ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ

.

Η Ανδρονίκη Γωγοπούλου ήταν απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Ιστορία της Τέχνης στο Α.Π.Θ.
Διετέλεσε Διευθύντρια του 11ου Γυμνασίου Θεσσαλονίκης (2002-2010).
Έγραψε κριτικές για ποιητικές συλλογές και εικαστικές εγκαταστάσεις και δημοσίευσε άρθρα για το θέατρο και την εκπαίδευση.
Έγραψε το θεατρικό έργο Μονόπρακτο για τρεις Γυναίκες (θέατρο Χηλής 2010). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά.
Τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του 19ου Πανελλήνιου Ποιητικού Διαγωνισμού «Κούρος Ευρωπού» 2014 από τη Μακεδονική Καλλιτεχνική Εταιρεία «Τέχνη» Κιλκίς για την ποιητική συλλογή Κλέφτες Ονείρων και Ληστές Αναμνήσεων.

Η Νίκη έφυγε από τη ζωή στις 19/4/2018

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ευτοπία   (2016 ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ)
Δακρυόεν γελάσασα  (2017  ΣΑΙΞΠΗΡΙΚΟΝ) 

Τα σχέδια που κοσμούν τις συλλογές είναι της Μαρίας Γολσουζίδου.

.

.

Δακρυόεν γελάσασα (2017)

ΔΑΚΡΥΟΕΝ ΓΕΛΑΣΑΣΑ

Βραδιάζει    μαμά
κι εγώ βλέπω ολόγιομα φεγγάρια
Περπατάω σε γραμμές ζωής κομματιασμένης
συγχρόνως εγχαράσσω στίχους σε χαλίκια
Θαμπή η όρασή μου
για εικόνες διάτρητες απογοητευτικές
κι εγώ ζωγραφίζω
παράθυρα ανοιχτά με πράσινα παντζούρια
κλαίουσες ιτιές σε τρεχούμενα νερά
Σπάζει το σώμα σε κομμάτια
κι εγώ τρέχω ξοπίσω τους να τα μαζέψω
Με τσακισμένα άκρα
όρθια στέκομαι κι ας γέρνω    μαμά

Τα φιλιά ψυχρά    χαλαρές οι αγκαλιές
κι εγώ σε ονειροφαντασιές
κουρνιάζω μες στην αγκαλιά σου
γεύομαι το χάδι το δικό σου    μαμά
Πριονισμένες οι φωνές μου
Οι σιωπές μακρόσυρτες
καταβροχθίζουν ό,τι απομένει
κι εγώ πνίγω τους λυγμούς μου
στα γλυκοφιλήματά σου    στις θύμησές τους
Κοιμάμαι και βλέπω εφιάλτες
ξυπνώ και λέω    όνειρο ήταν

Σπαρταρούν μέσα μου    μαμά
όσα δεν πρόλαβαν να γεννηθούν
κι εγώ τα ηρεμώ
Έχουμε χρόνο ακόμα λέω

Όλα μέσα μου αδιαίρετα
όμως όχι και κοινά όπως ήτανε με σένα
Εκείνες τις νύχτες    που τα σκυλιά αλυχτούν
το φεγγάρι χάλασε μαμά    σου λέω
Δεν είσαι πλάι μου να με καθησυχάσεις
να μου πεις    σε λίγες μέρες θα ξαναγεμίσει
χρόνια τώρα γίνεται το ίδιο μη στενοχωριέσαι
Πόσο μου λείπει η φωνή σου
εκείνο το υγρό σου βλέμμα…

Α ρε μαμά    επέμενες
αλλά δεν μου ’κοψες το ρε
το κράτησα να σε ακούω τάχα να με κατσαδιάζεις

Στις μνήμες μου    μαμά    σε φυλακίζω
Σε κρατώ στους στίχους μου ιδέα
Κράτα με κι εσύ μικρό κορίτσι απ’ το χέρι
Μη μου φεύγεις ακόμα    ρε μαμά…

ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΟ ΧΤΕΣ

Οι λέξεις αιωρούνται
σκόρπιοι στίχοι
σε κιτρινισμένα φύλλα τετραδίου
εικόνες σπασμένες
αινιγματικές
κάτι θυμίζουν
κάτι από το χτες
μπορεί από το τώρα
μια κούκλα πάνινη
μια κούνια με σχοινιά
κρεμασμένη
στη μεγάλη ακακία μιας αυλής
ποιας αυλής
ομίχλη
θολούρα
φωνές
εμβοές βασανιστικές
ακαθόριστες βοές
πρόσωπα αιώνια αγέραστα
άνοια
παράνοια
αέναο μειδίαμα
Παγωμένο οριστικά

ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΩΝ ΚΥΚΝΩΝ

Κοιμισμένες συνειδήσεις
κρησφύγετα ενστίκτων
εικονικές πραγματικότητες
σε νύχτες πνιγηρές χαοτικές

Κάποιοι κύκνοι τραγουδάνε μόνο μια φορά
Λίγο πριν πεθάνουν…

Ηλεκτρικός σπινθήρας
το ρέκβιεμ των κύκνων

Κεραυνοί το κουβαλάνε
κομμάτια αιχμηρά
του τελευταίου τραγουδιού

Και τότε
ο χειμώνας των ενοχών
ο χειμώνας των τύψεων
αργεί    πολύ αργεί    να φύγει…

ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ

Με κούρασαν τα λόγια της παρηγοριάς
Έτσι όπως με κούρασε η περιπλάνηση
Μήνες χρόνια περπατάμε    μέσα από ήχους όπλων
μέσα από σκιές κουκουλοφόρων    μέσα από ξένα μέρη
κάτω από ήλιους εχθρικούς    κάποτε σε παγωμένα χώματα
Πώς μπορείς και με παρηγορείς;
Αστεία φαίνονται όσα μου λες για επαναφορά
Δεν ξέρω καν ποιαν εννοείς
την ολική ή τη μερική;

Ποιος μπορεί να μου ξαναχαρίσει βλέμματα ανεμπόδιστα;
Ποιος μπορεί να ξαναφέρει τα πουλιά στον ουρανό μου;

Τα λόγια περισσεύουν πια
Θέλουμε μέρες αδιατάρακτες    νυχτερινές ανάσες

ΒΡΑΔΥ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Βράδυ Κυριακής
Σιωπηλή η πόλη
γλιστρά
στη ρευστότητα
της άλλης μέρας
Τελειώνει η γιορτή
Οι στιγμές
μέρες της βδομάδας
η μια
πίσω
από την άλλη
σαν εαρινά αγριολούλουδα
χάνονται
στις προσμονές
της άλλης εβδομάδας
στην αναμονή
της άλλης Κυριακής
Ηχούν στ’ αυτιά μου
τα τραγούδια
υπόλοιπα της Κυριακής
Τα κρατώ
Τα κλείνω κάθε βράδυ
στη μυρουδιά του γιασεμιού

ΤΟ ΜΙΣΟ TOΥ ΤΙΠΟΤΑ

Αγριοκαίρια διχοτόμησαν τον Χρόνο
Στο μισό του συμπυκνώνω μια ολόκληρη ζωή
Στο άλλο του μισό επουλώνω τις πληγές μου
Γειωμένη στα βιώματά μου
σπάζω
με τα δόντια μου τις φυλακές μου
Κόβω
με τα χέρια
τους δεσμώτες των ονείρων
Σε σύμπαντα παράλληλα διασκορπίζομαι

Από λάθος εγκλωβίστηκα μες στο μισό του τίποτα
Το άλλο μισό του όλου    ευτυχώς    ισορροπεί το τίποτα

          ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ

                  Δάκρυ μου κρατήσου…
μην κυλάς στη λίμνη που γεννήθηκε από σένα.

