ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΟΤΖΑΚΗ

Η Ζωγραφιά Οτζάκη σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή (Α.Π.Θ.) και στη συνέχεια ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα «Σπουδές στην Εκπαίδευση». Εργάζεται ως εκπαιδευτικός μέσης εκπαίδευσης στη Θεσσαλονίκη. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Λιμπρέτο στο συλλογικό έργο ΦΟΥΓΚΑ, εκδόσεις Ρώμη 2017. Ο ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ είναι η δεύτερη ποιητική της συλλογή και η πρώτη προσωπική ποιητική παρουσία. Ακολουθεί το 2025 η δεύτερη ποιητική της συλλογή “Φέγγος καπνών” (Εκδ. Κουκκίδα 2025)

ΦΕΓΓΟΣ ΚΑΠΝΩΝ (2025)

ΠΡΩΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ:
ΣΤΗ ΡΑΧΟΚΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΑΛΟΓΟΥ

ΑΝ ΑΝΤΑΜΩΝΑΜΕ ΤΟΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟ

αν ανταμώναμε τον Αύγουστο γυμνοί
αποσταγμένοι στα μάτια κίτρινοι

εάν στη ρίζα ανταμώναμε
ανάσα της καμένης γης

με το φαλτσέτο των νεκρών
με μία κραυγή

την ιστορία
ίσως γυρίζαμε μαζί
τον ήλιο ανάποδα

λες τότε να γεννιόταν καλοκαίρι;

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ:
ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΣΤΟΝ ΓΥΜΝΩΜΕΝΟ ΚΑΛΥΚΑ

Όπως ψηλώνει ο νους
κήπος μπαρούτι ολάνθιστος

ουρές κατράμι τα πουλιά
γλώσσες σημαίες κόκκινες

στο ράμφος γάλα

Μόνον εσύ
σοφή λιβελλούλα

περνάς κρανία θάλασσες
βουνά περίστροφα

στον γυμνωμένο κάλυκα η τελευταία δρασκελιά

Πάμε μαζί
ένα και δύο και…

ΤΡΙΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ:
ΣΤΟ ΧΑΡΩΠΟ ΣΑΣ ΡΑΜΦΟΣ

ΛΙΜΝΗ

ποίημα πολύκροτο
το θαυμαστό σου κερί σβήνεις

κι εγώ φωτίζω
ό,τι απέμεινε

τη χήνα -μη-
τα χέρια κυνηγού
και τη βοή των καλαμιών
όπως ξεψύχησε

τον κουρνιαχτό
και το φτερό
-πώς γλίτωσε-

τη λίμνη δίχως νούφαρα
αλλά και τον βυθό
-φρέαρ αιμάτινο προς άσαρκο-

φέγγω κυρίως το ράμφος
σαν κελαηδά χαράματα
στο προσκεφάλι
να σωθώ

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ:
ΣΤΟ ΑΛΩΜΕΝΟ ΣΥΝΟΡΟ

ΓΥΝΑΙΚΑ

Δεν είναι μόνο ο στιβαρός θεός
ο ιερός φαλλός
σε στύση αιώνια
να υποκλίνεται
χαίρε κεχαριτωμένη
και το πνιγμένο στήθος
κοριτσιού στα νύχια του

Δεν είναι μόνο τρυφερά μέλη
στη ράχη ταύρων

Είσαι και συ
εξεγερμένη γυνή
με τη σφύρα τους ήλους
και το κοτσύφι
στα μάτια σου να κελαηδά
ελεύθερο

σταύρωσον αυτόν

ΠΕΜΠΤΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ:
ΣΤΑ ΣΩΘΙΚΑ ΤΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ

ΟΚΑΡΙΝΑ

στη μητέρα μου

Είσαι στραφτάλισμα
Ρεύμα ηλεκτρικό στην παιδική κρυψώνα

Στο μέτωπο εγγράφεσαι
πιστοποιητικό ύπαρξης

Είσαι το ζυμωμένο πρωινό
άχνη στα γινωμένα δάχτυλα

Το μήλο μου όταν κόκκινο
για χάρη μου πώς χόρεψες
-θυμάσαι; απαστράπτουσα

Όλες οι κλήσεις μου είσαι
και στο μηδέν και στο άπειρο
θα σε καλώ συνέχεια

Είσ’ η οκαρίνα στην όχθη ποταμού
πριν γεννηθείς λησμόνησες
να την κρατώ μετέπειτα Τώρα
χαμογελάς στα σωθικά της πεταλούδας

Είσαι πολλά —
Όμως ούτε μία λέξη ολόκληρη
σ’ αυτό το ποίημα

ΤΕΡΜΑ

ΕΝ ΤΕΛΕΙ ΜΑΖΙ

Κόγχη στενή
Στενότατη
Όμως αρκεί

Ποτέ δεν άπλωσα τα πόδια στους αιώνες

Τώρα παγώνω
Και ο ήλιος στη γη

Σπασμένα σχήματα
Το βουνό μακριά

Να φεύγουμε -πάλι και πάλι-

Έλα να σκίσουμε μαζί το τελευταίο ρούχο

.

ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ (2022)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΕΛΑΣΣΟΝΕΣ

Θα γράψω ένα ποίημα
για τους ελάσσονες
που στάζουν λάθη από τριαντάφυλλα·
κι ας κρέμονται τα σώματα
γυμνά κλαδιά στον άνεμο

Θα γράψω ένα ποίημα
γιa τα πουλιά
του ανυπάκουα τινάζονται·
ξενάγηση ρομαντική
στο βάρος της βροχής

Θα γράψω ένα ποίημα για ’μας

ΟΥΤΕ ΜΙΑ ΛΕΞΗ

Ούτε μια λέξη
μονάχα την κατάληξη να πεις
Όλο το σώμα η σιωπή
και η τελεία, αρχή για την επόμενη
Και ο ποιητής μια πικραμένη παραλήγουσα
ένα γιατί με την πληγή στα δάχτυλα
ένα κενό σε κύκλο ανοιχτό

Γι’ αυτό ούτε μια λέξη
μονάχα την κατάληξη

ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ

Πάρε την λέξι μου.
Δώσε μου το χέρι σου.

