ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα γεννήθηκε στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και έκτοτε έχει εργαστεί ως εκπαιδευτικός, κειμενογράφος, μεταφράστρια και επιμελήτρια εκδόσεων. Έχει ασχοληθεί με το θέατρο και τη γραφιστική. Γράφει ποίηση, πεζογραφία, θέατρο, δοκίμιο και βιβλιοκριτική. Από το 2016 επιμελείται την περιοδική ανθολογία πεζού και ποιητικού λόγου diP generation. Άρθρα, κριτικές και αποσπάσματα δημιουργικής γραφής έχουν δημοσιευτεί σε πολλά περιοδικά και συνεχίζουν να δημοσιεύονται έως σήμερα. Ζει στις Βρυξέλλες.

Ιστοσελίδα:
Ενύπνια ψιχίων – ifigeneiasiafaka.com

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Φλούδια απ’ το ήπαρ των βυθών  (Δρόμων 2025)
Μικρό μνημόσυνο ερωδιών στις λέξεις (Δρόμων 2023)
Το ραβαγιό του Αργίρι – Γράμματα στον Άγιο Βασίλη και
στον Σεν Νικολά με… άλλες ιστορίες (Έναστρον, 2022)
Με πίστιν και ζήλον, θέατρο (Δρόμων, 2022)
Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν, ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία (Σμίλη, 2019)
Λευκό από χθες, μυθιστόρημα (Σμίλη, 2017)
Μετάlipsi, ποίηση σε πρόζα (Γρηγόρης, 2015)
Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, αφηγήματα (Ars Poetica, 2013)
Το τραγούδι του λύγκα, μυθιστόρημα (Γρηγόρης, 2011)
Μια ματιά στη νεότερη ευρωπαϊκή λογοτεχνία, δοκίμια (Γρηγόρης, 2000)

.

.

ΦΛΟΥΔΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΗΠΑΡ ΤΩΝ ΒΥΘΩΝ (2025)

Ι
ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΤΗΣ ΤΥΦΛΟΜΥΓΑΣ
ΒΡΟΤΟΙ

Νερά κάτω απ’ τη φτέρνα του ιριδίζουν
Όταν απ’ το μικρό του σύμπαν
Ισορροπεί επάνω στο καρφί
Μιας κρεμασμένης θάλασσας
Παραμυθίας πλάνη
Για όσους άδοξα σαλπάρουν
Όπως κι αυτός, που χρόνια έπλεε
Με τις αναστολές του μαλλιοκούβαρα

Ώσπου ν’ αρπάξει στα χέρια ένα σφυρί
Για μια τρυπούλα στο μπετόν
Μασούσε τις μέρες σαμπρέλα μες στα δόντια
Θαρρούσε πως μάταιος είν’ ο ρόχθος του νερού
Αφού το τέλος παραμονεύει τη ροή, κι αλόγως
Οι λέξεις, στη γλώσσα μας, γόους ραβδίζουνε και μέλι

Ν’ αναδυθούμε οι βροτοί απ’ το νερό

Δεν ένιωθε πως κάπου ανάμεσα
Στης σταφυλής την κλίνη
Τα σώματά μας πολεμούν
Με της αρχής το κλάμα, την τέφρα και το χώμα –
Πάντα νικητές

ΣΤΙΛΕΤΟ

Η αμμοθύελλα στη θέση ενός κατόπτρου
Ανασηκώνει σώματα ατάκτως ερριμμένα στο τοπίο
Όσα πάρει ο άνεμος, κι όσα δεν πάρει
Ας τα συναρμολογήσει, εν τέλει, ο νους
Κύτταρα και φρούδες συγκολλήσεις
Σε χόνδρους δίχως κολλαγόνο
Τόσο απλά δυο λόγια καρφώνονται σφυριά
Σ’ έναν πηλό εντυπώσεων που ξαμολιέται
Δεκάξι πόντους όνειρο σ’ ερμεία σφυρά
Ελπίζοντας πως δεν θα καταρρεύσει

Αόρατοι είναι οι θεοί κι αρσενικοί
Αγγελιαφόροι, δηλαδή, απτοί της απουσίας

Δεν το εννοήσαμε αλώβητοι ποτέ

ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ

Όσο πιο ρηχά τόσο πιο ψηλά
Κρεμασμένα τα φεγγάρια
Αντανακλούν θρύψαλα λάμψης
Σε θάλασσες από χασαπόχαρτο –
Μια διαστροφή στο φράκταλ των φρενών
Να κολυμπούν οι έσω ιχθύες
Απρόσβλητοι απ’ το μακελειό
Που αφήνουν δυναμίτες στους βυθούς

Δεν αντιδρούν ούτε οι παλίρροιες
Για την απάτη πλέον
Στην ιχθυόσκαλα παράμερα
Εμφιαλώνουν αφρούς και τη σελήνη
Ναυαγοσώστες μόνο της κραυγής

Τ’ άλλα στις θέσεις τους ορθά
Φτυμένα, σταυρωμένα, κολλημένα
Μ’ ευχέλαια και σίελο για το μάτι
Ρίχνουν τσιμέντα στη λίμνη της Στυγός
ΉΛΙΟ σε γραμματόσημα πάνω από θερμοκήπια

Ήδη θα ίο κατάλαβες λοιπόν:
Άλλο θα πει μνημόνιο και άλλο μνήμη
Άλλο σημαίνει ο σίελος και άλλο η σελήνη

ΤΟ ΦΙΟΓΚΑΚΙ

Ασφαλώς θα φορεθούν πασούμια
Με τακούνι στο πλακόστρωτο
Και φέτος
Η ολισθηρότης είναι διακύβευμα
Των κροκοδείλων
Σε μια μπάλα από πάγο

Κι αν το φιογκάκι γλείφει
Με την άκρη του την πέτρα

Ας αναλάβουν την ευθύνη
Τα χοντρόφτερνα φεγγάρια

Ας κατηγορηθούν
Για σεξισμό τα λατομεία

II
ΦΛΟΥΔΙΑ ΑΠ’ ΤΟ ΗΠΑΡ ΤΩΝ ΒΥΘΩΝ
ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Μνήμη Α. Σ.

Στο κάστρο ανοχύρωτος ο θάνατος
Βρέφος ασαραντάριστο ακόμη στα φασκιά
Κρεμιέται απ’ το τσιγκέλι του ήλιου
Και γελάει στα πλατάνια

Είναι που η Φολέγανδρος ρίχνει
Τα παραμύθια στους γκρεμούς
Και ράβει τα αίματα ρουμπίνια
Στα σανδάλια

ΘΡΥΛΟΣ

Οι ζέμπρες ξεντύνονται τις μαύρες ρίγες τους στον πάγο’ τα σώματα ασπρίζουν,
κι ο κρύος άνεμος τυλίγει μες στο χνώτο του ένα λεπτό κροτάλισμα που καταφθάνει
σαν γόος τσιγαρόχαρτου στ’ αυτιά μου. Εγώ στέκω με μια καπαρντίνα και μιαν ανθοδέσμη
τυλιγμένη σε τομάρι ζώου’ μπορεί και να κρυώνω. Αναλογίζομαι τα διαστήματα ανάμεσα
στο άσπρο και το μαύρο, και βρίσκω πως υπήρξα ξύστρα στο σώμα των αλόγων – ερήμην μου,
βέβαια, δεν το επεδίωξα ποτέ. Διαπιστώνω πως κρέμομαι πάνω από να άνοιγμα, απ’ όπου βγαίνει
το ίδιο κροτάλισμα που ακούστηκε πριν λίγο, μ’ ένα πετάρισμα κάπως επαυξημένο όμως. Ο θρύλος
λέει πως οι νεκροί, στο κίτρινο παγόβουνο της επαρχίας Μάρλοπ, βγάζουν φτερά μέσα στους τάφους,
και μας αφήνουν τις ψυχές τους να πετάμε.

ΕΠΑΓΓΕΙΑ

Ξερόκλαδα δένδρων
-Δείκτες μιας θλίψης του ανέμου-
Τρυπούν σε οξεία ανάληψη
Τον γκρίζο ουρανό
Προκαλούν καταιγίδες
Ελέους και μέλλοντος

Ένας άπελπις έφηβος δέεται
Σε δυο εύσαρκα στήθη

Βηματισμός σε ρυθμό μαρς
Προετοιμάζει πένθος και άλμα

Όμως όλα εν τέλει
Θα συμβούν αυτεπάγγελτα –
Θυρωροί μιας αόρατης πόρτας
Θα κλείσουν με κρότο απέξω
Μιαν αθωότητα τώρα
Χοντρή, γαριασμένη, ρακένδυτη

.

ΜΙΚΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ (2023)

I
ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
ΑΝΑΜΟΝΗ

Φευγαλέα, σιωπηλά, αναπόδραστα
Δρομάκια κάτω από στέγες περπατούν
Λωρίδες πασχαλιών οι επιτάφιοι γλιστράνε
Με το λειρί στρώνει σεντόνι ο πετεινός
Για ν’ αρνηθεί αυτό που κάποιοι σάβανο
Το λεν, και άλλοι
Πόρπη καθαγίασης τραυμάτων

Παράμερα, παλιός σε τροχοφόρο κουρνιαχτός
Μ’ εαρινό τροπάρι τιτιβίζουν εραστές
Σιάζουνε ρούχα και μαλλιά, όταν
Η Ανάσταση πισώπλατα ορμά, ενώ εκείνοι
Πλήρως ανθηροί μ’ ένα στιλέτο για κερί
Απ’ το παρμπρίζ την αναμένουν

ΜΕΤΑΦΟΡΑ

Των φίλων του χαρταετού στο Ναύπλιο

Κορδέλες χρεμετίζουν σ’ άλογα λευκά με ανθοδέσμες
Της πανηγύρεως ανάμνηση γοήτρων ευτελών
Για ευσταλείς νυμφίους σε πυρά μελλοντική
Η ραψωδία παράφωνη χαλνούσε από τότε το τοπίο
Σ’ αστραφτερά οχήματα με κόρνες ελαφιών
Κυλούσε ριζικό σε τούλια και ταφτάδες

Όσο κι αν αλαφροπάτησε η φενάκη
Ξυράφια εν τέλει χαράξανε πορείες
Χωρίς το πέταγμα χαρταετών
Στο Ναύπλιο την Καθαρά Δευτέρα
Όταν απολωλότες μιας εποχής λιωμένης
Το ’90 αθρόα κλαίγαμε, γελούσαμε
Μ’ αλατισμένα μάτια σ’ αμμοθύελλα
Ασκήσεις μέτρων και σκυλάδικα ρεφρέν
Κούρδιζαν το λαρύγγι όπως λατέρνα στο μπουρίνι

Μικροαστοί ευήθεις αλέθαμε όλες τις φωνές
Αρκούσε τότε ένα κουλούρι με σουσάμι –
Μεταφορά στεφάνων δόξης και τιμής –
Η κυριολεξία κοκέτα προφανώς:
Έβαλε κροκάτη ανάσα στην αυγούλα
Και κάρφωσε κυνόδοντες σε αμπαλάζ
Με αφρολέξ και με παγιέτες σ’ ό,τι
Φυλάξαμε αφίλητο απ’ το πένθος

Μια εφηβεία, αργότερα, μάς πήρε
Το εννοήσαμε κι αυτό

II
ΕΡΗΜΗΝ
ΚΥΚΛΟΣ

Δηλητηριώδες στο σύμπαν μανιτάρι
Αλαλάζει ρυθμούς λιγόθυμης μανίας
Ύστερα μέδουσα-ερωμένη
Αγκαλιές με πλοκάμια προτάσσει

Όλα μια στιγμιαία απότιση τιμής
Στον έρωτα που χαίνει εγκοσμίως απόκοσμα
Όλα σε μιαν άγνωστη αρχή επανέρχονται

Αποσπασμένη από ύλη
Διασπασμένη σ’ ουσία

Σε αυτοάνοση θλίψη
Γερμένη αυτάρεσκα
Στο αιέν, στο μηδέν

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Πυρωμένα μαλλιά σε βράχια γαντζώθηκαν
Εκκρεμείς υποθέσεις απλώθηκαν έτσι
Σε δέρμα λευκό από λοστούς αναμμένο
Με γλώσσες φωτιάς κι αλαλίας κάθε φύσης
Που έξω απ’ το σώμα της βρέθηκε θύμα
Μανίας μ’ αφρούς από λύσσα στα σκέλια

Αν και οι Βάκχες έχουν λύσει το θέμα
Πριν λαλήσουν τρις οι φονιάδες γυναικών
Με πύρρειες νίκες, καβάλους ιππεύοντας-
Άγρια Δύση σε λιόγερμα πάθους και σβουνιές
Ροζ αλόγων, λαβάρων της λαβ στα ενύπνια

Αυτή με θανάτου απόθεμα άλειφε λιώμα
Πυγολαμπίδες στα μαύρα μυαλά τους
Όταν ο γίγας πατέρας στροβίλιζε βράχους
Στο κρεβάτι σαν στρώμα, και μ’ ένα λεπίδι
Δάχτυλα έπαιρνε στους μαστούς των μανάδων

Υ.Γ.: Ο μύθος θέλει τις μανάδες Μαινάδες

ΙΙΙ
ΣΑΒΑΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ
ΡΟΜΑΝΤΙΚΟ

Βρέχει πανσέληνο μεδούλια, στων πίλων τα κεφάλια
απλωτές, λερώνουν σελήνη στα παλτά
Ο άνδρας κυανόχρωμος πορεύεται, με τα παπούτσια
του στη χόβολη εθεάθη – έβαλε ακτινογραφία του
η γυναίκα για κορνίζα, εκοιμήθη, έμαθε τα νέα
Με στάχτες μελιστάλακτος τον ιατροδικαστή ρωτούσε
αν η σκιά μπρος στον καθρέφτη ήταν αυτός,
κατηγορούμενος ή πτώμα

Μήτρες κροτάλιζαν τους λώρους στα σαγόνια
Φάνηκε κι ένα χάδι από κουκούτσι σταφυλιού
Για κράτημα στο ενύπνιο

ΒΟΛΤΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΟ

Το σώμα σουρωτήρι – παραισθήσεις έρωτος εξέχουν
χαλαρά, κ’ η γυναίκα συλλέγει απ’ το χώμα φτυμένες
συλλαβές- φασκιώνει τις κούφιες κόγχες των ματιών
της. Μ’ ένα λαμέ γάντι μπαρκάρει πιρόγες στον ορίζοντα
σε πρασινόγλυφο υγρό που ρέει από μια τρύπα.

