ΣΟΦΙΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΟΥ

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα.
Συμμετείχε στην συλλογή διηγημάτων: «Ένας κήπος, ένα γεύμα και ένας έρωτας.» (εκδ.Ελκυστής 2019) , στην συλλογή ποιημάτων και πεζών: «Φλέβες γραφής» (εκδ. Ρώμη 2019) και στην συλλογή διηγημάτων: «Επιστολές από μια άλλη Ήπειρο.»(εκδ.Ρώμη 2022). Έργα της έχουν επίσης δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά: Χάρτης, Φρέαρ, Περί ου, Παρέμβαση, Θευθ, Εμβόλιμον, Εxitirion και Fractal και Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος.
Η συλλογή διηγημάτων Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ Εκδόσεις 2023) είναι το πρώτο της προσωπικό βιβλίο.
Ακολουθεί η επόμενη συλλογή της διηγημάτων “Η Κούκλα της Σελήνης (ΑΩ Εκδόσεις 2026)

.

Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ (2026)


ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Ένα μήλο σφηνώνει στο στόμα μου. Η Εύα περπατά γυάλινη σε “ψηλοτάκουνες γόβες κι εγώ ραγίζω.
Η Αριάδνη δραπετεύει από τον στάβλο με την αγελάδα κι εγώ είμαι το κομμένο σκοινί.
Η κυρία Bird αρνείται τα ξένα φτερά κι οι ώμοι μου γεμίζουν με πούπουλα.
Ένα καρφί από ένα σπασμένο τακούνι τρυπά ένα κοινό όνειρο.
Κι εγώ μένω εκεί, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, μια μικρή πάνινη κούκλα μετέωρη στο φως της Σελήνης.

ΛΕΞΕΙΣ ΧΑΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΠΗΓΑΔΙ

Και ξαφνικά, έχανα τις λέξεις. Ξέφευγαν και χωνόντουσαν στο βαθύ πηγάδι μέσα μου. Άπλωνα τα χέρια να τις πιάσω, μα κάθε φορά χωνόμουν κι εγώ όλο και περισσότερο στο στόμιό του. Στηριζόμουν στις μύτες των ποδιών, τεντωνόμουν όσο μπορούσα. μήπως και τις φέρω ξανά στην επιφάνεια. Τις έφερνα ως το χείλος. Την τελευταία στιγμή γλιστρούσαν πάλι μέσα, σαν να με κορόιδευαν.
Ήταν τότε που, για πρώτη φορά, είδα στον κήπο μου το πανούργο πουλί που το έλεγαν Κίσσα. Άπλωσα το χέρι να της συστηθώ, μα δεν θυμόμουν το όνομά μου. Μπήκα τρομαγμένη στο σπίτι, κοίταξα τον καθρέφτη κι εκεί σιγά-σιγά, με κόπο. κατάφερα να με ανασύρω μέσα απ’ το γυαλί. Τότε η Κίσσα ταραγμένη πέταξε μακριά, έξω από το σπίτι μου.
Πέρασαν μέρες. Σήμερα, ο καθρέφτης είναι θολός. Οι λέξεις μου πνιγμένες από ώρα, και η Κίσσα στέκει ξανά έξω απ’ το παράθυρό μου. Κάνω το λάθος και την αφήνω να μπει μέσα, χωρίς να καταλαβαίνω γιατί το επέτρεψα.
Εκείνη τότε ρημάζει όλους τους καθρέφτες. Κι εγώ, πια, δεν είμαι παρά ένα μικρό παιδί που κλαίει γοερά. Τότε το πονηρό πουλί κλέβει το πολυτιμότερο κόσμημά μου: τη φωνή μου.
Τώρα, το μόνο που απέμεινε από εμένα είναι η Κίσσα που μιμείται το κλάμα μου. Κλάμα που δεν είναι πια δικό μου.

ΤΟ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΜΩΡΟ

Τη συνάντησα στην παραλία αργά το απόγευμα. Φορούσε μαντήλα και έκρυβε σχεδόν όλο της το πρόσωπο. Στα χέρια της κρατούσε ένα βρέφος, σκεπασμένο, που κοιμόταν.
Περπατήσαμε μαζί. Τη ρώτησα: Ποια είσαι; Τι γυρεύεις τέτοια ώρα εδώ; Το μωρό είναι δικό σου;
Μου απαντούσε με γρίφους.
Μας πήρε το βράδυ. Γύρισα το κεφάλι μου για μια στιγμή και εκείνη εξαφανίστηκε από μπροστά μου, μαζί με το μωρό.
Το επόμενο βράδυ ξανάρθε. Με πλησίασε και έβγαλε τη μαντήλα της. Τα μάτια της, χάντρες από φίλντισι. Στο πρόσωπό της υπήρχαν χιλιάδες χρώματα. Τα αυτιά της, βράγχια που ανοιγόκλειναν και σου έφερναν όλους τους ήχους της θάλασσας. Στη μέση της φορούσε μια ζώνη φτιαγμένη από φεγγαρόσκονη.
Με άφησε και πήρα στα χέρια το μωρό της. Το ξεσκέπασα. Προς έκπληξή μου, είδα ένα ψάρι στη θέση του.
Με άφησε να το χαϊδέψω. Γλιστρούσε πολύ. Μάτωσαν τα χέρια μου από τα ακάνθινα πτερύγιά του. Μα το κράτησα σφιχτά. Δεν το άφησα.
Με το αίμα μου έγραψα το πρώτο μου ποίημα.

ΣΙΩΠΗΛΕΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΕΣ

Ο Ίκαρος δεν μιλούσε· ούτε άκουγε. Όσα δεν έφταναν στο στόμα και στα αυτιά του, άνθιζαν στα δάχτυλά του. Ζωγράφιζε πεταλούδες. Μαύρες και λευκές. Διάφανες και πολύχρωμες. Σιωπηλές σαν ανάσα· ή ξεσπούσαν σε χρώματα.
Κάθε απόγευμα πήγαινε στην άκρη της γειτονιάς·
ένα χωράφι γεμάτο αγριόχορτα. Καθόταν στο χώμα και άφηνε τις πεταλούδες να ξεπηδήσουν από τα χέρια του. Όταν τελείωνε, πετούσαν. Πρώτα στο χαρτί* μετά γύρω του· τελικά μέσα του.
Τότε γινόταν ελαφρύς. Πολύ. Πετούσε. Κι ας μην είχε φτερά.
Μια νύχτα, σε όνειρο, είδε ένα σιδερένιο τέρας να σαρώνει το χωράφι: ξεριζωμένα χόρτα, σπασμένα φτερά, χρώματα-δάκρυα στο χώμα. Δεν ξαναπήγε. Ίσως φοβόταν μήπως η πραγματικότητα ήταν πιο σκληρή από το όνειρο.
Πέρασαν πολλές μέρες· κλεισμένος στο σπίτι. Όλα ακίνητα. Ώσπου ένα πρωί, μια πεταλούδα γλίστρησε μαζί με τον αέρα από το μισόκλειστο παράθυρο. Λευκή. Προσγειώθηκε στον ώμο του. Έμεινε εκεί. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν, σαν να φοβόταν να πιστέψουν. Μα τα χέρια θυμήθηκαν. Και άρχισαν να ψάχνουν.
Το μπλοκ ζωγραφικής ήταν εκεί. Τον περίμενε. Τα χρόνια πέρασαν. Τα φτερωτά πλάσματα επέστρεψαν στα ακροδάχτυλά του. Ταξιδεύουν τώρα σε κορνίζες-παράθυρα και ντύνουν τοίχους που ψιθυρίζουν σιωπές.
Κανείς δεν λέει λέξη, όταν τις αντικρίζει. Όμως κάτι μέσα τους φτερουγίζει.

ΜΙΤΟΣ

Γεννήθηκε και μεγάλωσε σε αγροτόσπιτο η Αριάδνη. Δίπλα στο σπίτι ένας στάβλος με μια αγελάδα και έναν ταύρο και παραδίπλα ένα μικρό κοτέτσι με λογιών-λογιών κότες και έναν κόκορα.
Τις περισσότερες ώρες της μέρας την έβρισκες χωμένη στα άχυρα να χαϊδεύει με τα δυο της χέρια τα μικρά κοτοπουλάκια, που μόλις έβγαζαν το πρώτο τους χνούδι.
Τα χρόνια περνούσαν. Δεν έμαθε γράμματα, μόνο να καθαρίζει το σπίτι, το κοτέτσι και τον αχυρώνα. Ένα πρωινό, μην μπορώντας να ελέγξει τη δύναμη της αγάπης στις παλάμες της, έγινε η αιτία να ξεψυχήσει ένα μικρό πλασματάκι με βελούδινο τρίχωμα και ανύπαρκτα φτερά.
Δεν ξαναπήγε στο κοτέτσι. Της άρεσε πλέον ο στάβλος και με τις ώρες παρατηρούσε τον δυνατό ταύρο. Τον τάιζε, τον πότιζε, τον καθάριζε. Την
αγελάδα δεν την πλησίαζε. Το ένιωθε πως κάτι την έδενε μ’ αυτήν, μα φοβόταν να το μάθει. Την αρραβώνιασαν μικρή.
Το ίδιο βράδυ στον στάβλο βόγκηξε από απίστευτο πόνο, καθώς ο αρραβωνιαστικός έπεσε από πάνω της, έχοντας το ίδιο παγερό βλέμμα, με ’κείνο του ταύρου, όταν ανέβαινε με οίστρο πάνω στην ανυπεράσπιστη αγελάδα.
Εκείνη την ώρα ο αρραβωνιαστικός και ο ταύρος είχαν γίνει ένα. Για πρώτη φορά έψαξε με το βλέμμα της την αγελάδα. Πόσο έμοιαζαν τα μάτια τους!
Το άλλο πρωί και οι δύο άφαντες. Τις έψαξαν παντού, δεν τις βρήκαν πουθενά. Στη θέση τους μόνο ένα σκοινί παρατημένο.

ΕΓΩ, ΟΙ ΔΥΟ

Ούρλιαζαν μέσα μου. Η μία έκλαιγε. Η άλλη φώναζε. Ήθελαν να με αλλάξουν. Τη φωνή μου, τις σκέψεις, το σώμα μου.
Και τα κατάφεραν. Όμως σιχαίνονταν η μία την άλλη. Μάλωναν λυσσασμένα. Μου διέλυαν τον εγκέφαλο.
Πάλευα. Δεν είχα τη δύναμη να επιλέξω. Ήμουν δυστυχισμένη. Εγώ ήθελα μόνο εμένα.
Η μόνη μου σωτηρία, η ασθενική μνήμη.
Ξεχνούσα εύκολα, και κάθε φορά, λίγο μετά τη μεταμόρφωση, από τη μία στην άλλη, νόμιζα πως ήμουν εγώ. Το μεσοδιάστημα όμως, που εκείνες με διεκδικούσαν αλύπητα, υπέφερα πολύ. Μόνο στον ύπνο μου, ελάχιστες φορές, ονειρευόμουν ότι εκείνες αγαπιόνταν αληθινά. Μόνο τότε, ένιωθα ολόκληρη.
Ένα βράδυ, ξύπνησα από ένα όνειρο και τις οδήγησα στη λίμνη, κοντά στο σπίτι μου. Στάθηκα μπροστά στα νερά και καθρεφτίστηκα. Μα το είδωλό μου δεν υπήρχε.
Έντρομη, έπεσα στη λίμνη να τις ψάξω. Τα χέρια μου κουνιόνταν νευρικά, σπασμωδικά, σαν να μην ήταν δικά μου. Το νερό ήταν καθρέφτης δίχως πρόσωπο. Αυτό ήταν πιο τρομακτικό κι από τις δυο τους. Πάλεψα ώρα με τα νερά, μέχρι που δεν είχα άλλη δύναμη. Παραδόθηκα στον βυθό.
Έξω από τη λίμνη, εκείνες στάθηκαν σιωπηλές. Τα πρόσωπά τους ωχρά, χωρίς το ροδαλό μου χρώμα. Πιάστηκαν για πρώτη φορά χέρι με χέρι. Και μ’ αποχαιρέτησαν. Για μία και μοναδική φορά, πραγματικά ευτυχισμένη.

ΓΥΝΑΙΚΑ ΠΟΤΑΜΟΠΛΟΙΟ

Τις έβλεπα κάθε φορά κρυμμένος πίσω από το τζάμι, τις σατέν, γυαλιστερές γόβες της. Τις φορούσε μια γειτονοπούλα που περπατούσε συχνά μπροστά από το σπίτι μου.
Ο ιδιαίτερος ήχος τους ανακάτευε το στομάχι μου, σαν να ήμουν μέσα σε τρικυμία. Κρατιόμουν από την κουρτίνα, όπως ένας ναυαγός κρατιέται στην επιφάνεια από ένα ελαφρύ αντικείμενο, προτού τον ρουφήξει η θάλασσα.
Το βράδυ τις ονειρεύτηκα. Τα πόδια μου γλίστρησαν μέσα τους. Ένα μίνι, διαφανές φόρεμα αγκάλιαζε το πάνω μέρος των μηρών μου. Δεν ήμουν πλέον ο δειλός, μπερδεμένος έφηβος, αλλά μια γυναίκα ποταμόπλοιο.
Με ψηλά φουγάρα, καμπίνες πολυτελείας, ηλιοφώτιστα μπαρ, όπου μέσα τους διασκέδαζαν χιλιάδες άντρες. Το όνειρο τελείωσε με μια λευκή υγρασία στο στομάχι μου.
Το πρωί βρήκα τις γόβες έξω από το δικό μου παράθυρο.

Η ΚΟΥΚΛΑ, ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

Τη βρήκε ένα απόγευμα, μέσα σ’ ένα παλαιοπωλείο της οδού Ερμού, ξεχασμένη σε μια σκονισμένη προθήκη. Μια πάνινη κούκλα, με μάτια ασημένια φεγγάρια που έμοιαζαν να κοιτούν παντού, μαλλιά από μαύρο μετάξι και στόμα κλειστό, σφραγισμένο με ζωγραφισμένα κάγκελα, σαν να φυλάκιζαν ένα αρχαίο αίνιγμα. Στο κιτρινισμένο κουτί της υπήρχε καρφιτσωμένο ένα χαρτάκι: «Η κούκλα της Σελήνης. Προσοχή! Μην την αφήσεις να σε κοιτάξει για πολλή ώρα».
Η Έλσα χαμογέλασε, τη σήκωσε στα χέρια της και προσπάθησε να απομακρύνει τη σκόνη που τη σκέπαζε. Τότε ακούστηκε ένας στριγκός, υπόκωφος ήχος, που έμοιαζε να κρύβει μυστικά.
Με ενθουσιασμό την αγόρασε και την πήρε μαζί στο ατελιέ της. Ένα παλιό, φωτεινό δωμάτιο γεμάτο καμβάδες και χρώματα που μύριζαν λάδι και βερνίκι. Μόλις την έβαλε πάνω στο τραπέζι, μια ασημένια λάμψη αναπήδησε από τα μάτια τής κούκλας. Παρόλη την προειδοποίηση, η Έλσα την κοίταξε για αρκετή ώρα και έπειτα άρχισε να ζωγραφίζει.
Πιάνοντας τον χρωστήρα, κάθε πινελιά που άφηνε πάνω στον καμβά δεν έμοιαζε δική της· έμοιαζε κάποιος άλλος να την καθοδηγεί. Τα χρώματα ανακατεύονταν μόνα τους· το μπλε και το ασημί χορεύανε σαν ουρανός με υγρά φεγγάρια, και οι μορφές που ζωγράφιζε αποκτούσαν κίνηση.
Μια γυναικεία φιγούρα, που δεν είχε σχεδιάσει η Έλσα, αλλά σχηματίστηκε από το πινέλο στα δάχτυλά της, άρχισε να της μιλά μέσα από τον πίνακα: «Συνέχισε, αλλιώς θα χαθώ».
Όταν το πινέλο άγγιξε τον πίνακα, η φιγούρα αναστέναξε, σαν να ήταν αληθινή ύπαρξη. Το ατελιέ είχε γίνει πλέον ένας ζωντανός παράδοξος κόσμος όπου η φαντασία και η πραγματικότητα είχαν συγχωνευθεί, και η κούκλα της Σελήνης ήταν η πηγή αυτής της μαγείας και είχε καταλάβει την ψυχή της.
Το επόμενο πρωινό, η Έλσα ήταν άφαντη. Το μόνο σημάδι της στο ατελιέ ήταν ένα πορτρέτο της που την παρουσίαζε με μάτια βουρκωμένα φεγγάρια, βαθιά και σκοτεινά, και στο κάτω μέρος του πίνακα, αντί για υπογραφή, μια μικροσκοπική πάνινη κούκλα.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ (2023)

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.
Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν…

Είκοσι πέντε μικροί, παράξενοι, γοητευτικοί, ιδιαίτεροι κόσμοι. Είκοσι πέντε μικρά σύμπαντα. Είκοσι πέντε μινιατούρες. Οι ρίζες της ελιάς που βρίσκονται σε προχωρημένη άνοια, υφάντρες ταραντούλες, ένα πλωτό σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, ένα στέλεχος πολυεθνικής φυτεμένο στο χώμα, ένα σπίτι που πονάει, μια σκιά που κωπηλατεί κάτω από τη βάρκα ενώ στο πάνω μέρος της κανείς δεν κρατάει κουπιά, μία σκούπα που διεκδικεί τα εργασιακά της δικαιώματα, μία μαύρη γάτα που σκεπάζει έναν ουρανοξύστη, η Εριφύλη με τα λευκά γιακαδάκια που σκίζεται στα δύο, ένα ελάφι που συνοδεύει ένα ανεμόπτερο πάνω από τις στέγες ενός μικρού χωριού, ένα πουλί με σπασμένη φτερούγα που πάλλεται μέσα σε έναν πίνακα, μία γιγάντια ξύλινη κότα με μία μητέρα κλεισμένη στην κοιλιά της, όλα ψηφίδες ενός μαγευτικού, πολύχρωμου μωσαϊκού, μία συλλογή διηγημάτων στην οποία όλα επιτρέπονται και όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή και μία συγγραφέας που ταξιδεύει ανάμεσα στους απειράριθμους κόσμους της φαντασίας.

