ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Η Δήμητρα Δημητρίου είναι αριστούχος διδάκτωρ Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης (Paris IV). Πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές στη Συγκριτική Γραμματολογία στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης (Paris IV) και βασικές σπουδές στην Ελληνική Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών της υπήρξε υπότροφος αριστείας του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών Κύπρου και του Ιδρύματος Α. Γ. Λεβέντη. Έχει επίσης λάβει υποτροφίες από το Πανεπιστήμιο του Bristol και τον Νορμανδικό Πανεπιστημιακό Πόλο. Εργάζεται ως Λειτουργός Ερευνών, Μελετών και Εκδόσεων στη Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έχει διδάξει επί σειρά ετών στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, το Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και το Πανεπιστήμιο Λευκωσίας. Συνεργάζεται επίσης ως Ανώτερη Επιστημονική Συνεργάτιδα με το Κέντρο Διεθνών και Ευρωπαϊκών Υποθέσεων (CCEIA) του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εμπίπτουν στα πεδία της Συγκριτικής Φιλολογίας, της Νεοελληνικής Φιλολογίας, της Μυθοκριτικής, της Φεμινιστικής και Μεταμοντέρνας Θεωρίας και της Λογοτεχνικής και Πολιτισμικής Θεωρίας. Έχει δημοσιεύσει ευρέως επιστημονικό έργο σε ελλαδικό και διεθνές πλαίσιο. Εργάζεται ερευνητικά σε πέντε γλώσσες. Λογοτεχνικές της συνεργασίες έχουν δημοσιευθεί μέχρι στιγμής σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματα των Αγωνιών έχουν διακριθεί στον διαγωνισμό του Μεσογειακού Βραβείου Ποίησης (Ρώμη, 2021). Έχει προσκληθεί ως κριτής στη διεθνή επιτροπή του ίδιου βραβείου και στην Επιτροπή Επιλογής Προτάσεων για τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας της Κύπρου (2023-2025). Ποιήματα τηςπαρούσας συλλογής έχουν μελοποιηθεί από τον Γιώργο Καλογήρου και τον Μιχάλη Σακέλλη και μεταφραστεί στα αραβικά στο πολιτιστικό ένθετο της παναραβικής εφημερίδας Al-Araby Al-Jadeed, Λονδίνο.

.

.

ΑΓΩΝΙΕΣ (2023)

Ι ΑΓΩΝΙΕΣ
Μαρία

Εμένα, τη μάνα μου και την αδελφή μου μας πήραν στα τελευταία
σπίτια του χωριού. Από την πρώτη νύχτα έπιασαν εμένα, μαζί με
κάτι άλλες, και μας επήραν μέσα στα χωράφια, θεοσκότεινα. Με
τράβηξε η μάνα μου, αλλά τη χτύπησαν με την ξιφολόγχη — ακόμα
έχει το σημάδι. Κρυβόμασταν στο πατάρι, αλλά μας έβρισκαν και
μας τραβούσαν από τα μαλλιά. Άκουγα τις γυναίκες που σκέφτονταν
να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό. Έπρεπε να το άφηναν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: Βλ. τη μαρτυρία της Μαρίας από χωριό της επαρχίας Αμμόχωστου,
δεκατεσσάρων χρονών το 1974. Στο «Κύπρος: Οικονομική στήριξη σε
γυναίκες-θύματα βιασμού κατά την Εισβολή», Πρώτο Θέμα, 4 Ιανουάριου
2016, http: //bit. ly/protothemaEisvoli.

Μυροφόρα

Εσκάψασιν τον λάκκο τζαι για τες δκυο τους. Τις μονάκριβες. Πέντε
φορές εκάστην, υπό τα όμματα. Θαρκιέσαι πως ο Πλάστης μου εν
είσιεν ποττέ του μάθκια. Ύστερα είπαν τους να μπουν τζαι τζείνοι
μέσα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Από μαρτυρία γυναίκας από τη Μόρφου για δύο δεκατετράχρονα κορίτσια,
τα οποία κατά την Εισβολή βιάστηκαν πέντε φορές μπροστά στα μάτια
των γονιών τους και εξέπνευσαν. Οι γονείς εξαναγκάστηκαν από τους
Τούρκους στρατιώτες να σκάψουν τον λάκκο των παιδιών τους, έπειτα
εκτελέστηκαν. Βλ. Ο Αγών, 30 Αυγούστου 1974, 4.

Δώρα

Ο Ερυθρός Σταυρός μάς έστελνε χάπια για τις εγκυμοσύνες.
Μιφιπεστρόνη και μισοπροστόλη. Αυτά τα φάρμακα προκαλούν
κράμπες και έντονη αιμορραγία, τερματίζουν οριστικά την κύηση. Δεν
χρειάζεται αναισθησία και άρα προσφέρουν πλεονέκτημα. Μας άφηναν
και από την Εκκλησία. Τα πήρα με αργές γουλιές, τα ρίσκα θρόμβωση
και μόλυνση, το πολύ δυνατοί πόνοι και κάποιες καταθλιπτικές τάσεις.
Οι εμετοί κράτησαν για μέρες. Συνοπτική άμβλωση χωρίς ανθρώπινη
παρεμβατικότητα. Καμιά ανθρώπινη παρεμβατικότητα. Κανείς
δεν παρεμβαίνει, εννοώ. Η μήτρα «αδειάζει». Ήμουν η ντροπή της
οικογένειας. Και τώρα είμαι.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Βλ. τη μαρτυρία δύο γυναικών από την Κερύνεια και την Αμμόχωστο,
δεκατεσσάρων χρονών αμφότερες κατά την Εισβολή, στο «Οικονομική
στήριξη σε γυναίκες-θύματα βιασμού κατά την Εισβολή», Πρώτο Θέμα,
4 Ιανουάριου 2016, http://bit.ly/protothemaEisvoli.

Ήβη

Τα αντίσκηνα ήταν βαλμένα σε σειρές. Λογιών λογιών ανθρώποι.
Στρωματσάδα. Μεσοκαλόκαιρο μας έβαλαν και αποχωρητήριο. Με
σακούλες βέβαια, γύρω ’πού τα δέντρα, αλλά ήταν μια αρχή. Μια
μέρα στεκόμουν έξω από το τσαντίρι της ξαδέλφης μου. Ένα κορίτσι
με πλησίασε, που δεν το είχα ξαναδεί. «Θεία, έρκεσαι μαζί μου στο
αποχωρητήριο;». Της είπα να πάει μόνη της, πως θα τη βλέπω,
αλλά τα δάχτυλά της άρχισαν να τρέμουν ανεξέλεγκτα. Το βλέμμα
της γραπώθηκε απ’ το δικό μου. «Επειράξαν με οι Τούρτζοι, θκεια,
τζαι φοούμαι». Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Από μαρτυρία γυναίκας για δεκατετράχρονο κορίτσι, στο Χριστιάνα
Διονυσίου, «42 χρόνια κουβαλά τα τραύματα του βιασμού του σώματος
& της ψυχής της», ΑΝΤΙ, 20 Μαΐου 2016, https://bit.ly/2ZLbXyX.

Ελένη Π.

Χαράματα με ξύπνησε το κρύο.
Θυμήθηκα τότε, που ’φύγε ο πατέρας μου,
που η μάνα μου σιγοτραγουδούσε στο σκοτάδι
κι εγώ, που δεν είχα κανέναν για ν’ αγαπήσω,
πήρα να τραγουδάω μόνη μου.
Χαράχτηκαν οι γάμπες μου μ’ αταίριαστα σημάδια.
Μουδιάσαν τα δαφνόφυλλα.
Τα πόδια, που μου ’τρεχαν γοργά, βαθιά στη γη ρίζωσαν.
Τα χέρια μου γίναν κλαδιά και τα μαλλιά μου φύλλα.
Φλοιός κορμού εκάλυψε τα άχραντά μου στήθη.
(ακτή μου πολυδάκρυτη και
κισσοσκεπασμένη)
Το πρόσωπό μου ράγισαν βαθιές δακρύων πτυχώσεις.
«Σώπασε τώρα», σώπασε, ονείρου ντύμα ήταν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: Βλ. τη μαρτυρία της Ελένης Πέτρου Καραγιάννη, στο
«Μια στάμπα για κάθε βιασμό: Η μαρτυρία μιας εγκλωβισμένης
Μορφίτισσας», Κυπρί αχός Χρονογράφος, 20 Ιουλίου 2019,
https://bit.ly/kypriakosxronografos.

Ρόδη

Αργά ή γρήγορα
οι βάρβαροί, κάποτε θα φύγουν.
Και τότε τι θα γίνει με τις εκτρωτικές μου βλέψεις;
Το ου κλέψω, ου μοιχεύσω, ου ψευδομαρτυρήσω
ουδέ γυναικί πεσσόν φθόριον δώσω
έναν υιόν και και μονογενή μόνον να αποκτήσω
ύπανδρος ή ανύπανδρος τα δικαιώματά μου μην καταχραστώ
και την κοινωνική μου θέση να τιμήσω
μα τον Απόλλωνα και τον Ασκληπιόν και θεούς πάντας
σε γάμου κοινωνίαν να περιέλθω
και εξώγαμον ουκ αναθρέψω
την αξιοπρέπειαν του πατρός μου να μην πλήξω
και βίον ανθόσπαρτον να ζήσω;
Γιατί όταν μείνουμε κάποτε χωρίς βαρβάρους
-ας υποθέσουμε ότι αυτό θα συμβεί κάποτε, έστω-
ποιος θεός θα μπορέσει να σας προστατεύσει πλέον
από εμένα;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
«οι βάρβαροι κάποτε θα φύγουν»: Βλ. την αγόρευση του βουλευτή Κ.
Α. Σωτηριάδη στην κυπριακή Βουλή κατά τη συζήτηση του νόμου περί
εκτρώσεων (Πρακτικά της Βουλής των Αντιπροσώπων, BE’, αρ. 9, 7
Νοεμβρίου 1974,116): «Όμως οι βάρβαροι κάποτε θα φύγουν. […] Τι θα
γίνει τότε; […] Φοβούμαι ότι πάρα πολλαί περιπτώσεις εγκύων γυναικών
—ιδίως νεαρών— με παράνομον ή εξώγαμον εγκυμοσύνη συχνάκις θα
καταφεύγουν εις την έκτρωσιν, με την δικαιολογίαν ότι η εγκυμοσύνη
των αύτη είναι αποτέλεσμα βιασμού!)).
«ουδέ γυναικί πεσσόν φθόριον δώσω» (=δεν θα παραχωρήσω σε γυναίκα
εκτρωτικό φάρμακο): Από τον Όρκο του Ιπποκράτη.