Ίσως και να μην είναι όμως τρύπα αλλά στόμα ημιθανές
και φοβικό, είτε απ’ το πολύ αλκοόλ, το μπούκοβο είτε
κι απ’ τα πιράνχας που θρέφει ο άντρας στο στομάχι.
«Είσαι μια υδρορροή νοήματος που σ’ έχει, Ευρήθιε,
σφραγισμένον!» ψελλίζει η γυναίκα.

Τυφλά ψάρια πλημμυρίζουν το δωμάτιο, χοροπηδούν
στις πολυθρόνες’ ζητούν από το τσοπανόσκυλο τον
Φρέντυ έναν περίπατο στο πάρκο για λίγο οξυγόνο. «Ας
μας φορέσει ο σκύλος και λουρί», τα ψάρια λένε, ενώ ο
Φρέντυ τούς δένει στον λαιμό ένα σκοινί.

Αυτά εν τη θυσία σπαρταρούν, «δεν μας πειράζει, δεν
πειράζει, αρκεί που, Ευρήθιε, θ’ αρχίσεις πλέον να μιλάς,
έστω και με τα μάτια, Ευρήθιε, πλέον θα μιλάς!».

Πετούν τα ψάρια; Ναι, πετούν!
Πετάει κι ο Ευρήθιος; Πετάει!

IV
ΜΙΚΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ
Η ΦΩΝΗ ΣΟΥ

Δυναμίτες στοργής στο κούτελο των βράχων
Φερέφωνο ιλίγγου σε στάλες βροχής
Αγχόνη αμνών στον λήθαργο του ανέμου
Ευχέλαιο μέλισσας στις ποδιές της γύρης
Θρύμματα ανθών στο λίκνισμα της πάχνης
Χρυσόμυγες λίβελου στις πέτρες της Πνύκας
Βλέφαρο αχινού στην ασπίδα του μήλου
Χειμώνες αλέκτορος στο χνούδι του ροδάκινου
Μαρμελάδα λεμονιού στα κρουστά του πολέμου
Νότες κοβαλτίου στην τσουλήθρα των παιδιών
Βιολί ρυακιού στην πιέτα της βεντάλιας
Περόνες αλατιού στη μήτρα του ήλιου
Τρέμουλο άμμου στο παγκάρι της νύχτας
Σκεπάρνι φιλιού στην κοιλιά της σελήνης
Φτερό προδοσίας στο ενύπνιο του λύκου
Όστρια τέλους στη βραχνάδα τ’ αλύσου
Αλέτρι αντί ου στις γαλάζιες κουρτίνες
Πιρουέτα αργαλειού στο πανωφόρι της λήθης
Η φωνή σου, η φωνή σου
Ανέσπερο τρομπόνι στην κοιλιά του Βεδουίνου
Αγκίστρι της ερήμου και κολυμπήθρα της λέξης

V
ΡΟΥΜΥ
II. ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ

Ήμαστε οικολόγοι με πνεύμα φειδωλό, κι ένεκα ψυχικής
τελείωσης και παραδείσιας λαχτάρας δεν
επιβαρύναμε ποσώς τα κρατικά νοσοκομεία πάνω
στην ανάγκη
Όλα υπήρξαν μπαλώματα οικοτεχνίας στο σαλόνι
από μπομπίνες στα χρώματα της ίριδας, κάθε
σαιζόν φορούσαμε στα τραύματα τις μόδες
Οι ειδικοί μάς θεωρούσαν υγιείς ένεκα των χρωμάτων
πασαρέλας, κι όσες φορές προστρέξαμε σε πανικό,
μας δείξανε την πύλη άρον άρον, άρετε τον
κράββατον, μην απασχολείτε τον διάδρομο
Αναζητούσαμε έναν χώρο θαλπωρής με άρωμα
φορμόλης, έξω βρομούσε ο χρόνος στα σκουπίδια,
όμως εμείς, πασάδες με ναργιλέδες στα Επείγοντα,
άρον άρετε τον κράββατον σας άρον άρον

Ήταν τα ξημερώματα όμως που δίναμε τόπο στην
οργή και στο οδόστρωμα, όταν μας άπλωναν
κομπρέσα ένα χάδι μ’ ένα γάντι, μια φλούδα από
πορτοκάλι, μια μπότα, μια κόρνα, μια ρόδα από
καουτσούκ, ένα τσουρέκι με λιωμένη σοκολάτα
Γλειφόταν η σελήνη φθονερή και παχουλή, εμείς
παίρναμε δρόμο αφήναμε πληγές, νομοταγείς εν τέλει
υπήρξαμε, μια κι άρρωστοι αποθέσαμε στους
ώμους επανάσταση

Μ’ ένα ασθενοφόρο περιφέραμε στην πόλη τον όγκο
της υγείας, και στρίγκλιζαν σειρήνες
Κόσμος πολύς που ξύπναγε μάς έραινε ξινίλα, άρετε
την αρά σας άρον άρον, ξερνούσε τα ρο και τις
ρωγμές του απ’ τα μπαλκόνια, ροδοπέταλα
Μια νύχτα από τις τόσες, κάποιοι άνοιξαν τις πόρτες
του οχήματος, έδεσαν το φορείο πίσω μ’ αλυσί-
δες, σαβανωμένο μ’ άμφια λευκά σερνόταν στην
πίσσα και στα λάδια της ασφάλτου
Εμάς βούλες στο μπλε του κοβαλτίου μάς γυάλιζε η
σελήνη σε τζαμαρίες μαγαζιών, με την ταχύτητα
φωτός τρέχαμε ανέμελοι στα έκθαμβα μάτια των
ανθρώπων, μας παίρνανε για θαύμα, άλλοι για
ζωγραφιές του Francis Bacon
Αλλά η σελήνη, πιο σοφή, απηύδησε απ’ τις τόσες
παραισθήσεις, ώσπου ανακάθισε στα βλέφαρα
πηχτή, κι έληξε η τραγωδία της φενάκης

Οι άνθρωποι, τυφλοί απ’ το πολύ το φως, σ’ εμβρυακή
κατάσταση αλυχτούσαν απειλές, επαναστάσεις,
προσευχές, όλη τη νύχτα
Εμείς σταθμεύσαμε, πήραμε παγωτό, αφήσαμε το
ασθενοφόρο μονάχο στον κατήφορο, καθότι
έχουμε εμπειρία στους στήμονες της μοίρας
Γυρίσαμε σπίτι με τα πόδια, όχημα εκλάπη,
αναφέρθηκε στα νέα, σειρήνες διέσχισαν την πόλη,
ενδιαμέσους διαφημίσεις, τρελοί διέσχισαν την
πόλη, και τελεία
Νιώθαμε άτοποι και άκρως υγιείς και άτρωτοι και
ανοιχτοί, εφηύραμε χαμογελώντας τον χώρο μας,
το υ στα δόντια του Ρουμύ

.

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ (2019)

Ποίηση
σε πέντε πράξεις και αυλαία
ΠΡΩΤΗ ΠΡΑΞΗ
Νύχτα στην Πύλη του Μεγάλου Ρανιλάου
ΙΙΙ

ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΑΓΟΡΙ, ο αγέννητος Ορέστης, με μαύρο
Κοστούμι κυριακάτικο, εμφανίζεται από την ίδια πόρτα,
πίσω από τον άντρα, και τρέχοντας προσφέρει ένα μαχαίρι
στη γριά. Φωτίζεται από το ίδιο διάφανο μπλε φως. Στέκεται
πίσω από τον άντρα, τον κοιτάζει. «Ήρθα», του λέει.
Ήχος από σαξόφωνο. Το αγόρι θυμάται: «Ώρα Αιώνων. Τικ
τακ, τικ, τακ, ψύχος ραντίζει δευτερόλεπτα στους δείκτες,
διαπεραστικό σαξόφωνο ψελλίζει πούπουλα πάνω στην
κοιλιά τους, σσσς… ριγεί η νύχτα κι ο χρόνος αλλάζει το
πλευρό του. Ένα αγέννητο αγόρι, κοιμισμένο, κολυμπά σε
παραδείσια νερά, ακολουθεί αμέριμνο το ρεύμα των Ερώτων,
ανοιγοκλείνει τα σαγόνια του αργά, για το αλάτι πρώτα,
την άλλη για το ιώδιο, το χρώμα…»
(Ο αγέννητος Ορέστης στρέφεται στη θέλμα).

ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡΑΞΗ
Φωνές στην Πύλη του Μεγάλου Ρανιλάου
Η ΑΦΗ

Πόλη με τα καμένα σπίτια –
στις πόρτες του μπόγια τ’ άλικο
για σκύλους και μωρά κρατάει το ίσο
σε γριές που φτύνουν κλαρωτές μοίρες
στην παλάμη και γανώνουν με γκρίζο
τον θυμό για ένα χελιδόνι που ζευγαρώνει
ανεπίδοτες προκλήσεις στην πλάτη
της κουτσής μου γάτας της Χαρίκλειας, ενώ
«κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω»[i]
με λεμονανθούς και καρυάτιδες τα βαλσαμωμένα
δάχτυλα, γιατί αρχαίος προφήτης η αφή τρυπώνει
μ’ ένα ξυράφι στο κεφάλι μου τις νύχτες
κ’ απενεργοποιεί τον εφιάλτη πως η απώλεια
ξυπνάει γεμάτη μόνο στο σκοτάδι

ΒΙΝΥΛΙΟ

Ρέει μελάνι από την κούπα της σουπιάς
ο Αχέροντας πικρός ρίγη σε κάτοπτρα αειθαλή
στο ταβερνείο του μας πίνει
Η δαντική βελόνα αλυχτά για μουσική
στη βαρκαρόλα της στροφής
και για κουπί, από την κρούστα μέσα μας,
μια τρύπια φτέρνα ο Κέρβερος
στο στόμα του σκεβρώνει και τη φτύνει

Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή
κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός
ανδρώνει ήλους μελανούς
τυφλός ο ξένος μέσα ν’ ανατείλει

ΤΡΙΤΗ ΠΡΑΞΗ 
Βατόμουρα και πεθαμένα τζιτζίκια μιας ωραίας εποχής
ΙΙΙ

ΟΡΕΣΤΗΣ: Αλήθεια, Θέλμα, τι φορούσες την ημέρα που
άρχισαν να πέφτουν κουφέτα στην πάχνη; Έχω ξεχάσει απ’
την τόση ομίχλη που απλώνεται εδώ γύρω κι εμποδίζει τον
Χρόνο να πατήσει στο χώμα γερά. Το μόνο που θυμάμαι
είναι δυο μπεζ φτερά από ένα καπέλο —ήταν στ’ αλήθεια
καπέλο ή τίποτε άλλο;- γραπωμένο σαν σκιουράκι ορφανό
στο μεγάλο πλατάνι.
Κι ύστερα, θυμάμαι καλά πως, όταν γυρνούσαμε σπίτι,
κρατούσαμε πέστροφες μέσα στα δόντια γερά, τρέχοντας
χωρίς πόδια και χέρια, γιατί σκόρπια αγκαλιάζαν τον
πατέρα, που βρισκόταν σε κίνδυνο μεγάλο, έτσι νομίζαμε εμείς
Σήμερα, νιώθω πως τα χέρια του μόνον βλοσυρή
προσευχή μού αγγίζουν τα πόδια, όταν ιπτάμενο ψέμα πετάω
πάνω απ’ τη λίμνη φυσώντας στα σύννεφα εικόνες με μπαλόνια
και δράκοντες που αγιάζουν τη φρίκη.
Θυμάμαι πως πάντοτε είχες τη βραχνάδα της πέρλας
απ’ τους καπνούς που βγάζαν τα κορμιά μας· αναδεύονταν
στις όχθες της λίμνης καμένα απ’ τα φυτίλια της έλλειψης,
που αγνοούσε πως τα σπλάχνα της πέτρας γουργουρίζουν
θανάτου ηδονή, σαν αγγίξουν ξεραμένους λωτούς στ’ αχαμνά
της συνείδησης.

VI 
ΝΟΣΤΟΣ

Λινό παλτουδάκι χνώτο φουριάζει
στις ψιχάλες του ανήμπορου Θέρους
Βαμβάκι σε κάστανο κάμπου
αγριεύει το σκαμμένο του χώμα
Μ’ άνεμο-λέοντα άλγος λυγάει τα όρια
κι ο νόστος δεν βλασταίνει πουθενά
Αναδεύει μόνον τα φρούδα μ’ αλάτι
και μωρά σε φορμόλη από άμμο
ρώγα Θάλασσας νέγρας μαδάει
κουρσεμένης απ’ την αλ-άτη του νου

ΤΕΤΑΡΤΗ ΠΡΑΞΗ
Επιστροφή
ΤΟ ΚΟΥΜΠΙ

Μας περιμένουν ώρες οι νεκροί στα ξύλινα κρεβάτια
με το χαμόγελο του λύκου Τη δαντέλα της φωτιάς
Απέριττοι Αυτάρκεις στη ζέση του εσχάτου ασπασμού
Την προδοσία σαν άχνη ξεφυσούν απ’ τα ρουθούνια

Λάζαροι πλαστικοί μ’ ένα κουμπί στα χείλη αιωρούνται
ραμμένο νήμα σ’ αυταπάτες Ξηλώσανε οι λέξεις

Άδικα οι προδότες δεν αναστήθηκαν στη γη

ΜΟΝΟΣΑΝΔΑΛΟΣ

Ο θόρυβος μίας μικρής πυγολαμπίδας
το σώμα στην αποσύνθεση αναδεύει
Από έλλειψη πίστης στην απώλεια
ίσως από υπερβολική ελπίδα
στην επιστροφή του απωθημένου
την κάσα κουβαλάει μονοσάνδαλος
Εκλιπαρεί για το άλλο του σανδάλι
Να βρει γυαλιά, καθρέφτες και νυστέρια
π’ αστράφτουνε μονάχα σκάβει

Πώς ακονίζουνε τις γάγγραινες θυμάται

ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΑΞΗ
Patella ferruginea
ΙΙΙ
ΒΑΣΙΛΙΚΕΣ ΔΙΑΔΟΧΕΣ

θυμάσαι τα πλατιά περβάζια, όπου ’παιζες θέατρο,
μικρή Μονρόε, με καμπανούλες μοβ γι’ αστράγγιστο
διάκοσμο κάτω απ’ τις πατούσες, το παιδικό τραγούδι
φώτιζε στο πρώτο α το λα το ο με λάμπα όξινου φωτός
στην ξύλινη κολώνα;

Μώλωπες σε κενά καθίσματα ξεφλούδιζαν
απ’ τα τρεχαλητά της λιανομαρίδας στα σοκάκια
Τα κομφετί των ιαχών δείλι ανοίγαν τη σκηνή
Με την πυγμή του αφρού στα γόνατα
ληγμένη υποκλινόσουνα, Μονρόε

Έτρεχες σε καρό πανί να τυλιχτείς
με την πορφύρα της ρωγμής του κορακιού
άπνοια αρχοντική να καταπιείς
στα κλάματα της σούπας

Χωρίς βασιλικές διαδοχές
χτυπούσε όλη νύχτα η κολοκύθα στα ρολόγια
κ’ η μεταμόρφωση ουραγός στα πόδια του βατράχου
έπαιρνε τη σκιά σου στο κυνήγι σε θέση ύπτια νεκρής

Ξημέρωνε εξαφάνιση η γη

ΙV

ΟΡΕΣΤΗΣ: Η νύχτα, είναι αλήθεια, ούρλιαζε τα χρέη, και
το πύαρ της λύκαινας μας μπούκωνε με κίτρινη απουσία
στο σπίτι όσο ο πατέρας έραβε ενύπνια δράκων στη φούντα
τον χρόνου. Και τότε βλέπαμε, Θέλμα, φωτιές να βγαίνουν
απ’ το στόμα της λίμνης, και η πόλη να γίνεται στάχτη.
Αυτός ήταν ο δράκος της πόλης και δικό του το άλογο που
κατέβηκε στην Πύλη του Μεγάλου Ρανιλάου. Γλιτωμένος
χι ακέραιος είναι πια οπτασία, για να βρίσκουμε λόγια να
μιλάμε γι’ αυτόν!