.

ΟΙ ΥΦΑΝΤΡΕΣ

Ήταν αργά το βράδυ, όταν έφθασα στην εγκαταλειμμένη βιοτεχνία των υφαντών. Υπολόγιζα ότι θα ήμουν εκεί νωρίς το απόγευμα, αλλά μια
αβαρία με το αυτοκίνητο με πήγε πολλές ώρες πίσω. Δεν υπήρχε
ξενοδοχείο στην περιοχή.
Η μεσίτρια που μου είχε δώσει τα κλειδιά μου είπε ότι μπορούσα να μείνω εκεί το βράδυ, υπήρχε μια κρεβατοκάμαρα που χρησιμοποιούσε παλιά ο
βιοτέχνης. Την επομένη θα ερχόταν εκείνη για να της τα παραδώσω και
να αποφασίσω αν με ενδιαφέρει το οίκημα.
Ήταν γεμάτη από ιστούς η κρεβατοκάμαρα. Καθάρισα μόνο τον χώρο πάνω από το κρεβάτι. Ευτυχώς μέσα σε μια ντουλάπα βρήκα κάτι καθαρά σκεπάσματα, έστρωσα και κατάκοπος έπεσα να κοιμηθώ.
Μοναδικός φωτισμός ένα παλιό πορτατίφ, η λάμπα του τρεμόσβηνε, έμοιαζε να χαροπαλεύει ανάμεσα σε δύο κόσμους, μην μπορώντας να αποφασίσει πού ανήκει. Την άφησα ανοικτή. Δεν μ’ έπιανε ο ύπνος, αλλά τελικά τα κατάφερα.
Ένα ανεπαίσθητο τρίξιμο της πόρτας ξαφνικά με ξύπνησε.
Πέντε γυναικείες φιγούρες έρποντας στα τέσσερα εύκαμπτες, απίστευτα συμμετρικές με πλησίασαν.
Κουνούσαν παράξενα τα κεφάλια τους, πότε δεξιά και πότε αριστερά, μα σε πλήρη αρμονία μεταξύ τους. Φορούσαν ρόμπες εργασίας. Τα τρία τελευταία κουμπιά τους έλειπαν, με αποτέλεσμα οι λευκοί, όμορφοι μηροί τους να είναι σε πλήρη θέα.
«Ποιες είστε;», ψέλλισα μισοκοιμισμένος.
Με πλησίασαν δίχως να μιλούν. Άρχισαν να με αγγίζουν και να με φιλούν. Τα χέρια τους μαλακά. Τα χείλη τους άφηναν πάνω μου μια κολλώδη ουσία που μου μούδιαζε το σώμα και το μυαλό και δεν μ’ άφηνε να αντιδράσω. Άρχισαν να με γδύνουν. Τα κορμιά τους βελούδινα, μ’ ένα χνούδι απαλό, σαν μωρού. Ήταν μια απίστευτη βραδιά. Δεν καταλάβαινα αν είμαι ξύπνιος ή ναρκωμένος.
Όταν όμως μία από εργάτριες άρχισε να βγάζει από τον αφαλό της μεταλλικές κλωστές και να πλέκει μ’ αυτές μια θηλιά, κατάλαβα ότι εκείνη
προοριζόταν για τον λαιμό μου και πετάχτηκα από το κρεβάτι έντρομος.
Ως διά μαγείας, οι εργάτριες εξαφανίστηκαν, στη θέση τους πάνω στο σεντόνι μου εμφανίστηκαν πέντε ταραντούλες. Αντί για κεφάλια φορούσαν τα πρόσωπα των εργατριών. Με χλεύαζαν βγάζοντας κοροϊδευτικά τις γλώσσες τους. Έφυγα κακήν κακώς από τη βιοτεχνία. Άφησα τα κλειδιά πάνω στην πόρτα.
Όταν άναψα τη μηχανή του αυτοκινήτου, θυμήθηκα ότι η μεσίτρια στη συνάντησή μας φορούσε ένα παράξενο αραχνοΰφαντο φόρεμα.

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΝΗΣΤΗΡΕΣ

Είμαι ορφανή. Ονομάζομαι Μελίσα.
Η θεία Ματθίλδη με μεγάλωσε. Μένω μαζί της.
Φέτος που είμαι δεκάξι, η θεία αποφάσισε ότι έχω μεγαλώσει αρκετά και πρέπει να παντρευτώ.
Τρεις επίδοξους μνηστήρες έφερε στο σπίτι μας.
Τον Άντριου που είναι οδοντίατρος και τον κερώσαμε γλυκό κεράσι. Τον Πήτερ που είναι κρεοπώλης και του κάναμε το τραπέζι με μπούτι χοιρινό, και τον Τζόναθαν που έχει καφενείο και τον καλέσαμε για τσάι.
Η θεία σήμερα το βράδυ μου ανακοίνωσε πως αύριο πρέπει οπωσδήποτε να αποφασίσω ποιον από τους τρεις θα παντρευτώ.
Πήγα νωρίς για ύπνο και έκλαιγα χαμηλόφωνα, για μη με ακούσει η θεία.
Κάποια στιγμή με πήρε ο ύπνος.
Τότε ήταν που είδα τον Άντριου να κάθεται στην καρέκλα του γραφείου μου και, καθώς έτρωγε το γλυκό κεράσι, γέμισε σάλια όλο του το πρόσωπο και κάποια στιγμή εκείνα έγιναν γλιστερά χέλια, που πήδηξαν στο κενό και γέμισαν το πάτωμα του δωματίου μου.
Πάνω στο κομοδίνο μου κάθεται ο Πήτερ, μασουλά το χοιρινό και, καθώς το ξεκολλά από την πέτσα, αισθάνομαι ότι είμαι εγώ το ψητό και τα ρούχα μου η πέτσα που την ξεσκίζει.
Δίπλα στον καθρέπτη μου ο Τζόναθαν ρουφά το τσάι του και ο ήχος τρυπά τα αυτιά μου, ζεματίζει τον εγκέφαλό μου.
Αρχίζω να ουρλιάζω βοήθεια, μα δεν βγαίνει ήχος. Τρέμω ολόκληρη, οι τρεις άντρες γίνονται βλοσυρές νυχτερίδες και πετούν από πάνω μου.
Πριν καταφέρουν να ρουφήξουν το αίμα μου, ξυπνώ. Είναι πρωί, τρέχω στο παράθυρο, είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου τα χείλη μου σχηματίζουν από μόνα τους τη λέξη όχι.
Όχι επαναλαμβάνω δυνατά για να το ακούσω κι εγώ και μία άγρια χαρά με κατακλύζει.

.

ΦΛΕΒΕΣ ΓΡΑΦΗΣ (ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΕΚΔ. ΡΩΜΗ 2019)

.

Ο ΒΙΟΛΙΣΤΗΣ ΛΥΚΟΣ

Εγώ η μικρή κοκκινοσκουφίτσα,
ο όμορφος κυνηγός εσύ,
μου υποσχέθηκες
ταξίδι στη θάλασσα.
Όταν φτάσαμε,
η βάρκα είχε χαθεί.
Θα την περάσουμε με τα πόδια,
μου είπες,
κι εγώ τυφλά
σε ακολούθησα.
Όταν τη διασχίζαμε,
εγώ έγινα ένα τεράστιο πρόβατο
κι εσύ ο κακός λύκος
που έπαιζε το βιολί του.
Μετά από πολύ καιρό,
φτάσαμε επιτέλους στη στεριά.
Εγώ είμαι πλέον μεγάλη μουσικός
κι εσύ ο πρώτος κυνηγός
που έφαγε το λύκο που είχε μέσα του.
Βιολί όμως δεν μου ξανάπαιξες ποτέ.

ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ

Πεταλούδα του Απρίλη
με έλεγες κι εγώ χαμογελούσα,
δεν πίστευα στα λόγια σου.
Μα μια μέρα που ήταν
Πρωταπριλιά, τα πίστεψα.
«Στα μάτια, αχ! στα μάτια σου
πανέμορφοι ιριδισμοί.
Στα χείλη, αχ! στα χείλη σου
το νέκταρ δε χορταίνω.
Εκλιπαρώ σε, σε ποθώ
μακριά μου μην πετάξεις».
Σ’ άκουσα κι έμεινα μαζί σου.
Κι ήρθαν βαριοί Χειμώνες
τσάκισαν τα φτερά
καυτά καλοκαίρια
που έλιωσαν ό, τι απέμεινε από αυτά.
Και να ‘μαι πάλι την πρώτη μέρα
ενός Απρίλη γέρου.
Τώρα σαν κάμπια σέρνομαι.
Στη θέση των όμορφων φτερών
ορθώνεται καμπούρα άσχημη,
γεμάτη γνώση.
Μα τι παράξενο.
Εσύ όταν με κοιτάς,
βλέπω στα μάτια σου
πάλι εκείνη την πεταλούδα τ’ Απρίλη

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ

Μια βάρκα λαστιχένια, τρύπια.
Εγώ, Εσύ και τα Παιδιά.
Μια καθώς πρέπει οικογένεια
σε ναυάγιο,
σε μαύρα αβαθή νερά.
Ένα μοναδικό κουπί
ασταμάτητα κουνάς
μ’ έναν ρυθμό αλλόκοτο
που δε μας βοηθά,
μας πάει μόνον πιο βαθιά.
Ο γιός κάνει κουπιά τα χέρια-
να σωθεί προσπαθεί
όχι από το ναυάγιο,
μα από το πολύ το βάρος.
Εγώ αδειάζω τα νερά’
αν σκεφτώ και σταματήσω,
θα πνιγούμε.
Η κόρη δε βοηθά,
μονάχα κλαίει σιωπηλά.
Έχουν περάσει ώρες πολλές,
κοιτώ τον άντρα μου στα μάτια
που κάποτε ήταν καθρέπτης καθαρός.
Τώρα σπασμένα κρύσταλλα
δίχως το είδωλό μου.
Η κόρη ξυπνά από τον λήθαργο
και πηδά στη θάλασσα,
το ίδιο κι ο γιός μου,
κολυμπάνε.
Εγώ και Εσύ
παραμένουμε στη βάρκα.

ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ CIEL

Μια βάρκα μικρή
δίχως πανιά
μέσα στα σπλάχνα της
μοναχά εγώ και εσύ
και δύο κουπιά
στη μέση ενός ωκεανού
που έχει χρώμα del.
Τα ίσαλα της βάρκας σε πλήρη αρμονία
με τη νοητή γραμμή ουρανού και θάλασσας.
Αισθανόμαστε μουσική
δεν έχει ήχο, μα εμείς την ακούμε.
Στη μέση του πουθενά όλα γίνονται.
Μαγεμένοι ανταλλάσσαμε παθιασμένα φιλιά.
Τώρα η βάρκα μας δεμένη από τον λαιμό,
εσύ λείπεις, εγώ είμαι εκεί,
σ’ ένα δωμάτιο σκοτεινό,
με κάποιον άλλον.
Το μόνο που έμεινε από εμάς,
αυτή η βάρκα που φυλακίστηκε για πάντα
να αιωρείται στο κενό
σ’ ένα φθηνό ξενοδοχείο
που έχει το όνομα «CIEL

.

ΠΟΙΗΜΑΤΑ

(Αδημοσίευτα και δημοσιευμένα στα λογοτεχνικά περιοδικά
ΠΕΡΙ ΟΥ, ΦΡΕΑΡ, FRACTAL, ΕΞΙΤΗΡΙΟ )

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟ ΣΥΜΠΑΝ

Ονειρεύτηκα.
Ήμασταν
δελφίνια,
ανταλλάσσαμε
πλαταγίσματα,
μαγεμένα
βουτούσαμε
στην μήτρα
της θάλασσας,
να ξαναγεννηθούμε
λαχταρούσαμε.
Έγινα
όστρακο,
στιλπνός
μέσα μου
βυθίστηκες,
γίνηκες
η σάρκα μου.
Έγινα
ουρανός,
γλάρος εσύ
ανάλαφρα
με διέσχισες.
Ώσπου
δίχως πίσω
να κοιτάξεις,
γίνηκες ξένος,
τσακίστηκα
στην πραγματικότητα.

ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Πάντα έβρισκα το λευκό χρώμα
ψυχρό και αδιάφορο.
Εκείνο που με γοήτευε
ήταν το μαύρο.
Στα σκοτεινά μονοπάτια του
θέλω να κυνηγώ με ξόβεργες
αγριοπούλια
Δεν θέλω να τα αιχμαλωτίσω
μόνο για μια στιγμή
το κελάηδημα τους να κλέψω
και πάλι πίσω θα τ’ αφήσω.
Θέλω να φτάσω στον πυρήνα
του σκοταδιού,
και στο πιο ζεστό σημείο του
πριν λιώσω,
από μέσα μου
να ξεπροβάλλει
μαύρος πάνθηρας
το ποίημα.

ΟΙ ΕΥΧΕΣ

Οι ευχές δεν φιμώνονται
κυκλοφορούν ελεύθερες.
Δεν μας τρομάζουν
και κατ’ εξαίρεση,
δεν απολυμαίνονται.
Οι λέξεις τους
χιλιοειπωμένες,
γίνονται όμως
ποίημα
για μια μοναξιά
που γιόρταζε, αφέθηκε
και για πρώτη φορά
μοιράστηκε.

ΤΟ ΧΡΥΣΟΨΑΡΟ

Βουτώ στον βάλτο
κολυμπώ
με νερόφιδα
ένας δραπέτης
με πορτοκαλί στολή
και δυο μάτια ζάχαρη
μες στη θολούρα
προκλητικά
μου γνέφει,
μας χωρίζει
αλήθεια ρευστή
και η αόρατη γυάλα του.

Η ΜΩΒ ΟΜΠΡΕΛΑ

Ένα λιοντάρι
βρυχάται
στο στομάχι
ενός ποντικού.
Ένας
αετός
ξεψυχά,
έντομα
ρουφούν
το περήφανο
σώμα του.
Και εκείνη
η κοπέλα
σ’ ένα πάρκο
στο Χάρκοβο ,
που περπατά
αμέριμνη
κρατώντας
μια ομπρέλα
με μωβ μαργαρίτες ,
σκάει
σαν μανιτάρι
όταν ξεσπά βροχή
ο πόλεμος.
Έχω και εγώ,
μια ίδια ομπρέλα .

Ο ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Εγώ, εσύ και το παιδί μας
σ’ εκείνον τον πίνακα.
Με κατάλευκη σάρκα εγώ
δίχως μελανιές,
αφού έλειπαν τα χέρια σου.
Το παιδί στην κούνια του.
Εσύ πανέμορφος.
Έλειπαν και τα πόδια σου.
Δίχως την κλωτσιά σου
γεννήθηκε το παιδί μας
και τώρα κοιμάται ήσυχο
στον πίνακα που φαντάστηκα.

ΤΟ ΠΑΛΤΟ

Θα ‘θελα
να’ μαι το
παλτό σου.
Να με φοράς
ολόκληρη .
Έστω μονάχα
τα κουμπιά του,
να σπρώχνεις
σε μικρές σπηλιές
το σώμα μου,
δεμένο
χειροπόδαρα
και εκείνο
σαν χέλι
να γλιστρά
και
να σε κλείνει.

ΤΟ ΦΙΝΙΣΤΡΙΝΙ

Ήσουν λιακάδα,
μα η θλίψη
σαν ασταμάτητη
βροχή
σε ξέπλυνε.
Καταιγίδα έγινες,
σαρώνεις το φώς
στα μάτια μου.
Μαύρος κύκνος
εγώ,
που χορεύει
μες στο νερό
επικίνδυνα.
Από το φινιστρίνι
ενός άλλου κόσμου
κοιτάς αμέτοχος.
Σε εκλιπαρώ
με το χορό
σε θέλω πίσω.
Γίνεσαι υγρό
στους πνεύμονες,
ανεβαίνω ψηλά
επιτέλους
σε φθάνω.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και εργάστηκε για χρόνια στον τραπεζικό τομέα, πριν στραφεί πιο ενεργά στη λογοτεχνική δημιουργία. Έχει ήδη διαμορφώσει μια διακριτή παρουσία στον χώρο των γραμμάτων, με τη συλλογή διηγημάτων «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού και άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες» και με συμμετοχές σε ποικίλες συλλογικές εκδόσεις πεζού και ποιητικού λόγου. Στο νέο της έργο «Η κούκλα της Σελήνης», από τις εκδόσεις ΑΩ, αξιοποιεί μια έντονα ποιητική και συμβολική γραφή, δημιουργώντας ένα σύμπαν όπου το όνειρο και η πραγματικότητα διαπλέκονται και η γυναικεία εμπειρία αποκτά πολλαπλές, σχεδόν μυθικές διαστάσεις. Η συγγραφέας απαντάει στις ερωτήσεις της Γεωργίας Μακρογιώργου για το νέο της βιβλίο.

