ΘΑΝΑΣΗΣ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ

Ο Θανάσης Χατζόπουλος γεννήθηκε στο Αλιβέρι Εύβοιας το 1961. Σπούδασε Ιατρική στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και ειδικεύτηκε στην παιδοψυχιατρική. Είναι ψυχαναλυτής, μέλος της Societe de Psychanalyse Freudienne (Παρίσι) και της International Winnicott Association (Σάο Πάολο). Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Έχει δημοσιεύσει δεκαπέντε ποιητικές συλλογές, δύο βιβλία ποιητικής, ένα βιβλίο με δοκίμια και ένα με διηγήματα, δύο νουβέλες, τρία παραμύθια και ένα ψυχαναλυτικό δοκίμιο για την Πανδημία. Το 2013 τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το Βραβείο Ποίησης (Ίδρυμα Πέτρου Χάρη) για το σύνολο του έργου του. Μετέφρασε Γάλλους ποιητές και Άγγλους ψυχαναλυτές.
Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε δώδεκα γλώσσες. Από τα βιβλία του, ο Εξ αίματος νεκρός μεταφράστηκε στα γαλλικά και στα ιταλικά, το Κελί στα γαλλικά (τιμήθηκε στη Γαλλία με το βραβείο Max Jacob etranger 2013), τα Μιγαδικά και αμφιθαλή, η Μετόπη, το Στον ήλιο μοίρα και οι νουβέλες Οι λησμονημένοι στα γαλλικά. Το σχεδίασμα ποιητικής Ρήματα για το ρόδο μεταφράστηκε στα ισπανικά (τιμήθηκε το 2003 με το Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης στην Ισπανία). Στα ισπανικά επίσης κυκλοφόρησε το 2017 το τομίδιο Lugar de un dia. To 2014 του απονεμήθηκε από τη Γαλλική Δημοκρατία ο τίτλος του Ιππότη στην τάξη των Γραμμάτων και των Τεχνών.
Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία του Αναγραμματισμοί στη σιωπή, δοκίμιο ποιητικής (2002), Ιστορικός ενεστώς (2020, τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος 2021), Υπό κατασκευήν σημαίες (2021, τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του περιοδικού Ο Αναγνώστης και με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2022), και οι μεταφράσεις του Yves Bonnefoy: Η παρουσία και η εικόνα και άλλα δοκίμια για την ποίηση (2005) και Rene Char, Φύλλα τουΎπνου (2017).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ:
Ιδίοις σώμασι (Πλέθρον, 1986· Καστανιώτης, 1997),
Η Κοίμηση (Καστανιώτης, 1988),
Το Άφωτο (Καστανιώτης, 1990, 1999),
Από καταβολής δρόσου (Καστανιώτης, 1991, 1999),
Ο εξ αίματος νεκρός (Καστανιώτης, 1994, 1999),
Στον ήλιο μοίρα (Καστανιώτης, 1996- Μεταίχμιο, 2004),
Ωσεί παρόν (Διάμετρος, 1997), Κανόνας (Καστανιώτης, 1998),
Κελί (Το Ροδακιό, 2000),
Μιγαδικά και αμφιθαλή (Μεταίχμιο, 2003),
No humans’ land – αναφορά (Μεταίχμιο, 2005),
Ψηφία για ψηφίδες (Μεταίχμιο, 2006),
Πέρασμα (Υψιλον/βιβλία, 2007),
Μετόπη (Υψιλον/βιβλία, 2007),
Πρόσωπο με τη γη (Γαβριηλίδης, 2012),
Φιλί της ζωής (Κίχλη, 2016),
Υπό κατασκευήν σημαίες (Πόλις, 2021),
Κρατήρας {Πόλις 2023)

ΔΟΚΙΜΙΟ:
Ρήματα για το ρόδο (Καστανιώτης, 1997),
Αναγραμματισμοί στη σιωπή (Πόλις, 2002),
Πανδημία και περιοριστικά μέτρα: Ο ψυχισμός απέναντι στον θάνατο και στους περιορισμούς του,
ψυχαναλυτικό δοκίμιο (Αρμός, 2021),
Η στάση του πελαργού (Στερέωμα, 2022).

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ:
Ένα μικρό κουτάκι, ξύλινο (με ζωγραφιές του Μιχάλη Μανουσάκη,
Μεταίχμιο, 2004), Οι λησμονημένοι, δύο νουβέλες (Γαβριηλίδης, 2014), Ιστορικός ενεστώς, αφηγήματα (Πόλις, 2020),
Ο κύριος Δαίμων & Η γυναίκα με την πέτρινη γλώσσα (με ζωγραφιές του Μιχάλη Μανουσάκη, Καλειδοσκόπιο, 2021).

ΣΕ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:
Presque present, As if present, Quasi presente, μτφρ. Michel Vol-
kovitch, David Connolly, Paola Maria Minucci, Diametros publications, Chalkis, 1997,
Le mort de meme sang, μτφρ. Michel Volkovitch, Desmos, 2001
Verbos para la rosa, μτφρ. Vicente Fernandez Gonzalez, Miguel Gomez ediciones, 2002 (Εθνικό Βραβείο Μετάφρασης στην Ισπανία, 2003),
II morto consaguineo, μτφρ. Giovanni Βοnavia, Beza 2003,
Controluce Nardo, 2017, Cellule, μτφρ. Alexandre Zotos, Cheyne edi-
teur, 2012 (Prix Max Jacob etranger, 2013),
Lugar de un dia, μτφρ. Vicente Fernandez Gonzalez, Miguel Gomez ediciones, 2017, Complexes et Germains, μτφρ. Kostas Nassikas, Herve Bauer, La rumeur libre, 2019,
Mitope, μτφρ. Alexandre Zotos, Veronique Briand, La tete a l’envers, 2021, Les oublies, μτφρ. Rene Bouchet, Quidam, 2022,
Destin
sous le soleil, μτφρ. Michel Volkovitch, Le miel des anges, 2022.

ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΕΙΣ:
Ζήτημα φωτός: Ο Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί τις Μέρες
του Γιώργου Σεφέρη (Μπάστας-Πλέσσας, 1995· Ίκαρος, 2007),
«Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα»: Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης ανθολογείται από τον Θανάση Χατζόπουλο (Διάμετρος, 2001),
Οι φωταψίες του έρωτα, ανθολόγιο ερωτικών ποιημάτων του Νίκου Εγγονόπουλου (Υψιλον/βιβλία, 2022).

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ:
Michel Tournier: Ο τσαλαπετεινός (Εξάντας, 1987,2002),
Philippe Jaccottet: Αιθέρες (Ρόπτρον, 1988),
ChateaubriandQ Ren;e (To Rodaki;o, 1993,1999),
E.M. Cioran: Ο κακός Δημιουργός (Εξάντας, 1994),
Paul Valery: Η κρίση του πνεύματος (Καστανιώτης, 1996),
Virginia Woolf: Ορλάντο (Κέδρος, 1999),
Paul Claudel: Εκατό φράσεις για βεντάλιες (Γαβριηλίδης, 2002, 2014),
Yves Bonnefoy: Η παρουσία και η εικόνα και άλλα δοκίμια για την ποίηση (Πόλις, 2005),
Philippe Jaccottet: Καπνός και κρύσταλλο (Τυπωθήτω, 2006),
Rene Char: Φύλλα του’Υπνου (Πόλις, 2017),
Salah Stetie: Πνιγμένη τρίλια κορυδαλλού (Γαβριηλίδης, 2017),
Yves Bonnefoy: Σε αναζήτηση τόπου (Στερέωμα, 2023), Hanna Segal: Μέλανι Κλάιν (Καστανιώτης, 1996),
Otto Rank: Δον Ζουάν (Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, 1996), D.W. Winiccott: Από την παιδιατρική στην ψυχανάλυση (Καστανιώτης, 2003),
D.W. Winiccott: Διαδικασίες ωρίμανσης και διευκολυντικό περιβάλλον (Ελληνικά Γράμματα, 2003- Επέκεινα, 2016· Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2023),
D.W. Winiccott: Αποστέρηση και παραβατικότητα (Γαβριηλίδης, 2018), σε συνεργασία με τους Μ. Καλατζή, Α. Κουλό, Ν. Ταμπάκη, D.W. Winiccott: Κράτημα και ερμηνεία, απόσπασμα μιας ανάλυσης (Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2020).

.

.

Υπό κατασκευήν σημαίες (Πόλις, 2021),
Κρατήρας {Πόλις 2023)

Εκδόσεις Πόλις

Θα σας παρακαλούσαμε πριν προβαίνετε σε αναδημοσιεύσεις ποιημάτων από βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Πόλις να ζητάτε την άδεια του εκδοτικού οίκου, ως είθισται και όπως προβλέπεται από τη νομοθεσία.

.

 

ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ (2016)

Πώς σου έδωσα την ύλη μου
Όλη μου την αριστερά
και σκαν τα κύματα βαριά στον κουφωμένο βράχο
Βουίζει η αντάρα τους στο πλευρικό κενό
Κι ετάζει της καρδιάς μου, αυτής
Που σου τη χάρισα να πάλλει

Ήχους
Γυμνούς
Ρυθμούς
Ερυθρούς

* * *

Όπως όταν χτυπάς την σήμερον
Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει
Στο μέγεθός του, έτσι η αγάπη

Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο
Και απομακρυνθεί

Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει

Τη θέρμη της αρπάγης του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνεται άδειο

* * *

Διασχίζεις τη σκέψη μου

Και χωρίζεις το πριν
Απ’ το μετά των γεγονότων

Διαπλέεις τους λογισμούς μου
Με καλοτάξιδους καιρούς και με μπουρίνια

Μέσ’ από της καταιγίδας τους σπινθηρισμούς
Στην επιφάνεια της θάλασσας πού ’γινε σκέψη
Και χρυσίζει ώς τα βάθη της

Όλο μικρούς μυωπικούς ιχθύς που δεν διστάζουν
Ωστόσο να διατρέχουν την άβυσσο

Φωτίζοντάς την με το ιώδες
Της παρουσίας τους σεντέφι
Το υάλινο του σκελετού τους

Διασχίζεις τη σκέψη μου και
Διακονείς τους λογισμούς μου

Κι από νευρώνα σε νευρώνα σε βρίσκω
Εκεί που δεν το περιμένω να σε βρω

Κι εκεί όπου πριν δεν στάθηκε άλλος κανείς
Να συντροφέψει της θλίψης μου
Τις κακουχίες, τα μέχρι τώρα απαθή

Βαφτίζεις πλάι στις όχθες της ζωής
Λυμένα σε ονόματα

Και τα αφήνεις ν’ αποπλέουν
Πλεούμενα της ίασης

Ιάματα της ζωής της βιαστικής
Της μασκοφόρου

* * *

Μέσα στο χάδι σου από μικρός
Ο χρόνος μεγαλώνει
Σαν παιδί
Κι ο ορίζοντας πλαταίνει

Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ
Όπως ζαρκάδι, η φλέβα του
Εκεί που πάει να ησυχάσει πάλλεται
Και αναβλύζει απ΄ τη σιωπή
Χάδι άλλο η φωνή, τα λόγια της τραγούδι
Χάδι άλλο η ματιά στα μάτια σου

Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ
Στιγμή πλατιά ζωής
Παμπάλαιη των ανθρώπων

Και η ψυχή ας αφεθεί στο σώμα
Σώμα που ζωντανεύει απ΄ αυτήν
Στο χάδι σου μέσα

Ας μείνει η ψυχή με όλους της τους πόρους
Ανοιχτούς, με όλα τα ρουθούνια
Να οσμιστεί το μέλλον
Όλα τ΄ ανοίγματα
Το χάδι μου να περικλείσουν και να αναλάβουν

* * *

Δεν είναι τάμα η αγάπη
Κι η αφοσίωση δεν είναι του πιστού
Μα του άθεου

ή αυτό

Από αυτόν έλα να πιείς νερό
Από αυτόν πού απ΄ όσα του έταξαν
Κατάλαβε ότι δεν ήταν για να λάβει άλλα
Έξω από κείνα που ξεχάστηκαν στην άκρη

 

* * *

Κι όπως τα πράγματα της κάθε μέρας
Όταν η ώρα έρθει νεύοντας
Περνούν μεσ’ απ’ τις λέξεις εν χορδαίς
Στο ποίημα

Έτσι στην αγκαλιά μου, η πιο πολύτιμη χορδή,
Τεντώνεσαι μιλώντας την πιο γήινη
Την πιο ανθρώπινη
Απ’ τις γλώσσες

Το σώμα σου πλέκει τον μίτο γύρω μου
Κι εγώ ξεπλέκω τον
Και ιστορώ τον μύθο
Της ζωής του
Σε τραγούδι

* * *

Οργώνοντας το σώμα σου
Σκαμπανεβάζω σε θάλασσα τρικυμιώδη

Η πλώρη μου τη μια γυρνάει στον ουρανό
Την άλλη στα τρίσβαθα αγναντεύει
Της ψυχής σου
Και πάει του βάθους

Στο πιο κρυφό σημείο που δεν γνωρίζεις
Το σώμα σου»,

* * *

Οι ψυχές αποσύρονται
Μες στο μεδούλι των σωμάτων
Κι ησυχάζουν
Βαθιές ανάσες χρόνου
Απ’ το βυθό στην επιφάνεια

Εσχάτων μνήμη
Εγγεγραμμένη στο σώμα
Στα λειτουργικά κενά του
Τραυλίζοντας

Με τη διασπορά των γεγονότων
Σ’ ένα τραύμα
Ακόμα αιμορραγούν τα χείλη σου

* * *

Καρφώθηκα μες στη ζωή μου
Προσμένοντας μέχρι να ’ρθείς. Και ήρθες

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου
Και να ’σαι σάρκα και οστά στην αγκαλιά μου

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα σου
Για να ’μαι ορατός μες στη σκιά σου

Καρφώθηκα μες στη σκιά σου
Για να ’μαι πιο κοντά στο σώμα σου

* * * 

Πίσω απ’ τη μάσκα των χρωμάτων
Του ρόδινού σου αινίγματος
Του κόκκινου στα χείλη, του μωβ της αγκαλιάς

Πίσω από των ματιών σου τις σκιές, οι ρυτίδες
Κι οι ανεπαίσθητες σιωπές ιστοριών
Που έζησαν άλλοτε στο πρόσωπό σου

 

* * *

Κυριακή απόγευμα ξυπνάς αργά
Από ύπνο πιο βαθύ από λήθαργο
Το χέρι σου μες στην αριστερά μου
Μουδιασμένο

Από μακριά ήχοι της πόλης
Κατακαθίζει το σκοτάδι χαμηλά
Τον τόνο δίνοντας
Κι εμείς αργά μαζί του λάμνουμε

Μας περιμένει η κοινή ζωή
Ζωή δική μας με τους άλλους

Ζωή στη γη νυχθημερόν
Που προελαύνει και περιστρέφεται μαζί της
Μετέωρη μέσα στα χάη

 

.

ΜΙΓΑΔΙΚΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΘΑΛΗ (2003)

ΜΙΓΑΔΙΚΑ

 

ΒΑΪΟΦΟΡΟΣ

Τα κενά που αφήνει η ζωή, πέφτοντας
Τα απομαγνητοφωνεί ο λόγος
Του χρόνου ίδια χερσόνησος, αντίκρυ της φωνής
Καταμεσής της θάλασσας που μιλάει εκατέρωθεν της βοής
Και βυζαίνει ασύστολα αναπαριστώντας το αόρατο
Ακατάληπτες ενέργειες πιστώνοντας και σημασίες
Στα περασμένα και στα περάσματα δίκην υετού
Χρησμοδοτώντας —με μεγάλη ακρίβεια γεννήθηκα
Κι έφτασα, με μεγάλη ακρίβεια επιμένω—
Το σκοτεινό τους άρωμα πρεσβεύοντας ν’ αντιγράψει
Δίκην θυρεού, πριν χαθούν για πάντα
Κι ανώφελα επιστρέφουνε στα σημεία
Καθώς η γραφή, σφραγίδα ιερογλυφική, τα ραντίζει
Με παντέρημες πλην εύοσμες τις αισθήσεις

Ότι από εκεί θα διέλθουν σαν από πόρο έρωτα
Τα σήμαντρα, οι νύκτιες εποχές θα βγουν στο φως
Περιούσιων λειμώνων, ήλιος να τις θερμάνει
Κι εκείθεν να λάμψουν
Όπως Χριστός σε μέρα βαϊοφόρο και οδό
Να βλαστήσουν η φύση κι ο ερχομός Κι ένας λυγμός
Θα σπουδάσει μουσικά τα μέλλοντα
Δεόντως λούζοντας τις στιγμές που ακούν
Υγρό το όνομα της ευτυχίας να θάλλει και τρέμουν
Μην τυχόν και τρομάξουν της μορφής της
Χαρμόσυνο αίνιγμα —- αφού κανείς δεν ξέρει
Από πού έρχονται και την κατάλληλη στιγμή
Μ’ ελάχιστο θρόο σπαθίζοντας φθάνουν απρόσμενα
Κι αρμόζονται σχηματισμένα ήδη τα γεγονότα

 

ΞΥΛΙΝΟ, ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΚΑΡΙ

Μ’ όρισαν έρωτες που καταλύθηκαν στο σώμα
Σε μια στιγμή σαν αντανάκλαση στιγμής
Που βρήκε ο χρόνος τη σιωπή του
Όπως το σιτηρό το φως

Άζυμες θύελλες χωρίς φωνή κι ανάσα
Όπου πηγαίνοντας με δαγκωμένη την αναπνοή
Πνιγμένος περισσότερο μες στην πνοή που
Μίλαγε στο σώμα, πιο σιωπηλός
Από τα χνάρια του στο νοτισμένο χώμα
Στα φώτα όσα τη νύχτα σαγηνευμένα απ’ το νερό
Μες στην ειδή του παγιδεύονται από δίψα

Σαν κοπτική λατρεία της ψυχής στην απαγόρευση
Δεμένη με στημόνι μοίρας που δεν γυρίζει
Για να μοιραστεί στους υπηκόους της θύελλας
Υγρή γιορτή σε τρεις χιλιάδες χρόνων βάθη
Αίμα γυρεύοντας για να ξεδιπλωθεί

Πάχνη μ’ αρώματα ξεσμάτων όπου σαλεύει ο δρόμος
Παλεύοντας να τα κεντήσει και να κεντηθεί
Αποχρωματισμένη από τη σιγή που σαν βαρκούλα
Ανελκύστηκε, την κοίτη της μες στο νερό να βρει
Εράσμιους ταξιδιώτες στην πλάτη πάνω της αυγής

Θαλάσσια χελώνα όπου το πρώτο φως αργά
Από την άλλη ανασύρει την πλευρά της γης
Αυτόφωτη της προσμονής, όλο μυστήριο
Τυλιγμένη μες στο σκληρό της καύκαλο οδηγό
Πικρά, βαδίζοντας επίμονα, μασώντας
Έναν μόνο από κείνη εξηγούμενο σκοπό 

Στόφα του πιο αλάθητου ρυθμού που φέρνει
Από τα βάθη της η γη, ο χρόνος
Αυτός ο που τα μεγαλύτερα πενθεί στο δέος του
Στη σιωπηρή της τύχης της συμμετοχή όλο
Ιδρωμένο κάλλος, στην ακινησία της επαρκής

Ο έρωτας, αυτός ανασυστήνει το απόγειο νόημα
Της ζωής, σε μυστικά τελούμενος
Που η φύση δεν παραβιάζει κι ούτε ομολογεί
Σε συνεργούς κρυψώνες περατού μένος
Όπου καθήλωσε το σώμα η στιγμή και το ’δρεψε

Ελεύθερο από το νερό μες στα νερά
Να πορευτεί, ίδιο σκαρί που δεν θυμάται πιά
Τη μάνα που το έθρεψε, τη γη, μήτε τα δέντρα
Αλλά στον άνεμο οδηγεί και στη γιορτή
Το σιωπηλό τραγούδι του μες στο ρετσίνι
Και στης φωτιάς το τρίξιμο
Που ταξιδεύει τις φωνές του αντηχεί

Ξύλο, από το ξύλο της ζωής
Φύση, από τη φύτρα της ψυχής
Δρόμο, απ’ τον ορίζοντα της γης
Στη θάλασσα απ’ τον ιδρώτα του βαρύ
Μόνο του ανάμεσα στα συμφραζόμενα
Του κόσμου του, συχωρεμένο

 

ΣΚΙΑ ΟΔΟΙΠΟΡΟΥ ΕΝ ΜΕΣΗ ΟΔΩ

 

Περιμένει τη ζωή να έρθει ολόπρωρα
Και από τη ζωή του δεν ακούγεται τίποτα
Ίχνος μόνο από ανάμνηση σιγοκαίει στα φρύγανα
Στάχτη η απόηχος από κιτρινισμένα αισθήματα
Και ίσως αυτή η εκκωφαντική σιωπή είναι εκείνο
Το ελάχιστο του χρόνου που μας χωρίζει
Από το σεισμό ή τα μεγάλα γεγονότα καθώς
Από μακριά κινούν κι αιφνίδια φτάνουν
Σε υπόγειες φλέβες δουλεύοντας ολοένα καθώς
Η αναμονή διαστέλλεται σ’ αιώνα και μόνο τότε περισσεύει
Ο χρόνος παίρνοντας διαστάσεις μακρινής θύελλας
Όσο την ώρα περιμένει ν’ ανοίξει το απομεσήμερο
Στα δύο κι από τη ζέστη η βροχή να λάμψει αχνίζοντας

Όμως το βάρος της απώλειας, όσο του αναλογεί
Το δέχτηκε και όπως έρημο προσπάθησε
Με μάτια ανήμερα από ήλιο κάθετο κατάκοπος
Να κατοικήσει χορεύοντας στα χνάρια της στιγμής
Χωρίς μια πιθανότητα αχτίδας θάμβος αφού δεν
Ζήτησε άλλο από το οδηγούν μερίδιο να οδηγήσει
Μια φέτα γης, και λίγα περιθώρια ανάσας στη ζωή
Διαλυτικά της Εδέμ που σαν μοίρα βαρήκοη περι-
Στρέφεται τα γεγονότα θεατρικά να παραστήσει
Σαν ταλαιπωρημένος οδοιπόρος όταν οι αισθήσεις του
Απ’ τη μεγάλη κόπωση δεν υπακούν και η σκέψη του
Θολώνει ότι δεν έχει άλλη βακτηρία οδηγό
Απ’ το μισότυφλο σώμα με τα χέρια
Λίγες μοίρες δεξιότερα κρατώντας το τιμόνι
Ώστε με άνεμο ανατολικό στον ποθούμενο πόλο 

Να βρεθεί όμοιος ατάλαντος οδηγός της αγάπης
Άλλος ερασιτέχνης της μνήμης που δεν θέλησε
Στη λήθη ν’ αποδώσει τα νόμιμα και παραδέρνει
Αναζητώντας της γλώσσας ψιμύθια αράγιστα
Στον ήλιο και στον καιρό, πόσο μάλλον στο θάνατο
Όμως τα μυστικά της ζωής του κωφεύουν
Όσο αδέξια καινά σιγήσει μ’ αμηχανία εφήβου
Ερωτοπλάνταχτος κοάζοντας στις όχθες
Μιας Άνοιξης όπως βατράχι που με ήχους στίζει
Τη νύχτα, απύθμενα ν’ αντηχούν στα νερά
Κοκκινόγαια ως τα σήμερα τ’ άσματα

Με συζυγίες ρημάτων που ανώφελα πιά επαιτεί
Σαν να περίμενε ήδη από τα μέρη τους μια σωτηρία
Από το πουθενά επανερχόμενη και άρρητη
Ότι δεν έχει σχέδιο ο κυκλώνας όταν σαρώνει
Πολιτείες και μνήματα, εγκαταστάσεις ανθρώπινες
Με προοπτική το αιώνιο που λοιδωρεί από τον παρ-
Oνομαστή τους κατασκευαστές του, μόνο η σιωπή
Οδηγεί τα χαμένα του βήματα καθώς επιστρέφουν
Τρεκλίζοντας από δρόμους υγρούς, σκιερούς όλο
Αρώματα απορημένος να ρωτάει «που» βρίσκεται
Και κανείς να μην έρχεται, φωνή ν’ απαντήσει «στη ζωή σου»
Για ν’ αστράψει μ’ αρυτίδωτο χαμόγελο νόστου
Απαντώντας και πάλι παντέρημη μα εύλογη την πατρίδα

 

ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΚΑΘΙΣΜΕΝΟΙ ΤΗΝ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ

Δεν προλαβαίνουμε παρά τη σκόνη των άστρων
Καθώς σκορπάει μια νύχτα
Που ο έρωτας μια ολόκληρη ζωή σημαδεύει με θάνατο
Ισοδύναμος κι όμως αδύναμος
Από το φως να βγάλει το σκοτάδι
Κι από το χρόνο το σήμερα
Δεν μένει άλλο από τη μελανή στιγμή
Που η αρχή της είναι χαμένη μαζί με το τέλος της
Και τα φτερά της κυνηγημένα διπλώνονται
Πριν ακόμη ακουστεί στον αέρα το πλατάγισμά τους
Στο κατώφλι της καθισμένοι εναγωνίως και αιωνίως
Με την κόπωση μιας διαδρομής που δεν μας ανήκει
Και ούτε έγινε ποτέ, ει μη μόνο σε ύπνους πικρούς
Και θερμούς όταν υπό του σώματος καθισμένοι
Κι από του βλέμματος γερμένοι την προστασία
Στην ηλικία και στην ανάσα βρήκαμε καταφύγιο
Το σκαλοπάτι που τη σκόνη φιλοξενεί
Των βημάτων και το βάρος μας προσφέρει
Την πιο τρυφερή ανταμοιβή
Μια στιγμή σκιερή υπό τον ήχο εκείνου
Που είναι φευγάτο και στον ορίζοντα
’Ήδη το ονειρευόμαστε να αναχωρεί

 

ΑΜΦΙΘΑΛΗ

 

ΟΝΟΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΩΝ: Ο ΤΟΠΟΣ

στον πατέρα μου

Δεν με χωράει ο τόπος που γεννήθηκα
Μίκρυναν όλα μες στα χέρια μου
Όπως παιχνίδι παιδικό

Σφαίρα με έδαφος και γυάλινο ουρανό που
Όταν την ανακινείς αρχίζει
Χιόνι να πέφτει και να αιωρείται πυκνό

Μέσα στη μνήμη έρχεται να βρει
Από που έρχομαι, που πάω
Να πει Γειά και χαρά και οριστικά
Αντίο από εκεί που έρχεσαι

Καθώς κατακαθίζει στο μέλλον μέσα η μουσική
Φέγγει από την ασπράδα του χιονιού ο τόπος όλος
Άδεια αιώρα όπου λικνίζεται αμέριμνο
Παιδί ο αιώνας

 

ΛΙΚΝΟ
ΟΨΗ β’

Νύχτας διακριτικά, δεν λέει να ψέξει
Σπιθίζει στο σκοτάδι μια στιγμή

Νοτιάς βαρύς, μουχλιάζει από μέσα το κορμί
Κι οι λέξεις όλο ιδρώνουν στον αέρα

Χλωρή, παράκαιρα έρχεται της μάνας μου
Η σκιά και κοντοστέκει, αγνώριστη με άσπρο
Ύφασμα στο χέρι, κλαίει και βρέχει
Δεν ξέρει ακριβώς τι της συνέβη, αν
Της συνέβη, στις όχθες στα βαμβακερά
Που πλέει, σαν από άνοια χαμένη σ’ άγνωστα μέρη
’Άνθη σκιάς που τα διαλέγει ακόμα με φως
Να την κοιτάζω σκυφτός, ν’ αναρωτιέται
Τι είδους θάνατος είναι αυτός που περιμένει
Άλλου μεστός, μετά από τόσους μήνες
Πεθαμένη, να φέρω εδώ

Νόμο αργό ακροπατεί, μην περιμένω να επιστρέφει
Ας μην παρενοχλώ τη λήθη κι επιμένω, μήνες ορθός
Εκείνη φεύγει σαν να ξέρει πως θα ’ρθουνε ξανά
Υγρές καταβολές, χάδι και μέλι

 

ΟΝΟΜΑΤΑ ΤΟΠΩΝ: ΑΝΘΡΩΠΟΣ

στο Θωμά Σκάσση

Αυτοί οι δύο άνθρωποι μοιάζουν
Όπως δυο χέρια που ακολουθούν
Το ένα στις κινήσεις του το άλλο
’Αλλάζοντας στάσεις αναμονής
Μέσα στο χρόνο, ομοιώνονται
Το ένα μέσα στην αντίσταση του άλλου

Καρφώνουνε με μια ματιά
Ο ένας την αγάπη του άλλου
Πλάθοντας με πηλό από κοινού
Το ένα την ιστορία του άλλου
Διαρρηγνύοντας ο ένας τη μορφή του άλλου
Αλληλοσπαράζονται, αλληλοβοηθιούνται

Θα μπορούσαν να είναι γιός και πατέρας
Γιος μπρος στην αλήθεια του πατέρα του
Πατέρας πίσω από την ανάμνηση του γιού του

 

ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ ΤΟΠΟΣ (σημεία ζωής)
ΑΡΧΗ

Τι ονειρεύεται αυτή η θνητή ζωή στο χώμα πλαγιασμένη
καταγής κι ανέφελη, με το πρόσωπο ύπτιο στον ουρανό,

 

1. (ΗΛΙΑΚΟ ΠΛΕΓΜΑ)

Κι η θάλασσα παντού την ιδια πίκρα των ανθρώπων
συλλαβίζοντας, κόκκο τον κόκκο το αλάτι, κύμα το κύμα τον άνεμο.
Με το σκοπό των μηνυμάτων μεταφέρει τη σιωπή σφυρίζοντας
όλη τη δύναμη της ακοής σ’ ένα ουράνιο τόξο. ’Αναλύει το νερό
σε φως καθώς τα ύφαλα του καραβιού πηγαίνοντας τινάζουνε
ριπίδια τις σταγόνες. Μιλάει στους ταξιδιώτες, κι αυτοί κοιτάζουν
χωρίς το νόημά της να νοούν, μα στην αχλύ του ταξιδιού
της επιμένουν.

 

6. (ΕΡΩΤΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ)

Μια λεπτή οσμή εγγύς του δέρματος χαράζει μαζί με το φως.
Σώμα αρτυσμένο αλάτι, λουσμένο μετά στο γλυκό νερό και στο
ατμώδες φύσημα του ύπνου, στην κράση της σκιάς που η νύχτα
ρίχνει στο καλά αργασμένο βαμβάκι των σεντονιών. Στιγμή της
αφής και της ύπαρξης, όπως περισσεύουν οι εικόνες στο ξύπνημα
έτσι στα όνειρα και στην άλω του σώματος οι επιθυμίες.
Γίνονται χείλη τα φιλιά. Τα λόγια ανοιγμάτων χείλη. Ψιθυριστά
στο μισοσκόταδο οι κινήσεις κυματίζουν, λίγο πριν χαράξει την
αυγή ο άνεμος, συλλαβικά μετακινούνται όπως μουρμουρητό
τα μέλη. Ευκρασία και λεπτή οσμή των σωμάτων ανάμεικτη
έρωτα και ύπνου, με τη χάρη του δέρματος, την αχνή υγρασία
μασχάλης που ύπτια ταξιδεύει ασθμαίνοντας. Με βαθιές ανάσες
μιας άνωσης μεταφέρει τον έρωτα απ’ το βυθό.

