύβει η αδελφή μου.
Αλλά πού είναι τα παπούτσια μου; Τα κουτιά της αποθήκευσης είναι άδεια. Ελπίζω να μην τα έχει κρύψει και αυτά.
Τελικά βρήκα μόνο τις παντόφλες μου κάτω από το κρεβάτι. Δεν πειράζει όμως, είναι κομψές, έχουν χρώμα μπλε και ταιριάζουν με το γαλάζιο φόρεμα. Να μην ξεχάσω να πάρω μαζί μου και το δώρο του Έρικ. Το έχω φυλαγμένο στο συρτάρι του κομοδίνου. Είναι μία γραβάτα, όμοια με κείνη που φορούσε όταν το αυτοκίνητό του έπεσε στον γκρεμό τούτο το μοιραίο Σάββατο. Εγώ την τελευταία στιγμή πρόλαβα και πήδηξα έξω. Αυτός όμως όχι. Η γραβάτα έχει λίγο ξεραμένο αίμα στην άκρη, όμως είναι όμορφη. Θα του αρέσει πολύ.
Το εισιτήριό μου ευτυχώς είναι στο πορτοφόλι μου. Προλαβαίνω να ετοιμάσω έναν ζεστό καφέ και να ξεκουραστώ με λίγη μουσική.
Ξαφνικά νιώθω ένα μαλακό σκούντημα και αναδύομαι από τον ύπνο. Κοιτώ το ρολόι, είναι δύο η ώρα το μεσημέρι, πάλι έχασα την πτήση μου. Η αδελφή μου στέκεται πάνω από το κεφάλι μου και με κοιτάζει.
«Έχασα το αεροπλάνο» της φωνάζω και τη σπρώχνω με δύναμη.
«Μη στενοχωριέσαι, το εισιτήριό σου ισχύει και για την επόμενη πτήση. Τώρα είναι ώρα για φαγητό. Κοίτα τι νοστιμιές σου έφερα» λέει και μετακινεί τον δίσκο με τις λιχουδιές προς το μέρος μου.
Την κοιτάω καχύποπτα. Ξέρω ότι με ζηλεύει. Γνωρίζω πως δεν θα με αφήσει ποτέ να φύγω από κοντά της. Το χειρότερο όμως είναι ότι σταδιακά η αδελφή μου μέρα με τη μέρα χάνει όλο και πιο πολύ τα λογικά της.
Η αδελφή μου τρελαίνεται.

.

ΤΖΟΥΝΤΙΘ

Είμαι η Τζούντιθ. Κανένας δεν ξέρει τίποτε για μένα πέρα από το ότι είμαι η δίδυμη αδελφή του ζωγράφου Ζαν Πωλ Τρυσώ.
Διάσημος για τα πρωτοποριακά έργα ο αδελφός μου, αλλά και για τον ακραίο τρόπο ζωής του τη νύχτα, με αλκοόλ και γυναίκες. Όλα ήταν επιτρεπτά στο αγόρι που μεγάλωνε κάτω από τη σκέπη του αφέντη πατέρα και θα συνέχιζε το μεγαλείο του.
Αντίθετα, όσον αφορά εμένα, ο πατέρας χαμογελούσε με συγκατάβαση για τη δική μου ασήμαντη καθημερινότητα. Οι ασχολίες μιας συνηθισμένης ημέρας μου περιορίζονταν στην κουζίνα, στον κήπο, στο σαλόνι με τη μητέρα να κεντάμε και να πλέκουμε. Πότε πότε να ρίχνουμε σιωπηλές ματιές η μία
στην άλλη.
Είμαι η Τζούντιθ, μοιάζω μ’ ένα κλειστό, ακατοίκητο σπίτι. Μόνο τα βράδια, όταν ο αδελφός μου λείπει στις βραδινές εξόδους του, κρύβομαι στο ατελιέ του ανάμεσα στα τελάρα. Οι μυρωδιές από τα λάδια και τα διαλυτικά ξυπνάνε τις αισθήσεις μου. Χύνω τα χρώματα στον λευκό μουσαμά και ξαπλώνω πάνω τους γυμνή.
Με το σώμα μου ιχνογραφώ τον μυστικό μου κόσμο. Οι πόροι του δέρματός μου γίνονται κρύπτες και ρουφούν τα τοξικά υλικά των χρωμάτων. Ταυτόχρονα όμως δημιουργούνται υπέροχοι πίνακες πάνω στον καμβά.
Ο αδελφός μου γνωρίζει τις μυστικές μου νυχτερινές εξορμήσεις και συνειδητά εκθέτει ως δικά του τα έργα μου.
Όμως στα μικροσκοπικά -στο μέγεθος του δαχτύλου- γλυπτά μου ειδώλια που πλάθω με άργιλο και νερό ζωντανεύω τους δικούς μου πόθους. Κανένας δεν γνωρίζει γι’ αυτό. Τα κρύβω στις τσέπες του φορέματος μου και μερικές φορές βάζω κάποια ανάμεσα στις σφιχτά πλεγμένες κοτσίδες μου.
Το μυστικό μου φανερώθηκε όταν έπρεπε να αλλάξω τα σκούρα φαρδιά μου ρούχα με το νυφικό του γάμου και να αφήσω ξέπλεκα τα μαλλιά μου. Τότε, τα ειδώλια έπεσαν στο έδαφος και θρυμματίστηκαν.
Το λευκό μου νυφικό δεν το φόρεσα ποτέ. Οι πόροι του γυμνού μου σώματος απέβαλαν ένα έντονο κόκκινο υλικό σαν αίμα. Είχα δηλητηριαστεί από τα ίδια τα χρώματα που με έτρεφαν.
Είμαι η Τζούντιθ, τώρα ζω επιτέλους μέσα στο δικό μου φως.

