ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΒΑΡΒΑΡΗΓΟΣ 

Ο Δημήτρης Βαρβαρήγος γεννήθηκε στη Αθήνα. Αποφοιτά από αγγλική σχολή λογοτεχνίας «awarded by the writing school».
Γράφει σίριαλ για την τηλεόραση, Θέατρο και Λογοτεχνία. Έχουν ανέβει 5 θεατρικά έργα του. Έχει γράψει συνολικά 26 βιβλία, 16 μυθιστορήματα ενηλίκων και 10 παιδικά.
Το βιβλίο «Υπατία» παρουσιάστηκε στην κεντρική αίθουσα της βιβλιοθήκης στην Αλεξάνδρεια της Αίγυπτου το 2007. Τελευταία του μυθιστορήματα
είναι: ««Πίστη και Περηφάνια & Σχεδόν Γυναίκα ».
Ραδιοφωνικός παραγωγός στην εκπομπή «Εγώ και Εσείς», στο Greek news and Radio, Florida. Μέλος της εταιρείας συγγραφέων.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ιδανικό αόριστο (24 γράμματα 2023)
Σχεδόν γυναίκα (24 γράμματα 2023)
Σωκράτης: Ο ξυπόλυτος επαναστάτης (24 γράμματα 2022)
Αρχιμήδης: Ο πατέρας της μηχανικής (24 γράμματα 2022)
Διογένης: Ο αδέσποτος σκύλος (24 γράμματα 2022)
Αριστοτέλης: Ο σοφός του κόσμου (24 γράμματα 2022)
Υπατία: Η μεγάλη Ελληνίδα (24 γράμματα 2022)
Κραυγές γυναικών, Τροία μου (24 γράμματα2022)
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος (Άγκυρα 2022)
[Ο τελευταίος αυτοκράτορας: Η ιστορία, δραστηριότητες, παιχνίδια]
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2021)
Υπατία (24 γράμματα 2021)
[Η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που δίδασκε παντού το ελληνικό πνεύμα,
συγκρούστηκε με τον κλήρο και κατηγορήθηκε ως μάγισσα.]
Μεθοδολογία δημιουργικής γραφής (24 γράμματα 2021)
[Κανόνες για τη συγγραφή και την ανάγνωση λογοτεχνικού έργου]
Παράτα με (Υδροπλάνο 2021)
Πίστη και περηφάνια (24 γράμματα 2020)
Carpe diem Amour fou (Λυκόφως 2019)
Υπατία (Μπατσιούλας Ν. & Σ. 2018)
Amour Fou (Anima Εκδοτική 2018)
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2017)
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή του λογοτεχνικού έργου]
Anima mia (Εντύποις 2016)
Τα χρόνια του φιδιού, Λιπεσάνορες Θεατρική μεταφορά (Εντύποις 2015)
Λιπεσάνορες Τα χρόνια του φιδιού (Μπατσιούλας Ν. & Σ. 2014)
Η μαγική τρέλα της δημιουργίας (Εντύποις 2013)
[Κανόνες για δημιουργική γραφή και τη συγγραφή λογοτεχνικού έργου]
Υπατία (Εντύποις 2013)
Σ’ έχω (Ελληνική Πρωτοβουλία 2013)
Πιστοποιητικό ανυπαρξίας Ποιήματα (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2011)
Ό,τι αγαπήσαμε πίσω έμεινε (Άγκυρα 2009)
[Φλωρεντία 1860:Μια συγκλονιστική ιστορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα:]
Κωνσταντίνος Παλαιολόγος Ο τελευταίος αυτοκράτορας (Άγκυρα 2007)
Η στάση του Νίκα Η μεγάλη εξέγερση (Άγκυρα 2007)
Το υστερόγραφο μιας συγγνώμης Μυθιστόρημα (Άγκυρα 2007)
Θεοδώρα Μια αληθινή αυτοκράτειρα (Άγκυρα 2007)
Διγενής Ακρίτας Ο ήρωας που έγινε θρύλος… (Άγκυρα 2007)
Υπατία Ιστορικό μυθιστόρημα (Άγκυρα 2005)
Ίμερος και Αστραία (Χατζηλάκος Κωνσταντίνος Π. 2003)
[Το μυστικό της σιωπηλής χώρας]
Αδιέξοδοι έρωτες (Δαρδανός Χρήστος Ε. 2001)
Γυναίκες του κόσμου (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1999)
Με το ίδιο χρώμα η νύχτα και η σιωπή (Δαρδανός Χρήστος Ε. 1998)
Πάθος (Όμβρος 1997)

.

