ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΠΟΝΤΙΚΑ

 

Η Παναγιώτα Ποντίκα γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη και είναι φοιτήτρια στο τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών ΑΠΘ. Διαβάζει και γράφει ποίηση και ετοιμάζει για έκδοση τη πρώτη της ποιητική συλλογή «Ανθός» που θα κυκλοφορήσει σύντομα. Επίσης ασχολείται με το πιάνο και τους παραδοσιακούς χορούς.

 

ΑΝΘΟΣ (2026)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I: Έρως

 

ΕΡΩΤΑΣ

Έρωτας είναι τα χρώματα του ουρανού
Που μόνο εσύ μπορείς να δεις όταν αυτός είναι συννεφιασμένος.
Οι ήχοι της φύσης που ακούς όταν υπάρχει σιωπή.
Η δροσιά που νιώθεις τα καλοκαίρια
Και η ζεστασιά που μόνο εσύ βρίσκεις τον χειμώνα.

Η ζωή που ακόμα δεν έχεις ζήσει.

Έρωτας είναι η ζωή που ακόμα δεν την έχεις ζήσει.

Έρωτας είναι η πρώτη σκέψη που κάνεις
Όταν ξυπνάς.
Η πρώτη μυρωδιά που θυμάσαι.
Το πρώτο άγγιγμα που σου έρχεται στο μυαλό.
Το αίσθημα γαλήνης που σου προσφέρει και μόνο η θύμηση.

Έρωτας είναι η αγκαλιά στην οποία θέλεις να βρίσκεσαι συνέχεια
Κι ας μην την έχεις νιώσει ακόμα.

Είναι ο καύσωνας.
Η καταιγίδα.
Η πλημμύρα.
Η φωτιά.
Η αρχή της αναγέννησης.

Είναι η δημιουργία μιας νέας ταυτότητας.

Είναι η δημιουργία.

Έρωτας είναι πίστη.
Η πίστη στο αληθινό.
Στο απροσδιόριστο αλλά πολύ καλά προσδιορισμένο
Από τον καθένα μας, για τον καθένα μας και μόνο.

Η ασταμάτητη αναζήτηση.
Το αδιάκοπο ενδιαφέρον.
Έρωτας είναι η σιωπή
Και η κραυγή.

Έρωτας είναι και η αδιάκοπη λειτουργία της φύσης.
Δεν εξαντλείται ποτέ
Κι ας δουλεύει ασταμάτητα.
Αυτό είναι έρωτας.
Αυτή τη δύναμη έχει.

 

ΝΗΣΙ

Βραδάκι.
Οι ήχοι του νησιού φτάνουν στη βεράντα μου
Με τη συνοδεία μοσχοβολιστού λουλουδάτου και ιωδιούχου αέρα 
Πασχαλιές
Γλυκό, φρέσκο άρωμα
Μεθάω σα να πίνω βαρύ ποτό

Το θρόισμα των φύλλων
Γεμίζει τη σιωπή
Και τα παγάκια μέσα στο ποτήρι που κρατώ
Δροσίζουν τα δυο μου χέρια

Η ξύλινη καρέκλα στην οποία βυθίζομαι
Είναι μεγάλη
Χωράει τα πόδια μου σταυρωμένα μέσα σ’ αυτήν
Το κορμί μου παραδίνεται και η ψυχή μου ταξιδεύει

Ταξιδεύει στη φαντασία μου
Περιηγείται τα στενάκια της
Τρομάζει και γαληνεύει

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II: Σκέψεις

 

ΓΡΑΦΩ ΞΑΝΑ

Αποτυπώνω τη ψυχή σε λέξεις
Για να παίξω με τους κανόνες του μυαλού
Για να μπορέσει αυτό λίγο να την καταλάβει

Έντονος παλμός η γραφή
Ταχυκαρδία από την επιθυμία σου να
μεταδόσεις όσο καλύτερα μπορείς αυτά
που μέσα στο μυαλό σου τριγυρνάν

Αίσθημα αναπάντεχα κουραστικό
όμως και ανακουφιστικό αντάμα
Εξουθενωτική γαλήνη
Αγνή ερωτική ηδονή
Αίσθημα σκλαβιάς μα πλήρους ελευθερίας

Και όταν επέρχεται η τρικυμία
Απόλυτη πλέον γαλήνη
Χαρά και ευτυχία
Αναγέννηση

Αναγεννησιακή ομορφιά η ψυχή σου μετά
Καθαρή

Έχεις ξεπεράσει κάθε εμπόδιο
Δε θυμάσαι καν πιο ήταν αυτό
Καμία δυσκολία 
Καθαρή ζωή

