ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΟΥ

 

Η Ξένια Καλαϊτζίδου γεννήθηκε στην Πένζα της Ρωσίας και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός ΑΠΘ και είναι μεταφράστρια.
Έχει συμμετάσχει ως μεταφράστρια στην έκδοση του έργου του Λέοντος Τολστόι Η δουλεία της εποχής μας. Το κράτος (Πανοπτικόν, 2021) , έχει μεταφράσει την ανθολογία ποίησης 0 θάνατος ερχόταν προς το μέρος μου πετώντας. Ποιητές και ποιήτριες από τη Ρωσία κατά του πολέμου (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2022) και τη συλλογή του Αλε- ξάντρ Γκριν Καράβια στο Λις και άλλα διηγήματα (Τύρφη, 2023). Επίσης, κυκλοφορεί το βιβλίο της Λευκές νύχτες και μελανά όνειρα, δοκίμια ρωσικής λογοτεχνίας, Ι9ος-20ος αιώνας (Γράφημα, 2023).

Κυκλοφορούν οι ποιητικές συλλογές της:
Ήρωες άχαρων πόλεων (Ένεκεν, 2015),
Τα Ψυχομετρικά (αυτοέκδοση, 2019)
Δαιμονισμένες (Ακυβέρνητες Πολιτείες 2024)

.         

.

.

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΕΣ (2024)

ΚΑΡΧΗΔΟΝΑ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Να περιαυτολογήσω σιωπώντας:
αν σταματήσουν οι αλλαγές ονομάτων στις προκηρύξεις
να θολώνουν τα νερά
θα προσέξετε το βυθό της ιστορίας –

εκεί η ταξική μου συνείδηση κείται
κάτω από μαύρο νάιλον στα βαριά σύνθετα
ακούσια αποδεκτή κληρονομιά
που υπέμενε στωικά δεκαετίες
αναβάλλοντας τη ζωή και την αγάπη
για το αίσιο μέλλον στον επίγειο παράδεισο
αστράφτοντας με τσέχικα κρύσταλλα
καταπίνοντας τα θραύσματά τους –

έτσι και το κουκλόσπιτο σοβιετίας
στη νέα μου πατρίδα
παρηγοριά για εξόριστους
και για άρρυθμους κόκκινο κελί
με στοίβες χειρόγραφα και πρακτικά
δεμένα στην καρδιά με ομφάλιο λώρο
βάρυνε τις μετακομίσεις
επικυρώνοντας το αφγανικό σύνδρομο.

 

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Αποφάσισα να συγχωρήσω
να χωρίσω τα «συν», κολλημένα στη μνήμη
όσα είπα «τέρας».
Είκοσι χρόνια μετά
τα γράμματα στο μέλλον
γύρισαν πίσω
στις πέτρινες κάσες τους.
Στην αργοπορία του κουκουλωμένα
τα μισά σωθικά μου
σκοτώνονται με τα άλλα μισά κάθε μέρα
για την επικράτεια του φόβου.
Ψυχροπολεμικοί παγετώνες εμείς
εκτεθειμένοι σε ακτίνες X της αλήθειας
πλημμυρίζουμε τον κόσμο
γεμίζοντας τις βαθιές πληγές του.

 

ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΣΤΙΣ 4:48

για την «Ψύχωση» της Sarah Kane
στη Σίσσυ Δουτσίου

Μια γυναίκα στο πάτωμα
γυμνή στα φώτα των νεκρών
και τα μάτια της ηλεκτροφόρα ανάμνηση
πόσο θέλει αίμα και εμετό
για μια αράδα.
Μίλα της για ομορφιά αν τολμάς
στριμωγμένη στις σκοτεινές γωνίες
των τυχαίων επιθυμιών.
Χόρτασέ την με καταναγκαστική σίτιση.
Κόψε τα ζωντανά κλαδιά του πόνου
που ξεσκίζουν το κεφάλι της.
Φέρε όλη την υπερήφανη υγεία σου
να φράξεις τα ποτάμια της μην ξεσπάνε.
Φέρε της πολύχρωμα γυαλιά να παίζει
σκέπαστρο στη βρώμικη θλίψη
προϊόν για τοποθέτηση
σε εκπομπή με συνταγές επιτυχίας.
Κρύψε ό,τι προλαβαίνεις
σε κέντρα απεξάρτησης και περιποίησης
γιατί εκείνη η γυναίκα
μέσα από τα χρώματά μου αναβλύζει
βάφοντας τον κόσμο όλο
μ αυτό που ήταν κάποτε σώμα και πρόσωπο
που τα κρατούσαν στα χέρια με αγάπη
ως προκαταβολή
ενός θανάτου σωφρονιστικού.

ΚΙΝΗΜΑ
Η ΝΕΩΤΕΡΙΚΗ ΑΝΘΡΩΠΙΑ
I

Όταν οι δρόμοι ντύθηκαν με χιόνι
ο μικρός Γαβριάς αυτοκτόνησε
γιατί ο χρόνος σάπισε αντί να παγώσει.

 

II

Μια ανάσα γεμάτη: νωπό, βρώμικο ξύλο σιγοκαίει στο αντίσκηνο.
Μικρό παιδί σε θάλαμο ψυχιατρείου και ούτε μια ψυχή.
Ευλογίες άφθονες τα κουμπούρια.

 

III

Η ανθρώπινη ομιλία κατά τόπους εξασθενεί καταλήγοντας στο ποτάμι της λήθης.
Εκείνο πλημμυρίζει τις όχθες του μυαλού με φωσφόριζε όνειρα.
Έφταιξα που πήγα να τα κάνω ζωή αντί για τοξικά καιρικά φαινόμενα.

 

IV

Βλέποντας τα πράγματα στις θέσεις τους
αυτό που έχω να απαντήσω στις κομματικές θέσεις περί νυχιών 
είναι πως βλέπω εργαζόμενες να κανονίζουν μαζί μανικιουρίστ
γιατί εκεί θα μιλήσουν ως γυναίκες χωρίς αφτιά μεντόρων.
Αυτό που έχω να απαντήσω στη γραμμή περί μη υγιεινής των ζώων
είναι πως βλέπω τις γειτονιές να βρωμίζουν από κούφιους ανθρώπους
που δε θα διακινδυνεύσουν τη ζωούλα τους ποτέ για τίποτα
σε αντίθεση με έναν σκύλο.
Αυτό που έχω να απαντήσω
στις διάφορες αναφορές περί κατάχρησης
στις θέσεις περί αρμόζουσας κοινωνικής και διαπροσωπικής συμπεριφοράς
στους πρωινοεσπερινούς λιβανοψιθύρους σε χώρους δημόσιους και ιδιωτικούς
στα τελεσίδικα συμπεράσματα για τη συνείδηση των μαζών
και σε λοιπά συμπτώματα αποσύνθεσης
είναι:
παρακαλώ μην ενοχλείτε τους επιζώντες,
ας μείνει και κάτι ανθρώπινο
στον ανθρώπινο πολιτισμό.

 

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Μίλα μου
άγνωστη φίλη νεαρή
με φωτογραφία
από χέρι μητρικό

για φωλιές αυτοπυρπολημένες
πυρομανών αγνώστων
δύσμοιρων
κάποιας χώρας μακρινής
με αφρικανική αύρα

για πνοής καμπή
σε βαγόνια θανάτου

για σημάδια παλιά
που αψήφησες

για αφηγήσεις
που αναζήτησες

για μεγάλη περίπατο
σε πανέμορφο κήπο
φαρμακωμένων καρπών
ηδύγευστων
που εύχεσαι να μην ξαναφάς
κι ύστερα έλα
πες μου για τραύματα

για όνειρα
μη μου πεις

ΕΚΕΙΝΕΣ
ΠΟΛΗ ΕΡΩΤΙΚΗ

την παραλία σου φωτίζει
-τα πάρκα και τις βίλες της,
πάθη Εβραίων κι Ευρωπαίων βιομηχάνων,
σήριαλ άλλων εποχών κι αιώνων-
ηλιοβασίλεμα θαμπό

ίδιο φανάρι σε σπίτια κοριτσιών
της πάλαι ποτέ συνοικίας
που στα στενά της έπνιγαν
τη μοναξιά τους τα παιδιά σου
και τρυφερότητα ζητιάνευαν
καταραμένα πλάσματα της γης

τώρα κοιτάς προκλητικά
με τις βιτρίνες σου τον κόλπο:
αστών απόγονοι διαλέγουν νέα λεία,
κανονισμένα όλα,
η σουίτα και ο ιατροδικαστής

δεν είσαι απ’ τα δυτικά
και δε σε λένε Γεωργία
κι άγριοι άγγελοι δε σου τραγουδούν
Dolores, Siouxsie, Emilie & Brody.

 

ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ

στου σπιτιού την αγκάλη
για ένα πιάτο φαΐ
τη ζωή σου από μνήμης ξεπουλάς
στην κάθοδο
απειλή ασύμμετρη
τα αδηφάγα βλέμματα
το φόρεμα απρόσεκτο
ελέω καύσωνα
ο λάκκος έτοιμος
στης συνοικίας τα γνώριμα καφέ
της κολάσεως πύλες
με της κυρίας τη διακριτική υπόδειξη
ανοίγουν πρόθυμα
όλο χαρά λάμπουν τα δαχτυλίδια της
συναινούν ξέχειλες οι σάρκες
στα μέσα δικτύωσης
σε παλιά μετάδοση θείας λειτουργίας
και συνταγές μεσημεριανού ανάμεσα
η συναλλαγή ολοκληρώνεται
με λόγια τρυφερά
χους ει και εις χουν απελεύσει
κι εσύ ναυάγιο
σε ρεύμα αιφνίδιο
από σφάλμα επιπλέεις
προνύμφης χιτώνιο νοσταλγώντας

 

ΕΚ ΧΑΟΥΣ

Το βλέπω
τώρα που στο βουνό αραίωσε η αχλή
η γη λουσμένη αναπαύεται
άνευ δακρύων πια
εξαντλημένη
κάτω απ’ το σμαραγδένιο πέπλο
μα ο ουρανός ακόμη κρέμεται βαρύς
στο πρόσωπό του κρατημένη
οργή αιώνων
και ο καιρός της
διαρκώς κοντοζυγώνει.

ΕΞΟΔΟΣ
ΓΑΙΑ

κι όσο διαλέγουνε οι φίλοι
ανάμεσα στους φόνους
τους πιο ανθρωπιστικούς
κι η αίματος οσμή
εγγύηση εχεμύθειας παρέχει
από οθονών ακτινοβολία λιώνουμε
όλοι μαζί πιο μόνοι από ποτέ
μα εγώ σε έναν τόπο πάντα επιστρέφω
και στη ζεστή κοιλιά της γης
κουλουριασμένη
στη δροσερή της χλόης ήβη
ακουμπάω
και στην τραχιά αγκάλη των λευκών φλοιών
κελάηδισμα ακούω παπαδίτσας
φύλλα θροΐζουν απαλά
εκεί θέλω να κοιμηθώ
χωρίς σταυρό επάνω μου
ούτε αστέρι
μ’ ορέστεια μετάνοια
πρώτη φορά ν’ αγγίξω
ουτοπία

 

ΤΗΣ ΧΙΟΥ VI

Μέσα στη μήτρα της οικουμένης
ταλαντεύομαι.
Ρίγες σχηματίζονται στα πλευρά μου
των ψαριών
κι εκεί στην προϊστορική νηνεμία
στο πείσμα του συμβολικού
ετεροθυσία και κτήση καμιά.
Φύκια μυρίζει το σώμα της
αντί για καταραμένο γάλα
κι η θανάτου επιθυμία
που με συνοδεύει εκ γενετής
κρύβεται στο ναδίρ
ντροπιασμένη.

.

ΤΑ ΨΥΧΟΜΕΤΡΙΚΑ (2019)

Απλά μαθηματικά

Η ακούσια λοιπόν παραθέριση
στη σκοτεινή πλευρά της Σελήνης
ξεκινάει από το α- αρνητικό για να γίνει
ολοκλήρωμα στο α- στερητικό.
Αυτή είναι η ακολουθία
από τον αριθμό π στον αριθμό ψ,
καθόλου άγνωστο
προνοητικό κι αμείλικτο
σαν στίγμα μελανό του ήλιου
της ανοιξιάτικης εργατιάς,
σαν δερματοστιξία κρυφή των ορυχείων
που ηλιαχτίδας δεν είδαν ματιά
πριν την ημέρα της απεργίας,
σαν ιμάντες –κορδελες θαρρείς–
για σκοπούς διακοσμητικούς
στο σπασμό του πολυσχιδούς πειράματος.
Έτσι, σε απλά και ανάποδα μαθηματικά,
συντελείται η αντίστροφη πορεία
προς τις βασικές έννοιες,
παρά και ενάντια στην ταραχή της.

*Η εφαρμογή της ινσουλινοθεραπείας (insulin coma therapy) στους νοσηλευόμενους με σχιζοφρένεια
σταμάτησε στις ΗΠΑ και Ευρώπη γύρω στο 1970 αλλά συνεχίζεται σε άλλες χώρες.

 

Ιδεασμοί

Αυτή η κακιά συνήθεια της αναμέτρησης
με τη θλίψη που σιγοβράζει στις φλέβες,
με το δέρμα που χλωμιάζει με το διακόπτη,
με το γυαλί που ραγίζει με τους
Νευτώνειους ιδεασμούς
εκθρονίζει τα σκαλισμένα εν λευκώ
πρόχειρα μαύρα τετράγωνα
και άλλα σχήματα της τελειότητας
που τόσο αφιερωμένα τοποθέτησα
στην αποστειρωμένη αίθουσα
προσφορά στην τέχνη της αφαίρεσης.
Βλέπεις, στα σκαλοπάτια του ναού
το ποτάμι ρέει σκούρο
για να γεννήσει τον καταστροφέα,
μολυσμένο από φόβους,
συνωστισμένες δεισιδαιμονίες,
οδυνηρά ζωντανό.
Στα χνάρια της θεάς κι εγώ
αγκαλιάζω την αντανάκλαση
και σπαρταράει φεύγοντας
ώσπου να μιλήσει ο βυθός
με λόγια δικά μου.

*The Music Project: Parvathy Baul
Είναι μία από τις παραλλαγές του ινδουϊστικού μύθου για τον θεό Κρίσνα, υιό της Γιαμούνα η οποία είναι πνεύμα του ποταμού. Η αγαπημένη του Ράντα προσπαθεί να τον αγκαλιάσει αλλά, βλέποντας μόνο την αντανάκλαση στο νερό που ξεφεύγει από τα χέρια της, μπαίνει όλο και πιο μέσα στο ποτάμι ώσπου να χαθεί.
Στην παράδοση της Βεγγάλης, τα τραγούδια των περιπλανώμενων μουσικών Baul, αποτελούν μέρος της πνευματικής τους άσκησης που συνδυάζει στοιχεία του ταντρισμού, του σουφισμού και του βουδισμού, εκφράζοντας την “κοσμική αγάπη” μέσω της οποίας το σώμα και το πνεύμα έρχονται σε επαφή με το Απόλυτο.

 

Ξεψυχογράφημα

Πίσω από τη φθορά
του αφηγηματικού αμαλγάματος
ξεσκεπάστηκαν οι καθρέφτες
και βρέθηκε καταμεσής της κάμαρης
ένα κουτί ακέραιο
με τσαλαπατημένα έλκη
να ξεκλειδώνει ξεβολεμένα
να εφαρμόζει γάζες μεταχειρισμένες
να τις αποθηκεύει εκ νέου
και με το ρεύμα παγερό
της χτυπημένης πόρτας
να κλείνει προς τα μέσα
μαζί με τους σκληρούς έρωτες
και τους ξεπουλημένους αγώνες.

