ΗΛΙΑΣ ΜΠΟΥΣΙΟΣ

Ο Ηλίας Μπούσιος σπούδασε μαθηματικά και ξένες γλώσσες. Άρχισε να γράφει ποίηση από την εφηβεία του. Έχοντας ταξιδέψει ανά τον κόσμο, σπουδάζοντας το βιβλίο του εαυτού του και του κόσμου κι έχοντας δοκιμαστεί σε πολλά επαγγέλματα, βρήκε τον δρόμο του και τον λόγο της ύπαρξης του στην ποίηση.
Συμμετείχε στις ανθολογίες Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση και στη Φιλολογική Πρωτοχρονιά (2021-2023).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Στιγμές που εκβάλλουν στο Αιώνιο (Εκδ. Κουίντα 2021)
Ροές ψυχής (Εκδ. Κουίντα 2022)
Στα χνάρια του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα (Εκδ. Κουίντα 2023)
Το λίκνο των ονειρευτών  (Εκδ. Κουίντα 2024)
Μαρία από φως των έρημων δασών  (Εκδ. Κουίντα 2026)

.

.

ΜΑΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΩΝ ΕΡΗΜΩΝ ΔΑΣΩΝ (2026)

ΜΑΡΙΑ…

Μαρία, ανοδικό αστέρι εσύ
σε έρημα δάση γάργαρα
Σέμνωμα της άσπιλης γης
Καμάρι του ξοδεμένου ουρανού
Πρέσβειρα της σπανιότητας

Μαρία μου
Είναι η αρχή μας
το τέλος της μοιραίας – του δεσμού – λήξης…
Δύο εν ταυτώ!

ΑΠΟΨΕ…

Απόψε αναρριγά η μοναξιά
στο φύλλο της κεντά η ζωή
την πρώτη της χρυσή κλωστή
στο θαμπό γυαλί της αντανακλάται
η λάμπουσα μορφή σου.
Στιλβωμένα μάτια που με κοιτούν από μακριά
ανεβάζει το ρυάκι της ψυχής μου!
Απόψε το άναρχο παρελθόν ηττάται ειρηνικά
από το ακόμα αβέβαιο μέλλον
που πρώτα του συστήνεται με ένα τείχος-σύνορο.
Κι έπειτα απευθύνεται στον διακαή πόθο:
«τώρα ήρθε η ώρα σου».
Απόψε αναρριγά η μοναξιά
και λύνεται αυτοστιγμή
η εξίσωση της αβεβαιότητας
με τον κανόνα της δυνητικής ταυτολογίας.

ΜΑΡΙΑ ΑΠΟ ΦΩΣ

Στον Οδυσσέα Ελύτη

Εσύ γέννησες τη χαρά της νύχτας μου
για να αποτιναχτεί από εκεί
το αγκάθι της οδύνης μου
Εσύ φούσκωσες το στήθος της μέρας μου
για να χαραχτεί εκεί το αγνοημένο ίχνος
της ελπίδας μου.
Πλάι από παφλασμούς αγωνίας,
πλάι από επιθέσεις ανίας
σε βρήκα να ορθώνεσαι στητή και σίγουρη.
Μέσα απ’ τις παλινδρομήσεις του ύπνου μου
μέσα απ’ τις δοξολογίες του
σε βρήκα πιστή και συνετή στα πρώτα λόγια σου.
Κι όταν η νύχτα μου αποτύγχανε
να ανακόψει την πτώση του άστρου
εσύ με το γλυκομίλητο σου
αναρρίγησες τον οίστρο μου
αποθησαύρισες την έμπνευση του ανέμου.
Αναδύθηκες
μέσα απ’ τη θυελλώδη μου πραγματικότητα
πάμφωτη
ψάχνοντας τα ακριβά πετράδια της αυγής μου.
Άφησες απλά στους πετρωμένους ορίζοντές μου
τη χρυσή ευχή που γλύκανε
την πίκρα του τσαλακωμένου ποιητή
την πίκρα του νόστου.
Αφέντρα των παλμών
και σμίλη των κοκαλωμένων φτερών μου
με ταπεινή φωτιά, με αγνούς σπινθήρες
εγγράφοντας την επικεφαλίδα του νέου πεπρωμένου μου.
Τώρα το φως σου
νεύει στη μελανί μου προσδοκία
ξυπνώντας τη νηνεμία.
Τώρα το ανάστημά σου
συμπαρίσταται στο άδικο που με τρώει.
Από τον ρόχθο του αναθαρρημένου ονείρου
κοινωνώ ευφρόσυνα καθώς μαντεύω
έναν καινούργιο δρόμο να στρώνεται, σε ολάνθιστη γη.
Από παντού ερχόταν η Ελευθερία!
Αμετανόητος λάτρης του ιδανικώς τελείου
μας βλέπω να σμίγουμε μες στη θαλπωρή του φωτός
σιγοτραγουδώντας τη μελωδία της ευτυχίας.
Από παντού ερχόταν η Δημιουργία.

.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΙΑ ΜΑΣ

Στον Χρίστο Λάσκαρη

Μια εβδομάδα τώρα, γράφω χάρη σε σένα
και γράφω μόνο για σένα,
γράφω γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.
Μόνο εσύ, ο πιο κοντινός μου άνθρωπος
μπορεί να με συναισθανθεί,
μπορεί να μπει για λίγο στις σκέψεις μου, και πίσω απ’ αυτές.
Μόνο εσύ με τη συνέργεια της μοναξιάς σου
μπορείς να κατανοήσεις την ξαφνική μου χαρά
τη ρωγμή στην καρδιά
τον γρήγορο παλμό στα στήθη, το κόψιμο της ανάσας
που μόνο με τη θύμησή σου όλα ισορροπούν
και το χαμόγελο επιστρέφει
απ’ το παγωμένο νεύρο του.
Το βαθύτερο είναι μας, μοιάζει σαν δυο σταγόνες νερό!
Όταν λείπεις από κοντά μου
η ύπαρξή μου στεγνώνει, το σώμα μου αγκυλώνει,
όσο υπάρχεις δίπλα μου, δεν αφήνεις τον Ήλιο μου
να οδηγηθεί σε σμίκρυνση.
Με την κρατημένη πνοή σου για μένα
θρέφεις τη μισοαναιμική ζωή μου.
Κλείνω τα μάτια και αφουγκράζομαι τη βαριά σου ανάσα
και κλειδώνω στην ψυχή μου τα «αχ» και τα «γιατί» σου.
Ανοίγω τα μάτια και ξεκινώ τη μέρα μου,
πιασμένος απ’ την ταύτισή μας.
Τότε συνειδητοποιώ ότι είμαστε συγκάτοικοι
μέσα στο ίδιο θλιμμένο τραγούδι, στον ίδιο καημό,
στο ίδιο ξάγναντο, στο ίδιο σχήμα συνδημιουργίας.

ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΝΑ ΓΙΝΟΥΜΕ...

Στον Τόλη Νικηφόρου

Σε κάθε ώρα και κάθε κραυγή της
σε περιμένω
Στη γη μου που τρίζει
κάτω απ’ τα άστρα που γυαλίζουν τη φαντασία μου
σε περιμένω.

Κι όπως ο Ήλιος εμφανίζεται
μόλις περάσουν τα σύννεφα
έτσι κι εσύ θα ξεπροβάλλεις σε υπερέκθεση
μόλις φύγει η σκόνη της αναμονής απ’ τα μάτια μου.

Θα είσαι λιτή και σιωπηλή κι έτσι θα σε αναγνωρίσω.
Όμως θα είσαι παρούσα με όλο σου το είναι
σαν φεγγάρι ολόγιομο λυρικό.
θα είναι σαν να σε ξέρω χρόνια,
έτσι θα γίνεται πιο οικείο το βλέμμα σου
και πιο εύκολο το πρωτομιλητό μου.

Θα γίνουμε ένα με το χρώμα αυτής της μέρας
στη γη του φωτός.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ

Στον Νίκο Καρούζο

Θεέ μου σε εμπιστεύομαι
όπως το μικρό παιδί τη μητέρα του.
Πιστέ μου φίλε καλέ ουρανέ
άλλοτε ήμουν η ελπίδα σου
τώρα είμαι ο κεκλεισμένος απ’ τη μοναξιά ακριβογιός σου
που ελπίζει μόνο σε Σένα.
Αγναντεύω το όνειρο
(έχει πείρα το αγνάντεμα, απ’ την εποχή των διαβρώσεων).
Βρίσκω έναν κόφτη από σκοτάδι
κι ένα δείγμα από πείσμωνα Ήλιο για να κρατηθώ.
Όμως, νιώθω τόσο μόνος, σχεδόν ανυπεράσπιστος
αφού και το φεγγάρι γλίστρησε
μέσα απ’ τα αδέξια δάχτυλά μου.
Πάει και η εγγύτητα με την αγαπημένη προς το παρόν,
κάπου στη διαδρομή της βιαστικής αναζήτησής μου
ανεστάλη.
Αγναντεύω πάλι το όνειρο,
βρίσκω ανανεωμένους βηματισμούς
αναπνοές αναθαρρημένες.

Μες στην αχλύ της μοναξιάς
γινόμαστε αζήτητοι και του σκότους περιζήτητοι.

Μες στη θαλπωρή της συντροφιάς
γινόμαστε λεπτοφυείς και ξάστεροι.
Κι αυτό είναι μια συνθήκη τετελεσμένης αγάπης
οραματική.

ΑΥΤΗ Η ΣΚΙΑ ΣΟΥ…

Στον Γεώργιο Σαραντάρη

Σαν ζαχαρωτό σύννεφο ροδοκόκκινο η σκιά σου,
άλλοτε συνοδεύει και άλλοτε οδηγεί τον οίστρο μου
που αλωνίζει στον ελκυστικό μικρόκοσμό σου
που ορίζεις, που διαφεντεύεις, που επιτρέπεις,
που προσκαλεί, που αποκαλύπτεις με μαεστρία
που ρίχνει γέφυρες, που ζητά νέες εγγραφές
νέες αφορμές για περιήγηση και περιπλάνηση.
Σε φαντάζομαι πως αναρριγάς και ανατάσσεσαι
όταν διαβάζεις τα ποιήματά μου που πρωταγωνιστείς
μα μόλις συνειδητοποιώ
την ουσία και την ιερότητα της σύζευξης
λέω το ζαχαρωτό σύννεφο ουρανό!

ΕΣΥ ΤΟ ΦΩΣ, ΕΓΩ…

Εσύ το φως, εγώ
η συσκοτισμένη αρχή του απόκοσμου κόσμου
για να ωριμάσει το χρόνιο έλλειμμα
πριν να σε γνωρίσω
Εσύ το φως, εγώ
ο πυρήνας των μυστικών μου ποιημάτων
για να ανακαλύψω τις διαδρομές του φωτός σου
για να βρω την ουσία και την ιερότητα
που μας περικλείει
και λέω το φως μας, φως από Έρωτα!

Το πρώτο Χαίρε δικό μου
Το ύστατο Χαίρε δικό σου.

ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΗ Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ

Απ’ την απέναντι όχθη γίνομαι ψίθυρος γλυκύς,
τον συντηρώ με θρησκευτική ευλάβεια
μέχρι να μου γνέψεις καλή μου
για να γεμίσω το κενό σου
για να γλυκάνω την πικρή σου γεύση στα χείλη.
Αρνείται να ενδώσει στη σιωπή και στην ακινησία
η αγάπη μου,
υπερασπίζεται με ποιήματα και υποσχέσεις ορκισμένες
τη χαρμόσυνη καμπάνα
και το ερωτευμένο αηδόνι στη λαγαρή οδό.
Μέχρι να δηλώσεις τη λάμψη σου
όπως την πρώτη φορά που συντονιστήκαμε
και συσπειρωθήκαμε.
Είναι αυτή η αγάπη μας
η προίκα του «κάτι συντελέστηκε βαθύτερα»
– πέρα απ’ τον έλεγχό μας –
που είναι ο προπομπός του «τα πάντα».

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ

Μας ενώνει ο κοινός ποιητικός τόπος που περιδιαβήκαμε
Μας ενώνει η καλλίκαρπη συνοδοιπορία μας
Μας ενώνει το σύννεφο που του μοιάζουμε
Μας ενώνει το έρημο δάσος που θητεύσαμε
Μας ενώνει το βίωμα της βροχής
Μας ενώνει η μπαλάντα της προσμονής
Μας ενώνει το σωτήριο χαμόγελο που μεταγγίσαμε
αλλήλοις
Μας ενώνει η βαθιά Πίστη και το έργο της.
Μας χωρίζει: τίποτα επί της ουσίας
Ποιος ξέρει…

Το σχέδιο Του Θεού
δια του ηλεκτρισμένου ευνοϊκού ανέμου
ίσως γράφει τα χαρωπά πρόσωπά μας
πάνω στον κεκτημένο ορίζοντα
απ’ όπου απογειώνονται όνειρα υπό απόδραση.
Το βέβαιο είναι ότι έχουμε χαραχτεί
απ’ το σχέδιό Του
ότι θα είμαστε δια βίου συνδεδεμένοι.
Το βέβαιο είναι ότι το σχέδιο αυτό
δια του ηλεκτρισμένου ευνοϊκού ανέμου
έχει χαράξει τα ονόματά μας
πάνω στην Αγάπη μας.

ΧΡΟΝΙΚΟ ΠΡΟΣΜΟΝΗΣ

Ώρες προσμονής
καρφιά στον θώρακα του πόθου μου
Μέρες προσμονής
καρφιά στο κάδρο του ενθουσιασμού μου.
Η μέρα της επικείμενης συνάντησης
η μεγάλη μέρα
που θα φέρει ταραχή και αγαλλίαση
που θα φέρει επαφή και ονειροπόληση
που θα φέρει θάμπος και εναρμόνιση
που θα φέρει ολίσθηση σε κοινό ορίζοντα
που θα φέρει ζωή φρέσκια.
Μα μέχρι να σε συναντήσω αγαπημένη μου
μέσα σ’ αυτή την προσμονή βυθίζομαι.
Μέσα σ’ αυτό το βύθισμα
τον βυθό της σιωπής ανακαλύπτω
κι από εκεί ορμώμενο
μόνο το όραμά μου για την αληθινή αγάπη
με εμάς κοινωνούς της
πέρα απ’ την ολονύχτια μυσταγωγία.

ΙΔΡΩΜΕΝΟΙ ΚΑΘΡΕΦΤΕΣ

Στη Μάτση Χατζηλαζάρου

Με περιέχεις με μια διακριτική δυσχέρεια
Με περιβάλλεις
με μια διακριτή, ανεπαίσθητη στοργή
Σε περιέχω με μια διακριτική δυσχέρεια
ανάλογη της δικής σου
Σε περιβάλλω με μια αδιάκριτη, φυγόκεντρη προσμονή.
Όσο για τη στοργή μου
αυτή προετοιμάζεται στην απομόνωση
υποβοηθούμενη απ’ τα κενά του χρόνου
συλλέγοντας φυλλαράκια Έρωτα.

