ΑΝΔΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Η Ανδρονίκη Δημητριάδου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και έκτοτε εργάζεται ως καθηγήτρια και μεταφράστρια. Παρακολούθησε μαθήματα
κλασικής μουσικής και πιάνου και εργάστηκε σε πολιτιστικά προγράμματα και αγωγής υγείας. Έλαβε το Βραβείο Λογοτεχνικής Δημιουργικότητας Naji Naaman 2016 για την ποιητική συλλογή της Πέτρα και Ευαγγέλιο, που μεταφράστηκε στα γαλλικά από την ίδια, καθώς ήταν μεταξύ των 50 νικητών των 2112 συμμετοχών από 63 χώρες. Μεταφράσεις, βιβλιοκριτικές και
ποιήματά της δημοσιεύονται εδώ και χρόνια σε διάφορα λογοτεχνικά, έντυπα και ηλεκτρονικά, περιοδικά (Βακχικόν, Ποιείν, Θράκά, Οροπέδιο, Θευθ, Ποιητικός Πυρήνας κ.ά.).

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

2015 Πέτρα και Ευαγγέλιο, εκδόσεις Βακχικόν
2018 Λόγου Αντίθεση, εκδόσεις Βακχικόν
2021 Θραύσματα εν χορώ Βακχικόν

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ

2015 Denis Emorine, Καταιγίδα— Θύελλας λόγια (ποιήματα), εκδόσεις
Βακχικόν
2016 Denis Emorine, Στην αιωνιότητα (ποιήματα), Βακχικόν
2016 Michel Deguy, Σκηνή στον καθρέφτη (ανθολογία ποιημάτων) Βακχικόν
2017 Denis Emorine, Θλιμμένα Βαλς (διηγήματα), εκδόσεις Βακχικόν
2019 Ανθολογία νέων Γάλλων ποιητών, Βακχικόν
2020 Ανθολογία νέων Βέλγων ποιητών γαλλικής έκφρασης, Βακχικόν

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΣΤΑ ΓΑΛΛΙΚΑ.

2019 Γιώργος Μετήλλιας, Approches en meandre, e-book, Books amazon.com
2020 Γιώργος Μετήλλιας, Graphemes de malveHlance, e-book, Books amazon.com
2021 Κωνσταντίνος Μούσσας, «Όνειρο» (διήγημα), Μεσοτοιχίες, εκδόσεις
Κέδρος

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΚΉ ΕΚΔΟΣΗ
2018 Denis Emorine, Prelude a un nouvel exil (ποιήματα), Editions Unicite

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΕ ΑΝΘΟΛΟΓΙΕΣ

2016 Τα ποιήματα του 2015, Κοινωνία των δέκατων
2017 World Poetry Yearbook 2017 (αγγλικά)
2017 International Multilingual Poetry Anthology Amaravati Poetic Prism
2018 International Multilingual Poetry Anthology Amaravati Poetic Prism

.

.

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΕΝ ΧΟΡΩ (2021)

PRELUDE

Και πριν του φεγγαριού την ακόρεστη πείνα
Στις φτερούγες μαζέψεις αρχέγονο μάννα
Του συρφετού τον οδυρμό μη χρεωθείς
Και στο κατάρτι να δεθείς της ξελογιάστρας
Να την πλανέψεις και να πλανηθείς
Πέρα στου ορίζοντα της ποίησης την αύρα

LENTISSIMO

Απο-δημώντας το άπειρο
φεγγίζουν οι αξίες
στο πάθος φτερά
στου κόσμου
το αντίκρισμα
σφαίρα περνά ακροκέλευθη
μισεδώ
μισεί πέρα
ξενιστής κακών και θραυσμάτων
τρόχισε όνειρα
στις σκέπες της στέπας
αδειάζει φωνές
κάτω απ’ του ήλιου
το μακρύ αντιφέγγισμα
δόξα δοξάρι
δομεί και δονεί
ίσκιους και αγγέλους
λοιμός στον λιμό
πέτρα στην άβυσσο
σαϊτιά στο φεγγάρι
κελεύσατε

LARGHETTO

Αλλάζεις τον έρωτα
πιο βαθύ κι απ’ του νου το γαλάζιο,
αυτόν που διατρέχει την έρημο ανάποδα
με το κεφάλι στη γη και το σώμα στ’ αστέρια,
οκτάγωνη λαίλαπα σαρώνει το στόμα,
αστερισμός της Παρθένου και κριάρι του Δία
δες πώς κρατιέται ο σίφουνας σαν κάνει σκοπιά.

Περπάτα αγέρωχα σε τροχιά λαιμητόμου
να φέγγουν τα κρίματα, να λάμνουν οι στράτες
κι εσύ δισκοβόλος της λήθης αμέτοχος
στοχάσου εξαπτέρυγα στης γης την τριχιά.