ΙΙ ΜΠΑΛΑΝΤΕΣ
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ Τ’ ΑΛΩΝΑΡΗ

Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε

ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)

Τορέρο μαύρα φόρησεν, μαύρον καβαλλικεύκει
βρίσκει μιαν κόρην πόπλενε στης λεμονιάς τον ίσκιο.

— Πού αλαργεύεις, λυγερή
τι έχεις στο στήθος σου που καρπούς
χρυσαφώνει;

T’ αστέρι του καλού μου, που στην κώμη φορεί.

— Εμπόρισσα των μαντιλιών, τι έχεις στα μάτια
που αιμορραγεί;

Tη σκληρή απελπισιά μου, του Ιούλη την κάψα.
Στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας.
Κόβω λεμόνια στρογγυλά
πέφτουν κάτω απ’τα κλώνια
ένα κλωνάρι έπεσε
ύστερα δυο και τρία
και στο μαντίλι το ’ραψα
κι εσχίστη το μαντίλι
και με τ’ αηδόνι μίλησα
κι εμάρανε η φωνή του.

ΙΙΙ  ΣΤΙΓΜΕΣ
ΑΓΑΠΗ

        Στη Μυρτώ Αζίνα

Λεν το ’ξέρα πως με κοιτάζει,
δεν ήξερα πως μας κοιτάζει η αγάπη από τόσο κοντά
και μας εφάπτεται διαρκώς
με τόσο θράσος.
Πώς τολμάτε, δεσποινίς μου, πώς τολμάς!

2021 μ.Χ.

Είπαμε: «πού είναι το φως;».
Και είπε: «γενηθήτω φως».
Είπαμε: «πού είναι η ξηρά;».
Και ώφθη η ξηρά.
Είπαμε: «πού είναι ο άνθρωπος;».
Και εποίησεν αυτόν.
Και ήτο μέγα ψεύδος. Και δεν ώφθη. Και δεν εποίησεν.
Και δεν έγινε καθόλου.

ΣΩΤΗΡΕΣ

Δεν ήταν της RAF. Δεν ήταν Κόκκινα Γεράκια.
Δεν ήταν ούτε της Ελληνικής Βασιλικής Αεροπορίας.
Ούτε αύριο θα ’ναι.

ΚΡΙΝΟ ΤΟΥ ΓΙΑΛΟΥ

Κάπου, στις παρυφές της άμμου
σύναξα αρμύρα του πρωιού
την ξέρα του καλοκαιριού
και το ’πα μάνα μου
και το ’πα ρίζα.

ΕΤΑΙΡΟΙ

Αν υπήρχαν πράγματα που θα μπορούσαμε να κάνουμε,
με προβληματίζεις.
Αν πράγματι πιστεύεις πως υπήρχαν πράγματα που θα μπορούσαμε
να κάνουμε, με προβληματίζεις πολύ σοβαρά.

ΕΤΑΙΡΟΙ, II

Δεν είναι που δεν θέλαμε να βοηθήσουμε,
είναι που κάνει πολύ κρύο τον χειμώνα στις Βρυξέλλες.

ΧΡΥΣΟΘΕΜΗΣ

Κάποιο λάθος θα ’χει γίνει.
Εμένα κανένας πια δεν με θυμάται.
Στην πόρτα μου κανείς δεν σταματά, δεν περιμένω πια κτυπήματα.
«Εδώ, εδώ». Εδώ; Τι «εδώ»; Είστε σίγουρος;

ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Εκτός από το να πλέκω και να κεντάω και να γνέθω,
δεν έκανα τίποτα.
Το ομολογώ. Τίποτα.

ΙΩ

Με προόριζαν να γίνω σύζυγος (ασχέτως αν δεν ανέφεραν ποτέ
τίνος σύζυγος θα γίνω).
Πάντως δεν τον ακολούθησα μόνη μου.
Ρωτήστε την Πυθία.

ΜΕΔΟΥΣΑ

Κάθε φορά που γύριζαν να με κοιτάξουν,
η καρδιά μου πέτρωνε.
Κάθε φορά που προσπαθούσαν να μου κόψουν το κεφάλι,
η καρδιά μου πέτρωνε.

ΚΥΑΝΗ

Μα την ποταμίσια θύελλα, προσπάθησα να τον σταματήσω
Μα το κελαρυστό νερό, προσπάθησα, όσο μπορούσα,
να τον σταματήσω.

ΚΥΑΝΗ, II

Τουλάχιστον δεν θα χάσω τα χνάρια σας.
Έτσι όπως χαράζεται στο χώμα, ανάμεσά μας, ένα χάσμα
τουλάχιστον δεν θα χάσω τ’ αχνάρια σας.

ΕΥΡΩΠΗ

Κανείς τους δεν λέει την αλήθεια.
Κανένας, λέω, δεν είπε ποτέ του την αλήθεια.
Δεν θέλησα να τον ιππεύσω.
Ποτέ μου δεν εθαύμασα την ώρια του κορμοστασιά.
Ο Δίας με βίασε.
Ο Δίας μεταμορφώθηκε σε ταύρο και με βίασε.

ΔΑΦΝΗ

Μακάρι να κάνω λάθος, μα τον οσμίζομαι.
Μακάρι, σας λέω, να κάνω λάθος,
αλλά οσμίζομαι πως θα γίνω φυτό.

ΑΓΩΝΙΕΣ ΙΙ
ΚΑΤΑΓΩΓΗ

Θεέ μου, για πότε μεγάλωσε τούτο το φυτό;
Φυλλομανούσε μέσα μου και φούντωνε
άπλωνε τους νευρώνες στην ψυχή, στο μυαλό, τους μυώνες,
στα στημόνια μου και τα βλέφαρα του πόθου
έβγαζε ρίζες στη γη μου ριζώματα σε λειμώνες του αέρα
ρουφούσε με βία τα νερά, καθώς οι γάντζοι του γραπώνονταν
στου Ιούλη τη γαστέρα κι εξεριζώναν με απ’ το χώμα
κι όσο έφευγε από εμένα
οι φλέβες του σκιρτούσαν και ξελεφτερώνονταν
ισορροπώντας πάνω σε κλωστές που κρέμονται από το ράμφος
πληγωμένων πουλιών
χτυπούσε με φόρα στους φραγμούς και διάνοιγε τα περιθώρια
έτσι που να χωράνε μέσα τους τα φύλλα, η βροχή κι ένα λουλούδι
έτσι που να ποτίζουνται οι στέρνες και να λαγιάζει μέσα μου
το γλυφονέρι
και το τίμημα θάνατος.

ΧΑΙPETE ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Τα στήθη ισοπεδώθηκαν σε κίνηση μπουλντόζας
στις πέτρας την απόγνωση
οπού εκυμάτιζε ολογάλανο νερό
και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα
Δημοκρατίας και Κέννετυ γωνία.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΑΛΩΣΗ

Της Ρεμπελίνας

Εκείνος γλίστρησε μ’ έναν συριγμό πίσω από την κορδέλα
περνώντας μέσα από το Καλλιμάρμαρο.
Τίποτα δεν πρόδιδαν οι κολόνες του ιωνικού ρυθμού μου
τίποτα δεν προμηνούσε την ταφή μου.
Καμιά ρωγμή στον παρθενώνα μου.
Λέξη δεν επροφέραν τα πουλιά στα σκαλιστά αετώματα.
Σιγανά, μέσα απ’ τις ίνες μου, ξεκολλούσε σουβάς
περιττώματα των θαλασσοπουλιών
ξύλα, κλαριά, λάσπες και οργιασμένη βλάστηση.
Η πόρτα μου ξεκάρφωτη και μπήκαν όλοι μέσα.

Χορωδίες απαγγελίες μπαλέτο και μαντολίνο
-η πρώτη γυναικεία μαντολινάτα-
μουσικοί και βαρύτονοι και υψόφωνοι
Κυριάκό αριθμητική, απαγγελίες για δέσποινες και κορίτσια και κοπέλες
αρχαία τραγωδία ωδείο αρμονία χορωδίες ρυθμική και ιματιοθήκη
έρωτες εν μαλακαίς παρειαίς νεάνιδος Καλλιρόης Μαρίας Μαρούλλα..
Γιαννούλας Κατίνας Χρυσάνθης Φυλλίτσας Μαριάννας Δούλας
Ναταλίας Μαρίας Μαίρης Μαρίτσας Σοφίας Φωτεινής Αναστασίας
Κλαίρης Ιουλίας και Πολυξένης
χειροτεχνίες γλυπτική εργόχειρα γεμάτα σφαίρες κάτω από τις
μαθητικές ποδιές, τίποτα, κι ας βολοδέρνει ακόμα η Βασίλισσα της
Πορτοκαλιάς γριά φαφούτα στα χαλάσματα πως «οι γυναίκες κάμνουν
καφενείο» ξωπίσω τους, τίποτα, τίποτα από όλα αυτά δεν προμηνούσε
για τα ρούχα των Κυπρίων στο Βαρώσι.

«Χιλιάδες ρούχα», έγραψε μετά, «χιλιάδες ρούχα γυναικεία και
παιδικά για τους πρόσφυγες της Κερύνειας». Πρώτη εισβολή, για
δεύτερη, για τρίτη. Δεν πρόλαβα, δεν πρόλαβαν. Οι Κερυνειώτες
κλαίνε σήμερα για τα χαμένα ρούχα. «Δεν προλάβατε να μας τα
στείλετε». «Δεν προλάβαμε». Δεν πρόλαβαν.

