ΜΑΡΙΑ ΛΕΒΑΝΤΗ

Η Μαρία Λεβαντή γεννήθηκε στο Τοιχιό Καστοριάς το 1982. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.
Το βιβλίο “Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο” (Εκδ. ΑΩ 2024) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

.

.

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΦΟΡΑ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ (2024)

ΝΥΧΤΑ / ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ / ΕΥΑ / ΔΙΑΔΡΟΜΗ/ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΛΕΣ

EΥA

Είμαι ο σπόρος της μηλιάς.
Σε άγονη χώρα με φύτεψε ο Θεός.
Με τον καιρό ωριμάζω,
γίνομαι ζουμερός καρπός.
Στα πόδια μου κοιμάται ο Όφις·
σμίγω μαζί του κάθε βράδυ.
Έτσι γεννάω τον Αδάμ.
Τον τρέφω απ’ το πλευρό μου.
Όταν ενηλικιώνεται
κρύβει στο παντελόνι του το φίδι
κι εγκαταλείπει για πάντα την Εδέμ.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Καλά τα κατάφερες, μου είπε το παρελθόν γεμάτο
ειρωνεία
καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα του χρόνου.
Μάλιστα για να με εκδικηθεί
άφησε λίγα ψίχουλα-ενοχές
επάνω στο λευκό σεντόνι.
Έπειτα χάθηκε.
Καμιά φορά επιστρέφει,
ακουμπά στην κλειστή πόρτα τ’ αυτί
κι ακούει τα τρωκτικά που ροκανίζουν
το πάτωμα του νέου μου σπιτιού.
Κρυφοκοιτά, καγχάζει
και τότε οι ποντικοί το οσμίζονται,
περνούν από τη χαραμάδα, το καταβροχθίζουν.
Εσύ δεν έχεις καταλάβει, είπα.
Έχω φυτέψει λουλούδια στα λαγούμια,
και στις κλειδαρότρυπες στριφογυρίζουνε χρυσά κλειδιά.
Δεν παίζω πια κρυφτό με τις σκιές μου.

ΤΣΙΓΓΑΝΑ

Ο ήλιος
τινάζει απότομα το χέρι,
σαν βεντάλια ανοίγει πάνω απ’ τα φρύδια των βουνών.
Σύντομα θα τελειώσει ο χορός,
η πόλη θ’ αποκοιμηθεί.
Μόνο η τσιγγάνα,
με το κόκκινο ρούχο
φορεμένο κατάσαρκα,
πριονίζει με το στιλέτο της τ’ αυτί,
το χρυσό σκουλαρίκι που την έδεσε στη νύχτα
για να κόψει.

Να φύγει ελεύθερη
με την ανατολή.

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΦΟΡΑ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ

Την ώρα που η γη γυρίζει την πλάτη της στον ήλιο
πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες
τ’ αρνιά γίνονται λύκοι και τα σπουργίτια κόρακες.
Οι άντρες βάφουν το στόμα τους,
καταβροχθίζουν κεράσια,
καταπίνουν κουκούτσια ενοχών.
Όλοι ισχυρίζονται
ότι δεν ξέρουν τι συνέβη.
Οι γυναίκες όμως έχουν κοιτάξει από τις χαραμάδες.
Σε ένδειξη θρήνου φορούν μαύρα ψηλά καπέλα
και γλείφουν τα πληγωμένα σώματα
για να τα ανακουφίσουν.
Έπειτα κόβουν τις γλώσσες τους και τις φυτεύουν.
Όταν βλασταίνουν,
συλλέγουν νέες γλώσσες,
τις σκορπίζουν
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Και τα περήφανα ώς τότε
για το σαρκοφάγο ερπετό τους αρσενικά
μαραίνονται και κρύβονται στη γη.
Εκεί τους περιμένει η Περσεφόνη
φορώντας μαύρο ψηλό καπέλο.

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΗΣ ΑΜΑΖΟΝΑΣ

Κάθομαι πλάι στ’ ανοιχτό παράθυρο.
Άθικτο στο πιάτο το ψωμί.
Η πόρτα του δωματίου τρίζει.
Στο κέντρο του
γυναίκες με το ένα στήθος τους γυμνό
χορεύουν κραδαίνοντας τα όπλα.
Το τόξο μου στο πάτωμα σπασμένο.
Ο ίσκιος του πεύκου σαλεύει στην αυλή,
καταβροχθίζει ολόκληρο το σπίτι.
Από ’ναν γέρικο καλόγερο βαστιέμαι,
δύναμη αντλώ απ’ τη Σελήνη.
Στη χούφτα μου το δέρμα απαλό,
ακολουθώ τις άλλες Αμαζόνες
– πυρρίχιος χορός.

ΜΟΛΥΒΙ / ΓΡΑΦΙΔΑ / ΠΙΝΕΛΟ / ΣΜΙΛΗ / ΕΙΚΟΝΑ

ΤΟ ΜΑΤΙ TOT ΑΓΓΕΛΟΥ

To βλέμμα μου θολό,
ψηλαφώ τους χάρτινους αγγέλους
πάνω από τη βρεφική μου κούνια.
Άνεμος όμως ισχυρός
απ’ το παράθυρο του μέλλοντος φερμένος
τους γκρεμίζει.
Ένας μονάχα,
γυμνός, κομματιασμένος,
με σκονισμένα τα σγουρά μαλλιά
και τον βολβό του ματιού του στραμμένο προς τα πίσω
στέκει, με κοιτάζει.
Φυσάει δυνατά την πούδρα απ’ την παιδική μου σάρκα.
Κονιορτός πηχτός σηκώνεται,
με ξεγυμνώνει.
Το γυάλινο μάτι του αγγέλου αρπάζω,
ράβω στην πλάτη μου φτερά.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ

Έπαιρνε χώμα και νερό και ανακάτευε.
Κονίαμα έφτιαχνε γερό να κλείσει την οπή στο στήθος
Έπειτα γέμιζε το στέρνο με πολτό,
λείαινε με τη σπάτουλα
κι έφτιαχνε καινούργιο σώμα.
Στο παγκάκι της λήθης καθόταν να στεγνώσει.
Κι όσο περίμενε,
το κορμί του σκλήραινε
και βάραινε.
Απ’ τη θλίψη έσκυβε τον κορμό
και αποκοιμιόταν.
Έρχονταν ύστερα πουλιά και τον ξυπνούσαν.
Από μέσα του άμμος χυνόταν και νερό·
πιθάρι τρύπιο
που δεν ξεδίψασε ποτέ κανέναν.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAL 04/06/2024

Η ποιητική μυθολογία της Μαρίας Λεβαντή

Με τους συμβολισμούς του μύθου της Περσεφόνης επέλεξε να συστηθεί στον κόσμο της ποίησης η Μαρία Λεβαντή. Η πρώτη της ποιητική συλλογή έχει τον τίτλο «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ (2024) με έργο εξωφύλλου της Τίνας Κόντογλη και φέρει διακριτά τα στοιχεία της γραφής της.

Την Περσεφόνη, κόρη της Δήμητρας και του Δία, ερωτεύτηκε ο Άδης ή Πλούτωνας. Και επειδή γνώριζε ότι εκείνη ποτέ δεν θα επέλεγε να ζει μέσα στο σκοτάδι, την απήγαγε. Η Κόρη μάζευε άνθη σ’ ένα λιβάδι με τη συντροφιά των Ωκεανίδων νυμφών, της Αθηνάς και της Άρτεμης. Καθώς πήγε να κόψει έναν νάρκισσο, άνοιξε η γη, ξεπήδησε ο Άδης με το άρμα του και την απήγαγε. Οι κραυγές για βοήθεια ακούστηκαν μόνον από την Εκάτη και τον Ήλιο. Ο Δίας, ο πατέρας της, δεν άκουσε.

Η μητέρα της όμως, η θεά Δήμητρα, τη ζήτησε πίσω. Κι έτσι ο Άδης, μετά από πολλές διαπραγματεύσεις, συμφώνησε ν’ ανεβαίνει η Περσεφόνη έξι μήνες στον Πάνω κόσμο και τους επόμενους έξι να κατεβαίνει στον Κάτω. Τους μήνες που ήταν στον Πάνω κόσμο η μητέρα της χαιρόταν, γι’ αυτό και υπήρχε καλοκαιρία, τους άλλους θλιβόταν και υπήρχε κακοκαιρία. Ο υπέροχος αυτός μύθος, που πρωτοεμφανίζεται στη «Θεογονία» του Ησιόδου, δεν έπαυσε από την αρχαιότητα να εμπνέει και να σηματοδοτεί. Σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, η Περσεφόνη είναι το σύμβολο της εναλλαγής των εποχών, αλλά και της μετάβασης από τη ζωή στον θάνατο, μιας κυκλικής και ατέρμονης στον κόσμο πορείας. Σύμφωνα με άλλους μελετητές, η παραμονή της Περσεφόνης στον Άδη συμβολίζει τα «σκοτεινά» σημεία της ζωής αλλά και του ίδιου μας του εαυτού». Προϋπόθεση για να μπορέσει ο άνθρωπος να «αναγεννηθεί», υποστηρίζουν, είναι να αναμετρηθεί με το «σκοτάδι», γιατί ο μύθος της Περσεφόνης καθρεφτίζει γι’ αυτούς «την περιπέτεια της εσωτερικής ζωής». «Αν δεν πενθήσει ο άνθρωπος, δεν μπορεί να βιώσει τις αλλαγές των εποχών. Μόνον έτσι αποκτά παρελθόν. Και το παρελθόν είναι αναπόσπαστο μέρος του κόσμου» λένε.