ANDANTINO

Ξυλουργός ραβδίζει
την άνοδο του σταθμού
Μεγαλόθρονοι γερανοί
σπαθίζουν την άκρη του ήλιου
Αυξημένη ατραπός στο γέρμα της γης
Άτρακτος η ζωή
Κιβωτός το κιβούρι
Στη διαπασών οι ουρανοί
Ο Λόγος στο κύμα
Στο αμπέλι η αυγή
Κάθετη σκέψη
Μεσίστια πεδιάδα
το Εγώ
το Εσύ
το Επέκεινα
Ανάμεσά μας πλανήτες ηχούν
κατάστερνα κολυμπά
η Νεφέλη

ΦΟΥΓΚΑ

Η νύχτα αλυχτά
Δεμένη σε υπόγειο

Τα νύχια
Στον υπόνομο
Γραπώνουν
Ήχους και βήματα

Η νύχτα διψά

Ολόγιομο φεγγάρι
Στο φεγγίτη σκυμμένο
Χύνει μετάξι
Από κρύσταλλο

Λωρίδες σεντόνι
Σκίζει το φως

Η νύχτα αποδρά

A TEMPO

Στις επάλξεις
η νύχτα συλλέγει
καταιγίδες και φύκια
ακατέργαστο είδωλο
μακρινής ηλιαχτίδας
διαθλάται και τέμνει
ναούς και τεμένη
ντυμένη με πέπλα
δράκους διάττοντες
που δράττουν τομές
τροχαλίες και θραύσματα
αγγέλλων κι ερώτων

SMORTZANDO

Μελισσοθάνατοι φυσιοδίφες
αιωρούνται στη λησμονιά

Βράχοι σημαδεύουν τον τοίχο
σταυροί τηλεγραφόξυλα
τον κήπο της Έδέμ περιορίζουν

Σε κώμα ο θάνατος,
η γέννα σε κώμα

και στο ενδιάμεσο

η ζωή κομμάτια
στα βράγχια

REQUIEM

Κατάρας περιδίνηση
μνήμη αλάνθαστη
κραδαίνει τον ήλιο
πάνω απ’ τη θάλασσα
μονότροποι λίχνοι
γκρεμίζουν τα τείχη
σε αγέρωχους τύμβους
υπερίπτανται γύπες
κεντούν τον ορίζοντα
μαντήλες αιώνες
σάρκες τυλίγουν κι οστά.

.

ΛΟΓΟΥ ΑΝΤΙΘΕΣΗ (2018)

Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΝΤΟΣ ΜΟΥ

Μια κούπα αχνιστό φιλί
για να θυμάσαι,
μια κουταλιά γλυκάνισο
για να ξεχνάς
κι ένα τραγούδι μακρινό
για να πορεύεσαι.
Κάποιο χαμόγελο
που κρέμεται απ’ το κάδρο
και το γεράνι
που χλομιάζει στο περβάζι.
Το βλέμμα σου
χαϊδεύει μιαν υπόσχεση
και στο συρτάρι
νανουρίζεις πεθυμιά.
Σ’ αγάπη σκάλωσε
το στρίφωμα του χρόνου
κι έγινε ξέφτι
και κορδέλα στα μαλλιά.

ΣΥΜΠΟΣΙΟ

Άνοιξα την πόρτα
σε μια ολοστρόγγυλη γη,
που έσερνε πίσω της
σκάφη γεμάτα ποντίκια.
Πέρασε να μου πει
πως απόψε θα βρέξει
νιφάδες από μάννα τυριού,
να βγω ευθύς να μαζέψω
και να σκορπίσω πάνω απ’ το αίμα
που κοχλάζει στην πόλη,
να το σερβίρω με δάφνες ηρώων
κι ένα ποτήρι κρασί απ’ το καλό,
εκείνο που φυλάμε στα χείλη
για μικρές βουτηγμένες μπουκιές
προδοσίας.

ΜΥΟΣΩΤΙΣ

Καλότυχοι όσοι
νεκροί πορεύονται
με τη δροσιά της λησμονιάς
να στεφανώνει το μέτωπο.

Αυτοί που θυμούνται,
σκαλίζουν
με τα νύχια λαγούμια
σε πέτρες και σκλήθρα

ν’ ανταμώσουν το είδωλο
του αιώνιου ίσκιου.

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΡΧΑΡΙΟΥΣ

Ανοξείδωτα όνειρα
συντηρούν ελπίδες
που τσιγαρίζονται
στο λάδι της υπομονής,
βράζουν στο ζουμί τους,
αλατίζονται σε δάκρυα
και σερβίρονται
σε πιάτα ανέχειας.
Καταναλώνονται
σε βάθος χρόνου
κι αφήνουν γεύση
πανάκριβης μούχλας
στους κάλυκες της ζωής
που εντρυφούν στη μοναξιά.