Σοφία, χρησιμοποιείς έντονες σουρεαλιστικές εικόνες. Τι ρόλο παίζει αυτό στη συνολική αφήγηση του βιβλίου σου;

Οι σουρεαλιστικές εικόνες για μένα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι ο ίδιος ο παλμός της αφήγησης. Είναι ο τρόπος που βρίσκει η αλήθεια να μιλήσει, όταν η ρεαλιστική γλώσσα δεν επαρκεί. Μέσα από αυτές τις εικόνες το ασυνείδητο αποκτά σώμα. Ο φόβος γίνεται πουλί, η μνήμη γίνεται νερό, η απώλεια παίρνει ανθρώπινη μορφή και μας κοιτάζει. Δεν με ενδιαφέρει να περιγράψω τον κόσμο όπως φαίνεται αλλά όπως βιώνεται στο βάθος, εκεί όπου το όνειρο και η πραγματικότητα δεν είναι αντίθετα αλλά συγκοινωνούντα δοχεία. Οι εικόνες αυτές λειτουργούν σαν ρωγμές στον καθρέφτη της λογικής. Από εκεί περνά φως και σκοτάδι. Μέσα από αυτές τις ρωγμές ο αναγνώστης καλείται όχι απλώς να καταλάβει αλλά να νιώσει και να αναγνωρίσει κομμάτια του εαυτού του που δεν είχαν όνομα.

Οι γυναικείες μορφές φαίνεται να λειτουργούν συμβολικά. Τι αντιπροσωπεύουν για σένα αυτές οι μορφές;

Οι γυναικείες μορφές στο έργο μου δεν είναι πρόσωπα με μία ταυτότητα. Είναι εκδοχές ενός αρχέγονου πυρήνα. Είναι η γυναίκα ως μνήμη, σώμα, τραύμα και μεταμόρφωση. Κουβαλούν σιωπές γενεών αλλά και μια υπόγεια δύναμη που επιμένει να ανθίζει. Είναι εύθραυστες και ταυτόχρονα αδάμαστες. Μπορούν να σπάσουν και να ξαναγεννηθούν από τα θραύσματά τους.

Η εικόνα της μικρής πάνινης κούκλας είναι ιδιαίτερα δυνατή. Πώς προέκυψε αυτό το σύμβολο και τι σημαίνει για σένα σε σχέση με την ταυτότητα ή την ευθραυστότητα του ανθρώπου;

Η μικρή πάνινη κούκλα προέκυψε σχεδόν αθόρυβα, σαν κάτι που υπήρχε ήδη μέσα μου και απλώς ζήτησε να ειπωθεί. Είναι η συμπύκνωση της ανθρώπινης ευθραυστότητας. Κάτι που μπορεί να αγαπηθεί αλλά και να πληγωθεί. Ταυτόχρονα είναι και ανθεκτική. Ακόμη και όταν σκιστεί, μπορεί να ραφτεί ξανά και να συνεχίσει να υπάρχει με τα σημάδια του. Συνδέεται με την ταυτότητα, γιατί όλοι κουβαλάμε μέσα μας ένα τέτοιο κομμάτι. Ένα εκτεθειμένο, παιδικό μέρος που διαμορφώνεται από τους άλλους αλλά παλεύει να μείνει δικό μας.

Προερχόμενη από έναν διαφορετικό επαγγελματικό χώρο, όπως ο τραπεζικός τομέας, πώς επηρέασε αυτή η εμπειρία τη ματιά σου πάνω στη λογοτεχνία και τη δημιουργία;

Ο τραπεζικός χώρος μου έμαθε πειθαρχία, δομή και ακρίβεια αλλά και την ανάγκη για το αντίθετο. Μέσα σε έναν κόσμο αριθμών άρχισα να αφουγκράζομαι ό,τι δεν μετριέται. Συναίσθημα, απουσία και ρωγμές των ανθρώπων. Δεν βλέπω αυτές τις δύο διαδρομές ως αντίθετες αλλά ως συμπληρωματικές. Η μία μου έδωσε τα όρια και η άλλη την ελευθερία να τα υπερβώ. Και ανάμεσά τους γεννήθηκε η δική μου φωνή.

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Θεσσαλονίκη»

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

 Η ΚΟΥΚΛΑ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ
ΣΙΣΣΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ – ΒΑΛΙΟΥΛΗ

Fractal 17/03/2026

Συναρμολογώντας το είδωλό μας

Τα τριάντα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου στο βιβλίο της «Η Κούκλα της Σελήνης», μας εισάγουν σε έναν απόλυτα συμβολικό κόσμο, δομημένο με ιδιαίτερο ύφος και υπαινικτική αλλά βαθιά ουσιαστική γραφή.

Ως αναγνώστρια, ομολογώ πως η πρώτη ανάγνωση υπήρξε απαιτητική. Στη δεύτερη όμως — και κυρίως στην τρίτη — ένιωσα να εισχωρώ βαθύτερα στον συγγραφικό της κόσμο, να κατανοώ τις διαστρωματώσεις του λόγου και να συνομιλώ ουσιαστικά με τα κείμενα. Πρόκειται για ένα έργο που δεν εξαντλείται στην επιφάνεια· ζητά χρόνο, επιστροφή και εσωτερική διαθεσιμότητα.

Το πλαίσιο των διηγημάτων συγκροτείται από όνειρα, καθρέφτες και ψευδαισθήσεις, που βρίσκονται διαρκώς σε αντιπαλότητα με την πραγματικότητα. Μέσα σε αυτό το ιδιότυπο σκηνικό αναδύονται θεματικοί άξονες έντονοι και σύγχρονοι:

η οικογενειακή φυλακή, η κακοποίηση, η πατριαρχία,
το «άλλο εγώ» ως δυνάστης αλλά και το «εγώ» ως ανακάλυψη και λύτρωση,
η κοινή ανθρώπινη ρίζα, η γέννα ακόμη και ως πράξη τέχνης,
ο κατακερματισμένος εαυτός, η αλλοτρίωση, η συμμετοχή,
η ψευδαίσθηση ως εμμονή, η μίμηση της φαντασίας από την πραγματικότητα.
Και τελικά, πάνω απ’ όλα, αναδεικνύεται η Τέχνη:
ως έμπνευση, ως λύτρωση, ως καταφυγή, ως απόδραση, ως δημιουργία.

Καθοριστικό ρόλο στη νοηματική πυκνότητα του έργου παίζουν οι αντιθέσεις — μαύρο και λευκό, φως και σκοτάδι, ήχος και σιωπή, ζωή και θάνατος — που λειτουργούν όχι μόνο ως αισθητικά στοιχεία, αλλά ως βαθύτεροι φιλοσοφικοί άξονες.

Είναι αξιοθαύμαστο πώς, μέσα σε λίγες σελίδες κάθε διηγήματος, η συγγραφέας κατορθώνει να αναδείξει τόσο σύνθετα και απαιτητικά ζητήματα με λόγο υπαινικτικό, αλλά ταυτόχρονα καίριο και ουσιαστικό.

Η «Κούκλα της Σελήνης» είναι ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί — όχι μόνο για να γνωρίσουμε τον ιδιαίτερο κόσμο της δημιουργού του, αλλά και για να προσεγγίσουμε τον δικό μας εαυτό. Ένα βιβλίο που μας καλεί να συναρμολογήσουμε το είδωλό μας από τα θραύσματα των κρυμμένων νοημάτων που ανακαλύπτουμε στις σελίδες του.

Και ίσως η ουσία αυτού του έργου να συμπυκνώνεται σε μικρές, σχεδόν υπόγειες στιγμές. Στιγμές όπου ο συμβολισμός γίνεται εικόνα και η εικόνα εσωτερική αποκάλυψη.

Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας ένα μικρό απόσπασμα από το μικροδιήγημα «Το όνομά της ήταν Ελπίδα»:
«Η Ελπίδα στάθηκε ανάμεσά τους. Το σφυρί έκαιγε στο χέρι της· ήταν εύκολο να το σηκώσει. Αλλά το βάρος της δεύτερης γυναίκας που θεράπευε ήταν εκείνο που την τραβούσε. Μια αόρατη έλξη προς το άθραυστο που φτιάχνεται από θραύσματα.

Και τότε ξύπνησε.»

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ

https://stigmalogou.gr 07/05/2026

Το βιβλίο της Σοφίας Τριανταφυλλίδου «Η Κούκλα της Σελήνης» (εκδόσεις ΑΩ, 2026) παραπέμπει σε ένα αλληγορικό ψυχογράφημα. Οι τριάντα ιστορίες συνθέτουν ένα ιδιότυπο ατελιέ μέσα στο οποίο ζωντανεύει «ένας παράδοξος κόσμος όπου η φαντασία και η πραγματικότητα έχουν συγχωνευτεί» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ομότιτλο διήγημα της συλλογής (σελ. 81).

Τα κείμενα δεν ακολουθούν τους κανόνες της παραδοσιακής αφήγησης, ούτε την εξέλιξη μιας ρεαλιστικής πλοκής, αντίθετα συγκροτούνται από υπερρεαλιστικές εικόνες και συμβολικές μεταμορφώσεις. Η συγγραφέας προσεγγίζει την αναζήτηση του έσω εαυτού και της υπαρξιακής ταυτότητας του ατόμου μέσα από παραβολές ξεγυμνώνοντας αλήθειες και αποκαλύπτοντας τραύματα. Ο ήρωας στο διήγημα «Η κυρία Bird»( σελ.7) διατρέχει με πόνο και σκληρότητα την εφηβική ηλικία, αποδεσμεύεται από την πατριαρχία και την επίπλαστη οικογενειακή ευτυχία χαράζοντας τον προσωπικό του ενήλικο δρόμο. Στα «Κέρατα του μικρού ζαρκαδιού» (σελ. 16) οι μάσκες ταυτίζονται με την κτηνωδία της σεξουαλικής κακοποίησης. Αντίστοιχα, τα όνειρα στη «Μανωλία» (σελ. 13) και «Μήλο στο στόμα»( σελ.78) φανερώνουν τις αγωνίες για την αναζήτηση της ταυτότητας, την αυτοπεποίθηση που χαρίζει η εσωτερική γαλήνη και αποδοχή και το αντίθετο. Οι πεταλούδες, οι ψηλοτάκουνες γόβες, το πηγάδι, το κομμένο σκοινί λειτουργούν ως σύμβολα που αποκαλύπτουν τη μοναξιά, την κακοποίηση, την δυσκολία γέννησης της έμπνευσης, την αναζήτηση της σεξουαλικής ταυτότητας. Οι ενοχές, τα καταπιεσμένα συναισθήματα, αλλά και η απόρριψη των συμβάσεων και των ορθολογικών περιορισμών αποκρυπτογραφούνται μέσα από αλληγορικές ιστορίες. Ιδιαίτερη θέση στους συμβολισμούς της συλλογής κατέχουν οι καθρέφτες, λειτουργώντας ως πύλη ανάμεσα στον εξωτερικό και εσωτερικό κόσμο, το φαίνεσθαι και το είναι.

Δεύτερο χαρακτηριστικό της συλλογής είναι η διακειμενικότητα. Η Τριανταφυλλίδου συνομιλεί με γνωστούς ζωγράφους όπως ο Ανρί Ματίς εισχωρώντας στα μύχια του πίνακα «Η Χαρά της ζωής». Όπως ο ζωγράφος θέτει το συναίσθημα και το χρώμα πάνω από την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας, η συγγραφέας ακολουθεί το ίδιο μοτίβο στο ομότιτλο διήγημα (σελ. 72). Η ηρωίδα στο «Αντίγραφο» (σελ. 68)ταυτίζεται με τη μορφή της Παρθένου στον προκλητικό πίνακα του Μαξ Έρνστ «Η Παναγία τιμωρεί το Θείο βρέφος μπροστά σε τρείς μάρτυρες». Ο πίνακας που αποτελεί μια σουρεαλιστική επίθεση στις καθιερωμένες θρησκευτικές αξίες και την αστική ηθική αξιοποιείται από τη συγγραφέα για να καυτηριάσει την κοινωνική πίεση προς τη γυναίκα που δεν τεκνοποιεί.

Ανάλογα στον «Νάνο» (σελ. 75) η αφήγηση αντλεί ερεθίσματα από τον πίνακα του Ντιέγκο Βελάσκεθ «Las Meninas» για να αναδείξει ζητήματα όπως η διαφορετικότητα, η κοινωνική καταπίεση και ο καθωσπρεπισμός με αποτέλεσμα την απώλεια της προσωπικής ευτυχίας και πληρότητας.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η διακειμενική συνομιλία με το κορυφαίο θεατρικό έργο «Ο θάνατος του Εμποράκου» του Άρθουρ Μίλερ, όπου η ηρωίδα στο διήγημα «Η μυστηριώδης γυναίκα»( σελ. 34) παρεμβαίνει ανατρεπτικά στην εξέλιξη της ιστορίας, διαμορφώνοντας ένα διαφορετικό τέλος.

«Η κούκλα της σελήνης» δεν χαρακτηρίζεται από την ευκολία της πρώτης ανάγνωσης. Προκαλεί τον αναγνώστη να σκεφτεί, να νιώσει και να αναμετρηθεί με όσα αποφεύγει. Ανακαλύπτοντας το χάρισμα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου να δημιουργεί μία έντονη ατμόσφαιρα προσδίδοντας στα κείμενα της μία προσωπική και συμβολική διάσταση, αναλογιζόμαστε τη ρήση του Γάλλου συγγραφέα και ηγετική μορφή του υπερρεαλισμού Αντρέ Μπρετόν: «από όλες εκείνες τις τέχνες στις οποίες οι σοφοί υπερέχουν, το μεγαλύτερο χάρισμα είναι να γράφεις καλά».

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΧΑΤΖΗΜΠΑΛΟΓΛΟΥ – ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΥ

http://www.periou.gr 23/05/2026

Η συλλογή σύντομων πεζών “Η κούκλα της Σελήνης” γεννήθηκε από μικρές και μεγάλες στιγμές· από όσα λέγονται, αλλά και από εκείνα που μένουν σιωπηλά μέσα μας.

Πρόκειται για ιστορίες χαμηλόφωνες, που δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν, αλλά να αγγίξουν τον αναγνώστη, να σταθούν δίπλα του και όχι απέναντί του.

Κατά την προσωπική μου ανάγνωση, η Σοφία Τριανταφυλλίδου είναι μια συγγραφέας που γράφει όπως ακριβώς ζει: με ειλικρίνεια, τόλμη και βαθιά προσοχή σε ό,τι είναι εύθραυστο. Και αυτό διακρίνεται σε κάθε σελίδα του έργου της.

Σας καλώ, λοιπόν, να διαβάσετε τα μικροδιηγήματά της με ανοιχτή καρδιά, χωρίς την ανάγκη μιας απόλυτης ερμηνείας. Αφήστε τα να σας συναντήσουν εκεί όπου βρίσκεστε. Γιατί ένα αληθινό κείμενο βρίσκει πάντοτε τον δρόμο του.

Τριάντα ιστορίες. Τριάντα κόσμοι. Τριάντα διαφορετικοί τρόποι να κοιτάξει κανείς τη ζωή.

Σε αυτό το βιβλίο, κάθε αφήγηση αποτελεί ένα μικρό σύμπαν που καλεί τον αναγνώστη να το εξερευνήσει. Ήρωες της καθημερινότητας, αλλά και ασυνήθιστοι πρωταγωνιστές, τρυφερές στιγμές αλλά και σκηνές σκοτεινές ή ανατριχιαστικές, απρόσμενες συναντήσεις και αθόρυβες αποχωρήσεις συνθέτουν μια συλλογή που κινείται διαρκώς στα όρια του πραγματικού και του φανταστικού.

Άλλες ιστορίες είναι φωτεινές, άλλες σκιερές, άλλες βαθιά τρυφερές. Όλες όμως συναντιούνται σε έναν κοινό πυρήνα: στην ανθρώπινη ανάγκη για νόημα, για επαφή, για κατανόηση.

Πρόκειται για μικρές στιγμές που φωτίζουν μεγάλες αλήθειες και αφήνουν στον αναγνώστη μια αίσθηση οικειότητας, αλλά και ανακάλυψης.

Το βιβλίο διαβάζεται με ευκολία, όμως παραμένει μέσα σου για πολύ. Είναι ένα ταξίδι σε τριάντα υπόγειες διαδρομές που τελικά ενώνονται σε μία: τη διαδρομή της ίδιας της συγγραφέως.

Ένα ταξίδι ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό. Μια νυχτερινή ενδοσκόπηση. Μια φωνή που αιωρείται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι.

Με ποικιλία ύφους, θεματολογίας και συναισθημάτων, οι ιστορίες εξερευνούν αθέατες πλευρές της ανθρώπινης ύπαρξης: τη χαρά, τη νοσταλγία, τον φόβο, την απώλεια, τη μοναξιά, τη συντροφικότητα, αλλά και την ελπίδα.

Οι περισσότερες από αυτές τις μινιατούρες του πεζού λόγου είναι ανατρεπτικές. Κάθε ιστορία στέκεται αυτόνομα, όμως όλες μαζί συνθέτουν ένα ολοκληρωμένο ανθρώπινο σύνολο.

Η συγγραφέας χρησιμοποιεί άμεσο ύφος, κυρίως μέσα από τον ενεστώτα χρόνο, σύντομες και πυκνές προτάσεις, μεταφορικό λόγο, καθώς και μια ιδιαίτερη συνύπαρξη μυθολογικών και σύγχρονων στοιχείων.

Με λόγο ζωντανό και ευρηματικό, μας προσκαλεί να περιπλανηθούμε σε τριάντα διαφορετικές πραγματικότητες και, ίσως, να ανακαλύψουμε κάτι βαθύτερο για τον ίδιο μας τον εαυτό.

Το οπισθόφυλλο ως συμβολική πύλη
Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:

«Ένα μήλο σφηνώνει στο στόμα μου.
Η Εύα περπατά γυάλινη σε ψηλοτάκουνες γόβες κι εγώ ραγίζω.
Η Αριάδνη δραπετεύει από τον στάβλο κι εγώ είμαι το κομμένο σχοινί.
Η κυρία Bird αρνείται τα ξένα φτερά κι οι ώμοι μου γεμίζουν με πούπουλα.
Ένα καρφί από ένα σπασμένο τακούνι τρυπά ένα κοινό όνειρο.
Κι εγώ μένω εκεί, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο,
μια μικρή πάνινη κούκλα μετέωρη στο φως της Σελήνης.»

