ΣΟΥΛΕΪΜΑΝ ΑΛΑΓΙΑΛΗ-ΤΣΙΑΛΙΚ

Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ γεννήθηκε στη Ρόδο, όπου τελείωσε
το Βενετόκλειο Λύκειο και τη Σχολή Στελεχών Επιχειρήσεων. Ασκεί το
επάγγελμα του χρυσοχόου στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Είναι μέλος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Δωδεκανήσου και πρώην μέλος του Δ.Σ. του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών στη Ρόδο.
Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην Ανθολογία Λύρα Ελληνική του Βασίλη Βασιλικού (εκδ. Πλειάς, Αθήνα 1993 και β’ έκδοση Β. Βασιλικός-Π. Γκολίτσης Πινακοθήκη «Λυρικών» ποιημάτων Ρώμη 2021) καθώς και στην «Poesie Grecque Contemporaine» – Des iles et des muses (εκδ. Autres Temps, Marseilles 2000).
Τιμήθηκε με το B’ Βραβείο Ποίησης Ιπεκτσί 1992-1993.
Μεταφρασμένα ποιήματα του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Φως εφήμερο
Κράσπεδα νάρκωσης (1993)
Νυχτερινές ηχορρυθμίες (1995)
Το ρολόι τ’ ουρανού σταματημένο (1999)
Σαν υδατογραφία (2007)
Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις… (2017 και β’ έκδοση Δωδώνη 2019)
Προσεγγίσεις μετά την απόσταση (Δωδώνη 2022)

.

.

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ (2022)

Ο χρόνος ανέκφραστος

Το δειλινό έσπαγε κρόκους φωτός πάνω στις
απέναντι κορυφές δημιουργώντας την αέναη
κλειστότητα των αμφιβολιών. Ήταν η προστατευτική
παρουσία της αρμογής που, ξεκολλώντας τη ζελατίνη
του ήλιου, άρχισε να υφαίνει την εποχή του
φθινοπώρου.
Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας
στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας. Εκεί που
συχνά συνηθίζουμε να λέμε «Γιατί να είναι άραγε
έτσι φτιαγμένη η φύση των πραγμάτων -δίχως
απαντήσεις- μέσα στο πλήθος της σιγαλιάς;
Γιατί να κοπιάζουμε σε μέρη σκιερά μονάχα για τον
επιούσιο μας;».
Ώσπου κομμάτια – στεναγμοί ξεβράστηκαν στην
παγωμένη ακτή της λήθης κι ο χρόνος ανέκφραστος
έπαψε να παίζει την τυφλόμυγα της μοίρας μας.

Κι όλο προχωρούσαμε πιο κάτω.

Η ΜΑΝΑ ΠΟΥ ΔΑΚΡΥΖΕΙ

Δεν ξεμπερδεύεις ποτέ
Με τα όνειρα των παιδιών
Αναφωνεί ξάφνου κι η μάνα που δακρύζει.
Παντού διάσπαρτα κρίνα και γιασεμιά
Κι ένας ήλιος που υδροδοτεί
Τα κτίσματα των επιθυμιών.
Κοίτα, κοίτα ξαναφωνάζει
Με φθόγγους των εσπερινών σκέψεων
Και μια επιμέλεια γυάλινη στη θλίψη.

Παρατηρώ την παλιά σκουριασμένη βιτρίνα
Το πώς απλώνεται το ξεθωριασμένο βελούδο
Κι αλλάζει χρώματα με την αφή
Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες
Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκώς
Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμή
Απ’ όλα τα υλικά πράγματα
Που άδολα πλήττουν τον καιρό μας.

ΔΙΧΩΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥΣ

Νήματα λεπτεπίλεπτα αιωρούνται
Και μας ενώνουν με λέξεις αιχμηρές
Με την ευτολμία των γύρω πραγμάτων
Όταν θέλουμε όλα να τα ξαναστήσουμε
Δίχως συμβιβασμούς απ’ την αρχή.
Στέκουν πλάι μας σαν σχήματα ευθυγραμμισμένα
Που περιμένουν ευχόλογα και τόσα προμαντέματα.
Κι όμως όλα υποκρύπτονται
Με μιαν ασημαντότητα
Συμπαντική του χτες.
(Ο καθένας προσπαθεί να συμπληρώσει
Ένα βιογραφικό πλήρες σ’ αυτήν τη ζωή
Για να μην τον κοιτάζουν περίεργα).
Και ξαναξεκινάμε ό,τι αφήσαμε μισοτελειωμένο
Μέσα από φωνές που βρίσκονται
Σε μακροημέρευση.

ΟΤΑΝ ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

Απόψε ζωντανεύουν τ’ αγάλματα
Και βγαίνουν έξω απ’ τα μάρμαρα
Πατώντας σιωπηλά στα λασπόνερα
Σαν άτυπο ευχαριστήριο στη ζωή.
Κάποτε δραπετεύουν κι οι ψυχές
Με βήματα αυριανά παρμένα από τον Άδη
Εκείνων που προσπαθούν να εξασφαλίσουν
Τη μεταγραφή τους στην ομάδα της μετάνοιας.
Ίσως θέλουν να ξαναφήσουν τ’ αποτύπωμά τους
Για όσα δεν πρόλαβαν εγκαίρως
Με μια αρχαία θλίψη στα πρόσωπά τους
Που μας κάνουν να ξεχνάμε
Τη σήψη των πεθαμένων.
Κι ίσως η άλλη ζωή έξω από το αίμα
Να είναι γεμάτη με τα παραμιλητά
Του πιο λευκού λεπτού μέλλοντος.
Συμφιλιωθείτε με τον ίσκιο σας, καλοί μου,
Τώρα που εκβαθύνονται τα λόγια
Αυτά που θα ‘ρθουν και θα φύγουν
Μέσα στο σκοτάδι μιας άσπιλης νύχτας
Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν
Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων.

ΤΟ ΑΧΑΛΙΝΩΤΟ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

Κρεμασμένα τα σπίτια σαν σινάπια
Ακουμπούν στην καρδιά του κάμπου
Και ποτάμια φως κυλούν ανάστροφα
Πάνω στην ανυπαρξία του χειμώνα.
Προηγούνται αυτοί που θέλουν να φέρουν πίσω
Κουβέντες μιας εκτροχιασμένης αγάπης
Που έμεινε μεσοδρομίς με χτυποκάρδι
Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα
Και τα πεφτάστερα στην απαλάμη.
Ισορροπούν πάνω στις πέτρες με τα μυστικά
Έχοντας ανοίξει ολόγυρα μέτωπα πολλά.
Τα ερωτηματικά μέσα στα βλέφαρα
Έτσι όπως προκύπτουν: «τον άνθρωπο ή τον πόθο;»
Κυλούν ασταμάτητα σαν αντηχεία
Των γιαλών που λειαίνουν τα βότσαλα
Κι εισάγουν το αχαλίνωτο της νιότης
Δίχως να ‘χουν κάτι να μας πουν.
Διψούνε για όλα τα συναισθήματα
Που λαχταρούν ως ταξιδιώτες μοναχικοί
Ενόσω απομακρύνονται διασχίζοντας
Τη βροχή των αστεριών
Για να βρεθούν αργότερα σε μιαν άγνωστη αγκαλιά
Μεγάλη.

ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΣΧΗΜΙΑ

Πνοές ανέμου
Καλπάζουν με τ’ αλογάκια της Παναγιάς.
Σκέψη πρώτη και σκέψη τελευταία
Πηγάζουν μέσα απ’ τα αποσιωπητικά
Γιατί πάντα το υλικό της μνήμης
Είναι φτιαγμένο από πέτρα και σύννεφο
Σαν τις απίθανες μέρες των χελιδονιών.
Μια τετραγωνική ρίζα αρχαίας νύχτας
Δραπετεύει από τον βυθώδη έρωτα
Και ποιήματα σκόρπια
Που δεν ζητάνε δικαίωση
Αλλά να ισορροπήσουν αενάως
Με τα δροσερά ημίστιχά τους
Μέσα στη βασιλεία των ρημάτων.
Κουλουριαζόμαστε ενάντια στην ασχήμια
Ως θύματα των σιωπώντων.
Ένα χαμόγελο πικρό –
Κι η γάτα κουλουριάζεται αμήχανη κι αυτή
Στα πόδια της ερωμένης.
Δωροθέα, Εύθυλλα και Ιζόλδη
Εκεί που όλες μαζί μυροδοτούν
Κάτι που προπορεύεται μες στα βιβλία
Και κάτι άλλο που ακολουθεί
Στις πορσελάνες με το τσάι
-Ο απατηλός αντικατοπτρισμός του τίποτα-
Κι είναι Οχτώβρης του Λουκιανού
Οχτώβρης του Λογγίνου
Με μάτια απειράριθμα
Και ξόρκια να δένουν τους κατοπινούς
Στο άγνωστο πλευρό των mortium.

ΜΙΑ ΑΙΓΛΗ ΑΝΕΞΗΓΗΤΗ

Και πάλι μια σιωπή καταπραϋντική
Μας ακολουθεί όλο το απόγευμα
Κι αμετάφραστα μέσα μας
Κυλούν σαν ήρωες τα γεγονότα.
Συναντιούνται ήρωες με αντιήρωες
Κάτω απ’ τον ειρμό της Ιστορίας,
Και το ποιητικό σώμα
Καταγράφει χιλιόμετρα
Μιας απέραντης θλίψης.
Όνειρα αφημένα στο φως
Και στην απόκρημνη ησυχία
Ανασυντάσσονται
Αδειάζοντας τ’ αγγίγματα των ανθών
Στιγμών στον έρωτα πιο δυνατών
Με τον αναγραμματισμό των πόθων.
Άστρα πέφτουν κι εξαφανίζονται
Κι αστράλια ανέγγιχτα παραμένουν
Στης νύχτας την ποδιά
Όταν απροσδιόριστα λεπτό προς λεπτό
Δημιουργούν μιαν αίγλη ανεξήγητη
Που εξοργίζει ακόμα και τους σοφούς.

.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΔΥΟ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ… (2017)

Ι
Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…

Σε σένα
που διάλεξες να φύγεις
νωρίς.

Α’

Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές
στους όρμους των προσχημάτων
ξεκίνησα να γράφου ένα μεγάλο ποίημα
που ήξερα πως δε θα τελειώσει ποτέ.
Ίσως γιατί κατέγραφα τις πτυχές
ενός ονείρου διαφορετικού, με αντιθέσεις χτυπητές
που έβγαζε μια περιδίνηση διαρκή
και μας πονούσε·
κι όσο διαρκούσε, άλλαζε η ροή της ζωής·
ακροβατούσαμε στα όρια των αντοχών μας
και περιμέναμε τη μέρα εκείνη
που μουδιασμένοι και αγνοί
θα ξανασυστηθούμε.

Ε’

Σε άκουγα υποταγμένος κι άλλαζα θέση
στο ασημένιο δαχτυλίδι με τα στρογγύλια που ανάμεσα τους
κολυμπούσαν το «πριν» και το «μετά».
Δυο ζωές ραγισμένες από πάθη σκοτεινά,
όπως σ’ εκείνον τον πίνακα του Τουλούζ Λοτρέκ
που η γυμνή γυναίκα ανέβαζε
τη μαύρη κάλτσα της πάνω απ’ το γόνατο,
θέλοντας να δείξει πως το «πένθος» και το «πάθος»
γίνονται συνώνυμα καμιά φορά.

Ζ’

Όταν ο μη φόβος της δυνατής φωνής
θα έχει προσδιορίσει τη φευγαλέα σχέση
των ορίων του φωτός και της σκιάς
και θα μας συναντήσει
ατόφιους κι απροβλημάτιστους
δίχως τα παυσίπονα της ενοχής,
τότε θα βρισκόμαστε παντού
—βιρτουόζοι σε όλες τις λεκτικές ασκήσεις-
όπως τα παραμυθία κάθε βράδυ
που γίνονται αυτοκόλλητα
στα χέρια των παιδιών.

Κ’

Έφευγες συχνά για κείνη τη μικρή πόλη·
πόλη άναρχη και παρακμάζουσα λεν
που όταν τα καράβια
ανέβαζαν ταχύτητα αντικρίζοντας το φάρο,
όλα γίνονταν πιο εμπορικά κι ο κόσμος τραχύς
αφού οι ψυχές έχαναν το κέντρο βάρους
και πριν βραδιάσει έχαναν και την ισορροπία τους
κι έσμιγαν σ’ έναν τρελό χορό συναισθημάτων
περιμένοντας το επόμενο ξημέρωμα.

Αγρίευαν, αγρίευαν οι θάλασσες
κάτω από ανέμους σκοτεινούς
και ξέβραζαν στις ακτές
τα γλιστερά φύκια της παρανομίας…

Ο’

Περπατούσαμε μπρος-πίσω ανενόχλητοι
με μια ενέργεια που τους βυθούς μετατοπίζει
εγώ κι εσύ —ο γνωστός άγνωστος—
σε μια κοινή διαδρομή
από το δυνατό φως του Παραδείσου
στο ψυχρό σκότος του Άδη.

Ξάφνου, σταματήσαμε στη γωνιά του αποχωρισμού.
Μέρα παράξενη που κίνησες να πας προς τα κει
που ένα πηχτό αιμάτινο φως
σου ’κλείνε το δρόμο τρυπώντας τη στιγμή
— ένα αγχωμένο κρώξιμο
— μια λάμψη πράσινη εκτοξευόταν
κι όμως δεν ήταν η φωνή σου που άκουσες,
μήτε το παντοτινό κενό που είδες,
αλλά ένας καθρέφτης αόρατος που αντανακλούσε
την εικόνα του καθενός πριν από μας
ως πολύ πιο διαφορετική κι απροσπέλαστη,
με την αγνότητα της φύσης
και την αγιότητα του Λόγου στην καρδιά,
στέλνοντας μηνύματα για άφεση αμαρτιών
που ανεξίθρησκα
θα μας φωτογραφίζουν.

ΙΙ
Ευθύνες της Φωτιάς

Ακολουθούσα νοερά
όλους αυτούς στην Ειδομένη,
πιστεύοντας πως η σιωπή,
η άρνηση και η φυγή
δεν ανατρέπουν τις ευθύνες της φωτιάς…

Β’

Κατάκοποι
από τις διαρκείς αποκαλύψεις
της παράνοιας των ισχυρών
βράδια χειμερινά μεταφέρατε
τα συλλογικά αγγίγματα
εκείνης της αθωότητας
που ποτέ δεν υπήρξε
έστω και βιαστικά δική σας·
κι ύστερα άλλαζαν διαρκώς
οι μορφές των συνανθρώπων
έχοντας κατοχυρώσει
ανεπαίσθητο όρκο
—βλέπεις, δεν είναι από ξύλο οι καρδιές
να βάφουν τον ουρανό στο σκοτάδι της ανάγκης—
από τη συστολή της συνήθειας.

Δ’

Μέσα από τα πεύκα
και τους Θάμνους
σας ακολουθούσα ως εκεί
που ο ήλιος φιλτράρεται
από λεπτά σύννεφα
θυμίζοντας μεμβράνες χαράς
κι άκουγα τις φωνές σας
να διακλαδώνονται
στη ρίζα της φυλής:
«Θέλουμε να ζήσουμε
μαζί με τα παιδιά μας
χωρίς τη δυνατότητα του τρόμου-
κι όταν ανάβουν οι προβολείς
σ’ αυτό το απέραντο “τώρα”
να κοιταζόμαστε στα μάτια
μέσα από ρόλους άηχους
που δεν αντιστρέφονται
απ’ τους νόμους της φύσης
κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές
του κόσμου του άγνωστου βουερά».

ΣΤ’

Κι όμως
κι όμως από καταβολής κόσμου
σαν ξημέρωνε
και καταλάγιαζαν οι εναγώνιες σκέψεις,
ξεκινούσαν να λιποτακτούν οι εποχές
χορεύοντας ασταμάτητα για ζωή·
για τη φρεναπάτη του ανθρώπινου έρωτα.
Φτερούγιζαν απειλητικά κάποιες φορές
τα σμήνη των πουλιών
κρώζοντας πεθαμένων ονόματα παρεμφερή
που σκηνές θεάτρου θύμιζαν
—η μια μέσα στην άλλη—
κι έφταναν στην αυτο-αποκάλυψη
ενός ανερμήνευτου γίγνεσθαι
όταν εκτροχιάζονταν
πέρα απ’ το πλαίσιο της χυδαιότητας
ο φθόνος, ο πλούτος και το αίμα.
Ω πόσο σχετικές φάνταζαν Θεέ μου,
οι έννοιες της ομορφιάς και της γαλήνης…

Η’

Βλέπαμε από μακριά να περνούν
τ’ ανενόχλητα οχήματα
σ’ ένα ξεθωριασμένο απόγευμα
που δε φυσούσε χρυσάφι
στων παρατηρητών τα μάτια.
«Όταν ο έρωτας θέλει ορθοπεταλιές,
μην ακροβατείτε χαμογελώντας
στη γκρίζα ζώνη της ηθικής»
μας λέγανε παλιά, μοιράζοντας ιστορίες
σαν παγωτό στα ιδρωμένα χείλη μας
λίγο πιο κει από τα τείχη.
στα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου
καθώς ελπίζαμε και περιμέναμε σιγά
μη γνωρίζοντας πως γεμίζουν
τα πιθάρια μυρωδιές του καλοκαιριού
και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν
μπροστά στη λάμψη του «βολικού κι ωραίου».

Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα.

ΙΙΙ
Ιδιότυπα κι ετεροχρονισμένα

Στην πέτρα απάνω σμιλεμένη αστραποβολά
η τελετή η πολύμοφη…
Κι από πιο πάνω χορός ερώτων φτερωτών
τρυγούν-τρυγούνε τ’ αμπελάκια.

ΑΜΩΜΥΜΟΣ
(Από την «ΠΑΛΑΤΙΝΗ ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ»
επιγράμματα ερωτικά σε μετάφραση
τον Γιώργου Κεντρωτή)

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕΤΡΑΝΕ ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Στο μεγάλο χωνευτήρι του σήμερα,
μια ταρταρούγα αιωνόβια
ακολουθεί τα βήματά μας αδιάκοπα
κρατς-κρουτς, κρατς-κρουτς.

Κι είναι στο κάθε βήμα της
σα γουράκια ποικιλώνυμα να σχηματίζει
για τα παιδιά που μετράνε τα σύννεφα
και χαράζουν τους αριθμούς
σαστισμένα στη λάσπη της γης,
όταν η απαλή επιδερμίδα τους
γεμίζει ευθείες τεμνόμενες
με των περασμένων χρόνων τα λάθη.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΤΣ ΚΑΛΑΜΕΝΙΟΥΣ ΦΡΑΧΤΕΣ

Σε απίκραντα καλοκαίρια των θυμαριών
ενός μισοσβησμένου από τους χάρτες τόπου,
δείπνα πολλά προσφέρουν οι ευγενείς
πίσω απ’ τους καλαμένιους φράχτες·
τα σμήνη των πουλιών γενιές δεκατρείς
τσιμπολογούν και φεύγουν αποσπώμενα
μέσα από ομόκεντρους κύκλους.
Διάφορα κυκλαδικά ειδώλια λες
που ξάφνου ζωντανεύουν εδώ κι εκεί
αδιάφορα κοιτώντας
μέσα από τρυπούλες σιέλ
την ώρα που υποχωρεί
απ’ τη μαυρίλα των οριζόντων
ως ρέκβιεμ θανάτου το ψέμα.

Και πώς αντιστέκεται κανείς στη θερινή ραστώνη
και στους μικρόψυχους γύρω ανταγωνισμούς;
— Δες, νεαροί πρίγκιπες μες στην ευμάρεια
που ξεκλειδώνουν τα στόρια νωρίς το πρωί
και μπαίνουν εργάτες στα μεταλλεία
και μένουν εκεί το υπόλοιπο της μέρας
δίχως φωνή ελάχιστη
να ομοιοκαταληκτεί στη φλέβα του χρυσού.
Έπειτα από δουλειά σκληρή στην άπνοια,
σκεπτόμενοι τις ομοιότητες
με τις ζωές των άλλων
—κι όμως τα ετερώνυμα έλκονται—
τραβάνε συρματάκια φιλιγκράνας
να δέσουν σε μενταγιόν τον Ηράκλειο κόμπο
με την αιώνια υπόσχεση αγάπης
αφίλητα λίγο πιο πάνω από το στήθος.

ΨΗΛΑ ΣΤΟ ΚΑΜΠΑΝΑΡΙΟ

Περασμένα μεσάνυχτα —
κι ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων.

Ψηλά στο καμπαναριό
κεντούν τα κοριτσόπουλα
με χρυσή κλωστή τον ουρανό·
μπλαβιά με άπειρο φεγγάρι
τα γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας
τραγουδώντας: «αύριο, ίσως αύριο
τα όνειρα θα γίνουνε συνήθεια
κι ο ήχος της θάλασσας υδροχαρής
πάλι θα μας γλυκάνει…»
Μια προσδοκία από παλιά
που έφυγε πετώντας νωρίς
κι ακόμα με συνέπεια τις κυνηγάει.
Είναι ο Έρωτας
που ξενιτεύτηκε μικρός
αφήνοντας σημάδια – δαχτυλιές
να ματώσουν τους τοίχους
για μια φορά ίσως και τις πλατείες.

