ΣΤΑΥΡΟΣ ΓΚΙΡΓΚΕΝΗΣ

Ο Σταύρος Γκιργκένης γεννήθηκε το 1972. Ζει και εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Θεσσαλονίκη, Είναι διδάκτορας της κλασικής φιλολογίας, ποιητής και μεταφραστής, Ασχολήθηκε εντατικά με τη μετάφραση και τη μελέτη της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και της ξένης  Λογοτεχνίας, έχοντας εκδώσει δεκάδες σχετικά βιβλία. Το εύρος των μεταφραστικών ενδιαφερόντων του είναι πολυποίκιλο, από τον Ησίοδο και τον Δημόκριτο ως τα απόκρυφα κείμενα, την ισπανόφωνη Λογοτεχνία και την αμερικανική υστερορομαντική ποίηση.
Έχει συνεργαστεί με αρκετούς εκδοτικούς οίκους, αλλά το κύριο εκδοτικό του σπίτι είναι οι Εκδόσεις Ζήτρος, Είναι συνιδρυτής  του  δοκιμιακού-λογοτεχνικού περιοδικού Νόημα (έκδοση του Discovery Greek) από το 2018, ενώ παράλληλα υπήρξε γενικός επιμελητής του ‘περιοδικού Ερατώ (Εκδόσεις Ρώμη) από το 2018 έως το 2020, Είναι υπεύθυνος έκδοσης της σειράς «Νεοελληνική Λογοτεχνία» των Εκδόσεων Ζήτρος, Στη ποιητική συλλογή <<YLEM Μεταστοιχειώσεις λογοτεχνικού υδράργυρου>> (Εκδόσεις Ζήτρος 2021) συγκεντρώνει όλη την εκδομένη ποιητική του παραγωγή της δεκαετίας 2010-2020, καθώς και αδημοσίευτα ποιήματα.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

Η Αναμενομένη (2013), Βουνέ
Μάγαδις (Φούγκα) (2017), Ρώμη
Περί ονείρων (2018), Ρώμη
Στου ματιού το κέντρο (2018), Ρώμη
YLEM (2021) Ζήτρος

Συλλογικά έργα

Ανθρώπινα δαιμόνια (2018), Ρώμη
Η Θεσσαλονίκη των ποιητών (2019), Ρώμη

.

.

YLEM (2021)
ΜΕΤΑΣΤΟΙΧΕΙΩΣΕΙΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΥΔΡΑΡΓΥΡΟΥ

ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ

Ώρα μία
αφότου τον νεκρό της μέρας
είδα να παίρνουν στα δυνατά φτερά τους
ανεκπλήρωτα φαντάσματα.
Ίσως για να τον αποθέσουν
στο πετρωμένο αναφιλητό μιας Νιόβης
που ακόμη κλαίει
κοιτάζοντας βαθιά στα μάτια
χρόνου ανεξίτηλου.

Μετόπη ανάγλυφη στο ναό του ονείρου απόψε η
Σελήνη.
Τροχοί φλογισμένοι ανάβουν στο άρμα της τ’ άστρα.
Ασάλευτος ο ηνίοχος κοιτά μπροστά,
με το βλέμμα χαράζει στο ουράνιο μάρμαρο
τον ρόδακα της αιωνιότητας
Κι ο ουρανός αμετανόητος κρατά
τον μαύρο τάπητα στρωμένο πίσω απ’ τα νέφη.

Μονάχα εσύ απουσιάζεις στο άφθαρτο θέαμα.
Στων εποχών κρυμμένη τις κενές στιγμές,
κάπου στις Σάρδεις θα πλένεις τα μαλλιά σου
μ’ ιωνικά μυρωδικά, βοτάνια που μεγάλωσαν
πνιγμένα στα νερά του φεγγαριού.
Η σκέψη σου θα ρυτιδώνει το Αιγαίο,
θα παραπλέει τα νησιά,
θ’ αφαλατώνεται στις αμμουδιές της Πιερίας.
Ίσως αυτή η φωταύγεια -ποιος ξέρει;-
που τώρα δα για μια στιγμή
καθρέφτισε στο έλασμα της μνήμης μου
να είσαι εσύ,
καθάρια, αποσταγμένη, φαεινή,
με την ακολουθία σου από Λυδές θεραπαινίδες
να σου κρατούνε τον χιτώνα
πάνω από την άβυσσο
την ώρα που ανώνυμους αστερισμούς
βυθομετρώ
ποντοπορώντας με τις λέξεις μου
για να σε συναντήσω.

ΑΞΙΟ ΚΡΙΣΗΣ

Χειρογράφου αντίγραφο η ψυχή μου,
σχόλιο υπομνήματος στη ζωή άλλων η ύπαρξή μου.

Λένε να μην τραγουδάς το κενό.
Λένε να μη σχολιάζεις το ασήμαντο.
Κι όμως το φως που σου δίνεται
δεν είναι ποτέ αρκετό
για να ψάλεις κάτι πιο υψηλό
απ’ το μηδέν το ακύμαντο.

Χωρίς τύψεις είμαι.
Γιατί ποτέ μου δεν έκανα τίποτα άξιο κρίσης.
Ν’ αφοριστώ ή να δικαιωθώ.
Να κοιμηθώ σαν ζωγραφιά αγίου σ’ άπλαστο τέμπλο,
ή ν’ αγρυπνώ στη φλογισμένη των άνομων λειψανοθήκη.

ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ

Εκεί που τελειώνει η Σελήνη το λίκνο μου έφτιαξα,
εκεί που αστρόμορφα νερά το ουράνιο του πελάγους χύνει
γεννήθηκα.

Τώρα γνωρίζω
με το πρόσταγμα φύλλα βοής στον άνεμο να
στροβιλίζω,
τον πόνο μου πάνω στο τζάμι να συμπυκνώνω
στάλα μέσα στο καταχείμωνο.

Δε θέλω να φύγω χωρίς τίποτε ν’ αφήσω.
Θέλω να με θυμάται ο άδειος του θανάτου κοχλίας
που πλημμυρίζει αργά με τον χρόνο της άνοιξης.
Θέλω πλήκτρο βροχής του Μαρτίου
να με κάνει αρμονία πάνω στο φύλλο πέρα κι απ’
το ηλιοβασίλεμα.

Ώστε κανείς ποτέ να μην πει:
πολύ καρπό έστρωσε ο χειμώνας που πέρασε,
μα κανείς να ξαπλώσει τη ζωή του επάνω δε θέλησε.