 

Latcho drom*

Όταν μια απαλά συννεφιασμένη
ίσως λίγο Κυριακή
θα τρεμοπαίζει στα ίδια πράσινα φύλλα,
νωπά ακόμα από το τυπογραφείο της φύσης,
θα ξαναγεννηθούμε κεραυνοβόλα
εγώ και μια στρατιά ψυχές
-όλες οι ψυχές μου, ίδιο χρώμα
με το βάθος του ουρανού-
και θα γίνουμε ένα ηλιοβασίλεμα
χωρίς ανέλπιδες λεπίδες
του παθολογικού πένθους,
πλήρες από νηνεμία,
βαρύ από τα φιλιά,
γεμάτο από ένα αχανές τίποτα κανενός
στρωμένο με παπαρούνες και άψινθο
να κατοικεί το δρόμο
πάνω στη ρόδα του ήλιου.

*”Latcho Drom” (“Ασφαλές Ταξίδι”) (1993): ταινία του Tony Gatlif για την ιστορία και την πορεία των τσιγγάνων.

~

“Η απόφαση του θανάτου κι ο θάνατος είναι ένας θαυμάσιος συνταιριασμός, που κανένας δεν έχει τη δυνατότητα να τον διασπάσει.”

“Δεν έχω πια καμιά ελπίδα κι όμως ξανοίγομαι για πρώτη φορά στην απέραντη και τρυφερή αδιαφορία του κόσμου. Έτσι για δοκιμή αιστάνομαι και υπάρχω ευτυχισμένος από παλιά και τώρα.”

“Θέλω να ζήσω. Και για να ζήσω πρέπει να δραπετεύσω. Να πηδήξω έξω από τον αδυσώπητο κύκλο του θανάτου και να ριχτώ σ’ ένα τρελό τρέξιμο ζωής. Βέβαια θα με πυροβολήσουν οι επαγγελματίες της τάξης, αλλά πάντα υπάρχει η ελπίδα να αστοχήσουν.”

– Albert Camus, “L’Etranger”

 

.

ΗΡΩΕΣ ΑΧΑΡΩΝ ΠΟΛΕΩΝ (2015)

Εκτροφείο τίγρεων

 

ΟΙ ΤΙΓΡΕΙΣ ΤΗΣ ΒΕΓΓΑΛΗΣ

1.

Μια μέρα έφυγα.
Από τότε έγινα Μόγλης εθελοντής ανάμεσα στις τίγρεις.
Βγάλαμε παρατσούκλια, Μπαμπά, Αδέλφια και λοιπά—
η ώρα περνάει γρήγορα στη ζούγκλα.
Ακούγοντας τις σειρήνες των κυνηγών
οι τίγρεις της Βεγγάλης μαζεύονται γύρω από τη φωτιά μου.
Την αγκαλιάζουν χωρίς να ξέρω πότε θα ορμήσουν.
Η ομορφιά τους διαταράσσει τη συναίνεση
κι η οργή τους στήνει ενέδρα στην υποταγή.

 

2

Και μια μέρα πιάσανε μια τίγρη
και την έκλεισαν σε ένα κλουβί.
Είμαι δεμένη με το κλουβί
με ένα καλώδιο τηλεφώνου.
Μετά βίας ξημερώνει.
Θα δαγκώνουμε τα κλουβιά τους
μέχρι να βγούμε ή να πεθάνουμε
αλλά δε θα χορέψουμε στο τσίρκο τους. 

 

ΜΕΡΑ ΝΥΧΤΑ

Μέρα νύχτα μπαίνει μ’ ίδια αμοιβή:
Ποιος από τους δυο μας είναι στο κλουβί;
Μεσ’ στην τσέπη τρύπα, βράδυ που θα πας;
Μια τεχνογνωσία άχρηστης δουλειάς.

Απεργία πείνας, μια υπογραφή,
Μέρες νύχτες πίσω σε μια οροφή.
Απεργία πείνας, μία αγκαλιά:
Αραβία, Δύση, φως χωρίς μιλιά.

Πέρασε —κι ακόμα μέσα στα κλουβιά
Μαίνεται η πολύφωνη έρημη καρδιά.
Χάθηκε η ζωή μου, είπε μια φωνή
Και του τηλεφώνου κόπηκε η γραμμή.

Διάδρομοι με σήμανση, μια γροθιά φωνή
Και στο συρματόπλεγμα στάχτες και καπνοί.
Τέλειωσε ο χρόνος. Την Αμερική
Θα ανακαλύπτεις πάλι Κυριακή.

 

Σημειώσεις από το ποιητικό εργαστήρι
(ΙΣΚΡΑ 2009-2010)
ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟΣ ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΓΟΝΗΣ

Έγινα μορφή λευκοφορεμένη,
περιστέρι πάνω στα ερείπια
του Χρυσού Αιώνα που κατασκεύασαν άλλος
νύφη των υψηλών ιδανικών,
της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας
και της αστρονομίας
και άλλων πέτρινων τούβλων
στα χέρια των γλυπτών.
Είπαν πως δεν υπάρχει αγάπη
πιο ζεστή απ’ ότι στο δικό σου αίμα.
Μ’ αυτό χτυπάς κάρτα για να
περάσεις το κατώφλι.
Μ’ αυτό πληρώνεις την είσοδο
στο γενναίο νέο κόσμο.
Μ’ αυτό μιλάς στους άλλους
σαν ίσος προς ίσον.
Και με βάλανε κι εμένα
εκεί στη βιτρίνα τους
τρισχαριτωμένη
ηρωική κι ορμητική
σαν την αφίσα με την Πατρίδα Μάνα.
Μα εγώ δεν είχα ποτέ αδέρφια.
Μα εγώ τα βράδια φοβάμαι
και σκοτώνομαι στο δικό μου πόλεμο.
Και όταν το πρωί με ξυπνάνε
σειρήνες και καλέσματα για συνεντεύξεις
και αναμνήσεις για γονική αγκαλιά 
που ποτέ δεν γνώρισα
θέλω να τους πω:
κι εσείς κατηγορείτε τον Κίμωνα;
Μετά από χιλιάδες χρόνια, ακούστε,
κανείς δε θα διαβάζει
τις τραγωδίες σας.

Γραμμένα σε τοίχους

 

ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΕΛΟΣ

Ίσως μικρή, καθόλου γοργόνα
σ’ ένα παραμύθι από απέραντο τσιμέντο:
κάτι λείπει.
Κάποιος λείπει.
Το κοινωνικό κενό φουντώνει
κι εμείς — στάση ετοιμότητας για το φαλιμέντο,
μπαλώνουμε σημαίες,
μπαλώνουμε πληγές,
δεν είναι η ώρα τους.
Αντίστροφη μέτρηση — πάλι —
και οι χωρίς φωνή,
χωρίς αρχές
μέσα στο δακρυγόνο
θα δουν το βήμα τους να ξεπροβάλλει. 

ΑΥΤΟΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ

Πόσο όμορφο είναι
να κολυμπάς στο ουράνιο τόξο
από μασημένο σελλοφάν,
μακριά από τον εαυτό σου;
Όσο και να ’ναι,
εγώ εδώ θα μείνω.
Πόσο ικανοποιητικό είναι
να διοικείς τα βότσαλα
στη φουρτούνα των άλλων;
Όσο και να ναι,
εγώ στην αμμουδιά θα στερέψω.
Πόσο ήσυχο είναι
να κοιμάσαι καταδότης;
Όσο και να ’ναι,
εγώ βρήκα τη γιατρειά μου
σε μια λίμνη ουρανού
απάνω στη λινάτσα
και τίποτα άλλο δε χρειάζομαι
για να νιώθω άνθρωπος

 

ΑΟΡΑΤΗ ΒΙΑ

Οι πόλεις γέμισαν αγρίμια.
Η παιδεία στο πνεύμα της εποχής:
Όλοι έμαθαν να ζητιανεύουν,
να σκούξουν
για τα αποφάγια του Άλλου
και αρπάζουν πισώπλατα.
Ψάρια στο απέραντο γαλάζιο της αγάπης,
ψάρια στο πιάτο μου,
όλα λάφυρα στο χαλινάρι του ζητιάνου:
μπουκάλι σπασμένο
η ψυχή του.
Όλα ράγισμα βαθύ στο χώμα της ερήμου
ποτισμένο
με αλάτι
με φάρμακα
με εφιάλτες το καταμεσήμερο της ζωής.
Ένας ακατάπαυστος
βιασμός
μετά αποφάγια των Άλλων. 

 

Η γενιά που περιμένει αλλαγές
перемен!
ΜΟΝΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΡΕΛΟΚΟΜΕΙΟΥ

κάπου μακριά από την Ουκρανία

Όχι δε χρειάζεται.
Μην μπεις στον κόπο να πάρεις κάτι.
Μπες σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο
με δυο γωνίες
γιατί αυτό αρκεί.
Μια αηδία μπαίνει από τα παράθυρα
και καμία ηλιόλουστη μέρα,
κανένα καινούριο προϊόν
να τη διώξει δεν μπορεί.
Η οργή σου παστωμένη στις
ρητίδες των τοίχων
και τα μάτια της άγρυπνα.

Πόσα κελιά της μνήμης σου
τραντάζονται απ’ τις ατέλειες του σοβά;

Τις ξέρεις τόσο καλά.
Ξέρεις την αναγούλα.
Και τη στιγμή που ανοίγει το πηγάδι
όχι ότι δεν έχει πάτο
όχι ότι οι άλλοι δε βλέπουν
αλλά έχουν
κι άλλους πάτους να μετρήσουν
κι άλλους νεκρούς να κλάψουν
κι έτσι με όλο αυτό το πήγαινέλα
δεν ακούγονται τα κόκαλα που πέφτουν
εκεί που ήταν κάποτε ποτάμια.

Ματωμένες πατημασιές
στον τοίχο που απέμεινε.

Η παρωδία της πρωτοπορίας

 

ΣΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ

Η μαγική χώρα του σήμερα
σας καλωσορίζει με τα διαφημιστικά της,
με την εκκωφαντική σιωπή
των beach bar.
Η άμμος που μυρίζατε ακόμα από τα έδρανα
ταξίδεψε χιλιόμετρα στις παντόφλες σας
και έπεσε
στο βωμό της προσαρμογής, κομματάκια.
Το άρωμα της νιότης μας
λύτρα στους σπόνσορες
και το αλάτι μας πνιγμένο
σε λάδι καρύδας.
Μα ούτε που καταλάβαμε
πως μπήκαν στα συρτάρια
τα φουστάνια-τα πέπλα-τα σερβίτσια
και μας φακέλωσαν και μας ξεσπίτωσαν.
Για πόσο ακόμα θα μοιάζει μακριά η Αμυγδαλέζα,
τα εργοστάσια θα δουλεύουν με τα ΜΑΤ
και θα καθόμαστε με το στόμα ανοιχτό
ζητιανεύοντας για τη ζωή μας;

 

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ

Πόσο παράξενα ακούγονται
τα βήματα σ’ αυτό το άδειο μέρος:
άσπρο δωμάτιο.
Μαύρο δωμάτιο.
Παιδικά παιδικά βήματα
της ρωσικής πρωτοπορίας
που παίζει κρυφτό με το τέρας.
Μακριά από τα μηχανικά του πόδια
και τα βρωμερά καυσαέρια.
Το τέρας δαγκώνει τη γάγγραινα στα πόδια του
ουρλιάζει και πέφτει.
Κι εμείς ουρλιάζουμε πια.
Αλλά τόσο καιρό
Όλα μούδιασαν,
όλα πουλήθηκαν,
όλα βάφτηκαν με νεόπλουτο ροζ,
όλα πνίγηκαν σε νάιλον σακούλες.
Ποιος μας σηκώνει τώρα;!
Σίγουρα
μόνο μια θύελλα απ’ την έρημο
σε κάθε σπίτι,
στο παγκάκι που παίζουν χαρτιά,
στην αλκοολική βιοτεχνία,
στον τεκέ.
Στο κάθε εκεί που μας έφτασαν.

 

ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ

Η ποίηση του υπαρκτού χειμώνα
—εποχή της εκκαθάρισης—
ορμώντας κρέμεται:
νήματα του χρόνου.
Νήματα του χώρου.
Κομμάτια σκόρπια
υφαντά πεπρωμένα
μα αδύνατον.
Καλώδια πραγμοσύνης
διασχίζουν τους αιθέρες μετρημένα.
Παράσταση
με όρνια, ρουφιάνους και χρήστες
καλοκαιριών του χθες.
Όλα απέναντι.
Η ποίηση της υποσαχάριας άνοιξης
μονοξείδιο του άνθρακα
για τους μετρητές.

 

Ενδοσκοπικά της τελευταίας δεκαετίας
ΤΟ ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Και συνέβη ακόμη μια μέρα.
Την ξεφύλλισα σαν το τετράδιο.
Ο διάδρομος τρέχει πιο πέρα
Από το παραθύρι μου άδειο.
Αν η ύπαρξη κλείνει τα μάτια
Για το μέλλον, γιατί μού θυμίζει
Τα γαλάζια -ψηλά σκαλοπάτια
Τ’ ουρανού μας που θα μας αφήσει;
Στο παρόν είναι, όχι στο μέλλον
Ούτε στα εντελώς περασμένα.
Όμως είμαι εκείνα που θέλω
Να ’ναι άσχετα, να ’ναι χαμένα.

 

ΑΠΟΔΡΑΣΗ

Κάθε ξάστερο δειλινό… μόνο τα μάτια να κλείσω,
Μόνο να καταπιώ τ’ ουρανού τα κενά.
Μα τους μαύρους θεούς —δε θα μου ευχηθώ να ξυπνήσω
Κάτω από το ίδιο ταβάνι ξανά.
Μια φυγή στο απέραντο χρόνια θανάτου αξίζει
Και σαν λάβαρο βάφεται δάκρυ ζεστό.
Είναι λόγια, μού λένε —κι ο λόγος οστά τραυματίζει.
Και εισέρχεται μέσα στο σπίτι κλειστό.
Είναι λόγια, μου λένε —κι ο λόγος βουνά ξεσηκώνει
Και ανάβει καρδιές μες στους τύμβους παλιούς.
Ίδιος δολοφονεί, ίδιος πάλι αναζωπυρώνει,
Πως να τον χαλινώσω μ’ αρχές και ρυθμούς;
Κάθε γκρίζο πρωί… θέλω μόνο το δρόμο να χάσω,
Μη μου λέει κανείς πότε να κουραστώ.
Λίγα έζησα μα έχω τόσα πολλά να ξεχάσω
Που η μοίρα μου είναι σκυλάκι πιστό.
Χίλια πόδια περάσαν εκεί όπου έπεφτα κάτω,
Χίλια μάτια περάσαν χωρίς το γιατί,
Όλοι σαρξ εκ σαρκός μεγαλούπολης π’ όλο κοιμάται,
Μα γι’ αυτό ψάχνω χέρι να πιάσω,
Γι’ αυτό ψάχνω στυλό και χαρτί.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ

Ένα σπίτι σαν μελίσσι
μαζεμένο από κομμάτια
δανεικά μέχρι θανάτου,
σαν πολύχρωμη σκηνή,
έχει μάτια να μιλήσει,
χίλια μύρια έχει μάτια,
χίλια κύματα δικά του
και μια χώρα αχανή.
Έχει πρόσωπα στους τοίχους,
ιδρωμένα έχει άνθη,
κρύβει λύπες στην τσαγιέρα
και βιτρίνα τη χαρά.
Μόνο των κλειδιών ο ήχος
πότε φέγγει; Πότε θά ’ρθει;
Είναι πίσω, είναι πέρα,
πιο μακριά κάθε φορά.
Ένα σπίτι μες στον ήλιο
που αλύπητα στεγνώνει,
φώτα άγρια μαζεύει,
καθαρτήρια πυρκαγιά.
Μα σε όλη την υφήλιο
δεν υπάρχουν δολοφόνοι
σαν το φως που καταστρέφει
τη λεπτή του την καρδιά.