                               Δυο στίχοι
                    ένα ποίημα ολόκληρο
                   Δεν ξοδεύτηκε η σκέψη
             σε λεπτομέρειες φτιασιδωμένες

.

ΕΥΤΟΠΙΑ (2016)

Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες…

ΝΟΥΦΑΡΟ ΤΗΣ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ

Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο
νούφαρο σε θάλασσα ελπίδας
Προσφυγικές κραυγές απόγνωσης
φυλακισμένες σε αμπάρια
ταξιδεύουν ταξίδια μακρινά
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές

Φέρνουν μαζί τους λίγο νερό
σε μπουκάλι πλαστικό
και μια κουβέρτα τρύπια
Ένα όνειρο παλεύει
με θάλασσες ανήμερες

Άδεια κουφάρια παιδικά κορμιά
γκρεμισμένα σε βάθη απύθμενα
άλλοτε επιπλέοντα
και πάνω κύκλοι άγριων ορνέων

Το Πακιστάν είναι μακριά…
Το Ιράκ φλεγόμενο…
Η Δύση κοιτάζει δυτικά…

1-untitled-fr12-0001

ΛΗΣΤΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΩΝ

Ξύπνα
Η πόλη κοιμάται τον ύπνο του δίκαιου
Θα γλιστρήσουμε αλαφροΐσκιωτοι
μέσα στα όνειρά τους
Θα κλειδώσουμε τα βλέφαρά τους
Θα γράψουμε ανώδυνες εικόνες
Θα στολίσουμε τις λέξεις
με νοήματα δικά μας
Ληστές θα γίνουμε αναμνήσεων
Μνήμες θα βάλουμε καινούριες
τσιπάκια τις λένε τώρα

Αύριο θα φορέσουν τα καινούρια τους κοστούμια
σκαρπίνια λουστρινένια
γόβες και ταγιέρ
Θα κόβουν βόλτες στην πλατεία
Ωραίος καιρός σήμερα
θα λένε
πολύ σου πάει το βόλεμά σου

Επιτέλους μάκαρες
αθύρματα στα χέρια μας
θα ενδυθούν δικές μας πεποιθήσεις

ΑΟΡΑΤΟΙ ΘΙΑΣΟΙ

Αόρατος θίασος γελωτοποιών χορεύει
γύρω από ξεφτισμένες ψάθινες καρέκλες
Χλευάζει πίσω από τις πλάτες
μεθυσμένων τζογαδόρων πελατών

Στο παλιό το καφενείο με τα ξύλινα τραπέζια
με θολά από την κάπνα μάτια
με βλέμμα νυσταγμένο
σκύβουν οι θαμώνες στα φλιτζάνια του καφέ
Στα βρόμικα τραπεζομάντιλα
τα χρόνια που έχασαν διαβάζουν
περιπλανώμενοι ανάμεσα
σε αποτυχημένο χτες
σε αδιάφορο παρόν
σε μέλλον ακαθόριστο
Ξοδεύτηκε η ζωή τους με ριξιές
μες στα κενά του χρόνου
ατέρμονες απόπειρες διόρθωσης λαθών
Χάνονται σε νύχτες πάντα άφεγγες
βουβός αόρατος θίασος κι αυτοί
σε θέατρο του παραλόγου…

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΥΡΛΙΑΖΑΝ

Άνοιξα το παράθυρο στη νύχτα
Οι λέξεις ούρλιαζαν και η ηχώ
έφτανε στ’ αυτιά μου διαπεραστική
Φράσεις ακατανόητες αμφίσημες
τρύπωναν στις σκέψεις μου
με έσχιζαν με τρόπο βασανιστικό
Λέξεις μου φωτιά
τρέχω ξοπίσω σας άσαρκη σκιά άπνοη
ικετεύοντάς σας
να με εναποθέσετε ανάμεσα σε ήχους και απόηχους
να με παρασύρετε σε αλλόκοτους χορούς
με Βάκχες και Κορύβαντες
μέσα από τα δάκρυά σας να με κάνετε ένα με τη γη μου

Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες
Εκλιπαρώ να ξεκλειδώσουν μυστικές φωνές
να μου αποκαλύψουν έναν κόσμο μαγικό
τον ουρανό με σχήματα αλλόκοτα
τη γη με οσμές φθινοπωρινής ανάσας
έναν κόσμο άδολο που δε ζητάει ανταλλάγματα

Τον κυνηγώ μα φεύγει όλο φεύγει
Και οι λέξεις είναι ανήμπορες να τον κρατήσουν πια…

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ

Καθόταν στη γωνιά
εκείνης της Μεγάλης Αίθουσας
Έπλεκε…
Έπλεκε ασταμάτητα
ένα κόκκινο πουλόβερ
όχι σε κομμάτια
ήθελε να δείχνει
ρούχο που δε φαίνεται η ραφή
Γύρω της φωνές
φασαρία και ορυμαγδός
Μα εκείνη
έπλεκε μανιωδώς

Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…

Περιέργως πώς
ακόμα πλέκει…

ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Τραβάω τις κουρτίνες
Το σκοτάδι έξω πάλι στο παράθυρο
Επιμένει

Σπρώχνω τις πόρτες
Δεν ανοίγουν
Κλειδωμένες
ή κάποιος βάζει πλάτη από πίσω;

Η σκάλα απότομη
Την ανεβαίνω
Ένας ουρανός γεμάτος γαλαξίες
πάνω μου
Ένας θόλος σκούρος πάντα
βαθύς και δίχως όρια
Την κατεβαίνω
Μια άβυσσος απειλητική
κάτω μου

Τι ωφελεί να περπατάς τόσο καιρό;
Το τέρμα είναι αδιέξοδο

Υπάρχει τέρμα με διέξοδο;

1-untitled-fr12-0002

Η ΣΑΡΚΑ ΜΟΥ ΓΔΥΘΗΚΕ ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΜΟΥ

Η σάρκα μου γδύθηκε τα όνειρά μου
σπαρμένα κομμάτια ακινησίας
δάκρυα κομματιασμένα σε λιμνάζοντα νερά.

Γλιστρά κι ακροβατεί
ασημένιο το φεγγάρι γυρτό
στην πλάτη κουρασμένου ουρανού.
Στέκομαι στην άκρη του γκρεμού
και αφουγκράζομαι
το κύμα
που σκάει παραπονιάρικο στα βράχια
το σφύριγμα του αέρα
που κυλά στ’ άσπρα φτερά των γλάρων
μυστήριο ψιθύρισμα εμπιστευτικό.

Κοιτάζω τα πόδια μου
τη γη μου
δυο ρόδες
να κυλούν τα όνειρά μου.

Πάνω στους ωκεανούς
νωχελικά ξαπλώνουν οι ματιές μου.
Σε ήλιους μακρινούς ζεστούς
απλώνεται η ψυχή μου.
Τα χέρια ξεδιπλώνω
ν’ αγκαλιάσω την αποστροφή σου.
Σου δείχνω χίλιους δρόμους
χίλια πρόσωπα και μύρια χρώματα.
Πινελιές μαβιές στο φρύδι τ’ ουρανού
ξεδιπλωμένες κόκκινες, κίτρινες κορδέλες
στο γαϊτανάκι της αποδοχής.