Πολλοί μελετητές και μελετήτριες εστίασαν βεβαίως και στη σχέση μάνας και κόρης. Η θεά Δήμητρα, η εξιδανικευμένη μητρική φιγούρα που στοργεύει και προστατεύει, είναι υπερπροστατευτική, μια μητέρα που ελέγχει και καταπιέζει, αρνείται να κόψει τον «ομφάλιο λώρο» που τη συνδέει με το παιδί της. Η σχέση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη είναι σχέση αλληλεξάρτησης στον μύθο. Η Δήμητρα αυτοκαταστρέφεται όταν χάνει την κόρη της· η γη ξεραίνεται, χάνει την γονιμότητά της. Αλλά και η Περσεφόνη, σαν άβουλο ον, επιτρέπει να γίνει η ζωή της αντικείμενο διαπραγμάτευσης ανάμεσα στη μητέρα και τον σύζυγο.

Τη θεματική της αλληλεξάρτησης ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη, του πένθους, της απώλειας και της συνέχισης της ζωής, της γυναικείας ανεξαρτησίας, αγγίζει και η συλλογή της Μαρίας Λεβαντή «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο» στο πρώτο μέρος. Τίτλος: ΝΥΧΤΑ-ΠΡΩΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ-ΕΥΑ-ΔΙΑΔΡΟΜΗ-ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΛΕΣ. Το δεύτερο μέρος αφορά μια διακαλλιτεχνική συνομιλία της ποιήτριας με τις τέχνες της ζωγραφικής, της γλυπτικής, του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας. Τίτλος: ΜΟΛΥΒΙ-ΓΡΑΦΙΔΑ-ΠΙΝΕΛΟ-ΣΜΙΛΗ-ΕΙΚΟΝΑ.

Στα ποιήματα της Μαρίας Λεβαντή επικρατεί δραματικός λυρισμός, εικόνες υπερρεαλιστικές, τόνος εξπρεσιονιστικός. Η ποιητική της κοσμογονία ανασύρει τον Θεό και τη δημιουργία, την Εύα, τον Όφι, τον Αδάμ. Ανατρεπτικές και ευφάνταστες οι εικόνες, αλλά και πρωτότυπες, άπτονται του μαγικού ρεαλισμού, όπως σκάβουν και το ασυνείδητο, τη σεξουαλικότητα, τις σχέσεις των δύο φύλων.

ΕΥΑ

Είμαι ο σπόρος της μηλιάς.
Σε άγονη χώρα με φύτεψε ο Θεός.
Με τον καιρό ωριμάζω,
γίνομαι ζουμερός καρπός.
Στα πόδια μου κοιμάται ο Όφις·
σμίγω μαζί του κάθε βράδυ.
Έτσι γεννάω τον Αδάμ.
Τον τρέφω απ’ το πλευρό μου.
Όταν ενηλικιώνεται
κρύβει στο παντελόνι του το φίδι
κι εγκαταλείπει για πάντα την Εδέμ. (σελ. 13)

Κυρίαρχο ρόλο στη συλλογή παίζει η μνήμη. «Βλέπω το φεγγάρι πίσω μου μισό» γράφει το ποιητικό υποκείμενο υποδηλώνοντας τον χρόνο που πέρασε και στη στενόχωρη διαδρομή από την παιδικότητα προς την ενηλικίωση, αντικρίζοντας με σθένος το παρελθόν, «Δεν παίζω πια κρυφτό με τις σκιές μου», αναφέρει. Όμως, καθώς

η θύμηση ανασύρει το παιδικό πρόσωπο, τις αλλοτινές επιθυμίες, τα όνειρα που δεν πραγματοποιήθηκαν, εμφανίζεται «μια αρκούδα κάτω από το κρεβάτι. Θέλει να της κλέψει τα πέπλα που φορά». Η κατά μέτωπον αυτή συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με τον εαυτό οδηγεί σε μια εσωτερική απογύμνωση. Στον καθρέφτη απομένει το πρόσωπο μιας γυναίκας που διαρκώς αναγεννιέται από τις στάχτες της.

ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΚΛΕΙΔΙΑ

Καλά τα κατάφερες, μου είπε το παρελθόν γεμάτο
ειρωνεία
καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα του χρόνου.
Μάλιστα για να με εκδικηθεί
άφησε λίγα ψίχουλα-ενοχές
επάνω στο λευκό σεντόνι.
Έπειτα χάθηκε.
Καμιά φορά επιστρέφει,
ακουμπά στην κλειστή πόρτα τ’ αυτί
κι ακούει τα τρωκτικά που ροκανίζουν
το πάτωμα του νέου μου σπιτιού.
Κρυφοκοιτά, καγχάζει
και τότε οι ποντικοί το οσμίζονται,
περνούν από τη χαραμάδα, το καταβροχθίζουν.
Εσύ δεν έχεις καταλάβει, είπα.
Έχω φυτέψει λουλούδια στα λαγούμια,
και στις κλειδαρότρυπες στριφογυρίζουνε χρυσά κλειδιά.
Δεν παίζω πια κρυφτό με τις σκιές μου. (σελ. 16)

Δεν απασχολεί μόνον η μνήμη και η ενηλικίωση την ποιητική της Λεβαντή, αλλά και η ελευθερία στις ποικίλες μορφές της, κυρίως τη σεξουαλική του γυναικείου φύλου. Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ, στο ομώνυμο ποίημα (σελ. 20), «με το κόκκινο ρούχο/ φορεμένο κατάσαρκα,/ πριονίζει με το στιλέτο της τ’ αυτί,/ το χρυσό σκουλαρίκι που την έδεσε στη νύχτα/ για να κόψει.// Να φύγει ελεύθερη με την ανατολή».

Με το ποίημα αυτό θίγει έμμεσα την καταπίεση της γυναίκας στο θέμα του έρωτα. Όμως δεν περνούν απαρατήρητα και τα μεγάλα προβλήματα της οικογενειακής καταπίεσης, των μητρικών επιταγών, των καταπιεσμένων επιθυμιών. Γράφει για τη μητρική υπερπροστασία στο ποίημα ΜΙΚΡΟΤΕΡΟ ΝΟΥΜΕΡΟ:

«[…] Τα λόγια της με τύλιγαν γοργά,/ σαν την αράχνη που φυλακίζει τη μύγα στον ιστό της./ Λεπιδόπτερο, πνίγηκα απ’ το μετάξι στο κουκούλι […]». (σελ. 21)

Η ΑΝΕΠΙΔΟΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ που στέλνει το ποιητικό υποκείμενο, «ένα κορίτσι με σκυφτή ράχη/ -κακή συνήθεια απ’ τα μαθητικά της χρόνια» με τα προσωπικά του αντικείμενα-φετίχ («την κυματιστή κουρτίνα και τη μικρή βιβλιοθήκη με το ξυλόγλυπτο αγαλματίδιο του φύλακα μάγου από την Αφρική»), συνιστά περιγραφή της προσωπικής συνθήκης γραφής. (σελ. 22) Εκφράζει την εσωτερικότητα, την αναμέτρηση με τον εαυτό και το γράψιμο. Το υγρό στοιχείο με την έντονη παρουσία του στη συλλογή αποτελεί ένδειξη της ρευστότητας της ζωής, μιας διαρκούς κοσμογονίας, ενώ το κάδρο, με τη φωτογραφία από το παρελθόν, εκτός από τη μνήμη, υποφώσκει την υπαρξιακή μοναξιά, την αέναη αγωνία του όντος.

Οι εικόνες που χρησιμοποιεί η Μαρία Λεβαντή στα ποιήματά της είναι τρομακτικές. Η παρουσία της νύχτας και του μαύρου, οι εξωπραγματικοί χαρακτήρες, βγαλμένοι λες από γερμανικό παραμύθι, αντιστοιχούν στα υποσυνείδητα μέρη της ψυχής. Κινούνται σε μια άλλη σφαίρα η οποία πλαισιώνεται από τον φόβο και την ανάγκη για απομόνωση. Το παράλογο στον πυρήνα αυτών των εικόνων οδηγεί σε μια σκοτεινή αφήγηση που αφορά την κρυμμένη απογοήτευση και την προδομένη εμπιστοσύνη.

