ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΕΤΡΟΥ

Ο Δημήτρης Πέτρου γεννήθηκε το 1970 στη Δράμα και ζει στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές Α′ Παθολογική (2013), Χωματουργικά (2016) και Μόρα (2018) (εκδόσεις Μικρή Άρκτος). Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γερμανικά, λιθουανικά και φινλανδικά. Ο Εικοστός κόσμος (Εκδόσεις ΠΟΛΙΣ 2022) είναι η τέταρτη ποιητική συλλογή του.

.

.

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ (2022)

Είμαι αυτός που δεν γνωρίζω
κι αυτός που δεν έγινα.
Ο χρόνος είναι το εργοστάσιό μου.
Είμαι το προϊόν που περιμένει στα ράφια.
Είμαι ο χτεσινός και ο επόμενος.
Ο Πομερανός και ο Βεδουίνος.
Ο βιομηχανικός εργάτης. Ο δρομέας.
Ο ερχόμενος και ο αναχωρητής.
Είμαι ένα σπίτι διάτρητο από σφαίρες
στα περίχωρα.
Ένας αλύγιστος αξιωματικός.
Γνωρίζω τη συμφωνική ορχήστρα,
την παρειδωλία και τον κλινικό βαμπιρισμό.
Είμαι ο σκοτεινός Ισπανός.
Ο δραματικός Έλληνας.
Ο υπερόπτης Αυστριακός.
Η αμόλυντη Πάολα και ο ρομαντικός Έριχ.
Είμαι ένα σράπνελ στα γόνατα της Πολωνίας.
Το διαμπερές τραύμα του Πλάτωνα.
Το τελευταίο καρέ του Μπέργκμαν.

Είμαι το σπασμένο παιχνίδι
στα χέρια της Ιστορίας.

ΡΑΨΩΔΙΑ
ΓΙΑ ΤΟ ΒΕΛΗΝΕΚΕΣ

Πρώτο έσπασε το Σύμφωνο.
Νύχτα ψυχρή, ξημέρωναν ιδανικές συνθήκες.
Χώμα κατάλληλο για άρματα, θερισμένο,
και βρέθηκα να κοιτάζω στο μέσο της ζωής
έναν κόσμο σε ετοιμασίες.

Δίπλα μορφή τυφλή, απορημένη
σε ραψωδίες πάλευε να κλείσει την παραφροσύνη.
Γυρίζει και μου λέει:
— Πού πήγαν οι θεοί;
Δεν βρίσκω πρόσωπο να τραγουδήσει.
Το φτερωτό άλογο νεκρό.
Η γυναίκα με τα λυτά μαλλιά
μακριά πολύ από τα χρόνια.
Τώρα ποιος θα βάλει το θυμό σε τάξη;

Νύχτα ψυχρή χωρίς διαβουλεύσεις.
Δεν απαντώ.

— Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους.

Πρώτη ξεκίνησε η μηχανή της Κρουπ
δώδεκα κύλινδροι σε πλήρη αρμονία.
Χρώματα του αγρού, πράσινα του Σεπτέμβρη
κι από τα σύννεφα βυθίζονται
ανεστραμμένοι γλάροι.
Τετράγωνα σαγόνια, γυμναστική
η Έρρικα απλώνεται στην πρωινή ομίχλη
δρόμοι ανοίγονται σε γλυκιά καταστροφή
ανυπόμονοι νέοι βαδίζουν μες στη σκόνη..
— Ακούω το θόρυβο της μάχης.
Όμοιες οι κραυγές. Η οσμή του αίματος στην άμμο.
Ακούω το πέταγμα της μύγας στις κοιλότητες.
Τη δύσκολη αναπνοή. Το τελευταίο ξάφνιασμα.
Όλα ίδια.
Όμως κάτι λείπει. Κάτι στρεβλώνει το τραγούδι.
Ανώνυμοι νεκροί χωρίς τη θαλπωρή της ήττας.
Μονάχα σκόνη και φόνος.
Μονάχα σκόνη, φόνος και χέρσα γη.
Μονάχα σκόνη
και φόνος
και χέρσα γη.
Νύχτα.

Πρώτη έπεσε η Βαρσοβία.

Ο λοχαγός υποφέρει.
Κάποια Χριστούγεννα σε ξένους λόφους.
Κράνος ατσάλι, χρόνος ατσάλι
λευκή μπογιά και φύση σε απομίμηση.
Το πρόσωπο στο τιμόνι, τα χέρια φάλαγγα
—αιχμές και Σώματα Στρατού—
πετυχημένο πυρ και ιδανική κίνηση.
Η μέρα νύχτα, η νύχτα νύχτα,
στο κέντρο του θύλακα ούτε λόγος για πυγμή.
Ο λοχαγός θυμάται το σπίτι του.
Θυμάται τη μυρωδιά της μάνας του.
Λέει για μια θαλασσινή αυγή.
Για τα πρωινά που η ομίχλη ήταν θαυμάσια
για τα μικρά ζώα που κρύβονταν στην άμμο
τα άλλα στο βυθό με την απαράμιλλη σιωπή.
Το σπίτι του στην άκρη της Βαλτικής.
Το σπίτι του στο κέντρο της Ευρώπης.
Ο λοχαγός υποφέρει. Καλύτερα να ξεχαστεί.

ΚΑΘΟΔΟΣ

II

Ο Απρίλης είναι ο μήνας
που εκρήγνυνται οι αντιδραστήρες.
Χώμα θαμμένο στο χώμα — κεφάλια στις πλατείες —
και το σύννεφο του πλουτωνίου.
Σπαρτά μαυρίζουν τις πλαγιές — φυσούσε άνεμος της αλλαγής
βαθιά μες στο ηχείο — εγώ στα πλακόστρωτα ζεστός — πότε ψηλά,
πότε χαμηλά πηδώντας — και oι φωνές από το μπαλκόνι —

Ω πολυθρόνα από ρατάν — πολύχρωμη — που αναπαύεις
τους τραπεζικούς — το δάκρυ της μάνας που δεν έγινε κόρη —
κορίτσια με το φούμο και τη στολή παραλλαγής — ώρα δωδεκάτη
βραδινή του 1991 —

Ο συριγμός του τρένου στα σπλάχνα — βάνδαλοι νέοι
από τα video games στις ορθές μαρμάρινες στήλες

— γοητεία της διαλεκτικής — της μητροπολιτικής ανίας —

πού είσαι, ανισόπεδε Γκραντ — ιερολοχίτη Σέρμαν
— πού είστε, αστρικές σκόνες του Κονγκό.
Το μεγάλο έργο τέχνης στα υπόγεια των Καπουτσίνων —
Γκέρινγκ, Γκέρίνγκ, είδωλο της τσαρικής ζωής — γαλάζιε
πρίγκιπα των αιθέρων — όλοι ζηλεύουμε το μακρύ παλτό σου —
το σπίθισμα της επωμίδας σου — την αιχμή της ειρωνείας σου
σε κάθε μύθο.

Από τις φωλιές των πολωνικών λύκων
στα δάση των υπαρξιστών — από τους κυνηγότοπους της Πρωσίας
στους ξεχασμένους φάρους των εφτά θαλασσών —

στα σκοτεινά λαγούμια των κβαντιστών — στις ύπουλες σιωπές
της σύγχρονης πυροβολαρχίας —

μέχρι τα κρυστάλλινα γραφεία στις Νήσους Μανχάταν —
στα μπλοκ των πολυκατοικιών όπου ευδοκιμούν αλκοολικές μητέρες —

ο άνεμος που φέρνει την αλλαγή — την ένωση δύο ανήμπορων κόσμων —

ως τις αλμυρές λεκάνες του Μόμπι Ντικ —
όπου παραμιλούν σχιζοφρενείς λοστρόμοι —

είναι ο άνεμος που σκορπά
το παρελθόν της άσπιλης κυρίας.

Θυμηθείτε:
Τι αξία έχει η πάλη των ιδεών;
Τα τελευταία μέτρα της Συμφωνίας Έξι του Τσαϊκόφσκι —
Το άρωμα της πασχαλιάς δέκα λεπτά πριν την Ανάσταση —
η συνέχεια των ερειπίων που μας συναρπάζει —

καθώς ο ταύρος
για τελευταία φορά ρουθουνίζει —

τόσο ανεπαίσθητα — τόσο ονειρικά —
ξηλώνεται η εικόνα
μιας πρώην ερωμένης.

ΕΥΓΟΝΙΚΗ

«Περίλυπο το σύμπαν
κι όλοι οι λαοί ηττημένοι».

Βύρων Λεονταρης

Μεγάλη βοή.
Σε τι θαλάμους, σε τι κλινικές
σε τι βυθίσματα της χημείας —
Κι εγώ, κάτοικος πόλης ατμοσφαιρικής
εξεγείρομαι.
Πίνω άγουρα κορίτσια και ελίσσομαι.
Νέα Υόρκη, Πράγα, Παρίσι —
Όχι, δεν ήμουν εκεί.
Ήμουν σε εκστατικές παραλίες
μαζεύοντας ήλιο, θειάφι και βιταμίνη D,
σύγχρονος θεομηνίας αποκαλυπτικής
μόνιμα απών
με την περόνη στο στόμα
έρχομαι.
Μια απλή πράξη θανάτου.

Όμως, μαζί μ’ εμένα, στους δρόμους
πάντα κάτι έλειπε.
Όχι η φύση, τα πουλιά —
κάτι άλλο, πιο καίριο.
Πού να βρούμε μια πτώση να οδηγεί στη σιωπή;
Στον τρελό που ισιώνει σύρματα και οριοθετεί
την επικράτειά του.
Η εταιρεία έχει κυρτωμένες πόρτες.
Η Ιστορία δεν μπορεί να κρυφτεί.
Το βλέμμα αγγίζει αυτό που συρρικνώνεται.
Στόχος τα νέα αυτοκίνητα, η εξελιγμένη κλίνη.
Η εταιρεία χτίζει σπίτια, χωρίζει το χώρο.
Η δομή του χρόνου σφιχτή
και όμως πάλλεται.
Προέχει η επικοινωνία.

Κι εγώ,
αποτέλεσμα διάβρωσης
μοναχικός του καιρού μου
δέσμιος αστικού πλέγματος
ακαδημαϊκός συνήθειας υστερικής
κάπελας οριστικός της αϋπνίας μου
γερτό κομμάτι ξύλο,
επιτίθεμαι.