ΣΚΟΡΠΙΑ ΔΑΚΡΥΑ

Τα δάκρυα μου
χαρτογραφούν
οδυνηρές στιγμές
Ένα χέρι τα μαζεύει

Σκόρπισε τα
σε πληγώνουν
έχουν κοφτερές ακμές

Όχι!
Θα τα κλείσω
στα χέρια μου
Θα τα συνθλίψω
στις παλάμες μου
Θα κρατήσω την αλμύρα
θα σου επιστρέφω τη δροσιά

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Περπάτησα τη μνήμη μου
στην οδό Αριστοτέλους
Έγραψα τα ίχνη μου
στις πλάκες του πεζόδρομου

Μου έγνεψαν με νόημα
πλανόδιοι πωλητές
Μου μίλησαν ρακένδυτοι επαίτες
τη γλώσσα που ξεχάστηκε

Σέρνω
το σαρκίο μου
χαράζοντας γραμμές σε κύκλους

Μετρώ ξαναμετρώ και
καταλήγω
Οι πιο πολλές οι σκέψεις
είναι αναμνήσεις

ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΕΧΩ ΥΠΟΛΟΙΠΟ

Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου
Σε χρόνους παρελθοντικούς
προσθέτω αναμνήσεις
Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου
Και πάλι έχω υπόλοιπο

.

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΓΩΓΟΠΟΥΛΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ:

ΖΩΗ ΣΑΜΑΡΑ

«Ευτοπία» Εκδ. Σαιξπηρικόν 2016

Πώς ένα «ου» μετατρέπεται σε «ευ» και η μίζερη ύπαρξή μας αντικρίζει το φως της ημέρας; Στην πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο Ευτοπία, η ποιήτρια Ανδρονίκη Γωγοπούλου βλέπει κατάματα τις δυστυχίες που καραδοκούν και ταξιδεύει θαρραλέα μέσα στο Κενό, για να εξορκίσει τις αναπόφευκτες κακοτοπιές της ζωής ή και για να συγκρουστεί ηρωικά μαζί τους. Η ποιήτρια ακολουθεί ένα οδοιπορικό στο χώρο και το χρόνο, φαίνεται να παίζει με την εγελιανή διαλεκτική και να ανάγει την αντίθεση σε ανατρεπτική αποδοχή της πραγματικότητας, τη μόνη δυνατή για τους θνητούς. Το άτομο, ενώ ερωτοτροπεί με το μηδέν, το απορροφά, το διαλύει εις τα εξ ων συνετέθη, με άλλα λόγια το εκμηδενίζει.
Ο Ησίοδος μας είχε καθοδηγήσει σε μια φιλοσοφική και συνάμα χοϊκή κοσμοαντίληψη. Στη Θεογονία γράφει:
Πρώτιστα Χάος γένετο. (στ. 116)
Εκ Χάεος δ’ Έρεβός τε μέλαινά τε Νυξ εγένοντο.
Νυκτός δ’ αυτ’ Αιθήρ τε και Ημέρη εξεγένοντο. (στ. 123-124)
Η νύχτα, πηγή δημιουργίας, γεννά το φως, δεν είναι αναγκαστικά το αντίθετό του, αν και πορεύεται από το χάος και το μηδέν. Μόνο μετά τη γέννηση του φωτός εκλάβαμε το σκοτάδι σαν αρνητική έννοια. Αν θέση είναι το χάος ως αρχή του σύμπαντος, αντίθεση το έρεβος ή η νύχτα, τότε σύνθεση είναι το φως της ημέρας. Ωστόσο, καθώς στην Ευτοπία θέση δεν μπορεί παρά να είναι η τωρινή κατάσταση, και τα τρία στοιχεία της διαλεκτικής εναλλάσσονται, δημιουργώντας διαρκώς νέα νοήματα.
Από το πρώτο ποίημα-μότο της συλλογής η διαλεκτική θεώρηση της ύπαρξης επιβάλλει την παρουσία της:
Ας είναι οι μέρες μελαγχολικές…
Οι Κυριακές θα είναι πάντα εκεί καρτερικές και γενναιόδωρες
Το πρώτο επίθετο χαρακτηρίζει την καθημερινότητα, το δεύτερο τη σοφή αντιμετώπισή της και το τρίτο το αίσιο τέλος της πάλης του φωτός με το έρεβος.
Το φεγγάρι, με τις μεταμορφώσεις του, ανάγεται σε σύμβολο της κίνησης από το απόλυτο σκοτάδι στο φως. Όταν η ποιήτρια περιγράφει τα προσφυγόπουλα σαν «πρόσωπα φεγγάρια μελαμψά», το σκούρο χρώμα του προσώπου τους γίνεται καθρέφτης και αντανακλά το σκοτάδι της ψυχής των πολιτισμένων λαών. Και καθώς διαβάζουμε τους στίχους δεκάχρονα παιδιά/ κρατούν φωτιές/ σε κόκκινα κυκλάμινα πατούν τους ακολουθούμε σε «νύχτες αφέγγαρες» με συμπαραστάτη, ωστόσο, το αθέατο φεγγάρι, «ασημένιο το φεγγάρι γυρτό», που γέρνει να κλάψει, μας βλέπει, κι ας μην το βλέπουμε, αντανακλά το ζόφο της ύπαρξής μας.
Και τα φεγγάρια κάποτε πασιφαή
στάλαζαν
ήχους αλλόκοτης σιωπής
Μένουν βουβά, η φωνή τους, που ήταν δανεισμένη από το φως του Ήλιου, σβήνει. Και όπως το φεγγάρι γίνεται ακόμη πιο εκφραστικό όταν σβήσει, έτσι και οι στίχοι. Τα ερμητικά ποιήματα συγκλονίζουν, υπονοεί η ποιήτρια, γιατί επικοινωνούν χωρίς τη βοήθεια των σημαινομένων. Μόνη ελπίδα η ποίηση, με τους ρυθμούς και τους ήχους της, να δημιουργήσει μια πυθαγόρεια κοσμική αρμονία.
Μέσα σε αυτό το ακατανόητο σύμπαν, τα ποιήματα της Γωγοπούλου έχουν βάθος, εξομολογείται η ίδια με συγκλονιστικό αυτοσαρκασμό, γιατί τα είχε «παραχώσει/ βαθιά σ’ ένα μπαούλο», με το βάθος, από κυριολεξία, να γίνεται σύμβολο και μάλιστα της Μητέρας Γης. Λέξεις όπως «βάθος», «βαθύς», «βαθιά», «βυθίζομαι» επαναλαμβάνονται και μας οδηγούν στα άδυτα του χωροχρόνου και των λέξεων που ξαναγεννιούνται και σημαίνουν διαφορετικά. Εκφράζουν τη μωρία των πολιτισμένων που φορούν αθλητικά παπούτσια με περίεργα στολίδια και δεν νοιάζονται για τα παιδιά που δουλεύουν σκληρά και αμείβονται με μη εδώδιμη τροφή.
Αυτή η καταγγελία στο πρώτο κιόλας ποίημα της συλλογής αναδεικνύει τα πολλαπλά προσωπεία που επιλέγει η ποιήτρια, για να εκφράσει τη ζοφερή πραγματικότητα. Τα σανδάλια είναι σημαντικό σύμβολο τόσο στην αρχαία ελληνική μυθολογία όσο και στην Παλαιά Διαθήκη. Στη μυθολογία μας η απουσία κάλυψης των ποδιών παραπέμπει σε πιθανή πτώση από το ηρωικό στάτους (παράδειγμα ο Ιάσων). Στην Παλαιά Διαθήκη (Ρουθ 4,7-8) οι εμπορικές συναλλαγές συνοδεύονται από ανταλλαγή ενός υποδήματος. Με τα σανδάλια πατάμε σταθερά τα πόδια μας στη γη. Και όταν τα παιδιά μάς δίνουν τα παπούτσια που φτιάχνουν με δική τους στέρηση, κάνουν μια συμβολική και ηρωική πράξη, μας παραχωρούν την εξουσία στη γη. Τα παιδιά γίνονται ένα κομμάτι του σκότους που δημιουργήσαμε γι’ αυτά:
Γλιστρώ σε ανήλιαγα υπόγεια
Χωμένα στο ημίφως
λιγνά σκουρόχρωμα χεράκια
Και όμως τα παιδιά δουλεύουν αγόγγυστα. Η φωνή τους ακούγεται μονάχα όταν αντικρίζουν το θάνατο και τότε προφέρουν μόνο μία λέξη:
Η λέξη μαμά κολυμπάει
στη Μεσόγειο […]
σε τόπους σιωπηλούς
σε τόπους δίχως ενοχές
Ο τόπος σηματοδοτεί τον πολιτισμό. Τι σημαίνει όμως πολιτισμός; Από ποια βαρβαρότητα πηγάζει; Γιατί συναλλάσσεται με το σκότος σε υπόγεια, σε αμπάρια, σε εχθρικές θάλασσες; Σε κάθε ταξίδι μακριά από τις βόμβες και την εκμετάλλευση, η θάλασσα και η αδιαφορία καραδοκούν. Η ελπίδα φαίνεται να είναι πάντα βαθιά κρυμμένη στο κουτί της Πανδώρας, απρόσιτη, αθέατη.
Και ξαφνικά εμφανίζονται τα δικά μας νέα παιδιά με συνθήματα στους τοίχους, που θέτουν σε νέες βάσεις την ταλαίπωρη κοσμοθεωρία μας. Δεν έχουν ακόμη φτάσει στο σημείο να δουλεύουν σε «ανήλιαγα υπόγεια». Νιώθουν τον κίνδυνο και παίρνουν την τύχη όλων μας στα χέρια τους. Και τότε το αρνητικό «ου» με το οποίο φορτίσαμε την ουτοπία των ονείρων μας γίνεται «ευ». Οι αφέγγαρες νύχτες παραχωρούν τη θέση τους στην πανσέληνο. Μπορεί οι καθρέφτες-όνειρα να έχουν θρυμματισθεί, αλλά, ιερά αντικείμενα καθώς είναι, αντανακλούν την αλήθεια που κρύβαμε.
Η ποιήτρια στέκει τώρα «κατάντικρυ σε λέξεις», μας καλεί να τις στολίσουμε με δικά μας νοήματα, να μην τις σπαταλάμε σε «στίχους παγκοσμίως αγνώστων ποιητών», προσθέτει με ειρωνική διάθεση. Και καθώς στην Παλαιά Διαθήκη οι λέξεις υπάρχουν πριν από τη Δημιουργία, προκαλούν τη Δημιουργία, το ποιητικό εγώ χτίζει τον κόσμο με νέο και παλιό υλικό: «Συλλαβίζω λέξεις ψάχνοντας αρχαίες προφητείες».
Το παράθυρο που συνήθως ανοίγει στο φως, η Γωγοπούλου το ανοίγει στη νύχτα και τότε οι λέξεις ουρλιάζουν. Το «ευ» κρύβεται πάντα πίσω από το «ου». Η ετερόφωτη γη ξαναγεννιέται, όπως το φεγγάρι που χάνεται κάθε μήνα μέσα σε απόλυτο σκοτάδι. Μπορεί η νύχτα να γεννά συνάμα όνειρα και εφιάλτες, αλλά κυρίως γεννά την ημέρα. Οι τοίχοι που τη φυλάκιζαν, τη χώριζαν από τον συνάνθρωπό της, τώρα την προστατεύουν, καθώς το ποίημα κοχλάζει μέσα της. Ο Αλέξανδρος δεν είναι πλέον ο μέγας στρατηλάτης, ανάγεται σε μετωνυμία της εκεχειρίας μετά τον πόλεμο. Η νέα θέαση των πραγμάτων ενεργοποιεί τη μνήμη της, τις επιθυμίες της. Η ευαισθησία της φορτίζει τις λέξεις και οι λέξεις, ανανεωμένες, ανταποδίδουν το δώρο, χαρίζοντας νέες διαστάσεις στα συναισθήματα:
Οι τοίχοι γκρεμίστηκαν […]
Οι τοίχοι πάντα εκεί
κι ας μην ήτανε εκεί […]
Γελιέστε να νομίζετε
πως την απόφαση την παίρνετε εσείς
Να δείτε που θα βγω!
Μαχαίρι επίσης που σφάζει η επόμενη αυτοβιογραφική αναφορά και η ταύτιση γραφής και ύπαρξης προς το τέλος της συλλογής:
Και τώρα…
γράφω τον επίλογο
σ’ ένα γραπτό που δεν τελείωσε ακόμα…[…]
Τώρα
που νιώθω να βυθίζομαι
μες στην απέραντη ακινησία
Το «Τώρα» καταλαμβάνει όλο το στίχο, σαν να θέλει η ποιήτρια να το κάνει να διαρκέσει, να πάψει η ζωή μας να είναι εφήμερη στιγμή, να γίνει διάρκεια.
Πρέπει να το τελειώσω
πριν τελειώσω…
Ο πολυέλαιος, μας λέει, είναι μια άχρηστη λέξη «την εποχή του ηλεκτρισμού», για να προσθέσει:
Ας είναι
πιο φωτεινές ακούγονται οι λέξεις
Το υπαινικτικό εξώφυλλο από τη Μαρία Γολσουζίδου –κόρη της ποιήτριας– καθώς και τα εμπνευσμένα σχέδια με τα οποία κόσμησε το βιβλίο προσφέρουν ένα συναρπαστικό διάλογο ανάμεσα στο λόγο και την εικόνα, ανάμεσα στη μάνα και την κόρη. Οι καλόγουστες και πολύ επιτυχημένες εκδόσεις Σαιξπηρικόν αναδεικνύουν την υψηλή ποιότητα της ποίησης που περικλείεται στη συλλογή.

