ΚΛΕΟΝΙΚΗ ΔΡΟΥΓΚΑ

Η Κλεονίκη Δρούγκα είναι πτυχιούχος Φιλοσοφικής ΑΠΘ. κάτοχος μεταπτυχιακού και διδακτορικού διπλώματος. Οι ιδεολογικοί προσανατολισμοί της στρέφονται σε σενάριο-κινηματογράφο, ποίηση, πεζογραφία και εκπαίδευση.
Έχει εκδώσει ένα βιβλίο, επιστημονικά άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εισηγήσεις της σε πρακτικά ελληνικών και διεθνών συνεδρίων και ποιήματα – διηγήματα σε ποικίλα λογοτεχνικά περιοδικά. Συνέγραψε σενάρια μικρού μήκους ταινιών μυθοπλασίας και συνεργάστηκε σε ταινίες τεκμηρίωσης, με βραβεύσεις σε ελληνικούς και διεθνείς διαγωνισμούς.
Εργάζεται στο Τμήμα Κινηματογράφου της Σχολής Καλών Τεχνών ΑΠΘ ως μέλος Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ), με διδακτικό αντικείμενο «Σενάριο».
Το «οκλαδόν με τον χρόνο» (Μανδραγόρας 2022) είναι η πρώτη της ποιητική συλλογή.

.

.

ΟΚΛΑΔΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ (2022)

Θυμοσοφία
ΔΙΣΤΑΓΜΟΣ

Θέλω να μιλήσουμε
έχω ετοιμαστεί
όμως φοβάμαι·
πριν σου τηλεφωνήσω
φυλλομετρώ ξανά τις σημειώσεις
τις έγραφα
όλη νύχτα
συνδυάζοντας τις συλλαβές
τώρα που ο ήλιος επιμένει να βγει
η επιθυμία να κάνω ένα βήμα
υποχωρεί μέσα μου
έχει περάσει και η ώρα
η μέρα αργοσέρνει δισταγμό
δεν είμαι σίγουρη
να σου μιλήσω αν θέλω τελικά.

ΤΑ ΜΕΡΗ ΜΙΑΣ ΤΑΙΝΙΑΣ

Από τα βάγια που του απλώνανε
στο άρον άρον της πλατείας
ένα τσιγάρο χρόνος τελικά
δομείς το έργο
στην πρώτη πράξη
ο Ιησούς κι οι άλλοι Χαρακτήρες
ταυτίζεσαι με τους κακούς
πίνεις το αίμα του
στη δεύτερη πράξη
μετράς τους Χαρακτήρες στην ψυχική σου ευρυχωρία
τα ρήματα συνωστίζονται
τα χείλη διαγράφουν «θάνατος, σταύρωσέ τον»
παρασύρεσαι πιο μέσα

ΑΝΤΙΚΡΙΣΤΑ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ

Καταπίνω τη συνήθεια σε μικρά κομμάτια
στη σάλτσα της ταχυπαλμίας βουτάω τα δάχτυλα
ανάμεσα στις απολαύσεις
κάπου κάπου ανακατεύω τα λίπη με τη λύπη
καταργώ τη θλίψη με κρασί
τραγουδώντας παράφωνα
ποτέ δεν με απασχόλησε η ορθοφωνία
ύστατη απόλαυση η προσμονή του γλυκού
στην πρώτη μπουκιά ξεφεύγει αναστεναγμός
αλλάζω θέση
η νύχτα απαιτεί χορό
στροφές από τη μία
στροφές από την άλλη
έχω δει ανθρώπους να γερνάνε αμετακίνητοι
το γλυκό το τρώω αργά
η γλώσσα μου κρέμεται και σαλιώνει το ελάχιστο
επιμένω στη σταγόνα που αιωρείται
ηδονή
-πολυτέλεια-
κάνω το τέρμα αρχή.

Εποχές
Φθινόπωρο Χειμώνας Άνοιξη Καλοκαίρι
ΟΣΟ ΚΡΑΤΗΣΕΙ

Ξεπλένω τον χειμώνα
στα νερά του Αιγαίου
Κάτω απ’ το βλέμμα του ήλιου
απλώνω με μανταλάκια μια ιστορία
Οι ωραίες ιστορίες γράφονται πάντα καλοκαίρι
Τεντώνω τ’ αυτιά ν’ ακούσω
τα ερωτικά καλέσματα μιας καρδερίνας
πυργοδέσποινας των βράχων
υπόσχεται δαγκωματιές σε χνουδωτά ροδάκινα
Ακούω τα κύματα που σκάνε θυμωμένα στον βράχο
αναζητώντας ένα πλανόδιο φεγγάρι
Υπόσχομαι πίστη στη θάλασσα· για όσο κρατήσει-
ντύνομαι την απόχρωση του χαλκού
ακουμπώ κοχύλια στις παλάμες των χεριών
τα μετρώ
Χάνω το μέτρημα
απαντώ στην παρόρμηση να επιστρέφω ή να μείνω
εισπνέοντας μια ανάσα φυγής
βαφτίζω ό,τι περνάει απ’ το χέρι μου καλοκαίρι
στο χέρι μου είναι πολύ λίγα άλλωστε
την άνοιξη όμως τη λέω άνοιξη
αυτήν κανείς δεν την πειράζει
κι αποδίδω στο όνειρο τα εύσημα
σε μια ριγέ πολυθρόνα·
όσο κρατήσει.

Σχέσεις
ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ

Να έχεις στο μυαλό σου πως υπάρχουν πηγάδια απύθμενα·
με αυτήν την αλήθεια
να ξεκλειδώνεις τους ανθρώπους.

Κάθεσαι οκλαδόν με τον χρόνο
μπροστά στον καθρέφτη
απλώνεις το χέρι ν’ αγγίξεις την ψυχή σου
τεντώνεις τα δάχτυλα
κακώς ψέγεις τον καθρέφτη
Προσπαθείς πιο πολύ
καταπίνοντας σκόρπιες σκέψεις
σφίγγοντας τα χείλη
τσαλακώνοντας εγκώμια
Ο γκρεμνός των λέξεων σε τρομάζει
το βλέμμα σου μυρίζει άσχημα
μένεις γυμνός
κάνεις κάποια πρόοδο
μιλάς μόνος με ασύνδετο σχήμα
δεν κρατάς τον χώρο σου
σπαταλάς αγωνίες κι ευκαιρίες
ανθίζεις γρήγορα
βαραίνεις
μαραίνεσαι
όσο κι αν ψάχνεις για αναδρομικά
το «παραπάνω» σού φταίει.

