ΕΥΑ ΣΤΑΜΟΥ

Η Εύα Στάμου είναι πεζογράφος και Δρ. ψυχολογίας· κείμενά της έχουν
μεταφραστεί στα αγγλικά, αραβικά, γαλλικά, δανικά, ιταλικά, λιθουανικά.
Αρθρογραφεί στην Athens Voice, το fractal, τη Book Press, και την Athens Review of Books.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΔΙΗΓΗΜΑ

Η επίσκεψη (εκδ. Αρμός 2022)
Τα κορίτσια που γελούν (εκδ. Αρμός 2018)
Μεσημβρινές συνευρέσεις (εκδ. Μελάνι 2009 υποψήφιο Βραβείου Διαβάζω)

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Η εκδρομή, (εκδ. Αρμός 2016)
Εθισμός, (Μελάνι 2011)
Ντεκαφεϊνέ, (Οδός Πανός 2005)
Ελιγμοί, (Οδός Πανός 2004)

ΔΟΚΙΜΙΟ

Η επέλαση της ροζ λογοτεχνίας (Gutenberg 2014).
Ageing and Female Identity in Midlife (London: Scholars’ Press 2013)

.

.

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ (2022)

Α’ ΜΕΡΟΣ

Η ΤΕΛΕΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ

Έφυγε από το σπίτι αναστατωμένη, πάντα την έπιανε αγωνία όταν είχε ραντεβού με γιατρό. Ως συνήθως, ένιωθε την καρδιά της να χτυπά γρήγορα και τα μάγουλά της να έχουν ανάψει. Η επίσκεψη στον γυναικολόγο της δημιουργούσε επιπλέον άγχος, το συγκεκριμένο σκηνικό την απωθούσε καθώς έπρεπε να αποκαλύψει σχεδόν ολόκληρο το σώμα της και να
απαντά στις ερωτήσεις του ηλικιωμένου άντρα παρακολουθώντας την κορυφή του γκρίζου κεφαλιού του να ξεπροβάλει ανάμεσα στα πόδια της. Η όλη φάση ήταν ντροπιαστική.
Αναστέναξε. Πού πήγε και έμπλεξε πάλι, ποιος ξέρει τι κόλλησε και είχε αυτή την επίμονη φαγούρα και τις κοκκινίλες που δεν έλεγαν να υποχωρήσουν μια βδομάδα τώρα. Όταν βρέθηκαν με τον Μάκη στο κρεβάτι το τελευταίο πράγμα στο μυαλό της ήταν οι προφυλάξεις – πάντα αυτό της συνέβαινε κι ας πλησίαζε τα τριάντα. Είχε έναν τρόπο να βάζει η ίδια τρικλοποδιά στον εαυτό της – εγκατέλειπε ξαφνικά τις άμυνές της και από κυρίαρχη του παιχνιδιού γινόταν θύμα.
Της άνοιξε η νοσοκόμα του γιατρού μια γυναίκα λίγα χρόνια μεγαλύτερή της. Όπως θυμόταν και από τις προηγούμενες επισκέψεις της, τα πάντα πάνω της είχαν κάποιαν υπερβολή: γελούσε δυνατά και χωρίς εμφανή λόγο, τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της φούσκωναν σε έναν ογκώδη κότσο, ήταν έντονα βαμμένη και ντυμένη με πολύχρωμα ρούχα. Η Λίνα χάζεψε για λίγο τα μακριά, βαμμένα με μπλε βερνίκι νύχια της γυναίκας και τα δαχτυλίδια που στόλιζαν σχεδόν κάθε της δάχτυλο και ύστερα άραξε στην αίθουσα αναμονής.
Ο χώρος ήταν άδειος και αυτό την έκανε να αισθανθεί καλύτερα, σε λίγη ώρα θα βρισκόταν πάλι στον δρόμο έχοντας στην κατοχή της κάποια συνταγή που θα έβαζε τέλος στην ενόχλησή της. Θα πέρναγε και αυτό και δεν θα χρειαζόταν να σκεφτεί πάλι τον Μάκη, έτσι και αλλιώς δεν σκόπευε να τον ξαναδεί. Καλός μουσικός και ωραίος άντρας αλλά όσες φορές είχαν συναντηθεί, ήταν είτε «φτιαγμένος», είτε μεθυσμένος – αδύνατον να τον πάρει στα σοβαρά.
Το κουδούνι που χτύπησε της προκάλεσε στιγμιαία πανικό. Πάντα πίστευε ότι τα κουδούνια των ιατρείων ηχούσαν διαφορετικά από τα υπόλοιπα, είχαν κάτι απειλητικό ή ίσως κάτι προειδοποιητικό. Λίγα λεπτά αργότερα η πόρτα άνοιξε και το γέλιο της νοσοκόμας αντήχησε στον χώρο με τρόπο που έκανε τη Λίνα να νιώσει δυσάρεστα. Μια κυρία μέσης ηλικίας, γύρω στα σαράντα πέντε την υπολόγισε, μπήκε στο δωμάτιο και, χωρίς να την κοιτάξει, κάθισε στον καναπέ ακριβώς απέναντι της. Ήταν ψηλή και καλοντυμένη, το έντονο άρωμά της προκάλεσε ερεθισμό στα ευαίσθητα ρουθούνια της Λίνας που είχε ροπή στις αλλεργίες. Η αδιαφορία της γυναίκας για εκείνη της έδωσε την ευκαιρία να την παρατηρήσει λεπτομερώς και να διαπιστώσει με έκπληξη πως ήταν ξεχωριστά όμορφη.
Σπάνια συναντούσε κανείς πρόσωπο με τέτοια αρμονικά χαρακτηριστικά και σώμα τόσο καλοφτιαγμένο. Το δέρμα της ήταν αψεγάδιαστο, η μύτη, τα χείλη, τέλεια. Η Λίνα πίεζε τον εαυτό της να σταματήσει να σαρώνει με τη ματιά της την άγνωστη, καθώς σκεφτόταν πως μόνο στον κινηματογράφο ή σε σειρά του Netflίχ είχε αντικρύσει γυναίκες ανάλογου κάλους. Ήταν σίγουρη πως εκείνη αντιλαμβανόταν το δέος της και από στιγμή σε στιγμή είτε θα της ζητούσε τον λόγο για την αδιακρισία της, είτε θα ξέσπαγε σε κοροϊδευτικά γέλια.
Και όμως τα λεπτά κυλούσαν και η καλλονή δεν καταδεχόταν να την κοιτάξει, λες και η Λίνα δεν υπήρχε. Σκέφτηκε να αλλάξει θέση, να μετακινηθεί σε κάποιο άλλο σημείο της ευρύχωρης αίθουσας, μα δεν ήθελε να δώσει στη γυναίκα την εντύπωση πως ένιωθε μειονεκτικά απέναντι της. Οι παλάμες της ίδρωσαν. Ξαφνικά κάθε άγχος για το αποτέλεσμα της ιατρικής εξέτασης είχε υποχωρήσει και το μόνο που την απασχολούσε ήταν πόσο ατημέλητη συνήθιζε να κυκλοφορεί το τελευταίο διάστημα – λίγο η κατάθλιψη που την καταλάμβανε πάντα τους χειμερινούς μήνες, λίγο η απουσία σταθερής σχέσης αυτή την εποχή, είχε παραμελήσει τον εαυτό της.
Έλυσε την αλογοουρά και άρχισε να ξεμπλέκει τα μακριά της μαλλιά περνώντας τα δάχτυλά της μέσα από τους κόμπους. Η νοσοκόμα γύρισε στην αίθουσα για να τις ενημερώσει πως ο γιατρός θα αργούσε λίγο, εξέταζε μιαν ασθενή σε προχωρημένη εγκυμοσύνη και «φαίνεται πως υπάρχουν κάποιες επιπλοκές», είπε χαμηλώνοντας τη φωνή της. Η Λίνα αναστέναξε καταλαβαίνοντας πως το μαρτύριό της θα αργούσε να πάρει τέλος.
Αγωνιζόταν να απασχολήσει τα μάτια της με κάτι άλλο μα η ελκυστική παρουσία λειτουργούσε σαν μαγνήτης. Παρατήρησε τις περιποιημένες καστανόξανθες μπούκλες, το γκρενά παλτό, το δερμάτινο παντελόνι, τις μαύρες μπότες, την ακριβή τσάντα, το χρυσό παντατίφ στο λαιμό της. Αν χρειαζόταν να περιγράφει την άγνωστη στην αστυνομία -σκέφτηκε με διάθεση αυτοσαρκασμού- θα το έκανε με μεγάλη επιτυχία.
Έβγαλε από την τσέπη το κινητό της και άρχισε να χαζεύει τις αναρτήσεις των διαδικτυακών της φίλων στο φέισμπουκ πατώντας μηχανικά το like, χωρίς να διαβάζει τι έγραφαν, συμφωνώντας με όλους και σε όλα – η διαδικασία λειτουργούσε αγχολυτικά.
Η νοσοκόμα εγκατέλειψε το γραφείο της στην αίθουσα υποδοχής και επέστρεψε στο δωμάτιο για να τις ρωτήσει αν θέλουν καφέ. Αρνήθηκαν και οι δύο. Ήταν η σειρά της μεγαλύτερης γυναίκας να προσηλωθεί στο κινητό της. Η Λίνα αναρωτήθηκε τι να την οδήγησε στον γυναικολόγο: ένας τυπικός έλεγχος ή μήπως κάτι πιο σοβαρό που θα χρειαζόταν μακροχρόνια θεραπεία ή και επέμβαση;
Ξετρύπωσε από το σακίδιό της την «Εκμηδένιση» του Ουελμπέκ που είχε βουτήξει χθες από το μαγαζί και άρχισε να ξεφυλλίζει το μυθιστόρημα. Από τη μέρα που είχε πιάσει δουλειά σε έναν μεγάλο διανομέα τύπου είχε βαλθεί να διευρύνει τους πνευματικούς της ορίζοντες κλέβοντας ένα βιβλίο σχεδόν κάθε εβδομάδα, κάτι που θα ήταν δύσκολο να αποδειχθεί -εκτός και αν την έπιαναν στα πράσα- αφού το αφεντικό της είχε αναθέσει την καταλογογράφηση των νέων παραλαβών. Ο πενιχρός μισθός την είχε απαλλάξει από τις τύψεις για την ατιμία της.
Η πόρτα του ιατρείου άνοιξε ξαφνικά και η Λίνα είδε τον γιατρό να ξεπροβοδίζει ένα νεαρό ζευγάρι-απευθυνόταν χαμογελώντας στον άντρα θέλοντας μάλλον να τον καθησυχάσει. Η γυναίκα υποβάσταζε και με τα δύο χέρια την φουσκωμένη κοιλιά της, το πρόσωπό της ήταν κόκκινο και τα μάτια της υγρά. Η βραχνή φωνή του γιατρού έφτασε ως τα αυτιά της Λίνας:
«Όλα καλά, δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας», προσθέτοντας «False alarm». Η Λίνα θυμήθηκε τις φωτογραφίες αποφοίτησης από κάποιο αμερικανικό πανεπιστήμιο που στόλιζαν τα ράφια της βιβλιοθήκης του ιατρείου.
Έκανε να σηκωθεί όταν άκουσε τη φωνή της νοσοκόμας δίπλα της. «Λίνα μου, σε πειράζει να περάσει πρώτη η κυρία Μανιάτη; Δεν θα αργήσει καθόλου, θα δείξει τις εξετάσεις της στον γιατρό και θα φύγει». Τα έχασε και πριν προλάβει να απαντήσει η όμορφη γυναίκα κάρφωσε τα καστανά μάτια με τις υπερβολικά βαμμένες βλεφαρίδες πάνω της για πρώτη φορά: «Θα
σας ήμουν ευγνώμων…», είπε χαρίζοντάς της ένα πλατύ χαμόγελο. Ένευσε καταφατικά κι ύστερα κατάφερε να ψελλίσει πως ναι, φυσικά δεν την πείραζε να δώσει τη θέση της στην κυρία. Η γυναίκα χαμογέλασε ακόμα μια φορά
αποκαλύπτοντας μια σειρά από μεγάλα, στραβά δόντια που έμοιαζαν να θέλουν να αποδράσουν από τα χυμώδη χείλη της και εξαφανίστηκε βιαστικά στον στενό διάδρομο ακολουθώντας τη νοσοκόμα.
Η Λίνα ένιωσε ανακούφιση που έμεινε μόνη. Αναστέναξε επιτρέποντας στο κορμί της να βουλιάξει στην αναπαυτική πολυθρόνα χαϊδεύοντας με τη γλώσσα της την τέλεια οδοντοστοιχία που είχε αποκτήσει μετά από δεκάδες
επισκέψεις στον ορθοδοντικό όταν διένυε ακόμα την εφηβεία της και άνοιξε το κινητό της για να βγάλει μια σέλφι ψιθυρίζοντας ικανοποιηΩμένη: «Smile!»