ΕΜΜΟΝΗ

Εμμονή των νεκρών.
Να θορυβούν εντός σου,
καθώς προσπαθείς να σβήσεις
τη σελήνη της μνήμης τους
από το στερέωμα.

Νομίζεις πως ξεχνάς τους νεκρούς σου,
τη στιγμή που δυναστεύουν
περισσότερο από ποτέ
το είναι σου.
Σαν σπόρος η αδικία που τους έκανες, κάποτε
μικρή,
τώρα το κυπαρίσσι της ριζώνει
τη νύχτα
στο στέρνο σου.

Η ΓΕΝΝΗΣΗ

Ήσουνα στον ουρανό, σε πόλη αγία,
όταν γεννήθηκες μεταξύ άλλων αγγέλων,
εμφάνισες το όνομά σου εν μέσω δόξης αστέρων.
Σε λιτανεία ιεροπρεπή
διέλυες αργά τις νότες στη νύχτα,
την Άρκτο και άλλες μελωδίες ψαλτών παλαιών,
επάνω στο σκότος ψιμύθια.
Ο Αυτοκράτορας ήρθε απ’ την πόλη του
να δει το θαύμα:
εσένα να στερεώνεις στον ουρανό
αλλιώς από πρώτα τα άστρα.

ΘΗΡΕΥΤΗΣ

Πιο λεπτός κι απ’ την ελπίδα ο χρόνος,
εύκολο να τον ξηλώσεις,
όταν γνωρίζεις να μετράς
και ξέρεις πώς να διαλύεις το κακό υφαντό
με το αόρατο αβάκιο του πείσματός σου.
Μπορείς,
αν κάποτε σκαλίζεις στη σκοτεινή ξυλεία του ουρανού τις νύχτες σου,
αν βάζεις τέλειες και θαυμαστικά,
άπαντα τα σημεία στίξης μόνος στο βιβλίο της ζωής σου,
μπορείς να πιάσεις τον επίδοξό σου θηρευτή
μέσα στον λάκκο του.

ΙΣΗΜΕΡΙΑ

Στο χέρι σου κρατάς το δεσμό
που αρθρώνει το νήμα της ζωής με το νήμα των
νοημάτων.
Ό,τι σκεφτείς πετά με ελευθερία πρωτόγνωρη
ανάμεσα σε θραύσματα στιγμών ωκεάνιων,
σε παφλασμούς διαμαντένιων λεπτών
που χαράζουν ονειρώδεις γραμμές στης ζωής σου το
όστρακο.
Πετούν κλαδιά εντός σου ατέρμονες γενιές
δευτερολέπτων,
καθώς ριζώνει ο ατέλειωτος χρόνος στα σπλάχνα σου.

Η ζωή σου πια ένα πόνημα,
γραμμένο στο φύλλο που αφήνει το δέντρο του
για το πρώτο ταξίδι στις ατραπούς φθινοπωρινής
ισημερίας.
Ίση η μέρα, ίση η νύχτα,
ίση η ελπίδα του μεσημεριού
με το κυπαρίσσι του απόβραδου.
Τα πάντα ισορροπημένα.
Το δρόμο σου
τώρα
τον χαράζεις,

ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ

Κατεβαίνω με την ομίχλη
και δεν βρίσκω κορυφή να κοιμηθώ.

(Πώς αποκόπηκαν τα βουνά από τη μνήμη του κόσμου,
στάχυα αλαζονείας στην ταπεινή ύβρη των κοιλάδων,
υπερβολικό ύψος κύματος στην ταλάντωση της λογικής.)

Ευτυχώς σε λίγο ξημερώνει.
0 ήλιος θα απλώσει τα χέρια
να με τραβήξει στη βάρκα του,
όπως τραβά ο ψαράς το δίχτυ του
και χύνεται από τα πλέγματα άχρηστος
ο χρόνος. 

ΜΕΛΑΝΙ ΤΟ ΦΩΣ

Στο φωτεινό των ονείρων μελάνι
το σχεδίασμα μιας άλλης ζωής προσπαθώ να ταιριάζω.
Στους κυματισμούς της ελπίδας η φωνή μου πάντα ρωτά:
«Ποιος θα μου δώσει πίσω τη γαλάζια χορδή της θάλασσας;
Η μελωδία των υδάτων λειψή
πώς να ψάλει τη χαρά σ’ όλα τα χρώματα του
μεγαλείου της;».
Οι Σειρήνες αρνούνται πεισματικά να μου πουν
το όνομά τους.
Ποιος θα θελήσει ποτέ ξανά να βυθιστεί ολάκερος
στο πέλαγος
χωρίς να τον μαγεύει ο ψίθυρός τους;
Όπως μαγεύει το άρωμα των πεύκων
και δονεί στα τρίσβαθά του τον άνεμο.
Στάχυα δίχως χρώμα, στάχυα δίχως νόημα,
σοδειά που δεν την θέλει κανείς και κανένα δρε πάνι δε θερίζει.
Χωρίς τις φωτεινές φλέβες των άστρων
το μεταλλείο της νύχτας άδειο,
η ψυχή μου άδεια
σαν πηγάδι που ανέβηκε από μέσα του ο ήλιος
και κύλησε στον ουρανό
μελάνι το φως.

ΜΙΚΡΟ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟ

Θυμάμαι τότε,
μια μέρα πριν θανατωθεί ο Δεκέμβρης
από τις ίδιες του τις μέρες,
μαζευτήκαμε πλήθος συμπότες, ακάλεστος εγώ,
να πιούμε το κρασί της επόμενης χρονιάς
και να σπάσουμε τις άφτιαχτες ακόμη
των αγγείων σφραγίδες.
Μόνο ο Σωκράτης δεν έπινε πολύ.
Μόνο αυτός νηφάλιος έμενε
μιλώντας για την Αρετή και τ’ Αγαθό,
μέχρι που νυσταγμένος ύπνωσε
κι ο τελευταίος πότης.
Κι ύστερα, όταν κανείς πια δεν τον έβλεπε,
έβγαλε απ’ τις πτυχές του ρούχου του,
απ’ το τριμμένο του λόγου πανωφόρι,
ένα μπουκάλι ουίσκι για τους εκλεκτούς
κι ήπιε μαζί με το δαιμόνιο του.

ΝΕΣΤΟΡΟΣ ΠΟΤΗΡΙΟ

Το δύσποτο τούτο ποτήριο
μόνο εγώ μπορώ να το σηκώσω
σαν τον Νέστορα μόνο εγώ μπορώ να το πιω.
Όμως δε θα το κάνω.
Όχι προτού συμφωνήσω με την ψυχή μου να με
προδώσει.
Τότε ο ίδιος θα παραδοθώ
και ο ίδιος θα ετοιμάσω το κώνειο:
όποιος θέλει να λέγεται ελεύθερος
πρέπει να είναι κύριος ακόμη και της προδοσίας του.