Πες ότι σκοτώθηκα
πες ότι δεύτερη φορά το σώμα μου αλώθη.
Κι ας με τραγούδησαν «πόλη-όραμα», Βασιλεύουσα, Δυσδαιμόνα
δυσδαίμονα.
Έτσι περίκλειστη και διάστικτη
έτσι άφτιαχτη κι αστόλιστη
ανύπαντρη, άφιλη, άκλαυτη
έτσι κατακτημένη καθώς είμαι από έξω
κι από μέσα
δεν έχει σημασία αν έρχονται ή αν ήρθαν
ή αν φεύγω
ούτε αν έμπηκαν από την εμπροστά ή από την πίσω πόρτα

Έτσι όπως ανατολικά οριοθετούμαι από τη θάλασσα
έτσι όπως με ζώνουν οι ανέμοι
περαματάρης όμβριος στη νυφική μου κλίνη
φύκη πολύδοξη
πικροδάφνες χρησμοί κι αναθυμιάσεις
οποία εισβολή, οποία κατάκτησις;

ΚΕΡΥΝΕΙΑ

Αφήστε με να μιλήσω για τα σιωπηλά, τ’ αμελημένα, τα παραμελημένα
για τα χαζά και τ’ άμορφα και τα βαθιά, τα ενδότερα, τα ψηλαφητά
τ’ ανομολόγητα, τ’ άσπιλα, τα κρυφά και τα σίγουρα, τα περιττά
για τ’ ανήκουστα, τ’ αόρατα, αδιόρατα, τ’ αδιανόητα, αφήστε όλους
τους αμφορείς και τα φορτία μου να βουλιάξουν εκεί που μπορώ να
λέω ακόμα πως είμαι, αφήστε εμένα να σας πω κατά το πού φρονώ,
ανάμεσα σε γερασμένα πεύκα και δάφνες και μυρτιές ότι τα σύνορα
μας είναι, γιατί στ’ αλήθεια είναι δύσκολο, είναι δύσκολο να πιστέψω,
δεν είναι εύκολο, θέλω να πω, πράγμα ν’ αγαπήσει κανείς τον ουρανό,
είναι δύσκολο να πιστέψω πως δυσκολεύεστε τόσο πολύ να με ακούσετε
και σώπασε αιώνων βούισμα και σώπα κύμα, πως εμένα κανένας
δεν με αρωτά, κανένας δεν με ρώτησε πώς είμαι και πώς βρέθηκα,
είναι δύσκολο να πιστέψω πως δεν ευρέθηκε ένας χριστιανός (ή
μουσουλμάνος) να στείλει ένα γράμμα ή έστω μια πρεσβεία και για
μένα, ψιτ, ψιτ, εσύ/, εγώ, ναι εγώ, για να δει πώς είναι ν’ αργοπεθαίνει,
σαν έφερες, πρωινό Ιουλίου καυτό, στις έξι και πέντε, έξι και πέντε
ακριβώς, αγαπημένη θάλασσα, την ώρα που μικρές κυρίες άνοιγαν
λευκές στο φούσκωμα του αιθέρα αφήνοντας μια ραγισματιά στον
ουρανό, πως για κανέναν δεν λογίζουμαι εγώ διακύβευμα, δεν είναι
μπορετό οι ακτές μου να τους άφησαν και πώς μπορεί, στ’ αλήθεια, να
το ρίξουν σ’ εμένα, πώς μπορούν να μου ρίχνουν εμένα το φταίξιμο πιο.
τους έφερα, πώς το αντέχουν τα μάτια σας και πώς μπορείτε να λέτε
πως εμείς τους φέραμε, ν’ αλυσοδέσετε γιατί γυρεύετε, τα κύματα τι
μαστιγώνετε, γιατί να μαστιγώνετε το αρμυρό το κύμα, πώς μπορείτε
να πιστεύετε πως εγώ θα μπορούσα και πώς να ξεσκίσω τη σάρκα μου
απ’ τα πλάνα σας και πώς να διπλώσω το στερνό μαντίλι της σιγής;

ΙΣΩΣ ΕΡΘΩ ΕΝ ΒΡΑΔΥ…

Ίσως έρθω ένα βράδυ
σαν άλογο στιλπνό
ή σ’ όνειρο
ντυμένη στα λευκά
κάπου στον ύπνο
ίσως σε πιάσω

Κι αν με περίμενες
αν δεν έχεις κοιμηθεί
αν μυστικά στο στήθος σου μπορούσες να κρατήσεις
την καρδιά μου θα δεχτώ να σταματήσω
στα χείλη0 σου

Ίσως έρθω ένα βράδυ
ξαφνικά
σαν δέηση νυχτερινή
και σαν βαθύ σελάγισμα
μια άσκοπη φωτοχυσία
σ’ αντικρινό γιαλό
φωτιάς λαμπάδα

Ίσως έρθω
στυλωμένη μεσίστια
νησί αλλοτινό
ξύλο που τρίζει
μια μέρα κοσμοσυρροής
στην προκυμαία

Ίσως γύρω
κουρασμένη στο στήθος σου
και με λογής αινίγματα
σαν μοίρα σου άγνωρη
ολόψυχη εγκατάλειψη και σαν καρτεροσύνη
μήνυμα δοσμένο σ’ άγγελο θαλασσινό
σ’ ένα γαλάζιο σου όνειρο ίσως σε πιάσω·
έλα.

Και θα ’ρθω
με τα νερά της τρικυμίας
εσχατινή σου επίκληση
με μια μεγάλη καρδιά πελαγίσια
νερό αρμυρό
στα πόδια σου
σαν πλησμονή σου ακέραια
και σαν φωτιά που πρέπει ν’ ανάψει

Θά ’ρθω
στις όχθες των πολλών νερών
μια μέρα της οργής

Θά ’ρθω σαν θησαυρός της γης
κι ακρίτας των ερώτων

Θά ’ρθω σαν χρόνος αναπότρεπτος
ζωή εξωθημένη στο απόκρημνο
και σαν ανόσια κλαγγή
μια δεσμευμένη αίσθηση

Και θα σου δοθώ
όπως βοή σφιχτοδεμένη στο στέρνο
όπως νερό που ακινητεί στον ορίζοντα
σαν πέτρας βαριανασεμός
και σαν αγάπη ανείδωτη
θα σε κρατήσω μέσα μου αχώριστο
ως τα σπλάχνα.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Τίτλος: «Μπορεί να έρθουμε ένα βράδυ ξαφνικά», η περίφημη απειλή που
ο Ταγίπ Ερντογάν εξαπολύει αυξανόμενα εναντίον της Ελλάδας· σήμερα,
7 Σεπτεμβρίου 2022, από τη Βοσνία. Πρόκειται για διάσημο στην Τουρκία
στίχο από το τραγούδι «Bir Gece Ansızın Gelebilirim» (Μπορεί να έρθω
ξαφνικά ένα βράδυ) της Τουρκάλας τραγουδίστριας Gönül Yazar. Γραμμένο
το 1974, το τραγούδι συνδέθηκε από τους Τούρκους με την εισβολή στην
Κύπρο και έκτοτε με κάθε στρατιωτική επιχείρηση της Τουρκίας πέραν των
συνόρων της, συμπεριλαμβανομένης πρόσφατα και της Συρίας.
Επαναλαμβάνεται πλέον με κάθε ευκαιρία από τον Τούρκο Πρόεδρο με
αναφορά στο Αιγαίο και στη Μικρασιατική Καταστροφή.

ΕΞΟΔΟΣ

Κοίταξε κατά ’κεί που ορίζουν το βιος της με το στρέμμα.
Κι όπως ανεξήγητα παραμερίζει ο χρόνος
κι έτσι να κάνεις το χέρι σου για να τ’ αγγίξεις
’κεί που το φως χαριτώνει το σκότος
με στάρι κι ευλογημένο ψωμί
κι ο λεπτουργός αφήνει ζωγραφισμένη την ανάσα του
στου βράχου τη σχισμάδα
ήχοι συντονισμένοι με το κύμα, μολπές φλογέρας,
όστρακα, πέτρες, ελιές, κυπάρισσο,
ανεμώνες
γλυφό νερό και οστεοφυλάκια
χύνουνται καταγής
οι τελευταίες μας λέξεις.

Είναι κάποιοι χαλασμοί δίχως αστραπόβροντα.
Είναι που μέσα μας λιώνει το σίδερο, πυρώνει κι εκεί που ’ναι να λιώσει,
μην έχοντας άλλο σκαλί για να κυλήσει πιο κάτω, πιο βαθιά,
μορφούται και πλάθεται.
Μπορούμε να φανταστούμε κιόλας πως γίνεται απαλό
πως γεννήθηκε για να του δώσουν σχήμα
ελατό στης ζωής τον χαλκεώνα
και πως μπορούμε να το λυγίσουμε, να το λεπτύνουμε
ή ακόμα και να το συγκολλήσουμε με άλλο σίδερο, δεν νομίζετε;

Πάσα τέχνη διά πυρός
και πόση βία και βαναυσία το χτύπημα με το σφυρί στ’ αμόνι.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΛΕΦΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

23/1/2024

Η λογοτεχνία στην Κύπρο ανθίζει!

Με αφορμή το πρόσφατο, πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο της Δήμητρας Δημητρίου (Αγωνίες, 2023) επιβεβαιώνεται η εκτίμησή μου ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες, στις αρχές του 21ου αιώνα, εμφανίζεται στην Κύπρο μια νέα, δυναμική γενιά λογοτεχνών, όχι μόνο ποιητών αλλά και πεζογράφων, που έχουν να πουν κάτι αξιόλογο ή κάτι διαφορετικό. Είναι σημαντικό το γεγονός ότι τα βιβλία τους εκδίδονται συχνά στην Ελλάδα και, σε αρκετές περιπτώσεις, ελκύουν την προσοχή αλλά και τα θετικά σχόλια της ελλαδικής κριτικής.
Η φιλόλογος και συγκριτολόγος Δήμητρα Δημητρίου μάς ξαφνιάζει ευχάριστα με το ογκώδες και καλαίσθητο βιβλίο της, για διάφορους λόγους. Πρώτα, επιχειρεί μια μείξη των λογοτεχνικών ειδών. Παρόλο που τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου είναι ποιήματα, δεν λείπουν τα πεζοποιήματα ή τα ποιητικά μικρο-αφηγήματα αλλά και εκτενέστερα πεζογραφήματα. Προφανώς η συγγραφέας χρειαζόταν και την αφηγηματική ανάπτυξη για να αποδώσει τα θέματά της.
Ύστερα, ξαφνιάζουν τα πλούσια διακείμενα, η παλίμψηστη γραφή και η δεξιότητα της Δημητρίου να συνομιλεί με ένα πλήθος λογοτεχνικών και άλλων κειμένων, για να αναδείξει τα θέματά της και να διαμορφώσει μια απαιτητική και πολυεπίπεδη λογοτεχνική γλώσσα.
Παράλληλα, η συγγραφέας, που ασχολείται ερευνητικά με τη μυθοκριτική, τη φεμινιστική, τη μεταμοντέρνα και την πολιτισμική θεωρία, τολμά να ασχοληθεί με ένα ακανθώδες όσο και πολυχρησιμοποιημένο ή τετριμμένο θέμα, το κυπριακό τραύμα του ’74, πενήντα ολόκληρα χρόνια ύστερα από την τουρκική στρατιωτική εισβολή στην Κύπρο. Όμως, επικεντρώνεται ειδικότερα σε βιασμούς γυναικών από στρατιώτες του Αττίλα, και γενικότερα στην κακοποίηση και θυματοποίηση γυναικών, όχι μόνο στην Κύπρο αλλά και σε άλλες χώρες, εμπόλεμες ή και μη δημοκρατικές, όπως στην Τουρκία, την Ουκρανία, την Αρμενία και το Κουρδιστάν. Έτσι, προς το τέλος του βιβλίου, το κυπριακό τραύμα πλαισιώνεται με ανάλογα, ανοιχτά τραύματα και βίαιες συμπεριφορές.
Δεν υπάρχει περιθώριο να μιλήσουμε εδώ πιο αναλυτικά για τις εξαίρετες Αγωνίες της Δήμητρας Δημητρίου, που αποτελούν, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο δυνατές και σημαντικές ή συγκλονιστικές λογοτεχνικές καταθέσεις για το τραύμα του ’74 (και όχι μόνο γι’ αυτό). Μένει να δούμε το πώς θα αξιοποιήσει η δημιουργός τις πολλές δεξιότητές της στον χώρο της λογοτεχνίας.
Ιδού, λοιπόν, που η ημικατεχόμενη Κύπρος της διαφθοράς, της παρανομίας, της ασυδοσίας και των πανηγυριών (και με τις τόσες άλλες «γραφικότητες») έχει να επιδείξει και σημαντική λογοτεχνική δημιουργία!

