ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣ

Από το 1988 ο Νίκος Παπάνας έχει δημοσιεύσει ποιήματα, μεταφράσεις ποιημάτων και δοκίμια για την ποίηση σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης. Το 2004 έλαβε τιμητική διάκριση από τον Σύνδεσμο Εκδοτών Βόρειας Ελλάδας.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

2019 Πρώτη δημοτικού και άλλα (εκδόσεις Ιωλκός)
2021 Σε ανακηρύσσω νικήτρια (εκδόσεις Ιωλκός)
2023 Σας αρέσουν τα σονέτα; (εκδόσεις Ιωλκός)
2025 Στρογγυλές γωνίες  (εκδόσεις Ιωλκός)

.

.

ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΣ ΓΩΝΙΕΣ (2025)

ΑΚΟΥΑΡΕΛΕΣ
ΣΥΛΛΕΓΩ ΜΟΝΟ ΛΕΞΕΙΣ

Η αμηχανία της βουκαμβίλιας
στη λάμψη του ποδήλατου.

Συλλέγω μόνο λέξεις —
δροσίζομαι στην ανεμορριπή τους.

Θέλω μ’ αυτές να χτίσω
φωτεινούς περιστεριώνες.

Το δέρμα σου να κάμω αθάνατο
με λάβρου σύννεφου δαντέλα.

Και μένω πάλι να διαφεύγω
στης γλώσσας την ασάλευτη εκδρομή.

ΠΟΙΗΣΗ

Κατοικούμε σε σπιτάκι διάφανο
στου σύννεφου τον ελαιώνα.

Υμνούμε τη νεογέννητη χαρά,
που ξεγυμνώνεται στα κύματα.

Ανακαλύπτουμε στα πράγματα
το λάβαρο του πυρετού.

Θαλάσσιες ανεμώνες καλλιεργούμε
στον βυθό των δακρύων.

Γενναία ξορκίζουμε τη δυστυχία
με φεγγαρίσια δίστιχα.

Την πατρίδα μας γυρεύουμε,
ρίχνοντας άγκυρα στο φως.

ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ
ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ

Στον Αρθούρο Ρεμπώ

Αλλιώτικο παντοπωλείο· τι ν’ αγοράσω;
Τα ράφια του ανθισμένα κι ετοιμόρροπα,
φωνήεντα σε πολύχρωμες κονσέρβες,
σε στρογγυλές γωνίες κατοικίδια ουράνια τόξα.

Και πώς να συνεννοηθώ;
Οι πωλητές του κηπουροί ερυθρόδερμοι,
όλο ανακαλύπτουν νέους πλανήτες,
καλλιεργώντας αρμυρίκια λέξεων.

Αλλιώτικο παντοπωλείο. Όμως, εδώ,
απ’ τα γαλάζια ανύπαρκτα παράθυρά του,
φτερουγίζοντας μπαίνουν τα όνειρα.
Μ’ αυτά πληρώνεις το εμπόρευμα.
Κι άμα δεν έχεις; Απλούστατα, πάλι ψωνίζεις
με δανεικά και αγύριστα.

Αλλιώτικο παντοπωλείο. Και ξαφνικά
βλέπω κρυφό συνωστισμό.
Περίεργο. Λες, τελικά —έστω άθελά μας—
αυτό να προτιμήσουμε όλοι;

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Συνδιαλέγεται με το ποίημα «Μεθυσμένο καράβι» καθώς και με άλλα ποιήματα του Arthur Rimbaud.

ΜΑ ΠΡΟΠΑΝΤΟΣ

Τα βιβλία
έχουν τα δικά τους μάτια.
Συχνά κρυφοκοιτάζουν
το ένα το άλλο.

Βλεφαρίζουν οι σελίδες τους,
όταν εμείς δε βλέπουμε.
Δακρύζουν,
όταν δεν τ’ αγαπάμε.

Χελιδόνια μ’ ανθρώπινη
φωνή, γαλάζια δάση,
πελώρια τύμπανα των θαλασσών —
όλα στο βλέμμα τους κρυμμένα.

Μα προπαντός —αν και πιο σπάνια—
διαλάμπουν στη ματιά τους
άγνωστα περιβόλια του ίσκιου σου
και των μαλλιών σου γαλαξίες.

ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ
ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Τι είν’ αυτό που δίνει την αξία
στο νόμισμα του έρωτα;
Ίσως περίεργο, μα τελικά
—όπως σε κάθε νόμισμα—
δεν είν’ η ομορφιά
του συγκεκριμένου προσώπου.

Είναι, μάλλον, τα πελώρια εκείνα
δάκρυα, φτιαγμένα από αλλοπρόσαλλο χρυσάφι,
που κρυφά κι αδιάκοπα στοιβάζονται
στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής.

Άγνωστο ποιος διαχειρίζεται
τέτοιο απόθεμα δακρύων.
Αλλά και σε τι θα μου είναι χρήσιμο,
αν τυχόν το μάθω;

Αφού εξακολουθώ να θαυμάζω
στο δικό μας νόμισμα
την αξόδευτη ομορφιά σου.

Φαίνεται πως δε θέλω να θυμάμαι
τη μεθοδική μου επένδυση
τόσων φιλόδοξων δακρύων.

ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ

Με κούρασε το ασάλευτο,
μουχλιασμένο λιβάδι.

Να έλθεις, λοιπόν, ανυπότακτη,
ανοίγοντας την καγκελόπορτα του ανέμου.

Να ξεδιπλώσεις των φιλιών το φλάμπουρο,
να πλεύσεις ριγηλά στη θάλασσα του δέρματός μας.

Κόκκινη επιθυμία, χλωρή προτίμηση,
του σώματος μελετημένη προτροπή·

χορεύοντας ανάμεσα στα γράμματα —
το φόρεμά σου ανορθόγραφη γλώσσα.

Να ’σαι μελαχρινή πολύτιμη έγκλιση,
της αστραπής λυτρωτική αφροσύνη.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ

Πολύ μου αρέσει αυτός ο τίτλος —
τον διάλεξα ή με διάλεξε;
Ποιοι, όμως, τελικά, είν’ οι ναυαγοί;
Επίσης, γιατί πέθαναν;

Πάντως, σύμφωνα μ’ ενδελεχή έρευνά μου,
πολλοί δήλωσαν ναυαγοί στην αφρισμένη θάλασσα
των στίχων τους. Σε λίγο θα σκοντάφτουμε
σε ατέλειωτα ναυάγια ποιητών.

Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εγώ αρνούμαι
να γράψω αυτό το ποίημα. Καινούριο
κάτι θέλω, πάθος ύπουλο.

Στην ήσυχη βροχή των λέξεων καθρέφτισμα φωτιάς,
ντροπαλό συσσίτιο των διαμαντιών,
πικρόχολη βεντάλια που κρύβει το πρόσωπό μας.

LA FOLLIA

Στον Antonio Vivaldi

Λευκές εσθήτες, λυγερά βιολιά —
μα ξάφνου ανατροπή, εύμολπη έκρηξη του πάθους.
Γνωρίζει, βέβαια, ο μαέστρος —
κάπου μετά το έβδομο λεπτό,
έντεχνη κίνηση μπαγκέτας.
Άραγε, πώς να υποδέχτηκαν
το αστραπόβροντο της μελωδίας
πρώτη φορά στην αίθουσα
τα βελούδα, τα μετάξια και οι δαντέλες;

Σήμερα, πάντως, το γνωρίζουμε.
Της μοίρας
ο μελετηρός μαέστρος,
με δόλια κίνηση μπαγκέτας,
ψυχοβόρο πάθος
μάς δημιούργησε.
Αμήχανη παραφορά, λυμένα μέλη,
μοναξιάς πυρκαγιά στο σκοτάδι.

Τι θέλω τώρα και θυμάμαι
όλ αυτά;
Μάλλον, γιατί ονειρεύομαι
πως θα σε ξαναδώ.
Μάλλον, γιατί το άρωμα
της εγκατάλειψης
μεταμορφώνεται σε ανύπαρκτα βιολιά
στου βλέμματός σου τις φτερούγες.

Καλά τα λέω, και πάλι…
με ξεγελά ο μονόλογος.
Και προσπαθώ να μη θυμάμαι
την απουσία σου,
όλο το βράδυ ακούγοντας
στη διαπασών αυτήν τη μελωδία.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Lafollia [σελ. 50]: Συνδιαλέγεται με την ομότιτλη μουσική σύνθεση του Antonio Vivaldi.

.

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ; (2023)

Με έργα της Ρένας Ανούση-Ηλία

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Παράξενο λουλούδι, ο έρωτας:
Κι όλα τα χρώματα έχει και κανένα.
Τα πέταλά του ανθίζουν στο σκοτάδι,
οι ρίζες του ποτίζονται με δάκρυα.

Παντού ανθίζει, ακόμη και στην άσφαλτο.
Ξεχωριστό είδος, θα μπορούσε να ονομάζεται
κρινοκυκλάμινο το απουσιοτρόπιο.
Φημίζεται και για τα δηλητηριώδη αγκάθια του.

Βέβαια, δε σπουδάζω ανθοκομία —
έχω μόνο γνώσεις βασικές.
Μαζί σου, όμως, κάτι αρχίζω να μαθαίνω:

Άδοξο θερμοκήπιο του μετέωρου γέλιου σου,
υγρός μίσχος που ανθίζει επίμονα,
γαλάζια χείλη αυτόφωτα σε κούφια νύχτα.

ΕΡΩΤΑΣ

Πιστός, ζηλότυπος και μονογαμικός,
αιώνια προσωρινός,
ανόητα έξυπνος,
παράφορα ψυχρός·

σαν κύκλος που εννοεί
την ίδια του την κυκλικότητα —
επίλυση της εξίσωσης
φωτιά ίσον νερό.

Ειρωνική ειλικρίνεια,
επώδυνη διαφάνεια,
γλώσσα πέρ’ απ’ τις γλώσσες.

Αδύνατο να τον ορίσει ορισμός —
πιστός, ζηλότυπος και μονογαμικός,
αιώνια προσωρινός.

ΤΑΤΟΥΑΖ ΨΥΧΗΣ

Εφιάλτης, με ξύπνησε εφιάλτης:
Δεν μπορούσα, λέει, να θυμηθώ
την παρένθετη λάμψη, τους ημιτελείς κραδασμούς
εκείνης της συνάντησής μας.

Δεν μπορούσα — το λυκόφως των μαλλιών σου,
τη διωκόμενη θρησκεία της φωνής σου,
νοερά βιολιά, ματιές μολότοφ,
επώδυνη διαστολή του σώματος.

Ξυπνώντας, όμως, γνωρίζω καλύτερα.
Η θύμησή σου δε χάνεται: είν’ η κουβέρτα μου,
τυλίγομαι σφιχτά και με ζεσταίνει.

Δε χάνεται η μορφή σου: περιουσία μου, φυλαχτό μου.
Την αγγίζω, την κοιτώ, χαραγμένη περίτεχνα
στην ψυχή μου ανεξίτηλο τατουάζ.

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ;

Σας αρέσουν τα σονέτα;
Σας αρέσουν τ’ αγάλματα;

Τερπνό μειδίαμα θανάτου και ζωής,
στιλπνότερο κι από την πιο λαμπρή μέρα του θέρους,
πιο αθάνατο κι απ’ τα ολόχρυσα μνημεία.
Απρόσιτο άστρο τα καράβια μας καθοδηγεί,
πνευμάτων γάμος που αψηφά τη θύελλα.

Πριγκιπικά ταξίδια πέρ’ απ’ τον Αχέροντα,
δυο εραστές δίδυμες φλόγες που έσβησαν μαζί.
Όμως, για χάρη τους την Ομορφιά αγαπούμε,
παρθένα ζωηρήν αυγή μ’ ολόλευκα φτερά,
ναυάγιο με τα μέλη κάποιας Σειρήνας.

Σας αρέσουν τα σονέτα;
Σας αρέσουν τα σύννεφα;

.

ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ (2021)

ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΜΟΥ
ΑΝΕΞΗΜΕΡΩΤΟ ΦΙΛΙ

Ανεξημέρωτο φιλί, σπαθάτο βλέμμα,
ευγενικός κεραυνός.

Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις.
Πάλι χάνω και τα χάνω.

Χλωρό λιβάδι σ’ άλλο ημισφαίριο,
υπερηχητικός καλπασμός.

Ανεξερεύνητο φιλί, πεσμένη γέφυρα,
βροχή απαγορευμένα ροδοπέταλα.

Πώς μαγνητίζεις τα πόδια μου;

Ακούραστα σ’ αναζητούν,
θαρρείς κι επιμένουν να χαίρονται
που οι πέτρες τα ματώνουν
σ’ αδιέξοδα μονοπάτια.

ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ

Όταν ακούω τη φωνή σου,
στην αρχή αντιστέκομαι.
Είμαι το νέο θαύμα
της αυτοκυριαρχίας.

Μπορώ και σου απαντώ
εύγλωττες φράσεις μουσικές:
Ο διάλογός μας βήματα για δύο
σε αστραφτερό παρκέ.

Έλα, όμως, που δεν κρατάει πολύ
η αυτοσυγκράτηση.

Τα βήματα γλιστρούν,
τα λόγια χάνονται,
θριαμβεύει ο κόμπος του λαιμού –
αμήχανη ζάλη.

Σε ανακηρύσσω νικήτρια –
κι απόψε και πάντα.

AΥΤΟΤΙΜΩΡΙΑ

Με στραβό σαρκαστικό χαμόγελο,
ιπτάμενη σκελετωμένη γριά,
με ματωμένα ρούχα,
η αγωνία·
μ’ αγγίζει με τα παγερά της δάχτυλα,
ρίχνει στο πρόσωπό μου αλεύρι
και μ’ ένα βρόμικο μαχαίρι σφάζει
τον πόθο μου στη βρεφική του κούνια.
Ύστερα, ευτυχώς την παίρνει
ο άνεμος και χάνεται.

Πλένω το πρόσωπο, πηγαίνω στον καθρέφτη.
Όμως, το είδωλό μου με τρομάζει –
εγώ είμ’ η αγωνία.

ΙΛΙΓΓΟΣ

Τι ευγενικό εκ μέρους σου.
Απότομα, βέβαια, αλλά τουλάχιστον
έγκαιρα μ’ άφησες να πέσω,
προτού ανέβω ακόμα πιο ψηλά,
παράτολμος κι αδέξιος μουσικός
σε νότες φευγαλέων αστεριών.

Πάλι καλά – χτύπησα λίγο μόνο.
Σηκώθηκα γρήγορα κι αναγνωρίζω
ότι έτσι γίνεται συνήθως. Τελεία και παύλα.

Γιατί όμως, τόσους μήνες μετά,
να υποφέρω ακόμα από ιλίγγους;

ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ

[1]

Φωτεινό χέρι
από βαθύ πηγάδι
μ ελευθερώνει.

[2]

Όνειρο τάχα;
Τα μάτια μου θαμπώνεις
φωτεινό γέλιο.

[5]

Πάντα για όλους
(εσύ θα με διαβάσεις;)
κλειστό βιβλίο.

[6]

Καλά το ξέρω:
Η αγάπη σου ψέμα
κι όμως, τη θέλω.

[13]

Χλωμό νυχτέρι,
άγνωστα τα χείλη σου,
σιωπηλή βροχή.

[14]

Όλ’ ερωτήσεις:
Άγχους λευκή σελίδα,
μελάνι πόθου.

[17]

Αρχή και τέλος·
καίω πεσμένα φύλλα
και τα χαρτιά μου.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Επάγγελμά μου το γαλάζιο αδιέξοδο,
η καλλιέργεια των ιριδισμών σου.

Θρησκεία και ζήλος της μορφής σου,
στιλπνής αυγής περισπωμένη.

Υπαινιγμός ολάνθιστης βροχής,
φιλί αλεξίπτωτο.

Έτσι, λοιπόν, χορογραφία ζωής,
της απουσίας σου αργυρό κυκλάμινο.

Αέναη πεισματική εκδρομή
στο νηπιαγωγείο των λέξεων.

.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ (2019)

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
ΕΝ’ ΑΣΤΕΡΙ ΠΕΣΜΕΝΟ

Έν’ αστέρι πεσμένο,
μια πληγωμένη σιωπή,
ένα ερείπιο.

Κι αχ πώς ν’ ανυψωθώ
ξάστερος, διάφανος
μέσα στο βλέμμα σου.

Να πλέξω ένα στεφάνι φως.

Να σ’ αγαπήσω.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ

Όταν μεγαλώσω, θα γίνω αστροναύτης
να σε κοιτώ από ψηλά.

Όταν μεγαλώσω, θα γίνω λαχειοπώλης
να βρω με ποιο λαχείο θα σε κερδίσω.

Όταν μεγαλώσω, θα γίνω ένα μικρό σκυλάκι
μέρα νύχτα να σ’ ακολουθώ.

Όταν μεγαλώσω, φοβάμαι ότι θα σε προδώσω
κι όταν το μετανιώσω, θα ’ναι αργά.

ΟΔΟΣ ΛΑΜΠΡΟΥ ΠΟΡΦΥΡΑ

Το ξέρω, δεν πιστεύεις πια στους δρόμους των ποιητών.
Ούτε κι άλλος κανείς πιστεύει.
Όμως, αυτός ο δρόμος υπάρχει στ’ αλήθεια
και θέλω, τουλάχιστο, να το θυμάσαι
πως τον διαβήκαμε μαζί
(δυο τρεις φορές όλο κι όλο, βέβαια,
πάνε χρόνια τώρα)
όταν το χέρι μου πάσχιζε ν’ απαγάγει το χέρι σου,
όταν τα όνειρά μου είχαν την αφελή φιλοδοξία να γίνουν, λέει,
μαργαρίτες στο άσπρο σου πουκάμισο.

Κι ήσουν για μένα μεγαλύτερη ανακάλυψη
απ’ ό,τι η Αμερική για τον Κολόμβο.

Αν ήσουν τώρα εδώ, θα με διέκοπτες,
Θα μου υπενθύμιζες πως δεν μπορούσαμε,
κατά τη γνώμη σου, να συνυπάρξουμε
και πως δεν ωφελεί
να εξωραΐζω αδιάκοπα το παρελθόν.
Δίκιο θα είχες και τώρα, όπως και τότε είχες δίκιο.
Αλλά το δίκιο αυτό δε με παρηγορεί.
Και μου μένει μοναχά να συνεισφέρω
τέτοιους στίχους αμφίβολης αξίας,
για να ευφρανθούν οι σπουδαστές της ανεξάντλητης
περί των δρόμων της Θεσσαλονίκης βιβλιογραφίας.

ΤΑΠΕΙΝΗ ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

Στα σχολικά σου τετράδια
θέλω να κρυφτώ
τώρα που μεγάλωσες και πας στο λύκειο·
κι όταν σφυρίζουν στη γωνία τ’ αγόρια, εσύ γελάς,
κι όταν σκοντάφτει ο ήλιος στα λυμένα σου κορδόνια, ξεκαρδίζεσαι.
Τι ανάλαφρη που είσαι αλήθεια!
Μαύρο στενό φουστάνι, ευωδιαστοί μηροί,
τα δάχτυλα, κορυδαλλοί στη συναυλία της άνοιξης
– έτσι θα γράψουνε για σένα οι ποιητές.
Όμως, εμένα που σε ξέρω καλύτερα,
μου αρκεί να ’μαι πάντα μαζί σου
– στις καφετέριες, στα μαθήματα, στα γυμναστήρια.
Μου αρκεί να κλέβω το σταρένιο σου φιλί,
να γεύομαι το δέρμα του ίσκιου σου,
να γράφω κρυφά σε κάθε τοίχο τ’ όνομά σου.
Κι όταν πλαγιάζεις,
να δραπετεύω για μιαν ώρα από τη φυλακή μου,
ευλαβικά να σ’ αγκαλιάζω
και να σε παρασέρνω στο ρυθμό κάποιου χορού
που άλλος κανείς ποτέ δε θα γνωρίσει.

ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ
ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ

Πάντα θα τις γυρεύουμε
ακόμα κι άθελά μας.
Πάντα εκεί θα βρίσκουμε
τα ομορφότερα κοχύλια.

ΕΣΧΑΤΗ ΠΛΑΝΗ Ή ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 2001

Σίγουρα είχα κάνει λάθος.
Δεν ήταν κούφιος ο ουρανός,
κούφιο ήταν το κεφάλι μου,
που τόσο είχα πιστέψει στον… -πώς τον λένε-
α, ναι, στον έρωτα.

ΑΠΕΞΑΡΤΗΣΗ

Ποιος θα επινοήσει,
γιατί δεν ωφελεί, όσο κι αν προσπαθώ,
να μη σε συλλογίζομαι.

Ποιος θα επινοήσει,
νύχια μπηγμένα στις παλάμες
κι όμως, τα δάχτυλα νιώθουν ότι σε αγγίζουν.

Ποιος θα επινοήσει,
γιατί όλο οικοδομείς με την ανάσα μου
πύργους, λιμάνια, γέφυρες.

Ποιος θα επινοήσει
του έρωτα τη μεθαδόνη;

ΠΑΡΑΛΗΡΗΜΑ

Το σπίτι μας είναι το χρώμα της αυγής,
το ερωτευμένο μήλο στον ορίζοντα.

Πέρ’ απ’ την πρώτη ανάμνηση των αηδονιών,
ψηλότερα απ’ τα σιωπηλά βιολιά της νηνεμίας.

Ανάμεσα στον έκτο και στον όγδοο ουρανό,
ανάμεσα στο τρίτο και στο πέμπτο σύννεφο.

Γιατί μόνο εκεί μπορεί να κατοικήσει
τ’ όνομά σου.

Μόνο εκεί μπορεί ν’ ανθίσει
των φιλιών μας το παραλήρημα.

ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΧΑΛΙ

Της λογικής η παράνοια
πάντοτε μ’ έχει βασανίσει.

Φαίνεται πως μου λείπει ένας ανάποδος συλλογισμός,
στραβή πολύχρονη εικόνα.

Νομίζω ορμητικός
σαν το ποτάμι που κυλάει στη θάλασσα·

ή σαν το ιπτάμενο
χαλί του έρωτα.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΡΟΓΓΥΛΕΣ ΓΩΝΙΕΣ
ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΓΕΝΗ

Στρογγυλές γωνίες http://www.periou.gr 30/08/2025

Οι άγγελοι τραγουδάνε. Και οι ερωτευμένοι επίσης.
Και η θάλασσα είναι απέραντη, τα πουλιά μυριάδες, οι ψυχές
όσες και οι συνδυασμοί που μπορούν να γεννήσουν οι ήχοι και τα λόγια,
όταν ο έρωτας και το όνειρο συμβασιλεύουν.

Τα Ρω του έρωτα, Οδυσσέας Ελύτης

Η τέταρτη συλλογή του Νίκου Παπάνα Στρογγυλές γωνίες (Εκδόσεις Ιωλκός, 2025) ανοίγει δρόμους για νέα ποιητικά ταξίδια. Γνωρίζοντας την αξία της ποίησής του στις προηγούμενες τρεις συλλογές, αφηνόμαστε να μας οδηγήσει σε κράσπεδα αγγέλων και ορίζοντες λυτρωτικούς. Στην προμετωπίδα του βιβλίου οι ρομαντικοί στίχοι του Eichendorff:

(Ένα τραγούδι κοιμάται σ’ όλα τα πράγματα
που ονειρεύονται τριγύρω.)
Και κόσμος αρχίζει να τραγουδά,
Αρκεί να πετύχεις τη μαγική λέξη.

Με μουσικές νότες, λοιπόν, ξεκινάει ο ποιητής το νέο του βιβλίο, συνταιριάζοντας τη μαγεία των λέξεων στη μελωδία. Η φαντασία ξυπνά τα πλάσματα τριγύρω, δίνει άλλη διάσταση στον κόσμο, δείχνει στον άνθρωπο την ομορφιά των απλών πραγμάτων. Το συναίσθημα εξαγνίζεται, αρχίζει η καλλιτεχνική δημιουργία!
Σύμφωνα με τον τίτλο, οι γωνίες αμβλύνονται και οι αιχμές στρογγυλεύουν: έρωτες, πάθη, εντάσεις τις κατεργάζεται ο τεχνίτης ποιητής, με γοητευτική μεταμόρφωση σε εικόνες ζωγραφικής, άκουσμα βιολιού, μαγεία των λέξεων, αλαργινό όνειρο. Αυτό καθρεφτίζεται και στο εξώφυλλο της συλλογής: δύο ορθογώνια σχήματα ενώνονται σ’ έναν κύκλο, ενώ στρογγυλεύουν οι γωνίες τους που βρίσκονται σε διαδικασία προσέγγισης. Βέβαια, ο υποψιασμένος αναγνώστης δεν πείθεται πως ο Νίκος Παπάνας θα εγκαταλείψει το σφρίγος, τη δύναμη των εικόνων και την υψηλή αισθητική συγκίνηση.
Στα 28 ποιήματα της συλλογής που είναι κατανεμημένα ομοιόμορφα σε τέσσερις ενότητες βρίσκουμε πρωτότυπους συνδυασμούς λέξεων, φορτισμένα ονοματικά σύνολα, άρτιους τεχνικά στίχους, που ενεργοποιούν τις αισθήσεις, τροφοδοτούν τη σκέψη. Και αυτό είναι το χαρακτηριστικό της ποίησης του Νίκου Παπάνα: η καλλιτεχνική μεταρσίωση του συναισθήματος με πολύτιμα υλικά, ανάταση ψυχής, μέθεξη μέσω τέχνης, κάθαρση εντός της κλιμακούμενης ενάργειας.
Στην πρώτη ενότητα («ΑΚΟΥΑΡΕΛΕΣ») συγκεντρώνει την εικόνα της αγαπημένης του και την αποτυπώνει στη ζωγραφική. Χρωματίζει το βλέμμα της στην κλίμακα της πάχνης, τιθασεύει το γοργό βηματισμό της στο τελάρο, απεικονίζει το αξέχαστο δέρμα της, σχεδιάζει τους γαλαξίες των μαλλιών της:

Σε ζωγραφίζει
ο ουρανός
στης άνοιξης τα σέπαλα.

Σε κελαρύζει
η ομορφιά
στους γαλανούς της θρύλους.

Στη δεύτερη ενότητα («ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ»), ο ποιητής ξεκινά με τον ταξιδευτή Αρθούρο Ρεμπώ. Ιδρύει, διακριτικά δανειζόμενος υλικά από αυτόν, το παντοπωλείο της ποίησης. Εκεί φαίνεται πως συνωστίζονται οι άνθρωποι της τέχνης, αυτοί αποζητούν το όνειρο και τους ιριδισμούς μιας νέας αυγής.

Αλλιώτικο παντοπωλείο. Όμως, εδώ
απ’ τα γαλάζια ανύπαρκτα παράθυρά του
φτερουγίζοντας μπαίνουν τα όνειρα.
Μ’ αυτά πληρώνεις το εμπόρευμα.

Με τρυφερά περιπαικτική διάθεση, όπως δικαιούμαστε μονάχα όταν μιλούμε σε αγαπημένα πρόσωπα, μετατρέπει και το διάσημο «ΜΕΘΥΣΜΕΝΟ ΚΑΡΑΒΙ» εκείνου σε «ΞΕΜΕΘΥΣΤΟ ΚΑΡΑΒΙ»:

Όμως, διακριτικά η γαλανή παλίρροια
ας μπαίνει στα δωμάτιά μας.

Κρυφή και η λάμψη του θριάμβου μας,
όταν ─ επιτέλους ─ οι πληγές ανθίζουν.

Ίσως έτσι να πετύχουμε έν’ αλλιώτικο χαμόγελο,
νομίζω απέραντο και φευγαλέο,

και να το εγκαθιδρύσουμε
─ απρόσμενα ─ στο εσπερινό φλιτζάνι του καφέ.

Επίσης αναφέρεται στον δραματουργό Jean Racine, στη συγγραφέα Γλυκερία Μπασδέκη, στον ποιητή Χριστόφορο Λιοντάκη. Αγωνιά για το καλλιτεχνικό έργο ενός δημιουργού και την τύχη του. Ο τελευταίος προνόησε να παραδώσει το υλικό του σε αγαπημένα του πρόσωπα και να το αναδείξουν. Η ποιητική παραγωγή για τον Νίκο Παπάνα είναι διαδικασία τελετουργική, μέσα στην οποία ο συγγραφέας κοπιάζει, εμπνέεται δαμάζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του, για να τα παραδώσει στο κοινό ως τέχνη. Μυστικά και συνυποδηλώσεις καλά κλεισμένα σε μια κόκκινη βαλίτσα είναι οι πρώτες ύλες, κάπου μακρινά φυλαγμένες.

Όμως, αν ξυπνήσουμε νωρίς,
ίσως και να προλάβουμε
σταγόνες αίματος στης ψυχής τ’ ανθοπέταλα,
ίσως και να προλάβουμε την τελευταία χορογραφία του
σ’ ένα ιδρωμένο υπόγειο.

Κι αν, επιμένοντας, αργά το βράδυ
μεγαλόφωνα διαβάσουμε τους στίχους του,
ίσως να διακρίνουμε ανάμεσά τους
τη μακρινή κι αόρατη αποβάθρα,
όπου άφησε, θαρρείς ειδικά για εμάς,
μια φθαρμένη κόκκινη βαλίτσα,
κλειδωμένη, με περιεχόμενο άγνωστο για πάντα.

Τα ονόματα των τραγωδιών του Ρακίνα μας θυμίζουν τα πάθη που μας μνημονεύει και τον καταστροφικό έρωτα των ηρωίδων του. Συνδεόμαστε έτσι με την απαρχή του ελληνικού δράματος, τον ενθουσιασμό, την υπέρβαση του καθημερινού, την μίμηση πράξεως σπουδαίας και τελείας. Ο ποιητής επιζητά την ομορφιά μέσω της Τέχνης, το εξωτικό, το αλλιώτικο. Το εξωλογικο στοιχείο κυριαρχεί: περπατάει στα κύματα, έχει ένα φτερό στη ραχοκοκαλιά του, αρμενίζει σε αφρισμένη θάλασσα με άλλους ναυαγούς ποιητές, ταξίδι μέθης με ονείρου βάμμα.
Δύο χαρακτηριστικά αναγεννησιακά στοιχεία δίνουν ρομαντικό τόνο στη γραφή του: η παρουσία αγγέλων (χωρίς ν’ αποκλείει τους έκπτωτους!) και το «ΜΗΛΟ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ» ως τίτλος ποιήματος. Σε δάσος από μηλιές αναφέρεται η αρχαία Σαπφώ, όπως το ίδιο βρίσκουμε στον γνωστό πίνακα του Botticelli La primavera. Το ποίημα συμβολίζει τη γέννηση της αγάπης και την πνευματική σύλληψή της διά της γλώσσας. Άλλωστε, σε όλη τη συλλογή έχουμε: κλίνη της χλόης/άγνωστοι κήποι, υγροί λειμώνες, κοιλάδα φέγγους, βραδινή σπονδή, ασημένιο φως, χελιδόνια μ’ ανθρώπινη φωνή, ιχνηλατούν το φεγγάρι, περιβόλι απόκρυφο. Όλες αυτές οι αναφορές είναι οικείες στον νεοκλασικισμό.
Η τρίτη ενότητα έχει τον τίτλο «ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ». Εδώ το ύφος είναι περιπαικτικό. Ο γνωστός αυτοσαρκασμός του Νίκου Παπάνα για τον καθωσπρεπισμό, την υπερανάλυση, την διαλεκτική του φαίνεσθαι και του είναι, τα δάκρυα και τους αναστεναγμούς των λυρικών ποιητών. Αυτοί τελικά μπορούν αγέρωχοι ν’ απογειώνονται και να χάνονται στο διάστημα ξεχωρίζοντας στην καμπύλη του ουράνιου τόξου τους ιριδισμούς του έρωτα. Χαριτολογώντας και αποστασιοποιημένος, περιγράφει τη ματαίωση του έρωτά του, σχολιάζει κέρδη και ζημίες, κάνει λόγο για τη χρεοκοπία του, για να εξυψώσει μέσα από τη νομισματική πολιτική του την ομορφιά ως ανώτερη σταθερά αξιολόγησης. Στο τελευταίο ποίημα «ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ» προτρέπει την αγαπημένη του (πρόσωπο αλλά και έγκλιση ταυτόχρονα) να τον πλησιάσει. Διακριτικά περνάει από την αίσθηση του εμείς/ναυαγοί ποιητές, απογοητευμένοι ερωτευμένοι στην αίσθηση του εγώ:

Να έλθεις, λοιπόν, ανυπότακτη,
ανοίγοντας την καγκελόπορτα του ανέμου.

Να ξεδιπλώσεις των φιλιών το φλάμπουρο,
να πλεύσεις ριγηλά στη θάλασσα του δέρματός μας.

Κι έτσι αλλάζει το ύφος στην τελευταία ενότητα «ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ» με το ομώνυμο ποίημα. Η αγαπημένη του, εξιδανικευμένη πια, παίρνει θέση στο εικονοστάσι. «ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΤΥΠΩΝ» και «ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ»: σ’ αυτά τα δύο σονέτα αγωνιά για τη μοίρα και την πολτοποίηση των βιβλίων. Ίσως, γιατί θεωρεί πως το παιχνίδι με τις λέξεις δεν είναι παρά ένα προσωπείο του ποιητή, σαν πικρόχολη βεντάλια που κρύβει το πρόσωπό μας.
Δεν θα τον δούμε να αστεΐζεται εν ου παικτοίς. Μιλάει για την ιδιωτική του αγωνία. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων του γίνεται βαριά. Σκεπτικός αναστοχάζεται τον αδυσώπητο πόθο, την εξέλιξη των πραγμάτων, απευθύνεται σε Εκείνη σε πτώση κλητική, σε δεύτερο πρόσωπο, όπως αρχίζει με το πρώτο ποίημα. Μια πορεία κυκλική από τον θαυμασμό της αγαπημένης του ως την εξιδανίκευσή της. Ο τίτλος της τελευταίας ενότητας («ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ») κλείνει την ποιητική συλλογή με εικόνες φωτός, καθώς η γυναικεία μορφή γίνεται οπτασία που εμφανίζεται στον ποιητή στο ξύπνημά του. Καθρέφτισμα φωτιάς, αστραπόβροντο της μελωδίας, φως αναπάντεχο στην αγκαλιά του, μέχρι που μετατρέπεται σε ποίημα και γράφεται στον ουρανό. Στο ενδιάμεσο, η αναζήτηση του ύπουλου πάθους, περιπέτειες, δυσκολίες, ναυάγια. Ο αρχιτεχνίτης άνεμος, η γαλανή παλίρροια κι όπως φυσάει, η αφρισμένη θάλασσα λειαίνει τις ακίδες των πραγμάτων, γίνεται γλύπτης των ανθρώπων παράφορος, όπως μάθαμε από τον Ελύτη. Το ταξίδι του ποιητή έλαβε τέλος.
Στη γήινή του πραγματικότητα ξετυλίγει το κουβάρι του παρελθόντος. Ακούει το La follia του Vivaldi στη διαπασών, ανακαλεί το Tender is the night που είχε διαβάσει παλιά, καταλήγοντας σκεπτικός για την υπαρξιακή διάσταση του έρωτα και της ποίησης:

Ατίθαση και μακρινή, αθέατη,
ανάερων βιολιών δαντέλα
με νότες απουσίας φιλοτεχνημένη.
έτσι όλο μένεις.

Και, στο καταληκτήριο ποίημα, επιστρέφει στο θέμα που εισήγαγε με την προμετωπίδα. Στοχάζεται για τη δύναμη της ποίησης και για την υπέρτατη ομορφιά:

Κι από τη λάμψη της φωνής σου, απ’ τη θρησκεία
του βλέμματός σου, απ’ των μαλλιών σου το βασίλειο
κατώτεροι μένουν οι άδοξοί μου στίχοι.

ΑΝΝΑ ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ – ΤΣΙΟΥΛΠΑ

«Σαν καθρέφτης μνήμης» Fractal 23/09/2025

«στρογγυλές γωνίες». Ένας τίτλος συμβολιστικός και ταυτόχρονα αντιθετικός εκείνων των αιχμηρών γωνιών, που και στην ανάγνωση μόνο, μας αγγίζουν και μας πονούν. Χρειάζεσαι λίγο χρόνο να σκεφτείς πριν προχωρήσεις, γιατί το στρογγύλεμα, ξέρεις ότι απαιτεί πολλή δουλειά κι όταν πρόκειται για συναισθήματα, για την ψυχή που ζει και ταράζεται στο χρόνο, για την καρδιά που αγαπά και μισεί παράφορα προετοιμάσου, δεν θα σκοντάψεις σε κοφτερά σημεία, γιατί τα έχει λειάνει έξυπνα, με βαθιά φιλοσοφική διάθεση ο ποιητής μας.

