ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ΠΟΙΗΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΝΝΑΣ ΠΑΠΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου γεννήθηκε το 1951 στην Αθήνα. Σπούδασε ιστορία-αρχαιολογία, λογοτεχνία και γλώσσες στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Εργάστηκε τριάντα χρόνια στην ιδ. μέση εκπαίδευση. Ζει στην Αθήνα και έχει δυο αγαπημένους γιους. Γράφει και μεταφράζει από πολύ νέα αλλά δημοσίευσε σχετικώς αργά. Είναι μέλος του Κύκλου Ποιητών.

ΠΟΙΗΣΗ

Χρώμα μελαχρινό, AΩ, 2020
Το σωσίβιο φτερό, Γαβριηλίδης 2015
Διάδρομος, Γαβριηλίδης. 2008
Πόλερως, Γαβριηλίδης, 2001

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

Νίνα: Ένα κορίτσι της κατοχής Εύμαρος 2022
Ανεμοδείκτης, Εύμαρος, 2018
Λόγχες και θηκάρια, μικρές Εκδόσεις 2017
Μάμα Φρανκ, Γαβριηλίδης 2013
Στο ρεύμα κι αναπόταμα, Ηριδανός 2013

MΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

Anatole France, Ο τραγουδιστής της Κύμης, Εύμαρος, 2021
Η Λήδα και ο κύκνος Ιρλανδοί ποιητές 19ου αι. & W.B.Yeats ΑΩ Εκδόσεις 2021
R. L. Crist, Συμφωνικά σονέτα ΑΩ 2019
Κ. Μπωντλαίρ, Η μελαγχολία του Παρισιού, Bibliothèque 2019
Κ. Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, Κουκούτσι 2019
Κ. Μπωντλαίρ, Ένας οπιοφάγος, Bibliothèque 2019
Μ. Προυστ, Σχετικά με τον Μπωντλαίρ, Κουκούτσι 2017
Λ. Ντάρελ, Αλεξανδρινό Κουαρτέτο, Μεταίχμιο 2009
R. Baker Μότσαρτ, Libro, 2001

ΣΥΛΛΟΓΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

Κείμενα Καραντίνας, Εύμαρος, 2020
Θησαυροί της Άμμου, ανθολογία, μτφρ. R. L. Crist & Δ. Crist, ΑΩ 2019
Γοτθικές ιστορίες από μοντέρνες συγγραφείς Ars nocturna, 2018
Συν-ποιείν, ηλ. ανθολογία για σχολική χρήση, 2018
Ποιητές του 2015, μικρή ανθολογία, 2016
Ετερότητα ΙΙ, μ. Ε. 2015
Έρως- Κρίση, ποιητικό ημερολόγιο, eyelands, 2014

.

.

ΧΡΩΜΑ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ (2020)

ΕΝΑ ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΜΕ ΣΤΙΧΟΥΣ (2010-2019)

 

ΧΡΩΜΑ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟ

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ

I

Κάθε πρωί να βγεις
από τα όνειρα
τα δύσχρηστα βαριά υλικά
να ψηλαφήσεις
-η ανάγκη βλέπεις-
κι’ έπειτα στον τροχό που τρίζει μέταλλο
λίγο από το τρυφερό της νύχτας,
μια σταλιά, ν’ αφήνεις,
μήπως και γύρει ανάλαφρα η στροφή,
να μη μασάει τα γρέζια της
να μη ματώνει.

II

Άστρο
και λάμπει αδιάφορο
τα κουρελιάρικα αποφόρια μας τινάζοντας
ξύνει μια ζέστη
στις πλατείες τριγυρνά
ρίχνοντας το τυφλό του μάτι πάνωθέ μας.
Στήνοντας ξώβεργες
στα μαγαζιά και τα σκουπίδια μας
και στις ρωγμές της πλάκας του πεζοδρομίου.
Γελώντας την αδικαιολόγητη, πες ανυπόφορη,
την καλή μέρα του.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

Τραγούδι νόστου
κάθε βράδυ
πλέκει
με γυμνό το δίκοπο τ’ αγκάθι
βιασμένο περιγιάλι η χλωρή της η ματιά,
ξάφνιασμα φεγγαρίσιο
-βάρκας τριξίματα από κάτω, οιμωγές,
φευγιό απελπισμένο-
κόρη Ανδρομέδα
με μαντήλα
στα σκοινιά.

ΚΕΧΡΙΜΠΑΡΙΑ ΑΜΕΘΥΣΤΑ

Στο κεχριμπάρι τον ‘λόγου κλεισμένη,
παγωμένο τέλειο μυγάκι, ζωή

ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Σαν τα στάχια στο χωράφι,
στο σικαλοχώραφο το σκοτεινό,
θα γείρουμε τα κεφάλια στον άνεμο.
Θα δώσουμε ολόχαρο το κορμί
στη στροφή της μυλόπετρας
κι όλο το νεύρο μας τροφή θα γενεί
παλμοί στο σφυγμό κάθε ώρας.
Σαν τον άνεμο στην ακρογιαλιά
τα φιλιά μας καυτά θα τα σπείρουμε
στις οχτώ γωνιές μες το χάρτη.
Θα ξεχαστούμε μετά, θα σωπάσουμε.
Μόνο οι κλέφτες πετώντας κοπαδιαστοί
θα θυμίζουν τις φευγάτες ψυχές μας.
– Θα ’μαι ο κλέφτης στα δικά σου τα όνειρα
– Θα ’σαι η κλέφτρα στα δικά μου τραγούδια.

ΚΛΙΜΑΞ

Πρόσωπα, λόγια, κίνηση
είχε βαλθεί να καταγράφει
αθώα κι ένοχη από την ίριδα της μέχρι το μυαλό,
λες κι ήταν μόνο φώτα και σκιές –
πυκνές σαν πλέξιμο γραμμές, μια πρώτη στάση.
Δεύτερη, η τόλμη των χεριών,
που έστησε το σώμα σου
άγαλμα θεοφόρο,
τα χρόνια αγγιχτήκαν των γοφών,
από το δέρμα ώς τη ρίζα
σου ριγώντας τη χαρά
τρυγούσε, έσταζε στα τουλπάνια
λιπαρό περίσσιο
όλα αλήτευαν στη θέρμη
του πανηγυριού.
Στο γέρμα του ήλιου
ακουστήκαν κεμεντζέδια, το ούτι γόγγυξε
λυγρό απ’ τα κρυμμένα βάθη –
γνώρισα εσένα φως μου
μες τα γραφτά του κόσμου.
Και των λευκών φτερών η εποχή στερνή,
τριγωνικό σκιάδι
τις χαρακιές στα μέτωπα, τους ύπουλους νυγμούς
τη σκέψη στην ανάμνηση δροσίζει.
– Κάνε μη δει ο καιρός, που τόσο πια γερτοί,
και ξέθαρρος κοντέψει…
– Φύγε, σου αξίζει άλλη γη, φτιαγμένη από λάσπη,
κι όχι απ τη λάβα των βουνών
που ’χαμέ οι δυο πλαγιάσει.

ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΤΙ
TOΥ ΧΡΟΝΟΥ
ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Το φως των λεωφόρων σβήνει
της αδιαφορίας των πολλών
το δράμα,
όπως φουσκώνει στις ταβέρνες
τον καυγά για τα κορίτσια,
το λάθος στο λογαριασμό,
κι αφρίζουν
οι φτηνές σαμπάνιες
στα πατώματα,
κηδείες λουλουδιών.
Το φως του δέκτη
τρεμουλιάζει στα παράθυρα,
καντήλι μιας χυδαίας εποχής.
Η μάνα τύλιξε το τέκνο
στα κουρέλια πίσω από τον κάδο.
Σσσσ, λούφαξε ποταμέ,
μην ακουστείς,
περνούν τη νύχτα οι περιπολίες
της σιωπής.
Το αίμα μου
σαν άσπρο πια
σαν το νερό στ’ αυλάκι
τρέχει στους στίχους,
για κείνους που
ουρλιάζουνε βουβοί.

ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Βρες ένα τρόπο να ζεις
χωρίς να αναδεύεις
συνεχώς τους παλιούς πόνους,
ξέρεις πόσο μικροί
πόσο αδύναμοι οι άνθρωποι,
πόσο λίγοι κάνουν καλά
αυτό που κάνουν,
-κάτω από φεγγάρια
κάτω από λιοπύρια –
τέλος πάντων, θλιμμένο είδος,
πονεμένο γένος, πόσα τραγούδια
Γένος που έφτιαξε μιαν ιστορία
για το ανεξήγητο,
το μέγα ΓΙΑΤΙ;
Οι πατέρες τους, σαν τα μπουντέλια του κάστρου:
Λες να υπήρχε κάποιο αμάρτημα,
κάπου θα φταίξαμε οι ρημαγμένοι…
Πιάσε την μαύρη πέτρα,
πάρε τη λάμα,
φέρε δυο μπύρες, απόστασα…
Οι μανάδες, αντίσκηνα μέσα στη θύελλα:
Μη σκέφτεσαι, σσσ, κοιμήσου
μη κλαις, σσσ, θυμήσου
εκείνο το απόγευμα στο νησί
με τα μετέωρα κλάματα των πουλιών
από τη θάλασσα ερχόταν μια ανάσα.
Βρες ένα τρόπο να ζεις
χωρίς να αναδεύεις
συνεχώς τους παλιούς πόνους,
ξέρεις πόσο μικροί
στα βουτά
στα λιβάδια τους
στο κρεβάτι, στη γύρα
πόσα τραγούδια
Γένος που έφτιαξε
πόσα υφάδια, κεντήματα
για το ανεξήγητο,
το μέγα ΓΙΑΤΙ;
Τα παιδιά τους,
μικρά κουτάβια στη γλώσσα του νερού
– Έχουν πατρίδα τα όνειρα;
– Μόνο εδώ μέσα
κάτω από το μικρό φανελάκι
κάτω από το διάφανο δέρμα σου
κάτω από το χάδι μου
μέσα απ’ το μάτι
του χρόνου.

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ

στη μνήμη του Θάνου

Περνάς σκιά
των πραγμάτων που αγάπησες
και των προσώπων
σκιά της σκιάς τους τώρα πια,
εξόν και ανάψει ακάλεστη
μια ιδέα από την αίγλη των ωραίων στιγμών
της δημιουργίας.

Άνοστες κατήντησαν οι ώρες
οι τωρινές αδειάζοντας από κείνον
που έσφυζε τον δυνατό παλμό
της μέθεξής μας.
Και μέχρι τώρα το ξέρω καλά,
ίσως δεν έχει άλλη παρηγοριά από σε, αερικό μου,
που ‘ξερες να κρατάς το χέρι
των κουρελήδων και των απελπισμένων
να στηλωθούν με δυο γουλιές χαμόγελο
και εμπιστοσύνη.

Μόνο στη χλεύη αφήσαν τόπο,
το νιώθω αυτό μέχρι τις άκρες
των δεσμών μας, οι εταιρίες πυροβολούν
στο ψαχνό μακριά και κοντά μας, δίπλα μας
απειλούν ακόμη κι αυτό το αόρατο,
άπιαστο διαδικτυακό σου φιλί
που ακόμα με σώζει.

Μόνο για ν’ αλαλάζουν οι κυμβαλιστές
αιωρούμενοι ενώπιον σας,
μόνο ως ειρωνεία κατάφορη
εναντίον μας και σας, τώρα πια
θύματα της καμίνου απομένουμε
των πολύχρωμων τυφλών εορτών τους.

Κουράστηκε η Ιστορία μας να σέρνεται
πάνω στην κουρελού ενοχή της.
Ποιος θα βρεθεί να κλωτσήσει αυτό το
τόπι που κυλάει αιώνια κι ανόητα
στα χάη του κόσμου;
Να το ξυπνούσε λέει·
και να το ανάσταινε.

ΑΓΑΠΗ

Δάκρυα, το πιθανότερο, εσκέφτηκε ο Θωμάς,
καθώς καλά προέβλεπε που ο Άνθρωπος αυτός
για προκοπή δεν ήταν. Μήτε τον άγριο του λαού
αλαλαγμό δεν συμμεριζόταν,
όσο για δύναμη…
Κι ως η φτωχή κι εξωνημένη ηδονή
γονυπετούσα, της μοίρας του το θρήνο
επρομάντευε, σίβυλλα λες φτηνή,
μύρο της Υεμένης χύνοντας
και σάνταλο γλυκό, και σμύρναν,
και πικρήν αλόθ, λίγωμα ιερό και πάνσεπτο
στα κουρασμένα πόδια,
[τόση πορεία στο βράχωμα των άπιστων συναγωγών
και των πικρότερων ακόμα κι απ’ αυτό
ανεπίδεκτων πλουσίων νέων, τα ’χε τσακίσει,]
ο νεαρός ταμίας πρόβαλε -κάπως δειλά οπωσδήποτε-
και τού ’κάνε ψιθυριστά,
ανακαλώντας Τον στην τάξη της ομάδος:
Τόση φτωχολογιά,
και την αφήνεις τούτην εδωνά
να σου φιλεί τα πόδια;

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Τα μάτια σου που μοιάζαν μισοάδεια
στα στερνά
Σα να ’ξερες πως θα στραφούν οι έγνοιες σου
αλλού σε λίγο
αν υποθέσω πως υπάρχει στεναγμός
κι εκεί, κι όχι σε μας
που αγάπησες.
Ξέρω πώς θα με κοίταζες
την τωρινή στιγμή
θα άνοιγες μια θάλασσα
τριγύρω να με ζώσει
να μη περνάει ο στεναγμός
να μη ξερνά ο πόνος
και το αίμα πάνω στις πληγές
σαν τον πανσέ ν’ ανθίζει.

ΞΟΡΚΙ

Και πότε χάνεις την ψυχή;
Όταν πολύ πονέσει.
και πότε βρίσκεις την ξανά;
όταν περάσει η νύχτα

.

ΤΟ ΣΩΣΙΒΙΟ ΦΤΕΡΟ (2015)

ΜΙΚΡΑ ΧΑΜΗΛΟΦΩΝΑ
ΕΚΕΙ

Στη φυλακή
στο θάλαμο ενός νοσοκομείου
στην άκρη ενός γκρεμού,
στη θύελλα
κι όπου η φοβερή απόφαση
ξεσπά τη δύναμή της,
όπου ολομόναχος εκλιπαρώ,
“Θεέ, γιατί μ’ εγκαταλείπεις”
Εκεί θε να βρεθούμε
στο αιώνιο
απέναντι εγώ κι εσύ
κι εκεί, την έσχατη ώρα,
ω, τι θαύμα!
αντί για μια κατάρα
θ’ ακουστεί η μουσική
που την ψυχή μου θ’ αγκαλιάζει,
κι όμοια με του ανέμου μια ριπή
από την αδικία μακριά
κάθε ουσία μου
θ’ αποτραβηχτεί
και στο ταβάνι αυτής της όπερας
θα μείνει,
ανάμεσα στα χερουβίμ
μια ζωγραφιά παγιωμένη,
ήρεμη, αδιάφορη
στην ιστορία γραφτή.

ΑΛΗΘΕΙΑ Σ’ ΑΛΛΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Στη σκιά του Ζ. Λορεντζάτου

Λεπίδες αυστηρού ρυθμού
Και πέφταν ασταμάτητες
-μια κατολίσθηση βουνού-
Στιλπνοί, παρθενικοί, καθάριοι στίχοι
Κι ως στο τραπέζι μου σκυφτή
Ενύχτωνα με τ’ άδοξα του κόσμου
Αιχμηρά του αινίγματα,
Με κοίταξες, και πέρασες
Αχνός, στο γέρμα του καλοκαιριού
Στερνό ανατολίτικο Τζιτζίκι.

Δυο αράδες σήμαναν
Όρθρος πυκνός :
« Έργο της ομορφιάς ποτέ δεν θνάσκει»
«κατεβατή σπαθιά στον άνεμο ένας στίχος»…
Παραμυθητική και ρέμπελη, ανελέητη,
Χριστέ, που ’ν η αλήθεια…

ΣΩΣΙΒΙΟ ΦΤΕΡΟ

Δεν έχω λόγια, σου ‘κανα.
Κι εσύ; Πες, πες μου…
Απλώθη τότε κυκλικός πλατύς ορίζοντας
στήνοντας τις σιωπές του καραούλι
στο κάθε πουλί
διαβατήριο μοιράζοντας
το σωσίβιο φτερό του.
Μα δεν κρατάει πολύ το θαύμα
κι αν κρατεί, στου τραγουδιού
στον πόνο ρίζωσε την πρώτη-πρώτη του έγνοια…

Πρωί της μοναξιάς, μυγάκι εφήμερο
λύπη μου φιλντισένια,
γλύφω την άκρη μιας ανάμνησης
(ο κόσμος σα να εχάθη).
Ο,τι καλό αντίκρισαν τα μάτια μου
η αγάπη σου μου το ‘φερνε
μαζί διαβήκαμε κι αυτή τη φυλακή.
Δεν ξέρω να σου πω αν ο κόσμος -θαύμα
θέλει μας, κι αν ίσως πάλι λάμπει…

ΤΡΙΑ ΧΑΙΚΟΥ

που ανάμεσα
σε δυο μαρμαρυγές του
το σκοτάδιασμα….

*

ρίξε δυο χούφτες
λησμονιά της πίκρας
τραμουντάνα μου.

*

της περηφάνιας
που εστράγγισεν όλος
o αντρίκιος ιδρώς.

ΠΕΝΤΕ ΜΟΝΟΧΟΡΔΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΣΑΚΚΑ
α

“παλιόπαιδο”,
που πήρες
παραμάσχαλα
ολόκληρη
πατρίδα..