ΥΠΕΡΒΑΤΙΚΗ ΛΥΣΗ

Στον Γιώργο Θέμελη

Απαλά πλησίασε με, έλα αγαπημένη
για πρώτη φορά έτσι και τελευταία.
Ευλαβικά σκύψε μέσα στον βυθό της ψυχής μου
και θα δεις την αδηφάγα θλίψη μου!
Θηρίο χορτασμένο αυτή…
Προσεκτικά, μ’ ένα σου χάδι τρυφερό
με μια σου μελωδία, με μιαν ανάσα ζεστή
μ’ ένα σου δοκιμασμένο χαμόγελο
ύπνωσε το τώρα
σαν να διαβάζεις παραμύθι σε μωρό.
Πρόσεχε μόνο να ολοκληρώσεις το παραμύθι…
Μόνο μην του μιλήσεις για σένα…

ΜΕΧΡΙ ΝΑ ΠΡΩΤΟΕΡΘΕΙΣ

Στον Πάνο Σταθόγιαννη

Τα βράδια μέχρι να πρωτοέρθεις
φροντίζω το δέντρο της αγάπης μας.
Τις ημέρες μπαίνω σε ηλιόκτιστα μονοπάτια
που καταλήγουν σε γωνιά ανεπιβούλευτη δάσους
σε γωνιά που θυμίζει τη θαλπωρή σου.
Ψιλή βροχή με οδηγεί, χιόνι πυκνό με συνοδεύει.
Ήλιος σοφός με σηκώνει.
Κρατημένη η ανάσα, με μετεωρίζει
πάνω απ’ τις παρυφές της αμφιβολίας,
μέσα στην εμπλοκή της απόστασής μας.
Μέχρι να πρωτοέρθεις
χάνω τον εαυτό μου μες στη φλόγα της καρδιάς
μετά, βρίσκω τον εαυτό μου μες στον χέρσο τόπο.
Την πίστη μου συντηρώ μες στις ηχηρές φυλλωσιές
την ελπίδα μου διαιωνίζω
στην ανύψωση της υπόσχεσής σου.
Τη βλέπω να παίρνει μορφή όταν στοχάζομαι.
Παίρνει τη μορφή χαμογελαστού στόματος
που έλκεται απ’ το αύριο.
Στοχάζομαι γόνιμα υπό τη σκέπη σου.
Σου υπενθυμίζω: είναι απρόσβλητη της αγάπης μας η ουσία
Σου εξηγώ: δεν γίνεται διάχυση αγάπης δίχως ρωγμή
Σου το μοιράζομαι: δεν γίνεται πλατωνικός έρωτας
δίχως αμηχανία
δίχως υπενθύμιση αληθινής ζωής.
Μέχρι να πρωτοέρθεις
και μουδιασμένα της ψυχής μου τα σκιρτήματα.
Ψιθυρίζω καλέσματα από επαναστατημένες σιωπές
στη φωτεινή πτυχή της απεραντοσύνης.
Μέχρι να πρωτοέρθεις πλέω στο λιμάνι μας κυκλικά
και σε φαντάζομαι στο οχυρό της ποίησής σου
να εκτοξεύεις ηχηρά μηνύματα
με άχρονη φωταψία ροδοκόκκινων πτυχώσεων.
Σε φαντάζομαι να καρφιτσώνεις στον ουρανό μου
σημάδια από αήττητες αστροβολές
να αγγίζεις νοερά το χέρι μου και να γίνεται πυρσός
να συμμερίζεσαι τη λύπη μου και να γίνεται καπνός
να χαϊδεύεις με την ασίγαστη πνοή σου
την πολυπλοκότητά μου
και να τη μετουσιώνεις σε γόνιμη απλότητα.

ΣΤΕΡΕΕΣ ΜΕΤΑΒΟΛΕΣ

Οι στιγμές μεταστοιχειώνονται
όταν γεμίζουν με γάργαρο νερό αισιοδοξίας.
Οι ώρες αλαλάζουν, σείοντας τον σφυγμό μου
για σένα αγαπημένη.
Υπόκωφος έρωτας-ρόπτρο που χτυπά διακριτικά
τη γυάλινη αμεριμνησία μου.
Οι μέρες αλλάζουν καθώς περνούν από πάνω τους
φάλαγγες ευγένειας και ευαισθησίας.
Οι νύχτες αλλάζουν καθώς τις επικαλύπτει
μια στρώση ποιητικών στίχων.
Τις στάλες της χαράς σου αγαπημένη μου
συλλέγω
για να δικαιώσω τα ποιήματά μου…
Με το καταφύγιο της αγάπης επιτίθεμαι
στον πυρήνα του φόβου και του δισταγμού.

Στέρεες μεταβολές σε πιο στέρεα γη
Στέρεα γη σε πιο ελαφρύ ουρανό
Ελαφρύς ουρανός, ιδανικός
για υπερκοσμική ενατένιση
και παραστρατημένο προσανατολισμό…

ΣΕ ΓΥΡΕΨΑ, ΣΕ ΒΡΗΚΑ

Σε γύρεψα στη φλόγα
που τραγουδάει «έλα και μην αργείς»
Σε γύρεψα στη σιωπή
που φωνάζει «δεν κουράστηκα να περιμένω»
Σε γύρεψα στη σκόνη
που ομολογεί «υπάρχει ένα κρύσταλλο από πίσω»
Σε γύρεψα στον καπνό που ψιθυρίζει
«υπάρχει μια αγάπη από κάτω που σιγοκαίει άσβεστη»
Σε γύρεψα στο χάσμα που κραυγάζει
«αυτή η συνθήκη δεν σας περιλαμβάνει»
– Πού είσαι ανοδικό μου αστέρι αείφωτο;
– Είμαι εκεί που με χωροθέτησε η αγάπη σου
«ψηλά σε ανέσπερο ουρανό, εκεί που
αναλάμπει το βλέμμα μου χάρη σε σένα».

ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΜΑΣ

Αυτός ο πάλλευκος δρόμος δίχως πέρας
Αυτά τα έτοιμα χρυσά φτερά
Αυτή η γλυκιά προσμονή
Αυτός ο ανακουφισμένος ορίζοντας
Αυτός ο αγνοημένος χρόνος
Αυτή η μεθυστική σιγουριά
Αυτή η αμετάκλητη χλωρή υπόσχεση
Αυτή η μελετημένη προηγηθείσα αταξία
Αυτή η κατάλληλη αρχή
Αυτή η ριζωμένη στην αλήθεια ελπίδα
Αυτή η αποφασιστική στιγμή
που σημαδεύει το Αιώνιο
Αυτή η στερεωμένη απ’ τα άστρα σιωπή
Αυτή η διάχυτη γαλήνη
Μα προπαντός το φως της Αγάπης μας
που σκορπίζει το σκοτεινό και το περιττό
που περικυκλώνει το παραμύθι
που υπηρετεί τον θρύλο
που αναγνωρίζεται μόνο από εμάς
που γίνεται λόγος επικός ταξιδεμένος!
Αυτό το φως της Αγάπης μας
εφάμιλλο του παιδικού φωτός
και περηφάνια του πλεονάζοντος θεϊκού φωτός.

ΑΥΤΗ Η ΚΑΡΔΙΑ ΣΟΥ

Η καρδιά σου χρυσή, τρυφερή
εν εγρηγόρσει ξάγρυπνη και θερμή!
– Πόσα έργα αγάπης να επιτελέσω – πες μου –
μέχρι να την πλημμυρίσω με το φως μου
για να γίνω μόνιμος κάτοικός της;
– Αρκεί η ερώτηση κι ένα μικρό αγάπης ποίημα
γιατί άνοιξες τον δρόμο τώρα
και όλες οι δυνατότητες είναι δικές σου!

Σ’ ΑΓΑΠΩ

Σ’ αγαπώ βαθιά με εκβολές αισθημάτων
Σ’ αγαπώ νοερά χωρίς επινοήσεις
Σ’ αγαπώ σιωπηρά με προσευχές
Σ’ αγαπώ ηχηρά με ροές τραγουδιών
Σ’ αγαπώ
γιατί μόνο αυτό αξίζει περισσότερο στον κόσμο.

Έτσι θα συνεχίζω να σ’ αγαπώ
με σύμμαχο τον χρόνο
και οδηγό τα ιστορικά υποκείμενα-πρότυπα της αγάπης.

ΕΠΕΙΔΗ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ

Επειδή το φως σου είναι πολύτιμο

και η παρουσία σου εκ περιτροπής
ας αδράξω την ευκαιρία να φωτίσω μ’
ό,τι και όσα χαίρομαι να αγαπώ
αφού η επέλαση του χρόνου
τα σαρώνει όλα
και αφήνει μόνο ένα θαυμαστικό
μετά τη λέξη θάνατος…
Ή την προοπτική του Έρωτα.

.

.ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩΝ (2024)

ΜΝΗΜΕΣ ΠΟΥΛΙΩΝ

στον Οδυσσέα Ελύτη

Μνήμες πουλιών
που δήλωσαν το ανάστημά τους
ενάντια στον καιρό που διαφεντεύει

Σπέρνοντας τις ελπίδες
με κοφτές σπαθιές ανθρώπων που δοκιμάστηκαν
Φέγγοντας σκοτεινιασμένα όνειρα
σε ανοιχτές αγκαλιές ανθρώπων που λησμονήθηκαν

Ω καταδικασμένη ελαφρότητα!
Δέσμευση: επιστρεπτέα πληρωμή του φωτός
Αιμάτινο κάλεσμα συμμετοχικό
που συνορεύει με την απουσία
που χρωστάει στην κλειστή ζωή
μνημονεύοντας τον χαμό…

EΠITAKTIKO ZHTOYMENO

Από μια ιδέα, από κάποιους τολμηρούς
η τριήρης μεταμορφώθηκε σε σάμαινα!

Όμως
ποιοι θα τολμήσουν να ανεβάσουν
σήμερα το όραμα
με χίλια μάτια και μία – σεισμική – φωνή
και να το κάνουν πορθητή
ενάντια στον γκρίζο ουρανό;

ΕΠ’ ΩΜΟΥ, ΑΡΜ!

στην Ελένη Στασινού

Οι επάλξεις κρατούν τη σωφροσύνη
των προκεχωρημένων φυλακίων.
Διυλίζονται δια του χειμαρρώδους φωτός
που έχουν στα μάτια τους τα νιάτα.
Μετρούν τα βήματα τις ώρες της αγρύπνιας
Μετρούν τα θαύματα
απ’ όπου ξεχειλίζουν οι μικρές φωτίτσες φωτός
Μελετούν τα άστρα τα γραμμένα
των δύο εκδοχών…
Και ξημερώνοντας, χαιρετίζουν την προοπτική
στο Μαύρο της Ύπαρξης
για να αναδυθούν οι μεγάλες φωτιές των ένθερμων συναντήσεων
στο πολυδαίδαλο γκρίζο της καθημερινότητας.

ΤΑΞΙΚΗ ΠΑΛΗ

Ήττα αναπόφευκτη
Πανωλεθρία αναπάντεχη
Συντριβή αναπόσπαστη απ’ την εξέλιξη
Πληγή ανοιχτή
Στο τέλος «όχι» σε όλα
Ναι στη συντεταγμένη και πρόσφορη πορεία
Ναι στον τίμιο βιοπαλαιστή
με τη χαρακωμένη μνήμη
Ναι στον ωφέλιμο χρόνο,
ναι στην εγκαθίδρυση της γνώσης.
Ναι στην κυοφορία της σοφίας στις μοναξιές.
Ναι φίλε μου δύσπιστε, ναι εχθρέ μου κυνικέ
και ξένε αντιπαραστάτη,
ναι επιφανειακέ χαζοχαρούμενε
ναι βολεμένο παρασιτικό ον
σημαιοφόροι όλοι σας των κεκλεισμένων,
γυαλιστερών πλατειών.
Ναι… το εν δυνάμει πρώτο φως της Άνοιξης…

ΤΟ ΟΡΑΜΑ ΣΤΟ ΧΕΙΛΟΣ…

Το όραμα στο χείλος του φωταγωγού
έτοιμο να βουτήξει
Αδιάφορε αποπροσανατολισμένε διαβάτη
ματαίωσε την αυτοκτονία του για σένα
και ανανεώθηκε μέσα από σένα.
Όταν θα αποστασιοποιηθείς απ’ το βεβαρημένο παρόν
Όταν θα αναλογιστείς το μέλλον σου
Όταν θ’ ακούσεις προσεκτικά τους νέους
Το χρέος όταν ακούσεις μέσα σου
Αυτό το όραμα θα επιζεί
Και θα συνεχίζει να σε αναλαμβάνει.

ΥΠΗΡΕΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΥ

Οι ορκισμένοι άγγελοι επί γης,
οι ακμαίοι φτεροφόροι του Θεού,
δεν μπορεί ποτέ να πληγωθούν ανεπανόρθωτα.
Υπηρέτες του καλού και του σωτήριου,
για τους τσακισμένους κι εξαθλιωμένους,
είναι διαρκώς παρόντες
να κόβουν τα κεφάλια της ΛερναίαςΎδρας, του Κακού.

ΔΥΟ ΘΕΜΕΛΙΑ ΚΑΙ ΤΕΣΣΕΡΑ ΦΤΕΡΑ

Να γελάς με ανυποχώρητα χαμόγελα.
Να ασκείσαι με τον πηλό τη νύχτα.
Να αφαιρείς τα αιχμηρά
με την ενατένιση
του ηλιόλουστου ουρανού τη μέρα.
Να αντιμιλάς με νέα όνειρα.
Να κεντάς τον ορίζοντα
με φυγόκεντρες ουράνιες ελπίδες.
Να κοινωνείς λαίμαργα το μυστήριο του έρωτα,
το φως της δικαιοσύνης, την έξαψη της ελευθερίας.
Να υπάρχεις.

ΘΟΛΩΜΕΝΟ ΚΡΥΣΤΑΛΛΟ

Αυξημένη η κίνηση στα σταυροδρόμια της πόλης.
Το πράσινο φως που άναψε η απ’ τα κάτω επιβολή
αντιστέκεται στην κόκκινη άνωθεν σήμανση.
Φτερά να ίπτανται. Λόγια απτόητα.
Χρώματα του γκρίζου, χρώματα ουδέτερα
και ιαχές απέναντι τους να στροβιλίζονται.
Διατυπώσεις παραπόνων, οργή, εκνευρισμός, ανασφάλεια.
Δεν έσπασαν, αλλά ακροβολίστηκαν σιωπηλοί
οι ταγοί της υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωμάτων

Μικραίνει ο χρόνος συνεχώς,
συρρικνώνεται δίχως να συγχωνεύει την αιωνιότητα…
Μικραίνει κι άλλο ο κόσμος…
Τόσο που δυσδιάκριτος ο κόσμος ο μέγας!

Θολωμένο κρύσταλλο.

Τ’ ΟΝΕΙΡΟ ΜΕΤΑ Τ’ ΟΝΕΙΡΟ

Η Μοίρα τ’ ονείρου η εκπλήρωση.
Λάθος.
Σ’ αυτό τον τόπο αυτού του κόσμου
η αρπαγή και η πυροδότηση, η απαγόρευση.
Λίγοι τη γλύτωσαν.

Οι λοιποί τ’ όνειρο ανέσυραν τραυματισμένο
από τις εφεδρείες των αναμνήσεων
να ξεχωρίζει και να πικραίνει.

Ας είναι, όσο ο χρόνος συμμαχεί,
όσο ο νους εξοικειώνεται με τον πανδαμάτορα χρόνο
όσο συνεχίζει να ονειρεύεται το θύμα των ανθρωποθυτών
Όσο δεν συμβιβάζεται με τους κανόνες
Τα πάντα,
πεδία και ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.

Θα το συζητήσουμε.

ΚΑΛΕΣΜΑ

Ψυχές κουρασμένες, τσαλακωμένες
που ξέχασαν να κοιτάζουν ψηλά.
Άλλες ψυχές τυραννισμένες, αδύναμες, ταλαιπωρημένες
Με βλέμματα μαζεμένα
με κορμιά σκυμμένα
με πόδια βαρίδια
με χέρια ξερά
με φωνές ανεμοσκορπισμένες.

