ΦΩΤΕΙΝΗ ΓΚΙΛΙΡΗ

Η Φωτεινή Γκιλίρη, γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε, αρχικά νοσηλευτική και, στη συνέχεια στη σχολή φυσικοθεραπείας του ΤΕΙ Θεσσαλονίκης και Μεταπτυχιακό στο ΤΕΦΑΑ του ΑΠΘ, με τίτλο “ανθρώπινη απόδοση και υγεία” και κατεύθυνση “ειδική προσαρμοσμένη φυσική αγωγή”. Εργάζεται ως φυσιοθεραπεύτρια σε Γενικό Νοσοκομείο.
Ασχολήθηκε από νωρίς με τρεις μορφές τέχνης: την ποίηση, το θέατρο και τη μουσική. Συμμετείχε σε χορωδίες της πόλης με ρεπερτόριο Ελληνικό και ξένο. Επίσης, συμμετέχει στο φωνητικό σύνολο Νεφές με τραγούδια της Μεσογείου. Συμμετείχε στον Β’ Πανελλήνιο Ποιητικό Διαγωνισμό για τη μικρασιατική καταστροφή, που διοργανώθηκε από το κέντρο πολιτισμού της περιφέρειας κεντρικής Μακεδονίας, λαμβάνοντας έπαινο.

.

ΡΟΕΣ

(ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ)

ΝΥΧΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ

Απόψε τα φεγγάρια διαμελίζονται
ακουμπώντας την ανάσα της γης.
Τίποτα πιο αιφνιδιαστικό
απ’ την απόλυτη σιγή της ύπαρξης,
σιγή εκκωφαντική,
όταν ο άνθρωπος σιωπά
μπρος στις απύθμενες δεξαμενές ωρών παράλογων.
Κι οι ποιητές;
Κοιμήθηκαν κι αυτοί σε μια χλιδή ασύστολη
και ηδονική χωρίς ξημέρωμα.
Οι οσμές των αστεριών,
που γεννήθηκαν στο κατώφλι αυτού του κόσμου,
μοίρασαν την άνοιξη, γιατί αυτό γνώριζαν καλά.
Απόψε, ονειρεύτηκα το φόβο μην ξυπνήσω σε μια ζωή ξένη
και την επιθυμία μιας νέας τάξης να σιγήσουν οι καρδιές…
Προσωρινά,
διαπιστώνω μόλις ξυπνώ…

ΑΝΕΜΕΛΙΑ

Ώρα καταμεσήμερο
στα αναμμένα μάρμαρα,
με τον Λίβα να λιώνει τις χρυσαφένιες στρώσεις των αισθήσεων,
κεντώ ένα γαλάζιο πέλαγος
μες τις παλάμες μου
κι αναρωτιέμαι αν οι χτύποι της καρδιάς μου
ηχούν σωστά στο απλωμένο μεσημέρι
ή
ξεμυαλίστηκαν και πέταξαν
σαν δυο σταγόνες νερό απ’ το αφρισμένο κύμα
προς τον ουρανό..

ΓΙΑ ΤΑ ΜΕΣΗΜΕΡΙΑ ΣΟΥ

Γεμίζοντας σταγόνες της βροχής τις τσέπες μου,
με ουσιώδη κι επουσιώδη,
έρανα τους ρύπους της καρδιάς μου με μύρο αμύριστο
και τράβηξα προς τα λιοστάλαχτα σοκάκια του μεσημεριού σου.

ΛΗΘΗ

Ξύπνησα στο δωμάτιο μιας λήθης
που δεν ήξερε τί θα πει αγκαλιά.
Σε σκέφτηκα…
Μήπως τα σεντόνια ήταν πάντα λευκά;
Σε κοίταξα…
Τα μαλλιά σου στράγγιζαν την αλμύρα μιας άνυδρης αυγής.
Εγώ, μικρή μέσ’ τις παλάμες σου.
Δεν γνώριζα ότι ο Αύγουστος
τραγουδά στους μεθυσμένους ξημερώματα,
ούτε πως το ξημέρωμα
γεννά στα κρεβάτια πόθων αλύτρωτων..
Μίλησα στην απουσία σου.
Μου έγνεψε την άνοιξη.
Την πίστεψα.
Κι έφυγα.
Μην ξέροντας για πού…

