ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΤΖΗΜΩΥΣΙΑΔΗΣ

Ο Παναγιώτης Χατζημωυσιάδης γεννήθηκε το 1970 στο Δυτικό Πέλλας, όπου συνεχίζει να ζει. Εργάζεται ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση.
Το συγγραφικό του έργο αριθμεί τρεις συλλογές διηγημάτων, μία νουβέλα και τέσσερα μυθιστορήματα.
Το μυθιστόρημά του «Έξοδα Νοσηλείας» (εκδ. Ενύπνιο) έλαβε εξ ημισείας το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για βιβλίο που προωθεί ευαίσθητα κοινωνικά θέματα (2021) και το μυθιστόρημά του «Το Χιόνι των Αγράφων» (εκδ. Κίχλη) έλαβε το βραβείο μυθιστορήματος του περιοδικού «Ο Αναγνώστης» (2022).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Τρεις μνήμες και δυο ζωές (διηγήματα), Μεταίχμιο 2005
Καλά μόνο να βρεις (νουβέλα), Κέδρος 2006
Το παραμύθι του ύπνου (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2008
Αστοχία υλικού (μυθιστόρημα), Μεταίχμιο 2010
Ζώνη πυρός (διηγήματα), Μεταίχμιο 2014
Η ιδιωτική μου αντωνυμία (μικρά πεζά), Κίχλη 2018
Έξοδα νοσηλείας (μυθιστόρημα), Ενύπνιο 2020.
Το χιόνι των Αγράφων (μυθιστόρημα), Κίχλη 2021.
Γυναικών τε (Ποίηση) Εύμαρος 2023.

.

.

ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΤΕ (2023)

Ζωγραφική-σχέδια:  Ηρώ Σιδέρη

Ένα γιοφύρι έβαλε σκοπό τον για να χτίσει
τις όχτες κάποιου ποταμού με πέτρες να ενώσει.
Ολημερίς το έχτιζε, το βράδυ γκρεμιζόταν.
Πουλάκι δεν φτερούγισε, μαντάτο να του φέρει
«Α δε στοιχειώσετε άνθρωπο, γιοφύρι δε στεριώνει».
Έτσι περνούσε ο καιρός, τα δίσεκτα τα χρόνια
ο ποταμός τραβήχτηκε, οι πέτρες του τελειώσαν.
Συνέχιζε το χτίσιμο, μ’ ό,τι δικό του είχε
μαλλιά, νεφρά και πείσματα, καρδιά, λαιμούς και λέξεις.
Ποτέ δεν βαριανάσανε, πικρά να μετανιώσει
καλούπωνε, σιδέρωνε, ξανά θα γκρεμιζόταν.
Και μόνο στα πολύ στερνά, σαν έκλεινε τα μάτια
πουλάκι ήρθε κι έλεγε μ’ ανθρώπινη λαλίτσα
«Γοργά πλυθείς, γοργά ντυθείς με τα καλά σου ρούχα
μια λυγερή σε καρτερεί στην άκρια στο ποτάμι
το γιοφυράκι που ’χτίσες μαζί να το διαβείτε».

Ι   ΠΑΠΑΡΟΥΝΕΣ

— Σε γνώριζα προτού να σε γνωρίσω. Σου μιλούσα προτού να
σου μιλήσω. Σε αγαπούσα προτού να σε αγαπήσω.

— Κάτι χειμωνιάτικες νύχτες που άνοιγα τα μάτια. Στο ίδιο πάν-
τα όνειρο.

— Θυμάρι και βασιλικός στο πάτωμα. Ρυγχόσπερμο και γιασεμί
στους τοίχους. Μια μυγδαλιά ανθοφορούσε στο ταβάνι.

— Σήκωνα τα χέρια να πιαστώ απ’ τα κλαδιά κι ένιωθα ανάλαφρος
σαν πούπουλο, το σώμα μου αιωρούνταν πάνω απ’ το κρεβάτι.

— Μόνο στη θάλασσα, στο κενό και στην αγάπη η αντιστροφή
του νόμου της βαρύτητας.

— Δίχως πτώση παρά τις πτώσεις, δίχως συντριβή παρά τις
συντριβές.

— Μόνο με πάθη, λάθη, σιωπές, οδύνες, γρατζουνίσματα,
αιμορραγίες και χαμόγελα – πολλά χαμόγελα.

— Κάθε φορά που σου ’δινα μορφή, μαλλιά, μύτη, μάτια,
μάγουλα, άνω και κάτω άκρα, για να σε σχηματίσω στο μυαλό μου.

— Μαθητριούλα του δημοτικού σε καταπράσινη πλαγιά με
παπαρούνες.

— Ένα σμήνος από ανεμόπτερα γεμίζει το πεδίο.

— Ανοίγω τα χέρια, κλείνω τα μάτια και βγαίνω στη βροχή.

— Τούτη η άνοιξη κυοφορεί ηφαιστειογενείς εκρήξεις.

— Προϊστορικοί δεινόσαυροι, ορνιθοληστές, ινκουανόδοντες,
ποστόχοροι, αναδεύουν εντός μου.

— Το μυαλό μου πάει στην εικόνα των απολιθωμένων της
Πομπηίας. Σωριασμένοι στους δρόμους, στα σπίτια, ενώ έτρωγαν,
κουβέντιαζαν κι έκαναν τη βόλτα τους στην αγορά της πόλης.