ΜΙΚΡΕΣ ΛΟΛΙΤΕΣ

Στο κουκλόσπιτο εγώ και οι κούκλες.
Άλλη με φόρεμα τριανταφυλλί,
άλλη με γιακαδάκι που τσιμπάει τον λαιμό.
Τα μάτια μας άδειο ανθοδοχείο.
Η συντροφιά
το κίτρινο φως της κάμαρας κάπως το μαλακώνει.
Μέχρι την ώρα που ακούγεται στην πόρτα το κλειδί.
Κρύβομαι κάτω απ’ τα λουλουδένια μου σεντόνια.
Εκείνος μπαίνει στο δωμάτιο,
φορά τα μαύρα του φτερά.
Όλη τη νύχτα με πνίγει η σκιά του.
Όταν ξυπνάει πάντα με λέει Λολίτα
Φως της ζωής του. Φλόγα των λαγόνων του. Λο. Λι. Τα.
Ντύνομαι και κάθομαι με τις κούκλες μου στον καναπέ.
Μικρές Λολίτες όλες μας
περιμένουμε το πρωινό μας γάλα. (σελ. 31)

Αντλώντας από τη λογοτεχνική παράδοση και τη μυθολογία η Μαρία Λεβαντή απεικονίζει με τρόπο δραματικό τον ρόλο και τη θέση της γυναίκας στον κόσμο, ενώ εμμέσως σχολιάζει την κρυφή ισχύ των κοινωνικών ταμπού και την κακοποίηση του φύλου. Η εξπρεσιονιστική ατμόσφαιρα και διάθεση που δημιουργεί, παραπέμπει στην «Κραυγή» του Μουνκ, αλλά και στο γοτθικό της ρομαντικής φαντασίας.

Η ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ ΦΟΡΑ ΨΗΛΟ ΚΑΠΕΛΟ

Την ώρα που η γη γυρίζει την πλάτη της στον ήλιο
πίσω απ’ τις κλειστές πόρτες
τ’ αρνιά γίνονται λύκοι και τα σπουργίτια κόρακες.
Οι άντρες βάφουν το στόμα τους,
καταβροχθίζουν κεράσια,
καταπίνουν κουκούτσια ενοχών.
Όλοι ισχυρίζονται
ότι δεν ξέρουν τι συνέβη.
Οι γυναίκες όμως έχουν κοιτάξει από τις χαραμάδες.
Σε ένδειξη θρήνου φορούν μαύρα ψηλά καπέλα
και γλείφουν τα πληγωμένα σώματα
για να τα ανακουφίσουν.
Έπειτα κόβουν τις γλώσσες τους και τις φυτεύουν.
Όταν βλασταίνουν,
συλλέγουν νέες γλώσσες,
τις σκορπίζουν
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.
Και τα περήφανα ώς τότε
για το σαρκοφάγο ερπετό τους αρσενικά
μαραίνονται και κρύβονται στη γη.
Εκεί τους περιμένει η Περσεφόνη
φορώντας μαύρο ψηλό καπέλο. (σελ. 29)

Παρούσα, μέσα από το νήμα μιας μοντερνιστικής αυτοαναφορικότητας, η τέχνη της ποιήσεως στη συλλογή της Λεβαντή, ταυτίζεται με τη θηλυκή υπόσταση.

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΛΕΣ

Δεν ξέρω αν μοιάζω στη Μήδεια, στη Σίλβια ή στη γιαγιά
Μιμή, που έπιανε καυτά καζάνια με τα γυμνά της χέρια.
Σ’ αυτό το ποίημα ξεκινήσαμε εκατό, μείναμε είκοσι και
αντέξαμε πεντέξι.
Γυναίκες όλες.
Όλες μας, όσες χάθηκαν και όσες έμειναν, κοιμόμαστε ακόμη
σε τρύπιο μαξιλάρι. (σελ. 35)

Στο δεύτερο μέρος, με τον τίτλο: ΜΟΛΥΒΙ-ΓΡΑΦΙΔΑ-ΠΙΝΕΛΟ-ΣΜΙΛΗ-ΕΙΚΟΝΑ έχουμε μία ενδιαφέρουσα διακαλλιτεχνική συνομιλία της ποιήτριας με τις τέχνες της ζωγραφικής, της γλυπτικής, του κινηματογράφου και της λογοτεχνίας. Με τους διάσημους καταρχάς πίνακες, «Έναστρη νύχτα» του Vincent van Gogh, «Νύχτα καλοκαιριού» του Edvard Munch, «Angelus Novus» του Paul Klee και «Las Meninas» του Diego Velázquez και Pablo Picasso.

Ο τίτλος «Las Meninas» του Diego Velázquez σημαίνει «Οι δεσποινίδες των τιμών». Σχεδιάστηκε το 1656 και περιγράφει μια σκηνή στο Παλάτι του Φιλίππου Δ΄ της Ισπανίας στη Μαδρίτη. Κέντρο του πίνακα η πεντάχρονη κόρη του βασιλιά, Ινφάντα Μαργαρίτα Τερέζα. Περιβάλλεται από τους υπηρέτες της, ενώ ο Velázquez, πίσω από ένα καβαλέτο, ζωγραφίζει το πορτρέτο της. Θύμα πολιτικών σκοπιμοτήτων το μικρό κορίτσι αρραβωνιάστηκε στην ηλικία των πέντε ετών και λίγο αργότερα παντρεύτηκε τον πολύ μεγαλύτερο σε ηλικία θείο της Λεοπόλδο Α, της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πέθανε στα εικοσιένα της μετά από αλλεπάλληλες γέννες. Το ποίημα της Μαρίας Λεβαντή αλληλεπιδρά με τον πίνακα του Βελάσκεθ αλλά και τον ομώνυμο πίνακα του Pablo Picasso (1957).

Η διακαλλιτεχνική συνομιλία της ποιήτριας συνεχίζεται με το διάσημο γλυπτό «Μελαγχολία» του Ρουμάνου Albert György (Άλμπερτ Γκιόργκι), όπως και με έναν «Ακέφαλο κορμό» στο Μουσείο του Λούβρου. Επίσης, με το ποιητικό έργο του Αρσένι Ταρκόφσκι και την ταινία του Σεργκέι Παρατζάνωφ (Sergei Parajanov) «Χρώμα του Ροδιού» (1969). Ο σκηνοθέτης στην ταινία αυτή αφηγείται με τρόπο ποιητικό τη ζωή του Αρμένιου ποιητή και μουσικού του 18ου αιώνα Αρουθίν Σαγιαντίν, γνωστού ως Σαγιάτ Νόβα.

Οι διακειμενικές συνθέσεις της Λεβαντή οι οποίες διαλέγονται με τρόπο παιγνιώδη προς τους δημιουργούς και τα έργα τους, ενέχουν το στοιχείο του υπερρεαλισμού, όπως και του συμβολισμού.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΣΑΓΙΑΤ ΝΟΒΑ

Αγαπημένε ποιητή,
Ως τώρα οι λέξεις μου έμεναν κλειδωμένες. Θα σου μιλήσω όμως πλέον δίχως δισταγμό. Στη στέγη του οίκου σου μια σιγανή βροχή δροσίζει τις γραφές σου. Ξαπλώνω ανάμεσα στα βιβλία σου, τα αφουγκράζομαι, με τ’ ακροδάχτυλα τις λέξεις σου αγγίζω. Γράμμα το γράμμα διασχίζουνε τις αρτηρίες και καταλήγουν στην καρδιά μου. Οι κήρυκές σου νουθετούν να μην εγκαταλείψω. Έτσι βαδίζω αργά και σταθερά, έως ότου φτάσω στη μυστική πηγή σου. Εκεί ορκίζομαι με γρανιτένιο όρκο να δεθώ. Στο θρόισμα της ιερής στιγμής να ξεδιψάσω απ’ το νερό σου.

Ο ταπεινός σου μαθητής,

Σεργκέι Παρατζάνοφ

Στη συλλογή «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο» η Μαρία Λεβαντή αναμετριέται με τα μεγάλα ανθρωπολογικά και κοινωνικά ζητήματα· με τον έρωτα και τον θάνατο, τον χρόνο και την ενηλικίωση, το γυναικείο ζήτημα, τη διηνεκή αλλαγή. Ο διάλογος αφήνει να αναδυθεί στοχασμός για τα ανθρώπινα. Υπό το βάρος της συναισθηματικής συμπίεσης το «εγώ» συνήθως σπάζει τα λογικά δεσμά. Το ασυνείδητο επιβάλλεται επί των αισθήσεων. Οι εκτρωματικές εικόνες που αναδύονται δημιουργούν ένα κλίμα προσωπικό που ιχνογραφεί τις δραματικές καταστάσεις του ανθρώπινου βίου.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Σ. ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

FRACTAL 2/4/2024

Στα αλήθεια φορά ψηλό καπέλο η Περσεφόνη;

Δύο τα μέρη της ποιητικής συλλογής, το της κοσμογονίας το ένα («Νύχτα-πρώτος άνθρωπος-Εύα-διαδρομή- γυναίκες όλες»), το της καλλιτεχνικής συνομιλίας το άλλο («Μολύβι-γραφίδα-πινέλο-σμίλη-εικόνα»). «Της μητέρας και του πατέρα» η αφιέρωση, σκέφτομαι ότι είναι διατυπωμένη, κατ’ αντιστοιχία των μερών – αυτονοήτως, προηγείται η δημιουργία και έπεται η συνομιλία.