β

στάζει αίμα
το μάτι της φιλοξενίας
του Ρουμπλιώφ.
Αντρέι -απάρτ

γ

Πόσες ακόμη
μάσκες του αληθινού
μέχρι να φύγεις;

δ

μια τόσο κοινή,
προσιτή ζεστασιά,
μια γλύκα θανάτου
η ώρα,που ανάβει το σέλας
με μια πινελιά.

ε

Όταν μια βάρκα βυθίζεται
οι ναύτες της
Μοιάζουν πεσμένους αγγέλους
στα μάτια τους
βλέπεις γοργόνες` –
στην πλώρη του μυαλού
δένει το στήμερ
“ΠΕΡΣΕΥΣ”.

ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ
Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ

(μια προσευχή)

Ήρθε ο καλός μου έφτασε
Να πιω τον καιρό
Απ’ το στόμα του
Καιρό φοβερό που εμίσεψε
Και ξέχασα πως να τον βλέπω
Τα μάτια, τα χέρια, το γέλιο του`
Αχόρταστη πίνω τη θέα σου
Μετέωρα όλα τα τι τα γιατί και τα πότε μου
Μπροστά μου κρατώ -άγιο ξύπνημα-
Τα πάντα στου κόσμου τα βλέφαρα
Και γίνεται πια να τα κλείσω;
Ήρθε ο καλός μου έφτασε
Με πήρε μαζί στα ποτάμια του
Με τάισε στο στόμα το νόστο του
Φιλέματα χίλια τα χάδια μου.
Στον οίνο του έγειρα κι έσβησα:
Πάρε με, σώσε με, μείνε αστέρι μου
Μη φύγεις ξανά τζιβαέρι μου.

ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Σταθήκαμε μετά από έναν καυγά, όχι, πεισματωμένη αψιμαχία, σειρά οι ακακίες
από πάνω κοροιδεύαν..μετρούσαμε κουρέλια εγωισμών κι υποταγής,
κι έτσι ένα-ένα βγάλαμε τα ρούχα τα παλιά, κι όλα τα ρίξαμε στη χόβολη της
μνήμης. Ιδέες, κουρασμένα αισθήματα, ανατροπές, πάθη, τερπνές χαρές,
ισιώματα, καλλιγραφίες,
Ώσπου, νεογέννητοι, κοιτάξαμε ό ένας του άλλου τα σουσούμια` δεν ήταν
τέλεια τα κορμιά ούτε οι ψυχές, και στο μυαλό σα νυχτερίδες ώριμες πίκρες
κρέμονταν, όμως στα μάτια γυάλιζε ένα τώρα, η δική μας ώρα.
Άλλοι αυτό το λένε μάθημα, κρυφτό, φιλί, και σκανταλιά, και ουλή.
Φάνηκε τότε εκείνο το χωρίς ονόματα σα φωτεινή γραμμή σε γρίλλια,
και τόσο άμεσο, που δε σου γέμιζε καλά καλά το μάτι…μια θέρμη δίχως φόβο ή
ερημιά, κάτι από ανατολή΄μυριστικού κι ευδία, ή του ψωμιού η ξυνούτσικη
ευωδιά..η άνεση να λες ο,τι ποθείς, να μη σε κυνηγάει, να μην υπάρχει, ναι,
απαγόρευση καμμιά ούτε βία…..
Τη γλώσσα βγάλαμε στον άνεμο μαζί, και πήραμε στροφή, αλλάζει λές έστω
κι αργά η εποχή…;

ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ

Μετά την ποικίλη στοά, μετά κι από τη στροφή
των απεγνωσμένων σπονδών μας
που αναβοσβήνουν συνωμοτικά μια νύχτα που γέρνει
σκαμμένη γλυφές ταβανιών και ωραίων θανάτων,
θα πρέπει να υπάρχει στο άπειρο, διάπλατο,
κι ανάλαφρα αναρριχτό στην σελίδα του τέλους, το πρότυπο,
η ιδέα αυτή, η ατόφια της αγάπης, η ιδέα ΑΓΑΠΗ,
η κορασίδα Αγάπη, η κίνηση αγάπη, η ανοησία αγάπη,
ο χορός αγάπη μου, η ευλογία της αγάπης σου
που βρίζει σα χτήνος κάθε φορά που σκάει
από την αρμυρή κρούστα που γράφουν τα διπλόκαρφα δάκρυα
ή ουρλιάζοντας από ανήμπορο πόνο, από ανάγκη πάσα
να σε βρει και να σ’ αγγίξει ολόκληρον στραγγίζοντας
τα πάντα σε μιαν ώρα πλησμονής, αντλώντας κουβάδες το φως
καλοκαιρινό από τις ξεχασμένες χαρακιές των νευρώνων
που χτεσινές και παιδικές, σα μικρά χορταράκια γείραν
και τυλίχτηκαν γύρω στην ύλη μας
θαμιστικές, θωπευτικές κι ευφρόσυνες,
φορώντας, ξανά και ξανά, τη μάσκα
ενός σατύρου δίχως αύριο,
ενός αγγέλου για μεθαύριο
δυο ασωμάτων αγίων
κι ενός ανθρώπου σημερινού.

ΣΤΑΛΑΓΜΙΤΗΣ

Στιλπνό και λείο, λευκασμένο,
με τις ανάριες σπάνιες φλέβες σου,
αυγό ασιατικού πτηνού,
βότσαλο ξεπλυμένο,
A, ποιητικό μου εσύ,
με τα μεγάλα μάτια σου,
όλο αντιθέσεις και βουβές κραυγές
που γλύκαναν στης τρικυμίας το αντιμάμαλο
και στων πανηγυριών τις άνισες χαρές…

Στην άκρη της ανάσας σου,
μύρο κι αλάτι ο σταλαγμίτης
λέξη τη λέξη κόμπους τις βυζαίνει
στρατιά οι αιώνες σε πυκνές σειρές
παλεύοντας και την ουσία τους όλη
μ’ αναπαίστους και λαχανιαστά μαντέματα λοξά
στο κέρας με τους στίχους σου βαθιά
να παραχώνουν ιάμβους, και τροχαϊκές κραυγές,
χορεύοντας σωπαίνοντας,
ίδιες σπηλιάδες μυστικές,
λες και χρωστούν τη ρυθμική τους έλα-πήγαινε
την παλλιροϊκή παρηγοριά οι φωνές.

ΧΑΡΑΚΙΕΣ

Με δάσος χαρακιές
ως γράφεται κάθε ψυχή
αυτές που έλαβε, αυτές που έδωσε
βαθιές, ρηχές, κάποτε διακοσμητικές
Σαν έρχεται η ώρα της κόπωσης
και παραδίνει την ύπουλη χάρη της
να τις κάνεις δρομάκι στο κύμα ή κλάμμα,
ρυθμός κι ανάσα σου ξανά
φουντώνουν οι σβυσμένες ουλές
Γράμματα γίνονται, στίχοι,
Ανάερες σπηλιάδες σειρές.

Κι ο γερο ωκεανός που θα σε πάρει
από τη μαύρη τούτη γη
ίσως σε δυο σταλαγματιές
που πίκρισαν να κοιταχτεί
στα μάτια σου γυρεύοντας
να ξαναγεννηθεί
μαργαριτάρι.

.

ΔΙΑΔΡΟΜΟΣ (2008)

ΙΕΡΙΧΟΥΣ ΤΕΙΧΗ

Σε γραμμωτό ορίζοντα απλωμένος
πολύχορδος αχός πολύφωνος
στροβίλιζε και σάρωνε
τα νέφαλα
και με συρτές τραβούσε, όμοιος
ρόδινος ερωδιός.
Εκλάγκαζε φωνές ποιητικές,
παλιές και ξεχασμένες ώρες
των σαλών και των αγίων
με τα χαραγμένα μάτια
–ένα φρέσκο αγωνίας-
με ξυραφάκια από κείνα τα φτηνά.
Μόνο στα κάγκελα πια ζει
το υπόλοιπο του κόσμου
ή σε αντίσκηνα σαβάνας άνυδρης;
Ύστερα που μας τελείωσαν
οι θρίαμβοι των στεφάνων,
κουδούνισαν τα τελευταία ηχηρά
τα τρίηχα.
Ψίθυρος του γερο-Καβάφη
τα γυαλιά
καθρεφτισμένα
στο γυαλί
της περιεκτικής του ερημίας.
Εκεί που διυλίστηκε η χαρά σαν το πετρέλαιο
μιας εταιρείας
-ιδιωτικής ή δημοσίας-
τι μ’ αυτό,
μιας εταιρείας.
Εκραύγαζε σιωπές η ανταύγεια
της βροχής στα φύλλα,
κροτούσανε γυμνά κλαριά
τα δάχτυλα στο τζάμι.
Σε ποιόν χρωστούσαμε εμείς τέτοια αδικία;
Ποιόν πότε εμείς εβάλαμε ποτέ
σε πειρασμό;

ΣΑ ΔΕΛΦΙΝΙΑ

Μου κάνεις κριτική
πώς βγήκα έξω να ματώσω;
Αφού φωνή – ψυχή δεν άκουγα καμμιά-
Γύρευα στη βουή να ξεχωρίσω -ψύλλους στ’ άχυρα !
Μα μη χτυπάτε πιά το ρημαγμένο μου κορμί
γιατί ταχιά σας φεύγω
Μαζί με τ’ αστέρι τ’ αυγινό μου
Γιατί
Οι γυναίκες όλες ίδιες – φτυστές
του Αγιαντρέα η εικόνα
μ’ εκείνο το φτιαγμένο Χ το στιγμα, μια σφαγή, Παγίδα…
Του Χόθορν το παλιό, ένα παραμύθι.
Ούτε όνομα ούτε στιγμή πλέριας χαράς
σ’ εκείνα τα σκαλιά της όποιας
παγωμένης εκκλησιάς
νυφούλες άπραγες
ή πεπραγμένα…
Του κάθε φαλοκράτη παίγνιο;

-Κι όμως , υπάρχουν κάτι παληκάρια
σαν τα δελφίνια του θεού, που παίρνουν
τα κορίτσια σαν παιδάκια
να τα περάσουνε στην άλλη όχθη με χορδές
σα να κρατούσαν τ’ άγια.