ΑΥΛΑΙΑ
ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ

Αόρατος στο μπαλκόνι αιωρείται ο φραμπαλάς της δεσποινίδος
Φαίδρας Με καμουτσίκι δαμάζει την κυκλοφορία αόρατη
κι αυτή Ένας αέρας κρεμάει τα πύρινα μαλλιά της στο σύρμα
της βεράντας Στο πρώτο φανάρι αριστερά καλπάζει πλέον
φαλακρή, χωρίς κανέναν δισταγμό, επάνω στον μηρό μίας
τσουκνίδας Ακούει, αλλά δεν βλέπει τη μητέρα να σέρνει
μία κουρελού, μια επανάσταση, μία κουτάλα, σιρόπι από
μανταρίνι και μία λέξη εντελώς συρρικνωμένη, που κάνει
τη δεσποινίδα Φαίδρα να μυρίζει λευκό νεκροτομείου,
αλλά να σκέφτεται τη λέξη «κήπος». Πίσω απ’ τους λόφους
ο ήλιος χτυπάει γκέμια και χρεμετίζει πορτοκαλένιο το
τοπίο Στον κήπο με τις κολοκύθες η δεσποινίς Φαίδρα
έκανε πάντα προσευχή Γλιστράνε τότε μέσ’ απ’ τα πόδια
της ένας ποντικός, ένα σπουργίτι, ένα καρύδι, αίμα, κι ένα
πλαστικό μάτι με κόρη από κιμωλία ζωγραφίζει στον δρόμο
αυτοκίνητα Αντιλαμβάνεται πως στέκει μόνη στη βεράντα
Ένας εκατονταετής λυγμός χύνεται απ’ το πλυσταριό υπό
μορφή κορδέλας κι εύσαρκος πλέον καταλήγει στις ρόδες
μιας μοτοσυκλέτας

Η δεσποινίς Φαίδρα είναι αυτόχειρ
χειρουργός της ανοχής της
Φρέσκο συμβάν συμβαίνει
η ίδια εκτός της ίδιας σε θέση πιρουέτας

Κι ο χρόνος κληρονομιά μυστηρίου αυτεπάγγελτου –
Ένας σκαντζόχοιρος με παπιγιόν κάτω απ’ τις πατούσες

[i] Με αφορμή τον στίχο «κρεμώ κομμένα χέρια στους τοίχους, στολίζω» από
Το ποίημα του Μανώλη Αναγνωστάκη Κι ήθελε ακόμα.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΜΙΚΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΝ. ΛΥΜΠΕΡΗ

Περιοδικό Χάρτης – Αρ. Τεύχους: 62 Φεβρουάριος 2024

Το υποσυνείδητο μάς δείχνει τους δρόμους του για τη ζωή και για την τέχνη

Η γραφή λέγεται ότι επιδιώκει την τάξη στο χάος των πολλαπλών σκέψεων, των αισθημάτων, των εμπειριών ενός ατόμου, το φιλτράρισμά τους, την αποκρυστάλλωση ώστε να γίνεται κάθε φορά απολύτως κατανοητό το περιεχόμενο της συνείδησης από τον εαυτό πρώτα και από τρίτους μετά. Ωστόσο το ρεύμα του αμιγούς σουρεαλισμού δεν ενδιαφέρθηκε για την προβολή προς τα έξω ενός λόγου προς συνεννόηση, όπως είναι εκείνος της καθημερινής γλώσσας, αλλά πώς θα ανασύρει το περιεχόμενο του ασυνειδήτου, του ονείρου, της φαντασίας, ακόμα και της επιθυμίας και πώς θα αναδείξει ως κυρίαρχο στοιχείο στη γλώσσα την έκπληξη ή και την πρόκληση κάποτε, ξεφεύγοντας εσκεμμένα από τα καθιερωμένα, αλλά και από αυτή την απαίτηση του ελέγχου από τη λογική τόσο του υποκειμένου, όσο και του κειμένου.
Βεβαίως στη μεταϋπερρεαλιστική εποχή, έχουν κρατηθεί κάποια γόνιμα στοιχεία, όπως η απρόσμενη χρήση της γλώσσας, η παράθεση ασύνδετων εικόνων που συμβάλλουν στην όραση του κόσμου με ένα εντελώς καινούριο βλέμμα, η ερμηνεία των γεγονότων του περιβάλλοντος από το υποκείμενο με ψυχολογικούς όρους. Σε αυτό το ρεύμα κατά βάση ανήκουν και τα εγχειρήματα της Ιφιγένειας Σιαφάκα να δομήσει το δικό της ιδιαίτερο ποιητικό σύμπαν δια μέσου μιας εξαιρετικά ελλειπτικής γραφής με κατακλυσμιαίες εικόνες, παραστάσεις και σκηνές που μεταβάλλονται διαρκώς και με ανοίκειες συνδέσεις αντικειμένων, γεγονότων, χρονικών περιόδων, σκέψεων. Με αυτά τα ευρήματα η ποίηση της καθίσταται ένα συμπαγές προσωπικό κειμενικό σώμα όπου από μικρές διανοίξεις προβάλλουν κάποιες γνωστές αποτυπώσεις της καθημερινής πραγματικότητας (αίφνης «ένα σκισμένο φανελάκι» ή «μια γόβα με φούξια στρας» ή «μια φλούδα από πορτοκάλι…μια ρόδα από καουτσούκ, ένα τσουρέκι με λειωμένη σοκολάτα»), που η μνήμη της επαναφέρει από την παρελθούσα ζωή της, συνδεδεμένες με άλλες της φαντασίας και του υποσυνείδητου σε ένα αξεδιάλυτο σύμπλοκο («νυφίτσες αγκαλιάζουν λαμέ ποντίκια φτερωτά, χορεύουν βαλς σ’ έναν λοφίσκο ροζ με πούπουλα και ουροβόρα φίδια μυθικά»). Είναι σαν να κυλούν με ταχύτητα οι συνεχείς και εναλλασσόμενες εικόνες ενός φιλμ. Ο τρόπος αυτός γραφής βέβαια απαιτεί πολλαπλές αναγνώσεις και τη μεγίστη εστίαση της προσοχής ώστε να μπορέσει να εισχωρήσει κάποιος στα ενδόμυχα της γραφής και των προθέσεων της ποιήτριας. Το αποτέλεσμα όμως δεν είναι χαοτικό, όπως στον καθαρό πρώιμο σουρεαλισμό, είναι φανερή σε αυτή τη συλλογή η λογική οργάνωση των πληθωρικών αποσπασματικών εικόνων σε συγκεκριμένο κάναβο. Αν και δεν μπορούμε εύκολα να παρακολουθήσουμε όλα τα ποιήματα ανιχνεύοντας τις λεπτομέρειές τους, είναι φανερό ότι είναι μια ποίηση τραυμάτων, εφιαλτών, προδοσίας ερωτικής, πένθους εν τέλει, που κάποτε κρύβονται και άλλοτε φανερώνονται μέσα από τις περιελίξεις της γλώσσας.
Πράγματι ως προοίμιο της πρώτης ενότητας της συλλογής αυτής που είναι δομημένη σε πέντε συνολικά ενότητες και η οποία ονομάζεται ερωτική οικονομία τοποθετεί υποβοηθητικά των νοημάτων της τα εξής: «απαλά στα σεντόνια σπαργανώνει/ με ρυτίδες η μνήμη/ φάντασμα ερώτων – εμένα/ νάρκισσο νεογνό/ μελανιασμένο απ’ το θρήνο ερήμην». Αμέσως ο χρόνος των ποιημάτων ορίζεται στο παρελθόν με τον έρωτα φάντασμα, πεθαμένο δηλ. και αποτυχημένο. Η μνήμη ανακαλεί θραύσματα παρωχημένων εικόνων και επιχειρεί την ανασύνθεσή τους προσπαθώντας να καταλάβει, να εξηγήσει, να ταξινομήσει, να θεραπευτεί πιθανά από το πένθος. Η γλώσσα της επιθυμίας είναι παρούσα στην ενότητα αυτή αλλά και σε όλο το βιβλίο, καθώς ο σουρεαλισμός πάντα υπερθεματίζει τις φροϋδικές καταβολές του. «Εραστές, ερωτιδείς, σπέρμα, «όρχεις και αιδοία», «αφρισμένοι οργασμοί», «στύση γαλαντόμος» και παρόμοια. Ο άντρας βέβαια παρουσιάζεται με ελλείψεις και αδυναμίες, ιδωμένος από τη θηλυκή πλευρά. Τα κατά τόπους σύμβολά της επίσης είναι δυσοίωνα, πχ ο Κοντορεβιθούλης (πρόσωπο που κινδυνεύει να χάσει το δρόμο του) ή η Κοκκινοσκουφίτσα (που καταπίνεται από το λύκο), ο Οδυσσέας (που οφείλει πάντα να επιστρέφει).
Στην επόμενη ενότητα Ερήμην θα συναντήσουμε και οντολογικές σκέψεις, ότι και το σύμπαν ολόκληρο ενέχει το ερωτικό στοιχείο και όλα τα διασπαρμένα κομμάτια του επανέρχονται σε μια άγνωστη άυλη αρχή. Εδώ αρχίζει να φτιάχνει ιστορίες, αφαιρετικές μεν και πάλι, όμως με πιο συγκεκριμένο σχεδιασμό και κατάληξη στων οποίων το νόημα είναι πιο εύκολο να εισχωρήσει κανείς αφού ο λόγος αποδίδεται με πρόζα ποιητική. Μια εναλλαγή λοιπόν μουσικών κομματιών και πρόζας, θέλοντας προφανώς να αναμείξει τα είδη. Πράγματι, καθώς σκεφτόμουν ενδιάμεσα ότι τα πεζόμορφα αυτά κομμάτια θα μπορούσαν άνετα να βρίσκονται και σε ένα βιβλίο αφαιρετικών διηγημάτων, μαθαίνω από τις τελευταίες σελίδες του βιβλίου ότι κάποια από αυτά είχαν περιληφθεί σε παλαιότερο βιβλίο της με αφηγήματα και απλά αναδημοσιεύονται στην παρούσα συλλογή μετά από κάποιες διορθώσεις. Εδώ βεβαίως αποδεικνύεται και η προσπάθεια για τη μεγαλύτερη δυνατόν γλωσσική τελειότητα με τους όρους βεβαίως της προσωποπαγούς ποιητικής της. Ωραίο και το θέμα της γυναικοκτονίας.
Στην επόμενη ενότητα «Σαβάνα στο κεφάλι» η ζούγκλα ρέει μέσα από το πλαστικό καπέλο της γυναίκας, οι συνειρμοί μας πάλι όμως στρέφουν την προσοχή στην ομοηχία των σαβάνα – σάβανα, δηλωτικό και αυτό εδώ των καταστάσεων απώλειας και πένθους.
Στην παραπέρα ενότητα «Μικρό μνημόσυνο ερωδιών στις λέξεις» που αποτελεί και το γενικό τίτλο της συλλογής, και πάλι φαίνεται η ότι η συλλογή είναι κατά το μεγάλο της μέρος αυτό που είπαμε και πάρα πάνω, ένα μνημόσυνο σε μια ερωτική ιστορία (ή και σε περισσότερες όταν η αφήγηση γίνεται τριτοπρόσωπη, ενώ προηγουμένως είναι εξομολογητική). Εδώ με αυτούς τους τίτλους ακριβώς θα υμνηθούν ποιητικά το μάτι, η φωνή του αγαπημένου, το χέρι που «αγγίζει τους μοβ πανσέδες της κοιλιάς», το όνομά του ακόμα.
Στην τελευταία ενότητα «Ρουμύ» εντυπωσιάζει το ποίημα «κεκλεισμένων εραστών» (σε αναλογία με το γνωστό κεκλεισμένων των θυρών, δηλώνοντας μια ερωτική ασφυξία ίσως). Δωμάτια με ερωτικές σκηνές αλλά «πέρασαν χρόνια», «ησύχως συσσωρεύτηκαν ο βίος και η σκόνη», τα γεγονότα είναι παρελθόντα. Ο θάνατος του γάτου και η ταρίχευσή του σηματοδοτεί το θάνατο και την αποτυχία του έρωτα και την ταρίχευσή του στη μνήμη, μέσω της οποίας όμως μπορεί να αναδυθεί στην επιφάνεια της συνείδησης.