Β’ ΜΕΡΟΣ

Η ΑΠΟΡΡΙΨΗ

Έβαλε τα γέλια. Το κεφάλι πίσω, τα μάτια κλειστά, γέλιο γάργαρο που έβγαινε κατευθείαν απ’ την ψυχή της. Κοκκίνησα. Έκανα μια κίνηση να την διώξω, να την κάνω να σωπάσει. Να, έτσι αυθόρμητα άπλωσα το χέρι μου κι ύστερα πάλι το μάζεψα, συγκρατήθηκα. Χαίρομαι που δεν τη χτύπησα, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, δεν έχω ποτέ επιτεθεί σε γυναίκα. Έβλεπα τον πατέρα μου να απωθεί τη μάνα μου, καμιά φορά ακόμα και κλωτσώντας την, όταν ήθελε να της δείξει πως παραφέρθηκε, πως -είτε το ήθελε, είτε όχι- ξεπέρασε τα όρια της ευπρέπειας ή, απλώς, της δικής του υπομονής. Δεν την είχε χτυπήσει ποτέ, μόνο την έσπρωχνε για να την αναγκάσει να πάψει μιλά, ή να παραπονιέται, ή, σπανιότερα, να κλαίει. Έτσι μου ήρθε αυθόρμητα να τη σπρώξω για να την κάνω να καταλάβει πως με ντρόπιαζε. Η Ντίνα είχε όμως το δικαίωμα να γελά με την πρότασή μου, είχε το δικαίωμα να αντιδρά όπως της άρεσε· κι έτσι συμμαζεύτηκα και δεν τόλμησα να την αγγίξω.
Με ρώτησε την ηλικία μου, και όταν της είπα «είκοσι τρία», μουρμούρισε πως ήμουν νεότερος και από το γιο της. Ύστερα έπιασε να με παρατηρεί. Είχε και πάλι το γνώριμο φιλικό της ύφος. «Χωρίς παρεξήγηση», είπε, «επειδή καταλαβαίνω την ανάγκη σου, νέος άντρας είσαι και βράζει το αίμα σου» πρόσθεσε, κοιτώντας με ευθεία στα μάτια, «γιατί δεν δοκιμάζεις το
βράδυ να πας σ’ ένα από τα σπίτια που έχουν ανοίξει εδώ πιο πάνω; Ξέρω τουλάχιστον δύο, εσύ βέβαια μπορεί να γνωρίζεις περισσότερα». Την διέκοψα, ολόκληρο το σώμα μου είχε σφιχτεί, ήθελα να τελειώσει αυτή η ιστορία και να κουρνιάσω στη σκηνή μου, είχα μετανιώσει για την απερισκεψία μου: «Όχι, αποκλείεται, δεν έχω πάει ποτέ, είναι ντροπή τα χρήματα να αλλάζουν χέρια όταν πρόκειται για κάτι τέτοιο». Σκέφτηκα καλύτερα να πάω με μια γυναίκα που δεν πουλάει το σώμα της, μια γυναίκα τρυφερή. Ακόμα κι αν δεν νιώθεις αγάπη, πρέπει να υπάρχει τρυφερότητα και σεβασμός. Δεν της είπα βέβαια ότι δεν θα μπορούσα ποτέ να πλησιάσω μια νέα κοπέλα, να την προσβάλλω υπονοώντας ότι δεν είναι αγνή ή, ακόμα χειρότερα, να προσπαθήσω να την παρασύρω να σκορπίσει σε μένα την παρθενιά της, σε μένα που ούτε είχα την πρόθεση, αλλά ούτε και γινόταν να την παντρευτώ. «Γιατί εμένα;» ρώτησε εκείνη τινάζοντας τα μακριά μαλλιά της. «Είσαι καλή γυναίκα εσύ, όλοι σε συμπαθούν χαμογελάς συνέχεια, και έχεις όμορφα μάτια». Ξαναγέλασε εκείνη, πιο σιγανά αυτή τη φορά. «Καημένο παιδί», ψιθύρισε, «η μοναξιά είναι το χειρότερο πράγμα, μερικές φορές πονάει πιο πολύ κι απ’ το πένθος».
Την είχα συναντήσει για πρώτη φορά λίγες εβδομάδες πριν, όταν είχαν έρθει με τον Δανό αξιωματικό στο χοτ σποτ. Οι μέρες κυλούσαν χωρίς να αλλάζει τίποτα και ήμουν βυθισμένος στην απελπισία. Μόλις είχαν φανεί στην πύλη του στρατοπέδου είχα τρέξει καταπάνω τους, αποφασισμένος. Ο Δανός με είχε κοιτάξει λες κι έβλεπε εξωγήινο. Μάλλον τα έχασε που μιλούσα τόσο καλά αγγλικά. «Δουλειά», του είπα, «με τη βοήθεια του Θεού, θέλω να δουλέψω στο νοσοκομείο, να βοηθήσω». Έδειχνε να μην καταλαβαίνει. «Είμαι, δηλαδή ήμουν, σπουδαστής Ιατρικής. Θέλω να γίνω νοσοκόμος, βαριέμαι να κλωτσάω μια μπάλα όλη μέρα. Τρεις μήνες εδώ και τίποτα δεν προχωράει. Χαρτιά δεν έχω, οι δικοί μου βρέθηκαν αλλού, από την αρραβωνιαστικιά μου δεν υπάρχουν νέα, έχω κολλήσει εδώ χωρίς ελπίδα να φύγω για Λονδίνο. Αφήστε με να εργαστώ, να προσφέρω. Ινσαλάχ, μόνο αυτό ζητάω». Ο Δανός σφούγγισε με το βρώμικο μανίκι το μέτωπό του που έσταζε ιδρώτα. «Ναι, θα δούμε», είπε διστακτικά· κι ύστερα, πιο βιαστικά: «Θα δω τι θα κάνω, δεν είναι καλή στιγμή τώρα. Έχω έρθει με τη Ντίνα, τη δασκάλα των αγγλικών,
για να μιλήσουμε στους άντρες. Εσύ, Ριφάτ, θα γίνεις ο μεταφραστής μας, ξέρεις καλά αγγλικά και πρέπει να μας βοηθήσεις. Φώναξέ τους να σταθούν έξω από τις τουαλέτες. Όχι μόνο τους δικούς σου, από τη Συρία, φώναξέ τους όλους, άντρες κι αγόρια, να συγκεντρωθούν αμέσως, έχουμε μια σημαντική ανακοίνωση να κάνουμε».
