ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Θεσσαλονίκη, Είναι διδάκτορας της κλασικής φιλολογίας, ποιητής και μεταφραστής, Ασχολήθηκε εντατικά με τη μετάφραση και τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της ξένης  Λογοτεχνίας, έχοντας εκδώσει δεκάδες σχετικά βιβλία. Το εύρος των μεταφραστικών ενδιαφερόντων του είναι πολυποίκιλο, από τον Ησίοδο και τον Δημόκριτο ως τα απόκρυφα κείμενα, την ισπανόφωνη Λογοτεχνία και την αμερικανική υστερορομαντική ποίηση.
Έχει συνεργαστεί με αρκετούς εκδοτικούς οίκους, αλλά το κύριο εκδοτικό του σπίτι είναι οι Εκδόσεις Ζήτρος, Είναι συνιδρυτής  του  δοκιμιακού-λογοτεχνικού περιοδικού Νόημα (έκδοση του Discovery Greek) από το 2018, ενώ παράλληλα υπήρξε γενικός επιμελητής του ‘περιοδικού Ερατώ (Εκδόσεις Ρώμη) από το 2018 έως το 2020, Είναι υπεύθυνος έκδοσης της σειράς «Νεοελληνική Λογοτεχνία» των Εκδόσεων Ζήτρος, Η παρούσα ποιητική συλλογή συγκεντρώνει όλη την εκδομένη ποιητική του παραγωγή της δεκαετίας 2010-2020, καθώς και αδημοσίευτα ποιήματα.

.

.

YLEM (2021)
ΜΕΤΑΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΥ

ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ώρα μία
αφότου τον νεκρό της μέρας
είδα να παίρνουν στα δυνατά φτερά τους
ανεκπλήρωτα φαντάσματα.
Ίσως για να τον αποθέσουν
στο πετρωμένο αναφιλητό μιας Νιόβης
που ακόμη κλαίει
κοιτάζοντας βαθιά στα μάτια
χρόνου ανεξίτηλου.

Μετόπη ανάγλυφη στο ναό του ονείρου απόψε η
Σελήνη.
Τροχοί φλογισμένοι ανάβουν στο άρμα της τ’ άστρα.
Ασάλευτος ο ηνίοχος κοιτά μπροστά,
με το βλέμμα χαράζει στο ουράνιο μάρμαρο
τον ρόδακα της αιωνιότητας
Κι ο ουρανός αμετανόητος κρατά
τον μαύρο τάπητα στρωμένο πίσω απ’ τα νέφη.

Μονάχα εσύ απουσιάζεις στο άφθαρτο θέαμα.
Στων εποχών κρυμμένη τις κενές στιγμές,
κάπου στις Σάρδεις θα πλένεις τα μαλλιά σου
μ’ ιωνικά μυρωδικά, βοτάνια που μεγάλωσαν
πνιγμένα στα νερά του φεγγαριού.
Η σκέψη σου θα ρυτιδώνει το Αιγαίο,
θα παραπλέει τα νησιά,
θ’ αφαλατώνεται στις αμμουδιές της Πιερίας.
Ίσως αυτή η φωταύγεια -ποιος ξέρει;-
που τώρα δα για μια στιγμή
καθρέφτισε στο έλασμα της μνήμης μου
να είσαι εσύ,
καθάρια, αποσταγμένη, φαεινή,
με την ακολουθία σου από Λυδές θεραπαινίδες
να σου κρατούνε τον χιτώνα
πάνω από την άβυσσο
την ώρα που ανώνυμους αστερισμούς
βυθομετρώ
ποντοπορώντας με τις λέξεις μου
για να σε συναντήσω.

ΑΞΙΟ ΚΡΙΣΗΣ

Χειρογράφου αντίγραφο η ψυχή μου,
σχόλιο υπομνήματος στη ζωή άλλων η ύπαρξή μου.