.

ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΣΙΒΕΤΙΔΟΥ

ΕΥΤΟΠΙΑ Ή Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

(Ανδρονίκη Γωγοπούλου, Ευτοπία, Σαιξπηρικόν, 2016, σελ. 74)

Δόλιο το παιχνίδι, στρατηγικά στημένο, περίτεχνα πλεγμένο, κρατά ανεκπλήρωτη την προσδοκία του «Ευ», κλεισμένη ερμητικά στον πολλά υποσχόμενο τίτλο, διαψεύδοντάς την από σελίδα σε σελίδα και από γράφημα σε γράφημα. Χρόνος, μνήμη, θάνατος είναι το τρίπτυχο που στηρίζει θεματικά την Ευτοπία, θεμελιωμένη σταθερά στην τοπογραφία της πόλης της Θεσσαλονίκης και τον έσω τόπο.Με το στίγμα του θανάτου να καθοδηγεί τη γραφή, η «ευτοπία» της Ανδρονίκης Γωγοπούλου φαντάζει μόνο μια ευχή σε μια εικονική πραγματικότητα.Άλλωστε το ομότιτλο ποίημα ομολογεί ξεκάθαρα την πλάνη:
Ήταν και νύχτες σκοτεινές τρομαχτικές
που παραμόνευαν αόρατα αερικά
τέρατα ζωόμορφα
που στέκονταν στην άκρη απειλητικά
αλλά πάντα σιωπηλά (σ. 59)