Δεν γινόταν να τους εξηγήσω ότι μόνο με λίγους άντρες επικοινωνώ εδώ μέσα, ότι τους περισσότερους τους αποφεύγω ή τους φοβάμαι ή, απλώς, δεν τους εμπιστεύομαι. Πέντε έξι παιδιά από την πατρίδα, φιλότιμα και ντόμπρα, γνωρίζω όλα κιόλα που μπορώ να ανταλλάζω δυο κουβέντες μαζί τους καθημερινά. Αγόρια κυνηγημένα από το καθεστώς όπως εγώ, άτομα που η μυστική αστυνομία είχε απειλήσει ή βασανίσει, που είχε αναγκάσει με κάθε τρόπο να φύγουν από το σπίτι τους στη μέση της νύχτας, όπως εμένα. Τουλάχιστον, εγώ είχα την τύχη να μην περάσω ούτε μέρα στα υπόγεια της ασφάλειας, να μην μαρτυρήσω στα χέρια των κυβερνητικών, όμως με παρακολουθούσαν τους τελευταίους μήνες, γνώριζαν την κάθε μου κίνηση. Είχα ενημερώσει τους φίλους μου να με αποφεύγουν, την Αΐσα να μη μου τηλεφωνεί και να μη με περιμένει τα απογεύματα στο προαύλιο του Ιατρικού Ινστιτούτου, είχα κόψει επαφές με όσους δεν ήθελα να βάλω σε κίνδυνο. Ήταν ζήτημα χρόνου να με προσεγγίσουν, να μου κάνουν κακό για να ξεπληρώσουν τα αδέρφια μου, τον Άντελ και τον Ράμι, που είχαν ενωθεί με τους επαναστάτες έξω από την πόλη. Είχαμε πολλές εβδομάδες να λάβουμε νέα τους κι ύστερα ένα βράδυ που έπινα τσάι και έκανα έναν ναργιλέ σε ένα καφέ κοντά στο Πανεπιστήμιο, ο σερβιτόρος άφησε μαζί με τα ρέστα ένα σημείωμα που έγραφε απλώς τις λέξεις «Φύγε αμέσως», και από κάτω τον αριθμό ενός κινητού. Κάλεσα το ίδιο βράδυ, παρόλο που η καρδιά μου κόντευε να σπάσει από την αγωνία, παρόλο που δεν ήθελα να αφήσω τη γλυκιά ζωή στη Δαμασκό, να διακόψω τις σπουδές μου, να απογοητεύσω την αρραβωνιαστικιά μου και να μην ξαναδώ τη μάνα μου, ήξερα πως δεν γινόταν αλλιώς. Το ταξίδι μου είχε ήδη ξεκινήσει.
Άρχισα να μπαινοβγαίνω στις σκηνές και να φωνάζω πως ήταν επείγον να συγκεντρωθούν όλοι οι άντρες έξω από τις τουαλέτες. Οι πιο πολλοί δεν έδιναν σημασία, αρκετοί με στραβοκοίταγαν, ελάχιστοι -μάλλον από περιέργεια- σηκώθηκαν και με ακολούθησαν. Λίγα λεπτά αργότερα ένα μικρό πλήθος είχε μαζευτεί στο σημείο που μας υπέδειξαν, νέοι και μεσήλικες που στέκονταν ανυπόμονα πότε στο ένα, πότε στο άλλο πόδι, βιαστικοί να επιστρέφουν στο τάβλι, στις πολιτικές συζητήσεις και το κάπνισμα, στην ανάγνωση του Κορανίου, ή απλώς στην ονειροπόληση, αραγμένοι σε κάποιο βρώμικο στρώμα, σπρώχνοντας τον χρόνο μέχρι το μεσημεριανό.
Άρχισε να μιλάει ο Δανός, περπατώντας πάνω κάτω. Τα λόγια του έβγαζαν οργή, το ύφος του περιφρόνηση για μας. Οι άντρες, έλεγε, να φέρονται καλύτερα στις γυναίκες, να μην τους αρπάζουν το φαγητό στο συσσίτιο και να μην στήνονται έξω από τις ντουζιέρες να τις τρομοκρατούν. Θα βάλουν φρουρούς και όποιος συλλαμβάνεται θα τιμωρείται με έλλειψη τροφής, έλεγε. «Ακούς εκεί, να φοβούνται οι γυναίκες να πάνε τουαλέτα, επειδή κάποιοι τις πειράζουν, και κάποιοι άλλοι εξυπνάκηδες ανοίγουν τρύπες στο ξύλο της καμπίνας για να τις δουν όταν πλένονται. Γυναίκες και κορίτσια, ακόμα και δέκα ετών δεν τολμούν να βγουν τη νύχτα από τη σκηνή ούτε για κατούρημα», φώναζε, και είχε κοκκινήσει το πρόσωπό του, πέταγαν οι φλέβες στον λαιμό του.
Κάποιοι άντρες μετέφραζαν για τους δικούς τους, μα οι περισσότεροι έμεναν σιωπηλοί, αποφεύγοντας την οπτική επαφή με τον Δανό και την Ελληνίδα, δύσκολο να καταλάβεις τι σκέφτονταν. Οι περισσότεροι επέστρεψαν ήρεμα στις σκηνές, ξανακάθισαν σταυροπόδι στα χρωματιστά κιλίμια, δίχως να βγάλουν λέξη. Κάποιοι νεαροί έμειναν στην αυλή και άρχισαν να κλωτσούν τη μπάλα περιμένοντας ανυπόμονα τον ήχο του κουδουνιού που σηματοδοτούσε την έναρξη του συσσιτίου.
Το βράδυ στο στρώμα μου σκέφτηκα την Αΐσα. Αναρωτήθηκα αν ήταν νεκρή· έχω δυο βδομάδες να ακούσω νέα της, το τηλέφωνό της είναι πάντα σβηστό. Ίσως έχει αλλάξει αριθμό, ίσως δεν ξέρει πώς να ψάξει για μένα, ή μπορεί να μην επιθυμεί να με ξαναδεί. Μακάρι να είναι ζωντανή, Αλλάχ, μακάρι, κι ας μη με θέλει πια. Ας φτιάξει τη ζωή της εκεί, στο Λονδίνο, που την περιμένουν οι θείοι της, ας κάνει με άλλον άντρα οικογένεια, αν αυτό είναι το πεπρωμένο της. Και το δικό μου, άραγε, πεπρωμένο ποιο είναι; Θα καταφέρω να τελειώσω την Ιατρική; Αν δεν είχα φύγει, σε λίγους μήνες θα έπαιρνα το χαρτί μου. Κάποιος μου είπε να μιλήσω στους νοσηλευτές που θα περάσουν από το στρατόπεδο σε λίγες μέρες, να τους ζητήσω να με βοηθήσουν να βρω τον δρόμο μου, κάποιος άλλος μου ανέφερε τους «Γιατρούς του Κόσμου».
Σφάλισα τα μάτια μου και φαντασιώθηκα πως κρατούσα στην παλάμη μου τα απαλά χέρια τής αρραβωνιαστικιάς μου, πως τη φιλούσα στα μαλλιά, στα ροδαλά της μάγουλα, στα καλογραμμένα χείλη, πως την έκλεινα ολόκληρη
στην αγκαλιά μου να την προστατεύσω από το κακό· πως της έδινα την ευχή μου να είναι ευτυχισμένη και χωρίς εμένα.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΧΑΡΙΤΙΝΗ ΜΑΛΙΣΣΟΒΑ

Εφημερίδα Θεσσαλία 13/11/2022

«Η επίσκεψη» ο τίτλος του ένατου βιβλίου σας, συλλογή διηγημάτων, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Τι θα διαβάσουμε στο ανά χείρας βιβλίο;