.

ΠΩΣ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Ήταν ένα από εκείνα τα καυτά μεσημέρια του καλοκαιριού και είχα αποκοιμηθεί στην κρεμαστή κούνια του κήπου μου. Όταν άνοιξα κάποια στιγμή τα μάτια μου είδα ένα παράξενο μικροσκοπικό πλάσμα να κρέμεται από το κλαδί της ανθισμένης μανόλιας πάνω από το κεφάλι μου.
Είχε το σώμα ενός πολύχρωμου φιδιού, που όμως έφερε φτερά, κεφάλι πουλιού και μακρύ, λεπτό ράμφος.
Με βασιλική χάρη ξετυλίχτηκε από το κλαδί και κουλουριάστηκε στο μπράτσο μου. Τα χρώματά του ήταν χρυσοκίτρινα, στη γήινη απόχρωση του ψημένου κεραμιδιού. Οι φολίδες του σώματός του, συνέχεια των πολύχρωμων φτερών του, έμοιαζαν με πεταλούδες κολλημένες στο δέρμα του.
Τα μάτια αυτού του παράξενου πλάσματος, που ήταν ερπετό και πουλί μαζί, λαμπύριζαν και ένιωθα να χάνομαι μέσα στο βάθος τους. Ξετυλίχτηκε τότε από το χέρι μου και μ’ ένα γρήγορο φτερούγισμα πέταξε κατευθείαν σ’ ένα λουλούδι και βύθισε το μυτερό ράμφος κατευθείαν στην καρδιά του.
Από τότε ζει κοντά μου. Μου αρέσει ο διπλός τρόπος ζωής του, μοιάζει με τον δικό μου. Άλλοτε σέρνεται σαν φίδι στο έδαφος κι άλλες φορές πετάει στον αέρα αναζητώντας το νέκταρ των λουλουδιών.
Όταν είμαι έτοιμος να αποκοιμηθώ, συχνά το φίδι τυλίγεται γύρω από τα χέρια, τα πόδια, τον λαιμό μου. Μου ξυπνάει τις απαγορευμένες επιθυμίες μου, εκμαυλίζει τις αισθήσεις μου. Ως αρχέγονος όφις με βυθίζει σε ερωτικές φαντασιώσεις. Τότε όμως το πουλί μ’ ένα γρήγορο φτερούγισμα με ανυψώνει μαζί του στον αέρα και αναζητάμε την καρδιά του λουλουδιού. Φίδι και πουλί σε πλήρη αρμονία συσπειρώνονται και εκτινάσσονται μαζί, όπως η σαΐτα σε παιδικό παιχνίδι.
Τα βράδια, όταν κάθομαι στο γραφείο και ετοιμάζομαι να γράψω, το πλάσμα σέρνεται διακριτικά πάνω στα πόδια μου και κουλουριάζεται μπροστά στη γραφομηχανή μου. Κάποιες φορές μου φαίνεται ότι ακούω περίεργους ήχους να βγαίνουν από μέσα του. Το φίδι προσπαθεί να κυριαρχήσει με όλες τις
φολίδες του. Το πουλί τινάζει απεγνωσμένα τα φτερά του.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

FRACTAL  30/4/2024

Φαντασία και πραγματικότητα

Η Αριστούλα Δάλλη μετά από δημοσιεύσεις πεζών, ποιημάτων, δοκιμίων, δεκάδων βιβλιοπαρουσιάσεων και με συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους, εκδίδει τον Φεβρουάριο του 2024 το πρώτο της βιβλίο πεζογραφίας, μια συλλογή διηγημάτων με τίτλο Το δέρμα της φώκιας από τις εκδόσεις Βακχικόν. Η συλλογή περιέχει 38 μικρά διηγήματα και μπορεί να είναι το πρώτο της βιβλίο, αλλά διαβάζοντας το ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται αμέσως ότι έχει μπροστά του το βιβλίο ενός έμπειρου συγγραφέα με λόγο γεμάτο ωριμότητα, εμπειρία και φαντασία. Στα διηγήματα της συλλογής η συγγραφέας όπως γράφει και στο οπισθόφυλλο «δίνει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στη γυναίκα ως Θηλυκή Αρχή, ως σχέση με την Αρσενική Αρχή, ως Αρχέγονη Μητέρα, ως πρωταρχική σκηνή της αίσθησης στον κόσμο.»

Οι ηρωίδες και οι ήρωες των διηγημάτων κινούνται ανάμεσα στη φαντασία και στο όνειρο στην αλήθεια και τη ψευδαίσθηση, στο χτες, το σήμερα και το αύριο, τη ζωή και το θάνατο. Και χάρη στην ικανότητα της συγγραφέως να ανιχνεύει σε βάθος τους ήρωες της, ο αναγνώστης γίνεται παρατηρητής και κριτής των γεγονότων που περιγράφονται στο κάθε διήγημα βγάζοντας τα δικά του συμπεράσματα για το κάθε ήρωα.