Το μήλο παραπέμπει στο αρχέγονο σύμβολο του πειρασμού και της ενοχής. Το «σφηνώνει στο στόμα μου» λειτουργεί ως εικόνα σιωπής, αδυναμίας έκφρασης ή ακόμη και λογοκρισίας.

Η Εύα εμφανίζεται ως σύμβολο θηλυκότητας, πειρασμού αλλά και εύθραυστης ταυτότητας. Η Αριάδνη παραπέμπει στην ανάγκη φυγής και απελευθέρωσης, ενώ η κυρία Bird ενσαρκώνει την αυθεντικότητα και την άρνηση κάθε δανεικής ταυτότητας.

Η πάνινη κούκλα γίνεται τελικά το κεντρικό σύμβολο του βιβλίου: μια ύπαρξη εύθραυστη, μετέωρη, ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, ανάμεσα στη γη και στο φως της Σελήνης.

Το οπισθόφυλλο όντως λειτουργεί ως αφηγηματική πύλη. Η αφηγήτρια μεταμορφώνεται διαρκώς — γίνεται ρωγμή, σκοινί, φτερό, κούκλα. Το «εγώ» της δεν είναι ποτέ σταθερό· είναι ευάλωτο, ρευστό, βαθιά ανθρώπινο.

Και ίσως αυτός να είναι ο κοινός παλμός που ενώνει και τις τριάντα ιστορίες της συλλογής.

Άραγε ποια από αυτές θα αγγίξει τη δική σας ψυχή; Ποια θα σας συγκινήσει, θα σας προβληματίσει, θα σας κάνει να χαμογελάσετε ή να δακρύσετε;

Κάθε ιστορία είναι ένα μικρό ταξίδι. Και όλες μαζί σχηματίζουν έναν ανθρώπινο χάρτη.

Εύχομαι ολόψυχα το βιβλίο αυτό να ταξιδέψει μακριά και να βρει τη θέση που του αξίζει στις καρδιές των αναγνωστών.

ΓΕΩΡΓΙΑ ΜΑΚΡΟΓΙΩΡΓΟΥ

VAKXIKON.GR 6/2026

Η συλλογή διηγημάτων «Η κούκλα της σελήνης» της Σοφίας Τριανταφυλλίδου από τις εκδόσεις ΑΩ είναι ένα ατμοσφαιρικό έργο που κινείται στα όρια του παραμυθιού και της ψυχολογικής αλληγορίας. Η συγγραφέας χτίζει έναν ενιαίο μυθολογικό κόσμο, όπου η παιδική μνήμη, το τραύμα, η γυναικεία εμπειρία και η δημιουργική πράξη πλέκουν ένα εργόχειρο συμβόλων που μεταμορφώνονται, μεταπλάθονται και αποκτούν νέα σημασία.

Το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί ως ένας κύκλος από μύθους ενηλικίωσης μέσα από το τραύμα. Από τη στιγμή που αρχίζουμε να διαβάζουμε, αντιλαμβανόμαστε την ενότητα του κόσμου της συλλογής. Οι ιστορίες μοιάζουν αυτοτελείς, αλλά μοιράζονται κοινή μυθολογία. Τα τριάντα διηγήματα λειτουργούν σαν καθρέφτες μεταξύ τους: εικόνες από φτερά, μάσκες, νερό, αίμα, ζώα και έργα τέχνης εμφανίζονται και επανέρχονται, δημιουργώντας ένα σύμπαν σουρεαλιστικό, με πολλές αλήθειες για την ανθρώπινη κατάσταση.

Στα πρώτα διηγήματα, η οικογένεια παρουσιάζεται ως κλουβί. Οι άντρες εμφανίζονται σαν αρπακτικά ή φύλακες, ενώ οι γυναίκες παλεύουν να αποκτήσουν δικά τους φτερά. Η απώλεια της φωνής γίνεται κυριολεκτική και μεταφορική. Οι καθρέφτες θρυμματίζονται, παραπέμποντας στην κατάρρευση της ταυτότητας. Το νερό λειτουργεί σαν μήτρα και τάφος και το αίμα ως μνήμη.

Η αλληγορία αποτελεί δομικό στοιχείο της αφήγησης. Το αποτέλεσμα είναι ένας κόσμος που θυμίζει παραμύθια των αδελφών Γκριμ, αλλά περασμένα μέσα από τη σύγχρονη εμπειρία κακοποίησης, απώλειας και εσωτερικής αφύπνισης. Κεντρικός άξονας της συλλογής είναι η γυναικεία εμπειρία. Οι ηρωίδες βρίσκονται συχνά εγκλωβισμένες σε οικογενειακές ή κοινωνικές δομές εξουσίας. Η βία εμφανίζεται ως καθημερινότητα, ενώ πατέρας, σύζυγος, αδελφός, εραστής λειτουργούν ως φορείς ελέγχου.

Η κακοποίηση παίρνει συμβολική μορφή. Ένας άντρας γίνεται ταύρος. Ένας άλλος φορά μάσκα που τον καταπίνει. Ένα παιδί μεταμορφώνεται σε ζαρκάδι. Και καθώς διαβάζουμε, σε απόσταση από τον ωμό ρεαλισμό, οδηγούμαστε σε ψυχική διερεύνηση. Ωστόσο η αφύπνιση των ηρωίδων δεν είναι πάντα νίκη. Συχνά συνοδεύεται από αυτοκαταστροφή, απομόνωση ή εξαφάνιση. Μήπως όμως η ίδια η εξαφάνιση λειτουργεί ως λύτρωση; Δεν είναι τυχαίο ότι οι ηρωίδες αποκτούν δικά τους φτερά. Από την άλλη, η ταυτότητα δεν είναι δεδομένη. Κατακτιέται και συχνά πληρώνεται με πόνο.

Ένα από τα πιο ισχυρά μοτίβα του έργου είναι η σχέση τραύματος και δημιουργίας. Πολλές ηρωίδες χάνουν τη φωνή τους, αλλά βρίσκουν έναν νέο τρόπο έκφρασης: ζωγραφίζουν, γράφουν με αίμα, μεταμορφώνονται σε πεταλούδες, μιλούν μέσα από έργα τέχνης. Ακόμα και η ίδια η σιωπή μπορεί να είναι δυνατότητα για δημιουργία και η γραφή να είναι νομοτέλεια και αναγκαιότητα.

Μετά το δέκατο διήγημα, το πλαίσιο διευρύνεται και ανοίγονται νέοι δρόμοι με συνομιλίες με την παγκόσμια λογοτεχνία και τέχνη. Η «μυστηριώδης γυναίκα» περνά μέσα από βιβλιοθήκη στο έργο του Arthur Miller και στο «Death of a Salesman», επιχειρώντας να αλλάξει τη μοίρα του ήρωα. Εδώ η ίδια η ανάγνωση γίνεται πράξη δημιουργίας.

Η αναφορά στον Carl Jung εισάγει την έννοια του συλλογικού ασυνειδήτου. Τα όνειρα των ηρώων λειτουργούν ως αρχετυπικές μνήμες. Και εδώ η γραφή αποκτά ψυχαναλυτική διάσταση. Οι εικαστικές τέχνες εμφανίζονται επίσης ως πύλες προς την εσωτερική αναζήτηση. Οι ηρωίδες μπαίνουν σε πίνακες του Max Ernst, του Henri Matisse ή του Diego Velázquez, συνομιλούν με τον γελωτοποιό Sebastián de Morra, και βρίσκουν εκεί μια νέα ύπαρξη. Η τέχνη γίνεται χώρος μετάβασης ανάμεσα σε ζωή και θάνατο.

Η συλλογή αξιοποιεί και τους μύθους ως ζωντανά σύμβολα. Ο Ίκαρος εμφανίζεται ως καλλιτέχνης του χρώματος. Η Αριάδνη γίνεται σύγχρονη γυναίκα που αναζητά τον δικό της μίτο. Και η φύση παίζει καθοριστικό ρόλο. Το δάσος Daintree Rainforest λειτουργεί ως τόπος μνήμης και ενοχής. Στη Ζάκυνθο, μια χελώνα σώζει τον βασανιστή της. Η οικολογία παρουσιάζεται ως ηθική ευθύνη. Κι έτσι από το προσωπικό περνάμε στο συλλογικό.

Η δυαδικότητα της ύπαρξης, με το καλό και το κακό, τον έρωτα και τον θάνατο σε αέναη πάλη και αναζήτηση ισορροπίας, αναπαρίσταται εκτενώς. Δίδυμα που καταπίνουν το ένα το άλλο, εσωτερικές φωνές που συγκρούονται, είδωλα που αποκτούν ζωή. Σ’ αυτό το επίπεδο οι καθρέφτες λειτουργούν ως κεντρικό σύμβολο αποκαλύπτοντας πολλαπλές ταυτότητες. Και η διάλυση του «εγώ» ίσως είναι προϋπόθεση για να επέλθει η λύτρωση.

Ο έρωτας στο βιβλίο είναι συνδεδεμένος με απώλεια ή μεταμόρφωση. Στο διήγημα με το τρένο στο Παρίσι και τον Σηκουάνα, η ρομαντική συνάντηση μετατρέπεται σε μεταθανάτια αποκάλυψη. Ο έρωτας λειτουργεί ως πέρασμα ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Οι ήρωες συναντιούνται σε ονειρικούς χώρους, σε τρένα, σε λίμνες, σε πίνακες.

Στα τελευταία διηγήματα, η αφήγηση γίνεται πιο πολυφωνική και θραυσματική. Οι ιστορίες συνομιλούν μεταξύ τους. Και οι ήρωες όλο και περισσότερο τείνουν να μοιάζουν με μετενσαρκώσεις προηγούμενων μορφών. Η ενοχή, η εκδίκηση, η μεταμόρφωση και η τέχνη ως αυτοθυσία κορυφώνονται. Οι πίνακες στάζουν αίμα. Οι πεταλούδες καίγονται στο φως. Οι κούκλες αποκτούν ψυχή. Το ομότιτλο διήγημα λειτουργεί ως καθρέφτης όλης της συλλογής. Η κούκλα της σελήνης είναι η ίδια η τέχνη: όμορφη, επικίνδυνη, απαιτητική.

Η γλώσσα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι ποιητική, πυκνή και ρυθμική. Χρησιμοποιεί σύντομες προτάσεις και ισχυρές εικόνες. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στον λυρισμό και στον τρόμο. Ωστόσο, η συγγραφέας αποφεύγει συνειδητά τον διδακτισμό. Κι όμως, τα θέματα που διατρέχουν τα διηγήματα – η κακοποίηση, η απώλεια, η ενοχή – έχουν βάρος υπαρξιακό. Και όλα λέγονται υπαινικτικά χωρίς περιττές εξηγήσεις, με έμφαση στην εικόνα. Η επανάληψη των συμβόλων δημιουργεί έναν ρυθμό που ενώνει τα κείμενα μεταξύ τους. Κάθε νέο διήγημα επιστρέφει στα προηγούμενα σαν να τα φωτίζει από διαφορετική γωνία του ίδιου φεγγαριού. Έτσι, ενώ προχωράμε την ανάγνωση, θέλουμε να ξαναγυρίσουμε πίσω και να ανακαλύψουμε νέες ερμηνείες.

Καθώς διαβάζουμε μια σειρά από ερωτήματα αναδύονται, σχετικά με την ίδια μας την ύπαρξη, με μύχιες σκέψεις μας, με το ασυνείδητο. Τελικά η τέχνη είναι λύτρωση ή κατάρα; Οι απαντήσεις είναι αντιφατικές. Η τέχνη από τη μια σώζει, αλλά από την άλλη απορροφά. Θεραπεύει, αλλά απαιτεί θυσίες. Στο ομότιτλο διήγημα, η μούσα δεν είναι πηγή έμπνευσης αλλά δαιμονική δύναμη που ζητά ζωή.

Εστιάζοντας στο ομότιτλο διήγημα «Η Κούκλα της Σελήνης» με το οποίο η Σοφία Τριανταφυλλίδου επιλέγει να κλείσει όλη η συλλογή, παρατηρούμε ότι η αφήγηση περιστρέφεται γύρω από τη λεπτή, σχεδόν επικίνδυνη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό και στο δημιούργημά του. Η Έλσα, καλλιτέχνης συναντά την έμπνευση σε μια μορφή που δεν μπορεί να ελέγξει. Η κούκλα λειτουργεί ως μούσα και ταυτόχρονα ως καθρέφτης της δημιουργικής της δύναμης. Όμως είναι και μια δύναμη που την απορροφά. Από τη στιγμή που το βλέμμα της συναντά το βλέμμα της κούκλας, η δημιουργία παύει να είναι πράξη ελεύθερης βούλησης και μετατρέπεται σε μια σχεδόν υπνωτική διαδικασία. Το πινέλο κινείται «από μόνο του». Η έμπνευση γίνεται εξάρτηση.

Κάθε δημιουργός αφήνει ένα κομμάτι της ψυχής του μέσα στο έργο του. Στην περίπτωση της Έλσας, όμως, η ανταλλαγή είναι κυριολεκτική: όσο περισσότερο ζωγραφίζει, τόσο λιγότερο της ανήκει ο εαυτός της. Η κούκλα, με το σφραγισμένο στόμα και τα μάτια που παρακολουθούν, μοιάζει να ενσαρκώνει την ίδια την τέχνη. Μια τέχνη που απαιτεί σιωπή, αφοσίωση, θυσία. Η δημιουργός δεν μιλά πια. Μιλά το έργο μέσα από εκείνη.

Και όταν η Έλσα χάνεται και απομένει μόνο το πορτρέτο της, η συγχώνευση έχει ολοκληρωθεί. Δημιουργός και δημιούργημα ταυτίζονται. Η καλλιτέχνης γίνεται αντικείμενο τέχνης, όπως η κούκλα υπήρξε πριν από εκείνη. Η δημιουργία αποκτά ζωή, ενώ ο δημιουργός συνεχίζει να ζει μέσα σε αυτήν. Το διήγημα υπογραμμίζει έτσι μια βαθιά αλήθεια: η τέχνη μπορεί να χαρίζει αθανασία, αλλά συχνά απαιτεί ως αντάλλαγμα ένα κομμάτι, ή και το σύνολο της ύπαρξης εκείνου που τη γεννά. Η Έλσα αντί να εξαφανιστεί, ενσωματώνεται. Γίνεται κρίκος σε μια αλυσίδα δημιουργιών που γεννούν νέες δημιουργίες, αποδεικνύοντας πως η τέχνη τρέφεται από τις ψυχές όσων την υπηρετούν.

Συνολικά, το βιβλίο δίνει αφορμές για στοχασμό. Ο ενιαίος καθρέφτης που σχηματίζουν τα αφηγήματα, αντανακλά το δικό μας βλέμμα. Μας καλεί σε ενδοσκόπηση, σε μια διαδρομή αυτογνωσίας, εκεί όπου το φως της σελήνης φωτίζει κρυφά δωμάτια της ψυχής.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

Fractal 09/06/2026

Αισθητική του συμβολισμού

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της «Η κούκλα της Σελήνης» (ΑΩ, 2026) ακολουθεί την αισθητική του συμβολισμού, όπως και στην πρώτη της συλλογή, «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού» (ΑΩ, 2023). Χρησιμοποιεί το στοιχείο του φανταστικού και την εικονοπλασία, αποτυπώνοντας αλληγορικά τα θέματά της. Στις διηγήσεις εμφωλεύει το στοιχείο του τραύματος και της στέρησης, της ανεκπλήρωτης επιθυμίας και της ανάγκης για διαφυγή.

Κεντρικά θέματα της συλλογής οι οικογενειακές και ερωτικές σχέσεις, η ταυτότητα, η κακοποίηση, η ανάγκη για αποδοχή και αναγνώριση, το προσωπείο, η αποξένωση. Μετέωρες ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση οι μυθοπλασίες, με έντονο το στοιχείο του ονείρου, αφήνουν τα πάθη, τους φόβους και τις απωθημένες επιθυμίες να αναδυθούν. Τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση χάνονται, το ονειρικό στοιχείο γίνεται εφαλτήριο για να αποτυπωθούν ψυχικές καταστάσεις και υπαρξιακά αδιέξοδα.

Η Τριανταφυλλίδου πραγματεύεται τα θέματά της μέσα από ελλειπτικές και αποσπασματικές απεικονίσεις του εσωτερικού κόσμου ενός κατά κανόνα αλλοτριωμένου υποκειμένου. Οι χαρακτήρες βουλιάζουν στην ενδοσκοπική αναζήτηση, σε μια ζωή τυποποιημένη ή εφιαλτική. Παραμορφωμένοι και αποξενωμένοι επιζητούν την εκπλήρωση των επιθυμιών τους. Άλλοτε υπό διαμόρφωση και άλλοτε σε διαδικασία φθοράς, εγκλωβίζονται ανάμεσα στην εικόνα που προβάλλουν και σε εκείνη που αναγνωρίζουν στον εαυτό τους.