Εκεί μας περιμένει η Παναγιά, γονατιστή
και πλένει του καλού της τα μαλλιά.
Τα χιλιοτσακισμένα πόδια, μετά απο πορεία
φριχτή, στη γη με τις μεγάλες πέτρες.
Κι έχει και καλοέχει την την άγια ελευθερία.

Σήμερα πιά, καθώς όλοι το ξέρετε σωστά, εκει κατά τις
δώδεκα, γωνία Ιπποκράτειο και Φως, μ’ ένα καφέ μικρό,
Τα φύλλα γράφουνε ξανά τις δαντελίτσες του ήλιου,
άνοιξη ζύγωσε, το νοιώσαν όλοι πιά;
Βαφτίστηκαν τα μάτια μας ξανά
-τόσα και τόσα μάτια που ονειρεύτηκαν ξυπνά
και τ’ άλλα, τα κεκοιμημένα, ζεστά και σκοτεινά-
μεγάλα μάτια δακρυσμένα
που ξαναγράφουν τη χαρά
– μια ζωγραφιά –
ψωμί για χίλια στόματα
ψωμί για χίλια χέρια.

.

ΠΟΛΕΡΩΣ (2001)

ΠΑΥΣΙΛΥΠΑ

Κακούργα μνήμη
Το ελάχιστο
Το μυθολόγησες
Ωκεάνειον
Απόσταγμα.

Πουτάνα μνήμη
Της λήθης
Έπλεκες ιστό
Ενώ ιστορούσες.

Γραφή προδότισσα
Με σένα πότισα
Τ’ άδειο
Κοχύλι.

Ευγένεια μνήμης:
Όλα τ’ απίστευτα
Έγιναν
Δρόμος.

Γραφή ασύστολη
Σιωπές μου έκλεψες
Διπλά πολύτιμες.

Δροσιά παράξενη
Στα υ στεκόσουνα
Στα α, στα σίγμα.

Ανταύγεια μου
Σωτήρια
Εις οφθαλμούς
Κωφεύοντας
Γεννούσες τα θηρία;

Στα μάτια μου
Επίκρανες
Θρασύ και άγριο
Πόνο.

Στα μάτια η λύπη έμεινε
Δροσιά σε υ και αλφα.

ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Έκλαιγε, σπάραζε
να ξεριζώσει
τράβαγε
καρδιά και
κόμη.

Κομμός
αρχαίας τραγωδίας
οδυρμός
του θείου πάθους
ο ανέκφραστoς o
πόνος,

ανθρώπινος και
χοϊκός
στη μήτρα
της ψυχής της.

Και μέσα
στων δακρύων
της
τον ποταμό,
Θάμβος και θάμα,

ένα χαμόγελο
Αναστάσιμο,
Το χάρμα.

ΡΟΥΘ

“Άσε να μακρύνουν
τα μαλιά μου.
Δυο μέρες βγήκαμε
από το στρατ’οπεδο”.
του είπε.

“Να πάρει φως
το σώμα
καλοκαιρινό.

Μετά, ίσως
αγαπηθούμε
σε πορφυρές αυλαίες
τυλιγμένοι.

Πρόσεξε τον αμερικανό φρουρό
και την εγγλέζα νοσοκόμα…
Πως μας κοιτάζουν!
Τι ξέρουνε εκείνοι για τον πόνο…;

Έφυγαν οι στρατοί και έρχομαι κοντά σου.
Στα πόδια να ξαπλώσω του Βοόζ.”

ΠΑΛΤΟ

Ο κόσμος μας εβούταγε
σε χίλια δυο
σιρόπια.

Διπλόκαρφα μου
έδινες
και
βλοσυρά εκμαγεία.

Ο κόσμος
μάς εδώριζε
στέφανα ωραίων
τάφων.

Ανάσταση
εμύριζεν ο θρήνος
των προβάτων.

Ο κόσμος μας
τρωγόπινε
ή νήστευε
αναλόγως.

Κρεμάλα το σχοινάκι του
ελύθη παρά θίνα.
Του ξέφυγα
του κόσμου τους
και μ’ άλλον κόσμο
τρέχω
που με διαβαίνει
πριν διαβώ
που ξέρει
πριν να μάθω

Σαν το παλτό μου
το παλιό
που γνώριζε
πριν γίνω.

ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ

Τον πόνο
υποφέρουνε γλυκά
σα να τις έκαψε
το λάδι
απ΄ το τηγάνι.

Και τα κρεμμύδια
ξεφυλλίζουνε
την περιφρόνηση των ποιητών
μετρώντας,

σαν τα ψιλά,
που ρίχνουνε
στον ακορντεονίστα,
που περνώντας
ξυπνά της αυταπάτης τους
το νυχτωμένο ρίγος.

Και τότε, πρέπει να το πεις,
πώς της ωραίας τους ψυχής
η άσπιλη εσθήτα
ψηλά ανεμίζει μια στιγμή
προτού να δύσει ο ήλιος.

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

ΚΑΡΟΛΟΣ ΜΠΩΝΤΛΑΙΡ

Τα άνθη του κακού, κουκούτσι, 2019

XCIII. Σε μια περαστική (1860)

Η λεωφόρος ούρλιαζε, ξεκούφαινε ο χαλασμός της.
Ξάφνου, ψηλή, λεπτή, σε βαθύ πένθος, πόνο μεγαλοπρεπή,
Πέρασε μια γυναίκα, που με χειρονομία λαμπρή
Κομψά ανασήκωνε τον κεντητό ποδόγυρό της`

Ευκίνητη κι ευγενική, με γάμπα αγαλματένια μυθική.
Κι εγώ, να πίνω από ‘κείνη γαντζωμένος με μανία,
Μέσα στο μάτι της, γαλάζιο απαλό ή σπέρμα καταιγίδας,
Τη γλύκα που θαμπώνει και τη φονική ηδονή .

Μια λάμψη …κι έπειτα η νύχτα ! – Φευγάτη ομορφιά
Όπου το βλέμμα σου μ’ έκαμε ξάφνου να αναγεννηθώ,
Δεν θα σε δω παρά μονάχα στην αιωνιότητα ξανά;

Αλλού, πολύ μακριά από δω! Πολύ αργά! Ποτέ ίσως!
Αφού δεν ξέρεις καν που πάω, κι εγώ για πού η δική σου η φυγή
Ω, πως θα σ’ είχα αγαπήσει, ω, που το γνώριζες εσύ!

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Χρώμα μελαχρινό
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΣΤΟΥΦΗΣ

FREAR.GR 27/9/2020

Δεν ξέρω που χάνονται οι πατεράδες
Ίσως κοιμούνται κάτω από
Την ιστορία τους.

(από το βιβλίο Χρώμα μελαχρινό)

Το ποιητικό βιβλίο Χρώμα μελαχρινό της Μαριάννας Παπουτσοπούλου που τυπώθηκε σε μία εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση από τις εκδόσεις ΑΩ, δεν μπορεί να συμπεριληφθεί στην κατηγορία αυτού που λέμε «ποιητική συλλογή», αφού πρόκειται για μία συγκεντρωτική έκδοση ποιημάτων, της προηγούμενης συγγραφικής της δεκαετίας (2010-2019). Το βιβλίο αποτελείται από τριανταεπτά ποιήματα και είναι χωρισμένο σε τέσσερις, σχεδόν ίσες ενότητες. Χρώμα μελαχρινό, Κεχριμπάρια αμέθυστα, Μέσα από το μάτι του χρόνου και οπισθόφυλλο.

