ΕΥΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η Εύα Γεωργίου κατάγεται από τη Δερύνεια, χωριό της επαρχίας Αμμόχωστου. Αποφοίτησε από τον κλάδο ξένων γλωσσών του Λυκείου Παραλιμνίου. Σπούδασε «Διοίκηση Ξενοδοχειακών και Τουριστικών Επιχειρήσεων» στο Intercollege, όπου και απέκτησε δίπλωμα του City College of London. Γράφει ποίηση από τα μαθητικά της χρόνια.
Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε διάφορα ανθολόγια, εφημερίδες, και λογοτεχνικά blogs. Έχουν επίσης διαβαστεί σε εκδηλώσεις, ποιητικές βραδιές και έχουν μεταδοθεί από ραδιοφωνικές εκπομπές. Ποιήματα της επίσης, έχουν βραβευτεί και διακριθεί σε Παγκόσμιους και Πανελλήνιους Διαγωνισμούς. Στίχοι της έχουν μελοποιηθεί. Πρόσφατα το τραγούδι «Τα έριξες όλα στη βροχή», βγαλμένο μέσα από την ανθρώπινη ευαισθησία της Εύας Γεωργίου στον Γολγοθά ενός ουσιοεξαρτώμενου νεαρού, έχει τιμηθεί με το Γ βραβείο Ε.Π.Ο.Κ στον στίχο.

.

.

ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗ   (2018)

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΟΥΣΑ

Περίλυπα μας κοιτάς σήμερα.
Διαβάζω τη σκέψη σου.
Πάλι καλπάζει η μνήμη.
Άλλη μοναξιά δεν αντέχεις,
σαράντα έξι χρόνια βουβή.
Στέκουμε όρθιοι απέναντί σου
ούτε ένα βήμα πίσω!
Μονάχα την ανάσα σου
αφουγκραζόμαστε,
ολοένα σφίγγει η θηλιά τον λαιμό.
Τα χρόνια μάκρυναν,
μίκρυνε της αντοχής ο χρόνος,
την τελευταία σπίθα ελπίδας κρατάμε.
Τα δάκρυα στέρεψαν,
μα δεν πετάξαμε μαντήλια,
τα δέντρα ξεράθηκαν,
αλλά μπορούμε να ακούσουμε
των πουλιών το κλάμα.
Εκκλησιές χαλασμένες
μα στο βάθος καμπαναριά αγέρωχα,
φωτογραφίες ασπρόμαυρες
στα υπολείμματα ερειπίων.
Σε βλέπουμε πια καθαρά
μέσα από την ομίχλη σου.
Ολοένα λιγοστεύουμε,
άγνωστο πόσοι θα προλάβουμε.
Θάνατος αργός η προσμονή σου.
Χέρι να σε φτάσουμε απλώνουμε,
μας πνίγει όμως το κενό
κι ύστερα, αυτά της ντροπής
τα συρματοπλέγματα
που σκούριασαν,
πίνοντας της θυσίας το αίμα.

ΜΑΥΡΟΣ ΙΟΥΛΙΟΣ

Τίποτα όμορφο, μαύρες οι μέρες.
Μονάχα θάνατος.
Το όνομά σου, ταυτισμένο με
εισβολή
πόνο
θλίψη
αίμα.
Αντίστροφα μετράς σήμερα.
Τραυμάτισες
όλα τα όμορφα αισθήματα,
μουντζούρωσες κάθε γλυκιά
ανάμνηση που κρατήσαμε,
φώλιασες στις ψυχές μας
τον φόβο του αύριο,
Ιούδας, ταιριάζει πιότερο στο όνομα σου.
Ένα αδικημένο γιατί
αιωρείται ανυπεράσπιστο.
Ό,τι απόμεινε από Ιούλη
είναι μονάχα κραυγή.

ΛΕΥΤΕΡΗ

Άλλο η λέξη δεν άντεξε,
ήθελε να βγει, να πει πολλά,
όσα αγόγγυστα άντεξε στον χρόνο.

Σε ένα σκοτεινό
λαβύρινθο περιστρεφόταν.
Την είδα πολλές φορές, την έξοδο
απεγνωσμένα να ψάχνει.

Ήταν μεγάλη η προδοσία!
Ομολογώ, αυτή τη φορά
δεν την πρόλαβα.
Έδωσε δυνατή γροθιά,
έσπασε όλες τις κιγκλίδες και βγήκε.

Ήταν για πρώτη φορά έτοιμη.
Τώρα, διόλου δεν νοιάζεται,
νιώθει λεύτερη.

21η ΙΟΥΛΙΟΥ

Βαριά σιωπή.
Ό,τι είχες να πεις, το είπες,
ό,τι άκουσες, το χειροκρότησες.
Έπραξες ακόμη μια φορά
ακέραια το καθήκον.
Τίμησες στο έπακρο την επέτειο.
Τη χρωμάτισες από νωρίς μαύρο.
Κατέθεσες στεφάνι με γαρύφαλλα,
την τραγούδησες!
Γονάτισες. Με μαύρο δάκρυ θρήνησες.
Έσβησαν τα τελευταία φώτα.
Καρτερείς γρήγορα να τρέξουν οι μέρες
Επινοείς καινούργια ημερολόγια
με παρατεταμένες επετείους,
για να χωράνε
όλα τα ψεύτικα δάκρυά σου.
Για να μπορείς να ξεστομίσεις
κάθε παρανοϊκή σκέψη
που είχες φυλαγμένη στον χρόνο.
Αρκεί να υπάρχει πλούσιο γλέντι
να τραγουδήσεις,
αρκεί να σου δίνει βήμα
για παρελάσεις
και μιαν επανάληψη να ξεσκονίσεις
όλα τα χιλιοειπωμένα σου συνθήματα.