«Θα ξημερώσει κομματιαστά
και θα ’ναι της Αγίας Ιουλίτης
όπως μια φορά κι έναν καιρό», έλεγα.
Και τώρα με ραβασάκια αέρινα
ως χελιδόνι στα κρυφά
μετέωρος, ανέγγιχτος και μόνος
—πάλι ο έρωτας—
πώς φεύγει, πώς έρχεται
μέσα από τρεις σειρές
κι άκου πόσο τραγουδιστά που ξαναξεκινάει.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Εκείνο το καλοκαίρι
περνούσαμε από τόπους
ανάλαφρους κι απεριόριστους
με το ιερό κοίταγμα στα μάτια
και την ορμή των αστερισμών
μιας παλαιότερης δυναστείας,
από τα μύχια των ερώτων
που αναφλεγόμενοι θαρρείς,
απέναντι στο καθρεφτάκι του Θεού
βυθιζόμασταν στα ήσυχα νερά
στα πορφυρώματα της δρόσου
και πάντα κάποιο μήνυμα
μας καλούσε πίσω από κείνον
τον παράδεισο του αφανισμού
και σε ρωτούσα με την άγνωστη φωνή
του άλλου —ποιου άλλου;—

— Ποια ηδονική παλίρροια, λοιπόν,
και ποια βογγητά μέσα στη λήθη
γλιστρούσαν ξώφαλτσα
κι εξανεμίζονταν απ’ τα κορμιά μας;
— Ποια μουσική στα βλέφαρα
και ποιοι φθογγολογικοί καταρράχτες στα χείλη
διέλυαν την αντήχηση των πραγμάτων
κάπως νευρωτικά κι εθελούσια;
Κι όλα αυτά μπερδεύονταν τόσο αδιάφορα
με τις διακλαδώσεις της ευπρέπειας
κι απλώνονταν σαν τελετουργικό
βαθιά κάτω από τ’ αμμώδες χώμα
των χαδιών.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΠΟΣΤΑΣΗ
ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΥΡΗΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 16/7/2022

Η αποκρυπτογράφηση της ποιητικής μυθολογίας του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ

Θα το πω ευθύς εξαρχής και θα το πω χωρίς περιστροφές: Καμία ανάγνωση του ποιητικού λόγου του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, όσο διεισδυτική και αναλυτική και αν είναι, δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτη ή οριστική. Γιατί, απ’ όποια πλευρά ή γωνία και αν κοιτάξεις αυτόν τον τόσο βαρυσήμαντο ποιητικό λόγο, θα μένει πάντοτε κάτι το ανέκφραστο. Σίγουρα κάτι θα γλιστράει και θα ξεφεύγει από τη ματιά μας. Έχω καταλήξει σε αυτό το αβίαστο συμπέρασμα μετά που διάβασα (και ξαναδιάβασα) την καινούργια συλλογή του που φέρει τον ασυνήθιστα πεζό τίτλο ΄΄Προσεγγίσεις μετά την απόσταση΄΄, η οποία κυκλοφόρησε τον Μάρτιο αυτού του χρόνου (1922) στην Αθήνα από τις εκδόσεις ΄΄Δωδώνη΄΄.
Κατέληξα σε αυτό το συμπέρασμα γιατί, αυτή η φαινομενικά απλή ποίηση, φέρει μέσα της, όπως με έκπληξη έχω διαπιστώσει, μία απόκρυφη μυθολογία που σε τελική ανάλυση αυτή συνιστά και τη γοητεία της και την καλπάζουσα δυναμική της αλλά και το απροσδιόριστο βάθος της! Είναι μία γοητεία της οποίας η αγνότητα και η μαγεία δεν μπορούν, νομίζω, να περιγραφούν με λόγια. Ούτε βέβαια και η ανεξάντλητη ενέργεια αυτής της ποίησης μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Και ομολογώ πως δυσκολεύτηκα αρκετά, όσες φορές και αν προσπάθησα ν’ αποκρυπτογραφήσω τα στοιχεία που τής δίνουν αυτή όλη την απερίγραπτη γοητεία! Θέλω, με αυτή την ομολογία μου, να τονίσω πως η κατανόηση της ποίησης του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ προϋποθέτει προσεχτικούς βηματισμούς και κυρίως υψηλή προετοιμασία. Με άλλα λόγια επιζητά αρκετό χρόνο, καθώς και επίμονη και επίπονη σπουδή πάνω σε κάθε στίχο που έχει γράψει ο ποιητής. Μόνο έτσι, νομίζω, θα επιτευχθεί μία σφαιρική και χορταστική ανάγνωση αυτής της ποίησης όπου, συν τω χρόνω, ο αναγνώστης θ’ ανακαλύψει και τα κατάλληλα κλειδιά για να ξεκλειδώσει τα εφτασφράγιστα σημεία της, εκεί και όπου υπάρχουν.
Από την περιπλάνησή μου, λοιπόν, στους στίχους και γενικά στο πυκνό δάσος της ποίησης του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, και αν σωστά έχω αποκρυπτογραφήσει κάποια αδρά σημεία ή στοιχεία αυτής της ποίησης, έχω να καταθέσω, εν συντομία, τα εξής:
Ολόκληρη η συλλογή μοιάζει με ένα φορτισμένο (όμως ακάλυπτο) ηλεκτρικό καλώδιο που μεταφέρει μέσα του υψηλής έντασης ενέργεια. Επομένως, του αναγνώστη που έρχεται σε άμεση επαφή με αυτή την τόσο ηλεκτρισμένη ποίηση, είναι αδύνατον που να μην τεθούν αμέσως σε κίνηση τόσο το κορμί του και όλες οι αισθήσεις του, όσο και το πνεύμα και η ευαισθησία του, τα οποία όλα μαζί, σε μία αρμονική λειτουργία, προκαλούν μέσα του ψυχική αναστάτωση αλλά και κύματα ευφορίας και πνευματικής ανάτασης.
Ακόμη, έχω διαπιστώσει (πράγμα που με λίγη προσπάθεια μπορεί να το διαπιστώσει και ο οποιοδήποτε αναγνώστης – περισσότερο όμως οι πιο καλά μυημένοι στα μυστικά της ποίησης) πως η ποίηση του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ είναι μία ποίηση που στο μεγαλύτερο μέρος της βασίζεται και στηρίζεται στην παρουσία και τη λειτουργία των λέξεων μέσα στο στίχο και γενικά στην όλη δομή του ποιήματος. Κυρίως είναι μία ποίηση που προκαλεί περισσότερο την φαντασία. Θέλω να υποδείξω πως ο ποιητής συνειδητά αποφεύγει ή απορρίπτει τις σύνθετες ιδέες στην καινούργια ποίησή του, γεγονός που της προσδίδει μία έκδηλη απλότητα, παρά το γεγονός ότι αυτή είναι μία ποίηση περίτεχνη, γιατί εντός της, στα κατάβαθα της, εμφωλεύει η ατόφια τέχνη του. Αποφεύγει ακόμη τις φανταχτερές και πλανερές εικόνες, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν υπάρχουν εικόνες στα καινούργια ποιήματά του. Αντιθέτως, υπάρχουν εικόνες, και μάλιστα αρκετές, οι οποίες όμως, σκόπιμα, δεν τυγχάνουν έντονης προβολής μέσα στα ποιήματά του γιατί πιθανόν να υποβαθμίζουν τα άλλα στοιχεία-τους.
Από αυτή την άποψη ο Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ παρουσιάζεται γνήσιος οπαδός των θέσεων και απόψεων του Στέφαν Μαλαρμέ (Stephane Mallarme 1842-1898), πάνω ειδικά σε αυτό το θέμα. Με άλλα λόγια, ο ποιητής μάς προϊδεάζει πως η πρώτη ύλη στην ποίησή του είναι οι άφθαρτες λέξεις και ό,τι με αυτή και μόνο τη συνταγή υφαίνει και ολοκληρώνει την τέχνη της ποίησής του. Ότι δηλαδή πίστευε και ο Στ. Μαλαρμέ. Αξίζει, πιστεύω, στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω τον υπέροχο και ιστορικό (πλέον) διάλογο του Στ. Μαλαρμέ με τον Ντεγκά, όταν ο δεύτερος είπε στον ποιητη πως έχει υπέροχες ιδέες στο κεφάλι του και ό,τι με αυτές θα κάνει ποίηση. Ο Στ. Μαλαρμέ τότε του αντέτεινε «πως η ποίηση δεν γράφεται με ιδέες αλλά με λέξεις». Ενδεικτικό παράδειγμα το μικρό ποίημα «Στην έρημο της μοναξιάς»:

Προς τα που πηγαίνετε;
Μας ρωτούν, οι άγνωστοι του τόπου.

Βαραίνουν τα βήματα
Στην έρημο της μοναξιάς
Και μόνον οι ζωγράφοι
Γνωρίζουν καλά τα χρόνια,
Όταν αποτυπώνουν με χρώματα
Τις υπεκφυγές του σύμπαντος
Με το θρηνητικό νανούρισμα
Των πουλιών που αγάπησαν.
σ. 11

Οι λέξεις όμως στην ποίηση του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ δεν λειτουργούν μόνο με τη νοηματική διάστασή τους. Έχουν, όπως έχω αντιληφθεί, και μία άλλη διάσταση! Θέλω να επισημάνω, πως οι λέξεις-του, ανεξάρτητα από το χοντρό νόημά τους, όπου η κάθε μία έχει, όπως είναι γνωστό, για τον κάθε άνθρωπο ένα χρώμα, ένα βάρος και μία ιδιαίτερη γεύση, τώρα διαθέτουν και ένα επιπρόσθετο προσόν. Συγκεκριμένα, τις λέξεις μέσα στο σώμα της ποίησης του Σ. Αλάγιαλη-Τσιαλίκ τις αισθανόμαστε να είναι πιο ανάλαφρες και διαυγέστερες (Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα, σ. 32, Μες στη λευκότητα των λέξεων, σ. 46). Δηλαδή, τις περισσότερες φορές τις αισθανόμαστε, όπως θα έλεγε ο Γ. Σεφέρης «να φεύγουν σαν τα σκόρπια φύλλα» και «να γράφουν γραμμές χωρίς προοπτική» στον ορίζοντα. Με άλλα λόγια, τις αισθανόμαστε να παίρνουν μία απολλώνια, φωτεινότερη διάσταση. Για την ακρίβεια, τις αισθανόμαστε να γίνονται «ένα συνεχόμενο φως», το οποίο απογειώνεται και καταλάμπει από εκεί ψηλά όλη την οικουμένη. Έτσι ακριβώς, όπως συνέλαβε και κατέγραψε αυτή όλη τη μυσταγωγία ο αξέχαστος Νικηφόρος Βρεττάκος όταν σ’ ένα ποίημά του έγραφε πως «Όταν τελειώνεται ο στίχος οι λέξεις / παύουν να υπάρχουν. Γίνονται ένα / συνεχόμενο φως» (Ν. Βρεττάκου, «Οι λέξεις», Τα ποιήματα Γ΄, σ. 166).
Όσο αφορά τώρα την θεματογραφία του, έχω να σημειώσω πως ο ποιητής στα περισσότερα ποιήματά του, με διάθεση που αγγίζει θα έλεγα τα όρια της εμμονής, υμνεί τα απλά, τα ταπεινά και τα υποδεέστερα πράγματα που βρίσκονται πάνω στον πλανήτη μας. Γι΄ αυτό και στην ποίησή του, όπως ανάφερα, δεν υπάρχει και δεν θα συναντήσουμε τρανταχτά, δήθεν, θέματα ή φανταχτερές εικόνες που μόνο εντυπωσιασμό προκαλούν στον αναγνώστη, γεγονός που τον απομακρύνει από την ποιητική ουσία αλλά και τον αποπροσανατολίζουν από τα μηνύματα που θέλει να του μεταδώσει.
Βασικά, είναι μία ποίηση στην οποία ο δημιουργός της καταπιάνεται, εξετάζει και αναλύει ανθρώπινα υπαρξιακά προβλήματα, όπως είναι η αφόρητη μοναξιά, τα σκληρά γερατειά, η απάνθρωπη και απαράδεκτη συμπεριφορά κάποιων συνανθρώπων μας προς τους γύρω τους και γενικά η ματαιότητα της ύπαρξης, με αποτέλεσμα οι στίχοι του ν’ αποπνέουν πόνο, θλίψη, μελαγχολία αλλά και μία ανάγκη για μεταφυσική θεώρηση της ζωής. Γράφει στο ποίημα «Η αυγή της απουσίας:

Άντρες, γυναίκες
Και παιδιά μεγάλα ως έφηβοι
(Που μόνο στον ύπνο τους αφήνονται
Γιατί τότε τους αφήνουν
Κι οι ανάγκες της ζωής)
Κοιτούσαν να ζυγώνουνε πάντα χαράματα.
Πάλι τα γηρατειά ήταν μπροστά
Και οι σκιές τους πίσω.
σ. 14

Γενικά, θα έλεγα πως ο ποιητής καταπιάνεται με πολύπλοκα θέματα, όπου ο στοχασμός ή ο προβληματισμός του, πάνω σε αυτά τα ανθρώπινα υπαρξιακά προβλήματα, αποκτά και το ανάλογο φιλοσοφικό βάθος. Με αυτό βέβαια δεν εννοώ πως η έμπνευσή του στομώνει μπροστά στ’ άλλα, τ’ ασήμαντα γεγονότα που συμβαίνουν γύρω του. Απεναντίας, η έμπνευσή του αφορμάται από κάθε τι που υπάρχει πέριξ του, αρκεί να του κεντρίζει το ποιητικό ενδιαφέρον του, όπου στην πορεία τούς δίνει τις ανάλογες προεκτάσεις, κοινωνικές ή φιλοσοφικές, χωρίς κατ’ ανάγκη ο ποιητής να κάνει καθαρή φιλοσοφία! Για την ακρίβεια, ο ποιητής σε αυτές τις ποιητικές στιγμές του παρουσιάζεται σαν ένας ταπεινός αυτόκλητος παρατηρητής της αιώνιας ζωής που βάλθηκε να εξετάζει και ν’ αναλύει λεπτομέρειες του ανθρώπινου βίου, τις οποίες στην πορεία τις διυλίζει μέσα από τα λαμπερά φίλτρα της ποιητικής τέχνης του και ακολούθως όλο αυτό το επεξεργασμένο υλικό το περνάει στους στίχους και στις συλλογές του.
Η προσπάθεια του ποιητή να ανατρέψει την κοινή λογική των πραγμάτων είναι ένα άλλο στοιχείο που συναντάμε στην καινούργια ποίηση που μάς προσφέρει ο Σ. Αλάγιαλη-Τσαλίκ, που παρουσιάζει, μάλιστα, κατά την άποψή μου, και μεγάλο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Δηλαδή, είναι εμφανής, μέσα σε αρκετούς στίχους του, η προσπάθεια του Σ. Αλιάγαλη-Τσαλίκ ν’ ανατρέψει την πραγματική κοινωνική εικόνα, κυρίως εκείνη την εικόνα που είναι εφιαλτική και αποτρόπαιη, και η οποία παρουσιάζεται, απρόσμενα τις πιο πολλές φορές, μπροστά στα γεμάτα ερωτηματικά μάτια του, με στόχο να την αντικαταστήσει με άλλη ανθρώπινη εικόνα, πιο ποιητική και πιο όμορφη. Και αυτό για να έχουν έτσι οι αναγνώστες στη διάθεσή τους μόνο εκείνη την εικόνα που ο ίδιος επιποθεί και ονειρεύεται. Μία ιδεατή εικόνα που σίγουρα θα είναι αγγελικά πλασμένη και πανέμορφη! Με αυτή την έννοια όμως, η ποίησή του στο μεγαλύτερο μέρος της καταλήγει να είναι εδραιωμένη πάνω στις ανατροπές και τις αντιθέσεις. Δίνω κάποια ενδεικτικά αποσπάσματα:

Και συνηθίζουμε να βλέπουμε με τα αυτιά
Ν’ ακούμε με τα μάτια,
Έτσι ψιθυριστά
Με την επαύξηση των ερωτηματικών
Μέσα στην πιο βαθιά νύχτα
Αγνοώντας το καλοκαίρι.
σ. 21

Κι ο Θεός κάπου – κάπου τάσσεται υπέρ
Των μυστικών συνομωσιών
σ. 30

Απόψε ο θάνατος ξετυλίγει
Την αστραφτερή του ομορφιά, ψιθυρίζω
σ.36

Αρκετά ευδιάκριτα μέσα στην ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσαλίκ είναι και κάποια σύμβολα, όπως π.χ. η λέξη «καθρέπτης» που επαναλαμβάνεται στα ποιήματά του και τα οποία επιδιώκει να λειτουργούν, κατά κύριο λόγο, ως νοηματικοί αρμοί στην αντίληψη του αναγνώστη του. Καθαρά σύμβολα που οδηγούν όμως και σε εξπρεσιονιστικές τεχνοτροπίες. Εννοώ τεχνοτροπίες που παρακάμπτουν τη ρεαλιστική και ευκολοδιάβατη ποιητική γραφή.
Ένα τέτοιο ενδεικτικό σύμβολο, όπως ανάφερα, είναι οι σκεπασμένοι καθρέπτες. Ο ποιητής, όπως διαπιστώνω, θέλει να είναι σκεπασμένοι όλοι, ή σχεδόν όλοι, οι καθρέπτες του. Και είναι και αυτό, νομίζω, μία ένδειξη του φόβου του στο να αντικρύσει την κοινωνική πραγματικότητα (Απλώνεται μια ερημιά που αδιάκοπα / Γεννοβολά ιστορίες τρόμου ανεξήγητες, σ. 19), όπως αυτή η πραγματικότητα παρουσιάζεται μπροστά στ’ απορημένα μάτια-του. Δηλαδή, φοβάται μήπως μέσα από τους καθρέπτες αντικρύσει να προβάλλει κάτι που πιθανόν θα τον αναστατώσει και θα του ανατρέψει την ψυχική και σωματική ισορροπία του. Αυτό το κάτι μπορεί να είναι ακόμη και ο ίδιος εαυτός του. Δηλαδή η δική του, η προσωπική, πραγματικότητα αλλά και η γύρω του κοινωνική πραγματικότητα. Με δύο λόγια, ο σκεπασμένος καθρέπτης είναι ωσάν να τον βοηθάει να μην έλθει σε άμεση επαφή με τη σκληρή και αδυσώπητη πραγματικότητα ή, καλύτερα, με κάποια αρνητικά φαινόμενα από τη προσωπική του ζωή ή από τη γύρω-του κοινωνία. Γράφει στο ποίημα «Μέσα στο ερημικό σπίτι»:

Στο ερημικό σπίτι το φως διάχυτο
Κι όλα τα συναισθήματα τέμνονται
Από την απουσία.
Οι καθρέπτες σκεπασμένοι με λευκό πανί.
σ. 19

Σε τελική ανάλυση, με το σύμβολο του σκεπασμένου καθρέπτη, ο ποιητής ωσάν να μάς υποβάλλει την επιθυμία του να κρύψει και εξαφανίσει από τον ορίζοντά-του, αλλά και από τον ορίζοντα του αναγνώστη-του, όλες τις απαίσιες εικόνες που τον στοιχειώνουν. Και αυτό για να επικρατήσουν, όπως είπα, μόνο εκείνες οι εικόνες που επιθυμεί ή που ονειρεύεται.
Ο ποιητής με την καινούργια δουλειά του φαίνεται πως έχει παράξει μία ανάδελφη ποίηση. Θέλω να πω πως στην ποίησή του δεν ανιχνεύονται ίχνη ή, καλύτερα, γόνιμοι επηρεασμοί από την ποίηση άλλων ποιητών, Ελλήνων ή ξένων. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για τον ποιητή της Αλεξάνδρειας. Γιατί, όπως έχω προσέξει, η βαριά ανάσα του Αλεξανδρινού είναι αρκετά αισθητή μέσα στην καινούργια ποιήματα του Σ. Αλάγιαλη-Τσαλίκ. Εννοώ πως κάποιοι στίχοι του θυμίζουν ή παραπέμπουν έντονα στην ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη και ιδιαίτερα στο ποίημά του «Τα κεριά», το οποίο, όπως διαφαίνεται, κατέχει δεσπόζουσα θέση στον στοχασμό του και κυρίως στην ποίησή του.

Αυτά που θα’ ρθουν και θα φύγουν
Μέσα στο σκοτάδι μιας άσπιλης νύχτας
Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν
Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων.
σ.29

Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες
Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκως
Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμη
σ. 16

Ολοκληρώνοντας θέλω να τονίσω πως η καινούργια συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσαλίκ αποτελεί σημαντική κατάκτηση στον χώρο της λογοτεχνίας! Μεταφέρει μέσα της, όπως προσπάθησα ν’ αποδείξω, καινούργια και ενδιαφέροντα στοιχεία που είναι ικανά ν’ αναζωογονήσουν και να σπρώξουν την ελληνική λογοτεχνία ακόμη πιο πέρα. Θέλω να πιστεύω πως το επόμενο βήμα του ποιητή θα είναι ακόμη πιο εντυπωσιακό. Δεν έχει παρά να το αναμένουμε με ενδιαφέρον.