Ο ποιητής με τις λέξεις του, έχει σκοπό να ξυπνήσει τον κρυμμένο ήχο του κόσμου και γι’ αυτό θα κινηθεί πέρα από το προφανές.

Η συλλογή ανοίγει, μας υποδέχεται με στίχους από τον Joseph von Eichendorff (1788-1857) έναν από τους σημαντικότερους ποιητές του γερμανικού Ρομαντισμού με το απόσπασμα 1826 «Και ο κόσμος αρχίζει να τραγουδά, αν βρεις μόνο τη μαγική λέξη», όχι τυχαία.

Χρησιμοποιείται ως μότο για να δηλώσει το πνεύμα, την ατμόσφαιρα της ποιητικής συλλογής να καταδηλώσει πως ο κόσμος ζωντανεύει δια της γλώσσας γιατί η ποίηση, η γλώσσα, κάνει τον κόσμο να τραγουδά.

Η φύση και ο κόσμος είναι γεμάτοι, κρυφή μουσική και αρμονία κι αν βρεις τη μαγική λέξη ,την αληθινή γλώσσα την έμπνευση, την ποιητική δύναμη τα αφυπνίζεις.

Τα ποιήματα που θα ακολουθήσουν δεν συναποτελούνται μόνο από απλές λέξεις αλλά από μαγικές λέξεις που δίνουν φωνή σε κάτι πιο ουσιαστικό παρουσιάζοντας τα εξής χαρακτηριστικά:

Ο στίχος ελεύθερος χωρίς καθορισμένο μέτρο ή ρίμα και ο λόγος κυλά φυσικά. Η χρήση συμβόλων που φέρνουν πολλαπλά νοήματα, άριστη επινόηση αλλά και φοβερή άσκηση κατανόησης. Η πολυσημία, η ίδια εικόνα μπορεί να σημαίνει διαφορετικά πράγματα ανάλογα αναγνώστη μου, με το πώς την αντιλαμβάνεσαι. Αποφυγή άμεσης περιγραφής της πραγματικότητας, η οποία φιλτράρεται μέσα από το βλέμμα του ποιητή.

Σαφής η αγωνία για το νόημα της ζωής. Επικρατεί μια αίσθηση ματαιότητας ή ευθραυστότητας. Προσωπικό «Εγώ» και «Εσύ» καθώς ο ποιητής εκφράζει τη σχέση του με κάποιο πρόσωπο ή και ιδέα, νοσταλγία και στοργική διάθεση.

Το ποιητικό σώμα χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες και κάθε ενότητα λειτουργεί σαν ένα «μικρό σύμπαν» με προοπτική να ξεκινάς από μια αφετηρία, να περνάς κάποια στάδια και να φτάνεις στην Ιδιωτική Ανατολή που συμβολίζει την προσωπική κορύφωση τη λύτρωση.

Οι τίτλοι των ενοτήτων σε βάζουν στο κλίμα.

Έτσι οι Ακουαρέλες συγκεντρώνουν εικαστικά λυρικά ποιήματα, όπου οι λέξεις, υλικά δημιουργίας, φέρνουν φρεσκάδα και παραπέμπουν σε ειρήνη, φως, ουρανό και η ανθρώπινη μορφή συγχωνεύεται με την Άνοιξη, με τα δεκασύλλαβα του έρωτα να συνδυάζουν αισθησιασμό, τρυφερότητα, μουσικότητα και φαντασία και η ίδια η ποίηση να γίνεται αντικείμενο ανάλυσης και δημιουργίας, γιατί η ψυχή κατοικεί σε ένα κόσμο ονειρικό, όπου η καθημερινότητα φωτίζεται από μικρές ομορφιές και η θλίψη στρογγυλεύεται τόσο, ώστε να μετατρέπεται σε δημιουργία.

Το Αλλιώτικο Παντοπωλείο δίνει έμφαση στο καθημερινό και το γήινο αλλά σε παράδοξη ατμόσφαιρα προκειμένου να ελκύσει την προσοχή σου, να σε κάνει να παρατηρήσεις ότι μέσα στα απλά πράγματα κρύβονται μνήμες, εικόνες, συναισθήματα.

Το Φαινομενολογίας Εγκώμιο

Παρουσιάζει μια ατμόσφαιρα φιλοσοφική, που σε μεταφέρει σε άλλο επίπεδο σκέψης, πιο στοχαστικό.

Και η Ιδιωτική Ανατολή

Σε μεταφέρει στην ανατολή του «εγώ» της συνειδητότητας, της ενδοσκόπησης, σε ένα τέλος που ανοίγει νέους δρόμους.

Έτσι, κλείνει η ποιητική συλλογή με έναν απολογισμό, μια κορύφωση αφήνοντάς σε αναγνώστη μου, έμπλεο συναισθημάτων.

Η ποίηση του Νίκου Παπάνα είναι ζώσα. Υφαίνει το φως της ζωής με έναν τρόπο μη συνηθισμένο και για τούτο κρίνεται από εμένα ως δύσκολη. Δεν είναι παρόρμηση. Η υψηλή ποιητική νοημοσύνη αποδίδεται μέσα από την αλληλεπίδραση του εσωτερικού κόσμου με την πραγματικότητα και η μνήμη, ως τροφοδότης λογαριασμός της ποιητικής του, οδηγεί τη ματιά στο να εστιάζει και να φωτίζει λέξεις, να προκαλεί πεπραγμένα και απολογισμούς.

Ο ποιητής ακολουθεί τον δικό του εκφραστικό δρόμο, δεν αναλύει, συνθέτει λέξεις -τις οποίες καλείσαι να αναλύσεις για να ωφεληθείς αναγνώστη μου-και επειδή η πραγματικότητα γίνεται όλο και πιο απειλητική αντί να θρηνολογεί αντιστέκεται, στρογγυλεύοντας τις γωνίες, ξεπερνώντας τα δύσκολα. Ουσιαστικά, σου λέει όταν πονάς ,να μην κλαις αλλά να βγαίνεις στη φωτεινή πλευρά του εαυτού.

Έτσι ο συμβολιστικός τίτλος της ποιητικής συλλογής, έρχεται και ξανάρχεται μπροστά σου, εμμέσως πλην σαφώς, σαν Ακουαρέλα όπου επικρατεί μεν χρωματική ασάφεια, όπως και στη ζωή, δεν υπάρχουν όμως συγκεκριμένα όρια. Μάθε να συλλέγεις λέξεις -όταν εσύ το συλλέγω το ταίριαζες με αποθησαυρισμό-γιατί η γλώσσα είναι σταθερή και απεριόριστη.

Ο τρυφερός άνθρωπος του Νίκου Παπάνα σε υποδέχεται στον δικό του ιδιαίτερο ανθρώπινο χώρο, να σπουδάσεις τον πολιτισμό του λόγου. Σε υποδέχεται στο δικό του Αλλιώτικο Παντοπωλείο, εκεί όπου πουλάει λέξεις, όπου πολλοί συνωστίζονται και αντί για πράγματα με χρήματα, σου προσφέρει όνειρα, χρώματα και λέξεις. Θα σου θυμίσει τον Αρθούρο Ρεμπώ, γιατί και εκείνος μίλησε για την ανακάλυψη του κόσμου μέσα από λέξεις και χρώματα.

Κι αν φαινόμενο είναι αυτό που αυτόματα βλέπεις χωρίς προκαταλήψεις, ο ποιητής θα επαινέσει τη φαινομενολογία καθώς μας μαθαίνει πώς να βλέπουμε τον κόσμο. Ακόμα και το δίκαιο δεν είναι σταθερή έννοια αλλά εξαρτάται κατά την σχετικιστική αντίληψη από τη ματιά και το πλαίσιο. Τα σύμβολα. Πρόσεξε τα σύμβολα. Κι αν τα ρολόγια συμβολίζουν το χρόνο, τα σύννεφα τη μεταβλητότητα, ο χρυσός το άφθαρτο, σκέψου τι ωφελεί το να μετράς όταν υπάρχει ο έρωτας το «εσύ» ως υπέρβαση όλων, ως θησαυροφυλάκιο γεμάτο βιώματα και συγκινήσεις .

Φτάνεις στην Ιδιωτική Ανατολή σε κάτι εσωτερικό, προσωπικό, με το αγαπημένο πρόσωπο να έχει πάρει θέση στη μνήμη, όπου το ξέσπασμα μιας μελωδίας θα σε φέρει αντιμέτωπο με τη λαχτάρα μιας νέας ελπίδας, μιας νέας συνάντησης. Ναι, ο ποιητής δεν αγνοεί τον Αντόνιο Βιβάλντι και με το LA FOLLIA παραπέμπει στη διάσημη μουσική φόρμα που ενέπνευσε πολλούς συνθέτες, γιατί η τρέλα της μουσικής είναι και η τρέλα του έρωτα.

Κλείνοντας να τονίσω ότι η ποιητική συλλογή ως ποιητική της εμπειρίας, που κρατάς ή θα κρατήσεις στα χέρια σου, αγαπητέ αναγνώστη, είναι γεμάτη γνώση, μνήμη, αίσθηση νοσταλγίας.

Ο ποιητής δεν είναι καθαρά ούτε φιλόσοφος ούτε κοινωνιολόγος κι ας δανείζεται τη ματιά τους. Κινείται ανάμεσα στη νοησιαρχία και τον λυρισμό, γράφει με τρόπο που θα τον κατατάσσαμε στην υπαρξιακή μοντερνιστική λυρική ποίηση ή καλύτερα στον μοντερνισμό με έντονα στοιχεία υπαρξιακής ποίησης και με τάσεις προς την ποιητική της εμπειρίας λόγω του εξομολογητικού, προσωπικού και βιωματικού τρόπου γραφής.

Με αφορμή τις στρογγυλές γωνίες, μελέτησα αρκετά, σε βάθος όλα τα ποιήματα της συλλογής και προσπάθησα να δώσω σε τούτες τις σελίδες όσα με εντυπωσίασαν, κάποια επιμέρους όχι όλα, γιατί ο σκοπός μου ήταν να προσφέρω σε κάθε αναγνώστη-ταξιδευτή μία πυξίδα- ας μου επιτραπεί η έκφραση- γιατί η ποίηση ταξιδεύει πέρα από ανθρώπους και γλώσσες, γιατί το βιβλίο λειτουργεί σαν καθρέφτης μνήμης που δεν του φτάνει όμως ένα φευγαλέο κοίταγμα.

ΓΙΑΝΝΗΣ Γ. ΜΑΣΜΑΝΙΔΗΣ

Ποίηση μὲ αἰσθητικοὺς κανόνες http://literature.gr 20/11/2025

Εἶναι μερικές συνειδητοποιήσεις τῶν ποιητῶν ποὺ ἀποτυπώνονται στὸ ἔργο τους ὡσὰν λαμπερὰ τρόπαια τὰ ὁποῖα μαρτυροῦν τὴ γνησιότητα μιᾶς προσωπικῆς ἁγνότητας. Αὐτὴν τὴν αἰσθαντικὴ ὀσμὴ τῆς ποίησης τοῦ Νίκου Παπάνα θὰ τὴ βροῦμε χυμένη παντοῦ στὴ συλλογὴ του Στρογγυλές γωνίες (Εκδόσεις Ιωλκός, 2025), σὰν ἕνα ἀπὸ τὰ βασικὰ ὑλικὰ της: πιὸ ἀνάλαφρη ἡ φωνὴ σου/κι ἀπ’ τὰ γενέθλια τῶν λέξεων. Ἐντείνει τονίζοντας τὸ ἀνέφικτο γιὰ νὰ ἀποδοθεῖ τὸ βαθὺ ἐρωτικό, ποὺ ὡς ραψωδός, στὸν παραμορφωτικὸ τῆς ἐποχῆς καθρέφτη, γράφει: Συλλέγω μόνο λέξεις/δροσίζομαι στὴν ἀνεμορριπὴ τους. Ἀναπαριστᾶ καὶ ἀντανακλᾱ ἕνα συγκεκριμένο φωτισμὸ ἰδεῶν καὶ εἰκόνων μέσα ἀπὸ μιὰ αἰσθητικὴ πραγμάτωση. Ἒτσι ἀτίθαση, νυχτερινὴ ἐπισκέπτρια/─ εἶναι λυρική μακρὰν ἡ κλητικὴ, μά σοῦ ταιράζει ─/ἀπρόσμενα καὶ σπάνια/στὰ ὄνειρά μου ἔρχεσαι, αναφωνεί. Ποίηση οὐσιαστικότητας, ποίηση μὲ αἰσθητικοὺς κανόνες, μὲ προεξάρχουσα τὴ μουσικότητα τῆς γλώσσας καὶ τὸ χρῶμα τῶν εἰκόνων ποὺ ἀναπαριστοῦν.

Ἡ ποίηση τοῦ Ν. Παπάνα μοῦ δημιουργεῖ μιὰ αἴσθηση ποὺ ὁ ρυθμὸς εἰσδύει σὲ κάθε συλλαβὴ, ἐνδυναμώνει κάθε στίχο, δημιουργώντας μέσα μου μιὰν ακουστική φαντασία, μὲ μιὰν ἐπίκληση ἐρωτικὴ, σὲ αὐτὸ ποὺ φεύγει. Ἰσχύει γιὰ τὸν ποιητὴ αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Ν. Ἐγγονόπουλος ὅτι τὰ ποιήματα τὰ ζεῖ κανείς, δὲν τὰ γράφει. Καὶ ὁ Ν. Παπάνας εἶμαι βέβαιος πώς τὰ ζεῖ πρὶν τὰ γράψει. Ἐξ ἄλλου στὴ ζώνη τῆς βουῆς τῶν ἤχων ἤ τῶν λέξεων ἤ τῶν χρωμάτων εὐδοκιμοῦν οἱ αἰσθήσεις. Οἱ αἰσθήσεις μου πλημμύρισαν εἰκόνες, χρώματα, ἀρώματα προσδοκίας… Ἐλπίζω καὶ οἱ δικές σας.

ΕΛΕΝΗ ΛΟΠΠΑ

Στρογγυλές γωνίες http://www.periou.gr 22/11/2025

Η τέταρτη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα, με τον παράξενο τίτλο, “στρογγυλές γωνίες”, στην πολύ ωραία έκδοση Ιωλκός, 2025, απέχει μόνο δύο χρόνια από την προηγούμενη, “Σας αρέσουν τα σονέτα;” του 2023 και είναι εμφανές ότι αποτελεί ένα νέο σημαντικό προχώρημα στην ποιητική του.

Η καινούργια συλλογή του αποτελείται από τέσσερις ενότητες, με εντυπωσιακούς, συμβολικούς τίτλους: 1.Ακουαρέλες, με οκτώ ερωτικά ποιήματα, 2.Αλλιώτικο παντοπωλείο, με επτά ποιήματα, που αναφέρονται κυρίως στην ποίηση και στους ποιητές, συχνά με αφιερώσεις, 3.Φαινομενολογίας εγκώμιο, επίσης με 7 ποιήματα ερωτικά και 4. Ιδιωτική ανατολή, πάλι με 7 ποιήματα κυρίως ερωτικά, από τα οποία τα τρία είναι σονέτα (σελ. 48, 49, 56), ένα είδος που φαίνεται και από την προηγούμενη συλλογή του πως αγαπά ιδιαίτερα ο Ν. Π. Έχουμε, λοιπόν, συνολικά 29 ποιήματα που στην πλειονότητά τους έχουν ερωτικό περιεχόμενο.

Υπάρχει ένας έντονος λεξιλογικός πλούτος, πλούτος επίσης ποιητικών μέσων, αλλά και ένας πλούτος αναφορών σε διακείμενα, σε άλλους ποιητές και έργα τους, όπως φαίνεται και στις Σημειώσεις του Ν.Π. Γίνονται αναφορές στην Αντιγόνη του Σοφοκλή, στο «Μεθυσμένο καράβι» του A. Rimbaud, στη Φαίδρα και την Ανδρομάχη του J. Racine, στον Francis Skott Fitzgerald, και στο έργο του “Τρυφερή είναι η νύχτα”, στον Pierre Ronsard, με τον οποίο συνδιαλέγεται στο ομότιτλο σονέτο του, «Quand vous serez bien vieille» (όταν θα είστε γριά), στον Antonio Vivaldi, με τον οποίο συνομιλεί στην ομότιτλη “La follia” (Τρέλα) του.

Από την πρώτη ενότητα, με τις ερωτικές Ακουαρέλες, που περιλαμβάνει και τα «Δεκασύλλαβα του έρωτα», επιλέγω το πολύ όμορφο πεντάστιχο «Πάλι ονειρεύομαι πως μ’ ονειρεύεσαι” (σελ. 19): Πάλι ονειρεύομαι πως μ’ ονειρεύεσαι-/ν’ αγγίζω χώμα να γεννιέται φως,/πλάι σου να περπατώ πάνω στα κύματα,/τον χτύπο της καρδιάς σου να μαθαίνω στα ρολόγια/πάλι ονειρεύομαι πως μ’ ονειρεύεσαι/.

Στη δεύτερη ενότητα, με τον παράξενο, αλλά και σημαδιακό τίτλο, Αλλιώτικο παντοπωλείο, όπου καλλιεργούνται “αρμυρίκια λέξεων”, έχουμε, όπως αναφέραμε, ποιήματα για τους ποιητές και για την ποίηση, π.χ. τα πέντε “Χαϊκού για την ποίηση” (σελ.27), ποιήματα για τα βιβλία (σελ. 30) και τη γλώσσα (σελ. 31), δύο ποιήματα με αφιερώσεις στον Γάλλο ποιητή Αρθούρο Ρεμπώ (σελ. 25, 32), στη Γλυκερία Μπασδέκη (σελ. 26) και στη μνήμη του Χριστόφορου Λεντάκη (σελ. 28), με τίτλο «Όταν ένας ποιητής πεθαίνει”. Ένας ποιητής που αφήνει ως «δώρο» σε κάποιον άλλο ομότεχνό του ποιητή τη «φθαρμένη κόκκινη βαλίτσα», αν μπορέσει να τη διακρίνει στην αόρατη αποβάθρα. Από το ποίημα αυτό παραθέτω τους δύο αρχικούς και τους επτά καταληκτικούε στίχους: Αλήθεια, τι να γίνεται,/όταν ένας ποιητής πεθαίνει;/ {…} Κι αν, επιμένοντας, αργά το βράδυ/μεγαλόφωνα διαβάσουμε τους στίχους του,/ίσως να διακρίνουμε ανάμεσά τους/τη μακρινή και αόρατη αποβάθρα,/όπου άφησε, θαρρείς, ειδικά για εμάς,/μια φθαρμένη κόκκινη βαλίτσα,/κλειδωμένη, με περιεχόμενο άγνωστο για πάντα/.