.

ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 30/1/2024

Πρόκειται για ένα βιβλίο-μαρτυρία. Για όσα έγιναν, μα δεν ξεχάστηκαν και όσα πιθανώς αποσιωπήθηκαν μετά την τουρκική εισβολή του 1974, στο πολύπαθο νησί της Κύπρου. Για όσα με οδύνη έχουν εγγραφεί ανεξίτηλα στη μνήμη, ενός λαού. Μια σύντηξη από ιστορικές μνήμες και βιώματα. Μια θερμή αντίδραση στον πυρήνα της ψυχής του κυπριακού ελληνισμού που βιάστηκε εξακολουθητικά και πενήντα χρόνια μετά ζει με αυτό το τραύμα. Για το πένθος που δεν μπορεί να βιωθεί, γιατί δεν μπορεί να υπάρξει ούτε διαπραγμάτευση, ούτε αποδοχή. Γιατί η άρνηση είναι άρνηση, ο θυμός θυμός και η οργή οργή.

Στις «ΑΓΩΝΙΕΣ» της Δήμητρας Δημητρίου, προβάλλει ανάγλυφα, με χρήση ιστορικά τεκμηριωμένου υλικού και πλήθος μαρτυριών, συνεντεύξεων, άρθρων και φωτογραφιών, η βαρβαρότητα και οι ολέθριες τραγικές μέρες της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, τον Ιούλη του 1974.

Οι μαρτυρίες επιζώντων του πολέμου, αποτελούν το πρωτογενές υλικό της λογοτεχνικής αυτής σύνθεσης -όπως μας πληροφορεί η ποιήτρια –υλικό, που λειτουργεί αφορμητικά, υποκείμενο σε λογοτεχνική μετάπλαση. Η φρίκη της εισβολής, η σφαγή, η βαρβαρότητα, οι βιασμοί εκατοντάδων γυναικών, συνθέτουν μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή και συνυφαίνουν την μεγάλη ιστορία πίσω από τις εκατοντάδες ατομικές ιστορίες των θυμάτων.

Το βιβλίο απαρτίζεται από τέσσερεις ενότητες.

Η πρώτη ενότητα υπό τον τίτλο «Αγωνίες Ι» περιλαμβάνει μαρτυρίες γυναικών που κακοποιήθηκαν βάναυσα από τους Τούρκους εισβολείς. Μέσα από το υλικό που παρατίθεται ,αποκαλύπτεται ο βιασμός, αυτό το διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όχι βεβαίως μόνο ως απότοκο της έλλειψης στρατιωτικής πειθαρχίας, αλλά και ως κυρίαρχη στρατηγική και όπλο πολέμου -ακραία ταπείνωση του εχθρού και πράξη μέγιστης βαρβαρότητας, με όλες τις οδυνηρές συνέπειες για τα θύματα και τις κοινότητες.

«Μαρία Α.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που μπήκαν στο σπίτι μου και με σκότωσαν. Ήταν τότε που καταράστηκα μια για πάντα τα σωθικά μου. Τραβούσα το δέρμα μου με όλη μου τη δύναμη. Έμεναν πάνω του κάτι μελανιές, αγγεία ξεριζωμένα από βαθιά, σαν λέρωμα. Εκείνη τη στιγμή, ήξερα πως κανένας δεν επρόκειτο να βρεθεί να μου ξεσκίσει το δέρμα από το κόκκαλο, καμιά λεπίδα σταθερή, καμιά ελπίδα. Όταν άρχισα πλέον να αισθάνομαι, διασφάλισα τη σιωπή μου. Ήθελα να με μισήσουν. Η καθεμία κάνει ό,τι μπορεί.»(σελ.25)

Ταυτόχρονα από τις συνεντεύξεις και το υλικό που επισυνάπτεται, καταδεικνύεται ο κοινωνικός στιγματισμός, η αποσιώπηση του εγκλήματος από την ίδια την οικογένεια των θυμάτων, αλλά και από τα ίδια τα θύματα, εξ αιτίας της ντροπής που αυτή η κακοποίηση επισύρει.

«Βασιλική

Αγαπούσα πολύ τον μακαρίτη τον πεθερό μου. Πήρε το μυστικό μαζί του-σέβας εγώ, εκείνος από φόβο. Ακόμα και τις τελευταίες του στιγμές δεν είπε το παραμικρό, ούτε καν στον άντρα μου –ντροπή εγώ, εκείνος από πόνο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον τρόπο που με κοιτούσε, κάθε φορά που μου απηύθυνε τον λόγο» (σελ.17)

Στην δεύτερη ενότητα υπό τον τίτλο «Μπαλάντες» η Δημητρίου συστεγάζει κάτω από την ιδιαίτερη λογοτεχνική μορφή της μπαλάντας, λυρικά και δραματικά στοιχεία, ελπίδα και απελπισία, ζωή και θάνατο. Εδώ η φαντασία συμπλέει με την πραγματικότητα και η ανάγνωση μάς παρασύρει σε έναν πολλές φορές μυστηριώδη κι αινιγματικό χορό. Η φύση εισβάλλει ορμητικά, διαλέγεται με τα πρόσωπα και ο στίχος ακροβατεί με χάρη, ανάμεσα στο γήινο και το φανταστικό. Η ένταση της έκφρασης των συναισθημάτων, η πλοκή, ή σύνθεση των διαλογικών δράσεων, προσδίδουν κίνηση, ρυθμό, ζωή.

«Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

Η θάλασσα
δρασκελίζει τον ορίζοντα
έχει στόμα και χείλια από αφρό
Η ανάσα του αέρα την τυλίγει από τη μέση
λαγαρίζει στο χάδι το νερό των θαλασσών.

Δυο ταυρομάχοι ζαλισμένοι
περνούν μπροστά δρεπανηφόροι.

_Τι μας φέρνεις, κορίτσι, ποιος τ’ αχείλι σου στέγνωσε;
-Κύριε, στη χώρα μου θολώνει το νερό (…)

(…)

-Πώς γεννιέται μητέρα, η μεγάλη σου πίκρα;
-Πικρό, πολύ, το νερό των θαλασσών. (σελ.53)

ς «Μπαλάντες», η Δημητρίου επιτυγχάνει να δώσει ενέργεια και ταχύτητα σε ένα λυρικό συναίσθημα, που σαν παλιρροϊκό κύμα φέρνει στον αφρό, ήχους βυθού από τα νερά της Μεσογείου και αντηχήσεις της δημοτικής μας ποίησης, μα και εκείνης των Λόρκα, Ελύτη, Σολωμού, κ.ά.

Οι «Μπαλάντες» της, είναι ένα ποιητικό παλίμψηστο, μια εύηχη αισθητική συνύπαρξη, ένα μωσαϊκό που οι ψηφίδες του αλλάζουν θέση ανάλογα με την διάθεση και την θερμοκρασία του συναισθήματος. Η σωματική/οργανική υφή των στίχων, στηρίζει μια κυκλική ανάμνηση που διαρκώς αιμορραγεί αλλά ταυτόχρονα ανατροφοδοτεί μια μνήμη βαριά, ιστορική, οδυνηρή, επιτείνοντας το αίσθημα της αγωνίας.

Του μαζωχτή (παραλλαγή)

(…)Κι εγώ

με το κεφάλι μου γερμένο ελαφριά προς τα πίσω

περνάω πάλι ανάποδα

πατώντας με προφύλαξη

έξω απ’ τα σπίτια που γνώρισα

απλώνομαι στους δρόμους που περπάτησα

μέσα από βλάστηση πυκνή

κι έτσι όπως κατεβαίνω

κοιτάω τον χρόνο χυμένο από πάνω μας άφθαρτο

χαλκέντερο βιγλάτορα

σαν έξω από το σώμα μου

-κι απ’ το δικό σας-

κι έξω ακόμα από τις λέξεις

να σκίζει τους καιρούς

περνά λυτός μέσα απ τον ύπνο

και ξαναβγαίνει

αφήνοντας λίγο αίμα βυσσινί

στις γωνίες.

Έρχεται τώρα καταπάνω σας, σας βρίσκει. (σελ.64)

Στην τρίτη ενότητα υπό τον τίτλο «Στιγμές» που όπως σπεύδει αμέσως η ποιήτρια να υποσημειώσει «‘a la maniere de K.M“, μνημονεύοντας τον ανεπανάληπτο ποιητή Κώστα Μόντη, μέσα από ένα σύνολο 58 έντιτλων ποιητικών στιγμών, επιλέγει πατώντας στα βήματα εκείνου, την λακωνική επιγραμματική ποιητική φόρμα.

Ιστορία

Από ύλη γράφομαι.

Πολύ το ‘χετε παρεξηγήσει τελευταία (σελ.71)

Προς ζωήν

Άφησέ μου λίγο περιθώριο. Όσο που να αναπνέω (σελ.75)

Οι «Στιγμές» της είναι υψηλής έντασης ποιητικές μονάδες, ένα βραχύ-ποιητικό κύκλωμα που αναζητά ακαριαίο τρόπο εκφόρτισης, για να διοχετεύσει το ενεργειακό του δυναμικό. Στίχοι αυτοτελείς, πολλαπλής νοηματοδότησης, ελεύθερες λειτουργικές μονάδες ενός υλικού που συστεγάζει μυθικές και ιστορικές μορφές, διευρύνοντας τα ερμηνευτικά όρια και συμβάλλοντας σε μια πολύσημη αναγνωστική εμπειρία.

