ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα.
Συμμετείχε στην συλλογή διηγημάτων: «Ένας κήπος, ένα γεύμα και ένας έρωτας.» (εκδ.Ελκυστής 2019) , στην συλλογή ποιημάτων και πεζών: «Φλέβες γραφής» (εκδ. Ρώμη 2019) και στην συλλογή διηγημάτων: «Επιστολές από μια άλλη Ήπειρο.»(εκδ.Ρώμη 2022). Έργα της έχουν επίσης δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά: Χάρτης, Φρέαρ, Περί ου, Παρέμβαση, Θευθ, Εμβόλιμον, Εxitirion και Fractal και Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.
Η συλλογή διηγημάτων Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ Εκδόσεις 2023) είναι το πρώτο της προσωπικό βιβλίο.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ (2023)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.
Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν…

Είκοσι πέντε μικροί, παράξενοι, γοητευτικοί, ιδιαίτεροι κόσμοι. Είκοσι πέντε μικρά σύμπαντα. Είκοσι πέντε μινιατούρες. Οι ρίζες της ελιάς που βρίσκονται σε προχωρημένη άνοια, υφάντρες ταραντούλες, ένα πλωτό σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, ένα στέλεχος πολυεθνικής φυτεμένο στο χώμα, ένα σπίτι που πονάει, μια σκιά που κωπηλατεί κάτω από τη βάρκα ενώ στο πάνω μέρος της κανείς δεν κρατάει κουπιά, μία σκούπα που διεκδικεί τα εργασιακά της δικαιώματα, μία μαύρη γάτα που σκεπάζει έναν ουρανοξύστη, η Εριφύλη με τα λευκά γιακαδάκια που σκίζεται στα δύο, ένα ελάφι που συνοδεύει ένα ανεμόπτερο πάνω από τις στέγες ενός μικρού χωριού, ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα που πάλλεται μέσα σε έναν πίνακα, μία γιγάντια ξύλινη κότα με μία μητέρα κλεισμένη στην κοιλιά της, όλα ψηφίδες ενός μαγευτικού, πολύχρωμου μωσαϊκού, μία συλλογή διηγημάτων στην οποία όλα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή και μία συγγραφέας που ταξιδεύει ανάμεσα στους απειράριθμους κόσμους της φαντασίας.

.

ΟΙ ΥΦΑΝΤΡΕΣ

Ήταν αργά το βράδυ, όταν έφθασα στην εγκαταλειμμένη βιοτεχνία των υφαντών. Υπολόγιζα ότι θα ήμουν εκεί νωρίς το απόγευμα, αλλά μια
αβαρία με το αυτοκίνητο με πήγε πολλές ώρες πίσω. Δεν υπήρχε
ξενοδοχείο στην περιοχή.
Η μεσίτρια που μου είχε δώσει τα κλειδιά μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί το βράδυ, υπήρχε μια κρεβατοκάμαρα που χρησιμοποιούσε παλιά ο
βιοτέχνης. Την επομένη θα ερχόταν εκείνη για να της τα παραδώσω και
να αποφασίσω αν με ενδιαφέρει το οίκημα.
Ήταν γεμάτη από ιστούς η κρεβατοκάμαρα. Καθάρισα μόνο τον χώρο πάνω από το κρεβάτι. Ευτυχώς μέσα σε μια ντουλάπα βρήκα κάτι καθαρά σκεπάσματα, έστρωσα και κατάκοπος έπεσα να κοιμηθώ.
Μοναδικός φωτισμός ένα παλιό πορτατίφ, η λάμπα του τρεμόσβηνε, έμοιαζε να χαροπαλεύει ανάμεσα σε δύο κόσμους, μην μπορώντας να αποφασίσει πού ανήκει. Την άφησα ανοικτή. Δεν μ’ έπιανε ο ύπνος, αλλά τελικά τα κατάφερα.
Ένα ανεπαίσθητο τρίξιμο της πόρτας ξαφνικά με ξύπνησε.
Πέντε γυναικείες φιγούρες έρποντας στα τέσσερα εύκαμπτες, απίστευτα συμμετρικές με πλησίασαν.
Κουνούσαν παράξενα τα κεφάλια τους, πότε δεξιά και πότε αριστερά, μα σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους. Φορούσαν ρόμπες εργασίας. Τα τρία τελευταία κουμπιά τους έλειπαν, με αποτέλεσμα οι λευκοί, όμορφοι μηροί τους να είναι σε πλήρη θέα.
«Ποιες είστε;», ψέλλισα μισοκοιμισμένος.
Με πλησίασαν δίχως να μιλούν. Άρχισαν να με αγγίζουν και να με φιλούν. Τα χέρια τους μαλακά. Τα χείλη τους άφηναν πάνω μου μια κολλώδη ουσία που μου μούδιαζε το σώμα και το μυαλό και δεν μ’ άφηνε να αντιδράσω. Άρχισαν να με γδύνουν. Τα κορμιά τους βελούδινα, μ’ ένα χνούδι απαλό, σαν μωρού. Ήταν μια απίστευτη βραδιά. Δεν καταλάβαινα αν είμαι ξύπνιος ή ναρκωμένος.
Όταν όμως μία από εργάτριες άρχισε να βγάζει από τον αφαλό της μεταλλικές κλωστές και να πλέκει μ’ αυτές μια θηλιά, κατάλαβα ότι εκείνη
προοριζόταν για τον λαιμό μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι έντρομος.
Ως διά μαγείας, οι εργάτριες εξαφανίστηκαν, στη θέση τους πάνω στο σεντόνι μου εμφανίστηκαν πέντε ταραντούλες. Αντί για κεφάλια φορούσαν τα πρόσωπα των εργατριών. Με χλεύαζαν βγάζοντας κοροϊδευτικά τις γλώσσες τους. Έφυγα κακήν κακώς από τη βιοτεχνία. Άφησα τα κλειδιά πάνω στην πόρτα.
Όταν άναψα τη μηχανή του αυτοκινήτου, θυμήθηκα ότι η μεσίτρια στη συνάντησή μας φορούσε ένα παράξενο αραχνοΰφαντο φόρεμα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