Στην τρίτη ενότητα, με τον επίσης περίεργο τίτλο, Φαινομενολογίας εγκώμιο, υπερτερούν τα ερωτικά ποιήματα, όπως ήδη αναφέραμε, που τα χαρακτηρίζει μια πικρή νοσταλγία΄. Από το Et pereat mundus (σελ. 38-39) επιλέγω τις δύο τετράστιχες καταληκτικές στροφές: Από λέξεις νοσταλγικές/χτίζω έναν πύργο με πολλά δωμάτια:/Μέσα τους με στοργή σε κρύβω,/μέσα τους πάλι σε χάνω.// Κι όπως φυσάει, φοβάμαι/μην γκρεμιστεί των λέξεων ο πύργος,/μην πληγωθείς απ’ τα συντρίμμια τους εσύ/και χαθεί ο κόσμος/. Από την ίδια ενότητα παραθέτω το τελευταίο ποίημα “Υποτακτική” (σελ. 43) που ξεδιπλώνεται σε έξι πανέμορφα ερωτικά δίστιχα, με πλούσιες μεταφορές και συνδυασμούς λέξεων που ξαφνιάζουν τον αναγνώστη: Με κούρασε το ασάλευτο./μουχλιασμένο λιβάδι//Να έρθεις, λοιπόν, ανυπότακτη,/ανοίγοντας την καγκελόπορτα του ανέμου.//Να ξεδιπλώσεις των φιλιών το φλάμπουρο,/να πλεύσεις ριγηλά στη θάλασσα του δέρματός μας.//Κόκκινη επιθυμία, χλωρή προτίμηση,/του σώματος μελετημένη προτροπή//χορεύοντας ανάμεσα στα γράμματα-/το φόρεμά σου ανορθόγραφη γλώσσα.//Να’ σαι μελαχρινή πολύτιμη έγκλιση,/της αστραπής λυτρωτική αφροσύνη//.

Στην τελευταία ενότητα της ποιητικής συλλογής, με τα επτά, όπως και στις δύο προηγούμενες ενότητες ποιήματα, ο έρωτας και πάλι πρωτοστατεί. Εδώ έχουμε τρία σονέτα “Ο θάνατος των αντιτύπων”(σελ. 48), “Ο θάνατος των ναυαγών” (σελ. 49), και το “Quand vous serez bien vieille”(σελ. 56), προσφιλές ποιητικό είδος για τον Ν. Π. Η απουσία, η εγκατάλειψη, η μνήμη, η νοσταλγία για το αγαπημένο πρόσωπο είναι διάχυτη στα ποιήματα. Επιλέγω το “La follia” (σελ. 50-51), με αφιέρωση στον Βιβάλντι, από το οποίο παραθέτω τους καταληκτικούς στίχους: Τι θέλω τώρα και θυμάμαι/όλ’ αυτά;/Μάλλον, γιατί ονειρεύομαι/πως θα σε ξαναδώ./Μάλλον, γιατί το άρωμα/της εγκατάλειψης/μεταμορφώνεται σε ανύπαρκτα βιολιά/στου βλέμματός σου τις φτερούγες//.Καλά τα λέω, και πάλι…/με ξεγελά ο μονόλογος./Και προσπαθώ να μη θυμάμαι/την απουσία σου,/όλο το βράδυ ακούγοντας/στη διαπασών αυτή τη μελωδία/. Στο ποίημα “Νυχτερινή επισκέπτρια” (σελ. 54) που έχει ως μότο στίχο του Γερμανού ποιητή Heinrich Heine, εκφράζεται πάλι η οδύνη για το άπιαστο και την απουσία. Παραθέτω το καταληκτικό εξάστιχο: Ατίθαση και μακρινή, αθέατη,/ανάερων βιολιών δαντέλα,/με νότες απουσίας φιλοτεχνημένη/έτσι όλο μένεις. Είναι μάταιο/που η ψυχή τεντώνεται,/αφού ποτέ δεν θα σε πλησιάσει/.

Συμπερασματικά, η ποιητική συλλογή του Ν.Π. μας γοήτευσε και μας καθήλωσε, με την τρυφερότητα, τον ρομαντισμό της, τις πλούσιες αναφορές, τη μουσικότητά της. Αξίζει να διαβαστεί από πολλούς αναγνώστες και αναγνώστριες, γιατί προσφέρει μια υψηλού επιπέδου αισθητική απόλαυση. Είναι σίγουρο πως ο Ν.Π. συνάντησε στην πορεία του τη «μαγική λέξη» (das Zauberwort), αυτή που αναφέρεται στο μότο που προτάσσει στην ποιητική του συλλογή και ανήκει στον ρομαντικό Γερμανό ποιητή και μυθιστοριογράφο, Joseph Freiherr von Eichendorff.

ΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΑΞΙΩΤΗΣ

Στοίβες δουβλόνια και πολύτιμα πετράδια

https://www.monocleread.gr 11/12/2025

Ο Νίκος Παπάνας, με τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του, μας προσφέρει, διαιρεμένες σε τέσσερεις ενότητες, τις Στρογγυλές γωνίες (Εκδόσεις Ιωλκός, 2025) του. Σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση αναζητά, παρόλο που την κατέχει, την, εσαεί αναζητούμενη, ποιητική της ποίησης. Σε λυρικούς μονολόγους αναζητά-συνομιλεί-εκλιπαρεί μια ανυπότακτη γυναίκα. Την αιώνια γυναίκα. Υπαρκτό άραγες πρόσωπο, οπτασία, σύννεφο, νύμφη, ένα πουκάμισο αδειανό; Δεν αφορά κανένα, ούτε καν τον ποιητή. Μας, στα σκοτάδια του μονήρη εγκλεισμού του, αδράζει την πρόφαση να υμνήσει μια οπτασία άυλη, άπιαστη των αιθέρων, εύγλωττες νεροσυρμές. Ο έρωτας των στίχων του λούζεται στο φως, το όνειρο μας αγρύπνιας του εισχωρεί σε άλλο όνειρο, ανερμήνευτο. Στο ποίημα Αλλιώτικο παντοπωλείο μάς καλεί να πληρώσουμε το εμπόρευμα με τα όνειρα που μπαίνουν από τα παράθυρα. Αποδέκτης πάντα μία γυναίκα που χάθηκε. Η απουσία κυριαρχεί, πονάει και εμπνέει.

Στο συγγραφικό του οπλοστάσιο ο Νίκος Παπάνας διαθέτει πλούτο λέξεων, που προδίδουν την αναγνωστική του παιδεία, τις επιρροές, την τριβή του με το είδος, Με αυτές στρογγυλοποιεί τις γωνίες των κάθε είδους εμποδίων. Οι λέξεις, πάντα η επιλογή των λέξεων που ευτυχούν, μας χαρίζουν τιτιβίσματα τρυφηλών παρηχήσεων. Ακόμη κι όταν εμπιστεύονται ξεχαρβαλωμένες καρέκλες και τραπέζια ή όταν αιωρούνται σε ετοιμόρροπες βεράντες. Ο ποιητής δεν διστάζει να επικαλεστεί την πλαστικότητα και γοητεία των μοναδικών στη χρήση μας επιθέτων. Αδιαφορώντας για τον πόλεμο που έχει κηρυχτεί εναντίων αυτών των κοσμημάτων μας γλώσσας μας. Το ίδιο με τα ερωτηματικά. Πλήθος ερωτηματικών καρφωμένων στα θεμέλια του οίκου του, που δυστυχώς παραμένουν αναπάντητα. Κι Εκείνη άφαντη. Στα σίγουρα θα ήταν πιο βολικό να μην υπήρχε.

ΣΤΕΛΛΑ ΠΕΤΡΙΔΟΥ

Στρογγυλές γωνίες https://www.texnesonline.gr 30/12/2025

Πώς είναι δυνατόν να σμιλευτούν αιχμηρές γωνίες με σκοπό τη στρογγυλοποίησή τους; Απαιτεί αρκετή δουλειά ένα τέτοιο εγχείρημα, οπωσδήποτε κόπος, χρόνος φυσικά, εντατική προσπάθεια και διαρκής αγώνας. Κι όταν στο τέλος το αποτέλεσμα ανταμείψει την προσπάθεια, η χαρά της ικανοποίησης είναι πραγματικά μεγάλη. Πόσο μάλλον όταν η προσπάθεια για την οποία γίνεται λόγος αφορά συναισθήματα, αδυναμίες, πάθη, προσδοκίες, απογοητεύσεις, ελπίδες, άγχη, ανασφάλειες.

Η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα, η τέταρτη κατά σειρά έκδοσης, με τίτλο «στρογγυλές γωνίες», που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2025 από τις εκδόσεις «Ιωλκός», μας μεταφέρει νοητά στον δικό του υπαρξιακό κόσμο, τον άκρως ερωτικό και ευαίσθητο, τον ποτισμένο με μια ισχυρή δόση μαγείας, τον πλημμυρισμένο με τα δικά του συναισθήματα, τα οποία και επιχειρεί να φροντίσει προσεκτικά και τρυφερά για να καταφέρει στο τέλος την ψυχική του λύτρωση, την εσωτερική του γαλήνη και ηρεμία.

Η ποιητική του συλλογή φιλοξενεί αρχικά ένα αρκετά αντιπροσωπευτικό δίστιχο του σπουδαίου γερμανού ποιητή και μυθιστοριογράφου του ύστερου γερμανικού ρομαντισμού Joseph Freiherr von Eichendorff που στα ελληνικά μεταφράζεται ως εξής: «Και ο κόσμος αρχίζει να τραγουδά, αν βρεις μόνο τη μαγική λέξη». Συμβολικό το περιεχόμενο του δίστιχου αυτού, καλωσορίζει τα είκοσι οκτώ ποιήματα που το ακολουθούν, ενώ αποκαλύψει σαφέστατα πως και η πρόθεση του ποιητή είναι ακριβώς αυτή, να ξυπνήσει δηλαδή και τον δικό του κόσμο από τη μονοτονία της σιωπής του και μέσα από τις δικές του ποιητικές λέξεις και τους δικούς του συμβολικούς στίχους να τον ωθήσει στο τραγούδι, στην εξωτερίκευση, στην αισιοδοξία, στο φως, στη ζωή. Αυτό, άλλωστε, επιτυγχάνει η ποίηση στης ουσία της, ο έμφυτος ρυθμός των λέξεων που τρέπονται σε φωνή για να βελτιώσουν τη διάθεση γράφοντος και αναγνώστη, για να προκαλέσουν αβίαστα και εντελώς φυσικά τη δράση και την αντίδραση.

Τα ποιήματα που φιλοξενούνται στην παρούσα ποιητική συλλογή διακρίνονται σε τέσσερις ενότητες, τις «ακουαρέλες», το «αλλιώτικο παντοπωλείο», το της «φαινομενολογίας εγκώμιο» και την «ιδιωτική ανατολή».

Ελεύθερη μοντέρνα ποίηση στην πλειοψηφία της, αρκετά συμβολική και περιεκτική σε νοήματα, πλούσια σε λεξιλόγιο και περιεχόμενο, ρομαντική οπωσδήποτε, λυρική, άκρως εξομολογητική, βιωματική και αληθινή, υπαρξιακού κυρίως περιεχομένου, διέπεται από μια βαθιά μελαγχολία, μια διαρκή νοσταλγία και μια αισθητή τρυφερότητα. Ο λόγος του ποιητή, απόλυτα εκλεπτυσμένος καθώς είναι, ξυπνά αμέσως τη φαντασία και την ενεργοποιεί, δημιουργεί εικόνες μαγικές στο μυαλό και παράγει μελωδίες. Δίνει έμφαση στη μνήμη για να προκαλέσει το ανθρώπινο συναίσθημα.

Στην πρώτη ενότητα περιγράφεται το πρόσωπο του έρωτα, ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται η αποθέωση της παρουσίας του, φυσικής ή νοητής. Ο αισθησιασμός κυριαρχεί σε κάθε στίχο του ποιητή, η τρυφερότητα ακολουθεί πιστά, η δύναμη της φαντασίας και του πάθους συνδράμει σημαντικά για να κορυφωθεί στο τέλος η ομορφιά του έρωτα, η ακατανίκητη έλξη του που ζωγραφίζει το ερωτικό τοπίο γύρω του και το στολίζει με τα βέλη της ένωσης, της απόλυτης ολοκλήρωσης ψυχών και σωμάτων. Μόνο έτσι ομορφαίνει ο πόνος της απόστασης και γίνεται χαρά και λύτρωση μαζί, όταν η καρδιά χτυπά δυνατά ακουμπώντας γλυκά την αδερφή ψυχή της, όταν το όνειρο νικά τα υπαρκτά εμπόδια της απόστασης και θριαμβεύει για το κοινό καλό τους.

«Το βλέμμα σου απαλή βροχή
στην κλίμακα της πάχνης.

Πιο ανάλαφρη η φωνή σου
κι απ’ τα γενέθλια των λέξεων.

Το σχήμα σου φεγγάρι απατηλό,
που όλο γλιστρά και χάνετ’ έξω

απ’ το τελάρο.» (Σελίδα 13)

Στη δεύτερη ενότητα ο ποιητής επικεντρώνεται σε πιο συγκεκριμένα και γνώριμα θέματα, διατηρώντας ωστόσο τον ρομαντικό και συμβολικό χαρακτήρα στον τρόπο της γραφής του. Φιλοξενώντας ποιήματα σε ελεύθερο στίχο αλλά και κάποια χαϊκού, επιχειρεί να δώσει περισσότερη έμφαση στο συναίσθημα και σε ό,τι γήινο και καθημερινό το προκαλεί, το μονοπωλεί και το αναδεικνύει.

«Ντροπαλή βροχή,
εικόνων μελωδία,
έκθαμβη μνήμη.» (Σελίδα 27)

Στην τρίτη ενότητα ο ποιητής μεταβαίνει σε μια πιο φιλοσοφική ανάλυση της ζωής, σε μια πιο βαθιά και στοχαστική κατάθεση ψυχής. Ο αναγνώστης στην ενότητα αυτή καλείται κι ο ίδιος να συμμετάσχει ενεργά, αφού ωθείται μέσω της ανάγνωσης να προβληματιστεί και ο ίδιος μαζί του υποβάλλοντας τον εαυτό του στην επίλυση καίριων ερωτημάτων υπαρξιακών κυρίως.

«Τελικά, διαλέγω το άβολο,
διαλέγω να υπάρχεις.
Θα συνηθίσω το σπασμένο βλέμμα
και τη θάλασσα δίχως νερό.
Θ’ αγαπήσω όλα τα ματωμένα ξόρκια μου.» (Σελίδα 37)

Στην τέταρτη ενότητα ο ποιητής μεταφέρει τον αναγνώστη στην ιδιωτική του ανατολή, στον δικό του εσωτερικό κόσμο, στη δική του υπαρκτή πραγματικότητα, την οποία παλεύει πλέον να αποδεχτεί εξολοκλήρου και σμιλεύοντάς την με τα πιο αληθινά και δυνατά συναισθήματά του, με κόπο και προσπάθεια μαζί, με πόνο και ευαισθησία ταυτόχρονα, να αποζητήσει την προσωπική του λύτρωση, την αναγέννησή του.

«Καλά τα λέω, και πάλι…
με ξεγελά ο μονόλογος.
Και προσπαθώ να μη θυμάμαι
την απουσία σου,
όλο το βράδυ ακούγοντας
στη διαπασών αυτήν τη μελωδία.» (Σελίδα 51)

Συμπερασματικά, η ποίηση του Νίκου Παπάνα διέπεται από μια βαθιά εσωτερικότητα. Παράλληλα, προκαλεί τη σκέψη του αναγνώστη κινητοποιώντας την θαρρετά, χωρίς ωστόσο να του παρέχει έτοιμα συμπεράσματα και έτοιμους δρόμους αναζήτησης προσωπικής ευτυχίας. Παρόλη τη σκοτεινιά, τον πόνο, τη νοσταλγική διάθεση και τη βαθιά μελαγχολία που χαρακτηρίζουν τα ποιήματα αυτής της συλλογής, ο ποιητής στο τέλος αισιοδοξεί και παρακινεί και τον αναγνώστη του να πράξει το ίδιο. Ίσως, γιατί τελικά έχει μάθει πώς να διαχειρίζεται τις προσωπικές του ατέλειες και να τις φροντίζει με αγάπη και στοργή. Φαίνεται, άλλωστε, από τα γραφόμενά του ότι η χαρά δεν μπορεί να αποκτηθεί και να εκτιμηθεί διαφορετικά, αν πρώτα δε βιώσει εντός της το σκοτάδι της θλίψης, το ανυπόφορο του πόνου και την ψυχολογική φθορά. Το μήνυμα στο τέλος είναι ένα. Όλα μπορούν να αντιμετωπιστούν, αρκεί ο άνθρωπος να μάθει να διαχειρίζεται τις ήττες του σωστά, να σμιλεύει με προσοχή τις γωνίες που του κεντούν σώμα και ψυχή και να στρογγυλεύει έπειτα όλες τις δυσκολίες που του επιφυλάσσει η ζωή με υπομονή, πείσμα και επιμονή, με ρομαντισμό και ευαισθησία, με όνειρα και αισιοδοξία, με θάρρος και πίστη για το ευτυχές της κατάληξης.

Συστήνεται ανεπιφύλακτα.

ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ

Η τρυφερή οικονομία των λέξεων Το Ποντίκι 22/01/2026

Η ποιητική αυτή συλλογή ζητά από τον αναγνώστη να συνδιαλλαγεί μαζί της. Από τα πρώτα ποιήματα έως τα ύστερα, διαμορφώνεται σταθερά μια φωνή που δεν αρκείται στον λυρισμό, αλλά τον ελέγχει, τον σχολιάζει και ενίοτε τον αμφισβητεί.