Η Μαρία η Συγκλητική, ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης, η Πρόκνη, η Φιλομήλα, η Χρυσόθεμις, η Μέδουσα, η Ιώ, η Ιππολύτη, η Ιφιγένεια, κ.ά. μνημονεύονται ως οδόσημα ενός ιστορικού χάρτη όπου η ποιητική συνείδηση σε πλήρη ελευθερία χαράσσει ανυπόκριτα τις δικές της διαδρομές, απέναντι σε μια δυσμενή για τα εθνικά δίκαια της Κύπρου, πραγματικότητα.

Αμαζόνα

Είμαι ο φόβος του κλονισμού

Των ορίων σας (σελ.84)

Αμαζόνα ΙΙ

Είμαι ιδρυτικό στοιχείο της

Ιστορίας σας. (σελ.84)

Η ποιητική σύνθεση της Δημητρίου ολοκληρώνεται με την τέταρτη ενότητα που τιτλοφορείται «Αγωνίες ΙΙ».

Η ενότητα περιλαμβάνει ποιήματα αλλά και ευρύτερης έκτασης πεζόμορφα ποιητικά κείμενα που συνοδεύονται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

(…) Μέχρις ότου να νικήσουν οι έρημοι, κάθε ερείπιο είναι μια βάση που αντιμάχεται τον κυνόδοντα του χρόνου (Heiner Muller, η Αποστολή, 1979)

Η γραφή της Δημητρίου σχοινοβατώντας ανάμεσα και πάνω απ’ τα ερείπια, αναθερμαίνει τον ιστορικό χρόνο –εκείνον που πάγωσε όταν η βία κατίσχυσε του Λόγου-και συνενώνει τις δοκιμασίες του κυπριακού ελληνισμού με εκείνες των δοκιμαζόμενων Αρμένιων προσφύγων του Ναγκόρνο Καραμπάχ, των κατοίκων της βομβαρδισμένης και ολοσχερώς κατεστραμμένης Μαριούπολης, των Κούρδων μαχητών και μαχητριών.

(…)

Αγαπητές μου αδελφές,

Με τα άκούραστα πόδια

και τα γρήγορα γόνατα

στις φυλακές

στους τοίχους των καταυλισμών

στον βράχο σ’ άκρη του γκρεμού και πάνω απ’ τις εφτά φωτιές

στο ξύπνημα των όντων

σας είδα με τα μάτια μου και σας άκουσα με τα’ αυτιά μου (σελ.158)

Η Εμπρού Τιμτίκ, η αγωνίστρια δικηγόρος που καταλήγει μετά από 238 μέρες απεργίας πείνας στις τουρκικές φυλακές, διαμαρτυρόμενη για την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η Χασιγιέ, οι κούρδισσες μαχήτριες που μνημονεύονται και αυτοκτονούν για να μην παραδοθούν στον εχθρό, συνθέτουν ένα σπάνιο αφήγημα που υφαίνεται από τις ταπεινώσεις αυτών των πληθυσμών.

Η αφήγηση συμπληρώνεται από πλήθος κειμενικές αναφορές και πηγές που συγκροτούν ένα διαστελλόμενο σύστημα σημαινόντων, στην ουσία ένα πολυμορφικό υπερ-κείμενο.

Το πολλαπλό δίκτυο εισόδων και εξόδων που εκχωρεί στον αναγνώστη η συγγραφέας και η ρευστότητα και αρχιτεκτονική τής σύνθεσης, όχι μόνο δεν κουράζει, αλλά διευρύνει την αλληλεπίδρασή του με τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν το σύνολο, χαρίζοντάς μας αναγνωστική ευρυχωρία.

Η διαρκής μετατόπιση του φακού που επιχειρεί η Δημητρίου, η δυναμική της οπτικής γωνίας που σχεδιάζει, με τις επάλληλες επεξεργασίες του υλικού της, αναδιαρθρώνει την μορφή και ταυτόχρονα την «δένει» χωροχρονικά με τις προαναφερθείσες ιστορικές πραγματικότητες.

Η ποιήτρια αισθάνεται το βάρος της ιστορίας. Σε τόνους ελεγχόμενου λυρισμού, η γραφή της, θραυσματική σαν μνήμη, φιλοτεχνεί ένα ποιητικό πολυεπίπεδο έργο και μας υπενθυμίζει πως η αγωνία είναι και παραμένει πάντα μια εν δυνάμει άσκηση – δυνατότητα ελευθερίας.

ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΑΠΟ ΕΦΗ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ

11/8/2023

Με ένα σπαρακτικό για τον Ελληνισμό βιβλίο, τις «ΑΓΩΝΙΕΣ» της Δήμητρας Δημητρίου, ευχές σε όλους για καλό δεκαπενταύγουστο!
Στις «ΑΓΩΝΙΕΣ» της Δήμητρας Δημητρίου ,προβάλλει ανάγλυφα, με χρήση ιστορικά τεκμηριωμένου υλικού και πλήθος μαρτυριών, συνεντεύξεων, άρθρων και φωτογραφιών, η βαρβαρότητα και οι ολέθριες εκείνες τραγικές μέρες της τουρκικής εισβολής στο μαρτυρικό νησί της Κύπρου.
Οι μαρτυρίες επιζώντων του πολέμου , αποτελούν το πρωτογενές υλικό της λογοτεχνικής αυτής σύνθεσης -όπως μας πληροφορεί η ποιήτρια –υλικό ,που λειτουργεί αφορμητικά υποκείμενο σε λογοτεχνική μετάπλαση ,εμβολιαζόμενο ενδεχομένως και από φανταστικά στοιχεία.
Η φρίκη της εισβολής, η σφαγή, η βαρβαρότητα, οι βιασμοί εκατοντάδων γυναικών σαν στρατηγική και όπλο πολέμου ,κάθε πολέμου ,αυτό το διαρκές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας ,συνθέτουν μια βαθιά αντιπολεμική κραυγή και συνυφαίνουν την μεγάλη ιστορία πίσω από τις εκατοντάδες ατομικές ιστορίες των θυμάτων .Η βαθιά πολιτική γραφή της Δημητρίου, περιπλανώμενη στα ερείπια της Αμμοχώστου, ανάμεσα στα αγριόχορτα και τις φωλιές των αρπαχτικών πουλιών, στο θαλασσινό νερό και στον αχό των κυμάτων , σε τόνους ελεγχόμενου λυρισμού ,θραυσματική σαν μνήμη ,μας συναντά να μας υπενθυμίζει πως η αγωνία είναι και παραμένει πάντα μια εν δυνάμει άσκηση- δυνατότητα ελευθερίας. Απέναντι στη λήθη, την αποσιώπηση, τη σκόνη του χρόνου , στον αντίποδα έρχεται η ποίηση να ανασύρει το ανθρώπινο, να στερεώσει το ετοιμόρροπο, να διασώσει το αθησαύριστο. Είναι η ποιητική συνείδηση που συλλαμβάνει ό ,τι μας κοιτάζει κατάματα από τα βάθη, που αγωνιά, εξεγείρεται ,ευαισθητοποιεί ,αφυπνίζει, δεν σιωπά.
Είναι η γυναίκα που επιστρέφει για να συναντηθεί με τον εαυτό της και γίνεται έτσι η ιστορία που επιστρέφει για να συναντηθεί με τον εαυτό της.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ

diastixo.gr 12/1/2024

Όταν γράφουμε ένα βιβλίο, είτε αυτό είναι πεζογραφικό είτε ποιητικό, κινούμαστε σε δύο άξονες: πρώτο, θεματικά, και δεύτερο, καλλιτεχνικά. Το βιβλίο κρίνεται ως προς το τι θέλει να πει και, το σημαντικότερο, ως προς τον τρόπο που το λέει. Αυτό ισχύει για όλα τα βιβλία και για όλα τα έργα τέχνης, σε όλους τους καιρούς. Ο κανόνας είναι απαράβατος. Το αποτέλεσμα είναι εκείνο που μετρά ή, ακριβέστερα, εκείνο που μας μετρά. Εδώ θα ήθελα να διευκρινίσω πως δεν μιλώ για το αποτέλεσμα που πετυχαίνει ο συγγραφέας, αλλά και για το αποτέλεσμα που πετυχαίνει ως προς τη σύλληψη του έργου και ο ίδιος αποδέκτης, ή για να το πω διαφορετικά, κατά πόσο το βιβλίο καθίσταται αποτελεσματικό στην ψυχή του αναγνώστη. Αυτό το τελευταίο, η αποτελεσματικότητα, μπορεί ενδεχομένως να προκαλεί μια νέα σχέση μεταξύ του έργου και του αναγνώστη, εφόσον στοχεύει να καταστήσει τον δέκτη του συμμέτοχο στο εκπεφρασμένο βίωμα του καλλιτέχνη.

Αν προσέξατε, προσπαθώ να θεωρήσω την ποιητική δημιουργία ως καθαρή καλλιτεχνία, εφόσον είναι και αυτή ένα έργο τέχνης, όπως η εικαστική έκφραση των ζωγράφων και των άλλων επιμέρους καλλιτεχνών. Το παράδειγμα μάλιστα μας το δίνει εδώ η πρώτη και ογκώδης ποιητική συλλογή της Δήμητρας Δημητρίου, που χωρεί δυνητικά περισσότερες από μία συλλογές, καθώς προσπαθεί να χωρέσει στοιβαγμένες μέσα της φωνές που αναδρομούν σε τραγικά βιώματα του λαού της, καθώς αυτή τα επωμίζεται σωματικά και τα αναπαριστά με τη συνδρομή και οπτικού υλικού.