Στο διήγημα Το χαμόγελο παρατηρούμε ότι ο ήρωας της ιστορίας είναι ένα προβληματικό άτομα το οποίο κινείται ανάμεσα σε μια αρρωστημένη φαντασία, στο όνειρο και στη πραγματικότητα. Η δε περιγραφή της Δάλλη για το άτομο αυτό αλλά και για όλους τους ήρωες και τις ηρωίδες είναι εξαιρετική. Με λίγα λόγια δίνει μια ολοκληρωμένη περιγραφή της εσωτερικής εικόνας και του ψυχικού κόσμου των ηρώων της. Σ’ αυτό, βέβαια, εκτός του ότι έχει μια ξεχωριστή γραφή ως πεζογράφος, τη βοηθούν οι γνώσεις και η ενασχόληση της, μια και είναι εικαστική ψυχοθεραπεύτρια: «Ο Αράτα τον τελευταίο καιρό ξυπνάει αναστατωμένος από έναν παράξενο εφιάλτη. Το ίδιο όνειρο κάθε βράδυ βλέπει τη Μία Λο, τη γυναίκα του, να βγαίνει γυμνή από το μπάνιο και να πλησιάζει αργά στο κρεβάτι τους. Το κορμί της είναι βαμμένο με έντονα χρώματα, όπως η παλέτα του ζωγράφου. Τα μαλλιά της έχουν γίνει πινέλα που στάζουν αίμα. Τα δάχτυλά της μοιάζουν με σκουριασμένες σπάτουλες. Σκοτεινό το πρόσωπό της, σκύβει επάνω του, σηκώνει το χέρι με το μαχαίρι, έτοιμη να κόψει τον φαλλό του. Ξυπνάει έντρομος. Η ζήλια, σαράκι στο σώμα του, όλη τη νύχτα το ροκανίζει και το κάνει σκόνη. Καρφί στο μυαλό οι υπόνοιες. Είναι όμορφη η Μία Λο, μοιάζει με τη Μόνα Λίζα του Ντα Βίντσι. Μέρες τώρα γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να πηγαίνει στον Χασίρι Μότο. Είναι το καλύτερο μοντέλο του διάσημου ζωγράφου. Κάθε μέρα η Μία Λο λείπει ατέλειωτες ώρες από το σπίτι. Ο κόσμος της πλέον είναι το ατελιέ του και η ευτυχία της είναι να ποζάρει για χάρη του.

Ο Αράτα είναι σίγουρος ότι είναι ερωτευμένη μαζί του. Κουλουριάζεται με απόγνωση στο κρεβάτι του σαν έμβρυο. Η Μία Λο δεν είναι πια δική του. Χθες βράδυ πάλι το ίδιο όνειρο. Η Μία Λο σκύβει επάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τινάζεται όρθιος και με μια γρήγορη κίνηση το αρπάζει από το χέρι της. Ξυπνάει. Τώρα αυτός είναι βαμμένος με χρώματα και στάζει αίμα. Δεν θα την αποχωριστεί ποτέ. Πλένει τα κορμιά τους. Ξαπλώνει τη Μία Λο στο κρεβάτι. Φοράει τα δικά της ρούχα. Μακιγιάρει το πρόσωπό του, στολίζει με λουλούδια τα μαλλιά του. Στον καθρέφτη η όψη του είναι παράξενα ήρεμη.Ήρθε η ποθητή ώρα να ποζάρει στον Χασίρι Μότο. Φοράει στο πρόσωπο το μυστηριώδες χαμόγελο της Μόνα Λίζα. Είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.»

Σε ένα άλλο διήγημα Το κορίτσι του πίνακα βλέπουμε πού οδηγεί την ηρωίδα, την Ελόιζε η διαταραχή και το μπέρδεμα της πραγματικότητας με τη φαντασία: «Το πρόσωπο δε της μικρής στον πίνακα άρχισε να αλλάζει, και από συνοφρυωμένο και απρόσιτο να γλυκαίνει και να μοιάζει όλο και περισσότερο με κείνο της υφασμάτινης κούκλας. Ένα μεσημέρι που όπως πάντα έπλεκε μπροστά στον πίνακα, σήκωσε τα μάτια για μια στιγμή από το πλεχτό της και έμεινε εμβρόντητη. Το κορίτσι του πίνακα τής χαμογελούσε. Άπλωσε τότε το χέρι της για να την αγγίξει, όταν ένα δυνατό τράνταγμα συγκλόνισε το κορμί της. Της φάνηκε ότι είδε τη λάμψη ενός κεραυνού που έσκισε τον πίνακα στα δύο. Το κορίτσι πετάχτηκε έξω από τον πίνακα και έπεσε στην αγκαλιά της. Όταν η μαγείρισσα μπήκε στο δωμάτιο ύστερα από ώρα, βρήκε την Ελόιζε νεκρή στην πολυθρόνα της. Το πλεκτό είχε γλιστρήσει από τα χέρια της και κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά της την υφασμάτινη κούκλα της. Στον πίνακα ένα δάκρυ κυλούσε στο μάγουλο του ανέκφραστου κοριτσιού». Η σκέψη της ηρωίδας ξεφεύγει από τη λογική και η φαντασία την οδηγεί στο παραλογισμό με ακραίο αποτέλεσμα. Αυτά τα ακραία αποτελέσματα τα συναντούμε και σε άλλα διηγήματα όπου η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής κυριαρχεί και κατευθύνει τους ήρωες.