ΠΟΙΗΣΗ

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ


ΠΑΙΔΙΚΑ

ΠΟΙΗΣΗ

ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ (2023)

ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΤΟΙΧΟΣ…

μια ξεχασμένη ανάσα έξω απ’ την πόρτα
στο άγνωστο πλέον σπίτι μπήκε
άνοιξε την ντουλάπα
σκόνη ξεχύθηκε ο φυλαγμένος χρόνος
το παλιό πάτωμα
έπαψε να τρίζει στο ανάλαφρο πάτημα
σιωπές φορέσανε τα πολύχρωμα φουστάνια
αισχρά τα παγωμένα λόγια
γδάρανε τον πράσινο τοίχο
παράξενα που γίνανε τα βράδια
μπλέχτηκαν στα μαλλιά να σβήσουνε μνήμες
ακόμη και οι προφυλάξεις δίχως αιδώ
φορέσανε σκοτάδια να σωπάσουν τα ονόματα
στα άσπρα σώματα
η ζάχαρη έσταζε κόκκους δηλητήριο στην κουζίνα

τι παράξενο
πόσο γρήγορα παλιώσανε όλα
σαν να μην υπήρξαν ζωές

ΙΔΑΝΙΚΟ ΑΟΡΙΣΤΟ…

γυμνός
στάθηκε μπροστά στο βλέμμα
που τον θώπευσε απαλά
έτσι το ένιωσε
κι έγινε βροχή
και ρίζωσε σαν δέντρο
στο λευκό χρώμα της θεάς
κι έγινε ιδρώτας σε αποσταγμένη γοητεία
κι έβγαλε φύλλα να θροΐζουν σε κάθε της ανάσα
κι έγινε κορμός σκληρός το σώμα
φυλακίζοντας μέσα του κάθε συναίσθημα
τα λόγια του ρούχα λερά
τα κρέμασε σε σκουριασμένα καρφιά
μέχρι να δώσουν απαντήσεις
δικές του μόνο
κι ακολούθησε τις σιωπές του
κι έμεινε άπνοος θαυμάζοντας τα επιτεύγματα της
άλλο ένα δέντρο αγαπάω κοντά στο ποτάμι, του είπε
κι εκείνος κρυφά άλλαξε ρούχο
έκοψε λώρους
πεθυμιές
αισθήματα

το αίμα νερό ορμητικό στις φλέβες κύλησε
έγινε ποταμός
και παρασύρθηκε

ΝΙΚΗΣΕ ΜΕ

την όψη της μοναξιάς φόρεσε το πρόσωπο
ήταν το μόνο ρούχο που ταίριαζε στην ψυχή
ωραίο χρώμα το σκοτάδι
πηγαίνει με τις κόρες των ματιών
κάτω απ’ τα κλειστά βλέφαρα ζωντανεύουν οι στιγμές
τώρα που θ’ ακουμπήσουν οι ζωές
σε ποιο αίμα να γευτούν τις αλήθειες
νίκησε με αγάπη μου, του φώναξε
Νοέμβρης είναι γιορτάζεις
και μου λείπεις

τα παιδικά μου χρόνια σε περιμένουν

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ…

χαράγματα στη σκέψη
οι σιωπές ακροβατούν
στ’ απρόσμενα χαμόγελα μιας προσμονής
κι όσο η απόσταση μεσολαβεί
στο τέλος της μέρας ορθώνεται η ανάγκη
συνέχισε λοιπόν αμέριμνα να βάζεις απουσίες
την ίδια πάντα ώρα που τ’ όνειρο δανείζεται
την ομορφιά μιας άδολης στιγμής για λίγο

σ’ έναν περίπατο πολύβουο
μέσα σε γιορτινές ελπίδες
οι παιδικές φωνές

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ…

επιστρέφω στη σιωπή
είναι πιο ενδιαφέρουσα
απελπισμένα προσελκύει όνειρα
πόθος ευσεβής το απόλυτο ρούχο
άψυχο σωριάστηκε
να βρουν τα σώματα απαντήσεις
στο τραπέζι αφημένο ένα χαρτί
συστημένες αποστάσεις μεγαλώνει
η μοίρα απορρίπτει κάθε λογική
σαν φωνή ηλικιωμένη ξαφνιάζει
σκαλίζει πληγές στην απρόσμενη τάξη