ΜΑΣΚΑ

Στην άκρη του δρόμου με φορτία του καιρού
απροσδιόριστα
και μαζεμένα μπράτσα
ανταλλάσσουμε αδιάφορα λέξεις
Υπαινίσσεσαι ότι χαίρεσαι
απρόθυμα τείνεις το χέρι
μυρίζει απόσταση ο αέρας σου
γκρεμίζει οικειότητες
σε κρύβει με μάσκα
σε ντύνει με σκούρο
εκπληρώνοντας το θέλημα της ανωνυμίας
Αναρωτιέμαι όταν τη βγάζεις
αν έχεις στόμα
αν κουνάς τα χείλη
αν χαμογελάς
θέλω να δω τις καταχωνιασμένες ρυτίδες σου
να γράψω με σχήματα καθαρά
το πρόσωπό σου
Αν δε μ’ αρέσεις
δεν είναι ν’ απελπιζόμαστε εντελώς·
ν’ απελπιζόμαστε αν επιμένεις να φοράς τη μάσκα.

Να ξέρεις ότι προσπαθώ, ζωή
Η ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ

Επικίνδυνη ποδηλάτισσα
στον θρίαμβο του καθαρού αέρα
ρουφά τη ζωή
ξεγελά τις σκέψεις
ξεσκονίζει τις εμμονές
κάνει τις μνήμες λιγότερο αιχμηρές
έρχεται πιο κοντά στην παραλία
-είναι μια εμμονή κι αυτό-
στο σακίδιό της κρασί
με κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο του δειλινού
να πέσει
Κι αν αφεθεί να πέσει
σε δρόμο με χαλίκια;
Θα μάθει
Η ισορροπία είναι άθροισμα βημάτων
Θα αναμετρηθεί
Η ισορροπία είναι θέμα χρόνου
θα περιπλανηθεί
θα ψάξει
θα αρνηθεί
μπορεί και να χαθεί.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Γ. ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ

Περιοδικό Μανδραγόρας 24/5/2022

Οκλαδόν με τον χρόνο είναι ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής της Κλεονίκης Δρούγκα. Το εξώφυλλο κοσμεί το έργο του Paul Gauguin, «Arearea» (1892). Εμπνευσμένος από τη ζωή του ζωγράφου στην Ταϊτή, ο πίνακας έχει ως κεντρικό θέμα δύο νέες γυναίκες να κάθονται σε στάση οκλαδόν. Η πρώτη μας κοιτάζει κατάματα αν και κάπως εξεταστικά −υπό γωνίαν−, ενώ η δεύτερη, πίσω δεξιά της, είναι απορροφημένη παίζοντας ένα είδος φλογέρας. Στο πρώτο επίπεδο του πίνακα υπάρχει ένας σκύλος που, μάλλον αμέριμνος, έχει εισέλθει από τα αριστερά, ενώ στο βάθος τρεις γυναικείες μορφές μοιάζουν να μετέχουν σε κάποιο είδος λατρευτικής τελετής μπροστά σε ένα τοτέμ.

Αν και είναι η πρώτη συλλογή της Δρούγκα, θεωρώ ότι η γραφή της θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ώριμη καθώς τα ποιήματά της φαίνεται ότι έχουν μεθοδικά σμιλευτεί: Οι εικόνες τους είναι γρήγορες, δοσμένες με οικονομία και με έναν ρυθμό καταιγιστικό ο οποίος, κατά μία έννοια, αντικατοπτρίζει τις αγωνίες του σύγχρονου ανθρώπου καθώς και τις ανησυχίες του σε μια εποχή που μόνο πηγή ανασφαλειών και διχαστική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί: «μέσα της στάζει όνειρα/ έξω της φορά φίλτρα/ ζυγίζει βλέμματα/ τρίβει λυχνάρια/ δύο ξέχωροι δείχτες/ το μέσα και το έξω» («Δείκτες», σ. 15).

Εύστοχη και η κατανομή των 25 ποιημάτων της συλλογής στις τέσσερις ενότητές της («Θυμοσοφία», «Εποχές», «Σχέσεις», «Να ξέρεις ότι προσπαθώ ζωή»), συνδηλωτικές αφενός της ανάγκης του σύγχρονου ανθρώπου να αντιπαλέψει τις νέες προκλήσεις που το δυστοπικό κλίμα της εποχής εκτοξεύει και αφετέρου να κατανοήσει τον ρόλο του και να αφήσει το αποτύπωμά του, μια ανάγκη παγιωμένη από τις πρώτες γραμμές της ιστορίας του. Ενδεχομένως δε, θα μπορούσε κάποιος αναγνώστης εύλογα να εικάσει ότι οι τίτλοι των ενοτήτων, αποτελούν τις θεματικές των ποιημάτων που ήδη η επόμενη συλλογή της Δρούγκα κυοφορεί (ή οι επόμενες, θα ευχηθούμε).

Κάποια από τα ποιήματα της ενότητας «Θυμοσοφία» («Μην κλωτσάς τη γάτα», «Δισταγμός», «Delete»), θα μπορούσαν να ανήκουν στην ενότητα «Σχέσεις» και το αντίστροφο («Μνήμη», «Το παραπάνω»). Μήπως όμως οι σχέσεις μας με τους συνανθρώπους μας δεν είναι ένας από τους παράγοντες που συμβάλουν στη θυμοσοφία μας; Είναι, επιπλέον, έντονος ο προβληματισμός της Δρούγκα σχετικά με το πόσο η τεχνολογία και γενικά οι νέες τάσεις της ζωής, έχουν επηρεάσει τις σχέσεις των ανθρώπων («Delete», «Από κοντά», «Μάσκα»).

Οι εικόνες των ποιημάτων και ειδικότερα η τοπιογραφία τους αποδίδονται λιτά, με λίγες λέξεις. Είναι σαν ένας ζωγράφος να αφήνει τα χρώματα ενός τοπίου σε κάποιον πίνακά του με κινήσεις γρήγορες μα σίγουρες, αλλά κατά έναν τρόπο μαγικό, οι λεπτομέρειες εμφανίζονται αμέσως μόλις ο καμβάς απορροφήσει το κάθε χρώμα: «μισός ουρανός μπλε, μισός γκρίζος/ δείχνει βροχή/ φτάνοντας στο μονοπάτι» («Η τελευταία φορά ποτέ δεν είναι τελευταία», σ. 23).