Στο διήγημα Η σπηλιά βλέπουμε τη δεκαπεντάχρονη Ινώ να πηγαίνει με τον ψαροντουφεκά πατέρα της σε μια παραλία και όταν ο πατέρας ανοίγεται στα βαθιά, η Ινώ στην είσοδο μιας σπηλιάς αντικρύζει δέκα γυναίκες σε μια τελετή: «Οι χορευτικές κινήσεις τους σταδιακά γίνονταν άγριες και απειλητικές. Ύψωναν τα χέρια τους σε δέηση και ύστερα τα ένωναν δημιουργώντας μία θέση στο κέντρο του κύκλου, σαν βωμό έτοιμο για θυσία. Τότε ήταν η στιγμή που μία από αυτές αντιλήφθηκε την Ινώ και στύλωσε το βλέμμα πάνω της. Κάτι ψιθύρισε στις υπόλοιπες και όλες μαζί στράφηκαν προς το μέρος της. Πριν προλάβει εκείνη να τραπεί σε φυγή, όρμησαν επάνω της και την περικύκλωσαν. Τη σήκωσαν στα χέρια τους και με ιαχές την έβαλαν στο κέντρο του κύκλου.» Εδώ έχουμε μια ιεροτελεστία όπου ο χορός των γυναικών έχει απρόβλεπτα αποτελέσματα.

Στο διήγημα Το κυνήγι βλέπουμε την ηρωίδα Χάνα να έχει βγει βόλτα στο δάσος, φορώντας στο κεφάλι της το κεφάλι το ελαφιού από τη συλλογή του κυνηγού αφεντικού της, του κυρίου Στορμ, μια συλλογή από κεφάλια ζώων και πτηνών. Επιστρέφοντας βιαστικά στο σπίτι από την απογευματινή της βόλτα στο δάσος: «Πρώτα άκουσε την τουφεκιά και μετά ένιωσε τον πόνο από τη σφαίρα στα πλευρά της. Ο κύριος Στορμ είχε βγει πάλι για κυνήγι». Μια από τις ιστορίες που πραγματικά εντυπωσιάζει με το τροπή της και δείχνει την ικανότητα της συγγραφέως να πλάθει ιστορίες, που κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη.

Τα 38 μικρά διηγήματα της Δάλλη διαβάζονται με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Η γραφή της κινείται ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα με ένα άψογο χειρισμό της γλώσσας, οι δε δραματικές και πρωτόγνωρες ιστορίες των ηρώων, μαζί με την έντονη εικονοποιία που τις περιβάλλει, δημιουργούν όλες τις προϋποθέσεις στον αναγνώστη να γνωρίσει σε βάθος άγνωστες ανθρώπινες συμπεριφορές και συνήθειες.

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΑΛΤΑΣ

LITERATURE.GR 26/3/2024

Εκεί όπου οι ήρωες γίνονται από άνθρωποι ζώα και από ζώα θεοί

Το δέρμα της φώκιας είναι ο αλληγορικός και υπαινικτικός τίτλος με τον οποίο η Αριστούλα Δάλλη επιλέγει να τιτλοφορήσει την λίαν προσφάτως εκδοθείσα συλλογή διηγημάτων, η οποία κυκλοφορήθηκε τον Φεβρουάριο του 2024 από τις εκδόσεις Βακχικόν και περιλαμβάνει 38 ευσύνοπτα διηγήματα. Μπορεί να είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση πρωτόλειο. Πρόκειται για ένα έργο που χαρακτηρίζεται από πνευματική ωριμότητα και συγγραφική μαεστρία. Τα διηγήματα της Δάλλη, αρχικά, επιτυγχάνουν την πλήρη πρακτική εφαρμογή των θεωρητικών ειδολογικών χαρακτηριστικών του είδους: συντομία, πυκνότητα, κλιμάκωση, ανατροπή. Κατόπιν, δημιουργούν ένα ψηφιδωτό στο οποίο η συγγραφέας δοκιμάζεται σε διάφορα λογοτεχνικά είδη, των οποίων οι ρίζες ανιχνεύονται στο ευρύ πεδίο της λογοτεχνίας του φανταστικού και του μαγικού ρεαλισμού. Κυρίαρχα χαρακτηριστικά των διηγημάτων της Δάλλη ως προς το περιεχόμενο είναι η συνειρμικότητα, η δυναμική παρουσία του υποσυνειδήτου, το όνειρο και η ψευδαίσθηση, η αλήθεια και η αυταπάτη, η μνήμη και ο χρόνος, το ένστικτο και η λογική, το αληθοφανές και το παράλογο. Η Δάλλη χρησιμοποιεί σύμβολα στα διηγήματά της χωρίς να τα τοποθετεί στο χώρο και τον χρόνο, σύμβολα αρχετυπικά, των οποίων οι ιστορίες οδηγούν σε μια γενικότερη, καθολική ομολογία. Αυτή η μετάβαση από το ειδικό στο γενικό ακολουθείται πιστά σε όλο το εύρος του βιβλίου, καθώς ο αναγνώστης μπορεί εύκολα παρακολουθώντας την ιστορία του κάθε κειμένου να εξαγάγει συμπεράσματα και να νιώσει την ευρύτερη συμβολική σημασία του μεμονωμένου πάσχοντος ήρωα.

