ΕΡΙΝΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ

Η Έρινα Χαραλάμπους γεννήθηκε στη Πάφο το 1980 και ζει στη Λευκωσία.
Έχει εκδώσει δυο ποιητικές συλλογές:
ΤΑΥ, Είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν, (Θράκα, 2022)
Πλεκτάνη (Θράκα, 2020)

.

.

ΤΑΥ

ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ ΡΙΠΕΣ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ (2022)
Ι.

Πάνε δέκα χρόνια κιόλας
ατέρμονη αναμονή
για το κυριολεκτικά
ασύλληπτο

Βαθιά εισπνοή

II.

Με όλη τη δύναμη των πνευμόνων
εισπνέω βαθιά τη νύχτα
εκείνη του μήνα
που δεν είσαι εδώ
απαλλαγμένη από ενοχές
μίας πιθανής ύπαρξής σου
εκπνέω τον πόνο
της απίθανης σύλληψής σου
και γίνεται βάλσαμο
καπνός

X.

Κλίνω το γόνυ
το σπέρμα σου να φυλακίσω
μέχρι την τελευταία ρανίδα
τα σπλάχνα καίω να ποτίσω
αιώνια ίσως
αυτή τη φορά

XIII.

της μητέρας μου

Πέφτω στα πόδια σου
ανοίγω τα σκέλια σου
την τραχηλική σου τομή να αγγίξω
να κοινωνήσω τη γέννα σου θέλω
κι εσύ με τυλίγεις στα σπάργανα
και με βαφτίζεις θέλεις
δεν θέλεις
σιωπή

XVIII.

Όλη η αλήθεια του κόσμου με βρίσκει
οριζόντια στο κρεβάτι ώρες πρωινές
στριφογυρίζει κάτω από το στρώμα
περιπλέκεται ανάμεσα στα σεντόνι
στρέφεται απειλητικά προς το μαξιλάρι
πλησιάζει, στα αυτιά μου, φωνάζει
-μου φωνάζει-
μα το κορμί δεν λέει να υπακούσει
-πώς τρομάζει-
κι η μνήμη αρνείται πεισματικά
να την καταχωρίσει

Το φως της μέρας θαμμένη τη βρίσκει,
σ’ εκείνη τη βιτρίνα με τα βρεφικά
στη βάφτιση που πήγαμε, ανάμεσα στις θείες
στις μετάνοιες της γιαγιάς

XXII.

Ουλές σημάδια χαρακιές στο σώμα μου
φαιά ουσία περισσή
ξοδεύοντας αλόγιστα
αγόρασα ακριβά

Ουλές σημάδια χαρακιές στο σώμα μου
όπως τις λέξεις επί κεφαλής
θέτουν συντάκτες και υποτελείς
εκπόρνευσα διακριτικά

Ουλές σημάδια χαρακιές στο σώμα μου
από τα νύχια ως την κορυφή
κάθε δημόσια προβολή
παράταξη εκφυλιστική

Ουλές σημάδια χαρακιές
το σώμα μου εγώ όλα
όλα εγώ με μητρική στοργή
τα επουλώνω

ΕΝΑ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ

Τα βράδια κάνω επικίνδυνες δουλειές
διαβάζω την τάδε και το τάδε και την τάδε
ακούω ειδήσεις, μοιράζω αναρτήσεις-
οι λέξεις τραβήχτηκαν
αναρριχήθηκαν στα δώματα
ξεσκίστηκαν στη στέγη
αποτραβιούνται οι δοκοί
κάνουν να πέσουν
κάνουν να σπάσουν
να γκρεμοτσακιστούν
οι λέξεις θα φανερωθούν
-δεν τ’ άκουσες;-
-δεν διάβασες;-
-δεν είδες;-
οι θάλασσες ξεβράζουν πτώματα
όλου του κόσμου τα πηγάδια αναβλύζουν
μέσα από τα ποτάμια αναδίδονται φωνές
σπαράζουν οι γραμματικές
ακούς;

Τι τα θες, η ποίηση πια δε φτουράει
Κι έπειτα, έχει κάμποσες να κλάψουν
τη θλίψη της – τη θλίψη.

Ύστερα όμως -στ’ ορκίζομαι-
την Κόρη μου θα τη γεννήσω
μα δεν θα βγει σαν όλα τα παιδιά.
Η Κόρη μου -σαν ένα κρίνο-
θα έχει λεπτά, όμορφα χέρια
διάφανες κλειδώσεις
η Κόρη μου, κατά πώς φαίνεται,
θα υπογράφει τις ανακοινώσεις.

.

ΠΛΕΚΤΑΝΗ (2020)

ΑΔΙΑΚΡΙΤΩΣ

μέσα σου βυθίστηκα την ώρα της Σελήνης
χίλιους θαλάσσιους ελέφαντες
προσπέρασα Σειρήνες και χειμώνες
για πάντα τον βυθό φωτίζοντας
να κείτεται αντίκρισα
τον θάνατο του κόσμου.

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

Λιάζεται, της Κύπριδος το ζωικό βασίλειο
νωχελικά φυτοζωεί υπό το έλεος του νερού·
την ώρα που ένα κουφάρι έχιδνας συρίζει
όσο μια μύγα αδιάφορα σφυρίζει
πάνω από τα περιττώματα
του χθεσινού πανηγυριού.

Εντός κι εκτός τειχών ωρύεται τυφλό
υπόκωφα θρηνεί υπό το έλος του συρμού·
την ώρα που ο βόρτακος κοάζει
όσο ο κόρακας χαράζει
του θρήνου το τέλος
του καημού.

Κι εσύ, περνάς απέναντι,
στην άλλη όψη του Ήλιου·
μα είναι η μέρα όμορφη
το πρωινό μελτέμι δροσερό
και το τραγούδι των Σειρήνων
άκρως μυστήριο
ανηλεώς
γοητευτικό.

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ Ι

Σημαιοφόρος παρελαύνεις
εν πομπή και παρατάξει
παραστάτες μνημονεύουμε
την όψη σου-
παράσημο η
οπτική απάτη.

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ ΙΙ

Κι αν κατορθώσεις να σπάσεις τα δεσμά,
την πλάτη κι αν ποτέ ανασηκώσεις,
το βάρος της συνήθειας-
τη συνήθεια πώς να αποσείσεις;

ΒΟΥΝΙΟΥ ΚΑΤΑΒΑΣΙΣ

της Λουΐζας

Κύλησε η αλήθεια
και λύγισε το ψέμα
ανεπαισθήτως αν-
βούτηξε στο αίμα
αδιακρίτως αν-
έκοψε το ρέμα
το παραμύθι
της γενιάς
μας.

ΕΠΙΘΑΝΑΤΙΟΣ ΛΟΓΟΣ

Ήβραν τον παππούν μου έβαλες τα κλάματα κι από
τον λήθαργο με ξύπνησες απότομα εκείνο το πρωινό
του φθινοπώρου.

Για μια στιγμή με γέλασες, γελάστηκα πως βρέθηκε
ο άντρας της φωτογραφίας ζωντανός γελάστηκα πως
το παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι κρατημένη ίσια
στα μάτια μέσα μου βαθιά με κοίταζε.

Ωστόσο, εκείνο ακριβώς το δευτερόλεπτο του
φθινοπώρου τα μάτια της φωτογραφίας στα μάτια του
άντρα που είχα απέναντι μου ιδωμένα ανάποδα γύρισαν
ίσια να με κοιτάξουν
για τελευταία φορά
πώς σφράγισαν
τα πάντα.

ΑΝ ΕΧΕΙΣ TON ΘΕΟ ΣΟΥ

να τον πάρεις
να τον βάλεις στη θέση του
να του φορέσεις κορώνα τον αιθέρα
να του δώσεις για σκήπτρο τον αέρα
τις μύγες να διώχνει
να εξολοθρεύει τα αρθρόποδα.

Εδώ κάτω,
κάτω εδώ, να του πεις,
πήρε τη θέση του
θρονιάστηκε ο Διάβολος-
με τη Σελήνη φωτίζει
το μέσα μας
και τη σκιά ειρωνεύεται
το έξω μας.

0 Εωσφόρος, να του πεις,
βάζει στον Θάνατο φωτιά.

ΕΓΕΡΤΗΡΙΟ ΣΑΛΠΙΣΜΑ

0 ελέφαντας βρίσκεται, πάντα
μέσα στο δωμάτιο, το ξέρεις.

Είναι αλήθεια δύσκολο
να τον εκφέρεις-
αλλάζει αδιάκοπα
ονόματα και σχήματα:
υπερβατόν πολύπτωτον
ομοιόπτωτον και κυκλικόν
κυρίως αναφορικόν
αυτο-αναφορικόν κυρίως.

Ωστόσο,
ο ελέφαντας βρίσκεται πάντα
μέσα στο δωμάτιο, το ξέρεις.

Άλλωστε,
τις συντεταγμένες έχεις λάβει:
δέκα χιλιοστά κάτω από τη μύτη σου
μία βλεφαρίδα πέρα από τα μάτια σου
χίλια ντεσιμπέλ μέσα στα αυτιά σου
ο ελέφαντας σαλπίζει.

Είναι αλήθεια δύσκολο
το σάλπισμα να υποφέρεις
τον πολυώνυμο ελέφαντα
στη γλώσσα σου
αρνείσαι να προφέρεις
μα την αλήθεια όμως
πώς προσποιείσαι
πώς δεν ξέρεις;

Ο ελέφαντας βρίσκεται πάντα
μέσα στο δωμάτιο, τον ξέρεις.

ΘΑΛΑΣΣΟΤΑΡΑΧΗ

της Μ.