Στο πλαίσιο αυτής της αναζήτησης της ταυτότητας επανέρχεται συχνά το μοτίβο του καθρέφτη. Ο καθρέφτης δεν λειτουργεί μόνον ως σύμβολο αυτής της αναζήτησης αλλά και ως μοντερνιστική τεχνική αυτοαναφορικότητας: η γραφή αναστοχάζεται τους όρους της δημιουργίας της, παραπέμποντας στη ρευστή φύση της μυθοπλασίας. Μέσω του αναπαριστώμενου ειδώλου οι ήρωες μετατρέπονται σε ερμηνευτές της ίδιας τους της ιστορίας, επιτρέποντας στην αφήγηση να προβάλει τη διαρκή αβεβαιότητα και το ευμετάβλητο της ταυτότητας. Στη λογοτεχνία εξάλλου ο καθρέφτης δεν αντανακλά πιστά την πραγματικότητα, αλλά την παραμορφώνει (όπως το γκροτέσκο), υποδεικνύοντας ότι η τέχνη είναι μια υποκειμενική αλλά και αληθινή διάθλαση της ζωής.

Στο βιβλίο «Η κούκλα της Σελήνης» ο αναγνώστης και η αναγνώστρια έρχονται σε επαφή με μια πραγματικότητα ρευστή και πολυδιάστατη, στην οποία η ιδέα ενός ενιαίου και αυτάρκους «εγώ» δεν βρίσκει θέση, ενώ κυριαρχούν η μοναξιά και η ευαλωτότητα, η διαρκής αναζήτηση του εαυτού. Αξιοποιώντας συμβολικά στοιχεία και λυρική γλώσσα, η Τριανταφυλλίδου δημιουργεί έναν κόσμο θραυσματικό και υπαινικτικό, στον οποίο το παράδοξο συνυπάρχει με το οικείο· έναν κόσμο ευμετάβλητο και αλλόκοτο, στον οποίο συνυπάρχουν τα σιδερένια τέρατα με τις μυθολογικές αναφορές, οι καθημερινές εμπειρίες με τα φανταστικά όντα.

Οι γυναικείες φιγούρες βρίσκονται στο επίκεντρο των περισσότερων αφηγήσεων ως οντότητες που βιώνουν τη στέρηση, τη ματαίωση, την αναζήτηση μιας διαφορετικής εκδοχής του «είναι» τους. Το σώμα επανέρχεται ως πεδίο τραύματος και έκθεσης αλλά και αυτογνωσίας, γεγονός που ενισχύει τη σύνδεση των διηγημάτων με θέματα αυτοπροσδιορισμού και επιθυμίας. Τα διηγήματα συνομιλούν με έργα μεγάλων ζωγράφων και συγγραφέων, παραπέμπουν σε υπερρεαλιστικές εικαστικές απεικονίσεις και εξπρεσιονιστικά μοτίβα.

Οι διηγήσεις της Σοφίας Τριανταφυλλίδου συγκροτούν ένα κειμενικό σύμπαν σκοτεινό και εξωλογικό, στο οποίο η πραγματικότητα διαθλάται μέσα από το όνειρο, τη μνήμη και τη φαντασία. Αφήνουν την αίσθηση μιας πραγματικότητας διαρκώς μεταβαλλόμενης, στην οποία η ταυτότητα και η επιθυμία παραμένουν ανοιχτά ζητήματα. Πρόκειται για λογοτεχνία με ποιητικό χαρακτήρα η οποία ξεδιπλώνεται μέσα από τον ανεξερεύνητο λαβύρινθο των σκέψεων, των φόβων και των επιθυμιών, μέσα από τα όνειρα, από μια πραγματικότητα που συγχέεται με την ψευδαίσθηση. Οι αλληγορικές αφηγήσεις της Τριανταφυλλίδου καλούν τον αναγνώστη και την αναγνώστρια να συμμετάσχουν ενεργά στην ερμηνεία των εικόνων και των συμβολικών μηνυμάτων.

ΒΑΛΙΑ ΖΑΠΩΝΗ

http://www.periou.gr 04/07/2026

Μετά την πρώτη της συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Το σπίτι στην ράχη ενός ψαριού κι άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες» η Σοφία Τριανταφυλλίδου μας εισάγει στον κόσμο της, που κινείται ανάμεσα στο πεζό και το ποιητικό στοιχείο, ανάμεσα στη φαντασία και την πραγματικότητα, ανάμεσα στην μαγεία και το παράδοξο. Πιάνοντας το βιβλίο στα χέρια μας, στη φωτογραφία του εξώφυλλου δεσπόζει μια γυναικεία μορφή που κρατάει μια κούκλα. Αν θελήσουμε να ερμηνεύσουμε την ύπαρξη της κούκλας θα μπορούσαμε να πούμε πως λειτουργεί συμβολικά και συνδέεται με την αίσθηση της ευαλωτότητας της φιγούρας που υποκινείται από εξωτερικές δυνάμεις, χωρίς καμία βούληση και συνείδηση. Όσο για τη γυναικεία μορφή, που δεν είναι άλλη από τη Σελήνη αυτή συμβολίζει το ασυνείδητο, το όνειρο, τη θηλυκότητα και τις μεταμορφώσεις που υφίσταται η σελήνη από τη στιγμή που θα ξεκινήσει σαν μισοφέγγαρο στον ουρανό και θα φτάσει να γεμίσει, να πάρει την μορφή του ολοστρόγγυλου ασημένιου δίσκου.

Με τη συνειρμική αφήγηση, με τις σουρεαλιστικές εικόνες, με τον λυρισμό η συγγραφέας δημιουργεί ατμόσφαιρα εξωπραγματικού τοπίου. Η όλη αίσθηση σε παραπέμπει σε πεζό ποίημα, σε ονειρική ατμόσφαιρα, με έντονη χρήση εικόνων και αλληγορικών διηγήσεων.

H οικογένεια μπαίνει στο στόχαστρο της συγγραφέως στο πρώτο διήγημα της συλλογής με τίτλο «Η κυρία Bird». O πατέρας πουλί, καταπιεστής όλης της οικογένειας ξεριζώνει την αιθέρια πολύχρωμη κάπα της μητέρας, ο αδελφός, άρρωστος και βήχοντας συνεχώς αρπάζει κομμάτια από την κυρία Bird για να μην πεθάνει κι ο άντρας της την εγκλωβίζει σ΄ένα χρυσό κλουβί. Όταν καταφέρνει και ξεφεύγει από την καταπίεση του πατέρα, του αδελφού, του άντρα πετάει προς την ελευθερία με τα δικά της φτερά…

Στο άλλο διήγημα της συλλογής με τον τίτλο «Το νησί» η ατμόσφαιρα γίνεται δυστοπική, εφιαλτική, ανατριχιαστική. Ρομπότ με κοφτερά μαχαίρια παρελαύνουν, πειράματα γίνονται και τα πειραματόζωα πεθαίνουν, αφού τολμούν να ονειρευτούν την οικογένεια τους, τους αγαπημένους τους, την προηγούμενη ζωή τους.

Και στο «Τρένο» συνεχίζεται η ίδια ζοφερή ατμόσφαιρα με το εύρημα του ζωγράφου, που πανικοβλημένος παρατάει τον καμβά μια και ζωγραφίζει δυο νεκρούς που έχασαν τη ζωή τους σε δυστύχημα με το τρένο…

Εκεί που ξεπερνάει τον εαυτό της η Σοφία είναι στη «Μυστηριώδη γυναίκα». Η επέμβαση στο έργο του Άρθουρ Μίλερ «Ο θάνατος του εμποράκου» είναι μια ευρηματική αφήγηση που δίνει σφρίγος και νεύρο στο όλο διήγημα. Ηχεί παράξενο, αλλά συνάμα συναρπαστικό ο ήρωας του βιβλίου να φρενάρει απότομα και να αποφεύγει το μοιραίο τέλος του, μια και επεμβαίνει η ίδια η συγγραφέας και τον πείθει να μην αυτοκτονήσει. Στην «Καρέτα Καρέτα» η Τριανταφυλλίδου δείχνει όλη την ευαισθησία της για το φυσικό περιβάλλον και με τρόπο συγκινητικό μας εξιστορεί την ιστορία ενός δολοφόνου, που σώζεται από το ίδιο το θύμα του, την όμορφη χελώνα. Αλλά και η ζωγραφική παίζει σπουδαίο ρόλο στο βιβλίο. Ο Diego Velazguez, ο Ανρί Ματίς, ο Μαξ Ερνστ μας κρατάνε συντροφιά σε αντίστοιχα διηγήματα κι αποδεικνύουν την σπουδαιότητα του βιβλίου της Τριανταφυλλίδου με τους εξαιρετικούς συμβολισμούς και τις άπειρες αλληγορίες…Την ευχαριστούμε και της ευχόμαστε καλά ταξίδια για το βιβλίο της.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΣΤΗ ΡΑΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΙΟΥ
ΑΘΗΝΑ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

https://alterthess.gr 2/10/2023

Υδάτινες μικροϊστορίες

Από καλή τύχη, τις καλοκαιρινές μέρες που διάβαζα τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, διάβασα και το άρθρο του ποιητή και δοκιμιογράφου Θωμά Τσαλαπάτη, στην μόνιμη στήλη του που φιλοξενεί το φύλλο της Εφημερίδας Των Συντακτών, με τον τίτλο «Το πεζοποίημα». Σε αυτό ο καλός ποιητής γράφει «Πάντοτε πίστευα πως η κάθε εποχή επιβάλλει τις γλωσσικές και λογοτεχνικές εκφράσεις που της ταιριάζουν καλύτερα. …Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος γιατί, αλλά εκτιμώ πως το πεζοποίημα είναι ο πιο ταιριαστός ποιητικός τρόπος της εποχής μας. Λόγω της βραχύτητάς του, του μεικτού του τρόπου, της μη κραυγαλέας ποιητικότητάς του. Το ίδιο το πεζοποίημα είναι δύσκολο να οριστεί. Ως πεζοποίημα περιγράφουμε την ποιητική εκείνη φόρμα που στέκει εκτός στίχου ως προς τη μορφική της διάταξη, αλλά ταυτόχρονα προσεγγίζει την ποίηση ως προς τη σύνθεση, την ποιητικότητα των μοτίβων, την αφαιρετικότητα. Είναι σύντομο (προς χάριν κυρίως της ενότητας), συμπυκνώνει τους εκφραστικούς τρόπους της παραδοσιακής ποιητικής και συνήθως αποφεύγει τον αυστηρό προσδιορισμό του χρόνου, του χώρου, των επί μέρους χαρακτηριστικών του πρωταγωνιστή κ.λπ. Κάποιες φορές έχει στοιχεία αφήγησης, άλλες φορές όχι. Το βασικό όμως είναι πως η αφηγηματικότητα ποτέ δεν κυριαρχεί, ενώ σχεδόν πάντοτε ο τόνος δίνεται από την σκηνοθεσία του ποιήματος»

Το συγκεκριμένο απόσπασμα και όλο το άρθρο του Θ. Τσαλαπάτη, εξέφραζε με τον καλύτερο τρόπο τις πρώτες σκέψεις μου για το βιβλίο της Σοφίας Τριανατφυλλίδου. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που αποδίδει στο πεζοποίημα είναι εμφανή και στα μικροδιηγήματα της πρώτης της συλλογής. Δεν είναι βέβαια καινοφανής η υιοθέτηση της μικρής φόρμας στη μακραίωνη ιστορία της προφορικής και γραπτής αφήγησης. Τα παραμύθια, οι παροιμίες, τα γνωμικά, ολιγόστιχες παραβολές του δημοτικού τραγουδιού και αλληγορικοί μύθοι, συμπύκνωσαν μέσα στους αιώνες, βιώματα, σκέψεις, αγωνίες και φιλοσοφικούς στοχασμούς, χρησιμοποιώντας το μαγικό στοιχείο και το παράδοξο, τη φαντασία και την υπέρβαση του πραγματικού, την μεταφορά, την αλληγορία και την μετωνυμία για να μιλήσουν για τα μεγάλα και σοβαρά της ανθρώπινης κατάστασης.

Τη Σοφία Τριανταφυλλίδου τη γνώρισα ως ποιήτρια από τις δημοσιεύσεις της τόσο στον προσωπικό της λογαριασμό στο διαδίκτυο, όσο και στις ηλεκτρονικές λογοτεχνικές σελίδες, και τα χαρακτηριστικά της ποιητικής της αναγνώρισα και στα διηγήματά της. Θα έλεγα συνοπτικά πως η θεματολογία, το ύφος, η γλώσσα και τα εκφραστικά της σχήματα δραπέτευσαν από τη στιχουργική της και έπλασαν τον συμβολικό κόσμο των πεζών της: Αφαιρετικότητα, απουσία φωνασκούντος λυρισμού, εκφραστική συντομία χωρίς εκπτώσεις στην ουσία, μικρά σενάρια καθημερινότητας που υπερβαίνουν την ρεαλιστική θέαση του βίου χωρίς αυτή η επιλογή να αλλοιώνει την ουσία της αλήθειας τους. Είκοσι πέντε (25) μικρής έκτασης γραφές εκφράζουν στην πυκνή ύφανσή τους το πνεύμα και τις αναζητήσεις της εποχής μας. Όπως σωστά έγραψε ο Θ. Τσαλαπάτης, κάθε εποχή έχει τη λογοτεχνία της, έτσι και η δική μας ανέδειξε τη μικρή φόρμα ώστε να ξεφλουδίσει την επιφάνεια και να φανερώσει το κουκούτσι της. Η συγγραφέας επέλεξε αυτή τη μορφή έκφρασης για να ψηλαφίσει τα στίγματα της ζωής πάνω στο σώμα και να προχωρήσει στα εσώτερα στρώματα, κάτω από την επιδερμίδα των φαινομένων.

Τα διηγήματά της είναι πεζά ποιήματα αφού κινούνται με θαυμαστή ισορροπία μέσα στα γεωγραφικά σύνορα που ορίζουν ο σουρεαλισμός με τον μαγικό ρεαλισμό. Με τη γραφή της ζωγράφισε 25 πίνακες ψυχαναλυτικής ποιητικής αποδόμησης σαρκοβόρων σχέσεων, αφενός εντός της μικρής οικογενειακής εστίας, στο τραπέζι της οποίας σερβίρονται συχνά σπαραγμένα τα ανθρώπινα μέλη της και αφετέρου εντός της μεγαλύτερης που συνιστά η κοινωνία των ανθρώπων. Με σκηνοθετική μαεστρία ταινιών μικρού μήκους, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, χωρίς εκρήξεις, χωρίς λέξεις -πυροτεχνήματα, έστησε τα σκηνικά των ιστοριών της, εκλύοντας βραδείας καύσης συναισθήματα που κορυφώνονται στο ανατρεπτικό κάθε φορά τέλος τους. Και αυτή είναι η δύναμη της ποιητικής τους.

Αριστοτεχνική στην πύκνωση, καταδύεται στα σκοτάδια του ανθρώπινου ψυχισμού και με καθοδική κλιμάκωση φθάνει στη λύση του αινίγματος, γιατί κάθε ύπαρξη είναι ένα αίνιγμα που πρέπει να απαντηθεί, χωρίς όμως αυτή η απάντηση να σημαίνει αναγκαστικά και κάθαρση, λύτρωση δηλαδή από τα δεσμά των οποιοδήποτε συμβάσεων ή των κακοφορμισμένων πληγών. Εκτός αν η λύτρωση είναι η ίδια η αποφόρτιση των ανείπωτων στον καναπέ του ψυχαναλυτή, που στην περίπτωση μας δεν είναι άλλος από την ίδια τη λογοτεχνία. Ας μου επιτραπεί να παρομοιάσω τη γραφή της με το νέο κύμα του παράδοξου (Greek weird) στο ελληνικό σινεμά, αυτό του Γ. Λάνθιμου ή της Αθηνάς Τσαγγάρη που διαχειρίζονται με την κινηματογραφική γλώσσα τα ίδια θέματα, χώνοντας βαθιά το νυστέρι στην κουκουλωμένη δυστυχία. H διαφορά με το σινεμά έγκειται στην ελευθερία της φαντασίας που η λογοτεχνία επιτρέπει, ώστε να συμπληρώνει καθένας και καθεμία το δικό τους/της πλάνο. Στα διηγήματα της Σοφίας μόνο όμορφα και αγγελικά δεν είναι πλασμένος ο κόσμος μας. Εικόνες λιτές αναδύουν στην επιφάνεια της συνείδησης το σκληρό, το συμπαγές κατακάθι του υποσυνείδητου. Ο κόσμος που αρνείται να δει τον εαυτό του καθρεφτίζεται στις ιστορίες της σαν ανεστραμμένο είδωλο. Η αγνότητα προθέσεων και πράξεων είναι μια ουτοπία άνευ συνόρων.

Η τρέλα, οι ανομολόγητες σκέψεις, η βία, η κακοποίηση, κυρίως της γυναίκας, η καταπίεση, ο αυταρχισμός των σχέσεων εξουσίας στην πατριαρχικά οργανωμένη κοινωνία μας, η απελπισία που γεννά ο θάνατος, η απώλεια της μνήμης και της λογικής ως έσχατο καταφύγιο του ψυχικού πόνου, οι φοβίες, η πληγή της απόρριψης που οδηγεί στην ανορεξία ή στη βουλιμία, η δίψα για αγάπη, είναι οι κλωστές που ράβουν το ύφασμα τους. Αν το αναποδογυρίσουμε θα ανακαλύψουμε τον τρόπο με τον οποίο δέθηκαν περίτεχνα οι κόμποι που βασανίζουν την ύπαρξή μας. Στο επόμενο στάδιο, η ανάγνωση θα ανοίξει την προσωπική διαδρομή. Θα καμπυλώσουν οι λέξεις και θα καταδυθούμε στην αρχική συνθήκη, στο υδάτινο περιβάλλον που μας γέννησε και μας παρείχε την ζεστασιά της θαλπωρής. Θα αναζητήσουμε μαζί με την συγγραφέα το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού ώστε να μπορούμε να αναπνεύσουμε μέσα στη θάλασσα της οδύνης. Τα πρόσωπα των ιστοριών της θέλουν να αποτινάξουν από σάρκα και ψυχή τη βία που υπέστησαν, και επειδή αυτό δεν είναι εύκολο, αναλαμβάνει η συγγραφέας να τους δώσει φωνή, να γίνουν οι λέξεις της το εξομολογητήριο. Η λογοτεχνία γίνεται η «αίθουσα της συμφιλίωσης» όπως ονομάζουν οι Καθολικοί το ξύλινο κουτί της εξομολόγησης, με τη διαφορά πως δεν εκμυστηρεύονται δικές τους αμαρτίες αλλά αυτές των άλλων που τραυμάτισαν τη ζωή τους. Ο λόγος είναι το πρώτο βήμα προς την απελευθέρωσή τους. Με μία πρόταση, το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα είναι κυρίως κατάθεση ποικίλων τραυμάτων.