Οι ήρωες της συγγραφέως είναι, συνήθως, πρόσωπα που πάσχουν, είναι πρόσωπα δραματικά που βιώνουν το τραύμα είτε έχοντας επίγνωση είτε σε μια κατάσταση ύπνωσης, ονείρου, ασυνειδήτου. Η συγγραφέας εκκινώντας, όπως ήδη αναφέρθηκε, από μεμονωμένες φαντασιακές περιπτώσεις, θίγει μείζονα υπαρξιακά και κοινωνικά ζητήματα, όπως: η έμφυλη ταυτότητα, το σώμα ως περιορισμός – δέσμευση, η γονεϊκότητα και οι σχέσεις γονέων – παιδιών, συχνά τραυματικές, η αυταρχικότητα και η δεσποτεία της πατρικής φιγούρας και η αντίδραση των παιδιών στις επιταγές της πατριαρχίας, η επιρροή της μητρικής φιγούρας στη ψυχοσύνθεση των παιδιών που εγγίζει τα όρια του παράλογου, η διάκριση των παιδιών από τη μάνα, η αδυναμία της σε ένα παιδί και η καταστροφική επιρροή στη ψυχοσύνθεση των υπολοίπων, η ζήλια και ο εγωισμός μεταξύ ενός ζευγαριού, το προπατορικό αμάρτημα και η αναδίπλωσή του, η ανακάλυψη και η συμφιλίωση με τον εαυτό, ο ρατσισμός και η βία είτε έμφυλη είτε φυλετική, η γυναίκα ως μάνα και κόρη, ως θύμα και θύτης, ως πηγή άνθισης και μαρασμού των λουλουδιών, η ελευθερία του λόγου και η φίμωση της αλήθειας, η εικονική πραγματικότητα σε αντιδιαστολή με τη ζωντάνια του έξω κόσμου, η απώλεια και ο θρήνος, το δυστύχημα και η άρνηση διαχείρισής του, τα σεξουαλικά εγκλήματα, η σεξουαλική ετερότητα και η φυλομετάβαση, οι ψυχικές ασθένειες και η εικαστική αποτύπωση τραυματικών γεγονότων κατά την παιδική ηλικία, τα εγκλήματα πάθους και η αμφισβητούμενη συνειδητοποίησή τους από τους θύτες, τα μάτια της ανθρωπιάς και οι συνέπειες της άτης, το μετάνιωμα και η συγχώρεση, το φως της αλήθειας και το σκοτάδι της φενάκης. Όλα αυτά είναι μερικά μόνο από τα θέματα που θίγει η συγγραφέας με την αριστοτεχνική γραφής της, η οποία δεν τοποθετείται χωροχρονικά αποκτώντας μια διάσταση καθολική.

Ο κάθε ήρωας κουβαλά τη δική του ιστορία, την οποία έχει ανάγκη να αφηγηθεί παίρνοντας πολλά πρόσωπα. Οι ήρωες γίνονται από άνθρωποι ζώα, από ζώα θεοί και από θεοί πάλι κοινοί θνητοί σε ένα διάτρητο πλέγμα συναισθηματικής έντασης και αναγνωστικής κορύφωσης που, εντούτοις, συνέχει το αρραγές και αδιάσπαστο του σύμπαντος κόσμου. Πρόκειται για ένα πλέγμα, όπου η λογική και το παράλογο βρίσκονται σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους, η αλήθεια και το ψέμα χορεύουν μαζί και στροβιλίζονται σε μια δίνη από εικόνες και λόγια που αναπαριστούν φιγούρες που κλαίνε, αγαπούν, πληγώνονται, θεραπεύονται, μισούν, συγχωρούν, καταστρέφουν και αυτοκαταστρέφονται, απογυμνώνονται και σκορπίζονται με το αιμάτινο κορμί τους να μην τους φυλακίζει πια. Η ύπαρξή τους κρέμεται από μια κλωστή. Από την κλωστή του οράματος, του ψεύδους, του απατηλού, της παραλυσίας, της ύπνωσης, της συμπτωματικότητας, του τυχαίου και του φανταστικού. Το φανταστικό καλύπτει το αβέβαιο, συνδιαλέγεται με το παράξενο και το θαυμαστό, γειτονεύει με το υπερβατικό και το υπερφυσικό. Οι ήρωες ακροβατούν μεταξύ δύο κόσμων: του πραγματικού και του φανταστικού, και εκπλήσσονται όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με ασυνήθιστα πράγματα, εικόνες και γεγονότα. Άλλες φορές πάλι ο μαγικός ρεαλισμός υπεισέρχεται υποδόρια στον ιστό της αφήγησης κι ενώ ο ήρως πορεύεται σε ένα πλαίσιο απολύτως ρεαλιστικό, ξαφνικά αντικείμενα ή πρόσωπα εξωπραγματικά εμφανίζονται στον δρόμο του απολύτως φυσικά και ζωντανεύουν ορίζοντας τις πράξεις του. Και στην περίπτωση της Δάλλη είναι χαρακτηριστικές οι ενδοκειμενικές αναφορές στην αδυναμία εξήγησης με τους νόμους της λογικής παράλογων – φανταστικών συμβάντων. Ιδού ένα από τα πολλά παραδείγματα.

Αγαπημένε μου Τεό,

Πέρασαν πολλές μέρες από τότε που πήρα το γράμμα σου. Μη με παρεξηγείς όμως. Κάποια πράγματα που ακόμη δεν μπορώ να εξηγήσω, έγιναν αφορμή να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Κάνε, σε παρακαλώ, υπομονή μαζί μου.