Ο καθρέφτης της κοινωνίας μου ράγισε.
Κοιτάζω από τις ρωγμές.
Φωτογραφίες ξεθωριάζουν απότομα.
Περίλυπος ώς τα βάθη της σάρκας μου εγώ—
το έσπασα το άγαλμά μου
το πούλησα, με γέλασε.
Θα ήταν κάποτε αλλιώς τα πράγματα.
Ποιος πιστεύει; Ποιος θυμάται;
Οι γέροι εκφράζονται με την ίδια ανοησία.
Γιατί, ποιος θυμάται την κυρία Μιχαηλίδου;
Πέθανε με την ανάμνηση των χεριών της
μακριά από τα καλαμωτά σπίτια.
Δεν κατάφερε να ιδρύσει τη νηνεμία της.

Μεγάλη βοή κατέβαινε.

Αυτή η έρημος που ζω
σπίτι ενός φασματικού, λοξή ταπετσαρία από πληγές
δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά βυθός,
Στους δρόμους κινούνται μηχανή, αθόρυβες.
Σε κάθε αλλαγή οι κόρες διαστέλλονται
κι ύστερα πάλι ησυχάζουν.
Αυτή η έρημος, αυτές οι αλυκές—
ρίχνω σταγόνες νερό.

.

ΜΟΡΑ (2018)

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Τα παλιά σπίτια
κρατάνε μέσα τους κάτι
από το βάρος των ανθρώπων.
Πάνω στους τοίχους λίγη υγρασία
από τα ξεχασμένα λόγια τους.
Ανάμεσα στις χαραμάδες
τη σκόνη από τον πρώτο έρωτά τους.
Ένα κομμάτι ύφασμα από παλιές ανομολόγητες πράξεις.
Γι’ αυτό και τρίζουν τα πατώματα.
Γι’ αυτό τις νύχτες ακούγονται
βήματα από το ταβάνι,
σαν κάποιος να δυσκολεύεται
να κοιμηθεί
να δυσκολεύεται να πάρει ανάσα μέσα
στο σκοτάδι,
και τ’ ανοιξιάτικα απογεύματα
βγαίνει σφοδρή απ’ το σπασμένο παράθυρο
η φωνή του νοικοκύρη:
Α γυναίκα,
πάλι πικρό τον έψησες.
Πάλι δεν βρίσκω πουκάμισο καθαρό
κι αργήσαμε.
Θα ‘χει τελειώσει ο εσπερινός.
Θ’ αγριοκοιτάζει πάλι ο παππάς.
Στο καφενείο πια τη θέση μου
άλλος την έχει πάρει.

.

ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΑ (2016)

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ

Δεν είναι η ατμόσφαιρα
μιας μεσοδυτικής πολιτείας.
Ούτε το ζήτημα: μικροαστική ζωή.
Κάτι μέσα σου τεντώνεται και σπάει.
Με φωτοκύτταρα ανάβει η κάθε μέρα.
Με μάτι ηλεκτρικό.

Να ντύνεσαι χαράματα
με τις αργές κινήσεις φορτηγίδας.

Το πρωινό κατεβαίνει
και τρίβεται καρφί στο δρόμο.

Ερημιά
Ψιλόβροχο

Και το πρώτο αστικό

στους παγωμένους ατμούς
της Πτολεμαΐδας.

HOTEL MAKEDONIA

Το τελευταίο τσιγάρο στο κρεβάτι
δείχνει πόσο μακριά
έχω φτάσει.
Ένα ταριχευμένος αλιγάτορας
στον κόλπο της Βεγγάζης.

Οι πιθανότητες πλημμύρας στα νότια
περιγράφουν άριστα το μέλλον μου.
Ένα βουνό με άγνωστο όνομα
υψώνεται μπροστά.
Με δέντρα, πέτρες
με τα όλα του.

Αυτή την ώρα κάπου στην Ανατολή
στήνουν πάγκους με υφαντά.
Κοκκινίζει γλυκά η θάλασσα των Σαργασσών.

Κι εγώ κοιτώ τη Βέροια
πίσω από το τζάμι.

ΕΚΘΕΣΗ ΙΔΕΩΝ

Βγάλτε μια κόλλα χαρτί.

Το θέμα μας σήμερα
είναι ένα σπουργίτι που τεμπελιάζει
στα σύρματα

ένα εντελβάις
με πλαστικό στήμονα.

Το ζωγραφίσει ένας ντροπαλός
αστυνομικός στον ελεύθερο χρόνο του

Το ψιθυρίζει μια γυναίκα με κρύα πόδια
στον εραστή της

Το προτείνει ένα στέλεχος πολυεθνικής
στη γενική συνέλευση των μετόχων.

Πάνω στο θέμα
οι διάνοιες ψεύδονται ασύστολα,
δείχνουν τα δόντια τους
στη νυχτερινή βάρδια

όμως τα επιγράμματα
στο τέλος λένε την αλήθεια.

Διότι το θέμα μας σήμερα
έχει τίτλο:

Η αυτοκτονία ενός εστιάτορα.

PAR AVION

Ταξίδεψα νοερώς πολύ μακριά,
τον μισό δρόμο για Μοντάνα
μέχρι τα περίχωρα της Βοιωτίας
τη στάνη της Αλαμάνας
μ’ ένα μπλουζάκι και φύλλα παραπλανητικά
για το κρύο
και τις ατυχείς στιγμές της Ιστορίας
κι όπου έφτασα με πήραν με το καλό,
με σήκωσαν στον αέρα,
μαύρο φεγγάρι στον λαιμό—

Τόσα χρόνια γυρολόγος
τέτοιο πάτο δεν ξανάπιασα.

C.V.

Δημήτριος Μακεδών του Φιλίππου.

Κάποιοι μου μίλησαν για φαγιάνς,
φαγιούμ κι άλλα φαγάδικα προ ύπνου.
Θα εκστρατεύσω πάλι.
Παρέα μ’ έναν λύκο.

Δημήτριος Μακεδών του Δράμαλη-

Κι έχω ριζώσει στα νερά.

.

Α’ ΠΑΘΟΛΟΓΙΚΗ (2013)

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗ

Έχω έναν πατέρα μωρό
Κάθε βράδυ τού ζεσταίνω το γάλα
Στα κρυφά ρίχνω μέσα κουταλιές τη ζωή μου
Με καταπίνει αργά
Ύστερα με φωνάζει στα όνειρά του
Με καλεί με το μικρό του όνομα
Μπερδεύει τα πρόσωπά μας
Το δικό μου με το δικό του
Όλο το βράδυ τινάζει τα πόδια
Δεν τον προφταίνω
Δίνει μια και πηδάει από το παράθυρο
Το τρεχαλητό του αντηχεί σ’ ολόκληρη την πόλη
Δεν μ’ αφήνει να ησυχάσω
Το πρωί κάθεται στα γόνατά μου
Λέει ιστορίες από τα παιδικά μου χρόνια
Εγώ παρατηρώ τα στραβωμένα δάχτυλα του ποδιού του
να κινούνται ακατάπαυτα.

Ανοίγω την πόρτα να βγω
και βρίσκω μια φωτογραφία οικογενειακή-

Ο πατέρας λείπει απ’ αυτήν.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΟΡΕΙΒΑΤΙΚΗ

Ι

Κατεβαίνει βραχνός από τους εφτά ουρανούς
ο αδερφός μου ο Δαυίδ
κι εγώ του λέω, πώς έγινες έτσι αδερφάκι μου
ή
τι καιρό κάνει ψηλά στα βράχια;
Απόγευμα όπως πάντα και συμβαίνουν μεγάλα γεγονότα.
Αφού σου το’ πα, μη μου φωνάζεις από μακριά,
είμαι λιγάκι περήφανος,
έλα πιο κοντά με τα καινούργια παπούτσια.
“Γνωρίζω από νεροποντές” θυμώνει ο Δαυίδ,
χρόνια φαροφύλακας στην άκρη,
“γνωρίζω από ταλαντώσεις κι άλλα στολίδια του λαιμού”.

Έχεις το ίδιο πρόβλημα με μένα.
Θα σε ονομάσω Χόλντεν, δεν θα μιλάς πολύ,
να πάρεις και γάντια.
Μόνο πρόσεξε, μη σου ξεφύγει λέξη μπροστά στα κορίτσια.

ΙΙ

Κατεβαίνει πάλι ο αδερφός μου με τον κόκκινο λαιμό.
Εκείνον τον καιρό έκανα το αγροτικό μου.
Του λέω, κάτσε να σε δω, δεν μου μοιάζεις καθόλου.
Θυμάσαι την εποχή με τα Μπρεν και τα στραβά ποδήλατα;
Έκανε πως με άκουγε, αλλά μια μουσική μηρύκαζε τ’ αυτιά του
Κι ύστερα είχε πέσει και λίγο σκοτάδι.

Δώσαμε ραντεβού την επομένη στα χωράφια κι έκτοτε
δεν τον ξανάδα.
Διορίστηκε στο Ακρινό, μελετητής ήχων του παρελθόντος.

Εγώ τελείωσα τις σπουδές, έφυγα στο εξωτερικό κι όταν γύρισα
έμαθα τη φήμη πως έχω πεθάνει.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ

Τρεις μέρες πάλευε στη ζούγκλα του ιατρείου.

Μάγοι ιθαγενείς φυσοκάλαμα θεραπευτικά φυτά
θηρία και τυφώνες του έπνιγαν τη φωνή.

Δίπλα
βάρκες με άλλους ασθενείς κωπηλατούσαν ήρεμα
τον έδειχναν με το δάχτυλο έβγαζαν φωτογραφίες.

Τον είδε ο γιατρός.
Είπε να κόψει τα ποιήματα το βράδυ.

ΠΑΝΘΕΟΝ

Κι όταν ο χρόνος έληξε

μείναμε να κοιτάμε.

Περιμέναμε τη συντέλεια του κόσμου.
Ή έστω να ανοίξουν οι ουρανοί.

Τίποτα δεν έγινε.

Στο τέλος βαρεθήκαμε και κάποιος πρόσταξε πάμε.

Ούτε καν χαιρέτησα. Ούτε καν χαιρέτησες.

Άλλωστε,
ο χρόνος είναι ένα αμάξι δίχως λάστιχα,

είπες.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΣΑΒΒΑΣ ΚΟΚΚΙΝΙΔΗΣ

22/11/2022

– Πού είδες ομορφιά;
Βασιλική πληγή μέσα σ’ αυτό το χάος;

Τέσσερα χρόνια μετά τη Μόρα, την πρώτη του σύνθεση σε ρητή συμφωνία με το «μοντέρνο επικό» είδος της ποιητικής γραφής, ο Δημήτρης Πέτρου επιστρέφει με μια ανάλογη απόπειρα σύμπηξης και αναδομής των λογοτεχνικών του στοιχείων προς επίτευξιν μιας καθηλωτικής, αυτόνομης και ενιαίας φόρμας λυρικού ειρμού.