Ανδρέας Εμπειρικός

Σμιλεύεται
ως έμβρυο το σώμα
τρυγώντας τον πλακούντα των αιώνων

και ως τρυφερό μαλάκιο πια
αρδεύοντας τον ουρανό της κούνιας
μεστώνει τόσο
που ανακαλύπτει την ουρά του

ώσπου τελάλης πια
ή ποιητής
ορθώνεται
ραμφίζοντας την ήττα του

Πάρε το ποίημα
Δώσε μου το χέρι σου

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Πληγώνει και πληγώνεται το φως
ενέσιμο
δαιμονικό

κομμάτια στέρφας γης
και ποταμούς στεγνούς σαν ενδοφλέβια κενότητα

Μα η θάλασσα πληγώνεται
σμιλεύοντας το σώμα επίγειων θεών
και ο βυθός
κυοφορώντας τους επόμενους

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Όσο θα ξεμακραίνει αργά αργά
το τελευταίο χαρτί με τα μεγάλα λόγια
και η απουσία που στάζει όνειρα
στην ανηφόρα του ήλιου
τόσο θα γίνεται η πόλη πιο μικρή
λιμανίσια
με μάτια αλόγου στον βυθό
να μετρά σπονδές
λουόμενες κραυγές
για μια κατάκτηση
στον λασπωμένο κόλπο της

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Το πρώτο ποίημα μυρίζει γειτονιά
και λασπωμένα γόνατα
σηκώνει τη βρεμένη γη και τη μουριά
απ’ το σκοινί της κούνιας του
Το τελευταίο
σα μονολεκτική σημείωση
σαν το κλαδάκι που ζητά τη ρίζα του
σηκώνει στην καμπούρα του το παιδικό αλφάβητο
και χάνεται στα χώματα

.

ΛΙΜΠΡΕΤΟ (2017)
(Ομαδική έκδοση Φούγκα, 2017)

ΜΙΑ ΣΤΑΣΗ ΔΡΟΜΟΣ

Σπάσε για το ξεκίνημα
μια κούπα μισοφέγγαρο
στο νήμα του νερού

ένα κυκλάμινο στιχάκι
στη φλέβα του λαιμού
για το τελείωμα

και πιες το λίγο τ΄ ουρανού
ως το ξημέρωμα
για χάρη σου

Κι αν στο περίπου βρίσκεσαι
ως το ολότελα
μια στάση δρόμος κατακόρυφα

ΕΚΕΙ

Σ΄ ένα καθρέφτισμα φτερούγας παγονιού
στο τρέμουλο μιας σκίασης
στον θόλο του βυθού
εκεί
σ΄ ένα μισάνοιγμα βεντάλιας πρωινού
στο πανηγύρι μιας σιωπής
στον πάγο τ΄ ουρανού
εκεί
σε μια διασταύρωση αρμύρας και καπνού
στο ξάφνιασμα μιας άρνησης
στο ψήλωμα του νου

Εκεί σε συναντώ

ΞΗΜΕΡΩΜΑ

Της κοιμωμένης το γλυπτό
σκορπίσματα στην κάνη τ ΄ ουρανού
Της Αφροδίτης το πλεκτό
λευκή κορδέλα στον λαιμό του φεγγαριού
Ξημέρωσε
Με βελονιές χελιδονιών
τα νυχτολούλουδα ανάποδα
Οι βιόλες σκαρφαλώνουν
στο κόκκινο γεράνι της αυγής
και το βιολί του ήλιου καλωσορίζει
στο κατώφλι της αυλής
το απροσδόκητο

Ποτέ κανείς δεν έμαθε το τέλος της γιορτής

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Το υστερόγραφο
στο λεύκωμα της μυγδαλιάς
χαιρετισμός
για την αυγή που δεν ξημέρωσε
κι ένα παράπονο ψιλόβροχο
για τη μετέωρη σκληρότητα της μοναξιάς
τ ΄ απομεσήμερο
για τον λυγμό μιας Άλκηστης
στον γυμνωμένο κάλυκα
για τ ΄ αηδόνι που γονάτισε
στην επωδό την ανεξήγητη

Μα εσύ μελετάς πρωτοσέλιδα

ΑΛΦΑΒΗΤΑ

Στάσου
σε μια καμπύλη ραγισμένης προσμονής
πριν το ξημέρωμα
σ΄ ένα τριζόνι της αυλής
πριν πέσει η βροχή
σ΄ ένα λιμπρέτο των πουλιών
πριν το τελείωμα
και μέτρησε την υποτείνουσα
οξεία αγωνία της στιγμής

Μετά καθάρισε την αλφαβήτα σου

ΤΟ ΑΤΕΛΕΥΤΗΤΟ

Για μιαν απάντηση
στο ματωμένο σούρουπο
κι ένα γιατί
στον δόλο της αυγής
ζητιάνευες μια συλ-λαβή
μια συμφωνία
μια μουσική αιώνιας σιγής
και μια τελεία

Μα τελικά
ο ποιητής υμνεί το ατελεύτητο

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ

Τι το ’θελα να ξεδιαλύνω τις νεφέλες μου
Καλά καθόμουνα στα σίγουρα
Με στίχους για φυλλώματα και λιόβγαλμα
Καλά χρωμάτιζα τα σχήματα
τα δειλινά και τ ΄ αρώματα
Τι το ’θελα να σύρω πριν το χάραμα το νήμα
τη γραμμή από το νεύρο σου
Τι το ’θελα να ξύσω κυριακάτικα
σημάδια της αρμύρας σου
Μπερδέματα!
Ξηλώνει η αλήθεια τα μπαλώματα
Κομμάτια τα σεντόνια ξημερώματα

ΜΙΑ ΖΑΡΙΑ

Μη σιγοντάρεις
Άφησε να ρίξω τη ζαριά μου
Μην μπλέκεσαι στους χτύπους μου
Ζαλίζεις την πυξίδα μου
Παράτα με
Δαγκώνω τα όνειρά μου
Καβάλα στα λεπτόκλαδα
Αντέχουνε
Μη νοιάζεσαι
Σκαλώνουν στις κουκίδες μου
Κουμπώνουν στα φτερά μου
Μη στέκεσαι και βιάζομαι

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΦΕΓΓΟΣ ΚΑΠΝΩΝ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΕΡΗΣ

FRACTAL 17/2/2026

Η πρόσφατη ποιητική συλλογή, Φέγγος καπνών της Ζωγραφιάς Οτζάκη εντάσσεται στη σύγχρονη ελληνική ποίηση και υποδέχεται τον αναγνώστη σε έναν κόσμο όπου το φως και το σκοτάδι, η μνήμη και η πραγματικότητα, οι εικόνες και οι λέξεις, συναντώνται και σμίγουν σε ένα γόνιμο ποιητικό πεδίο. Ο τίτλος συγκεντρώνει δύο σύμβολα: το «φέγγος», δηλαδή το φως, και τον «καπνό», το απροσδιόριστο, το ανεστραμμένο, το υπαινικτικό. Η αντίθεση μεταξύ αυτών των δύο όρων λειτουργεί ως πυρήνας για την κατανόηση του λυρικού κόσμου που ανοίγει η Ζ. Οτζάκη: το φως δεν είναι μόνον φως, αλλά φωτεινότητα που περνά μέσα από τον καπνό, ασάφεια και λάμψη, αντίληψη κι απώλεια. Η ποιήτρια μελετά το φως όχι ως καθαρό στοιχείο, αλλά ως λαμπερό στοιχείο διαθλασμένο, υπό την επίδραση συναισθημάτων, μνήμης, θυμού ή απορίας. Το έργο προβάλλει έναν συλλογιστικό, ενδοσκοπικό κόσμο, όπου τίποτα δεν είναι απόλυτο, αλλά όλα βρίσκονται σε μια λεπτή ισορροπία. Η ποιήτρια δεν επιλέγει την απλή περιγραφή, αλλά την υπαινικτική αφήγηση, όπου το νόημα γεννάται μέσα από τις εικόνες και τις ρωγμές τους.