Ένα ήσυχο, φωτεινό πρωινό πριν από μερικές μέρες, έβλεπα από το παράθυρό μου τα ώριμα στάχυα και τον κίτρινο ουρανό. Πονούσε, όπως ξέρεις, το αυτί μου και όλο το κεφάλι μου. Την κατάστασή μου επιδείνωναν τα πουλιά που έκρωζαν πάνω από τα θερισμένα χωράφια. Ένιωθα ότι γυρίζει το δωμάτιο γύρω μου και δεν ήξερα από πού να κρατηθώ.

Όταν άνοιξε ξαφνικά η κλειδωμένη πόρτα του θαλάμου, έμεινα έκπληκτος. Στην πόρτα στεκόταν ένας άνδρας με το πιο στριφτό μουστάκι που έχω δει ποτέ μου. Ανέβαινε καγκελωτό και από τις δύο πλευρές του στόματός του. Μου εκμυστηρεύτηκε ότι έμαθε από σένα για το πρόβλημα με τον αφόρητο πόνο του αυτιού μου.

Με πλησίασε και ανέσυρε από το στήθος του ένα πολύ μεγάλο αυτί που έμοιαζε με σχηματισμένο πρόσωπο που λιώνει. Ξεκόλλησε με ένα χραπ το δικό μου και έβαλε στη θέση του αυτό.

Όταν συνήλθα για τα καλά, ο πόνος και ο ίλιγγος είχαν περάσει. Ήμουν μόνος. Στην αρχή νόμισα ότι ήταν όνειρο. Αλλά όχι, αδελφέ μου, δεν ήταν. Πλάι του ένα σημείωμα με περίεργα καγκελωτά γράμματα, τρεις μόνο λέξεις:

Με αγάπη, Σαλβαντόρ

Αγαπημένε μου Τεό, δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Μπερδεύεται μέσα μου τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο! Ακόμη και τα πουλιά που πετάνε έξω τα βλέπω όλα σαν μαύρα κοράκια.

Με αγάπη,

Ο αδελφός σου, Βίνσεντ

(«Το αυτί», σ. 64-65)

Το συγκεκριμένο διήγημα, όπως γίνεται αντιληπτό δεν επιλέχθηκε τυχαία ν’ αναφερθεί εδώ. Αφενός είναι εξαιρετικά πρόσφορο δείγμα για την λογοτεχνική εκμετάλλευση από την πλευρά της Δάλλη του φανταστικού, του απρόσμενου και της γοητείας που αυτά προκαλούν στον αναγνώστη και αφετέρου το διήγημα αυτό αναφέρεται σε υπαρκτά πρόσωπα, τα οποία εν προκειμένω συναντώνται λογοτεχνικά. Ο Ολλανδός ζωγράφος Βίνσεντ βαν Γκογκ στέλνει γράμμα στον αδερφό του Τεό εξιστορώντας του το κόψιμο του αριστερού του αυτιού. Μια πραγματική ιστορία που εδώ ανατρέπεται, καθώς το κόψιμο αποδίδεται σε παθολογικά αίτια και τη θεραπεία προσφέρει ένας άλλος παγκοσμίου φήμης ζωγράφος, ο Ισπανός Σαλβαντόρ Νταλί. Η αναφορά δε στο σχηματισμένο πρόσωπο που λιώνει αποτελεί σαφή υπαινιγμό στην προσφιλή τακτική του Νταλί ν’ αναπαριστά αντικείμενα (όπως το ρολόι) να λιώνει στους πίνακές του θέλοντας να τονίσει την απώλεια της χρονικής συνείδησης. Η «Εμμονή της μνήμης» ή «Τα Εύκαμπτα ρολόγια» του είναι ίσως το πιο δημοφιλές έργο του, για πολλούς το καλύτερο υπερρεαλιστικό έργο που δημιούργησε. Για εκείνον ο χρόνος – που απασχολεί έντονα την Αριστούλα Δάλλη – είναι η κατεξοχήν παραληρηματική και σουρεαλιστική διάσταση. Δεν πρέπει, επίσης, να ξεχνάμε ότι ο βαν Γκογκ είχε νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική και είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη. Οι ψυχικές ασθένειες αποτελούν, επίσης, μια πηγή έμπνευσης για τη συγγραφέα.

Στα διηγήματα η σκοτεινότητα του μυαλού και της ψυχής περιπλέκονται με την ενστικτώδη ορμή και αντίδραση, ενώ οι μεταμορφώσεις του εαυτού συμπληρώνουν το παζλ της υπαρξιακής αγωνίας. Η Αριστούλα Δάλλη, αυθεντικός βιρτουόζος της γλώσσας, συνθέτει έναν γλωσσικό καμβά απ’ τον οποίο ο αναγνώστης κρέμεται απολαμβάνοντας τους καρπούς της (λογοτεχνικής) δημιουργίας και έρχεται αντιμέτωπος με όσα ο κάθε ήρωας σκέφτεται, θυμάται, φαντάζεται, νομίζει, ζει και πράττει. Ο αναγνώστης κρατά στα χέρια του ένα βιβλίο που ξεδιπλώνει εν προόδω ποιητικώ τω τρόπω – καθώς τα διηγήματα της Δάλλη φλερτάρουν με την ποιητική πρόζα – όσα ο νους διυλίζει αλλά δεν τολμά να πει, όσα το σώμα υποθάλπει αλλά δεν αφήνει να φανούν.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

FRACTAL 19/3/2024

Φαντασία και τραύμα

Η φαντασία της Αριστούλας Δάλλη εκπορεύεται από τα «μέσα» βιώματα, τις τάσεις και τις πλεύσεις στο βυθό του ασυνείδητου, μεταμορφώνοντας και ελευθερώνοντας τα πρόσωπα των διηγημάτων της.