Ο Εικοστός κόσμος –συμφύροντας εδώ τη χωροχρονική σημασιολογία του βιβλικού αἰῶνος– διαβιβάζεται κατά τεσσάρων: το προλογικό, στοιχειοθετικό ποίημα της έναρξης, όπου εποχή και ποιητικός αφηγητής αναμιγνύονται ώστε να υψώσει η αυλαία· τη «Ραψωδία για το Βεληνεκές», πρώτο μείζον στέλεχος, όπου ιστορείται το ξέσπασμα, η απολωλυία ψυχή και ο κατατρεγμός στους προμαχώνες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου· την «Κάθοδο», την ανήσυχη περιήγηση στο πριν, μετά και γύρω των συρράξεων· και, τέλος, την «Ευγονική», το επιζών, σύγχρονο ανθρώπινο θραύσμα αυτών των πτώσεων, το κλείσιμο του ακατασίγαστου σκηνικού της βίας.

[…] Ο καθρέφτης της κοινωνίας μου ράγισε.
Κοιτάζω από τις ρωγμές.
Φωτογραφίες ξεθωριάζουν απότομα.
Περίλυπος ώς τα βάθη της σάρκας μου εγώ –
το έσπασα το άγαλμά μου
το πούλησα, με γέλασε.
Θα ήταν κάποτε αλλιώς τα πράγματα.
Ποιος πιστεύει; Ποιος θυμάται; […]

Ο Πέτρου, κλείνοντας πλέον μία δεκαετία σχεδόν εκδοτικής παρουσίας με την Α´ Παθολογική να εμφανίζεται το 2013, εντάσσεται μ’ έναν ιδιόρρυθμο και αναζωογονητικό τρόπο στις επάλξεις και λαγούμια της Γενιάς του 2000. Ασύνηθα εγκρατής προς τις γλωσσοκεντρικές εξάρσεις που κληροδοτεί το πρόσφατο ποιητικό παρελθόν, τολμηρότατος εν ταυτώ στο εξακόντισμα των ποιητικών του εικόνων, συνιστά μία σπάνια, λιγομελή πρόταση μεταεξπρεσιονιστικής ποίησης στον ελληνικό κανόνα. Αν και το πρωτεύον και αναπόφευκτο παράδειγμα του Μίλτου Σαχτούρη αποτελεί έναν στέρεο παραλληλισμό για έργα και δημιουργούς αυτής της τροπής, η συγγένεια των δύο είναι κατά πολύ ποιοτικότερη και εκλεκτικότερη απ’ ό,τι μία ευθεία αντιπαραβολή θα καταδείκνυε.

Τόσο στην Α´ Παθολογική, όσο και στα κατοπινά Χωματουργικά (2016) και Μόρα (2018), ο Πέτρου μετέρχεται καίριων σταθμών και μέτρων της εξπρεσιονιστικής υποβολής στον λόγο· η περίφραξη χωρικών και ιστορικών τοπολογιών υπό όρους που οι ίδιες, αφ’ εαυτών αντιδονούν με κραδασμούς συναισθημάτων και θελήσεως:

[…] Βενζινάδικα με λάμπες
σαν αρπακτικά.

Σκύδρα, Αετοχώρι, Σφόδυλος
κι ο κάμπος δραπέτης μανιακός.

Έφευγε, επέστρεφε
στα στροβιλιστά νερά μιας Τρίτης.

(«Παλιά Εθνική Οδός», Χωματουργικά)

Ο αναφαίρετος αφουγκρασμός του ολέθρου, η επιμήκυνση ενός μηδενιστικού θρησκεύματος μέχρι τα άκρα που ο κόσμος εξαντλεί ολοκληρωτικά τον εαυτό του, τόσο από αγιότητα όσο και από μοχθηρία:

[…] Μονάχα δυο χτένες πλαστικές
κι ένα φανελάκι
στον τενεκεδένιο άνεμο.

Όχι πια οι κουμαριές.
Ο κρότος, η λάμψη, η αναμονή.

Όχι ο θάνατος.

(«Επιλύχνιο», Μόρα)

Με μόνη πιθανή επιζώσα την αχανή, αήττητη αγωνία του ανθρώπινου είδους:

[…] Ο χειμώνας έρχεται σούρνοντας
και σκαρφαλώνει στις πλάτες μου.

Βαραίνω επικίνδυνα

Μα είμαι άντρας
Και πρέπει να βάψω τους τοίχους.

(«Εξώφυλλο», Α´Παθολογική)

Όλες αυτές οι προκείμενες επιστρέφουν ρωμαλέες, το ίδιο βέβαιες και ανευλαβείς, και στο επικό σύνθεμα του Εικοστού κόσμου. Ως περαιτέρω ιδιάζον, μέχρι στιγμής, στίγμα της προσωπικής υφολογίας και θέασης του Πέτρου, θα πρέπει να προσμετρήσουμε και την εν γένει αποκαθαίρεση των κλασικών συμβόλων – όπως αυτά ίσταντο στα πρώτα ρεύματα του εξπρεσιονισμού και αλλαχού. Μιλώντας για τα ελληνικά γράμματα, η ανάπτυξη της αφηγηματικής, πεζότροπης ροής της Γενιάς του ’70, το αποτράβηγμα από τον χειρισμό θεμελιακών συμβόλων μες στη δομή του λόγου, φαίνεται πως επηρέασε, αλλού θετικότερα κι αλλού αρνητικότερα, το άνοιγμα προς μια πιο συγχρονισμένη με τη μοντέρνα, εύληπτη κινητικότητα ποίηση και μεταρσίωση του λόγου.

Ο συχνά οιονεί κινηματογραφόφιλος, αναπαραστασιακά συγκινητικός λόγος των Γ. Μαρκόπουλου και Γ. Κοντού, φερειπείν, με μιαν έμφαση σε μακρές σκηνές εικονικής αφήγησης ή σε σφιχτά καρέ κάποιων έμπλουτων νοήματος στιγμών, είναι ένας άξονας που κεντρίζει, ιδιόφωνα, και ο Πέτρου. Τα ποιητικά του αναπτύγματα φέρουν συχνά την επίγευση ενός προσεκτικού, αργόρυθμου εικονικού και ηχητικού ντοκουμέντου, την εκδίπλωση μιας απορροφητικής, προσεγμένης οπτικής του κόσμου:

[…] κάπου σ’ ένα ρυάκι στον Σάαρ ένα ψαράκι
ξαφνικά τρέμει – διστάζει –
δεν είναι ήπειρος, γριά σκύλα – δεν είναι επανάληψη – κορίτσια
αινιγματικά –

ένα θηλαστικό τρέχει μέσα από τα μπαρ
για να προλάβει – ήσυχα δέντρα,

βροχερά βουνά.

(«Κάθοδος – Ι», Εικοστός κόσμος)

.

Ο Εικοστός κόσμος λοιπόν συσφίγγεται τρεις προοδευτικούς κορμούς: η «Ραψωδία για το Βεληνεκές» επαναφέρει την πολεμική, ομηρική καταγωγή του ποιητικού λόγου, το μουδιασμένο, καταχτυπημένο μέλος της ψυχής που στέριωσε και εισακούστηκε καταμεσής των χαλασμάτων. Η βίαιη συσχέτιση μεταξύ της ωρίμανσης της ποιητικής καρδιάς και του μεγαλύτερου τρόμου της ανθρώπινης ιστορίας, η παράδοξη, σχεδόν βέβηλη διαπίστωση πως η λεηλασία επί των ανθρώπινων φωνών πυροδότησε την απαρχή της ποιητικής παράδοσης, είναι η διελκυστίνδα που η Ραψωδία επιτείνει:

[…] και είδα

τα μεγάλα πτηνά μέσα στα στάχυα νωχελικά βαδίζοντας
το ύψος των εργοστασίων και τη Μέκκα των προαστίων
την πρώτη σήραγγα και το μέλος που εξαρθρώθηκε

την έχθρα που ακολούθησε

κι έφτασα στο επίτευγμα
ο άνθρωπος που για ανθρώπους δάσκαλος λογίζεται
και ο άνθρωπος ο μοναχικός που διψούσε για μάθηση
ο μόνος που έφτασε κι ο τελευταίος που χάθηκε

εγώ του κόσμου το άλλοθι
κι ο κόσμος που ράγισε

Όπου η γέννηση της καταγραφής του πνεύματος, η ποίηση, του κόσμου το άλλοθι, κατήλθε ατέγκτως ως μοιραία σύντροφος της διάλυσης και του πανικού των όπλων. Η προαιώνια απειλή της βίας επί της ανθρώπινης κατάστασης, ο ατέρμων βόγκος του αποτελειώματος της ψυχικής φωνής, γέννησε πλάσμα ανθρώπινο, ανθρωπινό, που φέρει κάθε σήμα της κατάρρευσης στη δημιουργό γαστήρ του:

[…] Ποτάμι, πώς να σε πω
και να μην πέσουν μέσα βόμβες;
Τρωκτικά, δανείστε μου τ’ αυτιά σας.
Χιόνι, συντήρησε ακόμα ένα πτώμα.
Αυτή η πόλη δεν πρέπει να πέσει.
Τα τρακτέρ και τα πάρκα,
τα αγάλματα με τα σπασμένα δάχτυλα –
αυτή η πόλη θα πάψει να υπάρχει
όμως πρώτα θα δώσει τη συμβουλή της:
Μη μετράς νεκρούς, μη μετράς μίλια.
Μέτρα μονάχα αυτούς που σκότωσες. […]

.

Επακολουθεί το σκέλος της Καθόδου, μία τρόπον τινά επαναφορά των μοτίβων της προγενέστερης, εντοπιότερης Μόρας, στο επίπεδο αυτή τη φορά της υφήλιας ανησυχίας και παραζάλης. Η παράδοξη, δαιμονική θήλεια φιγούρα που καθοδήγησε το προηγούμενο ποιητικό του βιβλίο και ανάπτυγμα, επανέρχεται εδώ ως επίκεντρο της επιθυμίας και ορμητικότητας των ηθοποιών της ιστορίας, αντάμα της απληστίας, της παράβασης, της ανεξέλεγκτης αυτοκαταστροφής τους:

[…] Θυμηθείτε:
Τι αξία έχει η πάλη των ιδεών;
Τα τελευταία μέτρα της Συμφωνίας Έξι του Τσαϊκόφσκι –
Το άρωμα της πασχαλιάς δέκα λεπτά πριν την Ανάσταση –
η συνέχεια των ερειπίων που μας συναρπάζει –

καθώς ο ταύρος
για τελευταία φορά ρουθουνίζει –

τόσο ανεπαίσθητα – τόσο ονειρικά –
ξηλώνεται η εικόνα
μιας πρώην ερωμένης.