Στη βιωματική ποίηση της Γωγοπούλου κοινωνικός προβληματισμός και προσωπικό άλγος συμπυκνώνουν το απόσταγμα της ποιητικής συνείδησης και ορίζουν την Ευτοπία στον διττό άξονα του εντός και του γύρω. Ο λόγος της εστιάζεται και διαμοιράζεταισυστηματικά ανάμεσα σε δύο κυρίως τόπους, αποκαθιστώντας μια υπόγεια επικοινωνία, έναν παράδοξο διάλογο συναισθημάτων, κράμα θλίψης, μελαγχολίας, αγωνίας: η πάσχουσα Θεσσαλονίκη καιτο πάσχον σώμα μετρούν τις απώλειές τους.
Δομημένη σε ομόκεντρους κύκλους, η Ευτοπία κινείται από τον ευρύ χώρο των κοινωνικών κραδασμών, που συγκλονίζουν τον κόσμο, στον μικρό μας τόπο της χαμένης ευωχίας, και φτάνει στην αγαπημένη πόλη. Και όσο η γραφίδα γλιστρά προς το κέντρο και ο κύκλος μικραίνει, τόσο ο ασφυκτικός κλοιός σφίγγει γύρω από το ποιητικό υποκείμενο. Από αποστασιοποιημένος δήθεν παρατηρητής, το δημιουργικό Εγώ γίνεται συν-μέτοχος, πάσχοντας στο νου, στην ψυχή, στο σώμα. Λέξεις απλές, χωρίς εκζήτηση, δίχως περιστροφές και πολυδαίδαλες δομές, αναλαμβάνουν να πουν το ορατό και το κρυμμένο στην ποίηση της Ανδρονίκης Γωγοπούλου. Λέξεις που επωμίζονται εικόνες δυνατές, εικόνες της δικής μας πραγματικότητας γίνονται έντονα αιχμηρές και μας ξαφνιάζουν. Καθησυχασμένοι από την ασφάλεια του τίτλου, αιφνιδιαζόμαστε από τον πόνο, την απελπισία, την απώλεια που ξεδιπλώνεται στο σώμα του βιβλίου. Μάταιη η αναζήτηση της επιγραφικής υπόσχεσης. Η μελαγχολία και τα θλιβερά συναισθήματα εκλύονται πάντα στην κόψη του ξυραφιού, με την αρμόζουσα δόση και χωρίς ακρότητες.Με ακρίβεια και περίσσια μαεστρία η Γωγοπούλου βυθίζει το κοφτερό της νυστέρι και κάνει τη σκέψη και την καρδιά μας να ματώνουν, καθώς αντικρίζουμε σαν για πρώτη φορά τον τρομακτικό μας κόσμο, αποδίδοντας στην τέχνη του λόγου τον πολιτικό της ρόλο, εκείνον της αφύπνισης του αναγνώστη. «Made in Bangladesh», «Νούφαρο της Μεσογείου», «Τα παιδιά των ερήμων», «Ήταν ποτέ τα όπλα αθώα;», τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου κατασκευάζουν την απάνθρωπη καθημερινότητά, το δράμα που επικίνδυνα αδιάφοροι πια παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται δίπλα μας: «Όμορφα ρούχα / τσάντες δέρμα κροκό και φίδι / λαμέ κορδόνια και στολίδια / σε παπούτσια αθλητικά / Κρυμμένη σ’ ένα βαθύ σημείο / Made in Bangladesh / η ετικέτα γράφει/ […] / Η ετικέτα MadeinBangladesh / χαλίκι στο παπούτσι μου / που με ματώνει…» (σ. 10). «Ερημία Ένδεια Έρεβος» στοιχειώνουν την αγαπημένη Θεσσαλονίκη: «Χορταριασμένη άσφαλτος / η πάλαι ποτέ λεωφόρος / Ερημία» (σ. 20). Αυστηρότητα και διαύγεια μπρος στην λεηλασίατου άλλοτε κλεινού άστεως σώζουν τον λόγο από την υπερβολή του συναισθήματος: «Αίματα στεγνά / στους τοίχους στα πατώματα / οδυνηρά αποτυπώματα /[…] /Απομεινάρια θλιβερά / λησμονημένης αφθονίας / άσκοπης σπατάλης / ανθρώπινης μωρίας / Έρεβος» (σ. 20).
Η περιπλάνηση στους μεγάλους δρόμους της πόλης ξυπνά τον τελειωμένο χρόνο και κάνει τη δημιουργική συνείδηση να δακρύζει μπροστά στα μάτια μας. Αγάπη για τον τόπο της, λατρεία για την πόλη της, πίκραδυσβάσταχτη: «Περπατώ την πόλη που με υιοθέτησε / […] / Περιπλανιέμαι / στην πόλη που με μέθυσε». Αναμετρά τις πληγές της: «Ορειβατώ σε λόφους σκουπιδιών […] / Συναπαντώ λιπόσαρκους εξαρτημένους / κάλπικους ανάπηρους επαίτες / […] / Τα θέατρα στα υπόγεια μετράνε θέσεις αδειανές» (σ. 68-69). Η τραγουδισμένη πολιτεία έχει πια χαθεί, στη θέση της τώρα ματωμένη η Θεσσαλονίκη αντιστέκεται. «Τσιμισκή και μάλιστα από αριστερά», «Στην οδό Αριστοτέλους». Οι δρόμοι φέρνουν μνήμες, ξυπνούν τις λέξεις, κάνουν ποιήματα. «Με ομίχλη ή μ’ αιθαλομίχλη / όπου και να περπατήσω η πόλη μού μιλά» (σ. 68), καταλήγει η περιδιάβαση στην Τσιμισκή, και μέσα στον τελευταίο στίχο νιώθουμε να αναπνέει ο γνωστός: «η Ελλάδα με πληγώνει», από όπου αναδύεται ο στενός δεσμός του γραφέα με τον τόπο του.
Το τραυματισμένο έξω της πόλης βρίσκει την αντιστοιχία του στο σώμα και την ψυχή που υποφέρει: ανησυχίες, απογοητεύσεις, μοναξιά. Το αφηγηματικό υποκείμενο αφήνεται σε άσκοπες διαδρομές σε δρόμους και πλατείες, η ανήσυχη ματιά παρατηρεί τα κτίρια και τους ανθρώπους, οι εικόνες της παρακμής διηθίζονται μέσα από την καλλιτεχνική συνείδηση και σμίγουν με το ανοίκειο της ψυχής και τα αποθέματα της μνήμης σε ένα δυσάρεστο μείγμα θλίψης και φόβου.
Η ποιήτρια αφουγκράζεται με προσοχή και ευαισθησία το εσωτερικό της τοπίο, ανασύρει από το βάθος του εαυτού της κρυμμένες δυνάμεις και αντικρίζει την πραγματικότητα με λύπη, δίχως σπαραγμό, ενώ πασχίζει να συναντήσει τον εαυτό και τον άλλο, με πίστη στη δύναμη των λέξεων –μοναδική διέξοδο στην εμμονική σιωπή∙ ή έστω να σμικρύνει την απόσταση ανάμεσα στο εγώ και το εγώ, το εγώ και τον άλλο. Η φόρτιση κορυφώνεται, όταν η γραφίδα ξεφεύγει από τον έλεγχο και η ακατάσχετη ορμητική ανάδυση των λέξεων αφήνεται ανεξέλεγκτη στην έκφραση της αγωνίας για το τέλος του χρόνου: «Κόκκινες λεπτές γραμμές / φλέβες σε εσχατιές μαρτυρικές / Το σώμα μου / κουβάρι και κατρακυλά… / Λιώνει πάνω στην καρέκλα / ράθυμα γλιστρά κάτω στο πάτωμα / Σηκώνεται αργά / τεντώνεται νωχελικά και… / Η καρέκλα / άδεια μπροστά στη μπαλκονόπορτα» (σ. 48).
Η μικρή φόρμα παίρνει τις αποστάσεις της από την ερμητική εσωστρέφεια, ενεργοποιεί την παραγωγική λειτουργία του συνομιλητή-αναγνώστη και η κριτική δημιουργική πρόσληψη ακυρώνει την πολυσυζητημένη παθητικότητα, διεγείροντας σκέψεις, συναισθήματα, γεύσεις. Σμικρύνοντας τις αποστάσεις, η Ευτοπία γίνεται από καλλιτεχνικό προϊόν χειρονομία προς τον άλλο, όταν τόνοι συσσωρευμένης θλίψης και βαθιάς μελαγχολίας,που φωλιάζουν στις λέξεις, λένε τις «ατέλειωτες μνήμες», «μνήμες αισθήσεων», «μνήμες γεύσεων», καμωμένες με πίκρα, με δάκρυ, με τρυφερότητα: «Η άχνα του ζεστού ψωμιού / η μυρουδιά καμένης λίγδας / Η μάνα κουρασμένη / πάνω στο ζύμωμα της φτώχειας /Σκυμμένος ο πατέρας / με το ξύλινο ποδάρι / πάνω στο ξόδεμα της λύπης» (σ. 61).
Υποστηρίζονταςπιστά την καταλυτική δύναμη της παραβατικότητας των λέξεων, η Γωγοπούλου μάς οδηγεί σε αληθινές συναντήσεις με τον πόνο και τη στέρηση, ενώ κάποια ψήγματα αισιοδοξίας ξεπροβάλλουν δισταχτικά στις πτυχές των λέξεων. Η σιωπή της συνείδησης μετουσιώνεται σε λέξεις, καθώςεκείστο σώμα των λέξεων, για την ποιήτρια,υπάρχει ακόμη ελπίδα: « Τώρα μπορώ να μαζέψω τις λέξεις / που σκότωσαν / μια νύχτα με πανσέληνο άνθρωποι με προσωπεία / Τώρα μπορώ να αναστήσω την ελπίδα / που τραυμάτισαν / μια μέρα μεσημέρι άνθρωποι που στέγνωσαν τη σάρκα μας» (σ. 15).
Και ενώ το ποιητικό υποκείμενο ασφυκτιά πονεμένο, στο επιλογικό ποίημα του βιβλίου («Και πάλι έχω υπόλοιπο»), επιχειρείέναν αδυσώπητο αγώνα με τον αμείλικτο και καταστροφικό χρόνο καιελπίζει τολμηρά στην επιμήκυνσή του, αφήνοντας να φανεί η λαχτάρα της ζωής, μαζί με μια στάλα αισιοδοξίας, δοσμένη γραφιστικά με ένα πουλί στην πλάτη της τελευταίας γυναικείας φιγούρας του βιβλίου:
Σε χρόνους ατελεύτητους
παροντικούς
και μέλλοντες
γράφω τις ιστορίες μου
Σε χρόνους παρελθοντικούς
προσθέτω αναμνήσεις
Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου
Και πάλι έχω υπόλοιπο (σ. 74)