Παρόλο που η συλλογή είναι μικρή σε έκταση, η δομή της αποκαλύπτει ένα σύστημα «σταθμών», όπως η ίδια ονομάζει τις πέντε ισομερείς περίπου ενότητες που απαρτίζουν το έργο της, σταθμοί που μοιάζουν σα μια πορεία ή ένα ταξίδι αυτογνωσίας και πολιτισμικής μνήμης με στάδια όπου καταγράφονται προβλήματα κι επιλύονται με τρόπο καθόλου ξεκάθαρο, αλλά αναζητήσιμο. Τα βασικά θέματα που αναλύει και προβάλλονται στη συλλογή της είναι:

α) το φως και η αμφισημία του, αφού κυριαρχεί μια επιφύλαξη, ένας δισταγμός· ο αναγνώστης διακρίνει μια φωτεινότητα, κάτι σα λάμψη που «φεγγίζει» μέσα από καπνό, και δεν είναι ξεκάθαρη· αυτό το αμυδρό φως φιλτράρεται μέσω αναμνήσεων, πόνων και εικόνων, ωσάν ένα βλέμμα που παλεύει μες στο σκοτάδι, σαν κάτι που δε θέλει να αποκαλυφτεί, να ομολογηθεί·

τρίζει το φως // χαραγματιά // (…) και γίνομαι καπνός (σ. 11) ή

Ακτίνες πλέκω στη βροχή / Αδιάκριτες ακτίνες Χ (σ. 18).

β) η απώλεια και η ανάμνηση, με πολλά ποιήματα της συλλογής να λειτουργούν ως μνήμες ή αναμνήσεις ανθρώπων, τοπίων, στιγμών που αδυνατούν να επανεμφανιστούν, να συγκροτηθούν πλήρως. Το φως που διαπερνά τον καπνό των αναμνήσεων αδυνατεί να σχηματίσει μια ξεκάθαρη εικόνα εξαιτίας της ημιτελούς όρασης·

Όλα// ώρες στο σώμα. ό,τι προλάβαμε // -πάρε ή δώσε- // μα / η μνήμη πόνος φυλακή / εδώ δεσμός αιώνιος // εν τέλει τάφος / (σε λαχταρώ) (σ.40) ή πάλι

Και ήρθες με πρόσωπα περίσσια με χέρια περισσότερα // Μα τώρα όπου πατώ στη γη / και το μπαλόνι έσκασε / τι περιμένω; (σ. 53).

γ) η πολιτιστική και κοινωνική κριτική, αφού η συλλογή δεν αποστρέφεται την κοινωνική πραγματικότητα, με πολλά ποιήματα να διαπραγματεύονται «την αγορά του κόσμου» ή «το αλωμένο σύνορο», γεγονός που υπονοεί μια διακριτική αλλά δυνατή αίσθηση κριτικής για τον κόσμο που μας περιβάλλει, έναν κόσμο που πιστεύει και ζει με το όνειρο·

Με άδειο σώμα / -μάτια μόνο στο στήθος- // ίσως να προλάβουμε την Άτροπο // στην κάννη μας ό,τι αγαπήσαμε // ήττες / αίμα / πληγές // δε στέγνωσαν ποτέ // χτυπήστε λεύτερα / βέλη σωρός στον άνεμο // (άλλη μια νύχτα θ’ανατείλει) (σ. 14) ή

Κόγχη στενή / Στενότατη /Όμως αρκεί // Ποτέ δεν άπλωσα τα πόδια στους αιώνες // Τώρα παγώνω / Και ο ήλιος στη γη // Σπασμένα σχήματα / Το βουνό μακριά (σ. 61)

δ) η αναφορά στο μύθο και στην ιστορία, με αρκετές γλωσσικές και νοηματικές αναφορές σε αρκετά ποιήματα, ενώ δεν λείπουν οι φιλολογικές, ιστορικές και μυθικές υπερ-αναφορές. Στα ποιήματα όπου υπάρχουν μνήμες ηρώων ή αναλογίες με αρχαίους μύθους (Λεβάθιαν, Γόρδιος Δεσμός, Μήδεια, Ορφέας, Αντιγόνη), η Οτζάκη προσδίδει στο ποιητικό σώμα μια υπαρξιακή χροιά, με συνέπεια η έντονη συγκίνησις του μύθου και του σύγχρονου κόσμου να οδηγεί τον αναγνώστη σε μια συνεχή μετατόπιση από το προσωπικό στο συλλογικό κι από το ατομικό στο πολιτισμικό.

Έλα / ν’ ανάψεις τον σαρκώδη μου χιτώνα / να σου γίνω Σελήνα στέρφα / να μη γεννά // (…) Έλα στο αλωμένο σύνορο // σε περιμένω (σ. 42) ή

Θα στέκομαι ατσάλινη / σαν τρυφερή σκιά// σε πόλη άδεια / με σακατεμένους Κρέοντες // δώσε το χέρι // ποιος ψεύτης ήρωας ή θάνατος / χωρά σε δυο ανάμεσα (σ. 60).

Η Ζ. Οτζάκη διαθέτει μια ιδιαίτερη φωνή που ξεφεύγει από τις τυπικές μορφές του παραδοσιακού ελληνικού λυρισμού. Η γραφή της πλημμυρίζει από εικόνες και παραστάσεις χωρίς πλήρη πρόθεση, από φράσεις που ρέουν σαν σκέψεις, από λέξεις που στοχεύουν ή απευθύνονται στον αναγνώστη. Με γλώσσα ανεπιτήδευτη δημιουργεί μια αίσθηση ευαισθησίας, που γίνεται αιχμηρή ή σιωπηλή εκεί που πρέπει. Είναι εμφανές ότι η ποιήτρια αποφεύγει την υπέρμετρη στομφώδη εκφορά, προτιμά ένα λόγο ιδιαίτερα λιτό αλλά πλούσιο σε εικόνες και μεταφορές. Η ρυθμική χρήση των λέξεων και η επιλογή μιας απρόσμενης διάταξης των στίχων δημιουργεί ένα είδος μουσικότητας που λειτουργεί σε δεύτερο επίπεδο, όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και ως φόρμα που ορίζει και αναπλάθει το νόημα.