Αν ως Αλήθεια μπορεί να νοηθεί η απουσία λήθης, τότε μπορούμε να περιηγηθούμε με πολλούς τρόπους, σε ένα από τα αρτιότερα ποιήματα της συλλογής, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μνήμη»: «Πηγάδι από ψέματα η μνήμη/ σκύβεις να δεις τα αθέατα/ αγριόχορτα οι σκέψεις/ μέσα σου/ λείπει ένα μεσημέρι που σ’ εξαγόρασε/ ένα δειλινό που σ’ εγκατέλειψε/ ένα βράδυ που σε αρνήθηκε/ είναι κοντή η μνήμη […] μια πεθαμένη συντηρείς/ κάνεις πως αποσχίζεσαι/ σε θανατώνει.» (σ. 32).

Όταν το Ψέμα πρότεινε στην Αλήθεια να κολυμπήσουν μαζί σε ένα πηγάδι, εκείνη, αν και καχύποπτη, δεν φαντάστηκε ότι θα την ξεγελάσει βγαίνοντας και κλέβοντας τα ρούχα της. Τότε η Αλήθεια θυμωμένη βγήκε γυμνή απ’ το πηγάδι αναζητώντας το Ψέμα ώστε να πάρει πίσω τα ρούχα της. Ο κόσμος που την έβλεπε γυμνή, έστρεφε αλλού το βλέμμα του είτε από ντροπή είτε από θυμό. Έτσι, η Αλήθεια ντροπιασμένη, επέστρεψε στο πηγάδι και κρύφτηκε εκεί για πάντα, ενώ το Ψέμα έκτοτε γυρίζει ανενόχλητο και ντυμένο ως Αλήθεια, ικανοποιώντας τις ανάγκες και τη βολή του κόσμου που με κανένα τρόπο δεν θέλει να δει την Αλήθεια γυμνή. Το θέμα αυτό απέδωσε εύστοχα στον καμβά ο Γάλλος ζωγράφος Jean-Léon Gérôme (1896). (Ο Gérôme έφτιαξε τουλάχιστον τέσσερις πίνακες που προσωποποιούσαν την Αλήθεια ως γυμνή γυναίκα, είτε στο βάθος ενός πηγαδιού είτε τη στιγμή που βγαίνει από ένα πηγάδι. Έχει μάλιστα ειπωθεί ότι εμπνεύστηκε το θέμα του από έναν αφορισμό του φιλοσόφου Δημόκριτου: «Δεν γνωρίζουμε τίποτα στην πραγματικότητα, επειδή η αλήθεια βρίσκεται στον βυθό»).

Αναρωτώμενος κάποιος αναγνώστης για το αν το ποίημα μπορεί να ισχύσει και για τη συνολική μνήμη −ενός λαού ή μίας ομάδας ανθρώπων−, ενδεχομένως να έρθει αντιμέτωπος με δυσάρεστα συναισθήματα.

Μάλιστα, το μότο του επόμενου ποιήματος −από τον πρώτο στίχο του οποίου αντλεί και τον τίτλο της η συλλογή− μοιάζει να συνεχίζει στο ίδιο μοτίβο: «Να έχεις στο μυαλό σου πως υπάρχουν πηγάδια απύθμενα·/ με αυτήν την αλήθεια/ να ξεκλειδώνεις τους ανθρώπους.» («Το παραπάνω» σ. 32).

Στα θετικά της συλλογής θα πρέπει να προσμετρηθεί και η διάθεση της Δρούγκα να σκηνοθετήσει τα ποιήματά της, ιδιαίτερα καθώς χρησιμοποιεί την αναδρομή (flashback). Έτσι, στο ποίημα «Ο απολογισμός» (σ. 19), μια βιτρίνα σε κάποια στάση λεωφορείων, γίνεται αφορμή για έναν απρόσμενο απολογισμό και για μία από τις καλύτερες καταληκτικές στροφές της συλλογής: «Στάση παλιά Σαλαμίνα/ στην ίδια βιτρίνα μπροστά/ μετρά τη ζωή της χωρίς να βγάλει λέξη/ η μνήμη τής ανήκει/ στο μεταξύ γάμος δουλειά/ καυγάδες αγκαλιές θλίψη χαρά/ μια έκρηξη μέσα της την αφήνει απανθρακωμένη». Κατά τον ίδιο τρόπο εντυπωσιάζει η σκηνοθεσία του ποιήματος «Γενέθλια» (σ. 39), στο πρώτο μέρος του οποίου, το ποιητικό υποκείμενο, διατρέχοντας ταχύτατα τις δεκαετίες, φτάνει στο παρόν όπου από τη μία καταγράφονται οι σκέψεις του ενώ ταυτόχρονα, σε δεύτερο πλάνο, η παρέα των καλεσμένων τραγουδά εν χορώ το ευχετήριο τραγούδι, λίγο πριν σβήσει τα κεράκια της τούρτας γενεθλίων· και όλα αυτά συμβαίνουν σε μισό περίπου λεπτό της ώρας.

Φτάνοντας στους τελευταίους στίχους της συλλογής, προσπάθησα να διακρίνω αν το μήνυμα που θέλει να μας αφήσει, είναι αισιόδοξο ή όχι: «μάταια βασανίζεσαι να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ’ το κέρδος/ η επόμενη ανατολή θα φέρει πάλι φως» («Νομοτέλεια», σ. 42). Μάλλον ναι, είναι η απάντηση. Η Δρούγκα γνωρίζει ότι η ωριμότητα είναι δώρο που ούτε δεδομένο είναι, ούτε χαρίζεται, αλλά κατακτάται με αντάλλαγμα τη σκληρή προσπάθεια και τον χρόνο που αδειάζει στην κλεψύδρα μας. Άλλωστε ο τίτλος της τελευταίας ενότητας είναι «Να ξέρεις ότι προσπαθώ, ζωή».

.

ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

ΠΕΡΙ ΟΥ 11/6/2022

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Κλεονίκης Δρούγκα, στην –όπως πάντα- εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση του Μανδραγόρα, που το εξώφυλλό της κοσμείται με ένα χαρακτηριστικό έργο του Γκογκέν, αποτελείται από τέσσερις θεματικές ενότητες, με άνισο αριθμό ποιημάτων η καθεμία (δέκα, πέντε, έξι, τέσσερα). Συνολικά, λοιπόν, τα ποιήματα της συλλογής είναι 25.
Ο εύγλωττος τίτλος της συλλογής μάς παραπέμπει σε ένα παρατεταμένο λογάριασμα του ποιητικού υποκειμένου με τον χρόνο, ίσως γι’ αυτό και δεν είναι τυχαίο το επίρρημα «οκλαδόν», όπως οκλαδόν κάθονται και οι γυναίκες στον πίνακα του Γκογκέν στην εξωτική Ταϊτή, όπου ο χρόνος δεν πιέζει, αλλά κυλάει ήρεμα.
Σε όλες τις ενότητες της ποιητικής συλλογής παρατηρούμε μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Ξεχωρίζουν όμως τα θέματα που σχετίζονται με τον χρόνο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη θάλασσα, το καλοκαίρι, τη ζωή. Άλλωστε, και οι τίτλοι των τεσσάρων ενοτήτων είναι χαρακτηριστικοί: Θυμοσοφία, Εποχές: Φθινόπωρο, Χειμώνας, Άνοιξη, Καλοκαίρι, Σχέσεις, Να ξέρεις ότι προσπαθώ, ζωή.
Τα δέκα ποιήματα της πρώτης ενότητας Θυμοσοφία (σελ. 11-20) έχουν ποικίλο περιεχόμενο και αφορούν: ασύμπτωτα αισθήματα (Μην κλωτσάς τη γάτα, σελ. 11), θυμό (Θυμός, σελ. 12), διλημματικές καταστάσεις (Δισταγμός, σελ. 13), απογοητεύσεις (Delete, σελ. 14), χαρακτήρες (Δείκτες, σελ. 15), μια ταινία (Τα μέρη μιας ταινίας, σελ. 16),τη σχέση με τη θάλασσα (Η φωνή της θάλασσας, σελ. 17), ανέλιξη (Η σκάλα, σελ.18), απολογισμό (Ο απολογισμός, σελ.19), συζήτηση με τον χρόνο (Αντικριστά στο τραπέζι με τον χρόνο, σελ. 20).
Στα ποιήματα αυτά παρατηρούμε, όπως και σε όλη τη συλλογή, μικρές, κοφτές προτάσεις, εναλλαγές ρηματικών προσώπων, αλλά κυρίως τη χρήση α’ και β’ ή γ’ ενικού, σπανιότερα α’ και γ’ πληθυντικού, μια πληθώρα ρημάτων, σχεδόν καταιγιστική (π.χ. Delete, σελ.14, Αντικριστά στο τραπέζι με τον χρόνο, σελ. 20), προστακτικές προτρεπτικές (π.χ. Θυμός «Μην αγνοείς τον θυμό σου», σελ. 12) αλλαγές χρόνων (όλη νύχτα/τώρα, το πριν και το μετά, άλλοτε/τώρα, σελ.13, 17, 19), χρήση ομόηχων λέξεων (π.χ. «οι τοίχοι, τα τείχη», «λίπη, λύπη», σελ. 14), περιγραφές προσώπων με αντιθέσεις (το μέσα και το έξω, σελ. 15), μεταφορές (π.χ. «Κάνεις χωριό με τη χίμαιρα», «Καταπίνω τη συνήθεια σε μικρά κομματάκια», σελ. 18, 20), προσωποποιήσεις (π.χ. «στο μπόι των λέξεων», «η μέρα αργοσέρνει δισταγμό», «Μετρά η βάρκα τα καλοκαίρια στα κύματα», σελ.12, 13, 17).
Η γυναίκα είναι το κεντρικό πρόσωπο των ποιημάτων της συλλογής: διστακτική ή αποφασιστική, απογοητευμένη ή συμβουλευτική, προκλητική ή επιφυλακτική, «απανθρακωμένη», αλλά και με επιμονή στις διεκδικήσεις της: ({…}Στάση παλιά Σαλαμίνα/στην ίδια βιτρίνα μπροστά/μετρά τη ζωή της χωρίς να βγάζει λέξη/η μνήμη της ανήκει/στο μεταξύ γάμος δουλειά/καυγάδες αγκαλιές θλίψη χαρά/μια έκρηξη μέσα της, την αφήνει απανθρακωμένη»/, (Ο απολογισμός, σελ. 19), αλλά και «{…}επιμένω στη σταγόνα που αιωρείται/ηδονή/-πολυτέλεια-/κάνω το τέρμα αρχή»./, (Αντικριστά στο τραπέζι με τον χρόνο, σελ. 20).
Από την ενότητα αυτή επιλέγω δύο χαρακτηριστικά ποιήματα. Το πρώτο, Δισταγμός (σελ. 13), είναι γραμμένο σε α’ ενικό πρόσωπο και φανερώνει τη διλημματική κατάσταση στην οποία βρίσκεται το ποιητικό υποκείμενο: «Θέλω να μιλήσουμε/έχω ετοιμαστεί/όμως φοβάμαι/πριν σου τηλεφωνήσω/φυλλομετρώ ξανά τις σημειώσεις/τις έγραφα/όλη νύχτα/συνδυάζοντας τις συλλαβές/τώρα που ο ήλιος επιμένει να βγει/η επιθυμία να κάνω ένα βήμα/υποχωρεί μέσα μου/έχει περάσει και η ώρα/η μέρα αργοσέρνει δισταγμό/δεν είμαι σίγουρη/να σου μιλήσω αν θέλω τελικά/». Το δεύτερο ποίημα, Delete (σελ. 14), με εναλλαγές α’ και β’ ενικού προσώπου, φανερώνει την απογοήτευση του ποιητικού υποκειμένου από τον εικονικό συνομιλητή της στο facebook, το ύφος είναι κοφτό, είναι χαρακτηριστικές οι άνω κάτω τελείες μετά τα ρήματα, στην αρχή και το τέλος του ποιήματος. Το ποίημα είναι διαρθρωμένο σε τρεις ενότητες και υπάρχει πληθώρα πρωτοπρόσωπων ρημάτων: «Κοινοποίησες: άσμιχτοι οι άνθρωποι σήμερα/ως πρόσφατα θα έγραφα κάτι/βαθύ και φιλοσοφικό//Κοιτάζοντας τον «τοίχο» σου/το τοπίο σου/το πρόσωπό σου/βρέθηκε στη λαβή του σπαθιού το χέρι μου/στριφογύρισα τη γλώσσα μου/αναστέναξα/απομάκρυνα το βλέμμα/μη λιγοστέψω τα αισθήματα/γυρνώντας πίσω/καλώς δεν σχολίασα/οι «τοίχοι» -και τα τείχη- πέφτουν/αθόρυβα μες στη νύχτα/μετάνιωσα όμως/που τόσο σπάταλα/έτρεφα το εγώ σου/πότιζα τις επιθυμίες σου/κι άφηνα πεινασμένες τις δικές μου/στην άκρη της ζωής//Αποφάσισα: θα γίνουμε άγνωστοι μεταξύ μας/και σε διέγραψα./».