Λένε να μην τραγουδάς το κενό.
Λένε να μη σχολιάζεις το ασήμαντο.
Κι όμως το φως που σου δίνεται
δεν είναι ποτέ αρκετό
για να ψάλεις κάτι πιο υψηλό
απ’ το μηδέν το ακύμαντο.

Χωρίς τύψεις είμαι.
Γιατί ποτέ μου δεν έκανα τίποτα άξιο κρίσης.
Ν’ αφοριστώ ή να δικαιωθώ.
Να κοιμηθώ σαν ζωγραφιά αγίου σ’ άπλαστο τέμπλο,
ή ν’ αγρυπνώ στη φλογισμένη των άνομων λειψανοθήκη.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Εκεί που τελειώνει η Σελήνη το λίκνο μου έφτιαξα,
εκεί που αστρόμορφα νερά το ουράνιο του πελάγους χύνει
γεννήθηκα.

Τώρα γνωρίζω
με το πρόσταγμα φύλλα βοής στον άνεμο να
στροβιλίζω,
τον πόνο μου πάνω στο τζάμι να συμπυκνώνω
στάλα μέσα στο καταχείμωνο.

Δε θέλω να φύγω χωρίς τίποτε ν’ αφήσω.
Θέλω να με θυμάται ο άδειος του θανάτου κοχλίας
που πλημμυρίζει αργά με τον χρόνο της άνοιξης.
Θέλω πλήκτρο βροχής του Μαρτίου
να με κάνει αρμονία πάνω στο φύλλο πέρα κι απ’
το ηλιοβασίλεμα.

Ώστε κανείς ποτέ να μην πει:
πολύ καρπό έστρωσε ο χειμώνας που πέρασε,
μα κανείς να ξαπλώσει τη ζωή του επάνω δε θέλησε.

ΕΜΜΟΝΗ

Εμμονή των νεκρών.
Να θορυβούν εντός σου,
καθώς προσπαθείς να σβήσεις
τη σελήνη της μνήμης τους
από το στερέωμα.

Νομίζεις πως ξεχνάς τους νεκρούς σου,
τη στιγμή που δυναστεύουν
περισσότερο από ποτέ
το είναι σου.
Σαν σπόρος η αδικία που τους έκανες, κάποτε
μικρή,
τώρα το κυπαρίσσι της ριζώνει
τη νύχτα
στο στέρνο σου.

ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Πιο λεπτός κι απ’ την ελπίδα ο χρόνος,
εύκολο να τον ξηλώσεις,
όταν γνωρίζεις να μετράς
και ξέρεις πώς να διαλύεις το κακό υφαντό
με το αόρατο αβάκιο του πείσματός σου.
Μπορείς,
αν κάποτε σκαλίζεις στη σκοτεινή ξυλεία του ουρανού τις νύχτες σου,
αν βάζεις τέλειες και θαυμαστικά,
άπαντα τα σημεία στίξης μόνος στο βιβλίο της ζωής σου,
μπορείς να πιάσεις τον επίδοξό σου θηρευτή
μέσα στον λάκκο του.

ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ

Κατεβαίνω με την ομίχλη
και δεν βρίσκω κορυφή να κοιμηθώ.

(Πώς αποκόπηκαν τα βουνά από τη μνήμη του κόσμου,
στάχυα αλαζονείας στην ταπεινή ύβρη των κοιλάδων,
υπερβολικό ύψος κύματος στην ταλάντωση της λογικής.)

Ευτυχώς σε λίγο ξημερώνει.
0 ήλιος θα απλώσει τα χέρια
να με τραβήξει στη βάρκα του,
όπως τραβά ο ψαράς το δίχτυ του
και χύνεται από τα πλέγματα άχρηστος
ο χρόνος. 