Η συλλογή μου αναδεικνύει όψεις της κοινωνικής, εθνικής σεξουαλικής διαφορετικότητας – ο ψυχικά ευάλωτος ο άπατρις ο αποκλεισμένος, ο κακοποιημένος ο ήρωας που υποφέρει εξαιτίας της δυσκολίας του να ενσωματωθεί στο περιβάλλον. Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο μέρη, το κάθε μέρος αποτελείται από οκτώ διηγήματα γραμμένα είτε σε πρωτοπρόσωπη
είτε σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε διαφορετικά μέρη της Ελλάδας – Ιωάννινα, Θεσσαλονίκη, Αθήνα, κάποιο νησί του Αιγαίου που δεν κατονομάζω – καθώς και στο εξωτερικό, στην Αγγλία, την Κοπεγχάγη, τη Δαμασκό. Οι ήρωές μου αντιμετωπίζουν διλήμματα πανανθρώπινα που πιστεύω ότι αφορούν ένα διεθνές κοινό.
Τα διηγήματα του πρώτου μέρους είναι εξ ολοκλήρου απόρροια της συγγραφικής μου φαντασίας. Στο δεύτερο μέρος αν και όλοι οι χαρακτήρες είναι επινοημένοι, το πλαίσιο είναι υπαρκτό καθώς έχω αντλήσει από την
εμπειρία της εργασίας μου ως ψυχοθεραπεύτριας με διασωστικά πληρώματα σε αιγαιοπελαγίτικα νησιά. Πρόκειται σαφώς για μυθοπλασία, ωστόσο, έχω
προσπαθήσει να μεταφέρω στις ιστορίες μου την ατμόσφαιρα που επικρατεί σε ένα διασωστικό πλοίο, οε ένα στρατόπεδο φύλαξης προσφύγων, σε ένα νησί που δέχεται αθρόες προσφυγικές ροές.
Να προσθέσω ότι στα διηγήματα που είναι γραμμένα σε πρώτο πρόσωπο, έχω επιλέξει μια γλώσσα άμεση, καθημερινή, προσαρμοσμένη στην προσωπικότητα
του ήρωα-αφηγητή, ώστε να αποδοθούν με ενάργεια τόσο οι κοινωνικές συνθήκες, όσο και οι ιδιαιτερότητες του εκάστοτε χαρακτήρα.

Τα δύο προηγούμενα βιβλία σας ήταν μυθιστορήματα. Γιατί στραφήκατε στη συγγραφή κειμένων μικρότερης λογοτεχνικής φόρμας;

Μέχρι σήμερα έχω γράψει τέσσερα μυθιστορήματα, δύο δοκίμια και τρεις συλλογές διηγημάτων. Μου αρέσει η μικρή φόρμα της νουβέλας και του διηγήματος, τη βρίσκω ιδιαίτερα απαιτητική, αλλά θεωρώ ότι προσφέρει περισσότερες ευκαιρίες στον λογοτέχνη να ξεδιπλώσει τις πτυχές του ταλέντου του. Αποτελεί στοίχημα για τον συγγραφέα σε λίγες μόνο σελίδες
νο κατασκευάσει πειστικούς χαρακτήρες και να αφηγηθεί μια ενδιαφέρουσα ιστορία που δεν θα χαρίζει απλώς αναγνωστική απόλαυση, αλλά θα προκαλεί
επίσης στον αναγνώστη μια σειρά από καίριους συλλογισμούς και έντονα συναισθήματα.

Πόσο η ιδιότητα της ψυχιάτρου συνυπάρχει στη συγγραφή των βιβλίων σας;

Λόγω της επαγγελματικής μου ιδιότητας έχω μάθει να ακούω με προσοχή, να αντιλαμβάνομαι εύκολα τις αλλαγές στη διάθεση των άλλων, να εναρμονίζομαι με τα συναισθήματά τους. Αντιμετωπίζω τους επινοημένους ήρωές μου με την ευαισθησία και τον σεβασμό που αντιμετωπίζω και τους θεραπευόμενούς μου, χωρίς ηθικολογίες και επιθυμία διδακτισμού. Εντάσσω στις ιστορίες μου θέματα σύγχρονα που μας απασχολούν όλους όπως τα ζητήματα της κοινωνικής σεξουαλικής εθνικής ταυτότητας αλλά τα προσεγγίζω πάντα
μέσα από το πρίσμα της μυθοπλασίας αποφεύγοντας τον στεγνό λόγο της επιστημονικής μελέτης.

Πόσο οι χαρακτήρες των ασθενών σας αποτελούν έμπνευση για τους χαρακτήρες των ηρώων σας;

Δεν έχει συμβεί ποτέ να εμπνευστώ από χαρακτήρες ασθενών μου, ίσως επειδή διαχωρίζω αυστηρά τις δύο ιδιότητές μου. Η συγγραφή λογοτεχνικών βιβλίων και η εργασία μου ως ψυχοθεραπεύτρια λειτουργούν με εντελώς διαφορετικό τρόπο – άλλο η τέχνη και άλλο η επιστήμη που διέπεται από συγκεκριμένους νόμους και κανόνες. Η δουλειά μου ως ψυχοθεραπεύτρια
επιβάλει μια σειρά από περιορισμούς που απαιτούν να καταστέλλω τη φαντασία μου, να στηρίζομαι στη συλλογή στοιχείων, αποφεύγοντας τις αυθαίρετες υποθέσεις και τις προβολές. Η συγγραφή αντίθετα απελευθερώνει τη φαντασία μου, μπορώ να πλάθω χαρακτήρες και ιστορίες μπορώ ακόμα και να «παίζω» με τα συναισθήματα του αναγνώστη προσπαθώντας να διατηρήσω το σασπένς μιας ιστορίας ειδικά όταν έχει στοιχεία αστυνομικού θρίλερ.

Ποιο εκτιμάτε πως είναι το πιο ισχυρό αποτύπωμα που μας άφησε η πανδημία;

Νομίζω ότι συνειδητοποιήσαμε πόση ανάγκη έχουμε τους άλλους ανθρώπους πόσο πιο πλούσια και ενδιαφέρουσα είναι η ζωή μας όταν η εμπειρία μας μοιράζεται με τους αγαπημένους μας τους φίλους τους συναδέλφους, ακόμα και με αγνώστους που έχουν κοινά με εμάς ενδιαφέροντα, ανθρώπους που μπορεί να συναντήσουμε τυχαία μια βραδιά στο θέατρο ή σε μία παρουσίαση βιβλίου.

Ήταν για εσάς η διετία της πανδημίας γόνιμη αναγνωστικά και συγγραφικά;

Ναι, όπως και πολλοί άλλοι συμπολίτες μας – συγγραφείς ή μη – διάβασα πολύ κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού. Έγραψα επίσης αρκετά κείμενα, και όχι
μόνο λογοτεχνικά. Περισσότερο ασχολήθηκα με τη συγγραφή επιστημονικών άρθρων που αφορούσαν την εμπειρία της πανδημίας τις επιπτώσεις της καραντίνας στον ψυχισμό μας, την πρωτοφανή αύξηση της βίας και μια σειρά από άλλα κοινωνικά ζητήματα. Ορισμένα από τα λογοτεχνικά κείμενα που έγραψα, εντάχθηκαν στην συλλογή «Η Επίσκεψη», κάποια άλλα βρίσκονται ακόμα στον υπολογιστή μου.

Διαβάζετε και γράφετε κριτικές για βιβλία. Πώς κρίνετε τη μεγάλη παραγωγή βιβλίων σε σχέση με την ποιότητά τους;

Το γεγονός ότι ο χώρος του βιβλίου είναι τόσο ανοιχτός σε νέες φωνές είναι πρώτα από όλα θετικό, καθώς υπάρχει πάντα η πιθανότητα να εμφανιστούν
νέοι δημιουργοί που θα έχουν κάτι ενδιαφέρον ή σημαντικό να συνεισφέρουν στη λογοτεχνία. Ωστόσο, η κατάσταση με αρκετούς εκδοτικούς οίκους που
για ένα ορισμένο χρηματικό ποσό αναλαμβάνουν να εκδώσουν σχεδόν οποιοδήποτε χειρόγραφο, άσχετα από τη λογοτεχνική του ποιότητα, δεν ωφελεί ούτε την ελληνική λογοτεχνία ούτε το αναγνωστικό κοινό που ορισμένες φορές δεν καταφέρνει μέσα από όλη αυτή την υπερπροσφορά να διακρίνει σε ποια βιβλία αξίζει πραγματικά να επενδύσει τα χρήματα και τον
χρόνο του. Για αυτό έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος της κριτικής που μπορεί να εντοπίσει τα αξιόλογα βιβλία, και στη συνέχεια να επισημάνει και να αναλύσει τις αρετές τους προς όφελος του αναγνωστικού κοινού, αλλά και των ίδιων των δημιουργών.

Ποιο βιβλίο διαβάσατε πρόσφατα και σας εντυπωσίασε;

Διαβάζω αυτές τις μέρες το βιβλίο Έρωτας και Εξορία (ΔΩΜΑ) το πρώτο μέρος της αυτοβιογραφικής τριλογίας του Ισαάκ Μπασέβιτς Σίνγκερ, όπου ο συγγραφέας αναμιγνύει με εξαιρετικό τρόπο αληθινά συμβάντα και μυθοπλασία.