Η ποίηση της Σιαφάκα εντυπωσιάζει με τον πλούτο των εικόνων και την ευρηματικότητα των διατυπώσεων που ωστόσο δεν είναι καθαρά διακοσμητικές αλλά κρύβουν διάφορα επίπεδα συνδέσεων συνειδητής και ασυνείδητης συνομιλίας. Η γλώσσα διατρέχει όλους τους ψυχικούς και νοητικούς τόπους και τις εμπειρίες της ποιήτριας, αποδεικνύοντας την αφθονία της. Πολύ συχνά γίνεται ένα παιχνίδι με τις σημασίες συγγενών ηχητικά λέξεων (πχ έρωτες – ερωδιοί), αφού η γλώσσα αντλεί και από τις δύο πηγές. Η ασυναρτησία του χρόνου και η σχετικότητα του χώρου, η ρευστότητα των αισθημάτων, η αποτυχία των σχέσεων αναδύονται μέσα από την ποίηση αυτή. Ακόμα παρατηρήσεις συμπεριφορών, ανιχνεύσεις στοιχείων του χαρακτήρα, αποδομήσεις και ανατροπές των καθιερωμένων και μια ματιά οπωσδήποτε φεμινιστική. Ανάμεσα στα κυρίως θέματά της με μια υποδόρια ειρωνεία ―και με χρήση συχνά της καθαρεύουσας― καυτηριάζονται καταστάσεις της καθημερινής ζωής, ενώ ο σαρκασμός κάποτε περιλαμβάνει και τον εαυτό. ( «δεν επιβαρύναμε τα κρατικά νοσοκομεία» ή «μεταφορά στεφάνων δόξης και τιμής» ή «επάνω σε σκοινιά για τα πλυμένα, σε πολυέλαιους, κολόνες, πλατείες Δημοσίου, κοινοβούλια, εκκλησίες – ακμάζουμε σε πρωθύστερους θανάτους, αφού εκεί νομοθετήσαμε τάξη και χαρές». Το χιούμορ όμως κατά τόπους ελαφραίνει το βάρος των αφηγήσεων. Εξ αιτίας της ελλειπτικότητάς της ίσως δεν είναι μια ποίηση για τους πολλούς (και μήπως γενικά με την ποίηση δεν συμβαίνει αυτό;), αλλά πολλές φορές την τέχνη δεν είναι ανάγκη να την καταλαβαίνει και να την εξηγεί κανείς ―ακόμα και στα πλαίσια ενός κριτικού σημειώματος― αλλά απλώς να την αισθάνεται. Γιατί οι λέξεις και ο τρόπος των συνδέσεών τους είναι φορείς ενέργειας και γνωρίζουν πώς να επιδρούν πάνω στην ψυχή. Εδώ θα θυμηθώ και έναν στίχο από το παλαιότερο βιβλίο της με τίτλο Μετάlipsi: «Από το ακατάληπτο προέρχεται η σοφία.» Το υποσυνείδητο μάς δείχνει τους δρόμους του για τη ζωή και για την τέχνη

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

www.staxtes.com 12/06/2023

πολυγραφότατη Ιφιγένεια Σιαφάκα επανέρχεται με μία ακόμα ποιητική συλλογή. Η αισθητική της έκδοσης, προϊδεάζει τον αναγνώστη με την έξοχη φωτογραφίας του εξωφύλλου (από τον Vincent Lempereur). Η συλλογή διαρθρώνεται σε πέντε διακριτά μέρη Ι. ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΙΙ. ΕΡΗΜΗΝ, ΙΙΙ. ΣΑΒΑΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΙV. ΜΙΚΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, V.ΡΟΥΜΥ, ενώ ο ρόλος των μαύρων διαχωριστικών φύλλων του βιβλίου ενισχύει την αυστηρά δομημένη σύνθεση με διακριτό τρόπο. Πρόκειται για ποιητικές συνθέσεις και ποιητικά κείμενα, τα οποία συχνά ασπάζονται την τεχνική της μικρής φόρμας, όπου ο μοντερνισμός, η σουρεαλιστική ατμόσφαιρα και οι ισχυρές υπερρεαλιστικές καταβολές της ποιήτριας δανείζονται στοιχεία από τον μαγικό ρεαλισμό για να συνθέσουν την ποιητική που η Ι. Σιαφάκα μας συστήνει στην «Ερωτική οικονομία», «Απαλά στα σεντόνια σπαργανώνει/ με ρυτίδες η μνήμη/ φαντάσματα ερώτων ‒ εμένα/ νάρκισσο νεογνό/ μελανιασμένο απ’ τον θρήνο/ κι ερήμην» (σ. 9). Η νύχτα, αρωγός, συντροφεύει την ποιήτρια στην ανάδρομη αφήγηση, καθώς η αμβροσία αντιστέκεται στον εφιάλτη και η αρμύρα ταυτίζεται με τη συνείδηση, που καίει τις αναμνήσεις. «[…]Τα χείλη μ’ αμβροσία απ’ τον ιδρώτα κάποιου εφιάλτη/Αγκαλιασμένους σ’ αιματοχυσία ρητορείας/Για την αρμύρα στο έγκαυμα και τη συνείδηση στο χάος.» (σ. 11).

Πρόκειται για μια υπαρξιακή καταβύθιση, με την ιδιαίτερη ματιά της ποιήτριας η οποία δομεί το ποιητικό της σύμπαν με βατήρα τη βαθιά λογοτεχνική μελέτη, η οποία και την οδηγεί στη δόμηση της τεχνικής της. Ο τίτλος τής κάθε ενότητας προοικονομεί, σχεδόν σπονδυλωτά, σαν θεατρικό έργο σε πέντε πράξεις το ποιητικό σύμπαν της Ι. Σιαφάκα. Η αφήγησή της εκκινεί τριτοπρόσωπα στις δύο πρώτες ενότητες για να περάσει στην πρωτοπρόσωπη αφήγηση στην τρίτη ενότητα, απ’ όπου θα απευθυνθεί και στο δεύτερο πρόσωπο, δανειζόμενη στοιχεία της μουσικότητας του χορού από την αρχαία τραγωδία, «ο Ευρήθιος , άλως οσμής χωλαίνει, μαζί και ο Ντον χοροπηδώντας, προς το διασκεδαστήριο «Ο αστήρ», με επεξήγηση τίτλου Κομφετί διανοίας επάνω στην πληγή του οινοχόου, που αναβοσβήνει κυανός κλαν κλιν./… Το σώμα σου Ευρήθιε, γεράκι χαιρετάει από ψηλά, κι εσύ σταυροκοπιέσαι.» (σ.42).

Το ποιητικό υποκείμενο εναλλάσσεται σε ρόλους, άλλοτε θηλυκό κι άλλοτε αρσενικό, μα τίποτα δεν το γλιτώνει από την καυστική ειρωνεία της ποιήτριας, η οποία αφηγείται την ανθρώπινη φύση, διαπερνώντας ανάδρομα, ό,τι ανθρώπινο συνδέεται με τα καθημερινά πάθη. Κάπως έτσι, ευρηματικά, επιχειρεί η Ι. Σιαφάκα να αποδομήσει τα έμφυλα υποκείμενα, αλλάζοντας τούς ρόλους: Ο Ιουλιέτος «ροχαλίζει μ’ ένα μικρό μπισκότο στα χεράκι», και το θηλυκό Άλλο μετονομάζεται: «Πηδάει γενναία η Ρωμαία στο κενό με κίτρινες μποτούλες» (σ. 18).

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής (ΕΡΗΜΗΝ) πρωταγωνιστούν ο έρωτας, η γέννηση, ο θάνατος, σαρκικός και συναισθηματικός, για να οδηγήσουν αργότερα το ποιητικό υποκείμενο στην ωριμότητα. Έτσι, ακόμα και το έμφυλο υποκείμενο υπόκειται στον σαρκασμό, αφηγούμενο κρυπτικά τις ωδίνες που του αναλογούν, μα και το ξεμυάλισμα που οδήγησε συχνά σε μοίρες τραγικές. «[…] Αν και οι Βάκχες έχουν λύσει το θέμα/ πριν λαλήσουν τρις οι φονιάδες γυναικών/ Με πύρρειες νίκες, καβάλους ιππεύοντας‒ Άγρια Δύση σε λιόγερμα πάθους και σβουνιές/ Ροζ αλόγων, λαβάρων της λαβ στα ενύπνια/ Αυτή με θανάτου απόθεμα άλειφε λιώμα/ Πυγολαμπίδες στα μαύρα μυαλά τους […]» (σ. 27).

Υπερρεαλιστικά τοπία και εικόνες με αστικό περίβλημα συνθέτουν τις πολλαπλές εικόνες της ποιητικής της Ι. Σιαφάκα, καθώς καταβυθίζεται σε ένα εσωτερικό πένθος, όπου ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκαρμός και η σάτιρα συμπληρώνουν αριστοτεχνικά τη χρήση των συμβόλων της. Κάπως έτσι συνδέονται ο ερωδιός, το μνημόσυνο και ένα πένθος, το οποίο δεν καταφέρνει να μεταδώσει τη θλίψη, αφού συνθλίβεται συχνά, υπό το βάρος του σαρκασμού και μιας ψυχαναλυτικά σκωπτικής διάθεσης στο Ροδόσταμο (σ. 42): «[…]Δόξα και τιμή στεφάνωσον αυτόν! Πρώτο μνημόσυνο, και στο τσιμέντο επιγραφή με σπρέι μπλε, μοδάτο χαϊκού: ΕΚΤΡΟΧΙΑΖΕΙ ΕΜΜΕΤΡΟΣ Ο ΕΡΩΤΑΣ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΣΥΡΜΟΥ. […]» (σ. 43). Το πρώτο πρόσωπο, στους στίχους που ακολουθούν δηλώνει βιωματικά την παρουσία της ποιήτριας, σε ότι διαδραματίζεται σε τούτη την οπισθόδρομη αναζήτηση. Ανάμεσα στα τρία πρόσωπα της αφήγησης κυρίαρχος ο έρωτας, ο οποίος δηλώνει την παρουσία του, ασθμαίνοντας, μ’ ένα μοντερνισμό απολύτως συμβατό με τις πληγές που αφήνουν τα ίχνη του και στις τέσσερις πρώτες ενότητες.

Τούτα συμβαίνουν στην τρίτη ενότητα και ο τίτλος ΣΑΒΑΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ επιβεβαιώνει το περιεχόμενο των στίχων, όπου το ποιητικό υποκείμενο μετατοπίζεται και ο ρόλοι αλλάζουν και αποδομείται πλέον ο πρίγκιπας – βάτραχος, καθώς στο ποίημα «Συντεχνίες» περιγράφονται σχεδόν σκωπτικά χαρακτήρες: χοντρόπετσος, πειρατής, γλύπτης, νάρκισσος, παιγνιδιάρης, λαίμαργος για να συνεχίσει με τον μίζερο και τον φιλάργυρο όπως περιγράφεται ο Στύση γαλαντόμος φωτίζοντας την ανεπάρκεια αρσενικού να σταθεί εν τέλει στο ύψος του στερεότυπου που ενσαρκώνει, καταλήγοντας ένα ανεπαρκές Άλλο: «[…] Λόγος κανείς για τη βαρύτητα της ευγένειας, τη λασπωμένη στα μπατζάκια επιφάσεων/Αυτή –έπρεπε να το ’χε καταλάβει- κυλιόταν εκείνη τη βραδιά στο κατακάθι του απλήρωτου καφέ της/Μαζί με τη μεγάλη στύση που θα τον ακολουθούσε συμπιεσμένο ως το τέλος».

Μα το ποιητικό υποκείμενο επανέρχεται, με το ομώνυμο ποίημα, δανειζόμενο για σύμβολα δύο Άλλα, συνδέοντας το γερμανικό παραμύθι Χάνσελ και Γκρέτελ με την πτώση απ’ τον Παράδεισο και την οικολογική και ηθική καταστροφή που υφίσταται ο κόσμος, κάτι που δηλώνεται απερίφραστα στην κατακλείδα σε μια απεύθυνση στον άνθρωπο-αναγνώστη, ανεξαρτήτως φύλου: «[…] Λίγο με ανησυχεί και θέλω να στο πω: Ήδη όσο μιλώ η ζούγκλα ρέει νεκρή από το πλαστικό της.» Το ποιητικό υποκείμενο, χειριζόμενο τα σύμβολα αριστοτεχνικά, καλεί και τον Οιδίποδα να υπονοήσει το σύμπλεγμά του ως ανήρ «[…] Τράβα λοιπόν μια βόλτα τώρα που έπιασε χαλάζι να πιεις με τον Οιδίποδα καφέ στη μπρασερί «Το Πέρασμα», του είπε η γυναίκα – εκεί βαράνε τα βιολία , και βγάζουνε μαχαίρια οι βιολιτζήδες.» (σ. 39).

Ο τίτλος Μικρό μνημόσυνο ερωδιών στις λέξεις, που επιλέγει για την τρίτη ποιητική της συλλογή η Ι. Σιαφάκα, αποτελεί και τον τίτλο της τέταρτης στη σειρά ενότητας της συλλογής της και σ’ αυτήν επιλέγει την απεύθυνση, καθώς το πρώτο πρόσωπο συνομιλεί με τον έρωτα, την ύπαρξή και τη θηλυκή φύση. Οι τίτλοι σωματοποιούν το αντικείμενο του πόθου και του απευθύνονται, ξεχωρίζοντας σημεία του σώματος «[…]Αυτή η πόρτα που αλυχτά το φως στην έξοδο κινδύνου…» σ.49, εξομολογούνται τη φθορά του χρόνου, την απειλή της λήθης, τον χαμένο έρωτα, «Το μάτι σου», «Το χέρι σου», «Η φωνή σου» στα τρία πρώτα ποιήματα της ενότητας, διεκδικούν ένα «Όνομα», καθώς ο έρωτας εξομολογούμενος απευθύνεται σε γένος θηλυκό, με ένα υποκρύπτοντα μεσαιωνικό ρομαντισμό και ο εξομολογούμενος αποκτά όνομα και ηλικία. Στο ομότιτλο ποίημα η ερωτική εξομολόγηση αγγίζει την ένταση ενός πρελούδιου, όπου οι λέξεις ντύνονται την αχλή αχλή των επιθέτων και σκηνοθετούν ένα ονειρικά υπαρξιακό τοπίο. «[…] Σ’ αγαπώ όπως αγάπησα/Το εκκρεμές κάτω απ’ τη φωλιά των γυπαετών στα ορει-/να σου βλέφαρα, όπου οι λέξεις λικνίζουν σήματα/αλλήθωρα, πάνω στον τριγμό τους…»

Στην πέμπτη και τελευταία ενότητα, ο Ρουμύ ο γάτος γίνεται ο καμβάς όπου θα παιχτεί τελευταία πράξη. Το σκηνικό: ένα σπίτι, ένα υπνοδωμάτιο, ένα σαλόνι, έπιπλα, ένα κρεβάτι και η στυγνή πραγματικότητα. Ο χρόνος που απειλεί με τη φθορά κα τον αφανισμό κάθε ύπαρξη επιτελεί τη μεταμόρφωση του έρωτα και η καθημερινότητα σαν σκόνη απάνω από ό,τι αγαπήθηκε και διεκδικήθηκε με πάθος. «[…] Με πτύελο ακατάπαυστα φονεύαμε λυσιτελές το κάρ-/βουνο της νύχτας. Πλάτη με πλάτη ύπνο σταχτή/ασβεστώναμε σ’ ένα κουρέλι οργαντίνας τεθλιμμένης» (σ. 60). Όλα έχουν ένα τέλος μα ο ρεαλισμός δεν εγκαταλείπει ποτέ την περίοπτη θέση του στο ποιητικό σύμπαν της Ι. Σιαφάκα. Ο έρωτας – γάτος συμβολικά δολοφονείται «[…] Με τη σβελτάδα του πανούργου. Το πάθος του χα-/μένου, το μένος του σαλού διεκδικήσαμε έννομο/δικαίωμα στο τέλος του Ραμύ» σ. 60.