Αντιγράφω για επίρρωση των προηγούμενων :

«Ξαπλώνω στο χορτάρι, κυλιέμαι στα πεσμένα φύλλα, λερώνω τα ρούχα μου. Κάποια στιγμή ξελύνω τα μακριά μαλλιά μου και αρχίζω να πλέκω σ’ αυτά λουλούδια. Κάθομαι στα τέσσερα και αρχίζω να σκάβω με τα χέρια μου το φρέσκο χώμα δίχως σταματημό. Αγρίμι που θέλει να κρύψει κάτι. Βγάζω βιαστικά τα ρούχα και το ρολόι από την τσάντα και τα θάβω γρήγορα. Μαζί με αυτά θέλω να θάψω και την προηγούμενη ζωή μου…» ( Η θέση του διευθυντή)

Γράφει για τον κακοποιητή αλκοολικό πατέρα :

«Εκείνη τη μέρα στη λίμνη , εκείνος κωπηλατούσε κατσουφιασμένος, η μητέρα δεν έβγαζε άχνα και εγώ έσφιγγα το αρκουδάκι στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά ένα πυροβολισμός και το σώμα του «πατέρα» στη λίμνη. Κάτω από τη βάρκα, η σκιά του κωπηλατούσε ακόμη απειλητικά. Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα.» (Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα)

Όταν θα πάρετε το βιβλίο στα χέρια σας και θα διαβάζετε τις ιστορίες του, τότε θα καταλάβετε πως αυτές έχουν ρυθμό, έχουν ποιητική πνοή, έχουν τη γλώσσα των στίχων που απλώθηκαν σε πεζή μορφή.

Διαβάζοντας το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού» θυμήθηκα τη θέση του Ζακ Λακάν: το ασυνείδητο είναι δομημένο σαν γλώσσα, γι’ αυτό και οι περισσότερες ψυχαναλυτικές μέθοδοι παράγουν κείμενα, λόγο θεμελιωμένο στα όνειρα, στις αφηγήσεις, στα ανέκδοτα, στα σωματικά συμπτώματα. Στο δρόμο αυτό τέμνεται το έργο της ψυχαναλυτικής θεωρίας, που γέννησε και τον σουρεαλισμό, με αυτόν της λογοτεχνίας, αφού και οι δύο μοιράζονται κοινό υλικό και μεθόδους: τα όνειρα, τη δημιουργία εικόνων και εκφράσεων, την ποιητική της οργάνωσής τους και την αφήγηση. Υλικά δηλαδή που συνθέτουν και το «Σπίτι στη ράχη ενός ψαριού»

Κλείνοντας θα θυμίσω και τους στίχους του Γ. Σεφέρη από το ποίημα «Ο τελευταίος σταθμός» :

Κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα, κι η φρίκη
δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή
γιατί είναι αμίλητη και προχωράει·
στάζει τη μέρα, στάζει στον ύπνο
μνησιπήμων πόνος.

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στα διηγήματά της μίλησε με παραβολές, γιατί η φρίκη έχει πολλά πρόσωπα και δεν κουβεντιάζεται εύκολα. Οι ιστορίες της δεν σκόπευαν να αναπαραστήσουν ρεαλιστικά την πραγματικότητα αλλά να εγγράψουν, κατά τον Λακάν και πάλι, τις ρωγμές που η μη αναπαράστασή της προκαλεί.

Καλοτάξιδο το «Σπίτι…» σου Σοφία, είθε να πάρει πολλούς στη ράχη ενός ψαριού και στο υδάτινο τοπίο μιας μήτρας γαλήνιας και ελευθερώτρας!

Το κείμενο διαβάστηκε ως εισήγηση στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, την Τετάρτη 27/9/2023, στη Θεσσαλονίκη.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

frear.gr 2/10/2023

Συμβολική εικονοπλασία στη διηγηματογραφία της Σοφίας Τριανταφυλλίδου

Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε με σιγουριά, έγραφε ο Χέρμπερτ Ριντ στο βιβλίο του Η τέχνη σήμερα. Ότι από την τέχνη αντλούμε ευχαρίστηση. «Υπάρχει σ’ αυτήν ένα συγκινησιακό στοιχείο, μια συναισθηματική απόγευση που οφείλει τη δύναμή της στο γεγονός ότι διεγείρει κάποιες πολύ βαθιές, πολύ αόριστες και εξαιρετικά γενικευμένες αναμνήσεις. Θα έλεγε κανείς ότι η τέχνη εισχωρεί στο υπόστρωμα όλων των συγκινησιακών αποχρώσεων της ζωής. Φαίνεται να αντλεί τη συγκινησιακή δραστικότητά της από τις ίδιες τις συνθήκες της ύπαρξής μας. Ίσως να ανακαλεί στον νου μας τα κατάλοιπα που άφησαν στο πνεύμα μας οι διάφορες συγκινήσεις, χωρίς όμως να μας υπενθυμίζει τις πραγματικές εμπειρίες, με αποτέλεσμα να έχουμε τον απόηχο της συγκίνησης, χωρίς τον περιορισμό και την ιδιαίτερη κατεύθυνση που είχε το συγκεκριμένο βίωμα. Όμως αυτή είναι η τέλεια σκιαγράφηση του αφηρημένου συμβολισμού.»

Αόριστες και γενικευμένες αναμνήσεις, βαθιά συναισθηματική διέγερση, αφηρημένος συμβολισμός, είναι οι λέξεις που χρησιμοποίησε για την τέχνη ο Άγγλος ποιητής και δοκιμιογράφος Χέρμπερτ Ριντ λίγα χρόνια πριν. Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στη συλλογή διηγημάτων της Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού (ΑΩ, 2023) επιδίδεται με ζήλο στην τέχνη του λόγου και από τη μεριά του/της δημιουργού είναι βέβαιο ότι αντλεί ευχαρίστηση, όπως και ότι χρησιμοποιεί τον αφηρημένο συμβολισμό, μια εικονοπλασία που αποτυπώνει αλληγορικά τον αόριστο και αχανή υποκειμενικό μας κόσμο. Τα είκοσι πέντε λιλιπούτεια διηγήματά της εισβάλλουν στον χώρο της ζωής συμβολικά εικονοποιώντας τις κοινωνικές και προσωπικές καταστάσεις. Η θεματική καταπιάνεται με την άνοια, τη μοναξιά, την απώλεια, την επανασύνδεση με τον εαυτό, τον αμοραλισμό ορισμένων εργαζομένων της εποχής μας, τη γυναικεία κακοποίηση, την τυποποίηση της ζωής, τη στέρηση της αγάπης, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου στη Νέα Υόρκη.

Στις διηγήσεις της ενυπάρχει το στοιχείο του τραύματος, της στέρησης, αλλά και η ανάγκη μιας διαφυγής. Κάποιες ιστορίες, οι οποίες πηγάζουν από το ασυνείδητο και τις απωθημένες μνήμες, βρίσκουν διέξοδο σε υπερρεαλιστικές εικόνες.

Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα. Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του και άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.

Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια που πέφτουν ξαφνικά τρυπούν δυνατά και ματώνουν.

Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα με περιμένει. Γνωρίζει και αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας.
(Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού, σελ. 13)

Οι αφηγήσεις έχουν τόνο εξπρεσιονιστικό. Συχνά η συγγραφέας δίνει ζωή σε αντικείμενα, σ’ ένα σπίτι, στη σκούπα, στις γόπες του τσιγάρου. Μέσα από τις πρωτοπρόσωπες εξιστορήσεις τους θίγει ζητήματα κοινωνικά, τη βία, την εργασιακή εκμετάλλευση, την καταπίεση. Άλλοτε σε πρώτο και άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο οι αφηγήσεις είναι πάντα σύντομες, η γραφή εικαστική και κινηματογραφική, ποιητική, με παραμυθικά και αλληγορικά στοιχεία. Περιέχει επίσης ανατροπές και έντονο το στοιχείο της φαντασίας.

Ο κόσμος της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι ρευστός, όπως του ψαριού στο οποίο επιθυμεί να χτίσει το σπίτι της. Εκφράζει το αίσθημα της διάσπασης, του κατακερματισμένου υποκειμένου της μετανεωτερικότητας, αλλά και της αέναης κίνησης, της αλλαγής. Βραχυπερίοδος ο λόγος και κοφτός, συμβολικός, αμφίσημος ενίοτε και αόριστος, χωρίς ευδιάκριτο νόημα, αφήνει τη φαντασία να κάνει στις δικές της διαδρομές, να προβεί στους δικούς της συνειρμούς.

Τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου αφήνουν μια γλυκόπικρη γεύση, την έντονη ανάγκη της στοργής και της επανασύνδεσης με τον εαυτό. Η κομψή έκδοση κοσμείται με εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Read, Herbert, 1984. Η τέχνη σήμερα. Κάλβος, Αθήνα, 130-131.

.

ΑΡΙΣΤΟΥΛΑ ΔΑΛΛΗ

http://www.periou.gr 30/9/2023

Ένα παιδί της μνήμης που αναδύεται απ΄τις ρωγμές ενός παρελθόντος, ενός παρόντος, ίσως και μιας προ-οικονομίας του μέλλοντος, κοσμεί το εξώφυλλο της πρώτης συλλογής διηγημάτων της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, με τίτλο « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού και άλλες μικρές υδάτινες ιστορίες».

Αυτό το εσωτερικό παιδί, πρωταρχική μορφή ύπαρξης, με παιγνιώδη τρόπο γραφής, άλλοτε σε πρωτοπρόσωπη ή τριτοπρόσωπη αφήγηση και άλλοτε ως παντογνώστης αφηγητής, συνομιλεί με τον αναγνώστη και τον μυεί στον μυστικό κόσμο της συγγραφέως.

Γραφή σύντομη, σε μικρή φόρμα, με οικονομία λέξεων και πλοκής, με ανατροπές, χωρίς να παραλείπει τη βύθιση στον εσωτερικό κόσμο της , ούτε να χάνεται το νόημα του σκοπού του μηνύματος.

Άλλοτε πάλι οι σύντομες ιστορίες της αποτελούν μία πρόκληση για τον δημιουργικό αναγνώστη, καθώς καλείται να συμπληρώσει νοερά τα κενά της αφήγησης με δικές του σκέψεις, να αναδείξει αυτά που δεν λέχθηκαν, ίσως και να αλλάξει με δικές του ανατροπές το τέλος της ιστορίας.

Με το μαγικό κλειδί της ποιητικής συνένωσης λέξεων και ιδεών, ανοίγει την πύλη προς τον «κόσμο του θαυμαστού» και συνέχει το πραγματικό και το αλλόκοτο ως καθημερινό και κοινό, το υπερφυσικό και το ανεξήγητο ως μέρος της υπαρκτής πραγματικότητας.

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου χωρίς ιδεασμούς και αναστολές, διαχειρίζεται ευσύνοπτα την τεχνική της γραφής του μαγικού ρεαλισμού, του υπερρεαλισμού, της ανιμιστικής πίστης, του συμβολισμού με εικόνες και ανατροπές του φανταστικού κόσμου της.

Επιλέγει, ίσως όχι τυχαία, τίτλο με σύμβολα αρχετυπικά (θάλασσα, ψάρι, σπίτι), και μας προϊδεάζει για τις υδάτινες ιστορίες των ηρώων που θα συναντήσουμε στην ανάγνωση του βιβλίου της.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Γκαστόν Μπασελάρ, στο έργο του «Το νερό και τα όνειρα», με φιλοσοφική προσέγγιση, διακρίνει δύο φαντασίες: «Μία φαντασία που ζωντανεύει το τυπικό αίτιο και μία φαντασία που δίνει ζωή στην υλική αρχή ή, πιο συνοπτικά, τη μορφολογική και την υλική φαντασία». Δύο φαντασιακές δυνάμεις που συχνά συνεργάζονται και δεν μπορούμε να τις διαχωρίσουμε απόλυτα, γιατί η μία συνυπάρχει με την άλλη σε μία πλήρη ενότητα. 1.

Στον αφηγηματικό λόγο της συγχωνεύει το ρεαλιστικό με το φανταστικό και μέσω της προσομοίωσης προσεγγίζει την καθημερινότητα, που βρίθει από πάθη και ένστικτα (ατομικά και συλλογικά).

Ο κόσμος της χαρακτηρίζεται από αντίθετες αντιλήψεις. Είναι ο αισθητηριακός κόσμος απέναντι από την μεταφυσική έξω-αισθητηριακή αντίληψή του.

Το καλό απέναντι από το κακό, το σκοτάδι απέναντι από το φως. Τα θετικά τρυφερά συναισθήματα και το ένστικτο της ζωής ενάντια στο ένστικτο του θανάτου και την αρχέγονη σκληρότητας του.

Ο αφηγηματικός λόγος σε όλο το σώμα της συλλογής διακρίνεται από την χρονική και την άχρονη πραγματικότητα, από την πολυπλοκότητα της ρευστότητας του χρόνου, την επικέντρωση στην περιγραφική λεπτομέρεια που δημιουργεί έντονες μαγευτικές εικόνες.

Γράφει στο διήγημα «Τα λουλούδια του πάθους», (σελ 39).

« Είμαι δεκατριών ετών. Το βράδυ στον ύπνο μου, βλέπω τις μικρές αδελφές μου, αντί για κεφάλι έχουν παιδικά ρολόγια καρτούν, οι μεγαλύτερες μεγάλα ρολόγια σαν αυτό στο καμπαναριό της εκκλησίας, και ο μοναδικός αδελφός μου ένα χοντροκομμένο τετράγωνο ρολόι με ασημένιο μπρασελέ. Το πρόσωπο της μητέρας μου έχει αντικατασταθεί από ένα λεπτεπίλεπτο ρολόι που οι δείκτες του γυρίζουν απελπιστικά αργά. Στο κεφάλι του πατέρα όμως δεσπόζει το πιο ακριβό ρολόι που κάνει συνεχώς τικ τακ και δεν χάνει ποτέ κανένα ήχο. Όλα ήταν τέλεια.»…

Η Σ.Τ περιγράφει με γλαφυρό τρόπο τους χαρακτήρες και τους ρόλους που παίζουν τα μέλη μιας οικογένειας, ο πατριαρχικός έλεγχος του αρσενικού και η υποταγή του θηλυκού. Όλοι σαν καλό-κουρδισμένα ρολόγια επιδέχονται το σατυρικό χιούμορ με την υποβόσκουσα ειρωνεία της συγγραφέως.

Τα διηγήματα, γραμμένα σε πεζό λόγο με ποιητική χροιά, μάς μεταφέρουν στο κόσμο της μυθοπλασίας όπου όλα μπορούν να συμβούν με τον ίδιο τρόπο που θα συνέβαιναν στο κόσμο της πραγματικότητας.

Υπαρξιακές ανησυχίες και προβληματισμοί μορφοποιούνται ως εικόνες σε επίπεδο λόγου και τέχνης.

Θέματα που απασχολούν την συγγραφέα είναι οι σχέσεις των ανθρώπων, οι δεσμοί που τους ενώνουν, ο λειτουργικός ή ο δυσλειτουργικός τρόπος σύνδεσης τους, η συνύπαρξη και η αντιπαράθεση σε περιβάλλοντα οικεία ή ανοίκεια με όλη τη φυσικότητα και την παραδοξότητα τους.

Συναισθήματα αναδύονται από τη «σκιά» και από το «φως» της ψυχής, χωρίς ενοχή ή υπεροχή, αλλά με καθαρότητα και γνησιότητα αντικειμενικότητας και παραδοχής.

Ανοίγει και κλίνει τη συλλογή της με την μορφή της πρωταρχικής σχέσης, τον σημαντικό «Άλλον», την μητέρα.

Γράφει στο διήγημα «Μάνα»,( σελ. 9.

«Μετρούσε αιώνες η ελιά που αγκάλιαζε το πατρικό μας, ζητώντας μόνο λίγο νερό .Τώρα οι ρίζες της σε προχωρημένη άνοια μπερδεύουν τις διαδρομές και, αντί να χαθούν στο υπέδαφος, ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες έξω από το χώμα. Εκεί έβρισκα καταφύγιο στα παιδικά μου χρόνια….»

Υπαρξιακή ανάγκη να συμφιλιώσει τη ζωή και τον θάνατο μ΄ ένα ασύμβατο τρόπο και ασαφή όρια ανάμεσα στο ονειρικό και το πραγματικό. Αλληγορική η προσομοίωση της γέρικης ελιάς με την μητέρα σε άνοια, την αδυσώπητη φθορά του χρόνου και τις πληγές, την άρνηση της απώλειας. Ανιμιστική η προσπάθεια της ελιάς να αλλάξει την φυσική πορεία των ριζών της προς το βάθος της γης και να κατευθυνθεί προς το φως του ήλιου, τη ζωή. Συμβολικό το λευκό μανταρισμένο σεντόνι-σάβανο που σκεπάζει το σώμα της ελιάς, ενώ την ίδια στιγμή το παιδί κρύβεται στην αγκαλιά της, έτσι όπως ήταν η πρωταρχική θύμηση του πρώιμου δεσμού μαζί της.