Ποια αξία Θεωρείτε υπέρτατη;

Την ειλικρίνεια απέναντι στους άλλους μα και απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό. Αναγνωρίζω ότι δεν είναι πάντα εύκολο να αντιμετωπίσει κανείς την αλήθεια, χρειάζεται γενναιότητα για να αποδεχθούμε κάποια «σκοτεινά» σημεία που εντοπίζουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους ειδικά όταν επηρεάζουν και τη δική μας ζωή. Η οδός της ειλικρίνειας αποτελεί, ωστόσο, τον μόνο τρόπο για να κατακτήσουμε την αυτογνωσία και να έχουμε βαθιές ουσιαστικές σχέσεις. Μην ξεχνάμε, όμως, ότι μπορεί το φως της αλήθειας να εξαγνίζει και να επιφέρει την κάθαρση, ωστόσο, υπάρχει πάντα μια κατάλληλη στιγμή για να ειπωθούν δύσκολες αλήθειες, αλλιώς το αποτέλεσμα αντί για λυτρωτικό θα είναι μάλλον τραυματικό.

Ασχολείστε με τη συγγραφή ή έκδοση κάποιου νέου βιβλίου;

Αυτή την περίοδο διαβάζω δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα, ενώ παράλληλα επεξεργάζομαι κάποια θέματα που θα μπορούσαν να γίνουν η βάση για το επόμενο μυθιστόρημα ή την επόμενη νουβέλα μου. Ίσως φανεί περίεργο σε κάποιους, αλλά αυτό είναι για μένα το πρωταρχικό στάδιο συγγραφής ενός βιβλίου και οφείλω να πω ότι είναι διανοητικά ιδιαίτερα γόνιμο.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ

FRACTAL 26/10/2022

Ρίχνοντας φως στα σκοτεινά κάθε διαδρομής

Με στρωτή και εύληπτη αφηγηματική απόδοση η συγγραφέας καταθέτει 17 διηγήματα κοινωνικού χαρακτήρα για τις διαπροσωπικές σχέσεις ανάμεσα σε ανθρώπους που ταλανίζονται να βρουν μια θέση στη ζωή που θα τους ολοκληρώνει, τουλάχιστον, συναισθηματικά.

Η συγγραφέας ως καλός τεχνίτης του λόγου σκιαγραφεί με ευφάνταστο τρόπο τους χαρακτήρες του βιβλίου. Σαν νυστέρι η γραφίδα της χάνεται βαθιά στους μύχιους κόσμους τους. Ρίχνει φως στα σκοτεινά σημεία της διαδρομής τους.

Όσα μας ιστορεί η συγγραφέας δεν έχουν την αξίωση μόνο να εκφραστούν με ύφος λογοτεχνικό, ότι είναι βαθυστόχαστα ή πρωτότυπα, αλλά να καταδείξει με την δική της ματιά την ανθρώπινη πλευρά τους καθώς και από τα 17 διηγήματα ο αναγνώστης τα δέχεται ως κοινό τόπο στην επιφάνεια της συνείδησης του.

Η συγγραφέας φέρνει στην επιφάνεια τα βασανιστικά διλήμματα της ψυχικής συσσώρευσης των μεταβαλλόμενων συνθηκών στις ανθρώπινες σχέσεις. Φαινομενικά δείχνουν απλές ιστορίες, όμως η Στάμου, με την άλλη της ιδιότητα ως ψυχολόγου σκιαγραφεί τους χαρακτήρες με λεπτότητα. Εγγίζει με εσωτερικό ρυθμό το πρόβλημα της μοναξιάς, που επιφέρουν η ουσιαστική έλλειψη αγάπης και ο καταπιεσμένος σεξουαλισμός. Με υπεύθυνη και δυναμική εμβάθυνση ψυχογραφεί κάθε τους πρόθεση διεισδύοντας με ακόμη περισσότερη οξυδέρκεια στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης τους.

Όσο διαβάζεις ανακαλύπτεις πως σε κάθε ιστορία δεν υπάρχει το στοιχείο μιας απλής αφήγησης, αλλά συμπορεύεσαι με τους εκάστοτε ήρωες καθώς είναι δημιουργημένοι με τόση αλήθεια που σε κάνουν κοινωνώ των πράξεων και των παθών τους.

17 ολοκληρωμένα αφηγηματικά διηγήματα με αληθινούς διαλόγους που έπλασε, η Εύα Στάμου, με το δικό της ξεχωριστό νατουραλιστικό ύφος για τις συμπεριφορές τους οι οποίες προκύπτουν από τους παράγοντες της κληρονομικότητας του περιβάλλοντος, του χώρου, του τόπου και της πίεσης της στιγμής, με αποτέλεσμα οι ήρωες της να παρουσιάζονται ως άτομα που δρουν με βάση τα εσωτερικά τους ένστικτα κυρίως υπό την επίδραση των κοινωνικών, συναισθηματικών και οικονομικών συνθηκών.

Όμορφες περιγραφές που γενούν εικόνες του παρόντος χώρου και χρόνου, απλών ανθρώπων που γράφουν τη δική τους προσωπική πορεία

Ελκυστική απόδοση, διηγήματα που ξεχωρίζουν για την υπερβολικά λεπτομερή τους πραγματικότητα, ακόμα και σε σκηνές ιδιαίτερα ψυχαναγκαστικά βίαιες και συχνά απρόσμενες και ανατρεπτικές στις οποίες συχνά ο ήρωας ή ηρωίδα συνήθως οδηγούνται ως και στον ψυχικό αφανισμό τους.

Όλοι χαρακτήρες, του βιβλίου είναι άνθρωποι απλοί, καθημερινοί, άνθρωποι που μετράνε πως έχουν κατανοήσει σε βάθος τις πολλαπλές πραγματικότητες της ζωής και πρέπει να διαθέτουν ιδιαίτερο θάρρος για να δουν τη σκιά τους. Γιατί όποιος περιφρονεί τους κανόνες εκφράζοντας κάθετα τις ιδέες του δεν επιδεικνύει μόνο την εσωτερική του επιτηδειότητα, αλλά και τη σκιά του. Χρειάζεται να έχουν θάρρος για να ζήσουνε αληθινά και άρα να αφήσουν τον εαυτό τους να εκτεθεί σε επιθέσεις όπως τα βρέφη που μόλις γεννηθούν δέχονται την επίθεση παθογόνων παραγόντων. Πρέπει να δέχονται την επίθεση παθογενειών για να έχουνε την τόλμη να ζήσουνε συνειδητά και τη σκιά τους, αναγνωρίζοντας ότι έτσι η ζωή είναι πιο ολοκληρωμένη και πιο πλούσια.

Υπάρξεις που νιώθουν έρμαιο του εαυτού τους σημαίνει πως έχουν καταλάβει ότι τίποτε δεν μπορεί πια να τους προστατέψει, αλλά και ότι έχουν αρχίσει να βρίσκουν την προσωπική αυτονομία που είναι το μυστικό και η ουσία μιας ανθρώπινης και ώριμη ζωής. Την εγκατάλειψη τη νιώθουν όχι μόνο όταν είναι ερωτευμένοι, αλλά και όταν εμπιστεύονται τον εαυτό τους σε χέρια άλλων που θεωρούνται πιο ισχυροί. Αυτό είναι κάτι αρκετά αποκαλυπτικό αφού είναι αυθόρμητη μέσα τους η τάση να πιστέψουν πως ένα ισχυρό άτομο ξέρει να χειριστεί θετικά τη ζωή τους. Πρόκειται όμως για ψευδαίσθηση, γιατί εμπιστευόμενοι τον εαυτό τους σε χέρια άλλων εκτίθενται και γίνονται τρωτοί.

Η πιθανή σύγκρουση στη σχέση ανάμεσά τους ως μεμονωμένα ανθρώπινα όντα με προσωπική ιστορία, έχουν πολλές περισσότερες πιθανότητες να γευτούν την απώλεια και να νιώσουν εντελώς άοπλοι. Δεν μπορούν να αντισταθούν και κινδυνεύουν να ηττηθούν. Αυτή η αίσθηση προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι οι προσωπικές τους εμπειρίες αντλούν το νόημά τους από το ειδικό εσωτερικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίστηκαν και ως εκ τούτου δεν μπορούν να προστεθούν στις εμπειρίες των άλλων. Αυτό που συστηματικά παραγνωρίζεται στις σχέσεις τους είναι ακριβώς η προσωπική τους ιστορία. Η μοναδικότητα των χαρακτηριστικών τους γίνεται πταίσμα και αμφισβητούν ακριβώς αυτό που τους ανήκει, πράγμα που προκαλεί συγκρούσεις με τους άλλους.

Αν δεν αποδεχτούν και δεν υπηρετήσουν την πληρότητά τους, διαπράττουν ένα σοβαρό αμάρτημα απέναντι στον ίδιο τους τον εαυτό τους, ένα αμάρτημα που δεν θα συγχωρεθεί ποτέ. Η βασική ερώτηση που θα πρέπει να θέσουνε στον εαυτό τους για να κάνουνε έναν απολογισμό της ζωής τους είναι η εξής: έζησα σύμφωνα με αυτό που πραγματικά ήμουν; Στην πραγματικότητα δεν έζησα αυτό που ποθούσα γιατί δανείστηκα από άλλους ένα τρόπο ζωής που δεν ήταν δικός μου.