«Οι Περιπλανήσεις», οι «Αιωρήσεις», οδηγούν αναπόφευκτα, στις «Επιστροφές» και εντός τους -κρυπτικά και υπαινικτικά- εισβάλει ως υπερκείμενο στην ποιητική αφήγηση η Οδύσσεια. Ο έρωτας κατοικεί πλέον στις παλιές δαντέλες, στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες, «[…] Άγουρη μαραζώνει στη δαντέλα της φωτό με νυφικό/προφίλ και δείκτη σε στάση κοκαλάκι νυχτερίδας/χαϊδεύει την μπουτονιέρα του θείου Οδυσσέα», «…βαλσαμωμένος ηρεμεί» στα πόδια του ζευγαριού και το ποιητικό υποκείμενο υπογράφει την ποιητική του υπόσταση, διεκδικεί την παρουσία του στο κάδρο κι ένα γενναίο μερίδιο της «Ιθάκης»: «Ξαπλώνω πλάι του κι εγώ: Η σπονδυλική μου στήλη/απλωνότανε στη γλώσσα σου, Οντύ, όταν κάποτε/εύθραυστη κι αργά εισέβαλα στο κάδρο», με μιαν απογοήτευση ωστόσο, καθώς νιώθει προδομένο απ’ το ταξίδι, αφού ούτε η προσωποποιημένη Νύχτα δεν κατάφερε να συντηρήσει το όνειρο, την αιωνιότητα, δεν κατάφερε να απαλείψει τη φθορά.

«Τόσο απρόσεχτη η Νύχτα στην ανασύνθεση της Τέχνης!/ Ούτε ένα κομψοτέχνημα να εφεύρει προσφορά στο λίκνο του μικρού μας εφιάλτη»._

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΩΝΗ

Fractal 15/03/2023

Πενθούντες ερωτιδείς ερωδιοί

Πώς συγγενεύουν οι ερωδιοί με τον έρωτα; Όχι βεβαίως ετυμολογικά, με την άλλη συνδέονται, την της ποιήσεως συγγένεια, που τολμά να μάχεται κόντρα σε κάθε συμβατικότητα αγχιστείας, τις αποχρώσεις υμνεί του αίματος, αναδεικνύοντας την ουσία. Και το μνημόσυνο ‒κάθε μνημόσυνο‒ πρωτίστως, μη λησμονούμε, πράξη μνήμης συνιστά, στη λησμονιά αντίδοτο, όχι κατ’ ανάγκην, θα πει, θρηνητικό, ενώ οπωσδήποτε ‒σε κάποιον τουλάχιστον βαθμό‒ πένθιμο, αφού αφορά στο συντελεσμένο. Συντελούνται όμως οι λέξεις, παρέρχονται; Κι αν όχι, τότε μήπως αυτές ο τόπος και ο τρόπος τελέσεως του μνημοσύνου;

Ας παραμένουν τα ερω-τήματα ανοιχτά, ας αιωρούνται ποιητικά γιατί, καμιά βεβαιότητα, σταθερότητα δεν παρέχει η ποίηση, μόνον τη γλυκόπικρη εκείνη δίνη ‒όταν, προφανώς. Ποίηση‒ που παρασύρει τον αποδέκτη-αναγνώστη και τον αίρει υπεράνω τής αφελούς και επίπεδης προφάνειας.

Ο τίτλος, πάντως, Μικρό μνημόσυνο ερωδιών στις λέξεις που η πολυγραφότατη Ιφιγένεια Σιαφάκα επιλέγει για την τρίτη κατά σειρά αμιγώς ποιητική συλλογή της ‒συμπεριλαμβάνω, ίσως κάπως αυθαίρετα, και την σπουδαία υβριδική Μετάlipsi (Εκδόσεις Γρηγόρη, 2015) στα αμιγώς ποιητικά της έργα‒ αποτελεί και τον τίτλο για το 4ο μέρος της συλλογής, η οποία διαρθρώνεται σαν σε θεατρικές πράξεις, σε πέντε μέρη: Ι. ΕΡΩΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΙΙ. ΕΡΗΜΗΝ, ΙΙΙ. ΣΑΒΑΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ, ΙV. ΜΙΚΡΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΕΡΩΔΙΩΝ ΣΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ, V.ΡΟΥΜΥ, ενώ οι στίχοι που τίθενται ως προμετωπίδα στην «Ερωτική οικονομία», προοικονομούν και υφαίνουν άμα τον συνδετικό ιστό μεταξύ των μερών-πράξεων: «Απαλά στα σεντόνια σπαργανώνει/ με ρυτίδες η μνήμη/ φαντάσματα ερώτων ‒ εμένα/ νάρκισσο νεογνό/ μελανιασμένο απ’ τον θρήνο/ κι ερήμην» (σ. 9).

Εκ των υστέρων, λοιπόν, φαντάσματα οι έρωτες, κατά φαντασίαν το πάλαι όμως όχι· εν αφελεία πάντως και σπατάλη (καθόλου τότε οικονομία, δηλαδή) όση η νεότης δικαιολογεί και η άγνοια του ερήμην. Γέννηση και θάνατος, η πείρα λέει της ζωής, συνυπάρχουν, ασχέτως εάν κατά περιόδους το ένα υπερισχύει του άλλου και καλύπτοντάς το τό καθιστά αόρατο ‒ ως μη ον· στο ενδιάμεσο δε, βρίσκει χώρο, γόνιμο έδαφος, ο έρωτας σεντόνι ν’ απλώσει το σπάργανο, εντίμως να το ιδρώσει προτού σάβανο καταστεί, μουσκίδι από κλάμα. Στο τραγικό, πάντως, δεν παρέχονται περιθώρια να εδραιωθεί, αφού γλυκά καυστική η ειρωνεία αποδομεί τα στερεότυπα αιώνων, με την κατανόηση που δικαιούται, πάντως, η ανθρώπινη φύση. Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί ο Ιουλιέτος που «ροχαλίζει μ’ ένα μικρό μπισκότο στα χεράκι» [1] ή το ότι «Πηδάει γενναία η Ρωμαία στο κενό με κίτρινες μποτούλες» [2.]; Και αντιστρόφως, όμως· η ειρωνεία φωτίζει πτυχές του τραγικού που θα παρέμεναν αθέατες χωρίς τη συνδρομή της, έστω και αν ο φωτισμός είναι εκείνος των πυγολαμπίδων: «[…] Αν και οι Βάκχες έχουν λύσει το θέμα/ πριν λαλήσουν τρις οι φονιάδες γυναικών/ Με πύρρειες νίκες, καβάλους ιππεύοντας‒ Άγρια Δύση σε λιόγερμα πάθους και σβουνιές/ Ροζ αλόγων, λαβάρων της λαβ στα ενύπνια// Αυτή με θανάτου απόθεμα άλειφε λιώμα/ Πυγολαμπίδες στα μαύρα μυαλά τους […]» [3],. Αυτού του τύπου η αντιστροφή λαμβάνει κατά κύριο λόγο χώρα στο δεύτερο μέρος της συλλογής (ΕΡΗΜΗΝ) όπου το ερωτικό δράμα ανιχνεύεται ως μέρος/πράξη του συμπαντικού γίγνεσθαι που εξελίσσεται ερήμην των ανθρώπων. Εντός αυτού ο έρωτας «χαίνει εγκοσμίως απόκοσμα» [4], ενώ το «ερήμην» λαμβάνει παράλληλα διαστάσεις ερημίας.

Στα εντελώς εγκόσμια, πάντως, είναι και ο χαρακτήρας ενός εκάστου που μετέχει στην συγγραφή ενός ερωτικού δράματος, πολλώ μάλλον δε στην διεξαγωγή-παράστασή του επί της σκηνής τού βίου. Η Ιφιγένεια Σιαφάκα επιτυγχάνει στο τρίτο μέρος της συλλογής (ΣΑΒΑΝΑ ΣΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ‒ περί σαβάνας πρόκειται, αλλά η κεφαλαιογράμματη γραφή αφήνει σκόπιμα ανοιχτή την εναλλακτική των σαβάνων) την εκδίπλωση θεατρικών πράξεων ως εάν δημιουργοί να είναι οι πρωταγωνιστές και όχι η ίδια. Επιλέγει δηλαδή για το ποιητικό υποκείμενο το ρόλο του θεατή-αφηγητή που δεν μετέχει στα τεκταινόμενα, αλλά απλώς τα καταγράφει (παρεμβάλλοντας, βέβαια, ευφυή και αιχμηρά σχόλια) επιτυγχάνοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο να ενισχύσει το ρεαλιστικό στοιχείο σε συνθήκες που κατά πολύ το υπερβαίνουν. Μια γκάμα επτά κατηγοριών χαρακτήρων (χοντρόπετσος, πειρατής, γλύπτης, νάρκισσος, παιγνιδιάρης, λαίμαργος) συστήνονται κατ’ αρχάς στο ποίημα «Συντεχνίες», θα εμπλουτιστεί ωστόσο στη συνέχεια με εκπροσώπους και άλλων κατηγοριών, όπως για παράδειγμα ο μίζερος και φιλάργυρος («Στύση γαλαντόμος» ‒ ας προσεχθεί ο σαρκασμός μέσα από την αντίθεση) αλλά και περιπτώσεις απομυθοποίησης σε προκατασκευασμένων προτύπων-χαρακτήρων. Στο «Πριγκιπικό» [5], συγκεκριμένα, αποδομείται και απομυθοποιείται πλήρως από το ποιητικό υποκείμενο το στερεότυπο του πρίγκιπα (βατράχου)-εραστή και εναπόκειται σ’ εκείνον (γνώστη πλέον της συντελεθείσης απομάγευσής του) εάν θα προστρέξει στο θήλυ.

Με τη δύναμη του πρώτου προσώπου, που τονίζει τον εξομολογητικό χαρακτήρα των ποιημάτων, και πρόσωπα-ποιητικά υποκείμενα να εναλλάσσονται στο τέταρτο μέρος, ομότιτλο τής συλλογής, το κέντρο βάρους τοποθετείται σε ένα διαφορετικό κατά περίπτωση σημείο του ερωμένου σώματος αρχικά, («Το μάτι σου», «Το χέρι σου», «Η φωνή σου», οι τίτλοι των πρώτων ποιημάτων του μέρους αυτού) για να μετατοπιστεί στη συνέχεια, δυνάμει της φωνής-γλώσσας στο όνομα [6], από το σωματικό επίπεδο στο νοητικό, ενώ στο επόμενο στάδιο, της ποιητικής δημιουργίας, όταν δηλαδή ο έρωτας οδηγεί στην ποιητική (του), επαναλαμβάνεται μετ’ επιτάσεως «Δεν ξέρω ποιήματα να φτιάχνω» [7], αδυναμία για την οποία μάλλον ευθύνεται και το ότι «πρέπει να λέω όλη την ώρα σ’ αγαπώ»· τόσο η απευθείας, άμεση έκφραση της αγάπης, όσο και η βίωση του έρωτα, φαίνεται δηλαδή να εμποδίζουν την ποιητική αποτύπωσή του, αφαιρώντας και από την ποίηση την ουσία (εάν και εφόσον επιχειρηθεί εν θερμώ η σύνθεση) και από το βίωμα την ένταση. Απαιτείται, συνεπώς, η σιωπή, η απόσταση, η διαμεσολάβηση του χρόνου, για να αρθρωθεί γνήσιος ερωτικός ποιητικός λόγος, ο οποίος ουδέποτε δύναται να αρκεστεί στην κυριολεξία για να κυριολεκτήσει, χρειάζεται τη μεταφορά σε όλες της τις εκφάνσεις, ακόμα και την πλήρη αποστασιοποίηση από το επιφαινόμενο.

Ο Ρουμύ, ο δολοφονημένος από τους εραστές-συζύγους βαλσαμωμένος, γάτος, σύμβολο εντέλει του «οικιακού» έρωτα, παίζει κομβικό ρόλο στο τελευταίο μέρος της συλλογής, όπου διαδραματίζονται σκηνές ενός σουρεαλιστικού διαχρονικού δράματος, με τις τρυφερές, τις κωμικές, τις σκληρές και τις τραγικές του στιγμές, «πειραγμένο» τον μύθο του Οδυσσέα, μια παρωδία ανάλογη εκείνη της ζωής (αν έχει κανείς το σθένος να το παραδεχθεί) και της απέλπιδος προσπάθειας της Τέχνης δημιουργικά να την αναπαραγάγει.

Το όλο εγχείρημα, ωστόσο, η συλλογή της Ιφιγένειας Σιαφάκα εν συνόλω, ανατρέπει την τελική διαπίστωση «Τόσο απρόσεχτη η Νύχτα στην ανασύνθεση της Τέχνης!/ Ούτε ένα κομψοτέχνημα να εφεύρει προσφορά στο λίκνο του μικρού μας εφιάλτη» [8], αφού πλήθος τα ευρήματα, οι εικόνες, τα σχήματα λόγου, τα συμπλέγματα λέξεων, συνδυασμένα βάσει αρχιτεκτονικού σχεδίου στη λογική του mix- match, σε αυστηρά δομημένα και με διακριτά ως προς τα χαρακτηριστικά τους μέρη με κοινά χαρακτηριστικά, ενισχυτικό τον ρόλο των μαύρων διαχωριστικών φύλλων και της έξοχης φωτογραφίας του εξωφύλλου (από τον Vincent Lempereur), αλλά και τα ποιήματα καθαυτά (από τα κλασικόμορφα έως τα πεζόμορφα, με έντονη τη θεατρικότητα τα περισσότερα), συνθέτουν ένα κομψοτέχνημα που βαθαίνει, πλουτίζει, ξορκίζει, τον μικρό μας ‒ερωτικό και υπαρξιακό‒

.

ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 8/12/2021

Αστραπές με λέξεις

Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν… Τίτλος με διαθέσεις αποδόμησης. Μια ποιητική που σε προετοιμάζει για προθέσεις προς την απομυθοποίηση και την ανασύνθεση. Ό,τι αγωνίζεται ν΄ αποτινάξει τα πρέπει και τα σύνορα ανάμεσα στ΄ όνειρο και τους εμπρησμούς τής καθημερινότηταςˑ γιατί όχι, και τους αναπόφευκτους εφιάλτες της επανάληψης, στιγμή προς στιγμή. «Υπερωρίες τίναξαν την Κυριακή των Αναπαύσεων- / Ρανίδες εξορίας, αντίστροφο χαμόγελο / σε βάζο για ντεκόρ – Μ΄ αγιόκλημα / στις τρύπες των βολβών ο Όλιβερ Τουίστ / τρατάρει επιδόρπιο γιαούρτι-περγαμόντο // Από την κίτρινη βανίλια των πληγών / ξαίνουν βαμβάκια σε κάδρα συγγενείς / πλέκουν τραπεζομάντηλα για το ψητό της Κυριακής / και κάνουν χορτασμένοι τον σταυρό τους» -ποίημα ΑΡΩΜΑ ΠΕΡΓΑΜΟΝΤΟ-.

Ώριμη έκφραση, αλλά με την απλότητα του θαύματος από παιδικό χρωστήρα. Όπου οι τάσεις ενός, ίσως ασυνείδητου, υπερρεαλισμού, σχεδόν αυτόματη γραφή, αποκτούν διαστάσεις επικής αισθητικής. Ο σαρκασμός οδηγεί ακόμη πιο ψηλά το τραγικό και την θλίψη την γοητεία της σύνθεσης εντέλει.

Δύσκολος δρόμος για την κατανόηση, την αποδοχή και την κωδικοποίηση των γεγονότων. Και μάλιστα σε συνθήκες επανάληψης κατά το μέγεθος της συντριβής. Εδώ η αναγκαία ταχύτητα του χρόνου – tempo, το ήθος τού ρυθμού, αυτό το συνεχές allegro ή γοργόρυθμο της Σιαφάκα, (όπως θα το όριζε ο Π.Α. Μιχελής* στο σύγγραμμά του Η αρχιτεκτονική ως τέχνη Αθήνα 1965 Γ΄ έκδοση – κεφάλαιο Ε΄ -Τα ρυθμικά μέτρα- σελίδα 63), ανανεώνει συνεχώς από στίχο σε στίχο το στυλ της γραφής με εντάσεις ελλειπτικότητας. Και βεβαίως επιβεβαιώνει τις συγγένειες ανάμεσα στα ποιώ της ανθρώπινης ανάγκης και έκφρασης. Και αν αδυνατώ να συμμετάσχω ως το τέλος στα αλλεπάλληλα και επάλληλα σενάρια αυτού του ευφυούς ποιητικού διαλόγου, το ποίημα αναδίδει αρώματα τόσα της αβύσσου και με κερδίζουν ακόμα και στις ασάφειες. Κάτι σαν βιαστική ομίχλη κινεί τον δρυμό των συναισθημάτων. Τελικά οι ασάφειες εδώ αποτελούν σκηνοθετικό εύρημα και βεβαίως όχι αδυναμίες του ποιήματος. Μιλώ για στίχους οπού συμπλέουν ανταπόκριση γεγονότος, σύγχρονα εργαλεία αποτύπωσης και άβυσσος οδύνης. Αποτέλεσμα; Σε τούτη την περιρρέουσα ατμόσφαιρα και οι πιο ισχυρές-ηχηρές λέξεις χάνουν τις κοφτερές τους λεπίδες, γλυκαίνουν στις συνδέσεις των πολυδύναμων εννοιών και του λόγου μου ερωτεύομαι. Μια ρυθμική ακολουθία γονατίζει, εκτινάσσεται, και, «…// Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή / κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός / ανδρώνει ήλους μελανούς / τυφλός ο ξένος μέσα ν΄ ανατείλει» – από το ποίημα ΒΙΝΥΛΙΟ. Βηματισμός ατελεύτητος, δίχως τελεία. Μια ηχώ και διαφεύγει έξω απ΄ τις σελίδες. Η δυναμική του ποιήματος δεν χωρά στο λευκό, απαιτεί χρώματα ζωής και λυγμό επιβίωσης. Μοιάζει με γροθιά σε αιφνιδιασμένο στομάχι ετούτη η συλλογή. Συνειδητές και επιτυχημένες επιλογές με ένδυμα το κρυπτικό και την ελεγχόμενη επιτήδευση στην λιμνοθάλασσα του κατανοητού και της ανοχής. Στους ωκεανούς της ενοχής, της συνενοχής και της συγκάλυψης, μια σκόπελος ευθύνης.

Μέγα φορτίο έχει διαλέξει να κουβαλά η Ιφιγένεια Σιαφάκα. Όταν απομακρύνεσαι απ΄ το ευνοϊκό της πεπατημένης, γνωρίζεις πως κινδυνεύεις να πέσεις σε παγίδες και τοίχους άρνησης. Ωστόσο εδώ ιχνογραφείται με σαφήνεια ελλειπτικότητας το βοτάνι της ελπίδας. Αφού βέβαια το ποίημα ξεκινά απ΄ το τέλος, μετά το γεγονός, μετά την γνωμάτευση. Δηλαδή όταν η συντριβή έχει συντελεστεί και το ποίημα δεν προφητεύει σε πρώτο επίπεδο, αλλά κάπου βαθιά στην άβυσσο του, καθώς αποτυπώνει, καθώς γαζώνει συμβάν το συμβάν το ρούχο του χρόνου. Η αλήθεια διασώζει αισθητικά την αγωνιώδη προσπάθεια να περιγραφεί η συντριβή με λέξεις θυμωμένες. Ο λυγμός της ποιήτριας βρίσκεται πίσω απ΄ την αγωνία και την αγανάκτηση. Πίσω απ΄ την ειρωνεία. Όπου, και αν ακόμη θεωρήσουμε ότι η Αισθητική δεν είναι ακριβώς κομμάτι της Ηθικής, διαθέτει όμως το δικό της ήθος. Το ποίημα της Σιαφάκα διαθέτει ήθος. Ήθος δικό του. Ο σαρκασμός ποιεί ήθος. Το ήθος εμπεριέχει ηθική και το αντίστροφο, τόσο όσο να πρόκειται για διαφορετικά πράγματα το ένα μέσα στο άλλο, «…Με τους ζουμερούς γιαρμάδες, τις κόρνες, τα λαχεία / Τ΄ αγόρια με τις φαβορίτες και τον ιδρώτα από βανίλια / Με μιαν απόγνωση, κυρίως, που αγλάιζε στα μεταλλεία / η ακατέργαστη ευτυχία Κορίτσια με χείλη από ζυμάρι / μιλούσαν για το φως της πέτρας και τ΄ αγόρια…». – απόσπασμα από το ποίημα ΡΠΜΠΕΛΙΝΓΚ.

Οι λέξεις χρειάζονται την πράξη για να συλληφθούν. Η πράξη χρειάζεται τις λέξεις, όπως η θάλασσα τις πέτρες για τα βότσαλα της. Το ποίημα είναι ένα ακανθώδες ζήτημα που λειαίνεται στο λευκό χαρτί της Ιφιγένειας Σιαφάκα, «Καράβια κολυμπούσαν με παράφωνα φουγάρα / Έριχναν απλωτές μ΄ αγκώνες πληγωμένους οι καρίνες / Ένα κοπάδι από δελφίνια, η τραβεστί ο Φάνης, ένα παπούτσι, το γέλιο ενός ξεκοιλιασμένου χταποδιού, μια μπίλια / έδιναν πρόσταγμα ν΄ ανέβει η σημαία / με χίλια καλαμπόκια κεντημένη και δύο χελιδόνια / Οργίλοι και πολυτελείς στα γούστα χωρίς οίκτο / φωνασκούσαν όσα εντεταλμένα να συμβούν στο παρελθόν…» -από το ποίημα ΑΡΧΑΙΟΠΡΕΠΩΣ-.

Η Ιφιγένεια Σιαφάκα βρίσκεται ανάμεσα στις καινοφανείς ποιήτριες τής ελληνικής γλώσσας που η γραφή τους έχει το πρόσημο της τόλμης και της γενναιότητας εκτός από την ποιότητα και το έγκυρο που προσφέρουν η γνώση, η προδιάθεση, η σκληρή δουλειά και το λοξό της φουτούρας. Κάτι με προτρέπει να αρχίσω μια ανθολόγηση ονομάτων από ένα δάσος με υπόλευκες Κόρες, (που δεν τις έφαγε το χώμα και δεν τις ξακρίζουν οι επιτυχείς δημόσιες σχέσεις), ανάμεσα στην πυκνή υποστύλωση από ανελαστικό και άτεγκτο οπλισμένο σκυρόδεμα, (βλέπετε η στατική απέκτησε με τους αιώνες μια ισχυρή αρσενική πλευρά), αλλά κρατιέμαι. Μάλλον πρέπει να περιμένω, όχι κάποιου είδους επιβεβαίωση την οποία ήδη έχω, αλλά τον αναπόφευκτο εμπλουτισμό ετούτης της κυματαγωγής. Συγχωρέστε με αλλά εδώ που τα λέμε φοβάμαι και την τρέχουσα λογική που με κοιτά με άγριο μάτι απ΄ τα οχυρά της. Πάντως ονειρεύομαι, και στα όνειρα δεν επιτρέπονται οικονομίες, να επιζήσω ακόμη λίγο για δω τον ανθισμένο ορίζοντα φορτωμένο καρπό πάνδημης αναγνώρισης των κοριτσιών, απ΄ τα ίδια τα κορίτσια κατά πρώτον, και βεβαίως-βεβαίως απ΄ τις εν αμφιβολία μάνες τους. Ναι, αυτό μπορώ να το φωνάξω, αναπνέουμε τη σκόνη των «κοριτσιών» κρυμμένοι πίσω από μαρμαρένιες λέξεις και χάλκινους ρυθμούς. Ελπίζω στο ανέφικτο: να προλάβω τον βέβαιο αποικισμό των φεγγαριών της Γης και του Άρη, να προλάβω τη τελευταία γυναίκα που θα ριχτεί στην απαξίωση επειδή σμιλεύει καλύτερα από τον πατέρα, τον σύζυγό, τον δάσκαλο και κάθε άλλο είδος τοποτηρητή που δεν αντιλαμβάνεται ή και αδιαφορεί για το έπος ενός σκαντζόχοιρου καθώς πορεύεται άφοβα στην τσίγκινη υδρορροή της περικεφαλαίας του. Λέξεις που ρέουν καυτές στον πάγο χρησιμοποιεί και ενοποιεί η Σιαφάκα. Πρέπει να αναληφθείς στην ιδιαιτερότητα μιας τέτοιας πορείας για να νοιώσεις κάτι απ΄ το επερχόμενο να σε κτυπάει αλύπηταˑ ας πούμε μια πέτρα στο «δόξα πατρί». Με δυσκολία καταφέρνω να αποκολλήσω ένα κομμάτι ορυκτό απ΄ το συμπαγές, ρωμαλέο και συμπυκνωμένο ποίημα ΜΕΤΕ-Ο-ΡΙΣΜΟΙ, «…Κι ο σύντροφος στην άλλη την πλευρά; / Μαρμαρωμένο παραγάδι και μονόφθαλμος / Στη μύτη αγκίστρι με φτερούγες αλατιού – / τις ακουμπά για ίαση στην πέτρα που αιμάσσει / απ΄ τις εθνογερσίες για τ΄ αρχαίο όνομά της: / σκουριές σε σπλάχνα ολόγυρα / απ΄ την κραιπάλη του θανάτου…».

Από γενική άποψη η ποιητική της Σιαφάκα μοιάζει με την αγωνία των κυβιστών στις δύσκολες ώρες της πενίας τους ν΄ αποδείξουν το αναγκαίο μιας οπτικής ρήξης άμεσα και σε βάθος πεδίου, όταν το περιβάλλον χαρακτηρίζεται φειδωλό έως και μίζερο, αιμοσταγές κυρίως. Από τη μια, η αφαίρεση και η εντεινόμενη ελλειπτικότητα του μοντερνισμού, (μοντερνισμό κάθε φορά θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε το νεαρό στην ιστορία), ποτέ δεν πρόδωσαν τους πρωτοπόρους τους μέχρι σήμερα τουλάχιστον. Από την άλλη είναι πολύ ευαίσθητη η υπόθεση της «ετυμηγορίας» σε κάθε κριτική προσπάθεια ειδικά όταν η κριτική φοβάται το νέο και λατρεύει το παλιό, ή χάνει απ΄ το νέο και κερδίζει απ΄ το παλιό σαν τους πολιούχους άγιους. Το κυριότερο στοιχείο της δημιουργικότητας στην γραφή ενός κριτικού σχόλιου είναι απλά αυτή η αίσθηση που βοηθά να μην απορρίπτεται άκριτα εκείνο ακριβώς που συνδιαλέγεται με το διαφορετικό και το ρηξικέλευθο. Αλλιώς απλά δημοσιογραφεί χωρίς να διακινδυνεύει η κριτική. Ναι, η επίσημη κριτική δεν διακινδυνεύει. Όμως ο κριτικός σχολιασμός δεν είναι απλά αποτέλεσμα ανταπόκρισης από μια τυπική λιτανεία πολιούχου, τα ίδια και τα ίδια κάθε χρόνο, ή αλλιώς η προβολή της βαρεμάρας των πρωτοκόλλων, έστω, των πολύτιμων πρωτοκόλλων, αλλά είναι έρευνα, διερεύνηση, είναι ουσία και αναζήτηση πρωταρχικών στοιχείων νεοκυματισμού στον βάλτο. Έχει την γοητεία του ο βάλτος, αναδεικνύει εκτός από νούφαρα, υπέροχους ήχους την νύχτα, και ειδικούς κάθε είδους. Αρκεί να μην φυσήξει αεράκι. Οι βάλτοι τρέμουν το αεράκι πόσο μάλλον και το κυματάκι του. Η κριτική είναι εξερεύνηση, γεωγραφία, γνώση του υπαρκτού αλλά κυρίως οπαδός της φουτούρας σεβόμενη βέβαια τους ιερούς κανόνες, αλλά όχι απλά ζυγιστής ιερών κανόνων. Όποιος κρίνει δεν πρέπει να τρέμει την χειραφέτηση. Η κριτική δεν πρέπει να φοβάται τον κίνδυνο ειδικά όταν συναντά ποίημα που ξαναγράφει το ήθος του ρυθμού με κρόταλα τις λέξεις ενός δόκιμου λεξικού, κι ό,τι άλλο κοινότοπο ρέει στην ιστορικότητα της γλώσσας, αλλά με διάθεση ανατροπής λέξη προς λέξη. Η κριτική τιμά την λειτουργία της, έστω σε βάθος χρόνου, αν προσπαθεί να πλησιάζει την συντριβή του μέλλοντος καβάλα, όχι στην ακινησία ενός ανδριάντα, αλλά κυλώντας με τα βότσαλα που λειαίνονται στις θάλασσες της έμπνευσης. Ειδικά όταν έχεις να κάνεις με βοτσαλωτό αλά Ιφιγένεια Σιαφάκα. Η κυματαγωγή είναι πάντα εκεί στους ορίζοντές της, στην ουσιαστική κριτική έγκειται να μην την εμποδίσουμε να φθάσει στην ακτή ως νέο κύμα. Βέβαια έχουμε και οι αναγνώστες τεράστια ευθύνη όταν περιφρονούμε τα δύσκολα λες και η καθημερινότητα σήμερα, αλλά και στην ιστορική διαδικασία, είναι περίπατος και όχι αναπόφευκτη κίνηση και συντριβή, «…Το νερό μία όψη είχε πάντα, και δεν είχε καθρέφτη.» – απόσπασμα από την ενότητα ΠΕΜΠΤΗ ΠΡΑΞΗ-Ι.