Αυτό το συνεχές κυνηγητό και απώλεια της ανθρώπινης φιλοδοξίας, η περιδίνηση προς την πρόοδο, την αχόρταγη εξέλιξη και υπερδιόγκωση, η φαυλότητα και ο απροσμάχητος μαζί πειρασμός της εξάπλωσης –ή και της αποίκησης, είν’ η αλήθεια– του εμβατηριακού ανθρώπινου γένους:

[…] μέχρι την υγιεινή διατροφή
στους τοίχους ενός άφλα-άλφα διαμερίσματος – στα πάρκα
με τα γκρίζα παιδιά
που ισορροπούν πάνω σε στέγες και κιγκλιδώματα –

ο άνεμος φέρνει το κάλεσμα του ρακοσυλλέκτη γλάρου
– τη βραχνή κόρνα του οχηματαγωγού «Γαλήνη» –

ώς τις ξέρες της Καραϊβικής με τις υγρές διαδρομές – όπου
χάνονται επιπόλαιοι αρχειοθέτες –

είναι ο άνεμος που κουβαλά
τις προσευχές της γηραιάς κυρίας.

.

Κατακλείοντας στην Ευγονική, την αυτανάκλαση του πρωταγωνιστικού –και αμετάκλητα παρασκηνιακού– ανθρώπινου προσωπείου της σύγχρονης ιστορίας, την παραδοχή του για το αμέτοχο των καιρών, την αδυναμία, την τρομακτική του απουσία απ’ τα σημαίνοντα των χρόνων:

[…] Όμως, μαζί μ’ εμένα, στους δρόμους
πάντα κάτι έλειπε.
Όχι η φύση, τα πουλιά –
κάτι άλλο, πιο καίριο.
Πού να βρούμε μια πτώση να οδηγεί στη σιωπή;
Στον τρελό που ισώνει σύρματα και οριοθετεί
την επικράτειά του. […]

Με ανυποχώρητη την επίγνωση της αφεντίας του χαμού στην ανθρώπινη και ποιητική καρδιά, του ερχομού και της αδήριτης επανόδου της συμφοράς από χέρια θνητά, ανενδοίαστα μπρος στο ατελές ακόμη έργο της εξέγερσης, του κινδύνου, της αντίρροπης ορμής τους:

[…] άδικος, συνένοχος, εργάτης και εργατικός,
εγκαταλείπω.

Ο αιώνας είναι ακόμη εικοστός.

όπως το φως πέφτει πάνω στο σίδερο
μέρα χειμωνιάτικη σκληραίνει την όραση
πλήθος απόκληρο σηκώνεται όρθιο
και σκάβει με τα νύχια τα βουνά.

Μεγάλη βοή –

*

Ο Εικοστός κόσμος είναι ένα πολεμικό και πολιτικό άσμα, μία βλοσυρή και σύννους επισήμανση πάνω στην τροχιά της ποίησης και την τρωθείσα της συμμετοχή και σύζευξη με την κακότητα των συλλογικών, ανθρώπινων συμβάντων. Ένα γαζοφόρο άρπισμα κάτω από τις κλαγγές, ανήμπορο ν’ αποσχιστεί ποτέ από τη μνήμη της θηριωδίας τους, τους αρειμάνιους κι ολέθριους μαγνητικούς του πόλους.

Ο Πέτρου συνέραψε σ’ ένα αυστηρότατο σύνολο τη βαθύτητα και προεκτάσεις των ιδεών που ο προηγούμενος, θλιβερότερος όλων αιώνας κόμισε, συγκράτησε με τη στρωτή, ιδιόρρυθμα ευπαθή των μεγεθών φωνή του τις απόμαχες χαρακιές που η Γη δοξάζουσα ακόμη φέρει.

Ο Εικοστός κόσμος συντονίζει με ακρίβεια τα συστατικά της ποιητικής του, αποκαλύπτει ευρύτερα τις εσωτερικές ρυθμίσεις του θεωρείν του και προσφέρει ένα τρομώδες, πλην όμως ακέραιο και αποφασιστικό ανάθεμα στα αναβρύσματα του τραγουδιού της λύρας, όπου και πόθεν αυτό εκσπά.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Περιοδικό “Οδός Πανός” 197 Απρίλιος-Ιούνιος 2023

Στην προμετωπίδα απόσπασμα από το εμβληματικό Tractatus Logico-Philosophicus του Βιτγκενστάιν που αμφισβητεί τη νοητική σύλληψη ενός κόσμου «μη λογικού». Στον αντίποδα αυτής της «λογικής» σκέψης, έρχεται η πραγματικότητα, στον καταξιωμένο στη συνείδησή μας ως αιώνα κυριαρχίας της λογικής, να θέσει αλλιώς τα όρια ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο. Σε τρία μέρη χωρισμένη η ποιητική σύνθεση («Ραψωδία για το βεληνεκές», «Κάθοδος», «Ευγονική»), ξεκινά με μια ανατομία της «λογικής» του πολέμου (αυτή η πόλη, μαύρη τουλίπα στον αέρα – / γη σπαρμένη ξιφολόγχες) σε αντιπαράθεση με τη φυσική αρμονία την οποία ο πόλεμος αντιστρατεύεται. Στο δεύτερο μέρος, ο ποιητής ανιχνεύει μέσα στην ανθρώπινη φύση τα στοιχεία εκείνα που οδήγησαν στον αποπροσανατολισμό του ανθρώπου και καταξίωσαν τον πόλεμο και τη βία ως τάχα φυσικά χαρακτηριστικά του. […] Θυμηθείτε:/ Τι αξία έχει η πάλη των ιδεών;/ Τα τελευταία μέτρα της Συμφωνίας Έξι του Τσαϊκόφσκι –/ Το άρωμα της πασχαλιάς δέκα λεπτά πριν την Ανάσταση – / η συνέχεια των ερειπίων που μας συναρπάζει. Στο τρίτο μέρος, το πιο συγκλονιστικό στην αλήθεια του, το βλέμμα στρέφεται στο μέλλον της ανθρωπότητας, σε μια συνεκτίμηση των χαρακτηριστικών του εικοστού αιώνα που δεν υπόσχονται καμία μελλοντική καλυτέρευση. Μονόλογος του μοναχικού ποιητή (γιατί μόνος αυτός φαίνεται να συνειδητοποιεί το μέγεθος της ήττας). […] όπως το φως πέφτει πάνω στο σίδερο/ μέρα χειμωνιάτικη σκληραίνει την όραση/ πλήθος απόκληρο σηκώνεται όρθιο/ και σκάβει τα βουνά. Μια ολοκληρωμένη ποιητική σύνθεση με ξεκάθαρη θεματική, με δομή, με στόχο (αν δεχθούμε πως η ποίηση κάπου «στοχεύει») τη συνειδητοποίηση του κακού που κυβερνά τον πλανήτη. Εν συνόψει το νόημα όλης της σύνθεσης στους στίχους του αρχικού (εν είδει προλόγου) ποιήματος: Είμαι αυτός που δεν γνωρίζω/ κι αυτός που δεν έγινα […] Είμαι το σπασμένο παιχνίδι/ στα χέρια της ιστορίας.

.

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΝΑΡΔΑΚΗ

STIGMALOGOU.GR 9/12/2022

Είμαι ένα σράπνελ στα γόνατα της Πολωνίας
Το διαμπερές τραύμα του Πλάτωνα.
Το τελευταίο καρέ του Μπέργκμαν.
(«Είμαι αυτός που δεν γνωρίζω»)

Εικοστός κόσμος, όπως λέμε εικοστός αιώνας και μάλιστα σε όλη του τη φρίκη. Κι έτσι, η φράση του Βιτγκενστάιν στην προμετωπίδα της συλλογής – κομψότατης αισθητικά, όπως όλες ανεξαιρέτως οι ποιητικές συλλογές των εκδόσεων Πόλις – αποτελεί ειρωνεία, αφού το θέμα της δεύτερης είναι ο παραλογισμός του πολέμου, δηλαδή η επιτομή τού ό,τι κάνει έναν κόσμο «μη λογικό». Αποτέλεσμα είναι ότι οι κάτοικοι του κόσμου σπάνε – όπως εύγλωττα δηλώνει το ποιητικό υποκείμενο της συλλογής: «είμαι το σπασμένο παιχνίδι/ στα χέρια της Ιστορίας» (σελ. 9).

Η πραγματεία του πολέμου και της παράνοιας που πηγάζει από αυτόν αναπτύσσεται στον Εικοστό κόσμο του Δημήτρη Πέτρου μέσα από τρία μέρη: «Ραψωδία για το βεληνεκές», «Κάθοδος» και «Ευγονική». Το πρώτο αφορά το βεληνεκές των όπλων που χρησιμοποιούντα στα πεδία των μαχών: «Πρώτη ξεκίνησε η μηχανή της Κρουπ/ δώδεκα κύλινδροι σε πλήρη αρμονία» (σελ. 14). Η λέξη «αρμονία» στον στίχο σχηματίζει μία από τις πολλές, εκκωφαντικές αντιθέσεις που απαντώνται στη συλλογή, επιτείνοντας τη βασική πρόθεση του ποιητή να παρουσιάσει σε όλη του την ασχήμια και την αποφορά το παιχνίδι του πολέμου. Η βασικότερη μορφή αυτών των αντιθέσεων είναι οι επαναλαμβανόμενες αντιστίξεις μεταξύ των συνθηκών του πολέμου και των συνθηκών που παράγει η ηρεμία της φύσης:

Η σίκαλη βαδίζει στα χωράφια.
Πίσω της ο άνεμος λικνίζεται
ανάμεσα σε ερπύστριες και ορύγματα,
στο δρόμο που βγάζει δυτικά.

(σελ. 15)

Μάλιστα, στο ποίημα που ξεκινά «Μήνιν άειδε, θεά» (όπως δηλαδή η Ιλιάδα), οι εν λόγω αντιστίξεις ή αντιθέσεις εργαλειοποιούνται στο έπακρο, καθώς ολόκληρο το ποίημα χτίζεται πάνω σε παρομοιώσεις που αντλούνται από τη φύση ή έστω τη συνθήκη ομαλότητας:

…Όπως η κουκουβάγια έχει από πριν κλειδώσει το θήραμα
πετάει αθόρυβα παραμερίζοντας τον άνεμο
πέφτει με ορμή στον αφηρημένο ποντικό
και μπήγει το νύχι της στο μάτι,
έτσι και η βολίδα ελεύθερου σκοπευτή
από γωνία ανεξιχνίαστη ορμάει για να βρει
κρανίο βαθμοφόρου από το Όκλαντ…

Στο ποίημα της σελίδας 15 (όλα τα ποιήματα της ενότητας είναι άτιτλα), συναντάμε τον στίχο «οι Ελπήνορες μεθυσμένοι με μπίρα» και θυμόμαστε ότι ποιητές όπως ο Ρίτσος, ο Σινόπουλος ή ο Χουλιαράκης έχουν χρησιμοποιήσει τον Ελπήνορα σαν σύμβολο των αδικημένων ηρώων που έπεσαν στη μάχη, μα έμειναν αφανείς. Ο Πέτρου επομένως αναφέρεται με το όνομα «Ελπήνορες» συνεκδοχικά σε όλους τους αφανείς νεκρούς στρατιώτες, τους οποίους αλλού αναφέρει ως «ανώνυμ[ους] νεκρ[ούς] χωρίς τη θαλπωρή της νύχτας» (σελ. 14).