Είμαι ορφανή. Ονομάζομαι Μελίσα.
Η θεία Ματθίλδη με μεγάλωσε. Μένω μαζί της.
Φέτος που είμαι δεκάξι, η θεία αποφάσισε ότι έχω μεγαλώσει αρκετά και πρέπει να παντρευτώ.
Τρεις επίδοξους μνηστήρες έφερε στο σπίτι μας.
Τον Άντριου που είναι οδοντίατρος και τον κερώσαμε γλυκό κεράσι. Τον Πήτερ που είναι κρεοπώλης και του κάναμε το τραπέζι με μπούτι χοιρινό, και τον Τζόναθαν που έχει καφενείο και τον καλέσαμε για τσάι.
Η θεία σήμερα το βράδυ μου ανακοίνωσε πως αύριο πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσω ποιον από τους τρεις θα παντρευτώ.
Πήγα νωρίς για ύπνο και έκλαιγα χαμηλόφωνα, για μη με ακούσει η θεία.
Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος.
Τότε ήταν που είδα τον Άντριου να κάθεται στην καρέκλα του γραφείου μου και, καθώς έτρωγε το γλυκό κεράσι, γέμισε σάλια όλο του το πρόσωπο και κάποια στιγμή εκείνα έγιναν γλιστερά χέλια, που πήδηξαν στο κενό και γέμισαν το πάτωμα του δωματίου μου.
Πάνω στο κομοδίνο μου κάθεται ο Πήτερ, μασουλά το χοιρινό και, καθώς το ξεκολλά από την πέτσα, αισθάνομαι ότι είμαι εγώ το ψητό και τα ρούχα μου η πέτσα που την ξεσκίζει.
Δίπλα στον καθρέπτη μου ο Τζόναθαν ρουφά το τσάι του και ο ήχος τρυπά τα αυτιά μου, ζεματίζει τον εγκέφαλό μου.
Αρχίζω να ουρλιάζω βοήθεια, μα δεν βγαίνει ήχος. Τρέμω ολόκληρη, οι τρεις άντρες γίνονται βλοσυρές νυχτερίδες και πετούν από πάνω μου.
Πριν καταφέρουν να ρουφήξουν το αίμα μου, ξυπνώ. Είναι πρωί, τρέχω στο παράθυρο, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου τα χείλη μου σχηματίζουν από μόνα τους τη λέξη όχι.
Όχι επαναλαμβάνω δυνατά για να το ακούσω κι εγώ και μία άγρια χαρά με κατακλύζει.

.

ΦΛΕΒΕΣ ΓΡΑΦΗΣ (ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΚΔ. ΡΩΜΗ 2019)

.

Ο ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ ΛΥΚΟΣ

Εγώ η μικρή κοκκινοσκουφίτσα,
ο όμορφος κυνηγός εσύ,
μου υποσχέθηκες
ταξίδι στη θάλασσα.
Όταν φτάσαμε,
η βάρκα είχε χαθεί.
Θα την περάσουμε με τα πόδια,
μου είπες,
κι εγώ τυφλά
σε ακολούθησα.
Όταν τη διασχίζαμε,
εγώ έγινα ένα τεράστιο πρόβατο
κι εσύ ο κακός λύκος
που έπαιζε το βιολί του.
Μετά από πολύ καιρό,
φτάσαμε επιτέλους στη στεριά.
Εγώ είμαι πλέον μεγάλη μουσικός
κι εσύ ο πρώτος κυνηγός
που έφαγε το λύκο που είχε μέσα του.
Βιολί όμως δεν μου ξανάπαιξες ποτέ.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ

Πεταλούδα του Απρίλη
με έλεγες κι εγώ χαμογελούσα,
δεν πίστευα στα λόγια σου.
Μα μια μέρα που ήταν
Πρωταπριλιά, τα πίστεψα.
«Στα μάτια, αχ! στα μάτια σου
πανέμορφοι ιριδισμοί.
Στα χείλη, αχ! στα χείλη σου
το νέκταρ δε χορταίνω.
Εκλιπαρώ σε, σε ποθώ
μακριά μου μην πετάξεις».
Σ’ άκουσα κι έμεινα μαζί σου.
Κι ήρθαν βαριοί Χειμώνες
τσάκισαν τα φτερά
καυτά καλοκαίρια
που έλιωσαν ό, τι απέμεινε από αυτά.
Και να ‘μαι πάλι την πρώτη μέρα
ενός Απρίλη γέρου.
Τώρα σαν κάμπια σέρνομαι.
Στη θέση των όμορφων φτερών
ορθώνεται καμπούρα άσχημη,
γεμάτη γνώση.
Μα τι παράξενο.
Εσύ όταν με κοιτάς,
βλέπω στα μάτια σου
πάλι εκείνη την πεταλούδα τ’ Απρίλη

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Μια βάρκα λαστιχένια, τρύπια.
Εγώ, Εσύ και τα Παιδιά.
Μια καθώς πρέπει οικογένεια
σε ναυάγιο,
σε μαύρα αβαθή νερά.
Ένα μοναδικό κουπί
ασταμάτητα κουνάς
μ’ έναν ρυθμό αλλόκοτο
που δε μας βοηθά,
μας πάει μόνον πιο βαθιά.
Ο γιός κάνει κουπιά τα χέρια-
να σωθεί προσπαθεί
όχι από το ναυάγιο,
μα από το πολύ το βάρος.
Εγώ αδειάζω τα νερά’
αν σκεφτώ και σταματήσω,
θα πνιγούμε.
Η κόρη δε βοηθά,
μονάχα κλαίει σιωπηλά.
Έχουν περάσει ώρες πολλές,
κοιτώ τον άντρα μου στα μάτια
που κάποτε ήταν καθρέπτης καθαρός.
Τώρα σπασμένα κρύσταλλα
δίχως το είδωλό μου.
Η κόρη ξυπνά από τον λήθαργο
και πηδά στη θάλασσα,
το ίδιο κι ο γιός μου,
κολυμπάνε.
Εγώ και Εσύ
παραμένουμε στη βάρκα.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ CIEL

Μια βάρκα μικρή
δίχως πανιά
μέσα στα σπλάχνα της
μοναχά εγώ και εσύ
και δύο κουπιά
στη μέση ενός ωκεανού
που έχει χρώμα del.
Τα ίσαλα της βάρκας σε πλήρη αρμονία
με τη νοητή γραμμή ουρανού και θάλασσας.
Αισθανόμαστε μουσική
δεν έχει ήχο, μα εμείς την ακούμε.
Στη μέση του πουθενά όλα γίνονται.
Μαγεμένοι ανταλλάσσαμε παθιασμένα φιλιά.
Τώρα η βάρκα μας δεμένη από τον λαιμό,
εσύ λείπεις, εγώ είμαι εκεί,
σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό,
με κάποιον άλλον.
Το μόνο που έμεινε από εμάς,
αυτή η βάρκα που φυλακίστηκε για πάντα
να αιωρείται στο κενό
σ’ ένα φθηνό ξενοδοχείο
που έχει το όνομα «CIEL

.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(Αδημοσίευτα και δημοσιευμένα στα λογοτεχνικά περιοδικά
ΠΕΡΙ ΟΥ, ΦΡΕΑΡ, FRACTAL, ΕΞΙΤΗΡΙΟ )

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ

Ονειρεύτηκα.
Ήμασταν
δελφίνια,
ανταλλάσσαμε
πλαταγίσματα,
μαγεμένα
βουτούσαμε
στην μήτρα
της θάλασσας,
να ξαναγεννηθούμε
λαχταρούσαμε.
Έγινα
όστρακο,
στιλπνός
μέσα μου
βυθίστηκες,
γίνηκες
η σάρκα μου.
Έγινα
ουρανός,
γλάρος εσύ
ανάλαφρα
με διέσχισες.
Ώσπου
δίχως πίσω
να κοιτάξεις,
γίνηκες ξένος,
τσακίστηκα
στην πραγματικότητα.