— Άραγε σε ποια στάση θα με ανασκάψουν κι εμένα οι
αρχαιολόγοι του μέλλοντος;

— Εν ρεμβασμώ ανοίξεως μεσήλιξ; Καρβουριασμένο πτώμα σε
εμβρυακή στάση; Αχθοφόρος εν ώρα υπηρεσίας;

— Για την ώρα ακουμπάω στην κουφάλα μιας υπεραιωνόβιας
ελιάς και σε κοιτάζω.

— Θε μου, πόσο πολύ ταιριάζεις με την άνοιξη.

— Όθεν η ποιητική της ύπαρξής σου ή αλλιώς η ύπαρξη της
ποιητικής μου.

— Στο εξής ο Μάης θα φορά το άρωμά σου, μια μέλισσα θα
θηλάζει απ’ τις μαργαρίτες και το τελευταίο χιόνι θα γυαλίζει στις
κορφές του Βέρμιου.

…/…

ΙΙ   ΜΙΚΡΗ ΕΡΩΤΙΚΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ

— Υπήρξα για δεκαετίες αγνωστικιστής. Καμία λογική στήριξη
δεν έβρισκα για το αντίθετο. Μέχρι που γνώρισα εσένα.

— Εν οίκω Θεού διατελεί ο πιστός όπου κι αν διακονεί την
πίστη του. Θέλω να πω, δεν σ’ έβγαζα απ’ το μυαλό μου.

— Ούτε ιερατείο ούτε δόγμα ούτε αμαρτίες ούτε συγχωροχάρτια
η δική σου πίστη. Στα χείλη σου η κόκκινη Έμμα μαθαίνει τα νέα
για την Οκτωβριανή Επανάσταση. Θρησκεύομαι αναρχούμενος.

— Μια Κρονστάνδη επαναστατεί στο σώμα σου, νεοσύλλεκτος
του ναυτικού εγώ. Το ημερολόγιο δείχνει 7 Μαρτίου του 1921,
το πλοίο μου ελλιμενίζεται στην αποβάθρα του νησιού.

— Έναν αιώνα μετά πάω και σταθμεύω το αυτοκίνητο σ’ έναν
αγρό με καταπράσινα στάχυα. Εσύ χαμογελάς, εγώ κοιτάζω
σκεφτικός έξω απ’ το παράθυρο. Μόνο ο έρωτας, η επανάσταση και
η φύση δικαιούνται να υπόσχονται την άνοιξη.

— Κοντά στις τσουκνίδες θα φυτρώνει πάντα μια μολόχα, μου
’χες πει. Ξέρει η φύση, τρίβεις στο ερεθισμένο σημείο τη μολόχα
για να φύγει ο κνησμός. Πέντε δεκαετίες πέρασα με τούτο
τον κνησμό. Ενδημούν στην περιοχή μου οι αγριάδες, τα
γαϊδουράγκαθα, τα τριβόλια και κυρίως οι τσουκνίδες. Θα σ’ το πω
το κρίμα μου, αγνοούσα μέχρι τώρα τις μολόχες.

— Όλο ρόζους και σκασίματα οι παλάμες σου, κοροΐδευες.
Τα νέγρικα μπλουζ από τέτοια χέρια έχουν γραφτεί, σου
απαντούσα. Εσύ δεν ξέρεις ούτε πιάνο ούτε κιθάρα, επέμενες.
Ιδού τα πλήκτρα κι οι χορδές, σ’ έδειχνα. Η ορχήστρα είναι έτοιμη,
με προκαλούσες. Τα πιο βαριά ρεμπέτικα το ρεπερτόριό μου, σ’
αγκάλιαζα.

— Μερικές φορές πιάνουν κι οι κακοκαιρίες Απρίλη, Μάη μήνα,
πέφτει η θερμοκρασία πολύ χαμηλά, ύστερα σηκώνεται απότομα
και χτυπάει τριαντάρια. Οι ειδικοί λένε ότι φταίει η κλιματική
αλλαγή, στη δική μας βέβαια περίπτωση νομίζω ότι έφταιγα εγώ.

— Δεκαετίες ολόκληρες υπήρξα άνυδρος, τούτους τους
ορμητικούς χειμάρρους δεν ήταν εύκολο να τους ελέγξω. Νάιλον
σακούλες, πλαστικά παιχνίδια, κομμένοι κορμοί, νεκρά αισθήματα
και μπόλικη φερτή ύλη παρασύρονταν στις εκβολές τους. Ένας
σκοτεινός ωκεανός εκτεινόταν από ’κει και πέρα.

— Ξυπνούσα τις νύχτες με τον ίδιο εφιάλτη, ότι είμαι στη μέση
του ωκεανού. Εσύ κωπηλατούσες βιαστικά για να με σώσεις,
αλλά μια αδιόρατη έλξη με τραβούσε αργά προς τον βυθό.
Πνιγόμουνα χαμογελώντας.

— Κάθε φορά σηκωνόμουν κι έφευγα σαν να ’μουνα
κυνηγημένος. Σου ’λεγα, δεν έχω χρόνο. Ψέματα. Κάποιες ανίες
έτρεχα να διασώσω από σένα – πώς αλλιώς να βγει η άλλη μέρα;

— Τι σκέφτεσαι; με ρώτησες. Η βροχή χάραζε το τζάμι του
αυτοκινήτου, κάποια σκοτάδια ράγιζαν απέξω. Δεν θυμάμαι να σου
απάντησα.

…/…

ΙΙΙ   ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ

— Σ’ είπανε Ελένη.

— Στης μάνας σου τον κόρφο, στου κύρη σου την αγκαλιά.

— Στις ανθοστόλιστες της Σπάρτης πεδιάδες μεγαλώνεις.