ΠΕΡΒΑΖΙ

Αντηλιά στο διάφανο στεφάνι των προσμονών.
Γυάλινα σύννεφα, υποσχέσεις άυλων βροχών.
Μολύβι φέτος η άνοιξη.
Γιάτρεψε και γιάτρεψε…
Μα τα υδάτινα φύλλα μες τα χέρια σου αρνήθηκαν ν
α δώσουν τη ζωή της πικραμένης θάλασσας,
ενέχυρο στα χρόνια των υποσχέσεων.
Νυχτώνει…
Οσμήσου το μύρο πάνω στα βράχια,
αλειμμένο για χρόνια,
θρεμμένο μες την κακοκαιρία της ζωής σου και,
πέταξε με δυο διάφανους ουρανούς κάτω απ’ την μασχάλη σου,
φτερά της ανάσας σου.

ΡΟΕΣ

Ροές που άγγιξαν την άνοιξη.
Άνθη κι αναβρασμός της δύσης,
χωρίς πανιά γι’ ανάσες άσπιλες.
Τίποτα δεν ταξίδεψε στον άσπρο ουρανό του ανασασμού σου.
Μην μπερδευτώ μες στο κατώφλι του ονείρου μου
και βγω σε αθέατες πηγές μεγάλων ωρών…
Η γύρη βάφει το μπαλκόνι της προσμονής μου.
Δυό γλάροι ταξιδεύουν σε αθέατη μνήμη.
Η νύχτα κρύβει τις ιαχές του λίθινου χεριού σου,
που ποτέ δεν υπήρξαν.
Λιτές μαρμάρινες πληγές οι αναμνήσεις σου,
πάνω στο βελούδο των ματιών μου,
πνίγονται πριν ανοίξουνε φτερά.
Μια κόκκινη έκρηξη
κι ύστερα,
λήθη λυτρωτική, διάφανη.
Πριν την επόμενη έναρξη
της απουσίας σου.

ΙΩΝΙΑΣ ΜΝΗΜΕΣ

Κι αν πλάνταζε τ’ αηδόνι
μες στον κόρφο μου,
λινό το υφάδι του ξεριζωμού
χτυπά στα παγωμένα δάκρυα.
Τα σήμαντρα σηκώνονταν ορθά
μέσα στο πέλαγος
να υμνήσουν, να θρηνήσουν, να φωτίσουν…
Τρεις μεγάλες πέτρες
χορτάριασαν τη βρύση,
που έλουζε
τις διάφανες κορδέλες της ανάμνησης.
Πως παρακολουθώ
πίσω απ’ τις ψιλές δαντέλες
τη θάλασσα να ανασαίνει κυανή,
με τα λευκά φτερά
να προσπαθεί να αποδράσει,
με τους άχραντους στίχους
σε στόματα άνυδρα,
με την υγρή ελπίδα
να στεγνώνει τα μάτια μου,
με τα ξαγρυπνημένα αγγίγματα
που αλλοιώθηκαν
στο διάβα του μισεμού.

Είχες ξεχάσει τη μέντα στο κατώφλι σου…
Και το γλυκό κουφέτο
στη θήκη πλάι στα στέφανα,
να στοιχειώνει πια τα ξημερώματα…

(Το ποίημα έλαβε μέρος σε πανελλήνιο διαγωνισμό ποίησης για την
Μικρασιατική καταστροφή, που διοργανώθηκε από το Κέντρο Πολιτισμού της
Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, όπου έλαβε έπαινο στις 13/9/22).