ΜΕΛΑΝΙ ΤΟ ΦΩΣ

Στο φωτεινό των ονείρων μελάνι
το σχεδίασμα μιας άλλης ζωής προσπαθώ να ταιριάζω.
Στους κυματισμούς της ελπίδας η φωνή μου πάντα ρωτά:
«Ποιος θα μου δώσει πίσω τη γαλάζια χορδή της θάλασσας;
Η μελωδία των υδάτων λειψή
πώς να ψάλει τη χαρά σ’ όλα τα χρώματα του
μεγαλείου της;».
Οι Σειρήνες αρνούνται πεισματικά να μου πουν
το όνομά τους.
Ποιος θα θελήσει ποτέ ξανά να βυθιστεί ολάκερος
στο πέλαγος
χωρίς να τον μαγεύει ο ψίθυρός τους;
Όπως μαγεύει το άρωμα των πεύκων
και δονεί στα τρίσβαθά του τον άνεμο.
Στάχυα δίχως χρώμα, στάχυα δίχως νόημα,
σοδειά που δεν την θέλει κανείς και κανένα δρε πάνι δε θερίζει.
Χωρίς τις φωτεινές φλέβες των άστρων
το μεταλλείο της νύχτας άδειο,
η ψυχή μου άδεια
σαν πηγάδι που ανέβηκε από μέσα του ο ήλιος
και κύλησε στον ουρανό
μελάνι το φως.

ΜΙΚΡΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ

Θυμάμαι τότε,
μια μέρα πριν θανατωθεί ο Δεκέμβρης
από τις ίδιες του τις μέρες,
μαζευτήκαμε πλήθος συμπότες, ακάλεστος εγώ,
να πιούμε το κρασί της επόμενης χρονιάς
και να σπάσουμε τις άφτιαχτες ακόμη
των αγγείων σφραγίδες.
Μόνο ο Σωκράτης δεν έπινε πολύ.
Μόνο αυτός νηφάλιος έμενε
μιλώντας για την Αρετή και τ’ Αγαθό,
μέχρι που νυσταγμένος ύπνωσε
κι ο τελευταίος πότης.
Κι ύστερα, όταν κανείς πια δεν τον έβλεπε,
έβγαλε απ’ τις πτυχές του ρούχου του,
απ’ το τριμμένο του λόγου πανωφόρι,
ένα μπουκάλι ουίσκι για τους εκλεκτούς
κι ήπιε μαζί με το δαιμόνιο του.

ΝΕΣΤΟΡΟΣ ΠΟΤΗΡΙΟ

Το δύσποτο τούτο ποτήριο
μόνο εγώ μπορώ να το σηκώσω
σαν τον Νέστορα μόνο εγώ μπορώ να το πιω.
Όμως δε θα το κάνω.
Όχι προτού συμφωνήσω με την ψυχή μου να με
προδώσει.
Τότε ο ίδιος θα παραδοθώ
και ο ίδιος θα ετοιμάσω το κώνειο:
όποιος θέλει να λέγεται ελεύθερος
πρέπει να είναι κύριος ακόμη και της προδοσίας του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είναι αργά.
0 Ορέστης έφυγε να ζητήσει χρησμό.
Πάλι το Άργος έμεινε μόνο του.
Θαρρείς κι οι βασιλείς του επιζητούν
ν’ αφήνουν στο παλάτι τούς υποτακτικούς
να ετοιμάζουν τις συνομωσίες τους ελεύθεροι.
Κι ύστερα, επιστρέφοντας, να συζυγοκτονούνται.

Εκτός κι αν όλους μας ξεγέλασε,
εκτός κι αν έφυγε να ιδρύσει νέα πόλη.
Αφήνοντας όλους εμάς να σχεδιάζουμε ανατροπές,
αυτός σ’ άλλες ακτές να σχεδιάζει σύνορα
του νέου βασιλείου του.

ΠΑΝΤΑ

Πάντα με τον άνεμο κυλάει η μνήμη.
Πάντα με τον άνεμο πλανιέται ο πλάγιος ήχος της.
Λυγίζουν τα δέντρα στα βάθη του νου
και ψάλλουν εκστατικά στη μυστική της Οκτώηχο.