ΧΡΗΣΜΟΣ

Απόψε,
μαγειρεύεις θάλασσα
με άρωμα πολέμου,
σκορπάς
αλάτι στις πληγές
και στους ανέμους φύκια.
Σκυφτός
γυρεύεις τα σημάδια
από αιώνες πέτρινους
στην αμμουδιά της λησμονιάς
και στον καπνό της θράκας.
Θυμίαμα χλωμό κερνάς
και φέρνεις κύλικα χρυσό
στο χείλος της αβύσσου.

Α ΩΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Όσα δεν είπες, οι αλήθειες σου,
όσα δεν έζησες, το ψέμα σου
κι οι ανεκπλήρωτες αγάπες σου
έπλασαν δάκρυ από πηλό.

ΕΙΣ ΜΝΗΜΗΝ…

Μέρες τώρα,
κοχλάζουν τα δάκρυα υπόκωφα.
Πλειάδες βελόνες φλογίζουν,
τη θλίψη κεντούν.
Ράγισε της πέτρας ο θρήνος
παπαρούνες στο διάβα σου.
Κι εσύ, μικρή μου, άθελά σου,
της μνήμης τα σωθικά ξεριζώνεις.

ΝΗΜΕΡΤΗΣ

Κλείνεις τα βλέφαρα κι οι ίσκιοι τρομάζουν.
Μικροί, κατακόκκινοι ίσκιοι, γεμάτοι αίμα και φως.
Ζηλεύω τις βλεφαρίδες που τα μάγουλα αγγίζουν.

Έχεις την όψη της θάλασσας που κοιμάται.
Το στήθος φουσκώνει κύματα σιωπηλά.
Κατάρτι το σώμα, τα χέρια κουπιά κι εγώ ταξιδεύω μαζί σου.

Βυθίζεσαι με απόγνωση στον χείμαρρο των μαλλιών μου.
Η ανάσα σου φλόγα που καίει τα σωθικά.
Ήρθες κι ο έρωτας μύρισε άνοιξη, αλισμαρί και μέλι.

0 άνεμος σκόρπισε πασχαλιές και μικρούς ξεδιάντροπους θεούς.
Το φιλί σου πρόδωσε αυτό που φυλάκιζες μέσα σου αιώνες.
Κι εγώ για σένα περπάτησα πάνω στη θάλασσα.

ΕΡΩΣ ΘΑΝΑΤΟΣ
(AMOUR A MOURIR)

Έ-ρωτας
κι απάντηση δεν παίρνεις
ως την ανυπαρξία,
της λησμονιάς καρτέρι.
Τις μέρες που έφεγγες Αγάπη
σε μιαν εφήμερη αιωνιότητα,
οι σιωπές γεννούσαν έρωτα
κι οι έρωτες βροχή,
εξαγνισμένη μέθεξη,
ουράνιας μέθης θρυαλλίδα,
λυχνάρι που όριζε Ζωή
κι απελπισμένο Θάνατο.

ΜΝΗΜΕΣ

Πλακόστρωτα, έρημα σοκάκια,
βήματα που αντηχούν
στη σιγαλιά της νύχτας.
Διάφανες κουβέντες
κι ένα τραγούδι αχνό
υψώνεται στα αστέρια.

Πάλι ξενύχτησε ο γκιώνης,
κι οι γρίλιες φωτισμένες απαλά.
Καγκελόπορτες, αυλές
περβάζια ανθισμένα.
Ξεχύνεται από κάπου
μια ευωδιά από φούλι.

Κάθε φορά που μας έπιανε νοσταλγία,
μας έστελνε ο Θεός μια γεύση από Παράδεισο.

ΝΟΣΤΟΣ

Εκεί,
στο ξάφνιασμα του χρόνου
σ’ ερωτεύτηκα

Στην πλάτη
ενός ξέφρενου κριαριού
ήρθα να σ’ ανταμώσω,
στον παφλασμό της θάλασσας
να λυτρωθώ
ξέπνοη, ξυπόλυτη, αφημένη

Με τα μαλλιά λυτά
χορό φωτιάς να ταλαντώσω,
να προσκυνήσω τ’ άστρα
και ν’ αναστηθώ.

Κι ύστερα,
κούτσουρο ασπρισμένο,
της θάλασσας καράβι,
να σ’ αγκαλιάσω,
σε πέλαγο μαβί
για να ριχτώ

Μα, ένα κομμάτι θράκα
μην ξεχάσω να φυλάξω,
για να μπορέσω
να ’βρω γυρισμό

Η ΡΩΓΜΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

Ξοδέψαμε τη ζωή μας
σε αίθουσες αναμονής
και τελωνεία
να παζαρεύουμε
με ένα φλουρί μαλαματένιο
ανάμεσα στα δόντια,
εξαργυρώνοντας τελώνια
στον πάγκο του αργυραμοιβού,
να υφαίνουμε σκοτάδια
σε φως κεχριμπαρένιο
κρατώντας το λυχνάρι των ευχών.

Μα δίπλα στο κιβούρι μας
έπαιζε μια ρομβία
σε ήχο πλάγιο δεύτερο
του κάτω κόσμου την ηχώ.

ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ
(LES SAINTS MAU[MOTS]DITS)

Τις νύχτες ξαγρυπνούν οι βραστές,
αλήτες, ποιητές και τρωγλοδύτες,
ελεύθεροι δεσμώτες της αλήθειας,
ανεμοδούρα του βουνού
μιας ειμαρμένης,
εκόντες άκοντες φρουροί
αλώνουν τις ψυχές τους
σε άφθαρτες εικόνες
και λέξεις διψασμένες
πάνω από της ζωής το άδροσο πηγάδι.
Φαντάσματα του νου,
τρυπώνουν στο ξωκλήσι του καιρού
σαν τους προφήτες,
ξορκίζουν τους ανέμους
και καντηλέρια πλάθουν,
τάματα της βροχής,
στασίδι αναζητώντας
στον θρόνο του Ουρανού.

ΟΙ 5 ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Ξαπόσταμα της ψυχής στην πηγή της ουσίας.

Το φλύαρο βλέμμα μιας σιωπής,
η γεύση που αφήνει ένα κενό,
το άυλο σύννεφο της σιγαλιάς,
της μοναξιάς η πνιγερή οσμή,
ο ήχος φιδιού γύρω απ’ του χρόνου το αυγό.

Ενός λεπτού κραυγή για όλες τις σιωπές που επιβλήθηκαν.

ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ

Κεντώ διάττοντες αστέρες
σε γαλαξίες των μικρών θυμών,
σε κύκλους αρκτικούς
σκορπίζω ανεμώνες.

Περιελίσσομαι,
οφιούχος ράβδος της μήνης,
σε ετοιμοθάνατους πλανήτες
και δισκοβόλους εραστές.

Αναζητώ αναίτιες συμφορές
σε βυθισμένες κιβωτούς
και πέτρινες διαθήκες
θνητών τε και αθανάτων.

Καταποντίζω πολιτείες στεναγμών,
πλάθω από αλάτι και πηλό
της γης το μυστικό βασάλτη
και προχωρώ.

Αν δεν γυρίσω,
θα χαθώ.

.

ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ (2015)

ΑΝΤΙ ΠΡΟΛΟΓΟΥ

Για τη μικρή μου Άνοιξη
που δεν πρόλαβε
να γίνει Καλοκαίρι

ΛΗΚΥΘΟΣ

Χτυπάς και φεύγεις
ξαναγυρνάς
θρύψαλα το δοξάρι
θανάτου κοντάρι
σε ύπνο βαθύ
ξεγλιστράς
ανάσα του πάγου
τη μάσκα πετάς
και κλείνεις το μάτι
σε όψη Γοργόνεια
που θλιμμένα καγχάζει
πανοπλία δερμάτινη

Πενθεσίλεια σε είπανε
Περσεφόνη
μια στον Άδη
μια στην αγκαλιά μου

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Στο Βόσπορο νανούριζα
κιβούρι σκαλισμένο
και στο περβάζι ως αργά
τα σάβανα κεντούσα.

Με το λυχνάρι της σιωπής
στον αργαλειό του πόνου
ύφαινα τα χρυσάφια σου
τα όνειρα τα ξέφτια.

Και με πορφύρα στόλιζα
τα βλέφαρα του Άδη,
με το γλυκό το κουταλιού
τον τράταρα φαρμάκι
να μη σε δει, να μη σταθεί,
μη σ’ έβρει και σ’ αρπάξει.

Κοιμήσου εσύ κι η τύχη σου
αδράχτι που γυρίζει.

ΟΡΚΟΣ

Ήρθες κι έγινες
θάλασσα παπαρούνες,
μενεξεδένιες ίριδες
κι ασφόδελοι θλιμμένοι
στις όχθες του Ηριδανού,
κεχριμπαρένιο σπάραγμα
του δακρυσμένου Ήλιου,
μοσχοβολιάς θυμίαμα,
του οψιδιανού χρησμός.
Ήρθες κι έγινες
θάλασσα αταξίδευτη,
μαρμαρωμένη άνοιξη
και χάρτινο ακρογιάλι
στην άκρη του μεσημεριού,
θρυμματισμένη ανάμνηση
κατάγναντα στο κύμα,
της ερημιάς παράπονο,
του στεναγμού λυγμός.

Μαρία, θα πει θαλασσινή
κι η πεθυμιά σου αρμύρα.

ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Καταδικασμένη να περιπλανιέσαι
στις όχθες του Αχέροντα

Από τότε που ξενύχτησες
σε κατώφλι θανάτου
και τα χείλη προσκύνησαν
την ανάσα του πάγου,
από τότε που χαιρέτησες
τον βαρκάρη του ερέβους,
κρύβοντας τα μάτια
σε φαρμακωμένο μαντήλι,
όπως κι αν διαβαίνεις

αν συναντάς τη μοίρα σου
ή αν την αποφεύγεις

στο τέλος
πάντα μιλάς
τη γλώσσα των νεκρών.