Έντονη η λαχτάρα του παιδιού για την παρουσία και την αγάπη της μητέρας. Αναγκαία η μορφή και το βλέμμα της για να καθρεφτιστεί και να βρει την ταυτότητα του. Θεραπευτική η αγκαλιά της ακόμη και όταν είναι κρυμμένη μέσα σε μία «Μεγάλη ξύλινη κότα» (σελ.49), όπως μας λέει στο διήγημα της με τον ίδιο τίτλο.

Τραυματική η απώλεια της μάνας για το παιδί. Γίνεται αναφορά στην ορφάνια, στην εγκατάλειψη, στην απόρριψη, στην έλλειψη γονεϊκής προστασίας που κατακερματίζουν τον πυρήνα της ύπαρξης και τού στερούν την πίστη, την αισιοδοξία, την επιθυμία για ζωή.

Στα διηγήματα «Ματίνα-Άλκηστη (σελ.16-18), η απουσία της μάνας, η ταύτιση μαζί της, η αδυναμία του παιδιού ως αυτόνομη ύπαρξη, δημιουργούν σύγχυση και αλλοτρίωση του Εγώ και του Εσύ, της προσωπικότητας και της ταυτότητας του.

Από την άλλη στο διήγημα «Εριφύλη» (σελ31-32), η παρουσία της αυταρχικής και ελεγκτικής μητέρας πνίγει τον αυθορμητισμό και την ελευθερία της βούλησης του παιδιού, το εμποδίζει να ενηλικιωθεί σε συνύπαρξη της αρσενικής και θηλυκής φύσης του.

Το παιδί απεγνωσμένα αναζητάει το ταξίδι στη γνώση του κόσμου, να πετάξει σε ουρανό, ταξιδευτής σ΄ ένα πλασματικό δικό του κόσμο, με ή χωρίς χάπια. Να βυθιστεί επιθυμεί σαν ψάρι στη θάλασσα, να ερωτευθεί, να αγαπήσει, να πονέσει, να αρχίσει από την αρχή, ως Αδάμ, Εύα, Λίλιθ, χωρίς να χάσει την δυνατότητα της επιστροφής στο σπίτι της στεριάς, στο αρχέτυπο σύμβολο της ασφάλειας που υπόσχεται η αγκαλιά της αρχέγονης μητέρας γης.

Στο διήγημα της « Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού», η ηρωίδα υπάρχει συγχρόνως σε πραγματικό και φανταστικό κόσμο.

Γράφει: (σελ.13).

«Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου και, επιτέλους, το κατάφερα…»

Σε ένα μονόλογο σπαραχτικό, που δεν χρησιμοποιεί μόνο ωραίες λογοτεχνικές εκφράσεις, αλλά εκφράζει βαθιά συναισθήματα, κτίζει το σπίτι της στη ράχη ενός ψαριού. Βυθίζεται στη θάλασσα του ασυνειδήτου, εκεί από όπου ξεκίνησε η ύπαρξη της, με θύμισες τραυματικές σπαράζει για τις απώλειες των επιθυμιών της. Διχασμένη, ανάμεσα στην ελευθερία και την σιγουριά της εξάρτησης, την ρευστότητα του υγρού στοιχείου και την ασφάλεια του σπιτιού πάνω στο βράχο, μνημονεύει με νοσταλγία την πρωταρχική ομορφιά της ύπαρξης της.

«Όχι μόνον οι μνήμες μας αλλά και οι λησμονιές μας έχουν ένα κατάλυμα. Το ασυνείδητο μας έχει ένα κατάλυμα. Η ψυχή μας είναι μια κατοικία και μαθαίνουμε να ζούμε μέσα σε αυτήν.», γράφει ο Μπασελάρ. 2.

Με μία ελεγεία κλίνει το μονόλογο της.

«Όταν έχει πανσέληνο, κολυμπώ στα ρηχά, σπαράζω για τα χαμένα μου. Το ψάρι σκαλωμένο σε κάποιο βράχο πάντα περιμένει. Γνωρίζει κι αυτό καλά τη θάλασσα της απώλειας».

Για ποιες απώλειες η συγγραφέας μάς κάνει κοινωνούς, άλλοτε ονοματίζοντάς τες και άλλοτε υπαινικτικά δίνοντας λόγο, σκέψεις και συναισθήματα σε αντικείμενα του περιβάλλοντος χώρου;

Η ανιμιστική προσέγγιση του κόσμου, δίνει την δυνατότητα να γίνει παντογνώστης παρατηρητής και να δει το τραγικό πρόσωπο της Μέδουσας μέσα από την αντανάκλαση στην ασπίδα του ήρωα.

Στο διήγημα «Ανοιχτή αγκαλιά», (σελ 42-43), η ηρωίδα με ειρωνεία λοιδορεί την ανύπαρκτη γονεϊκή αγκαλιά-του πατέρα και της μητέρας- από την ώρα της γέννησης της και μετέπειτα, την μη αποδοχή επειδή είναι θηλυκό έναντι του διδύμου αρσενικού αδελφού. Ο πόνος της απόρριψης του φύλου της, μετατρέπεται διαχρονικά σε εχθρότητα του μη αποδεκτού σώματος (βουλιμία ή ανορέξια, υποκατάστατο της στερημένης ψυχικής τροφής και αγάπης ), υπονομεύοντας την προσωπικότητα της.

Γράφει: «Εγώ στον καθρέφτη βλέπω το μικρό μωρό που ποτέ δεν αποδέχτηκαν».

Και στο διήγημα « Το σπίτι», μιλάει υπαινικτικά για την απώλεια και τον θρήνο του θανάτου, δίνοντας με συμβολισμό τη σχέση γονιών-παιδιού, τη σχέση της αγάπης, τον πόνο της χαμένης ευτυχίας με την οποία ήταν ποτισμένοι ακόμη και οι τοίχοι του σπιτιού. Δίνεται ο λόγος σε ένα αντικείμενο του χώρου, το σπίτι, και η δυνατότητα να εκφράσει συναισθήματα, σαν να έχει την ίδια ψυχή και τα συναισθήματα με τους ανθρώπους που το κατοικούν.

Μονολογεί το βιωμένο σπίτι και κλαίει, προσπαθεί να κλείσει το θρήνο της απώλειας, να κρατήσει το τελευταίο μήνυμα του αγαπημένου παιδιού που άφησε στους οικείους του, λίγο πριν φύγει ξαφνικά από την ζωή.

Γράφει το σημείωμα που άφησε το παιδί. « Ό,τι και να συμβεί, εγώ θα σας αγαπάω».

Και συνεχίζει η ροή των σκέψεων της συγγραφέως να κινείται στα επίπεδα της συνειδητότητας των δύο διαστάσεων, στην αμφιθυμία ανάμεσα στην ικανοποίηση της επιθυμίας (θέλω) και την αντίσταση του πρέπει (αξίες και απαγορεύσεις), άλλοτε σε συμφωνία και άλλοτε σε ενδοψυχική σύγκρουση.

Τα διηγήματα της δεν αφηγούνται μόνο μια ιστορία αλλά είναι μια μεταφορά που σκιαγραφεί τις πράξεις των ηρώων, καλές και κακές , σ΄ ένα σύμπαν πολύπλοκο, πολυπρόσωπο, παράλογο και χαοτικό.

Η Σ.Τ. με εργαλείο την μεταφορά, ως Θησέας με το νήμα της Αριάδνης μπαίνει στο λαβύρινθο αγγίζοντας το σκοτάδι και τον Μινώταυρο του ανθρώπινου είναι.

Συναισθήματα, μη αποδεκτά στο κοινωνικό status, αναδύονται μέσα από την μυθοπλασία και βιώνονται από τους ήρωες των διηγημάτων, επιτυγχάνοντας έμμεσα την δικαίωση και την κάθαρση.

Κοινωνική αδικία, ματαίωση, θυμός, μίσος, εκδίκηση, ενοχή, έγκλημα, λαγνεία, πάθη ενστίκτου και ορμής θανάτου παίρνουν τη μορφή των ηρώων στα διηγήματα του φανταστικού.

Στα διηγήματα « Ύφάντρες». (σελ10-11), « Πόθος»(σελ.34-35), και «Παραμάνα»,( σελ.30), περιγράφεται αλληγορικά η λαγνεία, ο πρωτόγονος κανιβαλισμός, η ακόρεστη σεξουαλικότητα.

Η ενοχή περιγράφεται, σαν βάρος του λάθους και της αμαρτίας, σαν αυτοτιμωρία στις αφηγήσεις των ηρώων, «Η θέση του Διευθυντή»( σελ.19-20. και « Ο χυλός» ( σελ ).

Και στα διηγήματα « Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα» ( σελ24-25), «Η μαύρη γάτα» (σελ.36).» Οι γόπες» (σελ.27-28), ζωντανεύει η οργή και η εκδίκηση για την αδικία, την προσωπική και κοινωνική βία και κακοποίηση.

Ως αντίσταση σε όλη αυτή την ανθρώπινη παθογένεια, η Σοφία Τριανταφυλλίδου γκρεμίζει τον μαθηματικό κόσμο της Λογικής και επιστρέφει στον κόσμο του συναισθήματος και της εξατομίκευσης.

Γράφει στο διήγημα « Ο άγνωστος Χ», σελ. 14-15» .

[….Την επομένη, ο μαθηματικός μου κόσμος κατέπεσε. Οι ανισότητες δίχως νόημα πλέον. Τραχιά σύμβολα εξαφανίστηκαν και εγώ για πρώτη φορά βρήκα τον άγνωστο Χ στο δικό μου ανάστημα. ΟΧΙ μονάδα , αλλά μοναδική.»]

Η μοναξιά και η θλίψη της ανικανοποίητης γνώσης δεν την τυφλώνει πλέον.

Ποιο μήνυμα μας στέλνει με την συλλογή της η Σ.Τ. για την επόμενη ημέρα;

« Πάντα υπάρχει μια σκιά ζωής που αντιστέκεται στις απώλειες», μάς λέει το εσωτερικό παιδί της μνήμης του εξωφύλλου και η δημιουργός αυτής της ευφάνταστης συλλογής κλίνει στον αναγνώστη το μάτι με το νόημα της εν-συναίσθησης και της αυτογνωσίας.

.

ΜΑΡΙΑ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΗ

ΤΟ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΟ με τα διηγήματα της Σοφίας Τριανταφυλλίδου είναι πως δεν μιλάει απευθείας για το θέμα, αλλά το θέτει πλαγίως , αποφεύγοντας την κοινοτοπία του γεγονότος, πετυχαίνοντας όχι μόνο το νέο βλέμμα, αλλά κατορθώνει μέσα από εσωτερικές διαδικασίες, ώριμες και πυκνές να αναδείξει πέρα από το θέμα, αυτό που απαιτεί η λογοτεχνία. Την υπέρβαση και την μετάβαση, σα να είναι το γεγονός και η ουσία του δύο συγκοινωνούντα δοχεία, που ενδημούν στην υγρασία όλων των υγρών, από τα δάκρυα μέχρι τη γεύση των σεξουαλικών εκκρισεων. Μυστικά και υπόγεια, μέσω στριφογυρίσεων τα ανομολόγητα ομολογούνται, και πετυχαίνουν την κάθαρση. Με έναν τρόπο μοναδικό, ακέραιο, βαθύ και οραματικό, σαν την φωτιά που λειαίνει τα μέταλλα.
Η Τριανταφυλλίδου αρπάζει την ιδέα, την αναποδογυρίζει, αλλάζει την γραμμή , το ντιζάιν, το χρώμα, το στρίφωμα, ξηλώνει, αναιρεί, προσθέτει, όχι φανταχτερά αξεσουάρ , αλλά διακριτικές πινελιές, και φτιάχνει έναν καινούργιο κόσμο, όπου όλα χωρούν, και αναπτύσσονται, με τελικό αποτέλεσμα την όαση της ανάγνωσης , το σφικτό και απείρως σωστά ολοκληρωμένο έργο της γραφής. Τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη του, κανένα κενό δεν αλλοιώνει την πληρότητα του τέλους. Ένα μέγιστο κατόρθωμα που ίσως οφείλει πολλά στην ποιητική της Χλόης Κουτσουμπέλη.

.

ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Εφημ. ΕΣΤΙΑ 8/10/2023

Η συγγραφεύς γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και εργάσθηκε στον τραπεζικό τομέα. Μέχρι στιγμής έχει γράψει μόνον διηγήματα, τα όποια έχουν δημοσιευθεί σέ προηγούμενη συλλογή και σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Τα περιεχόμενα του νέου βιβλίου της είναι μικρά διηγήματα, σχεδόν μικροσκοπικά, τα όποια η ίδια χαρακτηρίζει μινιατούρες.
Κάποια από αυτά όμως είναι εξαιρετικά, όπως το «Η αδελφή του συγγραφέα», που είναι βαθιά συγκινητικό και δυνατό. Δεν είναι όλα τα κείμενα ισότιμα, αλλά συνθέτουν μία εικόνα τής κοινωνίας μας με μεγάλη ευαισθησία και σαφή αγάπη για τον άνθρωπο.

.

ΓΙΟΥΛΗ ΙΕΡΑΠΕΤΡΙΤΑΚΗ

FRACTAL 12/3/2024

Σοφία Τριανταφυλλίδου «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού & άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες», εκδ. ΑΩ, σελ. 56

Ένα ποιητικό σύμπαν όπου όλα επιτρέπονται κι όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή

Η Τέχνη όπως υποστήριξε ο πρωτοδόσκαλος του Ρομαντικού Κινήματος Colleridge είναι συμφιλίωση του εξωτερικού με τον εσωτερικό κόσμο. Με την ιδιοφυία του ο καλλιτέχνης, επενεργεί πάνω στα αισθήματα υπερπηδώντας τους δυϊσμούς που θέτει η λογική, αφαιρεί από τα σώματα όση ύλη χρειάζεται για να εκφράσει αυτό που γυρεύει να αποκαλυφθεί, το εσωτερικό τραγούδι της ψυχής, συντρίβοντας την αποπνιχτική ατομικότητα.

Χάρη στην Τέχνη ο άνθρωπος βρίσκει τρόπο να ικανοποιήσει τις απωθημένες του λαχτάρες, τους φόβους, τα πάθη, ξεφεύγοντας από τις επιταγές της συμμόρφωσης και της κανονιστικής ανάγκης. Γιατί σε τελευταία ανάλυση η Τέχνη, δεν είναι παρά μια κραυγή ελευθερίας, όπως διακήρυξε ο Hengel στην «Αισθητική» του.

Ακολουθώντας το δύσβατο μονοπάτι της εσωτερικής αναζήτησης, η Σοφία Τριανταφυλλίδου, γυρεύει να μας αποκαλύψει το δικό της εσωτερικό τραγούδι.

Ό,τι αγάπησε, ό,τι φοβήθηκε, ό,τι πεθύμησε και δεν απόκτησε, ό,τι ονειρεύτηκε και δεν πραγματοποιήθηκε, συναισθήματα, βιωματικά τοπία, αγαπημένα πρόσωπα, όπως το αρχετυπικό πρόσωπο της μάνας με το οποίο καθόλου τυχαία, αρχίζει η διήγηση του βιβλίου, μετουσιώνονται σε αυτόνομα έργα Τέχνης, έξω από περιορισμoύς που θέτει ο θεμελιακός χρόνος σε παρόν, παρελθόν και μέλλον.

Το αποτέλεσμα εiκοσι πέντε μικροί γοητευτικοί κόσμοι που ο καθένας απ’ αυτούς, είναι κι ένας πίνακας ζωγραφικής που εκπέμπει τα δικά του πολλαπλά νοήματα, όπως η διήγηση της Εριφύλης: «Ζω σ’ ένα σπιτάκι στη φύση. Οι φούστες που φορώ, έχουν μοτίβα από ζωντανά φύλλα. Κάθε πρωί πηγαίνω και τα μαζεύω. Το μεσημέρι πλέκω στη φούστα μου. Η αήθεια είναι δεν ταιριάζουν καθόλου με τα λευκά δαντελένια γιακαδάκια που μου ράβει η μητέρα όπως εκείνη δεν μου επιτρέπει να τα ξηλώνω. Αυτό με στεναχωρεί πολύ. Μια μέρα δεν άντεξα. Σχίστηκα στα δύο. Άφησα το ένα κομμάτι στο σαλόνι μας, αυτό με τη δαντέλα Το άλλο με τα φύλα, δραπέτευσε στο δάσος Η μητέρα έκλαιγε όλη την μέρα Αναγκάστηκα να γυρίσω πίσω Κατέληξα με ολόλευκα γιακαδάκια να την παρηγορώ στο σπίτι. Τα πράσινα φύλλα από τη φούστα όμως ξεκόλλησαν Παρέμειναν στο δάσος Εκεί θα με περιμένουν πάντα.»

Η Τέχνη, μας είπε ο Νίτσε, είναι το μεγάλο διεγερτικό της ζωής που σπρώχνει το δημιουργό να φιλιώσει τα αφίλιωτα να συνθέσει τυφλές αντικρουόμενες δυνάμεις. Αλλά για να τα καταφέρει, οφείλει να αποσπαστεί από τον κόσμο των φαινομένων, πέρα από το καλό και το κακό, πέρα από την αδικία και τον πόνο και να αφήσει τη φαντασία να κάνει το δικό της έργο. Ποιό είναι αυτό; Να συμμαζέψει το διαμελισμένο κόσμο των φαινομένων, να τους δώσει υπόσταση φέρνοντάς τα όλα στο φως. Έτσι και η Σοφία Τριανταφυλλίδου. Τη βαθύτατη δημιουργική ανάγκη για έκφραση, την εμπιστεύεται στην γοητευτική δύναμη της φαντασίας. Έτσι μπορεί να κάνει ότι ποθεί η ψυχή της. Να κάνει τραμπάλα στη ράχη ενός ψαριού, να φορά το δάσος στη φούστα της∙ έτσι μονάχα ένα πουλί μπορεί να πάλλεται ολοζώντανο σ’ ένα πίνακα ζωγραφικής∙ έτσι μια ξύλινη κότα μπορεί να πετά, έχοντας κλεισμένη στην κοιλιά της, τη μητέρα!