στις εφημερίδες
ελπίδες γράφονται οργασμικές
τίτλοι σπατάλη του χρόνου

τέλειωσε το χαρτί κουζίνας
η δόξα στην αμεριμνησία
προσθέτει μία ύφεση

με χαρτί υγείας τα χείλια
θα σκουπίζονται

ΛΕΥΚΗ ΘΕΑ…

μόνος διάβηκε το δρόμο
η σκέψη μάτωνε στην προσμονή
αύριο, ψέλλισε
ένας μαύρος σκύλος τον άκουσε και
ακολούθησε
πεινάς; ρώτησε
κούνησε την ουρά του
ήθελε παρέα
κι εγώ θέλω λίγη σημασία, απάντησε
η κοπέλα πέρασε το φανάρι με κόκκινο
ήταν το χρώμα που ταίριαζε
στα μαλλιά της
κάθε που έσκυβε να δει το πρόσωπό της
η ώρα ήδη είχε περάσει

ΕΞΑΡΧΕΙΑ…

μοναχικά απόκοσμη πλατεία
μες την πολυκοσμία
έρμαια όνειρα αξεδιάλυτα
σφαδάζουν στην άκρη του ρείθρου
πλάι σε σπασμένα μπουκάλια
μπάρας ληγμένης
και οι φωνές
οι φωνές μιας καθοδηγούμενης αναρχίας
κρατούν στο ύψος του το χάος
κι όλο βρωμίζουν οι δρόμοι
κι όλο βρωμίζουν οι σκοτεινιάς γωνιές
άναρχα ρέουν τα ούρα της αλκοόλης
κι αλίμονο
τι κρίμα
σαπίζουν οι αλήθειες
που απομείνανε απροστάτευτες
σε σκότη ακινησίας

πάει πέρασε κι αυτό
καληνύχτα ρεμάλια
πάμε για ύπνο
να αθωωθούμε

ΜΕΣΑΝΥΚΤΑ…

περασμένες δύο,
ξεκουμπίστηκαν τα όνειρα
επιτέλους
όπως πάντα κρύφτηκαν οι φόβοι
ανεξιχνίαστοι
δόντια σκυλιά
κόβονται οι λέξεις
στα δύο
στα τέσσερα

ίδιοι οι ρόλοι
ίδιο το άθροισμα τους
δεν άλλαξαν στο απρόσμενο
σκιές όμοιες στις λευκές νύχτες
ανεξήγητες μοιάζουν οι αφορμές

η πόρτα
ίδιος πάντα ο συριγμός της
άργησες πάλι
τίποτα δεν άλλαξε στην απουσία
οι ενοχές αξεδιάλυτες παρέμειναν

ριζωμένη στο αβάσταχτο χώμα
η απόγνωση

ΕΠΙΒΙΩΣΗ…

ποτέ δεν ξέφυγε από την παιδική της ηλικία
ποτέ δεν κατάφερε να τινάξει από μέσα της
τα ψίχουλα που άφησαν στο τραπέζι αμάζευτα
η μάνα και ο πατέρας
όμως έπαιξε σωστά το ρόλο
ήταν καλό παιδί
έγινε καλός άνθρωπος

μεγάλωσε και τώρα πληρώνουν οι άλλοι
το θάνατο που δεν μπόρεσε να τους προσφέρει

κυνόδοντες σε πρόσωπο γαλήνιο
φυλαγμένοι

ΙΧΝΟΣ 3

μετέωρο στάθηκε το βλέμμα
η γλώσσα έγλειφε τη μακρόχρονη σιωπή
λόγια εξατμισμένα σε γυμνητεύουσες ανάσες
θαμπώσανε το τζάμι
το επόμενο βήμα αποτύπωσε στην άμμο
125 αρνήσεις
άκαμπτες οι μνήμες σκεπάσανε τη λήθη
ο χειμώνας αρνήθηκε το κρύο
το χιόνι έλιωσε πριν πέσει
τα λόγια ποτέ δεν ειπώθηκαν αληθινά
το γέλιο πρόδιδε τα ψέματα
οι εποχές ντυμένες μαύρα νυφικά
προσπαθούσαν να περάσουν ανώδυνα

πόσο σφάλανε
ποτέ δεν το μάθανε γιατί οι μέρες τους πρόωρα
είχαν γεράσει

.