ΑΠΟΔΕΞΟΥ

Έτσι, απλά χωρίς αιτία.
Καμιά ευθύνη.
Τίποτα σκόπιμο,
η εκδίκηση
της απομένουσας ελπίδας!
Άγουρες ήτανε οι λέξεις.
Άδοξο το τέλος
ενός αναπόφευκτου
αποχαιρετισμού.
Αποδέξου το.

ΑΠΩΛΕΙΑ

Τρικλίζουν οι λέξεις στο πάτωμα
της αμήχανης πασαρέλας.
Χορεύουν ασθενικά
σε κατευθυνόμενα βήματα.
Τρυφερά το ένα χέρι
ακουμπάει στο άλλο.
Τόσα χρόνια μαζί μετράνε.
Μόχθος βαρύς στου τρύγου τη γιορτή
και χαράματα στου θέρους τ’ αλώνια.
Ίδια η μέρα, ίδια η νύχτα
και σε προσευχές μαζί να υψώνονται.
Πώς τώρα ένα χέρι μονάχο να γράψει
κει που από ταίρι έσβησε,
πώς να κρύψει τη γύμνια του
μέσα σε ένα αμάνικο παλτό!
Βουβό χειροκρότημα
ηχεί στις νότες των εγχόρδων.
Απόψε η νύχτα δε χαρίζεται.
Είπε νωρίς καληνύχτα
προτού το θλιμμένο σούρουπο ανταμώσει.

ΑΤΙΤΛΟ

Έτσι θα περάσει και τούτη η νύχτα
όπως και οι προηγούμενες
χωρίς κουβέντα.
Κανείς δεν έχει να σου πει τίποτα
κι η γη δεν λέει να στεγνώσει,
η βροχή δεν σωπαίνει.
Κρύφτηκαν πάλι οι άνθρωποι,
τον μαύρο ουρανό φοβήθηκαν.
Ατέρμονες ώρες έξω λογομαχούνε
ποια θα φυγαδέψει την ανελέητη βροχή,
ποια θα καταλαγιάσει τον θυελλώδη βοριά.
Χορεύουν αδιάκοπα οι αστραπές,
τα πουλιά καταφύγιο ψάχνουν,
τα δέντρα σωριάστηκαν.
Κατάκοπος κι εσύ, σ’ ένα κλειστό δωμάτιο.
Μάκρυναν πολύ τα γένια σου, κατάλευκα πια.
Βαθιά χαραγμένες στο πρόσωπο οι ρυτίδες,
χρόνια πολλά μαρτυράνε.
Σούφρωσες πάλι τα φρύδια.
Ναι, γιατί αλλιώς σου φάνταζε κάποτε ο ήλιος.
Τώρα, παρηγοριά σου η πρώτη ηλιαχτίδα.
Κάποτε, προσπερνούσες τις ώρες,
και των αλλονών τα χρόνια
πίσω από τα δικά σου έτρεχαν.
Τώρα, πλάι σου η σιωπή.
Πίσω σου, μια χούφτα μονάχα ανθρωπάκια.
Παρών εσύ με μόνιμη διεύθυνση,
κι αυτοί αχαρτογράφητοι στον πλανήτη.

ΧΩΡΙΣ ΕΠΟΧΗ

Μέρες άγριες, το αίμα σου ρουφάνε.
Παραλύει το σώμα, έρμαιο γίνεται
στον άνεμο.
Τι χρώμα έχεις ζωή, δεν ξέρω.
Μαύρο φοράς τα καλοκαίρια σου,
ροζ τους άγριους χειμώνες,
κόκκινο το φθινόπωρο που
με μια δρασκελιά προσπέρασες,
γκρίζο την άνοιξη που μόνιμα
περιμένεις…
Βρέχει, μα εσύ ξεγυμνώνεσαι.
Πόσο αλλόκοτη μου φαίνεσαι.
Νύχτωσε και ρούχο δεν άλλαξες.
Ποια εποχή επιτέλους φοράς;
Με κούρασε πολύ τόσο πολύ
το ένδυμά σου.

ΔΕΣΜΩΤΕΣ

Σφραγίσαμε πόρτες και παράθυρα,
έγινε πια φυλακή το σπίτι.
Την ποινή μας εκτίουμε
χωρίς να ξέρουμε
για πόσα χρόνια
οι τέσσερις τοίχοι τη ζωή
σε απόγνωση θα κρατούν.
Ούτε τις αντοχές ρωτήσαμε
πόσο ακόμα βαστάνε.
Αιώνας οι μέρες.
Κάπου κάπου φως χαραμάδας
ξεπροβάλλει, να μας θυμίζει
πως έξω ακόμη άνθρωποι περπατούν.
Κάποιες σελίδες δεν άντεξαν
και χάσαμε την αρχή της ιστορίας.
Διαβάσαμε μόνο το τέλος.
Από τότε -ψάχνουμε…
Καταφύγιό μας μια χούφτα τραγούδι
σε ένα ξεχασμένο
ξεκούρδιστο γραμμόφωνο.
Κρίμα
που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε
και πριν προλάβουμε να ζήσουμε
πεθάναμε.
Εδώ τελειώνει η στροφή
και σβήσαμε άλλη μια μέρα
από το κιτάπι του αιώνα…

ΑΝΥΠΑΡΚΤΗ ΑΝΟΙΞΗ

Γραμμένη σε κάποιους στίχους,
σε έγχρωμες σελίδες ημερολογίων,
σε ιστορίες λουλουδιών.