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Πάντα έβρισκα το λευκό χρώμα
ψυχρό και αδιάφορο.
Εκείνο που με γοήτευε
ήταν το μαύρο.
Στα σκοτεινά μονοπάτια του
θέλω να κυνηγώ με ξόβεργες
αγριοπούλια
Δεν θέλω να τα αιχμαλωτίσω
μόνο για μια στιγμή
το κελάηδημα τους να κλέψω
και πάλι πίσω θα τ’ αφήσω.
Θέλω να φτάσω στον πυρήνα
του σκοταδιού,
και στο πιο ζεστό σημείο του
πριν λιώσω,
από μέσα μου
να ξεπροβάλλει
μαύρος πάνθηρας
το ποίημα.

ΟΙ ΕΥΧΕΣ

Οι ευχές δεν φιμώνονται
κυκλοφορούν ελεύθερες.
Δεν μας τρομάζουν
και κατ’ εξαίρεση,
δεν απολυμαίνονται.
Οι λέξεις τους
χιλιοειπωμένες,
γίνονται όμως
ποίημα
για μια μοναξιά
που γιόρταζε, αφέθηκε
και για πρώτη φορά
μοιράστηκε.

ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

Βουτώ στον βάλτο
κολυμπώ
με νερόφιδα
ένας δραπέτης
με πορτοκαλί στολή
και δυο μάτια ζάχαρη
μες στη θολούρα
προκλητικά
μου γνέφει,
μας χωρίζει
αλήθεια ρευστή
και η αόρατη γυάλα του.

Η ΜΩΒ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ένα λιοντάρι
βρυχάται
στο στομάχι
ενός ποντικού.
Ένας
αετός
ξεψυχά,
έντομα
ρουφούν
το περήφανο
σώμα του.
Και εκείνη
η κοπέλα
σ’ ένα πάρκο
στο Χάρκοβο ,
που περπατά
αμέριμνη
κρατώντας
μια ομπρέλα
με μωβ μαργαρίτες ,
σκάει
σαν μανιτάρι
όταν ξεσπά βροχή
ο πόλεμος.
Έχω και εγώ,
μια ίδια ομπρέλα .

Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Εγώ, εσύ και το παιδί μας
σ’ εκείνον τον πίνακα.
Με κατάλευκη σάρκα εγώ
δίχως μελανιές,
αφού έλειπαν τα χέρια σου.
Το παιδί στην κούνια του.
Εσύ πανέμορφος.
Έλειπαν και τα πόδια σου.
Δίχως την κλωτσιά σου
γεννήθηκε το παιδί μας
και τώρα κοιμάται ήσυχο
στον πίνακα που φαντάστηκα.

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Θα ‘θελα
να’ μαι το
παλτό σου.
Να με φοράς
ολόκληρη .
Έστω μονάχα
τα κουμπιά του,
να σπρώχνεις
σε μικρές σπηλιές
το σώμα μου,
δεμένο
χειροπόδαρα
και εκείνο
σαν χέλι
να γλιστρά
και
να σε κλείνει.

ΤΟ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ

Ήσουν λιακάδα,
μα η θλίψη
σαν ασταμάτητη
βροχή
σε ξέπλυνε.
Καταιγίδα έγινες,
σαρώνεις το φώς
στα μάτια μου.
Μαύρος κύκνος
εγώ,
που χορεύει
μες στο νερό
επικίνδυνα.
Από το φινιστρίνι
ενός άλλου κόσμου
κοιτάς αμέτοχος.
Σε εκλιπαρώ
με το χορό
σε θέλω πίσω.
Γίνεσαι υγρό
στους πνεύμονες,
ανεβαίνω ψηλά
επιτέλους
σε φθάνω.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ
ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

https://alterthess.gr 2/10/2023

Υδάτινες μικροϊστορίες

Από καλή τύχη, τις καλοκαιρινές μέρες που διάβαζα τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, διάβασα και το άρθρο του ποιητή και δοκιμιογράφου Θωμά Τσαλαπάτη, στην μόνιμη στήλη του που φιλοξενεί το φύλλο της Εφημερίδας Των Συντακτών, με τον τίτλο «Το πεζοποίημα». Σε αυτό ο καλός ποιητής γράφει «Πάντοτε πίστευα πως η κάθε εποχή επιβάλλει τις γλωσσικές και λογοτεχνικές εκφράσεις που της ταιριάζουν καλύτερα. …Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί, αλλά εκτιμώ πως το πεζοποίημα είναι ο πιο ταιριαστός ποιητικός τρόπος της εποχής μας. Λόγω της βραχύτητάς του, του μεικτού του τρόπου, της μη κραυγαλέας ποιητικότητάς του. Το ίδιο το πεζοποίημα είναι δύσκολο να οριστεί. Ως πεζοποίημα περιγράφουμε την ποιητική εκείνη φόρμα που στέκει εκτός στίχου ως προς τη μορφική της διάταξη, αλλά ταυτόχρονα προσεγγίζει την ποίηση ως προς τη σύνθεση, την ποιητικότητα των μοτίβων, την αφαιρετικότητα. Είναι σύντομο (προς χάριν κυρίως της ενότητας), συμπυκνώνει τους εκφραστικούς τρόπους της παραδοσιακής ποιητικής και συνήθως αποφεύγει τον αυστηρό προσδιορισμό του χρόνου, του χώρου, των επί μέρους χαρακτηριστικών του πρωταγωνιστή κ.λπ. Κάποιες φορές έχει στοιχεία αφήγησης, άλλες φορές όχι. Το βασικό όμως είναι πως η αφηγηματικότητα ποτέ δεν κυριαρχεί, ενώ σχεδόν πάντοτε ο τόνος δίνεται από την σκηνοθεσία του ποιήματος»

Το συγκεκριμένο απόσπασμα και όλο το άρθρο του Θ. Τσαλαπάτη, εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο τις πρώτες σκέψεις μου για το βιβλίο της Σοφίας Τριανατφυλλίδου. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στο πεζοποίημα είναι εμφανή και στα μικροδιηγήματα της πρώτης της συλλογής. Δεν είναι βέβαια καινοφανής η υιοθέτηση της μικρής φόρμας στη μακραίωνη ιστορία της προφορικής και γραπτής αφήγησης. Τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα γνωμικά, ολιγόστιχες παραβολές του δημοτικού τραγουδιού και αλληγορικοί μύθοι, συμπύκνωσαν μέσα στους αιώνες, βιώματα, σκέψεις, αγωνίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς, χρησιμοποιώντας το μαγικό στοιχείο και το παράδοξο, τη φαντασία και την υπέρβαση του πραγματικού, την μεταφορά, την αλληγορία και την μετωνυμία για να μιλήσουν για τα μεγάλα και σοβαρά της ανθρώπινης κατάστασης.