— Ανάμεσα σε ορχιδέες, παπαρούνες, καλόγερους και λιβελούλες.

— Αλλά ήρθε η ώρα σου να παντρευτείς.

— Κάποιον Μενέλαο να πάρεις.

— Και καταπώς είθισται.

— Παιδιά θα κάνεις, υφαντά θα υφαίνεις και με ζεστό νερό τα
πόδια του θα πλένεις.

— Κάθε φορά που θα επιστρέφει στη συζυγική σου κλίνη.

— Αποκαμωμένος απ’ τις φωνές της αγοράς, τα αίματα της
μάχης, των ιερόδουλων τα βογκητά και των συμποσίων τα πιο
όμορφα αγόρια.

— Έτσι θα κυλήσει η ζωή σου, σκιά της σκιάς του άντρα σου,
όπως κυλάει η ζωή των κοριτσιών της ηλικίας, της τάξης, του
καιρού σου.

— Μόνο που για σένα έχουν άλλα σχέδια η μοίρα κι οι θεοί, οι
ποιητές κι οι στρατηλάτες.

…/…

— Δεν ξέρω αν πρόλαβες κι η ίδια να το μάθεις, όμως πολλούς
αιώνες μετά αποκαλύφθηκε ότι άλλη ήταν η αιτία της πολιορκίας.

— Βλέπεις, πάντα το συμφέρον θα υποκρίνεται την ομορφιά
σου.

— Αλλά έτσι δεν γίνεται ανέκαθεν με τους πολέμους των
αντρών, των θρησκειών και των εθνών;

— Οπότε δεν μου μένει παρά να σε εγκαλέσω για την αφέλειά
σου:

— Είσαι υπόλογη της αθωότητας σου.

— Είσαι υπεύθυνη της ομορφιάς σου.

— Είσαι ένοχη της φύσης σου.

— Γιατί εσύ, Ελένη, δεν είσαι μόνο η Ελένη.

— Είσαι η Πηνελόπη, η Αριάδνη, η Μαρία Μαγδαληνή, η
Παναγιά Παρθένα, η Υπατία, η Ειρήνη η Αθηναία, η Ιωάννα της
Λορένης, η Μπουμπουλίνα, η Βαγγελίτσα Κουσιάντζα,
η σιδερωμένη Σπυριδούλα, η Μόνικα Εκιουζ, η Εαρυφαλλιά,
η Δώρα, η Καρολάιν και η πνιγμένη Ελένη Τοπαλούδη.

— Κι εγώ δεν είμαι μόνο εγώ.

— Είμαι ο μάγος της φυλής, ο μύστης των ιερών, ο αρχηγός της
κοινότητας, ο αοιδός, ο βασιλιάς της χώρας, ο ιεροεξεταστής, ο
εξομολόγος, ο δάσκαλος με τον ξύλινο χάρακα, ο χωροφύλακας,
ο ερωτύλος εραστής, ο προστατευτικός αδελφός, ο αυστηρός
πατέρας και πάνω απ’ όλα είμαι ο νόμιμος σύζυγός σου.

— Θυμάσαι;

— Υπήρξαν κάποτε καιροί που σ’ έζευα στο άροτρο, σε γέμιζα μι
ενοχές και αμαρτίες, σου φορούσα ζώνη αγνότητας, σε έκαιγα
στην πυρά σαν μάγισσα, σε πετούσα στο πηγάδι, σου ’δινα το
όνομά μου, σε ξυλοφόρτωνα, σε περιέφερα ημίγυμνη στους δρόμους,
ακρωτηρίαζα τα γεννητικά σου όργανα, έκοβα τους μαστούς,
τη γλώσσα, τα αυτιά, ξύριζα το κεφάλι σου και κάθε βράδυ
σε ζητούσα στο κρεβάτι.

…/…

.

ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ (2021)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

18 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1948. Η Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης, υπό την αρχηγία του Γιώργου Γούσια, ξεκινά να μεταφέρει εφεδρείες για τον Δημοκρατικό Στρατό από τη Βράχα προς τη Μακεδονία. Χίλιοι τριακόσιοι επίστρατοι από την ευρύτερη περιοχή των Αγράφων και της Θεσσαλίας, απειροπόλεμοι, ανεκπαίδευτοι, δίχως ρουχισμό, τροφή και όπλα, διασχίζουν τον κάμπο των Φαρσάλων, πέφτουν στη λίμνη Κάρλα, περνούν τον Πηνειό, φτάνουν στις πλαγιές του Ολύμπου, ανεβαίνουν στις κορυφές των Πιερίων και διαφεύγουν στη Μακεδονία, ενώ οι δυνάμεις του Κυβερνητικού Στρατού τούς καταδιώκουν ανελέητα. Οι απώλειες είναι συντριπτικές. Στο σπονδυλωτό μυθιστόρημα Το χιόνι των Αγραφων παρακολουθούμε τις τριάντα επτά μέρες της βασανιστικής πορείας τους.

ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ (σελ 53-59)

…/…
Δίπλα του είχε την Ελένη, που του ’πιάνε κρυφά το χέρι, κι από κοντά ακολουθούσε ο Κωνσταντής, έτοιμος να πέσει στη φωτιά και να καεί για χάρη του. Μπρος και πίσω απλωνόταν μια ατέλειωτη στρατιά παιδιών, που ανηφόριζαν, άλλοι με τη θέλησή τους κι άλλοι από φόβο, την πυκνόφυτη πλαγιά με το ’να μέτρο χιόνι. Στην κεφαλή προπορευόταν ένα κανελί άτι με τον στητό του αναβάτη, λιγομίλητο, βλοσυρό και σίγουρο ότι παρά τις όποιες δυσκολίες θα κατάφερναν να φτάσουν στην Ελεύθερη Ελλάδα, για να ενισχύσουν τις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού και να οργανώσουν την εξόρμηση που πολύ γρήγορα θα ελευθέρωνε τη χώρα από τους ξένους ιμπεριαλιστές και τους ντόπιους συνεργάτες τους, τους μοναρχοφασίστες.
Όσα χρόνια κι αν περάσαν από τότε, άλλη χιονοθύελλα σαν εκείνη που ξέσπασε στις 18 Φλεβάρη του ’48 δεν θυμάται. Τούφες τούφες έπεφτε το χιόνι, τους βίτσιζε τα μούτρα ο αέρας, στα τέσσερα μέτρα δεν βλέπανε απ’ την ομίχλη και τις νιφάδες· σαν να ’θελε κάτι να τους πει κι η φύση, μια προειδοποίηση, μια απειλή ή και μια συμβουλή ακόμη, μα πού μυαλό να σταθούν να την ακούσουν.
Σήκωσε τους γιακάδες απ’ το αμπέχονό του, έσκυψε το κεφάλι και ξεκίνησε. Στο μυαλό του έφερε το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του όταν ήτανε μικρός, το ίδιο που σκεφτόταν και τότε που έκανε τον σύνδεσμο στα χωριά
των Αγράφων.
Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε μια καλή γιαγιάκα. Γλυκομίλητη, καμπούρα και καματερή. Ζούσε σ’ ένα μικρό χωριό στην πλαγιά ενός ψηλού βουνού. Ο άντρας της είχε πεθάνει από χρόνια και τα παιδιά της είχανε σκορπίσει στα
τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Έμεινε μονάχη με την προβατίνα, τις κοτούλες και τις γάτες της. Ξυπνούσε νωρίς τα χαράματα για να ταΐσει τα ζωντανά, να μαζέψει τις βραδινές στάχτες, να κόψει τα ξύλα, να φτυαρίσει το χιόνι, να συγυρίσει την κουζίνα και να ετοιμάσει το φαΐ. Όλη τη μέρα δέκα γύρες έφερνε το σπίτι και την αυλή για να προλάβει, δυο φορές φορτωνότανε τη στάμνα για νερό. Και, όταν πάλι άρχιζε να σκοτεινιάζει, έπαιρνε τη ρόκα, καθότανε παρέα με τις γάτες μπρος στο αναμμένο τζάκι και έκλωθε, μέχρι που να πονέσουνε τ’ αδύναμα ματάκια της, μαλλί.
Την άλλη μέρα έπλεκε κάλτσες και πασουμάκια, γαϊτάνια και μεσοφόρια για τα κρύα του χειμώνα. Ανήμερα Χριστούγεννα, πάει πρωί πρωί στη βρύση του χωριού. Στο σπίτι η φωτιά αναμμένη περιμένει να ζεστάνει το νερό. Γεμίζει
τη στάμνα μέχρι απάνω και σκύβει για να τη σηκώσει. Αλλά η στάμνα είναι ασήκωτη, το κρύο τσουχτερό και ο δρόμος σκέτος πάγος. Στα πέντε μέτρα σκοντάφτει, γλιστράει και πάρ’ την κάτω, πέφτει και ξαπλώνεται φαρδιά πλατιά στο χιόνι. Απ’ το ’να χέρι, το δεξί, ο πόνος τη σουβλίζει. Σφίγγει τα δόντια να κρατήσει τη φωνή της κι υψώνει λίγο το κεφάλι για να δει. Κομμάτια η στάμνα της σπασμένη, χυμένο το νερό στο χιόνι, ούτε ένας άνθρωπος τριγύρω για να βοηθήσει. Βγάζει την μπόλια και δένει τον αγκώνα. Παίρνει βαθιά ανάσα, δίνει με τ’ άλλο χέρι δύναμη να σηκωθεί στα πόδια της και κούτσα κούτσα γυρνά ξανά στο φτωχικό της.
Μπαίνει μέσα και σφαλίζει πίσω της την πόρτα. Το σπίτι αδειανό, αυτή ανήμπορη. Γέρνει μπρος στο σβησμένο τζάκι με παράπονο. Θυμάται με νοσταλγία τα παιδιά και τον άντρα της, τις ετοιμασίες των γιορτών, την πίτα της Πρωτοχρονιάς και τους κουραμπιέδες για τους «καλημεράδες» των Φώτων. Ένας κόμπος σφίγγει τον λαιμό της. Τι θα κάνει τώρα που δεν έχει ούτε μια στάλα νερό να πιει και πως θα κρατήσει το τζάκι αναμμένο; Ποιος θα φροντίσει τα ζωντανά, θα συγυρίσει το σπίτι, θα φέρει το νερό, θα μαγειρέψει το φαΐ και θα πλέξει τα πλεχτά της;
Ξάφνου ένα σούρσιμο ακούγεται ψηλά απ’ την καμινάδα κι εμπρός της προβάλλουν πέντε φουριόζοι καλικάντζαροι. Μαζεύονται τριγύρω της απορημένοι. «Τι έχεις, γιαγιούλα μ’, χρουνιάρες μέρες κι είσαι λυπημένη;» «Πονεί το χέρι μ’», απαντά. Κείνοι κοιτάζονται αναμεταξύ τους. «Και γι’ αυτού στεναχουριέσαι;» λένε και στη στιγμή πιάνει ο ένας τη σκούπα, ο άλλος το φτυάρι, ο τρίτος τα ξύλα, ο τέταρτος την κατσαρόλα και ο πέμπτος τη ρόκα. Δώδεκα μέρες μείνανε κοντά της με τις φωνές, τα γέλια και τις αταξίες τους και, με το που ’ρθανε τα Φώτα, ξαναχωθήκανε στην καμινάδα και αρχίσανε να σκαρφαλώνουν τραγουδώντας:

Φεύγετε να φεύγωμε
τι έρχεται ο τρελόπαπας
με την αγιαστούρα τον
και με τη βρεχτούρα τον.
Μας άγιασε, μας έβρεξε
και θα μας μαγαρίσει.