Η συλλογή της διακρίνεται για την καινοτομία της χρήσης των εικόνων που διατυπώνεται με γλώσσα νεοτεριστική, καθόλου διακοσμιτική αλλά υπόκωφη, και κατορθώνει να αναδείξει έννοιες όπως το φως, την απώλεια και τη μνήμη, δίχως συμβατικές μεταφορές. Αξιόλογη χαρακτηρίζεται η ενδοσκοπική της προσπάθεια να δημιουργήσει, παρά το μικρό όγκο ποιημάτων, έναν συγκροτημένο κόσμο συναισθημάτων και εννοιών. Κατορθώνει τέλος, με λόγο εξερευνητικό να αφήνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα μιας ανοιχτής ερμηνείας, να του περέχει δηλαδή την ευκαιρία να επανεφεύρει ή να επαναδιαπραγματευτεί το νόημα. Ωστόσο μερικές φορές η πυκνότητα των νοημάτων λειτουργεί σε βάρος της σαφήνειας, μη μπορώντας ο αναγνώστης να συνδέσει όλες τις έννοιες· και καθώς πρόκειται για μικρή συλλογή, κάποια θέματα μένουν ανολοκλήρωτα ή φαντάζουν πιο επιφανειακά απ’ όσο η δυναμική τους επιτρέπει.

Αναμφισβήτητα όμως, το Φέγγος καπνών της Ζωγραφιάς Οτζάκη είναι έργο που αξίζει την προσοχή όσων ενδιαφέρονται για τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Εισαγάγει τον αναγνώστη σε έναν ποιητικό κόσμο όπου οι εικόνες δεν περιγράφονται απλώς, αλλά καθρεφτίζονται μέσα από μνήμες, σκέψεις και συμβολισμούς. Είναι ένας κόσμος «φωτός και καπνού», όχι επειδή η ποιητική της Ζ. Οτζάκη αδυνατεί να δει καθαρά, αλλά γιατί επιλέγει να βλέπει μέσα από τα φίλτρα της εμπειρίας, της επαναδιαπραγμάτευσης και του υπαινιγμού. Αν ο αναγνώστης επιχειρήσει να σταθεί μόνο στις λέξεις και στις εικόνες, θα ανακαλύψει μια τεχνική που αιχμαλωτίζει τη ζωή και τον κόσμο και θα τον προτρέψει να προβληματιστεί για τις αμφιβολίες και τις επιθυμίες γύρω από πολλά νοήματα της ζωής. Γιατί το συγκεκριμένο ποιητικό έργο συνομιλεί ουσιαστικά με τη σύγχρονη εμπειρία της διάλυσης των βεβαιοτήτων, των σωμάτων, των αφηγήσεων. Η ποίηση της Ζ. Οτζάκη δεν επιδιώκει να διαφωτίσει αφού επιλέγει να σταθεί μέσα στο ημίφως, εκεί όπου το νόημα δεν χάνεται εντελώς, αλλά παραμένει ασταθές και ανοιχτό. Πρόκειται για μια διεργασία λογοτεχνικά αξιόλογη, πρωτότυπη, που δεν απευθύνεται σε όλους, αλλά ανταμείβει τον προσεκτικό και υπομονετικό αναγνώστη. Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης και ευκολίας, η συλλογή αυτή επιμένει στη δυσκολία, και γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία.

.

ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ
ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ

Λογοτεχνικό Δελτίο τεύχος 24 (2022).

«Στίχοι των ντελικάτων ποιητών: ρομαντισμός και συμβολισμός στην ποιητική συλλογή της Ζωγραφιάς Οτζάκη, πλακούντας, Εκδόσεις Γράφημα, Θεσσαλονίκη 2022».

Πρόκειται για τη δεύτερη ποιητική συλλογή της Ζωγραφιάς Οτζάκη, που περιλαμβάνει 29 ολιγόστιχα και ολιγόλογα ποιήματα. Η πρώτη της ποιητική δουλειά τυπώθηκε το 2017 από τις Εκδόσεις Ρώμη με τον τίτλο Λιμπρέτο ως μέρος μιας τριπλής έκδοσης που περιλάμβανε επίσης την ποιητική συλλογή Sotto voce της Αγγελικής Μαυρουδή και τη δική μου συλλογή Μάγαδις. Ο γενικός τίτλος εκείνου του τόμου ήταν Φούγκα. Κρατώντας στα χέρια μου το δεύτερο αυτό, νεότερο πόνημα της Ζωγραφιάς Οτζάκη μπορώ να διαπιστώσω μία σημαντικότατη βελτίωση στην ποιότητα της ποίησης και μία σχεδόν απέριττη ωριμότητα, μολονότι τα βασικά υφολογικά εργαλεία παρέμειναν λίγο-πολύ τα ίδια. Με άλλα λόγια είναι φανερό ότι η ποιήτρια κατόρθωσε στην πενταετία που μεσολάβησε να μείνει πίστη στον εαυτό της και ταυτόχρονα να τον υπερβεί δημιουργικά.

Προσπαθώντας να εντοπίσει κανείς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ποιητικής ταυτότητας της Ζωγραφιάς Οτζάκη, θα μπορούσε να πει ότι ο κύριος πνευματικός της πρόγονος μπορεί να εντοπιστεί στη νεορομαντική-νεοσυμβολιστική ποίηση του Μεσοπολέμου. Με άλλα λόγια υπάρχει μία έκδηλη ατμόσφαιρα ρομαντισμού που δομείται με τη βοήθεια συγκεκριμένων συμβόλων. Τα τριαντάφυλλα, ο άνεμος, τα κλαδιά των δέντρων, η βροχή, οι σταλαγματιές της, τα πουλιά, τα σύννεφα, η σημαίνουσα σιωπή, τα νυχτολούλουδα, ο έρωτας, το όνειρο, τα αστέρια, η νύχτα, οι σκιές οι νεκροί, η χλωμή χιμαιρική κόρη και πολλά άλλα παρόμοια δημιουργούν μία συγκεκριμένη μελαγχολική ατμόσφαιρα διαπερνώντας όλη τη συλλογή.
Από τα σύμβολα ιδιαίτερο βάρος φαίνεται να έχει η πεταλούδα, στην οποία μάλιστα αφιερώνεται και ένα ολόκληρο ομότιτλο ποίημα. Η πεταλούδα καταλήγει να γίνει το κατεξοχήν σύμβολο του ποιητή:

Μα ο ποιητής μια πεταλούδα
ολόκληρη

με τα φτερά
και το κενό ανάμεσα.