Από την πρώτη κιόλας ανάγνωση του βιβλίου αυτού γίνεται φανερή η υψηλή τεχνική που χρησιμοποιεί η ποιήτρια και το νοηματικό βάθος της σκέψης της. Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου είναι μεγάλος μάστορας του λόγου, κάτι που σημαίνει ότι γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γλώσσα και όχι μόνο. Θα τολμούσα να πω ότι σε αυτό βρίσκονται όλες οι «τεχνοτροπίες» της ελληνικής ποίησης. Με επικρατέστερο χαρακτηριστικό τον δεκαπεντασύλλαβο στίχο, μας ταξιδεύει από το δημοτικό τραγούδι και τον Σολωμό, μέχρι τον Παλαμά και τον Καβάφη. Από τον Σικελιανό και τον Βαλαωρίτη, μέχρι τον Εγγονόπουλο και τον Εμπειρίκο. Πρόκειται δηλαδή για μία ποίηση, αμιγώς ελληνική με έντονα υπερρεαλιστικά στοιχεία που μέσα από φόρμες –κάποιες φορές– παραδοσιακές, προκύπτει ένα αποτέλεσμα –πολλές φορές– ολόφρεσκου μοντερνισμού, δημιουργώντας έτσι, μια προσωπική και διαφορετική φωνή στην νεοελληνική ποίηση.

Ξεκινώντας τη μελέτη αυτού του βιβλίου μού προέκυψε ένα μεγάλο πρόβλημα ως προς την προσέγγιση αυτής της «πολυδιάστατης» ποίησης. Το πρόβλημα είναι ότι δεν μπορώ να συναγάγω γενικά συμπεράσματα στα οποία να ανταποκρίνεται το σύνολο των ποιημάτων ή έστω σε κάποιες ενότητες τους. Παρ’ όλο που σαφώς και υπάρχουν κάποια γενικά χαρακτηριστικά, στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, το κάθε ποίημα του βιβλίου αυτού είναι ένας ξεχωριστός κόσμος. Η θεματική του κάθε ποιήματος είναι αποδομένη σε τέτοιο βάθος που θα μπορούσα άνετα να ισχυριστώ πως για το κάθε ποίημα αυτού του βιβλίου θα μπορούσε να γραφτεί ένα δοκίμιο αρκετών σελίδων.

Είναι πολλοί οι λόγοι που συμβάλλουν σε αυτή την ιδιαιτερότητα, όπως η γλώσσα, οι τεχνικές, οι θεματολογίες και η συνθετική δεινότητα της δημιουργού. Όμως ένα είναι το κύριο χαρακτηριστικό που κάνει τόσο διαφορετικό το κάθε ποίημα, είναι η ιστορικότητά του. Ουσιαστικά έχουμε ένα βιβλίο με ιστορικά ποιήματα που όμως δεν διεκδικούν κάποια θέση στην ιστορία της «ιστορίας» αλλά συμβάλλουν, θαρρώ, στην αισθητική αγωγή σχετικά με το πώς αισθανόμαστε το «φαινόμενο» ιστορία.

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου φαίνεται να γνωρίζει πολύ καλά την υποκειμενική ιστορία μας και ιστορία της, και σαν καλός γνώστης αυτής της υποκειμενικότητας ή ακόμα καλύτερα, σαν καλή ποιήτρια που είναι, αποφεύγει να μας την διδάξει και μας προτρέπει να τη σκεπτόμαστε. Υπάρχουν στιγμές στην ποίησή της που φτάνει σε ακριβείς προβλέψεις γεγονότων και καταστάσεων. Όταν λοιπόν διαβάζει κανείς «ακατάληπτες προφητείες» σε ένα βιβλίο με ποιήματα, θα πρέπει να ξέρει ότι διαβάζει μια ακριβή πρόβλεψη του μέλλοντος, που προέκυψε από την ενδελεχή παρατήρηση του ποιητή στο ιστορικό μας παρελθόν, φιλτραρισμένη από τον αλάνθαστο υποκειμενισμό του. Αυτή ουσιαστικά είναι και η πραγματική δουλειά του ποιητή ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι.

Περνώντας στα κάπως πιο γενικά χαρακτηριστικά αυτού του βιβλίου θα ήθελα να σταθώ στα «σκηνικά» που στηρίζουν την ποιητική της αυλαία. Το στοιχείο της φύσης είναι το επικρατέστερο στην ποιητική σκηνογραφία της Μαριάννας Παπουτσοπούλου. Το φυσικό τοπίο με το βουνό, τη θάλασσα και τον συνήθως βροχερό ουρανό, που χωρίς να γίνεται συγκεκριμένη, ο σκηνικός φωτισμός της μου δίνει την εντύπωση –δεν ξέρω γιατί– ότι κυμαίνεται από το σύθαμπο μέχρι το λυκαυγές. Παρ’ όλ’ αυτά οι πρωταγωνιστές της ποίησής της θυμίζουν ανθρώπους του αστικού μας πολιτισμού.

Το άλλο γενικό χαρακτηριστικό στην ποίηση αυτού του βιβλίου, είναι η εποχή για την οποία μιλάει. Σε μια ποίηση γεμάτη με ιστορικά και ελληνικά στοιχεία, δοσμένα με τεχνικές που αναβλύζουν από τα βάθη των αιώνων, η Μαριάννα Παπουτσοπούλου στο διανοητικό της βάθος δεν μιλάει αποκλειστικά για την εποχή της. Στο Χρώμα μελαχρινό, με όχημα τις αγωνίες της, και την προσωπική της μυθολογία, στην πραγματικότητα εκφράζει και μιλάει για την εποχή του ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που θαρρείς και ακόμα δεν έχει αντιληφτεί το τέλος της εποχής του.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΚΑΣ

FRACTAL Ιούλιος 2020

Άμμος είμεσθεν

Εξώφυλλο: στάμπα κινέζου ζωγράφου-χαράκτη του περασμένου αιώνα. Δύο καρακάξες, ασπρόμαυρες, παμφάγες ως γνωστόν, συσκέπτονται πάνω σε διχαλωτό κλαρί το οποίο συνεχίζει με απολήξεις φέρουσες φύλλα σε απαλούς μ ε λ α γ χ ο λ ι κ ο ύ ς χρωματισμούς, τονίζοντας την παραφωνία του απρόσωπου σκληρού μαύρου σε σχέση με το γλυκό αρμονικό φόντο, προϊδεάζοντας για στίχους ρομαντικούς (φύλλα) υπό το άγρυπνο βλέμμα εκδικητικών οργανισμών-συμβουλίων-θεσμών («τρόικα», κοινωνία, «πολιτισμός», τοκογλυφία, μένος, συμφέροντα, γεωπολιτική, κλπ) οι οποίοι δρουν κατά κανόνα καταστροφικά (κρίση, ανέχεια, κρατισμός, έλεγχος, εξυπηρετούσα συγκεκριμένα συμφέροντα νομοθεσία, προσφυγιά, …).

Ένα τετράδιο με στίχους (2010-2019) επεξηγεί ο υπότιτλος, όχι όμως σκόρπιων, αλλά συγκροτημένων κάτω από την ομπρέλα της ιδέας στην πρόσκαιρη ασφάλεια του ποιήματος, η οποία ανοίγει κάθε που κάποιος αναγνώστης ανοίγει το βιβλίο. Το αλεξιβρόχιο, φτιαγμένο από ανακυκλωμένο χαρτί, είναι κεντημένο με φροντίδα, ξεπερνώντας κατά πολύ τα όρια της καλαισθησίας.

Χρώμα μελαγχολικό έχει ποτίσει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, καταγεγραμμένη με πόνο, στερήσεις, υποχωρήσεις, ξεπούλημα, ισοπέδωση, αδικία στο ελληνικό συλλογικό ασυνείδητο. Mελαχρινό όμως γιατί;

Ετυμολογικά: μέλας + χρως (δέρμα), σκουρόχρωμο δέρμα. Η Μ.Π. επιλέγει να προσωποποιήσει το χρώμα και να του δώσει σκούρο δέρμα. Ο τίτλος κυριολεκτικά σημαίνει «Χρώμα με δέρμα σκούρο». Πρόσωπο ιδιότητα ή ιδιότητα πρόσωπο; Είναι ο μεσογειακός νότος που υποφέρει περισσότερο από την κρίση; Οι πρόσφυγες; Οι μετανάστες; Οι πέριξ της Μεσογείου μελαχρινοί λαοί; Ή όλοι εκείνοι οι οποίοι μαύρισαν από τα τόσα δεινά;

Το μελαχρινό χρώμα μπορεί να μην είναι κληρονομικό, αλλά να προκύπτει από την τριβή της καθημερινότητας, του βιοπορισμού, του «πολιτισμού» που αντί να σε απελευθερώνει, σε σκλαβώνει όλο και περισσότερο. Στη θέση του ως υποκείμενο μπορεί να μπει οτιδήποτε: κορίτσι, αγόρι, διάθεση, προσδοκία, όνειρο, …

Η εμμονή των συγκεκριμένων εκδόσεων στην παράθεση πληροφοριακών στοιχείων στο αυτί του βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν καίρια, όχι μόνο γιατί αναπτύσσεται καλοδιατυπωμένα η εργογραφία της ΜΠ (ούσα μεγάλη συνεχίζεται και στο πίσω αυτί), αλλά και διότι αποκαλύπτει μέρος του συστήματος αξιών της, αφού στην έκτη κιόλας γραμμή, ακριβώς μετά από τις σπουδές της που αφορούν άμεσα τη γραφή της, αναφέρεται ότι «έχει δυο αγαπημένους γιους», τονίζοντας τη σπουδαιότητα της τόσο καθοριστικής όσο και παντοτινής άπαξ και εμφανιστεί ιδιότητας(;) της μητρότητας. Ίσως είναι και μια λανθάνουσα δήλωση ότι μετά από τα δύο τελειότερα ποιήματα της ζωής της, συνεχίζει την προσπάθεια στην ποίηση αυτή καθεαυτή, που γίνεται μόνο με λέξεις.