Από κάτω στεκόταν η γιαγιά, να τους ξεπροβοδίσει. «Να μας ξανάρθητε του χρόνου, βρε παιδιά. Τώρα που σας λέω, σαν να με πονεί η πλάτη μ’ και το πόδι μ’. Από παλιά που τα ’χα χτυπημένα».
Και το χωλό ποδάρι του Χαραλάμπη πονούσε. Μπορεί να μαλάκωνε λιγάκι ο καιρός όσο έπιανε η μέρα και ανέβαινε ο ήλιος, αλλά σκληρή πέτρα το χιόνι που πατούσε, πληγιάζανε τα πόδια του απ’ τα φθαρμένα άρβυλα, τον σούβλιζε και το παλιό του τραύμα. Στην αρχή μουρμούρισε με τη βραχνή φωνή του το τραγούδι που κάποτε αντηχούσε στις κορφές και στα λαγκάδια της διαδρομής
αυτής:

Βροντάει ο Όλυμπος και πάλι,
στην Γκιώνα πέφτουν κεραυνοί.
(Σειούνται οι στεριές και τα πελάγη,
όπλων ακούγεται η κλαγγή.)

Νέο αντάρτικο γεννιέται
ν’ αγωνιστεί για λευτεριά.
(Και τους φασίστες εκδικιέται
όπου τους βρει με αντρειά.)

Ο όρκος μένει πάντα ένας
που έχει δώσει ο ΕΛΑΣ.
(Ν’ αγωνισθεί σκληρά ο καθένας
για να ελευθερωθεί η Ελλάς.)

Εμπρός, ΕΛΑΣ, για την Ελλάδα,
εμπρός ακόμα μια φορά.
(Κράτα της λευτεριάς τη δάδα
στα δυο σου χέρια τα γερά.)

Τώρα ο μόνος αντίλαλος που έφτανε στ’ αυτιά του ήταν οι κουκουβάγιες που έκρωζαν και οι λύκοι που αλυχτούσαν.
Έφερε πάλι στον νου του το παραμύθι που του ’λεγε η μάνα του μπροστά στο τζάκι. Θυμάται τότε που καθότανε και περίμενε τη στιγμή που θα κατέβαιναν οι καλικάντζαροι και στο δικό του σπίτι, να τον γλιτώσουν απ’ το κουβάριασμα του μαλλιού, απ’ το κόψιμο των ξύλων και απ’ το καθημερινό κουβάλημα του νερού. Τι καλά που θα ’τανε αν την ώρα που ’ριχναν το φιτίλι οι Μητρουλαίοι είχαν προφτάσει οι καλικάντζαροι να φυγαδεύσουνε τη μάνα του από την καμινάδα ή αν αλάφραιναν τώρα λίγο το χέρι του απ’ το ντουφέκι που κουβαλούσε ή τουλάχιστον αν έβγαζαν απ’ το μυαλό του την εικόνα του Κωνσταντή με την απασφαλισμένη χειροβομβίδα να σκάει στην κοιλιά του και να τινάζει τα κομματιασμένα μέλη του τριγύρω εκεί, κοντά στον γκρεμό.
Είχε φτάσει στη χαράδρα του Κωνσταντή αρκετά καθυστερημένα σε σχέση μ’ όλες τις προηγούμενες φορές. Στάθηκε στην άκρη ακίνητος. Ένας ασκέπαστος λάκκος το μνήμα του φίλου του. Έσκυψε από συνήθειο να ρίξει μια χούφτα χιόνι, ενώ το κρώξιμο μας καρακάξας έσχιζε τη σιωπή του απομεσήμερου. Σήκωσε το κεφάλι. Ο ήλιος έκανε παιχνίδια με τα σύννεφα, που πύκνωναν ολοένα και περισσότερο. Τα ήξερε καλά τούτα τα σημάδια του καιρού. Το βράδυ θα ’πιάνε ξανά το χιόνι. Υπολόγισε: δυο ώρες για την αντικρινή πλευρά και άλλη μια για την αποπίσω ράχη. Αν αργούσε, θα τον έπιανε η νύχτα και το χιόνι στον πάτο του γκρεμού κι εκεί δεν θα ’βρίσκε μέρος να κρυφτεί πέρα από καμιά μικρή κουφάλα κι ούτε θα μπορούσε να ανάψει φωτιά. Μέχρι να ξημερώσει, θα ’χε σίγουρα παγώσει. Πήρε βαθιά ανάσα κι άρχισε να κατεβαίνει. Πιανόταν απ’ τα κλαδιά και τους κορμούς των δέντρων, σιγούρευε την πατημασιά κι έψαχνε άλλο σημείο να πιαστεί. Έτσι προχωρούσε, βήμα βήμα. Κι όσο πιο πολύ κατέβαινε, τόσο περισσότερο δυσκολευόταν. Αλλού το χώμα ήταν στέρεο σαν πέτρα, αλλού σκέτη τύρφη και αλλού λάσπη γλιστερή. Δεν είχε φτάσει ούτε στα μισά, τα πόδια του δεν τον βαστούσαν άλλο.
Βρήκε ένα κοίλωμα, είπε να τρυπώσει μέσα να πάρει μια ανάσα. Ακούμπησε το ντουφέκι κάτω, τακτοποίησε το δισάκι και σύρθηκε με προσοχή στο εσωτερικό. Ήταν μια κανονική σπηλιά, πιο βαθιά από όσο έδειχνε. Μια
μαύρη, σκοτεινή τρύπα- κάποτε μπορεί και να ’ταν αρκουδοφωλιά. Ίσως τώρα να λούφαζαν εκεί λύκοι ή αλεπούδες, μα δεν τα σκιαζόταν τα θεριά. Δέκα πεινασμένοι λύκοι δεν έφταναν τη λύσσα που διέκρινε στο βλέμμα του μπάρμπα του, του Μητρούσια, κάθε φορά που διασταυρώνονταν στον δρόμο — είκοσι χρόνια μια καλημέρα δεν του αντιγύρισε.