 

8. (ΕΡΜΗΝΕΙΑ)

Ποιος είναι αυτός με τα υπαίθρια όνειρα που εξαντλεί τον
ύπνο του στις κόκκινες αναπνοές των άλλων, κοιτώνας ανοιχτός
στα μυστικά που καθένας κουβαλάει βαθιά στο σώμα,
εκείνο το βυθιότερα κρυμμένο αμάρτημα της μνήμης ερχόμενο
στις μύτες πατώντας των ποδιών, ισχνή φιγούρα των ματιών
και των προσευχών πρώτος ιχνηλάτης.
Ποιος είναι αυτός με τα υπαίθρια όνειρα, κοιτώνας ανοιχτός
στων σκοτεινών αστερισμών τη λάσπη και το θρόο της
καλαμιάς, όπου, αφυδατωμένο, μυρίζει σκόνη το χόρτο και
θροΐζουν βαθύτερα κι από φθινόπωρο τα ίχνη του καλοκαιριού
πλάι στα σπλάχνα, βαθύτερα από των εγκαυμάτων την
τρελή ομορφιά που δεμένα στον ήλιο και στη φωτιά παρελαύνουν
αποδίδοντας το φως τους κατά κύματα μες στο σκοτάδι
που όσο και να πυκνώνει από τους λευκούς τοίχους ενός
κελιού φωτίζεται.
Ποιος είναι αυτός που με υπαίθριο φως στο στήθος ονομάζει
τα όνειρα, και με το φως της μέρας στο όνομά του πίνουν
νερό οι άνθρωποι βαφτίζοντάς τον άλλοτε θάνατο κι άλλοτε
ύπνο.
Ποιος είναι αυτός που πεταρίζει στα κοιμισμένα βλέφαρα
το ρίγος της αυγής και μ’ άγγιγμα δροσιάς στα μάτια του μέσα
και στο σώμα του ξυπνάει

 

ΤΕΛΟΣ

Ότι αυτό γυρεύει ο άνθρωπος: δυο μέτρα ύπνο να πλαγιάσει
το κορμί του, δυο μέτρα τόπο ν’ αποθέσει τη φυλή του και
το μένος της ψυχής του το αξημέρωτο.

 

ΩΣΕΙ ΠΑΡΟΝ

στην Αλεξάνδρα Πλαστήρα

I

Ο κόσμος προχωράει αργά, τα γεγονότα
Όσο μεγαλώνεις αραιώνουν διογκούμενα
Για να πληθαίνει εντός σου εξαιτίας τους
Η εκ των προσχώσεων εύφορη ιλύς

Το σώμα της ψάχνεις για έναν κόκκο
’Ανύπαρκτο χρυσάφι και μόνο

Οι σπόροι της βλασταίνουν με το αντίτιμο μιας ζωής

 

ΙΙ

Αργεί η ψυχή κι αργά επιστρέφει
Γυρίζοντας κατά πρόσωπο από το πένθος
Προς την πηγή

Στο σώμα ωστόσο κινείται όλη η υγρασία της αυγής
Γεμίζοντας κι αδειάζοντας αυτό που κάποτε ξεχειλίζει
Ως δάκρυ στις άκρες, ο χυμός

Έρχεται τότε η στιγμή να συντονιστούν
Κι από το φως μια άχνα θαμπώνει το σώμα
Η θέρμη του αναπέμπει ένα κύμα ζωής

 

IΙΙ

Λάσπη, κι ας ξυπνάει κάθε πρωί χρυσή
Στων ονείρων το κόασμα μιας ζωής κι άλλης
Μίας, ίδιας κι απαράλλαχτης
Στα δόντια και στα σίδερα αιχμαλωτισμένης

“Έρχονται τα χείλη να μιλήσουν μ’ ένα φιλί
Απ’ τον αυχένα ως τον ώμο που έλαμψε άπαξ
Γυμνός και τα μάτια

Τυφλά έκλεβαν ό,τι απ’ τα χείλη
Περίσσευε κι απ’ την αφή

Πικρά χρύσωναν ό,τι απ’ τη λάσπη έσβηνε
Το φως κι άναβε απ’ όλες τις άκρες το σώμα
Και σπίθιζε σαν ν’ άστραφτε φωτιά
Που μόνο το χώμα ξέρει να φυλάει και να συγκρατεί

 

ΙV

η μνήμη προσχωρεί αργά μέσα στη λήθη
Χτίζοντας ακμαία την αίσθηση νέας
Ζωής, τα παλιά και τα καινούργια πορεύονται μαζί
Κεντώντας το δέρμα που προσφέρει
Γενναιόδωρη κι άβγαλτη η ψυχή για ένα τατού

Τα κύματα με γλώσσες αέρα το σχέδιό τους
Ετοιμάζουν στο σώμα του βράχου

Κι από τα θρύμματά του άμμο προσθέτουν στον άμμο

.

 

Ο ΕΞ ΑΙΜΑΤΟΣ ΝΕΚΡΟΣ (1994)

Α’ ΚΑΜΑ’ΡΑ ΠΡΩΤΗ

2

Ότι έχω παραδώσει την ψυχή στα χείλη
Των νεκρών να μπω
Να βάψω λόγια, κόκκινα αυγά,
Να πω όσα δεν θα ’λέγαν
Ούτε και αν δεν ήταν πεθαμένοι

Με χείλη σουρωμένα απ’ το βοριά
Πλάι στα κρύα νερά σαν στεγνωμένος
Από πίκρα καταρράκτης
Χόρτο εκτεθειμένο στην κορφή του ψύχους
Που ξεραίνεται, ξαναφυτρώνει

Όπου οι εξ αίματος νεκροί με μάτια
Δίχως σημασία σε κοιτούνε
Και δρόμο περιμένουν απ’ το φως
Των ζωντανών τους θαμπωμένοι —
Τι έλεος κι αυτό! —

Μια χλιαρή πνοή, που ξεσηκώνει σαν αράχνη
Πατημασιές από τον κάτω στον άπάνω κόσμο,
Με σχέδια και εικόνες μας κυκλώνει

 

5

Σαν πρωτομάστορας σε έργο
Απόβραδο που ησυχάζει μέσα στην τροφή
Το ζήλο και τον κάματο της μέρας
Γυμνός από έγνοιες

Και παραδίνεται
Σε νέμεση άλλη, τρυφερή και ισόβια για όλους
Σκαφτιάδες, χτίστες, παραγιούς
Που προωθούν στο έργο τη ζωή και την αλήθεια

Εκεί όταν δέσει ο κορεσμός
Το σώμα, ένα τραγούδι υψώνεται
Κι ευφραίνει την ψυχή τους
Αυτή η σμίλη της φωνής

 

9

Σιωπή φυσάει η ερημιά
Ίχνος άνεμου πένεται
Μέσα στα λίγα χόρτα

Λύκος σφαδάζει ερημιάς
Και ο αέρας μαίνεται
Στις άδειες σκαλωσιές
Στα παγωμένα νώτα

Κι αυτή τη μάνα της καλώντας
Λίγο πριν
Μεσ’ απ’ το παραμιλητό της και τον τρόμο της
Την πάρει ο θάνατος

 

11

Μ’ ήσυχο ταξιδεύοντας καιρό
Το φως που δεν γνωρίζει από κακοτοπιές
Και κρίματα

Εκείνο οδηγεί στη γέφυρα επάνω
Όσους νεκρούς απ’ τα θεμέλια ταξιδεύουν
Και δίνουνε πνοή στο έργο ερχόμενοι
Με αρώματα παλιά, βρεγμένο χώμα
Ε στεγνό μ’ έντονη μυρουδιά θρυαλλίδας
Στα ρουθούνια

Οι μέρες που το φέρνουνε οι μέρες
Το αλωνίζουν και πίσω απόβραδο
Με οδηγούν ν’ αφουγκραστώ και πάλι
Θρύμματα του ύπνου στα θεμέλια
Που άπό πόλεμο καπνίζουν
Όπως αλλάζει θέση ανοιξιάτικα
Η πεθαμένη μάνα στο νερό

Και σείεται ο τόπος και τρόμος
Πιάνει σύγκορμος σαν ξαφνικός
Με ρίγος πυρετός το σώμα.

 

Β’ ΚΑΜΑ’ΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

1

Μια γέφυρα από λόγια
Σαΐτα, από τον πάνω
Ως τον κάτω κόσμο, να υφαίνει

Μια γέφυρα, να δίνεις μια με τη φωνή
Αχάραγα χειμώνα μες στην ερημιά
Απέναντι να πιάνεις τόπο, να γαντζώνεσαι

Κι από τα μάτια τους αγνώριστος
‘Ωσεί σκιά σκιάς να προσπερνάς
Και να μην έχεις τρόπο άλλο να διαβαίνεις

Ότι αδιάβατος ο τόπος
Κι αν ρίξεις άγκυρα κι αν δέσεις
Παλαμάρι σ’ εδάφη πατρογονικά
Θέλει αυτό το τραύμα στη φωνή
Που ξαφνικά σαν το ξερό κλαδί τσακίζεται
Στα δύο και κλαίει για ν’ ακουστείς
Πιο μακριά κι από μακριά
Εκεί όπου χωρίς να έχει ακοή, ακούν
Χωρίς να έχει απόκριση, μήνυμα στέλνουμε
Γραφή να βγει στον πάνω κόσμο, να φωτίσει

 

6

Από μακριά πολύ τώρα μιλάμε
Σαν να ’μαστέ τόσο κοντά
Όσο δεν στάθηκε ποτέ
Χρόνια διασχίζοντας και αποστάσεις
Με φώτα κι ηλικίες με ταχύτητα φωτός

Κι όπως τον ήλιο που μόνο σ’ έκλειψη
Με καπνισμένο το γυαλί
Τη λάμψη του μπορείς να αντικρίσεις

’Έτσι η δέσμη της ζωής μας έφερε
Το βήμα συντονίζοντας
Σε μια φωνή, ένα νήμα, ένα νόημα

 

8

Έμειναν μόνο ονόματα και αρχικά
Προγόνων σκαλισμένα πάνω στην πέτρα
Του μυαλού — τι ξεροκεφαλιά! τι πείσμα! —
Που αντιστέκονται στη δίνη του νερού

Και το γεφύρι που το έχει για ουρανό
Πρωί και βράδυ, το νερό
Πιο βιαστικό απ’ τον άνεμο, τρεχούμενο
Το ρόγχο του βυζαίνει το βουνό
Τη δίνη του αφουγκράζεται η γη
Κι ο ταξιδιώτης παίρνει μήνυμα
Και φέρνει γράμμα

Βρυχάται η φύση και μες στο βρυχηθμό της
Λουφάζει ο άνθρωπος

 

10

Μένουν μονάχα ημερομηνίες και αρχικά —
Ούτε ονόματα — που χωνεμένα
Μέσα σ’ άλλα αρχικά φουσκώνουν χρόνια

Έτσι που τρώει τη χαρακιά η πέτρα
Προσφέροντας βορά το σώμα της
Στον ήλιο, στο νερό και στον αέρα

Λευκό πανί εκεί που φύτρωνε το πρόσωπο
Κι όλοι φαντάσματα χωρίς μορφή
Αέρας μέσα στην αχλύ
Κι ο πρωτομάστορας κι οι παραγιοί
Κι οι χτίστες κι η γυναίκα
Σ’ έναν λευκό χορό φυλακισμένων κατεβαίνουν
Του Άδη

Γ’ ΚΑΜΑ’ΡΑ ΤΡΙΤΗ

3

Σαν σκοτωμένη από κατάρα η ανάθεμα
Της ομορφιάς που τη καθήλωσε
Απόγευμα μες στο ημίφως —
Όταν τον είδε σκόνταψε —
Έπεσε και τινάχτηκε όλη η ζωή της
Μες τη σκιά του ποταμού

Τώρα μες στο θεμέλιο γουργουρίζει
Τρυγόνι του καιρού στο σύντροφό της
Στέλνει ώρα καλή, στο νου και στην καρδιά
Με το μουρμουρητό του ποταμού

Με τον αέρα κλώθει μύθους στις καμάρες
Γυρεύει απ’ την κλωστή της ομορφιάς του
Μιάν αντανάκλαση να λάβει και να πάρει
Και στον ιστό της πάχνης ν’ απλωθεί

Λάμπει μετάξι η φωνή
Όπως ακούγεται απ’ τους ταξιδεμένους
Του πρωτομάστορα αντηχεί την ομορφιά
Της όψης
Όπως κοιμάται μες στα σπλάχνα της
Για να μπολιάζει, να ξοδεύεται στο έργο

 

6

Ούτε κουνιέται το ποτάμι ούτε σείεται
Μες στη ροή του αχάραγα, όπως γραμμή
Που χαραγμένη απ’ τον καιρό στον τόπο
Την κοίτη της γεμίζει δαχτυλίδια

Γεμάτη ψέματα θολά, με στόμα
Περιμένει ανοιχτό τις άδολες ψυχές
Που θα γλιστρήσουν στην απάτη
Για να θρηνήσει ο τόπος γοερά

Κι όποιος αντί γεφύρι
Διαλέγει το νερό και κολυμπά
Σε τούτα τα νερά
Η λάμια που ενεδρεύει
Μετράει πνιγμένους

Μέσα στ’ ασήκωτα φουστάνια της φρουρός
Το πέρασμα θα προστατεύει
Για άντρα, κόρη, γιό, παιδιά κι αδέλφια

 

9

Του σκοτωμένου η μοίρα είναι φάντασμα
Που πλάι σε ζωντανούς, τρώει
Και πίνει αίμα

Εκείνοι του αποδίδουνε σαν να ’τανε χρεώστες
Με δανεικά κοιμούνται του νεκρού
Με δανεικά δειπνούν, ρούχα και όνειρα

Κι όταν ξυπνάνε το πρωί τον μνημονεύουν
Μ’ ένα κρυφό από το μέρος της καρδιάς
Φτερούγισμα

Ρωτούνε στον καθρέφτη τους το πρόσωπο
Αν είναι ακόμα ζωντανοί
Ποιος ονειρεύεται μαζί τους και ποιος
Γεύεται απ’ το γλυκό ποτήρι τους ζωή

Στα γυαλικά της μέρας τους κατόπιν
Επιστρέφουν θαμπωμένοι και ξεχνιούνται

 

11

Πικρό μυστήριο χάραμα
Ξυπνάω στ’ όνειρό μου με μια λαμπάδα
’Άχρηστη τα χέρια να μου φέγγει

Από τις γρίλιες φως
Στα πρωινά σκοτάδια της ψυχής
Στα πιο πυκνά και πιο μαρμαρωμένα
Ν’ ανατρέξει, με μια πνοή θερμή
Πάνω στο παγωμένο σώμα
Να χαράξει του ήλιου φως

Διαλύοντας τις τελευταίες αναλαμπές
Που αφήνει όνειρο υγρό
Από βροχή και δάκρυα
Στα κοίλα αποτυπώματα του ύπνου
Το σώμα που τεντώνεται του ύψους
Και δίνει μια
’Από τα νερά τινάζεται και βγαίνει

Φέρνει το φως στα χείλη η μέρα
Με μια φωνή φωτίζει κι αραιώνει
Ο μελανός του σκότους μέσα στο νερό βυθός της

Η γη που κατοικεί τους ζωντανούς
Πάλι από ζωντανούς να κατοικείται

 

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 

ΦΙΛΙ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΘΕΟΦΑΝΟΠΟΥΛΟΥ

culturenow.gr 4/9/2017

Θανάσης Χατζόπουλος συγκαταλέγει στο «Φιλί της ζωής» μια συλλογή ποιημάτων που αποπνέουν έναν ρομαντικό σεβασμό για ό,τι ο ποιητής ερωτεύεται, και αφήνουν ως ενθύμηση τις προσπάθειες του ποιητή για συναισθησία («Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο») και τα πολλαπλά επίπεδα αναφορών που δίνουν νέες ερμηνευτικές διαστάσεις.