Ο έρωτας, η απουσία, η μνήμη, η ομορφιά, το σώμα, επανέρχονται συνεχώς, όμως ποτέ ως αυτάρκεις θεματικές. Αντίθετα, λειτουργούν ως πρόσχημα για μια βαθύτερη ενασχόληση με τη γλώσσα: τη φθορά της, τη δύναμή της, την οικονομία της. Δεν είναι τυχαίο ότι ποιήματα όπως «Χρεοκοπία», «Νομισματική πολιτική του έρωτα»,«Μήλο της γλώσσας»ή «Ο θάνατος των αντιτύπων», μεταφέρουν τον έρωτα και την απώλεια σε ένα πεδίο σχεδόν λογιστικό, όπου οι λέξεις μετρούν, αποτιμώνται, εξαντλούνται.

Η συλλογή διαθέτει υψηλή αυτοσυνείδηση. Ο ποιητής γνωρίζει ότι γράφει μετάαπό άλλους: μετά τη μεγάλη λυρική παράδοση, μετά τον μοντερνισμό, μετά την ειρωνεία. Οι αναφορές σε μουσική (La follia), λογοτεχνία (Tender is the Night), ευρωπαϊκή ποίηση (Ronsard, Heine), λειτουργούν ως παραδοχές συγγένειας και ταυτόχρονα απόστασης.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η μετατόπιση του τόνου στο δεύτερο μισό της συλλογής. Εκεί, ο αρχικός αισθησιακός λυρισμός υποχωρεί, δίνοντας χώρο σε μια πιο στοχαστική, σχεδόν φιλοσοφική ειρωνεία. Ποιήματα όπως «Υποτακτική», «Ο θάνατος των ναυαγών», «Et pereat mundus», θέτουν ένα κρίσιμο ερώτημα: τι απομένει όταν οι λέξεις έχουν ειπωθεί πολλές φορές; Η απάντηση δεν είναι η σιωπή, αλλά μια νέα, πιο ταπεινή επιμονή.

Η γλώσσα είναι δουλεμένη με φροντίδα: εικόνες καθαρές, συχνά φωτεινές, με μια προτίμηση στη λεπτή αισθητική μετατόπιση και όχι στο κραυγαλέο εύρημα. Υπάρχει, βέβαια, και ο κίνδυνος της επανάληψης: ορισμένα μοτίβα (δάκρυα, φως, άρωμα, λέξεις ως σώμα) επιστρέφουν τόσο συχνά, ώστε αγγίζουν τα όρια της αυτάρεσκης οικειότητας. Όμως αυτός ο κίνδυνος δεν αγνοείται· αντίθετα, γίνεται μέρος της ποιητικής αγωνίας του βιβλίου. Ο Παπάνας δεν εξιδανικεύει την ποίηση. Τη βλέπει ως πράξη εύθραυστη, εκτεθειμένη, συχνά ανεπαρκή και μοιάζει να αποδέχεται ότι οι λέξεις δεν σώζουν πάντα, ότι δεν αρκούν, ότι μένουν «κατώτεροι οι άδοξοι στίχοι» απέναντι στη ζωή. Κι όμως, γράφονται.

Πρόκειται για μια συλλογή ώριμη και απαιτητική, που απευθύνεται σε αναγνώστες πρόθυμους να κινηθούν πέρα από την άμεση συγκίνηση και να ακολουθήσουν τη σκέψη πίσω από το συναίσθημα.

ΖΩΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ

Στρογγυλές γωνίες https://www.culturebook.gr 16/02/2026

Η 4η, και σαφώς πιο ώριμη, ποιητική συλλογή του Ν. Παπάνα με τίτλο στρογγυλές γωνίες (με μικρό σίγμα, προφανώς για λόγους αισθητικής) από τις εκδόσεις Ιωλκός (2025) περιλαμβάνει 28 ποιήματα συμμετρικά κατανεμημένα σε τέσσερα μέρη. Ανάμεσα σε αυτά συναντάμε όλα τα αγαπημένα στιχουργικά είδη του Νίκου Παπάνα που συναντήσαμε και στις προηγούμενές του συλλογές: χαϊκού (όπως το ΧΑΙΚΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ, σονέτα όπως Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΤΥΠΩΝ και Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ, δεκασύλλαβα όπως τα ΔΕΚΑΣΥΛΛΑΒΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ, δραματικοί μονόλογοι όπως το ET PEREAT MUNDUS.

Και ήδη ο τίτλος της συλλογής ξεκινά με ένα οξύμωρο. Τι είναι μια στρογγυλή γωνία; Μου θυμίζει ένα από εκείνα τα ανέφικτα, τα ανύπαρκτα σχήματα, τουλάχιστον στην Ευκλείδειο γεωμετρία που κάποια από αυτά είχα δει σε έναν πολυτελή τόμο σε χαρτί illustration των εκδόσεων Taschen. Και που με εξαιρετική αισθητική αποτυπώνει η εικονογράφηση του εξωφύλλου.

Ο τίτλος είναι ήδη ένα μανιφέστο: τα ποιήματα της συλλογής θα εμπερικλείουν την υπόρρητη αιχμηρότητα και ρήξη των γωνιών ταυτόχρονα με την αβρότητα και την τελειότητα του κύκλου. Σαν να θέλει να μας προϊδεάσει ο ποιητής για την ποιητική γραφή που θα ακολουθήσει και θα βασίζεται στην ένταση και τη συμφιλίωση των αντιθέσεων.

Αυτή η υποτιθέμενη προθετικότητα του ποιητή που προκύπτει από το οξύμωρο του τίτλου με φέρνει στο πρώτο από τα τρία σημεία που θέλω να σχολιάσω. Η ποίηση του Νίκου είναι η ποίηση του αναπάντεχου και του απροσδόκητου και αυτό είναι που την κάνει, στα δικά μου μάτια, ενδιαφέρουσα και συγκλονιστική!

Αναπάντεχες συγκρίσεις όπως:

Πιο ανάλαφρη η φωνή σου

Κι απ’ τα γενέθλια των λέξεων (ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ) ή

Όπως η άμμος επιλέγει να θυμάται

τα πιο ερωτευμένα βήματα (ET PEREAT MUNDUS)

Αναπάντεχες στιχουργικές μορφές όπως:

Γυμνή χαρά μας

πεταλουδίζει.

Στο έβδομο από τα δέκα δεκασύλλαβα του έρωτα όπου στον δεύτερο στίχο των υπόλοιπων 9 δεκασύλλαβων δεν υπάρχει ρήμα αλλά ονοματικό σύνολο.

Αναπάντεχο συνταίριασμα στίχων:

Γι αυτό κι εγώ δεν κρίνω

Της ομορφιάς σου το φαινόμενο

κι έρχομαι να σε πάρω από το κομμωτήριο. (ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΛΟΓΙΑΣ ΕΓΚΩΜΙΟ)

Αναπάντεχα παρατακτικά σχήματα όπως:

Τα ράφια του ανθισμένα κι ετοιμόρροπα

Αναπάντεχες εικόνες όπως:

Φωνήεντα σε πολύχρωμες κονσέρβες

Αναπάντεχες συμφράσεις:

Κατοικίδια ουράνια τόξα

Και τα τρία παραδείγματα παρμένα από το ΑΛΛΙΩΤΙΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟ στο 2ο μέρος του βιβλίου.

Αυτό το αναπάντεχο διαρρηγνύει την αυτοματοποιημένη ανάγνωση, θρυμματίζει την άμυνα της οικειότητας, μας αιφνιδιάζει, μας αποσταθεροποιεί και κατά κάποιο τρόπο μετακινεί τις βεβαιότητές μας: οι αναπάντεχες εικόνες φορτίζονται υπαρξιακά, οι αναπάντεχες συγκρίσεις αποκαλύπτουν νέες φρέσκες οπτικές που γεννούν έντονα συναισθήματα, και οι αναπάντεχες συμφράσεις καλούν τον αναγνώστη να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε έννοιες φαινομενικά αταίριαστες.

Όλο αυτό το προκλητικό παιχνίδι δημιουργεί ποίηση υψηλών αξιώσεων.

Το δεύτερο σημείο στο οποίο θα ήθελα να σταθώ είναι αυτό που ονομάζω σταδιακή οικοδόμηση της ποιητικής εικόνας στην ποίηση του Ν. Παπάνα, όπου οι εικόνες χτίζονται λέξη τη λέξη με μια αρχική λέξη να θέτει τον καμβά, το θέμα και τις επόμενες να προσθέτουν λεπτομέρειες έως την τελική ολοκλήρωση της εικόνας. Σαν μια «κάμερα» που ανοίγει πλάνο βήμα-βήμα και φορτίζει το νόημα σε στρώσεις.

Και ποιος κληρονομεί, νέμεται ή κουρσεύει

στοίβες δουβλόνια, και πολύτιμα πετράδια

των λέξεων που θησαύριζε; (ΌΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΕΘΑΙΝΕΙ)

Στην αρχή, η εικόνα συχνά εκκινεί από ένα ανοιχτό σημείο: ένα ερώτημα, μια αμφισημία, μια γενική αναφορά που δημιουργεί προσδοκία. Ο αναγνώστης δεν «βλέπει» ακόμη καθαρά, αλλά βρίσκεται σε κατάσταση αναμονής και εγρήγορσης. Αυτό το αρχικό κενό είναι κρίσιμο, γιατί ενεργοποιεί τη συμμετοχή του. Στο παραπάνω παράδειγμα τα ρήματα κληρονομεί, νέμεται ή κουρσεύειλειτουργούν με αυτόν τον τρόπο με το κουρσεύει να μας βάζει στον νου την εικόνα του πειρατή και ενός κρυμμένου θησαυρού σε μια σπηλιά.

Στη συνέχεια, προστίθενται διαδοχικά στοιχεία — λέξεις, ρήματα, επιμέρους λεπτομέρειες που λειτουργούν αθροιστικά. Κάθε νέο στοιχείο δεν αναιρεί το προηγούμενο, αλλά το εμπλουτίζει, το μετατοπίζει ή το φορτίζει συναισθηματικά. Έτσι, η εικόνα αποκτά σταδιακά όγκο, υλικότητα και ένταση, σαν να χτίζεται σε στρώσεις: στοίβες δουβλόνια, και πολύτιμα πετράδια. Η αρχική ιδέα επιβεβαιώνεται και συγκεριμενοποιείται. Πράγματι, μιλάμε για θησαυρό.

Στο τελικό στάδιο, η εικόνα αναπλαισιώνεται: αυτό που φαινόταν αρχικά απλό ή κυριολεκτικό αποκαλύπτεται ότι έχει συμβολική διάσταση: των λέξεων που θησαύριζε. Ο θησαυρός δεν είναι εντέλει πετράδια μα λέξεις. Άλλη μια φορά και εδώ βρισκόμαστε μπροστά στο αναπάντεχο!

Το τελευταίο σημείο που θα ήθελα να θίξω είναι η διακειμενικότητα. Το είχα επισημάνει και στη συλλογή Σας αρέσουν τα σονέτα και φαίνεται να αποτελεί ένα από τα ορισματικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Νίκου Παπάνα. Η βαθιά καλλιέργεια του Νίκου και η πλούσια, πολυεπίπεδη αναγνωστική του εμπειρία αντανακλώνται καθαρά στην ποίησή του, καθώς μέσα από διακειμενικές αναφορές συνομιλεί δημιουργικά με την ποιητική παράδοση, άλλοτε υπαινικτικά και άλλοτε πιο άμεσα. Με τον τρόπο αυτό «κλείνει το μάτι» στους υποψιασμένους αναγνώστες, ενεργοποιώντας τη μνήμη και τη συνενοχή τους, ενώ παράλληλα δεν αποκλείει τους λιγότερο έμπειρους, καθώς συχνά επιλέγει να αποκαλύπτει τις πηγές του στις σημειώσεις στο τέλος της συλλογής.

Η διακειμενικότητα, ωστόσο, δεν λειτουργεί ως απλή επίδειξη λόγιας παιδείας, αλλά ως οργανικό στοιχείο της ποιητικής του γραφής: τα προϋπάρχοντα κείμενα μετασχηματίζονται, επανερμηνεύονται και εντάσσονται σε νέες σημασιολογικές και συναισθηματικές συνάφειες. Έτσι, το ποίημα γίνεται χώρος διαλόγου ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ανάμεσα στη συλλογική λογοτεχνική μνήμη και την απολύτως προσωπική φωνή του ποιητή. Πρόκειται για μια διακειμενικότητα λειτουργική και ουσιαστική, που εμπλουτίζει την αναγνωστική εμπειρία και ενισχύει το βάθος και την πολυσημία των ποιημάτων.

Θα είχα να προσθέσω πολλά ακόμη: για τη διακριτική αλλά ουσιαστική αναφορά στον αγαπημένο Αρθούρο Ρεμπώ, για τη φιλοσοφική διάσταση που διαπερνά τα ποιήματα του τρίτου μέρους της συλλογής, για τη στοχαστική πυκνότητα που συνυπάρχει με την παιγνιώδη ελαφρότητα. Σταματώ όμως εδώ αυτή τη σύντομη βιβλιοπαρουσίαση, σημειώνοντας απλώς την ιδιαίτερη βαρύτητα που αποκτούν ορισμένες λέξεις στο ποιητικό σύμπαν του Νίκου Παπάνα — λέξεις όπως ανύπαρκτος, ιριδισμός και εύμολπος — οι οποίες επανέρχονται και ασκούν μια σχεδόν μαγνητική γοητεία στον ποιητή, λειτουργώντας ως πυκνωτές νοήματος και αισθητικής έντασης.

Κλείνοντας, οι στρογγυλές γωνίες επιβεβαιώνουν ότι ο Νίκος Παπάνας έχει διαμορφώσει μια αναγνωρίσιμη και ώριμη ποιητική φωνή, που τολμά να κινείται στην αιχμή χωρίς να χάνει την τρυφερότητά της. Πρόκειται για μια ποίηση που αιφνιδιάζει, συνομιλεί, στοχάζεται μιλά για λέξεις ανακαλώντας μετωνυμικά την ποίηση και τελικά μας καλεί να δούμε τον κόσμο — και τη γλώσσα — λίγο αλλιώς. Και αυτό, νομίζω, είναι από μόνο του ένα πολύ ισχυρό ποιητικό επίτευγμα.

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ

Στρογγυλές γωνίες https://www.culturebook.gr 16/02/2026

Στη συλλογή Στρογγυλές γωνίες του Νίκου Παπάνα, αντιγράφω τους στίχους του πρώτου ποιήματος:

Το βλέμμα σου απαλή βροχή/στην κλίμακα της πάχνης.
Πιο ανάλαφρη η φωνή σου/κι απ’ τα γενέθλια των λέξεων.
Το σχήμα σου φεγγάρι απατηλό,/που όλο γλιστρά και χάνετ’ έξω
απ’ το τελάρο

Με τον τρόπο που τους αντιγράφω, ακολουθώ την παρότρυνση του Βάλτερ Μπένγιαμιν στον Μονόδρομο, όπου υποδεικνύει ότι το αντιγραμμένο κείμενο είναι ένα κλειδί για τα αινίγματα που κουβαλά. Η πρώτη εντύπωση: το ερωτικό στοιχείο. Όχι στην πεζότητά του, αλλά κάπως εξιδανικευμένο. Ένας ρομαντισμός θα λέγαμε, που ηχεί παράκαιρα. Μπορούν να γράφονται τέτοιοι στίχοι σε πεζούς καιρούς; Πώς μπορεί να νιώθει ένας ποιητής όταν αντικρίζει το βλέμμα μιας γυναίκας σαν απαλή βροχή στην κλίμακα της πάχνης; Κι έπειτα, η φωνή της ανάλαφρη, πιο ανάλαφρη από τα γενέθλια των λέξεων. Τι είναι άραγε τα γενέθλια των λέξεων; Μήπως εννοεί ότι οι λέξεις αναβαπτίζονται με την παρουσία τούτης της γυναίκας, αποκτούν το αγνό παρθενικό τους νόημα; Προσπαθώ να προσεγγίσω το ποίημα από τη σκοπιά ενός ρεαλιστή, που πεισματικά αρνείται τις παρομοιώσεις, τις μεταφορές. Όχι με σκοπό να υποτιμήσω το ποίημα, ούτε να το θεωρήσω υπερβολικά αιθέριο – αλλά από ιδιοσυγκρασία, να το ανακαλύψω στην πεζή του διάσταση. Με προλαβαίνει το ποίημα, ανασυντάσσομαι, επιμένει το ποίημα αλλά λίγο διαφορετικά: το σχήμα της είναι φεγγάρι απατηλό, όλο γλιστρά και χάνετ’ έξω απ’ το τελάρο. Επομένως αναθεωρώ, εδώ βλέπω την άλλη όψη του νομίσματος, όλα μπορεί να είναι μια απάτη, η ομορφιά ολοένα ξεφεύγει, αδυνατείς να την ορίσεις. Τι συμβαίνει λοιπόν, υπάρχει μια μούσα αληθινή ή είναι μια απάτη που σε προσγειώνει στην πραγματικότητα;

Νομίζω πως η ποίηση που γράφει ο Νίκος Παπάνας είναι μια διαρκής αμφιταλάντευση ανάμεσα στην εξιδανίκευση και στην πεζή πραγματικότητα. Αν όμως σταθούμε μόνο σε αυτήν τη διαπίστωση, αδικούμε το βιβλίο. Υπάρχει κάτι βαθύτερο. Με τον τρόπο του, το βιβλίο του Παπάνα, όχι μόνο το τελευταίο αλλά γενικότερα η σειρά βιβλίων που εκδίδει τελευταία, είναι μια υπενθύμιση πως η ομορφιά υπάρχει, όπως κι η μαγεία, όπως και το υπερβατό στον έρωτα, δεν είναι φαντασίες όλα αυτά, υπάρχουν, αναζητείται πάντα η φόρμουλα, ο τρόπος, η στιγμή για να προκύψουν.