…/…

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ (Σελ. 111-114)

ΑΜΑΘΟΣ ΣΤΟ ΑΙΜΑ δεν ήταν ο Αβραάμ Πολυχρονίδης. Κάμποσους συγγενείς, φίλους, γείτονες και συγχωριανούς είχε στοιβαγμένους στην καταπακτή της μνήμης του, τους πιο πολλούς θαμμένους σ’ έναν ομαδικό τάφο στο Μεσόβουνο Εορδαίας ύστερα απ’ την εκτέλεση του ’41 και τους υπόλοιπους άταφους σε μια ρεματιά του Βερμίου ύστερα απ’ τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ’44. Πού και πού τραβούσε το καπάκι, κατέβαινε τις σκάλες, στεκόταν στο υπόγειο, καθόταν σε μια γωνιά και τους κοιτούσε αμίλητος ή τους έπαιρνε έναν έναν και τους έβγαζε έξω, τους πήγαινε μια βόλτα στα βουνά και συζητούσαν για τους ζωντανούς και τους πεθαμένους, τους γάμους και τα πανηγύρια, τα σπίτια και τα καφενεία, τα καπνά και τα πρόβατα, τις γεννήσεις και τους θανάτους, την πρόσφατη και την παλιότερη ιστορία του χωριού.
Απ’ το Σάργερι της επαρχίας Ζάρας οι Μεσοβουνιώτες ήρθαν με την ανταλλαγή του ’24, κουβαλώντας μαζί με την ελάχιστη κινητή περιουσία που μπόρεσαν να περισώσουν τα ήθη και τα έθιμα του τόπου τους, έναν κόμπο που έσφιγγε τον λαιμό τους, μια εικόνα της Παναγιάς Βρεφοκρατούσας, τα ποντιακά τους πείσματα και κάτι περίεργες ιδέες που διακινούνταν τότε στον Πόντο προερχόμενες απ’ την επαναστατική Ρωσία. Τούτες οι ιδέες έμελλε να
φυτρώσουν, να ανθίσουν και να απλωθούν στο νέο τους χωριό μαζί με τις κερασιές, τις μηλιές, τα καπνά και τα αμπέλια που καλλιεργούσαν για να ζήσουν, μέχρις ότου προσπάθησε η εξουσία να τις ξεριζώσει ολοσχερώς στα
χρόνια του Μεταξά με εξορίες στον Αϊ-Στράτη και στην Ανάφη και στα χρόνια της Κατοχής με δυο μαζικές εκτελέσεις, που ξεκλήρισαν το χωριό.
Οι μισοί τουλάχιστον κάτοικοι έχασαν τη ζωή τους σ’ αυτές τις εκτελέσεις και ο Αβράμης ήταν απ’ τους ελάχιστους που γλίτωσαν. Στην πρώτη περίπτωση πρόλαβε να κρυφτεί στον φούρνο της αυλής τους και στη δεύτερη έτυχε να νοσηλεύεται με βαριά πνευμονία στο νοσοκομείο Πτολεμαΐδας. Αλλά αυτή ακριβώς την τύχη που κάποιος άλλος θα εκλάμβανε ως θεϊκό σημάδι ή ως εύνοια της μοίρας ο ίδιος την ένιωθε σαν βαρύ κι ασήκωτο φορτίο. Ειδικά εκείνος ο φούρνος, παρότι έπεσε από τότε σε αχρηστία, δεν έπαψε ποτέ να ανάβει, να καίει και να καπνίζει στο μυαλό του.
Είναι άγνωστο ποιες σκέψεις έκανε τη στιγμή που, κλεισμένος εκεί μέσα, άκουσε τον δωσίλογο να ονομάζει στους Γερμανούς στρατιώτες τον πατέρα, δυο από τα αδέλφια και έναν ανάπηρο θείο του, και ακόμη παραπάνω όταν άκουσε τις σφαίρες του εκτελεστικού αποσπάσματος να γαζώνουν τους εκατόν εξήντα πέντε συγχωριανούς του.
Όταν έσυρε το κάλυμμα για να βγει ξανά στο φως, δεν ήταν πια ο ίδιος. Το μάτι του είχε τη σκοτεινιά του φούρνου, η ψυχή του την κάπνα της καμένης ανθρακιάς. Όταν μάλιστα άρχισε να θάβει όλους μαζί τους εκτελεσμένους κάτω απ’ τα ποντιακά μοιρολόγια, και κυρίως όταν είδε τα χέρια του πατέρα του και των αδελφών του περασμένα στα μπράτσα του ανάπηρου θείου του σαν να χόρευαν όλοι μαζί τη σέρρα την ώρα που τους εκτελούσαν, κάτι έσπασε μέσα του για πάντα. Στο εξής άρχισε ν’ αποφεύγει τους ανθρώπους, τριγύρναγε όλη μέρα στα βουνά, άφησε μακριά γένια και δεν ήθελε να μιλάει με κανέναν.