ΟΙΚΤΙΡΜΟΣ

Αιωροβατώ
πάνω από ξύλινους φράχτες
ώριμου χωραφιού.
Η όψη σου ωχρή
ματώνει παπαρούνες.
Προσκυνώ
τους αιώνες της προσμονής
Επτά
όσα τα χρόνια της ζωής.
Το κορμί σου σκέπασαν φιλιά,
ρόδα και πικροδάφνες.
Στην αγκαλιά σου τώρα
τα κρίνα λιγοθυμούν
κι οι ασφόδελοι σε οικτίρουν.
Μαρία το όνομά σου
κι ο ευαγγελισμός σου
Ελένη της επιστροφής.
Μα εσύ δεν ήσουν παρά μια Περσεφόνη
στα άδυτα της γης.

ΜΟΝΩΔΙΑ

Δεν ξέρω τι άλλο να σου πω,
ό,τι και να αφήσω
να κυλήσει από τη γλώσσα μου,
γίνεται κραδασμός ακέραιης σιωπής,
δάκρυα θρυμματισμένου αχάτη
στου δειλινού το κοφτερό δρεπάνι
και στης εσθήτας τις λευκές πτυχές.
Ό,τι και να λησμονήσω
στου λιμανιού την πέτρινη προβλήτα,
θα το κρατώ στις χούφτες
της αμέριμνης ψυχής
και στα χλωμά φιλιά του αποσπερίτη.

ΝΥΧΤΕΡΙ

Έσβησα το καντήλι
στο σκοτάδι ξάπλωσα.
Δεν θα προσευχηθώ.
Θα μείνω ξάγρυπνη
να μετρώ τα βήματα εκεί
όπου ανατέλλουν τα ουρλιαχτά
των λύκων της σιωπής.
Το μαχαίρι βυθίζω
στο κρανίο της υπομονής
ξεχωρίζω τη σάρκα
απ’ το μεδούλι του μισεμού.

Κοιμήθηκαν οι στεναγμοί
σε ξέστρωτα σεντόνια
και ξέφτισαν τα όνειρα απόψε.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ

Θρυμματισμένο χαρτί η φωνή
ράγισε καμπάνα της νύχτας.

Τηλε-φονικός διάλογος
για την κόρη που έτρεξε
στα πέπλα να ντυθεί.

«Σάβανο να με τυλίξεις»
μουρμούρισε ο πόνος.

Ανέβηκαν δάκρυα
σολομοί στο ποτάμι.

ΘΡΗΝΟΣ ΛΕΜΦΟΥ

Θυμάμαι τη θάλασσα
την άμμο να γλείφει ερωτικά
και την Ισμήνη
πέτρινο είδωλο
στη λίμνη των δακρύων
να πλέκει άναρθρες κραυγές
με τους θυμούς ανέμων
στεφάνι από άνθη κέρινα
για κείνους που λησμόνησε
σε ξέμπαρκα λιμάνια.
Μην ξημερώσεις, θάνατε,
οι γλάροι σε γητεύουν
με θρήνο απόκοσμο πετούν
τους κύκλους τους χαράζουν
και ξενυχτούν ανείδωτοι
πάνω σε φάρο σκοτεινό
σε τύμβο ραγισμένο.

ΒΟΤΣΑΛΟ

Λέξεις θρύψαλα
Ματώνουν
Άναρθρους πόνους

Περιμένω
Στην κόψη ενός άλικου σύννεφου

Βουτάς κι ανασύρεις
Ναυάγια
Αμφορείς ζυμωμένους
Από αλάτι και θάλασσα

Καλπάζω στα κύματα
Χαλινάρι ο μίτος
Σκέψεις λαβύρινθος
Στροβιλίσματα αφρών

Δεν θα ’ρθεις
Βουλιάζω

Μίτος
Λαβύρινθος
Ένα

ΚΟΡΗ

Έβρεχες τους αστράγαλους
στης θάλασσας το κύμα
κι ο άνεμος σου χάιδευε
το ολόλευκο φουστάνι.
Στα εβένινα μαλλιά
σκάλωναν αστερίες
κι απ’ τη ματιά σου ο ορίζοντας
έπαιρνε το μαβί.
Μα, κύματα σε πλάνεψαν
κι άφησες το ακρογιάλι
με δίχτυα όπου κεντήσανε
όνειρα οι Πλειάδες.
Θαλασσοθρήνητη ομορφιά,
γλυκοφιλούσα κόρη.