Δαιμονισμένοι

 

ΜΗΝΥΜΑ ΔΕΝ ΕΣΤΑΛΗ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ

Ξανά η πανσέληνος με μια κατάμαυρη βάρκα
Βουλιάζει στους λάκκους, αργεί στην αιώνια μάχη…
Εγώ η Μιλένα Γιεσένσκα, εσύ ο Φραντς Κάφκα,
Μπορεί και αντίστροφα —πια διαφορά δεν υπάρχει—
Σαν δύο πουλιά τυφλωμένα στο άδειο γεφύρι,
Σαν πύργοι που κρύωσαν και στα ερείπια θα μείνουν,
Πού είμαι; Πού είσαι;
Χαράματος είδωλα μεσ’ στο σπασμένο ποτήρι.
Διαβάζεις εκείνα που δεν έχω γράψει ποτέ στη ζωή μου,
Γιατί;
Πάλι παίζουν κρυφτό με οσμές του θανάτου
Τα πνεύματα του παρελθόντος.
Σαν θύρα που τρίζει,
Ο πόνος αγριεύει, μα τα γραφόμενά του
Κρατώ στα τετράδια μου και από ’κει ψιθυρίζει,
Σπασμένος ρυθμός ηδονής… μα ο σκότος δε λιώνει,
Κυλά σαν βροχή και σαν τοίχος κρατάει τους όρκους.
Μού λέει το ρολόι, σε λίγο ξαναξημερώνει,
Τα όνειρα του ποιητή μου γυρίζουν απ’ τους άδειους δρόμους.

 

A.

Ασυναίσθητα
επαναλάβαμε πάλι ο ένας τον άλλον,
ήρωες άχαρων πόλεων
προσκολλημένοι στις μέρες που μας επιβάλλουν.

Αντιφάσεις—
μόνο αυτές συντηρούν τη ζωή,
μα εγώ ήδη πέφτω, πέφτω μέσα στον ουρανό μου.
Θα με πιάσεις;
Δεν μπορώ άλλο να ’μαι εξαίρεση δίχως νόμο.

Αφαιρούμαι
από κάθε πτυχή της πνιγμένης φωνής του μοιραίου.
Μην το εκλιπαρούμε
άλλο…
Γιατί με την κάθε καινούρια δύση
εγώ καταρρέω…

 

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Μουσικές που ξέβρασε το κύμα
παραμιλώντας
«όλα τα καλοκαίρια θα σε περιμένω
Και τώρα νομάδας της πόλης
σέρνω το κουφάρι μου
στις γυαλισμένες βιτρίνες,
της απόγνωσης αμφιβληστροειδείς.
Τα καλοκαίρια μας τα φάγανε
οι μπάτσοι
γιατί ξεχάσαμε μια φορά
να κλειδώσουμε.
Κι ούτε ένα ξύπνημα πια.
Δε θέλω άλλο να πονάς.

 

ΑΝΤΙ-ΣΤΡΟΦΕΣ.

Έγινα η μάνα μου
κι έχασα το παιδί μου
στο πανηγύρι
του Αγίου Ανυπέρβλητου.
Και γυρνούσαν τα αλογάκια
γλώσσα στο στόμα βουβό
του βυθού
και έτρεχα στην ακτή
ψάχνοντας.
Άμμος άμμος η φωνή
που ν’ ακούσεις.
Σταγόνα σταγόνα τα μάτια
που να δεις.
Σπασμένος καθρέφτης
η αγάπη σου,
χιλιάδες αμαλγάματα θανάτου.

.

 

.

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΣΤH ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ

users.auth.gr/xkalaitz/

 

2020
Της οδύνης διδαχές

Κι αν έγιναν τα μάτια Αράλη,
άγονος βυθός περασμένης αλμύρας,
στέρφα από χρόνο,
αδύναμα,
η ρόδα του ήλιου κυλάει απυρπόλητη
αλλάζοντας μέρες ρυθμικά
με φτερωτούς χορούς.
Το φως της ξεριζωμένο
απ’ το θωρακικό κλουβί
χάσκει σπασμωδικά στην καθήλωση
και πέταλα οι άκρες της πληγής
ανοίγουν στον ουρανό.

 

Διαπίστωση

Όσο ακούω την αναπνοή σου
παλεύω να κρατήσω τη δική μου
να έχουμε απόθεμα οξυγόνου
στον βυθό της καταχνιάς
όπου ξεμείναμε.
Μα στο κενό του κρεβατιού ενδιάμεσα
απλώνεται η παιδική αρρώστια
της ακινητοποίησης
μην κουνηθώ κι η αλαβάστρινη
σιωπή μου θρύμματα
σκορπίσει το έργο τέχνης
άνευ νοήματος και ερμηνείας.
Τότε που ζήτησες ν’ ανοίξω τη βαλίτσα
να σου φέρω λίγα συντρίμμια
ξεχείλισε η αγάπη τους
δαγκώνοντας με πατερίτσες.

 

Δάκρυ

Από βυθό λησμονημένου αρχιπελάγους
ναυάγιο της θωρακικής μου κοιλότητας
ανόητα χάσκει.

Το νόσημα που ονοματοποίησες
όμηρος λαβυρίνθου πιθανοτήτων
ένα μηδενικό θέλημά σου να γίνει.

Βλέμμα αόμματο ανυπαρξίας
νερό από νεκρικό πέτρωμα
σαν όαση στραγγίζει.

 

Το δάσος εντός

Πάνω απ’ το θέατρο η πόλη βασιλεύει
στην πορφυρή του ήλιου μονοσημαντότητα.
Κυπαρίσσια τρανά ορθώνονται
πεύκα στοιχειωμένα σκύβουν
σκορπώντας αμφότερα νεφέλες απομεινάρια.
Οι μυστικές κρυψώνες μου έχουν χορταριάσει
στου Βυζαντίου τα τείχη.
Για φευγαλέα παράσταση της φτερωτής ορχήστρας
προς τι το ποδοπάτημα της ιστορίας;
Τα βήματα των ζώων δεν αμφιβάλλουν
όμως ο γρύλος
προάγγελος της νύχτας
παραφυλά το χτύπο
του σώματος στις πέτρες
μήπως γυρίσει για μια στιγμή
το καλοκαίρι.

 

Γράμμα στο παρελθόν

Αποφάσισα να συγχωρήσω
να χωρίσω τα “συν” κολλημένα στη μνήμη
όσα είπα “τέρας”.
Είκοσι χρόνια μετά
τα γράμματα στο μέλλον
γύρισαν πίσω
στις πέτρινες κάσες τους.
Στην αργοπορία του κουκουλωμένα
τα μισά σωθικά μου
σκοτώνονται με τα άλλα μισά κάθε μέρα
για την επικράτεια του φόβου.
Ψυχροπολεμικοί παγετώνες εμείς
εκτιθέμενοι σε ακτίνες Χ της αλήθειας
πλημμυρίζουμε τον κόσμο
γεμίζοντας τις βαθιές πληγές του.

 

Των φυτεμένων προσωπείων

Το σπίτι μου δεν παίρνει άλλο τους δρόμους,
η οχλοβοή δεν με εμποδίζει
ν’ ακούω το ρυθμό της καρδιάς μου
μέσα στο σώμα σου.
Το μαύρο μου πανωφόρι
κρεμασμένο στην πόρτα και άδειο,
μπορώ να δω την απουσία της πορσελάνης εντός του
και τον κήπο του πένθους παρατημένο.
Το πρώτο τραγούδι του ήλιου
θα κυλήσει άραγε μέσα απ’ τις κουρτίνες
λιώνοντας τις σιωπηλές μάσκες – έργα άλλων,
καίγοντας τη γύμνια της κρυμμένης φωνής;

 

2019
Υπόγεια διαδρομή

Εκείνος ο αχανής βυθός
πλημμύρισε της ανοιχτωσιάς μου
το αλησμόνητο χορτάρι
και το βράδυ χάσκει
δοκιμάζοντας τους τοίχους και το πάτωμα
του επίπλαστου κινδύνου —
πρόκληση θαρρείς για τα παράθυρα με φως
που δεν έχουν τι να διακινδυνέψουν —
μα όσο ματώνουν οι βράχοι
στην προσμονή να λυτρωθείς,
το κύμα ξαναχτυπάει στο μπετό.
Τα μπλοκ υψώνονται
στο κοιμητήριο των ονείρων
και γέρνω αναρριχώμενη
στην αγκάλη τους που γράφει κενό.
Κομματιάζεται ο φλοίσβος
πριν αγγίξει την κάψα της ημέρας,
χιονίζουν τα άνθη άκαρπα
στην τσιμεντένια θερμοκοιτίδα.
Κι όταν στα πέταλα ωχρά πήγα το σώμα μου ν’ αφήσω
όπως άφηναν οι πιστοί τα υποδήματα στο κατώφλι του ναού,
μπροστά στην κρίση του ηλιοβασιλέματος με πέτρωσε η ομορφιά,
ανάμνηση παντοτινή στα ακροδάχτυλα,
αλμυρά αφρισμένη που δεν άνθισε.

Του οίκου

Εσύ που αθόρυβα γλιστράς
σαν σκουλαρίκι ματωμένο
στα τρίσβαθα της άγριας πόλης
από σωλήνες σκοτεινούς –

Απ΄ την κομμένη γιασεμιά
να κλέψεις χρόνο μην πασχίζεις
κι ας πάγωσαν τα καλοκαίρια
των δυτικών σου συνοικιών –

Ό,τι γεννήθηκε μακριά
στην κάθοδο θα αντικρίσεις,
ό,τι ανοίκειο θυμήσου,
μην αποδράσει η ματιά.

Και στην κατάβαση οικτρή
σαν αναδύονται οι σκιες τους
και απαιτούν: απολογήσου!
Χτίσε το είναι σου ξανά.

 

Από τα κάστρα στο λιμάνι

Των δυναστών οι πέτρινες σκιές
μια θύμηση στεγνή
στης πλάσης τα βράγχια
που όλο λιγοστεύει
κι ανάμεσα στης περηφάνειας τους
την επιβλητική ξηρασία
ρετσίνι και πέταλα
ανάσα όλο κατάβαση
εκεί που το σώμα της πόλης
ανοίγει αγκαλιάζοντας το κύμα:
έτσι κάθε φορά στο ζενίθ
στο έρεβός μου να σε κρύβω
μακριά από πέτρινα δόντια και ρωγμές
μα ανοίγοντας τα δάχτυλα
γλιστράς ακέραιος στη γραμμή
που χωρίζει τον ουρανό από τη θάλασσα.

 

Parvaneh sho

Ο κόσμος είναι αγάπη λένε
που σε καλεί με τα φτερά της πεταλούδας
να φτάσεις ως την καθαρτήρια
αιώνια και τελευταία φλόγα –
χάρης απαύγασμα τόσο περσικά στρωμένο,
τόση κόλαση μέσα του λυτρωτική,
μα εμείς απ’ τα φτερά αιθέρια πιο λεπτοί
με το φαρμάκι αυτό ποτισαμε στη γέννα
χρόνια τώρα γεννιόμαστε στην
καμινάδα της αγάπης
που για να σε λύσει σε ματώνει
μα όλο σε λύνει μέχρι να ματώσεις –
δεν ξεπερνιέται η γλύκα της
κι αφού δεν έχω άλλους μύλους να νικήσω
την κάθε σπιθαμή θα παραδώσω αμαχητί
μέχρι να μας κατασπαράξει πάλι
η αγάπη.

*Ο τίτλος προέρχεται από το ποίημα του Τζαλαλουντίν Ρουμί (Jalaluddin Rumi) «Γίνε πεταλούδα»

 

 

Το άνθος του κακού

Δεν το ήξερες πως τ’ άνθη
έχουν αλλονών μιλιά
Μαργαρίτες μαδημένες
που βουβάθηκαν παλιά.
Τρέχουν χθεσινές νεράιδες
όλο ξέπλεκα μαλλιά
Να μη βρουν μεγάλο δρόμο
ξεραμένη ακρογιαλιά
Αδιαπέραστο σκοτάδι
δίχως όνομα σκυλιά.
Ποιός ημέρωσε τη νύχτα
ποιός ναρκώνει τα πουλιά.
Αναδύθηκε η φωνή του
στην κενή μου σιγαλιά
Κάποια δεύτερη πατρίδα
έλιωσε στην ερημιά.

 

Άσπρος κόσμος

Οι άνθρωποι ακόμα ποτάμι
στις ακέραιες όχθες της ταπεινότητας
ηδονιζόμενοι με εικόνες
επαναστάσεων περασμένων
εικόνες
πασών των αξιών
καταδικασμένοι στην ομιλία–
μιλάς
για όνειρα καλοκαίρια
σβησμένα
κι εγώ
φύλλο στον άνεμο
σκέπασμα στη φλέβα
που σιγοκαίει σιωπηλά
αφουγκράζομαι την πάχνη
σε κόσμο άσπρο
με σκόρπιο μελάνι.

 

Ελπίδα

Λευκό αλγεινό της ζάχαρης
στις αναπνευστικές υπόγειες διαβάσεις
κενό αναπότρεπτο
στο έγκλημα της αθωότητας
δεσμά αόρατα
στη γέννα του τραγουδιού
όλα θα διαλυθούν.

 

Στα τριάντα

Αυτή η παράσταση
με λίγη μετριοφροσύνη
στα τριάντα
ας κατεβάσει το διακόπτη
με κληρονόμους
τους κάδους ανακύκλωσης
βίαιους και ευτελείς
να κορεστούν
με λόγια χρωματιστά
σε ταινίες αθώων εποχών
και κενών ανθρώπων.

Το βιβλίο δίχως αφιέρωση

Εννέα μήνες από το πρώτο μας φιλί επί νέας τάξης
τυχαίο σαν τρομοκρατική ενέργεια.
Το μεγάλο σου έργο
είναι καρπός ενός έρωτα
που τον συνθλίβει το ουράνιο τείχος
προτού γεννηθεί.
Στα ερείπια του τείχους
στέκεις αγέρωχος
με την πρώτη σελίδα κενή.

 

2018
perpetuum mobile.

Μια μέρα ξύπνησα από ένα όνειρο πρωινό
λίγο πριν με στοιχειώσει
και χάσω το τελευταίο αστικό
για το σπίτι των θαυμάτων
και επειδή φοβήθηκα
πως μια ζωή θα ορίζομαι
πλέον κάθε μέρα
ξεπερνάω τα όριά μου.

 

ψυχοθηρία (εμπρηστές).

Πίσω από την αυλαία του δρόμου
έκτρωμα και τιμωρία:
αθώα
τα αρπακτικά σωρεία.
Καθρέφτης
μαυροφορεμένη πυργοδέσποινα
μακριά από όλες τις γωνίες της πόλης
όπου φάγαμε φόλες.
Οι άνθρωποι παίζουν παιχνίδια
όπως πριν
μέχρι που τα παιχνίδια αρχίζουν
να παίζουν με τους ανθρώπους.
Έτσι τα αρπακτικά πράγματα
μας βρήκαν.
Όταν θα έχουμε όμως
αρκετά αντισώματα
ένας περαστικός θα μας προσφέρει
ένα τυχαίο σπίρτο
και θα ανθίσουν πυρκαγιές
μπας και σβηστεί η ύβρις για τα καλά
από τα κατάστιχα της ιστορίας.