ΕΥΑ

Είμαι ο σπόρος της μηλιάς
Σε άγονη χώρα με φύτεψε ο Θεός.
Με τον καιρό ωριμάζω,
γίνομαι ζουμερός καρπός.
Στα πόδια μου κοιμάται ο Όφις.
σμίγω μαζί του κάθε βράδυ.
Έτσι γεννάω τον Αδάμ.
Τον τρέφω απ’ το πλευρό μου.
Όταν ενηλικιώνεται
κρύβει στο παντελόνι του το φίδι
κι εγκαταλείπει για πάντα την Εδέμ.

Η ποιητική κοσμογονία της Λεβαντή, με μια κίνηση από το γένος στο είδος, είναι μια άλλη, ασεβής κοσμογονία – κατά μίμηση και παρέκκλιση της ησιόδειας και της βιβλικής. Όπου η ποιητική του τσαλαπατημένου θήλεος, η ανάσυρσή του στο φως και η επανασύστασή του ως προσώπου, τουτέστιν η μη ενοχική ομολογία του έρωτα ή ακριβέστερα η διεκδίκηση του έρωτα ως καταστατικής αρχής της ζωής και της χαράς έχουν τον πρώτο και κύριο λόγο.

Από κοντά η ίδια η ποίηση ως θηλυκή προέκταση της πραγματικότητας, το άνοιγμά της στη φαντασία, η πανταχού παρουσία του ονείρου, το παραπέρα κοίταγμα έξω και κείθε της λογοκρατικής και της εργαλειοποιημένης νόησης. Σεντόνια, νύχτες, κουκούτσια μήλου, στενάχωρα υποδήματα γίνονται αντικείμενα μιας ποιητικής μεταπρατικής που δίχως καμία αριστοκρατία των λέξεων και δίχως κανέναν εκβιασμό των νοημάτων υπογραμμίζει το αυτονόητο, ότι όλα, ακόμη και τα πιο τερπνά και καθημερινά, όπως άλλωστε η ποίηση, η έλλειψη και η παρουσία της, είναι πρωτίστως ζήτημα ματιάς και αντίληψης.

Έχει μια στοχαστική, πικρή τρυφερότητα η ματιά και η αντίληψη της Λεβαντή. Καμία σχέση με τους μεταμοντέρνους κυνισμούς, την αλαζονεία ενός κατ’ επίφαση συντετριμμένου εγώ και τα ασυνάρτητα μουρμουρητά στον καθρέφτη καθρεφτάκι μου της μετανεωτερικής ποίησης. Απομυθοποιώντας τις ανδροκρατικές κοσμογονίες με τους βολικούς ρόλους που επιφυλάχτηκαν για αιώνες στην Εύα, στην Πηνελόπη και στην Περσεφόνη, η Λεβαντή επιχειρεί μια εκ νέου μάγευση, πιο ανθρώπινη, πιο ειλικρινή, πιο υποψιασμένη, πιο έμφυλη της ανθρώπινης κατάστασης.

Κάπως έτσι και το καπέλο του τίτλου. Η συνηθισμένη να ορίζεται από τις αντρικές ορέξεις και τους μητρικούς σχεδιασμούς Περσεφόνη, η άμοιρη της ζωής και των εποχών Περσεφόνη, η Περσεφόνη που άγεται και φέρεται στον κάτω και στον άνω κόσμο, παρουσιάζεται πλέον στιβαρή, αυτοδύναμη και αυτοδιάθετη. Το ύψος του καπέλου που φορά είναι αντίστοιχο με τα όρια της ελευθερίας που διεκδικεί και στο εξής δικαιούται.

Λόγω και έργω εδώ η υπεράσπιση, ωσάν πολιτική και κοινωνική πράξη, που υπερβαίνει τη γραφή δικαιώνοντας το αληθινό νόημά της: μια ποίηση που ομιλεί για ό,τι αισθητικά τεχνουργεί και μια αισθητική τεχνουργία για την ποίηση που ενεργεί. Που σημαίνει κάτι παραπάνω από απλή συνέπεια μορφής και περιεχομένου, νοημάτων και γλώσσας. θαρρώ ότι η ποίηση της Λεβαντή είναι κυρίως συνέπεια απαγγελίας και στάσης, εκφοράς και χειρονομίας. Ή με άλλα λόγια, ποίηση του εγώ, που εκκινώντας από τα ιδιωτικά σκοτάδια, γίνεται ποίηση της απεύθυνσης, των δημόσιων και των ανοιχτών χώρων, του ανοιξιάτικου τελικά φωτός.

Και μόνο έτσι μπορεί να γίνει αντιληπτή, ως δηλαδή κάτι παραπάνω από απλή αισθητική επιλογή, η απέριττη, η αφτιασίδωτη απλότητα της γραφής. Δεν υπάρχει τίποτα το εντυπωσιοθηρικό, κανένα στραμπούληγμα της έκφρασης, καμία ζίου ζίτσου λαβή της σύνταξης στην εδώ ποιητική γραφή – μια γραφή μεστή λιτότητας, δηλωτική φτασμένης ωριμότητας και προηγούμενης προεργασίας, που εκφέρεται με τους τρόπους της φυσικής ομιλίας, έτσι που τα ποιήματα να ηχούν σαν εκμυστηρεύσεις φίλων, σαν χειρόγραφα σε πακέτα τσιγάρων και σαν μηνύματα σε μπουκάλια του ωκεανού.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ
ΣΑΓΙΑΤ ΝΟΒΑ

Αγαπημένε ποιητή,

Ως τώρα οι λέξεις μου έμεναν κλειδωμένες. Θα σου μιλήσω όμως πλέον δίχως δισταγμό. Στη στέγη του οίκου σου μια σιγανή βροχή δροσίζει τις γραφές σου. Ξαπλώνω ανάμεσα στα βιβλία σου, τα αφουγκράζομαι, με τ’ ακροδάχτυλα τις λέξεις σου αγγίζω. Γράμμα το γράμμα διασχίζουνε τις αρτηρίες και καταλήγουν στην καρδιά μου. Οι κήρυκές σου νουθετούν να μην εγκαταλείψω. Έτσι βαδίζω αργά και σταθερά, έως ότου φτάσω στη μυστική πηγή σου. Εκεί ορκίζομαι με γρανιτένιο όρκο να δεθώ. Στο θρόισμα της ιερής στιγμής να ξεδιψάσω απ’ το νερό σου.

Ο ταπεινός σου μαθητής,

Σεργκέι Παρατζάνοφ

Πρόκειται για το καταληκτικό ποίημα από το δεύτερο μέρος της ποιητικής συνομιλίας με τις λοιπές τέχνες. Δεν ξέρω αν επιλέχτηκε τυχαία η θέση του, πάντως εδώ και υπό το πρόσχημα της επιστολής του ταπεινού μαθητή προς τον αγαπημένο ποιητή του, η Λεβαντή δηλοί δημοσίως απευθυνόμενη στην ποίηση, τη δέσμευσή της να μην εγκαταλείψει την ποίηση «έως ότου φτάσει στη μυστική πηγή».

Ευτυχώς, δηλαδή. Γιατί τούτη η πρωτόλεια συλλογή υπόσχεται πολλές μυστικές πηγές. Επισημαίνοντας μόνο την ανάγκη στενότερης θεματικής συνάφειας των ποιημάτων σκέφτομαι τον μόχθο που απαιτεί η περαιτέρω εξερεύνησή τους. Και αν δικαιούμαι, αξιοποιώντας τη δική μου εμπειρία, να εκφέρω κρίση, θα πω ότι αξίζει, ναι αξίζει τον κόπο κάθε τέτοιος μόχθος, όσος κι αν είναι.

Κλείνοντας, αρέσκομαι πολύ να πληροφορούμαι για την κρίση της ποίησης, με τη διαρκή διερώτηση πότε δεν υπήρχε κρίση της ποίησης, ενίοτε δε μαθαίνω ότι η θεραπεία της κείται στις δοκιμασμένες συνταγές, το μέτρο, την ομοιοκαταληξία και τα λοιπά χαρίεντα του παρελθόντος. Διαβάζοντας όμως κάποιες συλλογές παλιότερων, νεότερων και πρωτοεμφανιζόμενων ποιητών, επιμένω ότι το ποτάμι δε γυρίζει πίσω και ότι υπάρχουν βάθρες με κρυστάλλινα νερά.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Διαβάζοντας τους ποιητές

Περιοδικό “Οδός Πανός” 202 Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2024

Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο

Το έχουμε ξαναπεί. Πάντα υπάρχει ενδιαφέρον σε μια πρώτη ποιητική εμφάνιση, κυρίως όταν εντοπίζονται σ’ αυτήν στοιχεία ανανέωσης του ποιητικού τοπίου.
Πράγματι, η ευκολία είναι στην επανάληψη σε γλωσσική επιλογή και σε ύφος, ας αφήσουμε πια το κυρίαρχο πρόβλημα της θεματικής. Η Μαρία Λεβαντή, παρουσιάζοντας την πρώτη της ποιητική συλλογή, μοιάζει να ξέρει τι θέλει και πώς να το πει. Χωρίζει σε δύο μέρη τα ποιήματά της, με το ένα να αποκτά γυναικεία μορφή (κοιτάζω στο εξώφυλλο το έργο της Τίνας Κόντογλη γυναικείο κεφάλι με βλέμμα που σε κτυπάει κατάστηθα), με το δεύτερο να «συνομιλεί» με έργα άλλων δημιουργών, με άλλες μορφές τέχνης – μια υπενθύμιση πως δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις, καθώς κατάμεστη η γραφή από αφορμές και δημιουργικές συμμείξεις. Η Λεβαντή προσεγγίζει τη γυναίκα ως υπόσταση ποικιλόμορφη, της δίνει τα πιο διακριτά χαρακτηριστικά, κόκκινο του αίματος, μαύρο του θανάτου, ενδύεται και απεκδύεται διαδοχικά το γυναικείο σώμα, φθάνει στον βυθό του, ακόμα κι αν εκεί συναντά μια Περσεφόνη να την περιμένει. Τυλίγεται στο ποιητικό ένδυμα, ταυτίζει τη θηλυκή ταυτότητα με τη γέννηση του έργου, θρυμματίζει μέσα στο ποίημα όλες τις προηγούμενες μορφές που ως γυναίκα φέρει μέσα της.
Δεν ξέρω αν μοιάζω στη Μήδεια, στη Σύλβια ή στη γιαγιά! Μιμή, που έπιανε καυτά καζάνια με τα γυμνά της χέρια. /Σ’ αυτό το ποίημα ξεκινήσαμε εκατό, μείναμε είκοσι και αντέξαμε πεντέξι./ Γυναίκες όλες./ Όλες μας, όσες χάθηκαν και όσες έμειναν, κοιμόμαστε ακόμα σε τρύπιο μαξιλάρι. («Γυναίκες όλες»). Οι γλωσσικές της επιλογές εναλλάσσουν μια σκληρή, κοφτερή φωνή με την εξαΰλωσή της σε χώρο πέραν του πραγματικού, πηγαινοφέρνοντας έτσι το ποίημα από το γήινο τοπίο στο απογειωτικό. Βιώματα τραυματικά χωράνε μέσα στα ποιήματα, μόλις διακρινόμενα ανάμεσα στις πολλαπλές μεταμορφώσεις με την αρωγή του παραμυθιακού στοιχείου. […] Αχάραγα ακόμη/ η Κοκκινοσκουφίτσα επιστρέφει/με το δόντι τον λύκου χτενάκι στα μαλλιά. («Μικρότερο νούμερο»). Οι εικόνες, ιδιαίτερες (αλήθεια, πώς θα τις χρωμάτιζε;) Στις συνομιλίες (στο δεύτερο μέρος του βιβλίου) το πεδίο πιο ανοιχτό σε απογειώσεις, σε σχεδόν σουρεαλιστικές εικόνες, σε μικρά ποιητικά αριστουργήματα. Όπως στο έξοχο «Το μάτι του αγγέλου», εκεί που η υδατογραφία του Paul Klee, με τον ανυπεράσπιστο άγγελο,
αντιφεγγίζει πάνω στο δικό της σώμα, μεταμορφώνοντας την ίδια σε άγγελο,

.

ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 08/06/2024

Δεν είναι η πρώτη φορά που η Περσεφόνη, μυθολογικό πρόσωπο και σύμβολο του επάνω και κάτω κόσμου των νεκρών, διαπερνά τον χρόνο και φτάνει μέχρι σήμερα με τα πολλά της πρόσωπα στην τέχνη και στην λογοτεχνία.

Γράφει ο Γιάννης Ρίτσος στα ποιήματα «Τέταρτη διάσταση» για την Περσεφόνη του*, «Τα πάντα ημερεύουν, τα πάντα επιστρέφουν στον εαυτό μας, τόσο που λέω, μην είναι ο θάνατος ο πιο αληθινός εαυτός μας!». Ο ποιητικός λόγος με στοχασμό εμβαθύνει στην ουσία των πραγμάτων, με λέξεις χαράζει ρωγμές και αναδεικνύει τον δρόμο που οδηγεί από το σκοτάδι στο φως στην αναζήτηση του αληθινού εαυτού.

Με αυτή την ποιητική γραφή η Μαρία Λεβαντή συστήνεται στο λογοτεχνικό κοινό με την οικειότητα και δεξιοτεχνία της γνώσης που αντλεί από την επαγγελματική και αναγνωστική εμπειρία της.

Η ποίηση είναι γλώσσα, δηλαδή λέξεις. Το λεξιλόγιο της χαρακτηρίζεται από απλότητα και παράλληλα από συμπυκνωμένα νοήματα, λυρικά και μυθικά στοιχεία, κείμενα εξωστρεφή και εσωστρεφή με αφετηρία πάντα το ομιλούν ποιητικό υποκείμενο. Οργανώνει και προσεγγίζει την πραγματικότητα με θέματα που την απασχολούν με συνεκτικό λόγο και καταγραφή με αρχή μέση και τέλος.

Ανακαλεί στην πρώτη ποιητική συλλογή της την αρχαία χθόνια θεότητα του αγρού και της αφθονίας, το σύμβολο του χρόνου και των εποχών, την Περσεφόνη, και χαρίζει το όνομα της στον τίτλο της συλλογής «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο». Στην Θεά που έρχεται από το μακρινό παρελθόν των μυθικών θεαινών, διάφανη, μυστηριώδη, ερωτική, αισθαντική, με ματιά διεισδυτική, προσομοίωση με την σύγχρονη πολύπλοκη γυναίκα αποδίδει τέλεια το εικαστικό έργο του εξωφύλλου της συλλογής.

Η Μαρία Λεβαντή κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου της με τον μεταφορικό λόγο, την αλληγορία, τον μαγικό ρεαλισμό, τις σουρεαλιστικές εικόνες και ανοίγει ένα θέμα που ζητά απαντήσεις:

Για ποια Περσεφόνη θα μιλήσει; Για την μυθική Περσεφόνη και την βίαιη αρπαγή της από τον Πλούτωνα, τον αποχωρισμό από την αγκαλιά της μητέρας Δήμητρας ή την σύγχρονη γυναίκα-Περσεφόνη που ζει, κινείται και μετακινείται συνεχώς στο δίπολο Άδης- Γη, σκοτάδι – φως, ζωή – θάνατος αποκτώντας γνώση και εμπειρία;

Μήπως η Περσεφόνη της μυθοπλασίας ως γυναίκα είναι τόσο διαχρονική που συναντάει την σύγχρονη στα ίδια θέματα και προβληματισμούς της καθημερινότητας;

Δηλαδή θέματα που αφορούν τις ανθρώπινες σχέσεις, τις σχέσεις οικειότητας ή τις συγκρουσιακές αντιθέσεις μεταξύ των δύο φύλων και της εξουσίας. Μήπως αναζητήσεις σχετικά με τον έρωτα, την προδοσία, την ταυτότητα, τις προσδοκίες και τις απώλειες;

Ας δούμε πως οργανώνει και μας εισάγει στον ποιητικό της κόσμο η ποιήτρια Μαρία Λεβαντή.

Σύμφωνα με την « Θεογονία» του Ησιόδου, πρώτη εικόνα ήταν το Χάος και το κοσμικό αυγό. Μετά γεννιέται η Νύχτα και το Έρεβος. Ο Έρωτας, πρωταρχική δύναμη της δημιουργίας με τα πολλά του πρόσωπα, κατέχει σημαντική θέση στην παρούσα ποιητική συλλογή.

Η ποιήτρια ορίζει από την αρχή τις δύο διαστάσεις της απαρχής δημιουργίας του κόσμου που είναι ο χώρος- δηλαδή η σύνθεση και η οριοθέτηση των πραγμάτων ( Η Γαία, Ουρανός, Πόντος, όρη κ.λ.π.) και η κινητικότητα που ορίζεται από τον Χρόνο (-παρελθόν, παρόν, μέλλον).

Επιπλέον συνθέτει τα ποιήματα της σε δύο διαφορετικές ενότητες λόγου, με υποκειμενικό και διακειμενικό περιεχόμενο, αλλά στηριζόμενη σε ένα σταθερό νοηματικό επίπεδο που αφορά τον άνθρωπο, την γέννηση, την εξέλιξη, την ολοκλήρωση και το τέλος του.

Η πρώτη ενότητα αφορά την προσωπική θέση της ποιήτριας ως γυναίκα σε θέματα υπαρξιακής αναζήτησης και ταυτότητας (δημιουργία του κόσμου, γέννηση και αρχή ύπαρξης του ανθρώπου, διαπροσωπικές σχέσεις, διαδρομή μνήμης στον χρόνο, οικουμενικότητα, γυναίκα).