Τα φύλα των ανθρώπων αναμειγνύονται, οι σχέσεις ανακυκλώνονται, οι ρόλοι ανασυντίθενται. Ένα άνοιγμα πετάγματος, αφαίρεσης και πρόσθεσης, ένα Όλον που περιέχει τον εαυτό!

Κινούμενη η συγγραφέας στην θάλασσα της ακατάπαυτης ροής του Χρόνου κατορθώνει να ενώσει τους χαρακτήρες που διατρέχουν τις σελίδες της, πέρα από τον διασπασμένο χρόνο, σε ένα διαρκές Παρόν, Παρελθόν, Μέλλον ως κάτι το ενιαίο, όπου από τις ρωγμές που ανοίγει η επινόηση ξεπροβάλλει η αδιαχώριστη ψυχή τους. Και λέγοντας ψυχή, εννοούμε τα συναισθήματα, και τις πράξεις που ωθούνται απ’ αυτά και κυρίως από το υποσυνείδητο, το συνειρμικό και το συμβολικό. Θαρρείς και τα σώματα μεταμορφώνονται εξελισσόμενα αυτομάτως και ταυτοχρόνως, σ’ ένα διαρκές παιχνίδι υπάρξεων.

«Ο νεαρός ζωγράφος Φιλίπ Φλόιντ ετοιμάζεται για την πρώτη ατομική έκθεση των έργων του. Το άγχος της επιτυχίας και η ένταση της οργάνωσης τον έχουν καταβάλει. Αϋπνίες και εφιάλτες ταράζουν τον ύπνο του, ένα επαναλαμβανόμενο, ακατανόητο όνειρο τον αναστατώνει.

Βρίσκεται στον κήπο του πατρικού του σπιτιού…ο κήπος που η μητέρα του είχε γεμίσει με ορτανσίες που ο Φιλίπ για να την ευχαριστήσει τις ζωγράφιζε συνεχώς, Ο κήπος της μητέρας του ήταν ο κόσμος του.

.Αυτός ο κήπος στο όνειρό του είναι μια παγωμένη λίμνη.

…Ξαφνικά ο θόρυβος του πάγου που σπάζει βίαια ταράζει τη σιωπή. Μέσα από τα θραύσματα αναδύεται ανθισμένη η μοβ ορτανσία του κήπου τους. Μια μεγάλη λιβελούλα με κεφάλι νεαρού άνδρα πετάει και κάθεται πάνω στα άνθη της.

….. Ο επαναλαμβανόμενος εφιάλτης όπου ορτανσία και έντομο-άνδρας συγχωνεύονταν σταμάτησε ξαφνικά. Είχε μόλις ζωγραφίσει το όνειρό του στον τελευταίο πίνακα της συλλογής του με τίτλο «Μεταμόρφωση»

….. Την ημέρα των εγκαινίων η γκαλερί ήταν γεμάτη κόσμο.

Όταν ο αυστηρός κριτικός τέχνης Όλιβερ Χανκ στάθηκε μπροστά στο έργο που απεικόνιζε τον εφιάλτη του, ο Φιλιπ σοκαρισμένος άρχισε να τρέμει.Το πρόσωπο του κριτικού και το ψιλόλιγνο σώμα του ήταν ολόιδιο με του άντρα της λιβελούλας του πίνακα.

Ο Χανκ…. άπλωσε το χέρι του και εγκάρδια έσφιξε το χέρι του Φιλίπ για να τον συγχαρεί. …

«Έργο και δημιουργός σε πλήρη αρμονία σχολίασε ο Χανκ».

Και τότε ο Φιλίπ ένιωσε μέσα από τις ρωγμές να ξεδιπλώνονται τα διάφανα φτερά του.»

Από το διήγημα «Μεταμόρφωση»

Η σύνδεση μητέρας και γιου τραγική με την περιοχή του κήπου ως τόπος της ένωσής τους μέσα στην ομορφιά μιας δικής τους Εδέμ.

Η Δάλλη ξέρει καλά να διεισδύει στις περιοχές του παράλογου, στις σκεπασμένες πληγές και τις ροπές τους να εμφανίζονται με τον κρυφό συμβολικό τους τρόπο, καθώς η ιδιότητα της συγγραφέως είναι Εικαστική ψυχοθεραπεύτρια.

Η έμπνευση ως αρωγός της φαντασίας είναι εκείνη που διασχίζει το πλέγμα του Χρόνου, επιτρέπει τις εσωτερικές κινήσεις των μεταμορφώσεών να συνυπάρχουν με τον έξω κόσμο, σ’ ένα διαρκώς αμφισβητούμενο, αλλά συμβολικό Παρόν. Οι χαρακτήρες ελίσσονται, αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο τους το πρόσωπο, (γίνονται λύκοι, αηδόνια που αιμορραγούν, ελάφια και σπίτια μέσα στις φωτιές) όπου η πολυπλοκότητα και η διαπερατότητα του, εκπλήσσουν, συναρπάζουν, καθώς σε μεταφέρουν σε έναν τόπο χωρίς κανόνες, ή με κανόνες που μεταβάλλονται διευρύνοντας τα όρια τους. Σαν πίνακες ζωγραφικής που εμψυχώνονται χαρακτήρες, αιχμαλωτίζοντάς τους στα δίχτυα των χρωμάτων τους. Τα σχήματα και τα χρώματα ρίχνουν κλεφτές ματιές στο άρρητο του κόσμου τους.