σενάριο για το παρόν.

Περπατώ σε μια γέφυρα
χτισμένη το ’40 από τους Ναζί
κουβαλώντας στην τσάντα τα δώρα
των μάγων του Σκλαβενίτη
-δήθεν μητρόπολη κι εμείς-
βλέποντας τα τραίνα
να εκτροχιάζονται
να πέφτουν από τον ορίζοντα
-η Γη επίπεδη τώρα γαρ-
κι ο φούρνος του βουνού
να καπνίζει τον ουρανό από ρυζόχαρτο
σαν γρίφος της Άπω Ανατολής
άλυτος: πως γίνεται
εμπόριο ηλεκτρονικής μουσικής
σε ένα μέρος χωρίς ρεύμα
πόσο καιρό τώρα;

 

imaginary disorder.

Προσπαθώντας να θυμηθείς
ποιος είσαι
εκμαίευσες από τον καθρέφτη
ένα Θέαμα.
Έτσι λησμόνησες
κάθε προσπάθεια.
Απλά αλλάζεις κανάλια
με κλωτσιές στον καθρέφτη
κι εκείνος
με μυριάδες μεταλλαγμένα μάτια
σιγά σιγά σε κοιτάζει.

 

ανθρώπινη νεκρή φύση.

στραγγαλισμού αγκαλιά
ψηφιδοτό αγιοσύνης
δια χειρός πνιγμός
μια θάλασσα νυχτός
περιαυτολογία καλοσύνης
ενάρετη πουστιά

!Αλληλεγγύη στους ηλιθίους!

αντιπερισπασμός διαρκείας
ταχυφαγεία μοναξιάς
για σένα τα πάντα
εξάρθρωσης υφαντά
μητρορραγία οξιάς
παραπλάνηση ολιγαρκείας

.Ανάγκη θαύματος το τίποτα.

 

οι αυτόχθονες μετανάστες.

Όταν η επέλαση του τσιμέντου
έσπρωξε τους ψηλοβλέμματους στην άκρη της ιστορικής αναστροφής
και παράγκες παραλλαγής
φύτρωσαν στα θερμοκήπια
κάποιοι είπαν πως η ματσέτα
είναι μια υπέροχη πυξίδα
στην πόλη των λύκων,
άλλοι φόρεσαν τα τομάρια που πήραν από αιχμαλώτους
και κάποιοι άλλοι γύρισαν
στον σκληρό τους παράδεισο για να ζήσουν.
Στα πολυτελή ιδρύματα δε χωρούσε η σαμάνικη προφητεία τους
για τον χειμώνα.
Ξεκίνησαν για να εξαγνιστούν
στην παγωμένη λίμνη
στη στέγη του κόσμου.
Ήθελαν να φύγουν από τους
κυρίαρχους της προσβολής
που έλεγαν πως θα κατακτήσουν τα αστέρια
και δεν κοιμούνταν δίχως χάπια
ούτε ξυπνούσαν δίχως σοκ –
όλα ειπώθηκαν για κείνους,
για τους οφθαλμοφάγους.
Γι’ αυτό τους άφησαν
για μέρη που εκείνοι δεν πίστευαν πως υπάρχουν,
για μέρη που προστατεύονται όπως μπορούν,
τα λουλούδια με κέρατα
κι οι αίλουροι με αγκάθια.
Πήγαν εκεί όπου στο πιάτο της Γης
κυλάει μόνο ο ήλιος
και τα άγρια άλογα τον εξημερώνουν.
Πήγαν να προσκυνήσουν
την απροσπέραστη ομορφιά
των απραγματοποίητων βάλτων
όπου ζουν οι παλιοί μονάχα
σαν αιωνόβια έλατα
και ανάμεσα στα μονοπάτια της ταϊγκά
βουλιάζουν τα νεκρογέννητα παλάτια
των αδερφικών πολέμων.
Περπατώντας για τόσες μέρες
τώρα λουόμενοι στην ομίχλη
μπροστά στο ναό του βουνού
περιμένουν να δεχτούν με ευλάβεια
το αραιό τους οξυγόνο.
Με χείλη απαλά των ταράνδων
που αναζητούν τους βλαστούς του βρύου
στο αιώνιο παγωμένο έδαφος
πίνουν τον έρωτα της οικουμένης
μακριά από ξένα βρώσιμα μάτια
ελεύθεροι.

 

Νερό, Περαία, Ιούνιος.

Μίλησαν για ολικό ξενέρωμα
όσοι ξέκαναν το νερό,
οι του έρωτα ξένοι.

Το νερό δε σταμάτησε ποτέ
να ξεπλένει τα φύκια στον φλοίσβο,
να αναπαύει τους ταξιδευτές
και να τρώει την πέτρα.

Άσπρη πέτρα ξέξασπρη
ή μαύρη σαν τη μέρα του φόβου;
Σ’ αυτήν την παρτίδα
ο βασιλιάς είναι γυμνός.

Στους γενναίους μόνο νερό κι αλάτι.

 

2017
η νεωτερική ανθρωπιά.

Ι

Όταν οι δρόμοι ντύθηκαν με χιόνι
ο μικρός Γαβριάς αυτοκτόνησε
γιατί ο χρόνος σάπισε αντί να παγώσει

ΙΙ

Μια ανάσα γεμάτη: νωπό βρώμικο ξύλο σιγοκαίει στο αντίσκηνο.
Μικρό παιδί σε θάλαμο ψυχιατρείου και ούτε μια ψυχή.
Ευλογίες άφθονες τα κουμπούρια.

ΙΙΙ

Η ανθρώπινη ομιλία κατά τόπους εξασθενεί καταλήγοντας στο ποτάμι της λήθης.
Εκείνο πλημμυρίζει τις όχθες του μυαλού με φωσφωριζέ όνειρα.
Έφταιξα που πήγα να τα κάνω ζωή αντί για τοξικά καιρικά φαινόμενα.

IV

Βλέποντας τα πράγματα στις θέσεις τους
αυτό που έχω να απαντήσω στις κομματικές θέσεις περί νυχιών
είναι πως βλέπω εργαζόμενες να κανονίζουν μαζί μανικιουρίστ
γιατί εκεί θα μιλήσουν ως γυναίκες χωρίς αφτιά μεντόρων.
Αυτό που έχω να απαντήσω στη γραμμή περί μη υγιεινής των ζώων
είναι πως βλέπω τις γειτονιές να βρωμίζουν από κούφιους ανθρώπους
που δε θα διακινδυνεύσουν τη ζωούλα τους ποτέ για τίποτα
σε αντίθεση με ένα σκύλο.
Αυτό που έχω να απαντήσω
στις διάφορες αναφορές περί κατάχρησης
στις θέσεις περί αρμόζουσας κοινωνικής και διαπροσωπικής συμπεριφοράς
στις πρωινοεσπερινές λιβανοψιθύρους σε χώρους δημόσιους και ιδιωτικούς
στα τελεσίδικα συμπεράσματα για τη συνείδηση των μαζών
και σε λοιπά συμπτώματα αποσύνθεσης
είναι:
παρακαλώ μην ενοχλείτε τους επιζώντες,
ας μείνει και κάτι ανθρώπινο
στον ανθρώπινο πολιτισμό.

 

αποχαιρετώντας τη Νέα Βάρνα.

Κοιτάμε ψηλά.
Πάνω από τον Φωτισμένο Βράχο
ρούχα χορεύουν,
σύννεφα παίζουν
και έχει βραδιάσει προ πολλού.
Το μικρό τσαντήρι
φεύγει πάλι για τον ουρανό
κι ίσως κάποτε
ίσως αυτή τη φορά
φωλιάσει.

 

εργοθεραπεία.

Πλανήτες ακατοίκητοι, κομήτες μπερδεμένοι
πίσω απ’ το τζάμι φαίνονται σε μια κοινή τροχιά
μα είναι του μυαλού φωτιά σε κάδρο κρεμασμένη
που μόνο του κλειδώθηκε σε άνυδρη σπηλιά.
Ποτήρι δεν ξανάγινε από κομμάτια χίλια
κι η ονειροπαγίδα μου δεν ξύπνησε ποτέ.
Βούτα, καρδούλα μου, ξανά για αδειανά κοχύλια
μαργαριτάρια ψάχνοντας στη χώρα του τοτέμ.

 

τα μπορώ και τα θέλω.

Σκόρπισαν οι μέρες στις αναβολές.
Ρίχτηκε ο χρόνος πάνω στις γραμμές.
Μαθημένα χέρια στύψαν τη στιγμή,
Έτσι ειν’ η πείρα, της ζωής μαμμή.
Όλο στα τραπέζια βρέχει συμβουλές:
“Έναστρος ο δρόμος, χτύπα εσύ και μπες.”
Πείτε πως χτυπάω πόρτες σαλονιών.
Κλείσε, αρχοντικό μου, μέσω χαρτονιών.

 

αδέσποτο τραγουδάκι.

Ένα κίτρινο φεγγάρι
κρεμασμένο στο φανάρι
αλυχτούσε απ’ το κρύο:
μια ζωή, ένα βιβλίο
που το γράφεις όπως θέλεις
στη γωνία μιας κυψέλης.
Άρα πότε θα γεμίσει
ένα ολόκληρο μελίσσι;
Μαίνεται εν καιρώ ειρήνης
ένας πόλεμος φρενήρης.
Ζούμε στο όνομα μιας βίλλας
κάτω απ’ το όριο της ξεφτίλας
και γυρνάμε σαν αγρίμια
μες στης πόλης τα συντρίμμια,
μες στης πόλης τα αποφάγια
αποφεύγοντας τα σκάγια,
μακριά από τα άγια.

2016
χειμώνες εντός.

Δεκέμβρης 2014-Φλεβάρης 2016, ευχαριστώ Θ.

Με τόσους ήλιους γίναν οι λέξεις κεχριμπάρια
Και σε πλανήτες μακρινούς ικρίωμα μας χτίζουνε
Κι εμείς εδώ με σαπιοκάραβα κουφάρια
Ερήμους από αλάτι ολομέτωπα διασχίζουμε.

Τα μάτια στέγνωσαν και στα πνευμόνια, όπως είπε ένας φίλος,
Ελέφαντας ολόκληρος —και ζώνη κατεχόμενη.
Κι ας λένε όλοι πως με τον καιρό τα αλέθει ο μύλος
Γιατί μονάχα σκόνη ξεσηκώνουν υποσχόμενοι.

Στο στέρνο της ζωής μαύροι ελέφαντες πατάνε
Και είπα σήκω πάμε να τους διώξουμε
Μακριά στις ζούγκλες τους… γιατί εκείνοι που αγαπάνε
Λόγια δεν έχουν και μορφές αδρές στον άνεμο να δώσουνε.

Και είπα έλα, όρκο στο φως που μέσα κουβαλάω,
Και μ’ απαντήσαν, τόσο φως, να λάμπει πού να γνώριζε.
Ποιος είδε με τι σκια τον ήλιο εγώ μετράω;
Όποιος το ξέρει, δρόμο βρίσκει στο σκοτάδι που όριζε.

 

Μ.

Όταν μετρώ τις ηλιαχτίδες
στην πίκρα ν’ αγκυροβολούν
γιατί μετρούσαμε παρέα
κύμα το κύμα της καρδιάς
στο νου τα μάτια σου ποτάμια
μέσα απ’ τα βράχια αντηχούν —
το κρύσταλλό τους όμως λέω
στο πάτωμα να μη σκορπάς.

Θα ψάχνεις μεσ’ στης μουσικής τη δίνη —
ατμός στο οινόπνευμα η ψυχή,
πού πάει να γίνει συννεφάκι;
Ποιούς ουρανούς θε να διαβεί;
Ποιά πολιτεία φωτισμένη
πάει να χαρίσει με βροχή;
Σαν του νερού τα παραμύθια
είναι η στάλα ακριβή.

Όταν μεσ’ στο χορό πως είμαι
λέω σε φίλους μου παλιούς
και μ’ απαντούν ότι ζηλεύουν
που ζω με χάρη κι ομορφιά,
θυμάμαι, μόνο που αναπνέω,
κατηγορώ και σβήνω ποιούς —
περίμεναν να μη χορεύουν
στις πίστες που έβαλαν φωτιά.

Μα οι μελωδίες μουσαμάδες
στους δρόμους πόλεων στοιχειών
απ΄τις ταράτσες κρεμασμένοι
που ζωγραφίζουν τη ζωή —
κάτω απ’ αυτούς καρδιές και κάννες,
μακριά απ’ τις βόμβες των εχθρών:
μόνο με πόνο οπλισμένοι
και μια αλήθεια φλογερή.

Έτσι και πάλι στο πλευρό σου
μαζί στη μάχη του φωτός
θα είναι οι μικροί ζωγράφοι
με ηχοχρώμα να χτυπούν
όσους μαυρίσαν τ’ όνειρό σου.
Μα ο όρκος σου ο πιο πιστός
μόνο στα μάτια σου να γράφει
για κύματα που αντηχούν.

 

 

απω-θήκη.

Αποθηκεύω προσωρινά
απομαγνητισμένα όνειρα
σκονισμένες δισκέτες
σε συρτάρια
σπιτιών που δε μένω πια
ανοίγω παράθυρα
να φύγουν τα αναλώσιμα της ημέρας
μόνο πουλιά ζώα λουλούδια
πόσο μεγάλος ο παράδεισος ενός παλιού στρώματος
ανάμεσα στις φωτιές της πόλης.

 

για κάποιους άγνωστος γνωστός για μερικούς.

Και τώρα πες μου
τι κάνουν τόσα δέντρα
από τόσα χαμένα δάση
κάτω από κείνο το πελώριο πιάτο
στον ουρανό;
Το τέλος του καλοκαιριού σαλεύει
και κοιτάνε πως θα το φάνε
μα τώρα καθαρά και ξάστερα
φαίνεται ο Ουρανός στο πιάτο
και η Γη καθόλου επίπεδη.
Τέτοιες ώρες αλυχτάνε οι φίλοι μου
σε αλάνες απάτριδες και σε μυθικά νησιά
για τις ίδιες φόλες,
ενωμένοι χώρια.
Δεν τελείωσε, θα διψάσουμε πάλι.
Ποιος ταξιδεύει στο γνωστό μου συννεφάκι
να φέρει για όλους;

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Άννα Αχμάτοβα
Στη Μούσα. (1911)

Βλέπει η Μούσα μου η αδερφή
Χαρωπά το πρόσωπό μου.
Το δαχτυλίδι ‘χει κλέψει αυτή,
Το ανοιξιάτικο δώρο.
Μούσα! Δες, όλες αυτές ευτυχούν –
Κόρες, γυναίκες και χήρες…
Μα ας οι σάρκες μου διαμελιστούν,
Δε θα φορώ αλυσίδες.
Ξέρω το πως θα ξεσκίζω κι εγώ
Το απαλό χαμομήλι.
Θα υποστεί ο καθείς στη γη το
Έρωτος βασανιστήρι.
Μέχρι χαράματα καίω κεριά.
Αν και κανείς δεν μου λείπει,
Δε θέλω, δε θέλω να ξέρω για
Το πως φιλάνε εκείνη.
Και οι καθρέπτες θα πουν γελαστοί:
«Οι οφθαλμοί σου θαμπώνουν…»
Θα ψιθυρίσω: «Μου πήρε αυτή το δώρο το θεϊκό μου».