Ζωή μεταφυσική στον πραγματικό κόσμο
Πραγματική ζωή
Ελεύθερη από οποιοδήποτε δεσμό, φόβο,
λάθος
Καθώς έστω και προσωρινά εκπλήρωσες
το πάθος

 

ΛΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Αν άφηνες τις σκέψεις σου ελεύθερες
Θα έφευγαν αυτές για το πιο μεγάλο ταξίδι
Προορισμό δε θα είχαν
Αλλά θα γύριζαν τον κόσμο ολόκληρο

Ίσως
να στάθμευαν κάπου προσωρινά
Σε σοκάκια νησιώτικα θα μπορούσαν οι ίδιες
Γυρνάν.
Σε παραλίες εξωτικές να κολυμπάν.

Ίσως πάλι,
Σε δρομάκια σκοτεινά να τριγυρνάν
Σε σπίτια περίεργα να φιλοξενούνταν
Μπορεί και σε μεγάλες λεωφόρους τα
αμάξια να τις πατούσαν!

Σε χίλια μέρη,
Χίλιες γεύσεις θα δοκίμαζαν.
Εκατομμύρια μυρωδιές να οσφρίζονταν.

Να μεθούσαν από γλύκα.
Από χορό και τραγούδι.
Από λευτεριά. 

 

ΟΙ ΝΟΤΕΣ ΤΟΥ ΠΙΑΝΟΥ

Στου ανθρώπου το μυαλό μια τρικυμία
Μα οι νότες του πιάνου
Κρυφά κουπιά
Στη θάλασσα αυτή.

Γαντζώνεται το κάθε συναίσθημα
Πάνω από μια νότα
Για να επιβιώσει.
Κι επιβιώνει. Σώζεται.

Πιάνουν τον πόνο από το χέρι 
Και τον φέρνουν βόλτες στα όμορφα νησιά.
Τον στριφογυρνάν γύρω απ’ τα δέντρα
Κι αυτός ζαλίζεται

Του δείχνουν τα ανθισμένα λουλούδια
Κι αυτός μεθά
Τέτοια γλύκα δεν είχε ξανασυναντήσει
πουθενά.

Τον πιάνει απ’ το χέρι
Και τον ξεναγεί σε μέρη
Πρωτόγνωρα.
Λαμπερά και φωτεινά.

Επαναφέρουν την αγνότητα
Στο πρόσωπο του.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III: ΑΝΘΡΩΠΙΑ
ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ήταν κάποτε ένα ον.
Δε είχε φτερά λένε
Μα η ψυχή του τον ταξίδευε σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δε γνώρισε τα πάνα
Μα το μυαλό του έκρινε
Ξεχώριζε και επέλεγε
Μάθαινε ότι δεν ήξερε
Εξελισσόταν.

Είχε ψυχή με αισθήματα
Καρδιά με συναισθήματα
Μυαλό με λογική
Μπορούσε αλήθεια να σκεφτεί.

Ήταν κάποτε ένα ον
Που μεταμορφώθηκε σε πλάσμα μαγικό
Τώρα αυτό υπάρχει;

Ήταν κάποτε ο άνθρωπος.
Ψυχή. Νους. Σώμα.

Πλέον, έχει αφήσει στον κόσμο αυτό
Μόνο τη σάρκα του.
Στεγνή. Σκληρή. Ψεύτικη.

Ελπίζω μονάχα
Αυτή η ψυχή και αυτός ο νους
Να μην εξαφανίστηκαν για πάντα
Αλλά αντάμα να ξεκίνησαν ταξίδι λυτρωτικό για έναν άλλον κόσμο
Και όταν ανακαλύψουν το μέρος που τους χωρά
Να ειδοποιήσουν την κατακουρασμένη σάρκα να πάει να τους βρει. 

 

«Πώς αντέχετε να στερείστε την ανθρωπιά
σας άνθρωποι;»

 

ΦΟΒΟΣ

Να μην είχαν οι άνθρωποι μιλιά
Να μην μπορούσαν να εκφράσουν την
κακία.

Να μην είχαν οι άνθρωποι μυαλά
Να αδυνατούσε να σκεφτούν την κάθε
ανοησία.

Να μην είχαν οι άνθρωποι καρδιά
Να δικαιολογούνταν η ανικανότητα τους
στην αγάπη.

Να μην είχαν οι άνθρωποι ανθρωπιά
Θα ήταν η κοινωνία μας…
Όπως ακριβώς είναι τώρα.

‘Όμως… Μήπως μπορούμε να ανατρέψουμε την κατάσταση αυτή;

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.