Ο Ήλιος δύει νωρίς.
Αντισταθείτε στην πτώση.
Απασφαλίστε την διαχρονική ελπίδα
που είναι η μελλοντική μας κάθαρση.
Γρηγορείτε.

ΦΩΝΗ ΛΑΟΥ

– Φωνή λαού, ήχος διαπεραστικός
ασυντόνιστα εκκωφαντικός!
-Ήχος νηνεμίας μεσημεριού
παρατεταμένων καλοκαιρινών διακοπών!

Δεν την πλάθει η φαντασία μας
Ούτε την πιάνει η σκόνη του χρόνου
Μόνο τη χαρακτηρίζει ο αναστεναγμός
και τη χρωματίζει η ανάσα μας!

Φωνή λαού, αντίλαλος παρέκκλισης…

ΑΝΤΙΦΑΣΗ

Εδώ βασιλεύει η ευδαιμονική ζωή
Εκεί ζητείται ζωή
Εδώ κοστίζει η ανθρώπινη ζωή
Εκεί πωλείται ο θάνατος σε τιμή ευκαιρίας
ή σκορπίζεται αφειδώς απ’ τα χέρια του παραλογισμού
Εδώ η παγωμένη θάλασσα στολίζεται απ’ τον Ήλιο
και αν ζεσταίνεται, τα κύματά της
διώχνουν ό,τι αφάνισε η αδικία.
Εκεί η παγωμένη θάλασσα ψάχνει τον Ήλιο
στα πολύ παλιά χρόνια ή στον Θεό
Εδώ ό,τι πετυχαίνουμε
δίνει μάχη με τη λήθη και τη ματαιοδοξία
Εκεί ό,τι πετυχαίνουν δοξάζεται και γράφει ιστορία
Εδώ ο Θεός συνηθέστερα αγάλλεται
Εκεί ο Θεός αγωνίζεται
να μην αποδειχτεί κατώτερος.

ΠΛΗΣΙΑΖΕΙ Η ΩΡΑ…

Πλησιάζει η ώρα
να εμπνευστούμε απ’ τους άθλους
Πλησιάζει η ώρα
να δικαιώσουμε τα μεγάλα λόγια
Πλησιάζει η ώρα να μελετήσουμε την ήττα
μέσα απ’ τη φιλοσοφία και τους στίχους των ποιητών
Πλησιάζει η ώρα να φυγαδεύσουμε
τα μαγκωμένα όνειρα από τον φεγγίτη
Πλησιάζει η ώρα
να βρούμε αυτά που μας έκλεψαν
και να τα επιστρέφουμε στις ζωές μας
Λίγη υπομονή ακόμα αδέρφια
Τα άλογα περιμένουν τους καβαλάρηδες
Σύννεφο το σύννεφο
συλλαβίζουμε την εκκίνηση
Με παράλληλα βήματα, φωνή τη φωνή
υπηρετούμε την κοινωνική Δικαιοσύνη
Δρόμο τον δρόμο ψελλίζουμε την προσμονή της ελευθερίας.

ΤΟ ΨΩΜΙ

Πάνω απ’ ίο ψωμί
υπάρχει η εικόνα ενός παγωμένου και λασπωμένου βράχου…
Πίσω απ’ το ψωμί στάζει ο ιδρώτας ακατάσχετα
και τα μάτια είναι ψημένα…
Τα πουλιά θα ταξιδέψουν πολύ γι’ αυτό το ψωμί
και θα κοπιάσουν
ενώ οι αγνοί άνθρωποι με την ολόθερμη καρδιά,
που δεν θα κάνουν ούτε ένα βήμα…
θα το δουν να έρχεται απ’ το βρώμικο κύμα
χωρίς ακόμα να γνωρίζουν την ονομασία προέλευσης…

ΕΧΩ ΚΑΤΑ ΝΟΥ ΜΟΥ…

Στον Άρη Αλεξάνδρου

Ίσως και να ‘ναι υπόθεση ατολμίας
που σου γνέψει με τσακισμένο χέρι
Ίσως και να ‘ναι άρνηση δικαιολογίας σου
που σου χτυπάει τον ώμο
Ίσως και να ‘ναι ταξίδι στο κενό
που κυνηγιέται απ’ τους λεπτοδείκτες
Ίσως και να ‘ναι λόγια αγάπης συνεσταλμένης
που τα χαρίτωσε ο πάλλευκος ουρανός,
αλλά χάσανε τον δρόμο
όπως και να ‘χει
θα υπερασπιστώ τα μάτια σου
που τρόμαξαν με τόσο φως
Έχω κατά νου μου τον πεσόντα.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΑΝΙΚΑΝΟΣ

Αυτός ο θάνατος δεν μετρά μόνο τους πεσόντες,
ούτε τις θυσίες σαν δαχτυλιές στο νερό,
σαν βλέμματα – κεντρί στον αόρατο δαίμονα,
σαν αρπακτικά τ’ ανέμου,
προσμετρά μόνο τους εναπομείναντες του Μάρτη,
σκώληκες που φώλιασαν κάτω από πέτρες στρογγυλές
ή προσωποποιημένα ηλιοτρόπια.
Αυτός ο θάνατος, ανίκανος, σαν την κλοπή της μνήμης,
σαν την εκτέλεση μιας ιδέας,
που χίλιες φορές θ’ αναστηθεί λυτρωμένη
γι’ αυτούς που θα εκτεθούν ξανά στα αόρατα πολυβόλα
και θα είναι χίλιοι απ’ όλες τις μεριές…

ΞΕΘΑΨΕ ΜΕ

Ξέθαψε με με τα ματωμένα σου δάχτυλα ζωντανέ ποιητή
-και συ αδελφέ στο πλάι του, που μέχρι τώρα μόνο τον βάπτιζες με επίθετα-
και αφού με σύρεις στην επιφάνεια,
ας έχω άλλη μια ευκαιρία ν’ ακολουθήσω την τελευταία εντολή
ενός άλλου ποιητή
και αφού ο σφυγμός της φρίκης είναι υπέρ το δέον καλός,
μ’ ελεύθερη θέληση να βγω το ρημαγμένο απόβραδο και να κάνω
τον θόλο τ’ ουρανού καμπάνα
και με την οργή μου ουρλιαχτό να τη χτυπήσω μια πένθιμα και μια χαρμόσυνα
μήπως και μ’ ακούσουν οι άλλοι.
Και αν όχι όλοι, φίλε Ποιητή,
τουλάχιστον αυτοί που ξεμύτισαν έστω και μια φορά απ’ τον χειμώνα
και λούστηκαν μια φορά της Άνοιξης το χρίσμα.
Αλλά τώρα
όσο δυνατά και να χτυπήσει η καμπάνα για να τους φράξουμε τ’ αυτιά,
μήπως και τους πέσουν τα μαχαίρια,
κρατάνε πάντα εφεδρικά στα μυαλά τους…

ΕΙΡΗΝΗ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Αυτό που ζούμε μοιάζει με πόλεμο
και όταν δεν μοιάζει
είναι και πάλι πόλεμος με στολή παραλλαγής,
πιο επικίνδυνος ακόμη.
Η ανακωχή βαστά τα γκέμια
της προσδοκώμενης συναδέλφωσης, της αλληλεγγύης,
ενώ η Ειρήνη τρέχει στα σύννεφα,
σαν ελεύθερος στίχος ανέμελος και ανέσπερος,
πάνω απ’ το συμβολισμό ενός ελεύθερου περιστεριού.
Όμως, θέλει μόχθο και υπομονή η ανακωχή.
Θέλει θυσίες η Ειρήνη,
θέλει δύναμη για να τη διαφυλάξεις,
θέλει «νεκρούς μυριάδες»
μέσα στις πλάκες της μνήμης να χτιστούν,
θέλει χιλιάδες ζωντανούς
ιπποτικά στο βάθρο της να υποκλιθούν.
Ο συμβολισμός και η πρώιμη δικαίωση όμως δεν φτάνουν.
Τα υπόλοιπα, μόνο «τω άγνώστω Θεω» μπορεί.
Η Ειρήνη ακόμα δεν φανερώθηκε, μόνο πολύ μακριά
φασματική χορεύει με την ελπίδα αγκαλιασμένη.

ΕΚΛΕΙΨΗ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Άνθρωποι που τους κρύβει το μίσος
και η κακία που συχνά περιφέρει η κοινωνία,
που τους παγιδεύει η μελαγχολία
Ζουν μαγκωμένοι παραπλεύρως
απ’ την περπατησιά του ήλιου,
σε γκρίζο τοπίο.
Αν τύχει και τους παρατηρήσουμε και αφουγκραστούμε
αυτό που μας ψιθυρίζουν,
αν τους υπερασπιστούμε,
τότε η κακία δειλιάζει, υποχωρεί
και κάτι πιο φωτεινό αρχίζει να χαράζει.
Η νέα πορεία δωρίζεται μόνιμα
απ’ την επιστροφή της έκπτωτης, αγαθής ελπίδας.
Η σωτηρία αναπόδραστα
στην αναζήτηση του συναισθήματος,
στη ζωτική συνάφεια, στο καταφύγιο της δημιουργίας
όπου ο ένας θρησκεύεται
και ο άλλος απλά πορεύεται με σκυμμένο κεφάλι.
Και τότε η έκλειψή τους φαντάζει παροδική.

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Έρχονται από μακριά, ζυγώνει η τυχαία συνάντηση,
στέκονται αντικριστά,
πλησιάζουν στο μισό μέτρο
και στρίβουν και οι δύο επί δεξιά!
Γνωρίζονται, ανυπερθέτως, απομακρύνονται,
χάνονται και συναντιώνται
ωσάν γνωστοί στο παρελθόν.
Πλησιάζουν σε παράλληλη τροχιά
στρίβουν ανάποδα, συγκρούονται,
αγγίζονται και δεν βλέπονται.
Αγγίζονται από τη σπασμωδική κίνηση του τυχαίου,
του λάθους
και απορούν που ακόμα δεν μπορούν να ιδωθούν.
Προσπερνούν και χάνονται.
Γνωρίστηκαν και δεν μίλησαν, μίλησαν και δεν γνωρίστηκαν.
Θα συναντηθούν ξανά στο μέλλον;

ΜΕΤΑΓΓΙΣΗ ΑΠΟ ΓΕΝΙΑ ΣΕ ΓΕΝΙΑ

Το μοναδικό ασφαλές πείραμα
η μετάγγιση του υποψήφιου ανέμελου παιδιού
στον ιστό του ερωτευμένου εφήβου.
Η μετάγγιση του ονειροφόρου εφήβου
στην παγωμένη καρδιά του ενήλικα.
Μονόδρομος
οι άυλες ανεμογέφυρες
της σύνδεσης των ηλικιών.
Μοναδικό υποστύλωμα
η εμπιστοσύνη στη μάνα Γη,
η σοφία των αγράμματων γερόντων,
η τραυματισμένη Αγάπη,
το παραμύθι της γιαγιάς στο νανούρισμα,
η Πίστη.
Μέχρι το παιδί πρότυπο,
το μικρό παιδί ή το παιδί που αρνείται να μεγαλώσει,
το παιδί που δεν το αγγίζει ο πανδαμάτωρ χρόνος,
το παιδί που δεν πέφτει εύκολα θύμα της σοβαροφάνειας,
Και όταν βίαια μπήκαν στη ζωή του,
οι χειριστές της ύπαρξής του,
εκείνο γέλασε και προσηλώθηκε
Στον ουρανό και στη γη
και στον κοινό ορίζοντά τους τον αστραφτερό.

ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΑΛΥΣΙΔΑ

Αδιάφορα βλέμματα κυκλοφόρησαν
Στέρφα η προσφορά τους,
σαν άστοχη δωρεά φαντάζει
από ανθρώπους αχάριστους
που μόνο το κέρδος έχουν στον νου τους.
Άλλοι άνθρωποι ήρθαν,
άδολα προσφέρθηκαν
έδωσαν σχήμα στην επαφή.
Είναι αυτοί που για το κέρδος της Ψυχής
θάβουν στην Περιφρόνηση
τη σκόνη της εποχής και τον περίγελο
και ξέρουν ν’ αγαπάνε.
Στο τέλος έμειναν μόνο οι Άνθρωποι, πιασμένοι χέρι-χέρι.

.

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ (2023)

ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

(ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ)

Τα ποιήματα, αυτής της συλλογής, είναι εμπνευσμένα από την ποίηση του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Η επιρροή του ήταν καταλυτική. Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα υπήρξε για μένα καταλύτης και οδηγός. Με καθοδήγησε σε δρόμους απελευθέρωσης. Μου ξύπνησε μνήμες και ξεκλείδωσε μέσα μου λόγο που ζητούσε λύτρωση στην πιο άμεση γλώσσα, την ποιητική, φέρνοντας τον στο φως και αφήνοντας τα στον ευνοϊκό άνεμο της καταλλαγής και του μοιράσματος. Έτσι, τελικά τα περισσότερα ποιήματα, χωρίς υπερβολή, σφραγίστηκαν απ’ τον τρόπο και το περιεχόμενο της γραφής του ή από τη φόρμα του. Και τα υπόλοιπα του οφείλουν είτε την αφετηρία τους, είτε τη βάση για να πατήσουν κάποιοι στίχοι μου.
Ως εκ τούτου, όλα τα ποιήματα αυτής της συλλογής είναι αφιερωμένα στον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα.
Διαβάζοντας τα ποιήματα του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα συνέβη ένας νοητικός συντονισμός σαν να εκπέμπαμε στην ίδια ή σε παραπλήσια συχνότητα. Προέκυψε αβίαστα μια μυστική χημεία μεταξύ μας, που άνοιξε έναν ποιητικό διάλογο και μια εσωτερική επικοινωνία που, ποίημα το ποίημα, έχτισε μια σχέση μαθητείας και θαυμασμού απ’ τη μεριά μου, μετατρέποντάς με σε δορυφόρο του. Αυτό το μυστήριο που συντελέστηκε όταν εμπνεύστηκα από τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε κάποιο βαθμό εξηγείται, αφού σχετίζεται με κάποιες κοινές αναφορές, γύρω απ’ τη σχέση μας και τη συνομιλία μας με τη φύση και τη Δημιουργία, αλλά και το πάθος του έρωτα ή την δραματικότητα του χωρισμού ή της ματαίωσής του.

…/…

Η ΑΥΡΑ

Αύρα, μυστηριώδη εκβολή που σε γνωρίζει ο ουρανός!
Αύρα μυροφόρα στου έρωτα το ξέσπασμα!
Αύρα εγκολπωμένη στο αχνιστό ψωμί
και απ’ το νοτισμένο χώμα βγαλμένη
πόσο απείθαρχα απλώνεσαι!
Αύρα που καθώς μιμείσαι τον αιθερικό κυμάτισμά της θάλασσας
κρούεις τ’ αφόρτιστα στήθη
και χαϊδεύεις ζεστά τα κρύα σώματα.
Της αγαθότητας είσαι περιεχόμενο
της αγνότητας στίγμα αειθαλές
αναγνωρίσιμο στου αγγέλου το φύσημα
και χάδι πρωτόπλαστο της αθωότητας,
που συνοδεύεις απαλά τη σμίξη των αισθήσεων!
Αγίασμα είσαι υπερφυσικό, που διαχέεται μες στον αέρα
κι ανακατεύεται με τους ήχους της φύσης
μες στα βουνά, πάνω στους κάμπους
μέσα στα άηχα σπίτια των ανυποψίαστων
ανάμεσα στις χαράδρες,
στα παρεκκλήσια των καημών
και μές στις εκκλησιές των δρόμων.
Και ανανεώνεσαι
σαν πέφτεις άτονα
μέσα στις μαλακές μου παλάμες
σείοντας της ψυχής μου τα ιδωμένα πελάγη.