 

Αλεξάντρ Πούσκιν
-1821-

Πιστή Ελλήνων κόρη! μη θρηνείς τον ήρωα που πέφτει
Κι ο μόλυβδος του εχθρού το στήθος του τρυπά.
Μην κλαίς -εσύ δεν ήσουν που πριν απ’ την πρώτη μάχη
Του όρισες τη διαδρομή τιμής αιματηρά;
Προβλέποντας το χωρισμό βαρύ να μέλλει,
Ο σύζυγος σου έτεινε μεγαλειωδώς το χέρι,
Το βρέφος του ευλόγησε με δάκρυα ευθύς,
Όμως το λάβαρο το μαύρο λευτεριά είχε σημάνει.
Σαν τον Αριστογείτονα, μυρτιά έπλεξε γύρω απ’ το σπαθί,
Ορμώμενος στη μάχη και όταν είχε πια χαθεί,
Έργο μεγάλο κι ιερό ‘χε κάνει.

 

Μιχαήλ Λέρμοντοφ
Λευκό πανί

 

Ένα λευκό πανί μονάχο
Στο γαλανό της θάλασσας!
Στην χώρα μακρινή, τι ψάχνει;
Στον τόπο του, τι άφησε;
Στο κύμα, ο άνεμος αγριεύει
Και το κατάρτι του λυγά…
Αλίμονό του! Τύχη δε γυρεύει
Ούτε από τύχη είναι φυγάς!
Στα καταγάλανα νερά που πλέει
Με ηλιαχτίδα πάνω του χρυσή
Αυτός, αντάρτης, καταιγίδα θέλει
Λες κι ηρεμία σ’ αυτήν μπορεί να βρει…

 

Αλεξάντρ Βερτίνσκι
Κίτρινος Άγγελος

Στα ρεστοράν τα βράδια,
Στου Παρισιού το τσίρκο,
Σε τούτη την φτηνή ηλεκτρική Εδέμ,
Τα χέρια μου υψώνω
Από οργή και πόνο,
Λυπητερά στον κόσμο τραγουδώ.

Τζαζ μπάντες να βροντάνε,
Μαϊμούδες αγριεμένες
Δόντια σακάτικα μου δείχνουν για να δω.
Αλλήθωρος, πιωμένος,
Τους καλώ στα πελάγη
Και άνθη στη σαμπάνια τους πετώ.

Και το πρωί σαν σέρνομαι στο ενύπνιο βουλεβάρτο,
Ακόμη και παιδιά με φόβο τρέχουνε μακριά.
Κουρασμένος γέρο-κλόουν με σπαθί από χαρτόνι
Και το λαμπερό μου στέμμα σβήνει της ημέρας φως.

Τζαζ μπάντες να βροντάνε,
Μαϊμούδες να χορεύουν,
Χριστούγεννα με λύσσα προϋπαντούν.
Αλλήθωρος, πιωμένος,
Κοιμήθηκα στο πιάνο
Μ’ αυτή τη φασαρία γιορτινή.

Ρολόι χτυπά στον πύργο,
Κι οι μουσικοί να φεύγουν,
Στο δέντρο, φώτα κάηκαν ολοσχερώς.
Σβήνουν κεριά οι λακέδες,
Σίγασαν οι κουβέντες,
Το πρόσωπο πια να σηκώσω δεν μπορώ.

Και κατέβηκε Κίτρινος Άγγελος από το σβησμένο δέντρο,
Κι είπε: «Δύσμοιρε μαέστρο, πόσο έχετε κουραστεί!
Λένε ότι τραγουδάτε ταγκό στους τεκέδες, νύχτα,
Στον πανάγαθο ουρανό μας όλοι έχουν εκπλαγεί.»

Με το πρόσωπο στα χέρια, τα σκληρά άκουγα λόγια,
Δάκρυα σκούπιζα με φράκο, δάκρυα πόνου και ντροπής.
Και ψηλά στα μπλε ουράνια, σβήνουν του Θεού κεράκια,
Κίτρινος Άγγελος θλιμμένος χάνεται μες στη σιωπή.

1934

Παρίσι

 

 

Μετασοβιετική ρωσική ποίηση

Ποιήματα που γράφτηκαν από την εποχή της κατάρρευσης της ΕΣΣΔ έως και σήμερα,

 

Βίκτωρ Τσόι
Περιμένουμε αλλαγές!

Αντί ζεστασιάς, γυαλί πρασινίζει, Αντί για φωτιά, καπνός,
Απ’ το διχτυωτό ημερολόγιο μια μέρα άρπαξαν.
Κόκκινου ήλιου απομεινάρια καίγονται
Κι αυτά της ημέρας μαζί,
Στη φλεγόμενη πόλη πέφτει βαριά σκιά.

Αλλαγές οι καρδιές μας απαιτούν,
Αλλαγές τα μάτια μας απαιτούν,
Με το γέλιο μας, με τα δάκρυά μας και το χτύπο της φλέβας
Αλλαγές! Περιμένουμε αλλαγές!

Ηλεκτρικό φως τη μέρα μας συνοδεύει
Το σπιρτόκουτο έχει αδειάσει
Στην κουζίνα μας όμως το μπλε λουλούδι του αερίου καίει.
Τσιγάρα στα χέρια μας, τσάι στο τραπέζι, να ένα σχήμα απλό.
Τίποτα άλλο δεν υπάρχει, όλα βρίσκονται μέσα μας.

Να παινευτούμε δεν μπορούμε για των ματιών μας τη σοφία
Μα ούτε για κινήσεις επιδέξιες χεριών,
Δεν τα έχουμε ανάγκη για να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον.
Τσιγάρα στα χέρια μας, τσάι στο τραπέζι, να πως κλείνει ο κύκλος
Και ξαφνικά φοβόμαστε να αλλάξουμε κάτι.

 

Aλεξάντρ Νεπόμνιασι
Αλυσίδα παραγωγής

Πρωί είναι ή βράδυ, ακριβώς δεν ξέρω:
Γκρίζα τείχη πέρα για πέρα.
Χαρές πανάθλιες, χάρτινες φάτσες,
Εύκολοι τρόποι να ξεχαστείς γαμάτα,

Να ενωθείς με το πλήθος σαν μπογιά χωρίς χρώμα,
Να τυφλωθείς, να μην ξέρεις για να μη φοβάσαι
Το παράξενο μυστικό στην ανάσα του ανέμου,
Τόσο ζωντανού σπινθηροβόλου ανέμου…

Στο βάθος του σύμπαντος καίγονται σαν κεριά,
Εκείνου που αρχίζει πίσω απ’ την κενή ματιά –
Οι σπίθες εκείνες ζουν, καίγονται σαν κερί,
Άρα δεν χάνει ακόμα το νόημα η ζωή.

Μεσ’ στους άδειους διαδρόμους σαν γαλάζιες φλόγες,
Σεληνόφως στα τζάμια απ’ τα κλαδιά τα ανήσυχα
Πιο πέρα, πιο πέρα…
Τελειώνουν, σβήνουν…
Κι εμείς μείναμε πάνω στα τζάμια, ανούσια λάσπη.
Κυλάμε πάνω στα τζάμια, αμίλητη λάσπη.

Είπε κάποιος κάτι για Θεό – και Θεός πια δεν υπήρξε,
Ενώ τα ξένα σκατά παράδεισο τα είπαν.
Κι η αγάπη μας κείτεται κάτω απ’ την πλαγιά,
Ένα σύνηθες πτώμα κάτω από μια σύνηθη πλαγιά.

Πάμε να γελάσουμε να την κλωτσήσουμε με τα πόδια,
Μη σε νοιάζει που είναι κρύα, θα την ζεστάνουμε, θα ξυπνήσει.
Θα κάτσουμε στα χαλίκια, θα ακουμπήσουμε στα γόνατα
Για να ακούσουμε τα ρωμαλέα τραγούδια των εμπορικών τρένων.

Και πίσω απ’ τον τοίχο -δυο βήματα- τα ελεύθερα άλογα,
Δεν γνώρισαν ποτέ το μαστίγιο, άγρια άλογα.
Κι εμείς φοράμε στεφάνια από λουλούδια
Και φεύγουμε στα χωράφια γεμάτα ανείπωτα χόρτα κι ωραία λόγια…

Μα αυτά με την άκρη του ματιού και για μια στιγμή μόνο:
Από ένα τέτοιο όνειρο, αφύσικο τόσο
Σε φυλάει, ασφαλές και γερό
Το κλουβί σου, όχι πολύ χρυσό.

Συζητήσεις για χρήματα.
Βραχυπρόθεσμα σχεδια.
Συνεχή παιχνίδια. Ξένα πρόσωπα.
Γάτες. Ποντίκια. Ποιος επιβίωσε;
Ο Κώδικας των καθημερινών επιστημών.
Μέρα. Πρωί. Μέρα. Νύχτα.
Και κλείνει ο κύκλος των πάντων.

Γουστάρεις να μασάς κάτι καλό, ανάλογα την παρούσα στιγμή.
Πρέπει να γίνεις σταθερό επιτόκιο στην χρηματηστηριακή.
Να κάνεις τα πάντα για να υπηρετήσεις την ανάπτυξή τους.
Μια καλή σταθερή μηχανή θα γίνεις

Χωρίς κολλήματα, με εγγύηση για περίπτωση βλάβης.
Η κρίση θυμού τελείωσε, μάτωσαν οι παλάμες.
Θα περάσει, θα’ ναι όλα ΟΚ, εσύ μόνο αύξησε την απόδοση
Και τώρα ξεκουράσου, αύριο πάλι η αλυσίδα παραγωγής…

Και πίσω απ’ τον τοίχο τα ίδια ανόητα άλογα
Τι διάολο τα θέλουμε τα ξενέρωτα άλογα.
Δύο βλαμμένοι με στεφάνια από λουλούδια
Φεύγουν στο χωράφι γεμάτο με τα ηλίθια τους όνειρα.

Χαζοπούλια. Ζωάκια. Νόμιζαν είδαν πέρα…
Τα ζωάκια, όρμησαν στον καιόμενο σιδηρόδρομο
Με τον σιδερένιο κρότο στα τελευταία μέτρα
Με τον σιδερένιο κρότο με την παιδική τους ελπίδα

Και οι ρόδες τους πατούσαν, πατούσαν, πατούσαν,
Τους πατούσαν, πατούσαν, πατούσαν, πατούσαν…
Και καθόμαστε και κοιτάμε, ακούμε τις κραυγές τους,
Θέλαμε να φύγουμε και βαριόμασταν να γυρίσουμε την πλάτη.

Και πίσω απ’ την πλάτη βρόντηξε η σιδερένια πόρτα,
Πανω απ’ το κεφάλι αστέρια και λωρίδες μιας ξένης σημαίας.
Η αλυσίδα παραγωγής προχωράει, η στάμπα χτυπάει.
Εδώ είναι η θέση σου.

Η αλυσίδα παραγωγής προχωράει, η στάμπα χτυπάει.
Εδώ είναι η θέση σου.

Δώσε στον εαυτό σου λίγη ξεκούραση, πάρε τον τόκο σου.
Εδώ είναι η θέση σου.
Εδώ είναι η θέση σου.
Εδώ είναι η θέση σου.

Δώσε μου θείε δώρα και χρήματα!
Φόρεσέ μου θείε περιλαίμιο και αλυσίδα!
Μόνο που έχω όρεξη κάποιον να δαγκώσω!
Μόνο που την αλυσίδα κάποτε θα κόψω!

Αχ ελευθερία, να κόψω ένα λαιμό!
Αίμα είναι αίμα κι όχι νερό!
Φωνές, γάβγισμα, γάβγισμα, σ’ έπιασα στα πράσα!
Όπως και να ‘χει- πάρτα!
Φάτο! Μάσα!

Μάσα πάνω στο χιόνι αιματηρά σημαδάκια
Και στα μάτια σου χορεύουν αγγελάκια
Και στα μάτια σου κόκκινα κυκλάκια
Και στα μάτια σου κόκκινα κυκλάκια…

Όπως και να ‘χει η αλυσίδα παραγωγής μας έχει τελειωμένους
Κι έχουν μείνει μόνο χαρτιά τσαλακωμένα
Κι έχουν μείνει μόνο λογαρισμοί αριθμημένοι
Κι έχουν μείνει λουλουδάκια πλαστικοποιημένα…

Στο βάθος του σύμπαντος καίγονται σαν κεριά,
Αυτού που είναι πίσω απ’ την κενή ματιά –
Ζουν άραγε αυτές οι σπίθες, καίγονται σαν κερί;
Ποιος θα πει ότι δεν χάνει το νόημα η ζωή;

Ποιος θα πει ότι δεν χάνει το νόημα η ζωή;
Ποιος θα πει;
Ποιος θα επιδείξει;
Ποιος θα αποδείξει;
Ποιος θα μιλήσει;
Θα χορέψουμε…

1992

 

Άλλα Γκορμπουνόβα
Άνοιξη υπό περιορισμό

 

φέτος, φοβάμαι, να δω δεν πρόκειται
ξύπνημα πεταλούδων

πώς θέλω πεύκου μίσχους να χαϊδέψω
σταχυών εριοφόρων χάδι πώς ποθώ

σε βρύα θέλω να ξαπλώσω
ακούγοντας δρυοκολάπτες να σφυροκοπούν

γνωρίζω, κάπου στα πέρα μέρη
θάμνοι βακκίνιου μικροί θα ενδυθούν
άνθη ροδαλά
ενώ λειχήνες ολούθε θα φυτρώνουν
σε ξαπλωμένων δέντρων τους κορμούς

βατράχων δε θα ακούσω σερενάτες
ούτε από αγριόχορτα τυχαία θα κοπώ

σε ίσκιους φτέρες θα ψηλώνουν
κούκων θ’ ακούγεται λαλιά
όσο ερυθρόχρωμα μυρμήγκια
δική τους επιδιορθώνουνε φωλιά

κι εκεί που καλαμιές πυκνά φυτρώνουν
των βίδρων ίχνη σχηματίζουν ατραπούς

κύκλους εφημερόπτερα θα κάμουν
που μέρα μια μόν’ έχουνε ζωή

καθώς στις πόλεις θα φυτρώνουνε τουλίπες
σε παρτέρια
των πικραλίδων χύνεται χυμός γαλακτερός
στα βουλεβάρτα·
κοτσύφια κι αηδόνια δε θα ‘χει πια για ποιον
να κελαηδούν
και όπως τρέχουν πάνω κάτω των γατιών
οι αγέλες
χτίζουν πετροχελίδονα φωλιές σε χαραμάδες
κάποιων κτιρίων παλαιών

έτσι θα είναι η άνοιξη
αυτή που στο δωμάτιο θα περάσω

2020

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΑΤΗ ΣΟΛΕΡΤΗ

www.vakxikon.gr


Η Ξένια Καλαϊτζίδου ξεδιπλώνει τις ενδιαφέρουσες απόψεις της γύρω από τη συγγραφή και τη μετάφραση και επικυρώνει την ξεχωριστή υπογραφή που φέρει το έργο της.