ΙΚΕΣΙΑ

Δώσε μου την ανάσα
πηγής από σφεντάμι
και τη δροσιά
της πέτρας στη σκιά.
Κουράστηκα να γέρνω
πάνω από ανήλιαγα πηγάδια
και να στολίζω τα ψεγάδια
με κλαδιά από κισσό.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ ΕΝ ΧΟΡΩ
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

VAKXIKON ΜΑΡΤΙΟΣ 2022

Το τραγούδι των Λύκων: Σημείωμα για την ποιητική συλλογή “Θραύσματα Εν Χορώ”

Αργά, μεθοδικά ο μουσουργός εισάγει το κοινό στο αίσθημα και την ατμόσφαιρα της δημιουργίας του. Υπακούει τυφλά στις παρτιτούρες, εκτελεί με ακρίβεια τις δεξιότητες που προβλέπει μια φούγκα, γεμίζει την ατμόσφαιρα με την ένταση μιας σονάτας που οδηγείται στο απόγειο της μουσικής της διατύπωσης. Οι γενικές οδηγίες στις οποίες υπακούει η ορχήστρα περιγράφονται πάνω στις παρτιτούρες. Οι μουσικοί παρατηρούν και προετοιμάζονται για την σύσταση στην εκτέλεση του κομματιού. Αλλού ο ήχος σβήνει και άλλες φορές πάλι ενδύεται την ακατόρθωτη γλυκύτητα ή παραδίνεται στην άπειρη ένταση. Οι παρτιτούρες μιλούν με παλιές, λατινικές λέξεις, δείχνουν τον δρόμο στους εκτελεστές, φανερώνουν το όραμα του δημιουργού. Το κοινό υπακούει στις αισθηματικές μεταπτώσεις ενός μουσικού έργου, την ώρα που η τέχνη επιφέρει την μέγιστη, δυνατή αμεσότητα στην πρόσληψη του κόσμου και του μυστηρίου του. Η ορχήστρα εν χορώ διορθώνει την αρρυθμία αυτού του κόσμου, χάνοντας και κερδίζοντας την φωνή της μες στον οραματικό κόσμο των πενταγράμμων που ανοίγουν με θαυμαστά, παράξενα κλειδιά. Θραύσματα πηγάζουν από τα ηχεία καθώς ένα ολόκληρο, μυστικό λεξιλόγιο αφηγείται τους δρόμους που ονειρεύτηκε, τα μονοπάτια που βάδισε ο δημιουργός ώσπου να φτάσει στην καλλιτεχνική αρτιότητα. Τα κλειστά σαν πεταλούδες απαλά βλέφαρα που γλυκαίνουν πίσω από το όνειρο σε μια adagio μεταστροφή του κομματιού, τινάζονται κολασμένα καθώς η μουσική μεταμορφώνεται σε προμηθεϊκή, αποκαλύπτοντας βιβλικές σκηνές και δόξες περίλυπες. Όλα συμμετέχουν στην μουσική εκείνη έκφραση που κινείται από την ευτυχία μιας άνοιξης ως την τραγική επίγνωση της ζωής και την απλούστευσή της.

Από κάθε κατεύθυνση φθάνουν Θραύσματα Εν χορώ. Σκοπεύουν να ερμηνεύσουν τα επεισόδια του φωτός, ακολουθώντας την διόλου γραμμική πορεία ενός μουσικού κομματιού που συμπληρώνει κάθε αγώνισμα της ζωής και εικονογραφεί την στέρηση, τον έρωτα, την ήττα. Όλα τα δαμάζει η μουσική που σταλάζει. Ο άδειος αέρας της ύπαρξης βρίσκει μια φωνή, νότες και στίχους που ενσαρκώνουν την ποιητική συμφωνία της Ανδρονίκης Δημητριάδου στην καινούρια, ποιητική έκδοση του Βακχικόν. Ένα υπέροχο όνειρο, η φθορά, η ελπίδα, ο έρωτας, η μαρτυρία της ανθρώπινης ψυχής, ο πόνος, ο βόμβος του άρματος βρίσκουν μια γλώσσα για να ειπωθούν. Στην μουσική συλλογή της κυρίας Δημητριάδου περιλαμβάνονται ολόκληρες σκηνογραφίες. Βρίσκουν τον εαυτό τους μες στην μουσική διατύπωση, ανεμίζοντας τον υπαινιγμό, κρυπτογραφώντας το άρρητο και το ψυχικό. Ο Βιτόλι Γκομπρόβιτς κάπου γράφει πως περιφέρει το κοντραμπάντο του σε παλιούς αραμπάδες και δεν θα μπορούσε να ειπωθεί αλλιώτικα το ζητούμενο αυτής της μουσικής, ποιητικής συλλογής που σμίγει κάτω από σιωπές όλους τους ήχους της ζωής, τους πιο μυστικού.