Στων χελιδονιών τα αλαργινά ταξίδια,
στων μελισσών το γλυκό βόμβο,
στης Ανάστασης των χαρμόσυνων καμπαναριών.

Αποκλεισμένη πια σε παζλ κορνιζών.
Να, ό,τι απέμεινε από άνοιξη!

Μην απορείς, τελευταία, ανέλπιδα,
ψάχνει την ταυτότητά της.

ΘΑ ’ΡΘΩ

Θα ’ρθω…
Δεν ξέρω ποια ώρα
ούτε πώς
ούτε με ποιον σωσία!

Ξέρω πως θα είναι γραμμένη
με ένα άλλο επίθετο η μέρα
και ένα άλλο όνομα η εποχή.

Εσύ, μην κάνεις βήμα!
Εκεί θα ’ρθω
στον τελευταίο χειμώνα
μιας αθετημένης υπόσχεσης.

Ο ΧΟΡΟΣ

Φευγαλέα ήταν
η τελευταία στροφή.
Άναρχη η φιγούρα.
Τίποτα γνωστό δεν σου θυμίζει.
Παραζάλη…
Καμία εικόνα,
κανένας ήχος.

Θες να βγεις,
αλλά η φυγή σε τρομάζει!
Ασύστολος ο χορός μας…

Ο τελευταίος -ψίθυρος
γαντζώθηκε διαχυτικά στο αυτί.

Να, μια σταγόνα βροχής,
αυτής της τελευταίας άνοιξης
που έμελλε να γίνει
τελετουργικό του χορού!

ΠΟΙΗΣΗ

Τα πιο όμορφα ποιήματα
γράφονται σε μικρές ώρες.

Κει που το δάκρυ ξεχειλίζει
και χαράζει σαν διαμάντι τα γυάλινα!

Τα μάτια αλητεύουν,
περιπλανιούνται κει που έζησες.
Ο νους πλάθει αρχέγονες εικόνες.

Η νύχτα δεν έχει τίποτα να σου πει,
η έκσταση δε δαμάζεται με όνειρα,
θεριεύει όλο σου το είναι
και αναμασάς ιστορίες.

Και τότε, σε βρεγμένο χαρτί
ζωγραφίζονται ολόκληροι χάρτες ονείρων
και ωκεανοί αδάμαστοι.

ΧΕΛΙΔΟΝΙ

Πολλά τα σκαλοπάτια
ούτε το μισό να ανέβεις πρόλαβες.
Άγρια μοίρα σε κυνηγά,
δε σε αφήνει ποτέ μόνο.
Από τη γέννησή σου, σε σέρνει,
έχει γίνει σκιά σου.
Όσο κι αν τη διώχνεις,
θα βρει τον δρόμο
να έρθει πλάι σου…
Κι εσύ ένα χελιδόνι
κυνηγημένο σε μια
σάπια κοινωνία
που σε κρατά ασφυκτικά
στα πλοκάμια της και σε λιώνει…
Σύντομα, όσα πέρασες
θα είναι ένα μαύρο τοπίο
που το κοίταξες,
το ποδοπάτησες και το προσπέρασες,
γιατί απλά δεν του ανήκες.

ΟΤΑΝ ΟΛΑ ΣΩΠΑΙΝΟΥΝ

Πιο πολύ μου αρέσουν
οι καληνύχτες.

Η τελευταία λέξη
πριν το απόλυτο σκοτάδι,
όταν όλα πια σωπαίνουν
πίσω από τις κλειστές κουρτίνες.

Η τελευταία σκέψη κρύβεται
ανήμπορη πια να αποδράσει.

Εκεί που όλα περιμένουν,
ίσως κάποιο όνειρο
να δώσει ξανά φτερά.

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Η επόμενη μέρα
σε βρήκε ανέτοιμο.
Ήτανε μία ξένη μέρα
με όλα τα συνώνυμα
του αποχαιρετισμού παρόντα.

Ένας κατάμαυρος
ουρανός σε ξύπνησε.
Δεν ταίριαζαν τα σύννεφα
εκεί που όλα τα χρώματα
μοσχοβολούσαν άνοιξη.

Ντελικάτο το γιασεμί
δεν άντεξε τη νεροποντή
και, η λιγοστή ανθοφορία
δεν θα είναι, αρκετή
πια για το μέλι.

Τρικυμισμένη η Μεσόγειος,
αναρωτιέσαι για το ταξίδι…
Πώς Τα περάσει, άραγε
απέναντι, η προσμονή;

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΧΡΥΣΑ ΝΙΚΟΛΑΚΗ

MAXMAG 27/1/2019

Η Εύα Γεωργίου, στην ποιητική της συλλογή “Πίσω από τη σιωπή”, χρησιμοποιεί τη γλώσσα μεταφορικά για να περιγράψει καταστάσεις της καθημερινότητας και των ανθρωπίνων σχέσεων που την ταλανίζουν. Με λέξεις ασύμβατες φαινομενικά χρησιμοποιώντας ειρωνεία και αυτοσαρκασμό απαθανατίζει την ματαιότητα και τη φθαρτότητα του ειδοποιού χρόνου. Ο χρόνος σε πολλά της ποιήματα κάνει αενάως επαναληπτικές κινήσεις για να καταλήξει πάλι στην απαρχή του. Όμως μέσα από την φθορά και την αβεβαιότητα της ύπαρξης αναζητά διακαώς την ελπίδα, την έκπληξη, την αλλαγή! Μέσα από τον υπόγειο ειρωνικό της τόνο εκφράζει την αγάπη της για τη ζωή και αυτή ακριβώς είναι η εξέγερση της . Γράφει : «Η χθεσινή μέρα δεν είχε τίποτα να πει , ούτε να μου προτείνει. Μου φόρεσε απλά τη σιωπή για νυχτικό.» «Συνάντησες πολλά σκοτάδια γι’ αυτό/ η νύχτα απόχρωση σου φαίνεται.»