Έχετε μεταφράσει: Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Βελιμίρ Χλέμπνικωφ, Άννα Αχμάτοβα, σύγχρονη ποίηση της Ασίας όπως Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ και άλλους αξιόλογους ποιητές. Με τι κριτήρια επιλέγετε ποιητές προς μετάφραση;

Η ποίηση ως η πιο άμεση, η πιο επικοινωνιακή, η πιο συμπυκνωμένη μορφή λόγου έχει μια δική της επικαιρότητα δίπλα στα γεγονότα των ημερών. Εγώ προσπαθώ να συμβάλω σ’ αυτήν ανάλογα με τις δυνατότητες που μου δίνει η γλώσσα. Έχω επικεντρώσει, για παράδειγμα, στην Αχμάτοβα λόγω της λυρικότητας που έχει και ένα αλλιώτικο, υπαρξιακό βάθος, και της σύνδεσης που κάνει με τους κλασικούς στο σήμερα, ενώ ακριβώς αυτά τα νήματα της ιστορικής συνέχειας απειλούνται να κοπούν εντελώς. Από την άλλη στους Ρώσους πρωτοποριακούς θεωρώ σημαντική την εξέλιξη των κοινωνικών διεργασιών που προβάλλουν και της προοπτικής που ανοίγουν ενώ αυτή η προοπτική μας λείπει τόσο πολύ. Οι Ασιάτες, με τη σειρά τους, μεταφέρουν τη σοφία των αρχαίων και τη φωνή των κατατρεγμένων. Οι λογοτέχνες όλων των ηπείρων και όλων των εποχών κάτι έχουν να μας πουν. Εμείς πρέπει να μάθουμε να ακούμε και να επεξεργαζόμαστε τα λεγόμενά τους για να μπορούμε και οι ίδιοι να παράγουμε λόγο και πνεύμα.

Υπάρχει κάποιο λογοτεχνικό είδος, στο οποίο να έχετε μια ιδιαίτερη προτίμηση ή ενδεχομένως και να έχει ασκήσει επιρροή στη γραφή σας; Γιατί όπως γνωρίζουμε γράφετε κι εσείς. Παραπέμπω και στα blogs που διατηρείτε: http://users.auth.gr/xkalaitz/, http://xkalaitz.blogspot.gr/.

Είναι ξεκάθαρα η ποίηση. Οι Ρομαντικοί, οι Πρωτοποριακοί, οι Φουτουριστές, οι Υπερρεαλιστές, η Χαμένη Γενιά έχουν στοιχεία που για μένα αποτελούν τομές και τα ενσωματώνω στη γραφή μου συνειδητά ή ασυνείδητα. Έχει μεγάλη σημασία το πως ταυτίζονται κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες της εκάστοτε εποχής με το σήμερα και κυρίως το πως ταυτίζεται η ψυχοσύνθεση, η συνείδηση των ανθρώπων.

Η προσωπικότητα ενός συγγραφέα, ο βίος του γενικά, θεωρείτε πως επηρεάζει τη σχέση του με το μεταφραστή του;

Προφανώς. Ο μόνος λόγος να κάθεσαι να μεταφράζεις κάποιον με τον οποίο δεν έχεις την παραμικρή σχέση διαχρονικής επικοινωνίας-κατανόησης είναι το χρήμα. Τους καρπούς ενός τέτοιου θεάρεστου έργου τους καταναλώνουμε κάθε τρεις και λίγο από γνωστούς εκδοτικούς οίκους. Αυτή είναι η φαστφουντοποίηση της λογοτεχνίας: ρίχνουμε την ποιότητα, αυξάνουμε την ποσότητα, σπρώχνουμε στην αγορά, ο κόσμος τρώει και το συνηθίζει χωρίς να αντιληφθεί και πολύ.

Πόσο δύσκολο είναι το έργο ενός μεταφραστή; Πού εντοπίζονται δηλαδή οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει;

Οι δυσκολίες εντοπίζονται κυρίως στην περιοχή της αντίληψης της πραγματικότητας, η απουσία της οποίας μπορεί να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα κατά τη διάρκεια της μεταφοράς μιας πραγματικότητας (γιατί αυτό είναι επί της ουσίας η μετάφραση). Μια υποκατηγορία των δυσκολιών στην αντίληψη της πραγματικότητας είναι οι δυσκολίες στην αντίληψη-χρήση της γλώσσας του πρωτότυπου. Μία παράκαμψη ή πρόχειρη αντιμετώπιση των τελευταίων μπορεί να γεννήσει τέρατα.


Υπάρχει κάποιο μυστικό για μια καλή μετάφραση;

Αν υπάρχει, εγώ δεν το γνωρίζω. Και αν το γνώριζα δε θα το κρατούσα μυστικό γιατί από καλές μεταφράσεις έχουμε ανάγκη! Νομίζω ότι αυτό που χρειάζεται είναι να εμπλουτίζουμε και να εμβαθύνουμε συνεχώς τις γνώσεις μας γύρω από τις γλώσσες, τη λογοτεχνία και τα κοινωνικοιστορικά της συμφραζόμενα. Και κυρίως να σκεφτόμαστε όταν πάμε να κάνουμε μια μετάφραση όπως και οτιδήποτε άλλο.

Ποιο θεωρείτε πως είναι το μεγαλύτερο δώρο που εισπράττει ένας μεταφραστής μέσα από τη δουλειά του;

Η επικοινωνία μέσα από το χρόνο και η έμπνευση που προσφέρει.

Η μετάφραση επηρεάζει τη συγγραφή;

Ναι. Τα πάντα επηρεάζουν τη συγγραφή, πόσο μάλλον ένα συγγραφικό έργο που μεταφέρεται στο δικό μας γλωσσικό περιβάλλον για να μοιραστεί και να ζήσει μέσα σ’ αυτό.


Τι μπορεί να σας εμπνεύσει και να αποτελέσει κίνητρο για να γράψετε;

Η ζωή. Οι άνθρωποι, οι καταστάσεις, τα γεγονότα, οι αντιδράσεις, οι τρόποι που εκφράζονται τα διάφορα στοιχεία των χαρακτήρων και η συλλογική ψυχολογία, πράγματα που με απασχολούν στην πορεία μου προς το βάθος του τούνελ. Ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ έγραψε ότι κάθε μορφή τέχνης είναι αποκλειστικά και μόνο η έκφραση της εξωτερίκευσής μας, και αυτό είναι για μένα μια βασική αρχή. Η έκφραση δεν οριοθετείται ούτε υποτάσσεται.


Κατά την ταπεινή μου γνώμη, μέσω της γραφής σας οι κοινωνικές παρατηρήσεις αποκτούν μια ιδιαίτερη δυναμική. Δίνεται η εντύπωση πως στροβιλίζονται σε επαναστατικό μελάνι και μέσω της διδακτικής γραφής σας καταφέρνει να αποτυπωθεί στις χάρτινες συνειδήσεις του κόσμου. Πώς θα περιγράφατε τη δύναμη που ασκεί στον ψυχισμό σας η παρατήρηση;

Ως θετικού προσήμου, θα έλεγα. Να ξεκαθαρίσουμε καταρχήν τι εστί γραφή. Για διδασκαλία δεν ξέρω αν πρόκειται, είναι όμως σίγουρα στοιχείο της μάθησης η παρατήρηση. Βασική αρχή του Μαγιακόφσκι ήταν να αντιμετωπίζεται η ποίηση ως παραγωγή. Η παρατήρηση λοιπόν σ’ αυτήν τη διαδικασία είναι η διαλογή των πρώτων υλών.

Ασχολείστε και με τη συγγραφή ιστοριών τρόμου. Θα ήθελα να ρωτήσω αρχικά πώς προέκυψε και ποιος είναι ο δικός σας μεγαλύτερος φόβος;

Δε θέλω να σας απογοητεύσω αλλά δεν ασχολούμαι πια. Τα scary-tales ήταν κάποιες ιστορίες που ξεκίνησα στην προσχολική ηλικία όταν έμενα για αρκετές ώρες μόνη στο σπίτι και τις ανέπτυξα λίγο παραπάνω όταν μεταναστεύσαμε στην Ελλάδα, για να ακονίσω το μολύβι μου και τα ελληνικά μου. Όταν πέρασα σε άλλα στάδια, οι σκελετοί από τα σκοτεινά παραμύθια μπήκαν στα ντουλάπια της ιστορίας. Η ύπαρξη του αντικλειδιού από αυτά αν απασχολήσει ποτέ κάποιον, θα είναι οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας, γιατί αυτή είναι η δική τους αρμοδιότητα!

Ποια η σχέση σας με τη μνήμη και τη λήθη;

Ξεχνάω ημερομηνίες και ονόματα. Η μνήμη μου είναι κυρίως το τετράδιό μου και η μνήμη του υπολογιστή μου.

Ποια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια που μας λέει η ζωή;

Η ζωή μας λέει γενικώς πάρα πολλά πράγματα και κυρίως το να μάθουμε να υπερασπιζόμαστε τις δικές μας αλήθειες.

Πώς κρίνετε τη σύγχρονη κοινωνική και λογοτεχνική πραγματικότητα;

Ο συναγερμός έχει σημάνει εδώ και καιρό και για τις δύο. Οι αλλαγές δε θα αργήσουν για αντικειμενικούς λόγους αλλά ο καθένας μας θα βρεθεί άμεσα αντιμέτωπος με τις συνέπειες των επιλογών του, όπως στο γνωστό ποίημα του Μπρεχτ, είναι ζήτημα δηλαδή αν θα μείνει κανείς να πει κάτι. Για να σταθώ λίγο περισσότερο στη λογοτεχνία, στην Ελλάδα τουλάχιστον έχουμε αυτόν τον καιρό μια πληθώρα εκδόσεων και εκδηλώσεων αλλά και κάποιον μετρήσιμο πληθυσμό που γράφει, είτε δημοσιεύοντας είτε όχι, με μεγάλη διαφορά σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Όλα αυτά συνιστούν μια ποιοτική αλλαγή και μια συνολική τάση υπέρβασης του τραγικού ορίου που θυμίζει κάπως την πολιτιστική ζωή στην περίοδο της Κατοχής. Αυτό που θέλει μια προσοχή είναι το πως μπορεί αυτή η τάση να απελευθερωθεί και να επεκταθεί, να αντικρίσει δηλαδή την ύπαρξή της και να περπατήσει αψηφώντας τους καταναγκασμούς και τα καλούπια, όπως το διατύπωσε ο Αντρέ Μπρετόν και άλλοι.


Ποια είναι τα επόμενά σας σχέδια; Αναμένεται να εκδώσετε κάποιο βιβλίο;

Στους επόμενους μήνες βγαίνει η ποιητική μου συλλογή «Ήρωες άχαρων πόλεων» από τις εκδόσεις ΕΝΕΚΕΝ. Συνεχίζω επίσης μια δουλειά πάνω στις μεταφράσεις που πιθανόν να μετατραπεί σε δίγλωσση έκδοση. Θα συμμετέχω ταυτόχρονα σε ένα καινούριο λογοτεχνικό έντυπο που στήνουμε στη Θεσσαλονίκη.

Τέλος, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω από καρδιάς που με τιμήσατε με αυτή τη διαδικτυακή συνομιλία, να ευχηθώ καλή επιτυχία στο σημαντικό έργο σας και να σας ζητήσω να κάνετε μια ευχή!

Και εγώ ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση, για τη συζήτηση και για την ευχή την οποία σας επιστρέφω. Επίσης εύχομαι σε σας και στους αναγνώστες σας έμπνευση, ενέργεια και να μη χάνετε ποτέ την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις σας, στη δημιουργία, στην ανθρωπιά. Καλή επιτυχία σε όλα!

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΑΙΜΟΝΙΣΜΕΝΕΣ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ

Περιοδικό Θράκα 18/10/2024

Ποίηση γεμάτη triggers

Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι και οι πιο συγκεκριμένα οι αισθήσεις τους συχνά μέσω της επαφής τους με τον κόσμο, την ευρύτερη πραγματικότητα, αποκτούν τα πρώτα ερεθίσματα και τις πρώτες τους εικόνες. Είναι μια διαδικασία γεμάτη ένταση: ιντριγκάρει και μεταβάλλει συνεχώς τον ανθρώπινο χαρακτήρα‧ όμως είναι βασική για την ανθρώπινη εξέλιξη – τόσο για την ατομική όσο και για τη συλλογική.

Η τέχνη, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ποίηση, όπως θα δούμε παρακάτω, ακολουθεί αυτή τη ροή της ζωής, προσπαθώντας να οδηγήσει τις παγιωμένες αντιλήψεις και τις καθιερωμένες προσλήψεις της πραγματικότητας σε αμφισβήτηση. Αυτό δεν μπορεί να γίνει αλλιώς παρά μόνο προκαλώντας ένταση, μια ένταση που οδηγεί σε μια εσωτερική κάθαρση και μια, καλώς νοούμενη, αυτοαναίρεση. Μόνο έτσι, εξάλλου, μπορεί να δομηθεί πραγματικά μια ουσιαστική αμφισβήτηση και αυτοκριτική.

Πάνω σε αυτό το πλαίσιο κινείται η Ξένια Καλαϊτζίδου στη νέα της ποιητική συλλογή (με ποιήματα, πεζοποιήματα και ποιητικής λειτουργίας κείμενα), Δαιμονισμένες, κείμενα όλο triggers (εκδ. Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2024). Μέσα από το προσωπικό της βίωμα – άμεσα και μερικές φορές σκληρά – συλλέγει και αποτυπώνει πολλαπλές όψεις της κοινωνίας αλλά και του εαυτού της, υπό το πολιτικό, ταξικό και έμφυλο πρίσμα της ταυτότητάς της.

Ξεκινώντας ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Αυτοβιογραφικό», βλέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά μας η ίδια η ιστορία της ποιήτριας, δοσμένη ολιστικά και άκρως περιγραφικά. Η εναλλαγή τόπων (από την άλλοτε Σοβιετική Ένωση στην Ελλάδα) και η αρχή μιας νέας ζωής πάνω στα ίδια τραύματα, μέσα στον «βυθό της ιστορίας». Με «σκληρή τρυφερότητα», μες τις δίνες της αυτοανάλυσης (βλ. «Οδεύοντας προς τις μέρες του Θερισμού») οδηγεί τους στίχους της στα βάσκανα της εσωτερικής αβύσσου. Μιας αβύσσου που κρύβει μέσα της την απόλυτη, τραγική συνειδητοποίηση της ανθρωπινότητας.

Σε δεύτερη φάση, εξετάζοντας την πιο πολιτικοκοινωνική διάσταση της συλλογής, η ποιήτρια ανοίγει τον εαυτό της σε μια ολόκληρη γενιά. Μια γενιά που το μόνο που άλλαξε για αυτήν είναι οι διαφημίσεις των καταναλωτικών αγαθών στην τηλεόραση, μέσα σε έναν πολιτισμό τόσο προσανατολισμένο προς τις ανάγκες των «λίγων» (βλ. «Χίλιες και μία σφαίρες»). Ένας κόσμος που η ταξική, η πολιτική και έμφυλη αδικία και βία είναι πάντα παρούσα, ένας κόσμος που μετατρέπει τους ανθρώπους σε άμορφους αλγορίθμους, αποπροσανατολίζοντας την οποιαδήποτε μορφή ανθρωπιάς από τον όποιον ζωντανό δέκτη (βλ. «Φεμινισμός στα σόσιαλ»). Έτσι, λοιπόν, η κοινωνική δικαιοσύνη, η έμφυλη βία και οι διαχρονικές καταχρήσεις της πολιτικής εξουσίας αποτυπώνονται ξεκάθαρα και εξίσου στη συλλογή. Όχι με τη μορφή, όμως, απλών συνθημάτων αλλά βιωμένων και αποκρυσταλλωμένων διαπιστώσεων σε επαφή πάντα με μια πιο ιδιαίτερη υπαρξιακή διάσταση του κόσμου.