Είχες να ετοιμάσεις αποσκευές για τον γύρο του κόσμου.
Σήκωσες όλο το σπίτι – κορνίζες, αμύγδαλα κι όλο
το βάρος της ευθύνης.
Περπατήσαμε μαζί την προκυμαία.
Διένυσα αργά, κατανυκτικά τον προθάλαμο.
Βιαζόσουν να φτάσεις στο τέρμα-
στη δική σου αρχή ήν ο Λόγος.
Δεν σε έπαιρνε ο χρόνος.
Δεν με έπαιρναν οι λέξεις.
Κι είπε να πιάσει μια μπόρα μέσα μου,
έτσι όπως βούτηξες με τη βαλίτσα μέσα σου μαζί.
Ούτε που γύρισες να με κοιτάξεις.
Έτσι κι αλλιώς το γνώριζα,
μου το ’χες πει πολλές φορές
υπό άλλες διατάξεις:
από εδώ μέχρι την άλλη όψη
να κολυμπάμε μένουμε
μονάχοι
μονάχοι

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Κι αν γελιέσαι πως του κόσμου σύσσωμη
τη θλίψη εναπόθεσες στις λέξεις που
δεν έχεις, ιδέα δεν έχεις,
μικρό μου πυροτέχνημα.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΑΥ
ΕΙΚΟΣΙ ΟΚΤΩ ΡΙΠΕΣ
ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

ΝΕΟΝ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 18/6/2022

Ο ΣΠΑΡΑΓΜΟΣ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Με τη δεύτερη ποιητική της συλλογή που τιτλοφορείται ευφυώς ΤΑΥ, η Έρινα Χαραλάμπους διασταυρώνεται πιο τολμηρά και δυναμικά —σε σχέση πάντα με την πρώτη της συλλογή Πλεκτάνη (Θράκα 2020)— με την εναγώνια διεκδίκηση της έμφυλής της ταυτότητας, του νοήματος της ιστορίας, του διαλόγου με τη λογοτεχνική παράδοση (Έλενα Τουμαζή-Ρεμπελίνα, Τζένη Μαστοράκη, Ζωή Καρέλλη, Κλαρίσε Λισπέκτορ, Κάρολ Αν Ντάφυ κ.ά.) και, κυρίως, του βασανιστικού ερωτήματος: πώς ποιητικοποιείται η οντολογική ελευθερία. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα (α) της ασφυκτικής καταπίεσης της γυναικείας ύπαρξης και του γυναικείου ερωτισμού από μια αντρική μηχανή-κοινωνία, (β) της αυξάνουσας σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, (γ) της αίσθησης της εγγύτητας του θανάτου και (δ) της ποιητικής/σωματικής δυστοκίας/υπογονιμότητας συνδεδεμένης με μια τραυματική, αλλά και αναγεννητική για το γυναικείο σώμα και πνεύμα εμπειρία της γέννας, συνυπάρχουν αντιθετικά με ένα έντονο αίσθημα ερωτισμού και αιωνιότητας, καταδεικνύοντας έτσι μια ποίηση που γράφει μια γυναίκα, η οποία αντιστέκεται συνειδητά στις ανδροκρατούμενες συμβάσεις και έχει διαμορφώσει τη γραφή της όχι πάνω στις αρχές της εξομοίωσης με τον άνδρα, αλλά πάνω στη συνειδητοποίηση της διαφοράς της με αυτόν: «Είμαι γυναίκα. Γράφω με αυτό που είμαι» δηλώνει με παρρησία η Luce Irigaray· μιας γυναίκας που αρνείται πλέον µια δηµιουργία σιωπηλή ή ιδιωτική, και επιδιώκει να επαναδιατυπώσει από την οπτική του φύλου της τη σχέση μεταξύ κοινωνίας, καλλιτεχνικής δημιουργίας και κόσμου.

Δεν είναι τυχαίο, επομένως, το γεγονός ότι στη συλλογή σκιαγραφείται μια γυναικεία ποιητική προσωπογραφία, η οποία δομείται αντιστικτικά· από τη μια με πολλές σιωπές και υπονοούμενα, με άλογες, αποσπασματικές εικόνες και αυξημένη κατά περιοχές σκοτεινότητα, κι από την άλλη με ρητά, ενίοτε τολμηρά και ευθύβολα, αιρετικά σχόλια τα οποία συναρτώνται με το ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο φαίνεται να λειτουργεί ως μέγγενη που καταπνίγει τον γυναικείο λόγο και μύθο. Δραματική στον πυρήνα της, με ειλικρίνεια, επινοητική εικονοποιία και εκφραστική οικονομία, η Έρινα Χαραλάμπους αναζήτησε και πέτυχε ένα προσωπικό ύφος, για να αποδώσει τον ανυπότακτο αλλά και τραυματισμένο, γυναικείο, εσωτερικό της κόσμο. Και οι συγκεκριμένες συγγραφικές επιλογές δεν αποτελούν μόνο τρόπους αυτογνωσίας και επανακαθορισμού της γυναικείας φύσης και ταυτότητας, αλλά παράλληλα εγείρουν ουσιώδη ερωτήματα σχετικά με τις σχέσεις γυναικείας γραφής και λογοτεχνικής παράδοσης, προβάλλοντας (κυρίως μέσα από τη θηλυκοποίηση του αρσενικού) από τη μια τη βία και την καταπίεση που υφίσταται το γυναικείο ποιητικό υποκείμενο και από την άλλη τη φεμινιστική σημασία της βίας που προϋποθέτει το ίδιο γράψιμο της ποίησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο γυναικείος λόγος της Έρινας Χαραλάμπους δεν συνδέεται μόνο με τον κοινό φεμινιστικό τόπο τη γυναικείας φύσης-γραφής-τοκετού και τις πληθυντικές λειτουργίες του γυναικείου σώματος οι οποίες συγκρίνονται αντιθετικά με την εγωκεντρικότητα και την κυριαρχικότητα του άντρα, αλλά κυρίως και με το κυρίαρχο στη συλλογή βίωμα της υπογονιμότητας. Έχουμε, δηλαδή, στην πραγματικότητα μιαν αιμάσσουσα και μαχητική ποιητική πραγματεία της υπογονιμότητας ανδρός και γυναικός υπό τους όρους της γλώσσας, της γραφής και του φύλου. Μορφολογικά, επομένως, αυτή η δεσπόζουσα θεματική φωτίζεται με μια τολμηρή, αποσπασματική, σκοτεινή, εκφραστικά ομοιογενή και εν κινήσει επιθετική γραφή (βλ. ενδεικτικά τον υπότιτλο: «είκοσι οκτώ ριπές και ένα πολεμικό ανακοινωθέν»), η οποία καταδεικνύει την αδυναμία ελεύθερης έκφρασης της γυναικείας σεξουαλικότητας και απελευθέρωσης ενάντια πάντα στην πολιτική και κοινωνική ονοματοθεσία, καταπίεση και την καταστολή που επιβάλλει ο ανδρικός μύθος και νόμος. Η συλλογή, επομένως, παρά το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι κάθε άνθρωπος υπήρξε αρχικά μέσα σε ένα σώμα γυναίκας, συνυφαίνει τραυματικά και αποσπασματικά το τραυματικό βίωμα της υπογονιμότητας με τον βίαιο σπαραγμό της γυναικείας φύσης, του γυναικείου ερωτισμού και δημιουργικότητας, αλλά και με τη συνεχιζόμενη καταβαράθρωση της γυναίκας στο σκοτάδι της ιστορίας.

XXV.

Εξόν κι αν παραδίδεσαι δεσμούς να λύσουμε σκοπούς
να στήσουμε να τραγουδήσουμε για εσωτερικούς
αρσενικούς αδένες, εξόν κι αν παραδέχεσαι με λέξεις
ύαινες να ξεγελάσουμε την οπτική του σύμπαντος απ’
την αρχή να πλάσουμε τα νύχια βγάζοντας σπινθήρες
βάζοντας στη σκέψη και στις πένες,
η υπογονιμότητα —κυρίως αβάσταχτη—
παντού και πάντοτε θα είναι
μέλους θηλυκού.

XXVI.

Εναποθέτω τις λέξεις αθεόφοβη
πάνω στη μητρική μου γλώσσα
μα το όνομα του Πατρός και
του Αγίου Πνεύματος
τις καταδυναστεύει
εις τους αιώνας
των αιώνων
αμύν
ονται

ΧΧVΙΙ.

Ήθελες να σχεδιάσουμε μαζί
τον επόμενο αιώνα ήθελες
να κατεβούμε στις πλατείες
να φωνάξουμε στο κέντρο
να πετάξουμε τις φλέβες έξω
ήθελες να ενορχηστρώσουμε το άπειρο
να σώσουμε τα παιδιά από τις βάρκες
στην κόρη μας να μάθουμε κρυφτό
γη και ύδωρ στους αποδιωγμένους
ήθελες να δώσουμε χρησμό
μα εγώ, η άνθρωπος ζητούσα
μόνη το ξημέρωμα της νύχτας
σκεφτόμουν πώς
αν είναι δυνατό
τον Λόγο
τον Πατέρα
συν Αγία
Πνεύματη
να σκοτώσω
μέσα
μου

.

ΠΛΕΚΤΑΝΗ

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

FRACTAL 30/3/2021

«Να καθαρίσει ο τόπος»

Μετά την πρώτη και ίσως σιωπηλά αποκηρυγμένη πεζογραφική της απόπειρα Μ’ αγαπούς; (2010), η Έρινα Χαραλάμπους επανέρχεται με μιαν ωριμότερη ποιητική κατάθεση που τιτλοφορείται Πλεκτάνη (Θράκα 2020). Στα ολιγόστιχα, κατά βάση, όχι ποιητικά ισοϋψή κείμενα της ανά χείρας καλαίσθητης συλλογής πληθαίνουν οι εξομολογητικές στιγμές ενός ευαίσθητου ποιητικού εγώ που ασφυκτιά στο άξενο και διαβρωμένο κοινωνικοπολιτικό του περιβάλλον. Σε αρκετά, λοιπόν, ποιήματα του βιβλίου η κοινωνική περιθωριοποίηση, η εξαχρείωση των αισθημάτων, η κατανάλωση των σχέσεων, αλλά και η γενικότερη πολιτικοκοινωνική διαφθορά και αλλοτρίωση αποτελούν διάφορες εκδοχές της υπαρξιακής ερημιάς και του σύγχρονου παράλογου. Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα α) της διάψευσης των παιδικών-νεανικών ονείρων, β) των προσωπικών και συλλογικών αδιεξόδων της νέας γενιάς, γ) της σωματικής και ψυχολογικής φθοράς, δ) της πανταχού παρούσας ηθικής, πολιτικής, κοινωνικής και πνευματικής έκπτωσης-διαφθοράς και τέλος ε) το διαχρονικό δράμα του πολέμου, της τρομοκρατίας και της μετανάστευσης συνδέονται άρρηκτα στη συλλογή με μιαν επώδυνη βυθοσκόπηση στην αυστηρά ιδιωτική περιοχή του ποιητικού προσώπου· εκεί όπου κυριαρχούν η αίσθηση της μόνωσης, του θανάτου και της διάψευσης του έρωτα, που συνυφαίνονται με την αποτυχία του στίγματος της σύγχρονης κοινωνικής κατάστασης ή της συλλογικής ταυτότητας.