Η γλώσσα της λειτουργεί συγκινησιακά γιατί είναι γλώσσα δραματική. Αναπαριστά «την ανθρώπινη δράση και την ανθρώπινη συμπεριφορά» καθώς είναι έμπλεη ανθρώπων και δραματικών καταστάσεων παράγοντας που προκαλεί συγκίνηση στον αναγνώστη. Μέσω της σκηνοθεσίας που δημιουργεί κατορθώνει με την εμφάνιση εξωτερικών γεγονότων να ερεθίσει τις αισθήσεις του αναγνώστη τόσο οπτικά όσο και ακουστικά προκαλώντας τον ερεθισμό της συγκίνησης του: « Ένας κατάμαυρος /ουρανός σε ξύπνησε./ Δεν ταίριαζαν τα σύννεφα εκεί που όλα τα χρώματα μοσχοβολούσαν Άνοιξη.»

Η αγάπη ελλιπής δεν πρόλαβε να μοσχοβολήσει την Άνοιξη, ακόμα και το γιασεμί πνίγηκε στη νεροποντή. Η αβεβαιότητα για το αύριο κατακλύζει το ποίημα στην ερώτηση : «Πως θα περάσει απέναντι η προσμονή;» αφήνοντας να υπονοηθεί το δυσβάσταχτο του αποχαιρετισμού και το αποτύπωμα της θλίψης που εντυπώνει στα πρόσωπα η απώλεια. Η φιλοσοφική διάθεση διαποτίζει την ποίηση της. Ακόμα και το αίσθημά της, γεννήθηκε ως μια εκδήλωση της σκέψης της. Υπάρχει μια ομάδα ποιημάτων της που λειτουργεί με δραματικό τρόπο. Η ποίηση της μπορεί φαινομενικά να δείχνει λυρική στο σχήμα, στο βάθος της όμως είναι βαθιά δραματική». Ποιήματα που το μαρτυρούν αυτό είναι τα παρακάτω: MONO ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ, ΑΠΟΥΣΙΑ, ΠΑΡΑΙΣΘΗΣΕΙΣ, Ο ΧΟΡΟΣ. Παντού οι αισθήσεις μαρτυρούν την ζωή, έχει κανείς την αίσθηση ότι μπροστά στα μάτια του διαδραματίζεται μια κινηματογραφική ταινία. Γράφει:

«Η ζωή είναι ένα τρένο. /Κάποιοι πρόλαβαν γρήγορα και επιβιβάστηκαν/κάποιοι άλλοι δεν ξέρουν πώς μοιάζει./Πέρασε τόσο γρήγορα από μπροστά τους/που νόμισαν πώς ήταν απλά μια καταιγίδα.»

Οι λέξεις λυτρώνουν όταν απεγκλωβιστούν απ’ τη σιωπή, γίνονται αγάπη που συγχωρεί, που εξιλεώνει και οδηγεί στην κάθαρση. «Μπορείς να το πεις λύτρωση σαν την αγάπη που σ ’αγκαλιάζει». Οι λέξεις αποκτούν βαρύτητα και μεστότητα. Με διάθεση εντρύφησης στην ενδοχώρα της ψυχής η ποιήτρια εμβαθύνει στην ανοχή, στην απογοήτευση και εν τέλει στην αποδοχή της αποδόμησης των ανθρωπίνων σχέσεων. Οι λέξεις , προπομποί της ψυχής μας, λεύτερες όταν βγαίνουν από μέσα μας απελευθερώνονται. Ξεκάθαρα φαίνεται ότι η προσωποποίηση της ποιητικής λειτουργίας για την Εύα Γεωργίου είναι η λέξη. Η ίδια η ποίηση.

«Σε ένα σκοτεινό Λαβύρινθο περιστρεφόταν.
Την είδα πολλές φορές, την έξοδο
απεγνωσμένα να ψάχνει.»

homouniversalisgr.blogspot.com
Η στεγανότητα αυτού του κόσμου και η επαναλαμβανόμενη ροή υποδηλώνεται στο ποίημα ΙΔΙΟ ΠΑΡΟΝ , όπου τι άλλο είναι η ζωή εκτός από μια διαρκή επανάληψη, που παρασέρνει και μεταβάλλει τα πάντα κι εμείς νομίζουμε πως είμαστε κυρίαρχοι. Το ίδιο παρόν, οι ίδιοι επισκέπτες , χωρίς εποχή, δεσμώτες μιας κοινωνίας εφήμερης, καθηλώνονται σε ένα χωρόχρονικό μοτίβο, όπου ο άνθρωπος κάνει τις ίδιες πράξεις χωρίς να προσδοκά την αλλαγή. Μέσα του όμως «θαυμάζει τη δύση του ήλιου και προσμένει να βγει και απόψε ένα φεγγάρι.»

Στο ποίημα ΙΔΙΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ ο σαρκασμός γίνεται ένα όπλο αντίστασης. Εδώ η κριτική ειρωνεία γίνεται μέσο έκφρασης, μιας κριτικής αντιμετώπισης πράγματων. Στον στίχο: «Ρολόι δεν έχουν ούτε ημερολόγιο…Eγώ να τους κεράσω πάλι τον ίδιο καφέ;», ο κυνισμός και ο αυτοσαρκασμός μας παραπέμπει στην Κική Δημουλά: «Λίγο σε αθωώνει αυτή η σκέψη», «όπως αθωώνει προς στιγμήν το φεγγάρι την τόση σκοτεινότητα / μόλις φανεί σχεδόν την εξυμνεί.»