.
ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

ΠΕΡΙ ΟΥ 21/5/2022

Η έβδομη ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ ξεκινά με μια θετική διάθεση προσέγγισης, σύμφωνα τουλάχιστον με τον συνδιαλλακτικό τίτλο της. Αποτελείται από τριάντα ποιήματα, άλλα ολιγόστιχα και άλλα πιο εκτεταμένα.
Τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή, όπως άλλωστε και όλους τους ποιητές και συγγραφείς, είναι τα μεγάλα θέματα που απασχολούν και βασανίζουν τον άνθρωπο γενικότερα από την αρχή του κόσμου: Ο χρόνος, η μνήμη/η λήθη, ο θάνατος/οι νεκροί, ο έρωτας/η αγάπη, η αλήθεια, η ζωή, η σιωπή, τα όνειρα, η μοναξιά, η θλίψη, η γαλήνη. Ιδιαίτερα ο θάνατος και οι νεκροί στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή αναφέρονται στα περισσότερα ποιήματα (12). Ίσως με την έννοια αυτή εξηγείται και ο τίτλος, ως μια προσέγγιση, συμφιλίωση με την ιδέα και το αναπότρεπτο γεγονός του θανάτου, που ξεχνάμε, όταν είμαστε νέοι.
Τα ρηματικά πρόσωπα που κυριαρχούν είναι το α’ πληθυντικό και κάποτε το γ’ πληθυντικό, σπανιότερα το α’ ή γ’ ενικό. Σε πολλά από τα ποιήματα, με ευθείες ή πλάγιες ερωτήσεις, τίθενται ερωτήματα υπαρξιακά, κοινωνικά, λιγότερα με πολιτικό χαρακτήρα, που συνήθως μένουν αναπάντητα. Οι μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις και εικόνες μοιάζουν να κεντούν με ποικίλα χρώματα τα ποιήματα. Ο τόνος που επικρατεί είναι τρυφερός, μελαγχολικός, κάποτε και εφιαλτικός. Συχνά ο τίτλος του ποιήματος επαναλαμβάνεται σε κάποιο στίχο, δίνοντας έμφαση.
Για όλα όσα επισημάνθηκαν προηγουμένως και αφορούν τα θέματα που απασχολούν τον ποιητή, αλλά και τα χαρακτηριστικά της ποιητικής του, θα δώσω παρακάτω ενδεικτικά παραδείγματα με τους στίχους του ποιητή:
Χρόνος, μνήμη, λήθη: «{…}Ώσπου κομμάτια-στεναγμοί ξεβράστηκαν στην/παγωμένη ακτή της λήθης κι ο χρόνος ανέκφραστος/έπαψε να παίζει την τυφλόμυγα της μοίρας μας/» (Ο χρόνος ανέκφραστος, σελ. 9), «Κι είναι νωρίς, πολύ νωρίς/Για συνειρμούς των αδικοχαμένων», (Είναι πολύ νωρίς, σελ. 12), «{…}Ακολουθούμε πιστά τη γραμμή/Που ακινητεί τον χρόνο/», (Η έδρα της γαλήνης, σελ. 15), «{…}Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες/Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκώς/Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμή/Απ’ όλα τα υλικά πράγματα/Που άδολα πλήττουν τον καιρό μας./», (Η μάνα που δακρύζει, σελ. 16), «{…}Μας ταξιδεύουν οι ήχοι που ξεκολλούν/Απ’ το τίποτα κι απ’ τον ψευδάργυρο του χθες./», (Η άκαμπτη σιωπή, σελ 22), «{…}Κι όμως όλα υποκρύπτονται/Με μιαν ασημαντότητα/Συμπαντική του χθες./», (Δίχως συμβιβασμούς, σελ. 26), «Κάποτε οι γέροντες ήξεραν/Τα μυστικά του ήλιου να διαβάζουν./», (Οι προοπτικές του μέλλοντος, σελ. 33). Μερικές φορές υπάρχουν έντονες αντιθέσεις ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα, όπως π.χ. στο ποίημα Στη γειτονιά των Αμπελοκήπων (σελ.34-35). Είναι το δεύτερο ποίημα που αφιερώνεται σε γυναικείο πρόσωπο: «Ύπνος ταξιδευτής/{…}Ξημέρωσε.//Σήμερα που ισορροπούν όλες/Οι δυνάμεις της φύσης/{…}Από την παιδικότητα στην ενηλικίωση/». Την ίδια αντίθεση παρατηρούμε και στους στίχους: «{…}Ξάφνου οι αποτυχίες κι οι καταστροφές/Του παρελθόντος/Αποτυπώνονταν στον θόλο τ’ ουρανού/{…}Σήμερα δεν γίνονται αποδεκτές/Οι ίντριγκες των αστεριών./», (Το ζευγάρι που χόρευε, σελ. 42). Η μνήμη περιγράφεται συνήθως με τρόπο αρνητικό, το υλικό της είναι από πέτρα και σύννεφο, είναι άσχημη, σκοτεινή, αμαρτωλή: «{…}Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας/στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας», (Ο χρόνος ανέκφραστος, σελ. 9), «Πέφτουν τα χρόνια/-Κατακόρυφα στη μνήμη-/», (Τα χρόνια, σελ. 45), «{…}Κατεβαίνουν άγγελοι μαυροφορεμένοι./Αυτοί που δεν έχασαν τη μνήμη τους/», (Κουράστηκαν οι άνθρωποι, σελ. 46-47), «{…}Ποιος θα μιλήσει λοιπόν για τη σχετικότητα της/μνήμης;», (Η σχετικότητα της μνήμης, σελ. 49), «{…}Σκοτάδι πυκνό στη μνήμη απλώνεται/», (Η άκαμπτη σιωπή, σελ. 21-22), «{…}Ολοένα ξεμακραίνει το σκοτάδι/Στιλπνό των μέσα δωματίων/Τρυπώντας τα μάτια/Και τα δάκρυα της μνήμης/Με τρόπο τελετουργικό/», (Διέξοδοι αντίστασης, σελ. 23-24), «{…}Σάμπως αυτή δεν είναι εικόνα καθημερινή/-Φόδρα της αυτοκαταστροφής-/Που γλιστρά για να εξαγνίζεται/Η ασχήμια της μνήμης;/», (Η πόρτα του ερέβους, σελ. 36-37), «{…}Γιατί πάντα το υλικό της μνήμης/Είναι φτιαγμένο από πέτρα και σύννεφο/Σαν τις απίθανες μέρες των χελιδονιών./», (Ενάντια στην ασχήμια, σελ. 38-39), «Μνήμη αμαρτωλή-/Δραπέτευσε παλεύοντας/Για τις λησμονημένες στιγμές της αδράνειας./», (Γράμματα του φωτός, σελ. 40-41).
Θάνατος/νεκροί, απουσία, παράλογο: «{…}Μες στα κλαδιά αιωρούνται οι ψυχές/΄Οσων κατοίκησαν στη στέρηση/», (Είναι πολύ νωρίς, σελ. 12), «{…}Έφερναν αγγίγματα από τις υποσχέσεις των νεκρών/», (Η αυγή της απουσίας, σελ. 14), «{…}«Ποια να’ ναι εκείνη-/Της απουσίας η αυγή/Που όλοι μαζί κάποτε θα τραγουδήσουμε/Ενωμένοι./», (ο.π.)», «Κι όλα τα συναισθήματα τέμνονται/Από την απουσία./Οι καθρέφτες σκεπασμένοι με λευκό πανί./», (Μέσα στο ερημικό σπίτι, σελ. 19), « {…}Στάζει κι από τα δάχτυλα των πασχόντων/Σαν μετεωρισμός θανάτου/», (Οι εξισώσεις της αιωνιότητας, σελ. 17), «Προς τα πού βρίσκεται/Το απρόσιτο μέρος του παραλόγου/Όπου δημιουργείται η πραγματικότητα/Ανάστροφα/Σαν μια επιφάνεια τρισδιάστατη;/», (ό.π.), «{…}Κι εκεί, στην άκρη που στέκονται οι νεκροί/Αμίλητοι και περιχαρακωμένοι/», (Διέξοδοι αντίστασης, σελ. 33-34). Με μια εντυπωσιακή εικόνα των νεκρών που δραπετεύουν από τον Άδη, το ποιητικό υποκείμενο προτρέπει να συμφιλιωθούν με τον ίσκιο τους, να συμφιλιωθούν με τον θάνατο: «{…}Κάποτε δραπετεύουν κι οι ψυχές/Με βήματα αυριανά παρμένα από τον Άδη/{…}Με μια αρχαία θλίψη στα πρόσωπά τους/Που μας κάνουν να ξεχνάμε/Τη σήψη των πεθαμένων./{…}Συμφιλιωθείτε με τον ίσκιο σας, καλοί μου,/Τώρα που εκβαθύνονται τα λόγια/», (Όταν ζωντανεύουν τ’ αγάλματα, σελ. 29), και στην κατακλείδα του ποιήματος Στη γειτονιά των Αμπελοκήπων (σελ. 34-35), ξορκίζει τον θάνατο, προτρέποντας σε νέο χτίσιμο του αύριο: «{…}Ξαναχτίζοντας το αύριο της πληροφόρησης/Με μια ανωνυμία θανάτου,/Ως ίαμα και ξόρκι/Στις ατραπούς και στις κακοτοπιές./». Την απατηλή ομορφιά του θανάτου και το απροσδόκητο του πένθους και του ερέβους μάς παρουσιάζει ο ποιητής στους παρακάτω στίχους: «{…}Απόψε ο θάνατος ξετυλίγει/Την αστραφτερή του ομορφιά, ψιθυρίζω./{…}Μόνο μια άγνωστη φωνή ορίζει/Πως προπενθώντας νυχτώνει μέσα μας/Και μια αστραπή απρόσμενη ανοίγει /Την πόρτα του ερέβους/Αναμοχλεύοντας το άγνωστο πένθος της ζωής./», (Η πόρτα του ερέβους, σελ. 36-37), «{…}Με μάτια απειράριθμα/Και ξόρκια να δένουν τους κατοπινούς/Στο άγνωστο πλευρό των mortium./» (Ενάντια στην ασχήμια, σελ. 38-39), «{…}Περπατάμε με μια απόκοσμη μουσική/{…}Και τη γαλήνη του θανάτου./», (Γράμματα του φωτός, σελ. 40-41), «{…}Μέσα στα ρείκια τα πνεύματα φίλων/Ανασταίνουν αλήθειες/Μαζί με τα αιωνόβια δέντρα/Που κουβαλούν θεωρίες μιας συλλογικής ζωής./{…}Και ψάχνεις να βρεις τι έμεινε/Τι έμεινε από κει κάτω./», (Ο μεγάλος άγνωστος, σελ. 43-44), «{…}Ηγεμονικά που αντιστέκεται ο θάνατος/{…}Ανοίγοντας κύκλους σκοτοδίνης/{…}Θρονιάζεται στο στέρνο τους/Με μια λεπίδα αστραφτερή./», (Κουράστηκαν οι άνθρωποι, σελ. 46-47).
Έρωτας, αγάπη, αλήθεια: Το παρακάτω ποίημα είναι αφιερωμένο στη Γιεκιανέ, ένα κορίτσι τρομαγμένο που κοιτά τον κόσμο πίσω από τη τζαμαρία, αν και νιώθει την επιθυμία για έναν έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε. Στην κατακλείδα του ποιήματος ο ποιητής αναφέρεται κάπως ειρωνικά στις ερωτικές σχέσεις του σήμερα που αναπτύσσονται στο διαδίκτυο: «{…}Μπροστά το βλέμμα της και πιο πίσω/Πάλι ο τρόμος των θυελλωδών ανέμων/Που μέσα του θέλει ν’ αποσύρει όλες/Τις αποθηκευμένες λέξεις/Και να τις βάλει ενέχυρο/Στο θησαυροφυλάκιο των επιθυμιών/Για έναν έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε./{…} (Κι όμως οι ερωτικές σχέσεις σήμερα/Είτε καθοδηγούνται από ειδικούς/Είτε παραμένουν στον υπολογιστή/Σαν μια νόρμα εκφραστική του διαδικτύου).», (Το κορίτσι πίσω από την τζαμαρία, σελ.27-28), ενώ για τα λόγια μιας «εκτροχιασμένης» αγάπης θα μας μιλήσει παρακάτω: «{…}Προηγούνται αυτοί που θέλουν να φέρουν πίσω/Κουβέντες μιας εκτροχιασμένης αγάπης/Που έμεινε μεσοδρομίς με χτυποκάρδι/Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα/Και τα πεφτάστερα στην απαλάμη./», (Το αχαλίνωτο της νιότης, σελ.32). Αντίστοιχα για μια ποινή που αφαιρεί το φως της αγάπης και για τους έρωτες που καταλήγουν στη μοναξιά ο ποιητής θα γράψει: «{…}Υπάρχει πάντα μια ποινή όπου/Μας αφαιρούν όλους τους χαρούμενους ήχους/Που ανασύρονται από το φως της αγάπης./Αυτούς που μας διδάσκουν πως τα καλοκαίρια/δεν ευδοκιμούν οι έρωτες/Και τελειώνουν συνήθως/Στης μοναξιάς το σκοτάδι./», (Η πόρτα του ερέβους, σελ. 36-37). Όμως η μνήμη στο έντονα ρομαντικό ποίημα «δραπετεύει από τον βυθώδη έρωτα», (Ένάντια στην ασχήμια, σελ.38-39), ενώ αμέσως πιο κάτω θα αναφερθεί στο «αστρόφως» της φιλικής αγάπης: «{…}Κι όμως το αστρόφως επιμένει να ξεχύνεται/Πάνω από την αγάπη της παρέας μας/ιδεατό./», (Γράμματα φωτός. Σελ. 40-41). Με μια ευθεία ερώτηση γεμάτη πικρία ο ποιητής ψάχνει απάντηση για την απουσία του έρωτα και της αλήθειας: «{…}Πώς παραμένουν στ’αζήτητα/Ο έρωτας και η αλήθεια;/Στ’ αζήτητα κι οι κατοικίες τους/Εκεί που πρόλαβαν/Να ζήσουν γλυκά το «σ’ αγαπώ»./», (Κουράστηκαν οι άνθρωποι, σελ. 46-47) και παρόμοια για τη στέρηση της αγάπης θα αναρωτηθεί: «{…}Κι όμως ανέπαφη πώς-πώς διατηρείται/Η στέρηση της αγάπης;/», (Η στιγμή των μεταμορφώσεων, σελ. 25), ενώ με μια πλάγια αγωνιώδη ερώτηση θα μας εκφράσει τα συναισθήματά του σε α’ ενικό: «{…}Σκέφτομαι πόσες φορές ο άνθρωπος/Θα τιθασεύεται στο ξέφωτο/Με τα προτελευταία επιρρήματα αγάπης/», (Οι εξισώσεις της αιωνιότητας, σελ. 17). Τέλος, θα γράψει πάλι για τον έρωτα στο ποίημα (Μια αίγλη ανεξήγητη, σελ. 48): «{…}Όνειρα αφημένα στο φως/Και στην απόκρημνη ησυχία/Ανασυντάσσονται/Αδειάζοντας τ’ αγγίγματα των ανθών/Στιγμών στον έρωτα πιο δυνατών/Με τον αναγραμματισμό των πόθων./». Γενικά παρατηρούμε ότι ο έρωτας και η αγάπη στα ποιήματα της συλλογής είναι κάτι άπιαστο και χιμαιρικό, όπως και παρακάτω τα όνειρα.
Όνειρα, σιωπή, γαλήνη, μοναξιά, θλίψη, ζωή: «Δεν ξεμπερδεύεις ποτέ/Με τα όνειρα των παιδιών/Αναφωνεί ξάφνου κι η μάνα που δακρύζει./», (Η μάνα που δακρύζει, σελ. 16), «{…}Κι απομένουν ξεσκέπαστα τα όνειρά τους/Στη δροσιά.», (Οι εξισώσεις της αιωνιότητας, σελ. 17), «{…}Πρόσωπα που σκούζουν/Για βαλτωμένα όνειρα/», (Διέξοδοι αντίστασης, σελ. 23), «Την προκαθορισμένη στιγμή των μεταμορφώσεων/Μέσα από μυστικές σιωπές/Και κρύπτες των ονείρων/», (Η στιγμή των μεταμορφώσεων, σελ. 25). Κάποτε η σιωπή ταυτίζεται με τη γαλήνη, αλλά και τη θλίψη: «Μες στα χωράφια των αργυραμοιβών/Κυματίζει η απέραντη σιωπή./Εδώ είναι η έδρα της γαλήνης/», (Η έδρα της γαλήνης, σελ. 15), και αλλού θα αναφέρει: «{…} τη γαλήνη του θανάτου/», (Γράμματα του φωτός, σε. 40-41), «Η άκαμπτη σιωπή των ανθρώπων/Διαπερνά τους ραγισμένους τοίχους/ {…}Βλέπεις πετρώνουν κάποτε οι σιωπές/Εν μέσω φιλιών και αποστάσεων./», (Η άκαμπτη σιωπή, σελ. 21-22), «Και πάλι μια σιωπή καταπραϋντική/Μας ακολουθεί όλο το απόγευμα/{…}Καταγράφει χιλιόμετρα/Μιας απέραντης θλίψης./Όνειρα αφημένα στο φως/», (Μια αίγλη ανεξήγητη, σελ. 48), «{…}θυμίζοντας ταινία του/Αγγελόπουλου με τις πολλές-πολλές σιωπές/των όντων.», (Η σχετικότητα της μνήμης, σελ.49), «{…}Κοίτα, κοίτα ξαναφωνάζει/{…}Και μια επιμέλεια γυάλινη στη θλίψη./», (Η μάνα που δακρύζει, σελ. 16), «{…}Με μια αρχαία θλίψη στα πρόσωπά τους/», (Όταν ζωντανεύουν τα’ αγάλματα, σελ. 29). Η μοναξιά συνυφαίνεται με τη ζωή των ανθρώπων που κουράστηκαν να «ονειροποιούν», κουράστηκαν από τις ανάγκες της ζωής: «{…}Το αναρρίγημα της μοναξιάς/», (Οι εξισώσεις της αιωνιότητας, σελ.17), «{…}Δεν ευδοκιμούν οι έρωτες/Και τελειώνουν συνήθως/Στης μοναξιάς το σκοτάδι./», (Η πόρτα του ερέβους, σελ. 37), «{…}Κουράστηκαν οι άνθρωποι να ονειροποιούν/{…}Και να καλπάζουν μέσα στη γύμνια της μοναξιάς/», (Κουράστηκαν οι άνθρωποι, σελ. 46), «Περπατάμε κατάκοποι κι αλαφιασμένοι (προς το/ άγνωστο του τόπου) γεμάτοι μυστικές συνωμοσίες/που κλείνουν το αλογάριαστο της ζωής.», (Η σχετικότητα της μνήμης, σελ. 49), «{…}Γιατί τότε τους αφήνουν/Κι οι ανάγκες της ζωής/», (Η αυγή της απουσίας, σελ. 14), «Απόψε ζωντανεύουν τ’ αγάλματα/Και βγαίνουν έξω από τα μάρμαρα/{…}Σαν άτυπο ευχαριστήριο στη ζωή./», (Όταν ζωντανεύουν τ’ αγάλματα, σελ. 29), «{…}Και μια αστραπή απρόσμενη ανοίγει/Την πόρτα του ερέβους/Αναμοχλεύοντας το άγνωστο πένθος της ζωής./», (Η πόρτα του ερέβους, σελ. 36), «{…}Σήμερα λαχανιάζει η ζωή δίχως όνειρα/», (Το ζευγάρι που χόρευε, σελ. 42), «{…}Φορές σε μέρη βροχερά και λασπωμένα/Κυλά δίχως μπέσα η ζωή μας./», (Κουράστηκαν οι άνθρωποι, σελ. 47). Παρατηρούμε ότι σχεδόν όλα τα ποιήματα που αναφέρονται στα παραπάνω θέματα διαπνέονται από μελαγχολία και θλίψη για τα τσακισμένα όνειρα, τη μοναξιά, τη ζωή.
Υπάρχουν και δύο ποιήματα που ξεχωρίζουν με μηνύματα κοινωνικά και πολιτικά, όπως: Η αυγή της απουσίας(σελ.14), όπου με πλάγια ερώτηση «νεόκοποι κι αλώβητοι» άντρες μονολογούν, ονειρευόμενοι τη συναδέλφωση των ανθρώπων: «Ποια να’ ναι εκείνη-/Της απουσίας η αυγή/Που όλοι μαζί κάποτε θα τραγουδήσουμε/Ενωμένοι./Και ποιοι θα μας δώσουν τη βεβαιότητα/Της θέλησης για μια πάλη/Ενάντια στα χιλιοειπωμένα/». Στο δεύτερο ποίημα (Υπάρχει πάντα ένα σύνορο, σελ. 30-31)ο ποιητής ασκεί οξεία κριτική, με μια σειρά ερωτημάτων, σε όσα γίνονται κρυφά και μένουν ατιμώρητα: στα φονικά, στις συνωμοσίες και «στο παγκάκι του συμφέροντος»: «{…}Τι θέλουν τα φονικά μες την ευμάρεια;/Πώς παραμένουν ατιμώρητα/Σαν χειμωνιάζει/Και τα καλύπτει το χιόνι;/Κι ο Θεός κάπου-κάπου τάσσεται υπέρ/Των μυστικών συνωμοσιών./», ενώ εκδηλώνει τη συμπάθεια και την ανθρωπιά του, σε α’ ενικό πρόσωπο, απέναντι στους πρόσφυγες και τους άστεγους: «{…}Κι ο άστεγος κι ο πρόσφυγας/Φυτεύουν τα όνειρά τους στη στροφή/Γιατί εκεί δεν τους προφταίνουν/Οι απορίες των κακών/(Χρόνια τους κοιτάζω αποσβολωμένος./Τους διαβάζω εύθυμα χαϊκού/Προσπαθώντας ν’ απαλύνω/Την αγριότητα της ζωής τους).» Πάντως, το ποίημα έχει μια αισιόδοξη κατάληξη: «Υπάρχει πάντα ένα σύνορο,/Ένα σύνορο που αγκαλιάζει τα φωνήεντα/Και την απαλότητα χνώτων ζεστών».
Ολοκληρώνοντας την περιήγησή μου στην τρυφερή, μελαγχολική, ανθρώπινη ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, με την εντυπωσιακή χρήση όλων των προαναφερόμενων στοιχείων που στίζουν στη συλλογή, αλλά και την πλούσια θεματολογία του, θα πρέπει να τονίσω ακόμη κάτι πολύ σημαντικό: την άψογη χρήση του λόγου. Ο ποιητής νομίζω πως κατάφερε να πραγματοποιήσει και ο ίδιος τους στίχους του Ρεμπώ που προτάσσονται ως μότο στη συλλογή: «Φτάνουν αυτά που είδα./Το βρήκα το όραμα/ Σ’ όλους τους ουρανούς».

.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

FRACTAL 18/5/2022

Τι ομορφιά απίστευτη! Είναι η ποίηση της μέρας

Δεν απαιτούνται πολλά πράγματα, λέξεις και δεν ξέρω τι άλλο για να είναι κανείς αληθινός και να κατακτά το συνομιλητή του. Αρκεί ένα ματσάκι ελληνικά αγριολούλουδα, κίτρινοι, δηλητηριώδεις μάλιστα, αλλά πανέμορφοι κρόκοι από την ελληνική γη να κάνουν τη γλώσσα του αηδονιού και τρυφερά να κελαηδήσει, να γράψει όχι μόνο αισθαντικούς στίχους, αλλά και να εκφράσει απλά τα αισθήματα και τα συναισθήματά του όπως μια εικονική συνομιλία με έναν ποιητή που μόνο μέσα από τις δύο πρόσφατες συλλογές ποιημάτων αρχίζω να τον ανακαλύπτω και να τον γνωρίζω:

«Νιώθω πολύ τυχερός που γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ αυτόν τον τόπο. Έναν τόπο που και το χώμα και το κλίμα είναι βουτηγμένα μέσα στην ποίηση. Το σπουδαιότερο όμως για μένα τυχερό είναι το ότι έτυχα Ελληνικής παιδείας. Και πιστέψτε με, όσο υπάρχω κι αναπνέω δεν θα πάψω ποτέ να θαυμάζω το τεράστιο αυτό κεφάλαιο που λέγεται Νεοελληνική ποίηση[…] Έχει μεγάλη σημασία για μας που παλεύουμε με τις αμφιβολίες να βλέπεις πως αυτά που γράφεις βρίσκουν απήχηση στις καρδιές των ανθρώπων που εκτιμούν και υπερασπίζονται δημιουργικά τους στίχους…», εξομολογείται ένας καλός ποιητής, ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη -Τσιαλίκ, που γεννήθηκε, μεγάλωσε και ζει με την οικογένειά του στη Ρόδο.

Όταν ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με την ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη -Τσιαλίκ, όπως αφήνει διάπλατα ανοιχτή την είσοδο στον υπέροχο κόσμο της ψυχής και της καρδιάς του, της λογικής του σκέψης και της εκλεπτυσμένης νοοτροπίας, αισθάνθηκα μέσα μου αγαλλίαση και χαρά. «Υπάρχει ελπίδα κάτι ν’ αλλάξει στον πονεμένο μας κόσμο προς το καλύτερο», σκέφτηκα. «Ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει, οι άνθρωποι θα βρουν την απολεσθείσα ψυχή τους».

Κατέγραψα τις πρώτες σκέψεις που μου ήρθαν αυθόρμητα για να κάνω μια καλή τοποθέτηση της ποίησής του, ανεξάρτητα από τις γνώμες των άλλων, να δώσω τη δική μου άποψη, τη δική μου ερμηνεία των θέσεων και των προθέσεών του, της στάσης του Ροδίτη ποιητή, που «νιώθει πολύ τυχερός που γεννήθηκε, μεγάλωσε σ’ αυτό τον τόπο…κι έτυχε ελληνικής Παιδείας», γενικά στη ζωή και στην τέχνη προσθέτοντας ένα πετραδάκι στο χτίσιμο μιας συνεννόησης, καλής κι αληθινής φιλίας ανάμεσα σε δύο τόσο κοντά γεωγραφικά μεταξύ τους λαούς, μα τόσο μακριά από δεσμούς καλής γειτνίασης: αγάπης, σεβασμού, αλληλοκατανόησης.