ΟΡΕΣΤΗΣ

Είναι αργά.
0 Ορέστης έφυγε να ζητήσει χρησμό.
Πάλι το Άργος έμεινε μόνο του.
Θαρρείς κι οι βασιλείς του επιζητούν
ν’ αφήνουν στο παλάτι τούς υποτακτικούς
να ετοιμάζουν τις συνομωσίες τους ελεύθεροι.
Κι ύστερα, επιστρέφοντας, να συζυγοκτονούνται.

Εκτός κι αν όλους μας ξεγέλασε,
εκτός κι αν έφυγε να ιδρύσει νέα πόλη.
Αφήνοντας όλους εμάς να σχεδιάζουμε ανατροπές,
αυτός σ’ άλλες ακτές να σχεδιάζει σύνορα
του νέου βασιλείου του.

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΣΕ ΚΟΙΤΑΖΩ, ΥΠΑΡΧΕΙΣ

Όταν σε κοιτάζω,
πιστεύω στα πιο απίθανα πράγματα,
όπως μία σπηλιά δίχως το βάθος της,
ένα λεπτό χωρίς τα δευτερόλεπτά του,
ένα ενδιαφέρον με νόημα.

Όταν δεν σε κοιτάζω, υπάρχεις.
Σε μια αμφίσημη κατάσταση.
Σιωπηλή πνοή που ανασαίνει αόρατη στη μνήμη μου.
Κι ύστερα εμφανίζεσαι από το πουθενά.
Σε μια γωνία ανύπαρκτη,
σε ένα χώρο ένυλο όσο και το τρεχούμενο νερό στα
χέρια αγγέλου.
Υποψιάζομαι πως όταν δεν με βλέπεις, δεν υπάρχω.
Γι’ αυτό μπορώ και γράφω.

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως αντικρίζει ένα άλλο φως;
Ποιες νότες ανταλλάσσονται από διόδους μυστικές
σαν τη χορδή που κιθαρίζει τη μουσική του χρόνου;
Κάποτε μεγαλώνεις κι αναζητάς τα δευτερόλεπτα που ξόδεψες
χωρίς να αγοράσεις κάτι απ’ την πραμάτεια των ονείρων σου.
Κι όμως ήταν εκεί, απλωμένη σαν ερωμένη που δίνεται ολάκερη,
αλλά εσύ διαλέγεις πάντα κάτι το λιγότερο,
το μισοφέγγαρο, αντί για την πανσέληνο,
το ένα χρώμα, αντί για όλο το ουράνιο τόξο.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φεγγάρι συναντά ένα άλλο;
Ποιοι θρύλοι να ξυπνούν σαν ξεκινάει να χτυπά η καρδιά της νύχτας;
Οι δράκοι κάποτε γερνούν κι εξημερώνονται
κι εσύ ακόμη αναζητάς το κάστρο
που δεν εκπόρθησε ποτέ ο δισταγμός κι η αναβλητικότητά σου.
Κι όμως η πύλη του ήταν ανοιχτή,
κόρη ενός ματιού που διαστέλλεται ολάκερο
για να δεχτεί το αγαπημένο σχήμα εντός του.
Αλλά εσύ διαλέγεις πάντα το μισόκλειστο παράθυρο,
τη χαραμάδα αντί για τη βαθιά ρωγμή,
το σχίσιμο στο πέπλο αντί για το γυμνό κορμί του αγάλματος.

Τι να συμβαίνει, όταν ένα φως δεν αντέχει να κοιτάζει ένα άλλο φως;
Όταν ένα βλέμμα σβήνει για να μην δει το άλλο;
Όταν το πεντάγραμμο αδειάζει από τις νότες του,
όλη αυτή η χαμένη μουσική πού να πηγαίνει; 

ΠΑΝΤΑ

Πάντα με τον άνεμο κυλάει η μνήμη.
Πάντα με τον άνεμο πλανιέται ο πλάγιος ήχος της.
Λυγίζουν τα δέντρα στα βάθη του νου
και ψάλλουν εκστατικά στη μυστική της Οκτώηχο.

Πάντα το ακτινοβόλο τραγούδι της θύμησης το σκιάζει
ηχώ μελανή, φτασμένη απ’ το λίκνο του ανεκπλήρωτου.
Πάντα η μια χορδή του
ταλαντώνεται στη νότα των στεναγμών.

Όμως εσύ δέξου όλο το άκουσμα.
Θυμήσου τη θύρα ν’ ανοίξεις.
Με την κλείδα
που οι άγγελοι κρατούν
και μετρούν
το ευρύχωρο
της ψυχής των ανθρώπων.

ΣΑΛΩΜΗ

Mια στιγμή θα ξεκλέψω απ’ το Τίποτα.
Μια στιγμή που θα δώσει
ανύπαρκτους αιώνες στο μέλλον.
Στου Ναού το άδυτο βακχεύοντας,
τη δική μου Σαλώμη θα ικανοποιήσω,
προσφέροντας την κεφαλή του Χρόνου
επί πίνακι.

ΣΤΗΡΙΓΜΑΤΑ

Έρεισμα της δίψας,
της βασάνου ευλογημένη δοκός.
Σ’ αυτήν θα στηρίξει τον όρκο της μοναξιάς του
ο άγιος,
κάτω απ’ τα νέφη
θ’ ακουμπήσει επάνω της
το φορτίο της ματαιότητας.

Έρεισμα της λαγνείας,
της ηδονής εφύμνιο σιωπηλό.
Αυτό θα ψάλλει στον όρθρο του
ο δαίμονας,
θα γονατίσει στην κόγχη
που ανάβει τη μνήμη,
θα καρφώσει στο στέρνο του
τον σκοτεινό σταυρό της απόλαυσης.

Όσο υπάρχουν στον κόσμο στηρίγματα
και ο άγιος και ο δαίμονας θα μπορεί
να αντέχει την ερημία του.

ΣΤΟΥ ΜΑΤΙΟΥ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ

Στου ματιού το κέντρο συγκλίνουν οι γραμμές της
μνήμης
καθώς μεταλλικός ο χρόνος χαράζει την πορεία του,
καράβι που πλέει προς το λησμονημένο αύριο
ή, άραγε, το χτες.