Πάντα ένα ερωτηματικό αιωρείται στις σχέσεις, ένα γιατί περιθωριοποιημένο και λυπημένο περιμένει εκεί στη γωνία να απαντηθεί. «Οι απαντήσεις είναι μεγάλοι δραπέτες» γράφει .Η αποξένωση , η έλλειψη επικοινωνίας οφείλεται στην προδοτική τους χροιά. Για να καταλήξει στη μοναξιά που κατακλύζει την προδοσία: «Και τα δικά σου γιατί θα μείνουν πάντα μόνα.» παραπέμποντας μας στο ποίημα :Tα παράθυρα, του Κ. Καβάφη (Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ να τα βρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω. Ίσως το φως θα ναι μια νέα τυραννία. Ποιος ξέρει τι καινούρια πράγματα θα δείξει.)

Ο έρωτας τις περισσότερες φορές γίνεται έναυσμα για πόνο, για να τεκμηριωθεί ο θρήνος. Όμως ο θρήνος αυτός ποτέ δεν γίνεται λυγμός αλλά σιωπή, μια σιωπή που σκεπάζει τα πάντα στο πέρασμα της. Ο έρωτας εμφανίζεται κυρίως ως έλλειψη και όχι ως παρουσία, ως αίτημα και όχι ως πραγμάτωση, ως φορέας ψυχικού πόνου, όχι ως ευδαιμονία. Η απουσία πετάει σε αέναη πορεία ουράνιου τόξου, ξεχειμωνιάζετε σε γλυκά νερά. Η φύση πρωτοστατεί στον έρωτα. Αυτή τη σολωμική επιρροή διακρίνουμε στους στίχους:

«Φως φεγγαριού διάχυτο το θολό τζάμι μαγνητίζει…Μεγάλωσε η σιωπή. Καθρεπτίζεται ο πόνος», παραπέμποντας μας στην πιο αιχμηρή μορφή απουσίας (όπως την αισθάνθηκε ο Καρυωτάκης) την διαρκή και βιωμένη,

«Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ’ αυτή τη γη, / σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία, / σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή, / άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.»

Με λίγα λόγια δεν μιλάμε για την υποθετική απουσία, στην ποίηση όλα είναι συγκεκριμένα, αλλά για τον έρωτα που χάθηκε, για την κοινωνία που αλλοιώθηκε, για την πόλη που στέρεψε από την ελπίδα και το όνειρο. Κάθε ποίημα εκτός από μια κατάδυση στο άδυτο της ψυχής είναι κυρίως μια αιωνία πάλη με το άγνωστο και ανεκπλήρωτο. Κι η ποιήτρια πάντα καλείται να δει μέσα σε αυτό το χάος και να καλύψει με την γραφίδα της αυτό το κενό αφθαρτοποιώντας την πραγματικότητα, δίνοντας της προοπτική, οδηγώντας την στο μέλλον. Και η Εύα Γεωργίου μέσα από τη βιωματική της ποίηση πίσω από τη σιωπή και την απουσία αφήνει μια διέξοδο, ένα ανοιχτό παράθυρο που προσδοκά το αύριο, επιδιώκει τη λήθη και αγωνιά για την ελπίδα.

«Εκεί που όλα περιμένουν/ίσως κάποιο όνειρο/να δώσει ξανά φτερά.»

Στα εθνικά της ποιήματα η νοσταλγική διάθεση και η επιθυμία της επιστροφής της χαμένης πατρίδας αφουγκράζεται στους παρακάτω στίχους δίνοντας μας με υπερρεαλισμό και ευαισθησία τον πόνο για την Κύπρο, την πατρίδα της:

«Κι ύστερα, αυτά της ντροπής
τα συρματοπλέγματα
που σκούριασαν,
πίνοντας της θυσίας το αίμα.»

Ο Μαύρος Ιούλης, μια κραυγή αγωνίας και πόνου μαρτυρά το τράνταγμα του χρόνου που θέρισε ότι ομορφότερο υπήρχε ως ανάμνηση. Ο Ιούλης, προδοτικός και αναίσχυντος αμαύρωσε τα όνειρα του μέλλοντος.

Η πίστη είναι θεμέλιος λίθος στη γραφή της .Είναι εφαλτήριο ζωής , είναι ελπίδα , είναι προσμονή. Είναι θαύμα! Κι εδώ η προσωποποίηση είναι χαρακτηριστική της γραφής της.

«Είναι γιατί δεν πίστεψες
πως τα θαύματα θυμώνουν
όταν πια δεν τα πιστεύεις.»

Η αγάπη σε αντιδιαστολή με τον έρωτα, δεν είναι τυφλή. Βρίσκει τον δρόμο, έστω και σε ανυπολόγιστο χρόνο, μένει ασυμβίβαστη. Τα λάφυρα της αγάπης θυμίζουν ιστορίες αίματος με ότι απέμεινε ως απομεινάρι γραφής. Στην «Aνεξίτηλη Aγάπη» παρομοιάζει τον έρωτα με άγνωστους χάρτες. Όμως όλες οι άγνωστες σελίδες φαίνονται αδιάφορες αφού η αληθινή αγάπη υπερβαίνει όλα τα ταξίδια, παραμένει ανεξίτηλη, σε στίχους γραμμένους από μελάνι. Σπάει τα κιγκλιδώματα, αφού δεν αντέχει τη φυλακή και έρχεται απρόσκλητη να μας θυμίσει την ύπαρξη της ακόμα κι αν νομίζουμε ότι την έχουμε θάψει σε ένα ντουλάπι. Η ταπεινότητα και η αγάπη, ως αδελφές ψυχές αληλοπεριχωρούνται, κατεδαφίζουν κάθε έπαρση κάθε αλαζονεία και εγωισμό. Οι λέξεις αποκτούν την βαρύτητα που τους αρμόζει στη γραφή της. Γίνονται ακόμα πιο ρεαλιστικές.