Εγκλωβισμένο, λοιπόν, σε μιαν απρόσωπη, επικίνδυνη πόλη και σε έναν αλλοτριωτικό, ανούσιο καταναλωτικό τρόπο ζωής, το ποιητικό υποκείμενο αντιδρά από τη μια ειρωνικά, καταγγέλλοντας πολιτικές καταστάσεις και κοινωνικές συμπεριφορές, ενώ από την άλλη συσπειρώνεται τραυματικά στον εαυτό του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ερμηνείας ο τίτλος της συλλογής Πλεκτάνη αποτελεί αφενός ένα ευθύ σχόλιο απέναντι στην πολιτική διαφθορά, τον καιροσκοπισμό και την κοινωνική αθλιότητα ενός κόσμου ανερμάτιστου και αφετέρου έναν αυτοσαρκαστικό-αυτοαναφορικό προβληματισμό απέναντι στην ίδια τη λειτουργία ενός ειρωνικού, καταγγελτικού, αλλά κενού στην ουσία, από οποιοδήποτε κοσμογονικό ή συνεκτικό όραμα, ποιητικού λόγου, ο οποίος επιχειρεί να σηκώσει το επιφανειακό πέπλο του καθωσπρεπισμού και του καταναλωτισμού και να φωτίσει την καταλυτική παρουσία της φθοράς και την κυρίαρχη στη συλλογή αίσθηση διαφθοράς και κοινωνικού αδιεξόδου. Και ίσως για τούτο, συνταιριάζοντας έναν ευθύ αναπαραστατικό λόγο με μιαν αυξημένη σκοτεινότητα, η ποιήτρια δεν επιχειρεί να συνθέσει μόνο ένα σπαρακτικό ατομικό ψυχογράφημα που κλονίζεται συνεχώς από τον υπαρξιακό φόβο του θανάτου, αλλά και μιαν εναγώνια κατάθεση για τη μοίρα του τόπου και του ανθρώπου γενικότερα.

Δεν είναι τυχαίο, επομένως το γεγονός ότι στη συλλογή, σκιαγραφείται μια γυναικεία ποιητική προσωπογραφία, η οποία δομείται αντιστικτικά· από τη μια με πολλές σιωπές και υπονοούμενα, με άλογες, αποσπασματικές εικόνες και αυξημένη κατά περιοχές σκοτεινότητα, κι από την άλλη με ρητά, ενίοτε τολμηρά και ευθύβολα, αιρετικά σχόλια. Όλα αυτά συναρτώνται, πάντως, με το ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον του ποιητικού υποκειμένου, το οποίο φαίνεται να λειτουργεί ως μέγγενη που καταπνίγει τον γυναικείο μύθο και τη διαφορετικότητα. Μέσα, λοιπόν, από τη σύγκρουση με τους αδίστακτους μηχανισμούς της πατριαρχικής λογοκρισίας και της διάχυτης κοινωνικής εξουσίας, με συνεχή ενδοσκόπηση και αναμόχλευση του βιώματος, αλλά και με τη συνεπακόλουθη ενοχικότητα των προσωπικών διαψεύσεων, η Έρινα Χαραλάμπους διασταυρώνεται με την εναγώνια αναζήτηση της έμφυλής της ταυτότητας, του νοήματος της ιστορίας, του διαλόγου με τη λογοτεχνική παράδοση και, κυρίως, του βασανιστικού ερωτήματος πώς ποιητικοποιείται η οντολογική ελευθερία.

Ο βιωματικός, πάντως, πυρήνας του βιβλίου, το γεγονός ότι στην ψυχοσυναισθηματική πηγή των περισσότερων ποιημάτων βρίσκεται αφενός η μόνιμη αγωνία της φθοράς και του θανάτου και αφετέρου ο καημός, η πίκρα, η απογοήτευση και η αγανάκτηση ενός νέου ανθρώπου-γυναίκας από την περιβάλλουσα κοινωνική εξουσία, αλλά και τη θεσμική διαφθορά, φαίνεται ότι προσδιόρισε και εν πολλοίς καθόρισε τις εκφραστικές επιλογές της ποιήτριας, η οποία επιστρατεύει στοιχεία και τεχνικές μιας αιρετικής γλώσσας. Από τον τίτλο του βιβλίου, εξάλλου, Πλεκτάνη διαφαίνεται η πρόθεσή της για παιγνιώδη και ανατρεπτικά σχόλια, καθώς από το έντονο λεκτικό παιχνίδι, την προκλητική γλώσσα και τον αυτοσχεδιασμό απορρέει η πικρή ειρωνεία, η αντισυμβατικότητα και ο μελαγχολικός σαρκασμός.

Πιο συγκεκριμένα, η δεσπόζουσα χιουμοριστική, ειρωνική ή σαρκαστική και ανατρεπτική διάθεση υποστηρίζεται τόσο γλωσσικά όσο και μορφολογικά∙ γλωσσικά επιτυγχάνεται με τη χρήση συμβόλων (π.χ. αλυσίδες, παραμύθι κ.ά.), με το (όχι πάντα αισθητικά λειτουργικό και επιτυχημένο κατά την άποψή μου) λεκτικό παιγνίδι (βλ. π.χ. τον τίτλο του ποιήματος «Λεσκωφία») και τέλος με μια προκλητική γλωσσική ετερομιξία η οποία δομείται αντιστικτικά (π.χ. υψηλό-χαμηλό, ιερό-ανίερο, προσωπικό-εθνικό και συλλογικό, πεζολογικό-λυρικό) και υποστηρίζεται από γλωσσικά ίχνη προφορικότητας, κυπριακής διαλέκτου, τεχνοκρατικού, δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου, αλλά και με διακειμενικές αναφορές ή ποιητικές συνομιλίες με τους Σεφέρη, Μόντη, Ρίτσο, Καβάφη, Χαραλαμπίδη, Ήβη Μελεάγρου κ.ά. Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό γλωσσικό μείγμα, είναι εμφανές, κατά την άποψή μου, ότι το μπόλιασμα του ποιητικού σώματος με ιδιωματικές λέξεις, η σποραδική, με άλλα λόγια, χρήση της διαλέκτου εντάσσεται οργανικά στη συνειδητή προσπάθεια της ποιήτριας να οικοδομήσει μιαν αιρετική, ανοίκεια και αντισυμβατική ποιητική γλώσσα, που να αντιμάχεται την τυποποίηση, τη σοβαροφάνεια και τον πουριτανισμό. Στο μορφολογικό από την άλλη επίπεδο, η αιρετική-αντισυμβατική διάθεση του βιβλίου υποστηρίζεται ενίοτε με ομοιοκαταληξίες-καλαμπούρια, με την αξιοποίηση του ελλοχεύοντος διφορούμενου, με ασυνήθιστους τρόπους κάλυψης συντακτικών θέσεων και στοίχισης του ποιήματος, με τον δημιουργικό συλλαβισμό των λέξεων, με τη χρήση μεταφορών, ακρωνυμίων, αντιστροφών, αναγραμματισμών, παύσεων, αποσπασματικότητας, αλληγοριών, συμβόλων και άλλων ρητορικών σχημάτων, πρωτίστως, όμως, με την ειρωνική, ανατρεπτική χρήση του λόγου.

Συνοψίζοντας, η ποιητική κατάθεση της Έρινας Χαραλάμπους Πλεκτάνη αποκαλύπτει μια νέα ποιήτρια που διαθέτει και ευαισθησία και ταλέντο. Επιμέρους ενστάσεις για αχώνευτα ποιητικά δάνεια, μια τάση για ευκολία όσον αφορά την ποιητική έκφραση και για ένα παρακινδυνευμένο λεκτικό παιγνίδι αυθορμητισμού που δεν λειτουργεί πάντα προς τη σωστή κατεύθυνση υπάρχουν και αποτελούν τα αρνητικά στοιχεία του βιβλίου. Ωστόσο, η συλλογή αυτή αποτελεί μιαν ειλικρινή και ενδιαφέρουσα κατάθεση, μια στέρεη κατά τη γνώμη μου βάση, η οποία μας αναγκάζει να περιμένουμε τη συνέχεια και την εξέλιξη της ποιητικής της.

ΒΟΥΝΙΟΥ ΚΑΤΑΒΑΣΙΣ

της Λουΐζας

Κύλησε η αλήθεια
και λύγισε το ψέμα
ανεπαισθήτως αν-
βούτηξε στο αίμα
αδιακρίτως αν-
έκοψε το ρέμα
το παραμύθι
της γενιάς
μας.

*

ΑΝ ΕΧΕΙΣ ΤΟΝ ΘΕΟ ΣΟΥ

να τον πάρεις
να τον βάλεις στη θέση του
να του φορέσεις κορώνα τον αιθέρα
να του δώσεις για σκήπτρο τον αέρα
τις μύγες να διώχνει
να εξολοθρεύει τα αρθρόποδα.
Εδώ κάτω,
κάτω εδώ, να του πεις,
πήρε τη θέση του
θρονιάστηκε ο Διάβολος―
με τη Σελήνη φωτίζει
το μέσα μας
και τη σκιά ειρωνεύεται
το έξω μας.
O Εωσφόρος, να του πεις,
βάζει στον Θάνατο φωτιά.

*

ΕΝΤΟΜΗ

Πάνω στην άθικτη χαρτοπετσέτα
κείτεται το κουφάρι μου
απομεινάρια και τα δυο
ανέλπιστης γιορτής·
ανεπαισθήτως αδιάκριτα
στο πίσω ράφι
στα έγκατα κρυμμένα
το φως προσμένοντας·
να λυτρωθούν
εν τόπω χλοερώ
να αναπαυθούνˑ
να καθαρίσει ο νους
να καθαρίσει ο νους σου
να καθαρίσει ο τόπος
από τα αρθρόποδα
και τις συνομοταξίες.