Και η «ευ-τοπία», αναρωτιόμαστε, κλείνοντας το βιβλίο; Πρόκειται άραγε για λάθος ή για την ενδόμυχη επιθυμία της Ανδρονίκης Γωγοπούλου που αρνείται πεισματικά την καταστροφική πραγματικότητα;Άλλωστε η εικονογράφηση της Μαρίας Γολσουζίδου, θυγατέρας της ποιήτριας, στη σελίδα του εξωφύλλου προοικονομεί τα «δυσ» που ενσταλάζουν οι λέξεις και επιβεβαιώνεται γραφιστικά από τις μολυβένιες γυναικείες φιγούρες που παρεμβαίνουν στον λόγο: σκυφτές, πάντα κοντά στη γη,χωρίς πρόσωπο, αναπαριστούν τις ωδίνες της ζωής. «Δυστοπία» θα ήταν σίγουρα ο σωστός τίτλος εξίσου για τον έξω και τον μέσα τόπο του γραφέα: ο τόπος του ευζήν είναι τελικά μία ουτοπία. Όσο δύσκολη και αν είναι η αποδοχή, ο καταληκτικός στίχος του ομότιτλου ποιήματος, «Αυτός ήταν ο τόπος μου / Δεν ήταν ουτοπία / Αν και ηχούσε ως Ευτοπία», προλαβαίνει την αντίδραση του αναγνώστη και ομολογεί μέσω του μεροληπτικού συναισθήματος την επιθυμία της δικαίωσης του ψευδεπίγραφου τίτλου ή αν θέλετε την προδοσία των λέξεων, με άλλα λόγια τη χαμένη προσδοκία.

.

ΜΑΡΙΑ ΠΟΛΙΤΟΥ

Diastixo 21 Αυγούστου 2018

Θα αναφερθώ στο δεύτερο βιβλίο της Ανδρονίκης Γωγοπούλου, Δακρυόεν γελάσασα, ξεκινώντας από τα δύο τελευταία ποιήματα του πρώτου, της Ευτοπίας, γιατί κάθε τέλος σηματοδοτεί και μια αρχή. Και η Ανδρονίκη Γωγοπούλου μάς πληροφορεί στις καταληκτικές σελίδες της πρώτης της ποιητικής συλλογής: «Και τώρα…/ γράφω τον επίλογο/ σ’ ένα γραπτό που δεν τελείωσε ακόμα…», προετοιμάζοντάς μας για τη συνέχεια. Στο προτελευταίο ποίημα της Ευτοπίας διαπιστώνει την ευθραυστότητα και την εφημερότητα του εαυτού και δίνει μάχη με τον χρόνο, τον μεγάλο εχθρό όλων –αλλά και δικό της ιδιαίτερα– καταστρώνοντας το σχέδιο για να τον αντιμετωπίσει και να αξιοποιήσει τα κερδισμένα:

Σπάζω κομμάτια τα λεπτά/ να ’χω πολλά να τα ξοδεύω/ χωρίς φειδώ και λογαριάσματα/ Στα χέρια σου ακουμπώ/ τις λέξεις μου/ με μνήμες φορτωμένες/ κόκκινες σταλαγματιές σε άσπρο φόντο

Και στο τελευταίο ποίημα προσθέτει:

Διαιρώ τα δευτερόλεπτά μου/ Και πάλι έχω υπόλοιπο.

Τα είχε κανονίσει καλά η Ανδρονίκη να προφτάσει να μας αφήσει και τη δεύτερη ποιητική συλλογή της με τον συγκλονιστικό –όσο και το περιεχόμενό της– τίτλο Δακρυόεν γελάσασα, στον οποίο θα επανέλθω παρακάτω.

Ο Rainer Maria Rilke, στα Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, προτρέπει: «Βυθιστείτε μέσα στον εαυτό σας, αναζητήσετε την αιτία που σας κάνει να γράφετε, δοκιμάστε αν οι ρίζες της φυτρώνουν απ’ τις πιο βαθιές γωνίες της καρδιάς σας. Εξομολογηθείτε στον εαυτό σας: θα πεθαίνατε τάχα, αν σας απαγόρευαν να γράφετε;» (Rainer Maria Rilke, Γράμματα σε ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Ίκαρος, σελ.18) /« […] σκύψετε σε κείνα που σας προσφέρει η καθημερινότητα. Ιστορήστε τις θλίψεις και τους πόνους σας, τους φευγαλέους στοχασμούς σας, την πίστη σας σε κάποιαν ομορφιά – ιστορήστε τα όλα τούτα με βαθιά, γαλήνια, ταπεινή ειλικρίνεια και μεταχειριστείτε, για να εκφραστείτε, τα πράγματα που σας περιτριγυρίζουν, τις εικόνες των ονείρων σας και τις πηγές των αναμνήσεών σας» (ό.π., σελ.19).