«Καλώς ήρθες αγάπη».
«Έλα να χορέψουμε» , μου λέει,
«τόσα χρόνια φυλακισμένη με είχες».

Οι εικόνες διαφεντεύουν τις σκέψεις, προοικονομούν το τέλος της απώλειας. Με μια πλούσια συμβολική εικονοποιεία μας παρουσιάζει υπερρεαλιστικά σαν φινάλε ενός θεατρικού έργου τον πόνο που ζωγραφίζει το τέλος μιας όμορφης σχέσης.

«Τρικλίζουν οι λέξεις στο πάτωμα της αμήχανης πασαρέλας.»

Η μοναξιά απεικονίζεται υπέροχα μέσα από το ποίημα Αριθμοί παραπέμποντας μας στο ποίημα της Κικής Δημουλά «Πληθυντικός Αριθμός». Κι εσύ αναμεσά σε ένα τρελό πανήγυρι αριθμών καθημερινά τόσο ξένος!»

Ο χρόνος, πανταχού παρών στην ποίηση της, αποδοκιμάζεται ως φθοροποιός. Η ποιήτρια μας προτρέπει να αφουγκραστούμε την αγάπη και να διαγράψουμε τα χαμένα φθινόπωρα. Η αγάπη γίνεται «λυρικός στίχος, τραγούδι, ποίημα που χωράει μόνο εκείνον» Δεν έχει σύνορα «Κι εγώ εδώ να σε αφουγκράζομαι ως τα πέρατα της γης». Όταν ο έρωτας είναι απών η ζωή φανερώνεται ίδια, χωρίς προοπτική χωρίς σκοπό:

«Ποια εποχή επιτέλους φοράς; Με κούρασε πολύ, τόσο πολύ το ένδυμα σου.» Για την Εύα Γεωργίου η αγάπη είναι συνυφασμένη με τη ζωή, χωρίς αγάπη η ζωή είναι σκλαβιά. «Κρίμα , γράφει, που δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε και πριν προλάβουμε να ζήσουμε πεθάναμε».

Ο σαρκασμός ταλαντεύεται από στίχο σε στίχο ισορροπόντας μεταξύ συνειδητού και ασυνειδήτου.

«Έκλαψε πάλι ο στίχος
είναι οι καινούργιες λέξεις
που του φόρεσες.
ξέρει πολύ καλά πώς η μόδα κάνει ταξίδια
μα κάποτε επιστρέφει.»

Η βεβαιότητα της αγάπης συστεγάζεται στο πιο πονεμένο της ποίημα με τίτλο Θα ‘ρθω: «Εκεί θα ‘ρθω στον τελευταίο χειμώνα μιας αθετημένης υπόσχεσης». Η νοσταλγία και η προσμονή μπολιάζουν το ποίημα με ελπίδα και τρυφερότητα. Το ποίημα μας παραπέμπει στην ποίηση του Αναγνωστάκη μέσα από τους στίχους:

«Κάτω από καθετί που σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν σε περιμένω.»

Ο ερωτισμός μπολιάζει τα ρεαλιστικά της ποιήματα μεταλαμπαδεύοντας σε αυτά ένα ηχόχρωμά διάχυτου αισθησιασμού. «Να, μια σταγόνα βροχής, αυτής της τελευταίας Άνοιξης που έμελλε να γίνει τελετουργικό του χορού!»

Πολλές φορές επιλέγει να οδηγήσει στην απάντηση τον ίδιο τον αναγνώστη θέτοντας τον ως θεατή στο έργο που πρωταγωνιστεί, επιδιώκοντας την δική του απάντηση, το δικό του γνέψιμο στην αποκωδικοποίηση που κάνει η ίδια για τη ζωή. Γράφει: «Στα νερά του Ιορδάνη, εκεί δεν είναι που σβήνει η ζωή τα ίχνη της;»

Η Εύα Γεωργίου γράφει ποίηση σαν νέο κορίτσι έκπληκτο μπροστά στην θαλασσοταραχή. Όμως μετά από λίγο συνειδητοποιεί την δυναμική της φύσεως, ενδύεται τον κίνδυνο, συμφιλιώνεται με την συντριβή και γράφει μετρώντας τα χαλάσματα που άφησε πίσω της , την θυσία που κόστισε. Ωστόσο, μέσα από αυτή την τρικυμία φοράει τα σημάδια ως παράσημα και ενατενίζει το μέλλον με καθαρό βλέμμα στραμμένο στον ουρανό, προσδοκώντας τη σκέπη του, ευχόμενη να κοπάσει η μπόρα και να αντικρύσει τον ήλιο. Όπως ακριβώς σηματοδοτεί και το εξώφυλλο του βιβλίου της. Έχω την αίσθηση πως όταν μιλά για την εξέγερση ή ακόμα κι όταν αποδέχεται την ήττα, όταν μιλά για την αγαπημένη μητέρα (Μαμά, ήσουνα η πρώτη λέξη. Τώρα όλες μου οι λέξεις φοράνε το άρωμα σου) ή για έναν αγαπημένο άντρα που έφυγε (Αν αργήσεις μην χτυπήσεις. Άφησα τη γρίλια ανοιχτή τόσο όσο χρειάζεται να σε χωρέσει), τραγουδάει την ίδια την ζωή κινούμενη ανάμεσα σε θάλασσες και στεριές με τρυφερότητα και θλίψη, βιώνοντας τη μοναξιά και τη σιωπή. Ωστόσο οι αρχάγγελοι της πίστης της, η εναπόθεση του εαυτού της στον ίδιο το Θεό της δίνει δύναμη και πνοή. Σαν προσευχή λιτανεύει για επιμονή και υπομονή ακολουθώντας το δικό Του μονοπάτι, στα βήματα της χάριτος , της αγάπης και της συγχώρεσης.