*

SOUL-D

Δεύτε τελευταίον ασπασμόν σύριξε εκκωφαντικά και
ανελέητα το γύρισμα του κλειδιού στην κάτω αυλή,
απόγευμα Παρασκευής. Το τελευταίο μετά από έντεκα χρόνια
ταξίδια μνήμης.

Δεν είναι για τη μηχανή τα δάκρυα και η θλίψη του
μαγιάτικου δειλινού· είναι που πουλήσαμε τη νιότη μας
για να εξαγοράσουμε το σώμα· είναι που ο χρόνος
συνοψίζεται στη στιγμή που τα βλέμματα την αλήθεια
κοιτάνε και βουρκώνουν ακόμα· είναι που ο Απρίλης
έφυγε, μα τα τριαντάφυλλα της κάτω αυλής αναδίνουν
θάνατο και χώμα.

.

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΘΡΑΚΑ 12/6/2021

Η «Πλεκτάνη» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή της Έρινας Χαραλάμπους. Είχε προηγηθεί το 2010 το πειραματικό βιβλίο εν είδει ημερολογιακού μυθιστορήματος «Μ’ αγαπούς;» (εκδ. Πολιτιστικός Σύνδεσμος Πάνθεον).

Αν και η πρώτη ποιητική της συλλογή, η ποιήτρια ξεχωρίζει για τον μεστό της στίχο. Βασική παράμετρος είναι η τραγωδία της Κύπρου και τα σημερινά τραγικά κοινωνικά αδιέξοδα, χωρίς να λείπουν ο ερωτισμός, η ποιητική πρόσληψη της καθημερινότητας και τα ποιήματα ποιητικής. Αφορμώμενη από την πολιτική κατάσταση και την τρέχουσα επικαιρότητα (“Λεσκωφία Ι”: «ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ-ΕΝΩΣΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΕΟΚΑ Β΄ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ ΟΧΙ ΝΑΙ ΣΑΝ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟΝ ΕΝ ΕΣΙΕΙ REFUGEES GO HOME»), αναποδογυρίζει τον καθρέφτη και τις λέξεις, αποκωδικοποιεί τον κυρίαρχο λόγο, αποδομεί και αποκαλύπτει τη γύμνια μας, την υποκρισία, την ψευτιά (“Λεσκωφία Ι”: «οι λέξεις [δεν]/κρύβουν την αλήθεια,/ […] ξεπετάγονται/[…] θρασύτατες φωνάζουν/[…] χλωμές σπαράζουν» και “Επιμνημόσυνος πόνος”: «ακροβατούν οι λέξεις πάνω/σε ερείπια πλατειάζουν/δεν μιλούν πια/με παραμύθια και παραβολές») την αδιαφορία, την «πλεκτάνη», ασκώντας ανελέητη κριτική στη συμπεριφορά μας, στην παρακμή και τη φθορά-διαφθορά, στην ανυποληψία της πολιτικής, «στη χώρα των γενναίων ψευδαισθήσεων» (“Σημεία πήξης”), των αντιφάσεων και της μεγαλοστομίας. Συνήθως το ποιητικό υποκείμενο απευθύνεται άλλοτε με ειρωνεία, άλλοτε με απογοήτευση και αγανάκτηση, στο δεύτερο πρόσωπο ενικού, προς τον αναγνώστη, δηλαδή όλους εμάς, τονίζοντας αυτή την υποκρισία, καθώς κωφεύουμε και αρνούμαστε να δούμε κατάματα την πραγματικότητα μέσα στη ραστώνη και την ευδαιμονία μας (“SOUL-D”: «πουλήσαμε τη νιότη μας για να εξαγοράσουμε το σώμα»).

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι, πέρα από την αποδόμηση της συμπεριφοράς μας, η λοξή ποιητική ματιά και η απομυθοποίηση (λόγω της κατάχρησής τους) των ποιητικών συμβόλων της κατοχής και του αγώνα όπως του Πενταδαχτύλου ή της ημικατεχόμενης, μοιρασμένης Λευκωσίας. Για τον σκοπό αυτό, η ποιήτρια συνομιλεί γόνιμα με μεγάλες μορφές της ποίησής μας (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Μόντης, Χαραλαμπίδης), αλλά και με έργα της κυπριακής πεζογραφίας (“Ανατολική Μεσόγειος” της Ήβης Μελεάγρου, “Το βουνί” της Λουίζας Παπαλοΐζου), τη μυθολογία, την κλασική και εκκλησιαστική γραμματεία.

Από την ποίηση της Έρινας Χαραλάμους δεν λείπουν οι πειραματισμοί, π.χ. ο απρόσμενος συνδυασμός λέξεων, προκειμένου να σχολιαστούν ποιητικά και κριτικά τα τεκταινόμενα. Η συχνή αντίθεση φως-σκοτάδι (Σελήνη-Ήλιος) και τα αρνητικά φορτισμένα ουσιαστικά (θάνατος, αλυσίδες, θρήνος, έχιδνα, αίμα, πτώματα, νεκροί, κουφάρι), περιγράφουν την περιρρέουσα ποιητική ατμόσφαιρα. Ωστόσο, δεν πρόκειται για κλειστή, σκοτεινή ποίηση, καθώς η λοξή ποιητική ματιά, το χιούμορ και η ειρωνεία «ελαφρύνουν» τη διάθεση του αναγνώστη, προκαλούν ενδιαφέρον και δικαιώνουν τις επιλογές της ποιήτριας. Και ακριβώς αυτή η ιδιαίτερη ματιά και η ειρωνεία, η κατάκτηση της προσωπικής φωνής, πιστοποιούν πως το στοίχημα της συλλογής κερδήθηκε.

Λεσκωφία Ι”

Είναι ένα βουνό. Ανάποδο, στέκει ανάμεσα σε πέντε δάχτυλα. Ακριβώς πάνω από το μεσαίο απαστράπτουσα σεληνιάζεται η Λεσκωφία˙

“Πενταδάκτυλος Ι”

Σημαιοφόρος παρελαύνεις
εν πομπή και παρατάξει
παραστάτες μνημονεύουμε
την όψη σου-
παράσημο η
οπτική απάτη

“Πενταδάκτυλος ΙΙ”

Κι αν κατορθώσεις να σπάσεις τα δεσμά,
την πλάτη κι αν ποτέ ανασηκώσεις,
το βάρος της συνήθειας-
τη συνήθεια πώς να αποσείσεις;

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 21/6/2021

Το πρώτο που με δελέασε στην ποίηση της Ερίνας Χαραλάμπους είναι η εύτολμη προσπάθειά της – από την πρώτη κιόλας ποιητική συλλογή – να αναπτύξει διακειμενικούς διαλόγους με προγενέστερους ομότεχνούς της, στο έργο των οποίων και προφανώς θήτευσε. Εκτιμώ ότι όλες οι συναφείς προσπάθειες της είναι αξιοπρεπείς και αξιοπρόσεκτες. Σε όλες τις περιπτώσεις, το έργο των προγενέστερων δημιουργών λειτουργεί ως ποιητικό ερέθισμα και το αποτέλεσμα μπορεί να χαρακτηριστεί ως επαρκές αισθητικό γύμνασμα.

Η πρωτοεμφανιζόμενη, τουλάχιστον εκδοτικά, ποιήτρια θέτει στόχους υψηλούς καθώς επικαλείται τον Καβάφη, τον Ρίτσο, το Σεφέρη, αλλά και τους ημέτερους Κυριάκο Χαραλαμπίδη και Παντελή Μηχανικό.

Αλλά, ας τα πάρουμε ένα ένα και με τη σειρά. Πρώτα η παρώδιση του Καβάφη, σίγουρα τολμηρή αλλά και ολίγον …«βλάσφημη»: «Ύστερα από τόσους αιώνες / πόση ιστορία σεληνιακής μαλάκυνσης [;] / ήδη θα το κατάλαβες / το ξέρεις πια οι αλυσίδες / τι σημαίνουν». (σελ. 13)

Η ποιήτρια συχνά ερωτοτροπεί και πειραματίζεται με τις λέξεις σ’ ένα παιγνιώδες γύμνασμα ποιητικής, δελεαστικό, όμορφο και ολόδροσο από φρεσκάδα και νιότη: «…τι κι αν οι λέξεις ξεπετάγονται μέσα από τα παρτέρια, τι κι αν θρασύτατες φωνάζουν μέσα από τα παντζούρια, τι κι αν χλωμές σπαράζουν μέσα από τα τούβλα εντός εκτός και επί ταυτά, εσύ κι η πόλη, η πόλη σου κι εσύ, σεληνιάζεστε επίμονα αμετανόητα απρόσκοπτα, στον βωμό [της αλήθειας] της Σελήνης». (σελ. 12)

Η Ε.Χ. μετέρχεται λόγο ειρωνικό, σαρκαστικό, χλευαστικό, ενίοτε και διαπομπευτικό: «Λιάζεται της Κυπρίδος το ζωικό βασίλειο / νωχελικά φυτοζωεί υπό το έλεος του του νερού∙ / την ώρα που ένα κουβάρι έχιδνας συρίζει / όσο μια μύγα αδιάφορα σφυρίζει / πάνω από τα περιττώματα / του χθεσινού πανηγυριού». (σελ. 15) Πέρα από τον πασιφανή ψόγο, είναι εμφανές – και όχι μόνο εδώ – ότι η ποιήτρια ελκύεται από τις παρηχήσεις και τις αξιοποιεί δεόντως.

Από την άλλη, η ειρωνεία και η ανατρεπτική διάθεση είναι διάχυτες παντού. Πχ στο ποίημα «Πενταδάκτυλος ΙΙ» διαβάζουμε: «Κι αν κατορθώσεις να σπάσεις τα δεσμά / την πλάτη κι αν ποτέ ανασηκώσεις, / το βάρος της συνήθειας – / τη συνήθεια πώς θα αποσείσεις;». (σελ. 17) Πέραν του σπέρματος της αμφισβήτησης, εδώ ιχνηλατείται κι ένας υποδόριος αλλά προφανής διακειμενικός διάλογος με τον Μόντη.