Σε αυτή την περίπτωση επαληθεύεται το γεγονός της απώλειας του εαυτού τους αν δεν συνειδητοποιήσουν ότι η σκιά η πιο κρυφή τους διάσταση εγκυμονεί κινδύνους. Δεν ξέρουν όμως μέχρι ποιου σημείου, δεν πρέπει να δεχτούν ότι τα ομορφότερα πράγματα που αποκτούν είναι εκείνα που στην αρχή τους τρομάζουν.

Ο Γκαίτε γράφει στο faust, ένα μέρος της δύναμης που θέλει πάντοτε το κακό και κάνει πάντοτε το καλό είναι σαν να συναντούν στο δρόμο τους το μέγιστο και να πρέπει να το κοιτάξουμε στο πρόσωπο με θάρρος.

Είναι αυτό που γεννάει από την πλευρά των άλλων μία σειρά δηλώσεων και επιθέσεων όταν αντιστέκονται στις συνήθειες τους, και να αντιλαμβάνονται τις επιμέρους πλευρές του εαυτού τους χρησιμοποιώντας τη μέθοδο που συνεπάγεται μία πορεία ολοκλήρωσης των πλευρών της σκιάς τους. Ο κίνδυνος που εμφανίζεται σε αυτή την περίπτωση ενεργοποιεί τη συνείδησή τους. Τη στιγμή που διεγείρουν μία ατομική και προσωπική διάσταση τους τούς διακατέχει μία ταραχή που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της ενοχής. Είναι σαν να νιώθουν ένοχοι που τα κατάφεραν εκεί που άλλοι απέτυχαν. Είναι εκείνο το απροσδιόριστο αίσθημα που τους συνοδεύει στη ζωή. Όταν συγκρίνουν τη δική τους ικανότητα με την εμπειρία εκείνων που τους επιβάλλονται.

«Η επίσκεψη», είναι ένα βιβλίο με κοινωνικό και ψυχολογικό χαρακτήρα για την υπαρξιακή διαδρομή και τη φαινομενική ζωή με τις απόκρυφες ανθρώπινες καταστάσεις. Είναι ένα πολύπλευρο βιβλίο που σκιαγραφεί ψυχογραφικά τους χαρακτήρες μέσα από τη σύγχρονη ηθογραφία.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΟΛ. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

FRACTAL 26/10/2022

Οι επιπτώσεις μιας επίσκεψης

Με το καινούργιο της βιβλίο διηγημάτων με τίτλο, «Η Επίσκεψη», η Εύα Στάμου διευρύνει τα όρια της πεζογραφικής της πορείας, προτάσσοντας περισσότερο ευδιάκριτα τις αρετές ενός αξιόλογου βιβλίου διηγημάτων. Η μικρή φόρμα, παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, δεδομένου ότι ο συγγραφέας πρέπει σε μικρή έκταση να κλιμακώσει το ενδιαφέρον άμεσα, χωρίς την άνεση που προσφέρει το μυθιστόρημα ή η νουβέλα. Στο μοντέρνο διήγημα – που είναι ακόμα συντομότερο από εκείνα του 19ου αιώνα, ή τα ηθογραφικά του 20ου αιώνα, όπου υπήρχε χώρος για ανάπτυξη (σύγκρουση – δράση), το βάρος πέφτει περισσότερο στη γλώσσα, στο πλαίσιο εκτύλιξης της ιστορίας και στην ανάλυση των χαρακτήρων. Γραμμένα σε σύγχρονο ύφος, τα διηγήματα της Εύας Στάμου, ποικίλουν ως προς την θεματολογία, το ύφος, ενώ σε μερικά από αυτά, το τέλος είναι απότομο χωρίς άμεσο ηθικό δίδαγμα. Η συγγραφέας επιτυγχάνει ουσιαστική ανάπτυξη των χαρακτήρων, πυκνή γραφή, οικονομία λόγου και όταν χρειάζεται οι διάλογοι είναι ουσιαστικοί. Έχοντας διαβάσει και τα προηγούμενα βιβλία της θα λέγαμε ότι επιτυγχάνει ένα ολοκληρωμένο αποτέλεσμα: Διηγήματα εύληπτα, υψηλής ποιοτικής στάθμης, χωρίς περιττολογίες και παλαιομοδίτικο διδακτισμό. Η θεματολογία της αγγίζει ένα ευρύ πεδίο με θέματα της ανθρώπινης φύσης με άμεσο τρόπο. Τα κείμενα της από την αρχή εντάσσουν τον αναγνώστη στο ανάλογο χωροχρονικό πλαίσιο, με λόγο που ρέει, χωρίς άκαμπτες κι ανούσιες περιγραφές.

Το πρωτογενές ερέθισμα για την δημιουργία των κείμενων μπορεί να είναι οτιδήποτε, η συγγραφέας εμπνέεται από τον μικρόκοσμο, διεισδύοντας με τις αναπτύξεις της ακόμα βαθύτερα στα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης. Με εξαιρετικό τρόπο αναπτύσσει την κεντρική ιδέα του αφηγήματος, και περιφερειακά ξεδιπλώνονται οι ανθρώπινες προκαταλήψεις, ιδεοληψίες η εμμονές. Η συγγραφέας έλκεται κυρίως από θέματα της μετανεωτερικής κοινωνίας: ρατσισμό, φεμινισμό, ομοφοβία, τα οποία όμως εντάσσει στον αφηγηματικό καμβά με αξιοθαύμαστη τεχνική.

Ωστόσο στο επίκεντρο παραμένει η όσο το δυνατόν καλύτερη ανάπλαση των χαρακτήρων των πρωταγωνιστών και η ανάδειξη του ανάλογου κοινωνικού θέματος. Ο καμβάς ύφανσης της ιστορίας είναι ελκυστικός και η συγγραφέας προσαρμόζει τις ιστορίες της είτε στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό με την ίδια επιτυχία προσαρμογής.

Στην κοινωνία της ρευστότητας όπως αναφέρει ο Ζίγκμουντ Μπάουμαν και καθρεφτίζει στα κείμενα της η Στάμου, τα άτομα επιβιώνουν μέσα από την λεγόμενη «ελεύθερη επιλογή», η οποία είναι απόρροια συνεχών μεταβαλλόμενων συνθηκών σε όλο το κοινωνικό πλαίσιο. Η ρευστοποίηση των σχέσεων σε όλα τα επίπεδα επαγγελματικά , κοινωνικά, ερωτικά, αντανακλούν σχέσεις τσέπης και έλλειψη βάθους, με τον ρομαντικό έρωτα να αποτελεί παρελθόν. Η επικράτηση του διαδικτύου και η ψευδαίσθηση μια μόνιμης «καλύτερης επιλογής», οδηγούν σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδέσμευση από συμβάσεις και κανόνες με το σεξ να αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της καταναλωτικής μετανεωτερικής κοινωνίας. Αυτός ο εκφυλισμός των ανθρώπινων δεσμών και σχέσεων, οδηγεί σε μετανεωτερικές οχλοκρατικές κραυγές, κινημάτων, που δήθεν αναζητούν «ισότητα» σε προβλήματα – όπως ο ρατσισμός ή η ομοφοβία – που δεν επιδέχονται τοπικιστικές λύσεις λόγω της παγκοσμιότητας του χαρακτήρα τους. Η συγγραφέας μέσα από τους χαρακτήρες των ηρώων, ενίοτε διαταραγμένων, αρέσκεται να περιγράφει αυτή την πραγματικότητα με εξαιρετικό τρόπο.

Στο διήγημα «Ο Άγγλος», η Στάμου με εξαιρετικό τρόπο αναδεικνύει τον φαύλο κύκλο των σύγχρονων ερωτικών σχέσεων και τα λεπτά όρια που χωρίζουν την συναίνεση από την παρενόχληση. Ο άντρας που άλλοι καλούσαν , «Έλληνα», άλλοι «Γάλλο» και άλλοι «Άγγλο» αποτελεί τυπικό δείγμα σύγχρονης σύγχυσης ταυτότητας. Αυτή η δυσκολία αφομοίωσης της διαφορετικότητας από τους τοπικούς πληθυσμούς, κάποιες φορές οδηγεί σε μεγάλες εσωτερικές συγκρούσεις. Στο διήγημα ο ήρωας αισθάνεται ότι πέφτει θύμα μια υστερικής γυναίκας με αποτέλεσμα να χάσει κι εκείνος τον έλεγχο.

Στο «Ελλάδα – Αλβανία» γίνεται λεπτή αναφορά στο θέμα του υποσυνείδητου ρατσισμού, όταν η μεγαλοκυρία, αφού συνευρέθηκε με έναν άντρα αλβανικής καταγωγής, κατόπιν τον απέρριψε υποτιμώντας τον ακριβώς γι αυτή του την καταγωγή, η οποία σε πρωτογενές επίπεδο δεν την ενοχλούσε. Είναι σαφής ο υπαινικτικός τόνος για πολλούς ανθρώπους της καθημερινότητας, που ενώ πρωταρχικά, είναι ανεκτικοί ή δεκτικοί με πολλά πράγματα (στη θεωρία), όταν όμως ερεθιστεί κάποια ευαίσθητη χορδή τους, αφήνουν τις πραγματικές πεποιθήσεις τους να ξεχειλίσουν.