Η εικόνα του ποιητή ως πεταλούδα οδηγεί κατευθείαν στο δεύτερο βασικό χαρακτηριστικό της ποίησης στη συλλογή, το θέμα της ευαισθησίας, της ευθραυστότητας. Οι προηγούμενοι στίχοι εκφράζουν μία αντίληψη όχι μόνο για την ντελικάτη αισθαντικότητα του ποιητή, αλλά και για τη μεταφορική αβαρία και την ευθραυστότητα της ίδιας της ποίησης και της ποιητικής διαδικασίας. Μία πεταλούδα, ακόμη και ολόκληρη, εξακολουθεί να είναι κάτι το ανάλαφρο, το ασήμαντο, το ευαίσθητο. Δεν ζυγίζει απολύτως τίποτα. Είναι ένα κενό με φτερά ή ένα ζευγάρι φτερά με το κενό ανάμεσά τους. Μπορεί να υπάρξει, αλλά μπορεί και να μην υπάρξει. Και αυτό δεν θα έχει καμία απολύτως σημασία εντέλει για τον κόσμο, ο οποίος θα συνεχίσει την πορεία του ούτως ή άλλως. Αυτή η ευθραυστότητα της ποίησης και του ποιητή διαφαίνεται και σε άλλα χωρία. Για παράδειγμα οι ποιητές κρέμονται από τα
γυμνά κλαδιά στον άνεμο
και στάζουν λάθη από τριαντάφυλλα (Για τους ελάσσονες),
Ο ποιητής είναι μία πικραμένη παραλήγουσα,
ένα γιατί με την πληγή στα δάχτυλα,
ένα κενό σε κύκλο ανοιχτό (Ούτε μια λέξη),
Ο ποιητής ορθώνεται ραμφίζοντας την ήττα του (πλακούντας).
Η ίδια η ποίηση εμφανίζεται συχνά ημιτελής, ανολοκλήρωτη, λιποβαρής:
Για τη σιγή ενός ημιτελούς ποιήματος (αναμέτρηση),
Πώς να χωρέσει τ’ όνειρο σε στίχους ενδεχομένους (Πνοές),
Στεγνό το ποίημα
δισύλλαβο
εγώ κι εσύ
Εγώ κενό·
το εννοούμενο υποκείμενο (Το σώμα),
φύλλα φυγόκεντρα
οι φίλοι μου
εμμονικοί
μαρτυρικοί
για ένα ποίημα
ημιτελές και ακατάληπτο
διαχέονται (Γιατί απλώς είναι φθινόπωρο),
Μα δεν πωλείται το ποίημα το ημιτελές
Μέχρι νεωτέρας (Παλαιοπωλείον).

Το ποίημα, η ποίηση, ο ποιητής είναι εύθραυστοι, γιατί προφανώς τους συντρίβει το βάρος του κόσμου εκεί έξω. Για να ξεφύγουν τη συντριβή κατεβάζουν την ένταση της φωνής και τις προσδοκίες για ηρωικά κατορθώματα, ποιητικά και άλλα. Πρόκειται για ποίηση της χαμηλής φωνής, των ελασσόνων τόνων και ελασσόνων ποιητών, όπως μαρτυρεί και ο τίτλος του ποιήματος Για τους ελάσσονες (πρώτο-πρώτο στη συλλογή) καθώς και οι στίχοι του:
Θα γράψω ένα ποίημα
για τους ελάσσονες
[…]
Θα γράψω ένα ποίημα για μας.
Κάποτε η φωνή χαμηλώνει μέχρι το ψιθυριστό τραγούδι των νεκρών και τα ποιήματα είναι αμφίβολο αν ζουν πραγματικά (Ερινύα):
Μαρτυρική και χειμαζόμενη
σα λυγερό ψιθύρισμα
σαλεύει η νύχτα βουρκωμένη
με το τραγούδι των νεκρών
και κινδυνεύει
η ασάλευτη ζωή των ποιημάτων.
Η ποίηση γράφεται σε αργή κίνηση, σαν ξεχασμένη μνήμη, σαν σκιά και καταλαμβάνει ντροπαλή τον ελάχιστο δυνατό χώρο, στο υποσέλιδο (Αναμέτρηση):
στη λειασμένη μνήμη μιας ραψωδίας κατανυκτικής
που πλέκεται αργά αργά
σαν τη σκιά μεσημεριού στα υποσέλιδα
δίχως ανάπαυλα.
(Αναγνώριση):
Στο βήμα της ανάμνησης
σημειωτόν
με τον ρυθμό τεθλιμμένων αστεριών.
Η ποίηση γράφεται τη νύχτα (Μεταμόρφωση):
κυρίως τη νύχτα που καμπυλώνουν οι σκιές
και τ’ αλληλούια.
Μοιάζει με προσευχή (Μεταμόρφωση):
Στο κυκλωμένο δώμα μου
δραττόμενη των προσευχών
και των ενδότερων.
Μοιάζει με μια κατάβαση στον εαυτό ως κατάβαση στον Άδη που την ακολουθεί μια καταθλιπτική ανάδυση στην πραγματικότητα (Μεταμόρφωση):
για να αναδυθώ χρόνια μετά
με μια ουρά ως τα έγκατα.
Άλλοτε η ποίηση ή το ποίημα είναι παγωμένο στον ελάσσονα χαρακτήρα του (Ανταρκτική):
Ή θα σε πω Ανταρκτική
για να παγώνει η συλλαβή νεογέννητη,
σχεδόν ανεξερεύνητη
Στα μάτια σου ανεστραμμένα σχήματα·
ελάσσονα
Το τέλος σου κενό
σαν πολική λευκότητα.
(Χιόνι:)
πυκνώνει νεογέννητο
σφυρίζοντας καντάτα ασυλλάβιστη
ώσπου παγώνει
μπαμπάκι στα δόντια των νεκρών
Η σιωπή είναι το έσχατο καταφύγιο, όπως και η συντομία του λόγου (Ούτε μια λέξη):
Ούτε μια λέξη
μονάχα την κατάληξη να πεις
Όλο το σώμα η σιωπή
και η τελεία, αρχή για την επόμενη
[…]
Γι’ αυτό ούτε μια λέξη
μονάχα την κατάληξη
Η ποίηση αυτή τελικά αδυνατεί να συλλάβει και το όνειρο και την πραγματικότητα (Πνοές):
θα γράψει ένα ποίημα στα μέτρα μας
εδώ και τώρα
Πώς να χωρέσει τ’ όνειρο σε στίχους ενδεχόμενους.
(Αφιέρωση:)
τι να σου πει το ποίημα που έγραψα
για χάρη σου