Η Ε.Χ. δεν συνομιλεί όμως μόνο με ποιητές. Το ποίημα της «Μονόδρομος» (σελ. 22) αφιερώνεται στη μνήμη της πρωτοποριακής πεζογράφου μας Ήβης Μελεάγρου και έχει ως κατακλείδα τους στίχους: «Ένα καντήλι μονάχα / σε τούτη τη γη / Ανατολική / και / Πένθιμη». Εδώ προφανώς η συνομιλία εστιάζεται στο μοντέρνο για την εποχή του αλλά και ως τις μέρες μας εμβληματικό μυθιστόρημα της Μελεάγρου «Ανατολική Μεσόγειος».

Η ποιήτρια δέχεται ερεθίσματα και από τη ζώσα πολιτικοκοινωνική επικαιρότητα. Και η προσέγγισή της παραμένει το ίδιο κριτική και καυστική: «οι πάλλευκες πρωτεύουσες ξεδιάντροπα / θα συνεχίσουν να τρομοκρατούνται / οι θάλασσες τους να ξεβράζουν πτώματα– ». (σελ. 25) Γενικά, στίχοι οργής και πίκρας απαντώνται διάσπαρτα μέσα στο ευσύνοπτο βιβλίο της Ε.Χ. που φέρει τίτλο «Πλεκτάνη».

Εκεί όπου η ποιήτρια οξύνει την πολιτική κριτική της, εκεί που ο ψόγος της θέλει να γίνει όσο πιο δριμύς γίνεται, εκεί που επιθυμεί το κατηγορητήριό της να ακουστεί όσο πιο στεντόρειο γίνεται, επιστρατεύει την κυπριακή διαλεκτό: «Είναι μια αρμαθιά λιμπούροι / στο αίθριο της Βουλής. / Κατέλαβαν συθέμελα το κτίριο / Αναρριχώνται στους ορόφους. / Στα δώματα τρυπώνουν ανεμπόδιστα, / πίσω από τα καλώδια, / μέσα από σωλήνες». (σελ. 30) Αυτή η πρακτική, οφείλω να παρατηρήσω, προσλαμβάνει διαστάσεις φαινομένου και απαντάται σε ολοένα και περισσότερους ποιητές των νεότερων γενιών που μετέρχονται λέξεις, φράσεις και εκφράσεις της κυπριακής διαλεκτού, προκειμένου να διερμηνεύσουν βαθιά συναισθήματα πόνου, συγκλονισμού, οργής ή αγάπης. Βρισκω αυτούς τους πειραματισμούς πολύ ενδιαφέροντες, κυρίως για τη φρεσκάδα και το ανεπιτήδευτο τους, αλλά και για τη χωριστή ιδιομορφία που παρουσιάζει ο καθένας από αυτούς.

Επιστρέφοντας στην Ε.Χ. θα έλεγα ότι γενικά η γραφή της είναι εύτολμη και πειραματική, χωρίς να ακολουθεί την πεπατημένη και τα εν πολλοίς εμπεδωμένα και «ασφαλή» ποιητικά σχήματα. Αξιοποιεί δε σωστά και με λειτουργική αφομοίωση όλο το υποδομικό υλικό του οποίου είναι κάτοχος μέσω των μελετημάτων της, τόσο από την εγχώρια όσο και από την πανελλήνια αλλά και τη διεθνή ποίηση.

Από τις καλύτερες στιγμές του βιβλίου θεωρώ τα ποιήματα «Σημεία πήξης» (σελ.31) και «Εγερτήριο σάλπισμα». (σελ. 32) Το πρώτο αναφέρεται στη στάση ζωής της δημιουργού του, με ευρηματικότητα και φαντασία, αξιοποιώντας τα σημεία στίξης. Το δεύτερο είναι ένα πλήρες, ένα ολοκληρωμένο ποίημα ενδοσκόπησης, βαθιάς εσωτερικότητας και ουσιαστικού νοήματος, με φιλοσοφικές απολήξεις.

Θέλω να ολοκληρώσω αυτή την παρουσίαση με το «Επίμετρο» της συλλογής που, κατά τη γνώμη μου, αποδεικνύει ότι η Ε.Χ. δεν γράφει τυχαία ποίηση, εκφράζοντας παράλληλα τη βεβαιότητα ότι θα ξαναδούμε εκδομένη δουλειά της, θα ξανακούσουμε γι’ αυτήν. Στο ολιγόστιχο αυτό ποίημα ανιχνεύουμε έναν αποσυμφορητικό, λυτρωτικό σαρκασμό, που αποτελεί από μόνος του εχέγγυο καλής συνέχειας: «Κι αν γελιέσαι πως του κόσμου σύσσωμη / τη θλίψη εναπόθεσες στις λέξεις που / δεν έχεις, ιδέα δεν έχεις, / μικρό μου πυροτέχνημα». (σελ. 43)

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΝΙΟΣ

Η ΑΛΗΘΕΙΑ 14/4/2021

Μου αρέσει να διαβάζω ποίηση τις βραδινές ώρες, καθώς το φεγγάρι
απλώνεται σαν έργο τέχνης. Όταν μάλιστα πέφτει και βροχή, νιώθω
ότι γίνομαι κι εγώ ένας στίχος: λίγο φωτεινός, λίγο σκοτεινός, λίγο αινιγματικός όπως, εξάλλου, είναι και η ζωή μας. Αυτή τη φορά, πάντως, η ήρεμη και θυελλώδης ταυτόχρονα ποίηση της Έρινας Χαραλάμπους με έκανε να φτερουγίσω. Ποίηση που αναδύεται από τα σωθικά της ψυχής.
Εκεί όπου στήνουν, τις πλείστες φορές, χορό τα αδιέξοδα. Είτε προσωπικά είναι, είτε συναισθηματικά, είτε υπαρξιακά, πρωτίστως υπαρξιακά θα έλεγα.
Μια υπόσχεση, λοιπόν, που έμεινε μετέωρη και ανεκπλήρωτη, μια βαλίτσα που χωράει εντός της χαρές, λύπες και όσα βρίσκονται ανάμεσά τους, η πρωτεύουσα που, εκτός από διχοτομημένη, είναι και αναγραμματισμένη! η θάλασσα που υποτάσσεται στις ορμές του Ποσειδώνα, μια επέτειος που
στενάζει κάτω από το βάρος της φλυαρίας και των κουραστικών ειωθότων, η στροφή του χρόνου ο οποίος τρέχει ανεμπόδιστος προς το τρομακτικό άπειρο, μια πλεκτάνη που στήνουν οι λέξεις, οι λέξεις που μυρίζουν σαν άνθη, οι λέξεις που σφαδάζουν από εγκατάλειψη, οι λέξεις, εντέλει, με στιχουργικές καταβολές και προοπτικές, που αιμορραγούν ασταμάτητα.
Η Έρινα Χαραλάμπους δεν φοβάται να βαδίσει σε κινούμενη άμμο, ούτε να κοιτάξει κατάματα την αλήθεια μιας κοινωνίας, και ενός κόσμου, που τρεκλίζουν έχον τας χάσει τον προσανατολισμό τους παρόλο που, για να είμαι ειλικρινής, κάπου κάπου, χρειάζεται να σπρώχνουμε τον προσανατολισμό στην άκρη και να ακολουθούμε τις δικές μας διαδρομές: με αγκάθια που τρυπάνε, με γκρεμούς που δεν είχαμε υπολογίσει, με πατρίδες που πνίγονται στα σύννεφα των αντιφάσεών τους, με βεβαιότητες που σωριάζονται χάμω με το πρώτο δυνατό φύσημα του αγέρα, με παιδάκια που πληρώνουν τις αμαρτίες των μεγάλων:“Κολυμπούσε στα ίδια νερά μ’ εκείνο/πάλευε σκληρά ενάντια
στα κύματα/το ίδιο μ’ εκείνο/άφριζε για πολλή ώρα πριν από το τέλος/όμοια μ’ εκείνο/το αγόρι που ξέβρασε η θάλασσα/το σούσι πώς/τρως;”
Στη συλλογή “Πλεκτάνη” δεν θα βρούμε κανένα περιττό στοιχείο, ούτε ίχνος πλατειασμού. Ίσα-ίσα: σαφήνεια, καθαρότητα και ακρίβεια διαπερνούν τις γραμμές της.
Πέρα, βεβαίως, από την ανελέητη καθημερινότητα – και όχι τις σημαιοστολισμένες βιτρίνες που διαφημίζει το σύστημα – πέρα από την ανησυχία που προσδίδει βάθος στους στίχους, η Έρινα Χαραλάμπους παραχωρεί ψίθυρο, φωνή, κραυγή σε αλληγορίες που μόνο η ποίηση μπορεί να διακρίνει, αφού για τους κοινούς θνητούς, και τους άμουσους, περνάνε απαρατήρητες: “Πάνω στην άθικτη χαρτοπετσέτα/κείτεται το κουφάρι
μου/απομεινάρια και τα δυο/ανέλπιστης γιορτής/ανεπαισθήτως αδιάκριτα/στο πίσω ράφι/στα έγ κατα κρυμμένα/το φως προσμένοντας/να λυτρωθούν/εν τόπω χλοερώ/να αναπαυθούν/να καθαρίσει ο νους/να καθαρίσει ο νους σου/να καθαρίσει ο τόπος/από τα αρθρόποδα/και τις συνομοταξίες”.
ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ ΑΝΕΠΑΙΣΘΗΤΗ
Είναι μια αρμαθιά λιμπούροι στο αίθριο
της Βουλής.
Κατέλαβαν συθέμελα το κτίριο.
Αναρριχώνται στους ορόφους.
Τρυπώνουν ανεμπόδιστα στα δώματα,
πίσω από τα καλώδια,
μέσα από τους σωλήνες.
Διαπερνούν πουκάμισα και νόμους.
Ανήκουστα και νοερά ψελλίζουν
πρόνοιες, άρθρα, επιφυλάξεις,
μυστικά.
Μα, δεν τους κρώννεται κανείς.
Κι ας είναι μια αρμαθιά λιμπούροι στο αί θριο της Βουλής.