Ο βασικός τρόπος μέσω του οποίου ο Χατζόπουλος δημιουργεί μουσικότητα είναι οι πολλαπλές αναφορές σε προαναφερθείσα λέξη, ακόμη κι όταν αυτή η αναφορά δεν είναι απαραίτητη (1. «Κι ετάζει της καρδιάς μου, αυτής/ Που σου τη χάρισα να πάλλει», 2. «Κι από νευρώνα σε νευρώνα σε βρίσκω/Εκεί που δεν το περιμένω να σε βρω/Κι εκεί όπου πριν δεν στάλθηκε κανείς»). Ο ρυθμός, έτσι, σπάει υποχρεωτικά σε μικρότερα τεμάχια, με αποτέλεσμα η ροή να ομοιάζει περισσότερο αυτή του αναμενόμενου προφορικού λόγου, με τις υπόλοιπες λέξεις να φέρουν το κυρίως νόημα του ποιήματος. Κάποιες φορές, ο ποιητής ενισχύει αυτήν την τεχνική της πολλαπλής αναφοράς και την καθιστά βάση του ποιήματος, από νοηματική και μουσική άποψη («Αυτός που πίστεψε σε όσα δεν είδε/Απ’ όσα είδε/Σε όσα μοναχός φαντάστηκε/Απ’ όσα δεν υπήρχαν/Σε όσα από κείνα που φαντάστηκε/Έγιναν πιο πραγματικά απ’ όσα είδε…»), με την αναφορά πλέον να μην είναι το μέσο αλλά η κινητήριος δύναμη του ποιήματος.

Βασικό μοτίβο ρυθμού είναι και οι επαναλήψεις σε κομβικά σημεία, άλλοτε της ίδιας φράσης, άλλοτε λιγότερη παραλλαγμένης, είτε ως προς μία λέξη, είτε χρησιμοποιώντας συνώνυμες λέξεις που ηχούν ουσιαστικά σαν επανάληψη («Διασχίζεις τη σκέψη μου…/Διαπλέεις τους λογισμούς μου…/Διασχίζεις τη σκέψη μου και/ Διακονείς τους λογισμούς»). Μεταξύ των επαναλήψεων ο Χατζόπουλος φορτώνει σταδιακά την κάθε επανάληψη με περισσότερους στίχους («Φωτίζει λίγο/Μιαν υπόσχεση που’ ναι πολύ/Φωτίζει λίγο/Από έναν ήλιο απέναντι κρυμμένο/Από τη νύχτα σου/Από έναν ήλιο φως πολύ»). Συγχρόνως σε παραδείγματα σαν το προηγούμενο δίδεται η εντύπωση ότι η μουσικότητα και η σκέψη βρίσκονται σε «συστοιχία», με την κατάλληλη μουσική λέξη να έρχεται και να βρίσκει συνάμα και το κατάλληλο νόημα.

Μια επίσης ευρηματική δημιουργία μουσικότητας βρίσκουμε εκεί όπου ο ποιητής κατορθώνει μια ‘σύνταξη τονική’, θέτοντας στην ίδια θέση στον στίχο λέξεις με διαφορετική συντακτική αξία, που όμως υποτάσσονται στον τόνο που φέρουν και εξομοιώνονται («Ήχους/ Γυμνούς/ Ρυθμούς/ Ερυθρούς»). Εν γένει στην ποίηση του Χατζόπουλου απουσιάζουν τα κόμματα και κάθε στίχος εκκινεί με κεφαλαίο. Έτσι ακόμη περισσότερο κάθε στίχος, τόσο μορφικά όσο και νοηματικά, αποτελεί μια αυτούσια οντότητα, που δεν περιέχει συχνά παραπάνω από ένα ρήμα.

Ωστόσο η ποίηση του Χατζόπουλου δεν είναι από εκείνες που μπορούν να απαγγελθούν εύκολα, υπό την έννοια ότι πολλές φορές δεν ακολουθεί ρυθμικά κάτι τρόπον τινά αναμενόμενο, όταν για παράδειγμα ο τόνος πέφτει («Προσφέροντας μια ευτυχία αγνώστου/Στους πιστούς της»). Αυτό αίρεται στα ποιήματα όπου χρησιμοποιείται το μοτίβο της επανάληψης που λειτουργεί και σαν επωδός. Επίσης η ποίηση του Χατζόπουλου είναι περισσότερο μια ποίηση ανάγνωσης εκεί όπου οι αναφορές πυκνώνουν και καθίσταται δύσκολη η μνημονική αναδρομή στο προαναφερθέν. Ακόμη και το συμπαγές νόημα του κάθε στίχου, που κάποιες φορές γίνεται ιδιαίτερα αυτόνομο, κάνει τη σύνδεσή του με άλλους στίχους δύσβατο, ειδικά αν μιλάμε για απαγγελία. Αλλά ακόμη και αν ιδωθεί ως αναγνωστική ποίηση, ο ρυθμός χωλαίνει όταν δεν χρησιμοποιούνται τα πάγια καλοδουλεμένα μοτίβα του ποιητή. Η εμπειρία της ποιητικής πένας του Χατζόπουλου ωστόσο δεν αφήνει ποτέ κάποιο ποίημα να σταθεί τελείως παράταιρο.

.

ΧΡΗΣΤΟΣ ΒΑΣΜΑΤΖΙΔΗΣ

frear.gr 26/8/2017

Η αέναη αναζήτηση της ολότητας

Στο πρώτο ποίημα της νέας ποιητική συλλογής του Θανάση Χατζόπουλου με τίτλο Φιλί της ζωής, από τις εκδόσεις Κίχλη, διαβάζω:

«Πώς σου έδωσα την ύλη μου
Όλη μου την αριστερά
και σκαν τα κύματα βαριά στον κουφωμένο βράχο
Βουίζει η αντάρα τους στο πλευρικό κενό
Κι ετάζει της καρδιάς μου, αυτής
Που σου τη χάρισα να πάλλει

Ήχους
Γυμνούς
Ρυθμούς
Ερυθρούς».

Με την άρτια μουσική λιτότητα αυτών των λιγοστών στίχων, εισερχόμαστε στο κέντρο της ποιητικής του Χατζόπουλου, στο κέντρο δηλαδή της ερωτικής εμπειρίας.

Στο ερωτικό βίωμα αλλοιώνεται η σχέση μας με την πραγματικότητα. Η αποκάλυψη του μέχρι πρότινος καλά κλεισμένου εσωτερικού εαυτού, η εξωτερίκευση και το μοίρασμα μύχιων πτυχών του, δημιουργεί ρήξη και θραύσματα στην υπάρχουσα βεβαιότητα της εξωτερικής πραγματικότητας. Ταυτόχρονα όμως φέρνει στην επιφάνεια την επιθυμία της αναζήτησης μιας a priori χαμένης ολότητας. Γι’ αυτό στο ερωτικό συναίσθημα η απώλεια, είναι απώλεια του ναρκισσιστικού εγώ, που αντανακλάται στον πόνο της αποχώρησης. Η αποχώρηση αυτή δεν είναι οριστική. Σε κάθε πλευρά που φεύγει, έρχεται μία άλλη να τη γεμίσει. Ο Ροσνάρ στους Έρωτες έγραψε «Στο ήμισύ του κολλώ ξανά το ήμισύ μου» (Ρολάν Μπαρτ, Απόσπασματα του Ερωτικού Λόγου). Το «όλον» το ερωτικό σημαίνει απώλεια των γνωστών θέσεων και αναδημιουργία με νέα υλικά. Ο Φαίδρος αναζήτησε την τέλεια εικόνα του ζεύγους, ενώ ο Φρόυντ μίλησε για την μείξη των υποστάσεων δύο ατόμων. Τα άτομα δεν διαστέλλονται για να χωρέσουν το παν. Δίνουν τα πλευρά τους, μπλέκουν τα χέρια τους, δανείζονται τις ανάσες και σκέφτονται μέσα στον άλλο, άρα μετατρέπονται συνεχώς εμφορούμενα από την αμόλυντη χαρά της κατάργησης ταυτοτήτων. Η απουσία της πλευρικής ύλης σημαίνει κατά βάθος την αναζήτηση μιας πρώιμης ολότητας.

Στο δεύτερο μόλις ποίημα αισθητοποιείται αυτή η απουσία.

«…Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει

Τη θέρμη της αρπάγης του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνει άδειο».

Ο Ουγκώ έγραψε «Γυναίκα για ποιόν κλαις-Για τον Απόντα». Τίποτα πιο οδυνηρό από τη μνήμη του άλλου που φεύγει. Και χωρίς τη λήθη η απουσία δεν αντέχεται. Ο Βέρθερος καταλήγει επειδή δεν μπορεί να ξεχάσει, να λησμονήσει. Η μνήμη του χεριού που χάθηκε και έμεινε το άλλο να προσμένει, ανοιγοκλείνοντας στο κενό, είναι εικόνα «θανάτου». Το σώμα πεθαίνει από την πολύ μνήμη. Η μνήμη του σώματος είναι η μνήμη για τον άλλο, διά του οποίου έχουμε γνωρίσει την ευάλωτη αλήθεια μας.

Η ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου, αποτελείται από είκοσι εννέα ποιήματα χωρίς τίτλους. Μία σύνθεση, για το ερωτικό συναίσθημα, δοσμένη ωστόσο πιστεύω και από την εμπειρία της ψυχανάλυσης. Γι’ αυτό και η τόσο βαθιά και στοχαστική ματιά του επάνω στο ερωτικό φαινόμενο. Τα βλέμματα, οι παλμοί της καρδιάς, τα αγγίγματα στα σώματα, τα πέλματα, τα στήθη και τα χείλη, είναι τα σύνεργα του ερωτικού βιώματος που υπάρχει μόνο ως κάτι οριστικό και αιώνιο. Η ύπαρξη αποκτά παρουσία από τις μικρές εντάσεις του ερωτικού σώματος που διαστέλλουν τον χρόνο. Οι εντάσεις αυτές πετυχαίνονται με τα μεταφορικά σχήματα λόγου όπου η φύση του σώματος αποκαλύπτεται μέσα από τα φυσικά φαινόμενα («Το άνοιγμα στα πόδια σου/ Ίδιο μηνίσκιος της σελήνης», «Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ/Όπως ζαρκάδι, η φλέβα του/Εκεί που πάει να ησυχάσει πάλλεται», «Στις αμμουδιές που πήρανε τα βλέμματα/Και τά ‘ριξαν σαν πετονιές στην άκρη», «Πώς κυματίζει το στήθος σου/Ανασηκώνοντας μιας φουσκοθαλασσιάς/Τον σάλο»), τονίζοντας με αυτό τον τρόπο και το άπειρο της πραγματικότητας.

Στα ποιήματα του Θανάση Χατζόπουλου, διακρίνονται κυρίως τρεις ερωτικές διαστάσεις που μορφοποιούν αυτή τη δίχως όρια πραγματικότητα. Η παιδική, η σωματική και η χρονική. Με την παιδική, («Μας πήραν τα ταξίδια και μας πήγανε/Ώσπου οι καρδιές να ξανασμίξουν/ Και να γίνουν /Δυο παιδιά που παίζουνε μαζί» και «Παιδιά της πιο λαμπρής λιακάδας/Μέσα στο καταχείμωνο/Το κρύο της να τσούζει»), επανερχόμαστε πάντα στο μοτίβο της περιπλάνησης. Στην αναζήτηση εκείνου που θα δώσει εικόνα και ταυτότητα στον εαυτό μας. Μία νοσταλγία που στην ενήλικη εκδοχή της γίνεται επιθυμία, για κείνο που ήταν απαγορευμένο και που συνδέεται, άρα, με το αίσθημα της απουσίας.

Η σωματική διάσταση καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής συλλογής. Παντού σώμα και ρυθμός. Απτότητα, φθαρτότητα και χρώμα. «Πως κυματίζει το στήθος σου», «Από τα χείλη ως τους μηρούς», «Τον σάρκινο παλμό που μεταδίδει», «Το σώμα σου πλέκει τον μίτο γύρω μου», «Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου». «Το αποτύπωμα του σώματός σου». Στίχοι προσωπικής σωματογραφίας για ένα μεστό και ταυτόχρονα άπειρο σώμα, που συνήθως προσδιορίζεται είτε σε σχέση με τα διάφορα φυσικά φαινόμενα, είτε σε σχέση με άλλο σώμα. Στο ποίημα,

«Οργώνοντας το σώμα σου
Σκαμπανεβάζω σε θάλασσα τρικυμιώδη

Η πλώρη μου τη μια γυρνάει στον ουρανό
Την άλλη στα τρίσβαθα αγναντεύει
Της ψυχής σου
Και πάει του βάθους

Στο πιο κρυφό σημείο που δεν γνωρίζεις
Το σώμα σου»,

θυμίζει αυτό που γράφει ο Aldo Carotenuto «.. η πίστη στο σώμα και η πίστη στην ψυχή δεν είναι δύο πράγματα που μπορούν να διαχωριστούν, γιατί η μία είναι απλούστατα ο καθρέφτης της άλλης» (Aldo Carotenuto, Έρως και Πάθος, εκδ. Ίταμος, μτφρ. Κούλα Καφετζή). Ο πόθος του σώματος είναι μία πηγή γνώσης για τον εαυτό μας.

Τέλος η χρονική διάσταση που εμποτίζει κατά κάποιο τρόπο όλες τις προηγούμενες. «Μέσα στο χάδι σου από μικρός/ Ο χρόνος μεγαλώνει», «Βαθιές ανάσες χρόνου/Απ’ το βυθό στην επιφάνεια/ Εσχάτων μνήμη», «Ανάμνηση του μέλλοντος/Και προσδοκία του παρελθόντος», «Μέχρι το ελάχιστο ίχνος χρόνου», «Ανάγκη πάλι να ξεχάσεις το χέρι σου/Μες στο δικό μου». Ο ποιητής χωρίς να παρασύρεται σε επιμέρους χρονικούς προσδιορισμούς, αφήνει να διαπερνά όλη τη συλλογή μία έλλογη αχρονία, όπως ταιριάζει στον χώρο που αναπτύσσεται το ερωτικό συναίσθημα. Είναι ο εσωτερικός χώρος που το εγώ χάνει την κυριαρχική του έννοια, αλλά όχι τον βαθύ υποκειμενισμό του. Γι’ αυτό αναζητά πάντα τη μορφή του άλλου, από την οποία θα φτιάξει ανακαλώντας εικόνες το προσωπικό του είναι.