Στου ματιού το κέντρο η κόρη
κρατάει φυλαγμένη την ψυχή του κόσμου
αψηφώντας την πεινασμένη για στιγμές αιωνιότητα,
καίγοντας τεμάχια αρχέγονης επιμονής,
πετώντας απ’ το χείλος του γκρεμού
φωτοβολίδες τ’ άστρα στην απεραντοσύνη.

Στου ματιού το κέντρο είναι η πηγή όλων των λόγων μου,
από το δάκρυ που μετασχηματίστηκε ένα πρωί σε
τριαντάφυλλο
ως τη σιωπή που σμίλεψε το βράχο
να τραγουδά στο σάλεμα ερωτευμένου κύματος.
Στου ματιού το κέντρο είναι η γέννα και το τέλος μου,
είναι το λίκνο που ταλαντεύει ο άνεμος ατέρμονα,
που η τελευταία του στιγμή είναι κενή
όπως κι η πρώτη του
κι ανάμεσά στα δυο ακραία χτυπήματα του ρολογιού
ζούνε ο ήρωας
και η βασίλισσά του
στα δώματα του πύργου της.

ΤΑΡΑΧΟΠΟΙΟ ΠΝΕΥΜΑ

Η καταιγίδα παίρνει πάντα μαζί της ένα μέρος της ύπαρξής σου.
Το ταραχοποιό σου πνεύμα εμποτίζει το σύννεφο
και ξεσπά σε κάποια άλλη γη,
υπνωτίζοντας νοτερά τα φτερά των πουλιών,
δημιουργώντας σταλαγματιές πάνω σε νεόφυτα δέντρα,
κρύσταλλα στον τροχό του υαλουργού που λάμπουν.
Και περνάς άπιαστη πάνω από σύνορα
και οι λέξεις μου μάταια στήνουν ενέδρα για να σε συλλάβουν.
Ίσως σε κάποιο μοναχικό σπιτάκι στην άκρη του νου
να συναντηθούν οι έννοιες που δίνουμε στα πράγματα,
να συμφωνήσουμε τι είναι φως και τι μη φως
και τι το αστραφτερό σκοτάδι ανάμεσά τους.

ΤΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Έλα μαζί μου να δούμε το ξύπνημα της νέας εποχής
που γεννιέται με πορφυρές πικροδάφνες και
καιόμενα σπάρτα.
0 αληθινός πρωτότοκος των νεκρών είναι η άνοιξη.
Κάθε τι που πεθαίνει της χαρίζει την τελευταία
μικρή του πνοή.
Της δωρίζει το τελευταίο του όνειρο.
Κι εκείνη έχοντας θησαυρίσει μέσα της την ελπίδα
μυριάδων ψυχών
φυσά στον κόσμο λουλούδια αναρίθμητα,
πέταλα ουράνιων τόξων στον άνεμο,
φλέβες ζωής παλλόμενες στα μέτρα μιας μελωδίας
που χτυπά ρυθμικά στην καρδιά των πουλιών
και στης βροχής τα τρεχούμενα βάθη.

ΥΠΟΨΙΑ

Πάνσεπτος χαλαζίας ο κόσμος.
Αδάμας ο ήλιος. Δίκαιος ύπνος η σελήνη.
Ακλόνητη των αστέρων η δικαιοσύνη.

Μονάχα το σκοτάδι του βάθους με βάζει σε υποψία.
Όταν της σκέψης τα σκαλιά ανεβαίνει,
γεμίζει πρώτα του μυαλού σου την ερημιά.
Όταν φτάσει στην καρδιά,
η αγχόνη της τύψης είναι ήδη δεμένη στο δέντρο σου.

ΖΩΦΟΡΟΣ ΓΙΑ ΔΕΚΑΟΧΤΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
IV. Κόκκινος κυματισμός

Κόκκινος κυματισμός,
ο οίστρος μίας κίνησης χορευτικής
που ερωτεύτηκε τον εαυτό της,
όπως ο μοναχός τον ψαλμό του.
0 ύμνος γράφεται στο έδαφος,
με την άκρη των δαχτύλων σου.
Μόλις που ακουμπάν στη γη τα πόδια,
κλωστή κρεμάμενη από αόρατο άγκιστρο στον ουρανό.

VIII. Στη βροχή

Στέκεις στη μέση του δρόμου,
μα γύρω σου όλα κινούνται:
βαδίζουν στοιχισμένα τα δέντρα,
οι σκιές πλέουν στα νερά,
το μαύρο του χρόνου ρυτιδώνεται.
Λίγο από κόκκινο -η ομπρέλα, το κασκόλ-
καίει τους ώμους σού.
Ίσως και να ’ναι η φωτιά που επιμένει,
ζωντανή μες στη βροχή,
ένα φως που το τρέφει η ομίχλη.

XIII. Σπασμένη ηχώ

Σπασμένη ηχώ, στο μικρό δωμάτιο
ανακαλείς τεθλασμένα το παρελθόν,
μια ζωή που έμεινε περίκλειστη στον εαυτό της,
συναστρία λουλουδιών στο βάζο εντοιχισμένη, αθέατη,
παιδί μιας άνοιξης που ’ναι τυφλή στα ίδια της τα χρώματα.
Σπασμένο αγγείο.
Έρχεται μια στιγμή που τελικά όλα τα σώματα
εκτίθενται στο φως.
Και η ηχώ ισιώνει τη χορδή της καθαρά στο μέλλον.

XVIII. Υπόλειμμα

Κοιμάσαι και το όνειρο σε περιβάλλει
με το πτυχωτό του πέπλο,
αυτό που διέσωσες κρυφά,
απομεινάρι από την πρώτη και την πιο μεγάλη,
τη νυφική ημέρα των ονείρων σου.
Κι όμως αυτό το υπόλειμμα είναι που σε συντηρεί.
Αυτό είναι που σε κάνει όμορφη.
Όπως ομορφαίνει το λυκόφως η ηχώ του ήλιου
που πέφτει και παφλάζουν τα κύματα.
Όπως ομορφαίνει τη νύχτα η επιτολή ανέλπιδου αστεριού.

ΠΟΥ ΕΧΕΙΣ ΠΑΕΙ;

Η θαλασσινή καρέκλα σου στον ήλιο κενή
σαν χρόνος που ξόδεψε το φλασκί του
ξεδιψώντας την άπληστη ζέστη.
Οι σκιές απέμειναν ορφανές
χωρίς το σώμα σου να τις καθοδηγεί.
Η θάλασσα στοχάζεται την αποχώρησή της,
τώρα που δεν σε βλέπει.
Λίγο ακόμη και ο τείχος στην αυλή
θα ολοκληρώσει την κυκλωτική του κίνηση.
Η δίοδος θα κλείσει.
Το καραβάκι δεν θα ’χει
ποια να παραλάβει για δέσποινα των κυμάτων.
Η ώρα στενεύει
σαν ράχη βιβλίου που χάνει τα φύλλα του.
Η αναμονή διευρύνεται
σαν κόρη ματιού στο ημίφως
που θα ’ρθει ν’ αναπληρώσει τη θέση σου.

Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΑΣ

Κενός όροφος,
τα δωμάτια έχουν αφήσει τους ενοίκους τους,
οι δρόμοι έχουν αφήσει την πόλη τους,
τα λεπτά έχουν εγκαταλείψει τον χρόνο τους,
οι αρουραίοι επινοούν την αυτοκρατορία τους,
οι σκελετοί αναζητούν τη σάρκα τους,
όλα θα τακτοποιηθούν και πάλι με μια νέα διάταξη,
στην εφημερίδα της κυβέρνησης ετοιμάζεται και
πάλι το ΦΕΚ
της αρχής της απροσδιοριστίας.

ΚΡΟΝΟΣ

Καταβροχθίζω τον εαυτό μου.
Μανιώδης οπή που ρουφά το νερό της.
Φίδι που καταπίνει τον ίσκιο του.
Τρώω τους δακτυλίους μου εδώ και αιώνες.
Μια μέρα θα φάω και τα παιδιά μου.
Είμαι ο αιώνιος κανίβαλος του Γίγνεσθαι και του Είναι
Αφήνω πίσω μου κληρονομιά το Κενό,
το Μηδέν
και την ευλογημένη Σιγή του ευνουχισμένου σκύλου.

ΑΝΤΙΜΙΜΟΣ ΗΛΙΟΣ

Προσπαθείς να με αποπλανήσεις
με μια αιφνίδια ανάνηψη οράματος
με ένα γέλασμα ακέφαλης αστραπής,
εσύ που είσαι απλώς
ένας τάπητας υπερθαλάσσιας έκλαμψης
το κέλυφος αντίμιμου ήλιου
η τροχαλία όντων ημιανύπαρκτων,
θέλεις να μου σταλάξεις
την αγάπη του αμνού
για τον σφαγέα του.

Πρόλογος

Εδώ έχω συγκεντρώσει την με οποιοδήποτε τρόπο εκδομένη ποιητική μου παραγωγή της δεκαετίας 2010-2020. Αν και γράφω ποίηση από την εποχή των σπουδών μου, τη δεκαετία του 1990, μόνο μετά το 2010 ένιωσα ότι ωρίμασε αρκετά η γραφή μου και ότι ορισμένα κείμενα, αρχινημένα μερικές φορές από δεκαετίες, πήραν τέτοια μορφή, ώστε να αξίζει να διαβαστούν κατά τα δικά μου υποκειμενικά κριτήρια. Ακόμη και τότε, όμως, οι εκδόσεις των ποιητικών συλλογών μου [Η Αναμενόμενη, Βουνέ 2012, Μάγαδις (μέρος της συλλογής Φούγκα από κοινού με την Αγγελική Μαυρουδή και τη Ζωγραφιά Οτζάκη), Ρώμη 2017, Περί ονείρων, Ρώμη 2018, Στου ματιού το κέντρο (Ανθρώπινα δαιμόνια από κοινού με τη Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή), Ρώμη 2018] περιορίστηκαν σε λιγοστά αντίτυπα, διαμοιρασμένα σε φίλους (ή αδιαμοίραστα ακόμη στα ράφια της βιβλιοθήκης μου).
Η ανάγκη, λοιπόν, που ένιωσα για μια γενική συνάθροιση ποιημάτων οφείλεται στο ότι πρακτικά παραμένουν άγνωστα σε ένα ευρύτερο κοινό, παρότι υποτίθεται ότι εκδόθηκαν. Ένας ακόμη σημαντικός λόγος για συνολική έκδοση είναι η διαρκής εσωτερική μου ανάγκη για «διόρθωση» των κειμένων και η δυσκολία να βρω μια τελική μορφή τους που να με ικανοποιεί αισθητικά. Όλα όσα θα διαβάσετε πέρασαν τη βάσανο πολλών διαδοχικών αλλαγών για να πάρουν τη μορφή που έχουν. Και πάλι, εκμεταλλεύτηκα την παρούσα έκδοση για μια νέα, τελική αυτή τη φορά αναθεώρηση. Επομένως η τωρινή μορφή των ποιημάτων μου είναι αυτή που θέλω να λογαριάζεται ως επίσημη και οριστική. Παράλληλα προσέθεσα και αρκετά αδημοσίευτα ποιήματα της ίδιας περιόδου, ώστε το συνολικό «προϊόν» να παρουσιάζει ενδιαφέρον και για όποιον έχει ήδη διαβάσει μέρος του έργου μου.
Πρόκειται για κείμενα που σε ένα βαθμό ο χαρακτήρας τους είναι προγραμματικός: δεν έκρυψα ποτέ ότι δεν συμφωνώ με τον ωμό ρεαλισμό ή τον νατουραλισμό στην ποίηση, καθώς η τελευταία, αν θέλει να είναι πιστή στο όνομά της, πρέπει να ποιεί, να μεταμορφώνει σε κάτι νέο, και όχι να αναπαράγει τον κόσμο (στον βαθμό που μπορεί να το κατορθώσει ο λόγος). Έτσι τα ποιήματα φέρουν τα ίχνη πλήθους λογοτεχνικών ρευμάτων και επιδράσεων και χαρακτηρίζονται από ρητή ή άρρητη διακειμενικότητα. Απαιτούν αποκρυπτογράφηση και αφοσίωση στην ανάγνωση. Είναι ερμητικά ανοιχτά σε όποιον έχει τη διάθεση να σκύψει πάνω τους, πάνω από το αλχημιστικό δοχείο που μεταμορφώνει τα πράγματα σε θεάματα.