Κλείνοντας, όπως είδαμε, μέσα από εικόνες και περιγραφές με έντονη κινηματογραφικότητα (αϊζενσταϊνικής και ταρκοφσκικής υφής), η ποιήτρια διαγράφει τη ζωή της σε φιλμ των 35 mm. Μια ασπρόμαυρη ταινία παίζει σε ένα παλιό συνοικιακό κινηματογράφο περικυκλωμένο από πολυκατοικίες, που όμως ξεχειλίζει από χρώματα – μέσα από ιδιότυπες εναλλαγές. Μια τρυφερή ωδή πάνω στα ράμματα της αιμορραγούσας καρδιάς του χάους (ιδιαίτερη, ιδιοσυγκρασιακή, πρωτότυπη), για όλους αυτούς που βρίσκονται στις παρυφές αυτού του κόσμου.

Εκ χάους
Το βλέπω
τώρα που στο βουνό αραίωσε η αχλή
η γη λουσμένη αναπαύεται
άνευ δακρύων πια
εξαντλημένη
κάτω απ’ το σμαραγδένιο πέπλο
μα ο ουρανός ακόμη κρέμεται βαρύς
στο πρόσωπό του κρατημένη
οργή αιώνων
και ο καιρός της
διαρκώς κοντοζυγώνει

 

ΧΡΥΣΑΝΘΗ ΙΑΚΩΒΟΥ

Fractal 19/11/2024

Ένα μανιφέστο, μια σκληρή και ηχηρή αποτύπωση του κόσμου μας

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να γράψει κανείς ποίηση, στην περίπτωση της Ξένιας Καλαϊτζίδου οι λόγοι αυτοί είναι πιο καθαροί, πιο διάφανοι, πιο ειλικρινείς. Η Ξένια Καλαϊτζίδου χρησιμοποιεί τη λογοτεχνία -είτε την ποίηση είτε το πεζό, το συγκεκριμένο βιβλίο τα έχει και τα δύο- για να κάνει ένα κατηγορώ, για να περιγράψει όλα τα άσχημα που συμβαίνουν γύρω μας, για να αποτυπώσει και να μεταφέρει μια αλήθεια, αλήθεια όχι μόνο δική της, αλλά και δική μας, γιατί τα όσα περιγράφει όντως συμβαίνουν, όντως ισχύουν και γι’ αυτό πετυχαίνουν τον αναγνώστη κατευθείαν στην καρδιά. Όπως λέει και η ίδια σε κάποιο σημείο του βιβλίου της «επιχειρεί μια σπουδή πάνω στη σκληρή τρυφερότητα». Αυτό είναι οι «Δαιμονισμένες», ένα μανιφέστο, μια σκληρή και ηχηρή αποτύπωση του κόσμου μας, όπου το προσωπικό και το υπαρξιακό συνδέονται με το κοινωνικό, το πολιτικό, το ιστορικό.

Είναι σκοπός της Ξένιας να προκαλέσει; Πιθανότατα ναι. Να ταρακουνήσει τον αναγνώστη; Αναμφίβολα. Η ποιήτρια δεν πιστεύει απαραίτητα ότι μετά την ανάγνωση του βιβλίου θα αλλάξει κάτι στον κόσμο, αλλά ο λόγος της είναι τόσο ουσιαστικός και τόσο ρεαλιστικός και πηγάζει από τόσο βαθιά που πετυχαίνει τον υπέρτατο σκοπό της τέχνης: να επικοινωνήσει μαζί μας, να μας αποκαλύψει μια αλήθεια και να θέσει ερωτήματα. Απαντήσεις δεν υπάρχουν, αλλά τα ερωτήματα είναι πάρα πολλά και ύψιστης σημασίας και μένουν στο μυαλό του αναγνώστη αρκετό καιρό αφότου αφήσει το βιβλίο στην άκρη.

Η Ξένια ξέρει να χρησιμοποιεί τις λέξεις και να αξιοποιεί τη δύναμή τους. Η πρώτη πρόκληση που θέτει βρίσκεται ήδη στον τίτλο, «Δαιμονισμένες», δίνοντας ένα γυναικείο, αν θέλετε, στίγμα στη συλλογή και θέτοντας τον φρενήρη ρυθμό των κειμένων που ακολουθούν. Το ίδιο συμβαίνει και με τις ενότητες του βιβλίου: «Καρχηδόνα», η πόλη που καταστράφηκε από τους Ρωμαίους και η Διδώ που εγκαταλείφθηκε από την Αινεία, αυτός ο συνειρμός δημιουργήθηκε στο μυαλό μου, «Κίνημα» γιατί το βιβλίο της Ξένιας είναι γεμάτο από κοινωνικές αδικίες, αγώνες και διαμαρτυρίες σε ένα περιβάλλον σαθρό, «Εκείνες» γιατί το βιβλίο ασχολείται ιδιαίτερα με εκείνες, με τις γυναίκες, με τη βία που υφίστανται σε έναν κόσμο που δεν είναι ασφαλής για αυτές, «Έξοδος» η τέταρτη και τελευταία ενότητα, παρόλο που στον ποιητικό κόσμο της Ξένιας Καλαϊτζίδου μοιάζει να μην υπάρχει έξοδος, οι άνθρωποι είναι εγκλωβισμένοι στα αδιέξοδά τους και η κοινωνία φαίνεται πως είναι αδύνατον να αλλάξει.

Υπάρχει διαρκώς ένα τέτοιου είδους δίπολο στο βιβλίο: από τη μια είναι ο άνθρωπος, ο οποίος βουλιάζει κάτω από το βάρος της ίδιας του της ύπαρξης καθώς αναζητά απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, από την άλλη είναι η κοινωνία, η οποία είναι διεφθαρμένη και λάθος δομημένη που περιορίζει αντί να απελευθερώνει τον άνθρωπο. Το αίσθημα αυτό του περιορισμού και της ανελευθερίας, είτε από την κοινωνία είτε από το στενό περιβάλλον, επανέρχεται συνεχώς σε διάφορα σημεία του βιβλίου. «Είμαι στο δωμάτιο με το άσπρο ταβάνι / χαμηλό πάντα, ώστε το δικαίωμα στην ελπίδα να κάθεται φρόνιμα».

Η ποιήτρια δεν συγχωρεί την κοινωνία, δεν ξεχνά τα λάθη που γίνονται εν ονόματι ενός καθεστώτος, τις αδικίες που συμβαίνουν καθημερινά και συστηματικά. «Αυτοί που δεν χρήζουν συγχώρεσης είναι οι θεσμοί» λέει σε κάποιο σημείο του βιβλίου. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο εμφανίζεται και η έννοια της πατρίδας. Πίσω από τους στίχους κρύβεται μια αποδοκιμασία, μια πίκρα, ένα κατηγορώ, πολύ λεπτά και μεθοδικά τοποθετημένα, αλλά και με πολύ θάρρος. Το θάρρος είναι ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία του βιβλίου, η ποιήτρια δεν φοβάται τις λέξεις, δεν φοβάται να γίνει δυσάρεστη, δεν φοβάται να μιλήσει χωρίς περιστροφές για τα πιστεύω της.

Η μεγάλη γιορτή Ι

Το πρόσωπο της δυστοπίας
είναι χρόνια απαράλλαχτο
ξυρισμένο κόντρα
σχεδόν αρυτίδωτο
γυαλιστερό από καλοζωία,
χαμογελάει στις εκδρομές στο εξωτερικό
σε γάμους και βαφτίσια
σε στρατιωτικές επιδείξεις ανάμεσα
κι άλλες παλιές δόξες του Κόμματος,
χαϊδεμένο αδρά από πληρωμένες και ομήρους
τιμημένο από παράγοντες και από νέο αίμα
αλειμμένο με ιδεολογία
γαλουχημένο στα δύο πρωτόγονα ένστικτα
εξασκημένο στην ίντριγκα
συνεπές στην επιτήρηση,
κάθε μέρα βασιλεύει στο χοιροστάσιο,
νοσταλγώντας τον χαρούμενο μπαλτά τυλιγμένο με λάβαρο,
προάγοντας σώματα εθισμένα στην ανάγκη
τα λουσμένα εφ’ όρου ζωής με κρύο ιδρώτα
που παλεύουν να βγουν από το μιαρό τους δέρμα,
υμνώντας τον αρχηγό με την ατσάλινη καρδιά,
κατακρεουργώντας ό,τι προφτάσει,
παριστάνοντας το μπαλέτο πάνω σε κρέατα,
ελπίζοντας εις ανώτερα:
ω, μεγάλη γιορτή!

Η ποίηση της Ξένιας είναι ολόφωτη και ξεκάθαρη ως προς τις ιδέες που θέτει και ως προς τον τρόπο που τις θέτει, αλλά η ουσία του λόγου της είναι σκοτεινή, πεσιμιστική ίσως, ή είναι απλώς ρεαλιστική. «Αρχίζουμε / τελειώνουμε / με φόβο θανάτου». Έχει μια ορμή ο λόγος της, έναν εκκωφαντικό ρυθμό με λέξεις έντονες και σαρωτικές. Το κάθε ποίημα, το κάθε κείμενο, μοιάζει με ένα ποτάμι, αναβλύζει από βαθιά, κυλά ορμητικά και καταλήγει σε μια θάλασσα, όπου υπάρχει η ελπίδα ότι τα λόγια αυτά θα εισακουστούν.

Ένα στοιχείο πολύ ενδιαφέρον στις «Δαιμονισμένες» είναι ο άλλος, ο άλλος άνθρωπος, ο τρόπος που αλληλεπιδρούν οι άνθρωποι μεταξύ τους. «Την απουσία ερωτευόμαστε πάντα. / Και όταν το μηδέν γίνει ένα, δεν αντέχουμε το φως του. / Αν πας να με σώσεις, θα γίνεις η δικτατορία μου. / Το πού βρισκόμαστε αδιάφορο. Δεν έχει σύνορα η κόλαση του εαυτού». Η ποιήτρια αναγνωρίζει την ανάγκη που έχουμε για τον άλλον άνθρωπο, αλλά η σχέση αυτή μοιάζει να μην ολοκληρώνεται. Κανείς δεν μπορεί να μας σώσει, πρέπει μόνοι μας να βγούμε από το προσωπικό μας αδιέξοδο.

Υπάρχει ένας ωραίος αραβικός μύθος σε κάποιο σημείο του βιβλίου, η ιστορία αγάπης της Λέλα και του Ματζνούν, παρόμοια με την πιο γνωστή σε εμάς ιστορία του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας. Ακόμη λοιπόν και στον έρωτα, στον μύθο που επιλέγει να παραθέσει και να σχολιάσει η ποιήτρια, η επικοινωνία είναι σχεδόν αδύνατη. Οι άνθρωποι στις «Δαιμονισμένες» δεν επικοινωνούν ουσιαστικά, υπάρχει μια απομόνωση, μια διστακτικότητα, μια αδράνεια.

Ο καταγγελτικός λόγος της Ξένιας Καλαϊτζίδου έχει σχεδόν πάντα ως στόχο την κοινωνία στην οποία ζούμε. «Το οικοδόμημα που κατοικούμε, ποτίζοντας τις γλάστρες των ποικίλων δικαιωμάτων, στέκει πάνω σε άψυχα σώματα πολλών αθώων των δίχως επιλογή». Ο κόσμος μας είναι άδικος και υπάρχει μια υποκρισία όταν παλεύουμε για δικαιώματα από τη στιγμή που όλα βασίζονται στην εκμετάλλευση. Η ποιήτρια δεν μας δίνει ελπίδα, δεν φαίνεται πως αυτή η κατάσταση μπορεί να αλλάξει.

«Και ύστερα έλα πες μου για τραύματα / για όνειρα μη μου πεις». Ούτως ή άλλως, τα όνειρα δεν φαίνεται να πραγματοποιούνται στο ποιητικό σύμπαν της Ξένιας. Είμαστε τα τραύματα μας, λιγότερο τα όνειρά μας. Κι εδώ έρχεται η λογοτεχνία, όχι για να μας γιατρέψει ή για να επουλώσει τις πληγές, αλλά για να μας δώσει φωνή και βήμα. Η ποίηση της Ξένιας είναι ένας χώρος ανοιχτός, όπου τα τραύματα καταγράφονται, αποκαλύπτονται, βγαίνουν προς τα έξω και βρίσκουν ακροατές. Αυτός φαίνεται να είναι και ο απώτερος σκοπός της ποιήτριας, να καταγράψει αυτά που πρέπει να ειπωθούν και να μεταφέρει μια αλήθεια, χωρίς εξωραϊσμούς.

Σε ολόκληρο το βιβλίο, όπως εξάλλου υποδεικνύει και ο τίτλος, υπάρχει διαρκώς η γυναίκα, η γυναίκα που καταπιέζεται, που περιορίζεται, που πνίγεται, που αδικείται, σε έναν κόσμο που δεν της παρέχει ασφάλεια και την εμποδίζει να ολοκληρωθεί. Η Ξένια Καλαϊτζίδου μιλά ανοιχτά και θαρραλέα για τη γυναικεία κακοποίηση και για την έμφυλη βία, για τα πορνεία, για βιασμούς, για εμπόριο λευκής σαρκός – όλα αυτά όχι τόσο από τη σκοπιά των ίδιων των γυναικών, αλλά από τη μεριά του συστήματος. Δεν στέκεται τόσο στο γυναικείο τραύμα όσο στο περιβάλλον, που αντιμετωπίζει το τραύμα αυτό με λάθος τρόπο, διαιωνίζοντας το πρόβλημα. Αυτό είναι εξάλλου και ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης της Ξένιας, να συνδυάζει άρρηκτα το προσωπικό με το κοινωνικό ή το πολιτικό, σαν να πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιους νομίσματος.

Φεμινισμός στα σόσιαλ

[…] Νεανίδες που εισήλθαν με ζέση στον δρόμο της πολιτικής γυναικείας χειραφέτησης, με ευφάνταστα πολύχρωμα φυλλάδια συμβουλεύουν θύματα οικογενειακής βίας να καλούν την αστυνομία. / Είχα επισκεφτεί αρκετές φορές εκείνο το αστυνομικό τμήμα στα δυτικά, όπως και τα δικαστήρια. Πέρασε ένας χρόνος -μπορεί και δύο, έχω κενά- από την άκαρπη εκείνη προσπάθεια και διάβασα στις ειδήσεις ότι ο αξιωματικός εκεί σκυλόβρισε μια γυναίκα που ήρθε ξυλοκοπημένη από τον σύζυγό της και «καλά της έκανε». Δεν έμαθα τη συνέχεια και λυπάμαι γι’ αυτό. Αλλά δεν έπεσα από τα σύννεφα. / Όσα είπαμε παλιά ισχύουν, το κράτος είναι μαφία και ούτε ο Οιδίπους επί Κολωνώ δεν το ξεπλένει. Αν και αυτούς δύσκολα τους βλέπω να βγάζουν τα μάτια τους, δεν έχουν καιρό για κάθαρση, εξασκούνται επιμελώς στον βασανισμό των θυμάτων. […]

Η ποίηση της Ξένιας Καλαϊτζίδου είναι σύγχρονη, είναι απευθείας βγαλμένη από την εποχή μας, πιάνει με απόλυτη ακρίβεια τον σφυγμό του καιρού μας και αντικατοπτρίζει τα μεγάλα προβλήματα του σημερινού ανθρώπου. Την ίδια στιγμή καταφέρνει να έχει μια απίστευτη διαχρονικότητα στις ιδέες που εκφράζει, γιατί σε τελική ανάλυση οι κοινωνικές παθογένειες και τα υπαρξιακά ζητήματα είναι πέρα από τον χρόνο και τον χώρο, δεν αλλάζουν, αλλάζει ίσως ο τρόπος που εμείς τα αντιμετωπίζουμε. Και οι «Δαιμονισμένες» είναι ακριβώς αυτό: ο τρόπος που επιλέγει η Ξένια να σταθεί απέναντι στα προβλήματά μας, να τα επεξεργαστεί, να τα αναλύσει και να ανοίξει τελικά έναν μεγάλο διάλογο. Αυτό είναι το πραγματικό κέρδος της ποίησης, αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός της τέχνης, και οι «Δαιμονισμένες» το πετυχαίνουν αυτό, φυτεύουν τον σπόρο, ανοίγουν τον διάλογο και σε αφήνουν πιο υποψιασμένο στο τέλος του βιβλίου.