Η αίσθηση του ελάσσονος, της χαμηλής φωνής, του εύθραυστου υπηρετείται υφολογικά από την ολιγοστιχία, την ολιγολογία, την οπτική αίσθηση του κατακερματισμού σε βραχείς στίχους, την έλλειψη στίξης. Βασικό υφολογικό χαρακτηριστικό είναι η συχνή χρήση επιρρημάτων ή επιρρηματικών προσδιορισμών σε διάφορες μορφές, τα πολλά ουδέτερα (ουσιαστικά, επίθετα ή έναρθρες άκλιτες λέξεις ή φράσεις, όπως π.χ. Αμφιλύκη, το «μη» το υποδόριο / το κυκλικό μονόγραμμα […] το μαρμάρινο / siste, viator· Απομεινάρι, τα υπερκείμενα / τα ενδιάμεσα / και το πτερύγιο· Αναγνώριση, το σ’ αγαπώ που ξεγελά το εφήμερο· Ούτε μια λέξη, ένα γιατί με την πληγή στα δάχτυλα / ένα κενό), οι πολλές λέξεις με στερητικό (ανυπάκουα, άτιτλο, ανεξερεύνητη, ασάλευτη, ασυλλάβιστης κ.ά) που οδηγούν τον λόγο στην αφαίρεση. Η ποιήτρια, ωστόσο, αν και σαφώς προτιμά τη λιτότητα και τη βραχυλογία, δεν περιφρονεί τη χρήση των επιθέτων, όχι κοσμητικών, αλλά σημαινόντων, φερόντων φορτίο νοήματος, ενώ χρησιμοποιεί επιτυχημένα την παρομοίωση και μάλιστα ενίοτε σε σχήμα επαναληπτικό (Αναγνώριση):
σαν το κλαδί που έλιωνε αργά στα δάχτυλα πουλιών
σαν την αυγή στα χείλη της βροχής
σαν την ακτή στα μάτια πονεμένων ναυτικών.
Τα επίθετα και οι μεταφορές αρδεύουν το λιτό τοπίο και δεν το αφήνουν να ξεπέσει στο επίπεδο του αφηρημένου και της ξηρότητας. Συμβάλλουν επίσης στην εναργέστερη επίτευξη της έκφρασης των συναισθημάτων, με άλλα λόγια λειτουργούν ως ενισχυτές του διάχυτου λυρισμού. Τέλος το δεύτερο πρόσωπο που κάνει την εμφάνισή του σε μια πληθώρα ποιημάτων φαίνεται τις περισσότερες φορές (αλλά όχι όλες) να είναι μια ελάχιστα καλυμμένη αποστροφή προς το Εγώ.
Συνοψίζοντας: έχουμε εδώ να κάνουμε με μια ποίηση τυπική για την εποχή μας, τηλεγραφική, λιτοδίαιτη, λιπόσαρκη, που καταφέρνει όμως να συγκινήσει χάρη στη διαρκή πλεύση της στα δοκιμασμένα ύδατα του ρομαντισμού, του συμβολισμού και του λυρισμού, ύδατα που έχουν γενικά απαρνηθεί οι θεράποντες της ποίησης σήμερα.

Θεσσαλονίκη,  Θέρος του 2022

.

ΝΟΠΗ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

ΝΟΗΜΑ τ. 16, Οκτώβριος 2022

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Ζωγραφιάς Οτζάκη έχει τον τίτλο «Πλακούντας» και εκδόθηκε τον Απρίλιο του 2022 στη Θεσσαλονίκη από τις εκδόσεις Γράφημα. Περιλαμβάνει 29 ποιήματα γραμμένα με ελεύθερη ποιητική τεχνοτροπία που συνιστούν στο σύνολό τους μια αντίληψη ζωής της ποιήτριας για τα θέματα που την απασχολούν, χωρίς να εξαιρείται η τέχνη της ποίησης, στην οποία αφιερώνει μεγάλο μέρος των πονημάτων της. Ο ίδιος ο τίτλος της ποιητικής συλλογής εκπλήττει ευχάριστα τον αναγνώστη προκαλώντας του ερωτήματα για τη σημασία αλλά και τη λειτουργία του πλακούντα στην ανθρώπινη ζωή.

Τι είναι, λοιπόν, ο Πλακούντας;

Πλακούντας είναι το μέρος του ανθρώπινου σώματος που περιβάλλει το έμβρυο προστατεύοντάς το και παρέχοντάς του όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να γεννηθεί και να αναπτυχθεί. Ο Πλακούντας, δηλαδή, δημιουργεί όχι μόνο τη ζωή αλλά και τις εκδηλώσεις που την χαρακτηρίζουν, αφού οι τελευταίες προϋποθέτουν τη λειτουργία του ανθρώπου ως ελλόγου όντος, με σκέψη, κρίση και συναίσθημα, ικανό να ποιήσει αλλά και να κατανοήσει τις εκφάνσεις της ανθρώπινης ζωής.

Σμιλεύεται/ ως έμβρυο το σώμα/ τρυγώντας τον πλακούντα των αιώνων («Πλακούντας»)
Στην ποιητική συλλογή το ποιητικό υποκείμενο καταγράφει τις εμπειρίες της ζωής που έχει αποκομίσει ως έλλογο όν, τα συναισθήματα που βίωσε,

κι αναφωνεί/ γλώσσα πρωτόγονη/ σ’ α γ α π ώ («Πνοές»)

τις πολλαπλές ακυρώσεις των στόχων ή των ιδανικών,

Γυμνή θέλω την ήττα μου με την ηχώ της ασυλλάβιστης παράδοσης («Το σώμα»)

τις διαψεύσεις

Και πεταλούδες και ήττες ματωμένες παραμάσχαλα («Ήττες»)

αλλά και τις ανατάσεις της ζωής

Αν σε δω/ θα ζητήσω τ’ αζήτητα· το ελάχιστο ναι /κλαρωτό στην ουρά των πουλιών («Αν σε δω»)

βιωμένα στο σύνθετο υφάδι των συνυπάρξεων, ερωτικών και μη, αλλά και των προσωπικών αναπολήσεων.

Είναι έκδηλη η τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το σύνολο των θεμάτων, που περιλαμβάνονται στη συλλογή, ευαισθησία που εκπηγάζει από τη βαθειά κατανόηση των φαινομένων της ζωής. Αυτή η τρυφερή οπτική και στάση τελικά περιορίζει τον πεσιμισμό και δεν επιτρέπει στην απαισιοδοξία να κυριαρχήσει ως αντίληψη ζωής ακόμη και όταν αναφέρονται μεγάλες ματαιώσεις ή διαψεύσεις.

Με την αλήθεια σφικτά/ ως το μεδούλι/ ολόκληρο /θα σε ονειρευτώ («Μεδούλι»)

Η ελπίδα και η ανάταση υπάρχουν πάντα αν όχι ως απτή πραγματικότητα τουλάχιστον ως προσδοκία ή ως δυνατότητα.
Άφησέ με/ έστω για λίγο /στο πλάσμα των μηρών σου/ να πεταρίσω («Αποτύπωμα»)

Γι’ αυτό και η ποιήτρια συνεχίζει και βιώνει τα πράγματα που ίσως της προκαλούν πόνο αλλά δεν ακυρώνουν τη διάθεσή της να τα ζήσει μέσα από την κατανόηση, την αντίληψη των στοιχείων που τα συνιστούν και τελικά τη γνώση.

Ας ψιθυρίσουμε/ για τον λεκέ της τσιμεντένιας άνοιξης·
ανεξίτηλος καθώς απλώνεται/ στα σωθικά της κάθε γειτονιάς/ και για το ατσαλένιο πουλί/ ψυχή της πόλης/ που χάνεται/ στα μαδημένα σύννεφα.
Αντέχουμε.

Από την άλλη η καταγραφή τους δικαιολογεί την Αριστοτελική τοποθέτηση ότι «η ποίηση είναι η τέχνη της ηδονής», αυτό που εμείς σήμερα θα λέγαμε καλαισθητική συγκίνηση, αφού ο αναγνώστης αναγνωρίζει τα βιώματα και συγκινούμενος παρακινείται είτε να αντιληφθεί το αίσθημα που καταθέτει η ποιήτρια είτε να προβληματιστεί για όσα, αισθήματα αλλά και λογικά συμπεράσματα, ο ίδιος αποκόμισε ως προσωπικότητα από τις εμπειρίες ζωής που κατατίθενται στα ποιήματα.