Η δεύτερη ενότητα, Εποχές (σελ. 23-27), που αποτελείται από πέντε ποιήματα, αναφέρεται στις εποχές, αλλά κυρίως στο καλοκαίρι. Είναι διάστικτη από μεταφορές: (π.χ. «σκοντάφτει στην παιδική του ηλικία/ανοίγει ένα θυρόφυλλο στη μνήμη/», «Πολιορκημένος ισότιμα από το μπλε του ουρανού» (σελ. 24), «οι λουόμενοι ξεντύνονται τις αμαρτίες τους», «αλέθουν στα κύματα τα πάθη» (σελ. 25), «Στην αρχή θρηνείς την άνοιξη που αγάπησες», «Ανοίγεις τους μεντεσέδες της ψυχής», «Φοράς το περιδέραιο του μπλε», (σελ. 26), «Ξεπλένω τον χειμώνα/στα νερά του Αιγαίου», «κι αποδίδω στο όνειρο τα εύσημα», «απλώνω με μανταλάκια μια ιστορία», (σελ. 27). Προσωποποιήσεις (π.χ. «η θάλασσα βάζει στοίχημα με τον καιρό», «η θάλασσα ηττημένη βάζει τα κλάματα», (σελ. 24), «ταϊζουν δυο αδέσποτα στην αφή του ανάπηρου ήλιου», (σελ.25), «ζέστανε ο καιρός τα όνειρα», (σελ.26), «Ακούω τα κύματα που σκάνε θυμωμένα στον βράχο/αναζητώντας ένα πλανόδιο φεγγάρι/», (σελ. 27). Στο ποίημα Οι Χειμερινοί (σελ. 25), στον τρίτο στίχο από την αρχή, «-χωρίς αιδώ-» και στον τρίτο στίχο από το τέλος, «-χωρίς εδώ-», έχουμε ένα παιχνίδι λέξεων.
Από την ενότητα αυτή επιλέγω το ποίημα Αλμύρα (σελ. 26), που είναι ένας ύμνος για το καλοκαίρι: «Στην αρχή θρηνείς την άνοιξη που αγάπησες//ύστερα σου επιστρέφεται η χαρά/χάδια στα στάρια που σηκώνουν κεφάλι/θάρρος στη σκιά/τραγούδι στα κύματα/κάνεις κότσο τα μαλλιά/φυτεύεις την αλμύρα μέσα/να μη στεγνώσει/κανονίζεις μεγεθυμένο καλοκαίρι/Ζωγραφίζεις στην άμμο/σχήματα ελευθερίας/Ανοίγεις τους μεντεσέδες της ψυχής/με δυο φωνήεντα χαράς/Φοράς το περιδέραιο του μπλε/στο ηλιόφως/Ζέστανε ο καιρός τα όνειρα/Άνοιξες το πουκάμισο//Τίποτα δεν μπορεί να πάει στραβά το καλοκαίρι.»
Η τρίτη ενότητα, Σχέσεις (σελ. 31-36), αποτελείται από έξι ποιήματα, όλα ιδιαίτερα ενδιαφέροντα, που αναφέρονται στις διαπροσωπικές και κυρίως στις τραυματικές ερωτικές σχέσεις και εκφράζονται σε α’, β’ και γ’ ενικό πρόσωπο, αλλά και σπανιότερα σε α’ πληθυντικό. Είναι διάστικτα και τα ποιήματα αυτά από μεταφορές, προσωποποιήσεις και καταιγισμούς ρημάτων. Στο πρώτο ποίημα της ενότητας («Από κοντά, σελ. 31), ξετυλίγεται η μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, που όμως τελικά υποκύπτει στην άνοιξη, «με ύστατο εφόδιο τη νιότη» που «ξεχορταριάζει τις σκέψεις» και «παίρνει το ρίσκο στις αλληλογραφίες του έρωτα». Το ποίημα αρθρώνεται σε δύο στροφές, με έντονες προσωποποιήσεις, όπου η πρώτη στροφή αποτελεί τη θέση/κατάσταση του ποιητικού υποκειμένου, ενώ η δεύτερη την άρση/αντίθεση, που εισάγεται με μια ερώτηση: «Περνά όλο το απόγευμα υπακούοντας/σε εφαρμογές και άλλα τέτοια εικονικά/Κρυώνουν τα όνειρα χωρίς επαφή/θαμπώνει το βλέμμα μπροστά στην οθόνη/το σώμα παίρνει άλλο σχήμα/γερνά η άνοιξη/βουρκώνει η χαρά/βουρκωμένη εποχή//Πώς να ξεφύγεις, όμως, από τον ήλιο της άνοιξης/που επιμένει να περνά από τις χαραμάδες/{…}», («Από κοντά, σελ. 31). Στα άλλα ποιήματα της ενότητας το ποιητικό υποκείμενο, με μια καταιγίδα ρημάτων, σε β’ και γ’ πρόσωπο, εγκαταλείπεται στη δίνη της μνήμης (Μνήμη, σελ. 32), προσπαθεί ν’ αγγίξει την ψυχή του, καθισμένο «οκλαδόν με τον χρόνο», (Το παραπάνω, σελ. 33), αηδιάζει από την υποκρισία, τη μάσκα των άλλων, (Μάσκα, σελ. 34), πάσχει από τη θλιβερή ρουτίνα και τα ψέματα της συζυγικής ζωής, που δεν σώζεται με όσες αλλαγές κι αν γίνουν στον χώρο, (Αλλαγές στον χώρο, σελ. 35): «{…}θα παρακολουθήσουμε το βράδυ δελτία καιρού/κι εκεί που όλα τα σκεφτήκαμε/παίρνεις μάταιη εκδίκηση από την πόρτα/ψιθυρίζεις πως το σπίτι είναι παλιό/μυρίζει ρουτίνα/ο ειρμός της σκέψης σου/κάνει τους αρμούς να τρίζουν/καρφώνω το βλέμμα πάνω σου/πίσσα σκοτάδι έξω», πεθαίνει από τον στανικό, επιβεβλημένο έρωτα που γίνεται θηλιά στον λαιμό (Χωρίς ανάσα, σελ. 36). Επιλέγω δύο από αυτά: Στο πρώτο, Μνήμη (σελ. 32) δίνεται στο μεγαλύτερο μέρος του ποιήματος (με δεκαέξι στίχους) και με μια τολμηρή προσωποποίηση, ένα εξαντλητικό πορτρέτο της μνήμης και της δράσης της, με έντεκα συνεχόμενα ρήματα, ενώ στους τελευταίους πέντε στίχους παρουσιάζεται με ενεργητικά και παθητικά ρήματα το αποτέλεσμα της μνήμης στο ποιητικό υποκείμενο: «Πηγάδι από ψέματα η μνήμη/σκύβεις να δεις τα αθέατα/αγριόχορτα οι σκέψεις/μέσα σου/λείπει ένα μεσημέρι που σ’ εξαγόρασε/ένα δειλινό που σ’ εγκατέλειψε/ένα βράδυ που σε αρνήθηκε/είναι κοντή η μνήμη/σε βάζει σε κίνδυνο/φλερτάρει με την προδοσία/αφήνει τα ίχνη της σαν φίδι στην πέτρα/τρέφεται με ό, τι της δίνεις/ερωτεύεται την ασάφεια/αψηφά την αλήθεια/ανασταίνει φθερμένες σχέσεις/πετά ψίχουλα νοσταλγίας/σπαταλιέσαι/αυταπατάσαι/μια πεθαμένη συντηρείς/κάνεις πως αποσχίζεσαι/σε θανατώνει/».