Συνεχίζω να αντιγράφω: Πάλι ονειρεύομαι πως με ονειρεύεσαι-/ν’ αγγίζω χώμα να γεννιέται φως,/πλάι σου να περπατώ πάνω στα κύματα,/τον χτύπο της καρδιάς σου να μαθαίνω στα ρολόγια/πάλι ονειρεύομαι πως με ονειρεύεσαι. Ζηλεύω αυτούς τους στίχους, θα ήθελα να τους αρπάξω και να τους ζήσω στην πράξη. Ίσως δεν μπορεί να γραφεί αληθινή ποίηση, αν ο ψυχισμός δεν είναι σε αναμέτρηση με το βάρος της καθημερινότητας. Έχουμε βουλιάξει σε μια ντετερμινιστική εποχή, τα ίδια αίτια φέρνουν τα ίδια αποτελέσματα. Όμως, «η φύσις φιλεί κρύπτεσθαι», λέει ο Ηράκλειτος. Πώς θα μπορούσαμε να το πετύχουμε αυτό, να μας ονειρευτεί μια γυναίκα; Στο συγκεκριμένο ποίημα ονειρευόμαστε πως μας ονειρεύεται. Φτάνει αυτό; Δεν φτάνει. Κι αν όμως συναντηθούν τελικά τα όνειρα; Η πιθανότητα είναι μικρή, απειροελάχιστη, δεν παύει όμως να υπάρχει.

Μια ανάλογη αίσθηση υπάρχει σε όλα τα βιβλία του Παπάνα, ένα κέντημα ρομαντισμού και εξιδανίκευσης πάνω στο γκρίζο εργόχειρο μιας επίπεδης καθημερινότητας. Σκέφτομαι πως αν δεν υπάρχει αυτό το ¨άλλο¨, τότε χάνεται το νόημα, το περιεχόμενο, η επιφάνεια παραμένει ανούσια, χωρίς ορίζοντα. Αν δεν υπάρχει συναίσθημα, τότε είσαι καταδικασμένος να κυλιέσαι στα λασπόνερα της πλήξης. Για τον ποιητή ο έρωτας έχει μια οντολογική ιερότητα, σίγουρα έχει τη σάρκα μέσα του, αλλά η σάρκα αποκτά υπόσταση μέσα από τη γενική ανάταση της ψυχής.

Σε ένα αφηγηματικό ποίημα, το «Αλλιώτικο παντοπωλείο», οι πελάτες πληρώνουν το εμπόρευμα όχι με χρήματα αλλά με όνειρα που εισβάλλουν από τα παράθυρα. Σε έναν καθαρά υλιστικό κόσμο, που γίνεται πιο εφιαλτικός κάτω από τη λαίλαπα της ψηφιακής ομοιομορφίας, τι εκτόπισμα θα μπορούσαν να έχουν τα όνειρα; To ποίημα είναι αισιόδοξο, υπαινίσσεται ότι υπάρχουν πολύ περισσότεροι άνθρωποι από όσους νομίζουμε, οι οποίοι πιστεύουν στα όνειρα. Εδώ το όνειρο είναι η προσωπική ιδιοσυγκρασία του καθενός, με μπόλικη δόση ερωτικής πνοής, και παραπέρα η απόκλιση από τον γενικό κανόνα, την ομοιομορφία.

Η ομορφιά οφείλει να φαίνεται, τα βλέμματα της την κατοχυρώνουν, την ορίζουν, γράφει ο ποιητής και αντιγράφω με τη σειρά μου. Νομίζω πως ο Παπάνας είναι ένας αισθητιστής. Ένας δηλαδή ερευνητής της ομορφιάς: η σύσταση της ομορφιάς, η υφή. Οι στίχοι διέπονται από έναν λεπταίσθητο αισθητισμό, δύσκολα τον ανακαλύπτεις στους σημερινούς καιρούς. Μου κάνει εντύπωση πως η ιδιότητα του γιατρού στον επαγγελματικό και ακαδημαϊκό βίο του Παπάνα συμβαδίζει με την ποιητική του διάσταση. Ο Παπάνας είναι καταξιωμένος στην επιστήμη του. Κατά κάποιο τρόπο πραγματιστής και ορθολογιστής. Κι έρχεται από την άλλη η ποίηση, σαν αντίβαρο ή συμπλήρωμα. Αν το καλοεξετάσεις, η ποίηση είναι ένα μυστικό αντικλείδι, αναγκαίο, υπαρξιακό, όχι αντίθετο ως προς την επιστήμη, αλλά σίγουρα ετερόφωτο.

Κι έρχεται έπειτα ένας στοχασμός του ποιητή: Αν δεν σε σκεφτόμουν, δεν θα υπήρχες/αυτό με τρομάζει λίγο. Το ποίημα έχει τον τίτλο «Η ετοιμόρροπη βεράντα του σολιψισμού». Νιώθω εδώ πως βρίσκομαι στο παρασκήνιο, μπορεί και στην αποθήκη. Έχουν σβήσει τα φώτα, έχει διακοπεί για λίγο η προβολή της ποιητικής ματιάς πάνω στη γυναικεία ύπαρξη. Κι ο ποιητής, νιώθοντας μόνο τη σκιά του, εκεί που δυστυχώς η αλήθεια βόσκει καλύτερα, εκεί που στεγνώνει ο ορίζοντας, και το παράθυρο της ερωτικής καντάδας διαγράφεται, τότε ο ποιητής διαλογίζεται γύρω από τους φόβους της ύπαρξης. Ενεδρεύει η φθορά, το κενό, η απουσία. Πρέπει πάντα κάτι να υπάρχει. Είναι ένα κρίσιμο σημείο. Είναι εδώ ο χώρος πίσω από το ποίημα, που είναι κι αυτός ποίημα, σε άλλον τόνο, χωρίς ανάταση, ένα ποίημα εξίσου διαπεραστικό όμως. Μια αλήθεια επίπεδη, σε αντιπαράθεση με την ανάταση του ποιητικού οίστρου. Μια ποίηση, που δεν έχει στολίδια, είναι μόνο σκέψεις, μια απειλή αόριστη γύρω από την έλλειψη νοήματος. Μια Μπεκετική εκδοχή.

Επιμένω να αντιγράφω: Σε ποια θάλασσα καταλήγουν όλα τα ποτάμια των δακρύων μας;/Είν’ η ευτυχία μας πεταλούδα κόκκινη/που ζει μόνο μια μέρα; Εξαίρετες σκέψεις, καίριες. Στοχαστικές γύρω από την υφή της ομορφιάς και του έρωτα. Μια ευγένεια σπάνια. Αναρωτιέμαι πώς μπορεί να αισθάνεται ένας ασθενής όταν έχει μπροστά του έναν γιατρό που γράφει τέτοια αισθαντική και βελούδινη ποίηση; Πόσο σημαντικό τελικά είναι να εμπιστευόμαστε επιστήμονες, που τελικά αποδεικνύουν ότι η επιστήμη αποκτά φτερά, σώζει ανθρώπους, με μια μυστική φλόγα, που λέγεται ποίηση; Πάντα θεωρούσα πως η λογοτεχνία δεν είναι θεωρητική επιστήμη. Είναι κυρίως πράξη. Όπως η ιατρική. Από άλλη αφετηρία όμως. Με στόχο τον ίδιο: να αλλάξεις τον κόσμο, να τον καταπραΰνεις από τον πόνο, να τον θεραπεύσεις.

Σε ένα άλλο ποίημα, ένα βιβλίο του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, το διάσημο μυθιστόρημα «Τρυφερή είναι η νύχτα», γίνεται η αφορμή να θυμηθεί ο ποιητής μια αγαπημένη φίλη. Ένα μυθιστόρημα που το έχουν διαβάσει και οι δύο. Αναρωτιέται ο ποιητής μήπως στο βιβλίο αυτό κρύβεται η εξήγηση γιατί σταμάτησαν οι συναντήσεις τους. Το αίσθημα της απουσίας, της εγκατάλειψης, της ματαίωσης. Το ποίημα έχει μια αφηγηματική δομή, σαν σκαρίφημα ενός διηγήματος. Ο χώρος ένα ξενοδοχείο, το αντρικό πρόσωπο ψηλαφίζει το συγκεκριμένο βιβλίο, οδηγείται σε συνειρμούς…

Αν δούμε συνολικά τα βιβλία του Παπάνα, τέσσερα συνολικά, που εκδίδονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, από το 2019 μέχρι τώρα, μοιάζει η παραγωγή με έκρηξη ενός αυθεντικού ποιητικού ψυχισμού. Θα έλεγα πως το θέμα στα βιβλία είναι η διεκδίκηση της αγνότητας στα ερωτικά αισθήματα, μιας καθαρότητας, στα όρια του ιερού, όπου επείγεται οι λέξεις να βρουν το αυθεντικό τους νόημα. Κατά βάθος είναι ένα ισχυρό ράπισμα στα βαλτόνερα μιας ομοιομορφίας που μας κυριεύει.

Η ιδιαιτερότητα του Νίκου Παπάνα είναι η μείξη παλιομοδίτικου ψυχισμού με την πεζή πραγματικότητα, κυρίως η επιμονή της υπεράσπισης του ιπποτικού πνεύματος, η ίδια η αντίρρηση στον όρο παλιομοδίτικο, εκτός κι αν θεωρηθεί παλιομοδίτικο ένα γαλλικό κρασί φυλαγμένο στις αμπάρες ενός μεσαιωνικού πύργου, ή ένα μπουκαλάκι άρωμα σε σαλόνι ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού, του οποίου οι κληρονόμοι ακόμα αναζητούνται. Είναι διάχυτη μια αίσθηση ότι κάτι είναι κρυμμένο από παλιά. Το ερωτικό στοιχείο είναι μια υπέρβαση, γεμάτη νόημα και περιεχόμενο, με ισχυρές δόσεις παραμυθιού και μαγείας. Ένας ψυχισμός που μοιάζει παράταιρος, ασύμβατος. Όπως παράταιρη είναι πλέον η αίσθηση ότι μπορεί να είσαι ερωτευμένος. Κι όμως, η ανάγκη να εμπιστευτούμε κάποιον και να εναποθέσουμε την ψυχή μας, είναι ένα ζητούμενο που δύσκολα θα μπορούσε να αρνηθεί κανείς.

ΒΑΣΙΛΗΣ Δ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Επανευρεθέντα συν-αισθήματα http://literature.gr 24/02/2026

’Κι όμως, πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή’’, λέει ο Οδυσσέας Ελύτης στους ‘’Προσανατολισμούς’’ του. Αυτό το νόμισμα, το πιο ακριβό μα και το πιο άφθονο δεν είναι άλλο από τον Έρωτα.

Την αξία στο νόμισμα του έρωτα, λέει ο Νίκος Παπάνας, την δίνουν τα χρυσά δάκρυα που στοιβάζονται στο θησαυροφυλάκιο της ψυχής. Ο ίδιος επισημαίνει μέσα στον λόγο έναν ‘’άλλιώτικο’’ χώρο, ένα παράξενο παντοπωλείο, όπου ένας καινούργιος οραματισμός επιτρέπει να βασιλεύει αποκλειστικά μια ποίηση που αμβλύνει τις αιχμηρές γωνίες της μνήμης, επιβάλλει ελεύθερα τη λυτρωμένη θέα της κι επεκτείνει τις εδαφικές της εκτάσεις προς όλα τα σύνορα και τις ανεξερεύνητες περιοχές της ψυχής.

Αποκλειστικό νόμισμα σ’ αυτόν τον ιδιαίτερο τόπο είναι τα όνειρα:

«…απ’ τα γαλάζια ανύπαρκτα παράθυρά του/φτερουγίζοντας μπαίνουν τα όνειρα./ Μ’ αυτά πληρώνεις το εμπόρευμα./Κι άμα δεν έχεις; Απλούστατα, πάλι ψωνίζεις/με δανεικά και αγύριστα…»

Στην ψυχολογία, έρωτας και όνειρο είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος, τα όνειρα είναι ο τόπος όπου ο έρωτας ζει χωρίς περιορισμούς. Όνειρο και έρωτας μεταβάλλουν ολοκληρωτικά την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου, τον οπλίζουν με ορμή, του μεταστρέφουν την φαντασία, του στρεβλώνουν την αίσθηση της κοινής και ανυπέρβλητης πραγματικότητας, τον κάνουν να βλέπει μέσα στο ακατεύναστο μεθύσι τού πόθου του, ολόκληρο τον κόσμο σαν δημιούργημα της φρεναπάτης του, όλη τη δημιουργία εύκολη, απλή σαν ένα παλμό της καρδιάς, σαν κατάκτηση δίχως κόπους και θυσίες, έτσι, όπως δρέπεις ένα λουλούδι και το καρφώνεις στο πέτο σου. Όνειρο, ποίηση και έρωτας, είναι έννοιες συχνά ταυτόσημες, πολύτιμες, είναι τα νομίσματα που με αυτά και αγοράζεις τη ζωή και εξαγοράζεσαι απ’ αυτήν.

Ένα γιοφύρι η μνήμη, ρόδινο, ανάερο, αλλά και τρεμοσάλευτο, ψευδαισθητικό· ένας εξακοντισμός φωτερών, αναπαμένων στιγμών, μια ‘’ρουκέτα*’’ στον ουρανό της σκιάς που νυχτώνει το βλέμμα του ποιητή, ελευθερώνει ένα όραμα γνώσης που προβάλλει «μαλακαίς παρειές, ανείπωτα λόγια, ατίθασα βήματα, ορχούμενα μαλλιά…». Η μακρυνή, δειλινή ανταύγεια της ‘’χρυσής πολιτείας’’ που οραματίζεται ο πόθος, αντανακλά στα μάτια ένα όριο τελειότητας που δεν μπορεί πλέον να προσεγγιστεί. Κύκλος ανέφικτος χωρίζει τα φωτερά στρώματα της χίμαιρας από την αλήθεια της ζωής· ένα γεφύρι που ποτέ δεν θα θεμελιωθεί, παλεύει να συνταιριάσει τους δύο κόσμους.

Αυτή η ατέλεια, η μη ολοκλήρωση, αναλύει όλες τις ακμές, τις ωραιότητες, τις πτώσεις και γίνεται η μητρική βάση της αισθητικής φοράς και της τεχνοτροπίας του, «…αλλά και σε ποια θάλασσα/καταλήγουν όλα τα ποτάμια των δακρύων μας;»

Ο Νίκος Παπάνας, αναρωτώμενος, σκορπάει λέξεις και φράσεις σαν δολώματα στη θάλασσα του εσωτερικού του κόσμου, δοκιμάζοντας τα επανευρεθέντα συν-αισθήματα. Με τη λέξη ‘’θάλασσα’’, Θέλει να δώσει μια διαρκέστερη έκφραση στο νόημα· σύμβολο του απέραντου, του χάους, της κάθαρσης, του ανθρώπινου ασυνείδητου, της ρυθμικής αταραξίας· αταραξίας, όμως, θλιμμένης, ετοιμόρροπης. Τα «ποτάμια των δακρύων» κυλούν πάντα με μια τάση αυξανόμενη να ξεφύγουν απ’ την αυστηρή κοίτη τους και πλημμυρισμένα, να μεταφέρουν λάσπη και φερτά υλικά, διασπώντας το γαλάζιο χρώμα της και την γαλήνια, επίπεδη επιφάνειά της. Η ψυχική διάθεση παλεύει με τα κύματα των εγκλίσεων:

«Να έλθεις, λοιπόν, ανυπότακτη,/ανοίγοντας την καγκελόπορτα του ανέμου./Να ξεδιπλώσεις των φιλιών το φλάμπουρο,/να πλεύσεις ριγηλά στη θάλασσα του δέρματός μας». [Από το ποίημα ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΗ].

Ο έρωτας σαρκικός και ιδανικός, αιώνιος ή εφήμερος, «μια πεταλούδα κόκκινη που ζει μόνο μια μέρα», κοσμικός ή μυθιστορηματικός, με τραγικές συνέπειες και με κωμικά τέλη, με στοχαστικές προόψεις που δονούνται από ένα βαθύ παλμό· ο φωτοδότης της στιγμής, ο καταδικασμένος σε χρεωκοπία:

«το σχήμα σου φεγγάρι απατηλό/που όλο γλιστρά και χάνετ’ έξω/απ΄το τελάρο».

Ο έρωτας είναι το μεγάλο,κατάφυτο, αλλά ταυτόχρονα και χέρσο περιβόλι της λυρικής έμπνευσης. Η συνείδηση, η μνήμη, το λογικό και το άλογο, το αυθόρμητο, η ευαισθησία, το συναίσθημα, η σοφία, ακόμα και η παραφροσύνη· όλα προσφέρονται στη διάθεση του «μελετηρού μαέστρου της μοίρας που μας δημιουργεί το ψυχοβόρο πάθος». Ο ποιητής ζει εντατικά μέσα στη λυρική ατμόσφαιρα, μέσα στην αντινοβολία τής δόξας των μεγάλων ποιητών. Γυρεύει, όπως εκείνοι, τα αρχετυπικά οράματα, να μάθει τι απέγιναν τα εμβλήματά τους.

Η ποίηση είναι κοινός τόπος απροσδόκητων διασταυρώσεων και ανέλπιστων συναντήσεων, ένας απέραντος συνδυασμός λέξεων και αντιθέσεων και σκοπός της, η εικόνα και ο λόγος. Με τις λέξεις ο Νίκος Παπάνας, μ’ έναν τρόπο μοναδικό, δοκιμάζει να διατυπώσει τον εαυτό του· μορφοποιεί την έκφραση με σχέδιο πολύπλοκο, αφήνοντας το βάθος μέσα στην απλότητά του:

«Συλλέγω μόνο λέξεις-δροσίζομαι στην ανεμορριπή τους».

Μεταφυτευμένες μέσα του οι περίφημες αισθητικές αρχές και τα λαμπρά παραδείγματα του Άιχεντορφ, του Ρεμπώ, του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, του Χάινριχ Χέινε, του Ζαν Ρασίν, του Αντόνιο Βιβάλντι και άλλων, στην απόλυτη, λυρική κι εκφραστική μετάπλασή τους, ανακατεύονται με τη μέθοδο του Νίκου Παπάνα, στοχεύοντας στην ανίχνευση των πλατιών και ολάνοιχτων οριζόντων της γλώσσας. Ένας πλατύς, αδιάσπαστος ελιγμός τεταμένης διθυραμβικής λυρικής πνοής, εκφράζει τη μηχανική της φαντασίας του ποιητή.