ΚΑΤΑΡΡΑΚΤΕΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ

Καταρράκτες των ονείρων που βρέθηκαν
δίχως βάθρα, δίχως ορμή
και δίχως παράθυρο στο φως!
Στις άκρες του κήπου μου
πέτρες της θλίψης.

Και όπως όλα τα ωραία πράγματα
που στριμώχτηκαν και παραγκωνίστηκαν
περιφέρονται άτακτα
στο στενό διάστημα της παύσης.
Αιωρούνται απορημένα στις παρυφές
της καταργημένης ζωής.

ΔΙΠΤΥΧΟ ΟΝΕΙΡΟ

Το τολμηρό όνειρο γκρεμίστηκε προσωρινά
αφού το φθινόπωρο της καρδιάς έριξε όλα τα φύλλα της
αφού ο χειμώνας της ψυχής τα σάρωσε όλα.
Όμως το βλέμμα μένει καρφωμένο για πάντα
στη χρυσόσκονη του ονείρου
πάνω απ’ τον έρημο καυτό δρόμο.
Μένει καρφωμένο το βλέμμα για πάντα
– όπως καρφώνεται η τέχνη στους αιώνες –
όταν κυοφορώ την άνοιξη,
όταν εμπιστεύομαι το υστερόγραφό της
όταν τα υλικά είναι η στάχτη και τα δάκρυα
και όταν δεν εξαπατώ με πρόχειρα σχέδια τον εαυτό μου.
Το ομολογεί και το ένδοξο ποτάμι όταν διασχίζει
και προσπερνά τις πέτρες.

Καθώς όμως με τη βεβαιότητα δεν δενόμαστε ποτέ
Θεέ μου, επιβεβαίωσε τον αναφορικό και ανηφορικό ψίθυρο
αυτού του ποιήματος
μ’ ένα σου φύσημα την ώρα της προσευχής
πάνω απ’ τον έρημο καυτό δρόμο.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΩΝ ΠΟΤΑΜΩΝ

Οι ποταμοί της χώρας μου
αγκαλιασμένοι απ’ τους γκρεμούς
και τα φαράγγια
αγκαλιασμένοι από πυκνά δάση
προχωρούν ανάμεσα σε πλατάνια και λυγαριές
δίπλα σε βελανιδιές, άγρια πουρνάρια, ιτιές, καλάμια κα
προχωρούν τραγουδώντας τον σπάνιο αιώνιο ήχο

Ω Αγάπη κρυστάλλινη που περικυκλώνεις τα ποτάμια
και οριοθετείς το εράσμιο κάλλος!

Η ΩΡΑ ΤΗΣ ΡΟΗΣ

Η κυματοειδής της νύχτας σιωπή
μέσα στο ολόγραμμα του χάους
πάνω στο βέλος του απείρου
υπηρετεί τα μετρημένα λόγια.

Κι εγώ να δραπετεύσω απ’ τους
άμετρους κοφτερούς στίχους προσπαθώ
που με κόβουν σαν λεπίδα,
να ξεχυθώ και να γίνω
βρόχινο ρυάκι του δρόμου.

Πάντα το σκοτάδι βελονισμένο
απ’ το τραγούδι του γρύλου
να ανοίγει τον δρόμο στον επαναστατημένο δισταγμό μου.

Είναι μια νότα πολυπόθητη αυτή
γεμάτη πιθανότητες
και μια δεύτερη νιότη από σημαίες μαγευτικά κυκλωτικές
και από αύρα μυστηριώδη
πάνω στον ρευστό εαυτό μου.

ΓΛΥΚΙΑ ΠΙΚΡΑ

Όσο κι αν πενθώ για τα χλωρά φύλλα
που έριξε ο βάρβαρος άνεμος
δεν λιγοστεύει το πένθος τη χαρά μου
αφού τα ρόδινα τραγούδια
συνδιαλέγονται με τα πουλιά και το ποτάμι
αφού δεν θα μένουν ποτέ
ορφανά και ακατανόητα.

ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΚΡΑΥΓΗΣ

Η φαντασία μιας κραυγής
πάει από παρουσία σε παρουσία.
Η απουσία μιας κραυγής
πάει από κορυφογραμμή σε χαμηλή του λόφου κορυφή
και από χαμηλή κορυφή σε βαθύ πολυφορεμένο πηγάδι.

Πάνω από τους ξεχασμένους καλαμιώνες
και τη χρυσαφένια μέρα
πρόκειται να ξεπροβάλλει ένα μαύρο σημάδι.
Ζητείται μνήμη καθαρή.

Σαν τη νύξη μιας χορδής της κιθάρας
μια αναθαρρημένη κραυγή έκανε να κυματίσουνε
παρατημένες λευκές σημαίες.
Ζητείται στίγμα περισυλλογής κυκλικό και αειθαλές.

(Αχ, η μικρή πόλη δεν μετριέται με τα σβησμένα φανάρια της
αλλά με την υποχώρηση της φαντασίας μιας κραυγής
και τους ανθρώπους που προβάλλουν διακαώς το ύψος τους).

ΣΙΓΑΝΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Λεπτό άρωμα ευκαλύπτου και λουΐζας
αλλά η καρδιά κλειστή δίχως αντήχηση δεκτικότητας.
Αόριστος άνεμος επιθεωρεί στου σώματος τη γεωμετρία!
Καρδιά ηττημένη του νοτιά της αθωότητας και του ένοχου χρόνου.
Νευρικός σφυγμός
αποσυντονίζει την κυκλοφορία του φωτός.

Θέλω εγκάρδια να σας χαιρετήσω
απ’ τα υψίπεδα της απορίας
και τα κεντρικά του Ήλιου
και να σημαδέψω τη μικρή Άρκτο
Με την περήφανη αχτίδα που κηλιδώθηκε…

ΟΤΑΝ ΧΑΝΕΤΑΙ…

Όταν χάνεται η γη και το τοπίο μας
ποιος νικημένος άνθρωπος θα σηκώσει το βάρος;
Ποιος πονεμένος άνθρωπος
δεν θα μπορέσει να σηκώσει το χέρι του
και να δείξει τον ουρανό;
Ποιος Ήλιος
θα ευθυγραμμιστεί με το κέντρο μας;
Ποιος καθαρός ουρανός θα επιμείνει
για να μελετήσει το σχέδιο
που θα βγάλει το αδιέξοδο της σκιάς
απ’ τη σκοτεινή φωλιά του;

Μα αν συμβεί τίποτα να μην μείνει
και αν όλα πάνε στραβά
Επειδή κάθε πνεύμα είναι σε σύζευξη μ’ ένα άστρο
εγώ θα εμπιστευτώ το άστρο, λοιπόν
που υποβάλλει με λεπτότητα των κορυφογραμμών τις ανάσες.

Μην απορείτε και μη γελιέστε φίλοι μου
αυτή η ιστορία
ψίθυρος είναι γλυκός και όχι μουρμουρητό απεγνωσμένο…

ΜΙΚΡΗ ΧΑΡΑ

Αν μπορείς να δεις και να νιώσεις
τον εαυτό σου από τη βουνοκορυφή με το συμπαγές δάσος
τότε το βλέμμα σου αναβαπτίζεται
σαν το στάσιμο νερό
που έπεσε μέσα του ένα πέτρινο αστέρι.

Ημέρα που γιόρταζε το σούρουπο.
Ημέρα που υποκλίθηκες στη ζωή!

ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Εκείνος ο τόπος
χωρίς περιφράξεις και σύνορα
Εκείνος ο τόπος

Εκείνος ο θάμνος
χωρίς εμπόδια και ψαλίδια
Εκείνος ο θάμνος

Και αυτό το λουλουδάκι
που δεν σταματά να παίζει ανέμελο
Αυτό το λουλουδάκι.

ΤΟ ΑΝΤΙΠΑΛΟ ΔΕΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Η μοναξιά μου έρχεται και ξανάρχεται
δίχως να κουράζεται!
Η μοναξιά μου σαν σκιά βαριά αποφασισμένη
έρχεται ζωηρή και τερατώδης
απ’ τον κατηφορικό δρόμο.
Έχει τα μάτια ανοιχτά και
σπάνια χάνει τη ρότα.
Ταράζει τον ύπνο μου
και υπονομεύει το όνειρό μου
που υφαίνεται στο ήρεμο λιβάδι
καβάλα σ’ ένα άσπρο άλογο.
Κλειστά τα στήθη μου,
– συρρικνώνομαι –
όμως τα μάτια μου μεγάλα
κοιτάνε έναν σταυρό στον ορίζοντα
από παγωμένο αίμα και δάκρυα
και καθώς δίχως ρεύμα το σώμα μου
βυθίζεται σε ανοιχτά βιβλία από άγνωστους φίλους
αφήνεται σε ηλιοδρόμια
και διασώζεται.

ΠΕΡΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΔΙΧΑΣΜΟ

Εγώ σου έλεγα βράδυ
κι εσύ μου έλεγες στόμα της νύχτας
Εγώ σου έλεγα μέρα
κι εσύ μου έλεγες σύνορο του σκοταδιού.

Όμως το βράδυ κι η μέρα μου
ήταν κάτι διαφορετικό
ήταν ένα κυνηγητό με το φως.
Ήταν ένα αποκαλυπτήριο περίτεχνης ακινησίας!
Ήταν ένα κατεκτημένο φως που ψήλωνε όταν χαμήλωνα
κι έπαιζε κρυφά με τον άγγελο.

Τώρα καθώς στάζει μολύβι και χυμό λεμονιού πικρό
αυτό το ποίημα
το ξέρω
πως δεν είναι ούτε μάταιο ούτε ανώφελο
ν’ αναζητώ απαντήσεις
και το νέο φως που ερχόταν απ’ το συμφωνημένο μέλλον
έκανε επίδειξη ήρεμης υπεροχής
ντύνοντας κομψά τον τρεμάμενο ίσκιο μου
που με έσερνε απ’ τα υγρά μάτια.

ΜΕ ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ…

Με το βλέμμα της ψυχής χαμηλωμένο
και τη σκέψη να ίπταται σθεναρά
προχωρούσα μέσα από ανήλιαγα κεράσματα
χωρίς πλήρως να με γνωρίζω.
Συνέχιζα και προχωρούσα
προσθέτοντας ψηφίδες πόνου
στο μωσαϊκό της ύπαρξης.
Μέχρι που διασταυρώθηκα με την συμπόρευση
και τη διαλλακτική συνθήκη.
Εκεί είδα έναν κόσμο από κήπους ανοιχτούς
και ένα σημάδι από αστέρι τολμηρό!
Εκεί, το φως πλήρες!
Εκεί, πιο γρήγορη η απαλοιφή του πόνου.
Τραγουδισμένη πολυφωνικά εκεί η ζωή!
Εκεί, φωτίστηκε η στιγμή στη διάσταση του αιώνιου.

ΤΑ ΑΝΘΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα άνθη του αγιοκλήματος
δεν αναζητούν τις μεγάλες μέρες.
Σχεδόν ακίνητα στο κλαδί τους
αναζητούν κάτι άλλο, την κλήρωση.
Δεν αναζήτησαν το πολύ νερό
μήτε μνήμη αξιοθαύμαστη
μήτε χώμα πολύ αφράτο
αναζητούν κάτι άλλο, την πλήρωση.
Ακίνητα σχεδόν, στο κλαδί τους
αναζητούν ένα τεντωμένο χέρι για ν’ αναρριχηθούν
έναν Ήλιο να φωτίζει τον άνθρωπο
κι έναν άνθρωπο να μην αποτρέπει
το Φως.

Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Η καρδιά μου θα ‘χει τη μορφή ενός σπουργιτιού
αν κάθε μου ανάσα γίνει διακριτική αύρα εσπερινή
Η καρδιά μου θα ‘χει τη μορφή ενός αετού
αν κάθε μου ώμος σηκωθεί ως τη μέση της μέρας.

Όμως το πεπρωμένο είναι σκληρό
όταν δεν αρκείται μόνο στα πρωτοβρόχια
και είναι πλοίο δίχως καθαρά πανιά
που δεν ξεχνάει τη ρίζα του και τον προορισμό του
όταν αναζητά το νέο του λιμάνι.

Μα αν ο αέρας φυσάει κόντρα στο πλοίο
η καρδιά μου έχει το σχήμα του αετού.
Φύσα κόντρα αέρα, φύσα
για να συνεχίσω να επιπλέω
έως το σμήνος από απάτητες βουνοκορυφές.
Φύσα αέρα κόντρα, φύσα
για να συνεχίσω να επιπλέω
έως ένα τοπίο από ατσαλάκωτα χαμόγελα.

ΕΓΩ ΠΟΙΗΤΗΣ

Εγώ ποιητής χωρίς ανάσα χελιδονιού, χωρίς ρυθμό ελαφιού
αλλά ποιητής με χέρια φλογερά απέναντι στο πυκνό χιόνι.
Προσανατολισμένος στο πάντα
που το υπονομεύει η απουσία σας.
Εγώ ποιητής ξένος ανάμεσα στο πλήθος
που αλαλάζει και βρίζει με μανία
χωρίς διάδρομο να κυλήσει η απορία του.
Περιμένοντας τις μουσικές, τις ιαχές της χαράς
μ’ έναν ιερό σκοπό για να φανερωθεί η ουσία του
για να γίνει η απορία του φωτεινός κύκλος
και η πρόθεσή του, κύκνος λευκός.

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ

Το φεγγάρι είναι απόν, απόν!
Όμως επιστρέφει συνεπές
τις πένθιμες νύχτες
ή τις ηττημένες μέρες.
Όταν συναντηθήκαμε χαρωποί στην όφη του
όταν εκεί στον πυρήνα του με βρήκες καλή μου
Όταν τα φτερά μας, ανοίγουν δρόμους σπειροειδείς στον ουρανό
Όταν οι σκέψεις μας
φόρεσαν στεφάνια πρωτομαγιάτικα από μαργαρίτες και παπαρούνες
Όταν οι ψυχές μας γαλήνεψαν από καημούς
Όταν οι καρδιές μας τονώθηκαν
με κρυφούς παλμούς
και σε άγγιζα σαν ευωδιαστό τριαντάφυλλο.

Το φεγγάρι είναι απόν, απόν!
Όμως επιστρέφει συνεπές
τις πένθιμες νύχτες
ή τις ηττημένες μέρες.

ΗΤΑΝ ΓΚΡΙΖΕΣ ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΜΟΥ…

Ήταν γκρίζες οι μέρες μου πριν σε γνωρίσω
Έγιναν γκρίζες οι μέρες μου όταν χωρίσαμε.

Μένω με την απαλή θύμηση
από εκείνο το φωτεινό μεσοδιάστημα.
Όχι, δεν ήταν γέφυρα ανάμεσα στις γκρίζες μέρες
ούτε μόνο μια ευτυχής παρένθεση
Ούτε ήταν
μόνο μια διαχωριστική γραμμή έκλαμψης του νου
για το πριν και το μετά της γνωριμίας μας.

Ήταν μια συθέμελη δόνηση
που κλόνισε τα έγκατα της ψυχής μας!

Ήταν θαύμα,
που στερέωσε την αγάπη
στο ψηλότερο της Αμοιβαιότητας σκαλί!
Ήταν μια ανοιξιάτικη μέρα
που πεθύμησε την ευθύβολη ματιά του καλοκαιριού
με τους ανοιγόμενους δρόμους.