Εκτιμώ πολύ την ποίησή του. Τον καθαρό, τίμιο, ανεξίκακο λόγο, την ευαίσθητη ματιά του που αγκαλιάζει με στοργή και τρυφερότητα το φυσικό και το ανθρώπινο τοπίο, τη γενναιότητά του να εκφράζει με τόση θέρμη το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη του για την ομορφιά και την ποίηση που αποπνέει το ελληνικό χρώμα: «Νιώθω πολύ τυχερός που γεννήθηκα και μεγάλωσα σ’ αυτόν τον τόπο. Έναν τόπο που και το χρώμα και το κλίμα είναι βουτηγμένα μέσα στην ποίηση…», και θεωρεί

από όλα «σπουδαιότερο» την Ελληνική παιδεία του: «το ότι έτυχα Ελληνικής παιδείας. Και πιστέψτε με, όσο υπάρχω κι αναπνέω δεν θα πάψω ποτέ να θαυμάζω το τεράστιο αυτό κεφάλαιο που λέγεται Νεοελληνική ποίηση…»

Διαβάζω τα ποιήματά του και απολαμβάνω το καθαρό, ξάστερο βλέμμα που ρίχνει γύρω του, πάνω στα πράγματα της καθημερινότητας και όχι μόνο. Εκτιμώ τη στάση ζωής και την ποιητική του ευαισθησία, το ταλέντο του, τη στέρεα δομή του λόγου, τη φιλοσοφία του. Παρακολουθώ τη ροή της σκέψης, την άνετη και απρόσκοπτη έκφραση των συναισθημάτων, τον αυθορμητισμό του, μια διάχυτη καλοσύνη που καλύπτει την επιφάνεια των πραγμάτων, καθώς και την ευχέρεια με την οποία διατυπώνεις τους σύγχρονους προβληματισμούς και πώς εισχωρεί το βλέμμα του μέσα στα πράγματα προκειμένου να ερμηνεύσει μια κατάσταση, όπως λ. χ. “τα δάκρυα της μάνας» που είναι “παντού διάσπαρτα κρίνα και γιασεμιά”, ή όταν παρατηρεί στη βιτρίνα του καταστήματος: “το πώς απλώνεται το ξεθωριασμένο βελούδο κι αλλάζει χρώματα με την αφή…”

Κάθε ποίημα διατηρεί την αυτοτέλειά του μέσα στο ποιητικό σώμα, όντας μέρος αναπόσπαστό του, καθώς “όλα-μαζί– υποκρύπτονται/ με μια ασημαντότητα/ συμπαντική του χτες”, ενώ, “μέσα από φωνές που βρίσκονται σε μακροημέρευση/-και- ο καθένας προσπαθεί να συμπληρώσει/ ένα πλήρες βιογραφικό σ’ αυτήν τη ζωή…”, μην μπορώντας να αντιληφθεί ο καθένας, «μπροστά στη λάμψη ‘του βολικού και ωραίου’», γιατί γίνεται όλος αυτός ο αγώνας επικράτησης και κυριαρχίας και ότι «στο τέλος θα βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα».

Κι όμως για «ένα σαν τόπι τίποτα», γίνονται οι πόλεμοι, χάνονται άδικα αθώοι άνθρωποι, πόλεις αφανίζονται, κλαίει και θρηνεί το σύμπαν. Και απαιτείται «πολύς χρόνος να μπορείς να φεύγεις/ χίλια μίλια μακριά/ μα πάλι να στέκεσαι στα ίδια/ κρατώντας αρτοσκευάσματα/ που ξεγελούν την πείνα…», να βρίσκεις το σταθερό σημείο του κόσμου, του δικού σου σύμπαντος.

Λέξεις και φράσεις που βγαίνουν αυθόρμητα από τη βιωμένη πραγματικότητα σχηματίζουν στέρεα ποιητικά σώματα. Ο ποιητής εκών άκων, διαισθητικά μάλλον διέρχεται επί τροχάδην την ιστορική πραγματικότητα σε σχέση με τη γεωπολιτική και καταλήγει εύλογα σε ανάλογα συμπεράσματα: σε μια εκ των πραγμάτων αναγκαία συμπόρευση θρησκειών, λαών και πολιτισμών: «κρατώντας αρτοσκευάσματα που ξεγελούν την πείνα», χωρίς ψευδαισθήσεις, ωστόσο.

Στα πεταχτά πέρασα μέσα από την προτελευταία συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ «Στην αρχή των συμπτώσεων / δύο εκλάμψεις», ψηλαφώντας τα περάσματα του ποιητικού τοπίου, όπως το παραδίδει στους αναγνώστες του εν πλήρει επιγνώσει «περασμένα μεσάνυχτα» όταν «ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων» και είδα και πρόσεξα:

«Ψηλά στο καμπαναριό
– να – κεντούν τα κοριτσόπουλα
με χρυσή κλωστή τον ουρανό
μπλαβιά με άπειρο φεγγάρι
τα γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας
τραγουδώντας ‘αύριο ίσως αύριο
τα όνειρα θα γίνουν συνήθεια
κι ο ήχος της θάλασσας υδροχαρής
πάλι θα μας γλυκάνει’ [..]

Ίσως ο έρωτας
που ξενιτεύτηκε αφήνοντας σημάδια…»

πληγές απούλωτες αφήνοντας στο κενό τις προσδοκίες, το «ξημέρωμα της «Αγίας Ιουλίτης». Στίχοι που ζωγραφούν εικόνες εαρινές, εικόνες ζωής με τον έρωτα να περιδιαβαίνει τον καιρόν μέσα στον ποιητικό χρόνο και να καθίζει όπου βρει κατακόκκινες φυλλωσιές και δροσερές πηγές στ’ απόσκια των τρυφερών αισθημάτων, αλλά και «Στο μονοπάτι του πατέρα»:

«…Κάθε που σημαίνει ο καιρός
…αναδύεται το θρόισμα των συμβουλών
…αναδύονται οι ερωτικές αλήθειες…
τα αινίγματα/ τα λάθη/κι οι ανοιχτοί λογαριασμοί…»

(«Προσεγγίσεις μετά την απόσταση»)

Συνάντησα στίχους που με ξανάφεραν αντιμέτωπη με την τραγωδία: «Περνάμε σαν φαντάσματα/ δίπλα από πλίνθους παλαιούς…». «Ξέρεις, έχω συνειδητοποιήσει πως εμείς οι ζωντανοί άνθρωποι δεν είμαστε παρά φαντάσματα ή κούφιος ίσκιος…», απαντάει ο πολυμήχανος Οδυσσέας στη θεά Αθηνά, όταν τον παρακινεί να βασανίζει ανελέητα τον Αίαντα, επειδή δεν σεβόταν τους θεούς.

Αλλού ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη- Τσιαλίκ , σε άλλο επίπεδο φυσικά, αλλά το ίδιο με τον αρχαίο τραγικό λέει : «Μες τα κλαδιά αιωρούνται οι ψυχές/ όσων κατοίκησαν στη στέρηση…/κι είναι νωρίς, πολύ νωρίς /για συνειρμούς των αδικοχαμένων».. Και ο αρχαίος τραγικός ποιητής «οι ψυχές αιωρούνται στο κενό, στο σύμπαν»

Η επαφή μου με την ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ άνοιξε ένα νέο παράθυρο προς την ευρύχωρη Ανατολή, με βοήθησε να διώξω από την ψυχή μου μια θλίψη που γεννά η ανησυχία μου για την τύχη, για το μέλλον των παιδιών παρακολουθώντας τη συνεχιζόμενη απειλή που δημιουργεί η ατέρμονη εναέρια κινητικότητα της γείτονος ανατολικά χώρας. Πάνω από μισόν αιώνα ζούμε οι δύο λαοί υπό αυτόν τον ασίγαστο εφιάλτη.

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

www.liberal.gr 15/5/2022

«Οι εξισώσεις της αιωνιότητας»

Με επίγνωση για «την σχετικότητα της μνήμης», ο βραβευμένος ποιητής επανατοποθετείται στα μεγάλα διλήμματα της ζωής. Ο καινούργιος ποιητικός του κύκλος, επανεξετάζει «σύνορα», «προοπτικές» και ξαναλύνει τις αιώνιες εξισώσεις. «Ο άνθρωπος ξεπερνάει τον θάνατο έτσι. Κάθε ποίημα γιορτάζει τη ζωή, ακόμα κι αν χαρακτηριστεί ως “λυπημένο”», μας έχει πει, κι αυτό στην ποίησή του ευλαβικά το τηρεί.

Στον προηγούμενο ποιητικό κύκλο του «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…» είχαμε τον ποιητή εν καμίνω! «Τα γνωστά ναυάγια της Μεσογείου», «τα μεγάλα διλήμματα της ζωής» και ο Θάνατος σε χρόνο ενεστώτα κι επώδυνο. Ωστόσο ο βραβευμένος και κατ’ εξοχήν υπαρξιακός ποιητής Σουλεϊμάν Αλάγιαλη – Τσιαλίκ με την καινούργια ποιητική συλλογή του «Προσεγγίσεις μετά την απόσταση», επανέρχεται «στις εξισώσεις της αιωνιότητας» καταργώντας «την άκαμπτη σιωπή».

Με τίτλους ποιημάτων αφ’ εαυτού τους ποίημα και αίνιγμα, «Ο χρόνος ανέκφραστος», «Στην έρημο της μοναξιάς», «Οι εφιάλτες των παραδρομών», «Η έδρα της γαλήνης», «Η μάνα που δακρύζει», «Στο μονοπάτι του Πατέρα», «Η αυγή της απουσίας», «Η άκαμπτη σιωπή», «Η στιγμή των μεταμορφώσεων», «Όταν ζωντανεύουν τ’ αγάλματα», «Υπάρχει πάντα ένα σύνορο», «Οι προοπτικές του μέλλοντος», «Η πόρτα του ερέβους», «Ενάντια στην ασχήμια»… αναγνωρίζει ότι «Κουράστηκαν οι άνθρωποι», μάς στέλνει «Γράμματα του Φωτός», επιμένοντας στον «Μεγάλο άγνωστο». Αισθάνεται ξανά «το ρίγος του ποιήματος», μαζί «με τα κεριά» των οικείων νεκρών.

Άλλωστε για τον ποιητή η ποίησή είναι «Η ίδια η ζωή. Η ποίηση, όπως και κάθε άλλη δημιουργία είναι ισορροπία. Ο άνθρωπος ξεπερνάει τον θάνατο έτσι. Κάθε ποίημα γιορτάζει τη ζωή, ακόμα κι αν χαρακτηριστεί ως “λυπημένο”». Έτσι μας έχει πει σε προηγούμενη κουβέντα μας και γράφοντας μια ζωή ευλαβικά το τηρεί. Αναγνωρίζοντας πως «Οποιαδήποτε ιστορική καμπή, οποιαδήποτε αναταραχή, απελπισία, βιώνεται αλλιώς μέσα απ’ την ποίηση. Η ποίηση δεν σου δίνει ποτέ πρακτικές λύσεις. Μπορεί όμως να σε οδηγήσει σ’ αυτό που ίσως έχεις ξεχάσει. Στην αξία της ζωής που πολλές φορές την αντιμετωπίζουμε με δεδομένη.»

Βιώνοντας την αμηχανία της εποχής:

«Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας
στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας. Εκεί που
συχνά συνηθίζουμε να λέμε “Γιατί να είναι άραγε
έτσι φτιαγμένη η φύση των πραγμάτων- δίχως
απαντήσεις- μέσα στο πλήθος της σιγαλιάς;
Γιατί να κοπιάζουμε σε μέρη σκιερά μονάχα για τον
επιούσιό μας;”

Ώσπου κομμάτια- στεναγμοί ξεβράστηκαν στη
παγωμένη ακτή της λήθης κι ο χρόνος ανέκφραστος
έπαψε να παίζει την τυφλόμυγα της μοίρας μας.
Κι όλο προχωρούσαμε πιο κάτω».

Ως άλλος «Δον Κιχώτης που παλεύει με τους ανεμόμυλους», και επιστρέφοντας στην αρχαία μνήμη «Κάποτε οι γέροντες ήξεραν/ Τα μυστικά του ήλιου να διαβάζουν./ Διάβαζαν τα θραύσματα ζωής/ Κι ας είχαν την αίσθηση του απρόσμενου/ Για παρηγοριά», επανέρχεται στις «εξισώσεις της αιωνιότητας» νηφάλια, με πνευματικότητα, σεβασμό και στοχασμό:

«Προς τα πού βρίσκεται
Το απρόσιτο μέρος του παραλόγου
Όπου δημιουργείται η πραγματικότητα
Ανάστροφα
Σαν μια επιφάνεια τρισδιάστατη;
Προς τα πού βρίσκεται η λάμψη-
Αυτή που αντανακλά
Το αναρρίγημα της μοναξιάς
Κι άλυτες παραμένουν μια ζωή
Οι εξισώσεις της Αιωνιότητας;»

Γιατί αυτό αφορά τον Σουλεϊμάν Αλάγιαλη – Τσιαλίκ στην ποιητική συλλογή του «Προσεγγίσεις μετά την απόσταση», το άρρητο και το άφατο.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΙΧΝΟΣ

FRACTAL 06/07/2022

Σουλεϊμάν Αλάγιαλη- Τσιαλίκ «Προσεγγίσεις μετά την απόσταση», εκδ. Δωδώνη

«Τα τραγούδια των αιώνων»

Η νέα ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, ενός βραβευμένου και καταξιωμένου ποιητής της Ρόδου, τιτλοφορείται: «Προσεγγίσεις μετά την απόσταση» (εκδόσεις Δωδώνη). Και είναι ακριβώς ένα μέτρημα της απόστασης -αλλά και μια απόπειρα άρσης αυτής-, αυτό που επιχειρούν να πραγματοποιήσουν τα 30 ποιήματα της συλλογής.

Της απόστασης ανάμεσα στον έρωτα για τη ζωή και την κινητικότητα, τη μοναξιά και τη μοναχικότητα, τα όνειρα και την οδυνηρή τους διάψευση· την αγεφύρωτη απόσταση, ανάμεσα στη ρωγμώδη διάβρωση που επιφέρει η άκαμπτη σιωπή της παραίτησης, και τη λυτρωτική επενέργεια της πράξης, που αναγεννά την ελπίδα. Την απόσταση, σε τελική ανάλυση, ανάμεσα στην μοναξιά της περίκλειστης ατομικότητας, και τη γαληνεμένη πληρότητα που προέρχεται από το ουσιαστικό αντάμωμα των ανθρώπων.

Η ΑΚΑΜΠΤΗ ΣΙΩΠΗ

Η άκαμπτη σιωπή των ανθρώπων
Διαπερνά τους ραγισμένους τοίχους
Σαν ακροβασίες που κόβουν την ανάσα.
Βλέπεις πετρώνουν κάποτε οι σιωπές
Εν μέσω φιλιών και αποστάσεων.
Κι όμως πάνω στην πιο σκληρή ανάσα
Του πληγωμένου πουλιού
Υπάρχουν κι αυτά τα λίγα
Που είναι προσανάμματα
Στο πέρασμα για τους ονειροπόλους.
Ο συμφυρμός των λέξεων
Τα τραγούδια των αιώνων
Η δυναστική τού νερού δύναμη
Στην πιο σύντομη ανημπόρια μας
Λειτουργούν όλα διαχωριστικά
Και συνηθίζουμε να βλέπουμε με τα αυτιά
Ν’ ακούμε με τα μάτια,
Έτσι ψιθυριστά
Με την επαύξηση των ερωτηματικών
Μέσα στην πιο βαθιά νύχτα
Αγνοώντας το καλοκαίρι.
Σκοτάδι πυκνό στη μνήμη απλώνεται
Κι ας περνάει πάνω απ’ τα μαλλιά μας
Ένας γαλαξιακός αιγιαλός
Με τα θραύσματα του ανέμου
Να συλλαβίζουν: ή ε-γώ δι-κός ή έ-να ψέ-μα.
Μας ταξιδεύουν οι ήχοι που ξεκολλούν
Απ’ το τίποτα κι απ’ τον ψευδάργυρο του χτες.
Τότε με πόδια μουσκεμένα και βήματα θολά
Απομακρυνόμαστε απ’ τη βασιλεία
Του λασπόνερου και της πράσινης χαλαζόπτωσης.

O ποιητής, πασχίζοντας να αναμετρήσει και να χαρτογραφήσει την Απόσταση (εσωτερική και εξωτερική, χωρική και χρονική -Το πρώτο ποίημα της συλλογής τιτλοφορείται: «Ο χρόνος ανέκφραστος»), ανάμεσα στο είναι και το φαίνεσθαι, εισδύει στα τρίσβαθα της ανθρώπινης ύπαρξης -δίχως ποτέ να αποκόπτει τον άνθρωπο από την κοινωνία που τον διαμορφώνει- και αξιώνει να αναδιατυπώσει -αλλά και να κομίσει απαντήσεις, όποτε είναι εφικτό- τα μεγάλα και διαχρονικά ερωτήματα που βασανίζουν τον άνθρωπο.

Η γραφή -κυρίως σε α’ ή γ’ πληθυντικό πρόσωπο, σπανίως σε ενικό- αποπνέει ευαισθησία και ρομαντική μελαγχολία, βεβαρημένη από ερωτήματα, και καταδεικνύει σε κάθε στροφή, την αγωνία του ποιητή για εύρεση λύσεων και διεξόδων από τα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά αδιέξοδα.

Οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις, γεννούν εικόνες πλούσιες και ζωηρές, με τέτοια πλαστικότητα, που τις καθιστούν ικανές να μεταδίδονται στον αναγνώστη άμεσα και αβίαστα.

Συνολικά, πρόκειται για μια ποιητική συλλογή που αξίζει να διαβαστεί, και θα ήταν κρίμα να απουσιάζει από τη βιβλιοθήκη, όλων εκείνων, που μέσα στο αποξενωτικό περιβάλλον του καιρού μας, συνεχίζουν να αναζητούν τους συνανθρώπους τους και πασχίζουν να γνωρίσουν τον εαυτό τους.

.

ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ευρυτανικός Παλμός 8 Αυγούστου 2022

Μας ταξιδεύουν οι ήχοι που ξεκολλούν
Απ’ το τίποτα κι απ’ τον ψευδάργυρο του χτες.
Τότε με πόδια μουσκεμένα και βήματα θολά
Απομακρυνόμαστε απ’ τη βασιλεία
Του λασπόνερου και της πράσινης χαλαζόπτωσης.
Σουλεϊμάν Αλάγιαλη – Τσιαλίκ

Τον Μάρτιο του 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΔΩΔΩΝΗ η νέα ποιητική συλλογή του ποιητή Σουλεϊμάν Αλάγιαλη – Τσιαλίκ. Ο έξοχος σχεδιασμός του εξωφύλλου είναι έργο της Αριάδνης Μιχαηλάρη.
Η συλλογή μοιάζει να ξεκινά με μια διήγηση κάποιων περιπλανώμενων και η οποία ολοκληρώνεται στο τέλος του έργου. Ο ποιητής γράφει για τον ανέκφραστο Χρόνο και καταλήγει στην σχετικότητα της Μνήμης. Μας οδηγεί από τα πρώτα ποιήματα σε μια πολιτεία αναμνήσεων όχι με τρόπο αναπόλησης ή νοσταλγίας αλλά με μια φιλοσοφική κρυστάλλινη σκέψη – αψεγάδιαστη- για την πολιτεία που χτίζουμε όλοι εντός των προσωπικών μας τειχών. Οι κάτοικοι -πάντα- λιγοστοί σαν τους συντρόφους τους καλούς και τους φίλους. Δεν είμαστε παρά κάτοικοι της στέρησης με λάβαρο την ανεκτικότητα. Γραφή καλοδουλεμένη, στίχοι από μέταλλο, ένας αληθινός Ποιητής.

ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΝΩΡΙΣ
Περνάμε σαν φαντάσματα
Δίπλα από πλίνθους παλαιούς
Με οδοδείκτες ξύλινους
Όπου βρίσκεται η ανερμάτιστη πλευρά
Του κάθε συναισθήματος.
Περιπέτειες των βηματισμών
Που υποβάλλουν το απόμακρο.
Απόσταση ενός τσιγάρου μας λεν
Οι λιγοστοί κάτοικοι που συναντάμε
Κατευθυνόμενοι προς το ποτάμι
Θρώσκοντας σε όνειρα αυριανά.
Μες στα κλαδιά αιωρούνται οι ψυχές
Όσων κατοίκησαν στη στέρηση
Κυματίζοντας την ανεκτικότητα
Σαν ανταύγεια φωτός
Που επιτάσσει το άλγος της νοσταλγίας.
Για κοίτα- φέγγει πάντα την ίδια ώρα
Κι είναι νωρίς, πολύ νωρίς
Για συνειρμούς των αδικοχαμένων.

ΟΤΑΝ ΖΩΝΤΑΝΕΥΟΥΝ Τ’ ΑΓΑΛΜΑΤΑ

[…]
Κι ίσως η άλλη ζωή έξω από το αίμα
Να είναι γεμάτη με τα παραμιλητά
Του πιο λευκού λεπτού μέλλοντος.
Συμφιλιωθείτε με τον ίσκιο σας, καλοί μου,
Τώρα που εκβαθύνονται τα λόγια
Αυτά που θα ‘ρθουν και θα φύγουν
Μέσα στο σκοτάδι μιας άσπιλης νύχτας
Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν
Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

DIASTIXO 1/9/2022

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ δημιουργεί με τον τίτλο της, Προσεγγίσεις μετά την απόσταση, ένα παιχνίδι ή, καλύτερα, ένα παιχνίδισμα με κέντρο και αφορμή την έννοια του μήκους, όπως αυτή εκδηλώνεται ως απόσταση στις ανθρώπινες σχέσεις και τη συμπεριφορά. Πιο συγκεκριμένα, ο ποιητής εκκινεί από μια πραγματικότητα, μια κατάσταση, την απόσταση, την απομάκρυνση, τον διχασμό και τη σχάση, και επιχειρεί να την ανατρέψει εγκαθιστώντας ως πυρηνική ιδέα και αρχή την εγγύτητα, την προσέγγιση, την ένωση. Τα ποιήματα του βιβλίου, ελευθερόστιχα στο σύνολό τους, θα μπορούσαν να ενταχθούν και να λειτουργήσουν αντιπροσωπευτικά της υπαρξιακής ποίησης, αφού η δημιουργία και η σύνθεσή τους καθοδηγείται και υπαγορεύεται από υπαρξιακούς, κατά βάση, προβληματισμούς και διερωτήσεις. Πράγματι, εκείνο που μπορεί να διαπιστώσει κανείς, από την πρώτη κιόλας ανάγνωση, είναι η μέριμνα του ποιητή να πραγματοποιήσει μια καταβύθιση στην ουσία και στο νόημα της ύπαρξης όπως αυτή αναφαίνεται, εκδηλώνεται και φέγγει μέσα στη ζωή και μέσα στον κόσμο. Ίσως, βέβαια, πιο σωστό ή πιο ακριβές θα ήταν να μιλήσει κανείς για ποίηση της αναζήτησης, ποίηση μιας πορείας προς την αυτογνωσία και την ετερογνωσία, προς την ανάσυρση του εαυτού όπως αυτός κείται ή, μάλλον, όπως αυτός προκύπτει μέσα από τη δημιουργία.