Υπέρμαχος πάντα των συναισθημάτων, παίρνει στα ποιήματά του την ‘’ανθρώπινη στάση’’, συνεχίζει την ποιητική του περιήγηση κρατώντας αποστάσεις από τον ρασιοναλισμό, ακόμη κι αν τα ίχνη του χαράζουν συνεχείς γραμμές στο συναισθηματικό κενό.

Η ποιητική του, φυσική, ελαστική, πρωτόγονη, καθόλου εξαρτημένη από συστήματα κι αλύγιστους κανόνες· οι πολύσημοι στίχοι αναπτύσσονται και διακλαδώνονται σε πολύχρωμες εικόνες, με το αποτέλεσμα να συνδέεται άμεσα με την έκφραση και την εσωτερική τους αρμονία. Σύμφωνα με τους Πυθαγόρειους ο αριθμός 4 [όσες είναι και οι ενότητες της συλλογής] συμβολίζει τη θεμελιώδη δομή και τάξη στο σύμπαν, ενώ ο αριθμός 7 [όσα και τα ποιήματα κάθε ενότητας] είναι ένας απ’ τους πιο ιερούς και μυστηριώδεις αριθμούς, καθώς συνδέεται με την πληρότητα, την τελειότητα και τη φύση.

Φαντασία, ένστικτο, κατάρτηση, ελεύθερος ρυθμός· ο τελευταίος είναι η κινητή σπονδυλική στήλη κάθε ποιήματος, χωρίς τα μετρικά βαρίδια που δεσμεύουν την φαντασία και τη σκέψη [τις αλυσίδες που κρατούν τα φτερά της ποίησης στο έδαφος, κατά τον Αδαμάντιο Κοραή] αλλά με λόγο παλμικό, σαν εκείνον που οργανώνει την κίνηση της ζωής και την τάξη των φυσικών φαινομένων.

Ο ποιητής κατοικεί «σε σπιτάκι διάφανο, στου σύννεφου τον ελαιώνα, στον βυθό των δακρύων». Πίσω απ’ τους γυάλινους τοίχους, με τη λεπτή μελαγχολία, καλλιεργεί «θαλάσσιες ανεμώνες» που ανάμεσά τους κυκλοφορούν διάχυτα, αόριστα αλλά έντονα πιεστικά, ψυχικά στοιχεία· με μικρές, συμπληρωματικές, λυρικές πινελιές δίνει πνοή και κίνηση στην ‘’Οφηλία’’, τον διάσημο πίνακα του Τζων Έβερετ Μιλέ [1851] εμπνευσμένο απ’ τον πνιγμό της ηρωίδας του Σαίξπηρ:

«Σε ζωγραφίζει/ ο ουρανός/στης άνοιξης τα σέπαλα.//Σε κελαρύζει/ η ομορφιά/

στους γαλανούς της θρύλους//Φιλί νερένιο/κρίνο αέρινο/φλέβα φωτός».

[από το ποίημα Η ΟΦΗΛΊΑ ΤΗΝ ΆΝΟΙΞΗ]

Σαν μηχανικός σκυμμένος στα χαρτιά του, προσπαθεί να ανασύρει την ιδέα τού ποντισμένου οικοδομήματος μέσα από τους θλιβερούς όγκους και τις άμορφες εκτάσεις των ερειπίων του. Χωρίς να διαχωρίζει το καλλιτεχνικό περίβλημα από την ανθρώπινη ουσία, αισθάνεται την επιθυμία να τραβήξει πέρα από τα αισθητικά όρια της ποίησης, να γυρέψει τα σταθερά σημεία του προσανατολισμού της προς κάποια από τα κύρια γνωρίσματα της υπόστασης του σημερινού ανθρώπου, να εκδηλώσει σποραδικές κι αβέβαιες προσπάθειες επαναπροσέγγισης με το βίωμα. Οι στίχοι διαχέονται σαν μελωδία που επιστρέφει την ώρα της νοσταλγίας και παίρνει έναν τόνο λυρικά εναλασσόμενο, πότε τρυφερό, πότε οδυνηρό, πότε «αδυσώπητο», με ολοφάνερο το ξεχωριστό περπάτημα κάθε στίχου και το διαφορετικό αποτέλεσμα που παράγει στην αίσθηση. Η θεία φλόγα του πάθους εξακολουθεί να τρεμοπαίζει σαν αστέρι απ’ το απρόσιτο λιμέρι του, ‘’αυγάζει ξάφνου το άγαλμα’’, λέει ο Σεφέρης, ‘’μα τα κορμιά έχουν σβήσει, στην θάλασσα, στον άνεμο, στον ήλιο, στην βροχή…*’’

και ο Νίκος Παπάνας συμπλέοντας

[…] «σπίθα παρήγορη των στοχασμών/[…]/ατίθαση και μακρινή/ ανάερων βιολιών δαντέλα/με νότες απουσίας φιλοτεχνημένη·/έτσι όλο μένεις. Είναι μάταιο/που η ψυχή τεντώνεται/αφού ποτέ δε θα σε πλησιάσει».

[ΝΥΧΤΕΡΙΝΉ ΕΠΙΣΚΕΠΤΡΙΑ]

Στο ποίημα «Η ετοιμόρροπη βεράντα του σολιψισμού» οι λέξεις μεταδίδουν μια περίεργη διάθεση, ανάμικτη από μια επιφανειακή θέρμη και μια βαθύτερη θλίψη που κατεργάζεται a priori το υλικό. Ο ποιητής κουβαλάει τη νοσταλγία κάποιου χαμένου θησαυρού, οι στίχοι μοιάζουν ζυγισμένοι σε μια συνείδηση που εγκαταλείπει την προσπάθεια να απορρίψει από τη μνήμη κάποιο αγαπημένο πρόσωπο ή κάποια λατρεμένη στιγμή, αν και η θύμησή τους συνοδεύεται από την οδυνηρή αίσθηση του ανεπίστρεπτου. Ο Νίκος Παπάνας επιλέγει συνειδητά το κίτρινο φως αυτής της θλίψης, αφού αυτή απορρέει από την έξαρση και την απώλεια της ίδιας του της ψυχής, νιώθει πως αυτή η ευαισθησία μπορεί να δώσει έκταση στο παρελθόν. Γερμένος προς την ψυχή του, με δέος παρακολουθεί την προσπάθεια της μνήμης:

«Τελικά διαλέγω το άβολο,/διαλέγω να υπάρχεις./Θα συνηθίσω το σπασμένο βλέμμα/και τη θάλασσα δίχως νερό./Θ’ αγαπήσω όλα τα ματωμένα ξόρκια μου…»

Για τον Νίκο Παπάνα, ποίηση είναι η ύψιστη μορφή του ενορατικού λόγου, δηλαδή ενός λόγου που δεν αναπαριστά απλώς το ορατό,αλλά το αλλοιώνει και το ανασυνθέτει στο όραμα ενός ‘’άλλου’’ κόσμου. Στο πλαίσιο των προφητικών οραμάτων του Ρεμπώ, ο ιδανικός αυτός προσανατολισμός, κάνει τον ποιητή ‘’voyant’’, δηλαδή ενορατικό, γιατί, πρώτα κεντρίζει τη λαχτάρα του για τη δημιουργία κι ύστερα τον οδηγεί στην ανεύρεση ενός ποιητικού κλίματος πουπροσφέρει στην ευαισθησία και την φαντασία, τα μέσα αποκρυστάλλωσής τους σε πρωτότυπες, μύχιες μορφές:

«…Χελιδόνια μ’ ανθρώπινη/φωνή, γαλάζια δάση/πελώρια τύμπανα των θαλασσών-/όλα στο βλέμμα του κρυμμένα…»

Τα «δεκασύλλαβα του έρωτα» είναι δίστιχες στροφές-σκαλοπάτια που, με ταχυδακτυλουργική ισορροπία πλήθους αυτόνομων και βραχύλογων εικόνων, ανεβαίνουν μέχρι το ρετιρέ της απο-κορύφωσης του ιδανικού έρωτα. Η ολοκληρωτική άφεση σε μια συνεχή ροή αδέσμευτης βούλησης, καταργεί τον λογικό και ηθικό έλεγχο, η λειτουργία της φαντασίας αυτοματοποιείται μέχρι την συμβολή όλων των εκφραστικών εξουσιών του νου, της ψυχής και του σώματος, σε μια ολοκληρωτική ενέργεια:

«Χλωρό το γέλιο/διάφανο χάδι//Κλίνη της χλόης/άγνωστοι κήποι//Άλικη φωνή/ξύπνημα ρόδων//Υγροί λειμώνες/ντροπαλά βιολιά//Φωτιά στο δέρμα/φιλιών οι σπίθες//Κοιλάδα φέγγους /και τόλμης βουνά//Γυμνή χαρά μας/πεταλουδίζει//Λιγνό καράβι/ταξίδι μέθης//Ονείρου βάμμα/πάνσοφοι κύκνοι//Έγχορδο πάθος/βραδινή σπονδή».

Μικρεμένη σε έκταση αλλά πολλαπλασιασμένη σε έκφραση και νόημα αποτύπωση της ιερότερης λειτουργίας της ζωής. Ο ποιητής με πληθώρα συμβόλων περνάει μέσα απ’ το φίλτρο των πυκνών μυστηρίων της ψυχής τα κλασσικά χαρακτηριστικά των «πανσόφων» ενστίκτων, τα αναδεικνύει σε προσωπικά βιώματα. Έτσι το ανάβρυσμα εξελίσσεται σε καθολικό φαινόμενο, απλώνει την επιρροή του προσανατολίζοντας ευεργετικά την απροσδιόριστη θλίψη, συνθέτοντας μια απολογιστική, πολύχρωμη ακουαρέλα κι ο αναγνώστης καλείται να ταξιδέψει στα δικά του βάθη, να βρει τον δικό του αρμό, τα σημεία που εφάπτεται με το κείμενο και, ξανοίγοντας τον δικό του ουρανό, να διαλέξει απ’ το ουράνιο τόξο το χρώμα του, το βάλσαμο στην δική του πληγή.

Ενδεικτικό ποίημα είναι το τελευταίο της συλλογής με τον τίτλο στα γαλλικά:

Quand vou serez bien vieille [όταν θα είσαι πολύ γριά]. Ολοκληρωμένο, με αξιοζήλευτη δεξιοτεχνία σύνθεσης γύρω από μια κεντρική συναισθηματική σκέψη που απασχολεί την ανθρώπινη υπόσταση, μας δίνει το μέτρο της υποκειμενικότητάς του, καθώς και τον τρόπο που η φαντασία και η καλλιτεχνική ευαισθησία προσανατολίζονται σε ψυχικά τοπία:

«[…] Όταν, λοιπόν, ακόμα και η Πεντάμορφη/γερνά, τότε θυμάται, νοσταλγεί,/την έκπαγλή της νιότη,που την δόξασαν/οι ποιητές μ’ ολόχρυση γραφίδα.Όμως, εσύ στα γηρατειά σου τι θα κάνεις/δεν θα το μάθω. Περιβόλι απόκρυφο/ από νωρίς διάλεξαν τ’ άνθη της μορφής σου./Κι από τη λάμψη της φωνής σου, απ’ τη θρησκεία/του βλέμματός σου, απ’ των μαλλιών σου το βασίλειο/κατώτεροι μένουν οι άδοξοί μου στίχοι».

Περνώντας στα εσωτερικά μέρη του στίχου, στα πνευματικά του στοιχεία, γίνεται αντιληπτό πως ο ποιητής δεν σκάβει με χαρά και ιδρώτα στα μεταλλεία της καρδιάς, ούτε στα ματωμένα σπλάχνα της οδύνης, μα περιορίζεται να περιδιαβάζει τις υψηλότερες και τις ωραιότερες ζώνες του αιθέρα της μελαγχολίας τους. Κι ας αργοκλείνει τα βλέφαρα η βαθμιαία κατάπτωση, κι ας υποψιάζεται την ύπαρξη των υπογείων της ρομαντικής απαισιοδοξίας, της άκαρπης αυτοαπομόνωσης, κι ας γίνονται ένας μυστικός, μακρινός πομπός αραιών κυμάτων αβρότατης βαρυθυμίας οι παρηχητικοί του στίχοι· όσο στενεύει η ψυχή, τόσο διαστέλλονται οι πόροι του σώματός του:

«Πληγής το σμάλτο/χλωμό θρόισμα πόνου·/ανθίζουν λέξεις».

[Χάικου για την ποίηση]

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Ο ποιητής μοιάζει να ζει μέσα σε μια υποβρύχια πινακοθήκη, περιεργαζόμενος λογής εικόνες κι όσες δεν βρίσκει, προσπαθεί να τις επινοήσει. Κρατάει δύσκολα τη ζυγαριά των αισθητικών όρων και των θεωρητικών ποιητικών νοημάτων· εικόνα, μεταφορά, αλληγορία, εικονικός στοχασμός, μουσική του στίχου, όλα αυτά ρέουν συμπλεγμένα σε μια πλαστική μορφή. Ερευνώντας τις πηγές τού Νίκου Παπάνα, την απώτερη αφορμή, το πνεύμα και την ενσάρκωση των στίχων του, αντιλαμβάνεται κανείς ότι είναι γραμμένοι επάνω σε μια εσωτερική αρχιτεκτονική όπου η αλλαγή του φυσικού διάκοσμου ολόγυρά του και οι μεταπτώσεις εντός του, μεταβάλλουν την προοπτική της αισθητικής.

Η σταθερή σχηματοποίηση του υλικού της εμπειρίας, η συγκρότησή του σε παραστάσεις και η μεταλλαγή του σε τύπους λόγου, δεν είναι παρά το μέσο για να γνωρίσει κάτι από το ανεξερεύνητο μέρος του βυθού του, την πραγματική, την υποσυνείδητη ζωή, και συνάμα να την εκφράσει προβάλλοντάς την σαν υπέρμετρη αλήθεια επάνω και μέσα από τα φαινόμενα της λογικής, της κοινής για κάθε συνείδηση πραγματικότητας.

Ο Νίκος Παπάνας πνευματοποιώντας και διυλίζοντας, αποδίδει κομματιαστά ολοκληρωμένες στιγμές της ψυχής, στιγμές αιώνιες και κυρίαρχες, λυρικοποιεί με τον πιο άδολο τρόπο τις περιπέτειές τους μέσα στον κύκλο της αισθηματικής φλόγας. Κάθε φορά που τα μάτια της ψυχής ανοίγονται, βρεγμένα ακόμη από τα δάκρυα της χιμαιρικής ευτυχίας και αντικρύζουν τα γκρίζα, κοφτερά, τετράγωνα σχήματα της πραγματικότητας, την ίδια στιγμή, ξεκινάει ο τοκετός της στόμωσης. Με αργή αλλά αυξανόμενη συχνότητα, οι ωδύνες ωθούν τους νέους βλαστούς στην «γαλανή παλίρροια», έως η «ανθοφορία των πληγών» να εξομαλύνει τις αιχμηρές γωνίες, να γίνει ‘’μακρυνός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος’’*. Έτσι ολοκληρώνεται ο κύκλος της αστραπής, δηλαδή κάθε έξαρσης που διαγράφει μια περίλαμπρη τροχιά στο λαμπρό στερέωμα της ψυχής και σβήνει, για να ξαναλάμψει αργότερα με άλλους χρωματισμούς. Έτσι καταφέρνει να μεταπλάσει τη λαβωματιά του σε καθαρό, φιλοσοφικό σύμβολο, να εμβαθύνει στο σιββυλικό του νόημα, προσπαθώντας να μαντέψει το αίνιγμα της προσωπικής του ζωής. Ο ποιητής αναδύεται από την ‘’σκοτεινάγρα του βυθού’’ κρατώντας στα χέρια του την ψυχή του ανάλλαγου στο πέρασμα των αιώνων, οικουμενικού ανθρώπου. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, μετουσιώνονται σε εικόνες και ενδεικτικές παραστάσεις, συνταιριασμένες με ότι μπορεί να προσφέρει στη φαντασία η λογική πραγματικότητα, συγκροτώντας μιαν ανώτερη και αυτεξούσια σύνθεση που σχετίζεται με την ‘’Υπεραίσθηση’’ του Γιώργου Βέη: Τον ‘’υπερπραγματικό’’,δηλαδή τον μόνο αντικειμενικό κόσμο.

ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ

Εικόνες και χρώματα μέσα σε ένα ποιητικό εργαστήρι www.bookpress.gr 03/03/2026

Όσοι ακολουθούμε τον Νίκο Παπάνα στη δημιουργική διαδρομή του, διαθέτουμε πλέον τη βεβαιότητα ότι η λογοτεχνική παραγωγή του συμμετέχει με συνέπεια στη διαμόρφωση της καθ’ ημάς σύγχρονης πολιτισμικής αγοράς. Επιπλέον, καθώς διαφαίνεται ήδη η μορφή ενός πρωτότυπου κειμενικού σύμπαντος, διαπιστώνουμε με άνεση την έναρξη οργάνωσης θεματικών ισοτοπιών που αποτελούν τεκμήρια συνέχειας κατά την εξέλιξη μιας προσωπικής λογοτεχνικής γραφής.

Στο πλαίσιο αυτό αναγνωρίσαμε ευρηματική διαχείριση μειζόνων ζητημάτων, όπως είναι μεταξύ άλλων (σε μια κατ’ ανάγκην εδώ επιγραμματική όσο και επιλεκτική διατύπωση) ο εσωτερικός και ο κοινωνικός άνθρωπος, ο διάλογος του εσωτερικού ανθρώπου με το αντικειμενικό περιβάλλον, διαπροσωπικές σχέσεις, ο προσωπικός και ο γενικός χρόνος, το σώμα και η ψυχή, η ζωή και ο θάνατος, τα προϊόντα των αισθήσεων και το περιεχόμενο των συναισθημάτων, η ύλη και η άυλη πραγματικότητα.

Οι ποιητικές συλλογές του Νίκου Παπάνα

Ποικίλα μοτίβα οργάνωσης αυτού του θεματικού τοπίου εντοπίσαμε στις δύο προγενέστερες ποιητικές συλλογές του Νίκου Παπάνα υπό τους τίτλους Σε ανακηρύσσω νικήτρια (2021) και Σας αρέσουν τα σονέτα; (2023), ενώ προς αυτή την κατεύθυνση είχε ήδη προειδοποιήσει η ποιητική συλλογή του υπό τον τίτλο Πρώτη δημοτικού και άλλα (2019).