Αγωνίες είναι το όνομα των βιωμάτων που την κυκλώνουν σπαρακτικά, με κεκρυμμένη στο βάθος τρυφερότητα ή μάλλον απαρηγόρητη ευαισθησία αθεράπευτου τραύματος. Ο γυμνός τίτλος «Αγωνίες» επιχειρεί θαρρώ να ανακαλέσει και να παραπέμψει προς το πρωτότυπο, δηλαδή στις εικαστικές Αγωνίες του ζωγράφου Διαμαντή. Το σημαντικό εν προκειμένω είναι η φόρτιση της λέξης. Η ποιήτρια θέλει να υποβάλει ότι η ποίηση δεν πρέπει να είναι περιγραφική ιστορία, αλλά να προσηλώνεται σαν σταυρωμένο σώμα με τα καρφιά του πόνου και του μαρτυρίου. Υπό αυτή την έννοια και οι στίχοι είναι καρφωμένοι κι αιματωμένοι μέσα από τη δυναμική της ιστορίας που ενορχηστρώνει αβάστακτο καημό. Σε τούτο θα πρέπει να επισημάνουμε και τη μυθιστορηματική ανάπτυξη της ποίησης, όπως τη δίνει η Δήμητρα Δημητρίου, στηριγμένη σε γεγονότα από τη σύγχρονη κυπριακή τραγωδία και κυρίως τον βιασμό του νησιού από τους εξωτερικούς εισβολείς και τους εσωτερικούς ραγιάδες υποταγμένους. Η απροσκύνητη ποιήτρια επαναστατεί και ανασυντάσσεται δυναμικά προς πάσα κατεύθυνση, πατώντας επάνω σε μνήμες και γεγονότα που τα αναπλάθει ευρηματικά. Το βιβλίο της είναι μια ηχηρή πράξη πολιτική, και τούτο συντελείται ως έκφραση ανάγκης θεληματικής. Και θέλει δηλαδή και είναι πολιτικό, δοξαστικό για το θαύμα που ήταν ο τόπος, και συνάμα καταγγελτικό για τα πάθια και τη μεγάλη αδικία που επέφερε η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή.

Μέσα σε όλο αυτό το πολύπτυχο δείγμα της αγωνίας της και της αγάπης της για την πατρίδα υπάρχουν στοιχεία που νομίζω θα κέρδιζαν ακόμη περισσότερο εάν δεν λέγονταν ευθέως, αλλά καταλαβαίνω και τον λόγο που η Δήμητρα Δημητρίου επιχειρεί να τα εκθέσει ξεκάθαρα. Υπάρχουν πάντως εξαίρετα περάσματα, όπου η ποιήτρια πετυχαίνει με οξεία ευαισθησία την απόλυτη ισορροπία, και ως παράδειγμα επικαλούμαι το ποίημα «Πράξη πέμπτη» από τη σπονδυλωτή ενότητα «Σημείο με θέα (View-point)». Για του λόγου το αληθές, παραθέτω το ποίημα.

[ΠΡΑΞΗ ΠΕΜΠΤΗ]

Πίσω από τα τρανεμένα δέντρα, οι πατούσες του βυθίζονταν αργά στη λάσπη, αφήνοντας πίσω τους χνάρια βαθιά και μαυροπράσινα. Έστρωσε έναν γαλάζιο χάρτη κατάχαμα, που καθρεφτίστηκε σαν κρύσταλλο στον θόλο του ουρανού. «Αν θέλεις να κάνεις έναν χάρτη του κόσμου», είπε ο γυμνοσάλιαγκας, «πρέπει ο χάρτης σου να έχει την έκταση του κόσμου», αν θέλεις να μετρήσεις πατρίδες, θέλω να πω, πρέπει να μετρήσεις την έκταση του γαλάζιου, το βάθος του, τα όριά του, την περιεκτικότητά του σε σταγονίδια βροχής, τις πενήντα συν μία εκατομμύρια αποχρώσεις του, τις κοσμικές τις συναρτήσεις του και να δεις ποια από όλες αυτές σου ταιριάζει, από ποια γωνία διαθλάται το φως μας μέσα σ’ αυτά τα σταγονίδια, ποια εκτροπή (και πόση) παρουσιάζει ο καθένας μας μέσα από όλα αυτά τα πρίσματα, σε πόσα χρώματα αναλύεται το φάσμα που μας εμπεριέχει και, εν τέλει, αν θα μπορέσει ποτέ κανείς ν’ αγγίξει την καρδιά του. «Αν καταφέρεις», ψιθύρισε ο σάλιαγκας, «αν καταφέρεις ποτέ ν’ αγγίξεις το γαλάζιο, να φτάσεις στο τέλος της οπτικής εικόνας του, ο χάρτης αυτός θα γίνει για πάντα δικός σου». Αυτά είπε, κι ο ουρανός, από γαλάζιος που ήταν, είχε ήδη βαφτεί μπλε σκούρο, απλώνοντας ένα πέπλο χρυσαφί και πορφυρό στον ορίζοντα, υπόσχεση για το πιθάρι εκείνο με τα χρυσά νομίσματα, που περιμένει εκείνον που θ’ αγγίξει την καρδιά του.

(δαγκωμένα πέλματα και το χρυσό
δοξάρι του ήλιου)

Δείτε τους συμβολισμούς, το γαλάζιο κυρίως, τα όρια και το βάθος και την έκτασή του, που πρέπει να το πλάσει και να το αγγίξει ο γυμνοσάλιαγκας στον στοχασμό του. Εκεί που χύνονται, ωσάν τον Κύριο των Ουρανών υπό μορφή χρυσής βροχής, νομίσματα ικανά ν’ αγγίξουν την καρδιά μας. Με τούτο θέλω να πιστεύω ότι η ποιήτρια ευαγγελίζεται την αναστάσιμη Αμμόχωστο και το απέραντο γαλάζιο της Ελληνίδος ψυχής μας.

Από ποιες ορατές ή αόρατες πηγές η Δήμητρα Δημητρίου εκκεντρώνει στα ποιήματά της αφομοιωμένα αλλά και συχνά αναγνωρίσιμα στοιχεία ή λέξεις από άλλους συγγραφείς; Ο Μόντης, ο Παπαδιαμάντης, ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Λεόντιος Μαχαιράς, ο Παλαμάς, ο Ρίτσος, ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Λόρκα και άλλοι παλαιοί και νεότεροι αναγνωρίζονται να διακινούν τις δικές της «νάρκας του άλγους». Κάποτε το πράγμα γίνεται αριστοτεχνικά, άλλοτε είναι εμφανέστατα περιπτυγμένο, ενίοτε συνοδεύεται και με ψήγματα κυπριώτικης λαλιάς. Ασφαλώς η ποιήτρια οριοθετεί τον δικό της τρόπο έκφρασης, που διαισθάνομαι ότι θα προωθήσει, μέσα από τη συνειδητή δική της αισθητική της μοναξιάς, έναν νέο τρόπο δημιουργικής αντίστασης και αναθεώρησης της ιστορίας. Το βέβαιο είναι, πάντως, ότι η Δήμητρα Δημητρίου έχει γνήσια αίσθηση των πραγμάτων και του ρόλου της απέναντι στην τέχνη και στον λαό. Με τη δύναμη του πνεύματός της και τη φιλολογική καταβολή της και φεγγοβολή θα ακολουθήσει τον δρόμο της, τον οποίο άλλωστε προκαθορίζει με θεατρική ζωντάνια, κίνηση κι εκφραστικότητα, η εν λόγω φιλόδοξη ποιητική συλλογή της.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΟΝΔΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 9/9/2023

Τρεις εικόνες και λίγες σκέψεις

Εικόνα πρώτη: Ωραίο τραμ. Πεντακάθαρο, κυλά στις ράγες θροΐζοντας. Κατηφορίτσα και χαζεύουμε απ’ το δεξί παράθυρο την Πόλη. Και ξαφνικά, ρίγος: η Αγια-Σοφιά με το γνωστό κοκκινωπό της χρώμα, σαν αίμα που στεγνώνει αιώνες τώρα, και ξεθώριασε. Δείχνοντάς την στην παρέα, πνίγω έναν αδιόρατο λυγμό. Άραγε, πώς θα αντιδράσω όταν σε λίγη ώρα θα την επισκεφθώ; Περίμενα χρόνια αυτή τη στιγμή…

Εικόνα δεύτερη: Ανυπόδητοι μέσα στην Αγια-Σοφιά, όπως επιβάλλει η νέα της χρήση. Πατάμε στο παχύ χαλί. Πιο παχύ δε γίνεται. Πράσινος κάμπος. Κοιτάζουμε ολόγυρα. Παρέες κι οικογένειες απολαμβάνουν τη φιλοξενία του. Δε θροΐζουν∙ φωνασκούν. Οχλαγωγία, φωτογραφίες σέλφι, παιδάκια που παίζουν χαρούμενα. Σε τέμενος δεν μπήκαμε; Η Βρεφοκρατούσα κρυμμένη πίσω από δύο τριγωνικά πανιά. Άμα προσέξεις, κοιτάζεις τη ματιά της. Σαν μέσα από καφασωτό… Βγαίνουμε έξω, να ανασάνουμε. Ανάμεσα στους δύο μιναρέδες, κρεμασμένα λαμπιόνια με ακατάληπτο μήνυμα.

Εικόνα τρίτη. Πίσω στην πατρίδα. Στα χέρια η ποιητική συλλογή της Δήμητρας Δημητρίου με τίτλο «Αγωνίες». Σελίδα 74, στην ενότητα «Στιγμές». Διαβάζω:

Πήγα να δω το σπίτι μου
Βγάλτε τα παπούτσια σας, παρακαλώ.

***

Η Δήμητρα Δημητρίου, Κύπρια στην καταγωγή, έχει ήδη δώσει το στίγμα της ως φιλόλογος, με πλήθος εργασιών, μελετών και άρθρων στα πεδία της Συγκριτικής Φιλολογίας, της Νεοελληνικής Φιλολογίας, της Μυθοκριτικής, της Φεμινιστικής και Μεταμοντέρνας Θεωρίας, της Λογοτεχνικής και Πολιτισμικής Θεωρίας. Δείγματα του ποιητικού της έργου έχουμε ήδη διαβάσει σε διαδικτυακά και έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά. Τώρα κρατάμε στα χέρια μας ολόκληρη συλλογή, την πρώτη της, σε έναν προσεγμένο τόμο 216 σελίδων, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Σμίλη» μέσα στο καλοκαίρι και συμπεριλαμβάνει και εκείνα τα δείγματα γραφής.[1] Οι ενότητες της συλλογής επιγράφονται: Αγωνίες Ι, Μπαλάντες, Στιγμές, Αγωνίες ΙΙ.