Το σκηνικό αυτού του μέρους είναι εξόχως πολεμικό: «Μονάχα σκόνη και φόνος./ Μονάχα σκόνη και φόνος και χέρσα γη» (σελ.14) ή αλλού: «αυτή η πόλη, μαύρη τουλίπα στον αέρα-/ γη σπαρμένη ξιφολόγχες» (σελ. 18).

Και, ενώ συνηθίζουμε η φύση και το τρυφερό προσωπικό στοιχείο («Ο λοχαγός θυμάται το σπίτι του./ Θυμάται τη μυρωδιά της μάνας του. Λέει για μια θαλασσινή αυγή», σελ. 18) να παρεμβάλλονται στη ζοφερότητα της πολεμικής συνθήκης, υπογραμμίζοντας την ασχήμια της, έρχεται το ποίημα της σελίδας 19 να εισάγει ένα διαφορετικό, υψηλό ύφος που θυμίζει Βίβλο:

…μέσα από καπνούς και φωτιές προχώρησα

και είδα

τη γυναίκα με τα τριαντάφυλλα σε όσους πολέμησαν
το ηλεκτρικό κάλεσμα του ενός στις χιλιάδες που έτρεξαν…
το πρώτο αέριο και το τελευταίο ράπισμα…

[…]

κι έφτασα στο επίτευγμα
ο άνθρωπος που για ανθρώπους δάσκαλος λογίζεται
και ο άνθρωπος ο μοναχικός που διψούσε για μάθηση
ο μόνος που έφτασε κι ο τελευταίος που χάθηκε
εγώ του κόσμου το άλλοθι
κι ο κόσμος που ράγισε.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, την «Κάθοδο», γίνεται περισσότερο μια ιχνηλάτηση της φύσης του ανθρώπου – ειδικότερα, των τμημάτων της που ευθύνονται για τον απανθρωπισμό, την έπαρση, τη μεγαλομανία και οτιδήποτε άλλο τον εξωθεί να διεξάγει πόλεμο ανά τις εποχές, ξεκινώντας από την αρχαιότητα και διατρέχοντας διάφορα άλλα επεισόδια της ιστορίας. Η αναφορά σε αυτά τα επεισόδια επιτυγχάνεται μέσα από παραπομπές σε τοπωνύμια και πρόσωπα – χωρίς σαφείς χρονικές ενδείξεις. Αν δεν αναλωθεί κάποιος στην ανάλυση των τοπωνυμίων και των ονομάτων (δεν νομίζω άλλωστε πως μια τέτοιου είδους ανάλυση ήταν ποτέ στους στόχους του ποιητή), σύντομα θα κατανοήσει ότι ο Πέτρου επιτυγχάνει με αυτό τον τρόπο μια αθρόα αναφορά στον πόλεμο ως αρρώστια που πλήττει την ανθρωπότητα ήδη από τους μυθικούς χρόνους: δεν λείπουν π.χ. αναφορές στον Τρωικό πόλεμο («τόσο ανώφελα- τόσο πανηγυρικά/ ολοκληρώνεται/ η αρπαγή μιας πρώην ωραίας», σελ. 28) ή στον Μεσαίωνα («Τι αξία έχει ο Σταυρός των Ιπποτών», σελ. 28) ή στους δύο παγκόσμιους πολέμους που σημάδεψαν τον 20ό αιώνα, τον 20ό κόσμο της συλλογής, ή και σε άλλους επιμέρους πολέμους, όπως ο πόλεμος του Κόλπου («κορίτσια με το φούμο και τη στολή παραλλαγής – ώρα δωδεκάτη/ βραδινή του 1991», σελ. 29).

Το αποτέλεσμα της αρρώστιας του πολέμου είναι απλά περισσότερη αρρώστια. Το διαπιστώνουμε αυτό, βλέποντας πώς καταλήγουν προσωπικότητες που σημαδεύτηκαν από τον πόλεμο και με τη σειρά τους σημάδεψαν τη σύγχρονη σκέψη:

– Όμως τι απέγιναν εκείνοι που έπαιξαν με τη φωτιά, Δάσκαλε;

-Ο δύστυχος Δανιήλ [Γκράνιν] με το στομάχι στην πλάτη – ζει σε μια πόλη από πάγο –

σ’ ένα σπίτι από πάγο – με μια παγωμένη καρδιά – ώς τα κατάβαθα –

σε μια πόλη που την ονόμασαν Λένινγκραντ –

Ο αγγελικός Βάλτερ [Μπένγιαμιν] πάνω κάτω βάδιζε στη σκέψη – έκοβε με τα δόντια

τις λέξεις –

ώσπου δεν έμειναν λέξεις – κλείστηκε μια μέρα έξω από τον κόσμο –

έξω από τις

εξελίξεις – πέρα μακριά – σε άγνωστα βουνά –

(σελ. 31, απόσπασμα, τα ονόματα σε [ ] της γράφουσας αυτό το άρθρο)

Το ποίημα κλείνει στη σελίδα 32 με τη στροφή:

Και ο Τάκης, ο μικρός μας γιος – κάτω από τα δέντρα.

όπως ταξιδεύεις για μέρες

στην ανοιχτή θάλασσα

στεριά δεν φαίνεται πουθενά

μόνο μεγάλα θηλαστικά

διασχίζουν τα κύματα

σιγά σιγά το ίχνος τους χάνεται

Όλα μέσα στα ποιήματα σβήνουν μέσα σε έναν σχεδόν ονειρικό κόσμο όπου η ανθρώπινη πραγματικότητα μονίμως υποχωρεί μέσα στη μεγαλύτερη εικόνα – ίσως σαν ένδειξη του ότι εμείς και οι πράξεις μας είμαστε περαστικοί από αυτόν τον κόσμο και η όποια μας ασέβεια απέναντί του ουδόλως τον επηρεάζει.

Νωρίτερα (σελ. 30), ο ποιητής έχει αναρωτηθεί:

Θυμηθείτε:

Τι αξία έχει η πάλη των ιδεών;

Τα τελευταία μέτρα της Συμφωνίας Έξι του Τσαϊκόφσκι –

Το άρωμα τα πασχαλιάς δέκα λεπτά πριν την Ανάσταση –

η συνέχεια των ερειπίων που μας συναρπάζει –

Η «παθητική» Συμφωνία Έξι του Τσαϊκόφσκι περιέχει μια παράξενη αντιστροφή: συνήθως οι συμφωνίες κλείνουν με ένα δυνατό μέρος, αφού έχει προηγηθεί ένα δεύτερο απαλό. Όμως ο Τσαϊκόφσκι σε αυτή την τελευταία συμφωνία που έγραψε (αυτοκτόνησε 50 μέρες μετά) έχει αντιστρέψει τα μέρη και κλείνει με το απαλό μέρος, στοιχειώνοντας έτσι τον ακροατή. Όσο για τα ερείπια και τη γοητεία τους έχουν γραφτεί πολλά. Η ουσία αυτού του αποσπάσματος είναι ότι, έτσι όπως δεν επηρεάζουν τη μεγαλύτερη εικόνα οι ασεβείς μας πράξεις, έτσι δεν την επηρεάζουν και τα μεγάλα μας επιτεύγματα ή οι σπουδαίες μας σκέψεις. Ο κόσμος (και ο Θεός;) είναι απλά μια συνείδηση που παρατηρεί τα τεκταινόμενα, χωρίς να επηρεάζεται και χωρίς να επεμβαίνει. Στον μικρόκοσμό μας μόνο είναι που συμβαίνουν όλα τα τραγικά:

καθώς ο ταύρος

για τελευταία φορά ρουθουνίζει –

τόσο ανεπαίσθητα – τόσο ονειρικά –

ξηλώνεται η εικόνα

μιας πρώην ερωμένης

(σελ. 30)

Ακόμη και ο έρωτας σβήνει στον πόλεμο – μόνο που ο έρωτας είναι η ζωή, είναι ο κόσμος.

Στην τελευταία ενότητα, που τιτλοφορείται «Ευγονική», ατενίζουμε το παρόν από τη χρονική στιγμή του 20ού αιώνα και την αντανάκλασή του στο μέλλον. Η πορεία της ανθρωπότητας δεν έχει οδηγήσει σε κανένα ευγονικό αποτέλεσμα, παρά μόνο σε συντρίμμια και ερείπια. Όπως διαπιστώνεται με τους στίχους του Λεοντάρη, που προτάσσονται αυτής της ενότητας, «περίλυπο το σύμπαν/ κι όλοι οι λαοί ηττημένοι».

Η ενότητα αποτελείται από ένα μόνο ποίημα, τον μονόλογο του ποιητικού υποκειμένου το οποίο κάνει απολογισμό, προσπαθώντας συγχρόνως να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στον 20ό αιώνα και μέσα στην ιστορία, μέσα στον παραλογισμό του πολέμου αλλά και του σύγχρονού του – εξόχως πολεμικού – τρόπου ζωής:

…Μεγάλη βοή κατέβαινε.

Η νόσος των ψυχιατρείων με τη νόσο των εξουσιαστών.

[…]

με την περόνη στο στόμα

έρχομαι.

Μια απλή πράξη θανάτου.

{…}

Πού να βρούμε μια πτώση να οδηγεί στη σιωπή;

Η σιωπή είναι προϋπόθεση της ηρεμίας σε έναν κόσμο ιδιαίτερα θορυβώδη και το δίπολο «ησυχία-θόρυβος» εμφανίζεται πολλάκις μέσα στη συλλογή, με τον θόρυβο (ως πολεμικό χαρακτηριστικό) να κυριαρχεί: «Νύχτα ψυχρή και ξάστερη, γεμάτη κρότους» (σελ. 13), «Ακούω το θόρυβο της μάχης./ Όμοιες οι κραυγές. Η οσμή του αίματος στην άμμο» (σελ. 14), «Άκου τη μουσική που οδηγεί στον όλεθρο» (σελ. 15), «Ο κίνδυνος πάντα από ψηλά/ ο ήχος έπεται της έκρηξης» (σελ. 16), «Οι νεκροί δεν βρίσκουν ησυχία,/ θάβονται και ξυπνάνε/ με κάθε οβίδα» (σελ. 17), «Όμως ο κρότος της πιστολιάς/ ταξιδεύει απότομα/ το ζώο στο δάσος μένει ακίνητο» (σελ. 22), κ.ο.κ.