Διάχυτο μέσα στη συλλογή είναι το αίσθημα της μοναξιάς, το οποίο όμως ούτε καθηλώνει ούτε αναστέλλει την ποιητική δημιουργία, αντίθετα γίνεται το ερέθισμα εκείνο που κινητοποιεί τη γραφίδα του ποιητή και τον καθιστά συμμέτοχο και, ταυτόχρονα, παρατηρητή της. Ιδωμένη μέσα από αυτό το πρίσμα, η μοναξιά γίνεται η συνθήκη της δημιουργίας και ο μοναχικός ή ο μονάζων άνθρωπος γίνεται δημιουργός εκμεταλλευόμενος τη σιωπή και την απόσυρση, τις δυο δηλαδή εκείνες προϋποθέσεις της καλλιτεχνικής επίδοσης: Η μουσική γλιστρά πίσω απ’ τα βουνά/ Καθώς ανάλαφρα κατεβαίνει τ’ αεράκι/ Κι από ψηλά τεμαχίζεται./ Απλώνεται μια ερημιά που αδιάκοπα/ Γεννοβολά ιστορίες τρόμου ανεξήγητες («Μέσα στο ερημικό σπίτι»). Μέσα στο πλαίσιο αυτό βρίσκει την εξήγησή της η περιγραφική τροπή που παίρνουν συχνά τα ποιήματα του Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, καθώς επιχειρούν να εισδύουν μέσα στον περιβάλλοντα χωροχρόνο, που είναι ταυτόχρονα και χωροχρόνος της ίδιας της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης. Αυτή ακριβώς η διάθεση και η τάση αποκτά μια διττή διάσταση ως προς την παράμετρο του τρόπου με τον οποίο επιχειρείται αυτή η καταβύθιση και η ενατένιση του περιβάλλοντος, εσωτερικού και εξωτερικού. Γιατί εκείνο που δεν μπορεί κανείς με βεβαιότητα να πει είναι αν τελικά ο ποιητής επιλέγει να σταθεί ανάερα και απαλά, ανεπαίσθητα σχεδόν πάνω σε όλα εκείνα που αποτελούν τα ερεθίσματά του προκειμένου, σαν άλλη μέλισσα, να αποστάξει ή, μάλλον, να ρουφήξει από αυτά τους χυμούς τους ή αν, σαν άλλο κεντρί, επιχειρεί τη διείσδυση, τη δυναμική εκείνη κάθοδο μέχρι τον πυρήνα της ουσίας τους, μέχρι το κέντρο του νοήματός τους. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι με έναν παράδοξο τρόπο ισχύουν και τα δύο, ότι ο ποιητής δηλαδή απλώνεται και σε έκταση και σε βάθος, αγκαλιάζοντας έτσι τον δημιουργικό ορίζοντα σε όλες του τις διαστάσεις.

Ο τρόπος με τον οποίο δομούνται και εξελίσσονται οι ποιητικές συνθέσεις του Αλάγιαλη-Τσιαλίκ εμφανίζει μια ομοιομορφία και εντάσσεται σε έναν ποιητικό τύπο που υιοθετεί τη συνέχεια στην εκτύλιξη του ποιήματος σα να πρόκειται για μια καταγραφή σκέψεων όπως αυτές αναδύονται από την εντύπωση, τη σκέψη και την αίσθηση της στιγμής, χωρίς απαραίτητα να εντάσσονται και να συναποτελούν μια ποιητική ιστορία σε προκαθορισμένο σχήμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα ποιήματα στερούνται αρχής, μέσης και τέλους, αυτό όμως το τριπλό σχήμα κρύβεται καλά κάτω από μια γραμμική ροή και εξέλιξη, πίσω από μια παράθεση που πολλές φορές δίνει την αίσθηση της συνύπαρξης και της συνάντησης στίχων, καθένας από τους οποίους διατηρεί την αυτοτέλεια και την αυτοδυναμία του, ταυτόχρονα όμως υπάγεται σε ένα σύνολο που διατηρεί έντονη τη σφραγίδα της αισθητηριακής αποτύπωσης. Γι’ αυτό και η αναγνωστική περιήγηση στο ποιητικό σύμπαν του δημιουργού αποκτά τον χαρακτήρα και τα χαρακτηριστικά ενός ταξιδιού μέσα στις λέξεις, όπως αυτές κλειδώνουν μέσα τους την εικόνα, το αίσθημα, την εντύπωση, τη σκέψη. Πρόκειται, λοιπόν, για μια ξέχωρη και ξεχωριστή περιοχή, που υψώνει ένα σύνορο με τον έξω κόσμο για να μπορέσει μέσα από το πεδίο και το έδαφός της να τον παρατηρήσει, να τον αποκρυπτογραφήσει, να τον «διαβάσει» και με αυτό το οπλοστάσιο να μπορέσει έπειτα να τον αναδημιουργήσει. Η διαδικασία και η μέθοδος που ακολουθείται θα μπορούσε να οριστεί ως η εξωτερίκευση μιας εσωτερικευμένης πραγματικότητας, η αποτύπωση του τρόπου με τον οποίον ο ποιητής μπόλιασε την εξωτερική συνθήκη με την εσωτερική του ποιότητα για να τη μετουσιώσει έπειτα σε λόγο ποιητικό, καλλιτεχνικό, λόγο αληθή και ωραίο, ώριμο δηλαδή και κατασταλαγμένο.

.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΤΖΑΝΟΣ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 12/9/2022

Η τελευταία ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ περιλαμβάνει τριάντα ποιήματα. Δύο καταλαμβάνουν τις θέσεις προλόγου και επιλόγου. Ενδεικτικά, οι τίτλοι: «Η έδρα της γαλήνης», «Το κορίτσι πίσω από την τζαμαρία» και «Γράμματα του φωτός». Μια από τις προθέσεις των ποιημάτων τη διατρέχει η έννοια του χρόνου, κι εδώ θα σταθούμε, τόσο ως ταξίδι, όσο και ως σημείο κορύφωσης ποικίλων συναισθημάτων. Εξίσου, ο χρόνος σημαίνει την περάτωση, όπως προκαταβολικά γίνεται αντιληπτό από το μότο κιόλας: «Φτάνουν αυτά που είδα./ Το βρήκα το όραμα/ Σ’ όλους τους ουρανούς», (Arthur Rimbaud, μτφρ. Διώνη Δημητριάδου). Άλλωστε, όσα θα λεχθούν, αποτελούν μιαν, αναπόφευκτα, εκ των υστέρων αντιμετώπιση, δηλαδή αφού έχει μεσολαβήσει η «απόσταση» του χρόνου, ή επειδή ο ποιητής έχει κατακτήσει πλέον την ασφάλεια της αποστασιοποίησης. Ο τίτλος της συλλογής το ξεκαθαρίζει εξαρχής: Προσεγγίσεις μετά την απόσταση.
Ο χρόνος μπορεί να είναι απαθής: «Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας»· μπορεί να είναι πρόωρος: «Κι είναι νωρίς, πολύ νωρίς/ Για συνειρμούς των αδικοχαμένων»· μπορεί να είναι υπενθύμιση: «Έφερναν αγγίγματα από τις υποσχέσεις των νεκρών»· μπορεί να είναι αιώνιος γρίφος: «Κι άλυτες παραμένουν μια ζωή/ Οι εξισώσεις της Αιωνιότητας;»· μπορεί να είναι λήθη: «Σκοτάδι πυκνό στη μνήμη απλώνεται/ Κι ας περνάει πάνω απ’ τα μαλλιά μας/ Ένας γαλαξιακός αιγιαλός»· μπορεί να είναι εξαιρετική στιγμή: «Φεύγουν οι τζογαδόροι των αισθημάτων»· μπορεί να είναι ψαγμένα λόγια που θα χαθούν: «Μαζί με τα κεριά που ανάφτηκαν/ Βιαστικά μέσα στο ρίγος των ποιημάτων»· μπορεί να είναι ο απόηχος μιας μακρινής αγάπης: «Κουβαλώντας λέξεις πικρές όπως τα χόρτα/ Και τα πεφτάστερα στην απαλάμη»· μπορεί να είναι αναρώτηση: «Κάποτε οι γέροντες ήξεραν/ Τα μυστικά του ήλιου να διαβάζουν»· μπορεί να είναι απογοήτευση: «Κουράστηκαν οι άνθρωποι να ονειροποιούν/ Έχοντας βαθιές θρησκευτικές καταφύσεις»· μπορεί να είναι αμφιβολία: «–Ποιος θα μιλήσει λοιπόν για τη σχετικότητα της/ μνήμης;» Ούτως ή άλλως: «Πέφτουν τα χρόνια/ –Κατακόρυφα στη μνήμη–/ Σαν μια χιονόπτωση απαλή/ Που καλύπτει το ξημέρωμα».
Πέρα από την προσέγγιση των αισθημάτων μέσα από τη διάσταση του χρόνου, τα ποιήματα στέκονται στη μοναξιά: «Βαραίνουν τα βήματα/ Στην έρημο της μοναξιάς»· στην αλλοτρίωση: «Ένα “δεν πειράζει” ακουμπούσε/ Στις ριγμένες τους άμυνες»· στη μητρική στοργή: «Δεν ξεμπερδεύεις ποτέ/ Με τα όνειρα των παιδιών/ Αναφωνεί ξάφνου κι η μάνα που δακρύζει»· στην πατρική έγνοια: «Μέσα λοιπόν απ’ αυτή την ταραχή/ Αναδύεται το θρόισμα των συμβουλών»· στην εστία που ερήμωσε: «Κι όλα τα συναισθήματα τέμνονται/ Από την απουσία»· στην ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο: «Ολοένα ξεμακραίνει το σκοτάδι»· στο αδιάκοπο κυνήγι της ζωής: «Και ξαναξεκινάμε ό,τι αφήσαμε μισοτελειωμένο»· στις ανθρώπινες σχέσεις: «Ένα σύνορο που αγκαλιάζει τα φωνήεντα/ Και την απαλότητα χνώτων ζεστών»· στην κάποτε ιδρυματική νοοτροπία της πόλης: «Πώς αφήνουν γυμνή τη λαλούσα χώρα;»· στον θάνατο: «Απόψε ο θάνατος ξετυλίγει/ Την αστραφτερή του ομορφιά, ψιθυρίζω»· στη διαρκή αναζήτηση της αλήθειας: «Πότε θα φανεί/ Ο μεγάλος άγνωστος των ονείρων;»· στην αρμονία της φύσης: «Δημιουργούν μιαν αίγλη ανεξήγητη/ Που εξοργίζει ακόμα και τους σοφούς».
Ξεχωριστό είναι το ποίημα «Ενάντια στην ασχήμια»: Πνοές ανέμου/ Καλπάζουν με τ’ αλογάκια της Παναγιάς./ Σκέψη πρώτη και σκέψη τελευταία/ Πηγάζουν μέσα απ’ τα αποσιωπητικά/ Γιατί πάντα το υλικό της μνήμης/ Είναι φτιαγμένο από πέτρα και σύννεφο/ Σαν τις απίθανες μέρες των χελιδονιών./ Μια τετραγωνική ρίζα αρχαίας νύχτας/ Δραπετεύει από τον βυθώδη έρωτα/ Και ποιήματα σκόρπια/ Που δεν ζητάνε δικαίωση/ Αλλά να ισορροπήσουν αενάως/ Με τα δροσερά ημίστιχά τους/ Μέσα στη βασιλεία των ρημάτων./ Κουλουριαζόμαστε ενάντια στην ασχήμια/ Ως θύματα των σιωπώντων./ Ένα χαμόγελο πικρό / –Κι η γάτα κουλουριάζεται αμήχανη κι αυτή/ Στα πόδια της ερωμένης./ Δωροθέα, Εύθυλλα και Ιζόλδη/ Εκεί που όλες μαζί μυροδοτούν/ Κάτι που προπορεύεται μες στα βιβλία/ Και κάτι άλλο που ακολουθεί/ Στις πορσελάνες με το τσάι/ –Ο απατηλός αντικατοπτρισμός του τίποτα–/ Κι είναι Οχτώβρης του Λουκιανού/ Οχτώβρης του Λογγίνου/ Με μάτια απειράριθμα/ Και ξόρκια να δένουν τους κατοπινούς/ Στο άγνωστο πλευρό των mortium.
Η ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο, παρά τις απογοητευτικές διαπιστώσεις που κάνει, για ένα ευοίωνο αύριο, για την κατάκτηση της εγκόσμιας ομορφιάς. Η θεϊκή συνδρομή είναι, ασφαλώς, χρειαζούμενη, ως απόρροια παρελθουσών ημερών, καταγεγραμμένων ανεξίτηλα στη μνήμη, ενώ ο έρωτας δεν μπορεί παρά να φαίνεται, (και να είναι), ενδοτικός. Πώς να χωρέσει η ποίηση στην ήδη υπέρβαρη και βεβαρημένη καθημερινότητά μας; μοιάζει να ρωτά ο ποιητής. Πώς αλλιώς; Χωρίς ψευδαισθήσεις και σοφιστείες. Ο άνθρωπος όχι ως δυνάστης αλλά με σύμμαχο τη φύση θα αντισταθεί στην ασχήμια, επανερχόμενος στη γοητεία του έρωτα και καθώς οι μέρες του ημερολογίου θα σημαίνουν το πολύτιμο παρελθόν, αλλά, ταυτόχρονα, θα δείχνουν τις άγραφες σελίδες του μέλλοντος. Μια πραγματικά ακμαία ποιητική συλλογή

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

STIGMALOGOU 27.09.22

Με την έβδομη ποιητική του συλλογή (Προσεγγίσεις μετά την απόσταση, εκδ. Δωδώνη 2022) ο καταξιωμένος Ρόδιος ποιητής Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, με λιτό και πυκνό λόγο που φτάνει ώς τον υπερρεαλισμό, μέσα από τριάντα ποιήματα προσπαθεί να ισορροπήσει τις υπαρξιακές του αγωνίες και τις ευαισθησίες της ζωής, μέσα σε μια μνήμη ζώσα και ενεργή που δυναστεύεται καθημερινά από τη μοναξιά, τα αδιέξοδα της αγάπης και του έρωτα, το πένθος και την αδικία, με την ελπίδα να ξημερώσει ένα καλύτερο αύριο, εξαγνίζοντας το «μισόσβηστο φως» να γίνει απαστράπτον, να μη βαραίνει άλλο τους έρημους δρόμους που δοκιμάζουν τις αντοχές των ανθρώπων.
Τα ποιήματα έχουν σφριγηλότητα και κρύβουν το νόημά τους πολύ βαθιά, λες και είναι ζωντανοί οργανισμοί ανεξερεύνητοι, που επιτρέπουν όμως περαιτέρω προβληματισμούς και εμβαθύνσεις. Τα κάνει ελκυστικά η πλούσια εικονοποιία, ο λυρικός τονισμός και η άρτια γλωσσική τους απεικόνιση, με όλα τα υλικά διαλεγμένα με μόχθο και δοσμένα με έξυπνο τρόπο: «Προς τα πού βρίσκεται η λάμψη-/ Αυτή που αντανακλά/ το αναρρίγημα της μοναξιάς/ Κι άλυτες παραμένουν μια ζωή/ Οι εξισώσεις της Αιωνιότητας;» (σελ. 17, «Οι εξισώσεις της Αιωνιότητας»).
Είναι μια ποίηση περισσότερο του αισθητικού νοός, όπως πολύ σωστά μας προϊδεάζει και το εξώφυλλο του βιβλίου, αλλά τα συναισθήματα δεν παύουν να κυριαρχούν και να ερεθίζουν τη σκέψη του αναγνώστη να ψάξει να βρει σημεία που προσθέτουν χρώμα στης ζωής του το νόημα.
Το όραμα που ο ποιητής έχει βάλει ως μότο όλης της ποιητικής συλλογής, εκφράζεται από τα λόγια του Arthur Rimbaud: «Φτάνουν αυτά που είδα/ Το βρήκα το όραμα/ Σ’ όλους τους ουρανούς.» (μτφρ. Διώνη Δημητριάδου). Ναι, σε όλους τους ουρανούς μπορεί ο χρόνος να μένει «ανέκφραστος», αλλά ανακαλύπτει ο ήλιος διαβάσεις που μπορούν να συμβούν μέσω του φωτός τις «ανατροπές», ακόμα και όταν βρισκόμαστε «στην έρημο της μοναξιάς» και της απόγνωσης.
Ίδιοι είμαστε. Περιπλανώμενοι. Με το ίδιο καραβάνι διασχίζουμε το χρόνο χτίζοντας τις δικές μας μνήμες, με τα δικά μας εφόδια και τις δικές μας αντοχές, ακολουθώντας τα ιδανικά πιστεύω μας. Τι κι αν ο δρόμος είναι δύσβατος κι ο καιρός που περνά κάνει τις δυνάμεις μας να συρρικνώνονται, εμείς συνεχίζουμε απτόητοι το ταξίδι, γιατί μένει αναλλοίωτη η ανάγκη της αγάπης για συνεχή ανατροφοδότηση, η ζωή να ξανανιώνει με τον έρωτα, η φλόγα να μη σβήνει. Ο ποιητής μάς αφήνει να καταλάβουμε, πως δε μένουμε ποτέ άπρακτοι, γιατί: «Με τα θραύσματα του ανέμου…/ Μας ταξιδεύουν οι ήχοι που ξεκολλούν/ Απ’ το τίποτα κι απ’ τον ψευδάργυρο του χτες./ …με πόδια μουσκεμένα και βήματα θολά/ …(ν’ απομακρυνθούμε) απ’ τη βασιλεία/ Του λασπόνερου και της πράσινης χαλαζόπτωσης» (σελ. 22, «Η άκαμπτη σιωπή»).
Μπορεί να μην το θέλουμε, αλλά οι αναμνήσεις είναι τόσο τυραννικές, που μας θολώνουν το μυαλό, και έτσι δεν κάνουμε σωστή διαχείριση του χρόνου: «Φεύγαμε και ξαναγυρνούσαμε ακροπατώντας/ στα συντρίμμια των αναμνήσεών μας. Εκεί που/συχνά συνηθίζουμε να λέμε «Γιατί να είναι άραγε/ έτσι φτιαγμένη η φύση των πραγμάτων -δίχως/ απαντήσεις- μέσα στο πλήθος της σιγαλιάς;/ Γιατί να κοπιάζουμε σε μέρη σκιερά μονάχα για τον επιούσιό μας;» (σελ. 9, «Ο χρόνος ανέκφραστος»).
Μα, είναι πολύ δύσκολη η καθημερινότητα, γιατί προϋποθέτει συνεχή προσπάθεια. Κι ευτυχώς που συμβαίνουν, όπως λέει ο ποιητής κάποιες ανατροπές, που την κάνουν λίγο υποφερτή: «Ανοιγοκλείνουν πόρτες παράθυρα/ Δροσίζοντας τους ταλαιπωρημένους» (σελ. 10, «Μικρές ανατροπές»). Το να μένουμε όμως απλώς να κοιτάμε τη σκληρότητα του καθημερινού και του εφήμερου που διαβρώνει τα πάντα, δεν είναι γενναία πράξη, είναι μια προσπάθεια απόσυρσης της ευθύνης, σκέτη δειλία. Κουβαλώντας το εσωτερικό μας χάος περπατάμε και δεν ακούμε γύρω μας τα πουλιά να κελαηδάνε κι ο δρόμος μοιάζει έρημος και μοναχικός: «Προς τα πού πηγαίνετε;/ Μας ρωτούν οι άγνωστοι του τόπου./ Βαραίνουν τα βήματα στην έρημο της μοναξιάς/ Και μόνον οι ζωγράφοι/ Γνωρίζουν καλά τα χρόνια,/ Όταν αποτυπώνουν με χρώματα/ Τις υπεκφυγές του σύμπαντος/ Με το θρηνητικό νανούρισμα/ Των πουλιών που αγάπησαν.» (σελ. 11, «Στην έρημο της μοναξιάς»).
Μόνο η ανεκτικότητα ταιριάζει σ’ αυτούς που ακολουθούν στερημένη ζωή. Αλλά όταν συνεχίζεις να παλεύεις, υποβάλλεσαι σε περιπέτειες και δεν σκέφτεσαι τίποτα άλλο παρά να φτάσεις στο ποτάμι, να βρεις την όποια λύτρωση. Εκεί στα κλαδιά των δέντρων «αιωρούνται οι ψυχές/ Όσων κατοίκησαν στη στέρηση/ Κυματίζοντας την ανεκτικότητα/ Σαν ανταύγεια φωτός/ Που επιτάσσει το άλγος της νοσταλγίας». Αλλά, όπως συμπληρώνει ο ποιητής: Δεν είναι η ώρα «για συνειρμούς αδικοχαμένων» (σελ. 12, «Είναι πολύ νωρίς»).
Δεν έχουν χρόνο ν’ ασχοληθούν οι άνθρωποι με τη φθορά του σώματός τους, με τα γηρατειά, που παραμονεύουν σε κάθε τους βήμα, με τις σκιές που πίσω τους τρεμοπαίζουν συνέχεια. Μόνο στον ύπνο τους αφήνονται ν’ αναρωτιούνται: «Ποια να ’ναι εκείνη – / Της απουσίας η αυγή/ Που όλοι μαζί κάποτε θα τραγουδήσουμε/ Ενωμένοι./ Και ποιοι θα μας δώσουν τη βεβαιότητα/ Της θέλησης για μια πάλη/ Ενάντια στα χιλιοειπωμένα/ Με το πιο αχνό αποτέλεσμα -/ Less is more and not anymore» (σελ. 14, «Η αυγή της απουσίας»). Και ο χρόνος σα νερό κυλά… «Αναφωνεί ξάφνου κι η μάνα που δακρύζει./ Παρατηρώ την παλιά σκουριασμένη βιτρίνα/ Το πώς απλώνεται το ξεθωριασμένο βελούδο/ Κι αλλάζει χρώματα με την αφή/ Έτσι όπως φεύγουν κι οι μέρες/ Μέσα απ’ τα δάχτυλά μας διαρκώς/ Κι απομακρύνονται αχνά στη στιγμή/ Απ’ όλα τα υλικά πράγματα/ Που άδολα πλήττουν τον καιρό μας» (σελ. 16, «Η μάνα που δακρύζει»). «Κι οι άνθρωποι πενθούν…/ Πενθούν λες τις μυρωδιές που χάσανε…// Κι όλα τα συναισθήματα τέμνονται/ Από την απουσία». Αλλά στο γεράκο που μένει μέσα στο ερημικό σπίτι «διακρίνεις μια λεπτότητα κίνησης/ Που ενθαρρύνει τις αποφάσεις του αύριο/ Ενώ παραμένουν πάντα άκλαυτοι/ Πάνω απ’ τα ερείπια των σπιτιών οι πολλοί» (σελ. 19-20, «Μέσα στο ερημικό σπίτι»).
Υπάρχει βέβαια και η άκαμπτη σιωπή, που με κάποια «λίγα προσανάμματα», μας διασώζει, αν και… «Ο συμφυρμός των λέξεων/ Τα τραγούδια των αιώνων/ Η δυναστική του νερού δύναμη…/ Λειτουργούν όλα διαχωριστικά/ Και συνηθίζουμε να βλέπουμε με τ’ αυτιά/ Ν’ ακούμε με τα μάτια,/ Έτσι ψιθυριστά/ Με την επαύξηση των ερωτηματικών/ Μέσα στην πιο βαθιά νύχτα/ αγνοώντας το καλοκαίρι» (σελ. 21, «Η άκαμπτη σιωπή»).
Πόσο θα μας βοηθούσε μες στην περιπλάνηση ν’ ακούγαμε πιο αισιόδοξα μηνύματα, να μας λεν, πως: «Με φωνές συλλογικές,/ Σαν αρχαίας τραγωδίας,/ Γεννιούνται μπροστά μας πρόσωπα νέα…// Αναζητώντας διεξόδους αντίστασης// Μ’ ενάργεια αισθημάτων,/ Ολοένα (να) ξεμακραίνει το σκοτάδι…» (σελ. 23-24, «Διέξοδοι αντίστασης»). Θα ήμασταν κι εμείς μέσα σ’ αυτούς και θ’ άλλαζε πορεία η ζωή μας. Μ’ αυτήν όμως, τη μεταμόρφωση χωρίς αληθινά αισθήματα, χωρίς να βλέπουμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη, που έχει θρυμματιστεί, θα νιώθουμε μόνοι, γιατί θα λείπει η αγάπη: «Παραμένουμε εμείς και ο καθρέφτης/ Που θρυμματίζεται στο πρόσωπό μας/ Κι όμως ανέπαφη πώς – πώς διατηρείται/ Η στέρηση της αγάπης;» (σελ. 25, «Η στιγμή των μεταμορφώσεων»). Κι απορούμε, γιατί: «Όταν θέλουμε όλα να τα ξαναστήσουμε/ Δίχως συμβιβασμούς απ’ την αρχή/ Νήματα λεπτεπίλεπτα αιωρούνται/ Και μας ενώνουν με λέξεις αιχμηρές» (σελ. 26. «Δίχως συμβιβασμούς»). Αλλά συμβαίνει να μη σβήνει «ο τρόμος των θυελλωδών ανέμων», κι έρχεται ένα κορίτσι πίσω απ’ την τζαμαρία, σα να «θέλει ν’ αποσύρει όλες/ Τις αποθηκευμένες λέξεις/ Και να τις βάλει ενέχυρο/ Στο θησαυροφυλάκιο των επιθυμιών/ Για ένα έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε»… Παρ’ όλα αυτά «συνηθίζει να παραμένει στην ίδια θέση/ Ξεχνώντας μέχρι αργά πως πρέπει/ Να διατηρηθούν ζωντανά τα προσχήματα.» (σελ. 27, «Το κορίτσι πίσω από την τζαμαρία»).
Είναι και «Το αχαλίνωτο της νιότης», σελ. 32, που φανερώνει πως «Τα ερωτηματικά μέσα στα βλέφαρα/ Κυλούν ασταμάτητα σαν αντηχεία/ Των γιαλών που λειαίνουν τα βότσαλα/ Κι εισάγουν το αχαλίνωτο της νιότης/ Δίχως να ’χουν κάτι να μας πουν». Υπάρχουν φορές που «… οι συγκινήσεις προεξέχουν/ Από τις φλόγες και το αίμα,/ Όπως τα επιτύμβια που είναι ανάγλυφα/ Και προβάλλουν μέσα από τις πικροδάφνες» (σελ. 34-35, «Στη γειτονιά των Αμπελόκηπων»). «Όταν ζωντανεύουν τ’ αγάλματα», σελ. 29, «Ίσως θέλουν να ξαναφιλήσουν τ’ αποτυπώματά τους/ Για όσα δεν πρόλαβαν εγκαίρως…// Κι ίσως η άλλη ζωή έξω από το αίμα/ Να είναι γεμάτη με τα παραμιλητά/ Του πιο λευκού λεπτού μέλλοντος.»
Πάλι αυτή η Ηρακλείτεια και Παρμενίδεια σύγκρουση: Σύγκρουση του φωτός με το σκοτάδι: «Κι όμως είμαστε ζωντανοί/ Στο επέκεινα και στο άχρονο θησαύρισμα/ Της πάχνης του ωραίου…// Αναμοχλεύοντας το άγνωστο πένθος της ζωής…// Υπάρχει πάντα μια ποινή όπου/ Μας αφαιρούν όλους τους χαρούμενους ήχους/ Που ανασύρονται από το φως της αγάπης/ Αυτούς που μας διδάσκουν πως τα καλοκαίρια/ Δεν ευδοκιμούν οι έρωτες/ Και τελειώνουν συνήθως/ Στης μοναξιάς το σκοτάδι» (σελ. 36-37, «Η πόρτα του ερέβους»).
Κι αυτή η αίγλη η ανεξήγητη και η σωτήρια, θεωρεί τη σιωπή απαραίτητη να μας ηρεμήσει, να μπουν σε τάξη τα γεγονότα, για να μην αποκτήσει έδαφος η θλίψη και ραγίσουμε: «Όνειρα αφημένα στο φως/ Και στην απόκρημνη ησυχία/ Ανασυντάσσονται/ Αδειάζοντας τ’ αγγίγματα των ανθών/ Στιγμών στον έρωτα πιο δυνατών/ Με τον αναγραμματισμό των πόθων./Άστρα πέφτουν κι εξαφανίζονται/ Κι αστράλια ανέγγιχτα παραμένουν/ Στης νύχτας την ποδιά/ Όταν απροσδιόριστα λεπτό προς λεπτό/ Δημιουργούν μιαν αίγλη ανεξήγητη/ Που εξοργίζει ακόμα και τους σοφούς» (σελ. 48, «Μια αίγλη ανεξήγητη»). Αφού, «κι ο Θεός κάπου κάπου τάσσεται υπέρ/ Των μυστικών συνομωσιών./ Δυο βήματα παραπάνω/ Και βουλιάζουμε συριστικά στις αντεγκλήσεις/ Ιεραρχώντας το κενό…». Όμως, «υπάρχει πάντα ένα σύνορο,/ Ένα σύνορο που αγκαλιάζει τα φωνήεντα/ Και την απαλότητα χνώτων ζεστών.» (σελ. 30-31, «Υπάρχει πάντα ένα σύνορο»).
Κι ύστερα παραμονεύουν κίνδυνοι, που καθιστούν δύσκολο να μείνει αλώβητη η ομορφιά και να μη συμβιβαστούμε. Αλλά ευτυχώς κρατάμε μέσα μας στη μνήμη ένα τόσο πανέμορφο μπουκέτο ευωδιάς, που έχει το δικό του τρόπο να μιλά και να εκθέτει τα πράγματα, για να μην τα νοθεύσει κανείς… Και γίνεται το θαύμα: «Πνοές ανέμου/ Καλπάζουν με τ’ αλογάκια της Παναγιάς./ Σκέψη πρώτη και σκέψη τελευταία/ Πηγάζουν μέσα απ’ τα αποσιωπητικά/ Γιατί πάντα το υλικό της μνήμης/ Είναι φτιαγμένο από πέτρα και σύννεφο/ Σαν τις απίθανες μέρες των χελιδονιών.» (σελ. 38-39, «Ενάντια στην ασχήμια»).
Μπορεί να κουραστήκαμε να ονειροπολούμε, να περιπλανιόμαστε «σε τοπία ερημικά/ …μέσα στη γύμνια της μοναξιάς/ Εκπέμποντας το αμυδρό φως της μελαγχολίας», δεν μπορεί να μένουν όμως, «…στ’ αζήτητα/ Ο έρωτας και η αλήθεια» (σελ. 46-47, «Κουράστηκαν οι άνθρωποι»). Αγωνιούμε, «πότε θα φανεί ο μεγάλος άγνωστος των ονείρων;» (σελ. 43), να μας εγκαρδιώσει, να κρατήσουμε τη μνήμη ζωντανή και να μην παρασυρθούμε από την αιωρούμενη σχετικότητα, που κυκλοφορεί ασύστολα στις μέρες μας, για να μην προκληθεί σύγχυση και αναιρέσουμε αυτά που αγαπήσαμε. Γιατί εμείς «θέλουμε να μείνουμε για πάντα εδώ στους/ ιδιότυπους κήπους της χαράς», (σελ. 49), όταν ξημερώνει να ψάχνουμε και ν’ ανακαλύπτουμε μέσα από μια πλέρια κι αέναη αναζήτηση και άλλες πολύτιμες απαντήσεις σε κάθε μας ζήτημα.
Αυτές τις σπουδαίες δυνατότητες, αυτά τα σπουδαία δώρα θα συνεχίσουμε ν’ απολαμβάνουμε εμείς οι αναγνώστες απ’ την ενασχόλησή μας με την εξαιρετική ποιητική συλλογή του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ Προσεγγίσεις μετά την απόσταση και, όσο θα εμβαθύνουμε σ’ αυτήν, θ’ ανακαλύπτουμε και άλλους ξεχωριστούς θησαυρούς από την ανεξερεύνητη ποιότητα ενός βαθυστόχαστου και μεγαλόπνοου ποιητικού λόγου με άρτια αισθητική αποτύπωση και σύνθεση.