ΣΗΜΕΙΑ ΠΗΞΗΣ
Να βάζεις μια άνω τελεία στη σκέψη και
μία τελεία στη βούληση –
ενίοτε διπλή.
Τα ερωτηματικά στο βήμα και
τα θαυμαστικά στην ημερήσια διάταξη.
Να καταθέτεις τα αποσιωπητικά στην πυρά.
Οι παύλες χρήσιμες –
κυρίως αυτές που προϋποθέτουν την ανά παυλα της μνήμης.
Λιγότερο σημαντικές οι διπλές ανούσιες –
τα κόμματα εξυπηρετούν ποικιλοτρόπως.
Τα εισαγωγικά να εκφωνείς με στόμφο,
μεγαλόφωνα.
Τις παρενθέσεις μόνο,
αυτές κυρίως να φοβάσαι –
εάν κι εφόσον ανοίξουν τις φτερούγες τους,
σε μεταφέρουν ανυπάκουα αυτοτελώς
στον πλανήτη των μεγάλων αντιφάσεων
στη χώρα των γενναίων ψευδαισθήσεων
του ανύπαρκτου της τήξης
(στις παρενθέσεις δεν χωράνε αναστολές).

.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ – ΦΩΤΙΑΔΟΥ

CULTUREBOOK 20/10/2021

Μια άλλη θέαση της σύγχρονης κυπριακής πραγματικότητας

Μισό σχεδόν αιώνα μετά την τουρκική εισβολή του 1974, με γενιές ανθρώπων να γεννιούνται και να μεγαλώνουν στην ιδιομορφία μιας ημικατεχόμενης πατρίδας και της μοναδικής στον κόσμο μοιρασμένης πρωτεύουσας, είναι ενδιαφέρουσα μία εναλλακτική ποιητική οπτική στο ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι ενός κόσμου που αναπνέει, ως συνθήκη επιβίωσης, τις πραγματικότητες που έχουν επιβληθεί εντός τειχών, τα οποία καθόλου ανεπαισθήτως αλλά ερήμην τους έχουν διαμορφωθεί.

Αυτό που χαρακτηρίζει την πρώτη ποιητική συλλογή της Κύπριας Έρινας Χαραλάμπους (Θράκα 2020) και το εισπράττει άμεσα ο αναγνώστης, είναι οι ιδιοτυπίες προσωπικού ύφους, με εμφανέστερη την πυκνή χρήση στοιχείων από άλλα κείμενα και την ποικίλη και διαφοροποιημένη χρήση τους από την ποιήτρια, σε σημείο που να προσδιορίζουν εν πολλοίς την ιδιαίτερη αυτή ποιητική ιδιοπροσωπία με την οποία συστήνεται στο αναγνωστικό κοινό.

Η ποιήτρια δείχνει να ζυμώνει τα ποιητικά δάνεια μέσα στην προσωπική πρόσληψη της περιρρέουσας πραγματικότητας, να τα αναλύει και να τα ανασυνθέτει με μια νέα έως λοξή και ειρωνική ματιά, η οποία δεν κρύβει και δεν έχει σκοπό να κρύψει, άλλωστε, πως η ποιήτρια ως εκφραστής εκούσια ή ακούσια της γενιάς της, κουβαλεί στους ώμους και στη γραφίδα της την κατάρρευση των ψευδαισθήσεων μέσα σε ένα άγονο πέρασμα του χρόνου.

Κύλησε η αλήθεια/και λύγισε το ψέμα/ανεπαισθήτως αν-/βούτηξε στο αίμα/αδιακρίτως αν-/έκοψε το ρέμα/το παραμύθι/της γενιάς /μας. (Βουνίου κατάβασις, σελ. 19)

Παράλληλα, ο ποιητικός της λόγος επεμβαίνει με αλληγορικές εικόνες στην παρούσα κατάσταση, κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς η ποιητική ευαισθησία διαπιστώνει τον κίνδυνο που ελλοχεύει στις σύγχρονες Σειρήνες.

Λιάζεται της Κύπριδος το ζωικό βασίλειο/νωχελικά φυτοζωεί υπό το έλεος του νερού /την ώρα που ένα κουφάρι έχιδνας συρίζει/όσο μια μύγα αδιάφορα σφυρίζει/πάνω από τα περιττώματα/του χθεσινού πανηγυριού.{…} Κι εσύ, περνάς απέναντι/στην άλλη όψη του ΄Ηλιου/μα είναι η μέρα όμορφη/το πρωινό μελτέμι δροσερό/και το τραγούδι των Σειρήνων/άκρως μυστήριο/ανηλεώς/γοητευτικό/ (Επέτειος, σελ. 15)

Στην ποιητική εξόρυξη μίας ατέρμονης πολιτικής και κοινωνικής αβεβαιότητας, η ποιήτρια επιστρατεύει και συνομιλεί με χαρακτηριστικά ποιήματα γνωστών λογοτεχνών. Αναφέρω ενδεικτικά:

Παντελής Μηχανικός, «Ονήσιλος»
Οι καμπάνες σημαίνουν σ΄ετούτη την πόλη/στην πόλη ετούτη βομβούν οι σειρήνες∙/μα λες κωφή να’ ναι/σαν άλλες χιλιάδες δέκα μέλισσες /τις αποδιώχνει( Λεσκωφία II, σελ. 14)

Κώστας Μόντης, «Στιγμές της εισβολής»
Κι αν κατορθώσεις να σπάσεις τα δεσμά/την πλάτη αν ποτέ ανασηκώσεις/το βάρος της συνήθειας/τη συνήθεια πώς να αποσείσεις; (Πενταδάκτυλος II, σελ. 17)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, «Παιδί με φωτογραφία»
Για μια στιγμή με γέλασες, γελάστηκα πως βρέθηκε/ο άντρας της φωτογραφίας ζωντανός /γελάστηκα πως το παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι κρατημένη ίσια στα μάτια μέσα μου βαθιά με κοίταζε.(Επιθανάτιος Λόγος, σελ. 21)

΄Ηβη Μελεάγρου , «Ανατολική Μεσόγειος»
Ένα καντήλι μονάχα/σε τούτη τη γη την /Ανατολική/και /Πένθιμη. (Μονόδρομος, σελ. 22)

Κωνσταντίνος Καβάφης, «Ιθάκη»
ήδη θα το κατάλαβες/το ξέρεις πια οι αλυσίδες/τι σημαίνουν (Λεσκωφία I, σελ. 13)

Το ποίημα, όμως, που αντανακλά στον μεγαλύτερο βαθμό τον ιδιότυπο και μη συμβατικό τρόπο γραφής της ποιήτριας είναι αυτό που αντιστικτικά καταγράφει στο ποίημα « Επιμνημόσυνος Πόνος», με τον Τελευταίο Σταθμό του Σεφέρη να λειτουργεί ως ένα είδος λογοτεχνικού κάντους φίρμους. Επειδή το όλο εγχείρημα υποστηρίζεται και από τη μορφολογία του ποιήματος, όπως συμβαίνει και σε άλλα της συλλογής, με παρενθέσεις, πλάγια γραφή και ιδιαίτερη στοίχιση των λέξεων, το παραθέτω με τον τρόπο που αυτό εικονίζεται στο βιβλίο.

Δεν μιλάω
για ήρωες
πώς να μιλήσω;

«Στα σκοτεινά-

ακροβατούν οι λέξεις πάνω
σε ερείπια πλατειάζουν
δεν μιλούν πια
με παραμύθια και παραβολές∙
η φρίκη πήρε τη θέση της
σε πλαίσιο στους δρόμους
στις εθνικές και στα μνημόσυνα

δεν είναι ζωντανή
δεν είναι αμίλητη
δεν προχωράει ∙
η φρίκη κουβεντιάζεται
πενθούμε
Την πενθούμε∙
σπάει τη μέρα
σπάει στον ύπνο
λυσιπήμων πόνος-

πηγαίνουμε στα σκοτεινά
{επιμένουμε να}
προχωρούμε…»

Αν και το ποίημα του Σεφέρη είναι από τα πλέον γνωστά της ελληνικής γραμματείας, θα πρέπει να τονισθεί πως η αποτελεσματική λειτουργία μιας τέτοιας ποιητικής προσέγγισης εδράζεται στη γνώση τόσο του δημιουργού όσο και του αναγνώστη για το πρωτότυπο κείμενο. Αλλιώς η όλη προσπάθεια ενδέχεται να πέσει στο κενό, αφού θα υπάρχει μεν ο πομπός του λογοτέχνη, αλλά δεν θα υπάρχει ο επαρκής δέκτης-αναγνώστης για να προσλάβει το μήνυμα.

Χαρακτηριστικά τα λεκτικά παιχνίδια και οι μορφολογικοί νεοτερισμοί. Στις Σημειώσεις για τη συλλογή, οι οποίες παρατίθενται στο τέλος του βιβλίου, αποσαφηνίζεται πως οι πλάγιοι χαρακτήρες, οι οποίοι είναι διάσπαρτοι στη συλλογή, «…αποτυπώνουν υπόγειες φωνές και θραύσματα της ευρύτερης συλλογικής μας μνήμης». Η ποιήτρια εκφράζεται ποιητικά μέσα από έναν εσωτερικό μονόλογο, καθώς καλείται καθημερινά να ζήσει σε μια χώρα και μια πόλη όπου τα δεσμά δεν μπορεί κανένα ψέμα ή καμία ψευδαίσθηση να τα εξωραΐσει και όπου όλα φαίνεται να κωφεύουν μπροστά στην απτή πραγματικότητα.

Θέλοντας λοιπόν /κυρίως θέλοντας/γελιέσαι/χα-/γιατί η Σελήνη/καλύπτει την /ασχήμια/μα -/ οι λέξεις {δεν} κρύβουν την αλήθεια. (Λεσκωφία Ι, σελ. 11)

Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συλλογής θα πρέπει κανείς να αναφέρει τη συχνή χρήση φράσεων της εκκλησιαστικής γραμματείας αλλά και λέξεων της κυπριακής διαλέκτου. Το όλο φραστικό σκηνικό που στήνει με τις λέξεις της η ποιήτρια θα έλεγε κανείς ότι συνοψίζει γλωσσικά αυτό που εμφανίζει σήμερα η Κύπρος ως πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι. Και η κατοχή, σε σκηνή και παρασκήνιο, ένας μόνιμος λόγος ανησυχίας, αβεβαιότητας και αγωνίας για το ό,τι μέλλει γενέσθαι. Έχει άραγε ποιητικό ήχο ο φόβος της νεότερης γενιάς;

Κάθομαι στη γωνία/το τασάκι διαδέχεται το ποτήρι/{πώς αποδίδεται ηχητικά το παγωμένο αίμα;} στο λερωμένο πάτωμα/κείτεται το κουφάρι σου (Νύχτες χαλασμένες, σελ. 26)

Αξίζει να γίνει και μια αναφορά στο εξώφυλλο της συλλογής, στο οποίο μία ύφανση δείχνει να εισχωρεί στην άλλη. Εξ ού και η «Πλεκτάνη», τίτλος ο οποίος επιδέχεται διάφορες ερμηνείες. Υπάρχουν εξάλλου κάποια ποιήματα στη συλλογή, στα οποία η αφαιρετικότητα δημιουργεί αμφισημίες έως και πολυσημίες. Χαρακτηριστικό το ομότιτλο ποίημα.