Τη Σοφία Τριανταφυλλίδου τη γνώρισα ως ποιήτρια από τις δημοσιεύσεις της τόσο στον προσωπικό της λογαριασμό στο διαδίκτυο, όσο και στις ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες, και τα χαρακτηριστικά της ποιητικής της αναγνώρισα και στα διηγήματά της. Θα έλεγα συνοπτικά πως η θεματολογία, το ύφος, η γλώσσα και τα εκφραστικά της σχήματα δραπέτευσαν από τη στιχουργική της και έπλασαν τον συμβολικό κόσμο των πεζών της: Αφαιρετικότητα, απουσία φωνασκούντος λυρισμού, εκφραστική συντομία χωρίς εκπτώσεις στην ουσία, μικρά σενάρια καθημερινότητας που υπερβαίνουν την ρεαλιστική θέαση του βίου χωρίς αυτή η επιλογή να αλλοιώνει την ουσία της αλήθειας τους. Είκοσι πέντε (25) μικρής έκτασης γραφές εκφράζουν στην πυκνή ύφανσή τους το πνεύμα και τις αναζητήσεις της εποχής μας. Όπως σωστά έγραψε ο Θ. Τσαλαπάτης, κάθε εποχή έχει τη λογοτεχνία της, έτσι και η δική μας ανέδειξε τη μικρή φόρμα ώστε να ξεφλουδίσει την επιφάνεια και να φανερώσει το κουκούτσι της. Η συγγραφέας επέλεξε αυτή τη μορφή έκφρασης για να ψηλαφίσει τα στίγματα της ζωής πάνω στο σώμα και να προχωρήσει στα εσώτερα στρώματα, κάτω από την επιδερμίδα των φαινομένων.

Τα διηγήματά της είναι πεζά ποιήματα αφού κινούνται με θαυμαστή ισορροπία μέσα στα γεωγραφικά σύνορα που ορίζουν ο σουρεαλισμός με τον μαγικό ρεαλισμό. Με τη γραφή της ζωγράφισε 25 πίνακες ψυχαναλυτικής ποιητικής αποδόμησης σαρκοβόρων σχέσεων, αφενός εντός της μικρής οικογενειακής εστίας, στο τραπέζι της οποίας σερβίρονται συχνά σπαραγμένα τα ανθρώπινα μέλη της και αφετέρου εντός της μεγαλύτερης που συνιστά η κοινωνία των ανθρώπων. Με σκηνοθετική μαεστρία ταινιών μικρού μήκους, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, χωρίς εκρήξεις, χωρίς λέξεις -πυροτεχνήματα, έστησε τα σκηνικά των ιστοριών της, εκλύοντας βραδείας καύσης συναισθήματα που κορυφώνονται στο ανατρεπτικό κάθε φορά τέλος τους. Και αυτή είναι η δύναμη της ποιητικής τους.

Αριστοτεχνική στην πύκνωση, καταδύεται στα σκοτάδια του ανθρώπινου ψυχισμού και με καθοδική κλιμάκωση φθάνει στη λύση του αινίγματος, γιατί κάθε ύπαρξη είναι ένα αίνιγμα που πρέπει να απαντηθεί, χωρίς όμως αυτή η απάντηση να σημαίνει αναγκαστικά και κάθαρση, λύτρωση δηλαδή από τα δεσμά των οποιοδήποτε συμβάσεων ή των κακοφορμισμένων πληγών. Εκτός αν η λύτρωση είναι η ίδια η αποφόρτιση των ανείπωτων στον καναπέ του ψυχαναλυτή, που στην περίπτωση μας δεν είναι άλλος από την ίδια τη λογοτεχνία. Ας μου επιτραπεί να παρομοιάσω τη γραφή της με το νέο κύμα του παράδοξου (Greek weird) στο ελληνικό σινεμά, αυτό του Γ. Λάνθιμου ή της Αθηνάς Τσαγγάρη που διαχειρίζονται με την κινηματογραφική γλώσσα τα ίδια θέματα, χώνοντας βαθιά το νυστέρι στην κουκουλωμένη δυστυχία. H διαφορά με το σινεμά έγκειται στην ελευθερία της φαντασίας που η λογοτεχνία επιτρέπει, ώστε να συμπληρώνει καθένας και καθεμία το δικό τους/της πλάνο. Στα διηγήματα της Σοφίας μόνο όμορφα και αγγελικά δεν είναι πλασμένος ο κόσμος μας. Εικόνες λιτές αναδύουν στην επιφάνεια της συνείδησης το σκληρό, το συμπαγές κατακάθι του υποσυνείδητου. Ο κόσμος που αρνείται να δει τον εαυτό του καθρεφτίζεται στις ιστορίες της σαν ανεστραμμένο είδωλο. Η αγνότητα προθέσεων και πράξεων είναι μια ουτοπία άνευ συνόρων.

Η τρέλα, οι ανομολόγητες σκέψεις, η βία, η κακοποίηση, κυρίως της γυναίκας, η καταπίεση, ο αυταρχισμός των σχέσεων εξουσίας στην πατριαρχικά οργανωμένη κοινωνία μας, η απελπισία που γεννά ο θάνατος, η απώλεια της μνήμης και της λογικής ως έσχατο καταφύγιο του ψυχικού πόνου, οι φοβίες, η πληγή της απόρριψης που οδηγεί στην ανορεξία ή στη βουλιμία, η δίψα για αγάπη, είναι οι κλωστές που ράβουν το ύφασμα τους. Αν το αναποδογυρίσουμε θα ανακαλύψουμε τον τρόπο με τον οποίο δέθηκαν περίτεχνα οι κόμποι που βασανίζουν την ύπαρξή μας. Στο επόμενο στάδιο, η ανάγνωση θα ανοίξει την προσωπική διαδρομή. Θα καμπυλώσουν οι λέξεις και θα καταδυθούμε στην αρχική συνθήκη, στο υδάτινο περιβάλλον που μας γέννησε και μας παρείχε την ζεστασιά της θαλπωρής. Θα αναζητήσουμε μαζί με την συγγραφέα το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού ώστε να μπορούμε να αναπνεύσουμε μέσα στη θάλασσα της οδύνης. Τα πρόσωπα των ιστοριών της θέλουν να αποτινάξουν από σάρκα και ψυχή τη βία που υπέστησαν, και επειδή αυτό δεν είναι εύκολο, αναλαμβάνει η συγγραφέας να τους δώσει φωνή, να γίνουν οι λέξεις της το εξομολογητήριο. Η λογοτεχνία γίνεται η «αίθουσα της συμφιλίωσης» όπως ονομάζουν οι Καθολικοί το ξύλινο κουτί της εξομολόγησης, με τη διαφορά πως δεν εκμυστηρεύονται δικές τους αμαρτίες αλλά αυτές των άλλων που τραυμάτισαν τη ζωή τους. Ο λόγος είναι το πρώτο βήμα προς την απελευθέρωσή τους. Με μία πρόταση, το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι κυρίως κατάθεση ποικίλων τραυμάτων.