.

ΣΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΩΝ ΣΥΜΠΤΩΣΕΩΝ ΔΥΟ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ…
ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

Περιοδικό “Εντευκτήριο” Τ. 120 Σεπτέμβριος 2020

Κρεσέντο του έρωτα και του θανάτου

Τι συμβαίνει «περασμένα μεσάνυχτα ψηλά στο καμπαναριό», όταν «τα κοριτσόπουλα κεντούν με χρυσή κλωστή τον ουρανό και ξημερώνει της Αγίας Iουλίτης»; Τα «γυάλινα γοβάκια της Σταχτοπούτας τραγουδούν με άπειρο
φεγγάρι και ανοίγουν οι αποστάσεις των ελπίδων. Αύριο, ίσως αύριο, λένε,
τα όνειρα γίνουνε συνήθεια κι ο ήχος της θάλασσας πάλι θα μας γλυκάνει. Ο
Έρωτας, που ξενιτεύτηκε μικρός, αφήνοντας τα σημάδια του σαν δαχτυλιές
στους τοίχους και τις πλατείες, έρχεται ξανά σαν το χελιδόνι Μετέωρος, ανέγγιχτος και μόνος. Τραγουδιστός. Είναι η παλιά προσδοκία που ξαναεκπληρώνεται».
Η αγορά έχει κλείσει. Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη Τσιαλίκ έχει σβήσει από ώρα
τα φώτα του χρυσοχοείου του στη μεσαιωνική πόλη της Ρόδου.
«Είχε ξεκλειδώσει τα στάρια του από νωρίς το πρωί. Ημέρα του ήταν γεμάτη από νεαρούς πρίγκιπες. Ευμάρεια και ράβδους χρυσού. Θερινή ραστώνη
και μικρόψυχους ανταγωνισμούς.»
Τα ρολόγια στο χρυσοχοείο έχουν χτυπήσει μεσάνυχτα. Ο κόσμος έχει αποσυρθεί. Το πολύβουο πλήθος χάθηκε στις πλατείες και στα στενοσόκακα. Από το βάθος του χρόνου ακούγεται ο ήχος της θάλασσας, καθώς ακουμπά στις αρχαίες πέτρες της Λίνδου. Τότε εκεί, στα αρχαία μονοπάτια, παρουσιάζεται ο πρόγονος. Έρχεται να μιλήσει για τις κοινές αγωνίες και τις
αιώνιες προσδοκίες.
Ο ποιητής κάθεται στο γραφείο του. Τραβάει τα συρματάκια της φιλιγκράνας και προσπαθεί να «δέσει σε μενταγιόν τον Ηράκλειο κόμπο». Κρατά στα
χέρια του τη λυρική κλωστή. Ράβει τέχνη από λέξεις, κεντώντας το σατέν
της ποίησης. Συντροφιά του το καλλωπιστικό φυτό σανσιβιέρια.
«Ξεφυλλίζοντας το πολυσέλιδο αρχείο της φύσης, αντικρίζει τις εικόνες
της ζωής και του θανάτου. Σιωπές και λήθαργοι, αλλά και σκάλισμα του μέλλοντος. Ένας τρελός χορός συναισθημάτων. Η αλληγορία της ποίησης και
των υπαινιγμών. Οι αρχαίοι σοφοί φέρνουν το μυστικό των βοτάνων. Περιέχουν χρήσιμες ιδιότητες. Ύστερα μικραίνει ο κόσμος. Όλα γίνονται δυσανάγνωστα. Όμως, τα υπόγεια ρεύματα σχηματίζουν το κεφαλαίο Μ, του
μεγαλείου. Είναι το μεγαλείο της ζωής και της αιωνιότητας.»
Πένθος και πάθος. Έρωτας και θάνατος. Οι δύο συνιστώσες του περί ού ο λόγος έργου του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη Τσιαλίκ. Ο ποιητής γίνεται σχολιογράφος της καθημερινότητας. Στο μικρομάγαζο, το σούρουπο, όταν ο απόηχος της αγοράς είναι ακόμα νωπός, αναστοχάζεται τις συμπτώσεις και τις εκλάμψεις. Γράφει ένα μεγάλο ποίημα που ξέρει πως δεν θα τελειώσει ποτέ, ιστορίες ζωής σε κτίρια άγνωστα, με ανθρώπους συνηθισμένους. Καθρέφτες αόρατοι αντανακλούν στη συλλογή τις εικόνες μας, τη φύση και την έλλογη σκέψη.
Στην πρώτη ενότητα (που εκτείνεται σε 16 ποιήματα), σε μία συνομιλία με
τον εκλιπόντα αδελφό, ο Ρόδιος ποιητής κινείται αυτοβιογραφικά και υπαρξιακά σε έναν συνεχή διάλογο με δύο πρόσωπα. Εσωτερική περιπλάνηση
και μνήμη. Αντίθεση του πριν με το μετά. Στίχοι που χορεύουν σαν στρόβιλοι, έτσι που τα ζοφερά απομνημονεύματα να γίνονται ανθοφορία και να φέρνουν την κάθαρση.
Μέσα από το προσωπικό βίωμα της απώλειας, ξεδιπλώνεται το αρχέγονο
ζήτημα του θανάτου. Δίπλα του, τα αιώνια θέματα του έρωτα, της δικαιοσύνης, της μοναξιάς· οι αυταπάτες. Αλλά και η αισιόδοξη πλευρά της ζωής.
Μου πήρε χρόνια να δεχθώ τη ζώσα ζωή όπως είναι. Να δεχθώ τις μέρες απόλυτες με ιστορίες απλός, με αμφιβολίες ασύλληπτες και να κινούμαι δίχως τέλος με ποιητικούς ανασασμούς όλο και πιο πολύ, γράφει ο ποιητής. Όμως, το «κρεσέντο του έρωτα» του ζευγαριού της αγάπης που αφηγείται με τόνο παραμυθιού στο δεύτερο ποίημά του, έρχεται να εξαφανίσει την οργή «των καλοθελητών του μίσους» και να μετατρέψει τον ποιητή σε κήρυκα της ευγένειας και του άδολου έρωτα· ένα συναίσθημα που έχει τη δύναμη να αγκαλιάζει «τα πρέπει και τα δήθεν», τα «περίπου» και τα «γιατί», και να τον αφήνει «καθαρό και ατσαλάκωτο» να προχωρά.
Ένα σύμπαν μυθιστορηματικό και αφηγηματικό στήνεται στην πρώτη ενότητα, με θεατρική δομή και αναπαράσταση. Δύο αντίθετοι κόσμοι: της αλήθειας και του ψέματος· της παρανομίας και του δήθεν. Νικά ο έρωτας, που σβήνει τις συμβάσεις και γιατρεύει με την αγάπη του. Η έκφραση «κι όμως» κυριαρχεί. Ο ορθολογισμός αποκαθαίρει. Οι βασκανίες εξαφανίζονται και ο άνθρωπος προχωρά στο φως.
Στη δεύτερη ενότητα, το ποιητικό υποκείμενο ακολουθεί με ευαισθησία τα μονοπάτια της Ειδομένης και αγκομαχά στον καημό της προσφυγιάς. Το
«εγγύς» και το «πουθενά» είναι τα επιρρήματα που δεσπόζουν. Μαζί τους η
παράνοια των ισχυρών, ο φθόνος, ο πλούτος και το αίμα που ανασύρουν.
Σε αντιδιαστολή με την πικρία της ζωής, βρίσκονται οι μικρές αστραπές ελπίδας των ανθρώπων αυτών που ζουν εν κινήσει και προχωρούν κατάκοποι, χωρίς λόγια, χωρίς ίχνη. «Επιμηκύνεται αργά το καλοκαίρι», γράφει ο ποιητής και παρακολουθεί τις ορδές από τα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου. Πόνος παλιός, όσο και ο άνθρωπος.
Η τελευταία ενότητα, «Ιδιότυπα και ετεροχρονισμένα», διακρίνεται για την
κινηματογραφική της διάσταση και τον έντονο λυρισμό. «Ο φόνος γίνεται
στην πρώτη σεκάνς, καθίστε, παρακαλώ. Οι ήρωες συναντιούνται αργά στη
νοσταλγία ενός ιδανικού αύριο», φωνάζει η ταξιθέτρια.
Το ποίημα «Η φωνή της ταξιθέτριας» προηγείται στην ενότητα αυτή, η οποία κατακλύζεται από τα λάθη των περασμένων. «Ταρταρούγα αιωνόβια» ο κόσμος μας, δεμένος αναπόδραστα με την αγάπη και τον πόνο, τα όνειρα και
την πραγματικότητα.
Με θαυμαστή εικονοποιία και σχήματα κύκλου, διαθέτοντας όλη την παλέτα
των ποιητικών τεχνικών, ο Αλάγιαλη-Τσιαλίκ μιλά για τη μουσική της συγχώρεσης και την ηδονή της αγάπης και του έρωτα, για τους τουρίστες της Ρόδου, την Ελβετίδα Ferline Studi. Η ευπρέπεια μπερδεύεται με τα όνειρα, το χάδι και το φιλί. Μικρά κομματάκια γυαλιού συχνά κόβουν τα όνειρα στη μέση.
Όμως, ο ποιητής, αισιόδοξος, όταν λήγει η περίοδος των μουσώνων, ταξιδεύει στο ξέφωτο. Και με την προπέλα ενός ποταμόπλοιου διασχίζει την
καθαρότητα του νερού, βιώνοντας με την ποίησή του «την ολιστική εμπειρία
της πληρότητας». Το μόνο που εύχεται, αδειάζοντας από ήχους του ορίζοντα και ακουμπώντας στα συναισθήματα, είναι να υπάρχουμε και να ξαναϋπάρχουμε στον αιώνιο κύκλο του σύμπαντος, σαν ατέρμονη παραλλαγή
σε ένα θέμα.

.

ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

Περιοδικό Κοράλλι Τ. 23-24 Οκτώβριος 2019-Μάρτιος 2020

ΟΙ ΕΚΛΑΜΨΕΙΣ ΕΝΟΣ ΟΡΑΜΑΤΟΣ ΠΛΗΡΟΤΗΤΑΣ

Κάποτε η διαδικασία της γραφής εμπεριέχει ένα στροβιλισμό κατά τη διάρκεια του οποίου συμβαίνει μία διακινδύνευση, καθώς το αδιόρατο που μας επισκέπτεται στο δωμάτιο απαιτεί τη δική μας εγρήγορση, ώστε η αποκάλυψη που μας υπόσχεται να μας βρει έτοιμους για να μας ανακαινίσει. Στην ποίηση του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη η συνθήκη της γραφής είναι διαρκές ξεκίνημα που ξετυλίγει τις δυνατότητές του όμοια με πτυχές υφάσματος που η μια του άκρη ακουμπά στο όνειρο κι η άλλη αενάως υφαίνεται σαν ανακάλυψη στρωμάτων ενός προσώπου που αναζητά την ταυτότητά του.
Αρχή του παραμυθιού, καλησπέρα σας! «Ήταν κάποτε ένα ζευγάρι/ που όταν τους βλέπαμε/ ζωή μισή μάς φαινόταν να φέγγει/ στην ασυνέχεια κάθε εποχής·» (Β΄). Κι όπως ξετυλίγει το νήμα του το παραμύθι, για να φανούν οι δράκοι, τα κρυμμένα μυστικά και να δοθούν οι δέουσες ερμηνείες για το άγνωστο που μας κυκλώνει έτσι και στο ποιητικό σύμπαν που περιηγούμαστε συναντούμε απόντες να κυκλοφορούν με πρόσωπα μισοσβησμένα, ζωές μισές, μισόλογα οικογενειακών φωτογραφιών ή αλλιώς μικρές αριστοτεχνικές ιστορίες του Αχέροντα.
[…] Δυο ζωές ραγισμένες από πάθη σκοτεινά, όπως σ’ εκείνον τον πίνακα του Τουλούζ Λοτρέκ/ που η γυμνή γυναίκα ανέβαζε/ τη μαύρη κάλτσα της πάνω απ’ το γόνατο,/ θέλοντας να δείξει πως το «πένθος» και το «πάθος»/ γίνονται συνώνυμα καμιά φορά («Ε΄»).
Η συνομιλία ανάμεσα στο φως και στη σκιά, στις χαμηλές νότες της αφωνίας και των ψιθύρων οριοθετεί μια περιοχή αχαρτογράφητη και ασαφή που η μοναδική ελπίδα διάνοιξης της αβύσσου συμπυκνώνεται στο ενδεχόμενο μιας συνάντησης. Άλλωστε, όλη η απόπειρα της γραφής αποβλέπει σ’ αυτήν ακριβώς την ανάγκη εύρεσης και αρχιτεκτονικής δόμησης του ενδιάμεσου χώρου. Στον χώρο αυτόν η ενοχή δεν έχει θέση ούτε οι έγνοιες της επιβίωσης και τότε ο λόγος προσλαμβάνει όλες τις δυνατότητές του, αφού η ενεργοποίησή τους παραπέμπει στον μηχανισμό των παραμυθιών, εκεί που όλα είναι ανοιχτά και προσκαλούν το θαύμα. Μια συνθήκη οικεία στα παιδιά που μπαινοβγαίνουν στο φανταστικό και στο αόρατο με άνεση εκπληκτική και ευκολία.
[…] «Ήταν τότε/ που είχαν απορρυθμιστεί/ οι χρονοδιακόπτες των ονείρων·/ τότε που ίσως ήταν έτοιμες/ να βουρλίζονται κι εκείνες οι θεότητες/ για ένα σχέδιο λαιμητόμο/ όπου πρέπει να ζήσουμε αυτή τη ζωή/ σαν λόγος ναρκωμένος/ να μην υπάρχει πουθενά·/ πρέπει να ζήσουμε ξιφουλκώντας/ τη λογική με το παράλογο,/ όπως όταν τα μικρά παιδιά/ ζητούν ασταμάτητα κάτι/ κι η μητέρα τους αρνείται μηχανικά…» (Ν΄).
Η ποίηση έρχεται να καταγγείλει τη σύμβαση και ομολογεί την ενοχή απέναντι στο μέλλον. Όλα τα των ανθρώπων σε ένα τραπέζι εργασίας απλωμένα με χάρακες και μοιρογνωμόνια, διαβήτες και υποδεκάμετρα να οργανώνουν λεπτομερώς την επόμενη μέρα αποβάλλοντας βιαίως απ’ την αίθουσα το όνειρο και τις αυθαιρεσίες που επιτρέπει. Οι τύψεις και η ενοχή υποφώσκουν σταθερά στη συλλογή ως ύποπτες για τη βραδυπορία της συνείδησης να διευρυνθεί και να χωρέσει τον άλλον, κάτι που αναστέλλει δραματικά το εγχείρημα της κατάργησης των ορίων ανάμεσα στην παρρησία της ύπαρξης και στη βουβή υποταγή.
«Όταν ο μη φόβος της δυνατής φωνής/ θα έχει προσδιορίσει τη φευγαλέα σχέση/ των ορίων του φωτός και της σκιάς/ και θα μας συναντήσει/ ατόφιους κι απροβλημάτιστους/ δίχως τα παυσίπονα της ενοχής,/ τότε θα βρισκόμαστε παντού/ − βιρτουόζοι σε όλες τις λεκτικές ασκήσεις −/ όπως τα παραμύθια κάθε βράδυ/ που γίνονται αυτοκόλλητα/ στα χέρια των παιδιών» (Ζ΄).
Κι αλλού θα πει «σαν ποτάμι που μέσα τους αφρίζει/ των τύψεων το γκρι» (Η΄), υπαινιγμός για εκείνη τη βολική μονότονη εναλλαγή που συντηρεί τις αυταπάτες.
Στο ζήτημα των τύψεων άπλετο φως ρίχνει αριστοτεχνικά και ο Λεοντάρης: « (…) Σταμάτα τους καθαριστήρες./ Ψάχνεις για τύψεις ή για ίχνη;/ Τίποτε δεν ξεκαθαρίζει/ όλοι είμαστε θαμποί από μέσα» (…) » θα πει το 1972 στην Ψυχοστασία [“Ιωσήφ, Βουλευτής Αριμαθαίας”], ενώ τα 2003 στο Έως θα τις καταγγείλει γράφοντας: «Και δε μιλώ για τύψεις./ Αυτές λίγο- πολύ όλους μας βολεύουν/ είναι κρυφές οι τύψεις δεν εκτίθενται και/ δεν σε εκθέτουν/ δε σου στερούν υπόληψη κι αυτοεκτίμηση/ μυθοποιούν τα κρίματά σου και τα παρασταίνουν/ μέσα σου περίτεχνα/ με νέες πάντα ερμηνείες και εκδοχές/ και στο άλλοθι του θεατή εαυτού σου/ νιώθεις σιγά- σιγά να γίνεται η συγκίνησή του/ αισθητική/ εν τέλει μια ποιητική του ήθους» […] «Επέκεινα», Έως, 2003.
Γράφει στο δεύτερο μέρος της συλλογής ο Σουλεϊμάν:
[…]«να κοιταζόμαστε στα μάτια/ μέσα από ρόλους άηχους/ που δεν αντιστρέφονται/ απ’ τους νόμους της φύσης/ κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές/ του κόσμου του άγνωστου βουερά» (Δ΄).
Και όσο καταγγέλλει την υποκριτική ενοχή που συντηρεί εκ του ασφαλούς την αδράνειά μας άλλο τόσο διαμαρτύρεται και για την επικράτεια του θυμιάματος, όταν λιβανίζει στην εξόδια τελετή τα πρόσωπα που υπήρξαμε. Γι’ αυτό και οραματίζεται το «ξανά, όλοι μαζί» ως στέγαση αγάπης απαλλαγμένης από τη μετριότητα και τις συμβάσεις, τα φοβικά σύνδρομα και την πόζα του ατσαλάκωτου που δεν εκτίθεται μα προτιμά να παραμένει στην ασφάλεια του λιγοστού, αυτού που δεν κινεί υποψίες, που δεν ταράζει τα ύδατα, ένα πρώτης τάξεως έλος δηλαδή για κουνούπια και άλλες στασιμότητες.
Όσο διάβαζα τη συλλογή άκουγα την κρυφή συνομιλία του ποιητή με το «Ρήμα το σκοτεινό» του Ελύτη, έβλεπα εκείνο το «καταρκυθμεύω» που επινόησε να γίνεται κλειδί και να μας δείχνει την άλλη, τη σκοτεινή πλευρά τής μη ζωής καλώντας μας σε εγρήγορση ή αλλιώς στην αγαστή συνύπαρξη με το όνειρο σε μια ζωή δίχως τύψεις. Λέει στο «Ρήμα το σκοτεινό» στα Ελεγεία της Οξώπετρας: «[…] Φίλε συ που ακούς, ακούς της ευωδιάς των κίτρων/ Tις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου όπου/ Eναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ο αέρας; Ονειρεύτηκες/ Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο που να το τρέχεις/ Mη γνωρίζοντας πια Eρινύες; Όχι. Nα γιατί καταρκυθμεύω», για να καταλήξει στη συνέχεια πως «H αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται» («Ρήμα το σκοτεινό», Tα Eλεγεία της Oξώπετρας, Ίκαρος 1991)
Έτσι και στην περίπτωση του Σουλεϊμάν η αλήθεια τού δόθηκε έναντι ενός θανάτου, της απώλειας του αδελφού του και ήταν σαφής και ξεκάθαρη, γι’ αυτό και μας τη μεταφέρει και όπως προγραμματισμένο ξυπνητήρι αφύπνισης την επαναλαμβάνει:
«Κι όμως δεν ήταν η φωνή σου που άκουσες,/ μήτε το παντοτινό κενό που είδες,/ αλλά ένας καθρέφτης αόρατος που αντανακλούσε/ την εικόνα του καθενός πριν από μας/ ως πολύ πιο διαφορετική κι απροσπέλαστη,/ με την αγνότητα του Λόγου στην καρδιά,/ στέλνοντας μηνύματα για άφεση αμαρτιών/ που ανεξίθρησκα/ θα μας φωτογραφίζουν (Ο΄). Και πάλι λοιπόν η συγχώρεση όχι ως έκκληση απλή της άλλης πλευράς, των φευγάτων, προς την πλευρά των ακόμα ζωντανών αλλά ως η μοναδική ευκαιρία να βιωθεί η επαγγελία της ήρεμης και ελεύθερης ζωής. Μια δωρεά προς όλους ανεξαιρέτως. Γι’ αυτό και στο δεύτερο μέρος της συλλογής με τον υπότιτλο «Ευθύνες της φωτιάς» παρατηρείται μια άλλου τύπου μετάβαση, μια ενδιάμεση και πάλι περιοχή, καθώς σε γήινο και κοντινό μας πλέον τόπο λαμβάνει χώρα η πορεία προς μια δυνατότητα, κι αυτή δεν είναι άλλη από τη διαφύλαξη του δώρου της ζωής. Η Ειδομένη λοιπόν που αναφέρεται ως προμετωπίδα δε σηματοδοτεί πλέον μια ακόμη φορτισμένη τοποθεσία αλλά ευθύνη και όνειδος για την αθετημένη υπόσχεση, καθώς μία πομπή κυνηγημένη από τον τρόμο καταλήγει να κατευθύνεται ολόισια επάνω του. Η έτοιμη συνείδηση του Σουλεϊμάν την ακολουθεί, και ως μαύρα φαντάσματα του παρελθόντος μάς τη συστήνει. Ανθρώπους που βρίσκονται να πρωταγωνιστούν στο πιο μεγάλο θέατρο του παραλόγου.
[…] «Στα σύνορα βλέπαμε τις αποσκευές τους/ που περίσσευαν και πάλι/ σα μεταφέρανε ανάσα την ανάσα/ τον απολεσθέντα εαυτό τους./ Προτού διασκορπιστούν απαράλλαχτα/ όλοι μαζί στο τίποτα –πλάι στο ρέμα− […]» (Θ΄).
Έχουμε ωστόσο μπροστά μας μια γραφή που αντιπαραθέτει στον θάνατο και στην καταστροφή την καλοσύνη και την ομορφιά μα προπαντός που διερωτάται για το χαμένο πετράδι ορυκτό που κύλησε και χάθηκε μέσα απ’ τα χέρια μας, κι ήταν αυτό η Αθανασία και η χαρά που όλοι δικαιούμαστε. Ωστόσο, ουδόλως απελπίζεται αλλά αποδομεί το τίποτα, το αποσυνθέτει, διαχωρίζει το «τι» από το «τα» κι αφού διαπιστώνει πως δεν υπάρχει το έψιλον της ελπίδας, και πάλι το χαλά, όπως χαλάνε τα μικρά παιδιά τα παιχνίδια τους και στη στιγμή το συναρμολογεί, για να μας πει: «Στο τέλος βλέπουμε ένα σαν τόπι τίποτα». Ίσως γιατί το τόπι μπορεί κανείς να το πετά μακριά, γιατί κυλά, κατρακυλά και εξορίζεται δυνητικά στην ουτοπία. Ένα τερτίπι της φαντασίας, μια μετατόπιση διόλου μεταφορική, ανάλογη με το φυτό Σανσεβιέρια που φύεται στο τρίτο μέρος της συλλογής με τον υπότιτλο «Ιδιότυπα και ετεροχρονισμένα», ένα φυτό ανθεκτικό που φιλτράρει τις τοξικές ουσίες και παράγει καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας οξυγόνο, κι ακόμη περισσότερο τη νύχτα, κάτι που το καθιστά σύμμαχο ιδανικό μες στο υπνοδωμάτιο. Αυτά ως η χρήσιμη πληροφορία της ημέρας. Όμως τι κάνει μια Σανσεβιέρια σε μια ποιητική συλλογή;
Και γιατί τη χαϊδεύει «η μοναχή Ελπίνους τα πρωινά/ μέσα σ’ ένα χώρο άσκεπο και βαθύ,/ όπου τα πάντα ανατρέπονταν/ νομοτελειακά/ απ’ την πυρακτωμένη συστολή του χρόνου», όπως μας λέει στο ποίημα «Εκείνο το φυτό». Γιατί ονειρεύεται ένα ταξίδι στο ξέφωτο, όταν λήγει η περίοδος των μουσώνων; Σε τι μας χρησιμεύει η περιγραφή της αναρρίχησης στο Matterhon (Μάτερχον), το πιο ψηλό βουνό της Ελβετίας; Υπάρχει ένα μυστικό στη συλλογή που το μαθαίνεις, αν ανεβείς ψηλά στο καμπαναριό, αν κινείσαι δίχως τέλος πίσω από καλαμένιους φράχτες, εκεί που υποχωρεί ως ρέκβιεμ θανάτου το ψέμα, γιατί η αφήγηση του αφανισμού έχει οδηγήσει τον λόγο πια σε αφυδάτωση και η τεχνική του θανάτου επιμένει να αποτελεί το μάθημα εκείνο που δεν θα το περνούμε ποτέ στην εξεταστική. Όμως, ο λόγος της ποίησης δεν είναι φράση, ένας ακόμα φραγμός δηλαδή που οριοθετεί το νόημα. Είναι πρόταση απόδρασης προς την ελευθερία, μια αντίσταση ολκής στο αιφνίδιο και το μοιραίο. Στο υπέδαφός της όλα τα θρεπτικά συστατικά θα ενισχύουν υπομονετικά την ευδοκίμηση του σπάνιου φυτού του λόγου. Εκείνου που υπόσχεται «μια ολιστική εμπειρία πληρότητας», και η ποίηση του Σουλεϊμάν αυτό υπηρετεί, ώστε σιγά- σιγά «αδειάζοντας […] από ήχους τον ορίζοντα/ να υπάρχουμε/ και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα/ να ξαναϋπάρχουμε».

.
ΠΑΥΛΟΣ Δ. ΠΕΖΑΡΟΣ

Η ΑΥΓΗ 3/2/19

Όταν «το πένθος και το πάθος γίνονται συνώνυμα»

Με την έκτη ποιητική του συλλογή, ο ήδη δοκιμασμένος Ρόδιος ποιητής επιστρατεύει τη λειτουργία της μνήμης για να εκφράσει, με λιτούς ποιητικούς διαλογισμούς, τον «πόνο του ανθρώπου και των πραγμάτων» για απώλειες που σημάδεψαν τη ζωή του ή/και γεγονότα που κινητοποίησαν τις ευαισθησίες του.
Η συλλογή των 38+2 ποιημάτων διαμοιράζεται σε τρεις ενότητες: Η πρώτη, που δίνει και τον τίτλο ολόκληρης της συλλογής, αποτελεί, όπως φαίνεται, και το κλειδί για την προσβασιμότητά της. Η πλειοψηφία, άλλωστε, των ποιημάτων (16+1) έχει ενταχθεί σε αυτή την ενότητα, η οποία αφιερώνεται «Σε σένα / που διάλεξες να φύγεις / νωρίς». Πρόκειται, επομένως, για μια ελεγεία προς ένα αγαπημένο πρόσωπο, το οποίο, μόλις στο τρίτο ποίημα της ενότητας, προσδιορίζεται, από τον αρχικό ακόμα στίχο: «Είχες φύγει –εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου- / μα ήσουν ακόμα εδώ / και μου μιλούσες γεμάτος ανασφάλεια / με κείνο το μισοσβησμένο πρόσωπο / που έβγαζε μιαν απορία φεύγουσα / δίχως προσδιορισμούς κι αναφορές / από τις εκβολές του Αχέροντα.» (σ. 13).
Μέσα, λοιπόν, από τους στίχους αυτής της ενότητας, αναδύεται ένα χαρισματικό, όπως φαίνεται, πρόσωπο, που πριν φύγει για το επέκεινα, πρόλαβε να ψηλαφήσει την αγάπη, να ζήσει τον έρωτα, να θαυμάσει την ομορφιά «Κάποτε που εκείνη περνούσε / αναπόδραστα / μες στων τουριστών την παραζάλη / … άκουγα έναν γηραλέο μεσοδρομίς / αργά να συναρμολογεί / μες στο κενό της μνήμης: / Una siniora con delle belle mani» (σ. 25).
Μήπως πρόκειται, λοιπόν, για δύο πρόσωπα-«εκλάμψεις» που τις έζησε από κοντά ο ποιητής και που, έστω εκ των υστέρων, επιχειρεί να τις αποτυπώσει ελεγειακά, μνημονεύοντας την «αρχή των συμπτώσεων» που οδήγησαν στην ένωσή τους; «Όταν ο απόηχος της αγοράς / ήταν ακόμη νωπός το σούρουπο, / ένας σχολιογράφος γινόμουν / των λεπτομερειών της καθημερινότητας …» (σ. 23).

Η δεύτερη ενότητα τιτλοφορείται «Ευθύνες της φωτιάς» κι εξαρχής, στον υπότιτλο, δηλώνεται σε τι ακριβώς αναφέρεται η θεματολογία των 10+1 ποιημάτων της: «Ακολουθούσα νοερά / όλους αυτούς στην Ειδομένη, …». Δεν είναι, λοιπόν, παρά η ποιητική αποτύπωση με χαμηλόφωνους, αλλά ελεγειακούς και πάλι, τόνους, των έντονων συναισθημάτων που προκάλεσε η άμεση ή έμμεση παρακολούθηση της απίστευτης τραγωδίας των προσφύγων που εκτυλίχθηκε μπροστά στα μάτια μας, όταν, τα τελευταία ιδίως χρόνια, κατέκλυσαν τον τόπο μας, μια τραγωδία που ακόμη και σήμερα είναι εν εξελίξει. «Εν κινήσει / κατά μήκος / του μόνου δρόμου / των όλων, / σας αποχαιρετούσα / ποιητικά / μ’ ένα λουλούδι / που εξαργυρώνει / τη μυρωδιά της ύπαρξης / από τον κήπο των ευχών.» (σ. 31).

Η τρίτη ενότητα είναι, κατά τη γνώμη μου, η πιο ενδιαφέρουσα, από πλευράς ποιητικής και θεματολογίας. Επιγράφεται «Ιδιότυπα και Ετεροχρονισμένα» και αποτελείται από 12 ανεξάρτητα και σχετικά πολύστιχα ποιήματα, τιτλοφορημένα και όχι απλώς αριθμημένα. Δεν εντάσσονται, δηλαδή, σε μια κοινή θεματολογική βάση, όπως οι προηγούμενες δύο ενότητες. Ωστόσο, τα περισσότερα αναπτύσσονται θεματολογικά με αφορμή παντός είδους απώλειες, απραγματοποίητες επιθυμίες, μοναχικότητες, ανατροπές. Κι εδώ, λοιπόν, προέχουν συγκινητικές μορφές ελεγειών, μερικές φορές, μάλιστα, με κοινωνικές αιχμές. Επιπλέον, ένας υποβόσκων ερωτισμός διαχέει πολλά ποιήματα αυτής κυρίως της ενότητας: «Ποια μουσική στα βλέφαρα / και ποιοι φθογγολογικοί καταρράκτες στα χείλη / διέλυαν την αντήχηση των πραγμάτων / κάπως νευρωτικά κι εθελούσια; / Κι όλα αυτά μπερδεύονταν τόσο αδιάφορα / με τις διακλαδώσεις της ευπρέπειας …» (Εκείνο το καλοκαίρι, σ. 56).
Συνοπτικά, πρόκειται για μια ποιητική του πένθους που το σύνολο σχεδόν της παρούσας συλλογής υπηρετεί, μέσα από μια πηγαία ανάβλυση συναισθημάτων, με λεπτότητα και λιτή εκφραστικότητα. Αισθαντικοί οι στίχοι, συχνά με σουρεαλιστικές πινελιές, διακρίνονται για τους χαμηλούς τόνους, την γλωσσική τους επιμέλεια και, κυρίως, την ενότητα ύφους. «Μου πήρε χρόνια να δεχτώ / τη ζώσα ζωή όπως είναι / … και να κινούμαι δίχως τέλος / με ποιητικούς ανασασμούς / όλο και πιο πολύ, / όπως ο ήλιος / προβάλλει σταθερός απ’ το πρωί / στεφανώνοντας τις απουσίες αγαπημένων. …» (σ. 54).
Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ, γέννημα-θρέμμα της Ρόδου και, με όρους των παλιών ταυτοτήτων, Έλληνας μουσουλμάνος στο θρήσκευμα, είναι αυθεντικός ποιητής. Βραβευμένος από το 1992-93 με το Β΄ Βραβείο Ποίησης Ιπεκτσί και ανθολογημένος από τον Βασίλη Βασιλικό (εκδ. Πλειάς, 1993), εκφράζει, για μια ακόμη φορά, τις ευαισθησίες του, στα ελληνικά βεβαίως, σε ορθό και εμπνευσμένο ποιητικό λόγο. Δίκαια, επομένως, κατέχει εξέχουσα θέση στην πνευματική ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας του.

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

FRACTAL 20/12/2017

«Μουδιασμένοι και αγνοί θα ξανασυστηθούμε»

«Ο κόσμος γίνεται μια σταλιά, για εκείνους που είναι να συναντηθούνε», Γερόντισσα Γαβριηλία στην Ασκητική της Αγάπης. Το σκέφτομαι πάντα για φίλους της καρδιάς που έρχονται και με συναντούν κάπως αλλόκοτα κι από μακριά.

Και για τους πιο αγνωστικιστές «Οι τυχαίες συναντήσεις είναι ραντεβού» όπως έγραψε ο Μπόρχες και μου το θύμισε η φίλη μας Τίτσα Πιπίνου.

Αν και συνήθως σε περιπτώσεις κεραυνοβόλας φιλίας καταφεύγω στον Κριστιάν Μπομπέν: «Τους ανθρώπους τους αγαπάμε αμέσως ή ποτέ».

Αυτό υπήρξε για μένα ο Σουλεϊμάν, μια περίπτωση κεραυνοβόλας φιλίας. Που η ζωή τα ‘φερε έτσι ώστε για μένα πια να σηματοδοτεί πολλά: την πρώτη φορά στη Ρόδο, τα νιάτα μου, την ποίηση και την ελευθερία.

Έγραφε ήδη. Σαν ποιητή μού τον σύστησε η κοινή μας φίλη Ειρήνη- Βογιατζή Χαραλάμπη. Και αναλλοίωτος έμεινε στην καρδιά και στη σκέψη μου όσον αφορά εκείνη την πρώτη εικόνα. Στη Μεσαιωνική Πόλη της Ρόδου. Που απαθανατίσαμε κιόλας, κάπου αρχές του ’90, λίγο προτού βραβευτεί με το Ιπεκτσί. Διότι ο Σουλεϊμάν έτσι γεννήθηκε: ποιητής, ώριμος και φτασμένος.

«Στην αρχή των συμπτώσεων δύο εκλάμψεις…» Αλλ’ είχαμε κι άλλες συμπτώσεις εμείς. Άπειρες, όμοιες χρονικά, συγκυρίες.

Θανάτους και καθαρτήρια ταυτόχρονα, ακόμα κι εκδότη κοινό, με συγκινεί το ότι αυτό το βιβλίο του κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Δωδώνη. Με τον Μάρκο Λάζο. Με τον υπέροχο Βαγγέλη Λάζο έχω συνεργαστεί στο παρελθόν.

Είναι μια σιγουριά αυτή η χρονική διάρκεια στις σχέσεις και στις διαδρομές και στα σουσούμια των ανθρώπων. Κάτι σαν πρόγευση αθανασίας.

Βέβαια όλα αυτά τα βρήκε επειδή τα εμπεριείχε και τα είπε ο Σουλεϊμάν εξ αρχής και με τη μία:

Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές
στους όρμους των προσχημάτων
ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα
που ήξερα πως δεν θα τελειώσει ποτέ.
Ίσως γιατί κατέγραφα τις πτυχές
ενός ονείρου διαφορετικού, με αντιθέσεις χτυπητές
που έβγαζε μια περιδίνηση διαρκή
και μας πονούσε’
κι όσο διαρκούσε, άλλαζε η ροή της ζωής’
ακροβατούσαμε στα όρια των αντοχών μας
και περιμέναμε τη μέρα εκείνη
που μουδιασμένοι και αγνοί
θα ξανασυστηθούμε.

Κι έτσι ακριβώς τον άκουσα, έτσι ακριβώς ακούστηκε, έτσι ακουστήκαμε: «μουδιασμένοι και αγνοί»,

Αλλά σα να μην πέρασε μέρα.

Με την ίδια αυτοδιάθεση «ό,τι θελήσεις», «θέλω πολύ να είμαι μαζί σου και ελπίζω να τα καταφέρω».

Με εμπιστοσύνη «στο μεγάλο ποίημα» που ανήκουμε και πια ξέραμε πως «δεν θα τελειώσει ποτέ».

Βεβαιώθηκα, εξάλλου, όταν έφτασε πια στα χέρια μου το βιβλίο.

Σ’ ένα «ταξίδι στο ξέφωτο» κι οι δυο μας αυτή τη φορά.

Αλλά με εκείνον να έχει ήδη πρόγευση Παράδεισου, γνώση άδηλου και δυνατότητα να κάνει στίχο το ανείπωτο, γιατί κι εκείνο το «αρχαίο μυστικό» πια το ξέρει.

Στις τρεις ενότητες του ποιητικού κύκλου «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις», όλα τα συστατικά της ζωής. Τα μυστικά του θανάτου κι ο γρίφος του. Το θαύμα της καθημερινότητας που μας φτάνει ως την αιωνιότητα και το επέκεινα, η επικοινωνία με εκείνους που μοιάζουν αόρατοι ωστόσο ζουν όπως πάντα στη ζωή μας, την καθαγιάζουν, μας κάνουν να αντέχουμε, να έχει λόγο ακόμα-κι-εκείνο-το –δύσκολο-που-ζούμε.