Η συλλογή τελειώνει με μία εικόνα πλήρους ερωτικής ανάπαυσης. Μία Κυριακή απόγευμα, ημέρα νωχελικότητας και κάθε αργίας, το αντικείμενο του πόθου ξυπνά και το χέρι του αυτή τη φορά βρίσκεται στην αριστερά πλευρά του ποιητικού υποκειμένου. Επανήλθε η τάξη των πραγμάτων; Εκεί που έσκαγαν τα κύματα στο πλευρικό κενό πάλι της αριστερής πλευράς, τώρα ένα χέρι κείτεται μουδιασμένο. Είναι αυτά τα μέρη της ύλης που ποτέ δεν χάνονται. Η αέναη αναζήτηση της ολότητας είναι στην ουσία μία στάση αναμονής και απόλαυσης. Μία προσδοκία ζωής που χαρακτηρίζεται από τη μεγαλοπρέπεια της ένωσης, όπου χωρίς βάρος θα περιστρέφεται «μετέωρη στα χάη». Ή όπως περιγράφει ο Ρόμπερτ Μούζιλ στον «Άνθρωπο χωρίς ιδιότητες» (μνημονευόμενος πάλι από τον Μπαρτ στα Αποσπάσματα), «και μέσα σ’ αυτή την ανάπαυση, όντας ένα πράγμα και αχώριστο, αχώριστο ακόμη και στο βάθος του εαυτού τους, (….), αυτή στεκόταν ορθή μέσα σ’ αυτή την ανάπαυση σάμπως μπροστά σε ανατολή ηλίου και μέσα του χανόταν ολόκληρη, η ίδια μαζί με τις γήινες ιδιοτροπίες της».

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΩΣΤΙΟΥ

www.chronosmag.eu 25/6/2017

Προς μια ποιητική οντολογία του έρωτα

Ποιητική διαδρομή τριάντα χρόνων σφραγίζει η συλλογή Φιλί της ζωής του Θανάση Χατζόπουλου, ξετυλίγοντας το νήμα που άρχισε να πλέκει το 1986 με διάφορους τρόπους: στην αρχή με πλέξη απλή, που φανερώνει «καλή και ανάποδη», δίχτυ με όλο και πιο πυκνή ύφανση στην πορεία, κάποτε με κόμπους δυσεπίλυτους έως γριφώδεις, καθώς συχνά προϋποθέτουν μια πνευματική σκευή ανάλογη με τη δική του για να λυθούν· ο ποιητής διερευνά στην ουσία πάντα το ίδιο αίνιγμα: την καταγωγική σύσταση του όντος. Στην τελευταία συλλογή του, παρακάμπτοντας τις ευκολίες που συχνά ενεδρεύουν στην ερωτική ποίηση, ο Χατζόπουλος διευρύνει την ποιητική του οντολογία από την προσωπική του θεώρηση των θεμελιωδών ερωτημάτων που συναρθρώνουν «αυτό το συμπαγές διαρθρωμένο τίποτα»[1] προς περιοχές που σπάνια έως πρόσφατα είχε επισκεφτεί. Αφομοιώνοντας διάφορα υλικά από τη διαχρονία του ελληνικού πνεύματος, από τους προσωκρατικούς έως τον Σεφέρη, ο ποιητής μετατοπίζεται από τον άγνωστο άλλο, τους συνοδοιπόρους ή τους προγόνους στον έναν και μοναδικό Άλλο, τον ερωτικό άλλο, σε σχέση με τον οποίο διαμορφώνεται κατεξοχήν η εαυτότητα. «Ένας άνθρωπος», επισημαίνει ο Μπαχτίν, «δεν έχει εσωτερική κυρίαρχη επικράτεια, βρίσκεται εξ ολοκλήρου και μονίμως στο μεταίχμιο. Κοιτάζοντας μέσα του, κοιτά μέσα στα μάτια κάποιου άλλου ή με τα μάτια κάποιου άλλου […] Δεν μπορώ να γίνω ο εαυτός μου χωρίς κάποιον άλλο. Πρέπει να βρω τον εαυτό μου μέσα σε κάποιον άλλο βρίσκοντας κάποιον άλλο μέσα μου (σε αμοιβαίο αντικατοπτρισμό και με αμοιβαία αποδοχή».[2] Στην προκειμένη περίπτωση, ο ιδανικός άλλος είναι ο ερωτικός σύντροφος και συνοδοιπόρος. Για τον αναπροσανατολισμό της θεματικής του ποιητή είχε ίσως προετοιμάσει τον αναγνώστη η προηγούμενη ποιητική συλλογή του Πρόσωπο με τη γη και ιδίως η ενότητα «Με την κομμένη ανάσα του έρωτα»,[3] όπου κάτω από το υψηλό επίχρισμα της ερωτικής ευτοπίας αναδύεται το σκοτεινό βάθος της ανθρώπινης ύπαρξης: «Ανάσα μου / Αστέρι μου / Και φως μου» // Απ’ τα μπουκέτα της αγάπης // Κι όπως μαζεύεις στάχτες σε αγρό.[4] Στο παραπάνω ποίημα με τίτλο «Αμητός της αγάπης» προεξαγγέλλεται η μεταφυσική της «σκοτεινής παραδείσου» που είναι η νέα του ποιητική επικράτεια, όπου απαντά ο ίδιος κοινός παρονομαστής, όπως τον όρισε πριν από δεκαπέντε χρόνια ο Σπύρος Τσακνιάς: «η ποίηση του Χατζόπουλου παρά την μεταφυσική της στόχευση εκπηγάζει από την εμπειρία ή και από τη σωματικότητά του».[5] Τηρουμένων των αναλογιών, μπορεί να αντιστρέψει κανείς τον παραπάνω στοχασμό αποτυπώνοντας την ποιητική της τελευταίας συλλογής του: παρά την αποθέωση του σώματος η ποίηση του Χατζόπουλου δεν χάνει τη μεταφυσική στόχευσή της.

Φέρων άξονας του νέου του ποιητικού εγχειρήματος «το νοήμον σώμα», όπως ο ίδιος το αποκαλεί,[6] το ερωτικό σώμα, το πιο κρυφό σημείο που δεν γνωρίζεις (22),[7] άλλοτε ως αυθύπαρκτη οντότητα άλλοτε μέσα από τις συνεκδοχικές αποτυπώσεις του –κυρίως των ερωτικών κέντρων: μάτια, χείλια, στήθος, χέρια– το οποίο δεν περιγράφεται, δεν σχολιάζεται, μόνο σημαίνεται, στην αισθησιακή του ανάταση ή στην πτώση του· μέσω των ποιητικών μεταφορών, μέσα από το γνωστό στίλβον, σύνθετο και πολυδύναμο γλωσσικό ποιητικό ιδίωμα του Χατζόπουλου και μέσα από μια στιχουργία που άλλοτε ενδυναμώνει την ευρυθμία του έρωτα και άλλοτε μέσω διασκελισμών και παύσεων, αναδεικνύει την απορία του ποιητικού υποκειμένου ή τον κατακερματισμό που επιφέρει η πτώση. Βασικά του εργαλεία όσον αφορά τη ρητορική, η επανάληψη και η αμφισημία. Ο στοχασμός του ποιητή για το σώμα και την ψυχή, κατεξοχήν φορείς της αγάπης, εγγράφεται στην ποίησή του, απηχώντας τις λόγιες αποσκευές του που, αφομοιωμένες στη δική του πρόσληψη του κόσμου, υπομνηματίζουν χωρίς να βαραίνουν το κυρίαρχο βίωμα.[8]

Ήδη ο τίτλος Φιλί της ζωής προεξαγγέλλει την παλίνδρομη κίνηση μεταξύ μεταφοράς και κυριολεξίας: το φιλί της ζωής, ως μέθοδος ανάνηψης σε περιπτώσεις ανακοπής, δηλαδή κυριολεκτικά στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου, ηχεί πίσω από τους ερωτικούς ήχους, ενώ η δυσυπόστατη φύση του σκοτεινιάζει τη λάμψη της ερωτικής ευδίας:

Οι ψυχές αποσύρονται
Μες στο μεδούλι των σωμάτων
Κι ησυχάζουν
Βαθιές ανάσες χρόνου
Απ’ το βυθό στην επιφάνεια

Εσχάτων μνήμη
Εγγεγραμμένη στο σώμα
Στα λειτουργικά κενά του
Τραυλίζοντας

Με τη διασπορά των γεγονότων
Σ’ ένα τραύμα
Ακόμα αιμορραγούν τα χείλη σου (26)

Ήδη με το πρώτο ποίημα της συλλογής, το θέμα του έρωτα εγγράφεται σε ένα οντολογικό πλαίσιο το οποίο σφραγίζεται από τη βιβλική ρητορική που επανέρχεται συχνά στη συλλογή συνανασύροντας το αρχετυπικό θέμα της γνώσης και της συνακόλουθης Πτώσης και, παράλληλα, εγγράφοντάς το στην πλούσια φιλοσοφική παράδοση που μέσω αυτού απηχείται.[9]

Πώς σου έδωσα την ύλη μου
Όλη μου την αριστερά
Και σκαν τα κύματα βαριά στον κουφωμένο βράχο
Βουίζει η αντάρα τους στο πλευρικό κενό
Κι ετάζει της καρδιάς μου, αυτής
Που σου τη χάρισα να πάλλει,

Ήχους
Γυμνούς
Ρυθμούς
Ερυθρούς (9)

Ό,τι υπερτερεί στο ποίημα είναι η δυναμική μεταφορά του κουφωμένου βράχου που διανοίγει το νόημα προς το ατελές της ανθρώπινης ύπαρξης και της ανάγκης της πληρότητας, δηλαδή της πραγμάτωσης του προσώπου μέσα από τον Άλλον, η οποία ως υπεσχημένη εκκρεμότητα στους τέσσερις μονολεκτικούς τελευταίους στίχους προεξαγγέλλει την ερωτική εικονολογία που ακολουθεί. Αυτή αποβαίνει και το βασικό όχημα της αποτύπωσης του ερωτικού βιώματος στα είκοσι εννέα ποιήματα της συλλογής, η μόνη, άλλωστε, ικανή να αποδώσει το άρρητο της εμπειρίας και να ενεργοποιήσει συναισθητικά την αισθητηριακή της πρόσληψη, προφυλλάσσοντας τον ποιητικό λόγο –πολλώ δε μάλλον τον ερωτικό ποιητικό λόγο– από την αδράνεια της συναισθηματολογίας.

Ο Χατζόπουλος διερευνά το αίνιγμα του έρωτα, στη χοϊκή και στην άυλη εκδοχή του, στην ανοδική και την καθοδική του πορεία, στις ποικίλες μεταμορφώσεις του, ως πλησμονή και ως έλλειψη, ως πορεία προς την αυτογνωσία και ως συνειδητότητα της ύπαρξης, της ζωής της βιαστικής / της μασκοφόρου (11). «Έρωτα ονομάζουμε», παρατηρεί ο Χρήστος Γιανναράς, «την αγάπη όταν φτάσει να είναι εκ-στατικό γεγονός (εκ-στατικό: από το ρήμα εξίσταμαι, έξω ίσταμαι/έξω από το εγώ)».[10] Με αυτή την έννοια, το ποιητικό εγώ, ενώ βρίσκεται συχνά στο κέντρο της πυρακτωμένης εμπειρίας, μπορεί παράλληλα να στέκει εκ-στατικό μπροστά στο ανεξήγητο της μυστικής σύγκλισης:

Όπως όταν χτυπάς την σήμερον
Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει
Στο μέγεθός του, έτσι η αγάπη

Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο
Και απομακρυνθεί

Το χέρι μόνο του απομένει
Μες στον δικό της μισεμό. Πονάει

Τη θέρμη της αρπάγης του άλλου
Χεριού
Ακόμα
Όταν θυμάται

Ανοιγοκλείνεται άδειο (10)

Ο ποιητικός λόγος στην απόπειρά του να συλλάβει στην ολότητά του το ερωτικό βίωμα γίνεται ένα εγχείρημα γνώσης του πεπρωμένου του σώματος (33), που αγκαλιάζει τις βασικές συνιστώσες της ανθρώπινης ύπαρξης: τον χρόνο και τον χώρο, όπως διαστέλλονται μέσα από την ερωτική εμπειρία, τη μυστηριακή φλόγα της ερωτικής επιθυμίας, την εσωτερίκευση του αισθησιασμού, το χώνεμα των ιδιαίτερων γνωρισμάτων των δύο ατομικοτήτων και, κυρίως, την ιδιοσυστασία του ίδιου του έρωτα και της αινιγματικής εφήμερης αλλά αναστατικής, σωσίβιας λειτουργίας του:

Δεν είναι τάμα η αγάπη
Κι η αφοσίωση δεν είναι του πιστού
Μα του άθεου

Έλα να πιεις νερό από τα χέρια του
Κι ας χάνεται στ’ ανοίγματα
Μένει η δροσιά και φτάνει

Αυτός που πίστεψε σε όσα δεν είδε
Απ’ όσα είδε
Σε όσα μοναχός φαντάστηκε
Απ’ όσα δεν υπήρχαν
Σε όσα από κείνα που φαντάστηκε
Έγιναν πιο πραγματικά απ’ όσα είδε
Πιο ζωντανά απ’ όσα ανάστησε

Από αυτόν έλα να πιεις νερό
Από αυτόν που απ’ όσα του έταξαν
Κατάλαβε ότι δεν ήταν για να λάβει άλλα
Έξω από κείνα που ξεχάστηκαν στην άκρη

Αυτά έκανε κόσμο
Από τον κόσμο
Πιο πλατύ

Από το τίποτα στο κάτι (14)

Η υλικότητα του σώματος συνυπάρχει με μια υπερβατική αντίληψη του κάλλους, καθώς η ερωτική εμπειρία παραμένει μεικτή σε όλη τη συλλογή: μεταφυσικής και αισθητής και άρα και αισθητικής τάξης. Το ερώμενο πρόσωπο, από πραγματικό ανάγεται σε αρχετυπικό ποθητό και ονειρικό συνάμα φορέα μιας υπερθετικής ποιότητας που καθορίζει το βίωμα όχι μονο ως προσδοκία του παρελθόντος αλλά και ως ανάμνηση του μέλλοντος (29). Χρώματα, ήχοι, φως, ιριδισμοί, σκοτεινές λάμψεις, φωτιές, αναλαμπές, θάλασσα, λίμνες, νερά, ρυάκια εύλογα επανέρχονται στη συλλογή σε σχέση με το ερωτικό βίωμα. Συγχρόνως, η λέξη «απουσία» όλο και πυκνώνει για να υποδηλώσει το εφήμερο της ερωτικής επιθυμίας και τη διολίσθησή της στην ήρεμη επικράτεια της αγάπης. Το τέλος, ωστόσο, δεν βιώνεται ως τραύμα ή ως έλλειψη αλλά ως δικαίωση αφού, η κατορθωμένη αγάπη ως διαδρομή αυτογνωσίας και γνώσης σε έναν χώρο όχι ουτοπικό αλλά πραγματικό και γήινο είναι το πολύτιμο έπαθλο των λυτρωμένων της αγάπης. Παράλληλα, αυτή η διαδρομή καθώς και η αλήθεια της στιγμής (33) αποτυπώνονται σε μια ποίηση ιαματική, δηλαδή μια ποίηση που δεν τιτλοφορείται αλλά γίνεται η ίδια φιλί της ζωής.