Πάντα το ακτινοβόλο τραγούδι της θύμησης το σκιάζει
ηχώ μελανή, φτασμένη απ’ το λίκνο του ανεκπλήρωτου.
Πάντα η μια χορδή του
ταλαντώνεται στη νότα των στεναγμών.

Όμως εσύ δέξου όλο το άκουσμα.
Θυμήσου τη θύρα ν’ ανοίξεις.
Με την κλείδα
που οι άγγελοι κρατούν
και μετρούν
το ευρύχωρο
της ψυχής των ανθρώπων.

ΣΑΛΩΜΗ

Mια στιγμή θα ξεκλέψω απ’ το Τίποτα.
Μια στιγμή που θα δώσει
ανύπαρκτους αιώνες στο μέλλον.
Στου Ναού το άδυτο βακχεύοντας,
τη δική μου Σαλώμη θα ικανοποιήσω,
προσφέροντας την κεφαλή του Χρόνου
επί πίνακι.

ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ

Έρεισμα της δίψας,
της βασάνου ευλογημένη δοκός.
Σ’ αυτήν θα στηρίξει τον όρκο της μοναξιάς του
ο άγιος,
κάτω απ’ τα νέφη
θ’ ακουμπήσει επάνω της
το φορτίο της ματαιότητας.

Έρεισμα της λαγνείας,
της ηδονής εφύμνιο σιωπηλό.
Αυτό θα ψάλλει στον όρθρο του
ο δαίμονας,
θα γονατίσει στην κόγχη
που ανάβει τη μνήμη,
θα καρφώσει στο στέρνο του
τον σκοτεινό σταυρό της απόλαυσης.

Όσο υπάρχουν στον κόσμο στηρίγματα
και ο άγιος και ο δαίμονας θα μπορεί
να αντέχει την ερημία του.

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Έλα μαζί μου να δούμε το ξύπνημα της νέας εποχής
που γεννιέται με πορφυρές πικροδάφνες και
καιόμενα σπάρτα.
0 αληθινός πρωτότοκος των νεκρών είναι η άνοιξη.
Κάθε τι που πεθαίνει της χαρίζει την τελευταία
μικρή του πνοή.
Της δωρίζει το τελευταίο του όνειρο.
Κι εκείνη έχοντας θησαυρίσει μέσα της την ελπίδα
μυριάδων ψυχών
φυσά στον κόσμο λουλούδια αναρίθμητα,
πέταλα ουράνιων τόξων στον άνεμο,
φλέβες ζωής παλλόμενες στα μέτρα μιας μελωδίας
που χτυπά ρυθμικά στην καρδιά των πουλιών
και στης βροχής τα τρεχούμενα βάθη.

ΖΩΦΟΡΟΣ ΓΙΑ ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
IV. Κόκκινος κυματισμός

Κόκκινος κυματισμός,
ο οίστρος μίας κίνησης χορευτικής
που ερωτεύτηκε τον εαυτό της,
όπως ο μοναχός τον ψαλμό του.
0 ύμνος γράφεται στο έδαφος,
με την άκρη των δαχτύλων σου.
Μόλις που ακουμπάν στη γη τα πόδια,
κλωστή κρεμάμενη από αόρατο άγκιστρο στον ουρανό.

VIII. Στη βροχή

Στέκεις στη μέση του δρόμου,
μα γύρω σου όλα κινούνται:
βαδίζουν στοιχισμένα τα δέντρα,
οι σκιές πλέουν στα νερά,
το μαύρο του χρόνου ρυτιδώνεται.
Λίγο από κόκκινο -η ομπρέλα, το κασκόλ-
καίει τους ώμους σού.
Ίσως και να ’ναι η φωτιά που επιμένει,
ζωντανή μες στη βροχή,
ένα φως που το τρέφει η ομίχλη.