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

NORA MAY FRENCH

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ

Η Αμερικανίδα Nora May French (1881-1907) αποτελεί μια από τις χαρακτηριστικές εκπροσώπους της λεγάμενης ποίησης της Δυτικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών που άνθισε στην Καλιφόρνια, στους μποέμικους λογοτεχνικούς κύκλους της οποίας άτυπος αστέρας υπήρξε ο George Sterling (1869-1926) με την κοινότητα καλλιτεχνών που ίδρυσε στο Carmel-by-the-Sea κοντά στο Σαν Φρανσίσκο. Η French μαζί με ένα πλήθος άλλων ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων, ανάμεσά τους οι Jack London, Arnold Genthe, Ambrose Bierce, Mary Austin, Upton Sinclair, έγιναν μόνιμοι ή προσωρινοί θαμώνες της κοινότητας αυτής, που είχε ως σήμα κατατεθέν της τα ελευθεριάζοντα ήθη και την αντισυμβατική συμπεριφορά. Τα προβλήματα κατάθλιψης που αντιμετώπιζε η French την οδήγησαν στην αυτοκτονία με υδροκυάνιο τον Νοέμβριο του 1907 στο σπίτι του Sterling και της γυναίκας του στο Carmel, προκαλώντας σκάνδαλο στις εφημερίδες της εποχής. Φύση-Έρωτας-Απαισιοδοξία είναι τα τρία κυριότερα μοτίβα της μικρής αλλά αξιόλογης ποιητικής της παραγωγής, τα καλύτερα δείγματα της οποίας μεταφράζονται στον παρόντα τόμο.

.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΒΡΟΧΕΣ

ΒΡΟΧΗ

Ήτανε γκρίζα η βροχή πριν πέσει.
Μέσα από έναν κόσμο με νεκρό το φως
έτρεχε άνεμος αδύναμος, θρηνητικός,
τα δέντρα που κουνούσε κι έκλαιγε.

Πάνω στη γη ήταν καφέ η βροχή
τε ρεύμα ταραγμένο, θάλασσες μικρές,
και με ριπές λεπτές, γοργές οπού χτυπούν
και γονατίζουν τα λουλούδια.

Είναι καθρέφτης τ’ ουρανού η βροχή,
εικόνα καθαρή του γρασιδιού που γέρνει·
και στις λιμνούλες τις λαμπρές γλιστρώντας
είναι τα σύννεφα λευκά και κοντινά.

ΠΛΑΙ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ

Όποιος την ανεμόδαρτη πάει να συναντήσει νύχτα
μ’ αόρατους συντρόφους στο πλάι να φωνάζουν,
όποιος κλαδί αδράχνει με χαρά γοργή
γερτό για να τ’ αφήσει και να πεταχτεί ελεύθερο,

όποιος τρέχει για τη γαλήνη που το τρέξιμο χαρίζει,
τρέχει μέχρι οι πονεμένοι μύες του να μιλήσουν
όποιος σκύβει να αισθανθεί πόσο έντονα ζει
το χαρωπό γρασίδι κάτω απ’ το μάγουλό τού-

τα μάτια του άξαφνα με δάκρυα θα γεμίσουν,
τι με κοφτή ανάσα τ’ αντικρίζει καθαρά
κείνα τα σώματα που πρέπει ακίνητα να μείνουν,
τόσο κουρασμένα, στην Οικία του Πόνου.

ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΟ ΑΙΘΡΙΟ

Πρόσωπα που συρρέουν και κοιτούν και έρχονται και φεύγουν.
Σαν ανταμώνουν οι φωνές δονείται ο αέρας.
Η ηχηρή Ανθρωπότητα σ’ ανάκατη ροή
με βήμα τρανταχτό πολλών ποδιών περνάει.

Μα πάνω απ’ όλη τη φλυαρία του πλήθους
(το φόντο για το λεπτεπίλεπτο ανάγλυφό του)
που πότε πάλλεται σε μια ροή, πότε ηχηρή και άγρια,
γελάει το βιολί και τραγουδά, τον πόνο του κραυγάζει.

Μετά, μέσα και γύρω απ’ όλα, η θάλασσα.
Μια μεγαλόπρεπη καρδιά μ’ αέναο χτύπο,
που φέρνει του μυστηρίου μιαν απόχρωση,
νότες σκληρές κι αγαπητές, γλυκιές κι οξείες.

Σίγουρα είναι η ζωή μου -μέρες κοπιαστικές,
μ’ ένα Ιδανικό που καθαρό και δυνατό βαστάει
κι ηχεί πάνω, κάτω, μέσα απ’ τους τρόπους μου,
κάτι ξεχωριστό -παντοτινά ακατάληπτο.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΒΡΟΧΕΣ

Είν’ ένα ασήμι διάστημα ανάμεσα σε δυο βροχές.
Η θύελλα που νανουρίζει έδωσε στη μέρα
μια ώρα νηνεμίας και διακεκομμένο γκρι.
Ο κόσμος έχει αδειάσει από χρώμα. Μένει το φως.

Πέρα από την καμπυλωτή ακτή παραπονιέται γλάρος.
Δίχως σταματημό, στους προμαχώνες της ακτής,
με λάμψη ασπίδων και με το γύρισμα του ατμού της αλισάχνης
χτυπούνε οι μεγάλες θάλασσες, το γκρίζο κύμα πολεμά και σβήνει.

Είν’ ένα ασήμι διάστημα ανάμεσα σε δυο βροχές.
Μία διάθεση πολύ γλυκιά για δάκρυα, για τη χαρά πολύ χλωμή.
Ποια ταραχή μας σάρωσε ή μας πλησίασε, εσέ κι εμένα;

Τούτη την ώρα, φωτός ομίχλη στις πεδιάδες βρίσκεται,
και προς τη θάλασσα τραβά ξανά με λαμπερά ιστία
το φορτωμένο πλοίο των ονείρων μας στον ουρανό αποκάτω

ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΗ

II

Μέρα και νύχτα σκιάζεται η σκηνή μου
με φύλλα που κινούνται στον ήλιο, στο φεγγάρι.
Στους τοίχους της από διάφανο λευκό
τρέχουν υπέροχες σκιές ποικίλες.

Λεπτά και μαύρα, γοργά να σπεύδουν,
κοιτάζω στην αυγή τα ποδαράκια:
άξαφνα ψηλά ένας συκοφάγος,
σαν βέλος το πουλάκι ήρθε κι έφυγε.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

IV

Πέρα απ’ αυτή την πορφυρή σκιά φωτίζει
ο χρυσαφένιος κήπος μου ηχηρά με μέλισσες
και του ανέμου γκρι και ασήμι πνοές
στις κατηφόρες με τα ελαιόδεντρα.

Προτού ξεδιπλωθεί το κοιμισμένο λούλουδο,
προτού να γεννηθούν οι πρωινοί οι ανέμοι,
όλο χαρά σε έναν τέτοιο κόσμο ξύπνησα,
το πρωινό με σπίνους το μοιράστηκα.

Με του έρωτα τη μνήμη, ξύπνησα και χαμογέλασα,
τους πρωινούς τους σπίνους άκουσα να τραγουδούν,
τραγούδησα τον έρωτα κι εκείνοι για την άγρια
χαρά του τραγουδιού, του ήλιου και της άνοιξης.