Στο ποίημα που κλείνει τη συλλογή η λάμψη του κάλλους και η ερωτική ορμή έχουν περάσει στο βάθος της σκηνής, χωρίς να έχουν αποσυρθεί εντελώς: Μας περιμένει η κοινή ζωή / Ζωή δική μας με τους άλλους // Ζωή στη γη νυχθημερόν / Που προελαύνει και περιστρέφεται μαζί της / Μετέωρη στα χάη (37). Ό,τι αναδύεται κυρίαρχο είναι το οντολογικό ερώτημα της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ πίσω από τους στίχους αντηχεί η ησιόδεια αντίληψη για το Χάος ως πρωταρχική μήτρα των υπαρκτών, ως προϋπόθεση για να σχηματιστεί η Γη και να εμφανιστεί ο Έρως: η κινητική και συνεκτική των πάντων ενέργεια.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

oanagnostis.gr 17/2/2017

Εκτιμώ πολύ την ποίηση του Θανάση Χατζόπουλου. Η ποιητική του συλλογή Κελί, η οποία εκδόθηκε το 2000 από τις εκδόσεις Το Ροδακιό ανήκει στις αγαπημένες μου και προστρέχω συχνά σε αυτή. Το πρόσφατο βιβλίο του, Φιλί της ζωής με ξάφνιασε ευχάριστα γιατί επιστρέφει σε εκείνη την απλή και ουσιαστική γλώσσα του Κελιού. Τα μακροσκελή ποιήματα των προηγούμενων συλλογών είναι σπουδαία, αλλά όταν ο Χατζόπουλος χρησιμοποιεί την μικρή φόρμα δημιουργεί αριστουργήματα κατά την ταπεινή μου άποψη. Το Φιλί της ζωής είναι η πιο μεστή σύνθεσή του, όπως αρμόζει όταν θέλουμε να μιλήσουμε για την ουσία της ανθρώπινης οντότητας, η οποία μεγαλουργεί αντιστεκόμενη στην φθορά. Ο έρωτας παίζει πρώτιστο ρόλο την ανατροπή αυτή συστρέφοντας τις αισθήσεις, σαν άλλες ηλιαχτίδες, προς το σκοτάδι, πολεμώντας το. Το έχω πει κι άλλες φορές πως είναι δύσκολο εγχείρημα να γράψεις ερωτική ποίηση χωρίς να πέσεις στην παγίδα να επαναληφθείς, μιας κι έχουν γραφτεί αριστουργήματα ερωτικής ποίησης στο παρελθόν. Ο Χατζόπουλος όμως είναι γεννημένος ποιητής και ακούει προσεκτικά τις μέσα του φωνές οι οποίες τον οδηγούν στον να μιλήσει με απόλυτη ειλικρίνεια γι΄ αυτά που νιώθει. Το Φιλί της ζωής είναι ένας χάρτης αισθημάτων και αισθήσεων. Παραθέτω μερικούς στίχους:

Δεν είναι τάμα η αγάπη
Κι η αφοσίωση δεν είναι του πιστού
Μα του άθεου

ή αυτό

Από αυτόν έλα να πιείς νερό
Από αυτόν πού απ΄ όσα του έταξαν
Κατάλαβε ότι δεν ήταν για να λάβει άλλα
Έξω από κείνα που ξεχάστηκαν στην άκρη

Από αυτά τα δυο μικρά αποσπάσματα μπορεί κάποιος εύκολα να βγει στο συμπέρασμα πως δεν είναι απλά ερωτικά ποιήματα, αλλά πως μια υπαρξιακή αγωνία διαπλέει όλο το έργο, με οδηγό τον άλλο, τον άνθρωπο που θα σταθεί και θα αφουγκραστεί την ψυχή μας, τον δικό μας φάρο μέσα στην τρικυμία. Ελπιδοφόρο έργο; Φυσικά. Και ειδικά σήμερα που έχουμε εγκλωβιστεί στις χλιδάτες μας μοναξιές, που έχουμε κάνει τον εαυτό μας θεό, έρχεται ένας ποιητής και ανατρέπει την εγωπάθεια, την εσωστρέφεια και χαρίζει με σπουδαίους στίχους μια δίοδο ανάμεσα στον κλειστοφοβικό μας κόσμο και την αλήθεια της ζωής που υπάρχει σε απλά πράγματα, όπως ένα άγγιγμα, ένα φιλί, ένα βλέμμα:

Μέσα στο χάδι σου από μικρός
Ο χρόνος μεγαλώνει
Σαν παιδί
Κι ο ορίζοντας πλαταίνει

Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ
Όπως ζαρκάδι, η φλέβα του
Εκεί που πάει να ησυχάσει πάλλεται
Και αναβλύζει απ΄ τη σιωπή
Χάδι άλλο η φωνή, τα λόγια της τραγούδι
Χάδι άλλο η ματιά στα μάτια σου

Στο χάδι σου μέσα ας σταθώ
Στιγμή πλατιά ζωής
Παμπάλαιη των ανθρώπων

Και η ψυχή ας αφεθεί στο σώμα
Σώμα που ζωντανεύει απ΄ αυτήν
Στο χάδι σου μέσα

Ας μείνει η ψυχή με όλους της τους πόρους
Ανοιχτούς, με όλα τα ρουθούνια
Να οσμιστεί το μέλλον
Όλα τ΄ ανοίγματα
Το χάδι μου να περικλείσουν και να αναλάβουν

Το παραπάνω ποίημα, αυτός ο ύμνος στο χάδι, φανερώνει πως ο Χατζόπουλος είναι ένας ποιητής που πιστεύει στον άνθρωπο και στην εσωτερική του δύναμη, κι όχι στον άνθρωπο μηχανή, στον άνθρωπο που καταχράται τις δυνάμεις του για να εξουσιάσει τον άλλο. Και εδώ βρίσκεται το μεγάλο στοίχημα που βάζει ο ποιητής με τον χρόνο. Ελπίζει στον εξευγενισμό της ψυχής. Στην ουσία δηλαδή της ποίησης. Η οποία έρχεται να μας δείξει τον αληθινό δρόμο που πρέπει να ακολουθήσουμε. Με μια γλώσσα λυρική, η σύνθεση του Χατζόπουλου είναι από μόνη της ένας χάρτης που μας βοηθά να δούμε την ζωή μας έξω από τον ναρκισσιστικό μας καθρέφτη. Ένα βιβλίο που αγάπησα για την αμεσότητά του. Ένα βιβλίο που δικαιώνει τον δημιουργό του κατατάσσοντας τον στους οραματιστές ποιητές.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

poeticanet.gr 12/2/2017

Διακρίνω και αξιολογώ τα εξής: «Δεν είναι τάμα η αγάπη / Κι η αφοσίωση δεν είναι του πιστού / Μα του άθεου»: η συνειδητή αντιμετάθεση των κατεστημένων σημαινομένων χωρίς έπαρση. «Εσύ/ Ένας παλμός στην επιφάνεια του νερού, ρυτίδα / Ή πτύχωση του αέρα»: η φαντασιακή απόδοση των διακριτών στοιχείων της ετερότητας. «Στο πεπρωμένο του σώματος / Η κάθε μέρα σβήνει / Μέσα από διαδοχικές αναλαμπές»: η διαδοχή των βεβαιοτήτων και των διαψεύσεων ως επεισόδια της Μοίρας. Και πάνω από όλα η σφραγίδα όλων των πόθων, το φιλί ως η απτή, ως η αδιαμφισβήτητη επαλήθευση του ονείρου της ζωής. Ως το διάβημα της οργασμικής επικοινωνίας και ως η συνδήλωση του αιτήματος για την διαιώνιση, την αθανασία εν ολίγοις της κρίσιμης στιγμής. Η πραγματικότητα ή η νομιζόμενη κατ’ ανάγκην πραγματικότητα ως το δεδομένο στάδιο, όπου ολοκληρώνονται τα εκάστοτε ερωτικά αγωνίσματα. Η συνομιλία των συγκεκριμένων σωμάτων, όπως με ακρίβεια και συνέπεια αυτοπροσδιορίζονται μέσα στην αμοιβαία, αβυσσαλέα ή μη, έλξη τους. Το σώμα ως η καίρια αντικειμενικοποίηση της σκοτεινής Βούλησης, όπως την διερμήνευσε υποδειγματικά ο Άρτουρ Σοπενχάουερ. Το σώμα επικυρίαρχο ον, αλλά και υποχείριο ενός ετέρου. Επίσης ως μορφή, ως αντικαθρέφτισμα του συνοδού εσύ. Ένα απλούστατο δάνειο του Άλλου. Η διαδικασία της συνουσίας ως να είναι όντως η απόλυτη γνωσιολογική εμπειρία. Αυτά συναποτελούν τα καταστατικά θέματα της ρηματικής τέχνης του Θανάση Χατζόπουλου, όπως αναπτύσσονται σύμμετρα στα είκοσι εννέα άτιτλα ποιήματα του βιβλίου.

Αρκεί να παραβάλει κανείς τις πρώτες εκείνες ομολογίες πίστεως στη μεταφυσική των σαρκικών ωσμώσεων, του 1986, για να αντιληφθεί τη διαχρονική σημασιολογική αυταξία του προκείμενου σημασιοσυντακτικού ιδιώματος. Η εμμονή είναι χαρακτηριστική της συγκεκριμένης προθετικότητας. Η δε συνειδητή ανανέωση των μέτρων και των ρυθμών φρονώ ότι τεκμαίρεται, ως εκ των πραγμάτων, αβίαστα: Ήτοι: “Φιλιόμαστε σ΄ εκείνο τ΄ όνειρο / Και βρίσκαμε ανάμεσα στις γλώσσες / Αίμα κι άμμο”: παραθέτω από το ποίημα “Χθόνιες θεότητες” και “Καμιά φορά ξεχνιέμαι μες στο σώμα σου / Ναυαγώ εκ του αφανούς και δοξάζομαι”: παραθέτω από το ποίημα “Δοτική” της πρώτης συλλογής του Θανάση Χατζόπουλου, με τίτλο Ιδίοις σώμασι, των εκδόσεων του Πλέθρου. Κι όλα αυτά σε οργανική σχέση με την κυριολεξία των αυθεντικών δηλώσεων της άκρως υποψιασμένης ύπαρξης, όπως κατατίθενται στη σημερινή εμπεριστατωμένη επανεμφάνισή του. Ξεχωρίζω: “Καρφώθηκα μέσα στο σώμα σου / Για να ‘ μαι ορατός μες στη σκιά σου”, «Βαθιές ανάσες χρόνου/ Απ’ το βυθό στην επιφάνεια/ Εσχάτων μνήμη/ Εγγεγραμμένη στο σώμα», “Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου/ Ανάγκη να αποπλεύσεις από τη μορφή μου”, και “Όπως δυο κρύσταλλοι που πάλλονται/ Κάτω από του χεριού το χάδι [ …] Έτσι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου/ Παραδίνεται”. Η ηχώ διαρκεί. Η διακειμενική συνομιλία με έργα άλλων δημιουργών διατηρείται, το τονίζω αυτό, ανέπαφη. Πλείστα παραδείγματα. Διαβάζω φέρ’ ειπείν ανάμεσα στους στίχους, για τις ανάγκες της εποπτικής στιγμής, και τα εξής: “η γυναίκα, αγαπημένη, κάτι που είχαμε κι αυτή / Κάτι που δεν έλειψε από τον κόσμο ποτέ”. Εννοώ εδώ το ποίημα “8. 20 μ. μ.” από τη συλλογή του Νίκου Φωκά με τίτλο Προβολή πάνω στο γαλάζιο, που κυκλοφόρησε το 1972 από τις εκδόσεις του Ερμεία.

Εφαρμόζοντας στην πράξη τις ρυθμίσεις της γνωστής σαιξπηρικής αρχής, όπως εκφέρεται στο Πολύ κακό για το τίποτα, δηλαδή: “Μίλα σιγά όταν μιλάς γι’ αγάπη”, ο Θανάσης Χατζόπουλος αποτυπώνει με ενάργεια, αυτοσυγκράτηση και σαφήνεια τις απαραίτητες βιωματικές συνθήκες. Χωρίς να περισπάται σε αλλότρια, χωρίς να αναλίσκεται σε αυτιστικές εκρήξεις ή εξομολογήσεις άνευ ουσίας, ο λόγος επικεντρώνεται στην κατάφαση του ζωικού στοιχείου, αλλά πάντα “μέσα στου μυστικού τον οίστρο”. Έμπειρος, βαθύς μελετητής των ανθρώπινων μονάδων στην “κοιλάδα των παθών”, ο ποιητής κωδικοποιεί “μέσα στο πανσέληνο σκοτάδι” τρόπους διαφυγής από την παγίδα ενός χαυνωτικού, αντιπαραγωγικού εγώ. Η έξοδος αυτή πραγματοποιείται με υποδειγματική επάρκεια των συναφών αισθητικών πόρων.

Αν πράγματι “ο σκοπός του ποιητή είναι να μελετήσει και να κατανοήσει τον πλασματικό κόσμο”, όπως κατέδειξε με το παράδειγμά του ο Ουάλας Στήβενς, τότε η δημιουργική γραφή θα διεγείρεται πάντα από τις σχέσεις αιτίων κι αιτιατών που διέπουν τη λειτουργία της γέφυρας, η οποία συνδέει τα οιονεί ή περίπου προφανή με τα ουσιωδώς αληθέστερα, όπως κατά κανόνα στοιχίζονται “στο πιο κρυφό σημείο που δεν γνωρίζεις / Το σώμα σου” (βλ. σελ. 22 της εν λόγω συλλογής). Κοντολογίς, το εγχείρημα αυτό του Θανάση Χατζόπουλου εντάσσεται δικαιωματικά στο κύκλο των αυθεντικών μαρτυριών υπερ-ζωής.

.

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

Η Καθημερινή/ Τέχνες και Γράμματα 15/1/2017

Ο έρωτας ως συνύπαρξη

Κυριακή απόγευμα ξυπνάς αργά/ Από ύπνο πιο βαθύ από λήθαργο. Το χέρι σου μες στην αριστερά μου/ Μουδιασμένο.// Από μακριά ήχοι της πόλης/ Κατακαθίζει το σκοτάδι χαμηλά/ Τον τόνο δίνοντας/ Κι εμείς αργά μαζί του λάμνουμε // Μας περιμένει η κοινή ζωή/ Ζωή δική μας με τους άλλους/ Ζωή στη γη νυχθημερόν/ Που προελαύνει και περιστρέφεται μαζί της/ Μετέωρη μέσα στα χάη».

Είναι το τελευταίο ποίημα της συλλογής του Θανάση Χατζόπουλου: δυο σώματα αγκαλιασμένα στην οικειότητα του κοινού κρεβατιού, μέσα στην εύθραυστη σιωπή που απορρέει από την αλχημεία των ταυτίσεων, εκείθεν της ηδονής, πέραν της επιθυμίας. Ο χώρος διαστέλλεται, γίνεται άπειρος: «Μέσα στο χάδι σου από μικρός/ ο χρόνος μεγαλώνει/ σαν παιδί/ κι ο ορίζοντας πλαταίνει», διαβάζουμε. Και ο διεσταλμένος χρόνος, χάρη στη φαντασιακή ένωση με το αγαπώμενο πρόσωπο, εξισώνεται με τον άπειρο χώρο ενός υπερανθρώπινου ψυχισμού, πυκνώνει από την επίκληση ενός ιδανικού οράματος, όπου και θα συντελεστεί το «εμείς», η κατορθωμένη αγάπη, ο πραγματωμένος δεσμός, και η στιγμή, η ερωτική στιγμή, θα γίνει αιωνιότητα.

Εχει προηγηθεί, βεβαίως, η ένταση της ερωτικής συνάντησης, κράμα ηδονής και επαγγελίας, η εγκατάλειψη σ’ έναν περίκλειστο, ιδιωτικό κόσμο, όπου κυριαρχεί η σωματική, η αισθησιακή απόλαυση. Είναι ένας κόσμος που πάλλεται από την επιθυμία του ερωτευμένου να διασχίσει τα όρια του εαυτού, να πάψει να είναι αδιαίρετος, να χαθεί μέσα στον άλλο, για τον άλλο. Ενας κόσμος που μοιάζει με κήπο πλάι σε νερό: φωτοσκιάσεις, κυματισμοί, κάψα και δροσιά, ιριδισμοί και αποχρώσεις, αλλά και μέτρα, ρυθμοί και παύσεις – μια συναισθησιακή κατάσταση που μας θυμίζει εκείνο τον στίχο του Μποντλέρ: «Ω μυστική μεταμόρφωση/ όλων μου των αισθήσεων που έσμιξαν σε μία». Ενας κόσμος όπου τους εραστές τους ενώνει ό,τι και τα παιδιά: το παιχνίδι και το μυστικό.