Σε άλλα διηγήματα όπως οι «Γλυκές γεύσεις», η συγγραφέας φλερτάρει με το crime fiction, ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη. Η εσωτερική ένταση που ενυπάρχει σε μια σχέση περιγράφεται αριστοτεχνικά, όταν η Στάμου κατορθώνει να προσδώσει στις διάφορες πτυχώσεις της ψυχικής συσσώρευσης, εκείνα τα υπαινικτικά στοιχεία που καθηλώνουν τον αναγνώστη.

Στις «Κούκλες» μέσα σε λίγες σελίδες η συγγραφέας ξεδιπλώνει το ψυχογράφημα μιας διαταραγμένης προσωπικότητας, σε πρώτο ενικό, όπου η «κούκλα», αποτελεί τη βάση διασάλευσης της ψυχικής ισορροπίας. Το υποσυνείδητο της ηρωίδας, λαθεμένα προγραμματισμένο από την παιδική ηλικία οδηγεί σε μια ενηλικίωση απομόνωσης, αποξένωσης και βουλιμίας, χωρίς να διαφαίνεται τρόπος επιστροφής.

Στο ομότιτλο με το βιβλίο διήγημα «Η επίσκεψη», η Στάμου μεταφέρει ένα γοτθικό εφιάλτη, με μεταφυσικό υπόβαθρο, στη σύγχρονη εποχή. Ο αφηγητής αν και νεκρός σωματικά, διηγείται την ιστορία, μέσω μιας ζώσας συνείδησης περιγράφοντας με λεπτομέρεια, όχι μόνο τον χώρο αλλά και την επίσκεψη που δέχεται. Ο τρόπος, με τον οποίο διαχέεται το συναίσθημα του ότι ο άνθρωπος δεν είναι το σώμα του, αλλά κάτι «άλλο», είναι αριστοτεχνικός. Ο αναγνώστης αισθάνεται την αλληλεπίδραση με την: Επίγνωση, Ψυχή, Συνείδηση, όπως και να το ονοματίσει κανείς, ανάλογα την θρησκευτική, ή φιλοσοφική προσέγγιση του. Είναι το καλύτερο διήγημα του βιβλίου.

«Αν γινόταν θα της έλεγα πως αυτό το πράγμα που βλέπει είναι μια σκιά, ένα άδειο κουφάρι, δεν είμαι εγώ. Αυτό που βλέπει η ξένη είναι ένα φάντασμα, μια οπτασία. Το κορμί μου λειώνει αργά και λυτρωτικά. Ακούω ακόμα τους ζωντανούς, αυτούς που δεν μπορούν ν’ απαγκιστρωθούν από μένα. Γύρνα κοντά μου, λέει η μάνα μου, είναι πολύ νωρίς ακόμα για να συναντήσεις τον πατέρα σου, είναι ακόμα κορίτσι, η ζωή είναι μπροστά σου. Πως γίνεται η ζωή να είναι μπροστά μου αφού είμαι εδώ και μέρες πεθαμένη, χωρίς ανάγκες, δίχως όνειρα κι επιθυμίες; Το κορμί μου έχει στραγγίσει από τους χυμούς του, το κοιτάζω από ψηλά τακτοποιημένο στο νεκροκρέβατο, κι είναι σαν να παρατηρώ μια κούκλα, ένα ομοίωμα χωρίς πνοή που πήρε τη θέση μου».

Η κατάληξη του αφηγήματος είναι ανατρεπτική σε ότι αφορά το τι πραγματικά έχει διαδραματιστεί, Η παραδοξότητα: ζωντανός/νεκρός, κορυφώνεται στην τελευταία παράγραφο αφήνοντας με ερωτηματικό τον αναγνώστη.

Στο διήγημα η «Νικοτίνη», η σφοδρότητα των εσωτερικών συγκρούσεων και η ασυνείδητη προβολή του αναγνώστη στον δικό του μικρόκοσμο είναι που καθιστά το διήγημα ενδιαφέρον. Η διττότητα, «οικογένεια – μοναχικότητα», αναδεικνύεται μέσα από τον εσωτερικό μονόλογο του ήρωα ο οποίος παρόλο που απολαμβάνει το να είναι μόνος, εν τούτοις κατέστησε τον εαυτό του θύμα, του κοινωνικού προγραμματισμού κάνοντας οικογένεια. Από την άλλη προσπαθεί, να κρατήσει απεγνωσμένα την μάσκα του καθωσπρεπισμού, γιατί ένας σωστός καπετάνιος, δεν πρέπει να φαίνεται ευάλωτος στο πλήρωμα.

Οι ήρωες της Εύας Στάμου, σε όλα της τα βιβλία είναι διαφορετικοί. Η συγγραφέας δεν έχει μανιέρα στο χτίσιμο των χαρακτήρων, οι οποίοι φαντάζουν ζωντανοί, ενίοτε αλλόκοτοι, η παράξενοι κάποιοι απ αυτούς και ταυτόχρονα καθημερινοί. Οι καταστάσεις στις οποίες κινούνται, είναι που τους μεταμορφώνουν με βάση το υποσυνείδητο αίσθημα του φόβου. Η συγγραφέας δεν εξιδανικεύει σε απόλυτα καλούς ή απόλυτα κακούς, οι ήρωες της είναι ευάλωτοι σε όλα εκείνα τα στοιχεία που ταλανίζουν τους περισσότερους ανθρώπους, έρωτας, φθορά, πόνος, βασανιστικά διλήμματα. Οι εσωτερικές συγκρούσεις, που δημιουργούνται, είναι ρεαλιστικές, ασχέτως της θεματικής του κάθε κειμένου.

Η ανεπιτήδευτη γλώσσα της η οποία ενίοτε προσομοιάζει με τον προφορικό λόγο, καθιστά την γραφή της περισσότερο πειστική. Σε αρκετές δε περιπτώσεις η συγγραφέας προσδίδει στο κείμενο την ενάργεια ενός θεατρικού μονόπρακτου. Η στρωτή λοιπόν γλώσσα, μέσα από μια συμπυκνωμένη γραφή κι ένας λεπτός εσωτερικός ρυθμός, καθιστά τη γραφή της ελκυστική, μέσα από μια πολυθεματικότητα που κινείται από το ψυχογράφημα στην σύγχρονη ηθογραφία και το θρίλερ. Η παρουσία της στα γράμματα είναι διαρκής και ανοδική, είναι ένα ανήσυχο πνεύμα που διαρκώς εξελίσσεται.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ B. ΜΠΟΥΡΑΣ

FRACTAL 12/10/2022

«Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]»

Με την γνωστή της ψυχογραφική διεισδυτικότητα, η παθιασμένη με την γραφή και θεατρόφιλος Διδάκτωρ Ψυχολογίας αναζητεί τον δρόμο που γίνεται συντομότερη η τομή προς το υποσυνείδητο, πάντοτε επώδυνη. Η κρυμμένη ειρωνεία, χαρακτηριστικό στοιχείο τής γραφής της, προϋποθέτει γνώση αλλά και απομυθοποίηση τής συνήθους ανθρωπίνης καταστάσεως. Θέλει κότσια και νοητικά εργαλεία για να μπορείς να γράφεις τόσο αποστασιοποιημένη από το θυμικό σου σώμα. Η συγγραφέας λειτουργεί σαν θεατής και κριτικός των σκηνών που περιγράφει επιτυγχάνοντας μια κάποιου είδους ψυχοδραματική αναπαράσταση. Νιώθεις πως το αυθεντικό, το πρωτότυπο τοπίο τής έμπνευσής της το βλέπει μόνον εκείνη. Κι εκεί ακριβώς έγκειται η γοητεία τής λογοτεχνικής της περιπέτειας.

Αληθοφανείς ιστορίες, σαν βγαλμένες μέσα από τη ζωή, συρραφή επεισοδίων, αναστροφή καλωδίων, δημιουργία νέων συνάψεων στον εγκέφαλο τού αναγνώστη, οι νευρώνες αναστατώνονται με μια υπολογισμένη ψυχρότητα σχεδόν χειρουργική, η λογοτεχνικότητα ελλοχεύει στο ύφος κι όχι στη γλώσσα, τα πάντα φωτίζονται πλατιά με έναν γαλακτώδη ήλιο που κατακυριεύει το σύμπαν απομυθοποιώντας το.

Ακριβώς εδώ έγκειται το αφηγηματικό μυστικό τής δεινής πεζογράφου και ερευνήτριας: μιλάει απλά, κατανοητά, «στρογγυλά», στέρεα και περιμένει από τον άλλον να συνδημιουργήσει το απαραίτητο εκείνο φαντασιακό πεδίο πάνω στο οποίο θα ξεδιπλώσει τα όνειρά του.

Αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώνει ως θεατής τις ψηφίδες που θα απεικονίσουν το δικό του ψυχόδραμα στην λευκή οθόνη τού αφηγητή.

Είναι κι αυτή μια μέθοδος μαιευτική που δεν εξαρτάται από ρεύματα και σχολές, δεν θυμίζει τίποτα. Είναι μια μέθοδος «ανακριτική» σχεδόν που αφήνεις τον άλλον μετέωρο στο λογικό κενό και περιμένεις να σπάσει, να καεί, να θρυμματιστεί σε χιλιάδες κομμάτια.