Το δεύτερο ποίημα είναι το σπαρακτικό Χωρίς ανάσα (σε. 36), όπου με εναλλαγές της αντωνυμίας, εκείνος/εκείνη, το ποιητικό υποκείμενο/γυναίκα, που «μύριζε ευτυχία και υποταγή», λιώνει τελικά κάτω από την «αίσθηση ηγεμονίας» του άντρα. Όπως όμως ακούγεται στον καταληκτικό στίχο, «Πρόστυχη νίκη μια πεθαμένη να κρατάς»: «Και χωρίς να το καταλάβει/γύρω από μια συστάδα σκλήθρες στο γερασμένο φως του ήλιου/την έσφιξε πάνω του δυνατά/ποθούσε τη γεύση της/Την ψαχούλεψε ιδρωμένα/εκείνη αφέθηκε στα χέρια του με ένα τρεμούλιασμα/πρόθυμη να λιγοστεύει στη γαμήλια γιορτή/Μύριζε ευτυχία και υποταγή/σιγοτραγουδούσε/Εκείνος φίλησε τον λαιμό της με αίσθηση ηγεμονίας/εκείνη θέλησε να του δείξει/ότι πασχίζει ν’ αναπνεύσει κι άρχισε να βγάζει βογγητά/Έκανε μια προσπάθεια να ξεφύγει/εκείνος πάλι δεν κατάλαβε/την έσφιξε ακόμα πιο δυνατά/με αγάπη σβέλτη που δεν αφήνει περιθώρια ήττας/και τότε εκείνη σταμάτησε να αντιδρά/ένιωσε –για λίγο- να αιωρείται και να λικνίζεται/μετά σωριάστηκε σαν κούκλα κάτω/Πρόστυχη νίκη μια πεθαμένη να κρατάς».
Η τελευταία ενότητα, Να ξέρεις ότι προσπαθώ, ζωή (σελ.39-42), αποτελείται από τέσσερα ποιήματα που ανταποκρίνονται απόλυτα στο νόημα του τίτλου. Το ποιητικό υποκείμενο περνάει μέσα από διάφορες κρίσεις: ηλικίας (Γενέθλια, σελ. 39), ισορροπίας (Η ποδηλάτισσα, σελ.40), της κόντρας στις ριπές του ανέμου (Θάλασσα, σελ. 41), της μάταιης προσπάθειας να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ’ το κέρδος (Νομοτέλεια, σελ.42) και τελικά, μέσα από την προσπάθεια, κερδίζει τη ζωή.
Και στα τέσσερα ποιήματα κυριαρχούν τα ρήματα, οι μεταφορές και οι προσωποποιήσεις. Στο πρώτο ποίημα, Γενέθλια, είναι ενδιαφέρων ο εσωτερικός μονόλογος της ηρωίδας, που γιορτάζει τα γενέθλιά της και κάνει τον απολογισμό της ζωής της, σε συνδυασμό με το γνωστό τραγούδι των γενεθλίων που ακούγεται εξωτερικά. Τελικά όμως κερδίζει ο έρωτας για τη ζωή, καθώς σκέφτεται: «{…}Αν υποχωρήσω τούτη τη στιγμή, η πτώση δεν θα ’χει σταματημό/Ε, είναι μεγάλο κίνητρο ο έρωτας για τη ζωή/φυσώ τα κεράκια». Στο δεύτερο ποίημα, Η ποδηλάτισσα, έχουμε μια πληθώρα δεκαπέντε ρημάτων σε γ’ ενικό πρόσωπο που φανερώνουν τη δίψα της ποδηλάτισσας για τη ζωή: ρουφά τη ζωή, ξεγελά τις σκέψεις, ξεσκονίζει τις εμμονές, κάνει τις μνήμες λιγότερο αιχμηρές, έρχεται πιο κοντά στην παραλία, με κίνδυνο να χάσει τον έλεγχο, να πέσει. «{…}Κι αν αφεθεί να πέσει/σε δρόμο με χαλίκια;/Θα μάθει/Η ισορροπία είναι άθροισμα βημάτων/Θα αναμετρηθεί/Η ισορροπία είναι θέμα χρόνου/θα περιπλανηθεί/θα ψάξει/θα αρνηθεί/μπορεί και να χαθεί/». Η ποδηλάτισσα παίρνει το ρίσκο, ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος να χαθεί, θα προσπαθήσει ως το τέλος. Το ίδιο αισιόδοξο μήνυμα έχουμε και στην κατακλείδα του επόμενου ποιήματος, Θάλασσα, που αρχίζει με δώδεκα ρήματα σε α’ ενικό πρόσωπο, ακολουθούν εναλλαγές προσώπων, γ΄ πληθυντικό, γ’ενικό, γ’ πληθυντικό, για να καταλήξει και πάλι στο α’ενικό: Παίρνω βαθιά αναπνοή/ στον δρόμο του χρόνου/ τον ξορκίζω και τον διανύω/ ακολουθώ τη ρότα κόντρα στις ριπές του ανέμου/ σημαδεύω παπαρούνες/ ζωγραφίζω στιγμές/μια στιγμή τρέχω/την άλλη διστάζω/ποδηλατώ/ακροβατώ/ονειρεύομαι/ {…}κάνω πεταλιές γι’ αλλού/{…}ξεκινώ για τ’ άβατα/παίρνω το σχήμα ενός πουλιού/κι ελπίζω σε μια θάλασσα».
Στο τελευταίο ποίημα της ενότητας και της συλλογής, Νομοτέλεια, ηχεί και πάλι στο τέλος το ίδιο αισιόδοξο μήνυμα: «η επόμενη ανατολή θα φέρει πάλι φως», που μας θυμίζει τη γνωστή φράση της Σκάρλετ στο Όσα παίρνει ο άνεμος, «Αύριο ξημερώνει μια άλλη μέρα». Εναλλάσσονται και εδώ τα ρηματικά πρόσωπα, α΄ ενικό (Χαζεύω, φλερτάρω, σμίγω, αγγίζω, χαμογελώ), γ΄ ενικό (φίλησε, σωριάστηκε, πρόδωσε, αντάλλαξε, ευγνωμονεί) και καταλήγει στο β΄ενικό της φιλοσοφικής σκέψης : «{…}δεν θέλει σοφία να καταλάβεις/το ένα διαδέχεται το άλλο/κι όπου η ψυχή κατοικεί μια φορά/την άλλη παγιδεύεται αλλού/σε νέο ήλιο/είναι άλλωστε νομοτέλεια η κίνηση/ελευθερία/μάταια βασανίζεσαι να ξεχωρίσεις τη ζημιά απ’ το κέρδος/η επόμενη ανατολή θα φέρει πάλι φως/».
Ολοκληρώνοντας την περιδιάβαση στα ποιήματα της ποιητικής συλλογής της Κλεονίκης Δρούγκα, λίγα στον αριθμό και φαινομενικά απλά, αισθάνομαι πολλαπλά κερδισμένη: από τον φιλοσοφικό στοχασμό τους, τον καταιγιστικό γλωσσικό πλούτο τους από ρήματα, εικόνες, μεταφορές, προσωποποιήσεις και, κυρίως, από το αισιόδοξο τελικά μήνυμά τους για τη ζωή. Η γυναίκα ως ποιητικό υποκείμενο, πάσχει, αγωνιά, αμφιταλαντεύεται, διστάζει, απολογίζεται, αλλά και τολμά, διαγράφει σχέσεις και παρελθόν, επιμένει και κερδίζει τη ζωή. Σε ένα μόνο ποίημα η υποταγμένη, η παραιτημένη γυναίκα, που δεν τολμά να αντιδράσει δυναμικά, χάνει τη μάχη για τη ζωή. Είναι κι αυτό ένα μήνυμα. Η συλλογή της Κλεονίκης Δρούγκα μας δίνει την ευκαιρία να αναστοχαστούμε πάνω στις σχέσεις μας με τους άλλους, στη σχέση μας με τη φύση, στη σχέση μας με τη μνήμη και τελικά πάνω στη στάση μας απέναντι στον κόσμο και ό,τι μας περιβάλλει. Είναι μια ποιητική συλλογή που αξίζει τη στοχαστική μας ανάγνωση.