Γνωστή σε μένα κυρίως από τις μεταφράσεις της και τη συστέγασή μας σε πρόσφατη δίγλωσση συλλογική έκδοση ποίησης, το βιβλίο τούτο ήρθε να φανερώσει τις δεξιότητές της στην ποιητική γλώσσα με ευαισθησία και ειλικρίνεια, αφήνοντας ευτυχώς στην άκρη –τουλάχιστον συνειδητά– τις αγκυλώσεις και τα στεγανά από τις φιλολογικές και λογοτεχνικές της σπουδές. Η επιλογή των ποιημάτων δείχνει το υγιές: δεν γράφει επί τούτου ή για να γράψει, δεν γράφει για να έχει παρουσία στα «ποιητικά πράγματα» αλλά όταν έχει έμπνευση ή κάτι να πει με της ποίησης τον ανεξιχνίαστο τρόπο.

Η θεματολογία μεγάλη. Θα σταθώ σε ορισμένα κομβικά για μένα σημεία, με πρώτο τη σχέση σώματος και ψυχής, με έμφαση στην ψυχοσωματική διασύνδεσή τους και στην προσπάθεια της οντότητας για επιβίωση σε ένα ανθρώπινο περιβάλλον εχθρικό, δοσμένη έξοχα σε οκτώ μόλις στίχους, από τους οποίους οι τέσσερις τελευταίοι στέκονται άξια οπουδήποτε, ακόμη και αυτόνομοι. Θα μπορούσε να ήταν επιγραφή στην κούπα του καφέ, επίγραμμα ταφικό, ή χαρτάκι κολλημένο στον καθρέφτη για την πρώτη πρωινή και για την τελευταία βραδινή προσγείωση:

{Το σώμα στέκει ορθό
πλάι στο Αντικαρκινικό
γεμάτο τρύπες.
Και το γιατί, το ξέρεις.
Οι άνθρωποι
στήνουν οδόφραγμα
μ’ ότι πιο πρόχειρο τους βρίσκεται
μ’ ότι διαθέτουν}.

Το στήσιμο οδοφράγματος παραπέμπει σε αυτοσχέδια άμυνα από οργανωμένη επίθεση. Δεν είναι μόνο τα φυσικά όργανα της εξουσίας που επιτίθενται απροσποίητα, αλλά και τα «αφύσικα», τα προσποιητά, όπως η πλύση εγκεφάλου, η εξάρτηση, η φτώχια, ο δόλιος δανεισμός, οι αυταπάτες, η παραπλάνηση, τα στημένα παιχνίδια, ο άνευ ορίων έλεγχος, το έγκλημα στο όνομα του αντίθετού του με σύγχρονες μεθόδους εξελιγμένων «σταυροφοριών». Λίγα λόγια αλληγορίας, βάθους και ρυθμού, αρκούν για την περιγραφή, την οποία ενδυναμώνει ο ποιητικός τρόπος:

{πώς να ’ρθει η άνοιξη
όταν σου σπάζουν το κεφάλι με κλωτσιές};

Και πώς, όταν τροφοδοτείται διαρκώς η ηλεκτρονική μας φάκα με δολώματα φανταχτερά, πολλά υποσχόμενα, φτιαγμένα από επιστήμονες με μεταπτυχιακά στον δόλο, στη χειραγώγηση, στη διαφήμιση, στην κυβερνητική, στην ψυχολογία των μαζών, στο πώς να γράψεις ένα ευπώλητο βιβλίο, πώς να κάνεις ευπώλητο τον εαυτό σου. Κάποτε ήταν η λάμπα πετρελαίου ή το τρεμουλιαστό φως του ηλεκτρικού λαμπτήρα, με τον πατέρα να διαβάζει εφημερίδα εναλλάξ με τη μητέρα κι εκείνη μετά να κεντά ή να πλέκει, εκείνον να γράφει διακόπτοντας την ανάγνωση «έσοδα-έξοδα μηνός» και μετά να καθαρίζουν φασολάκια μαζί, με τα παιδιά στο ίδιο δωμάτιο να κάνουν τα μαθήματά τους στο ένα και μοναδικό τραπέζι. Τώρα {πώς να ’ρθει η άνοιξη} όταν

{το φως του δέκτη
τρεμουλιάζει στα παράθυρα,
καντήλι μιας χυδαίας εποχής}

πώς όταν ακόμα και οι αισθήσεις νεκρώνοται ή συνηθίζουν στην αδράνεια:

{αφές χαμένες μες στο δίκτυο, ξέχασαν πια
να ψηλαφούν και να μαθαίνουν}.

Ίσως μόνη ελπίδα αφύπνισης, αντίστασης και επανεκκίνησης, ο παντοδύναμος, πέραν της λογικής, άκρατος έρωτας, πλατωνικός ή μη, με πρόσωπο φυσικό ή ιδεατό, με σάρκα και οστά ή με σάρκα ιδεών και λέξεων οστά, δοσμένος με Πολυδουρικό ή Λειβαδιτικό τρόπο:

{γνώρισα εσένα φως μου
μες τα γραφτά του κόσμου}.

Ο έρωτας μπορεί να εξελιχθεί σε αγάπη, ή να έρθει από μόνη της η αγάπη υπερπηδώντας το στάδιο του έρωτα, σαρώνοντας και καταλύοντας τα πάντα, ακόμα και τις θρησκειολογικές καταγραφές:

{–Δεν βλέπει ούτε ξέρει αγάπη το αρχαίο σας
Προπατορικό}.

Η παρουσία του άλλου στη ζωή σου με κοινό παρονομαστή την Αγάπη, όχι μόνο δεν σε αναγκάζει να ψάχνεις για το ελάχιστο κοινό πολλαπλάσιο, αλλά σε σώζει με το ελάχιστον αυτής, είτε πρόκειται για ένα άγγιγμα:

{δως μου το χέρι σου ανάμεσα σε δυο βυθούς
στεριά να πιάσω}

είτε για ένα φιλί, έστω και διαδικτυακό:

{… οι εταιρείες πυροβολούν
στο ψαχνό μακριά και κοντά μας, δίπλα μας
απειλούν ακόμη κι αυτό το αόρατο,
άπιαστο διαδικτυακό σου φιλί
που ακόμα με σώζει}.

Όλα τούτα στην πόλη που κουβαλάς εντός σου, την οποία φέρεις ως άλλη Καβαφική Αλεξάνδρεια στην πόλη που ζεις και στην εσωτερική σου, ως δίπολο σε διαρκή αλληλεπίδραση (στη θέση της λέξης πόλη, μπορεί και να μπει η λέξη ζωή):

{όλη η ζωή ένας θρήνος / μια πόλη / άδικη μαύρη βρώμικη πόλη / πόλη σκοτεινή / αρχαία πόλη / πόλη που σκοτώνει νέους / και σοφούς}.

Αφήνοντας τη θεματολογία και μπαίνοντας στον τρόπο της ΜΠ, αυτός σε κάποια σημεία θυμίζει ποίηση των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, όπως λ.χ. εδώ που αναφέρεται στον ομολογημένο της έρωτα, στον Baudelaire:

{Ερωτευόμουν τα γραπτά σου κι όχι εσένα
εσένα σ’ αγαπούσα κομμάτι του εαυτού…
Δική μας ηδονή οι μοιρασμένες λέξεις…
σαν τον οπιοφάγο σε κατάπινα στίχο και ρίμα,
παρηγοριά που φθόνησε σερνάμενη ζωή,
φτερά σπασμένου γλάρου ακράγγιζε μονάχη,
τ’ απομεινάρια, τη φευγάτη μας αλκή}

αλλά και εδώ, με στίχους που θα είχαν μεγάλη απήχηση και το 1930 αλλά κάλλιστα θα μπορούσαν να γίνουν τραγούδι και σήμερα:

{Ποιον θα κοιτάζει απόψε το φεγγάρι σου δεν ξέρω
κι ούτε με νοιάζει διόλου, κι ας χαθώ
μετά από σένα αποθυμιά μου, ανατέλλει η στοργή μου,
κι αυτή αντέχει στο σκοτάδι μέσα το πυκνό}.