Οι Γερμανοί φύγαν απ’ την περιοχή τον Οκτώβριο του ’44, αλλά τίποτα σχεδόν δεν άλλαξε. Άνοιξαν και πάλι τα τεφτέρια, παλιοί και νέοι λογαριασμοί θα ’πρεπε να πληρωθούν με τόκο. Οι πόρτες των σπιτιών έσπαζαν, οι γέροι
σταυροκοπιούνταν, τα κορίτσια λούφαζαν κάτω απ’ τα κρεβάτια, οι μανάδες έκλαιγαν και παρακαλούσαν και ο Αβράμης έπαιρνε τη γαϊδούρα του, την Κικίτσα, και χανότανε στις πλαγιές του Βερμίου. Μάζευε μήλα, κάστανα, γκόρτσια, κράνα, σαλιγκάρια, μέλι, τσάι του βουνού και βατόμουρα, ξεδιάλεγε βότανα και μανιτάρια και κουβαλούσε καυσόξυλα. Όσο, πάλι, έμενε πίσω, είχε να φροντίζει τον λαχανόκηπο της μάνας του με τις ντομάτες, τις καυτερές πιπεριές και τα κολοκυθάκια, να βόσκει τα λίγα προβατάκια της στάνης τους, να πήζει το γάλα και να φτιάχνει γιαούρτι, βούτυρο, τυρί.
Με το που συγχωρέθηκε η μάνα του, σαν να κόπηκε απότομα η τελευταία ρίζα που τον κρατούσε στο Μεσόβουνο. Την άλλη μέρα κιόλας αμπάρωσε την πόρτα του σπιτιού, γκρέμισε τον φούρνο της αυλής, πήρε την Κικίτσα και ξεκίνησε πεζή για το βουνό. Μπροστά του ο ορεινός όγκος του Βερμίου, ύστερα το Άσκιο, ακολούθως οι πλαγιές του Βόιου, μετά τα βουνά του Όρλιακα και στο τέλος η οροσειρά της Πίνδου. Όλη μέρα βάδιζε στα μονοπάτια των βοσκών, κατά μήκος των χιονισμένων κορυφογραμμών, περνούσε πάνω από απόκρημνες χαράδρες και φαράγγια με πυκνόφυτη βλάστηση, κι όταν άρχιζε να σκοτεινιάζει, έβρισκε μια σπηλιά, ξεφόρτωνε την Κικίτσα κι άναβε φωτιά. Έτρωγε βαλανίδια, γλιστρίδες, γαϊδουράγκαθα και σπόρους από κουκουνάρια. Πρωί πρωί, φόρτωνε πάλι την Κικίτσα και συνέχιζε την πορεία του μέσα στα χιόνια. Πέντε μέρες από βουνοκορφή σε βουνοκορφή, δεν σταύρωσε κουβέντα μ’ άλλον άνθρωπο, μόνο αλεπούδες, λύκους κι ελάφια έβλεπε. Την έκτη έφτασε στ’ Άγραφα. Μια πρόωρη άνοιξη έφερνε εκεί πάνω ο αέρας, κι ας ήτανε ακόμη αρχές Φλεβάρη. Το ’νιώσε αμέσως: η δική του μυγδαλιά εκεί ήταν προορισμένη να ανθίσει.
Από τους πρώτους αντάρτες που ανασύστησαν το Αρχηγείο Ρούμελης στη Φουρνά Ευρυτανίας ήταν ο Αβράμης. Καμιά εικοσαριά άτομα αριθμούσε στην αρχή, αλλά ήταν τότε η εποχή της Λευκής Τρομοκρατίας, ληστοσυμμορίες, χωροφύλακες, πρώην Χίτες και δωσίλογοι κάναν ό,τι θέλαν στην ύπαιθρο, λυμαίνονταν τα χωριά με την ανοχή ή και με την ενθάρρυνση του επίσημου κράτους. Έψαχνε ο κόσμος κάπου να κρυφτεί, γέμισαν ξανά τα βουνά κυνηγημένους. Όρισαν το μέρος, σηκώσανε δυο τρία ξύλινα παραπήγματα, κάπου να κοιμούνται, έναν στάβλο για τα ζωντανά και μια αποθήκη για τα μαγειρεία. Είχανε τότε μεγάλη ανάγκη από μάγειρα. Ανέλαβε ο ίδιος. Ήξερε απ’ τη μάνα του πώς να ψήνει κρέας, πώς να φτιάχνει το τυρί, πώς να βράζει τσάι, πώς να κάνει σούπα, πώς να φουρνίζει ψωμί. Όλα τ’ άλλα τα ’μάθε με τον καιρό. Δυο χρόνια τάισε κόσμο και κοσμάκη.
Όταν άρχισαν να μαζεύονται οι επίστρατοι στη Βράχα, είχε το γενικό πρόσταγμα σε ζητήματα επιμελητείας-σίτισης, κι όταν ξεκίνησε η πορεία της Ταξιαρχίας Αόπλων, πήγε μονάχος του στον Γούσια και ζήτησε να τους ακολουθήσει. Φρόντισε από πριν να συγκεντρώσει γελάδια και πρόβατα, πήρε εξήντα μεταγωγικά με προμήθειες, άλλα σαράντα για να μεταφέρει τα καζάνια, τα κατσαρολικά, τις καραβάνες, τα σύνεργα και τα λοιπά συμπράγκαλα, όρισε οχτώ βοηθούς και πήρε ξανά τον δρόμο.