Αντιγράφω για επίρρωση των προηγούμενων :

«Ξαπλώνω στο χορτάρι, κυλιέμαι στα πεσμένα φύλλα, λερώνω τα ρούχα μου. Κάποια στιγμή ξελύνω τα μακριά μαλλιά μου και αρχίζω να πλέκω σ’ αυτά λουλούδια. Κάθομαι στα τέσσερα και αρχίζω να σκάβω με τα χέρια μου το φρέσκο χώμα δίχως σταματημό. Αγρίμι που θέλει να κρύψει κάτι. Βγάζω βιαστικά τα ρούχα και το ρολόι από την τσάντα και τα θάβω γρήγορα. Μαζί με αυτά θέλω να θάψω και την προηγούμενη ζωή μου…» ( Η θέση του διευθυντή)

Γράφει για τον κακοποιητή αλκοολικό πατέρα :

«Εκείνη τη μέρα στη λίμνη , εκείνος κωπηλατούσε κατσουφιασμένος, η μητέρα δεν έβγαζε άχνα και εγώ έσφιγγα το αρκουδάκι στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά ένα πυροβολισμός και το σώμα του «πατέρα» στη λίμνη. Κάτω από τη βάρκα, η σκιά του κωπηλατούσε ακόμη απειλητικά. Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα.» (Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα)

Όταν θα πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας και θα διαβάζετε τις ιστορίες του, τότε θα καταλάβετε πως αυτές έχουν ρυθμό, έχουν ποιητική πνοή, έχουν τη γλώσσα των στίχων που απλώθηκαν σε πεζή μορφή.

Διαβάζοντας το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού» θυμήθηκα τη θέση του Ζακ Λακάν: το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα, γι’ αυτό και οι περισσότερες ψυχαναλυτικές μέθοδοι παράγουν κείμενα, λόγο θεμελιωμένο στα όνειρα, στις αφηγήσεις, στα ανέκδοτα, στα σωματικά συμπτώματα. Στο δρόμο αυτό τέμνεται το έργο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, που γέννησε και τον σουρεαλισμό, με αυτόν της λογοτεχνίας, αφού και οι δύο μοιράζονται κοινό υλικό και μεθόδους: τα όνειρα, τη δημιουργία εικόνων και εκφράσεων, την ποιητική της οργάνωσής τους και την αφήγηση. Υλικά δηλαδή που συνθέτουν και το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού»

Κλείνοντας θα θυμίσω και τους στίχους του Γ. Σεφέρη από το ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός» :

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στα διηγήματά της μίλησε με παραβολές, γιατί η φρίκη έχει πολλά πρόσωπα και δεν κουβεντιάζεται εύκολα. Οι ιστορίες της δεν σκόπευαν να αναπαραστήσουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα αλλά να εγγράψουν, κατά τον Λακάν και πάλι, τις ρωγμές που η μη αναπαράστασή της προκαλεί.

Καλοτάξιδο το «Σπίτι…» σου Σοφία, είθε να πάρει πολλούς στη ράχη ενός ψαριού και στο υδάτινο τοπίο μιας μήτρας γαλήνιας και ελευθερώτρας!

Το κείμενο διαβάστηκε ως εισήγηση στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, την Τετάρτη 27/9/2023, στη Θεσσαλονίκη.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

frear.gr 2/10/2023

Συμβολική εικονοπλασία στη διηγηματογραφία της Σοφίας Τριανταφυλλίδου

Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε με σιγουριά, έγραφε ο Χέρμπερτ Ριντ στο βιβλίο του Η τέχνη σήμερα. Ότι από την τέχνη αντλούμε ευχαρίστηση. «Υπάρχει σ’ αυτήν ένα συγκινησιακό στοιχείο, μια συναισθηματική απόγευση που οφείλει τη δύναμή της στο γεγονός ότι διεγείρει κάποιες πολύ βαθιές, πολύ αόριστες και εξαιρετικά γενικευμένες αναμνήσεις. Θα έλεγε κανείς ότι η τέχνη εισχωρεί στο υπόστρωμα όλων των συγκινησιακών αποχρώσεων της ζωής. Φαίνεται να αντλεί τη συγκινησιακή δραστικότητά της από τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής μας. Ίσως να ανακαλεί στον νου μας τα κατάλοιπα που άφησαν στο πνεύμα μας οι διάφορες συγκινήσεις, χωρίς όμως να μας υπενθυμίζει τις πραγματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να έχουμε τον απόηχο της συγκίνησης, χωρίς τον περιορισμό και την ιδιαίτερη κατεύθυνση που είχε το συγκεκριμένο βίωμα. Όμως αυτή είναι η τέλεια σκιαγράφηση του αφηρημένου συμβολισμού.»

Αόριστες και γενικευμένες αναμνήσεις, βαθιά συναισθηματική διέγερση, αφηρημένος συμβολισμός, είναι οι λέξεις που χρησιμοποίησε για την τέχνη ο Άγγλος ποιητής και δοκιμιογράφος Χέρμπερτ Ριντ λίγα χρόνια πριν. Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στη συλλογή διηγημάτων της Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ, 2023) επιδίδεται με ζήλο στην τέχνη του λόγου και από τη μεριά του/της δημιουργού είναι βέβαιο ότι αντλεί ευχαρίστηση, όπως και ότι χρησιμοποιεί τον αφηρημένο συμβολισμό, μια εικονοπλασία που αποτυπώνει αλληγορικά τον αόριστο και αχανή υποκειμενικό μας κόσμο. Τα είκοσι πέντε λιλιπούτεια διηγήματά της εισβάλλουν στον χώρο της ζωής συμβολικά εικονοποιώντας τις κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις. Η θεματική καταπιάνεται με την άνοια, τη μοναξιά, την απώλεια, την επανασύνδεση με τον εαυτό, τον αμοραλισμό ορισμένων εργαζομένων της εποχής μας, τη γυναικεία κακοποίηση, την τυποποίηση της ζωής, τη στέρηση της αγάπης, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.

Στις διηγήσεις της ενυπάρχει το στοιχείο του τραύματος, της στέρησης, αλλά και η ανάγκη μιας διαφυγής. Κάποιες ιστορίες, οι οποίες πηγάζουν από το ασυνείδητο και τις απωθημένες μνήμες, βρίσκουν διέξοδο σε υπερρεαλιστικές εικόνες.

Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.

Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν.

Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα με περιμένει. Γνωρίζει και αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας.
(Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, σελ. 13)

Οι αφηγήσεις έχουν τόνο εξπρεσιονιστικό. Συχνά η συγγραφέας δίνει ζωή σε αντικείμενα, σ’ ένα σπίτι, στη σκούπα, στις γόπες του τσιγάρου. Μέσα από τις πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις τους θίγει ζητήματα κοινωνικά, τη βία, την εργασιακή εκμετάλλευση, την καταπίεση. Άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο οι αφηγήσεις είναι πάντα σύντομες, η γραφή εικαστική και κινηματογραφική, ποιητική, με παραμυθικά και αλληγορικά στοιχεία. Περιέχει επίσης ανατροπές και έντονο το στοιχείο της φαντασίας.

Ο κόσμος της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι ρευστός, όπως του ψαριού στο οποίο επιθυμεί να χτίσει το σπίτι της. Εκφράζει το αίσθημα της διάσπασης, του κατακερματισμένου υποκειμένου της μετανεωτερικότητας, αλλά και της αέναης κίνησης, της αλλαγής. Βραχυπερίοδος ο λόγος και κοφτός, συμβολικός, αμφίσημος ενίοτε και αόριστος, χωρίς ευδιάκριτο νόημα, αφήνει τη φαντασία να κάνει στις δικές της διαδρομές, να προβεί στους δικούς της συνειρμούς.

Τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, την έντονη ανάγκη της στοργής και της επανασύνδεσης με τον εαυτό. Η κομψή έκδοση κοσμείται με εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Read, Herbert, 1984. Η τέχνη σήμερα. Κάλβος, Αθήνα, 130-131.

.

ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ

http://www.periou.gr 30/9/2023

Ένα παιδί της μνήμης που αναδύεται απ΄τις ρωγμές ενός παρελθόντος, ενός παρόντος, ίσως και μιας προ-οικονομίας του μέλλοντος, κοσμεί το εξώφυλλο της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, με τίτλο « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού και άλλες μικρές υδάτινες ιστορίες».

Αυτό το εσωτερικό παιδί, πρωταρχική μορφή ύπαρξης, με παιγνιώδη τρόπο γραφής, άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση και άλλοτε ως παντογνώστης αφηγητής, συνομιλεί με τον αναγνώστη και τον μυεί στον μυστικό κόσμο της συγγραφέως.

Γραφή σύντομη, σε μικρή φόρμα, με οικονομία λέξεων και πλοκής, με ανατροπές, χωρίς να παραλείπει τη βύθιση στον εσωτερικό κόσμο της , ούτε να χάνεται το νόημα του σκοπού του μηνύματος.

Άλλοτε πάλι οι σύντομες ιστορίες της αποτελούν μία πρόκληση για τον δημιουργικό αναγνώστη, καθώς καλείται να συμπληρώσει νοερά τα κενά της αφήγησης με δικές του σκέψεις, να αναδείξει αυτά που δεν λέχθηκαν, ίσως και να αλλάξει με δικές του ανατροπές το τέλος της ιστορίας.

Με το μαγικό κλειδί της ποιητικής συνένωσης λέξεων και ιδεών, ανοίγει την πύλη προς τον «κόσμο του θαυμαστού» και συνέχει το πραγματικό και το αλλόκοτο ως καθημερινό και κοινό, το υπερφυσικό και το ανεξήγητο ως μέρος της υπαρκτής πραγματικότητας.

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου χωρίς ιδεασμούς και αναστολές, διαχειρίζεται ευσύνοπτα την τεχνική της γραφής του μαγικού ρεαλισμού, του υπερρεαλισμού, της ανιμιστικής πίστης, του συμβολισμού με εικόνες και ανατροπές του φανταστικού κόσμου της.

Επιλέγει, ίσως όχι τυχαία, τίτλο με σύμβολα αρχετυπικά (θάλασσα, ψάρι, σπίτι), και μας προϊδεάζει για τις υδάτινες ιστορίες των ηρώων που θα συναντήσουμε στην ανάγνωση του βιβλίου της.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Γκαστόν Μπασελάρ, στο έργο του «Το νερό και τα όνειρα», με φιλοσοφική προσέγγιση, διακρίνει δύο φαντασίες: «Μία φαντασία που ζωντανεύει το τυπικό αίτιο και μία φαντασία που δίνει ζωή στην υλική αρχή ή, πιο συνοπτικά, τη μορφολογική και την υλική φαντασία». Δύο φαντασιακές δυνάμεις που συχνά συνεργάζονται και δεν μπορούμε να τις διαχωρίσουμε απόλυτα, γιατί η μία συνυπάρχει με την άλλη σε μία πλήρη ενότητα. 1.

Στον αφηγηματικό λόγο της συγχωνεύει το ρεαλιστικό με το φανταστικό και μέσω της προσομοίωσης προσεγγίζει την καθημερινότητα, που βρίθει από πάθη και ένστικτα (ατομικά και συλλογικά).

Ο κόσμος της χαρακτηρίζεται από αντίθετες αντιλήψεις. Είναι ο αισθητηριακός κόσμος απέναντι από την μεταφυσική έξω-αισθητηριακή αντίληψή του.

Το καλό απέναντι από το κακό, το σκοτάδι απέναντι από το φως. Τα θετικά τρυφερά συναισθήματα και το ένστικτο της ζωής ενάντια στο ένστικτο του θανάτου και την αρχέγονη σκληρότητας του.

Ο αφηγηματικός λόγος σε όλο το σώμα της συλλογής διακρίνεται από την χρονική και την άχρονη πραγματικότητα, από την πολυπλοκότητα της ρευστότητας του χρόνου, την επικέντρωση στην περιγραφική λεπτομέρεια που δημιουργεί έντονες μαγευτικές εικόνες.

Γράφει στο διήγημα «Τα λουλούδια του πάθους», (σελ 39).

« Είμαι δεκατριών ετών. Το βράδυ στον ύπνο μου, βλέπω τις μικρές αδελφές μου, αντί για κεφάλι έχουν παιδικά ρολόγια καρτούν, οι μεγαλύτερες μεγάλα ρολόγια σαν αυτό στο καμπαναριό της εκκλησίας, και ο μοναδικός αδελφός μου ένα χοντροκομμένο τετράγωνο ρολόι με ασημένιο μπρασελέ. Το πρόσωπο της μητέρας μου έχει αντικατασταθεί από ένα λεπτεπίλεπτο ρολόι που οι δείκτες του γυρίζουν απελπιστικά αργά. Στο κεφάλι του πατέρα όμως δεσπόζει το πιο ακριβό ρολόι που κάνει συνεχώς τικ τακ και δεν χάνει ποτέ κανένα ήχο. Όλα ήταν τέλεια.»…

Η Σ.Τ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους χαρακτήρες και τους ρόλους που παίζουν τα μέλη μιας οικογένειας, ο πατριαρχικός έλεγχος του αρσενικού και η υποταγή του θηλυκού. Όλοι σαν καλό-κουρδισμένα ρολόγια επιδέχονται το σατυρικό χιούμορ με την υποβόσκουσα ειρωνεία της συγγραφέως.

Τα διηγήματα, γραμμένα σε πεζό λόγο με ποιητική χροιά, μάς μεταφέρουν στο κόσμο της μυθοπλασίας όπου όλα μπορούν να συμβούν με τον ίδιο τρόπο που θα συνέβαιναν στο κόσμο της πραγματικότητας.

Υπαρξιακές ανησυχίες και προβληματισμοί μορφοποιούνται ως εικόνες σε επίπεδο λόγου και τέχνης.

Θέματα που απασχολούν την συγγραφέα είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, οι δεσμοί που τους ενώνουν, ο λειτουργικός ή ο δυσλειτουργικός τρόπος σύνδεσης τους, η συνύπαρξη και η αντιπαράθεση σε περιβάλλοντα οικεία ή ανοίκεια με όλη τη φυσικότητα και την παραδοξότητα τους.

Συναισθήματα αναδύονται από τη «σκιά» και από το «φως» της ψυχής, χωρίς ενοχή ή υπεροχή, αλλά με καθαρότητα και γνησιότητα αντικειμενικότητας και παραδοχής.

Ανοίγει και κλίνει τη συλλογή της με την μορφή της πρωταρχικής σχέσης, τον σημαντικό «Άλλον», την μητέρα.