Γενικά τα ποιήματα φέρουν –όχι πάντοτε ευθέως αντιληπτή– ομοιοκαταληξία χωρίς κανόνα εμφάνισης (λ.χ. ποίημα ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΣΤΑΜΠΑ: νερό-βουνό, πλουμισμένη-κουρασμένη, δημοσιά-απανεμιά-γλυκιά) και ενσωματώνουν τόσο λυρισμό όσο και ρεαλισμό με τάσεις θεατρικές (λ.χ. ποίημα SCIBBOLETH), εξομολογητικές ή αφηγηματικές, τολμώντας δοκιμές φόρμας οι οποίες φτάνουν ως το σονέτο (ποίημα ΑΠΝΟΙΑ).

Θα ήταν φρόνιμο να ολοκληρώσω εδώ την αίσθησή μου από το βιβλίο, όμως δεν θα ήταν ηθικό για μένα να το κάμω παραλείποντας τον βασικό πυλώνα της ποίησης της Μ.Π., ο οποίος κρηπιδώνει όχι μόνο το κάστρο του λόγου της, αλλά και την ίδια. Ποιος είναι;

Ο πατέρας.

Εκτός από το ομότιτλο ποίημα (σελ. 46), αποτελεί σταθερό σημείο αναφοράς σε όλο το βιβλίο, κάτι που ίσως και η ίδια η ποιήτρια μπορεί να μην το έχει συνειδητοποιήσει. Η πατρική παρουσία κραταιά, θεμέλιο ισχυρό της Εστίας, της ασφάλειας, του ψυχικού οικοδομήματος των παιδιών:

{οι πατέρες τους, σαν τα μπουντέλια του κάστρου}

ασπίδα στις επιθέσεις των ανθρωπόμορφων θηρίων:

{σαν πατρικό το στόμα σου
με κάλυπτε στον άγριο κόσμο}

πολύτιμη ως χρόνου παροντική καταγραφή, παραστατικότατη αργότερα μνημονική, δίδεται με λυρικό ρομαντισμό:

{σβήσαν οι μυρωδιές κανέλλα μου…
και το πληγούρι που ’τρωγες με τον πατέρα πείνα περσινή}

καμιά φορά υπερβολική, ή αναγκαία κατά-πιεστική, δίδεται πλαγίως με παράπονο:

{–τι μού ’δινες πατέρα μου, τέτοιο φορτίο πανώριο;}

πολύτιμη όμως και ζωντανή, μέσα από τις πράξεις και τα λόγια:

{στο στρίφωμά σου ράβοντας το ελάχιστο
της πατρικής κληρονομιάς}

προτάσσεται από τη Μ.Π. στην προσφώνηση των μελών της οικογένειας

{αγαπημένε μου πατέρα,
μάνα και αδερφοί}

αντί της κοινώς επικρατούσας σειράς: μάνα, πατέρας, αδερφοί.

Ο πατέρας ποτέ δεν διαγράφεται. Φεύγει, χάνεται, κάπου ήσυχα κοιμάται, πάντως υπάρχει:

{Δεν ξέρω πού χάνονται οι πατεράδες
Ίσως κοιμούνται κάτω από
Την ιστορία τους}.

Έτσι κι αλλιώς όλοι χανόμαστε κάποτε. Η Μ.Π. το γνωρίζει άριστα, το λέει ποιητικά, χρησιμοποιώντας ένα ρήμα με την ισχυρότερη μορφή του σε α΄ πληθυντικό (οι δύο πρώτες λέξεις, τα λένε… όλα):

{άμμος είμεσθεν
σωροί
αμμοθίνες
στην άκρη της ερήμου}.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL Απρίλιος 2020

Ξεφυλλίζοντας ποιητικό τετράδιο

Πόσο σημαντικό ποιητικά μπορεί ποτέ να είναι ένα ταπεινό τετράδιο με στίχους; Και πώς μπορούνε δέκα χρόνια να χωρέσουν μέσα στις μετρημένες του σελίδες; Και πάλι, πώς να δεθούν σε ένα όλον, με αρχή, μέση και τέλος; Μα, έχει τέτοια μετρήσιμα μεγέθη η ποίηση; Κι έπειτα, όλα ετούτα τα στιχουργήματα/ιερές καταθέσεις, όταν διαβάζονται, ηχούν όπως τότε που σαρκώναν μέσα τους ηχηρές σιωπές; Και, πάνω απ’ όλα: είναι αυτό ένα κριτικό σημείωμα ανάμεσα στα όσα περιωπής γράφονται για τα βιβλία που βλέπουν το φως μιας έκδοσης;

Όχι, δεν είναι. Δεν θα γινόταν να είναι. Ακόμα κι αν ξεκινήσει η γραφή να μιλάει για τα μέτρα και τη ρυθμική των ποιημάτων, ακόμα κι αν θελήσει να ονομάσει τη θεματική τους, να τα κατατάξει σε είδη και να τα αναλύσει στη βάση μιας θεωρητικής προσέγγισης επιστημονικά τεκμηριωμένης… ακόμα και τότε, θα απομείνουν κενά λόγια στο χαρτί, ανούσια και βαρετά. Εδώ έχουμε άλλο λόγο, διαφορετικό. Παίρνω, λοιπόν, λίγους στίχους από το «τετράδιο» αυτό και αφήνω να μιλήσουν με τον τρόπο που ξέρουν καλύτερα κι από τον εμβριθέστερο μελετητή και θεωρητικό της λογοτεχνίας. Όσο για τις συνδέσεις τους, αυτές ας διαβαστούν με τις προσωπικές προσβάσεις του προσεκτικού αναγνώστη. Έτσι, άλλωστε, διαβάζεται η ποίηση.

Από το πρώτο μέρος της συλλογής (Χρώμα μελαχρινό) διαβάζω:

Οι άνθρωποι
στήνουν οδόφραγμα
μ’ ό,τι πιο πρόχειρο τους βρίσκεται
μ’ ό,τι διαθέτουν.

(ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΜΙΑΣ ΜΕΡΑΣ, VI)

Χρόνια της κρίσης, ένας διαρκής, καθημερινός αγώνας. Η ποίηση (ίσως μόνο αυτή τόσο ξεκάθαρα και τίμια) μπορεί να αποτυπώσει την αίσθηση των ημερών, το ήθος των δοκιμαζόμενων ανθρώπων. Με το ελάχιστο των λέξεων, όπως εδώ. Το προ χειρός ευρισκόμενον, το πρόχειρο και διαθέσιμο να μπει ανάχωμα στην απειλή του εξευτελισμού, να σωθούμε. Η ποιήτρια αναρωτιέται:

Πώς να ’ρθει η άνοιξη
όταν σου σπάζουν το κεφάλι με κλωτσιές

(ΡΟΔΑΚΙΝΙΕΣ)

Σ’ αυτή τη χώρα όλα είναι πάλι προς εξέταση, όλα αιωρούνται μες στην αβεβαιότητα· όλοι βλέπουν στο τραπέζι σημαδεμένα τα χαρτιά:

Στην άμμο πέρσι κάποιοι τα σημάδεψαν τα χαρτιά

(ΜΟΝΣΑΝΤΟ)

Όμως και τα πιο ζοφερά τοπία ανοίγουν κάποτε σε νότες τραγουδιστικές. Αυτά είναι τα οκτώ ποιήματα του δεύτερου μέρους της συλλογής (Κεχριμπάρια αμέθυστα), που μοιράζονται ρυθμικά ανάμεσα στην ποίηση και στο τραγούδι – στίχοι έρωτα γεμάτοι, με τον έρωτα σε όλες του τις γενναιόδωρες διαστάσεις:

Θα ξεχαστούμε μετά, θα σωπάσουμε.
Μόνο οι κλέφτες πετώντας κοπαδιαστοί
θα θυμίζουν τις φευγάτες ψυχές μας.
-Θα ’μαι ο κλέφτης στα δικά σου τα όνειρα
-Θα ’σαι η κλέφτρα στα δικά μου τραγούδια.

(ΤΡΑΓΟΥΔΙ)

Στο τρίτο μέρος (Μέσα απ’ το μάτι του χρόνου) είναι αναγκαία πλέον η επιστροφή στο προσωπικό παρελθόν. Η αναζήτηση των καταβολών, οι νεανικές προσεγγίσεις στα αινίγματα της ζωής, οι φίλοι, οι θάνατοι, τα αναπάντητα ερωτήματα. Παλιοί πόνοι.

Βρες ένα τρόπο να ζεις
χωρίς να αναδεύεις
συνεχώς τους παλιούς πόνους

(ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ)

Αναγκαία, ωστόσο, αλλά και αναπόφευκτη η επιστροφή. Σκέφτομαι πως και μόνο για το έξοχο ποίημα Ο πατέρας, θα άξιζε ετούτο το βιβλίο να δει το φως της έκδοσης· να ακουστούν στίχοι σαν κι αυτούς:

Ο πατέρας,
Βουνό που ραγίζει
Ένα βουνό που κλαίει την ήττα του

[…]

Δεν ξέρω πού χάνονται οι πατεράδες
Ίσως κοιμούνται κάτω από
Την ιστορία τους.