Τρίτο κείμενο της συλλογής:

Ηρούλα

Τράβηξαν από το στήθος μου τον σταυρό με δύναμη, με μένος σχεδόν. Ύστερα με έσυραν από την κουζίνα προς το δωμάτιο ανάσκελα. Ήταν πιο ξεκούραστο από το να με σύρουν μπρούμυτα. (Ηρούλα, σ. 15)

Οι Αγωνίες Ι περιλαμβάνουν αφηγήσεις γυναικών ή μιλούν για γυναίκες που βίωσαν τα τραγικά γεγονότα του 1974 από την πλευρά του αμνού της Ιστορίας: «[…] Εξπρεσιονισμός σε μπλε φόντο. Μπλε φόντο με βράχια κι αναταραχή σε δεύτερο πλάνο. Στο βάθος Κύπρος.» (Κατερίνα, σ. 19). Γυναίκες «που σκέφτονταν να αφήσουν το γκάζι της κουζίνας ανοιχτό». Που, μετά από όσα είδαν κι έπαθαν, ένιωσαν ότι «έπρεπε να το άφηναν.» (Μαρία, σ. 22). Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Το βιβλίο αυτό δίνει στον βιασμό όνομα και πρόσωπο. Ο βιασμός της Κύπρου συνεχίζεται σήμερα στην Αμμόχωστο, το Αφρίν, το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, την Τουρκία και αλλού, μπροστά στα τυφλά μάτια των ανθρώπων».

***

«Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί»[2], έγραψε ένας άλλος ποιητής που λάτρεψε επίσης την «Κύπρο τη θαλασσοφίλητη»[3] και της αφιέρωσε μια σπουδαία συλλογή του. Ο ίδιος είχε, σε δύσκολες εποχές, γράψει: «Πάλι τα ίδια και τα ίδια, θα μου πεις, φίλε»[4]. Γιατί, λοιπόν, να ανασκαλεύουμε τη μνήμη; Πέρασαν ήδη τόσα χρόνια… Κάτι τέτοιο αναρωτιέται και η Χαρίτα της Δημητρίου στη σελίδα 38:

Ποτέ δε μιλώ γι’ αυτά τα πράγματα. Πώς κι εμφανίζεσαι τώρα; Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε. Δεν έχετε τίποτα άλλο να μου πάρετε, τίποτα να μου δώσετε. Αυτοί που ήταν να πεθάνουν πέθαναν κι αυτοί που ήτανε να μείνουν έμειναν. Τα πράγματα κυλούν αργά ’κει που ξανασυμβήκαν, νερό χυμένο στ’ αδιψασμένο χείλη του μαζωχτή. […] (Χαρίτα, σ. 38).

Πώς, λοιπόν, εμφανίζεται τώρα μία νέα ποιήτρια, να μιλήσει ξανά για τέτοια πράγματα, για αυτές τις παλιές ιστορίες; Και να μιλήσει με ενσυναίσθηση και παρρησία, σε ελληνικά δυνατά, είτε στην Κοινή Νεοελληνική είτε στην κυπριακή λαλιά[5]; Το ωραίο τραμ κυλάει ρυθμικά πλάι στην Αγια-Σοφιά, που δεν είναι πια Μουσείο με τις ευλογίες ή την ανοχή όσων δηλώνουν και θα δηλώνουν: Αυτοί που ήταν να πεθάνουν πέθαναν κι αυτοί που ήτανε να μείνουν έμειναν. Έτσι κι ο χρόνος κυλά κυνικός και αμείλικτος, και όλο και περισσότεροι μοιάζουν να συμβιβάζονται με την ιδέα ότι αυτός είναι ο ρυθμός του κόσμου μας και ότι δε γίνεται αλλιώς: ο δυνατός θα επιβάλλεται πάντα. Έρχεται τότε η Ποίηση, να ταρακουνήσει την ανθρωπιά μας και να μας υπενθυμίσει το χρέος μας στη μνήμη. Όπως συμβαίνει και με τις «Αγωνίες» της Δήμητρας Δημητρίου, που αξίζουν την προσοχή καθενός /καθεμιάς που αγαπά αυτό τον τόπο και τη γλώσσα του. Που, εν τέλει, αγαπά τον Άνθρωπο όπου γης. Είπαμε: όποιος προσηλώνει το βλέμμα του κοιτάζει τα μάτια της αγωνίας πίσω από τα καφασωτά. Ως επίλογος, το πρώτο ποίημα από το τέταρτο μέρος της συλλογής, τις Αγωνίες ΙΙ (σ. 91):

Καταγωγή

Θεέ μου, για πότε μεγάλωσε τούτο το φυτό;
Φυλλομανούσε μέσα μου και φούντωνε
άπλωνε τους νευρώνες στην ψυχή, στο μυαλό, τους μυώνες,
στα στημόνια μου και τα βλέφαρα του πόθου
έβγαζε ρίζες στη γη μου ριζώματα σε λειμώνες του αέρα
ρουφούσε με βία τα νερά, καθώς οι γάντζοι του γραπώνονταν
στου Ιούλη τη γαστέρα κι εξεριζώναν με απ’ το χώμα
κι όσο έφευγε από εμένα
οι φλέβες του σκιρτούσαν και ξελεφτερώνονταν
ισορροπώντας πάνω σε κλωστές που κρέμονται από το ράμφος
πληγωμένων πουλιών
χτυπούσε με φόρα στους φραγμούς και διάνοιγε τα περιθώρια
έτσι που να χωράνε μέσα τους τα φύλλα, η βροχή κι ένα λουλούδιέτσι που να ποτίζουνται οι στέρνες και να λαγιάζει μέσα μου
το γλυφονέρι
και το τίμημα θάνατος.

ΑΓΑΘΗ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 9/3/2024

Η ποιητική του τραύματος

Μισός αιώνας συσσωρευμένου πόνου και οργής είναι αρκετός για να μετασχηματιστεί το τραύμα σε σημαντική λογοτεχνική παραγωγή, όχι μόνο από τους ανθρώπους που το βίωσαν αλλά κι απ’ όσους νεότερους ακούνε μέσα τους «φωνή πατρίδας» κι έχουν στόφα λογοτεχνική. Αυτή είναι η περίπτωση της Δήμητρας Δημητρίου, της Κύπριας ποιήτριας που είναι συνάμα και Διδάκτορας Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Πανεπιστημίου της Σορβόννης. Τα οδυνηρά βιώματα της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, που ήδη μετρά 50 χρόνια βάρβαρης κατοχής, αλλά και η τραγικότητα του σύγχρονου κόσμου, στον οποίο μαίνονται οι πόλεμοι, οι βιασμοί, οι γυναικοκτονίες κι η αδυσώπητη βία γενικότερα, γέννησαν τις Αγωνίες της Δημητρίου.

Με εμφανείς και αφανείς διακειμενικές αναφορές σε γνωστούς λογοτέχνες, παλαιούς και νεότερους, όπως ο Βασίλης Μιχαηλίδης, ο Λεόντιος Μαχαιράς, ο Παπαδιαμάντης, ο Σολωμός, ο Παλαμάς, ο Λόρκα, ο Έλιοτ, ο Σεφέρης, ο Ρίτσος, ο Ελύτης, ο Μόντης, ο Χαραλαμπίδης, και σε διακειμενικό διάλογο με τους εφτά πίνακες ζωγραφικής του Κύπριου καλλιτέχνη Αδαμάντιου Διαμαντή (1900-1994) με τον ομώνυμο τίτλο «Αγωνίες», τους οποίους ο ζωγράφος δημιούργησε μεταξύ του 1963 και 1977 με θέμα τη γυναίκα και τη βία, η Δημητρίου ξεδιπλώνει τον δικό της ποιητικό καμβά και «ζωγραφίζει» με δεξιοτεχνία τις προσωπικές αγωνίες της, που είναι και πανανθρώπινες, για τον τόπο της, το Κυπριακό, τις άδικες πολιτικές και τους πολέμους, σε ένα ογκώδες βιβλίο που απεικονίζει και το μέγεθος του τραύματος.

Μόνο που η Δημητρίου δεν μιλά «με παραμύθια και παραβολές», ώστε ν’ ακούμε τη φρίκη γλυκότερα, αλλά την κουβεντιάζει όπως είναι, αφτιασίδωτη. Ο «μνησιπήμων πόνος» σταλάζει μέσα της πένθος και σπαραγμό για την κυπριακή τραγωδία, τη βία και τη βαναυσότητα, που δεν έχει τέλος αλλά θα διαιωνίζεται όσο η ανθρώπινη φύση δεν αλλάζει, όπως έγραφε ο Θουκυδίδης.

Στα τέσσερα μέρη της ποιητικής της συλλογής (Αγωνίες Ι, Μπαλάντες, Στιγμές, Αγωνίες ΙΙ) η Δημητρίου πειραματίζεται με πολλούς καινοφανείς λογοτεχνικούς τρόπους και μεικτά είδη, πεζοποιήματα, λυρικά και δραματικά ποιήματα (μπαλάντες), θέατρο, πρόζα, αλλά και με ποιητική απόδοση «μαρτυριών». Πράγματι, πολλά (πεζο)ποιήματα από το πρώτο μέρος της συλλογής με τίτλο Αγωνίες Ι , με προμετωπίδα από τη συγγραφέα Κωνσταντία Σωτηρίου, αποτελούν αυτούσιες μαρτυρίες που άντλησε η ποιήτρια, σύμφωνα με συνέντευξή της, με μόχθο και έρευνα από βιβλία, από το διαδίκτυο κι εφημερίδες, με επίκεντρο γυναίκες που έσπασαν τη σιωπή τους και μίλησαν για τις θηριωδίες που υπέστησαν κατά την εισβολή.

Η Άννα, η Σοφία, η Ηρούλα, η Αγνή, η Βασιλική, η Τασία, η Μηλιά, η Μαρία, η Μυροφόρα, η Φυλλιώ, η Ανδρούλα, η Ανθή, η Δώρα, η Ελένη, η Εμινέ και πολλές άλλες γυναίκες που έγιναν ολοκαύτωμα τον Ιούλιο και Αύγουστο του 1974, μεταπλάθονται σε 31 τραγικές φιγούρες αρχαίου δράματος, που καταγγέλλουν τον βιασμό και τη κτηνωδία. Το θέμα της σεξουαλικής βίας που υπέστησαν από τους στρατιώτες του Αττίλα, δοσμένο à la manière de Δημητρίου, παρά τη σκληρότητά του, αποτελεί και ηθική δικαίωση για τις γυναίκες που τη βίωσαν.