Κωπηλατώντας ολομόναχη στον ωκεανό των καταπιεσμένων συναισθημάτων, γίνεται ‘’ταξιδεύτρια κόσμων», όπως ποθεί η ψυχή της∙ γιατί αυτό είναι το ποθούμενο, το ουσιώδες! Να απελευθερωθεί από υπαρξιακές αγωνίες και να ενωθεί με το φώς! Προϋπόθεση, όμως, γι’ αυτή την ιδανική κατάσταση της ψυχής, η αποτίναξη του «ζουρλομανδύα» ενός κόσμου, ολότελα αποπνιχτικού και παράφρονα που στο κείμενο μας δίδεται με ένα δυνατό συμβολισμό της ρόμπας που αντί για κουμπιά, έχει επάνω της ραμμένα χάπια.

«Με λένε ταξιδεύτρια

Για φόρεμα μου χάρισαν μια ρόμπα με μακριά μανίκια που αντί για κουμπιά έχει επάνω της ραμμένα χάπια. Με στενεύει αλλά τη συνήθισα.

Τη φορώ τα βράδια στο σκοτάδι. Τυλιγμένη μέσα της ,αισθάνομαι μαργαριτάρι κλεισμένο σε όστρακο. Ο σκληρός ασβεστόλιθος με προστατεύει από το σύρσιμο των ερπετών. Πριν με πάρει ο ύπνος, μασουλώ τα κουμπιά. Το ξημέρωμα με βγάζουν από μέσα της, είμαι τότε έτοιμη και ταξιδεύω στο φως.»

Ουτοπία άραγε η σωτηρία μέσω της λογοτεχνικής δημιουργίας; σίγουρα κανείς δεν σώθηκε από αυτήν. Όμως κάθε δημιουργία είναι μια μορφή, ίσως η ανώτερη, μορφή εξομολόγησης. Χάρη σ’ αυτόν τον εξομολογητικό της χαρακτήρα, παρακινεί τις ψυχές ν’ ανοίξουν, να εμπαθήσουν, να συγκινηθούν με αμοιβαιότητα. Ταυτόχρονα όμως μέσω της λογοτεχνικής δημιουργίας προσφέρεται στον αναγνώστη η ευχαρίστηση να περάσει στο κατώφλι μιας άλλης πραγματικότητας∙ να λύσει γρίφους κι αινίγματα, να αποκρυπτογραφήσει σύμβολα και εικόνες, για να φτάσει στην βαθύτερη αγωνία του δημιουργού.

Φυσικά λίγη σημασία έχει για τον αναγνώστη αν ανακαλύψει τον πυρήνα της.

Εξ άλλου δεν είναι αυτός ο σκοπός∙ εκείνο που μετράει πάνω απ όλα, είναι η απόλαυση της ανάγνωσης. Αυτή που ένιωσα κι εγώ, ταξιδεύοντας μαζί με τη συγγραφέα στο ποιητικό σύμπαν που δημιούργησε, όπου όλα επιτρέπονται κι όλα ανατρέπονται κάθε στιγμή.

Ένα πολυπρόσωπο σύμπαν με χρώματα και μυρουδιές, που φτιάχνει και χαλάει η δημιουργός του μέσα στην ευρυχωρία του συμβολικού χώρου.

.

ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

FRACTAL 28/11/2023

Ένα αλλόκοτο σύμπαν, όπου το παράδοξο κυριαρχεί, τα αντικείμενα μιλούν, συναισθάνονται, αντιδρούν, τα ζώα μεταμορφώνονται ανάλογα με το φως της μέρας ή σπαρταρούν κάτω από τα σεντόνια, οι άνθρωποι αποκτούν δέρμα ταπετσαρίας, τα παιδιά μεταμορφώνονται σε χαροπούλια, δημιουργεί η Σοφία Τριανταφυλλίδου, στο βιβλίο της «Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού κι άλλες υδάτινες μικρές ιστορίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ.

Πρόκειται για εικοσιπέντε μικρο-διηγήματα που κινούνται στο μεταίχμιο μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, επιχειρώντας διαφορετικές ερμηνείες του κόσμου. Σαν παιδικοί πίνακες ζωγραφικής που ρέπουν στο αλλόκοτο, η συγγραφέας αλλοιώνοντας τη συνηθισμένη αντίληψη των πραγμάτων και τις ερμηνείες τους, κατασκευάζει εικόνες και μικρόκοσμους που καταργούν τα λογικά όρια και κινούνται στα όρια μιας άλλης εμπειρίας.

Έτσι τα αντικείμενα, τα ζώα, οι ανθρώπινες υπάρξεις αποκτούν διαστάσεις υπερφυσικές, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, που κάνουν τον ομοιόμορφο κόσμο να μεταμορφώνεται. Κάθε λεπτομέρεια φωτίζεται από τη συγγραφέα, που ξεδιπλώνει και ξεσηκώνει τις πτυχές ενός δεύτερου κόσμου, ο οποίος κρύβεται κάτω από την συνηθισμένη τάξη των πραγμάτων. Μια ποιητική διάσταση κυριαρχεί στις σύντομες αυτές ιστορίες, που ενίοτε κουβαλούν μια αδιάλειπτη μελαγχολία.

«Σε παρακαλούσα να μην τρέχεις. Έχει φανοστάτες παντού, μου έλεγες. Όμως στη μοιραία στροφή, ο φανοστάτης απ΄ τη μεριά μου έγινε σπίρτο μισοσβησμένο- ενώ ο δικός σου σπίρτο, που κάηκε ολόκληρο». (Οι φανοστάτες, σελ 48)

Μέσα σε λίγες γραμμές, η Τριανταφυλλίδου γεννάει εκπλήξεις, γοητεύει με τις μινιατούρες- ιστορίες της, ανατρέπει κάθε λογική τάξη εμπλέκοντας τον αναγνώστη σε αυτή την περιπέτεια συνεχών εκπλήξεων. Διαβάζοντας το βιβλίο δεν μπορείς παρά να ακολουθήσεις το ρυθμό της γραφής της, καθώς συναρμολογεί τις ψηφίδες ενός πολύχρωμου μωσαϊκού. Ο αναγνώστης ξεφεύγει από αυτό που πίστευε ότι θα ήταν η τελική κατάληξη και μπαίνει σε έναν κόσμο αλλεπάλληλων ανατροπών.

Στο βιβλίο κυριαρχούν έντονες εικόνες, που η συγγραφέας κατασκευάζει μέσα από μια καθαρή, απλή γραφή, η οποία διαθέτει ακρίβεια και παραστατικότητα. Έτσι το παράδοξο στοιχείο εξισορροπείται και προβάλλει σαν μια εκδοχή της ζωής, που τα μάτια αδυνατούν να δουν με την πρώτη ματιά αλλά σιγά σιγά επεξεργάζονται και συνηθίζουν να το κοιτούν.

«Στη ράχη ενός ψαριού ήθελα το σπίτι μου…Όταν το ψάρι βυθίζεται στα ανοιχτά, γαντζωμένη στα βράγχιά του, δανείζομαι το οξυγόνο του και άλλοτε σουλατσάρω στα κοιλιακά του πτερύγια, άλλοτε κάνω τραμπάλα στην ουρά του κι άλλοτε πιάνω ξαφνικά το τιμόνι και γίνομαι καπετάνιος του.

Τα βράδια δεν χρειάζομαι ηλεκτρικό, φωσφορίζει το σπίτι μου. Σκεπάζομαι καλά με τα λέπια του, γιατί τα αστέρια του πέφτουν ξαφνικά, τρυπούν δυνατά και ματώνουν…» (σελ. 13, Το σπίτι στην ράχη ενός ψαριού, απόσπασμα)

Αυτή η αισθητηριακή προσέγγιση των θεμάτων, όπου το αρχέγονο στοιχείο κυριαρχεί, συναντώντας τον μαγικό ρεαλισμό, μορφοποιεί την πρώτη ύλη και προσδίδει μια ενστικτώδη σκληράδα στα όντα, που η συγγραφέας δημιουργεί. Έτσι έμμεσα, σε ένα σύμπαν που ακροβατεί μεταξύ ονειροπόλησης και πραγματικότητας, η Τριανταφυλλίδου μεταφέρει τον μύθο, τον τοποθετεί μέσα στην καθημερινή ζωή, αποδεικνύοντας τη ρευστότητα ενός κόσμου, όπου όλα είναι πιθανά κι όλα αίρονται ανά πάσα στιγμή. Τα πράγματα, τα πρόσωπα, τα ζώα αποκτούν ένα χαρακτήρα ιδιαίτερο, μυθικό και ευφάνταστο, σαν μια μορφή αντίστασης σε έναν κόσμο σκληρό, που μέσα από την αλληγορία και τη μεταφορά, ψάχνει τρόπο να ανταπεξέλθει στις συνεχείς ματαιώσεις.

.

ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ν. ΣΧΟΡΕΤΣΑΝΙΤΗΣ

FRACTAL 31/10/2023

Νοσηρές συμπεριφορές και δύστροπες κοινωνικές προεκτάσεις

Η πρώτη συλλογή διηγημάτων της Σοφίας Τριανταφυλλίδου, ευτύχησε να φιλοξενηθεί από τις, άψογης αισθητικής, εκδόσεις ΑΩ. Ένα όμορφο εξώφυλλο της Φωτεινής Χαμιδιελή (‘A little story’) διακοσμεί την καινούργια (Ιούλιος 2023) ετούτη έκδοση. Η συγγραφέας του βιβλίου όπως πληροφορούμαστε από το εσώφυλλο γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη (δεν αναφέρεται ο χρόνος γέννησης) και έως τώρα δημοσίευσε έργα της σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Είκοσι πέντε διηγήματα, μικρές ιστοριούλες μιας έως τριών σελίδων, εκάστη, περιλαμβάνονται στην ενδιαφέρουσα ετούτη συλλογή. Κυριαρχεί η σύντομη φόρμα, με περικοπή και οικονομία λέξεων και φράσεων σε μια απλή στην πλειονότητα των περιπτώσεων πλοκή, με κάποια κενά της συνέχειας της ιστορίας, και με ελάχιστες ανατροπές στην υπόθεσή τους. Σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο ξετυλίγονται τα προφανή και βαθύτερα νοήματα της συγγραφέως τα οποία καλείται να ανιχνεύσει και αποκωδικοποιήσει ο αναγνώστης. Η Σοφία Τριανταφυλλίδου μας περιγράφει τον κόσμο των κύριων χαρακτήρων της, με έντονα στοιχεία παρμένα από τον ρεαλισμό, τον συμβολισμό και ακόμα από την περιοχή του υπερρεαλισμού. Σε όλα αυτά, εμπλέκεται η καθημερινότητα των ολίγων αριθμητικά πρωταγωνιστών των διηγημάτων, πλημμυρισμένη από πάθη, έννοιες, υπονοούμενα, σκληρά, μακροχρόνια και πολλάκις ανομολόγητα. Στο διήγημα ‘Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα’, αναφέρεται σε δύστροπες και νοσηρές διαπροσωπικές ενδοοικογενειακές, εν προκειμένω, σχέσεις. Γράφει, για παράδειγμα, η συγγραφέας, για εκείνον τον αλκοολικό πατέρα που κακοποιούσε βάναυσα τη σύζυγό του, σε σχετική ερώτηση της αφηγήτριας στη μητέρα της: «…Τι είναι αυτά τα σημάδια; …… Ο μπαμπάς με ζωγραφίζει, σκιές και χρώματα είναι, ακόμη και τα δάκρυα. Εκείνη τη μέρα στη λίμνη, εκείνος κωπηλατούσε κατσουφιασμένος, η μητέρα δεν έβγαζε άχνα και εγώ έσφιγγα το αρκουδάκι στην αγκαλιά μου. Ξαφνικά ένα πυροβολισμός και το σώμα του «πατέρα» στη λίμνη. Κάτω από τη βάρκα, η σκιά του κωπηλατούσε ακόμη απειλητικά. Σήμερα ζωγράφισε η μητέρα.»

Πέρα από την ανθρώπινη κακοποίηση, ειδικά των ανήμπορων και των γυναικών, συνήθη θέματα τα οποία εμφιλοχωρούν στα διηγήματα αυτά, είναι οι ανθρώπινες αδυναμίες και τα ανθρώπινα πάθη. Εκκεντρικές σκέψεις, αδικαιολόγητες και ακραίες συμπεριφορές, αδικίες, τυραννίες, δεσποτισμός, κατάχρηση εξουσίας, η απελπισία, η αγάπη και η απόρριψή της, το παράλογο, η μνήμη, όπως και πολλά άλλα, είναι οι συνιστώσες των μικρών ιστοριών της.

«Ξαπλώνω στο χορτάρι, κυλιέμαι στα πεσμένα φύλλα, λερώνω τα ρούχα μου. Κάποια στιγμή ξελύνω τα μακριά μαλλιά μου και αρχίζω να πλέκω σ’ αυτά λουλούδια. Κάθομαι στα τέσσερα και αρχίζω να σκάβω με τα χέρια μου το φρέσκο χώμα δίχως σταματημό. Αγρίμι που θέλει να κρύψει κάτι. Βγάζω βιαστικά τα ρούχα και το ρολόι από την τσάντα και τα θάβω γρήγορα. Μαζί με αυτά θέλω να θάψω και την προηγούμενη ζωή μου…». Κι αμέσως μετά, κατρακυλά στο τέλος της σελίδας το αποκορύφωμα, «Η εικόνα όμως του Μάικ που έπεσε στο κενό, επειδή του πήρα τη θέση του διευθυντή, δεν θα μ’ αφήσει ποτέ να ξεχάσω» που έρχεται ως λάθος, θεϊκή τιμωρία, ενοχή, ντροπή, ταπείνωση, ή τί άλλο, άραγε; (Η θέση του διευθυντή).

Θα έπρεπε εδώ να σημειώσουμε και να συμπληρώσουμε ότι όλα τα διηγήματα έχουν τη μορφή σύμπλευσης ποιητικού και πεζού κειμένου, με ενσωματωμένα τα στοιχεία του ρεαλιστικού με το φανταστικό. Στη ‘Μάνα’, στην αρχή-αρχή του βιβλίου, γράφει πως, «Μετρούσε αιώνες η ελιά που αγκάλιαζε το πατρικό μας, ζητώντας μόνο λίγο νερό. Τώρα οι ρίζες της σε προχωρημένη άνοια μπερδεύουν τις διαδρομές και, αντί να χαθούν στο υπέδαφος, ξεπροβάλλουν αναμαλλιασμένες έξω από το χώμα. Εκεί έβρισκα καταφύγιο στα παιδικά μου χρόνια….Σήμερα δεν με αναγνώρισε», φέροντας σε αγαστή συνέργεια τη ζωή και το θάνατο, το πραγματικό με τα όνειρα, τον παντοδύναμο χρόνο και την επίδρασή του σε δέντρα και ανθρώπους, την προϊούσα φθορά όλων των υπάρξεων, την μη αποδοχή, μερικές φορές, της σκληρής πραγματικότητας που παρουσιάζεται επώδυνη μπροστά μας.

Στην «Ανοιχτή αγκαλιά», η αφηγήτρια ξεδιπλώνει και σκιαγραφεί με υφέρπον παράπονο και περισσή ειρωνεία την μακροχρόνια σχέση με τον πατέρα και τη μητέρας της, από τα μακρυνά χρόνια της γέννησής της, αφού ήταν κορίτσι αντί του αναμενόμενου αγοριού. Η πατρική και μητρική απόρριψη μετατρέπεται σταδιακά σε ακατάσχετη όρεξη, λαιμαργία, ανεξέλεγκτη βουλιμία και τελικά παχυσαρκία, δίκην υποκατάστατου της απαράδεκτης και απορριπτέας οικογενειακής συμπεριφοράς απέναντί της. Κι’ η ίδια αναγκαστικά γράφει με παράπονο για την επώδυνη γι’ αυτή πραγματικότητα, ότι δηλαδή, «Εγώ στον καθρέφτη βλέπω το μικρό μωρό που ποτέ δεν αποδέχτηκαν»!

Σε κάθε διήγημα τελικά η Σοφία Τριανταφυλλίδου, σκιαγραφεί με παραστατικό και ποιητικό, συνάμα, τρόπο τους κύριους χαρακτήρες των μικρών της ιστοριών, άλλοτε με χιούμορ, ειρωνεία και άλλες φορές με έκδηλη νοσταλγία την καθημερινή πραγματικότητα με όσα αυτή εμπεριέχει. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι μεγάλο μέρος των κειμένων της αφορά τις ενδοοικογενειακές σχέσεις, την παρουσία και την ‘έλλειψη’ του πατέρα ή της μητέρας, περισσότερο, και το σπουδαιότερο πώς αυτές ξεδιπλώνονται και αποκαλύπτονται στο πέρασμα του χρόνου με τα ανάλογα τραυματικά ψυχικά συμβάματα.

Η Σοφία Τριανταφυλλίδου στην πρώτη της συλλογή διηγημάτων της ‘Το σπίτι στη ράχη ενός ψαριού’, αποτυπώνει αλληγορικά τον υποκειμενικό μας κόσμο, τις προσωπικές συμπεριφορές με τα βαθύτερα αίτιά τους και τις ευρύτερες κοινωνικές τους προεκτάσεις.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.