Καθόλου τυχαία η χρήση του αρχικού κεφαλαίου γράμματος. Να τονιστεί το κάθε γύρισμα του στίχου, η κάθε λέξη να σφραγίσει την πείρα του παρελθόντος, ακόμα και (ή κυρίως) με την ενσωματωμένη ήττα της προηγούμενης γενιάς που κανοναρχεί τη ζωή των επιγόνων. Ίσως γι’ αυτό το τέταρτο μέρος (Οπισθόφυλλο) αφορά τους εκλεκτούς απόντες, στους οποίους αφιερώνονται τα ποιήματα.

Κουράστηκε η Ιστορία μας να σέρνεται
πάνω στην κουρελού ενοχή της.
Ποιος θα βρεθεί να κλωτσήσει αυτό το
τόπι που κυλάει αιώνια κι ανόητα
στα χάη του κόσμου;
Να το ξυπνούσε λέει·
και να το ανάσταινε.

(ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΣΚΙΑΣ, στη μνήμη του Θάνου)

Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου –ποιήτρια κυρίως μέσα στις άλλες της λογοτεχνικές δραστηριότητες– δίνει σ’ αυτό το τετράδιο (όπως το ονομάζει) όχι μόνον το σκηνικό της κρίσης που πλήττει τον τόπο – αυτό το κατορθώνουν κι άλλοι ποιητές με καλύτερο ή χειρότερο τρόπο. Προσφέρει μια σύζευξη του κοινωνικού τοπίου με το προσωπικό, έτσι που να εισχωρεί το ιδιωτικό με τις δικές του απώλειες και τις ήττες μέσα στο κοινό πάθος – μια θέαση της ιστορίας με συνείδηση συμμετοχής και αναπόφευκτα συναίσθηση ευθύνης. Ξεκάθαροι οι παρακάτω στίχοι δίνουν, διαβασμένοι πιο ελεύθερα, έναν ορισμό της ποίησης:

Το αίμα μου
σαν άσπρο πια
σαν το νερό στ’ αυλάκι
τρέχει στους στίχους,
για κείνους που
ουρλιάζουνε βουβοί.

(ΠΕΡΙΠΟΛΙΕΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ)

Αυτός δεν θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του ποιητή; Να αντλήσει από τον βουβό παλμό και να δώσει φωνή σε όσους δεν το μπορούν. Ναι, μα κοιτώντας πρώτα μέσα του, βαδίζοντας πάνω στα ίχνη που ευλαβικά έχει διασώσει, ίχνη παλαιότερων μα και δικά του από τα πρώτα χρόνια, τότε που όλα φαίνονταν διαφορετικά. Τώρα στην πιο ώριμη ποιητική της γραφή η Μαριάννα Παπουτσοπούλου ανοίγει το τετράδιο που μέσα του έγραφε τα τελευταία δέκα χρόνια ποιήματα και που ίσως μοιάζαν σκόρπια, μα που τελικά έδεσαν μεταξύ τους, συνομίλησαν το ένα με το άλλο – ιδανική συνθήκη για να ανοίξουν διάλογο και με τον αναγνώστη. Η ποιήτρια, το έχουμε ξαναπεί, ανοίγει απλόχερα τον κόσμο της στους άλλους. Κόσμημα και αισθητικά το Χρώμα μελαχρινό, με τη φροντίδα των εκδόσεων ΑΩ – μα κι αυτό το έχουμε ξαναπεί, ωστόσο ας τονίζεται ως γνώση της τέχνης του βιβλίου.

.

Το σωσίβιο φτερό
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

FRACTAL 14/10/2015

Φυσάει άνεμος μέσα στους στίχους…

Το ξέρουν δα οι ποιητές καλά αυτό. Αυτά που δύσκολα τα ομολογείς, τα πιο καλά φυλαγμένα, τα βάζεις μέσα σε στίχους, τα ντύνεις με την πρόσφορη κάθε φορά αλληγορία, κι έτσι προστατευμένα επαρκώς από τα άσχετα βλέμματα και τις επιπόλαιες αναγνώσεις τα αφήνεις σίγουρα πλεούμενα στα ταραγμένα τα νερά. Τα περισσότερα βρίσκουν αποδέκτη, αλλά ακόμη κι αυτά που θα ξεμείνουν μοναχά κι αδιάβαστα θα επιστρέψουν στην αφετηρία τους, κι εκεί στον ποιητή-δημιουργό μεταμφιεσμένα σε μικρά θαύματα θα οδηγήσουν την προσωπική τραγωδία στην κάθαρση.

Αυτή τη αίσθηση έχω διαβάζοντας τα πιο πρόσφατα γραμμένα της εκλεκτής Μαριάννας Παπουτσοπούλου. Ποιήματα που ψάχνουν τον αναγνώστη-αποδέκτη αλλά που ήδη έχουν δώσει στην ποιήτρια το βάλσαμο ψυχής που αναζητά με τη γραφή της. Ακόμη κι αν αυτή η συνειδητοποίηση δεν μπορεί παρά να σημαδέψει την ίδια αναπόφευκτα.

«με δάσος χαρακιές ως γράφεται κάθε ψυχή…» (Χαρακιές)

Με πλούσιο λεξιλόγιο, προσεκτικά αντλημένο από το βάθος παιδείας της ποιήτριας αλλά και με αυθόρμητους φαινομενικά συνειρμούς, κρυφά καλά δουλεμένους κι αυτούς, θα μας οδηγήσει με τον δικό της ρυθμό και τη δική της πνοή στον προσωπικό της πόνο.

Γιατί αυτή η ποίηση, ακόμη κι όταν καλά μεταμφιέζεται σε πιο χαλαρό ύφος

«…χάνεται η αγάπη εύκολα αν δεν προσέξεις, αν έχεις πολλές δουλειές, αν γράφεις, αν έχεις το φαγητό στη φωτιά…» (Συνεχίζεις…)

κρύβει όλο το πάθος και τον πόνο μιας ζωντανής γυναικείας φωνής που ξέρει να συνδιαλέγεται με τα μυστικά του κόσμου,

«…διυλίζω το σκληρό σου φως και λίγο στέλνω αντικρύ…» (Φεγγάρι)

να αποκομίζει τα μηνύματα από τον χώρο τον κρυφό στα γήινα πράγματα

και να επιλέγει να μας μεταφέρει όλες τις συγκλονιστικές αλήθειες.

«…απλώθη τότε κυκλικός πλατύς ορίζοντας
στήνοντας τις σιωπές του καραούλι
στο κάθε πουλί
διαβατήριο μοιράζοντας το σωσίβιο φτερό του.
Μα δεν κρατάει πολύ το θαύμα
κι αν κρατεί, στου τραγουδιού στον πόνο ρίζωσε την πρώτη-πρώτη του έγνοια…» (Σωσίβιο φτερό)

Πιο εσωτερική τώρα η φωνή της, με βιωμένη τη γνώση πως «και η ποίησις μια αγιοσύνη είναι» δίνει εδώ την πραγματική διάσταση των ποιητικών πραγμάτων. Γιατί ο χρόνος αλλάζει τον άνθρωπο, αλλάζει και τον τρόπο έκφρασής του. Ανοίγει ο στίχος και χωρά το βίωμα, κι εκεί που κάποτε μίλαγε για τον πόνο του ανθρώπου, τον αγώνα του για μια καλύτερη ζωή, έρχεται τώρα να συμπεριλάβει όλα αυτά μέσα στον προσωπικό πόνο. Έτσι είναι πια το βίωμα που απευθύνεται στον άνθρωπο εμπεριέχοντας μέσα στα δικά του πάθη και τον δικό του σπαραγμό.

Στην ποίηση της Μαριάννας Παπουτσοπούλου φυσάει άνεμος πολύς ανάμεσα στους στίχους, κι έτσι φθάνει και σε μας η αύρα τους. Με κλιμακούμενη τη γνώση από τα πιο μακρινά και αόρατα στα πιο ασταθή και γήινα, τα ανθρώπινα.

«…φορώντας ξανά και ξανά τη μάσκα
ενός σατύρου δίχως αύριο
ενός αγγέλου για μεθαύριο
δύο ασωμάτων αγίων
κι ενός ανθρώπου σημερινού.» (Θα πρέπει)

Αναζητά τη σωσίβια λέμβο, να μην πνιγεί στις χαρακιές και ανακαλύπτει πως το μόνο που κρατά είναι το «σωσίβιο φτερό». Πώς να σωθείς από το κράτημά του; Αλλά η ποίηση αυτό μπορεί να δώσει. Μόνο που όσοι πιάνονται από την άκρη του είναι κι οι εκλεκτοί που νιώθουν την ηδονή της πτήσης των πουλιών.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.