Στήσανε χορό οι λέξεις/και σου ζήτησαν να παίξεις/έναν φόνο Χ θανάτους/δυο τρυγόνια πιάστηκαν/στα δίχτυά τους. (Πλεκτάνη, σελ. 40)

Η Έρινα Χαραλάμπους έχει κατορθώσει με την πρώτη της ποιητική συλλογή να προκαλέσει το ενδιαφέρον μας. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό για το «πρώτο σκαλί» ενός νέου λογοτέχνη. Πειραματίζεται με ευαισθησία αλλά και με δημιουργική τόλμη. Μπορεί το αποτέλεσμα να μη δικαιώνει πάντα ή στον απόλυτο βαθμό τις προθέσεις της. Οπωσδήποτε, όμως, η «Πλεκτάνη» μάς θέτει σε αναμονή και περιέργεια για το επόμενο βήμα της ποιήτριας.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ ΤΕΥΧΟΣ 66 Μάιος 2022

Απαστράπτουσα σεληνιάζεται η Λεσκωφία

Θέλοντας λοιπόν
κυρίως θέλοντας
γελιέσαι
χα-
γιατί η Σελήνη
καλύπτει την
ασχήμια
μα-

οι λέξεις [δεν]
κρύβουν την αλήθεια

Κυπρία, συμπεριελήφθη στη Βραχεία λίστα πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας για τα Βραβεία Ζαν Μορεάς 2021 Γραφή που γεννά υποσχέσεις.
Προσεκτική και προσεγμένη. Βαραίνει το παρατεταμένο δράμα του διαμελισμού της Κύπρου. Στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συλλογής θα πρέπει κανείς να αναφέρει τη συχνή χρήση φράσεων της
εκκλησιαστικής γραμματείας αλλά καί λέξεωντης κυπριακής διαλέκτου. Το όλο φραστικό σκηνικό που στήνει με τις λέξεις της η ποιήτρια θα έλεγε κανείς ότι συνοψίζει γλωσσικά αυτό που εμφανίζει σήμερα η Κύπρος ως πολιτικοκοινωνικό γίγνεσθαι. Καί η κατοχή, σε σκηνή καί παρασκήνιο, ένας μόνιμος λόγος ανησυχίας, αβεβαιότητας και αγωνίας για το ό,τί μέλλει γενέσθατ Έχει άραγε ποιητικό ήχο ο φόβος της νεότερης γενιάς;« σημειώνει μεταξύ άλλων η ποιήτρια Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου στην παρουσίαση της συλλογής στο Culture Βοοk, 20.10.2021.
Ένα από τα καλύτερα ποιήματα τα «Σημεία πήξης»: Να βάζεις μία άνω τελεία στη σκέψη και/ και μία τελεία στη βούληση-/ ενίοτε διπλή./ Τα ερωτηματικά στο βήμα καί/ τα θαυμαστικά στην ημερήσια διάταξη./ Μα καταθέτεις τα αποσίωπηπκά στην πυρά./ Οί παύλες χρήσιμες-/ κυρίως αυτές που προϋποθέτουν/ την ανάπαυλα της μνήμης./λιγότερο σημαντικές οί διπλές/ -ανούσιες-/ τα κόμματα εξυπηρετούν ομοίοτρόπως./ Τα εισαγωγικά τα εκφωνείς με στόμφο,/ μ ε γ α λ ό φ ω ν α// Τίς παρενθέσεις μόνο,/ αυτές κυρίως να φοβάσαι -/ εάν κί εφόσον ανοίξουν τις φτερούγες τους/ σε μεταφέρουν ανυπάκουα αυτοτελώς/ στον πλανήτη των μεγάλων αντιφάσεων/ στη χώρα των γενναίων ψευδαισθήσεων/ στο ανύπαρκτο της τήξης/ (στις
παρενθέσεις δεν χωράνε αναστολές).

.

ΑΥΓΗ ΛΙΛΛΗ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 6 Χειμώνας 2021-2022

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ-ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΟΥ ΑΚΑΤΟΡΘΩΤΟΥ

Από τις ποικίλες αρετές της πλεκτάνης τής Έρινας Χαραλάμπους —μεταξύ
άλλων πυκνότητα έκφρασης, εσωτερικός ρυθμός, μεταφορά, αλληγορία, ειρωνεία, δραματικότητα, εξομολόγηση και ειλικρίνεια— το παρόν κείμενο στέκεται σέ δύο συγκεκριμένες αρετές, δύο στοιχεία γραφής και ποιητικής στάσης, τα οποία δεν αρθρώνονται συχνά στη σύγχρονη κυπριακή ποίηση, ειδικότερα αν κάνουμε τον (συχνά ενοχλητικό, ενίοτε απαραίτητο) διαχωρισμό ανάμεσα σέ γυναίκες και άντρες ποιητές.
Ας ξεκινήσουμε με το ζήτημα τής προσωπικής σχέσης τού ποιητικού υποκειμένου, τού Κύπριου πολίτη έν προκειμένω), με την πολιτική συνθήκη, την ιδιάζουσα και ιδιαζόντως παρατεταμένη εκκρεμότητα τού μοιρασμένου τόπου. Στην Πλεκτάνη δεν διαβάζουμε απλώς πως το άτομο ως μέρος του συνόλου υποφέρει, μαζί με το σύνολο, μαζί με τους άλλους, από την πολιτική ανορθοδοξία και τα συνακόλουθά της. Βεβαίως, στην Πλεκτάνη ο αναγνώστης θα αισθανθεί και θα συναισθανθεί τον πόνο και τη μοιραία αδοξία του συνόλου – είναι εξάλλου και ο ίδιος μέρος του. Θα δει όμως και κάτι άλλο, πολυτιμότερο, που σπανιότερα εκφράζεται: πως το πολιτικό πρόβλημα
(και δεν μιλάμε μόνο για το Κυπριακό ως εθνικό πρόβλημα, αλλά κυρίως με ό,τι “το εθνικό πρόβλημα” επέφερε ως επιπρόσθετο βαρίδι ταυτότητας στις επόμενες γενεές) είναι ζήτημα προσωπικό, πως η εκκρεμότητα, το ανολοκλήρωτο, το θραύσμα στον τοίχο της παλιάς Λευκωσίας, στο εγκαταλελειμμένο αρχοντικό, στην αδιέξοδο οδό, της Λήδρας, της
Ερμού κ.ο.κ., γίνεται ένα ενοχλητικό χαλικάκι στον δρόμο του περίοικου ή του
περιπατητή της πρωτεύουσας. Η Λευκωσία, η κατά το συγκινητικά κλισέ μοιρασμένη πόλη, η κατά τη βιωμένη πραγματικότητα πόλη που δεν εξελίσσεται και δεν προχωρά, δομεί ένα αστικό περιβάλλον δυσνόητο, όπως την αλλόκοτη ρυμοτομία της, όπως τον αναγραμματισμό του ονόματος της με έναν τρόπο κυριολεκτικά —κατά την παραδοχή της ποιήτριας— παιδικό, μια αντιστροφή η όποια στοιχειώνει την ενηλικίωσή της. Τη «Λεσκωφία I» βαραίνει η φοβερή και μέχρι πρότινος (άλλα εκ της συνήθειας όχι πιά) αποτροπιαστική σκιά του βουνού, μια απόδειξη πως τη ζωή μας εδώ μάλλον τη χάσαμε:

Είναι ένα βουνό. Ανάποδο, στέκει ανάμεσα σέ πέντε
δάχτυλα. Ακριβώς πάνω από το μεσαίο απαστράπτουσα
σεληνιάζεται η Λεσκωφία-
η πόλη πού [δεν] κοιμάται [ποτέ].

Δεμένη από τη Σελήνη
—νύχτα-μέρα—
με σχοινιά κι αλυσίδες
—κυρίως μ’ αυτές—
παριστάνει την όμορφη
φεγγαρομαλλούαα πασχίζοντας
να κρύψει την αλήθεια.

Θέλοντας και μη
κυρίως θέλοντας
σεληνιάζεσαι μαζί της
περπατώντας τα σοκάκια
ερείπια και πλέγματα
προσέχοντας μη, πώς
και χάσεις την ισορροπία
και ζαλιστείς από τις λέξεις:

ΕΛΛΑΔΑ – ΚΥΠΡΟΣ – ΕΝΩΣΙΣ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ
ΣΤΗΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑ ΕΟΚΑ Β’ ΞΑΝΑΧΤΥΠΑ ΟΧΙ ΝΑΙ ΣΑΝ
ΤΗΝ ΚΥΠΡΟΝ ΕΝ ΕΣΙΕΙ REFUGEES GO HOME