Η ποίηση της Εύα Γεωργίου είναι λυγμός της ψυχής και κάθαρση μαζί, «Ωκεανός ονείρων αδάμαστος σε βρεγμένο χαρτί.»

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΘΕΜΑΤΟΦΥΛΑΚΕΣ ΛΟΓΩ ΤΕΧΝΩΝ
Περιοδικό Τεχνών

Ρωτάει ο Δημήτρης Μπονόβας

Πώς αποφάσισες να ξεκινήσεις το ταξίδι σου στον κόσμο της ποίησης; Ποιο ήταν το έναυσμα;

Ε.Γ. : Άρχισε εντελώς αυθόρμητα από τα μαθητικά μου χρόνια. Ήμουν πολύ ντροπαλή και ένιωθα πως εκφραζόμουν καλύτερα γράφοντας πάνω στο χαρτί. Κατά τη διάρκεια κάποιων αδιάφορων μαθημάτων με θυμάμαι πάντα να γράφω, ήταν μια ανάσα για μένα. Αυτό γινόταν συνήθως στα οπισθόφυλλα βιβλίων. Ήταν κάποιες μελαγχολικές μέρες που ξεχείλιζαν οι λέξεις, μετουσιωνόντουσαν σε ρίμες και πορεύονταν ευλαβικά σε στροφές.

Ποιες οι επιρροές σου; Ποιους ανθρώπους του βιβλίου θαυμάζεις;

Ε.Γ. : Οι κύριες επιρροές μου είναι ο ανθρώπινος πόνος, οποιασδήποτε μορφής, όπως μοναξιά, προσφυγιά, φτώχεια, και το συρματόπλεγμα της ντροπής, εδώ δίπλα μου.

Είναι πολλοί και θα αδικήσω κάποιους. Εδώ θα αναφέρω τον Ο. Ελύτη, Κ. Καβάφη, Γ. Σεφέρη, Μ. Σαχτούρη, Μ. Αναγνωστάκη, Μ. Πολυδούρη, Κ. Ρουκ και Τ. Πατρίκιο.

Είναι δύσκολο ή εύκολο κάθε φορά να αποτυπώσεις με λέξεις στο χαρτί αυτό που γυροφέρνει στο μυαλό σου;

Ε.Γ. : Πολύ εύκολο. Όταν έχω κάτι να πω, μέσα σε λίγα λεπτά το αποτυπώνω στο χαρτί, και όταν γραφτεί, πολύ δύσκολο να διορθώσω έστω και μια λέξη. Μου αρέσει αυτό το αυθόρμητο, όπως ακριβώς μου βγαίνει.

Γράφεις ακολουθώντας περισσότερο τη λογική ή το συναίσθημα και γιατί;

Ε.Γ. : Γράφω μόλις ξεχειλίσει το συναίσθημα, τότε γίνεται επιτακτική πλέον ανάγκη. Μέσα σε όλο αυτό εμπλέκεται απόλυτα κι η λογική. Προηγείται όμως το συναίσθημα, γιατί είναι αυτό που σε ωθεί να εξωτερικεύσεις όλα όσα νιώθεις και βέβαια προκαλεί την παραγωγή ενέργειας. Συναίσθημα και λογική είναι αλληλένδετα και συνεργάζονται.

Συνέντευξη – Εύα Γεωργίου.
Υπάρχει κάποιο μήνυμα πίσω από αυτά που γράφεις και αν ναι, ποιο είναι αυτό; Πιστεύεις ότι γενικά ένας καλλιτέχνης θα πρέπει να διαπαιδαγωγεί μέσα από τα έργα του;

Ε.Γ. : Η προσμονή της Άνοιξης… Η αξιοπρέπεια μέχρι το τέλος της ζωής… Η πίστη και η ελπίδα εκεί που ο πλανήτης νοσεί…

Πιστεύω πως γενικά στην ποίησή μου υπάρχουν πολλά μηνύματα. Εύχομαι να μπορεί ο αναγνώστης να αφουγκραστεί, και αυτό θα είναι επίτευγμα αν μπορώ κάθε φορά να το καταφέρω. Ο καλλιτέχνης είναι ελεύθερο πνεύμα. Εκφράζει τον ψυχικό του κόσμο και σε παίρνει όπου θες, αρκεί να μπορείς να περιπλανηθείς και να ταξιδέψεις μέσα από το έργο του, και είναι το ιδανικό να μπορείς να βρεις ένα κομμάτι του εαυτού σου. Δεν είναι κατ’ ανάγκη κανόνας να διαπαιδαγωγεί, αλλά αν μπορεί να το πετύχει θα είναι ευχής έργο, γιατί πιστεύω πως ευρύτερα η επαφή με την τέχνη μπορεί να πετύχει τα μέγιστα, όπως για παράδειγμα η αφύπνιση του συνόλου. Η τέχνη λειτουργεί σαν ένα κανάλι επικοινωνίας μεταξύ των λαών, αφού μοιράζονται τις ίδιες σκέψεις, ανησυχίες, προβληματισμούς. Αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο, αφού είναι αυτό που από τη φύση του αποζητά ο άνθρωπος, και εν προκειμένω, αφού μιλάμε για ποίηση, πιστεύω απόλυτα πως η ποίηση μπορεί να ενώσει ανθρώπους και λαούς.