.

ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΡΙΣΤΟΣ

TETRAGWNO.GR 13/6/2022

Η ποίηση της Κλεονίκης Δρούγκα διαπνέεται από την αισθητική του περιορισμού και της οριοθέτησης. Ο στόχος της αποτύπωσης εικόνων και αφηγήσεων, δεν θέτει ως αφετηρία τη ματαιότητα των σκοπών, αλλά διεκπεραιώνει πολλαπλά μοτίβα τής οικειοθελούς ανάγνωσης των προσώπων ως καθρέφτες δηλωτικής ανατροφής των ενστίκτων. Βαθιά υπαρξιακή η ποίησή της, πλαισιώνει κινήσεις στον χώρο, αυταπάτες και ψευδαισθήσεις στον χρόνο και εναποθέτει στον εκάστοτε πρωταγωνιστή την πρωτοβουλία των κινήσεων, σε μία σκακιέρα κορυφώσεων. Πράγματι, ο μελετητής της ποιητής συλλογής με τίτλο «οκλαδόν με τον χρόνο», έρχεται αντιμέτωπος με τα πορίσματα μιας πορείας διακλαδώσεων. Η δημιουργός επιστρέφει από το παρελθόν σε ένα παρόν μετρημένων αντοχών, για να προσδώσει κύρος σε μία μελλοντική αφαίμαξη προοπτικών. Με άλλα λόγια, γνωρίζει να εφάπτεται με τον χρόνο, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία οι αιτιάσεις της ζωής δεν καρποφορούν στη συνείδηση του δρώντος υποκειμένου, ως πτυχές της εξωτερικής πραγματικότητας. «μην επιτρέψεις στη θάλασσα να περάσει χωρίς νόημα» (σελ. 12) και βυθίζεται από στίχο σε στίχο, ολοένα, σε έναν κόσμο ολικής δράσης και αντίδρασης, προκειμένου το αυθεντικό σημείο πορείας των πραγμάτων να ταυτιστεί με τη βούληση για ζωή. Η τελευταία, δεν ορίζεται από τα χνώτα τής υφιστάμενης προσδοκίας για θετική απόληξη των βαθύτερων επιθυμιών. Αντίθετα, στέκεται μετέωρη ανάμεσα στο Εγώ και στο Εσύ, καθώς μέσα από το εκάστοτε τρίτο πρόσωπο αναγνωρίζει πεπραγμένα της προσωπικής της διαδρομής. Στο τέλος αυτής, διαπιστώνει την ατροφία των ζωτικών της επιθυμιών, καθώς αγωνίζονταν να δικαιώσει τις επιλογές των συνομιλητών. Αναμετράται με τις συμβατικές ερμηνείες της καθημερινότητας και μεταθέτει την επίλυση του Γόρδιου δεσμού στα νοητικά και συναισθηματική σχήματα των λεκτικών αινιγμάτων. Μεταθέτει, επομένως, την ευθύνη για την κατάληξη της απόπειρας, στην ατομική έκφραση των εναλλακτικών μορφών υιοθέτησης του παρόντος, ως προέκταση ενός μέλλοντος που τείνει να αφουγκραστεί τις αγωνίες στο διάβα τού χρόνου.