Η δεύτερη ενότητα αφορά την διάδραση και την συνομιλία του ποιητικού υποκειμένου με άλλους μεγάλους δημιουργούς της τέχνης και της λογοτεχνίας θέτοντας έμμεσα τις δικές της απόψεις για την συλλογική συνείδηση και το κοινωνικό γίγνεσθαι στην διαδρομή του χρόνου. Εργαλεία της η ΓΡΑΦΙΔΑ-το ΠΙΝΕΛΟ-η ΣΜΙΛΗ- η ΕΙΚΟΝΑ.

Και ανάμεσα τους παρεμβάλλει σκέψεις, ιδέες, μνήμες. Σωματικές και συναισθηματικές ανάγκες, βιωμένες εμπειρίες και εικόνες που τις καθρεφτίζει έμμεσα με σουρεαλιστικό υπαινιγμό σε ονειρικό και πραγματικό κόσμο.

Κεντρικό θέμα της γραφής της είναι η γέννηση και ο μυθικός τρόπος διαμόρφωσης του κόσμου. Ο πρωτογενής θεός Έρωτας υπεύθυνος για την σμίξη του Ουρανού και της αρχέγονης Γαίας, στη συνέχεια η συνεύρεσή τους. Η δημιουργία του Γενεαλογικού δένδρου, ετερότητες και ομοιότητες των ανθρώπων. Η βιολογική και ψυχοσυναισθηματική ύπαρξη τους στον χρόνο, ο αέναος κύκλος ζωής και θανάτου στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο όπου η ζωή προϋπάρχει. Το συμπαντικό πρωταρχικό Χάος ενέχει το πρωτογενές Φάος( Φως). Η συνύπαρξη των αντιθέτων αυτών δυνάμεων ορίζουν την αρμονία του κόσμου. Την ποιήτρια γοητεύει η μυθική Περσεφόνη, σύμβολο ζωής, θανάτου και αναγέννησης.

Με το πρώτο της ποίημα φέρνει στο προσκήνιο τον φόβο της μοναξιάς του ανθρώπου και την ανάγκη του να καθρεφτιστεί σε έναν απέναντι σημαντικό Άλλον για την επιβεβαίωση της ύπαρξης του. Γυρίζει πίσω στις ρίζες του κόσμου και στην ανάγκη, ακόμη και του δημιουργού Θεού, να καθρεφτιστεί και να αναγνωρίσει στο είδωλο τον εαυτό του και ποιος είναι αληθινά.

Αρνείται ο Θεός την αρσενική παντοδύναμη φύση του με τον αυτό-ευνουχισμό, ανασύρει από τον ομφαλό της γης την θηλυκή ουσία και με την σμίξη τους δημιουργεί τον άφυλο άνθρωπο, δίνοντας του έτσι τη δυνατότητα της επιλογής του φύλου. Δημιουργεί στην συνέχεια την Εδέμ, τον Αδάμ και την Εύα, τον γενεσιουργό της γνώσης και της αμαρτίας Όφι, τον έρωτα, το ζευγάρωμα της θηλυκής και αρσενικής Αρχής, αντιμετωπίζοντας τον υπαρξιακό φόβο της μοναξιάς.

Ο κύκλος της ζωής αρχίζει με την γυναίκα που γεννάει και πασχίζει να σώζει τα παιδιά της από τον αδηφάγο χρόνο. Με την γυναίκα που μπορεί να ζει στο νερό και στην ξηρά, τη γυναίκα που γεννήθηκε από το κοσμικό αυγό, αυτήν που γεννοβολά νεοσσούς, πολλές φορές αιματοβαμμένους, σε φωλιές φτιαγμένες με ξερά κλαδιά κι αγκάθια. Τη γυναίκα που βιώνει την προδοσία, το γκρέμισμα της φωλιάς, το παρελθόν με τα τραύματα και την απειλή του, την αλλαγή ρότας. Ανοίγει τα κλειστά δωμάτια του κυανοπώγωνα όχι με τα σκουριασμένα κλειδιά του παρελθόντος αλλά με νέα χρυσά, αρνούμενη να παίζει με τις σκιές και τις ενοχές του παρελθόντος που την αλλοτριώνουν.

Γράφει στο ποίημα της «Καινούργια κλειδιά», (σελ. 16), σε μία συνομιλία με το ειρωνικό ενοχικό παρελθόν και για την αλλαγή του τρόπου σχέσης της με αυτό.

« Εσύ δεν έχεις καταλάβει, είπα /Έχω φυτέψει λουλούδια και λαγούμια,/ και στις κλειδαρότρυπες στριφογυρίζουνε χρυσά κλειδιά./ Δεν παίζω πια κρυφτό με τις σκιές μου»/.

Η ποιήτρια, ως γυναίκα στην εξελικτική πορεία της ύπαρξης της, τολμάει ανατροπές. Στον ονειρικό κόσμο διαγράφει το γένος της, μηδενίζει την πρωτογενή εξέλιξη ως γυναίκα και την ξαναδημιουργεί ως άφυλη, επιτρέποντάς της την επιλογή. Γεννιέται απαρχής από το σκοτάδι.

Γράφει στο ποίημα « Εύα» σελ. 13:

« Στα πόδια μου κοιμάται ο Όφις / σμίγω μαζί του κάθε βράδυ./ Έτσι γεννάω τον Αδάμ. / Τον τρέφω απ΄ το πλευρό μου./ Όταν ενηλικιώνεται/ κρύβει στο παντελόνι του το φίδι /κι εγκαταλείπει για πάντα την Εδέμ.»/

Και στο ποίημα « Διαδρομή» σελ.17 γράφει:

« Στο όνειρο απόψε / δεν έχω φύλο…Αναζητώ το πρόσωπο μου στον καθρέφτη./ βλέπω το φεγγάρι πίσω μου μισό./

Και συνεχίζει στο ίδιο ποίημα την αναγνώριση του εαυτού και την γυναικεία της φύση:

« Σκοτάδι ξανά, παντού νυχτώνει./ Τα μάτια του ζώου στολίζουν τον λαιμό μου./ Φτάνω στην κορυφή του πύργου μου, /αίμα θηρίου και αργιλώδες χώμα βρίσκω./ Πλάθω ολοκαίνουργια καρδιά./Σηκώνομαι, κοιτιέμαι στον καθρέφτη./ Γυναίκα πια. /Ολόκληρη./ Εγώ.»/

Νέα εξελικτική φάση αρχίζει για την συνειδητοποιημένη γυναίκα. Η θηλυκή χάρη γεννιέται από την καρδιά ενός μήλου Το πρωτογενές υλικό που αναδύεται από το ασυνείδητο και τις απωθημένες μνήμες την μεταμορφώνει σε χυμώδη γυναίκα. Γεννάει τους φυτεμένους σπόρους της μηλιάς και διαιωνίζει την δύναμη της σ΄ ένα δάσος με πολλές άλλες μηλιές, βιώνοντας νέα ζωτική εμπειρία για το ακυρωμένο γυναικείο της πρόσωπο.

Και αυτή η γυναίκα, ως μυθική και σύγχρονη Περσεφόνη, καλείται να διαχειριστεί τον εαυτό της στις σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους, ως κόρη, εγγονή, αδελφή, μητέρα, σύντροφο, ερωμένη, φωτεινή ή σκοτεινή ύπαρξη. Και η ζωή είναι η αρένα όπου η γυναίκα καλείται να είναι Εύα, Λίλιθ, Λολίτα, αμαζόνα, ως πρότυπο ικανοποίησης των προσδοκιών και των επιθυμιών των αρσενικών άλλων, ματώνοντας η ίδια πολλές φορές μέχρι θανάτου.

«Η γυναίκα είναι η μητέρα της», λέει η ποιήτρια Ανν Σέξτον. Είναι δύσκολο ν΄ αντισταθεί η κόρη στις μητρικές παραινέσεις για συνέχιση των γυναικείων ρόλων, την σμίκρυνση της σαν οντότητα, αν δεν τολμήσει το κόψιμο του ομφάλιου ρόλου με ανατροπές μη αποδεκτές από το κοινωνικό στάτους και την κουλτούρα. Φοβάται και εγκλωβίζεται η γυναίκα σε παραδοχή απαξίωσης της ως ισότιμο μέλος με τον άνδρα.

Η ποιήτρια με τους στίχους που μιλάνε σιγά μέσα στη νύχτα αλλά είναι συγχρόνως δυνατή κραυγή, μοιράζεται με τον αναγνώστη το οδυνηρό βίωμα της γυναικείας μοναξιάς, τον αβίωτο έρωτα, την αίσθηση της απόλυτης ανυπαρξίας πνιγμένη στην ελεγεία της απώλειας και του πένθους. Την βαραίνουν αλήθειες που πρέπει να σιωπά, τις νύχτες που το σεντόνι της γίνεται θάλασσα, κύμα που την ρίχνει στα βράχια, την τσακίζει, την πνίγει, γίνεται αλάτι και νερό.