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Απ’ τη βοή μιας γκρι ανάσας
αναστήθηκε μια άμμος φωτεινή,
με τις γραμμές των οριζόντων μες τα χέρια σου
και τις παρέες ενός διάφανου Ιούλη.
Σήμερα, μη θυμηθείς τους κρότους που ξαγρύπνησαν
στο άυλο πέταγμα ενός γλάρου αταξίδευτου.
Κι ενός φιλιού άσημου.
Οι αφροί της θάλασσας,
που νύχτες τριγύριζαν στο παραθυρόφυλλό σου,
σήμερα γίνονται έπαθλα ζεστής πνοής
κι ανθίζουν σε καρδιές,
που υπόσχονται να ξημερώνουν
μετά από κάθε καταιγίδα…

ΘΑΛΑΜΟΣ 10

Έβλεπα τα μάτια της να στυλώνονται, νύχτες αθέατες,
μπροστά στον ήλιο που την τύφλωνε.
Μικρά χαλίκια, κοφτερά, τα δάκρυα της,
στον πιο μακρύ του κόσμου διάδρομο.
Έφευγε και
ζητούσε ανήμπορες ευχές
να τις κεντήσει,
χάδια στο προσκεφάλι της.
Οι βοήθειες στεγνές, από χέρια μικροσκοπικά,
στάθηκαν στο περβάζι
και την κοίταξαν με μάτια απόντα.
Ξύπνα…
οι ήλιοι μαζεύτηκαν στο κρεβάτι σου σαν ξαναγεννημένες ζωές
κι οι σπόροι ανθίζουν
στην εύκρατη αλήθεια μιας θάλασσας χρυσής.

COVID-19

Δένω καλά τη μάσκα της αναμονής,
και σαλπάρω για νερά που λιμνάζουν και ζέχνουν.
Ώρα: αυγή.
Χρώμα: λιλά μουντό.
Εκεί σας βρίσκω.
Μαζί,
με μια διάφανη προστασία,
καταπίνουμε τα δάκρυα, που δεν τολμούν να κυλήσουν,
γίνονται βάλσαμο
να μαλακώσουν τη σκληρότητα των άδειων διαδρόμων
και των φορείων που τρεκλίζουν
ακροβατώντας στο άσπρο και στο μαύρο…
Και δεν υπάρχει καμμία Τζοκόντα στους τοίχους
να χαρίσει το κρυμμένο της χαμόγελο,
καμμία νότα ν’ απαλύνει τον τρόμο,
καμμιά σιωπή να ταράξει τη σειρήνα…
Οι νύχτες διαδέχονται τις μέρες σαν στρώματα πυκνού ιστού αράχνης.

Αναμονή…

Περιμένουμε εκείνο το πρωί,
που τα παράθυρα θα μεγαλώνουν και, θα μεγαλώνουν…
Και ήλιοι πολλοί θα έρθουν στα γείσα,
τόσοι που δεν θα χωρούν πια και,
θα κυλούν στους διαδρόμους σαν μπάλες φωτεινές, διάφανες, χρυσές.
Μα, οι μισές θα είναι βαμμένες… μουντό λιλά.

Έξω, μια ανθρωπότητα ολόκληρη
θα δίνει πάρτυ, με τα μάτια κλειστά,
πάνω στη ράχη της γης που αχνίζει,
γδαρμένη κι ανελέητη…

Κάπου μακριά
χαράζει…
Ώρα: αυγή.
Χρώμα: λιλά φωτεινό.

(Το ποίημα παρουσιάστηκε στη διοργάνωση παρουσίασης ποιημάτων, από το
thessculture, για την παγκόσμια ημέρα ποίησης, στις 21/3/21).

.

ΜΙΚΡΕΣ ΑΝΑΣΕΣ

Πύρινα τα χέρια σου,
αποτυπώθηκαν στην αύρα
της ψυχής μου…

*

Γι’ αυτό δε φοβόμουν
τη νύχτα που θα ‘ρχόταν.
Θ’ ακουμπούσα στο ανθισμένο στήθος σου.

*

Ήξερες κι ερχόσουν;
Ήξερες κι έφευγες;
Ήξερες κι έμενες;

*

Πώς γίνεται και το ίδιο,
μεσημεριανό αεράκι έχει αγκάθια
σήμερα… που απουσιάζεις;…

*

Το καλοκαίρι άρχισε ν’ απλώνει
και η ανάμνησή σου
ν’ απομακρύνεται.

*

Γιατί, η αυγή είναι μεγάλη
και όλους τους χωρά.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.