Στην πρώτη ομώνυμη ενότητα, εξάλλου ήδη προϋπήρχαν τα σημάδια. Εκεί όπου δεν φαίνεται ο Θεός κι ωστόσο εκεί ακριβώς είναι. «Κάποτε που διαλύονταν οι προσευχές», «Σε βράδια που λύγισαν», άλλωστε η αληθινή ποίηση είναι χρησμική κι ο ποιητής το είδε:

«Είχες φύγει- εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου-
μα ήσουν ακόμα εδώ
και μου μιλούσες γεμάτος ανασφάλεια
με κείνο το μισοσβησμένο πρόσωπο
που έβγαζε μιαν απορία φεύγουσα
δίχως προορισμούς κι αναφορές
από τις εκβολές του Αχέροντα».

Με το πάθος και το πένθος συνώνυμα, και την μπόρα που έρχεται να διαλύει τις βασκανίες.

Σχεδόν εξίσωση, δηλαδή, που επαληθεύεται στο δεύτερο μέρος και στις «Ευθύνες της φωτιάς». Διότι ακόμα και στο δυσκολότερο και δυσκολερμήνευτο ωστόσο κάτι μέσα μας γνωρίζει:

«Ποιος νοιάστηκε για το αύριο,
αφού στέκονταν δίχως προορισμό
η κάθε τους παρουσία κι ο ουρανός
κι οι λέξεις πέφταν ως τίτλοι δίχως τέλος».

«Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα» που ωστόσο είναι γι’ αυτό και το αντίθετό του, για μας τα πάντα:

«Επιτέλους αφού γεννιόμαστε χαρούμενοι
σαν τις φιγούρες που κρύβονται
στις φάτνες των Χριστουγέννων,
πώς μουσκεύουν τ’ αγγελάκια κρυφά την ματαιότητα,
δίχως να προλάβουν να μετατραπούν
σε ορυκτό πετράδι Αθανασίας;»

«Φεύγοντας –
πως η ζωή είναι αναίτια ρευστή
για πάντοτε να θυμάστε
κατάφορτοι ονόματα κι αγάπη».

Κι αυτό ακριβώς κάνει ο ποιητής, διασώζοντας ονόματα κι αγάπη: Ποίηση, σε ορυκτό πετράδι Αθανασίας.

Το τρίτο μέρος, άλλωστε, αποδεικνύει ότι εφήμερο εν μέσω μνήμης και αγάπης, τελικά, δεν έχει. Τα «Καλοκαίρια» και οι Φωνές από την «Υπαίθρια αγορά», «οι φράκτες», «τα καμπαναριά», και «Η φωνή της ταξιθέτριας “οι ήρωες θα συναντηθούν κάπως αργά/ στη νοσταλγία ενός ιδανικού αύριο./Καθίστε παρακαλώ γιατί ο φόνος /γίνεται στη πρώτη σεκάνς” μας λέει».

Στην τρίτη ενότητα, ο αιώνιος χρόνος του Θεού στα ασήμαντα, το θεϊκό παρόν, αποκαλυπτικό, που ωστόσο αγνοούμε ή περιφρονούμε.

Ποίηση αισθαντική, ενίοτε κρυπτική, υπαρξιακή, δοξαστική και ιαματική, ο κύκλος της ζωής και το μυστήριο του θανάτου, κι η ποίηση που τα συνδέει όλα ορατά κι αόρατα, ζώντες και κεκοιμημένους, πεπερασμένο κι άπειρο εις του αιώνες.

Ένα ποιητικός κύκλος, Φάντη. Όλα ξαναγεννούνται, αποκαλύπτονται, έχουν λόγο που έγιναν, που γίνονται, και διαρκούν. Αιώνες.

«Καράβι βγαίνει απ’ το βουνό
κι από τον κάτω κόσμο…»

Αλλά ας κάνουμε με τους ίδιους τους στίχους του, φινάλε:

«Ζευγαρώνονται τότε:
Η πέτρα- το νερό,
ο κάμπος- το βουνό,
ενώ ο πολυπρόσωπος αγέρας
ακολουθεί μόνος κατάμονος
ώσπου αγκαλιάζονται
σ’ έναν τρελό χορό συναισθημάτων.
Κι αδειάζοντας λοιπόν από ήχους τον ορίζοντα
να υπάρχουν
και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα
να ξαναϋπάρχουν»

Κι όποτε εμφανίζεται στη ζωή μου ο Σουλεϊμάν, ακόμα κι αυτή την ακατανόητη βεβαιότητα για τ’ ανθρώπινα μου την προσφέρει και ξαναπροσφέρει. Σχεδόν αυταπόδεικτα. Ακόμα και σήμερα ρίχνοντας γέφυρα στο επόμενο κύκλο μου, στο καινούργιο μου βήμα. Αλλά αυτό ας το κρατήσουμε, για να μη το χάσουμε ακόμα, κάπως μυστικό.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

Περιοδικό “Θευθ” Τ. 7 Ιούνιος 2018

ΠΕΝΤΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ

«Πίνανε χωρίς να μιλάνε, συνεπαρμένοι ακόμα απ’ αυτή
τη φευγαλέα μαγεία εκείνης της χαμένης για πάντα
στιγμής».
Ουίλιαμ Φόκνερ, Σαρτόρις *

Απομονώνω για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής το εξής τετράστιχο από την επιλογική σελίδα 60 της πρόσφατης, έκτης κατά σειρά, συλλογής ποιημάτων του Σουλεϊμάν Αλάγιαλη-Τσιαλίκ. Συμπυκνώνει, φρονώ,
μια από τις κύριες αφορμές εξακτίνωσης των λυρικών κατά βάση εξομολογήσεων ενός πάσχοντος προσώπου. Ήτοι: «Ω πόσο σπάνια βιώνουμε / μια ολιστική εμπειρία πληρότητας / με τρεμίσματα απρόσωπων ονείρων / κι
όλα τα θούρια του παραδείσου στομωμένα». Συγκρατώ ότι ο φιλόσοφος λόγος αποτυπώνεται χωρίς περιστροφές. Έχει σαφώς προηγηθεί η διαδικασία της ευφυούς απολέπισης των στίχων. Η γραφή απεχθάνεται τα κολπάκια του δήθεν ύφους. Η ανάγνωση ολοκληρώνει το εγχείρημα. Η επαρκώς ενισχυμένη επικοινωνιακή λέμβος μεταφέρει συνεπώς με άνεση το νόημα και τα περί αυτού στους αποδέκτες του. Μάλιστα, η συμμετοχή τους τεκμαίρεται: το εννοιολογικό φορτίο κατά κανόνα τους αφορά άμεσα, όπως θα δείξω στη συνέχεια.
Επισημαίνονται:
α) η άμεση, ευεργετική ή μη, διασύνδεση του προσώπου με ορισμένα από τα όσα τεκταίνονται σχεδόν καθημερινά στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική αρένα,
β) η μάλλον αινιγματική αλληλεξάρτηση του χρόνου και του ποιητικού υποκειμένου,
γ) η λειτουργία της μείζονος παρακαταθήκης της μνήμης,
δ) η παράμετρος της ανακύκλησης των παθών της συνήθως ταλανιζόμενης ύπαρξης, ενώ «ο ήλιος στεφανώνει τις απουσίες των αγαπημένων»,
ε) τα όρια πρόσληψης της όποιας εξ αντικειμένου λογίζεται πραγματικότητας,
στ) το πένθος ως συνθήκη βίου,
ζ) η βίωση της παραμυθίας των τοπίων,
στ) ο αναπόφευκτος κατά κανόνα εξορκισμός του θανάτου,
η) το ποιητικό υποκείμενο ως φύσει και θέσει διερμηνέας του λιγότερου σκοτεινού μέρους του σύμπαντος,
θ) η ενδελεχής αποκατάσταση της σχεδόν θρυμματισμένης ενότητας των πάντων εν αγαθώ και
ι) βεβαίως η κατ’ εξοχήν βασανιστική εμπειρία της αδιάλειπτης ρευστότητας, η οποία ομολογουμένως συνέχει το σύμπλεγμα των ορατών.
Τα ανωτέρω συναποτελούν εμφανώς τους κύριους άξονες των αναφορών και των αυτοαναφορών της ομολογουμένως δημιουργικής αυτής γραφής:
Ο Σουλεϊμάν Αλάγιαλη -Τσιαλίκ φαίνεται ότι έχει κατανοήσει πλήρως το συναφές πόρισμα του σημαίνοντος ποιητή των Η.Π.Α. Ουάλας Στήβενς (1879— 1955), όπως κατατίθεται στα περιώνυμα Adagia του:
«Και το ποίημα πηγάζει από τούτο: πως ζούμε σ’ έναν τόπο που δεν είναι δικός μας, και προπάντων δεν είναι ο εαυτός μας» (βλ. ειδικότερα τα Θραύσματα ποιητικής, εισαγωγή-μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός, εκδόσεις Άγρα, Αθήνα, 2007). Εξ ου και οι τρεις σαφέστατες, καταστατικές αποτιμήσεις, οι οποίες φρονώ ότι χαρακτηρίζουν την ειδολογική ταυτότητα της συλλογής.
Τις παραθέτω κατά λέξη: «Ανεξέλεγκτα κινούνταν οι σκέψεις / πάνω σε αχαρτογράφητα νερά / και ταξιδεύαμε ανάμεσα σε δυο κόσμους / αδιευκρίνιστους» (σ. 16), «Θέλουμε να ζήσουμε / μαζί με τα παιδιά μας / χωρίς τη δυνατότητα του τρόμου· / κι όταν ανάβουν οι προβολείς /σ’ αυτό το απέραντο “τώρα” / να κοιταζόμαστε στα μάτια / μέσα από ρόλους άηχους / που δεν αντιστρέφονται / απ’ τους νόμους της φύσης / κι ούτε μικραίνουν τις ενοχές / του κόσμου του άγνωστου βουερά» (σ. 34) και «λίγο πιο κει από τα τείχη, / στα παλαιωμένα σπίτια του κάστρου / καθώς ελπίζαμε και περιμέναμε σιγά / μη γνωρίζοντας πως γεμίζουν / τα πιθάρια μυρωδιές του καλοκαιριού / και υποσχέσεις που δεν τηρήθηκαν / μπροστά στη λάμψη του «βολικού κι ωραίου». /Στο τέλος βλέπαμε ένα σαν τόπι τίποτα» (σ. 38). Όλες οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου.
Το ένδον εκκρεμές του ποιητή συγκρατώ ότι έλκεται επίσης και από το αντιθετικό ιδεολόγημα, αυτό εννοώ της οιονεί ταύτισης, της συμφιλίωσης με το απόκοσμο, το απρόσωπο και εχθρικό πέριξ. Έτσι η ξενότητα σαφώς απαλύνεται σ’ ένα βαθμό. Οι δομές μιας Παρουσίας αντικαθιστούν εν μέρει τη βλάβη της Απουσίας, την εκκωφαντική έλλειψη ενός απώτερου, ιαματικού νοήματος. Επισημαίνω ότι όλα αυτά τελούνται με ρηματική σύνεση, με συστηματικό έλεγχο των αναπόφευκτων εξομολογήσεων. Αλλά και με την τυπική εκείνη νηφαλιότητα του λογίου, ο οποίος ξέρει να τιμά πρωτίστως εαυτόν. Υποκείμενο παιδείας και αναστοχαζόμενο, το ποιητικό εγώ αποσπά από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα οτιδήποτε θα το ενίσχυε, προκειμένου να οδηγηθεί με ασφάλεια στο ξέφωτο της αυθεντικής συνύπαρξης με το Άλλο. Φρονώ ότι πρόκειται για μιαν προσωποπαγή τακτική καταλλαγής.
Εννοώ δηλαδή τα εξής διαφωτιστικά: «Κι όμως, κι όμως σοφότεροι γινόμαστε / όταν βρέχει δυνατά ως καθαρτήριο / κι αποβάλλει ο κόσμος / της βασκανίες», «Φεύγοντας – / πως η ζωή είναι αναίτια ρευστή / για πάντοτε να θυμάστε / κατάφορτοι ονόματα κι αγάπη» και «Κι αδειάζοντας λοιπόν από ήχους τον ορίζοντα / να υπάρχουμε / και στραφταλίζοντας μ’ ένα μόνο βλέμμα / να ξαναϋπάρχουμε» (σ. 22, 40 και 61 αντιστοίχως). Σημειώνω ότι τα προαναφερόμενα ονόματα, το πλήθος των συμφραζομένων τους, οι ενδεχόμενες συνδηλώσεις τους, τα δεδομένα ή πιθανολογούμενα σημασιο-συντακτικά φορτία τους δεν υπαινίσσονται στην προκειμένη περίπτωση μια χαοτική συνεύρεση συμβολοποιημένων οντοτήτων, αλλά μιαν ευεπίφορη
συναλληλία όρων, αξιών και κλιμάκων θέλησης για ανόρθωση. Κατά συνέπεια, δεν καταγράφεται εδώ μια άκρως πτωτική εμπειρία, αλλά μια αλυσιδωτή αντίδραση ενός μαχόμενου, ενός, έστω κατά καιρούς, ανακάμπτοντος εγώ.
Ενδεικτικά ας διακρίνω ένα έστω αποτύπωμα της συχνά πυκνά φιλάδελφης, ήτοι διακειμενικής συμπεριφοράς των στίχων. Φέρ’ ειπείν η μεθοδική
αξιοποίηση του στοιχείου του αέρος – ανέμου, όπως προκύπτει στα συμφιλιωτικά, αλληλέγγυα ποιήματα του τέλους, ανακαλεί εμμέσως πλην σαφώς, μεταξύ άλλων, ένα συγκεκριμένο σημείο της παυλιανής διδασκαλίας.
Εννοώ τα επόμενα: «…προσεκτικά ξαναδιαβάζοντας τα /στον αέρα [. . . ] Κατά κει ξεχωρίζουν τετράγωνα καντράκια / με τη λεπτεπίλεπτη γεωμετρία τους /αφημένα στ’ ανάστημα των κλώνων / ως μικρά βυζαντινά εικονίσματα. / Πλάι στο ρέμα / και μέσα στις κατακόκκινες φυλλωσιές / έτοιμα είναι λεν για τη μεγάλη λιτανεία των δέντρων, / για τη διάφανη Αγιότητα του ανέμου [. . . ] ενώ ο πολυπρόσωπος αγέρας / ακολουθεί μόνος κατάμονος», (σ. 9, 60 και 61), σε ρητή αντιστοιχία με τα εκτιθέμενα στην Επιστολή Προς Εφεσίους, Β’ 1-3: «και υμάς όντας νεκρούς τοις παραπτώμασι και ταις αμαρτίαις, εν αις ποτέ περιεπατήσατε κατά τον αιώνα του κόσμου τούτου, κατά τον άρχοντα της εξουσίας του αέρος, του πνεύματος του νυν ενεργούντος εν τοις υιοίς
της απείθειας εν οις και ημείς πάντες». Το δε όλο γνωστικό υπόστρωμα αρκετών στροφών πιστοποιεί όχι την τυχαία ή συμπτωματική ενασχόληση του ποιητή με τη Γνώση, αλλά τη μελέτη εν γένει του φιλοσοφικού κληροδοτήματος της ύστερης αρχαιότητας. Τότε ακριβώς που η συγκλήρωση της λογικής συνισταμένης και της μαγικού υποστρώματος του κόσμου υπήρξε εκ προοιμίου αυτονόητη. Ήτοι, ό, τι θυμούνται, με την ανάλογη ευθύτητα της παρρησίας, πλείστοι στίχοι της κρινόμενης σήμερα συλλογής.
* σε μετάφραση της Εύης Γεωργούλη, εκδόσεις Ίνδικτος,
2001.
(Το κείμενο αυτό απηχεί, σε περίληψη, τα όσα ανέφερα στην
παρουσίαση του εν λόγω βιβλίου στο Βιβλιοπωλείο «επί
λέξει», στις 15 Δεκεμβρίου 2017)

.

ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ

Ο Φιλελεύθερος 23/1/2018

Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμη και μέσα στο σκοτάδι “Φιλελεύθερος”
«Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ποιητικές ή αντιποιητικές εποχές. Ακόμα και στη ζοφερή περίοδο πολέμων, η ποίηση ανθίζει. Αυτή είναι η επιταγή της ζωής που είναι πιο ισχυρή από κάθε φόβο. Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.» Υποστηρίζει ο βραβευμένος με το βραβείο Ιπεκτσί Σουλεϊμάν Αλαγιαλή-Τσιαλίκ μιλώντας στον Φιλελεύθερο για την καινούργια του ποιητική συλλογή «Στην αρχή των συμπτώσεων δυο εκλάμψεις…» (εκδ. Δωδώνη). Στα περιεχόμενά της, το προσωπικό πένθος και το οικουμενικό στην Ειδωμένη. Στο ποιητικό παρελθόν της, τα «Κράσπεδα νάρκωσης», οι «Νυχτερινές ηχορυθμίες», «Το ρολόι τ’ ουρανού σταματημένο», «Σαν υδατογραφία»… Όλα τ’ αγγίξαμε, και το ανείπωτο της ποίησης και τον ζόφο της εποχής.
-Η ενασχόληση με την ποίηση μάς αλλάζει την οπτική των πραγμάτων, κύριε Αλαγιαλή-Τσιαλίκ;
Η οπτική για τα πράγματα αλλάζει με κάθε μορφή τέχνης. Δεν είναι «μυωπική», είναι διαυγής. Ένας μεγεθυντικός φακός της πραγματικότητας, όπως είπε ο Βάρναλης. Επικεντρώνεται σε μια λεπτομέρεια και της δίνει βάρος και υπόσταση.
-Τι αλλάζει, επίσης, αυτή την οπτική; Ο πόνος; Ο φόβος; Η μοναξιά; Ο θάνατος;
Πόνος, φόβος, μοναξιά, θάνατος. Δεν είναι μόνο οι αρνητικές πλευρές της ζωής που αλλάζουν την οπτική. Είναι και η ομορφιά, η αρμονία, το φως (που τόσο υμνήθηκε από την ελληνική τέχνη), η ισορροπία. Δεν είναι η ζωή μόνο τι βλέπεις αλλά και τι επιθυμείς να δεις.
-Η εποχή που ζούμε ευνοεί την ποίηση; Υπάρχουν ποιητικές και αντιποιητικές εποχές, αλήθεια;
Δεν νομίζω ότι υπάρχουν ποιητικές ή αντιποιητικές εποχές. Ακόμα και στη ζοφερή περίοδο πολέμων, η ποίηση ανθίζει. Αυτή είναι η επιταγή της ζωής που είναι πιο ισχυρή από κάθε φόβο. Ξέρει ο άνθρωπος να αμύνεται ακόμα και μέσα στο σκοτάδι.
-«Στην αρχή των συμπτώσεων δύο εκλάμψεις…», έχουμε δείγμα για τα δύσκολα και τα σημαντικά εκ των προτέρων, κύριε Αλαγιαλή-Τσιαλίκ;
Τα γεγονότα είναι εν δυνάμει προβλέψιμα κι απρόβλεπτα. Όσο κι αν μοιάζει οξύμωρο, η λογική, ως ιδιότητα ερμηνείας του κόσμου, όπως και η «μη λογική» ως αλληλουχία συμβάντων ξέχωρων από ότι μπορεί ο άνθρωπος να προβλέψει, συμβαδίζουν. Δείγμα για τα δύσκολα και τα σημαντικά πάντα αναζητούσαν οι άνθρωποι. Δεν είναι κάτι καινούργιο. Ο ποιητής, με την ευρεία έννοια, καλείται να οσμισθεί αυτό που ακόμα και η λογική μπορεί αν μην υποστηρίζει.
-Γιατί ειδικά αυτή εδώ η ποιητική συλλογή είναι σπουδαία για σας; Θα μπορούσε να είχε γραφτεί σ’ άλλον χρόνο;
Ο ίδιος ο δημιουργός δυσκολεύεται να ξεχωρίσει τα έργα του. Έχουν μια μοναδικότητα ως προς τον χώρο και τον χρόνο που συντελούνται. Πράγματα και καταστάσεις που είναι συνυφασμένα με τις ενότητες της τελευταίας συλλογής (όπως η απουσία του αδελφού μου που έφυγε τόσο νέος και η πρώτη φάση του μεταναστευτικού με τα γεγονότα στην Ειδωμένη μού θύμιζαν εκ των υστέρων σκηνές από ταινία του Αγγελόπουλου που κυλούσαν αργά και πένθιμα και ήταν βουτηγμένες μέσα στο απροσδόκητο «γκρίζο».
-Τι είναι ο σωστός χρόνος για την ποίηση;
Όπως έχει πει η Σεφέρης «η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα», άρα ο σωστός της χρόνος είναι όταν όλα σε καθοδηγούν με κάποιο τρόπο στο να πάρεις μια ανάσα για να υπάρξεις. Αυτή, η μικρή στιγμή καθορίζει το πότε θα γραφτεί ένα ποίημα σαν λύτρωση.
-«ξεκίνησα να γράφω ένα μεγάλο ποίημα/ που ήξερα πως δεν θα τελειώσει ποτέ.» Θα μπορούσε να είναι και η ζωή μας το ποίημα; Εμείς το γράφουμε ή συμμετέχουμε; Και δεν τελειώνει ποτέ;
Ένα ποίημα, όπως κάθε δημιουργία έχει δυο ζωές. Μια δική του ξεχωριστή και συνυφασμένη με τον δημιουργό του. Ο δημιουργός όμως δεν είναι αόρατος, ακόμα κι αν είναι ανώνυμος, αν δεν τον γνωρίζουμε. Έχοντας στα χέρια μας ένα βιβλίο ποίησης, βλέποντας ένα ζωγραφικό έργο, ακούγοντας μια μουσική σύνθεση, αντικρίζοντας εν ολίγοις μια οποιαδήποτε ανθρώπινη δημιουργία, βλέπουμε τρεις ζωές’ τη δική μας, του δημιουργού και του ίδιου του έργου. Συνεπώς ως προς την ποίηση’ γράφουμε ποίηση συμμετέχοντας. Και οφείλει να τελειώνει. Τα όρια της δημιουργίας οφείλουν να είναι διακριτά. Η αρχαία φιλοσοφία και τέχνη προσέγγισε υπό αυτό το πρίσμα τη μεσότητα, τον χρυσό κανόνα. Ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα, αντίθετα, είχε ως αρχή το αέναα ημιτελές, από τη στιγμή που την αρτιότητα ο άνθρωπος ως ιδέα δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει. Μάλλον, τείνω να πιστεύω στην ολοκλήρωση και όχι στο ημιτελές.
-«Είχες φύγει- εσύ, ο κατά νόμον αδελφός μου-/ μα ήσουν ακόμα εδώ», τι επιδιώκουμε, αλήθεια, γράφοντας ποίηση;
Επιδίωξη; Η ίδια η ζωή. Η ποίηση, όπως και κάθε άλλη δημιουργία είναι ισορροπία. Ο άνθρωπος ξεπερνάει τον θάνατο έτσι. Κάθε ποίημα γιορτάζει τη ζωή, ακόμα κι αν χαρακτηριστεί ως «λυπημένο».

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.