Μια απλή, αρχιτεκτονική γραμμή διασχίζει την ποίηση των Θραυσμάτων Εν Χορώ θεμελιώνοντας τις κρυπτικές, στοχαστικές προσαρμογές της Ανδρονίκης Δημητριάδου. Στοχασμούς που συναντούν τον ηρωισμό της μοναχικής ύπαρξης καθώς διατρέχει τους ισημερινούς της ποιητικής έκφρασης. Ένα είδος πνευματικότητας γεννιέται μες στους κόλπους των Θραυσμάτων Εν Χορώ όσο η μουσική των στίχων ενδυναμώνει την σχέση ανάμεσα στον άνθρωπο και την μαρτυρία του. Τα ποιήματα της νέας συλλογής που έρχεται από τις εκδόσεις Βακχικόν για να φωτίσει μια άλλη εικονογραφία συνιστούν ένα γλυπτό, μια μετόπη με διάσπαρτες αναφορές στις πιο εμβληματικές, ψυχικές χώρες. Ένας κόσμος πλούσιος και φθισικός συναντά την δόξα εκείνης της σιωπηρής, της διάφανης γραμμής που συνδέει την έννοια του κλασσικού με την πρωτοπορία στην φόρμα, την διατύπωση, την αφαίρεση που καθιστά δωρική τούτη την ποιητική τελετή που πραγματώνουν τα ποιήματα της Ανδρονίκης Δημητριάδου. Η λειτουργία της ποίησης δίχως να αποδεσμεύεται από την τεχνική, προβαίνει στην αποδοχή μιας δραματικής, ποιητικής υπόστασης της ίδιας της ύπαρξης. Η καινούρια συλλογή του Βακχικόν συνιστά έναν δρόμο από τον ενθουσιασμό ως την διαπαιδαγώγηση, από τον στίχο ως την ενδόμυχη, την εσωτερική μας μουσική. Εκείνη που υπόκειται στο ανθρώπινο συναίσθημα, στην μουσική που σβήνει και αναγεννιέται την ίδια στιγμή εικονογραφώντας μια άλλη πραγματικότητα, γεμάτη από το μυστήριο της ποίησης. Δεν είναι ελαφρύ το βήμα αυτών των στιχουργημάτων που φιλοδοξούν να αποκαλύψουν ένα άλλο περίγραμμα, διόλου κοσμικό, μια άλλη διάσταση. Μια παράξενη ανησυχία, μια άλλη μαρμαρυγή, σχεδόν μεταφυσική στα πρότυπα του γοτθικού, μυστηριακού πνεύματος σαρκώνεται μέσα από τους στίχους των Θραυσμάτων. Μια ολόκληρη ερωτική πράξη, που διέπεται από ρυθμό και στοχασμό θεμελιώνεται μες στην κλιμακούμενη ένταση των στιχουργημάτων που φιλοξενούνται στην έκδοση του Βακχικόν.

Η Ανδρονίκη Δημητριάδου δεν συνιστά μια πρωτοεμφανιζόμενη δημιουργό. Τα Θραύσματα Εν Χορώ, η νέα ποιητική συλλογή της που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν δεν παύει, έξω και πέρα από τα ειδικά χαρακτηριστικά της να θεμελιώνει ένα είδος κατάφασης απέναντι στην ελευθερία της έκφρασης, το δοξολόγημα του κόσμου και της ύπαρξης. Δοσμένα σε μια αδιάκοπη κίνηση, τα ποιήματα που τολμούν να αμφισβητούν τις κλασσικές φόρμες πορεύονται δίχως αρχέτυπο, χωρίς τελειωμένη την μορφή μες στον χρόνο και τον χώρο. Το νόημά τους αναδιαρθρώνεται διαρκώς μες στην κρυπτική διατύπωση. Με μια λύπη ισοδύναμη της ερήμωσης η Ανδρονίκη Δημητριάδου δανείζει την φωνή της στα ποιήματα της συλλογής. Λύνεται από τον χρόνο, περιφρονεί τον χώρο αφήνεται στον αφανισμό μιας μουσικής που περιέχει εντός της τον κύκλο της ανθρώπινης σκέψης, του ανθρώπινου αισθήματος. Ετούτο το σημείωμα, αφιερωμένο στην αποτίμηση των στίχων της κυρίας Δημητριάδου αναγνωρίζει την πρόθεση της ποίησης να υπερασπιστεί το φιλοσοφικό της επιχείρημα. Η συνειδητή ένταξη της ποιήτριας στους κόλπους της μουσικής αμεσότητας ανασυνθέτει από την αρχή την ηρακλείτεια ροή, μια ενδελέχεια μυστικά και αδιόρατη. Πέρα από αυτό το όριο οι λέξεις, οι τίμιες, οι σκληρές, οι λυτρωτικές λέξεις μετατρέπονται σε κλειδί στα χέρια του ίδιου του αναγνώστη. Τίποτε δεν ζητούν μονάχα να διαβαστούν με την δική τους μουσική, διάλεκτο, την θερμή και την αφοσιωμένη στο ποιητικό μυστήριο.

.

ΛΟΓΟΥ ΑΝΤΙΘΕΣΗ
ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR 23/7/2018

Ποίηση του πένθους, η περίπτωση της Ανδρονίκης Δημητριάδου

Η Ανδρονίκη Δημητριάδη («λόγου αντίθεση», βακχικόν, 2018) συνεχίζει την ποιητική παράδοση της Θεσσαλονίκης του εσωτερικού μονολόγου με την εσωστρέφεια της στιχουργικής της σε συνδυασμό με μία ποιητική πένθους.