Και η Νίκη συμφωνούσε, φαίνεται, με τον Rilke. Έγραφε βυθοσκοπώντας «εδώ στην άβυσσο της θάλασσας/ στην άβυσσο του ουρανού» όχι «ασκόπως», ακροβατώντας «πάνω από κενά», έγραφε με υλικά της καθημερινότητας, τους πόνους και τις θλίψεις, αλλά και αυτά των αναμνήσεων και των ονείρων, έγραφε για να «ξεγελάσει με τη μαεστρία της» τον θάνατο που «της χτυπούσε πάλι την πόρτα», έγραφε γιατί, ναι, μπορεί και να πέθαινε –νωρίτερα ίσως– αν της απαγόρευαν να γράφει.

Έγραψε και κυκλοφόρησε και το βιβλίο της αυτό δακρυόεν γελάσασα (Ζ, 484-485) η ίδια η ποιήτρια, σαν άλλη Ανδρομάχη που, αν και βέβαιη για το τέλος, βρίσκει τη γενναιότητα να περπατήσει ευθυτενής στην αιχμηρή αυτή γραμμή της χαρμολύπης. Η αντίθεση στη φράση του τίτλου, δάνειο από τη ραψωδία Ζ της Ιλιάδας, εμπεριέχει όλο το απόσταγμα της πείρας της: κατανόηση και συγκερασμός των διαμετρικών αντιθέσεων που συνθέτουν τη ζωή, γέλιο και δάκρυ χέρι με χέρι, ζωή και θάνατος αντάμα. Οι λέξεις που αγαπά, οι λέξεις που αποτελούν το ύστατο καταφύγιό της δεν εξοστρακίζουν, βέβαια, τον σωματικό και ψυχικό πόνο, αλλά τον μετατρέπουν σε εφαλτήριο ανασκαφής στον ίδιο τον εαυτό, ώσπου να εξορυχτεί το πολύτιμο ορυκτό και να μετουσιωθεί σε λόγο και δημιουργία. Γιατί, όπως εύστοχα αναφέρει κι η Ζωή Σαμαρά σε κείμενό της για την Ευτοπία της Ανδρονίκης, στην Παλαιά Διαθήκη «εν αρχή ήν ο Λογος».

Στα ποιήματά της επαναλαμβάνονται συχνά οι λέξεις σκάβω, βυθίζομαι, καταδύομαι, βυθός, άβυσσος, χώμα και μας οδηγούν σε ένα ταξίδι στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής, στο μεδούλι της αντιφατικής μας ύπαρξης: «σκάβω βαθιά/ Θάβω ό,τι με κράτησε μακριά από τον άνεμο» (σελ.15), «σκάβαμε με τα χέρια μας τα χέρσα χώματα» (σελ.30), «Σκύψε/ σκάψε/ στην ψυχή μου/ Γονάτισε/ γίνε ένα/ με το χώμα το δικό μου». Είχε αποκτήσει συνείδηση του χωμάτινου εαυτού μας η Ανδρονίκη. Εξοικειωμένη με το χώμα από την εποχή που μπορούσε ακόμη να παίζει μικρό παιδί με αυτό:

Ήμασταν κάποτε παιδιά/ που παίζαν στην αλάνα/ λαχταρώντας/ να χωρέσουν τη ζωή στα σύνορά της/ Κλωτσούσαμε ξεφουσκωμένη μπάλα/ Βουτούσαμε τα πόδια μας/ σε χώμα μαλακό και λέγαμε πως κολυμπούσαμε σε θάλασσες. (σελ.40)

Η συλλογή ανοίγει και κλείνει με δυο ποιήματα που έχουν στον τίτλο τους το δάκρυ δίπλα σε μια άλλη λέξη που συνιστά, σε αντίθεση, κάτι αισιόδοξο: «Δακρυόεν γελάσασα» το εναρκτήριο, «Τα δάκρυα του ήλιου» το καταληκτικό. Και τα δύο, όπως και όλη η συλλογή, ισορροπούν μεταξύ των αντιθέσεων της λύπης και της χαράς, που συνιστούν τα εναλλασσόμενα τοπία του ανθρώπινου βίου με την αιωνίως γλυκόπικρη γεύση. Επίσης, τα ποιήματα αυτά απευθύνονται στη μητέρα και στον πατέρα αντίστοιχα. Ένα σχήμα κύκλου που περικλείει τη γράφουσα, ένας κύκλος που ξεκινάει από τη μήτρα-μητέρα και καταλήγει στον γεννήτορα-πατέρα, και οι δυο στην άλλη όχθη, σε μιαν άλλη διάσταση. Δυο σηματωροί του δικού της επικείμενου ταξιδιού, από το οποίο διαισθάνεται ή ξέρει ότι δεν θα ξεφύγει. Δυο μορφές αγαπημένες που θυμάται και νοσταλγεί, που αποζητά στις δύσκολες στιγμές και χρειάζεται τη συνδρομή τους. Ποιήματα βαθύτατα εξομολογητικά και ανθρώπινα, δοσμένα με την απλότητα της καθημερινής ομιλίας, αλλά και τη δραματικότητα της μεγάλης ποίησης:

Βραδιάζει μαμά/ κι εγώ βλέπω ολόγιομα φεγγάρια/ Περπατάω σε γραμμές ζωής κομματιασμένης/ συγχρόνως εγχαράσσω στίχους σε χαλίκια […] Με τσακισμένα άκρα/ όρθια στέκομαι κι ας γέρνω μαμά
[…]
Α ρε μαμά επέμενες/ αλλά δεν μου ’κοψες το ρε/ το κράτησα να σε ακούω τάχα να με κατσαδιάζεις
Στις μνήμες μου μαμά σε φυλακίζω/ Σε κρατώ στους στίχους μου ιδέα/ Κράτα με κι εσύ μικρό κορίτσι απ’ το χέρι/ Μη μου φεύγεις ακόμα ρε μαμά…

Τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής πρωτοπρόσωπα, βιωματικά, καρποί αυτής της πάλης με τον πανδαμάτορα χρόνο, με το «μισό του τίποτα»· όπλα οι λέξεις: «Πολιτείες οι λέξεις μου υδάτινες/ Στο βυθό τους καταδύομαι/ Ψελλίζω». Και λίγο παραπάνω: «Η ποίησή μου ωκεανοί» με «αστραπές» που «αγγίζουν τα ωκεάνια νερά» μα «εκείνο το ωμέγα στους ωκεανούς με πνίγει». Το τελευταίο γράμμα της αλφαβήτου ανεπιθύμητο, αναμνηστικό πιθανότατα του τέλους.

Ωστόσο, η ποιήτρια, ανοιχτόκαρδη πάντα και γενναία, δεν μεμψιμοιρεί και κάνει οικονομία ακόμη και στα δάκρυα· τα φυλάει για τις καλές στιγμές, γιατί κι από αυτές της χάρισε η ζωή, όπως σε όλους. Έτσι, σε κάποιο από τα πρώτα ποιήματα δηλώνει:

Τα δάκρυα δεν τα σκορπώ σε πόνους
Τα κρατώ για τις χαρές.