Άνθρωποι, ζώα, Θεοί, πράγματα, παρελαύνουν με γοητευτική, σαγηνευτική, λεκτική και παραστατική ανεμοζάλη, έτσι που δεν μπορείς να αφήσεις το βιβλίο από τα χέρια σου, ενώ παράλληλα απολαμβάνεις την συμμετοχή του εαυτού σου σ’ αυτό το ποτάμι της γραφής, που μπαινοβγαίνεις διαρκώς, ίδιος και άλλος, ένας και πολλοί, άνθρωπος και εικόνα, όραμα και φάσμα, ζώο και πνεύμα, στο μίσος και την αγάπη, στο αίμα και το χάδι, μέσα στην κραυγή της ύπαρξης.

Της ύπαρξης που σπαρταράει απλώνοντας τα πληγωμένα χέρια της να πιαστεί από τα όνειρα, τα σύμβολα, τους μετασχηματισμούς, για να ενσωματωθεί μέσα στον κόσμο των ανθρώπων, να βρει ένα καταφύγιο του κατακερματισμένου εαυτού της. Τελικά έξω από την πόρτα των ανθρώπων αφήνει τα γεμάτα μαχαίρια ενδύματά της, μένοντας γυμνή στη θυσία, το αίμα, στην απομόνωση.

Με την δύναμης της Φαντασίας όπου η γοητεία της έκπληξης ακολουθεί η μία την άλλη, η Αριστούλα Δάλλη, περιπλέκει τα πρόσωπα των διηγημάτων της στο ερμαφρόδιτο τόπο της έμπνευσής. Στα δαιδαλώδη μυστήρια της ψυχής που ερωτεύεται την κάθε είδους ύπαρξη στον ψίθυρο της εσωτερικής ζωής, την Ζωή γενικά και ειδικά. Νοιώθουμε να συμμετέχουμε σ’ ένα συμπόσιο όπου το τραύμα, το όνειρο, το φως και το σκοτάδι,, η σύμπλευση του ανθρώπου με τα πράγματα, ο εαυτός και η άγνοιά του γίνονται ένα. Εμείς.

Μας παρασύρει σε σκοτεινές σπηλιές όπου γυναίκες τραγουδούν με ακατάληπτη γλώσσα υμνούν τον Θεό τους, ενώ το νεαρό κορίτσι είναι το θύμα που προσφέρεται, και την ώρα που ο θεός εισχωρεί μέσα της, αναγνωρίζει το πρόσωπο του ψαροντουφεκά πατέρα της. (διήγημα η Σπηλιά). Στο χαμόγελο, ο Αράτα ζηλεύει την σύζυγό του, και γονατιστός την παρακαλάει να σταματήσει να κάνει το μοντέλο στον διάσημο ζωγράφο Χασίρι Μότο. Τα βράδια την ονειρεύεται να σκύβει πάνω του με το μαχαίρι, έτοιμη να τον ευνουχίσει. Τελικά ξυπνάει βαμμένος στο αίμα της. Πλένει τα κορμιά τους από το αίμα, φοράει τα ρούχα της, μακιγιάρει το πρόσωπό του και με ένα μυστηριώδες χαμόγελο είναι έτοιμο μοντέλο για τον ανυποψίαστο εραστή.(το Χαμόγελο)

Σε όλα τα διηγήματα το δραματικό ενώνεται με το αισθητικό, καθώς τα δονεί η υποδόρια ώθηση των πραγμάτων και των αισθήσεων, των καταπιεσμένων επιθυμιών, τα οράματα και οι τριγμοί ενός κόσμου που βασανίζεται, που σβήνει και χάνεται σπαρταρώντας από υπαρξιακή μέθη.

Υποφέρει, τρομοκρατείται, μεγεθύνεται, απλώνεται καταφεύγοντας με τις αιφνίδιες μεταμορφώσεις της σ’ εκείνη την πικρόγλυκη γεύση του να υπάρχει.

Οι μυστικές παλίρροιες, οι επώδυνες σκοτεινές σπηλιές, οι φοβίες και οι ελπίδες, γίνονται ερωτικοί χάρτες του δρόμου της ζωής. Οι τιμωρίες, τα πάθη, η αγνότητα και η φρίκη το αίμα και το άνθος, δεν είναι παρά σημεία αυτού του χάρτη που απλώνονται και ανοίγονται στο θαύμα της Δημιουργίας! Στη μαγεία της γλώσσας! Της μεγαλύτερης Δημιουργού. Απ’ αυτήν ξεπηδούν τα όντα που φωλιάζουν μέσα μας. Η γλώσσα είναι το καράβι που με ανοιχτά πανιά μεταφέρει τον άηχο αλλά πυκνό από σκέψεις, και δράσεις κόσμο της ψυχής μας, σ’ αυτόν τον χάρτη που μας περιέχει, μας γεννάει, μας αποβάλλει μας θυμάται μας αναδημιουργεί. Μας αφήνει γυμνούς να ντυθούμε με το θαύμα της. Διάττοντες φωτεινοί και σκοτεινοί στον στρόβιλο του χάους.

Ίσως το παράλογο είναι δομικό στοιχείο της ύπαρξής μας, για να ξεφύγουμε απ’ αυτό που διαρκώς μας κυνηγάει, και τελικά μας καταπίνει στις υπέροχες παγίδες του.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.