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ

Η μέρα σου, λευκό μάρμαρο της συνείδησης
κρατά επιδέξια στο χέρι της το καμπυλόγραμμο σύννεφο του ουρανού
κάνοντας ολόλευκο τον ουρανό
που ψάχνει το χρώμα του.
Η νύχτα σου, αγνό δοχείο της ενσυναίσθησης
κρατά στο χέρι της το σπασμένο και ξεθωριασμένο αστέρι.

Μακριά απ’ την πλάνη της ερωμένης νύχτας
που λειψά αντιφεγγίζει στην ποιητική τελετουργία
μέσα στο ερωτικό μεθύσι
νηφάλιοι οι απόκληροι και περιθωριακοί
κόβουν το πρόσωπο της μάγισσας
και ξορκίζουν τον δαίμονα της απουσίας
στον κεχριμπαρένιο ορίζοντα.

Μια επιθυμία βεβιασμένης ελευθερίας
και χρήσης ανυπόστατων μορφών
μας λιγοστεύει.
Μα, να ο άνθρωπος-ποιητής που μετράει με το πύρινο βλέμμα
δίνοντας υπόσταση στις λησμονημένες μορφές.
Μα, να ο ποιητής που σπάει το καλούπι!
Μα, να ο άνθρωπος-ποιητής
που ζει τον Έρωτα στην κόψη του ξυραφιού.

Η νεράιδα δεν είναι παρά μια πολύχρωμη ζωντανή φύση
και οι συλλέκτες των τραγουδιών αναβαπτίζονται.

Ο ερημίτης ποιητής στη μανία της θλίψης και της απόγνωσης
υψώνει τις προσευχές του χωρίς να κρύβει το φυλαχτό του.
Ένας καλοσυνάτος άνθρωπος είναι, με καρδιά ζεστή
άλλοτε ντύνει με μάλλινους στίχους τους ανθρώπους που κρυώνουν
απ’ τη μοναξιά και το περιθώριο
άλλοτε έρχεται σαν δροσερό αεράκι
– με τη φρεσκάδα απ’ την ομορφιά της φύσης –
συστήνοντας την εσωτερική ομορφιά του
για εκείνους που διψούν την κερδισμένη ζωή
για τους στερημένους την ομορφιά.

Στα πρώτα σκοτάδια που διακυβεύεται ο ποιητής
ο κόσμος
είναι φτιαγμένος από αβέβαια σχέδια
και νευρική απραξία.
Αλλά φροντίζοντας την κουρασμένη φαντασία
τ’ αστέρια ανακαλύπτουν τον σίγουρο δρόμο της τροχιάς τους.

Η ροή του χρόνου ισορροπεί, ημερεύει
τα πάθη ακεραιώνονται
για να βρουν οι στίχοι σου Φεδερίκο την αιωνιότητα της στιγμής.
Οι λέξεις σου φορτισμένες και ανήλιαγες
του οδυρμού στίγματα
τις κρύβεις όμως ταπεινά στης χαράς τον κόρφο.

Καλά κάνεις και σέρνεις τον πόνο του ξαφνικού παρελθόντος
έως το φωτεινό σύνορο όπου ανανεώνεται η μέρα.

Ω πόσο θαυμαστά και ωφέλιμα τα βαθιά σου νοήματα
που διατρέχουν την κρυφή και ανεξερεύνητη ζωή.
Αγαπάς το διαχρονικό πνεύμα
όπου η περιδίνηση του καιρού δεν μπορεί να το λερώσει.

Ορίζεις τον αληθινό ποιητή, όταν αναλαμβάνεις την ευθύνη
των ανθρώπων που σε ενέπνευσαν
και χαρακιές παράξενες σου άφησαν.
Ω, πώς φτιάχνεις με ευαισθησία και λεπτότητα
τα φτερά για το κατάκοιτο χαμόγελο!
Αγνό λουλούδι της ερημιάς
Πάντοτε η ερημιά…
Πάντοτε με εχθρούς το αγνό λουλούδι!
Σιγοτραγουδώ μαζί με όλους τους ποιητές
το χρυσό αόρατο νήμα που μας ενώνει
για να ακροβατήσει η τέχνη μας.
Η τέχνη που τόσα πολλά προσφέρει,
που είναι δέσμια των ανεξερεύνητων
που τόσα πολλά υπόσχεται στο ανθρώπινο δίπολο φως-σκοτάδι.
Μα πριν απ’ όλα σιγοτραγουδώ το κοινό όραμα
για έναν ομορφότερο κόσμο,
έναν κόσμο που να μπορούν να τον κατανοήσουν όλοι
και μια ζωή που να μπορούν να την αισθανθούν όλοι.
Ω! Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
αθάνατο αηδόνι της σαγηνευτικής Ανδαλουσίας,
όταν ολοκλήρωσες τα έργα σου
σκαρφάλωσες στο τελευταίο σκαλοπάτι του ναού της θεάς Αθηνάς.
Ω! Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα
με την πολυδαίδαλή σου έκφραση!
Περισσότερο απ’ τη ματωμένη σου πένα
και το χλωμό σου πρόσωπο της οδύνης
θέλω να υμνήσω και να παινέψω, τη δίψα σου
για το προφανές της ομορφιάς και το δύσβατο της
για το εύρος της κατανόησής σου
για την μακροβιότητα του πάθους.
Θέλω να υμνήσω και να παινέψω
τη δίψα σου για την έκσταση της αήττητης ζωής.

ΡΟΕΣ ΨΥΧΗΣ (2022)

ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΜΕΤΟΥΣΙΩΣΗΣ

Σκόνη του σώματός μου
Ρωγμή της καρδιάς μου
Αναλαμπή του στενού πνεύματός μου που ζυγίζει
που κυνηγιέται απ’ τις έννοιες, που αυξάνει τον κόσμο.
Ανάσα της ψυχής μου
που ψιθυρίζει, που αναμένει, που χαϊδεύει το φως.

Και έγινα σύθαμπο πρόσωπο που λαχταρά
Και έγινα φύλακας στα αστάθμητα σωθικά μου
Και έγινα φύλλο χλωρό της σκέψης μου

Και μια στιγμή ανήμπορη
Ένα κεφαλαίο λάμδα με τον ιερό συμβολισμό του
ανάμεσα σε κατάκοιτα, κατάστικτα φωνήεντα.

ΠΑΛΕΥΩ

Hommage to Τ. Λειβαδίτης

Παλεύω για να μην ξεγελαστώ απ’ τα σημεία των καιρών
Παλεύω για ένα γεφύρι και μια όχθη
που δεν παζαρεύονται απ’ την αναλγησία.
Παλεύω για έναν πιο καθαρό ουρανό
Παλεύω για να ξεχρεώσω ένα όνειρο
που δεν βολεύεται στην αφετηρία της πίστης.
Παλεύω για να ευτυχήσει το όραμα
μετά τη ματαίωση της υποχώρησής του.
Παλεύω για να μπορώ να κοιτάξω κατάματα αύριο τα παιδιά μας
όταν θα μας ρωτήσουν αν κάναμε το καθήκον μας.
Παλεύω
πριν να ’ναι αργά
για να ποτιστεί και να φωτοσυνθέσει το λουλούδι ανάμεσα στα λιθάρια.
Παλεύω για να μην μου σκοτώσουν την Αγάπη και
για να μην μου κλέψουν τα αρπακτικά την Ειρήνη
που ταλανίζεται μέσ’ στην εμπόλεμη ζώνη.
Παλεύω μέχρι να σας συναντήσω έξω απ’ τη συγκυρία
και το περιθώριο της χαράς
για να παλεύουμε μαζί
τις αστραπές και τις βροντές των που χρονίζουν
και μας βασανίζουν.
Παλεύω για όλα αυτά που είναι επιτακτικά και ιερά
για όσα προσδίδουν νόημα και χρόνια μεστωμένα, πονετικά
στη φωνασκούσα ψυχή μου και στη νεανίζουσα ζωή μου
που σκιρτά μέσ’ στα απλά χαμόγελά σας.

ΕΧΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΜΙΑΝ ΑΧΑΝΗ ΟΠΗ…

Έχω μέσα μου μιαν αχανή οπή απ’ όπου ξεχύνονται
– ενίοτε ανέμελα, συνηθέστερα απρόσκλητα –
το κοράλλι, ο αστρίτης, ο κούκος, ο στήμονας, η βάγια, τ’ αηδόνι,
το κοράκι, το δελφίνι, η νυχτερίδα,
των φύλλων όλες οι αποχρώσεις
όλα τα βρώσιμα και δηλητηριώδη
όλες του κόσμου οι μορφές, τα επιστητά όντα
Όλες οι άπειρες ουσίες που απαρτίζουν της ύπαρξης την αυτογνωσία.

Έχω μέσα μου μιαν αχανή οπή απ’ όπου ξεχύνονται
ό,τι γνώρισα και ό,τι ακόμα αγνοώ
πιστός ακόλουθος της ωραιότητας και της άσβεστης λάμψης τους
που θα τα κυοφορώ μέχρι εξαντλήσεως της διάθεσης,
της σαγήνης και της νεανικής υπόσχεσης.

Για να μετρήσω πιο σωστά την απόσταση
ανάμεσα ψυχή και σώμα
ανάμεσα Άνθρωπο και Θεό.

ΨΥΧΗ ΜΟΥ…

Ανηφορίζω και σύρω πίσω μου
Δρόμους παλιούς και σκονισμένους
γυρισμό έχουν και ακόμα λυτρωμό γυρεύουν.

Ψυχή μου, ψυχή μου της αγρύπνιας.

Ανηφορίζω
και οι ουρανοί μιλούν τη γλώσσα των πουλιών
κι εγώ, τη γλώσσα της οδύνης.
Η Αγάπη αρκείται σ’ ένα δάκρυ…
και η ψυχή φωλιάζει γαλήνια
στον κύκλο της Αγάπης

Ψυχή μου, ψυχή μου της αγρύπνιας γαληνεμένη.

Ψυχή μου, μην αναστενάξεις ξανά
και ας είσαι από άλλο,
ξένο τόπο πλανεμένη.

ΒΑΘΙΑ ΠΛΗΓΗ

Βαθιά ψυχή, βαθιά πληγή
που στην ψυχή κηλίδα.
Βαθιά πληγή, παλιά πληγή
που την ψυχή λερώνει,
που την ψυχή υπόγεια
με πάθος γυροφέρνει.

Αγνάντεψε ψυχή μου,
σημάδι ποιό;

Ποιό βότανο θα με γιατρέψει;
Ποιά κορυφογραμμή να κόψω;
Ποιά πρόσωπα αγαπημένα να ρωτήσω
Όταν τα ξεχασμένα μάτια
θα ’ρθουν να μου μιλήσουν;
Από ποιό αστέρι – που το χρόνο θα γλυκαίνει και δεν μεγαλοπιάνεται –
να πιαστώ;
Αν θα ’μαι αστόλιστος
στης ψυχής τη γιορτή;

ΘΥΜΑΣΑΙ;

Θυμάσαι εκείνο το σπίτι
μέσα στο δάσος με τα τρεχούμενα νερά;
Το είχαμε ζωγραφίσει, θυμάσαι;
Για κάθε κόκκο άμμου που έβγαζες απ’ τα θεμέλιά του
πρόσθετα ένα πετραδάκι.

Θα το ζήσουμε χωριστά μαζί!
Η φαντασία καραδοκεί
Της άνοιξε την πόρτα
η κλεψύδρα με τα νέα ορόσημα
και τα πεσμένα φύλλα της ψυχής.

ΑΝΑΤΑΞΗ

Είχε η αυλή μας σκεπαστεί απ’ την ακαταστασία του καιρού.
Είχε το μπαλκόνι μας στενέψει κι άλλο
δίπλα σπαρταρούσε το σκότος και τιτίβιζε ένα αμάν.

Οι ψυχές ανήσυχες παρακολουθούσαν
εντός τους
την αναρρόφηση του λόγου
φωλιασμένη
ενός λόγου μονοκόμματου,
μονόχνωτου.

Πέρασαν δέκα βράδια
για να βρει φωνή ο λόγος αυτός
με την αντίθετη ροπή!
Πέρασαν δέκα μέρες
για να γίνει η φωνή φωνές
που φώτισαν το σπίτι.

Με τόσο φως άνθρωπος δεν εθεάθη
μόνο κάτι παραμελημένες εικόνες αγίων
και ένα ξεχασμένο Ευαγγέλιο
ξεχώρισαν στο προσκήνιο.

Απόψε το βράδυ το σοφό μια δέηση
απ’ το τίναγμα της σκέψης
έως το κλείσιμο των βλεφάρων
μαζί με ’κείνες τις καρποφόρες φωνές
έμελλε ν’ ανατάξουν ετούτο το σπιτικό.

ΤΖΙΤΖΙΚΙΑ

Επαναστάτησαν πίσω απ’ το βασίλειο των κελαηδισμάτων.
Την μονοτονία της ύπαρξης διακηρύσσοντας
σαν θερινοί ηχητικοί καταρράκτες.
Πώς να τα ψέξει κανείς
όταν στέκονται οκνηρά
ανάμεσα στα δάκρυα των πεύκων,
ανάμεσα στις ρυτίδες των ελαιόδεντρων
για το κακό παράδειγμά τους,
αφού του Θεού πλάσματα και αυτά.
Πώς να μην τα υμνήσει κανείς
όταν αφήνουν το κουφάρι τους
για την διαφάνεια των φτερών μας,
όταν ηχοβολούν και ρέει η μελωδία
κάτω από το δέρμα μας,
για να συλλάβουμε μιας ανέμελης στιγμής
το άχρωμο κύλισμα.
Για να ξυπνούν την αδιάφορη ψυχή μας
όταν ευθυγραμμίζεται με τον καυτό ήλιο
το αίολο βλέμμα της
χάρις σ’ αυτό
το μουσικό απαράμιλλο ισομέτρημα!

ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ ΜΕ ΤΗ ΜΝΗΜΗ

Νιώθω την θλίψη ανελέητη, αδιαπέραστη να με βασανίζει.
Είναι της έλλειψης… και της έλλειψης τροφή.
Είναι της απώλειας… και της απώλειας το στερέωμα.
Όμως
Στο άδειο κι έρημο τούτο δειλινό
η μνήμη αρνείται να χωρέσει πένθιμη θύμηση!
Γιατί εσύ Γυναίκα στο πέρασμά σου
άφησες τον Ήλιο σου για πάντα,
στο δρόμο που την περιζήτητη ζωή ονειρεύεται η ψυχή μου.

Η ΓΑΛΗΝΗ ΤΩΝ ΧΡΩΜΑΤΩΝ

Όλοι οι ζωγράφοι αποδίδουν τη των χρωμάτων γαλήνη
Οι ποιητές θαμπώνονται απ’ τη γαλήνη τους
βρίσκουν τη γαλήνη της θάλασσας αλλιώς να τους απευθύνεται
τον γαλήνιο ουρανό αλλιώς να τους χαμογελά
τον γαλήνιο ορίζοντα αλλιώς να τους τραβά
και το τρέμισμα της ψυχής τους
να τους ζητά και άλλα γαλήνια χρώματα.