Η συλλογή κινείται γύρω από την ποιητική του πένθους. Τούτο, έξαλλου, είναι και το γενικότερο συναίσθημα. Ας μην παραβλέπουμε πως στη μεταμοντέρνα ποίηση ο θάνατος, που είχε οδηγηθεί σε μία εσωτερική βίωση, ξαναβρίσκει τον δρόμο της κοινωνικής έκθεσης, μολονότι δεν φτάνει στο συλλογικό βίωμα της ελεγείας ή του μοιρολογιού. Παραμένει ένα προσωπικό βίωμα που πια εξωτερικεύεται διασπώντας την ατομική/αστική απομόνωση (somnia, μνήμες).

Η στιχουργική της μοιάζει με έναν διαρκή διάλογο προς ένα βουβό και ακαθόριστο β’ ενικό (βαρκαρόλα, θεοπλασία, χρησμός, αιώρα, αντίδοτο, νημερτής, Σποράδες) με μία συνεχή εμφάνιση του θανάτου (συναίνεσις, μυοσωτίς, έρως-θάνατος, αντίδοτο). Με επίκεντρο το δευτεροπρόσωπο υποκείμενο η ποιήτρια εξωτερικεύει με μία εξομολογητική διάθεση τις βαθύτερες ανησυχίες της. Άλλωστε, συχνά το α’ ενικό γραμματικό πρόσωπο λειτουργεί ως κυρίαρχο υποκείμενο καθιστώντας την ποιητική της προσωπική, δίχως να απλώνεται σε κάποιο κοινό βίωμα(αστρολάβος, μαγική γη, somnia, συμπόσιο). Ας μη λησμονούμε όμως προς το ποίημα ξεκινά από το ατομικό βίωμα και καταλήγει ως αυτοβιογραφία του κοινού.

Η Δημητριάδη αναζητά εκφραστική διέξοδο στον μεταφορικό λόγο (θεοπλασία) με ήπιες εκφορές που αξιοποιούν το συναισθηματικό συμβολισμό λέξεων (στάχτες, somnia, σκαλιστά, χρησμός, αντί-σκηνο). Μέσα στο εκμυστηρευτικό ύφος όμως δεν φτάνει στην ανοικείωση, δεν ξαφνιάζει το κοινό. Ακόμα και οι λίγες κοινωνικές αναπαραστάσεις με την απουσία ανθρώπων (αντί-σκηνο, συνταγές για αρχάριους, μνήμες) εντείνουν το συναίσθημα της μοναξιάς.

Μολονότι το ποιητικό πένθος, ενίοτε, συνδέεται με το κοινωνικό βίωμα, όπως η προσφυγιά (χρησμός), ετούτο παραμένει μία ατομική υπόθεση. Τα λίγα ποιήματα για τον έρωτα (παλίρροια, πρωτόπλαστοι, νόστος, οδός ονείρων) προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα δίπολο έρωτας-θάνατος (μαγική λέξη) και αποκαλύπτουν τον αγώνα για ζωή (αστρολάβος).

Και το ποιητικό πένθος συνδέεται με τη μνήμη, εντείνοντας το συναίσθημα της απώλειας και του πόνου (εις μνήμην, Σποράδες, η ρωγμή του χρόνου, somnia). Και μέσα στην προφορικότητα και τις ήπιες συνυποδηλώσεις τούτος ο πόνος αναδύεται ισχυρότερος, αφήνοντας μία αχλή άρνησης παρηγοριάς. Εξάλλου, η μεταμοντέρνα ποίηση αντιτίθεται στην παραδοσιακή ποιητική του πένθους, καθώς διαφοροποιείται σε σημαντικό βαθμό από τα συναισθήματα παρηγοριάς κι εγκαρτέρησης. Σκοπός της πεθούσης ποιήτριας δεν είναι η παρηγοριά αλλά η αποτύπωση του ψυχικού κλίματος ορίζοντας έτσι Ένα αντι-ελεγειακό ύφος.

Η ποιήτρια είναι πια συμφιλιωμένη με το ανείπωτο, με την απουσία, μολονότι δεν εκφράζει άμεσα τον χαμό (οι 5 αισθήσεις της σιωπής)∙ έναν χαμό που αποδεικνύεται (επίγραμμα) ξαφνικός και μη φυσιολογικός. Έτσι, βέβαια, απουσιάζουν και στοιχεία φθοράς του σώματος ή του χρόνου, αφήνω τα στο προσκήνιο τον χαμό και τον πόνο του επιζώντος ποιητικού υποκειμένου που ταυτίζεται με την ποιήτρια (νημερτής, οι μαγεμένες). Έτσι η θλίψη και η μελαγχολία εμφανίζονται ως μόνιμες τροπικότητες στο έργο της και συνδέονται με τον πόνο και τη μοναξιά γεννώντας ένα φροϋδικό αίσθημα ενοχής.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.