ΠΩΛΕΙΤΑΙ
το γυάλινο υπόγειο/ ολόκληρο/ και το μεταλλικό της μνήμης/ το κίτρινο χαρτί /ψυχή του ξύλου/ και το ταξίδι των πουλιών στα υποσέλιδα («Παλαιοπωλείον»)
μη νοιάζεσαι για το μαζί/ ο δρόμος έγινε μοναχικός περίπατος («Επιστροφή»)

Μάλιστα η προσπάθεια αυτή της «καλαισθητικής συγκίνησης» με στόχο την αυτογνωσία αλλά και την ετερογνωσία επιτείνεται από τη συχνή χρήση συνυποδηλώσεων, που αφενός αποφορτίζουν το κλίμα των έντονων, κάποιες φορές, εκμυστηρεύσεων, αφετέρου επιτρέπουν στον αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του ερμηνεία για τα θέματα, που τίθενται, χωρίς να ακυρώνεται ο προσωπικός χαρακτήρας των εξομολογήσεων.

Το πρώτο ποίημα μυρίζει γειτονιά/ και λασπωμένα γόνατα/ σηκώνει τη βρεμένη γη και τη μουριά/ απ’ το σκοινί της κούνιας του («Επίλογος»)

Φοβάμαι τη φλοκάτη με τις πεταλούδες/ μη μαρτυρήσει τ’ αναφιλητά/ που κρύβουν οι μουσκεμένες ίνες της («Σπίτι»)

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν οι εικόνες (οπτικές και ακουστικές) και τα χρώματα, που φωτίζουν πτυχές των ποιημάτων, ενέχοντας όλον τον συμβολισμό, που η ποιητική παράδοση επιβάλλει, δημιουργώντας ύφος ιδιαίτερα γλαφυρό και καλώντας τον αναγνώστη σε δημιουργικό αναστοχασμό της ζωής και των εκφάνσεών της με στόχο την ενσυναίσθηση και την αυτοβελτίωση.

φύλλα φυγόκεντρα/ οι φίλοι μου/ εμμονικοί/ μαρτυρικοί/ για ένα ποίημα/ ημιτελές και ακατάληπτο/ διαχέονται/ γιατί απλώς είναι Φθινόπωρο/ και ακούνε τη βροχή («Γιατί απλώς είναι φθινόπωρο»).

Και πεταλούδες/ και ήττες ματωμένες παραμάσχαλα /και μάτια νεογέννητα στα σύννεφα/ όλα μου τα ‘δωσες/ Κατάσαρκα το τέλος αλησμόνητο («Ήττες»)

Το παιχνίδι ανάμεσα στο ‘εγώ’ και στο ανώνυμο ‘εσύ’ είναι έντονο και ιδιαίτερα συγκινητικό δημιουργώντας κλίμα οικειότητας με τον αναγνώστη, καθώς αναφέρεται σε κοινές εμπειρίες του μέσου ανθρώπου, οι οποίες αφηγηματικά δίνονται με εικόνες, προτροπές και ήπιες προστακτικές, ενώ παράλληλα, από την άποψη της στόχευσης, συμπυκνώνουν την προσπάθεια της ποιήτριας να μεταδώσει τη συγκίνηση που της προκαλεί η ίδια η ζωή και οι εκδηλώσεις της αναφερόμενη σχεδόν αποκλειστικά στο παρόν, σ’ ένα ιδιαίτερα δραματικό παρόν.

Γυμνό θέλω τον στίχο μου (…)
Στεγνό το ποίημα/ δισύλλαβο/ εγώ κι εσύ/ Εγώ κενό·/ το εννοούμενο υποκείμενο/ Εσύ καταραμένο σύμφωνο·
Έτσι κι αλλιώς το σώμα φλέγεται ασχημάτιστο («Το σώμα»)

Σ’ αυτήν την κατεύθυνση κινούνται και τα πολλά ποιήματα ποιητικής που καταθέτει η ποιήτρια και αναδεικνύουν αφενός τον προσωπικό της τρόπο έκφρασης αφετέρου πιστοποιούν το επίσης Αριστοτελικό ότι η τέχνη της ποίησης, το ποιειν, πηγάζει από τη σοφία και στοχεύει στην εξυπηρέτηση αισθητικών, ηθικών αλλά και γνωστικών στόχων.

Πάρε το ποίημα/ ∆ώσε μου το χέρι σου («Πλακούντας»)

Ετσι μπορεί να ερμηνευτεί η προσπάθεια του ποιητικού υποκειμένου να αποκαλύψει πτυχές της τέχνης που υπηρετεί αλλά και του ρόλου, που τα δημιουργήματά της μπορούν να επιτελέσουν.

Μα ο ποιητής μια πεταλούδα/ ολόκληρη/ με τα φτερά/ και το κενό ανάμεσα. («Πεταλούδα»)

Μάλιστα σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι υπαινιγμοί και οι πολυσημίες περιορίζονται ενώ το περιεχόμενο προβάλλει διαυγές και ξεκάθαρο, ώστε να εξυπηρετηθεί καλύτερα ο ποιητικός στόχος: η εξύμνηση της τέχνης της ποιήσεως και των αποτελεσμάτων της στην αντίληψη των ανθρώπων.

Ούτε μια λέξη/ μονάχα την κατάληξη να πεις/ Όλο το σώμα η σιωπή/ και η τελεία, αρχή για την επόμενη/ Και ο ποιητής μια πικραμένη παραλήγουσα/ ένα γιατί με την πληγή στα δάχτυλα/ ένα κενό σε κύκλο ανοιχτό («Ούτε μια λέξη»)

Θα σε αφήσω άτιτλο/ για να χωράς όλα τα ενδεχόμενα/ τα υπονοούμενα ολόκληρα/ Ή θα σε πω Ανταρκτική/ για να παγώνει η συλλαβή νεογέννητη/ σχεδόν ανεξερεύνητη («Ανταρκτική»)

Σ’ αυτό το πλαίσιο οι εμπειρίες που καταγράφονται, (κοινωνικές, γονεικές, ακόμη και ερωτικές) δεν δίνονται τόσο με τα προσωπικά στοιχεία των μετεχόντων σ’ αυτές αλλά από την άποψη των κοινωνικών ρόλων που υπηρετούν τα μη ονομαζόμενα άτομα.
Και συ, πατέρα,/ μην τρίζεις τα κλαδιά μεσάνυχτα /μεγάλωσα/ μη νοιάζεσαι για το μαζί/ ο δρόμος έγινε μοναχικός περίπατος/ και συ γεράνι πορφυρό αναρριχώμενο («Επιστροφή»)

Άδραξε επιτέλους /το «μη» το υποδόριο/ το κυκλικό μονόγραμμα της τέλειας διαίρεσης (…)
Κι ας ξεκουφαίνει το μαρμάρινο/ siste, viator*/
Υ. Γ. στάσου, διαβάτη; (επιγραφή σε ρωμαϊκούς τάφους) («Αμφιλύκη»)

Ετσι τονίζεται η κοινότητα των ανθρωπίνων πράξεων και συναισθημάτων και δικαιολογείται ο «Πλακούντας», που τελικά με τη ‘μυρωδιά’ του, τα απρόοπτα συναπαντήματα, τη γοητεία των εμπειριών αλλά και των απογοητεύσεων, τις προσπάθειες κάποτε ατελέσφορες αλλά καθόλου άσκοπες, τη δύναμη του έρωτα και τη δυναμική του έντονου και γνήσιου προβληματισμού, μας συμπεριλαμβάνει και μας αφορά όλους είτε ως δρώντα άτομα είτε ως αναγνώστες.