Η ΨΥΧΗ ΤΩΝ ΕΝΘΕΩΝ ΠΟΛΕΜΙΣΤΩΝ

Ψυχή συντριμμένη εμείς,
Ο Θεός εκεί βοηθός
Σκιά θανάτου, ασφυκτική
οξυγόνο Αυτός
αόρατος ως…
Καρδιά, στεφανωμένη ελπίδα
με φόβο την κρατάμε στη θέση της!
Ο Θεός μου πίσω, τριγύρω,
κάπου ασάλευτος, ενεργούμενος…
Καρδιά πληγωμένη, ταπεινωμένη εμείς,
Ο Θεός μου στον ουρανό
Αεί Σκέπων τοις θλιβομένοις
άσκιαστο γράφημα της πρώιμης πίστης.
Ψυχή ανελέητη εμείς,
Ο Θεός ελεήμων παιδαγωγεί.
Μέσα σε πλημμυρίδα ουράνιας φωτιάς,
ετερόφωτη αίσθηση…
άλλη αίσθηση διακόσμια…
Φωτίζει άνθρωπο να προστάξει: «αντρειωμένη η καρδιά, αδέλφια».
Θεός ευλογά: «ν’ αγιάσει ο μόχθος των πολεμιστών».
Πολεμιστής αναμένει να γκρεμιστούν οι ψυχές – φυλακές,
Για ν’ ανέβουμε εμείς στα υψίπεδα του φωτός
της Αλήθειας και της Δικαιοσύνης
Για να χαμογελάσουν οι σκυθρωποί.
Και ο μόχθος να βρει τόπο να σπαρθεί.
Α! να αγαλλιάσουν οι μακαριστές ψυχές
των πενθούντων και των ελεημόνων!
Και όλα να ταιριάζουν με την Αγάπη
το πρώτο και το ύστατο «δει δη».
Και η ψυχή των πολεμιστών να ελευθερώνεται
λυτρωμένη,
αγιασμένη…

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

Αν σπάνια πια είμαι γελαστός, σπανίως χορεύω και παραδόξως είμαι λιγομίλητος
είναι γιατί δεν μπορώ να φτερουγίσω σαν τον αγέρα και τον αετό όπως παλιά
είναι γιατί το άδικο πλεονεκτεί υπό σκιάν
και με το άδικο η ψυχή μου δεν βαστά.
Είναι γιατί τα όνειρά μου είναι σημαδεμένα από σπιλωμένο χέρι.
Είναι γιατί ο περισσότερος κόσμος
έχει πάρει λάθος δρόμο, έχει χάσει το κέντρο του
δεν αλλάζει πεισματικά
και δεν ακούει τις καμπάνες κανενός ποιητή.
Είναι γιατί η αγωνία όλο κερδίζει έδαφος στην κούρσα της ζωής
και το κορμί χάνει πόντους από σύννεφο σε σύννεφο…
Όμως όλα θα μπορούσαν ν’ αλλάξουν
αν ακολουθήσω ένα πολύχρωμο πουλί που ζει για να κελαηδά
να σείει τον αέρα για μια τρελή ιδέα
και αν ακούσω ευλαβικά το θείο θέλημα
την ώρα που λιώνει ο θυμός
για μια παραχάραξη ενός μουχλιασμένου άγραφου νόμου.

Η ΑΛΛΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Όχι, δεν είναι αυτός ο ήλιος, που οι αχτίδες του
δίνουν σπίθες πάνω στα κιτρινισμένα μάρμαρα
δεν είναι αυτός ο ήλιος που τονίζει τις αιχμές της ακίνητης πέτρας,
που αντιφεγγίζει στα παρεξηγημένα βουνά
Όχι, δεν είναι αυτός ο ήλιος, που κάνει χρυσή τη θολή γραμμή του ορίζοντα
και λευκή την ουδέτερη μορφή του ουρανού.

Είναι μια θάλασσα κατοικημένη στη ψυχή
– σε δίκαιη απονομή –
από χιόνι που συνήθισε να πέφτει,
από κατήφεια που επανασυστήνει το μαύρο
μετά τον θρίαμβό του,
από βροχή στεναγμών
μέσ’ στο παλιρροιακό κύμα του χρόνου,
από βοριά που ξεχνάει το εφήμερο
από παγόβουνο αιώνιο, που το σέβεται ο θάνατος.
Είναι μια θάλασσα κατοικημένη στη ψυχή
– σε δίκαιη απονομή –
και δεν είναι ένα δρώμενο δράματος
καμουφλαρισμένο σε παρωδία.

Είναι μια θάλασσα
κατοικημένη στη ψυχή ενός νου
που πηγαινοέρχεται ιδρωμένος ο Ιησούς.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΟΥΝ ΣΤΟ ΑΙΩΝΙΟ (2021)

ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗ

Μια λέξη μου, η εναγώνια και η ψύχραιμη,
η αναθαρρημένη και η ολιγόθυμη
κάθε φορά αντικρυστά
σε μια μόνο στιγμή
χωρίς αποκλεισμούς δεδομένων και ενδεχόμενων.
Ν’ αντηχεί ζυγισμένη.

Για χάρη του Λόγου

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΤΗΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

Hommage to Οδυσσέα Ελύτη

Για την ακρίβεια μιας στιγμής
απ’ τη λαλιά ενός ξαφνικού τζιτζικιού δανείστηκα μια φράση
και την πότισα με τον ιδρώτα ενός περαστικού μυρμηγκιού.
Στην ραχοκοκκαλιά ποιήματος σκαρφάλωσα
και σκάλισα νέο στίχο ανάγλυφο.
Για να γλιστρήσω καλότυχος
ως τις εκβολές της στιγμής
βιώνοντας το πανόραμά της στον Ύμνο της Ομορφιάς.
Κάθαρση.

ΣΤΙΓΜΗ ΠΟΥ ΕΚΒΑΛΛΕΙ ΣΤΟ ΑΙΩΝΙΟ

Αχ πόσο ακριβό το τίμημα να στύβεσαι σαν το σταφύλι μες στον κυκεώνα
χίλιες φορές αδύναμος αλλά να μην παραδίδεις την πίστη σου,
για την μια στιγμή που μπορεί να σώσεις για να εκβάλλει στο αιώνιο!
Να σβήνεις χίλιες φορές αποκαμωμένος, προσπαθώντας να εξηγήσεις το πώς και το γιατί
υπερλόγως μα και ολωσδιόλου λογικά.
Να στέκεσαι όρθιος, εκτός των τειχών
και χίλιες φορές ν’ αναφωνείς κεκλιμένος, «ω Παναγία μου!»,
προσκυνώντας την με φωνή ακέραιη.
Με κουρασμένα τα στήθη της πολυφορεμένης ελπίδας
μα με άοκνα της αγάπης τ’ ανοιχτά χέρια
μέχρι να επιβιώσει το επέκεινα
δοσμένο μονάχα για της ψυχής τις εκλογές
και για την ανάπαυσή του στο κενό σου!
Γιατί, τι να περιορίσει την εκβολή μιας στιγμής
όταν δεν σκιάζεται το διάστημα της ζωής της
όταν άφαντο το τέλος του ορισμού της
και αόριστο το στίγμα του τέλους της.

Ω τι λυπηρό, που ήταν νήπιο η επιθυμία μου.
Ω τι χαρά, που, μη ματαίως αναμένων, η πολυπόθητη στιγμή ήρθε ωραία
μέσα σε άπνοια νυχτερινή του ανοιξιάτικου φθινοπώρου

ΑΔΗΛΗ ΖΩΗ, ΑΝΤΙΖΗΛΗ

Ζωή με χάρη και σαγήνη μες στο μετέωρο βήμα μας να στροβιλίζεται.
Μ’ ένταση πάνω στο αδύναμο σώμα μας
ελπιδοφόρα να ταλαντεύεται.
Στη νοθευμένη στάση μας να σκιρτά πάμφωτη και να μας απαλλάσσει.
Στο χάος της εκστατικά να σπαρταρά και να μας παρασύρει.

Ω ζωή! Σμιλεύεις σχήματα της φωτιάς και μορφές της Χάρης!
Ζωή με σπειρωειδή ρυθμό να συρρικνώνεται και μέσα στην αρμονία να εκτινάσσεται
συνταξιδεύοντάς μας στα περίχωρα της ευτυχίας.
Και εκεί στ’ ανυποψίαστα, κρυφίως,
Το θέατρο της άδηλης ζωής και ο βούρκος μιας αντίζηλης
με δήλωση ειρωνική
στην μετέωρη σιωπή μας
φιλήδονα τη δική μας ζωή στο βάθος της να καρτερεί υπονομευτικά
να την πικράνει, να την φυράνει, να την φυτέψει στην παύση.
Σιγή διαρκείας μετά… και αέρας υπηρέτης…

ΚΟΚΚΙΝΑ ΜΑΛΛΙΑ

Στη Susana

Κόσμημα του κορμιού από χυτό ρουμπίνι
Επιφώνημα ανεμίζον στον λόγο
γαληνεμένο σ’ ένα κροσσό λάμψης
γύρω απ’ την ωραιότητα του προσώπου
που χαίρεται η αέρινη πνοή της ψυχής μου!

Το κοραλλένιο χρώμα τους αξιοπρόσεκτο αναδεύει πιο ζωηρό
κάνοντας ολοπόρφυρη τη γραμμή του ορίζοντα
χάρη στη γενναιοδωρία του Ηλίου και στο καλόπιασμα της θάλασσας.
Χνάρι κόκκινης γυαλιστερής φορεσιάς,
που γλίστρησε κρυφά στο στέρνο μου!
Ευτυχισμένη η μιλιά που τα ομολογεί.
Που σείεται τρεμάμενη υπεραμυνώμενη όλα αυτά.
Ευφρόσυνη η καρδιά που θυμάται και χτυπά
και με την καλοσύνη του χρόνου μιαν ανάσα κοντά μια ανάσα μακριά!
Αίσθηση μυστηριακή, ακροθιγώς μεταφυσική!
Και καθώς ο χρόνος στέγνωσε στα κόκκινα μαλλιά
αυτή η γλυκιά ανάμνηση αρμύρα χρυσή
και ατόφια ρόδινη στης μνήμης το ευγενές λαμπύρισμα.
Για την κοπέλα με το κόκκινο κοράλλι στα μαλλιά
που συμπληρώνει ιδανικά το κοριτσίστικο πρόσωπο
και έχει το στόμα για ν’ ανασαίνει με πέταλα
και να μιλά με λουλούδια!
Αχ κοπέλα-σύμβολο με τα κόκκινα μαλλιά
με τους κόκκινους πόθους για ένα καλύτερο κόσμο.
Αχ έρωτά μου με το κόκκινο στέμμα!

ΣΤΙΓΜΙΑΙΑ ΔΕΣΠΟΤΙΚΗ

Στην Αλεξάνδρα

Με τ’ ακροδάχτυλα καθρεφτισμένα, τρυφερά εφαπτόμενα.
Πόθο με πόθο.
Διστακτικἀ, μα κάτι από έρωτα.
Φιλί χωρίς ανάσα μες στο πρόταγμα της σιωπής,
στη διάσειση του αμοιβαίως γονιμοποιημένου!
Μέχρι η αμοιβαιότητα να δωθεί στιγμιαία δεσποτική (τάξη αστρική).
Κι εγώ μαγεμένος
απ’ το παραδωμένο εκστατικό της πρόσωπο.
Ω συ, τέχνη της ύπαρξης!
Και είδα μετά χωρίς να πλανευτώ τον κόσμο μας τον ομοούσιο, μικρογραφία φύσης
κρίκους λησμονημένους και αδρανείς να πλευρίζει
και αδίστακτα απ’ τον γκρεμό του Ακατανόητου
στην Έκσταση και τον πυρετό να τους φέρνει.

Τώρα αλυσίδα η υποψία.
Και ολοένα οι τριγμοί μας γυροφέρνουν.

ΠΕΝΤΕ ΠΡΟΣΩΠΑ

Κάθε απόστροφό σου βλέμμα και μια απόπειρα σκηνοθεσίας.
Κάθε αιχμηρή έκφραση στο στόμα μια σαΐτα πρόκλησης.
Κάθε διάχυτη σύσπαση στα βλέφαρα ένα αινιγματικό παρεπόμενο.
Κάθε τεθλασμένο βλέμμα σου, ένα ορόσημο υποβολής και γοητείας.
Κάθε σου λέξη φλεγόμενη και μια αφορμή
για να πυρπολήσει εκείνη την απογυμνωμένη από τη δράση στιγμή
που έψαχνε την ευκαιρία για συνενοχή και αφετηρία.
Και μετά συνεπαρμένος, απ’ τα πέντε πρόσωπά σου,
μέσ’ στην παραζάλη να βιώνω εκείνα τα παλμικά ρεύματα των ματιών σου
που μου φανέρωσαν
την πηγή της τρεχούμενης ιερότητας.

ΑΠΟ ΤΗ ΝΕΑΝΙΚΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Απ’ της νεανικής επιθυμίας το άστρο αφιχθείς
και με κανένα άλλο μέλημα
πλην το της πυρφόρου επιθυμίας
θυμάμαι εκείνη που με ταξίδεψε με προορισμό τα Ένδον
μέχρι τα Υψηλότερα Στρώματα της Ψυχής.
Μέχρι να περάσω από την μακρόβια επιθυμία
Στον αστερισμό της μεταξένιας Αιωνιότητας.

ΠΟΡΦΥΡΟΣ ΟΡΙΖΟΝΤΑΣ

Χρώματα έγκλειστα στο αποθηκευμένο μας μεσοχείμωνο
αναμένοντας τα επόμενα βήματα για να συγκλίνουν οι μορφές!
Σχοινοβατούν προς – της ουράνιας έκτασης – τον κοινό τόπο.
Από κεί που πηγάζει (από καταβολής) η αγάπη και σε τροχιά δοκιμασίας σε θέτει
ή σε βγάζει, χωρίς διάμεσο σταθμό, στα μεθεόρτια.

Καθρέφτης που λάμπει αληθώς η στιγμή, για δυο ψυχές γεμάτες απορία!

Κι εγώ δεν είχα κάτι καλύτερο να προσφέρω παρά τάμα
Το σχέδιό μου εμπρός στο εικονοστάσιο τ’ ουρανού σου
να φτιάξω ένα αστέρι
παίρνοντας το κράμα από το χρώμα της φωτιάς
και ένα στίχο ποιητικό αγέρωχα να φεγγοβολά,
να έχουμε για εφεδρεία τις αλησμόνητες στιγμές
όταν θα πολεμάμε για πρώτη φορά με τον ουρανό άναστρο,
με το εξωτικό του επώνυμου (από κληρονομιά) ψεύδους
και το απρόσωπο της έλλειψης.
Και μετά να κάνω μια ευχή ταπεινά εμπρός στην εκβολή της ματιάς σου,
ιαματικά να ευλογεί.

Τώρα όλα για την αποκάλυψη της εκστατικής στιγμής απόκρυφα συνομιλούν.
Όλα για τον έρωτα ανασαίνουν και φτερουγίζουν.
Για να πάρει σειρά και ο πορφυρός ορίζοντας να ομολογήσει
πως κάποτε σε μια αιώνια αλήθεια όλα θα κατασταλάξουν.

ΕΞΑΡΓΥΡΩΣΗ

Σαν να μην μας χόρτασε ο έρωτας και μας κάλεσε πάλι σε μεταστροφή!
Για να βρεθώ αντικρυστά σε είδωλο ευτυχισμένης μέρας
Να αφουγκραστώ τον ύπνο σου!

Κι έτρεξε το μυαλό να σ’ αποτυπώσει φωτισμένη με τον ήχο της σιγής
Με την καθαρότητα της μορφής σου
Να αιχμαλωτίσω την γαλήνη και την αγνότητα
γύρω απ’ το παραδομένο κορμί σου, το αγγελικό.
Να σ’ αγκαλιάζω με τ’ αναθαρρημένα χέρια μου.
Να σε ομολογώ ως κοινωνός του αδιόρατου οίστρου σου
με το ξάγρυπνο βλέμμα μιας ψυχής που καραδοκούσε
Να υποκύψω ανύποπτα στη λαγνεία.