Γράφει στο διήγημα «Μάνα»,( σελ. 9.

«Μετρούσε αιώνες η ελιά που αγκάλιαζε το πατρικό μας, ζητώντας μόνο λίγο νερό .Τώρα οι ρίζες της σε προχωρημένη άνοια μπερδεύουν τις διαδρομές και, αντί να χαθούν στο υπέδαφος, ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες έξω από το χώμα. Εκεί έβρισκα καταφύγιο στα παιδικά μου χρόνια….»

Υπαρξιακή ανάγκη να συμφιλιώσει τη ζωή και τον θάνατο μ΄ ένα ασύμβατο τρόπο και ασαφή όρια ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό. Αλληγορική η προσομοίωση της γέρικης ελιάς με την μητέρα σε άνοια, την αδυσώπητη φθορά του χρόνου και τις πληγές, την άρνηση της απώλειας. Ανιμιστική η προσπάθεια της ελιάς να αλλάξει την φυσική πορεία των ριζών της προς το βάθος της γης και να κατευθυνθεί προς το φως του ήλιου, τη ζωή. Συμβολικό το λευκό μανταρισμένο σεντόνι-σάβανο που σκεπάζει το σώμα της ελιάς, ενώ την ίδια στιγμή το παιδί κρύβεται στην αγκαλιά της, έτσι όπως ήταν η πρωταρχική θύμηση του πρώιμου δεσμού μαζί της.

Έντονη η λαχτάρα του παιδιού για την παρουσία και την αγάπη της μητέρας. Αναγκαία η μορφή και το βλέμμα της για να καθρεφτιστεί και να βρει την ταυτότητα του. Θεραπευτική η αγκαλιά της ακόμη και όταν είναι κρυμμένη μέσα σε μία «Μεγάλη ξύλινη κότα» (σελ.49), όπως μας λέει στο διήγημα της με τον ίδιο τίτλο.

Τραυματική η απώλεια της μάνας για το παιδί. Γίνεται αναφορά στην ορφάνια, στην εγκατάλειψη, στην απόρριψη, στην έλλειψη γονεϊκής προστασίας που κατακερματίζουν τον πυρήνα της ύπαρξης και τού στερούν την πίστη, την αισιοδοξία, την επιθυμία για ζωή.

Στα διηγήματα «Ματίνα-Άλκηστη (σελ.16-18), η απουσία της μάνας, η ταύτιση μαζί της, η αδυναμία του παιδιού ως αυτόνομη ύπαρξη, δημιουργούν σύγχυση και αλλοτρίωση του Εγώ και του Εσύ, της προσωπικότητας και της ταυτότητας του.

Από την άλλη στο διήγημα «Εριφύλη» (σελ31-32), η παρουσία της αυταρχικής και ελεγκτικής μητέρας πνίγει τον αυθορμητισμό και την ελευθερία της βούλησης του παιδιού, το εμποδίζει να ενηλικιωθεί σε συνύπαρξη της αρσενικής και θηλυκής φύσης του.

Το παιδί απεγνωσμένα αναζητάει το ταξίδι στη γνώση του κόσμου, να πετάξει σε ουρανό, ταξιδευτής σ΄ ένα πλασματικό δικό του κόσμο, με ή χωρίς χάπια. Να βυθιστεί επιθυμεί σαν ψάρι στη θάλασσα, να ερωτευθεί, να αγαπήσει, να πονέσει, να αρχίσει από την αρχή, ως Αδάμ, Εύα, Λίλιθ, χωρίς να χάσει την δυνατότητα της επιστροφής στο σπίτι της στεριάς, στο αρχέτυπο σύμβολο της ασφάλειας που υπόσχεται η αγκαλιά της αρχέγονης μητέρας γης.

Στο διήγημα της « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού», η ηρωίδα υπάρχει συγχρόνως σε πραγματικό και φανταστικό κόσμο.

Γράφει: (σελ.13).

«Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα…»

Σε ένα μονόλογο σπαραχτικό, που δεν χρησιμοποιεί μόνο ωραίες λογοτεχνικές εκφράσεις, αλλά εκφράζει βαθιά συναισθήματα, κτίζει το σπίτι της στη ράχη ενός ψαριού. Βυθίζεται στη θάλασσα του ασυνειδήτου, εκεί από όπου ξεκίνησε η ύπαρξη της, με θύμισες τραυματικές σπαράζει για τις απώλειες των επιθυμιών της. Διχασμένη, ανάμεσα στην ελευθερία και την σιγουριά της εξάρτησης, την ρευστότητα του υγρού στοιχείου και την ασφάλεια του σπιτιού πάνω στο βράχο, μνημονεύει με νοσταλγία την πρωταρχική ομορφιά της ύπαρξης της.

«Όχι μόνον οι μνήμες μας αλλά και οι λησμονιές μας έχουν ένα κατάλυμα. Το ασυνείδητο μας έχει ένα κατάλυμα. Η ψυχή μας είναι μια κατοικία και μαθαίνουμε να ζούμε μέσα σε αυτήν.», γράφει ο Μπασελάρ. 2.

Με μία ελεγεία κλίνει το μονόλογο της.

«Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα περιμένει. Γνωρίζει κι αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας».

Για ποιες απώλειες η συγγραφέας μάς κάνει κοινωνούς, άλλοτε ονοματίζοντάς τες και άλλοτε υπαινικτικά δίνοντας λόγο, σκέψεις και συναισθήματα σε αντικείμενα του περιβάλλοντος χώρου;

Η ανιμιστική προσέγγιση του κόσμου, δίνει την δυνατότητα να γίνει παντογνώστης παρατηρητής και να δει το τραγικό πρόσωπο της Μέδουσας μέσα από την αντανάκλαση στην ασπίδα του ήρωα.

Στο διήγημα «Ανοιχτή αγκαλιά», (σελ 42-43), η ηρωίδα με ειρωνεία λοιδορεί την ανύπαρκτη γονεϊκή αγκαλιά-του πατέρα και της μητέρας- από την ώρα της γέννησης της και μετέπειτα, την μη αποδοχή επειδή είναι θηλυκό έναντι του διδύμου αρσενικού αδελφού. Ο πόνος της απόρριψης του φύλου της, μετατρέπεται διαχρονικά σε εχθρότητα του μη αποδεκτού σώματος (βουλιμία ή ανορέξια, υποκατάστατο της στερημένης ψυχικής τροφής και αγάπης ), υπονομεύοντας την προσωπικότητα της.

Γράφει: «Εγώ στον καθρέφτη βλέπω το μικρό μωρό που ποτέ δεν αποδέχτηκαν».

Και στο διήγημα « Το σπίτι», μιλάει υπαινικτικά για την απώλεια και τον θρήνο του θανάτου, δίνοντας με συμβολισμό τη σχέση γονιών-παιδιού, τη σχέση της αγάπης, τον πόνο της χαμένης ευτυχίας με την οποία ήταν ποτισμένοι ακόμη και οι τοίχοι του σπιτιού. Δίνεται ο λόγος σε ένα αντικείμενο του χώρου, το σπίτι, και η δυνατότητα να εκφράσει συναισθήματα, σαν να έχει την ίδια ψυχή και τα συναισθήματα με τους ανθρώπους που το κατοικούν.