Η ΞΕΝΗ

Μέρα τη μέρα ήσυχη τόσο πολύ καθόταν,
μιας μοναχής απόσυρση γλυκιά,
με απασχολημένα χέρια, μάτια κατεβασμένα-
ό,τι πιο ντροπαλό κάτω απ’ τον ουρανό.

Ούτε κι εμείς το ξέραμε, πετώντας μεταξύ μας
κουβέντες γρήγορες, απρόσεχτα τα λόγια,
πως πάντοτε μέσα από αυτά σαν μισοφοβισμένες,
φεύγαν οι σκέψεις της, πουλιά που αναζητούν,

κλαδί μαζεύοντας, έν’ άχυρο στιλπνό,
χαρούμενη κλωστή με μεταξένια λάμψη
να φέρουν επιστρέφοντας και μέσα στην καρδιά της
να υφάνουνε ονείρων μια κρυφή φωλιά.

ΣΟΥΡΟΥΠΟ

Της γης τα ξηραμένα χείλη
και πάλι πίνουνε δροσιά, καθώς πεθαίνει η μέρα.
Το νεαρό φεγγάρι αντλεί
λεπτή σαν νήμα αχτίδα κει όπου νωθρή ξαπλώνει η δύση
κι αργά ανοίγει το λυκόφως μάτια έναστρα.

Στη Δύση χαμηλά
η θράκα της ημέρας σβήνει ρίχνοντας μια τελευταία λάμψη αχνή
πίσω από μία κορυφογραμμή
όπου λόφοι κυρτοί μες στη χλωμάδα νυχτολούλουδου ομοιάζουν
αιχμηροί σαν κεχριμπάρι. Η ακινησία του σούρουπου
επωάζεται από κάτω.

Ένας μακρύς πρώτος στεναγμός
απ’ το πλατύ αναδύεται δροσόβρεχτο της νύχτας στήθος.
Τα φύλλα απαντούν
με θρόισμα απαλό, μικρό, οι πεταλούδες φασματικά πετούν
και τα τριζόνια που ξυπνούν χαρά μακρόσυρτη σφυρίζουν.

ΑΛΛΑΓΗ

Αγαπημένε, έγινα πράγματι τόσο ψυχρή;
Τα μάτια μου είναι πιστά, θρηνώντας με το θρήνο σου.
Κι αν δεν μπορούσε ο χρόνος ο ίδιος να γεράσει,
αλλά σταμάταγε στο φυτρωμένο φύλλο και στους χυμούς που
αφυπνίζονται,

του Απρίλη μια καρδιά ίσως να κράταγε την πρώτη ταραχή της,
του Απρίλη αγάπη τα πέταλα της άνοιξής της.
Όταν στο στήθος μου σιωπούνε όλα τα πουλιά,
πώς ν’ απαντήσω όταν με καλείς να τραγουδήσω;

Οι λόφοι το φθινόπωρο είναι καφέ: δεν θα τους δεις.
Μιλά το λυπημένο δάσος και σε βρίσκει ξένο.
Α, αγαπημένε, όλος ο κόσμος μου μου είναι οικείος
κι αλλάζω με τις μέρες που γυρνούν, αλλάζω.

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ

Ο δρόμος ο μακρύς που περπατάει ο κόσμος
δεν είναι σαν τα μονοπάτια που γνωρίζω.
Κι όμως μπορώ να βρω τα πρωινά εκεί,
όλο τον ορθρινό αέρα και το φως το κρυσταλλένιο.

Στέγες μ’ οξείες κορυφές σ’ ήλιο λοξό
γίνονται πιο θαμπές, καθώς πλαγιάζουν και συγχέονται,
ώσπου δεν συνωθούνται πια κι έτσι κανείς
μπορεί να δει στο βάθος τα βουνά του.

Μετά, όταν το θέλημά της τελειώσει η μέρα,
στου παραθύρου μου επάνω το περβάζι γέρνω
και τα κοιτώ να πλέουνε, ψηλά και καθαρά,
στον ουρανό απέναντι της δύσης μου τα πλοία.

ΔΙΑΘΕΣΕΙΣ

II

Μνήμη δακρύων ήτανε η μέρα εκείνη,
μικρών, οικτρών ζωών και κακομεταχειρισμένων:
ένα πουλί πεσμένο που δεν σώσαμε, –
η πεταλούδα που πληγώσαμε βοηθώντας.

Κι έσχατη, να γεμίσει μάτια μετάνοιας,
πιο φωτεινή και εύθραυστη απ’ όσα έχουν φτερά
η πίστη μιας στιγμής, η αγάπη μίας ώρας,
θρηνεί τη σκόνη με σπασμένα τα φτερά.

ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΕΛΗΝΟΦΩΣ

Είναι αυτός ο κόσμος που ήξερα; Κείνος τη μέρα
έλαμπε με χρυσαφένια θέρμη, με ζωηρές χροιές-
βουνά και ουρανός που σε λιωμένο μπλε έσμιγαν
κι ατμόσφαιρα θολή τρεμόπαιζε μακριά.

Τούτος ο κόσμος είν’ λευκός σε ουρανό ασημένιο-
λευκός με λάμψη ωχρή και φωτεινά ψυχρός.
Βασίλισσα κυριαρχεί η σελήνη και τ’ άστρα φέγγουνε ακόμη αχνά
σαν λαμπυρίζουν αμυδρά ψηλά στις κορυφές των λόφων.

Εδώ, όπου χόρτα μακριά το ρέμα δίπλα αγγίζουν
καθώς το δρόμο του στενό κεντά με γέλιο βουερό,
το πρόσωπό μου υψώνεται να δει χλωμές πλανώμενες αχτίδες
μες σε κλαδιά ιτιάς ψιθυριστά… Και ονειρεύομαι και ονειρεύομαι.

ΠΙΟΤΕΡΟ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ

Ήτανε μια χαρά που το βλαστάρι της δεν έκοψα
πράγμα μικρό που πέρασα μ’ ολόγιομα τα χέρια,
και του ’ριξα πίσω μια ματιά χάρη στην ομορφιά του.

Από όλα όσα τράβηξα και έπλεξα και πέταξα στην άκρη,
ήτανε κάποιο χρώμα προτιμότερο απ’ τα υπόλοιπα;
Ξέρω μονάχα πως πολύ τ’ απόλαυσα και πέθαναν.

Αλλά εκείνο ξέχωρα ζει στο βλέμμα εντός της Μνήμης,
πράγμα μικρό, που κύρτωνε ωσάν μαργαριτάρι.
Το φως νομίζω πως ποτέ της δεν το είχε δει η καρδιά του.