Αίσθηση παρθενική, εξωπραγματική και μυστηριακή,
για ν’ αφεθώ, να περιπλανηθώ μέσα στο αίνιγμά σου
και να ταξιδέψω ναυαγός αψηφώντας, μέχρι τις ακρώρειες του προσώπου σου.

Αίσθηση κρυστάλλινη, καθαγιασμένη δεν θα θρηνήσω αν δεν έρθεις ξανά.

Θα σε εξαργυρώνει κάποια μνήμη μου!

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΤΟΣΟ ΗΛΙΟ ΚΑΙ ΤΟΣΕΣ ΑΠΟΥΣΙΕΣ

Βρέθηκα στην άκρια του ορίζοντα να μετρώ τις απουσίες.
Ν’ αναζητώ τα εύρετρα ενός ευτυχισμένου κήπου
που έσμιγαν στον αφρό της σκέψης μου
με το άλγος της απώλειας και της αφιλίας.
Βρέθηκα ως δέντρο στυλωμένο απόμερο που έπεσαν με τον καιρό τα φύλλα του.
Και βρέθηκες γυναίκα εσύ, ως δέντρο στιβαρό ακέφαλο,
όπου χυμοί του δύσκολα ανέβαιναν,
πίσω απ’ των ειδώλων σου τον καθρέφτη, την αλήθεια σου να ιχνεύεις
μαχόμενη για περισσότερο χώρο στην λεπτή φαντασία σου
και δρέποντας κάθε ευκαιρία για απλοποίηση…
Και ήταν εκεί ο χρόνος περισσός,
μα έμοιαζε άδειος από χρόνια, μήνες, εβδομάδες,
γεμάτος μόνο από μέρες ανυποχώρητες και λεπτά δυσκίνητα
που εξισώθηκαν με έναν καιρό αβάσταχτο!
Και ήρθαν κάποτε του κήπου αυτού τα εύρετρα, χρυσά
ανέγγιχτα απ’ την σκουριά
γιατί τα βρήκαμε πέρα απ’ τον ορίζοντα της μνήμης.
Εκεί όπου δροσιά, δάκρυα και ιδρώτας σταθμίζονται με την αφορμή και το ερέθισμα..
Εκεί που της ομορφιάς του τα θέλγητρα ποικίλα και σωτήρια,
που σαν εγερθούν ποτέ δεν χάνονται..
Ήρθαν όταν χτύπησα την φλέβα του απόβραδου
ορθωμένος απ’ το ρίγος της δροσιάς, των δακρύων και του ιδρώτα
εμπρός στον άσπονδο χρόνο
για να γευτώ λίγη απ’ την καλοσύνη και την εντιμότητα που μου φύλαγε
καθώς τώρα ανέτειλε ως νέος και φτερωτός.
Και τότε ανανοήθηκα την μοναχικότητά του, την μοναξιά της
και την επιστροφή της στιγμιαίας ευτυχίας
– χωρίς να ξεπληρώνει πρότερες δυστυχίες –
όταν μια αιωνιότητα χώρεσε σ’ ένα λεπτό
και μας συνάντησε απλά
αγκαλιά μ’ ένα φιλί, λίγο πριν το τρίτο της νιότης συμπέρασμα!

ΚΡΑΥΓΗ ΚΑΙ ΣΙΩΠΗ

Σπαρακτική κραυγή
Για μια στιγμή
Εκκωφαντική σιωπή
Για μια στιγμή
Κι έγινες εκτός από μάρτυρας των Στιγμών
ανάδοχος του σπαραγμού και της σιγής.
Μια συνθηκολόγηση με το αλύπητο κυνηγητό τους, ζητούσαν οι στιγμές
και μέτρησες ξανά τον όγκο του κενού, του ουρανού το βάρος
και των ηλιαχτίδων το αβέβαιο μήκος.
Μια ελάχιστη άφωνη προσθήκη από μια λέξη-κλειδί ζητούσες
για μια ποιητική περιπλάνηση και μια οργανική αφύπνιση
Έναν μουσικό αντίκτυπο (ό,τι απέμεινε των απονεκρωμένων αισθήσεων
από την αφθονία ενός τραγουδιού) ζητούσες
για να λυγίσει ο βωβός χρόνος
και να κουρδιστούν σωστά του ελέους και της παραμυθίας οι χορδές.

Όλα τα αιτήματα, υπηρέτες των αναστεναγμών και του κρύου ιδρώτα ενός ποιητή.

Τώρα δύναμαι να αφαιρέσω δειλά-δειλά ό,τι με πνίγει
και να το ανταλλάξω ιερά σαν ινδιάνος Κομάντσι
με μια κάθετη προσμονή – νέα αφετηρία,
θησαυρίζοντας παράλληλα στο περιθώριο της ανακωχής το άθροισμα κραυγής και σιωπής.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ζητείται ένα χέρι ελεύθερο να σηκώσει το βάρος του ονείρου.
Ζητείται ένα πόδι στιβαρό να τσαλαπατήσει αυτόν
που έχει στρέψει την κάννη του σημαδεύοντας τ’ όνειρο.
Μετά θα συναντηθούμε κάτω απ’ τον Ήλιο
και θα γράψουμε περιχαρείς στο μέτωπο του ουρανού.
Τον Ήλιο δεν τον χορτάσαμε.
Το ουράνιο δεν το συλλάβαμε.
Τη νύχτα δεν τη ξεγελάσαμε.
Τη φύση δεν την φροντίσαμε.
Τη γη δεν τη στολίσαμε.
Τον κόσμο δεν το γυρίσαμε.
Τους ανθρώπους δεν τους αγαπήσαμε αρκετά.
Τους εχθρούς μας δεν τους θάψαμε στη λήθη.
Θα γράψουμε στο μέτωπο τ’ ουρανού
την συμμετοχή μας και την αξιοπρέπειά μας
να την μνημονεύσει μόνο ο τελευταίος ποιητής.
Θα γράψουμε στο μέτωπο τ’ ουρανού
θέλουμε να ζήσουμε και δεν προλαβαίνουμε.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΟ ΛΙΚΝΟ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΕΥΤΩΝ
ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 2/8/2025

Στα ποιήματα του Ηλία Μπούσιου αξιοποιούνται τόσο βιώματα και ελπίδες για έναν καλύτερο κόσμο όσο και κοινωνικά μηνύματα και απογοητεύσεις, όλα ως κατάθεση ατομική, που εμπεριέχει grosso modo και τη συλλογική. Ο ποιητής ενδοσκοπείται και με τη συνδρομή της μνήμης βγάζει στην επιφάνεια αυτά που τον πληγώνουν, καθώς τα όνειρα δεν έφεραν την αναμενόμενη Άνοιξη. Το κοινωνικό στίγμα είναι έντονο σε όλα σχεδόν τα ποιήματα, όπως και η ποιητική λειτουργία της μνήμης, όπως φαίνεται και από την προμετωπίδα στίχων της Κατερίνας Γώγου: «Η μνήμη των πουλιών/ […]/ η μνήμη των ανθρώπων είναι/ τα ταξίδια των πουλιών/ και οι πάσσαλοι […]/ που τους κρατάνε κάτω…».

Στο βιβλίο αυτό υπάρχουν 123 ποιήματα από τα οποία τα είκοσι (20) έχουν αφιερώσεις, σε ποιητές ή σε φίλους ή εκφράσεις-γνωμικά, που προετοιμάζουν (ως παρακειμενικά στοιχεία) για το περιεχόμενο των ποιημάτων. Μάλιστα, υπάρχουν αφιερώσεις στα ίδια πρόσωπα δύο φορές (π.χ. στους Οδυσσέα Ελύτη και Άρη Αλεξάνδρου). Εμβληματικό της μοντέρνας γραφής είναι το εναρκτήριο ποίημα με τίτλο «Status Quo» και αφιέρωση στον Νίκο Εγγονόπουλο, με τον οποίο συνομιλεί στη μορφή του ποιήματος με τις λέξεις-στίχους, με τις υπερρεαλιστικές συνάψεις λέξεων που δημιουργούν ανοίκειες εικόνες: «μικροσύμπαντα/ σαν τροχαλίας/ σαν κρυστάλλινος/κήπος/ […] σαν χάλκινα/ κρουστά/μέσα στις/σκουριασμένες/ρωγμές/ των/ αδικούντων.», με την απομόνωση του άρθρου από τη λέξη ώστε να λειτουργεί και αυτόνομα και με την αστιξία –με εξαίρεση την τελευταία τελεία–. Το ποίημα λειτουργεί οπτικά, γλωσσικά και νοηματικά με την ένταση στη λέξη «των/αδικούντων» με συνδήλωση του αιτήματος για δικαιοσύνη.

Στο ποίημα «Ο κόπος», με συνοχή και συνεκτικότητα αυτή τη λέξη, στο ποίημα συγκροτείται «ο κόσμος» εκείνου που κοπιάζει, με οπτικούς, με συναισθηματικούς δείκτες και με λέξεις και φράσεις, όπως: «λάμπει, να ρόζοι, πολύς ο θέρος» ή και με σωματοποίηση του κόπου: «Αυτός ο κόπος μιλάει για αισθήματα παραπονεμένα», καθώς η «ψαλμωδία της ευνοημένης ζωής» είναι πενιχρή, όμως είναι αυθεντική: «η μουσική της ψυχής/ του υποκείμενου του κόπου». Ο ποιητής συγκροτεί εδώ περίτεχνα ένα πορτρέτο απλού εργατικού ανθρώπου με αξιοποίηση της επαναλαμβανόμενης λέξης «κόπος» σε αναβαθμούς από το οπτικό και εξωτερικό στο εσωτερικό-ψυχολογικό επίπεδο.

Στο πλαίσιο της αδικίας και της αδιαφορίας της κοινωνίας, σε τρίτο πρόσωπο, δίνεται η κατάσταση του ανθρώπου «έρμαιο», του «Άλλου», που ζει μέσα σε φόβους και σκιές, εγκλωβισμένος στη σύγχρονη αλλοτρίωση, με «αφαίμαξη» έστω και λίγης ελπίδας, με τόσα χαμένα όνειρα και με τον εγκλωβισμό στην καθημερινή «ανάγκη». Το αφηγηματικό αυτό ποίημα από τριτοπρόσωπη αφήγηση για αυτόν τον άνθρωπο μεταβάλλεται σε πρωτοπρόσωπη πληθυντικού αριθμού, γίνεται «εμείς». Έτσι, συμπεριλαμβάνει όλους όσοι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση (καθολικότητα και ενσυναίσθηση) στην εποχή του «χαμένου κέντρου», όπου πολλοί ζουν με το λίγο ψωμί, σε αντίστιξη με τις πολλές «τεχνητές εικόνες» παραδείσων των διαφημίσεων, των Μ.Μ.Ε. και άλλων φορέων που «αιχμαλωτίζουν το βλέμμα», αλλά αποβλακώνουν τη σκέψη και παγώνουν την καρδιά. Στη συνέχεια, η ποιητική αφήγηση οδηγείται στον στοχασμό, καθώς γίνεται λόγος για τον εγκλωβισμό του σύγχρονου ανθρώπου «στα δίχτυα της αυταπάτης», με ρημαγμένα τα οράματα του Κωστή Παλαμά για το «Ωραίο, το Μεγάλο και το Αληθινό». Ο ποιητής ακτινογραφεί τη σύγχρονη κοινωνία και ενδοσκοπεί τον άνθρωπο με όσα βιώνει. Αυτό καταδεικνύεται με αναβαθμό νοημάτων και με αξιοποίηση του ρήματος «Ζούμε», που σε συνδυασμό με την εποχή όχι μόνον μας αλλοτριώνει, αλλά χάνεται το «κέντρο» νοήματος της ζωής και των αξιών. Έτσι κάθε μετριότητα γίνεται αλαζονική και κάθε ψευδαίσθηση «γρονθοκοπά την Αλήθεια». Η «ευκολία» της κατανάλωσης -που ουσιαστικά δεν είναι ευκολία αλλά υποδηλώνει το αντίθετο ως ειρωνεία κατάστασης- συμβάλλει στη διαιώνιση του «χαμένου μας κέντρου». Το ποίημα αυτό με τίτλο «Διαβαίνουμε την εποχή του χαμένου μας κέντρου», μέσα από την ανάδειξη καταστάσεων πολύ απαισιόδοξων, συγκροτεί εγερτήριο σάλπισμα για συνειδητοποίηση και αλλαγή πορείας, αναδεικνύοντας έναν κοινωνικό ανθρωπισμό. Το ίδιο μήνυμα συνάγεται και από το ποίημα «Εδώ η άμμος…», όπου η άμμος-ιδέα είναι εγκλωβισμένη.

Στο πολύστιχο ποίημα «Πολέμιοι του κοινού τόπου», μέσα από διάλογο, αντιστίξεις και από περιγραφές καταστάσεων, θίγονται θέματα τιμής, ενοχής, τιμωρίας πρωτοπόρων φωνών κατά της ομογενοποίησης, θίγονται θέματα ειρήνης, με την παρουσία της θάλασσας ή του «ομιλούντος ύδατος» ως αρχής των πάντων, με επιστροφή στο ποιητικό εγώ. Αυτό επιλέγει τη ρομαντική φύση του, τη διαφορετικότητά του και την ένταξή του στις μειοψηφίες, καθώς η ανησυχία για την πορεία της σύγχρονης ζωής του προκαλούν ανησυχίες, οι οποίες με τη σειρά τους ανοίγουν ένα αισιόδοξο άνοιγμα, ελπίζοντας σε νέο σχέδιο αναδημιουργίας. Το εγώ και το εμείς, το ποιητικό υποκείμενο ως εναγώνιος οραματιστής ενός καλύτερου κόσμου σε πολλά ποιήματα συμπλέουν.

Στο επόμενο ποίημα, με αφιέρωση στον ξεχωριστό ποιητή Πολ Τσελάν, αναζητάει, όπως εκείνος, μορφές ηρώων που θα αλλάξουν τον κόσμο, θεωρώντας ως λύση την ηγεμονική προσωπικότητα που σε άλλους αιώνες λειτούργησε και άλλαξαν πολιτεύματα και ζωές ανθρώπων, καθώς, όπως γράφει ο ποιητής: «Οι ήρωες είναι επιδέξιοι πλοηγοί της λαοθάλασσας/ στη μεγάλη φουρτούνα», αλλά τους βρίσκει και αυτούς τώρα φοβισμένους (κάτι , βέβαια, που ανατρέπει το νόημα της λέξης «ήρωες»).