Δεν ξέρω κατά πόσον αυτό μπορεί να θεωρηθεί νοητική (ή και ψυχοσωματικό) «βασανιστήριο» είναι όμως ένα δοκιμασμένο εργαλείο να ανοίγεις τις ψυχές των άλλων σαν στρείδι με το πρόσχημα τής αφήγησης μιας «ιστορίας», που λειτουργεί ως πέπλο καπνού πάνω από την ηλιόλουστη αποτυχία τής καθημερινότητας να μας συναρπάσει. Αυτό ακριβώς διεκτραγωδεί από βιβλίου εις βιβλίον η απαρόμοιαστη συγγραφέας που κυριολεκτικά συν-γράφει με τους αναγνώστες της την δική της μοναχική πορεία στα Γράμματα, που δεν έχει καταστεί ακόμη κατανοητή, αφού δεν ακολουθεί πεπατημένες οδούς και δρόμους πολυσύχναστους. Ακολουθεί την δική της ατραπό, όπου παρασύρει – σαν Κρίκη – τα υποψήφια θύματά της και τους απελευθερώνει από τον οπό τής πίκρας του.

Μπορεί να κυλούν γρήγορα οι σελίδες, να διευκολύνεται η ανάγνωση, σου μένει όμως χρόνια μετά η θύμηση τής ανάγνωσης (ο τόπος, ο χρόνος, οι συνθήκες, τα συνθήματα, τα μεταισθήματα). Δεν είναι λίγο κι αυτό ως μετείκασμα μιας εποχής μάλλον βιαστικής αποτετανωμένης σε στάσεις και πόζες που δεν αναπαράγουν τις μορφές αλλά τις αποκρυσταλλώνουν.

Μιλάω ίσως αφηρημένα και «ποιητικά» εδώ, όχι γιατί σ’ αυτό με οδηγεί – ως αντίδραση – η ανάγνωση τού πρωτοτύπου αυτού συμπιλήματος αφηγήσεων, αλλά ίσως γιατί αυτό τούτο το σύν-εργο μού υποβάλλει ανάλογες τακτικές και τεχνικές προσομοίωσης μετάδοσης τού νοήματος ως διαμεσολαβημένο αίσθημα, ανοικτό σε υποχωρήσεις παλαιού τύπου, που οδηγούν όμως σε καινούργιες μορφές, κρυστάλλινες και ξεκάθαρες.

Απαιτεί έρευνα αυτή η ηθελημένη απλότητα. Είναι το πιο δύσκολο πράγμα στον κόσμο. Και προϋποθέτει κατοχή των εκφραστικών μέσων, που μόνον η επίπονη δουλειά μπορεί να εξασφαλίσει σε τόση διάρκεια εκτεταμένου χωροχρόνου.

Ιστορίες θαρρείς βγαλμένες μέσα από την ζωή, που δεν μιμούνται τη ζωή μήτε την αναπαράγουν, αλλά οδηγούν τον αναγνώστη σε σκέψεις έτσι ώστε να αναθεωρήσει τη δική του ζωή.

Σωκρατική μέθοδος αυτοβελτίωσης δια τής λογοτεχνίας. Πεζοθεραπεία [ας νεολογίσω]. Θέλει χρόνια να φτάσεις εκεί. Κι όταν φτάσεις είναι πια αρκετό, αν θέλεις να αγγίξεις τις ψυχές των άλλων ανθρώπων.

Διαμεσολαβημένη εμπειρία εμμέσως χρήσιμη και αμέσως μεταβολιζόμενη.

Η Εύα Στάμου είναι μοναδικό φαινόμενο στα Ελληνικά Γράμματα. Θα την κατανοήσουμε (και θα την εκτιμήσουμε ίσως όπως της αξίζει) μόλις την δούμε από ικανή και αναγκαία χρονική απόσταση. Το διάνυσμα τού χωροχρόνου δεν έχει ποτέ μία φορά (έξω από τις μη αντιστρεπτές βιοχημικές αντιδράσεις τού εγκεφάλου μας – ο ηλεκτρομαγνητισμός είναι περισσότερον ελεύθερος και «σφαιρικός»).

Με αυτά και με τούτα τα σιβυλλικά κλείνω κι ετούτη την βιβλιοκρισία, που ακόμα κι αν θεωρηθεί ακρισία δεν είναι ουδέποτε λυσιτελής αδιακρισία.

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

FRACTAL 09/11/2022

Ακρίβεια και θεραπευτική τέχνη

«Είχε καταλάβει σε νεαρή ηλικία ότι η ζωή δεν ήταν παρά μια σειρά από απώλειες. Πριν βυθιστείς στην ανυπαρξία έχανες σταδιακά όλα όσα είχες αγαπήσει, όχι μόνο ανθρώπους που είχαν καθορίσει το είναι σου, μα και ταλέντα, δυνάμεις, δεξιότητες, κάποιες φορές ακόμα και την ίδια σου τη μνήμη – στην περίπτωση αυτή έφευγες από τον κόσμο χωρίς να μπορείς να ξαναπαίξεις στο μυαλό σκηνές από την ταινία της ζωής σου». [Ανέπαφες συναλλαγές]

Με την μοναδικότητα του προσώπου και με την ψυχολογική οξυδέρκεια της συγγραφέως, δεκαέξι περιστατικά ζωής καθημερινής που κατορθώνουν ωστόσο κάθε φορά να σε ξαφνιάζουν. Διατηρώντας όλο το απρόβλεπτο του χαρακτήρα του καθενός, τις συνθήκες πια μιας εντελώς νουάρ εποχής μέσα από την ανατόμο ματιά του ψυχολόγου και του συγγραφέα. Εξασφαλίζοντας διπλά τα οφέλη: την αθέατη πλευρά του δράματος κάθε φορά, την ακριβολόγο παρουσίασή του από μια συγγραφέα που κατορθώνει να κυριολεκτεί όσο πιο απλά γίνεται ακόμα κι όταν περιγράφει τα πιο σύνθετα των φαινομένων, ακόμα κι όταν χρειαστεί να περιγράψει την ψυχική κινούμενη άμμο των ηρώων.

Με αφάνταστη οικειότητα ακόμα και για τα πιο παράξενα και για τα πλέον σύνθετα, χαμηλόφωνα περιγράφοντας ακόμα και περιστατικά που κραυγάζουν. Απλά, όπως οφείλουν οι δεξιοτέχνες να μας μιλούν για τα σύνθετα. Με ήρωες κόρες, γυναίκες που επιμένουν, που επιθυμούν, που φαντασιώνονται, που εναντιώνονται με το περιβάλλον αλλά και με τη μάνα. Με συζύγους που πίνουν, που εγκαταλείπουν, που εγκαταλείπονται. Ιστορίες που συμβαίνουν δίπλα μας χωρίς να γίνονται αντιληπτές αλλά και σε Κέντρα Φιλοξενίας που αφορούν άλλους, ξένους σε μας. Η συγγραφέας γνωρίζοντας ωστόσο καλά την τοξίνη των λέξεων φροντίζει να περιγράφει ακριβολογώντας και αλαφροπατώντας σε ψυχές και συνειδήσεις που ζωντανεύει κυριολεκτικά στο χαρτί με ραφή έμπλεη κατανόησης και κατανοητή σα να ήταν θεραπευτική γάζα.

Στο πρώτο μέρος οι ιστορίες της «Γλυκές γεύσεις», «Κόσερ», «Ανέπαφες συναλλαγές», «Ελλάδα – Αλβανία», «Βροχερές μέρες», «Η τέλεια γυναίκα», «Οι κούκλες», «Χωρίς αποσκευές», κατορθώνουν να δημιουργούν οικειότητα και μια ζεστασιά, ακόμα και στα πιο ακραία.

Στο δεύτερο μέρος «Η κούρσα», «Η επίσκεψη», «Νικοτίνη», «Φαντάσματα», «Ο Άγγλος», «Η απόρριψη», «Το κόκκινο γιλέκο», «Αλκοολικός καιρός», φροντίζουν να μας γίνει κατανοητό το άγνωστο και το διαφορετικό, να το δούμε με επιείκεια και γιατί όχι, ακόμα και με αγάπη στο τέλος.

Η Εύα Στάμου για άλλη μια φορά, με την δική της ιδιαίτερη οξυδερκή ματιά αποκωδικοποιεί τις σχέσεις και τη ζωή, με αφήγηση ρεαλιστική και λεκτική ακρίβεια, εμμονή στην αποκαλυπτική λεπτομέρεια, (σε μια κίνηση μπορεί και να κρύβονται ή να κρίνονται όλα), γράφοντας αποκαλύπτει και την άλλη όψη στο κέντημα της ζωής, κατά συνέπεια και στον χαρακτήρα των δικών της ηρώων.

Διαθέτοντας στο έπακρον τις ιδιαίτερες συγγραφικές της ικανότητες: παρατήρηση, επιστημονική επάρκεια, πολιτική σκέψη, κοινωνική οξυδέρκεια, υπαρξιακό και φιλοσοφικό βάθος και αφηγηματική ικανότητα, κατορθώνει και παρουσιάζει καλειδοσκοπικά μια κατάσταση, έναν χαρακτήρα, ένα περιστατικό ζωής, ενώνοντας μοναδικά ψυχολογία και συγγραφική τέχνη.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.