Η γυναίκα της Μαρίας Λεβαντή αδειάζει από την θηλυκή της ύπαρξη, αποσιωπά την θλίψη και το τραύμα, κοιμάται σε μαξιλάρι που μυρίζει βασιλικό, «γεννάει παιδιά αλλά πεθαίνουν πριν ακόμη μπουσουλήσουν/ καθαρίζει τον λεκέ στο νυχτικό που όλο μεγαλώνει». Στολίζει το ξεθωριασμένο πρόσωπο της στο χρόνο με κόκκινα λουλούδια και στροβιλίζεται τραυματισμένη στην οικογενειακή και στην ξεθωριασμένη στο χρόνο φωτογραφία.

Ξέρει όμως πολύ καλά ότι « ποτέ δεν φεύγει απ΄ το δέρμα εντελώς ο λεκές από το ξεραμένο αίμα».

Η γυναίκα της ποιήτριας όμως δεν παραιτείται. Μαζεύει τα τραύματα της βιωμένης ιστορίας της, βυθίζεται στις αναμνήσεις, στους φόβους που πολλές φορές την πέτρωσαν, στις μαινάδες που την διαμέλισαν ως Πενθέα στην δική τους ερωτική έκσταση, ανοίγει τα παράθυρα της και ελπίζει στη δίνη του ανέμου να την παρασύρει κάπου μακριά από το θανάσιμο τοπίο για να ξαναβρεί την συνοχή της.

Όλες οι κόρες της Περσεφόνης ξέρουν πολύ καλά ότι η νύχτα κρύβει πολλές αλήθειες που δεν τολμούν να ανέβουν στο φως της μέρας. Τα αρσενικά ζούνε σαν άσαρκες γκροτέσκο υπάρξεις, περσόνες αθωότητας που κρύβουν την ακόρεστη πείνα των λύκων. Και τότε αυτές οι γυναίκες πενθούν φορώντας πλερέζες και ψηλά μαύρα καπέλα. Παράλληλα κόβουν την σιωπή τους, ακούγεται η φωνή τους, το σαρκοφάγο αρσενικό ερπετό μαραίνεται και κρύβεται στη γη.

«Εκεί, λέει η ποιήτρια, τους περιμένει η Περσεφόνη φορώντας μαύρο ψηλό καπέλο».

Το αισιόδοξο μήνυμα στην παρούσα ποιητική συλλογή δίνεται με την μεταμόρφωση της παθητικής πληγωμένης βιασμένης Περσεφόνης με την αναγέννηση της, σε δυναμική σύνθεση των αντιθέτων δυνάμεων-αρσενικής και θηλυκής Αρχής, προσωποποιημένης σε όλες τις γυναίκες που ταξίδευσαν στη ράχη ενός φανταστικού πτηνού που πετάει στον ουρανό και ακούει στο όνομα Μήδεια, Σύλβια, αμαζόνα, γιαγιά Μιμή ή απλά ποιήτρια. Σε όλες τις γυναίκες που άντεξαν το σκοτάδι του Άδη και ανέβηκαν στο φως υμνώντας την αιώνια ομορφιά και δύναμη της γυναικείας ψυχής.

Στη δεύτερη ενότητα η ποιήτρια μοιάζει να μετοίκησε σε άλλη σφαίρα. Είναι η φάση της ανόδου της Περσεφόνης στο φως και της αναγέννησης της γης. Η Λολίτα άφησε τις κούκλες, ενηλικιώθηκε, δεν περιμένει άλλοι να ικανοποιήσουν τις ανάγκες της. Στα χέρια τώρα κρατάει τα σύνεργα της δημιουργίας. ΜΟΛΥΒΙ-ΓΡΑΦΙΔΑ-ΠΙΝΕΛΟ-ΣΜΙΛΗ-ΕΙΚΟΝΑ.

Βλέπουμε τον λόγο της ποιήτριας να αναδύεται από τον φόβο της ματαίωσης και τη σιωπή της ανυπαρξίας.

Αναζητά την ταυτότητα της με το καθρέφτισμα σε διακειμενικά και διακαλλιτεχνικά έργα σπουδαίων δημιουργών της Τέχνης και του λόγου, υποστηρίζοντας τις πεποιθήσεις της σε μία συνάντηση ζωγραφικής, γλυπτικής, κινηματογράφου, λογοτεχνίας.

Σε αυτή την ενότητα η ποιήτρια συνδιαλλέγεται με στίχους και συναντιέται διακαλλιτεχνικά με την εικαστική μαγεία της «έναστρης νύχτας» του Vincent van Gogh, στην «Νύχτα καλοκαιριού» του Edvard Munch συναντιούνται οι « μαύροι άγγελοι που πάνω από το λίκνο τραγουδούν».

Στον «Angelus Novus», του Paul Klee «αρπάζει το γυάλινο μάτι του αγγέλου και ράβει στην πλάτη φτερά.

Στον πίνακα «Las Meninas» του Diego Valazquez και του Pablo Pikasso καταγράφει τον κατακερματισμό της γυναίκας σε μία προσπάθεια ανασύστασης της μορφής, όπως την επιχειρεί στο ποίημα της « Ακέραιος».

Σε αυτή την συμβολική εικονοποιημένη ενότητα η ποιήτρια εδραιώνει τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα της πρώτης ενότητας, που συναντιούνται διαχρονικά με τα ίδια ανθρώπινα συναισθήματα και το ανεβοκατέβασμα ανάμεσα στον άνω και κάτω κόσμο, στο φως και το σκοτάδι, την πάλη ζωής και θανάτου.

Η Μαρία Λεβαντή αναφέρεται στη μελαγχολία της μοναξιάς του ποιητή, όμοια με την «Μελαγχολία» του διάσημου γλύπτη Άλμπερτ Γκιόργκι ή το ποιητικό έργο στη ταινία του Ταρκόφσκι και του Σεργκέϊ Παρατζάνωφ στο « Χρώμα του ροδιού».

Η γλώσσα και στις δύο ενότητες της δημιουργού μορφοποιείται με λυρικά στοιχεία συναισθηματικής φόρτωσης, αλλά κυρίως με στοιχεία υπερρεαλισμού, συμβολισμού, μαγικού ρεαλισμού.

Γράφει στο ποίημα «Διαγαλαξιακοί εραστές». Σελ.45

« Γιατί δεν του λες /πως τη στιγμή που σου μίλησε/ τα μάτια σου άνοιξαν σαν χοάνες στο Σύμπαν/ και από μέσα τους χύθηκαν χιλιάδες αστέρια/ Γιατί δεν του λες/ ότι σε υπόγεια νερά βούλιαξαν οι δείκτες των ρολογιών / κι ο χρόνος ακίνητος / συμπυκνώθηκε στον σπόρο της παπαρούνας»./ Πες του /ότι ακόμα αναπνέει κάτω απ΄το δέρμα σου /κι έτσι ποτέ δεν του λείπεις. / Άυλη στέκεσαι ανάμεσα στους γαλαξίες / ώσπου να επιστρέψει.»/

Η Μαρία Λεβαντή με όραμα αρχίζει και κλίνει την πρώτη αλλά ώριμη ποιητική συλλογή της «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο». Ξετυλίγει τις ιδέες, τους προβληματισμούς και τις εμπειρίες της όμοια με τη διαδρομή και την εξέλιξη της ανθρώπινης ύπαρξης στον χρόνο και τον χώρο. Την γέννηση του άνδρα και της γυναίκας, την αθωότητα και την ωριμότητα, τον έρωτα και την ενηλικίωση, την δέσμευση και την προδοσία, τη ζωή και τον θάνατο, τις αλλαγές και την αναγέννηση.

Η μυθολογική Περσεφόνη του άνω και κάτω κόσμου είναι κάθε διαχρονική γυναίκα που αναδύεται από τον σκοτεινό κόσμο του προσωπικού και συλλογικού ασυνειδήτου, στην φωτεινή συνειδητότητα και την γνώση της ύπαρξης της, σε μία αέναη συνάντηση συνύπαρξης του γαλαξιακού ουρανού και της αρχέγονης μητρικής Γαίας.

Αριστούλα Δάλλη Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο http://www.periou.gr 08/06/2024

*Γιάννης Ρίτσος [1972]2009. Ποιήματα τέταρτη διάσταση, (1956-1972), εκδόσεις Κέδρος.

.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΛΕΒΑΝΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

FRACTAL 14/5/2024

-Κυρία Λεβαντή, να ξεκινήσουμε αποκωδικοποιώντας τον τίτλο; «Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο».

Ο τίτλος είναι ο μικροσκοπικός σπόρος που έχει φυλακιστεί στο κεχριμπάρι. Υπ’ αυτή την ένοια, ο τίτλος είναι η καρδιά του βιβλίου. Στη συλλογή μου η Περσεφόνη φοράει ένα ψηλό καπέλο. Κι είναι μαύρο, γιατί πενθεί. Πενθεί για τον εαυτό της, για τις άλλες γυναίκες· για ανθρώπους πολλούς.

-Ένας τίτλος οφείλει να είναι ένα ποίημα εν δυνάμει; Στα ποιήματά σας πώς προκύπτουν οι τίτλοι;

Θα μπορούσε, χωρίς ωστόσο να είναιαπαραίτητο. Οι τίτλοι γεννιούνται από τα ίδια τα ποιήματα σε μένα.