XIII. Σπασμένη ηχώ

Σπασμένη ηχώ, στο μικρό δωμάτιο
ανακαλείς τεθλασμένα το παρελθόν,
μια ζωή που έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της,
συναστρία λουλουδιών στο βάζο εντοιχισμένη, αθέατη,
παιδί μιας άνοιξης που ’ναι τυφλή στα ίδια της τα χρώματα.
Σπασμένο αγγείο.
Έρχεται μια στιγμή που τελικά όλα τα σώματα
εκτίθενται στο φως.
Και η ηχώ ισιώνει τη χορδή της καθαρά στο μέλλον.

XVIII. Υπόλειμμα

Κοιμάσαι και το όνειρο σε περιβάλλει
με το πτυχωτό του πέπλο,
αυτό που διέσωσες κρυφά,
απομεινάρι από την πρώτη και την πιο μεγάλη,
τη νυφική ημέρα των ονείρων σου.
Κι όμως αυτό το υπόλειμμα είναι που σε συντηρεί.
Αυτό είναι που σε κάνει όμορφη.
Όπως ομορφαίνει το λυκόφως η ηχώ του ήλιου
που πέφτει και παφλάζουν τα κύματα.
Όπως ομορφαίνει τη νύχτα η επιτολή ανέλπιδου αστεριού.

ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΠΑΕΙ;

Η θαλασσινή καρέκλα σου στον ήλιο κενή
σαν χρόνος που ξόδεψε το φλασκί του
ξεδιψώντας την άπληστη ζέστη.
Οι σκιές απέμειναν ορφανές
χωρίς το σώμα σου να τις καθοδηγεί.
Η θάλασσα στοχάζεται την αποχώρησή της,
τώρα που δεν σε βλέπει.
Λίγο ακόμη και ο τείχος στην αυλή
θα ολοκληρώσει την κυκλωτική του κίνηση.
Η δίοδος θα κλείσει.
Το καραβάκι δεν θα ’χει
ποια να παραλάβει για δέσποινα των κυμάτων.
Η ώρα στενεύει
σαν ράχη βιβλίου που χάνει τα φύλλα του.
Η αναμονή διευρύνεται
σαν κόρη ματιού στο ημίφως
που θα ’ρθει ν’ αναπληρώσει τη θέση σου.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑΣ

Κενός όροφος,
τα δωμάτια έχουν αφήσει τους ενοίκους τους,
οι δρόμοι έχουν αφήσει την πόλη τους,
τα λεπτά έχουν εγκαταλείψει τον χρόνο τους,
οι αρουραίοι επινοούν την αυτοκρατορία τους,
οι σκελετοί αναζητούν τη σάρκα τους,
όλα θα τακτοποιηθούν και πάλι με μια νέα διάταξη,
στην εφημερίδα της κυβέρνησης ετοιμάζεται και
πάλι το ΦΕΚ
της αρχής της απροσδιοριστίας.

ΚΡΟΝΟΣ

Καταβροχθίζω τον εαυτό μου.
Μανιώδης οπή που ρουφά το νερό της.
Φίδι που καταπίνει τον ίσκιο του.
Τρώω τους δακτυλίους μου εδώ και αιώνες.
Μια μέρα θα φάω και τα παιδιά μου.
Είμαι ο αιώνιος κανίβαλος του Γίγνεσθαι και του Είναι
Αφήνω πίσω μου κληρονομιά το Κενό,
το Μηδέν
και την ευλογημένη Σιγή του ευνουχισμένου σκύλου.

ΑΝΤΙΜΙΜΟΣ ΗΛΙΟΣ

Προσπαθείς να με αποπλανήσεις
με μια αιφνίδια ανάνηψη οράματος
με ένα γέλασμα ακέφαλης αστραπής,
εσύ που είσαι απλώς
ένας τάπητας υπερθαλάσσιας έκλαμψης
το κέλυφος αντίμιμου ήλιου
η τροχαλία όντων ημιανύπαρκτων,
θέλεις να μου σταλάξεις
την αγάπη του αμνού
για τον σφαγέα του.