Ο έρωτας στον Θανάση Χατζόπουλο είναι έξαρση, παραφορά, εκμηδένιση μέσα στον άλλον και διά του άλλου, αλλά δεν είναι ποτέ κατάσταση κρίσης ή κατάρρευσης. Ο πόνος δεν απουσιάζει, κάθε άλλο, αφού μέσα στη θαυματουργή περιπέτεια που είναι ο έρωτας καραδοκεί η φθορά, το τέλος. Ομως η περιπέτεια αυτή μπορεί να γίνει πηγή ανανέωσης, να αναπλάσει, να ανασυστήσει, να αναγεννήσει ένα σώμα, έναν ψυχισμό, μια ζωή. «Κι εκεί όπου πριν δεν στάθηκε άλλος κανείς/ να συντροφέψει της θλίψης μου/ τις κακουχίες, τα μέχρι τώρα απαθή/ βαφτίζεις πλάι στις όχθες της ζωής/ λυμένα σε ονόματα/ και τα αφήνεις ν’ αποπλέουν/ πλεούμενα της ίασης/ ιάματα της ζωής της βιαστικής/ της μασκοφόρου».

Στις παλαιότερες ποιητικές συλλογές του Θανάση Χατζόπουλου είχαμε παρακολουθήσει την κατάργηση του πρώτου προσώπου, που λειτουργούσε σαν ένα νεύμα προς τον αναγνώστη, ένα κέντρισμα για να αφυπνιστεί και να συμμετάσχει στην καθολικότητα του υπαρξιακού δράματος. Ηδη από το «Πρόσωπο με τη γη», όμως, και παρά την απουσία και σ’ αυτήν τη συλλογή του πρώτου προσώπου, το ποιητικό υποκείμενο είναι πιο αισθητά παρόν – και τώρα, στο «Φιλί της ζωής» γίνεται εμφατικά παρόν. Μέσα στη διαπεραστική ευθραυστότητα και τη γαλήνια δύναμη που αναδύεται από τον χείμαρρο του έρωτα, το Εγώ δεν γίνεται ποτέ υπερβολικό, ούτε σε υπεροψία ούτε σε ταπεινότητα. Υπάρχει ισορροπία ανάμεσα στα σθένη του ζεύγους – το εγώ και το εσύ συμβαδίζουν. Και κυρίως δεν είναι ποτέ μοναχικό, να πασχίζει για ένα κοινό μέτρο με τον άλλον και να μη το βρίσκει, να διαπιστώνει ότι το σημείο της συνάντησής τους είναι επ’ άπειρον μετατοπιζόμενο. Εδώ ο έρωτας δεν είναι μοναχικός, γιατί δεν είναι ανεπικοινώνητος. Το θαύμα γεννιέται από την αδιάκοπη εξερεύνηση της άγνωστης επικράτειας που είναι το άλλο πρόσωπο, της έκπληξης που συνέχεια επιφυλάσσει στον ερωτευμένο – και οι μεταρσιωτικές στιγμές των συνευρέσεων είναι τόσο μεστές, που βρίσκουν την οδό προς τον λόγο. Η ποιητική αποτύπωση αυτού του θαύματος γίνεται με τη συγκίνηση του σωματικού συνεπαρμού, αλλά και με τη συνδρομή της σκέψης, μιας σκέψης που είναι πάντα σε εγρήγορση, διαυγής στην ορμή της, πυκνή στην βαθύτητά της, και συνάμα ελεύθερη, εύπλαστη, μουσική, που ρέει ανεμπόδιστα σαν τραγούδι.

.

ΠΩΛΙΝΑ ΓΟΥΡΔΕΑ

Fractal Δεκέμβριος 2016

Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου

Κρατώντας στα χέρια μου τη νέα ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου Φιλί της ζωής από τις εκδόσεις Κίχλη αναρωτιέμαι επίμονα τι είναι αυτό που καθιστά την ποίηση ερωτική. Ο τίτλος μας μιλάει για το φιλί, την πρώτη έκφραση αγάπης, το άγγιγμα των χειλιών σε μία επιφάνεια και τη ζωή που τα όντα μέσω της πνοής εμφυσούν το ένα μέσα στο άλλο. Όπως λέει και ο Χατζόπουλος σ’ ένα ποίημα του Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου/ Ανάγκη να αποπλεύσεις από τη μορφή μου// Ανάγκη πάλι να ξεχάσεις το χέρι σου/ Μες στο δικό μου/ Όπως το βήμα μες στο χνάρι του (σελ. 30)

Μιλώντας λοιπόν για την ανάγκη και χρησιμοποιώντας λέξεις φορτισμένες με συναίσθημα κατορθώνει ο ποιητής κάτι μοναδικό. Την απόδραση από τη συγκίνηση που μπορεί να προσφέρει το βίωμα, το ελευθέρωμα από την μνήμη και την αιώρηση της στιγμής. Έτσι οι στίχοι του εμπεριέχουν κάτι υπερβατικό, την προσπάθεια έκφρασης του ανείπωτου ή αυτής της εμπειρίας που μέχρι πρότινος έμοιαζε ανείπωτη. Θα ήταν λίγο να μιλήσουμε για ευρηματικότητα μιας και που η ποίηση μέσω των λέξεων δημιουργεί ένα πλέγμα αισθητικών εννοιών. Και ναι, οι στίχοι του είναι καλαίσθητοι, αλλά δεν είναι μόνο αυτό. Ο Χατζόπουλος στη συλλογή αυτή κάνει μια αναζήτηση καθοδηγημένη πλήρως από το αναζητούμενο που είναι το φαινόμενο του έρωτα. Αναφέρεται στην εμπειρία ζητώντας να πει αν κάτι είναι και πως είναι.

Καρφώθηκα μέσα στο σώμα μου/ Και να ‘σαι σάρκα και οστά στην αγκαλιά μου// Καρφώθηκα μέσα στο σώμα σου/ Για να ‘μαι ορατός μες στη σκιά σου (σελ. 23)

Ο έρωτας και η ερωτική πράξη είναι πανταχού παρόντα σε κάθε ποίημα αυτής της συλλογής, χωρίς αυτό όμως να γίνεται περιγραφικά. Γίνεται ουσιαστικά, αφού ο έρωτας αποτελεί το βασικό ένστικτο της ζωής και η στάση που κρατάμε απέναντι στον έρωτα μας καθορίζει. Καθορίζει τις λέξεις μας, τις σκέψεις μας, τις κινήσεις μας ακόμα και τις σκιές μας. Το ζητούμενο όλης αυτής της ποιητικής αναζήτησης είναι η συναισθησία, η από κοινού λειτουργία όλων των αισθήσεων κατά την ερωτική πράξη μιας και που το σώμα εκεί μετέχει ως όλον, με όλες του τις αισθήσεις.

Ίχνος μεταπλασμένο στις εκφράσεις/ Ενός προσώπου που έζησε/ Ενός προσώπου που ζει/ Μέσα σου// Εσύ/ Ένας παλμός στην επιφάνεια του νερού, ρυτίδα/ Η πτύχωση του αέρα (σελ. 31)

Δεν μπορεί να υπάρξει ερωτικός λόγος χωρίς την ουσιαστική απεύθυνση σ’ ένα Εσύ. Μια ανταλλαγή κορμιών και ψυχών στο αέναο γύρισμα του χρόνου. Η αποτύπωση στο λόγο συνήθως ξεβάφει την ένταση του βιώματος, Στη συλλογή όμως αυτή ο χρόνος κατοικεί στις λέξεις. Ο χρόνος ενός έρωτα και μιας αιώνιας στιγμής. Και όπως μετά από κάθε συνουσία ο χρόνος διαστέλλεται, έτσι και στο χαρτί οι λέξεις μένουν και αμβλύνουν το συναίσθημα. Τα είκοσι εννέα ποιήματα της συλλογής υπό τον τίτλο Φιλί της ζωής μιλούν για την ποιητική διάσταση του έρωτα χωρίς να χάνουν σε τίποτα από τη δύναμη και την ορμή μιας ψυχής που τρέμει στη θέα ενός Εσύ. Αυτό είναι ερωτική ποίηση.

Πίσω απ’ τη μάσκα των χρωμάτων/ Του ρόδινού σου αινίγματος/ Του κόκκινου στα χείλη, του μωβ της αγκαλιάς/ Πίσω από των ματιών σου τις σκιές, οι ρυτίδες/ Κι οι ανεπαίσθητες σιωπές ιστοριών/ Που έζησαν άλλοτε στο πρόσωπό σου (σελ. 31)

.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

bookpress.gr 7/11/2016

Το άλλο πρόσωπο της απουσίας

Το διφυές σχήμα αγάπη-έρως μέσα στον υπο-/κειμενικό κόσμο, με ισοτοπίες ταύτισης και με συμπληρωματικές, παραπληρωματικές, παράπλευρες περιοχές, αποδίδει μια μείζονα ενιαία οντότητα που προσδιορίζει την ανθρώπινη ύπαρξη.

Η δυναμική του σχήματος με αυτόν τον χαρακτήρα κινητοποιείται από την ενέργεια που αντιπροσωπεύει η ψυχή, ενώ το σώμα λειτουργεί ως όχημα διατύπωσης και διεκπεραίωσης του περιεχομένου του σχήματος με πεδίο έκφρασης τη συμπεριφορά του εσωτερικού ανθρώπου πρωτίστως σε απόλυτη έννοια αλλά και στον βαθμό που επιτρέπει ή υπαγορεύει το κοινωνικό προσωπείο του.

Στην τελευταία προσώρας ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Φιλί της ζωής ο Θανάσης Χατζόπουλος, με ιδιαιτέρως ευρηματικό τρόπο και με υψηλή αισθητική, αποτυπώνει σημαντικά δεδομένα αυτού του περιεχομένου, όπως: Η λάμψη της διαπροσωπικής επικοινωνίας (το Εγώ και το Εσύ) μέσα στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος ως μια κοινή ζωή μέσα στο σύμπαν. Η απουσία ως υποκατάστατο της σωματικής παρουσίας στο πλαίσιο της υποκειμενικής πραγματικότητας, η οποία αποδεικνύεται περισσότερο πραγματική από την κατ’ επίφαση αντικειμενική. Η απόσταση ως το άλλο πρόσωπο της απουσίας και η κάλυψη του κενού με την εμπλοκή των ονείρων και των ελπίδων μέχρι την επόμενη συνάντηση. Η προσωπική θυσία ως στοιχείο ύπαρξης. Η προσδοκία που βασίζεται στο υλικό του παρελθόντος και το περιεχόμενο της μνήμης που καθοδηγεί προς το μέλλον.

Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τη μνήμη: Ένα ιδιαίτερο τμήμα του περιεχομένου της αντιπροσωπεύει η μνήμη του σώματος, έστω και αν ορισμένα δεδομένα αυτής ενίοτε διολισθαίνουν προς τις σκοτεινές περιοχές της λήθης, καθώς συμπαρασύρονται στη ροή του χρόνου, αφήνοντας πάντως έναν παραμυθητικό απόηχο. Γενικότερα η μνήμη υπερβαίνει την ιδιότητα μιας βαθειάς δεξαμενής, όπου έχουν αποθησαυρισθεί πολύτιμα τιμαλφή, και προβάλλεται ως ένα πολυδιάστατο πεδίο από ζώσες καταστάσεις.

Με αυτές τις προϋποθέσεις, η οργάνωση της εν προκειμένω ποιητικής συλλογής αντιστοιχεί στη δομή μιας πινακοθήκης με ιδιαίτερη αισθητική και με σύνθεση που αποδίδει την παραστατική σύμφωνα με τις επιλογές του Χατζόπουλου διαχείριση εννοιών, όπως: σκέψη, λογισμός, πόνος, πάθος, θλίψη, ήχος, φως, σκοτάδι, σιωπή, μοναξιά, μέλημα, προσμονή, λύτρωση, φύση, χρόνος, το υλικό και το άυλο, το ορατό και το αόρατο, με προβολή στη συμπεριφορά του ανθρωπίνου σώματος κάτω από την κυρίαρχη εστίαση στο διφυές σχήμα αγάπη-έρως.

Στην ενιαία σειρά των είκοσι εννέα, περισσότερο ή λιγότερο εκτενών χωρίς ιδιαίτερους τίτλους κειμένων της ποιητικής συλλογής αποτυπώνεται λόγος βιωματικός, πλήρης συναισθήματος και συνδηλώσεων, πρωτίστως παραστατικός, ενίοτε αφοριστικός και απροσδόκητος, που συνδυάζει τον ρυθμό των ελεύθερων στίχων σε ποικιλόμορφες συνθέσεις με τα παράλληλα βήματα της αφήγησης, όπου παρεμβαίνουν τόσο ποικίλες παρηχήσεις όσο και παραδοσιακά μέτρα (π.χ.: «Σε μιας φωτιάς τη θάλασσα/ Σε μιας φωτιάς τις φλόγες», όπου και ευρηματική μεταφορά).

Ακριβώς, για άλλη μια φορά, στα ποιήματα του Χατζόπουλου εντοπίζεται η συχνά αποκλίνουσα από την κοινή αντίληψη και επομένως ευρηματική αξιοποίηση της μεταφοράς ως κυρίαρχο στοιχείο ύφους, όπως: «Ήχους/ Γυμνούς/ Ρυθμούς/ Ερυθρούς», «Όπως όταν χτυπάς την σήμερον/ Και αύριο ο αγκώνας σου τον πόνο μαρτυράει/ … έτσι η αγάπη/ Νιώθεις τον ήχο της όταν κρυώσει λίγο/ Και απομακρυνθεί», «Διασχίζεις τη σκέψη μου», «στις όχθες της ζωής», «Μες στο πανσέληνο σκοτάδι», «Στις αμμουδιές που πήρανε τα βλέμματα/ Και τά ’ριξαν σαν πετονιές στην άκρη/ Του ορίζοντα», «Και της καρδιάς μας το λαχάνιασμα/ Τρέχοντας σαν εξαφτέρουγο παιδί», «Όπως δυό κρύσταλλοι που πάλλονται/ Κάτω από του χεριού το χάδι/ …/ Έτσι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου/ Παραδίνεται», «Χάσμα και ύλη στα ρείθρα της κραυγής σου», «Βαθιές ανάσες χρόνου/ Απ’ το βυθό στην επιφάνεια/ Εσχάτων μνήμη/ Εγγεγραμμένη στο σώμα», «Ανάγκη να αναπνεύσω την όψη σου/ Ανάγκη να αποπλεύσεις από τη μορφή μου», «Αχνίζουν και τα σώματα στο κρύο», «Από μακριά ήχοι της πόλης/ Κατακαθίζει το σκοτάδι χαμηλά».

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται η παραστατική αποτύπωση της ροής του χρόνου στο ανθρώπινο σώμα, στη φύση, κυρίως στον εσωτερικό άνθρωπο με δείκτες όπως: ασφυξία, ένταση, άδειασμα.

Άμεση συνάρτηση προς τη μεταφορά διατηρεί η αφοριστική διατύπωση, π.χ.: «Δεν είναι τάμα η αγάπη/ Κι η αφοσίωση δεν είναι του πιστού/ Μα του άθεου», «Εσύ/ Ένας παλμός στην επιφάνεια του νερού, ρυτίδα/ Ή πτύχωση του αέρα», «Στο πεπρωμένο του σώματος/ Η κάθε μέρα σβήνει/ Μέσα από διαδοχικές αναλαμπές».