Η ζωή καθίσταται πεδίο αναφοράς και συγκρούσεων. Δεν είναι η ζωή, αυτή καθαυτή, που κεντρίζει το ενδιαφέρον για προσμονή, αλλά η απολογία ενός συμβάντος (επί της ουσίας πολλαπλών, διαδοχικών ή διακεκομμένων ενεργειών) το οποίο μετασχηματίζει τη μνήμη σε διεργασίες μίας απρόσμενης συμφιλίωσης μεταξύ του χρονικού και χωρικού ορίζοντα θέασης των πραγμάτων. Δεν είναι η ίδια που κάθε φορά εξηγεί τα δεδομένα· είναι η ταυτότητα της πρόσληψης η οποία προσαρμόζεται στις διαφοροποιήσεις των συντομεύσεων και διακρίνει την περιοχή δράσης από την περιοχή απομόνωσης. Διότι, η ποιήτρια τεκμηριώνει την προσωπικότητα του θεατή ως υποψήφια μορφή πολλαπλασιασμού των εικόνων μίας επικείμενης απομάγευσης. Δεν λησμονεί, ωστόσο, να προστρέξει στο πλευρό του, αγωνιζόμενη όχι για την επιτυχία, αλλά για την κορύφωση μίας εξελικτικής πορείας· πορείας, που δεν αργεί να συμβιβαστεί με την απώλεια και το τέλος. Σε αυτήν την στροφή τής ιστορίας, δίχως να καταλαγιάζει, στη νοηματοδότηση της πνευματικής εγρήγορσης, ο πόνος της ήττας, η δημιουργός καταμετρά κέρδη και ζημιές. Για να καταλήξει στο τελικό της συμπέρασμα, ενεργοποιεί τον έρωτα ως σημείο σταθμό στην αποξένωση. Εδώ, η ποιήτρια σχηματοποιεί την αποξένωση ως μνημείο ελευθερίας. Δεν στιγματίζει τα συνθετικά της υλικά ως δεδομένα μέτρα στάθμισης των προσώπων. Αντίθετα, αναγνωρίζει την αναγκαιότητα υπέρβασης και προσδίδει περιεχόμενο σε μία καθολική αποδοχή του αιτήματος για ελευθερία μέσα από την υιοθέτηση της προσμονής του εκάστοτε τρίτου προσώπου. «Ζέστανε ο καιρός τα όνειρα/Άνοιξες το πουκάμισο» (σελ. 26) και όση ώρα ξεδιπλώνει το στοιχείο του ρεαλισμού στην εικονοποιία, τόσο αναδεικνύει την ερωτική πρόθεση ως προμετωπίδα μίας εξαντλητικής μεν, αποφασιστικής δε, αλήθεια των συναισθηματικών αντιρρήσεων.

Και όταν καλείται να αντικρίσει το μέγεθος της δυναμικής του αποτελέσματος, ενώπιον ενός άξονα περιορισμών, υπερβαίνει τον χρόνο μέσα από τις χωρικές διαστάσεις της ύλης. Δεν ματαιώνει τις προσδοκίες των συμπρωταγωνιστών του θεάματος. Αντίθετα, σπρώχνει τις αντιδράσεις στις ακραίες τους αντηχήσεις, έως ότου καρπωθεί την ατέλεια σώματος και πνεύματος στη σμίκρυνση των συναισθημάτων. Δηλαδή, επενδύει στις ανθρώπινες σχέσεις ως δείγμα τής προσωπικής της αναλογίας με τις συσπάσεις της φύσης, καθώς ανατρέπει τα δεδομένα στις συμβατικές μετρήσεις των καιρών και υψώνει το μέγεθος αποδοχής πάνω από τις οπτικές των ανθρώπων. Προσθέτει υπεραξία στον έρωτα και προσωποποιεί τις ανθρώπινες σχέσεις, διατηρώντας ως μοτίβο αναφοράς την έννοια και την αναγκαιότητα της ισορροπίας. Πράγματι, ο βηματισμός τον οποίο περιγραφικά αποτυπώνει στις σελίδες της ποιητικής συλλογής, διάκειται από στάσεις ζωής υπό αμφισβήτηση και σε διάρκεια. Καλείται να πληροφορεί τη ζωή μέσα από τις αλλεπάλληλες πτώσεις έως ότου υψώσει το ανάστημά της σε έναν κόσμο που μικραίνει ολοένα περισσότερο στις προτάσεις της ελευθερίας. Κεντρίζει τις συνειδήσεις η Κλεονίκη Δρούγκα και αναταράζει την εσωτερική αβεβαιότητα, διατηρώντας ακάθεκτη τη βούληση για ζωή. Υπό μία έννοια, αντικρίζει νομοτελειακά τις διακυμάνσεις της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων, παρακολουθώντας τες από απόσταση. Ενέχει έντονους ψυχαναλυτικούς προσδιορισμούς στις εικόνες των στίχων της και για τον λόγο αυτό, βαστώντας την πρόθεση της δικαίωσης ενός άτιτλου αγώνα επιβίωσης, η ίδια απλώνει τη σκέπη των αισθητικών και νοητικών διαπλάσεων σε μία πρώιμη δειγματοληπτική καταγραφή, προτού μεταβεί συγκροτημένα και συντεταγμένα στην απογραφή των αθέατων πτυχών της σκέψης.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΚΡΙΤΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

ΘΑΝΑΣΗΣ ΜΑΡΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ενδιαφέρουσα η συλλογή, αν μάλιστα σκεφτεί κανείς πως είναι η πρώτη. Υποψιασμένη, οσμίζεται καλά τα μυστικά της δημιουργίας. Έρωτας, χρόνος, μνήμη, απώλεια και φθορά, ελπίδα, ήλιος και θάλασσα: θέματα και σύμβολα. Ωραία ποιήματα, αρκούντως αφαιρετικά, με πρωτότυπες εκφράσεις, που απογειώνουν τη σκέψη και τη φαντασία…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο με φρέσκια ματιά πάνω στα θέματα που πραγματεύεται, με ανοίκειες εικόνες, με συνειρμούς και μεταφορές που σε εκπλήσσουν, με ευφυή λογοπαίγνια εκεί όπου χρειάζεται, με αισιόδοξες αχτίδες που διαπερνούν τη μελαγχολία των σκοτεινών πλευρών της ζωής…

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΤΣΗΣ

Τα ποιήματα είναι γραμμένα με το σύγχρονο τρόπο. Θα έλεγα πως τα διακρίνει, η απλότητα στην διαμόρφωση, οι στίχοι είναι μικροί συνήθως, η απουσία των πλατειασμών, αφού η κάθε νοηματική ενότητα ξετυλίγεται με δύο η τρεις το πολύ στίχους, τα σχήματα λόγου δεν κουράζουν, αν και τα συναντάς σε κάθε στίχο, η ύπαρξη διαύγειας νοημάτων, με την έννοια πως η ποιήτρια δεν αφήνεται στο ποιητικό κενό, αλλά ελέγχει καθαρά τον στίχο και το ποίημα…

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.