-Μας επιλέγει το ποίημα ή το επιλέγουμε;

Ό,τι αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις και τον νου μπορεί να πάρει σάρκα και να αποκτήσει υπόσταση πνευματική. Αισθάνομαι συχνά ότι η έμπνευση μας επιλέγει και ότι το ποίημα ακολουθεί. Ίσως όμως απλώς να ακούμε τις ανάσες του κόσμου γύρω μας που αργοσβήνουν και να γράφουμε πιστεύοντας –αφελώς;– ότι βοηθάμε στην αναπνοή του. Οι λέξεις κουμπώνουν με την έμπνευση και τη δυνατότητα να ακούμε και γίνονται ποίημα.

-Μια ποιητική συλλογή οφείλει να είναι ένας κύκλος; Να διαθέτει κοινή συνισταμένη, ή όχι απαραίτητα;

Θα ήταν θεμιτό αλλά όχι αναγκαίο. Το πιο σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, είναι τα ποιήματα να συνδέονται μ’ ένα αδιόρατο νήμα που ξετυλίγεται σαν κουβάρι και μας αποκαλύπτεται. Στη συλλογή μου υπάρχουν δύο ενότητες. Θα τις χαρακτήριζα ως δύο διαδρομές που συναντιούνται. Αφού όλα πηγάζουν απ’ το κουκούτσι του εαυτού μας και μια ποιητική συλλογή ακολουθεί τον εσωτερικό της ρυθμό και ό,τι τη γέννησε.

-Υπάρχει εμμονή στην ποίηση, όσον αφορά την θεματολογία, όπως και στην πεζογραφία; Και αν υπάρχει, η δική σας;

Νομίζω πως ασυνείδητα αντλούμε διαρκώς από τα ίδια θέματα. Ακόμα κι αν μας κλείσουν τα μάτια με μαντήλι όπως στην Τυφλόμυγα, εμείς θα στραφούμε στην ίδια κατεύθυνση. Όμως δεν αισθάνομαι ότι γίνεται εμμονικά.Αν υπάρχει μια εμμονή στη δική μου ποίηση, αυτή έχει να κάνει με ό,τι προκαλεί έντονα συναισθήματα, με ό,τι δηλαδή εμπεριέχει ομορφιά και οδύνη.

-Υπήρξε ποιητής που σας έκανε να πείτε «αυτό θα γίνω;» Ποιητές που υπήρξαν σημείο αναφοράς σας;

Υπήρξαν και υπάρχουνπολλοί ποιητές και ποιήτριες που αγαπώ. Ενδεικτικά θα αναφέρω τον Σαχτούρη και οπωσδήποτε τον Καβάφη. Εκ των υστέρων σκέφτομαι όμως ότι ο Καρυωτάκης υπήρξε καταλύτης για τη συνειδητή μου ενασχόληση με την ποίηση, καθώς σε μια μεγάλη περίοδο πένθους τον διάβαζα και έγραφα μανιωδώς. Όλοι με επηρέασαν με τον τρόπο τους, με συγκίνησαν, μου κράτησαν συντροφιά και κυρίως με δόνησαν.Χάρη σ’ αυτούς παραμένω ένας άνθρωπος, που γράφει.

-Ποίημα που ποτέ δεν ξεχνάτε; (άλλου ποίημα)

Νομίζω πως το Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον του Κ.Π. Καβάφη είναι ένα ποίημα που φεύγει και έρχεται διαρκώς στον νου μου. Ίσως γιατί ολόκληρη η ζωή μας είναι γεμάτη αποχαιρετισμούς. Με αυτόν τον τρόπο θα ήθελα να αποχαιρετώ, λοιπόν, τις Αλεξάνδρειες που χάνω, σαν έτοιμη από καιρό, σαν θαρραλέα. Κι ας μην το καταφέρνω πάντα και ας αποδεικνύομαι δειλή και ανέτοιμη στους πιο μεγάλους αποχωρισμούς.

Ποιοι στίχοι σας, υπήρξαν για σας έκπληξη; (γεννήθηκαν απρόσμενα, ήταν σα να τους έγραψε άλλος, σας ξάφνιασαν κάπως;)

Οι πρώτοι στίχοι του ποιήματος «Χελιδόνια»:

Το ρετσίνι στάζει από την οροφή χρυσή βροχή.

Πλημμυρίζει χρυσόψαρα το πάτωμα.

Κεντημένα χελιδόνια δραπετεύουν απ’ το σεντόνι.

Προέκυψαν σαν από όνειρο ένα μεσημέρι που οι τοίχοι έλιωναν από τη ζέστη όσο εγώ σκεφτόμουν την ηρωίδα ενός βιβλίου που είχα διαβάσει. Μονάχα που εκείνη έβλεπε σκιές.

-Θυμάστε το πρώτο σας ποίημα;

Θυμάμαι μόνο ότι ως έφηβη έγραψα το πρώτο ολοκληρωμένο μου ποίημα. Ήταν ένα ποίημα τρυφερό για την καλύτερη μου φίλη. Δυστυχώς δεν διασώθηκε. Έμεινε όμως χαραγμένη στη συναισθηματική μου μνήμη η λυτρωτική και επίπονη εμπειρία της σύνθεσής του.

-Έχετε απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ποίημα»;

Όσες φορές κι αν το έχω επιχειρήσει, ποτέ δεν έχω καταλήξει σε κάποιον επαρκή ορισμό. Πάντα κάτι μου ξεφεύγει. Σκέφτομαι δε ότι είναι ανώφελο. Αισθάνομαι το ποίημα σαν ένα μεγάλο στόμα που χάσκει το σκοτάδι. Δεν έχεις ίδέα αν θα σε καταπιεί ή αν θα ξεπηδήσουν πυγολαμπίδες. Άλλοτε πάλι το νιώθω σαν έσχατη άμυνα στην περιρρέουσα βαρβαρότητα. Ή σαν τον λόγο που υπενθυμίζει τον ρυθμό της ανάσας.

-Ξεκινώντας από την τελευταία σας συλλογή, μια μικρή ανασκόπηση στην ποιητική δουλειά σας;

«Η Περσεφόνη φορά ψηλό καπέλο» είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή. Όμως ποιήματα «γράφονταν» με τον έναν ή τον άλλο τρόπο πάντοτε μέσα μου. Ορισμένα βέβαια μονάχα τα έζησα και ποτέ δεν τα έκανα λέξεις.

-Από έλλειμμα γράφουμε ή από περίσσευμα;

Γράφουμε και από τα δύο. Γράφουμε γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε αλλιώς, «για να απαλύνουμε τη ροή του χρόνου», όπως είπε ο Μπόρχες, για τους εαυτούς μας και τους άλλους.

-Και «η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε;» Η σημαντική ποίηση πότε γράφεται; Σε αντιποιητικούς καιρούς ή σε εποχές ευμάρειας;

Η ποίηση δεν μας έχει ανάγκη για να υπάρξει. Όπως και η αγάπη. Και μπορεί να γίνει απάνεμο λιμάνι για όποια και όποιον την έχει ανάγκη. Μας προσφέρεται απλόχερα. Δεν γνωρίζω πότε γράφτηκαν τα πιο σημαντικά ποιήματα και τι σημαίνει ακριβώς σημαντικά. Είμαι βέβαιη όμως ότι σε αντιποιητικούς καιρούς, όπως αυτούς που διανύουμε, την ποίηση, κυρίως ως τρόπο ζωής, την έχουμε περισσότερη ανάγκη.

-Ο Νάνος Βαλαωρίτης υποστήριζε ότι η ποίηση είναι χρησμική, εσείς τι πιστεύετε;

Δεν θεωρώ ότι η ποίηση έχει κάποια μεταφυσική ιδιότητα. Απλά συμβαίνει καμιά φορά ο ποιητής να έχει πάει πρωτύτερα εκεί που άλλοι δεν τολμούν καν να πλησιάσουν. Αφού κουβαλά κάτω απ’ το δέρμα του προαιώνιες αγωνίες, ραγίζει από τρυφερότητα και ομορφιά, συντρίβεται από φόβους και ασχήμιες.

-Θα επιλέξετε για μας ένα ποίημά σας;

Με πολλή χαρά. Θα επιλέξω ένα ποίημα που αγαπώ από τη δεύτερη ενότητα της συλλογής.

ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΑΓΓΕΛΟΥ

Το βλέμμα μου θολό,
ψηλαφώ τους χάρτινους αγγέλους
πάνω από τη βρεφική μου κούνια.
Άνεμος όμως ισχυρός
απ’ το παράθυρο του μέλλοντος φερμένος
τους γκρεμίζει.
Ένας μονάχα,
γυμνός, κομματιασμένος,
με σκονισμένα τα σγουρά μαλλιά
και τον βολβό του ματιού του στραμμένο προς τα πίσω
στέκει, με κοιτάζει.
Φυσάει δυνατά την πούδρα απ’ την παιδική μου σάρκα.
Κονιορτός πηχτός σηκώνεται,
με ξεγυμνώνει.
Το γυάλινο μάτι του αγγέλου αρπάζω,
ράβω στην πλάτη μου φτερά.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.