Το λευκωσιάτικο τείχος έχει αρχή —φαινομενικά στη νότια, θεατή του πλευρά— και μια αθέατη συνέχεια, άγνωστη, στη βόρεια πλευρά· όχι του νησιού γενικότερα άλλα τής Λευκωσίας ειδικότερα. Η Πλεκτάνη χαρτογραφεί τη λειψή και διχασμένη (και με τις δύο βασικές της έννοιες) πόλη τής Λευκωσίας. Την ίδια στιγμή υπηρετεί επάξια και ένα είδος σπάνιο για τα κυπριακά γράμματα, και ίσως όχι αδικαιολόγητα, αφού πάντα κάτι άλλο, μεγαλύτερο, τα βαραίνει. Όντως λίγα έργα αστικής λογοτεχνίας —με την
τυπική της έννοια, τής εμπειρίας του αφηγητή περιπατητή μέσα στην πόλη—
έχει να επιδείξει η κυπριακή παραγωγή. Στην Πλεκτάνη καθώς χαρτογραφείται πρώτα η πόλη —πρώτα, εξ ου και αστική λογοτεχνία—, χαρτογραφείται και η κυπριακή ψυχή, που θέλησε να ζήσει, αλλά ανατράφηκε από το ψέμα. Αναπαρίσταται η διαδρομή τής τελευταίας γενιάς “που ίσως να κατάφερνε να-” πάνω στο γέρμα τής νιότης της, πάνω στον τραυματικό βωμό τής συνειδητοποίησης: «Σημαιοφόρος παρελαύνεις /εν πομπή και παρατάξει/ παραστάτες μνημονεύουμε / την όψη σου— / παράσημο ή / οπτική απάτη («Πενταδάκτυλος I»).
Στην Πλεκτάνη η ευθύνη δεν είναι των άλλων: «Λιάζεται τής Κύπριδος το ζωικό βασίλειο / νωχελικά φυτοζωεί ύπό το έλεος τοΰ νερού’ / τήν ώρα πού ένα κουφάρι έχιδνας συρίζει / όσο μιά μύγα αδιάφορα σφυρίζει / πάνω άπό τά περιττώματα / του χθεσινού πανηγυριού»(«Επέτειος»).»
Η Πλεκτάνη ποτίζει τις ρίζες της αποτίνοντας φόρο τιμής στην έντιμη παρακαταθήκη τού Παντελή Μηχανικού, τού όποιου οι μέλισσες στο γνωστό ποίημα «Ονήσιλος» αντί να αφυπνίσουν, κωφεύουν και νεκρώνουν τη πόλη, στον αέρα τής όποιας μάταια σημαίνουν οι καμπάνες, «βομβούν οι σειρήνες» («Λεσκωφία II»).» Η Πλεκτάνη ποτίζει τις ρίζες της αποτίνοντας φόρο τιμής στη γενναιότητα τού (σκόπιμα;) περιθωριοποιημένου κληροδοτήματος τής Κύπριας πεζογράφου Ήβης Μελεάγρου, το όποιο με οξυδέρκεια είχε υποδείξει τον μονόδρομο τής ύπαρξής μας πάνω σέ αυτό τον μοναχικό βράχο τής Ανατολικής Μεσογείου (1969), στάση που ασπάζεται και η ποιήτρια:

ΜΟΝΟΔΡΟΜΟΣ

Μνήμη Ήβης Μελεάγρου

Μα πώς να αυτοκτονήσουμε τον Ίωνα;
Πώς να αναστήσουμε τον Κυπριανό;
Πώς να βγάλουμε από το κάδρο τον Κορνάρο;
Πώς να τραβήξουμε ίσια κι όχι λοξά
ετούτη την πράσινη ευθεία
την προτελευταία ετούτη φορά;

Ένα καντήλι μονάχα
σέ τούτη τη γη την
Ανατολική
και
Πένθιμη.

Παράλληλα, καθώς το έργο φωτίζει — χωρίς στόμφο, αλλά μόνο όπως και όποτε χρειάζεται— τις διακειμενικές του σχέσεις με τη νεοελληνική παράδοση, μοιάζει να δηλώνει, με το ίδιο θάρρος παρά την όποια αμηχανία του εγχειρήματος, με ποια λογοτεχνική παράδοση δεν κατόρθωσε να αναπτύξει γερούς δεσμούς, ή έστω διατηρεί αμφίθυμη στάση, διαλεγόμενη κριτικά έως και συγκρουσιακά. Η Πλεκτάνη θέτει επί τάπητος το colpo grosso μιας συγκαλυμμένης πολιτικής ήττας, η όποια σκόπιμα κρύβεται πίσω από την κατάχρηση του πατριωτικού λόγου με μόνο στόχο το βραχυπρόθεσμο όφελος. Έτσι, στο ποίημα «Πενταδάχτυλος II» η Χαραλάμπους αναμετράται με τον βαραίνοντα λόγο τού Κώστα Μόντη: «Κι αν κατορθώσεις να σπάσεις τα δεσμά, / την πλάτη κι αν ποτέ ανασηκώσεις, / το βάρος τής συνήθειας— / τη συνήθεια πώς να αποσείσεις;». Και αντίστοιχα, στην «Εμπόλεμη ζώνη»: «Κατάπαυση πυρός καμία δεν / επιτελείται στου Ήλιου την άκρη· / μας τράβηξε ο θάνατος / το κύμα του μας έσβησε στην άρμη— […)».
Και χωρίς υπαινικτικότητα πιά, χωρίς υπονοούμενα, με πικρή ειλικρίνεια και
αποδοχή ως να είναι αυτός ο τρόπος τής λύτρωσης, αν αυτή υπάρχει έστω και την ύστατη, η ποιήτρια θα διαλεχθεί ανοιχτά και χωρίς υπεκφυγές με συγγραφείς τής γενιάς της· όντως, μιλά κανείς πιο εύκολα και καθαρά σέ εκείνον που τον καταλαβαίνει εκμυστηρεύεται βαθύτερα. Στο ποίημα «Βουνίου κατάβασις», το όποιο είναι αφιερωμένο στη Λουΐζα Παπαλοΐζου, συγγραφέα του μυθιστορήματος Το Βουνί (Το Ροδακιό, 2020), ενός έργου
ζωής, ένα πολυφωνικό διαμάντι που χάρισε πρόσφατα η Παπαλοΐζου στην κυπριακή και νεοελληνική γραμματεία, η Χαραλάμπους, η οποία ήταν και η επιμελήτρια τού βιβλίου, επισημαίνει (ή άπαντά) με πικρία και θλίψη:

Κύλησε η αλήθεια
και λύγισε το ψέμα
ανεπαισθήτως αν-
βούτηξε στο αίμα
αδιακρίτως αν-
έκοψε το ρέμα
το παραμύθι
της γενιάς
μας.

Καθότι η πολιτική συνθήκη καθορίζει το μέτρο της ευτυχίας, της ελπίδας του οράματος του καθενός, το πολιτικό είναι πρωτίστως και αναμφίβολα προσωπικό. Η πολιτική απώλεια γίνεται έτσι προσωπικός όλεθρος, καθώς «τις αλυσίδες δεν ξεχνάς· / στο πυρ το εξώτερον /[…) πιστά, τυφλά και ανάλγητα / αιώνια θα γυρίζεις» («Αλληγορία»).Η γεννηθείσα μετά το 1974 γενιά δεν βίωσε το τραύμα του πολέμου και δεν έχασε η ίδια μνήμες, σπίτια, εδάφη· έχασε όμως μέσα στην αλυσίδα του ψεύδους το δικαίωμα για την αλήθεια και το όνειρο για μια μη ανορθόδοξων χαρτογραφικών διατάξεων πολιτεία, χωρίς φυλάκια και συνοροφύλακες, χωρίς τοίχους-ντουβάρια, για
μια Λευκωσία ζωντανή και όχι σεληνιασμένη, για μια ψυχή με θάλλουσα ακόμα την ελπίδα «να καθαρίσει ο τόπος / από τα αρθρόποδα / και τις συνομοταξίες» («Εντομή»). Οι “ευνοημένοι” μετά το 1974 γεννηθέντες μιας επίπλαστης ευμάρειας στέκουν αμήχανοι, κατά το παράδειγμα προς αποφυγήν του όποιου γίνονται δέσμιοι και ακόλουθοι, απέναντι σε κάθε ευκαιρία που τους δίδεται να απαιτήσουν εμπράκτως την ελευθερία (έξω τους και μέσα τους) και όχι μόνο να μιλάνε για αυτήν: «δεν υπάρχει πιο γλυκιά ηδονή από τα δεσμά της ελευθερίας / να μισείς / ανερυθρίαστα / τα πάντα»(«Τα εν οίκω μη εν δήμω»). Και αυτή η αμηχανία, η δειλία ή η αδράνεια της κυπριακής ύπαρξης, της βαλλόμενης από βορρά και νότο, από θάλασσα και από βουνό, μοιάζει να βυθίζει σε αιώνιο ύπνο και σε αιώνιο πένθος την
πόλη-σύμβολο του ακατόρθωτου: «Κάθε απόπειρα αστερισμού της στο πηλίκο· / λες κωφή να ‘ναι ετούτη η πόλη / λες νεκρή / να ‘ναι /;» («Λεσκωφία II»).
Πέραν όμως της όποιας ταύτισης με το κοινωνικοπολιτικό πεπρωμένο και τον πόνο για τον χαμένο τόπο και την αποπροσανατολισμένη ψυχή του, τι είναι αυτό που ωθεί περαιτέρω τον αναγνώστη να σταματήσει απέναντι στα ποιήματα και να αφουγκραστεί; Είναι μάλλον το γεγονός ότι τα ποιήματα —τουλάχιστον στην πλειονότητά τους— υποδεικνύουν ότι ο λόγος δεν είναι μόνο τυπογραφική αποτύπωση, άλλα είναι ήχος και εκφορά, έχει συγκεκριμένη ηχητική ταυτότητα και αποτελεί μια επιτελεστική καλλιτεχνική πράξη, ή μάλλον επιτελεί την καλλιτεχνική πράξη, καθώς ξεδιπλώνει βεβαίως με ιδιαίτερη φροντίδα στην περίπτωση της Χαραλάμπους και την οπτική του ταυτότητα. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα είναι συνειδητά γραμμένα με τέτοιο τρόπο, ώστε να ενεργοποιήσουν όλες τις δυνατότητάς τους, να εκτελούνται δημόσια, να διαβάζονται, όχι απλώς να αναγιγνώσκονται, να επιτελεστούν ως έργα τέχνης με πολύ συγκεκριμένους τρόπους. Τα πάντα όμως στην τέχνη αποτελούν ένα διακύβευμα, έτσι και το ζήτημα της εκφοράς-φοράς-στόχου. Το ολιγόστιχο ποίημα «Επίμετρο» συμπυκνώνει και μετουσιώνει όλα τα παραπάνω σε μια πρώτη ποιητική συλλογή μεστή και τολμηρή —τον καλλιτεχνικό στόχο, την προσωπική επιθυμία, το πολιτικό όραμα— τα όποια ωστόσο πάντα τίθενται και εν τέλει ηττώνται απέναντι στον «θάνατο του κόσμου»:

Κι αν γελιέσαι πως του κόσμου σύσσωμη
τη θλίψη εναπόθεσες στις λέξεις που
δεν έχεις, ιδέα δεν έχεις,
μικρό μου πυροτέχνημα.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.