Εμπνεόμενος από τους Προσωκρατικούς ο ποιητής αναφέρεται στον αέρα ως στοιχείο δημιουργίας του κόσμου (έχει ήδη αναφερθεί στο υγρό στοιχείο), ως στοιχείο που μεταστοιχειώνει τα πάντα, εκτός από τη Δικαιοσύνη. Αυτή αναδεικνύεται μέσα από τον μόχθο, από τις παλάμες τις γεμάτες κόμπους, μέσα από τα δάκρυα των αθώων και την τίμια εργασία. Το ποίημα «Αντιμαχόμενοι» είναι ποίημα διαμαρτυρίας, στο οποίο κυριαρχεί η αντίστιξη του θετικού με τον αρνητικό πόλο, με τα πολλά «γιατί», τον δραστικό ρηματικό λόγο και με τον «γκρίζο ουρανό» στο επόμενο ποίημα (σελ. 20). Ο ουρανός με αρνητική σήμανση και η διάψευση των ονείρων δίνεται και στο ποίημα «Πιστέψαμε τη λέξη», το οποίο διατρέχει ο διπλός εαυτός μας ως άγγελος και ως εχθρός. Η υπονόμευση και η αδικία διαπερνάει πολλά ποιήματα, όπως αναφέρθηκε, π.χ. «Υπονομευτές», «Ο επιμένων ρωτά», «Αντιπαράθεση», «Παράκληση», «Πρόκληση» κ.ά., μέσα από εικόνες της φύσης, από αναζήτηση ελπίδας, από ρωγμές όπως στον «ηλιόλουστο ουρανό της Άνοιξης» (σελ. 26). Και το ποίημα «Πολιορκία», φορτισμένο με τα «Μπορεί» αφήνει μια άγκυρα, ένα όραμα για το αύριο, με τον ευχετικό στίχο: «ας μην αργήσουν ν’ ανέβουν στο πιο ψηλό κατάρτι» (σελ. 28) ή με την απειλή του ξεσηκωμού του καταπιεσμένου: «θα ’ναι η ώρα που θα τρέμετε/ όταν θα τρίζουν οι ουρανοί τους!» (σελ.30). Στο ίδιο πνεύμα κινείται το ποίημα «Υμνώ» όπου υμνούνται ο Έρωτας επαναστάτης, ο ιδρώτας του εργάτη, ο άγρυπνος πολίτης, όλα όσα καταγγέλλουν την «αδικία» και κυρίως η «Κυριακή των Βαΐων» με το αγγελτήριο μήνυμα της ανατροπής των πάντων στην τότε κοινωνία.

Θεωρώ ότι πολλά ποιήματα με τα θέματα και τη λεκτική τους οργάνωση αποτελούν ποίηση ιδεών και αξιών, όπως και το ποίημα «Δελτίο τύπου», που αναμένει από τα παιδιά την αλλαγή πλεύσης του κόσμου. Σε άλλο ποίημα στηλιτεύονται «οι λάτρεις της εξουσίας», με την αλληγορία του όμορφου και φροντισμένου κήπου με τα αγριολούλουδα, που απειλείται από τα δηλητηριώδη δέντρα, «ταξίδες», αναδεικνύοντας την ανάγκη για προστασία του κάθε παιδότοπου ή «κήπου», αλλά και όλης της χώρας (σελ. 40). Με προστακτικό λόγο, το ποιητικό υποκείμενο ζητάει το γκρέμισμα του παλιού και το χτίσιμο του νέου κόσμου από την αρχή, συνομιλώντας με τον Κ. Παλαμά, και μέσα από την ενότητα για νέο παλμό (σελ. 42). Σε αρκετά ποιήματα, μέσα από εκκλήσεις για ανάληψη ευθυνών, μέσα από αγώνες αναζητείται ελπίδα για το χτίσιμο ενός νέου κόσμου, παρά τις υπαρκτές αντιξοότητες, με την κατάθεση-εξομολόγηση: «Αγαπώ τον κόσμο», «Πιστεύω σ’ ένα καλύτερο κόσμο» (σελ. 48) και το εγερτήριο μήνυμα «Συνοδεύστε τον Ήλιο τώρα που γιγαντώνονται τα σκότη» (σελ. 48).

Στο σύντομο ποίημα «Δύο θεμέλια και τέσσερα φτερά», η συσσωρευτική προτροπή σε ρηματικό λόγο, π.χ. «Να γελάς […]/ Να ασκείσαι […]/ Να αφαιρείς […]/ Να αντιμιλάς […]/ Να κεντάς […]/» εκβάλλει στο μήνυμα των τριών τελευταίων στίχων, με επιλογή του δεύτερου επικοινωνιακού προσώπου σαν να είναι παρών και παρούσα ο/η δέκτης του μηνύματος, π.χ. «Να κοινωνείς λαίμαργα το μυστήριο του έρωτα,/ το φως της δικαιοσύνης, την έξαψη της ελευθερίας./ Να υπάρχεις.» (σελ. 49). Πρόκειται για ένα ποιητικό μανιφέστο για το «ἀγαθῶς ζῆν». Κάτι ανάλογο γίνεται και στο ποίημα που στήνεται, θεατρικά, με τον τίτλο «Αυλαία» και με άλλους εκφραστικούς τρόπους (σελ. 55). Σε δεύτερο επικοινωνιακό πρόσωπο στο ποίημα «Πες μου εσύ» αναζητάει -με εικόνες και μεταφορές από τη φύση και με τη συνδρομή της- να μπορέσει να στήσει ένα αδελφικό «πιστεύω» ανόθευτης αγάπης για τις ανάγκες του κόσμου, χωρίς να αναμένεται οποιαδήποτε επιβράβευση με επιγραφές, με συμφωνίες ή με καταγραφή σε σελίδες ιστορίας. Με αυτούς τους στίχους αναδεικνύεται ο καθολικός ανθρωπισμός του ποιητή (σελ. 51).

Σε άλλο ποίημα «Το διακύβευμα της Ελευθερίας», μέσα από έξι περιορισμούς, και με ανάπτυξη ιδεών και εικόνων παρουσιάζεται, ποιητικά, ο δρόμος που οδηγεί στην ελευθερία (σελ. 53). Το κοινωνικό στίγμα διαπερνάει τα ποιήματα: «Απειλή» και «Το κράμα και οι διαλεχτοί», στο οποίο η αλλαγή δίνεται μεταφορικά «Γύρισε η μέρα, γύρισε και ο αιώνας/[…]/ Διψάει ο σπόρος./» (σελ. 58). Στο «Απειλή» αναλαμβάνει ρόλο ένας «Ήλιος σκοπευτής, πεισματάρης./Να τους στραβώσει.» (σελ. 59). Στο ποίημα «Κάλεσμα», ο Ήλιος συμβολίζει την πτώση, με τη ρηματική προτροπή του ποιητικού υποκειμένου, π.χ. «Αντισταθείτε στην πτώση./ Απασφαλίστε την διαχρονική ελπίδα/[…]/ Γρηγορείτε.» (σελ. 63). Ο Ήλιος είναι συχνό μοτίβο και σύμβολο στην ποίηση αυτή: «Ελπίζω στον υπερβατικό Ήλιο» (σελ. 65).

Σε άλλα ποιήματα υμνούνται ο αγρότης, ο μόνιμα αδικημένος (σελ. 68), η αγάπη που δίνει δύναμη ακόμα και στον «Ένθεο πολεμιστή» (σελ. 74) και αναμένεται η φωνή της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ελευθερίας (σελ. 75), ή δίνεται ο ορισμός της ανθρωπιάς, με την ενσυναίσθηση, με την κατανόηση και τη συνέπεια για να υπάρξει ελπίδα και ταξίδι στο αύριο (σελ. 76). Στο ποίημα «Οι σιωπηλές λέξεις» ο ποιητής στοχάζεται στο πότε σωπαίνουν οι λέξεις και όταν αυτές σωπαίνουν έρχονται «άγρια θηρία φτερωτά» και χάνονται πολλά, διότι μόνον οι «λέξεις αλήτες, που δεν κάθονται φρόνιμα/ οι λέξεις πουλιά» όταν βρουν και άλλες γόνιμες λέξεις μπορούν να κάνουν τις καμπάνες όχι να βραδυπορούν, αλλά να ηχήσουν χαρούμενα (σελ. 78).

Ακολουθεί το ποίημα που χαρακτηρίζεται «τραγούδι» με το οποίο ο ποιητής κάνει προσκλητήριο σε κοινό όραμα, σε ένα ρομαντικό ταξίδι μαθητείας του ανθρώπου. Με το ποίημα «Οι Πρόσφυγες» και τον αγώνα για δικαιοσύνη και ελευθερία δίνεται ένα νέο όραμα για την πατρίδα της καρδιάς (σελ. 81). Σε άλλα ποιήματα γίνεται λόγος για «τοπίο παρακμής», για «οσμή θανάτου», για «Ήλιο κλειδωμένο», για «αγώνα» και «άνεμο αλλαγής», με τον αποφθεγματικό λόγο- πρόκληση ότι «Η φορά και η δύναμη του ανέμου/ διακρίνει τους ζωντανούς από τους πεθαμένους.» (σελ. 84, 85)

Αλλού επικαλείται τον χρόνο για τη σωτηρία της πόλης (σελ. 90) ή τα σαλιγκάρια που ξεμυτίζουν μετά την καταιγίδα (σελ. 91) ή και τη μνήμη μετά από πολλούς θανάτους ως στοιχεία ενεργά για ελπίδα και αισιοδοξία (σελ. 92). Με το πολύστιχο ποίημα «Ενώπιος ενωπίω» στήνεται η αυλαία όλων των κατατρεγμένων, που το εσείς μαζί με το εμείς θα μπορέσει να δει έναν κόσμο «ηλιόκτιστο ν’ απλώνεται» (σελ. 97). Αλλού επιστρατεύεται η μεθοδικότητα των μερμηγκιών, που έχουν κοινό σκοπό και όραμα, έμμεσα καλώντας τους ανθρώπους να παραδειγματιστούν από αυτά σε έναν διαχρονικό σκοπό. Σε άλλο ποίημα επιστρατεύεται διακείμενο από τον Στέλιο Ράμφο για τη δύναμη του προσωπικού παραδείγματος: «τη γνησιότητα του οράματος/ την επαληθεύει κατ’ εξοχήν το προσωπικό παράδειγμα» (σελ. 99, 111). Η καταδίκη του πολέμου δίνεται, ποιητικά, αντιπαρατάσσοντας στην πολεμική φύση τού ανθρώπου την ειρηνική, με τα αγαθά της ειρήνης (σελ. 102), επισημαίνοντας ότι αυτό θέλει κόπο, θυσίες και υπομονή (σελ. 104). Σε αρκετά ποιήματα γίνεται προσκλητήριο κινητοποίησης του/της αναγνώστη/στριας σε θέματα που διαπερνούν τα ποιήματα, όπως στο ποίημα «Παρών-Απούσα», όπου στο επιμύθιο σε δύο μετεωρισμένους στίχους δίνεται το μήνυμα «της ευθύνης», π.χ. «Μην κρυφτεί κανείς/ υποστέλλοντας τη σημαία της ευθύνης» (σελ. 112). Την ευθύνη επικαλείται και στο ποίημα «Αναμονή και ευθύνη» (σελ. 115). Ο ποιητής αν και σε κάποια ποιήματα προσκαλεί το εσείς να συνεργαστεί με το εμείς, σε άλλα, όμως τα διαχωρίζει, καθώς το τελευταίο κρατάει την «άσβεστη ελπίδα/ που διεμβολίζει του φόβου τη λεπίδα.» (σελ. 117).

Και με το ποίημα «Homo homini lupus» προτρέπει να άνθρωπο-λύκο σε ανακωχή και νέο ξεκίνημα, μιμούμενος την αθωότητα του παιδιού (σελ. 121), καθώς τα παιδιά με τις κόκκινες μπογιές στους τοίχους ανοίγουν νέους δρόμους αισιοδοξίας (σελ. 122). Στοχάζεται το ποιητικό υποκείμενο πάνω στο θέμα της ελευθερίας, περνώντας από «Της ελευθερίας τον λόγο» του Ανδρέα Κάλβου (σελ. 129) και καταλήγοντας σε διπολικό απόλυτο λόγο του «Εμείς και εσείς», καταγγέλλοντας τη σύγχρονη νοοτροπία που αν κάποιος πει «ναι» σε κάτι, αυτόματα τίθεται το «όχι» από τους άλλους, φαινόμενο κοινό ιδιαίτερα στην πολιτική ζωή του τόπου μας (σελ. 131-132). Ύμνο στην Ελλάδα αποτελεί το ποίημα «Αχ Ελλάδα όμορφη», με εικόνες από τη χώρα ως τόπο και ιστορία, με την προσφορά της στον πολιτισμό (σελ. 136). Η αισιοδοξία του ποιητή για καλύτερες ημέρες αναδεικνύεται και στο ποίημα «Κάποτε…», όταν ο αγώνας θα φέρει καρπούς, θα φέρει «μιαν Άνοιξη ασφαλισμένη» (σελ. 138). Ακολουθεί η αποφώνηση με διακείμενα από τον τίτλο του έργου για τις αποχρώσεις του γκρι ή από τον Μάνο Λοΐζο ότι «Η μεγαλύτερη επανάσταση/ είναι η έγνοια για τον συνάνθρωπό μας/ που τον έχει ρημάξει το σκοτάδι.» (σελ. 139).

Τέλος, μέσα από αυτή τη διαδρομή στην ποίηση του Ηλία Μπούσιου αναδείχθηκαν κάποιοι ποιητικοί οδοδείκτες της ποίησής του, ιδέες και οράματα, με την ορμή ενός νέου ανθρώπου, που αναζητάει νέες ορίζουσες για τη ζωή, σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο, για μια ζωή με αλήθεια, με ελπίδα, με αγάπη, με δικαιοσύνη, με ελευθερία και με ομόνοια για ένα καλύτερο αύριο.

.

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙ ΤΟΥ ΦΕΔΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Χ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ο ποιητής συνδιαλέγεται με το Λόρκα σε επίπεδο μαθητείας, καλλιεργώντας τα εκφραστικά του μέσα με τρόπο ώστε ο λυρισμός του και οι επιθετικοί προσδιορισμοί να φέρνουν στο νου τον μεγάλο Ισπανό ποιητή. Στο βιβλίο είναι κυρίαρχη η φύση, και οι περιγραφές της είναι από τις πιο όμορφες αναγνωστικές στιγμές του! Εύχομαι στον Ηλία καλοτάξιδο να είναι το βιβλίο του, και ο ίδιος να διατηρήσει και να καλλιεργήσει έτι περαιτέρω την ειλικρινή αγάπη του για την ποίηση ως εκεί που μπορεί και τον ευχαριστεί!

ΑΝΔΡΕΑΣ ΔΑΒΟΥΡΛΗΣ

Κάθε στίχος ακόμη και κάθε λέξη αποτελεί μια ιδιαίτερη και μοναδική στιγμή δημιουργίας και πόνου για τον ποιητή
Η ποίηση έτσι κι αλλοιώς είναι επώδυνη αλλά και λυτρωτική διαδικασία
Έχω ένα λόγο ακόμη γι αυτή τη συγκίνηση. Ο φίλος μου Ηλίας είναι μια μοναδική και ιδιαίτερη περίπτωση
Πέρα απ’ το καλός και αγαθός, που είναι βεβαίως, είναι ένας άνθρωπος βαθιά ευαίσθητος και στοχαστικός
Είναι ένα πλάσμα ρομαντικό και λεπτεπίλεπτο, παρ’ όλες τις αντιξοότητες που η ζωή του χάρισε πλουσιοπάροχα
Εκείνος δεν σταμάτησε ποτέ να προσπαθεί να μάχεται να ονειρεύεται
Είναι ένα δείγμα -από τα λίγα στις μέρες μας- ανθρώπου και γραφιά που γράφει με την ψυχή του και υπηρετεί αυτό που λέμε γνήσια και αληθινή ποίηση
Θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ευχηθώ στον αγαπημένο μου φίλο ποιητή Ηλία να είναι καλοπόρευτο και τούτο το βιβλίο του. Να αξιωθεί να αγαπηθεί έτσι όπως ο δημιουργός του ονειρεύτηκε
και να είναι γερός, εμπνευσμένος και δημιουργικός πάντα!

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.