Μονολογεί το βιωμένο σπίτι και κλαίει, προσπαθεί να κλείσει το θρήνο της απώλειας, να κρατήσει το τελευταίο μήνυμα του αγαπημένου παιδιού που άφησε στους οικείους του, λίγο πριν φύγει ξαφνικά από την ζωή.

Γράφει το σημείωμα που άφησε το παιδί. « Ό,τι και να συμβεί, εγώ θα σας αγαπάω».

Και συνεχίζει η ροή των σκέψεων της συγγραφέως να κινείται στα επίπεδα της συνειδητότητας των δύο διαστάσεων, στην αμφιθυμία ανάμεσα στην ικανοποίηση της επιθυμίας (θέλω) και την αντίσταση του πρέπει (αξίες και απαγορεύσεις), άλλοτε σε συμφωνία και άλλοτε σε ενδοψυχική σύγκρουση.

Τα διηγήματα της δεν αφηγούνται μόνο μια ιστορία αλλά είναι μια μεταφορά που σκιαγραφεί τις πράξεις των ηρώων, καλές και κακές , σ΄ ένα σύμπαν πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, παράλογο και χαοτικό.

Η Σ.Τ. με εργαλείο την μεταφορά, ως Θησέας με το νήμα της Αριάδνης μπαίνει στο λαβύρινθο αγγίζοντας το σκοτάδι και τον Μινώταυρο του ανθρώπινου είναι.

Συναισθήματα, μη αποδεκτά στο κοινωνικό status, αναδύονται μέσα από την μυθοπλασία και βιώνονται από τους ήρωες των διηγημάτων, επιτυγχάνοντας έμμεσα την δικαίωση και την κάθαρση.

Κοινωνική αδικία, ματαίωση, θυμός, μίσος, εκδίκηση, ενοχή, έγκλημα, λαγνεία, πάθη ενστίκτου και ορμής θανάτου παίρνουν τη μορφή των ηρώων στα διηγήματα του φανταστικού.

Στα διηγήματα « Ύφάντρες». (σελ10-11), « Πόθος»(σελ.34-35), και «Παραμάνα»,( σελ.30), περιγράφεται αλληγορικά η λαγνεία, ο πρωτόγονος κανιβαλισμός, η ακόρεστη σεξουαλικότητα.

Η ενοχή περιγράφεται, σαν βάρος του λάθους και της αμαρτίας, σαν αυτοτιμωρία στις αφηγήσεις των ηρώων, «Η θέση του Διευθυντή»( σελ.19-20. και « Ο χυλός» ( σελ ).

Και στα διηγήματα « Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα» ( σελ24-25), «Η μαύρη γάτα» (σελ.36).» Οι γόπες» (σελ.27-28), ζωντανεύει η οργή και η εκδίκηση για την αδικία, την προσωπική και κοινωνική βία και κακοποίηση.

Ως αντίσταση σε όλη αυτή την ανθρώπινη παθογένεια, η Σοφία Τριανταφυλλίδου γκρεμίζει τον μαθηματικό κόσμο της Λογικής και επιστρέφει στον κόσμο του συναισθήματος και της εξατομίκευσης.

Γράφει στο διήγημα « Ο άγνωστος Χ», σελ. 14-15» .

[….Την επομένη, ο μαθηματικός μου κόσμος κατέπεσε. Οι ανισότητες δίχως νόημα πλέον. Τραχιά σύμβολα εξαφανίστηκαν και εγώ για πρώτη φορά βρήκα τον άγνωστο Χ στο δικό μου ανάστημα. ΟΧΙ μονάδα , αλλά μοναδική.»]

Η μοναξιά και η θλίψη της ανικανοποίητης γνώσης δεν την τυφλώνει πλέον.

Ποιο μήνυμα μας στέλνει με την συλλογή της η Σ.Τ. για την επόμενη ημέρα;

« Πάντα υπάρχει μια σκιά ζωής που αντιστέκεται στις απώλειες», μάς λέει το εσωτερικό παιδί της μνήμης του εξωφύλλου και η δημιουργός αυτής της ευφάνταστης συλλογής κλίνει στον αναγνώστη το μάτι με το νόημα της εν-συναίσθησης και της αυτογνωσίας.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

ΤΟ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ με τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι πως δεν μιλάει απευθείας για το θέμα, αλλά το θέτει πλαγίως , αποφεύγοντας την κοινοτοπία του γεγονότος, πετυχαίνοντας όχι μόνο το νέο βλέμμα, αλλά κατορθώνει μέσα από εσωτερικές διαδικασίες, ώριμες και πυκνές να αναδείξει πέρα από το θέμα, αυτό που απαιτεί η λογοτεχνία. Την υπέρβαση και την μετάβαση, σα να είναι το γεγονός και η ουσία του δύο συγκοινωνούντα δοχεία, που ενδημούν στην υγρασία όλων των υγρών, από τα δάκρυα μέχρι τη γεύση των σεξουαλικών εκκρισεων. Μυστικά και υπόγεια, μέσω στριφογυρίσεων τα ανομολόγητα ομολογούνται, και πετυχαίνουν την κάθαρση. Με έναν τρόπο μοναδικό, ακέραιο, βαθύ και οραματικό, σαν την φωτιά που λειαίνει τα μέταλλα.
Η Τριανταφυλλίδου αρπάζει την ιδέα, την αναποδογυρίζει, αλλάζει την γραμμή , το ντιζάιν, το χρώμα, το στρίφωμα, ξηλώνει, αναιρεί, προσθέτει, όχι φανταχτερά αξεσουάρ , αλλά διακριτικές πινελιές, και φτιάχνει έναν καινούργιο κόσμο, όπου όλα χωρούν, και αναπτύσσονται, με τελικό αποτέλεσμα την όαση της ανάγνωσης , το σφικτό και απείρως σωστά ολοκληρωμένο έργο της γραφής. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του, κανένα κενό δεν αλλοιώνει την πληρότητα του τέλους. Ένα μέγιστο κατόρθωμα που ίσως οφείλει πολλά στην ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη.

.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημ. ΕΣΤΙΑ 8/10/2023

Η συγγραφεύς γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και εργάσθηκε στον τραπεζικό τομέα. Μέχρι στιγμής έχει γράψει μόνον διηγήματα, τα όποια έχουν δημοσιευθεί σέ προηγούμενη συλλογή και σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα περιεχόμενα του νέου βιβλίου της είναι μικρά διηγήματα, σχεδόν μικροσκοπικά, τα όποια η ίδια χαρακτηρίζει μινιατούρες.
Κάποια από αυτά όμως είναι εξαιρετικά, όπως το «Η αδελφή του συγγραφέα», που είναι βαθιά συγκινητικό και δυνατό. Δεν είναι όλα τα κείμενα ισότιμα, αλλά συνθέτουν μία εικόνα τής κοινωνίας μας με μεγάλη ευαισθησία και σαφή αγάπη για τον άνθρωπο.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.