Ο μονόλογος συνεχίζεται:

Ο καθρέφτης της κοινωνίας μου ράγισε.

Κοιτάζω από τις ρωγμές.

[…]

Αυτή η έρημος που ζω

σπίτι ενός φασματικού, λοξή ταπετσαρία από πληγές

δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά βυθός.

[…]

Με κατατρώει βουβή θλίψη.

Το ποιητικό υποκείμενο απέμεινε μόνο του («Λοιπόν, να τι είμαι./ Είμαι ο τελευταίος επιζών»), στην πραγματικότητα έμεινε το μόνο που συνειδητοποιεί τι συνέβη, που βλέπει τη ματαιότητα της καταστροφής, τη ματαιότητα της ίδιας της ύπαρξης, το κόστος της έπαρσης και την ακύρωση της όποιας επανάστασης:

Η ανάμνηση επιστρέφει στο κενό.
Εδώ πλησιάζει ένα παιδί. Όμως δεν αργεί
να σκοτεινιάσει. Χάνεται κι αυτό στη νυχτερινή υγρασία,
θύμα στοιχήματος παρανοϊκού
σύμβολο μάταιης υπομονής,
άδικος, συνένοχος, εργάτης και εργατικός,
εγκαταλείπω.

Ο αιώνας είναι ακόμα ο εικοστός.
όπως το φως πέφτει πάνω στο σίδερο
μέρα χειμωνιάτικη σκληραίνει την όραση
πλήθος απόκληρο σηκώνεται όρθιο
και σκάβει με τα νύχια τα βουνά.

Μεγάλη βοή –

Η βοή του κόσμου δεν σταματά ποτέ, ούτε δυστυχώς η φύση του ανθρώπου – το μόνο που μπορεί ίσως να μας σώσει είναι μια μελλοντική φώτιση. Μέχρι τότε, ας ελπίσουμε ότι πράγματι οι ασεβείς μας πράξεις δεν θα επηρεάσουν ποτέ τη μεγάλη εικόνα της Ζωής, έστω κι αν αυτό σημαίνει ότι δεν θα την επηρεάσουν ούτε τα μεγάλα μας επιτεύγματα ή οι σπουδαίες μας σκέψεις… Ίσως όμως τα μεγαλόπνοα έργα της τέχνης (οπωσδήποτε μέσα σε αυτά ποιητικές συλλογές σαν τον Εικοστό κόσμο) μπορέσουν τουλάχιστον να πυροδοτήσουν αναστοχασμούς που θα λειάνουν κάπως τη μελλοντική μας πορεία.

.

ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

“The Books’ Journal” 136 Νοέμβριος 2022

Παιχνίδι σπασμένο στα χέρια της Ιστορίας

Ποιήματα που ανακαλούν το σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς κατάχρηση ιστορικών παραπομπών και πολεμικών σκηνών – σαν ένα υπαινικτικό πλην διαρκές και σταθερά διαβρωτικό φόντο. Ο ποιητής επωμίζεται όλους τους ρόλους, που θα καταλήξουν, έτσι κι αλλιώς, στο συμπέρασμα πως ο ίδιος δεν είναι τίποτε άλλο, είτε το θέλει είτε όχι, από ένα ιστορικό άθυρμα.

Με τις ποιητικές του συλλογές Α’ Παθολογική (2013), Χωματουργικά (2016) και Μόρα (2018), ο Δημήτρης Πέτρου έχει διαγράψει μια ευδιάκριτη διαδρομή στην ποίηση, ή μάλλον έχει προλάβει ήδη να ολοκληρώσει αριστοτεχνικά τρεις ποιητικούς κύκλους, που συνδέονται στενά μεταξύ τους, τροφοδοτώντας εκ των ένδον ο ένας τον άλλο: από τις επώδυνες οικογενειακές και φιλικές μνήμες και την προσεκτική ανακίνησή τους (συγκινησιακή και συγκινημένη, όχι, όμως, αισθηματολογική), και τη βίωση των τόπων καταγωγής ή των φυσικών τοπίων (βίωση που δεν βιάζεται ποτέ να μας αρπάξει υπό την πίεση μιας εξωτερικής σαγήνης), μέχρι την ανάπλαση ενός ποιητικού στοιχειού ή την ανάδυση μιας ποιητικής μοίρας, που συμβολίζει από τη μια πλευρά τον τρόμο για τον θάνατο και τον θρήνο για την απώλεια οποιουδήποτε οικείου χώρου, ενώ παραπέμπει από την άλλη τόσο στην ποιητική όσο και στη λαϊκή παράδοση.

Ανοίγοντας έναν νέο κύκλο

Πρέπει να πω εξαρχής πως όλα αυτά αποτελούν μια εκ των υστέρων δήλωση εκ μέρους μου, αφού η κριτική φρόντισε να υποδεχθεί με τις κατάλληλες τιμές τον Πέτρου όλα τα προηγούμενα χρόνια. Διαβάζοντας την καινούργια ποιητική συλλογή του, κατάλαβα πως ενώ ετοιμαζόμουν για την απότιση της καθυστερημένης οφειλής, ο ίδιος έμπαινε σε έναν νέο κύκλο. Κάθε βιβλίο και ένας διαφορετικός κύκλος εντέλει; Αυτό δεν μπορώ εκ των πραγμάτων να το απαντήσω, οπότε σπεύδω να εξηγήσω σε τι ακριβώς συνίσταται το υλικό που έχουμε αυτή τη φορά προ οφθαλμών.

Έχω ξαναγράψει πως οι ποιητές που είναι γεννημένοι κατά τη δεκαετία του 1970 επιστρέφουν κατά καιρούς στο συλλογικό, σε μία ή σε περισσότερες συλλογές τους, υπό την έννοια ότι τοποθετούν τη δράση των ποιημάτων τους σε κρίσιμα ιστορικά συμφραζόμενα. Στα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που μετατρέπονται σε πρώτη ποιητική ύλη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε την Οκτωβριανή Επανάσταση, τον ισπανικό Εμφύλιο, τον Α’ και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και το σημερινό σκηνικό πολιτικής αναταραχής, από τους μετανάστες και τους άστεγους της Ευρώπης μέχρι τον κατατρεγμό των ανθρώπων στη Μέση Ανατολή. Ο Πέτρου, μέλος της γενιάς για την οποία συζητάμε, μπαίνει στο παιχνίδι των ιστορικών συμφράσεων με ένα βιβλίο που χωρίζεται σε τρεις ενότητες. Και οι τρεις αποτελούνται από πολύστιχα (όχι, όμως, ακριβώς αφηγηματικά) ποιήματα, που ανακαλούν το σφαγείο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς κατάχρηση ιστορικών παραπομπών και πολεμικών σκηνών – σαν ένα υπαινικτικό πλην διαρκές και σταθερά διαβρωτικό φόντο. Θα προηγηθεί ένα εισαγωγικό ποίημα, όπου ο ποιητής επωμίζεται όλους τους ρόλους – «προϊόν στα ράφια», «βιομηχανικός εργάτης» και «αλύγιστος αξιωματικός»:

Είμαι αυτός που δεν γνωρίζω·

κι αυτός που δεν έγινα.

Ο χρόνος είναι το εργοστάσιό μου.

Είμαι το προϊόν που περιμένει στα ράφια.

Είμαι ο χτεσινός και ο επόμενος.

Ο Πομερανός και ο Βεδουίνος.

Ο βιομηχανικός εργάτης.

Ο δρομέας.

Ο ερχόμενος και ο αναχωρητής.

Είμαι ένα σπίτι διάτρητο από σφαίρες στα περίχωρα.

Ένας αλύγιστος αξιωματικός.

Γνωρίζω τη συμφωνική ορχήστρα,

την παρειδωλία και τον κλινικό βαμπιρισμό.

Είμαι ο σκοτεινός Ισπανός.

Ο δραματικός Έλληνας.

Ο υπερόπτης Αυστριακός.

Η αμόλυντη Πάολα και ο ρομαντικός Έριχ.

Είμαι ένα σράπνελ στα γόνατα της Πολωνίας.

Το διαμπερές τραύμα του Πλάτωνα.

Το τελευταίο καρέ του Μπέργκμαν.

Είμαι το σπασμένο παιχνίδι

στα χέρια της Ιστορίας.

Ένα «σπασμένο παιχνίδι στα χέρια της Ιστορίας», ένα άθυρμα όχι των ίδιων των γεγονότων μα της μνημονικής σκιάς τους, τόσο βαριάς όσο και ένα σράπνελ, ένα θραύσμα από σφαίρα που άνοιξε –που ανοίγει– στην ποιητική συνείδηση ακόμα και πολλές δεκαετίες μετά το πραγματικό τραύμα. Κι επειδή μιλάμε για ένα τέτοιου τύπου τραύμα, δίπλα του ή και εντός του είναι έτοιμος να ανοίξει κι ένας δυσοίωνος δρόμος για την κατωφέρεια στην οποία κατρακυλάει η ύπαρξη όταν οι άνθρωποι δεν μπορούν να απαλλαγούν όχι από ένα ποιητικό στοιχειό, όπως στο τρίτο βιβλίο του Πέτρου, αλλά από το στοιχειό της Ιστορίας. Επειδή αυτό το σπασμένο, φασματικό παιχνίδι σαρώνει τις καρδιές τους χωρίς σταματημό. Κι επειδή επίσης οι καρδιές τους δεν είναι καρδιές ηρώων και πρωταγωνιστών, αλλά επιγόνων οι οποίοι δεν ξέρουν πού να ακουμπήσουν την κληρονομιά τους, μεταθέτοντας εξ ανάγκης το υπέρογκο βάρος της άλλοτε στην πολιτική και στην κοινωνία της εποχής τους κι άλλοτε στην έρημο, στη σιωπή και στην τρέλα της ψυχής τους. Περίκλειστος κόσμος είτε στο εξωτερικό του περίβλημα είτε στον εσώτερο πυρήνα του.