Σε ομόλογο υφολογικό κλίμα εντάσσεται και η οργάνωση των γραμματικών εικόνων, με προσδιοριστική έως και δεσμευτική συμμετοχή στοιχείων της φύσης, όπως: θάλασσα, βράχοι, αμμουδιά, βότσαλα, φουσκοθαλασσιά, αντάρα, μπουρίνια, καταιγίδα, νύχτα, ήλιος και λαμπερή λιακάδα, νερό, καταχείμωνο, κήπος. Εδώ εντοπίζεται αφενός το ελάχιστο φως του φεγγαριού (το ευρηματικό «μηνίσκιος της σελήνης» σε μια συνδηλωτική όσο και παραστατική χρήση, που πάντως παραπέμπει στο λιγοστό φως ενός μικρότερου από το τέταρτο κομματιού της σελήνης), και αφετέρου η ελάχιστη φευγαλέα παρουσία που προσφέρει ένα ζαρκάδι ή ένα θαλασσοπούλι.

Για την ανάγνωση των γραμματικών εικόνων θα πρέπει να συνυπολογισθεί και η σημειολογία των χρωμάτων, π.χ.: «Πίσω απ’ τη μάσκα των χρωμάτων/ Του ρόδινού σου αινίγματος/ Του κόκκινου στα χείλη, του μωβ της αγκαλιάς/ Πίσω από των ματιών σου τις σκιές, οι ρυτίδες/ Κι οι ανεπαίσθητες σιωπές ιστοριών/ Που έζησαν άλλοτε στο πρόσωπό σου/ Ακούγεται ακόμα ένας απόηχος».

Ο Χατζόπουλος έχει ενισχύσει τον κειμενικό κόσμο του νέου βιβλίου του και με ορισμένα τεκμήρια μεταγλώσσας, στη διάσταση της αυτοαναφορικότητας της λογοτεχνικής γραφής, σε συνδυασμό με την αξιοποίηση γλωσσικών στοιχείων και φαινομένων ως δομικού υλικού για τη σύνθεση ποιημάτων και όχι απλώς ως οχημάτων διατύπωσης και διεκπεραίωσης νοημάτων, π.χ.: «Κι όπως τα πράγματα της κάθε μέρας/ …/ Περνούν μέσ’ απ’ τις λέξεις εν χορδαίς/ Στο ποίημα», «Στη μέση το αλφάβητο/ Τα αχ, τα μη, τα δεν, τα έλα/ …/ Δύο γράμματα το ορίσανε/ Δύο γράμματα το κλείσανε/ Βαθιά μες στη γραφή του», «Ανάμνηση του μέλλοντος/ Και προσδοκία του παρελθόντος/ Ίσα για τη μαντεία της στιγμής/ Που χάνεται στα λόγια της/ …/ Κι η γλώσσα που διατρέχει/ Τα ρυάκια σου μιλάει άπταιστα/ Τα σωματικά σου/ Ρήματα, ουσιαστικά και άρθρα/ Στερημένα από πρόθεση/ …/ Τα μεταφράζει σε αναλφάβητους/ Και μες στις συλλαβές της κρύβει/ Τον ίδιο αέρα μιας ανάσας/ Τον ίδιο τον παλμό μιας προσμονής/ …/ Στους τόνους της καρδιάς σου/ Μελετάει και μέτρα και ρυθμούς και παύσεις». Και εδώ η εμπλοκή της μεταφοράς είναι σαφής.

Η λογοτεχνική γραφή του Θανάση Χατζόπουλου, κατά την εξέλιξή της, έχει συχνά προσφέρει στους αποδέκτες της ενδιαφέρουσες επισκέψεις σε σημασιολογικά και αισθητικά τοπία, όπως εντοπίζονται σε προγενέστερες ποιητικές συλλογές του, π.χ.: Ιδίοις σώμασι (1986), Η Κοίμηση (1988), Ο εξ αίματος νεκρός (1994), Στον ήλιο μοίρα (1996), Κελί (2000), Μιγαδικά και αμφιθαλή (2003), Μετόπη (2007) ή Πρόσωπο με τη γη (2012).

Στη νέα ποιητική συλλογή του Θανάση Χατζόπουλου η πρόσληψη των σημαινομένων στο πλαίσιο της δημιουργικής ανάγνωσης εξασφαλίζει μια όλως ιδιαιτέρως προσωπική διαδρομή μέσα από τοπία της κυριολεκτικής επιφάνειας και της βαθειάς συνδηλωτικής διαστρωμάτωσης των κειμένων, σύμφωνα με όσα επιτάσσει η βιωματική φόρτιση καθενός αναγνώστη. Άλλωστε, «καλό βιβλίο είναι αυτό που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι έχει γραφεί μόνο για σένα», για να παραπέμψω και στον Andrew Crumey (από το βιβλίο με τον τίτλο-όνομα του κεντρικού χαρακτήρα Πφιτς, στην πνευματώδη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδ. Πόλις 2003).

 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Καθημερινή / Τέχνες και Γράμματα 9/10/2016

«Μπορεί να τελειώσει η ζωή πριν από τον θάνατο»

Δύο είναι οι πλέον αρμόδιοι –πέραν των ερωτευμένων– να μιλήσουν για τον έρωτα. Οι ποιητές και οι ψυχαναλυτές. Οι πρώτοι γιατί ταξιδεύουν πιο μπροστά από τον κόσμο και οι δεύτεροι γιατί αναζητούν να ξεκλειδώσουν τα μυστικά της ύπαρξης. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ένας ψυχαναλυτής τυγχάνει να είναι και ποιητής και να κυκλοφορεί μια ποιητική συλλογή εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στον έρωτα;

Με αφορμή την κυκλοφορία της ποιητικής του συλλογής «Φιλί της ζωής», που κυκλοφορεί αύριο, 10 Οκτωβρίου, από τις εκδόσεις Κίχλη, η «Κ» βρίσκει την ευκαιρία να συζητήσει με τον ποιητή και ψυχαναλυτή Θανάση Χατζόπουλο για την ποιητική διάσταση του έρωτα αλλά και για την παθολογία του.

– Με ποια αφορμή γράψατε τα συγκεκριμένα ποιήματα; Δεν έχουν ειπωθεί όλα για τον έρωτα;

– Η αφορμή αλλά και η αιτία βρίσκονται δηλωμένες στην αφιέρωση του βιβλίου. Συνηθίζω να αφήνω αρκετό έως πολύ χρόνο ανάμεσα στη γραφή και στη δημοσίευση. Χρειάζομαι αυτό τον χρόνο ως ένας αναγνώστης του κειμένου, αλλά και για να εξοικειωθώ ο ίδιος με την ιδέα της δημοσίευσης. Για το εν λόγω βιβλίο, λόγω ακριβώς του θέματός του ο χρόνος αυτός μάκρυνε επικίνδυνα. Δεν πιστεύω καθόλου πως έχουν όλα ειπωθεί για τον έρωτα ούτε και ότι θα ειπωθούν. Υπάρχει στην ανθρώπινη συνθήκη κάτι ανεξάντλητο, που σε συνδυασμό με τις αλλαγές των εποχών, ιστορικές αλλά και ανθρωπολογικές, δεν μας επιτρέπουν καν να φανταστούμε ότι ζητήματα σαν τον έρωτα που βρίσκονται στον πυρήνα αυτής της συνθήκης μπορεί κάποτε να εξαντληθούν. Το πιο απλό παράδειγμα είναι ότι, ενώ η δική μου γενιά αναζητούσε ακόμη ερεθίσματα και πληροφορίες στον τομέα αυτό, οι σημερινοί έφηβοι και νέοι χρειάζεται να δουν πώς θα προφυλαχθούν από την πληθώρα ερεθισμάτων και την υπερέκθεση για να κρατήσουν κάτι από το ιδιωτικό και προσωπικό στον έρωτα.

– Πώς μπορούν να συνταιριάξουν η ψυχαναλυτική σκέψη, η κλινική εργασία με τη δημιουργία; Τι τις ενώνει, τι τις χωρίζει;

– Αλίμονο αν δεν μπορούσαν να ταιριάξουν. Η ίδια η κλινική εργασία είναι μια δημιουργία, με την έννοια ότι ο αναλυόμενος με συνοδό και καταλύτη τον ψυχαναλυτή αναδημιουργεί τον ίδιο του τον εαυτό όταν τα πράγματα ξετυλιχθούν καλά. Πρόκειται για μια διαδικασία ανεύρεσης και δημιουργίας. Τα δεδομένα βρίσκονται κάπου εκεί, άλλα πιο φανερά, άλλα πολύ καλά κρυμμένα, και από αυτά διαμορφώνεται ο ίδιος ο αναλυόμενος ψυχικά, δηλαδή ψυχοσωματικά. Στη γραφή το κείμενο μπορεί να έχει την τύχη που μπορεί να δώσει στα λεγόμενά του ένας αναλυόμενος, παρά που το πλαίσιο και οι κανόνες είναι εντελώς διαφορετικά. Η διαδικασία της γραφής είναι πολύ πιο μοναχική, παρά που κι εκεί υπάρχουν ευμενείς απόντες, άλλοι που την ευοδώνουν. Από την άλλη, όταν μια ψυχανάλυση πάει καλά, ελευθερώνει τις δημιουργικές δυνάμεις του υποκειμένου σε πολλά επίπεδα, όχι μόνον αυτά της διαμόρφωσής του ως υποκειμένου, αλλάζοντας κατά πολύ τον τρόπο συμμετοχής του στην κοινωνία.

– Ένας ψυχαναλυτής που έχει αναλυθεί δεν έχει βρει απαντήσεις για τα ζητήματα της ζωής του;

– Ασφαλώς και η ανάλυση, με την έννοια της διαμόρφωσης εαυτού, δίνει κάποιες απαντήσεις. Η ανάλυση δεν αποτελεί κοσμοθεωρία. Η ψυχανάλυση δεν λέει σε κανέναν πώς να ζήσει. Βοηθάει βεβαίως να βρει ο αναλυόμενος με ποιον τρόπο θέλει ο ίδιος να ζήσει, με τα πλην και τα συν. Ομως η ζωή δεν μπορεί να μπει σε καλούπια, είναι τόσο πολύπλοκη, τόσο θαυμαστή, όσο μπορεί να φαίνεται στα μάτια ενός παιδιού. Μην κοιτάτε που εμείς ως ενήλικοι, πιο έλλογοι αλλά και λιγότερο πλούσιοι ψυχικά, σύμφωνα με τον Γουίνικοτ, ξεχνάμε αυτόν τον πλούτο και την πολυπλοκότητα, γιατί αυτό μας επιτρέπει να ζούμε με τις συμβάσεις μας, δηλαδή με τις αποδοχές μας. Και τότε, όμως, εκεί που νομίζουμε πως έχουμε βρει μια απάντηση, ξεπηδάει ένα ερώτημα. Είναι η ίδια η φύση της ζωής τέτοια, τόσα τα αναπάντητα, που είναι ύβρις να φαντάζεται κανείς πως έχει λύσει τα ζητήματα της ζωής του, ακόμη κι όταν έχει προχωρήσει αρκετά στην κατεύθυνση των λύσεων, που όμως κρύβουν πίσω τους νέες διαδρομές. Αυτό είναι ένα στοίχημα που δεν το κερδίζει κανείς ποτέ και η ζωή με τα ζητήματά της μας προσπερνάει.

– Ο έρωτας δεν είναι για την ψυχανάλυση μια μορφή παθολογίας;

– Ο έρωτας έχει παθολογίες, πάθη εν ολίγοις, αλλά ο ίδιος δεν είναι παθολογία, ούτε μορφή παθολογίας. Αλίμονό μας αν ήταν έτσι. Η ζωή δεν θα ήταν ανεκτή. Βεβαίως δεν περιορίζω τον έρωτα μόνον στην ερωτική σχέση, ούτε και μόνο στη σχέση με τον άλλον. Αλλά και εκεί να μείνουμε, δεν υπάρχει άλλη κινητήρια δύναμη στον άνθρωπο από τον έρωτα. Αυτός συνδέει, εμπλουτίζει, δίνει δύναμη. Ο έρωτας είναι αγάπη και επιθυμία. Δεν υπάρχουν άλλα θεμέλια για την ανθρώπινη ψυχή από αυτά τα δύο. Βεβαίως και οι δύο αυτές ανθρώπινες εκφράσεις μπορούν να παραμορφωθούν γιατί έχουν εξίσου απέναντί τους το μίσος, τον θάνατο, την αδράνεια και την καταστροφή. Η ίδια η ψυχανάλυση στηρίζεται σε αυτό. Χωρίς αυτό που ονομάζουμε θετική μεταβίβαση, που εμπεριέχει μια μετουσιωμένη μορφή αγάπης για τον άλλον, δεν μπορούμε να εργαστούμε. Καμιά ανάλυση δεν μπορεί να έχει καλή έκβαση χωρίς αυτή τη θετική μεταβίβαση του αναλυτή.

― Από πού πηγάζουν η ορμή και το πάθος;

― Μα από το σώμα και από το πώς έχει εμφυσηθεί σε αυτό το σώμα ζωή πέρα από αυτή που του δόθηκε με τη γέννησή του. Η εικόνα της Γραφής για το πώς εμφύσησε πνοή ζωής στο πλασμένο από πηλό σώμα του πρώτου ανθρώπου ο Δημιουργός του είναι μια συμβολική εικόνα του τι συμβαίνει για να πάρει πνοή ψυχής αυτό το σώμα στα πρώτα χρόνια της ζωής, μέσω των πρώτων σχέσεων με τους γονείς. Αλλωστε, η ελληνική γλώσσα έχει τη λέξη «ανάστησε» για να μιλήσει για το μεγάλωμα ενός παιδιού. Τι ωραία μεταφορά, σαν το νεογέννητο μες στη θνητότητα και την ευθραυστότητά του να ήταν ήδη ένα είδος νεκρού!

– Τελειώνει ο έρωτας, κ. Χατζόπουλε; Και μπορεί ένας άνθρωπος να είναι ερωτευμένος ες αεί με ένα πρόσωπο;

– Μπορεί να τελειώσει ο έρωτας; Μπορεί με άλλα λόγια να τελειώσει η ζωή πριν από τον θάνατο; Μπορεί. Αλλά δεν θα είναι κανείς ζωντανός. Ο έρωτας είναι η ζωντάνια της ζωής, κι ας είναι μια ταυτολογία αυτό, και μπορεί να κρατήσει όσο κρατάει αυτή η ζωντάνια, ο έρωτας είναι δείκτης της ζωντάνιας της ζωής μας. Οσο για το ες αεί με το ίδιο πρόσωπο, εξαρτάται από τις επενδύσεις και τη σχέση, από τη ζωντάνια της σχέσης, από το άγνωστο μέσα στο γνωστό που μπορεί να κουβαλήσει μια σχέση έπειτα από χρόνια. Οι σχέσεις συχνά διαλύονται όταν ο άλλος έχει γίνει πολύ ο εαυτός μας και υπό αυτή την έννοια δεν κινεί την επιθυμία να τον γνωρίσουμε περισσότερο. Νομίζουμε πως τον ξέρουμε. Αυτό, όμως, δηλώνει και μια φαντασίωση ότι γνωρίζει κανείς τον εαυτό του. Αλλά τόσο ο εαυτός όσο και ο άλλος μπορεί να εμφανίσουν αίφνης όψεις εντελώς άγνωστες. Οταν αυτές αναδυθούν αιφνίδια, απροειδοποίητα, μπορεί να υπάρξει ένας χωρισμός… ή ένας νέος έρωτας. Μια άλλη όψη του χωρισμού βέβαια είναι όταν ο άλλος έχει γίνει πολύ ξένος, αλλότριος.

 

.

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.