Πες μας λίγα λόγια για την ποιητική σου συλλογή, “Πίσω από τη σιωπή”. Πώς γεννήθηκε η ιδέα, ο τίτλος, τα ποιήματα;

Ε.Γ. : «Πίσω από την σιωπή» κρύβονται μεγάλες αλήθειες. Είναι η πρώτη μου ποιητική συλλογή από τον εκδοτικό οίκο Βεργίνα. Η ιδέα γεννήθηκε όταν πριν λίγα χρόνια έμαθα την ιστορία του προπάππου μου, Ελευθέριου Παπαγιάννη, ο οποίος ήταν ο πρώτος ποιητής του χωριού μου, η οποία ιστορία με συγκίνησε και με ταρακούνησε, μπορώ να πω. Σε ηλικία μόλις 22 χρόνων ξεκίνησε από το χωριό, με το κάρο της τότε γραμμής, να διανύσει μια απόσταση 100 χιλιομέτρων για να πάει στην πόλη Λεμεσό, για να εκδώσει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Δρόμοι κανονικοί δεν υπήρχαν, οπότε σίγουρα ήταν μια διαδρομή κάτω από αντίξοες συνθήκες και δεν μπορώ να σκεφτώ πόσες ώρες ή μέρες κράτησε. Αυτή η ιστορία με επηρέασε πολύ, ένιωθα ότι έχω χρέος απέναντι σε αυτόν τον υπέροχο άνθρωπο και μεγάλο ποιητή, και θα ήταν κάτι σαν ένα μικρό μνημόσυνο να εκδώσω τη συλλογή μου και να του την αφιερώσω.

Η συλλογή περιλαμβάνει παλιά αγαπημένα μου ποιήματα που ξεχώρισα και πρόσφατα. Η θεματολογία ποικίλει. Γράφω για την αγάπη, το άδικο, τη φτώχεια, την προσφυγιά και πιο πολύ για τη μισή πατρίδα.

“Τα πιο όμορφα ποιήματα γράφονται σε μικρές ώρες. Κει που το δάκρυ ξεχειλίζει και χαράζει σαν διαμάντι τα γυάλινα!” Πιστεύεις ότι η έμπνευση μάς επισκέπτεται πιο συχνά στις “πικρές” στιγμές μας; Είναι ένας τρόπος για να εξωτερικεύσουμε, ως επί το πλείστον, τον πόνο και τη στεναχώρια μας;

Ε.Γ. : Προσωπικά σε εμένα αυτό συμβαίνει. Για μένα η ποίηση σημαίνει κραυγή. Όταν δεν γράφω σημαίνει πως είμαι καλά. Γράφω στην πίκρα, στη στεναχώρια, στον έντονο πόνο και θυμό. Είναι το μέσο το δικό μου να εξωτερικεύω όλα τα συναισθήματά μου. Ίσως ναι, να συμβαίνει σε πολλούς ποιητές.

“Αμμόχωστος Βασιλεύουσα”… Πόσο εύκολο είναι να ζεις τόσο κοντά στα πατρογονικά σου και να μην μπορείς να τα πλησιάσεις; Ποια τα συναισθήματα που δημιουργεί και πώς αυτά επηρεάζουν τα γραφόμενά σου;

Ε.Γ. : Δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα να ζεις δίπλα στα συρματοπλέγματα. Πονάει πολύ να βλέπεις τόσο ορατά την κλειστή πόλη της Αμμοχώστου και να μην μπορείς να πλησιάσεις. Αυτό το άδικο με πνίγει και με γεμίζει με δυσβάστακτο πόνο και οργή. Δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να με αφήσει ανεπηρέαστη και να μη γράψω για την πιο όμορφη πόλη του νησιού μου, η οποία βρίσκεται στα ξένα χέρια του κατακτητή εδώ και 46 ολόκληρα χρόνια.

Θα αλλάξω λίγο την ερώτηση: “Ποιητής/ρια γεννιέσαι ή γίνεσαι;”. Ποια η δική σου άποψη;

Ε.Γ. : Πιστεύω πως ο ποιητής γεννιέται. Είναι κάτι σαν θείο δώρο το ταλέντο. Αν δεν υπάρχει μέσα σου, δύσκολο πολύ να γράψεις. Υπάρχει βέβαια πάντα ο κατάλληλος χρόνος και τα εφόδια όπου μπορεί να ωριμάσει και να βελτιωθεί, αρκεί να το θέλεις πραγματικά.

Τι να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον;

Ε.Γ. : Σίγουρα και άλλες ποιητικές συλλογές. Αλλά έχω στο μυαλό μου να γράψω εκτός από ποίηση και κάποιο μυθιστόρημα. Έχω αρκετές ιδέες και εύχομαι σε κάποια φάση να υλοποιηθεί και αυτό.

Εύα, σε ευχαριστούμε πολύ για τον χρόνο που μας διέθεσες και σου ευχόμαστε ολόψυχα κάθε επιτυχία στο έργο σου!

Ε.Γ. : Εγώ σε ευχαριστώ από καρδιάς για το βήμα που μου έδωσες και σου εύχομαι κάθε επιτυχία σε ό,τι κάνεις!

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.