Θραύσματα κι αποσπάσματα

Έλεγα νωρίτερα πως τα πολύστιχα ποιήματα του Πέτρου δεν είναι ακριβώς αφηγηματικά. Και ναι, δεν ξετυλίγουν μία ή πολλές ιστορίες, ενσωματώνουν ωστόσο στο ξετύλιγμά τους θραύσματα, και πάλι, μικρών, ανολοκλήρωτων ή αποσπασματικών ιστοριών, που αποκτούν αίφνης μια ρεαλιστική χροιά με τα μικρά ονόματα των αφανών πρωταγωνιστών, με ονόματα και τοπωνύμια που βρίσκουν τον τρόπο να ανακαλέσουν τον ιστορικό τους κόσμο, τον κόσμο του 20ού αιώνα, για να μην παραλείψουμε και τον τίτλο του βιβλίου, χάρη σε έναν αόρατο συγχρωτισμό με ακούσματα τα οποία έχουμε από προφορικές αφηγήσεις των παλαιότερων με εικόνες τις οποίες έχουμε συναντήσει σε ιστορικές ταινίες και σε ιστορικά βιβλία ή σε μυθιστορήματα για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο Πέτρου αποδεικνύεται στους στίχους του οξύτερος, ακόμα και πιο επιθετικός, από ό,τι στις προηγούμενες συλλογές του. Δεν χάνει, παρ’ όλα αυτά, την κατακτημένη νηφαλιότητα της έκφρασής του, την ισορροπία του ανάμεσα στο άμεσο αίσθημα και τον ανυποχώρητο υπαινιγμό, που συνιστά και το απαραγνώριστο στίγμα της ποίησής του. Και έτσι προχωρεί πλησίστιος προς ένα μέλλον το οποίο προσωπικά αναμένω με αδημονία ως προς το τι επιπλέον μας επιφυλάσσει.

.

ΜΟΡΑ
ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

BOOKPRESS.GR 1/2/2019

Κάθε ποιητής εγκαινιάζει και μια απόγνωση η οποία είναι ζωτική.
Γιάννης Λειβαδάς

«Χίλια χρόνια μια απουσία ορίζει τη ζωή μας»

Στην τρίτη ποιητική συλλογή του, ο Πέτρου επαναδιαπραγματεύεται τον λαϊκό θρύλο της Μόρας, που επεξηγείται στο βιβλίο ανατρέχοντας στη λαϊκή δοξασία (κακό γυναικείο πνεύμα που κόβει την ανάσα στον ύπνο) και καταφεύγοντας στη λογική εξήγηση («υπνική παράλυση»). Το εξώφυλλο, η Κοιμωμένη του Γιαννούλη Χαλεπά, υπογραμμίζει τη σχέση Μόρας, ύπνου και θανάτου. Πρόκειται για μια ενιαία σύνθεση με τρεις κύκλους που συναποτελούν ένα όλο με διακριτά μέρη: έξι ποιήματα που τιτλοφορούνται Μεσονυκτικόν (α’-στ’), πέντε έντιτλες ενότητες («Το βάρος των ανθρώπων», «Σκιά στον τοίχο», «Κόκκινος κάμπος», «Ψιλό χορτάρι» και «Λέξη θανάτου») και, τέλος, τα φερώνυμα της συλλογής ποιήματα που αποτελούν τον λόγο της Μόρας. Όλα οικοδομούν μια ιδιότυπη «λειτουργία» (με την έννοια του τελετουργικού, όπως η εκκλησιαστική λειτουργία).

Η χρήση δεκαπεντασύλλαβου στα ποιήματα όπου η φωνή εκφοράς ανατίθεται στη Μόρα δεν παραπέμπει μόνον στον λαϊκό θρύλο που υποκίνησε τη σύνθεσή τους, αλλά γενικότερα στην ελληνική ποιητική παράδοση, θέτοντας το διαρκώς ανοιχτό και πάντοτε ερεθιστικό ζήτημα της επαναχρησιμοποίησης (ή επανένταξης σε νέο πλαίσιο ή γονιμοποιητικής εκμετάλλευσης) παραδοσιακών μορφολογικών/στιχουργικών στοιχείων. Ο διάλογος με το δημοτικό τραγούδι είναι πότε άμεσος και πότε διαμεσολαβείται από ποιητές (Γκανάς), ενώ παράλληλα η ποιητική παράδοση ανιχνεύεται με αναφορές (Σαραντάρης, Μαρκόπουλος, Παυλόπουλος, Κάσσος) ή υπογειωμένες επιρροές (Σαχτούρης, Σεφέρης). Η ρυθμικότητα των στίχων ενισχύεται από έμμετρους, μεμονωμένους ή σε ομάδα, στίχους, που πολλαπλασιάζονται σε αυτή την ιδιαίτερα φροντισμένη ρυθμικά συλλογή συγκριτικά με το κατεξοχήν ελευθερόστιχο παρελθόν του Πέτρου. Η ρυθμική δόμηση εντούτοις δεν βασίζεται στην κανονικότητα, με συνεχή παρουσία, αλλά, όπου εμφανίζεται επιβάλλεται, ιδίως στα ποιήματα με τίτλο «Μόρα». Σε αυτά τα ποιήματα προβάλλεται επιπλέον η τελετουργικά συνθετική δομή της συλλογής, καθώς οι τίτλοι δανείζονται από το εκκλησιαστικό λεξιλόγιο αποκαλύπτοντας σχέση με την ευρύτερη παράδοση: «η Μικρά Συναπτή», «η Μεγάλη Συναπτή», «Κεκραγάριο» «πάσα πνοή», απ’ όπου διαφεύγει το τρίτο ομότιτλο ποίημα με υπότιτλο «ποιος είδε κόρην όμορφη» που παραπέμπει ευθέως στην παραλογή «Του νεκρού αδελφού», επιτείνοντας τον διάλογο με ολόκληρο το φάσμα του ελληνικού ποιητικού παρελθόντος.

Η συλλογή με άξονα τη Μόρα, ως έναν πολλαπλά συμβολικό «βραχνά», περιστρέφεται γύρω από τις αρχετυπικές εμπειρίες του έρωτα (η Μόρα είναι μια γυναίκα; Είναι «η» μοιραία γυναίκα που φεύγει; «Χίλια χρόνια μια απουσία ορίζει τη ζωή μας» («Μεσονυκτικόν α΄»˙ γυναίκα εξάλλου αναφέρει το μότο του Σαραντάρη διλημματικά στο ονειρικό φάσμα), του θανάτου (η αναπόδραστη Μοίρα του τέλους, όπως προοιωνίζει η Κοιμωμένη του εξωφύλλου, –ο αδελφός του Ύπνου εξάλλου είναι ο Θάνατος–;) και –ίσως– της δημιουργίας (η Μόρα είναι η ποιητική μοίρα, η ποίηση που ο δημιουργός αγωνιωδώς υπηρετεί σαν «μοίρα, θάνατο και πέτρα»;). Τα βιώματα είναι συχνά τοποθετημένα στην ιστορικότητά τους, όπου ο τόπος, κομβική έννοια και στις προηγούμενες συλλογές του Πέτρου, διατηρεί εν μέρει τη βαρύτητά του.

Η κάθε ενότητα επικεντρώνεται σε διαφορετικής υφής εμπειρίες που όλες ωστόσο μεταποιούν τον ακρογωνιαίο λίθο της συλλογής, τη Μόρα ως έρωτα, θάνατο, γη (χώρα αλλά κυρίως πόλη Δράμα;). Ο τόπος, ως ατομική και συλλογική ιστορική μνήμη, είναι περισσότερο ορατός στην ενότητα «Κόκκινος κάμπος» και στα ποιήματα «Τη μέρα / που κατέβηκε από τα βουνά», «Τότε άνοιξε η πόρτα», ενώ στο «Νύχτα σηκώνεις την καταπακτή» αναμοχλεύεται σε ατομικό επίπεδο ο εσωτερικός αντίκτυπος της ιστορικής μνήμης. Στην πρώτη ενότητα, «Το βάρος των ανθρώπων», ο Πέτρου διερευνά το ίχνος των ανθρώπων ως βάρος, ιδίως μετά τον θάνατό τους, όπως και στη δεύτερη ενότητα, «Σκιά στον τοίχο», όπου η ανάμνηση εσωτερικεύεται ως αποτύπωμα του ανθρώπου σε χώρους και αντικείμενα, μεταβάλλοντας έτσι τον τρόπο που το ποιητικό υποκείμενο πλέον τα βλέπει. Εδώ ξεχωρίζει το μεταφυσικής πνοής «Όταν μεσάνυχτα», που δεν διαλέγεται μόνο με τη λαϊκή παράδοση περί μεταφυσικών φαινομένων αλλά και ανακαλεί πεζογραφικές απόπειρες όπως του Βασίλη Γκουρογιάννη (Διηγήσεις παραφυσικών φαινομένων) και του Χρυσόστομου Τσαπραΐλη (Παγανιστικές δοξασίες της θεσσαλικής επαρχίας), ενώ η όλη απόπειρα έχει ενδιαφέρον για την αιτία και τους τρόπους με τους οποίους καταφεύγει ένας δημιουργός σε λαϊκούς θρύλους. Τέλος, το «Ψιλό χορτάρι» και το «Λέξη θανάτου» εικονοποιούν τη σχέση με τον θάνατο και την απώλεια. Όμως, τα δύο τελευταία ποιήματα της συλλογής («Μόρα-πάσα πνοή» και «Επιλύχνιο» δεν αφήνουν την επίγευση της θλίψης για το αναπόδραστο του θανάτου αλλά εξορκίζουν τον φόβο του: «καλή η γη, καλός χαμός, καλός ο κόσμος όλος» λέει η Μόρα και η συλλογή τελειώνει σχεδόν συνθηματικά: «Όχι ο θάνατος».

Ο Πέτρου συνεχίζει να φωτογραφίζει τόπους, αντικείμενα και ανθρώπους αλλά στη Μόρα εμβαθύνει στα ενσταντανέ του για να αντλήσει ακόμη πιο πολύ από πριν το εσωτερικό ιδιαίτερο βάρος τους. Πάντως, ο ποιητής φαίνεται να κλείνει έναν κύκλο προσωπικών οφειλών που άνοιξε με την πρώτη συλλογή του. Παράλληλα, πειραματίζεται στο άνοιγμα νέων οδών, ιδίως στο επίπεδο των τρόπων και της τεχνικής. Πρόκειται προφανώς για μια κομβική στιγμή στην ποιητική πορεία του Πέτρου, όπου βρίσκονται υπό επεξεργασία τόσο ο προβληματισμός για τους τρόπους και τις φόρμες όσο και η ανάγκη νέων θεματικών κύκλων που αρδεύονται από τα συλλογικά αιώνια βιώματα, πέρα από τον ατομικό μικρόκοσμο στο αιώνιο ποιητικό διακύβευμα της ταλάντωσης από το ατομικό στο συλλογικό.