Ακόμη η δύναμη κι η αισιοδοξία της δεν έχουν καμφθεί. Τα όνειρά της άθιχτα, κατά το ομώνυμο ποίημα, «ξαναγεννιούνται» παρά τον φόβο τους. Η Ανδρονίκη τα «δένει σε δεμάτια», «τα κρύβει», «τα θάβει», «τα ψάχνει σε μέρες άνυδρες» κι αυτά σώζονται και τη σώζουν. Έχει βάλει σκοπό να πετάξει «αετός που ανεμοπορεί» και να «μοιράσει» μέσω των λέξεων τον εαυτό της και στους άλλους, συνειδητοποιώντας την ενότητα του χωροχρόνου, αλλά και τη σημαντικότητα της ένωσης με τους άλλους και το άπειρο:

Ο εαυτός μου/ δεν είναι όλος δικός μου/ Θα μοιράσω τα κομμάτια μου και σ’ άλλους… (σελ.15)

Όμως πέρα από τις στιγμές ποιητικής ευεξίας υπάρχει και η ύλη, που προσγειώνει προς στιγμήν ακόμη και τον περήφανο αετό. Το σώμα της ποιήτριας, όταν εμφανίζεται, είναι σπασμένο, κομματιασμένο, τσακισμένο, γυμνό, πικρό: «Σπάζει το σώμα σε κομμάτια/ κι εγώ τρέχω ξοπίσω τους να τα μαζέψω» (σελ.12), «τραυματισμένα σώματα κυλούν τις πέτρες» (σελ.30), «Ήρθαν κρατώντας δώρα/ Μια ωραία χτένα να χτενίσει το γυμνό της κεφάλι/ ένα πολύχρωμο γλυκό για το πικρό της στόμα» (σελ.48). Ανάμεσα στις αναμνήσεις, τα όνειρα και τις επιθυμίες που δημιουργούν και απογειώνουν τα ποιήματα σαν «χαρταετούς στον ουρανό της», υπάρχει και η πραγματικότητα της ταλαιπωρημένης σάρκας που βασανίζεται και ενίοτε λυγίζει: «Τα μάτια μου/ δακρύζουν το δάκρυ της οδύνης/ γραμμή ζωής στη ράχη μιας σκληρής οδοιπορίας/ Σκάβοντας τις ιστορίες/ φορτώθηκα φωτιά/ και οι ώμοι μου λυγίζουν» (σελ.51), «χαράματα ραγίζει το βλέμμα μου/ σπάζουν σε κομμάτια οι εικόνες» (σελ.54).

Συνταρακτικές περιγραφές στη συλλογή είναι αυτές των τραγικών σπιτιών με «κάτοπτρα σπασμένα/ όπου χαράσσονται αχνά οι θύμησες», με τους τοίχους τους που άλλοτε «έσμιγαν να πνίξουν τις κραυγές μας/ Κι αυτές κυλούσαν κάτω από τις πόρτες» κι άλλοτε «με μεγάλες τρύπες» που «έχασκαν», «όρθιοι προστάτευαν τα δέντρα/ απ’ την οργή ανέμων εκδικητικών». Εικόνες με «παράθυρα ετοιμόρροπα» και «δέντρα που ασφυκτιούσαν/ Πνίγονταν», «είρπαν στο πάτωμα», πίνακες ερημίας και καταστροφής, τρομακτικοί ενίοτε. Το σπίτι που καταρρέει, το σώμα που φθείρεται, το σήμα τελικά;

Παρά τον προσωπικό της Γολγοθά, που ούτε προσπαθεί να κρύψει αλλά ούτε και να προβάλει, η ποιήτρια στρέφει πάντα το βλέμμα και στον κοινωνικό της περίγυρο, ευαίσθητη κεραία-δέκτης της ηθικής παρακμής της εποχής και του πόνου του άλλου, αλλά και πομπός μηνυμάτων ειρήνης, αδελφοσύνης και οικουμενικότητας. Ενδεικτικά είναι τα ποιήματα με τους τίτλους «Χάπι αυταπάτης», όπου αναφέρεται με σαρκαστικό ύφος στην καταναλωτική φρενίτιδα «Black Friday happy Friday/ Ω τι χάπι αυταπάτης» (σελ.33) και «Μια αγκαλιά αυλή η γη», όπου θίγει το δράμα των προσφύγων που την απασχόλησε εκτενέστερα και στην προηγούμενη συλλογή της: «Στη χώρα μου ήρθαν ξένοι από μέρη που παραμόνευαν/ θανατικά/ Τα παιδιά τους με τα χαρτιά στα χέρια, άλλα με άδεια χέρια/ εκλιπαρούσαν λίγο ψωμί και ένα μονοπάτι στ’ όνειρο/ Συρματοπλέγματα έδεσαν το όνειρο» (σελ.34).

Και δεν βλέπει η Ανδρονίκη ελπίδα «επαναφοράς», «ολικής» ή «μερικής», γιατί κουράστηκε, δηλώνει, από «τα λόγια της παρηγοριάς», από την «περιπλάνηση», από την πολύχρονη πορεία «μέσα από ήχους όπλων/ μέσα από σκιές κουκουλοφόρων μέσα από ξένα μέρη/ κάτω από ήλιους εχθρικούς κάποτε σε παγωμένα χώματα» (σελ.35). Απόκαμε, φαίνεται, και από το δράμα του κόσμου, αλλά και από τον προσωπικό της αγώνα. «Βλέμματα ανεμπόδιστα» και «πουλιά στον ουρανό» να της ξαναφέρει κάποιος ζητά.

Το περιεχόμενο και το κλίμα της συλλογής ενισχύουν και συμπληρώνουν τα σχέδια της κόρης της Νίκης, Μαρίας Γολσουζίδου: η βρεφοκρατούσα μητέρα του εξωφύλλου, η μακρομαλλούσα γυναίκα που ψηλαφεί το είδωλό της στον καθρέφτη, το τραγούδι των κύκνων, η πισώπλατα γυρισμένη γυμνή γυναίκα, η απλωμένη παλάμη που δέχεται δάκρυ και αίμα που στάζει από ψηλά… Τέλος, το χρώμα του εξωφύλλου, μoβ εξωτερικά και μαύρο μέσα, σα να μας προετοιμάζει για το μοιραίο. Μήπως τυχαίο; Σημαδιακό, ωστόσο… Σα να το ήξερε η ποιήτρια πως θα ήταν το άσμα της το τελευταίο. Άλλωστε, στο ποίημα «Το ρέκβιεμ των κύκνων» γράφει:

Κάποιοι κύκνοι τραγουδάνε μόνο μια φορά/ Λίγο πριν πεθάνουν

Θα κλείσω με ένα απόσπασμα από το ποίημα «Πίσω από τις λεύκες», απ’ όπου ίσως κρυμμένη η Νίκη να μας βλέπει και να χαμογελά:

androniki gogopoulouΠρέπει να φύγω μη με καθυστερείτε άλλο
Οι άλλοι θα ανησυχούν
θα πάρουνε τους δρόμους να με ψάχνουν
στις σπηλιές της θάλασσας κοντά στο κύμα που δακρύζει
Μη με κρατάτε άλλο με αποχαιρετισμούς
Ήρθε η ώρα να κάνω εκείνα τα ταξίδια
διαδρομές στους λαβυρίνθους μου
σε κρυπτικούς συλλογισμούς των άλλων

Μέσ’ απ’ το σκοτεινό δωμάτιο η πόρτα βγάζει
στον αέρα στους βράχους της θάλασσας
στο κύμα που δακρύζει.

[Η Ανδρονίκη Γωγοπούλου έφυγε από κοντά μας την άνοιξη του 2018.]

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.