Με γλώσσα γλαφυρή, στην οποία ενσωματώνονται με τρόπο δημιουργικό λέξεις από τους ποιητικούς προγόνους καθώς και από την αυθεντική κυπριακή ντοπιολαλιά, η ποιήτρια ιστορεί με δραματικότητα τον καημό της Κύπρου. Όπως υπέδειξε σε παρουσίαση του βιβλίου ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, το βιβλίο της Δημητρίου «είναι μια ηχηρή πράξη πολιτική, και τούτο συντελείται ως έκφραση ανάγκης θεληματικής. Και θέλει δηλαδή και είναι πολιτικό, δοξαστικό για το θαύμα που ήταν ο τόπος, και συνάμα καταγγελτικό για τα πάθια και τη μεγάλη αδικία που επέφερε η τουρκική εισβολή και η συνεχιζόμενη κατοχή».

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου περιέχονται οκτώ μπαλάντες, είδος ποιημάτων που αφηγούνται μια σύντομη δραματική ιστορία. Οι μπαλάντες της Δημητρίου, όπως άλλωστε εμμέσως δηλώνει και η προμετωπίδα από τον Λόρκα, είναι βαθιά επηρεασμένες από την ποίηση του σπουδαίου αυτού Ισπανού ποιητή και δραματουργού, αρδεύονται όμως και από πολλές άλλες λογοτεχνικές πηγές. Οι στίχοι των δύο πρώτων ποιημάτων έχουν επιδράσεις από το δημοτικό τραγούδι αλλά και από τον αισθησιασμό της ποίησης του Καββαδία:

Κορίτσι,

Με τα στήθια στον αέρα

Ποια είσαι και πούθ’ έρχεσαι,

Τι έχεις στο στόμα

Που σε πυρπολεί;

-Δράχνω νερό θαλασσινό

Πηγής που αιμοστάζει

Σαν έπεσε φωτιά καυτή μια μέρα τ΄αλωνάρη

Ήλιος που λιάζει τη σπορά κι έκαιγέ μου το στήθος. […]

(«Η μπαλάντα του θαλασσινού νερού, παραλλαγή»)

Οι δύο επόμενες μπαλάντες είναι εμφανώς επηρεασμένες από την ποίηση του Λόρκα, καθώς ενσωματώνουν μοτίβα και σύμβολα του ποιητή στους στίχους τους, όπως είναι η ανθισμένη λεμονιά, η ακροποταμιά, ο θάνατος από έρωτα, οι ταυρομάχοι κ.ά.:

Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας) […]

(«Μπαλάντα μιας μέρας τ’ αλωνάρη»)

Υπάρχουν βέβαια και άλλες σκόπιμες διασυνδέσεις με στίχους του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, του ποιητή που μετακένωσε την οδύνη, την οργή και τον πόνο του για το τραγικό καλοκαίρι του 1974 σε πολλές και έξοχες ποιητικές συλλογές (Αχαιών ακτή, Αμμόχωστος Βασιλεύουσα, Θόλος, Μεθιστορία κ.ά.), όπως π.χ. το στοιχείο του νερού, οι λεπίδες του καλοκαιριού, τ’ άστρα της Αμμοχώστου κ.ά., αλλά και με την ποίηση του Ελύτη (Προσανατολισμοί, Άξιον Εστί κτ.λ.), όπως ο ήλιος, το θέρος, το κρίνο του καλοκαιριού, τα τζιτζίκια κ.ά. (βλ. «Μπαλάντα των τζιτζικιών που αγάλλονται»), επιρροές διαμεσολαβημένες, ωστόσο, με την προσωπική ευαισθησία της ποιήτριας, ενσωματωμένες δημιουργικά στους δικούς της στίχους και σκέψεις.

Η παραπάνω τάση της Δημητρίου γίνεται αισθητή και στην τρίτη ενότητα της συλλογής της με τον τίτλο «Στιγμές», οι οποίες ανακαλούν τις Στιγμές του Κώστα Μόντη και υλοποιούν, έτσι, τους στίχους του Σεφέρη στα Τρία κρυφά ποιήματα: «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας. / Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη ριζώνουν / θρέφουνται με το αίμα» («Επί σκηνής», Στ΄). Πενήντα οκτώ ολιγόστιχες, πολλές και μονόστιχες, «Στιγμές», πυκνές, πικρές, καυστικές και καθηλωτικές, μας αποκαλύπτουν τη στοχαστική ματιά της ποιήτριας στην ιστορία του τόπου μας και στην ίδια τη ζωή μας: «Πήγα να δω το σπίτι μου»: Βγάλτε τα παπούτσια σας, παρακαλώ».

Στο τέταρτο μέρος της συλλογής («Αγωνίες ΙΙ) η Δημητρίου διευρύνει τη ματιά της για να συμπεριλάβει στον θρήνο της για την Αμμόχωστο και την Κερύνεια και την ποιητική αποδοκιμασία της όχι μόνο για την τύχη των γυναικών της Κύπρου από τον Αττίλα αλλά και τη βία που ασκείται στις γυναίκες της σύγχρονης Τουρκίας και στις Κούρδισσες, καθώς και ένα ρέκβιεμ για την Ουκρανία και την Αρμενία.

Συνολικά, η ποιητική συλλογή της Δήμητρας Δημητρίου έχει άρωμα γυναίκας, εμποτισμένο με δάκρυ για όσα υπέφεραν και υποφέρουν οι γυναίκες τον 20ο και 21ο αιώνα στον δήθεν πολιτισμένο κόσμο. Η τύχη τους διαπλέκεται με την τραγική μοίρα της κατεχόμενης Κύπρου και εξακτινώνεται στον παγκόσμιο ιστό, για να διαφανεί, έτσι, η οργή και η αποδοκιμασία της συγγραφέως για τη διαχρονική βαρβαρότητα και τα εγκλήματα που συντελούνται σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ντροπιάζουν την ανθρωπότητα.

Ωστόσο, θα αδικούσαμε τη συλλογή αν σταθούμε μόνο στη θεματική της και στη στιβαρή και αφομοιωμένη λογοτεχνική γνώση και άνεση με την οποία η ποιήτρια κινείται σε όλο το εύρος της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας, αγνοώντας την ποιητική της αύρα, την αυθόρμητη γραφή της, τον στοχαστικό λόγο της, που ανοίγει στον αναγνώστη έναν κόσμο πλούσιο σε συναισθήματα και σκέψεις και στον οποίο η ποιητικότητα και η ευαισθησία συνυπάρχουν εναρμονισμένες. Και μπορεί η ποίησή της να αρδεύεται από πλήθος λογοτεχνικά κανάλια, η Δήμητρα Δημητρίου, ωστόσο, διαθέτει και τη δική της ποιητική αισθητική, η οποία συνίσταται στη γλωσσική γλαφυρότητα των στίχων της, στον ευφυή σπινθήρα των στοχασμών της, στη σκηνική δομή των ποιημάτων της και στην πηγαία έμπνευσή της, που αντλείται ακόμα και από αναρτήσεις στο διαδίκτυο. Τα ποιήματά της πλαισιώνονται με άφθονο φωτογραφικό υλικό από την προ της εισβολής Αμμόχωστο, το οποίο συμβάλλει στην καλαισθησία της έκδοσης, σταλάζει όμως μέσα μας άπειρη θλίψη για την κατεχόμενη πατρίδα.

.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Χωρίς ρίμα, κι όμως προσπορίζουν τη μουσική της ρίμας. Υπαινικτικά
ενίοτε, αλλά καθόλου κρυπτικά. Απλά, αλλά και βαθιά. Και πόσο ευφρόσυνο,
κατά κάποιον τρόπο, παράπονο για την εσχατιά της πατρί8ας μας, για
την Κύπρο.

ΕΛΕΝΑ ΤΟΥΜΑΖΗ (ΡΕΜΠΕΛΙΝΑ)

Ακούω τον Σολωμό, ακούω τον Λόρκα, ακούω τον Ρίτσο, ακούω Ελύτη,
ακούω τον λαό, ακούω την ψυχή της… και πόσα άλλα 8εν ακούω ακόμη!
Η δική της φωνή τα μετουσιώνει, τα 8ιαπερνά και βρίσκει το 8ικό της χρώμα.
Δεν είναι εδώ η λαμπερή, ιδιοφυής θεωρητικός, αλλά μια νέα ποιήτρια,
που γεννιέται πλέον έτοιμη. Πολυεπίπε8ο κείμενο, με την προσωπική
ιστορία να λιώνει μέσα στη ιστορία του τόπου, αλλά και πέρα από αυτήν.
Πόσο συγκλονιστικά και ανθρώπινα, ειπωμένα χωρίς φιοριτούρες, μέσα
στην παράδοξη γαλήνη του πένθους.

ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Τι ωραία επίγονος η Δ. Δημητρίου του αγαπημένου μου Κώστα Μάντη!
Διαβάζοντας τις «Στιγμές» της, σκέφθηκα πως, από τη συγκεκριμένη
ενότητα, αναδύεται επίγονος του ανεπανάληπτου Ποιητή. Πραγματικά
χαίρομαι, παρά τις δυσκολίες και τις παγίδες που κρύβει η πολύτιμη
κληρονομιά. Μακάρι η Λ.Δ. να πατάει στα βήματα του Μάντη, βρίσκοντας
ταυτόχρονα τον δικό της βηματισμό.

ΝΑΣΙΑ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ

Μικρά σπαράγματα, λυγμοί υπόκωφοι, κοφτεροί σαν λάμα μικρού
μαχαιριού. Ποιητικά μεν, πλην ωμά και σταράτα, όσα έμειναν στη
σιωπή αλύτρωτα κι ανεξαγόραστα («ανεξαγόραστα δάκρυα» γράφει
ο Ντοστογιέφσκι).

ΠΕΝΥ ΡΑΜΑΝΤΑΝ

Ποίηση που δεν δημιουργεί την εύκολη συγκίνηση, αλλά ξεπηδά από τα
σπλάχνα των γεγονότων και στέκει αγέρωχη, όπως όλες οι αλήθειες. Πόσο
έξοχα ανθρώπινο, πόσο βάρος του ανθρώπινου πόνου που ταυτόχρονα
κάνει τον άνθρωπο λαμπρό μπορεί να χωρά σε μια φράση…

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΑ ΣΩΤΗΡΙΟΥ

Σπαραχτικές αγωνίες που βγαίνουν μέσα από την ψυχή και την καρδιά
του τόπου. Αγωνίες που στάζουν αίμα και ιστορία, όπως ο ί8ιος ο τόπος.
Αγωνίες που χρειάζεται να τις λέμε ξανά και ξανά—με αυτό τον θαυμαστό,
τον λυρικό, τον θερμό τρόπο, που είναι η ίδια η Δήμητρα.

·

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.