.

ΣΠΥΡΟΣ ΒΟΥΤΣΙΝΑΣ

ΝΟΗΜΑ τ. 16, Οκτώβριος 2022

Είναι γνωστό ότι η ανάγνωση κάθε καινούριου κειμένου γίνεται με την αυστηρή διάθεση της κριτικής. Διάβασα τα ποιήματα της συλλογής απρόσκοπτα χωρίς να εντοπίσω κάποιο αντιποιητικό στοιχείο. Αντίθετα , η γνωριμία μου με την γραφή της Ζωγραφιάς Οτζάκη ήταν μια ευχάριστη εμπειρία και ακόμη περισσότερο μια απόλαυση.
Σπάνια εφάπτονται οι φιλολογικές σπουδές με την βαθύτερη ιδιότητα της ποιητικής δημιουργίας , διότι η σπουδή της γλώσσας δεν γεννά ποίηση αν δεν υπάρχει το ταλέντο, η έμφυτη ροπή , το θεϊκό ποιητικό χάρισμα. Η ποιήτρια είναι πτυχιούχος της φιλοσοφικής σχολής του Α.Π.Θ. με μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα <<Σπουδές στην Εκπαίδευση>>. Στα γράμματα εμφανίστηκε το 2017 με την ποιητική συλλογή Λιμπρέτο στο συλλογικό έργο ΦΟΥΓΚΑ. Ο ΠΛΑΚΟΥΝΤΑΣ είναι η πρώτη προσωπική της έκδοση.
Ο τίτλος <<πλακούντας>> επισημαίνει μια κυοφορία ως προσδοκία και συνακόλουθα μια αισιοδοξία. Η ανάγνωση όμως, χωρίς να αναιρεί τα προηγούμενα, αποκαλύπτει την προσωπική κυοφορία του ποιητικού εμβρύου, όπως η ίδια η ποιήτρια αντιλαμβάνεται την παρουσία της στο ποιητικό γίγνεσθαι. Ο τρόπος αυτός με τον οποίο συστήνεται στο κοινό είναι επόμενο της σεμνότητας που διακρίνει μια ατόφια ποιητική προσωπικότητα. Αυτό το θέμα της σχέσης της Ζωγραφιάς με την ποίηση απλώνεται στην ποιητική συλλογή σχεδόν σε όλα τα ποιήματα όπου αναφέρεται σε ένα σχήμα με την λέξη <<ποίημα>>. Το εναρκτήριο ποίημα με τίτλο Για τους ελάσσονες κλίνει με τον στίχο –στροφή:
Θα γράψω ένα ποίημα για μας.
Στο ποίημα με τίτλο Αναμέτρηση γράφει σε έναν στίχο […το θειάφι της πηγής στη λατρεμένη παραλήγουσα…] . Με τον στίχο αυτό αποκαλύπτει την αντίληψη της για την λειτουργία της παραλήγουσας στον ποιητικό ρυθμό. Η έμφαση της παραλήγουσας στην παροξύτονη λέξη είναι η συλλαβή ισορροπίας ανάμεσα στην οξύτονη και την προπαροξύτονη λέξη εντός ρυθμού.
Στο ποίημα με τίτλο Αναμέτρηση σάς αποκαλύπτω την αριστουργηματική διαχείριση αυτής της ισορροπίας. […στη λειασμένη μνήμη μιας ραψωδίας κατανυκτικής που πλέκεται αργά αργά σαν τη σκιά μεσημεριού στα υποσέλιδα δίχως ανάπαυλα…] Χρειάζεται τέχνη το κλείσιμο με προπαροξύτονη λέξη. Εδώ υπάρχει καθαρή και ξάστερη.
Παραθέτω το ποίημα Ανταρκτική ολόκληρο που φαίνονται όλα τα παραπάνω μαζί.
Ανταρκτική
Θα σε αφήσω άτιτλο (τόνος προπαραλήγουσα)
Για να χωράς όλα τα ενδεχόμενα
Τα υπονοούμενα ολόκληρα
Ή θα σε πω Ανταρκτική
για να παγώνει η συλλαβή νεογέννητη,
σχεδόν ανεξερεύνητη
Στα μάτια σου ανεστραμμένα σχήματα
Ελάσσονα
Το τέλος σου κενό
Σαν πολική λευκότητα
Είσαι έτοιμο.

Εκτός από δυο στίχους όλοι κλείνουν με προπαροξύτονη λέξη. Το θέμα είναι πάλι το ποίημα και η περιπέτεια της συγγραφής του.
Η γλώσσα είναι διαυγής και κρυστάλλινη με άριστες τις αναλογίες θερμοκρασίας – υγρασίας- έντασης τόνου. Μια ευκρασία θαλάσσιας αύρας.
Σε αρκετά ποιήματα μάς δίνει το αισθητικό ίχνος της επίδρασης από τους ποιητές που εμπνεύστηκε ή ταυτόχρονα το νοηματικό ιδεολογικό ρεύμα που την όρισε.
Οι ποιητές αυτοί είναι οι εξής: Ανδρέας Εμπειρίκος, Μενέλαος Λουντέμης, Έμιλι Ντίκινσον, Πωλ Ελιάρ, Κική Δημουλά, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιώργος Σεφέρης, Φρεντερίκο Λόρκα.
Γόνιμη επίδραση από αυτούς αλλά όχι αντιγραφή τους. Μάλιστα θα έλεγα ότι υιοθετεί την γλωσσική κατηγορηματικότητα του Ελύτη πετώντας παντελώς τα αόριστα άρθρα ,ένας, μια, εφοδιάζοντας τα αντικείμενα άψυχα και έμβια με προσωπικότητα. Αυτήν την απουσία των αορίστων άρθρων-αντωνυμιών το εκλαμβάνω ως συνειδητή επιλογή αισθητική και γλωσσική, καθώς η αφομοίωση αυτών από την ελληνική γλώσσα είναι ξενόφερτες εκφραστικές διευκολύνσεις.
Συστήνω ανεπιφύλακτα τη Ζωγραφιά Οτζάκη σε όσους αγαπούν την αληθινή ποίηση.

Θέρος 2022

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.