Λοξές, παραβολικές σχεδόν έννοιες μιας γραφής λαβυρινθώδους χάρις στην τυφλότητα ηρώων και ημερών, χάρις στο επικίνδυνο της άλλης μέρας. Ό,τι προσπαθεί να διαλευκάνει με την συμπύκνωση των εννοιών. Δεν είναι εύκολη η ποιητική της Σιαφάκα σήμερα και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά όπου οι τάσεις αυτοχειρίας ενός συμπαντικού πολιτισμού δεν κρύβονται, όπως αυτός μας κληροδοτήθηκε θέλαμε δεν θέλαμεˑ εννοώ την ελληνική γλώσσα. Ελπίζει το ποίημα της Σιαφάκα; Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος. Εκείνο όμως που αντιλαμβάνομαι είναι πως το ποίημα εδώ δεν στέκει παγωμένο, ούτε πεθαίνει, ούτε μιζεριάζει. Αντιθέτως στην ποιητική της Ιφιγένειας Σιαφάκα το ποίημα αναζωογονεί την ιδέα του, την ίδια την κίνηση του κόσμου. Εδώ γύρω το ποίημα σμιλεύει τον ρομαντισμό και τον λυρισμό με το αντιφολκλορικό τού μοντερνισμού, αλατίζοντας με αστραπιαία ταξίδια στις ώρες και τις εποχές μπρος πίσω. Ένα συνεχές κινηματογραφικό φλας μπακ, δίχως τέλος, δίχως πρόταση. Το ποίημα, μια επανάληψη αγώνα, ένα σώμα που ίσταται αρματοδρόμος στο αμφίσημο άρμα του χρόνου. Ο ένας τροχός τρέχει το πεπραγμένο, ο άλλος το μελλούμενο. Περιρρέουσα ατμόσφαιρα κίνησης, έντασης, επανάληψης. Μέχρι τρέλας η καθημερινότητα. Ανεμοζάλη μάχης σώμα με σώμα. Ένα τσάμικο, ένας πυρρίχιος, ένας πεντοζάλης, μια φόλια ή φόλλια, (ανάλογα τη λαλιά), ένα ροκ, ένα ζεϊμπέκικος, μια μείξη χορών, δίχως όνομα χορός ακόμα, αλλά οπωσδήποτε με αστραπιαία εκφραστικότητα αγγίζοντας την απελπισία του μελλοντικού. Η Σιαφάκα συλλαμβάνει το ενιαίο της κίνησης στις μυριάδες αντιθετικές και αντιφατικές μεμονωμένες κινήσεις. Οι δρόμοι της πόλεως; Ρέον μόλυβδος. Βαρύτατη ποιητική ως προς xψ και +-. Μύρια ποτάμια υπέροχες λέξεις συμπλέκονται στον θάνατο, συχνά σε διαδικασία αυτοχειρίας. Οι λέξεις χρειάζονται την ιστορικότητα τους για να λειτουργήσουν στα καθημερινά, όπου ιστορικότητα δες και έννοια αβύσσου. Οι ελληνικές λέξεις, ακόμη περισσότερο, το απαιτούν’ επιμένει η Ιφιγένεια Σιαφάκα, «…Α, είμαστε αερόστατα πληγών επάνω στο κουτσό / με μνήμες κρεμασμένες απ΄ τα ρουθούνια / αχίλλειες πτέρνες που τοξεύουν ουρανό…», – απόσπασμα από το ποίημα ΚΟΥΤΣΟ.

Δεν έχει να χάσει η ελληνική γλώσσα από την συγκριτική, αφαιρετική και συνθετική διάθεση του μοντερνισμού παρά την επαναστατική επιβολή επί της παράδοσης. Αλλά έτσι κι αλλιώς ότι έχει εκραγεί έχει και παραδοθεί. Αν το ποίημα της ημέρας εκρήγνυται, τότε και η κριτική ακολουθώντας εκρήγνυταιˑ αν δεν θέλει απλά να σημαίνει πρωτόκολλο μιας κάποιας γραμματείας λογιστηρίου. Η κριτική, φύσει και θέσει, και από γενική άποψη, ακολουθείˑ δεν προηγείται. Βαθιά, πίσω απ΄ την αφαιρετική και την ελλειπτική των εννοιών της, η ποιήτρια, υπονοεί μεταξύ άλλων και αυτό. Αν το ποίημα σου διακινδυνευει τότε και η κριτική μου διακινδυνευει. Αν θέλω να ξεφύγω απ΄ την μέγγενη των δεδομένων αξιών, του κοινότοπου των αξιών, εφόσον θέλω να είμαι και ολίγον άξιος μαθητής του Χέγκελ και των αντιθέσεων, αν θέλω να μην είμαι ο εγκάθετος των πεπραγμένων αξίων και μόνο. Τελικά η κριτική πρέπει να αντιλαμβάνεται πως άλλο να σμιλεύεις το μάρμαρο, άλλο να χαϊδεύεις εμμονικά τον παγωμένο ανδριάντα, και μάλιστα τον ανδριάντα ενός κάποτε γενναίου κόσμου. Ο γενναίος κάποτε κόσμος μπορεί να κρατηθεί ζεστός μόνο μέσα στην τρεχούμενη ζωή. Η ποιητική της Ιφιγένειας Σιαφάκα είναι ένα ακόμη τραγούδι ζωής. Είναι μια αενάως σφύζουσα πλατεία γύρω από τον σιωπηλό ανδριάντα της όπου οι ψίθυροι δεν είναι παρά ο ρυθμός της πόλεως καθώς δίνει σώμα στον ανύπαρκτο του χρόνου, «…Κι ο χρόνος κληρονομία μυστηρίου αυτεπάγγελτου / – Ένας σκαντζόχοιρος με παπιγιόν κάτω απ΄ τις πατούσες», κατά πως περιγράφει και ο ατελεύτητος, (δίχως τελεία, αυτό το ύπουλο σημείο στίξεως), αλλά συγχρόνως ακροτελεύτιος στίχος της συλλογής ολόκληρης και του ποιήματος ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ ΜΕ ΠΑΠΙΓΙΟΝ. Αν τελικά ως κριτικός σχολιασμός αυτό το κείμενο σας πείσει πως πρέπει να αναζητήσετε ετούτη την περίεργη συλλογή, αλλά δυστυχώς πνίγεστε στις συνήθεις φοβερές και βαρετές συνάμα υποθέσεις μας, τότε σας παρακαλώ διαβάστε μόνο αυτό το τελευταίο ποίημα της σελίδας 79 με τον «χαριτωμένο» εν σαρκασμό τίτλο που κρύβει κάτωθεν του την συντριβή του καθημερινού κόσμου μας, ή έστω προσέξτε τα παρακάτω δυο αποσπάσματα. Μου ήταν ιδιαίτερα δύσκολο και κουραστικό να τα αποσπάσω:

«…Ακούει, αλλά δεν βλέπει τη μητέρα να σέρνει μία κουρελού, μια επανάσταση, μια κουτάλα, σιρόπι από μανταρίνι και μία λέξη εντελώς συρρικνωμένη, που κάνει τη δεσποινίδα Φαίδρα να μυρίζει λευκό νεκροτομείου, αλλά σκέπτεται τη λέξη «κήπος».

«Ένας εκατονταετής λυγμός χύνεται απ΄ το πλυσταριό υπό μορφή κορδέλας κι εύσαρκος πλέον καταλήγει στις ρόδες μιας μοτοσυκλέτας…»

Τελειώνοντας, η ποιήτρια Ιφιγένεια Σιαφάκα χαλιναγωγεί με εξαιρετικά ευφυή τρόπο την έμπνευση, την οπτική και τις γνώσεις της. Γραφή αναγνωρίσιμη. Γραφή στην κόψη του ξυραφιού. Τα σημάδια δείχνουν πως συνεχίζει έτσι, και κατά τη γνώμη μου πολύ καλά πράττει. Γι αυτό νοιώθω το χρέος να της ευχηθώ να μην χάσει αυτή την θαυμάσια ισορροπία τής ποιητικής της ανάμεσα στην πρόκληση και το παρηγορητικό στοιχείο. Ανάμεσα στη θλίψη και τον θυμό. Αλλά νομίζω πως ανάμεσα στην αποτύπωση της «ενοχής» κατά το έγκλημα και την αναγκαία «άφεση», υπάρχει ένας γκρεμός που πρέπει πάντα να τον λαβαίνει υπόψη του το ποίημα. Κι αυτά με το θάρρος της γνώμης μου, πως η άφεση είναι η γενεσιουργός ελπίδα του ανθρώπου. Άλλη ελπίδα από την άφεση δεν διαθέτουμε σήμερα. Το ποίημα θα πρέπει πάντα να ανήκει στην συγνώμη και όχι στην τιμωρία.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

STAXTES.COM 10/1/2020

ε παλαιότερο κριτικό σημείωμά μου για την Ιφιγένεια Σιαφάκα είχα αναφέρει το εξής: «Δομή- πρόθεση-πρόσληψη-γλώσσα είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν δίαυλο επικοινωνίας με το υποσυνείδητο». Αυτός –θαρρώ– είναι ο κύριος άξονας επάνω στον οποίο θα πρέπει να χτίζεται κάθε αναγνωστική προσπάθεια των έργων της συγγραφέως.Στο καινούργιο της πόνημα, «Σκαντζόχοιρος με παπιγιόν», η ποίηση δένεται (και εμπλέκεται) με τη «θεατρική» δράση. Παίρνοντας στοιχεία από το δράμα προς ανάγνωση (closet drama), η Σιαφάκα, κεντάει –με έντεχνο τρόπο– το λεκτικό τού έργου επιτρέποντάς μας τη διείσδυση τόσο στην πλημμυρίδα των νοημάτων του όσο και στα σκότη του ψυχισμού μας.

–Ο χρόνος και η (προσωπική) ταυτότητα είναι τα σημαντικότερα σημεία στα οποία προσανατολίζεται η ποιητική αυτή αναζήτηση. Θα μπορούσαμε –μάλιστα– να πούμε πως το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί μια Ποιητική της εύθραυστης (και εφήμερης) ύπαρξής μας. Τα λιμνάζοντα ύδατα της (αδιόρατης) συμπλοκής ιστορικού και υποκειμενικού χρόνου, το πρωταρχικό τραύμα που ριζώνει και διακλαδώνεται συμπαρασύροντας αισθήματα, σχέσεις και όψεις, η αγωνία και η λαχτάρα για το στήσιμο ενός μητρικού επέκεινα[1], καθώς και η μνήμη καθορίζουν όχι μόνο τη δράση, αλλά και εντείνουν την πολυσημία – έτσι που ανοίγει τρομερά ο ερμηνευτικός ορίζοντας και υποχρεώνεται ο αναγνώστης σε μια ιδιαίτερη και σχεδόν μυσταγωγική διαδικασία, δηλαδή την υπερανάγνωση (over-reading). Βρίσκουμε, για παράδειγμα, στην σελίδα 18 το απόσπασμα:

—-Μερόνυχτα βρέχει, μ’ αστραπές για σωσίβια στ’ αλμυρά του ανθρώπου, που παστώνει
—-τον Λόγο μ’ ομίχλη. Θα σου γείρω ένα σύννεφο να ποτίσει βροχούλα τ’ αγριμάκια, τους
—-λύκους, που σου τρώνε την όψη.

Εδώ, λοιπόν, μπορούμε να δούμε τη σύγκρουση του λόγου της λογικής με τον λόγο της αποκάλυψης (ή και του χρησμού). Η τεχνική της συγγραφέως μάς επιτρέπει να διερευνήσουμε τις πιο απόκρημνες περιοχές του εαυτού μας και να θαυμάσουμε τους πολύτιμους θησαυρούς του. Στη συγκεκριμένη περίπτωση –πέρα απ’ αυτή την αντιπαράθεση– ο προσεχτικός αναγνώστης μπορεί να δει πως ο λόγος (με όποια απ’ τις δυο αυτές μορφές του) δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα είδωλο.

Επίσης, στη σελίδα 19 διαβάζουμε: «όταν ζύμωνα μέσα σε στόματα αλόγων αχανή, σ’ αυτά της Πύλης του Μεγάλου Ρανιλάου, να ταΐσω τα κτήνη που κυνόδοντες μπήγαν στην καμένη τη γη μας». Και στην 33 το εξής: «εκεί που μουλιάζει το κορμί των θηρίων· από φόβο μουγκρίζουν πως, αν καταλάβουν, θα επιστρέψουν νεκρά στην άσπονδη αιτία τους. Μια μετάλλαξη μόνον ανθρώπους τα βάφτισε». Μέσα από τα αποσπάσματα αυτά και την αντιπαραβολή ανθρώπου και κτήνους, μπορούμε να φέρουμε στο νου μας τις «Σημειώσεις για έναν υπέρτατο μύθο», του Γουόλας Στίβενς, όπου φαίνεται ο τρόπος με τον οποίο μέσα από τη σταδιακή αποξένωση του ανθρώπου με τη γη (και –εδώ– με την ίδια του τη φύση) έρχεται σε αντιπαράθεση ο βρυχηθμός των ζώων με την κραυγή του εφήβου.