Πρόλογος

Εδώ έχω συγκεντρώσει την με οποιοδήποτε τρόπο εκδομένη ποιητική μου παραγωγή της δεκαετίας 2010-2020. Αν και γράφω ποίηση από την εποχή των σπουδών μου, τη δεκαετία του 1990, μόνο μετά το 2010 ένιωσα ότι ωρίμασε αρκετά η γραφή μου και ότι ορισμένα κείμενα, αρχινημένα μερικές φορές από δεκαετίες, πήραν τέτοια μορφή, ώστε να αξίζει να διαβαστούν κατά τα δικά μου υποκειμενικά κριτήρια. Ακόμη και τότε, όμως, οι εκδόσεις των ποιητικών συλλογών μου [Η Αναμενόμενη, Βουνέ 2012, Μάγαδις (μέρος της συλλογής Φούγκα από κοινού με την Αγγελική Μαυρουδή και τη Ζωγραφιά Οτζάκη), Ρώμη 2017, Περί ονείρων, Ρώμη 2018, Στου ματιού το κέντρο (Ανθρώπινα δαιμόνια από κοινού με τη Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή), Ρώμη 2018] περιορίστηκαν σε λιγοστά αντίτυπα, διαμοιρασμένα σε φίλους (ή αδιαμοίραστα ακόμη στα ράφια της βιβλιοθήκης μου).
Η ανάγκη, λοιπόν, που ένιωσα για μια γενική συνάθροιση ποιημάτων οφείλεται στο ότι πρακτικά παραμένουν άγνωστα σε ένα ευρύτερο κοινό, παρότι υποτίθεται ότι εκδόθηκαν. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος για συνολική έκδοση είναι η διαρκής εσωτερική μου ανάγκη για «διόρθωση» των κειμένων και η δυσκολία να βρω μια τελική μορφή τους που να με ικανοποιεί αισθητικά. Όλα όσα θα διαβάσετε πέρασαν τη βάσανο πολλών διαδοχικών αλλαγών για να πάρουν τη μορφή που έχουν. Και πάλι, εκμεταλλεύτηκα την παρούσα έκδοση για μια νέα, τελική αυτή τη φορά αναθεώρηση. Επομένως η τωρινή μορφή των ποιημάτων μου είναι αυτή που θέλω να λογαριάζεται ως επίσημη και οριστική. Παράλληλα προσέθεσα και αρκετά αδημοσίευτα ποιήματα της ίδιας περιόδου, ώστε το συνολικό «προϊόν» να παρουσιάζει ενδιαφέρον και για όποιον έχει ήδη διαβάσει μέρος του έργου μου.
Πρόκειται για κείμενα που σε ένα βαθμό ο χαρακτήρας τους είναι προγραμματικός: δεν έκρυψα ποτέ ότι δεν συμφωνώ με τον ωμό ρεαλισμό ή τον νατουραλισμό στην ποίηση, καθώς η τελευταία, αν θέλει να είναι πιστή στο όνομά της, πρέπει να ποιεί, να μεταμορφώνει σε κάτι νέο, και όχι να αναπαράγει τον κόσμο (στον βαθμό που μπορεί να το κατορθώσει ο λόγος). Έτσι τα ποιήματα φέρουν τα ίχνη πλήθους λογοτεχνικών ρευμάτων και επιδράσεων και χαρακτηρίζονται από ρητή ή άρρητη διακειμενικότητα. Απαιτούν αποκρυπτογράφηση και αφοσίωση στην ανάγνωση. Είναι ερμητικά ανοιχτά σε όποιον έχει τη διάθεση να σκύψει πάνω τους, πάνω από το αλχημιστικό δοχείο που μεταμορφώνει τα πράγματα σε θεάματα.

Καλή μεταστοιχείωση.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.