ΕΥΔΟΚΙΑ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΟΥ

OANAGNOSTIS.GR 12/2/2019

Η Μόρα της ποίησης

Μια μυθική μορφή. Όχι δημοφιλής, μα σίγουρα ενδιαφέρουσα. Η Μόρα. Ούσα εκεί, “συναπτή” στα βάθη της μυθικής παράδοσης. Επιστημονικά αποδίδεται με τον όρο υπνική παράλυση. Για το ποιητικό υποκείμενο ,όμως, λειτουργεί διαφορετικά. Σαν έτερη, Λερναία Ύδρα υφίσταται πολυδιάστατη και επιδεχόμενη πολλαπλούς συμβολισμούς. Πρόκληση. Τι είναι τελικά η Μόρα; Όσο τη διώχνεις εκείνη ανασυντίθεται και σου επιβάλλεται με νέες μορφές, άλλες λαλιές, αρχέτυπη μα και ενδεδυμένη σύγχρονα αμπέχονα. Όσο πιο καταπιεσμένη και απωθημένη σε στεγανούς αποκλεισμούς, τόσο σε κάθε νέο της επαναπατρισμό λαλίστατη, κραυγάζουσα, επιβάλλεται στεντόρεια και είναι υπόθεση καιρού και καιρών ο εξορκισμός της. Ίσως να είναι και συμπαθητική. Ενίοτε. Όταν αφήνεσαι άχρονος, άοπλος, “ατονικός” στη σφαίρα της παρατήρησης ή της ενσυναίσθησης.

Κάπως έτσι φαίνεται να συναντά τη Μόρα ο Δ. Πέτρου, στην ομώνυμη ποιητική συλλογή του, την τρίτη κατά σειρά. Μόνο που ενώ στην πρώτη κινούνταν ανιχνευτικά, εαυτός προς εαυτόν και στη δεύτερη κατοικημένος από τον τόπο του, εδώ τα πράγματα σίγουρα αλλάζουν. Δομικά, επιλέγει να δώσει στο έργο του θεατρική μορφή, διαλογική. Τρεις φωνές διατρέχουν το ποιητικό έργο, δεμένες ωστόσο έτσι ώστε να θυμίζουν αρχαία τραγωδία. Η Μόρα, ο ποιητής, και οι άλλοι: η κοινή γνώμη, οι παρατηρητές, εν είδει χορού. Φωνές που αρθρώνουν με εναλλαγές τη δική τους ταυτότητα, και αυτό είναι που κάνει την εν λόγω ποιητική συλλογή ενδιαφέρουσα ως έναν πλου ανεμπόδιστο στα πελάγη του χρόνου, με σκαρί το λόγο, μοναδικό πανί το συναίσθημα. Στην περιπλάνηση του ο Δ. Πέτρου συναντά τους δικούς του Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες, απελευθερώνει ανέμους και συμβολισμούς και αφήνει τον αναγνώστη να αγγίξει αυτό που έχει ανάγκη, αυτό που του εκμαιεύει, χωρίς να το εκβιάζει ,σα μέσα από μια φυσική διαδικασία. Ριπές εικόνων, συνειρμών, χωρίς φλυαρία. Το κάθε ποίημα επιφυλάσσει την ανατροπή στους τελευταίους στίχους, αφού πριν ο Πέτρου έχει διεγείρει τις αισθήσεις και έχει παραπλανήσει τον αναγνώστη σε ένα τέμπο πλωτό, ρυθμικό.

Από την άλλη, ο σαρκασμός που ακίζει το ύφος έρχεται σε σύζευξη με έναν αυθεντικό ρομαντισμό και αυτό το πάντρεμα αποκαλύπτει το χειμαρρώδες ένστικτο του ποιητή, που είναι και ανθρώπινος. Άλλοτε αέρινος, αγνός, με παιδική ματιά, άλλοτε έφηβος ονειροπόλος, κάτοικος πόλης, κάτοικος χρόνου. Ο Δ.Πέτρου έχει την άνεση να κινείται στο χρόνο και την ιστορία. Συνομιλεί με πρόσωπα ιστορικά, πρόσωπα καθημερινά, συνομιλεί με μορφές ποιητών. Συνομιλεί και με γεγονότα. Η απόθεση μοιάζει βιωματική, μα καταλήγει πολυδιάστατη και γίνεται πλατφόρμα ενεργοποίησης πολλαπλών συμβολισμών, γιατί ακριβώς ο Δ.Πέτρου λειτουργεί σε εναλλασσόμενα επίπεδα: Γήινος, τολμηρά υπόγειος ή εκτοξευόμενος σε λημέρια “ξηλωμένων ονείρων” και “ρακοσυλλεκτών γλάρων” ή γλάρων που ” ίπτανται ως σκιές”. Φτιαγμένος από “άλλο μέταλλο” παίζει κρυφτό με τη ζωή ή το θάνατο, εισχωρεί σε παλιά σπίτια, σε χτισμένα γεφύρια, σε μάχες, ξεδιπλώνει μνήμες, χρωματίζει, αποχρωματίζει και κυρίως παρατηρεί. Το “κεράσι που πέφτει από το δέντρο”, “εξωτικές ανατολές που δυναστεύουν”, ” το βάρος των ανθρώπων” , επίχρισμα και μυρουδιά σε τοίχους πολυκαιρισμένους, “ύποπτες συναλλαγές των φεγγαριών στα μπαλκόνια”, ζωές “σε λάθος τόπους”, “σπασμένες πόλεις”, “ποδήλατα παιδιών που ισορροπούν στο μέτωπό του”. Η μοναχικότητα του παρατηρητή συχνά διασπάται με παρεμβολές του “εμείς”. Ο ποιητής μοιράζεται. Όταν νιώθει, δηκτικά συχνά, την ανάγκη να παίξει με τις αντιθέσεις. Δε φοβάται να συγκεράσει το ρεαλισμό με την υπερρεαλιστική και κάποτε ερωτοτροπούσα με τον παραλογισμό, διάθεση.

Και πάντα παρούσα εκεί η Μόρα. Με τη δική της φωνή, δεκαπεντασύλλαβη, μα όχι ξένη, ως παλιά γνωστή από την παράδοση, εμφανώς αγαπημένη του ποιητή. Δυναμικά παρούσα και η δημοτική ποίηση, η βυζαντινή. Τα Κεχραγάρια, το Επιλύχνιον. Η λατρευτική ακολουθία, η υμνητική απόδοση ευχαριστιών, εντάσσονται στο έργο του λειτουργικά χωρίς να προκύπτει ασύνδετη ή ετερόκλητη. Ο Δ. Πέτρου έχει το δικό του προβολέα, φως ιλαρόν, που γνωρίζει καλά πότε και πώς να φωτίζει εκεί που ακριβώς στοχεύει. Ο λόγος απελευθερώνεται θεατρικός, αφηγηματικός ή εξομολογητικός ανάμεσα σε σύγχρονους, βυζαντινούς η αρχέγονους εφιάλτες που κινούνται με άνεση στο χθες, στο σήμερα, στην ανθρώπινη ύπαρξη εν τέλει. Όπως και να χει, το βέβαιο είναι ότι η ποίηση του Δ. Πέτρου είναι ανοιχτή και παντός καιρού. Χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη ταχύτητα μετάβασης από το σκότος στο φως, από το θάνατο στη ζωή και αντίστροφα. Σίγουρα όμως δεν είναι μία ποίηση σκοτεινή. Γιατί απολήγει σε μία λευκή, άσπιλη, ουδέτερη άρνηση του μαύρου, με το όχι του τελευταίου στίχου της συλλογής, την άρση των υποθέσεων και ένα “μονάχα” που αφοπλίζει με τη δύναμη της διττής σημασίας του. Σαν να λυτρώνεται συλλαβίζοντας απλώς: “Κύριε, εκέκραξα…”.

ΠΕΤΡΟΣ ΓΚΟΛΙΤΣΗΣ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 23/2/2019

Όψεις της μνήμης

Ο Δημήτρης Πέτρου (γενν. 1970, Δράμα), φέροντας την ευθύνη του χρίσματος που του δόθηκε από τον Δημήτρη Μαρωνίτη, συνεχίζει την ιδιαίτερη και συνεπή ποιητική του πορεία και Νέκυια με το τρίτο ποιητικό του βιβλίο, τη «Μόρα».

Βαδίζοντας στο δίχτυ ενός διακείμενου, το οποίο πλέκει μπροστά μας –συναπαρτιζόμενο επιφανειακά από τους Σαχτούρη, Σινόπουλο και Καβάφη– και χωρίς να αρνείται τη μεταφυσική ερμηνεία της υπνικής παράλυσης (βλ. Μόρα) χαράζει και επιμένει σε έναν δικό του ποιητικό δρόμο.

Ενώ σε μιαν ανάγνωση η πορεία του θα μπορούσε, σε ένα δεύτερο επίπεδο, να ιδωθεί ως μια παράπλοια σε σχέση με την ποίηση της Τζένης Μαστοράκη και του Βασίλη Στεριάδη, στην πραγματικότητα ο νεότερος ποιητής, με μια δική του ειρωνεία και ταπεινότητα, αυτο-υπονομεύεται γέρνοντας, για να δώσει χώρο στην αναδίπλωση της ποίησης ως ένα φαινόμενο μιας άλλης τάξης.

Εκεί όπου το ανθρώπινο –και υπό λήξη– σώμα μπολιάζεται τη μνήμη και τη νόηση ως μια ξένη ανάπτυξη, ώστε να λειτουργήσει ως μια φωτο-γραφική ανασκαφή του περιρρέοντος χώρου που φέρει την υφή ενός πυκνού αέρα, σε μια ποιητική αντιστροφή, εκεί όπου ο αέρας κοινωνείται ως χώμα και το χώμα ως αέρας.

Αναπνέοντας χώμα, λοιπόν, ως πουλί ιστορικό, κατά τον Μίλτο Σαχτούρη, ο Δημήτρης Πέτρου αναζητά «πέρα μακριά χιλιάδες μέρες / να καίγονται στους λόφους», βαδίζοντας σε ξύλινα πατώματα που τρίζουν, «τις νύχτες που έτριζαν τα φύλλα».

Σε ένα δικό του σκηνικό, εκεί όπου «το πρωί ο ήλιος ανέβαινε με συρματόσχοινα / και η πόλη σαν σπασμένο παιχνίδι» και εκεί όπου «στη σκουριά φυτρώνουν μαχαίρια», κομίζει τα δικά του υλικά: το ζεστό γάλα, σκουπίδια, μέταλλα, παλιά σπίτια και κυρίως βουνά και ορεινά τοπία.

Ώστε ως άλλη Μόρα η ποίησή του, σιγά σιγά και με τον δικό της τελεσίδικο τρόπο, «να πριονίσει γαλήνια τα φτερά μας».

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.