.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ  ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ 

…/…

Η French συνδέθηκε με τον Henry Anderson Lafler, βοηθό συντάκτη στο λογοτεχνικό περιοδικό The Argonaut. Ήταν ένας από τους συγγραφείς που σύχναζαν στο Coppa, το εστιατόριο στο κέντρο της ακμάζουσας καλλιτεχνικής σκηνής του Σαν Φρανσίσκο. Ποιητές και ζωγράφοι συγκεντρώνονταν σε ένα τραπέζι στο πίσω μέρος, τρώγοντας θαλασσινά και πράσινες σαλάτες και πίνοντας φτηνό κόκκινο κρασί, ενώ συζητούσαν μέχρι αργά το βράδυ. Κάθε καλλιτέχνης ή συγγραφέας που επισκεπτόταν το Σαν Φρανσίσκο σταματούσε εκεί. Ο Henry βρισκόταν στου Coppa σχεδόν κάθε βράδυ, έγραφε και μετά διάβαζε τα σονέτα του. Τις περισσότερες φορές βρισκόταν στην παρέα του George Sterling, τον οποίο όλοι αποκαλούσαν «Ο βασιλιάς της Βοημίας», επειδή είχε ορίσει τον μποεμισμό για τον κόσμο. Σύμφωνα με τον Sterling υπάρχουν τουλάχιστον δύο στοιχεία που είναι απαραίτητα στον μποεμισμό. Το πρώτο είναι η αφοσίωση ή ο εθισμός σε μία ή περισσότερες από τις επτά τέχνες· το άλλο είναι η φτώχεια.

Παρά το γεγονός ότι ο Lafler διατηρούσε παράλληλες σχέσεις με άλλες γυναίκες, τις οποίες η Nora γνώριζε, την έπεισε να μετακομίσει στο Σαν Φρανσίσκο μετά τον σεισμό του 1906 (18 Απριλίου). Έπιασε δουλειά ως τηλεφωνήτρια στην Pacific Telephone, ενώ συνέχισε να γράφει. Θεωρούνταν τότε ως μια ελπιδοφόρα λογοτέχνιδα, με δουλειές μεταξύ άλλων στα έντυπα Sunset, Goodwin’s Weekly, San Francisco Call και Saturday Evening Post. Κατέλαβε γρήγορα μια θέση στους μποέμ πνευματικούς κύκλους, αλλά υπέμεινε αρκετές ατυχείς σχέσεις, αφού πρώτα χώρισε τον Μάρτιο του 1907 με τον Lafler μετά από μια έκτρωση και συνεχείς τσακωμούς. Ανάμεσα στις σχέσεις της ήταν ο σατιριστής Gelett Burgess, ο συγγραφέας Will Irwin, ενώ αναθερμάνθηκε και η σχέση της με τον παλιό της έρωτα Alan Hiley, με τον οποίο άρχισαν να κάνουν σχέδια για γάμο, αν και τελικά το ζευγάρι χώρισε ξανά. Οι άτυχες σχέσεις την επιβάρυναν συναισθηματικά και τον Αύγουστο του 1907 κατέφυγε στον ποιητή George Sterling και τη σύζυγό του Carrie στο σπίτι τους στο Carmel, για να ξεπεράσει τα ψυχολογικά της προβλήματά. Το σπίτι των Sterling ήταν το κέντρο της μποέμικης καλλιτεχνικής αποικίας στο Carmel-by-the-Sea στη χερσόνησο του Monterey. Η αποικία του Carmel, που ιδρύθηκε την πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα, θα γινόταν διάσημη για τον ελευθέριο τρόπο ζωής της, αλλά και για τη φιλοξενία των Maty Austin, Ina Coolbrith, Jack London, Ambrose Bierce, Harry Leon Wilson, Arnold Genthe, James Hopper, Alice MacGowan, Gelett Burgess, Sinclair Lewis, Upton Sinclair, Xavier Martinez και πολλών άλλων σημαντικών συγγραφέων και καλλιτεχνών.

Αντίθετα από τις προσδοκίες, η French έγινε ακόμη πιο καταθλιπτική και τη Δευτέρα 11 Νοεμβρίου προσπάθησε να αυτοκτονήσει χωρίς επιτυχία με έναν πυροβολισμό στο κεφάλι. Δύο μέρες αργότερα, τη νύχτα της 13ης Νοεμβρίου του 1907, η French τερμάτισε τη ζωή της στο σπίτι του Sterling, ο οποίος απουσίαζε στο Σαν Φρανσίσκο, καταναλώνοντας υδροκυάνιο, ενώ η κυρία Sterling κοιμόταν δίπλα της. Η French ήταν είκοσι έξι ετών. Οι εφημερίδες στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο μεγέθυναν την τραγωδία με εντυπωσιακούς τίτλους και υπαινιγμούς σε μποέμικες ακολασίες, ερωτικά τρίγωνα και συχνές επισκέψεις εξεχόντων παντρεμένων ανδρών.

Τα ποιήματα της French είναι συχνά μελαγχολικά, ενώ υπάρχει και μια επαναλαμβανόμενη ανάμειξη της αίσθησης της παραδοξότητας και του θαυμασμού για την ομορφιά της φύσης. Επίσης αποκαλύπτουν τη σύγκρουση στην ψυχή της ποιήτριας ανάμεσα στην επιθυμία να ζήσει μια ανεξάρτητη και δημιουργική ζωή και την κοινωνική πίεση να εισέλθει σε έναν ασφαλή, αλλά χωρίς πάθος γάμο. Τα ποιήματά της αντικατοπτρίζουν επίσης την αγωνία της για την απόρριψή της από τις άλλες γυναίκες. Ψηλή και όμορφη, είχε χρυσά ξανθά μαλλιά και φωτεινά γαλάζια μάτια. Όντας μια εντυπωσιακή φιγούρα και μια δυναμική συνομιλήτρια, ήταν πολύ ελκυστική για τους άντρες. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε γυναίκες φίλους και ότι ενέπνεε φθόνο στα μέλη του φύλου της. Σε μια σύντομη συνέντευξή της, που δημοσιεύθηκε λίγες εβδομάδες πριν από τον θάνατό της, εξέφρασε την απογοήτευσή της, επισημαίνοντας ότι όποιος παρεκκλίνει από τους κοινωνικούς κανόνες κρίνεται ως παράξενος: «Είμαι διαφορετική», είπε, «και δεν βλέπω γιατί πρέπει να προσποιούμαι ότι το αρνούμαι αυτό».

…/…

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.