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΙΑΤΖΟΥΡΑ

Fractal 25/02/2025

Μια ειλικρινής και προκλητική ματιά στη γυναικεία εμπειρία

Η συλλογή της Ξένιας Καλαϊτζίδου, «Δαιμονισμένες: Κείμενα όλο Triggers», που κυκλοφόρησε το 2024 από τις εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες, αποτελεί ένα τολμηρό και προκλητικό έργο που συνδυάζει ποιήματα και νανο-διηγήματα. Μέσα από τις σελίδες της, η συγγραφέας επιχειρεί να δημιουργήσει έναν δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού, του ιδιωτικού και του δημόσιου, συνδυάζοντας την προσωπική εμπειρία με την κοινωνική κριτική· έναν δίαυλο επικοινωνίας που έχει ως αποτέλεσμα ένα έργο που είναι ταυτόχρονα βαθιά προσωπικό αλλά και καθολικά σχετικό. Επίσης η επιλογή της Καλαϊτζίδου να παραθέσει στις τέσσερις ενότητες του βιβλίου της, και ποιητικό και πεζό λόγο, και μάλιστα σε εναλλασσόμενη αλληλουχία, αποτελεί για μένα από μόνο του μια μορφή επικοινωνίας μέσω του διαλόγου ως πρακτική, αλλά και της διαλεκτικής ως φιλοσοφία. Να σημειώσω ότι αξιοπρόσεχτη είναι και η διακειμενική επικοινωνία της συγγραφέας με στίχους και αποσπάσματα άλλων συγγραφέων (Μάρκος Πόρκιος Κάτων, Κάρολος Φουριέ, Κατερίνα Γώγου, Βίλχελμ Ράιχ, Σίσσυ Δουτσίου κ.α.), που μας επιτρέπει να διεισδύσουμε ερευνητικά στις προσωπικές της λογοτεχνικές και όχι μόνο αναφορές της αλλά και στις προθέσεις της.

Στο επίκεντρο της συλλογής, θέματα όπως η γυναικεία ταυτότητα, η σεξουαλικότητα, η αποδοχή του βιολογικού και η επιλογή του κοινωνικού φύλου, αλλά και ζητήματα που άπτονται την κακοποίηση και την έμφυλη βία, καθώς και την αντιμετώπιση αυτών από τον κοινωνικό περίγυρο. O τίτλος της συλλογής, “Δαιμονισμένες”, υποδηλώνει μια οπτική γεμάτη ένταση, πάθος και παροξυσμό, μια οπτική μη ελεγχόμενη ή ελεγχόμενη από σκοτεινές και ανεξήγητες δυνάμεις. Εξάλλου και η χρήση του όρου “Triggers” στον υπότιτλο, προειδοποιεί τον αναγνώστη και την αναγνώστρια για το περιεχόμενο που μπορεί να προκαλέσει, να εξιτάρει ή/και να πυροδοτήσει έντονες συναισθηματικές αντιδράσεις, καθιστώντας σαφές ότι η συγγραφέας, με την χαρακτηριστική της ειλικρίνεια και αμεσότητα, δεν αποφεύγει τα δύσκολα και αμφιλεγόμενα, κοινωνικά, θέματα. Αντιθέτως τα ποιήματα και τα νανο-διηγήματα της συλλογής αυτής, λειτουργούν ως καθρέφτες που αντανακλούν τις κοινωνικές επιταγές και τις αρνήσεις τους, απογυμνώνοντας τα υποκείμενα που επανασυγκροτούν αυτές τις επιταγές, εμάς δηλαδή.

Διαβάζοντας την εν λόγω συλλογή, δεν μπόρεσα να μην ανακαλέσω στη μνήμη μου την Σιμόν ντε Μποβουάρ, συγκρίνοντας τη γραφή και τη φιλοσοφία της Ξένιας Καλαϊτζίδου με αυτήν της μεγάλης φεμινίστριας. Οι κοινές θεματικές τους ανησυχίες, όπως η γυναικεία ταυτότητα και η κοινωνική καταπίεση, πρόδηλες. Η ντε Μποβουάρ, στο έργο της «Το δεύτερο φύλο», αναλύει τη γυναικεία ύπαρξη και την καταπίεση των γυναικών, υποστηρίζοντας ότι «δεν γεννιέσαι γυναίκα, γίνεσαι». Η Καλαϊτζίδου, μέσα από τα ποιήματα και τα νανο-διηγήματά της, εξερευνά πώς οι γυναίκες διαμορφώνονται από τις κοινωνικές επιταγές και τα στερεότυπα και πώς μπορούν να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους, αρνούμενες τις επιβαλλόμενες νόρμες. Ενώ η ντε Μποβουάρ χρησιμοποιεί φιλοσοφική ανάλυση για να εξετάσει τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία, η Καλαϊτζίδου επιλέγει τη λογοτεχνική έκφραση για να αναδείξει τις ίδιες ανησυχίες, προσφέροντας μια σύγχρονη και προσωπική προοπτική.

Η συλλογή «Δαιμονισμένες: Κείμενα όλο Triggers» αποτελεί ένα σημαντικό έργο στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, προσφέροντας μια ειλικρινή και προκλητική ματιά στη γυναικεία εμπειρία. Η Ξένια Καλαϊτζίδου, με τη δυναμική αλλά συνάμα και ευαίσθητη γραφή της, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα έργο που προκαλεί σκέψη και συναίσθημα, προσκαλώντας εμάς τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, σε μια βαθιά ενδοσκόπηση στον εαυτό ή -κατά την συγγραφέα- στην εαυτή μας, και σε μια αναθεώρηση των κοινωνικών μας προσταγών, που διαμορφώνουν την ταυτότητά μας, άρα και την ύπαρξη μας.

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΙΧΝΟΣ

Fractal 10/02/2026

«έργο που λειτουργεί λιγότερο ως λογοτεχνικό καταφύγιο και περισσότερο ως ένα ανοιχτό τραύμα»

Η συλλογή της Ξένιας Καλαϊτζίδου, «Δαιμονισμένες: Κείμενα όλο Triggers» (Ακυβέρνητες Πολιτείες, 2024), δεν προσφέρεται για μια ανάγνωση εφησυχασμού. Πρόκειται για ένα έργο που λειτουργεί λιγότερο ως λογοτεχνικό καταφύγιο και περισσότερο ως ένα ανοιχτό τραύμα, μια σωματική και πνευματική σκανδάλη που ενεργοποιείται σε κάθε σελίδα. Η συγγραφέας παραδίδει ένα τολμηρό υβριδικό εγχείρημα, όπου ο ποιητικός λόγος συμπλέκεται με την πρόζα (σε μικρο-διηγήματα), δημιουργώντας όχι απλώς μια εναλλαγή φόρμας, αλλά μια διαλεκτική ένταση. Μέσα από αυτή τη δομή, το ατομικό βίωμα μετασχηματίζεται διαρκώς σε δημόσια πολιτική θέση, γεφυρώνοντας το χάσμα ανάμεσα στην εσωτερική άβυσσο και την κοινωνική πραγματικότητα.

Η Καλαϊτζίδου δεν χρησιμοποιεί το παρελθόν της ως διακοσμητικό στοιχείο, αλλά ως δομικό εργαλείο κριτικής. Η «ανθρακόσκονη του Ντονιέτσκ» και το «σοβιετικό κουκλόσπιτο» γίνονται τα πρίσματα μέσα από τα οποία παρατηρεί την ελληνική κοινωνία («έτσι και το κουκλόσπιτο σοβιετίας / στη νέα μου πατρίδα / παρηγοριά για εξόριστους / και για άρρυθμους κόκκινο κελί / με στοίβες χειρόγραφα και πρακτικά / δεμένα στην καρδιά με ομφάλιο λώρο / βάρυνε τις μετακομίσεις / επικυρώνοντας το αφγανικό σύνδρομο», σελίδα 10). Η ηρωίδα της είναι διπλά περιθωριοποιημένη. Είναι ξένη μέσα στην πατριαρχική δομή της νέας της πατρίδας, αλλά και αποξενωμένη από το ιστορικό βάρος της οικογενειακής της κληρονομιάς. Με τον τρόπο αυτό, αποδομεί βίαια τα στερεότυπα που συνοδεύουν τις γυναίκες από τις πρώην σοβιετικές δημοκρατίες, αρνούμενη τον ρόλο του εξωτικού άλλου.

Η κριτική που ασκεί το έργο στους θεσμούς και τις κοινωνικές δομές τις λαμβάνει διαστάσεις ενός ιδιόμορφου μανιφέστου. Ωστόσο, το πιο ενδιαφέρον -και ίσως το πιο επώδυνο- στοιχείο των «Δαιμονισμένων» είναι η κατάρρευση των λεγόμενων «ασφαλών χώρων». Η συγγραφέας στρέφει τα βέλη της όχι μόνο προς την προφανή κρατική καταστολή ή την πατριαρχική βία, αλλά και προς την υποκρισία που φωλιάζει στους κόλπους των κινημάτων χειραφέτησης. Από τον ρηχό, performative φεμινισμό των μέσων κοινωνικής δικτύωσης μέχρι την ένοχη σιωπή των πολιτικών οργανώσεων μπροστά σε περιστατικά κακοποίησης, η Καλαϊτζίδου ξεγυμνώνει τους γιακοβίνους και αρνείται να εξωραΐσει την πραγματικότητα στο όνομα οποιασδήποτε ιδεολογικής συγγένειας («χάρτινοι γιακοβίνοι και αριστοκράτισσες που καμαρώνουν δημόσια αξιώματα μπροστά στον Θερμιδόρ» σελίδα 43).

Η γραφή της διακρίνεται από μια έντονη εικονοπλαστική δύναμη, σχεδόν κινηματογραφική, που θυμίζει πλάνα του Ταρκόφσκι, ενώ ταυτόχρονα συνομιλεί διακειμενικά με ένα ευρύ φάσμα διανοητών, από τον Κάτωνα και τον Φουριέ μέχρι τη Σιμόν ντε Μποβουάρ. Σε αυτό το πλαίσιο, το φύλο αντιμετωπίζεται ως μια κοινωνική κατασκευή που επιβάλλεται βίαια, με το γυναικείο σώμα να γίνεται το πεδίο μάχης όπου εγγράφονται οι εξουσιαστικές πρακτικές («Μια γυναίκα στο πάτωμα / γυμνή στα φώτα των νεκρών / και τα μάτια της ηλεκτροφόρα ανάμνηση / πόσο θέλει αίμα και εμετό / για μια αράδα. / Μίλα της για ομορφιά αν τολμάς / στριμωγμένη στις σκοτεινές γωνίες / των τυχαίων επιθυμιών. / Χόρτασέ την με καταναγκαστική σίτιση. / Κόψε τα ζωντανά κλαδιά του πόνου / που ξεσκίζουν το κεφάλι της. / Φέρε όλη την υπερήφανη υγεία σου / να φράξεις τα ποτάμια της μην ξεσπάνε. / Φέρε της πολύχρωμα γυαλιά να παίζει / σκέπαστρο στη βρώμικη θλίψη / προϊόν για τοποθέτηση / σε εκπομπή με συνταγές επιτυχίας. / Κρύψε ό,τι προλαβαίνεις / σε κέντρα απεξάρτησης και περιποίησης / γιατί εκείνη η γυναίκα / μέσα από τα χρώματά μου αναβλύζει / βάφοντας τον κόσμο όλο / μ’ αυτό που ήταν κάποτε σώμα και πρόσωπο / που τα κρατούσαν στα χέρια με αγάπη / ως προκαταβολή / ενός θανάτου σωφρονιστικού», σελίδα 30).

Πέρα από την πολιτική οξύτητα, το βιβλίο διατρέχεται από έναν βαθύ υπαρξιακό ρεαλισμό. Οι ανθρώπινες σχέσεις αποτυπώνονται ως πεδία αδυναμίας ουσιαστικής επικοινωνίας. Η σωτηρία δεν προσφέρεται από τον «άλλο»· ο έρωτας και η συντροφικότητα συχνά καταλήγουν σε αδιέξοδα. Η δομή του βιβλίου, ξεκινώντας από την «Καρχηδόνα» (Ενότητα 1η, «Κατά τα άλλα, φρονώ ότι η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί») και καταλήγοντας στην «Έξοδο» (Ενότητα 4η, τελευταία), δεν υπόσχεται λύτρωση με την έννοια του αίσιου τέλους. Η «Έξοδος» εδώ είναι μια επιστροφή στη σωματικότητα, στη φύση και στο ένστικτο, μια μοναχική πορεία επιβίωσης μακριά από τις ψευδαισθήσεις της κοινωνικής ένταξης.

Η μετακίνηση από την ιστορική καταστροφή της Καρχηδόνας στη βιολογική καταφυγή της Εξόδου θα μπορούσαμε να πούμε ότι προδίδει μια οντολογική αναδίπλωση μπροστά στην αδυναμία να φανταστούμε μια συλλογική πολιτική αλλαγή. Πρόκειται για μια ιδιωτικοποίηση της ουτοπίας, τη στιγμή που δεν υπάρχει πλέον Φύση με την έννοια ενός παρθένου, εξωτερικού πεδίου που δεν έχει αποικιοποιηθεί από το Κεφάλαιο. Έτσι, η ηρωίδα προσπαθεί να αποδράσει σε έναν χώρο που δεν υπάρχει πια ως πραγματικό καταφύγιο· η «Έξοδος» δεν είναι πραγματική έξοδος, αλλά μια εσωτερική, ψυχολογική κατασκευή. Είναι η ομολογία ότι το υποκείμενο αδυνατεί να φανταστεί το μέλλον ως συλλογική ιστορική πράξη. Η κοινωνική ένταξη, λοιπόν, δεν απορρίπτεται επειδή βρέθηκε κάποια ανώτερη συνθήκη, αλλά επειδή το συλλογικό όραμα έχει καταστεί αδιανόητο και το υποκείμενο στρέφεται στον αναγωγισμό του σώματος, περιορίζοντας τον ορίζοντά του στο επίπεδο της βιολογικής επιβίωσης. Εν ολίγοις, η ηρωίδα, αδυνατώντας να βρει τη θέση της μέσα στο κοινωνικό σύνολο ή να το αλλάξει, επιλέγει να «διαγράψει» τον χάρτη και να ζήσει εκτός γεωγραφίας.

Συνοψίζοντας, οι «Δαιμονισμένες» αποτελούν ένα ιατροδικαστικό πόρισμα πάνω στο σώμα του σύγχρονου κόσμου. Η Ξένια Καλαϊτζίδου δεν γράφει για να παρηγορήσει, αλλά για να ενοχλήσει, προσφέροντας έναν καθρέφτη που αντανακλά τη συνενοχή μας. Είναι ένα έργο που απαιτεί αντοχές, καθώς επιβεβαιώνει πως η μόνη αλήθεια που μας απομένει είναι η καθαρότητα της πληγής μας.

 

 

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.