Κι όλα αυτά μέσα από το σκληρό όστρακο μιας patella ferruginea…

Η ζοφερή μορφή της Μητέρας και η απουσία του Πατέρα θέτουν τη βάση επάνω στην οποία η αγωνία και η λαχτάρα σωματοποιούνται και (σε πολλά σημεία) διαμελίζουν το συμβολικό σώμα. Αυτά τα σημεία θυμίζουν τον Γιατρό Ινεότη του Γιώργου Χειμωνά, όπου, όπως αναφέρει σε δοκίμιό της η Εύη Βογιατζάκη: «Όλες αυτές οι έννοιες δραματοποιούνται στη θεατρική σκηνή […]. Αποκαλύπτοντας το ψυχοσωματικό υπόστρωμα των παραπάνω μεταφορών, ο Χειμωνάς παρουσιάζει τις πιο άγριες και ασυμβίβαστες ενστικτώδεις ορμές του ανθρώπου, που βρίσκονται κρυμμένες πίσω από την κανονικότητα της θεσμοθετημένης γλώσσας»[2]. Σύμφωνα με τον Λακάν, άλλωστε, η απειλή για κατακερματισμό του σώματος πηγάζει από το άγχος. Και το άγχος εδώ είναι δημιούργημα της απειλής που αφήνει να πλανάται η Νεκρή γριά[3].

Στο ποίημα «ΜΕΤΕ-Ο-ΡΙΣΜΟΙ» υπάρχουν κάποιοι στίχοι στους οποίους δίνει καθαρά η Ιφιγένεια Σιαφάκα αυτό το αρειμάνιο υπόβαθρο των σχέσεων των «dramatis personae» αλλά και τον φόβο που προκαλεί η σκιά του Πατέρα (οιδιπόδειο σύμπλεγμα). Γράφει λοιπόν:

—-… Μ’ έναν θάμνο στο φρύδι αρμονία πιο πέρα βλασταίνει
—-στην αγέρωχη στήλη που αδράχνει το προφίλ
—-του αμίλητου πατέρα με το στόμα ριγμένο
—-στραβά στο πεντάγραμμο ανέμων ν’ αποφύγει
—-έναν μαστό πυρωμένο με πύαρ:
—-την ευθύβολη άρση της σάρκας στην πέτρα
—-Κάτω απ’ το μουγγό του σαγόνι
—-μια αριθμομηχανή γηραιά εν ονόματι ΚΡΟΝΟΣ
—-κρατά κούφιο κι απόκρημνο το προσωπείο στον οίκτο…

Κλείνοντας, θα ήθελα να αναφερθώ στους αναγραμματισμούς που χρησιμοποιούνται (ΠέΤρας- Πατέρας) στο έργο και στα ονόματα που δίδονται στα πρόσωπα-αρχέτυπα. Για παράδειγμα, ο Πάολο ντε Σιλένθιο παραπέμπει στη σιωπή, ενώ η Βιργινία Τσα Λο Το στην τύχη. Αυτά τα τεχνάσματα εμπλουτίζουν το κείμενο και μετατρέπουν την αναγνωστική διαδικασία σε μιαν εξερεύνηση των τροπικών της γλώσσας και του ανοίκειου λογοτεχνικού (και ψυχικού μας) κόσμου. Τέλος, χρησιμοποιώντας εξωκειμενικά στοιχεία –όπως τα μότο του Καραβίτη που μας παραπέμπουν στη θεματική του προσωπικού χρόνου, των καθρεφτών, της μνήμης, του θανάτου, ή το τραγούδι του Idir, ένα παραμύθι που συνδιαλέγεται με το μυθικό υπόβαθρο της αφήγησης, το ονειρικό στοιχείο και το οικογενειακό αφήγημα–, η αναγνωστική πρόσληψη θα γίνει ουσιαστικά η συνισταμένη των επιμέρους ανταποκρίσεων, μετρώντας πια κι ως σύνολο υπόρρητων σημασιολογικών και αισθητικών δυνατοτήτων.

.

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

POETICANET.GR 36 Ιανουάριος 2020

Κάτοικοι του πληκτρολογίου

Η βαθιά ενασχόληση ενός ποιητή με τη γλώσσα, φέρνει φυσικά στο προσκήνιο και το θέμα της διαχείρισης της. Έτσι προκύπτουν διάφορα ερωτήματα, που έχουν απασχολήσει κατά καιρούς όλους μας. Είναι το παρόν η απόλυτη ζωή του ποιητή; (ώστε να αντλεί το υλικό του από την εποχή του και μόνο;) Ο ποιητής πρέπει απαραίτητα να γράφει στη γλώσσα που ο ίδιος χρησιμοποιεί όταν μιλάει; (ενώ είναι κληρονόμος μιας ολόκληρης γκάμας γλωσσικών εκτάσεων;) Μια «πεποιημένη» γλώσσα (λόγια, ή λαϊκή), η οποία συγκροτήθηκε εις το όνομα της συνέχισης της παράδοσης, υπηρετεί μια ιδεολογία; μια δεξιοτεχνία; διακινδυνεύει απλώς σε μια περιοχή στοιχηματίζοντας να εκμαιεύσει δυνατότερη συγκίνηση; Η επιλογή του ποιητή να γράφει «παλιομοδίτικα» προκύπτει ως κλίση ενός ψυχισμού που έχει την τάση να κρυφτεί πίσω από μια «άλλη» ταυτότητα; Εάν άλλοι, παλιότεροι, έγραψαν στη γλώσσα της εποχής τους, ποιο είναι το νόημα σήμερα εμείς να γράφουμε σαν εκείνους, αφού σ’ εκείνους τους ίδιους ανήκει το προνόμιο να μας φέρνουν σε επαφή με την εποχή τους; Ένα παλιότερο είδος γλώσσας, ή φόρμας, νομιμοποιείται να υπάρχει στις μέρες μας μόνο ως παρωδία; Πόσο αντέχει σήμερα στην κριτική η φράση του Kandinsky «από μια τέχνη που χρησιμοποιεί παλιούς τρόπους και φόρμες θα γεννηθεί ένα παιδί νεκρό»; Η λογοτεχνία «συνεχίζεται» μόνο μέσα από το «καινούργιο» που διαρκώς προσθέτει ψηφίδες και δρόμους; (αφού έτσι κι αλλιώς, το καινούργιο έχει ενσωματώσει αθόρυβα το παλιό, με τρόπους αθέατους και υπαινικτικούς;) Η ίδια η εξέλιξη της γλώσσας ορίζει με φυσικότητα και την εξέλιξη της λογοτεχνίας; Ερωτήματα που κινούνται σε ποικίλα επίπεδα, λογοτεχνικά και ψυχολογικά. Ερωτήματα που έχουν απαντηθεί, κατά καιρούς, συγκροτώντας θεωρίες, οι οποίες αποτελούν για μερικούς θέσφατα στις λογοτεχνικές τους αποσκευές.

Ξαναδιαβάζοντας τις ερωτήσεις μου, άρχισα να δίνω απαντήσεις, και μάλιστα, αντλώντας από τον χώρο εκείνο με τα «ετοιματζίδικα» – γιατί όπως όλοι μας, έχω κάποιες συγκεκριμένες απόψεις για συγκεκριμένα ζητήματα. Παραδόξως, αμέσως μετά, είδα ότι μπορούσα να απαντήσω με σοβαρά επιχειρήματα υπερασπιζόμενη και τις εντελώς αντίθετες θέσεις! Ίσως γιατί η λογοτεχνία είναι ένα διαρκές ανοιχτό πεδίο, το οποίο αλλάζει μέσα μας μορφή στη διάρκεια των χρόνων, ίσως γιατί οι καλλιτέχνες αλλάζουμε και οι ίδιοι, πράγμα που μας οδηγεί σε νέες συνειδητοποιήσεις, νέες προσεγγίσεις και νέες οπτικές. Έτσι λοιπόν, κατέληξα, πως όλα είναι «σωστά» για έναν ποιητή, αν πυροδοτούν τον ψυχισμό και την δημιουργική του διάθεση, στον επίπονο αγώνα του για τη συγκρότηση μιας προσωπικής φωνής. Και πως, όταν υπάρχει γνήσιο αίσθημα, η ποιητική πράξη λέει την αλήθεια, πέρα από τους ορισμούς και τις θεωρητικές αποφάνσεις των εκάστοτε εποχών. (Μάλλον ανακάλυψα την Αμερική!)

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Χ. ΛΟΥΚΟΠΟΥΛΟΣ

ΠΕΡΙ ΟΥ 17/7/2019

Στην ποιητική κατασκευή Σκαντζόχοιρος με Παπιγιόν (Ποίηση σε πέντε πράξεις και αυλαία) της Ιφιγένειας Σιαφάκαπου κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έναν – σπάνιας καλαισθησίας – τόμο, από τις εκδόσεις Σμίλη, η ποιητική διάθεση διαχέεται σε πρόζα και θεατρικούς μονόλογους από τη μια, καθώς και σε αμιγή ποιήματα με υπερρεαλιστικές αιχμές, από την άλλη, τα οποία όμως ποιήματα, επιστρέφουν, ορισμένες φορές, μιαν εξαιρετική νατουραλιστική ένταση σε σημείο να δίνουν την αίσθηση πως είναι ξεκομμένα από το corpus του κειμένου. Η αίσθηση είναι πάντως πρόσκαιρη διότι σε δεύτερη ανάγνωση φαίνεται να λειτουργούν εντός πλαισίου ισχυρά σε ένα επίπεδο ασυνείδητου (που ενδεχομένως εξηγείται μέσω μιας σχεδόν εμμονικής επιθυμίας της ποιήτριας, γνωστή από προηγούμενες δουλειές της – ποιητικές ή μη -, να ασχοληθεί με γνωστικά αντικείμενα που σχετίζονται με την ψυχανάλυση). Η θεατρική δομή, ενώ δίνει την εντύπωση αυτόματης γραφής και βρίθει πληροφορίας και ατμόσφαιρας, στην ουσία λειτουργεί ως μοχλός που “καθαρίζει” την ποίηση από το μεταφυσικό της περιεχόμενο: ένα μαντρικό ισότονο, επάνω στο οποίο αναπτύσσονται οι αξιόλογες ποιητικές ιδέες.Τα πρόσωπα (ο αγέννητος Ορέστης, ο Ορέστης, η Γριά και η Θέλμα) όσο και αν μοιάζουν δανεισμένα από συμβατικές θεατρικές δομές, π.χ. την Αρχαία τραγωδία (και πιο συγκεκριμένα την Ηλέκτρα του Σοφοκλή), το θέατρο του Παραλόγου (έναν νεωτεριστικό, φλύαρο Ιονέσκο που αναπτύσσεται πάνω στην απουσία διαλόγων ενός μπεκετικού υπόβαθρου) ή τους σπαρακτικούς μονολόγους της Σάρα Κέιν,ενσωματώνουν στην πράξη και παγιοποιούν τις ίδιες τις δομές επιπλέοντας διακριτά και αυτόφωτα μέσα στον υπερρεαλιστικό κατάμαυρο ποταμό της ποιητικής ροής ενώ ταυτίζονται ταυτόχρονα με το ποιητικό υποκείμενο· μετατρέπονται σε αφορμές να εκτεθεί ένας αγώνας αίτιου- αιτιατού δίχως νικητές και νικημένους. Κι ας μην αναφερθώ, σχεδόν, καθόλου στην αραχνοειδή υποδομή της αφήγησης, που σε αρπάζει στον ιστό της και σε καταπίνει έως και σε χωνεύει, αναλόγως των αντοχών και της ενδοτικότητας που παρουσιάζεις κατά την ανάγνωση. Δύσκολα βέβαια θα μπορούσαν να παιχθούν τέτοιοι ρόλοι σε μια θεατρική σκηνή διατηρώντας για τον θεατή – ακροατή μια υποτυπώδη αίσθηση πλοκής, παρόλα αυτά δεν παύει κάτι τέτοιο να αποτελεί μια πρόκληση. Ταυτόχρονα η ποίηση εκπορεύεται από παντού, τριζάτη, αφαιρετική (με τις εμφανείς συγγένειες που παρουσιάζει η γραφή της ποιήτριας με τις εθνικές της υπερρεαλιστικές καταβολές ενός Κακναβάτου ή ενός Παπαδίτσα, για να μην αναφερθώ σε άλλες επιρροές διακειμενικές ή μη, ο κατάλογος δεν θα είχε τέλος) μα στη βάση της λαγαρή σαν τραγούδι.Ορισμένες φορές τα μέτρα της – η μουσικότητα του κειμένου και οι λεκτικές ισορροπίες – είναι θαυμαστά. Για μένα αυτό είναι ένα σημείο εντυπωσιακό σε ένα έργο που μπορεί κάποιος με ευκολία να απορρίψει ως ένα ανούσιο κατασκεύασμα αυτόματης γραφής. Θα έχει χάσει τότε την ευκαιρία να αναμετρηθεί με φόρμες πειραματικές (οι οποίες όμως διατηρούν την αυστηρότητα των κανόνων τους και λειτουργούν ως τέτοιες δομημένες, σχεδόν, επιστημονικά). Εάν, και κατά πόσον, όλο αυτό λειτουργεί παρέχοντας αναγνωστική απόλαυση, είναι θέμα, φυσικά,προσωπικό καθώς πρόκειται για ένα δύσκολο βιβλίο, που απαιτεί από τον αναγνώστη πολλαπλές αναγνώσεις, συγκέντρωση και αφαίρεση ταυτόχρονα, και μια, σχεδόν, ερευνητική περιέργεια προς όλα του τα συστατικά· αποζημιώνει όμως με μια επίγευση καθαρής και ενορατικής – θα έλεγα – λογοτεχνίας, μέσα στα όρια των συνθηκών που θέτει χρόνια τώρα η δημιουργός ως αρχές της τέχνης της (και που – στο κάτω κάτω – την διαχωρίζουν μα και την καθορίζουν). Δείγμα γραφής (θαυμάστε μέτρα)

ΒΙΝΥΛΙΟ

Ρέει μελάνι από την κούπα της σουπιάς
ο Αχέροντας πικρός ρίγη σε κάτοπτρα αειθαλή
στο ταβερνείο του μας πίνει
Η δαντική βελόνα αλυχτά για μουσική
στη βαρκαρόλα της στροφής
και για κουπί, από την κρούστα μέσα μας,
μια τρύπια φτέρνα o Κέρβερος
στο στόμα του σκεβρώνει και τη φτύνει
Γαβγίζει το λυκαυγές στην κουπαστή
κι ένας ζεϊμπέκικος κισσός
ανδρώνει ήλους μελανούς
τυφλός ο ξένος μέσα ν’ανατείλει

1 σκέψη για το “ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ”

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.