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ (2011)

ΑΠΙΣΤΕΥΤΟ

Φόρεσα στο λαιμό σου έναν κόσμο
γεμάτο πέπλα
να σκεπάσουνε εκπλήξεις και
απρόσμενες στιγμές
ένα παλάτι γέμισα όνειρα,
παθιασμένες ανάγκες,
αγέρια του νοτιά,
υποσχέσεις και φόβους.

Κι ο δρόμος,
ο δρόμος ατελείωτος, άνυδρος,
δίχως προορισμό
κι ας νομίσαμε πως κάπου φτάσαμε,
πως η βροχή μας μούσκεψε.

Σε παρωδίες τυλιχτήκαμε νηφάλιοι
κι ό,τι απόμεινε απ’ την υπεροχή
άπραγη στέκει σε δάκρυ
να στάζει σε μνήμες αφημένες
στις σκόρπιες νύχτες
του ανεκπλήρωτου πόθου.

Να ήσουν εδώ
με την ψυχή αντίδοτο
σε μια εμπιστοσύνη
ν’ άφηνες πάλι επάνω μου
κομμάτια απ’ τη μοίρα σου
να υφανθούν μέσα στα όνειρα
μοιράζοντας εγώ
τα υλικά των πράξεών σου.

ΕΝΑ ΤΑΓΚΟ ΓΙΑ ΤΡΕΛΟΥΣ

Το φεγγάρι χάθηκε στη λάβα
η χλομή γριά δεν κοιτάζει πια τα τρένα…
έπαψε να περιμένει κάποια επιστροφή…

στη νωχελική θλίψη ενός Τάγκο
είναι τώρα αφημένη η ζωή της

Οι τρελοί που επινόησαν τον έρωτα
έχουν κι αυτοί παλιώσει μαζί με τα έπιπλα τους
εραστές ξεμωραμένοι πνίγονται στην ανία
και φτύνουν βρίζοντας
όσους ακόμη μπορούν να αγαπάνε…

Στο ροζιασμένο χέρι τρεμουλιάζει η ανάγκη
ένα μπουκάλι αλκοόλ στο άλλο μεθάει τις μνήμες
και μια φωνή απ’ το παρελθόν την κρατάει ζωντανή…

Αγαπημένη μου…
Έλαβα το τελευταίο σου γράμμα…
Φεύγω…
αυτό το κάνω για την αγάπη σου
θυσιάζω για σένα τ’ όνομα μου
τα θέλω μου
για σένα

H χλομή γριά, αυτή η τρελή, η διεφθαρμένη…
που δεν έχει δόντια, ούτε σχέδια το μέλλον της
ήσυχη δείχνει να φτύνει τον καπνό γεμάτη πίκρα
ποδοπάτησε ο καιρός της… τα ναι και τα όχι
που πια δεν την αγγίζουνε…
έκανε την απόσταση συνήθεια
τις σκουριασμένες ράγες κοιτάζοντας
σαπίζει…

ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑΣ

Ποια αποτυχία κάνει τ’ όνειρο αίσθημα ανικανοποίητο,
ρετάλι που περίσσεψε απ’ το χρόνο,
ρουτίνα, αγάπη, ύπαρξη
ακόμη και ματαιοδοξία;

Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα κρύβοντας έκπληξη σ’ ακάλυπτα
σώματα, σώματα, π’ αντέχουν μοναξιά και μέρες άγονες.

Καμιά Άνοιξη δεν ανθίζει ανώφελα
αν πρώτα με νεκρή σάρκα δεν ντυθεί η Ιδέα.

Ποια προσδοκία θα πετάξει τ’ άχρηστα σύνδρομα
προλήψεις που μοιάζουν με ιδανικά,
αλλά δεν είναι;

Ποια επανάσταση ξεβράζει δικαίωση και δικαιοσύνη;

Πιστοποιητικά ανυπαρξίας
σώματα ντύνουν με θάνατο την επιβίωση του σχετικού και του απόλυτου
ενός ωραίου τέλους.

Μη έχοντας άλλο, λέμε, πως φταίει η νύχτα που δεν γελάει πάντα.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.