…/…

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΟ ΧΙΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ 

Γιώργος Φράγκογλου  Έξι πρόσωπα αλλάζουν συγγραφέα ή Όταν ο Παναγιώτης συνάντησε τον Σοφοκλή “Fractal” 5/9/2023

Χριστίνα Παπαγγελή Το χιόνι των Αγράφων “Ανάγνωση” 5/6/2023

Ελένη Καρασαββίδου Το χιόνι των Αγράφων http://www.periou.gr 3/6/2023

Γιώργος Ν. Περαντωνάκης Η πορεία, μοτίβο στο πεδίο του Εμφυλίου www.bookpress.gr 25/5/2023

Χρήστος Σπυρόπουλος Η «ψυχή βαθιά» του παππού http://www.periou.gr 1/4/2023

Διώνη Δημητριάδου Οι σπουδαίοι ελάσσονες και η προσωπική κάθαρση “Fractal” 15/3/2023

Νάντια Τράτα Ποιος εξακολουθεί να πιστεύει ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται; “Fractal” 14/2/2023

Κώστας Αγγελάκος Ένα ουρλιαχτό αγάπης Περιοδικό “Νέα Παιδεία” 184

Ελένη Γερούση Ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο http://www.periou.gr 8/10/2022

Αλέξανδρος Ζωγραφάκης Από τ’ άγραφα; https://www.istos.gr 3/9/2022

Άγης (Librofilo) Αθανασιάδης Το χιόνι των Αγράφων “Librofilo” 10/8/2022

Πόλυ Κρημνιώτη Ο λογοτέχνης δεν απονέμει δίκαιο, οφείλει να είναι ιστορικά τίμιος “Η Αυγή” 31/7/2022

Γιώργος Χαρχαλάκης Τέσσερις συν ένας λόγοι για να διαβάσει κάποιος «Το χιόνι των αγράφων» “Fractal” 20/7/2022

Κώστας Καραβίδας Από την ελπίδα στη συντριβή “Η Εποχή” 3/7/2022

Γιώργος Δελιόπουλος Η δικαιοσύνη της γραφής “The Books’ Journal” 131 Ιούνιος 2022

Γιάννης Παπαγιάννης Το άγνωστο πρόσωπο της Ιστορίας “Fractal” 7/6/2022

Ηλίας Καφάογλου Πατημασιές της Ιστορίας στο χιόνι “Εφημερίδα των Συντακτών” 28/5/2022

Βαγγέλης Χατζηβασιλείου Πάθη ανωνύμων της Αριστεράς “Το Βήμα”/ “Βιβλία” 15/5/2022

Γιώργος Πολυμενάκος «Η ιστορία συνέχιζε ν’ αφήνει πατημασιές και πτώματα στο χιόνι» “Fractal” 10/5/2022

Νίκος Κουρμουλής «Μέσα από τον Εμφύλιο κατανοούμε σημερινές στρεβλώσεις» “Τα Νέα”/ “Βιβλιοδρόμιο” 29/4/2022

Γιώργος Ν. Περαντωνάκης Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 22/4/2022

Σπύρος Κιοσσές Το χιόνι των Αγράφων https://www.culturebook.gr 18/4/2022

Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου Το χιόνι των Αγράφων http://www.staxtes.com 11/4/2022

Ελισάβετ Χλαπουτάκη Η μοίρα του ανθρώπου στη δίνη του πολέμου “Fractal” 6/4/2022

Λίνα Φυτιλή  Άσπιλο χιόνι, κόκκινο “Εφημερίδα των Συντακτών” 26/3/2022

Χλόη Κουτσουμπέλη Το χιόνι των Αγράφων frear.gr 12/3/2022

Μαρία Σφυρόερα Το χιόνι των Αγράφων https://www.ert.gr 5/3/2022

Μαρίνα Δεληγιάννη Λευκός καμβάς “Fractal” 2/3/2022

Βασίλης Ν. Κουνέλης Λέξεις – κουβαλητές της Ιστορίας www.oanagnostis.gr 28/2/2022

Ελένη Σ. Αράπη Το χιόνι των Αγράφων http://www.poiein.gr 28/2/2022

Βέρα Παύλου Η Φύση και τα άγραφα http://www.periou.gr 26/2/2022

Γρηγόρης Τεχλεμετζής Με τραγικότητα frear.gr 25/2/2022

Νίκος Προσκεφαλάς Η προδοσία ως διαχρονική ιστορική συνθήκη http://www.periou.gr 19/2/2022

Γιάννης Αντωνιάδης Το χιόνι των Αγράφων https://www.bookfeed.gr 14/2/2022

Δημήτρης Χριστόπουλος Το χιόνι των Αγράφων www.bookpress.gr 15/2/2022

Δέσποινα Μπάτρη Το καθαρτήριο χιόνι “Fractal” 8/2/2022

Δημήτρης Χριστόπουλος Η πορεία των αόπλων. Μια αφήγηση επιστροφής και μνήμης Περιοδικό “Νέα Παιδεία” 180 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2021

Ειρήνη Χατζοπούλου Το Χιόνι “Fractal” 26/1/2022

ΠΗΓΗ: biblionet.gr

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.