Τώρα, στη νέα ποιητική συλλογή του υπό τον ευρηματικό όσο και συνδηλωτικό τίτλο Στρογγυλές γωνίες ερχόμαστε να επισκεφθούμε έναν σύνθετο κειμενικό κόσμο που αντιπροσωπεύει πεδίο πολυεπίπεδης ανάπτυξης εννοιών, όπως είναι η μορφή του σώματος και η ψυχή, η ομορφιά, το γέλιο και η χαρά, το πάθος, το όνειρο, ο έρως, η τέχνη, ο εκφερόμενος λόγος και η πλήρης σημασιών σιωπή, η ύπαρξη και ο θάνατος, η στοργή, η απουσία ωσεί παρουσία, ο χρόνος, ο στοχασμός, η νεότης και το γήρας: έννοιες που προσδιορίζουν την ποιότητα του εσωτερικού ανθρώπου και τη διαλεκτική ή/και αντιστικτική σχέση του με πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα από την εξωτερική πραγματικότητα, όπου εμπλέκονται και τα όντα, τα στοιχεία, τα φαινόμενα της φύσης.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, υλικά από διακεκριμένες περιοχές στο περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου προβάλλονται σε συνεχή, αδιατάρακτη ροή χωρίς προσκόμματα από εξωγενείς παράγοντες. Με τον τρόπο αυτόν η δημιουργική ανάγνωση προσκαλεί να αναγνωρίσουμε στις λεπτομέρειές του το σημασιολογικό και συνδηλωτικό ισοδύναμο του τίτλου της ποιητικής συλλογής Στρογγυλές γωνίες ως συνόλου.

Τα σημαινόμενα (και αυτής) της συλλογής διεκπεραιώνει λόγος βιωματικός, πλήρης συναισθήματος, παραστατικός, στοχαστικός και συνδηλωτικός, πνευματώδης έως ενίοτε απροσδόκητος, ρυθμικός, ενισχυμένος με την αμεσότητα της προφορικής (εξωκειμενικής) επικοινωνίας, και πάντως οικείος ήδη από τις επισκέψεις μας σε προγενέστερα κείμενα του Νίκου Παπάνα.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η υφολογική δομή της ανά χείρας ποιητικής συλλογής που αποδίδει την αισθητική του κειμενικού κόσμου, όπως αυτός αποτυπώνεται σε τέσσερις ενότητες υπό τους ιδιαίτερους τίτλους: «Ακουαρέλες», «Αλλιώτικο παντοπωλείο», «Φαινομενολογίας εγκώμιο», «Ιδιωτική ανατολή», ως διακεκριμένα πεδία σημαινομένων.

Το ύφος της συλλογής

Εδώ κυριαρχεί η ευρηματική αξιοποίηση του φαινομένου της μεταφοράς, π. χ.: «Πιο ανάλαφρη η φωνή σου/ κι απ’ τα γενέθλια των λέξεων», «Κοιλάδα φέγγους/ και τόλμης βουνά», «σε στρογγυλές γωνίες κατοικίδια ουράνια τόξα», «δεν είδα ποτέ να σχίζεται η σελίδα τ’ ουρανού», «Θα συνηθίσω το σπασμένο βλέμμα», «κάποιες φορές/ το δίκαιο είναι μονάχα/ μια λέξη που ιριδίζει», «ξαφνικό σμήνος δακρύων/ με ιριδισμούς πικρών φτερών/ στου μυαλού τον ορίζοντα», «Ημιτελών στιγμών αναζωπύρωση», «σπίθα παρήγορη των στοχασμών».

Σε ομόλογο υφολογικό κλίμα εντοπίζουμε ενδιαφέροντα δείγματα μεταγλωσσικότητας στη διάσταση της αξιοποίησης γλωσσικών στοιχείων ως υλικού δομής ποιήματος, σε συνδυασμό με τη μεταφορά, ανεξάρτητα από την κοινή χρήση της γλώσσας ως οχήματος για τη διεκπεραίωση πληροφοριών, π. χ.: «Συλλέγω μόνο λέξεις – / δροσίζομαι στην ανεμορριπή τους./ […]/ Και μένω πάλι να διαφεύγω/ στης γλώσσας την ασάλευτη εκδρομή», «Ανθίζουνε στο δέρμα μου/ κόκκινα επιφωνήματα», «συχνά οι λέξεις ευτυχούν», «Βέβαια, δε θα πάψουμε/ να ’μαστε ιθαγενείς των λέξεων», «Από λέξεις νοσταλγικές/ χτίζω έναν πύργο με πολλά δωμάτια:/ Μέσα τους με στοργή σε κρύβω,/ μέσα τους πάλι σε χάνω./ Κι όπως φυσάει, φοβάμαι/ μην γκρεμιστεί των λέξεων ο πύργος», «Στην ήσυχη βροχή των λέξεων καθρέφτισμα φωτιάς».

Σε συνάρτηση προς αυτά, εντοπίζονται και δείγματα αυτοαναφορικότητας της λογοτεχνικής σύνθεσης, όπως αναγνωρίζουμε στα ποιήματα «Ποίηση», «Et pereat mundus», «Ο θάνατος των ναυαγών», «Quand vous serez bien vieille», καθώς και στη σειρά των «Χαϊκού για την ποίηση».

Οι μορφές των κειμένων

Καθώς ακολουθούμε τη διαδοχή των ποιημάτων του Νίκου Παπάνα, συναντούμε κείμενα περισσότερο ή λιγότερο εκτενή σε ποικίλες συνθέσεις ελεύθερων στίχων ενισχυμένων με ιδιαίτερους ρυθμικούς παράγοντες (το μήκος των λέξεων και των στίχων, η θέση του τόνου με τον συνακόλουθο επιτονισμό του κειμένου, ποικίλες παρηχήσεις), ενδιαφέρουσες συνθέσεις διστίχων όπως στα ποιήματα «Συλλέγω μόνο λέξεις» ή «Ξεμέθυστο καράβι», και τριστίχων όπως στο ποίημα «Η Οφηλία την άνοιξη», κείμενα σε ενιαία μορφή ή κείμενα σε αντιστικτική σχέση ως μορφή σημασιολογικού και παραστατικού διπτύχου όπως στον συνδυασμό των δύο ποιημάτων [1] και [2] υπό τον κοινό τίτλο «Εν μαλακαίς παρειαίς», επίσης ευρηματικές εκδοχές για το χαϊκού όπως στη σύνθεση «Χαϊκού για την ποίηση», καθώς και ενδιαφέρουσες συνθέσεις σονέτου στην εκδοχή της ιταλικής φόρμας όπως στα ποιήματα «Ο θάνατος των αντιτύπων», «Ο θάνατος των ναυαγών», «Quand vous serez bien vieille».

Εδώ έχουμε μια ωραία ευκαιρία για να επαναπροσεγγίσουμε τα αισθητικά τοπία της ποιητικής συλλογής Σας αρέσουν τα σονέτα; με τη διαδοχή των δεκατεσσάρων σονέτων του Νίκου Παπάνα, κυρίως στη σειρά εκδοχών για την ευρέως διαδεδομένη ιταλική φόρμα (δύο τετράστιχες στροφές ακολουθούμενες από δύο τρίστιχες), όπου παρεμβάλλονται δύο σονέτα ως εκδοχές για την αγγλική φόρμα (τρεις τετράστιχες στροφές ακολουθούμενες από καταληκτικό δίστιχο). Στο τελευταίο, δέκατο τέταρτο ποίημα-σύνθεση δεκατεσσάρων ελεύθερων στίχων, η δομή του κειμένου που αντιστοιχεί σε εισαγωγικό δίστιχο, ακολουθούμενο από δύο στροφές με πέντε στίχους εκάστη και καταληκτικό δίστιχο, οδήγησε τον επίμονο αναγνώστη να αναγνωρίσει μια πρωτότυπη, κατά τη συγκριτική και συνδυαστική αντίληψη του Νίκου Παπάνα, «παραλλαγή» καταγόμενη από το αγγλικό σονέτο και ταυτόχρονα μια «δήλωση» νεωτερικότητας ως προς μια σύγχρονη δημιουργική παραγωγή υπό τις «οδηγίες» παλαιότερων έργων διανοίας με διαχρονική ισχύ.

Επανέρχομαι στην ποιητική συλλογή Στρογγυλές γωνίες, όπου συναντούμε επίσης κείμενα-μινιατούρες που αντιστοιχούν σε ευρηματικές γραμματικές εικόνες όπως στη σύνθεση «Τα δεκασύλλαβα του έρωτα».

Γραμματικές εικόνες

Η προσεκτική ανάγνωση εντοπίζει τη λειτουργικότητα ενός ιδιαιτέρως ισχυρού υφολογικού παράγοντα που αντιπροσωπεύουν ακριβώς οι γραμματικές εικόνες ως παραστατική απόδοση για υλικά από το περιεχόμενο του εσωτερικού ανθρώπου, επίσης για πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα από την αντικειμενική πραγματικότητα και για στοιχεία, όντα, φαινόμενα από τον κόσμο της φύσης, καθώς και για νεκρές φύσεις.

Εδώ ένα φάσμα χρωμάτων, σε συνδυασμό και με το κιαροσκούρο, συνθέτει εικαστικό κώδικα συγγενή της δημιουργικής γραφής, όπως αναγνωρίζουμε κατά κυριολεξία κυρίως στην ενότητα «Ακουαρέλες», καθώς και κατά την απόδοση συνδηλώσεων στις ενότητες «Αλλιώτικο παντοπωλείο» (όπου αναγνωρίζουμε βιωματική πρόσληψη δεδομένων από την αντικειμενική πραγματικότητα), «Φαινομενολογίας εγκώμιο» (όπου ανιχνεύουμε δημιουργική αντίστιξη ανάμεσα στη λεξική επιφάνεια και στη βαθειά σημασιολογική διαστρωμάτωση των εννοιών), «Ιδιωτική ανατολή» (εδώ η δημιουργική ανάγνωση αναγνωρίζει κωδικοποίηση σχέσεων του εσωτερικού ανθρώπου με το περιβάλλον, όπου εντάσσονται διαπροσωπικές αντιπαραθέσεις, εκφάνσεις της τέχνης, διάλογος με τη φύση).

Διακειμενικές αναφορές

Μέσα στο υφολογικό τοπίο της προ οφθαλμών ποιητικής συλλογής, υπ’ αυτές τις συνθήκες, εντοπίζεται και η διακειμενικότητα στη διάσταση των διακειμενικών αναφορών (Σοφοκλής, Ρεμπώ, Ρονσάρ, Άιχεντορφ, Χάινε, Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, καθώς επίσης Ρακίνας και Βιβάλντι: αυτοί οι δύο ως παραστατικές συνδηλώσεις για τη βιωματική πρόσληψη της τέχνης του θεάτρου και της μουσικής). Οι διακειμενικές αναφορές, ενδεικτικές θεματικών και υφολογικών επιλογών, λειτουργούν ως ομολογία εκλεκτικών συγγενειών με επιλεκτική επισήμανση πληροφοριών.

Τούτων δοθέντων, είναι φανερό ότι η νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα τεκμηριώνει με τον πλέον σαφή τρόπο τις διαρκείς διεργασίες ενός παραγωγικού εργαστηρίου δημιουργικής γραφής, περαιτέρω δε (και κυρίως) τη συνεπή εξέλιξη πρωτότυπου κειμενικού σύμπαντος.

*Η ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΣΟΥΛΟΓΙΑΝΝΗ είναι διδάκτωρ Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και κριτικός βιβλίου. Τελευταίο της βιβλίο, η μελέτη «Ο δημιουργικός λόγος του Γιώργου Χειμωνά» (εκδ. Παρατηρητής).

Απόσπασμα από την έκδοση

Το βλέμμα σου απαλή βροχή
στην κλίμακα της πάχνης.
Πιο ανάλαφρη η φωνή σου
κι απ’ τα γενέθλια των λέξεων.
Το σχήμα σου φεγγάρι απατηλό,
που όλο γλιστρά και χάνετ’ έξω
απ’ το τελάρο.
(το ποίημα «Ακουαρέλα»)

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ;
ΓΕΩΡΓΙΑ ΚΟΚΚΙΝΟΓΕΝΗ

ΠΕΡΙ ΟΥ 28/10/2023

Η τρίτη ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα Σας αρέσουν τα σονέτα; (Εκδόσεις Ιωλκός, 2023) μας φέρνει και πάλι τον έρωτα να δηλώσει τη δύναμή του, τις αντοχές του, να δείξει τη διάρκειά του και να λάβει νέες διαστάσεις.

Τη συλλογή αποτελούν 14 σονέτα επιμελώς πιστά στους κανόνες του είδους. Ο δημιουργός φαίνεται να γνωρίζει καλά το σονέτο. Άλλωστε στις ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ που ακολουθούν γίνεται αναφορά σε μεγάλους τεχνίτες όπως Shakespeare, Baudelaire, Mallarme και άλλους. Δίπλα σε κάθε σονέτο βρίσκουμε ένα σχέδιο, έργο της Ρένας Ανούση-Ηλία.

Ο ποιητής προσάπτει στον έρωτα χαρακτηρισμούς άλλους θετικούς άλλους αρνητικούς. Στο ποίημα ΕΡΩΤΑΣ, σα να προσπαθεί να τον δαμάσει, τον αποκαλεί ψυχρό και προσωρινό, δίπλα στις ιδιότητες πιστός και μονογαμικός, βάζοντας μαζί τα επιρρήματα αιώνια και παράφορα. Καταφέρνει να τον καθυποτάξει σε τεράστιχες και τρίστιχες στροφές, τακτοποιώντας τον σ’ ένα κουπλέ με το ωξύμωρο σχήμα: αδύνατο να τον ορίσει ορισμός!

Αφήνοντας πίσω μας το προηγούμενο βιβλίο του Νίκου Παπάνα (Σε ανακηρύσσω νικήτρια, Εκδόσεις Ιωλκός, 2021), όπου ο ημιτελής έρωτας αποβαίνει νικηφόρος και στιγμιαία καταβάλλει το υποκείμενο, ακολουθούμε τη διαδρομή εξιδανίκευσής του.

Οι λέξεις είναι ποιητικές, όπως σμίλη, αβρό, χερουβική, ο λυρισμός παρουσιάζεται ανάλαφρος, βογκητό λύπης να φύγει με την ομολογία του ίδιου του ποιητή: την ομορφιά πολύ έχω αγαπήσει. Τίτλοι ποιημάτων όπως ΧΙΟΝΙΑ ΑΛΛΟΤΙΝΑ, ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ, ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΩΝ ΓΡΕΒΕΝΩΝ παραπέμπουν στο αδύνατο και το εξωλογικό, που χαρακτηρίζει τον έρωτα. È l’ amore unο strano angelo τραγουδάει η Κάρμεν!

O ποιητής, σίγουρος ότι μπορεί πλέον να ελέγχει τον ατίθασο άγγελο, θεωρεί τις αγάπες του αλλοτινές, παλιές και άρα καθαγιασμένες, τις βλέπει γέρικες ώσπου να τις κλείσει σε παρένθεση και να τις μνημονεύσει ως παρελθόν. Στο ποίημα ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ εγγυάται πως δεν ερωτεύεται πλέον, ενώ στον τελευταίο στίχο κάνει παράτολμες σκέψεις για ένα πυρακτωμένο ειδύλλιο.

Όμως στο ΤΑΤΟΥΑΖ ΨΥΧΗΣ η γλώσσα γίνεται διαφορετική: απουσιάζει η γνωστή ειρωνεία του Νίκου Παπάνα. Χρησιμοποιούνται λέξεις σύγχρονες και καθημερινές, όπως μολότοφ, τατουάζ και κουβέρτα. Το Εγώ μιλάει για την ψυχή του μέσα σ’ έναν εφιάλτη. Η ατμόσφαιρα του ποιήματος μοιάζει με εκείνη που υπάρχει στην προηγούμενη συλλογή Σε ανακηρύσσω νικήτρια. Η μορφή Εκείνης αποτυπώνεται στικτή σε ανεξίτηλο τατουάζ. Το ποίημα αυτό κοσμεί, θα μπορούσαμε να πούμε, τη συλλογή όχι μόνο λόγω της έντασης αλλά και της τεχνικής αρτιότητας του σονέτου σε μια σύζευξη του μοντέρνου με το παραδοσιακό.

Μπροστά στο ειλικρινές και αγνό συναίσθημα βλέπει την καλλιτεχνική έκφραση λίγη και ανήμπορη: οι στίχοι μου όμως πάντοτε λίγοι και ταπεινοί. Από ποίημα σε ποίημα παλινδρομεί μέχρι και την ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ. Δεν θέλει να υποκύπτει στην ομορφιά της. Από την άλλη γίνεται αναφορά σε αγάλματα, σε σκυθρωπές άψυχες μορφές, ίσως κλασσικά και αρμονικά, χωρίς ζωή.

Στο τελευταίο ποίημα ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ; καταλαβαίνουμε πως ο έρωτας αποτελεί πια αίσθηση του ωραίου, πηγή έμπνευσης και κινητήρια δύναμη, την Ομορφιά της ζωής, που δίνει στον άνθρωπο φτερά να πετάξει μέχρι τα σύννεφα, να ονειρευτεί και να ξεφύγει από τη σμιλεμένη, καλοφτιαγμένη υλιστική πραγματικότητα. Και όλα αυτά τα πετυχαίνει ο ποιητής Νίκος Παπάνας με τα υπάκουα σε στιλιστικές αρχές σονέτα του.

Μέσα στους εκλεπτυσμένους στίχους τους η γυναικεία μορφή είναι το Κάλλος, η Οδηγήτρια, ο Άγγελος, η Μούσα και η Θεά του ποιητή, όπως διαβάζουμε στο mottο της συλλογής. “Je suis belle, et j’ordonne…/Je suis l’ Ange gardien, la Muse et la Madone!” Η εξιδανίκευσή της είναι φανερή και η ερώτηση του τίτλου ρητορική. Μάλιστα κλιμακώνεται με την αναδίπλωση: Σας αρέσουν τα σύννεφα; Έτσι μας καλεί να συμφωνήσουμε ο ποιητής.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 16/12/2023

Η Θεολογία της φυσιολατρικής αισθησιοκρατίας

Από την πρώτη στιγμή που έπιασα στα χέρια μου την νέα ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα με τον τίτλο Σας αρέσουν τα σονέτα; (Εκδόσεις Ιωλκός, 2023), είχα την αίσθηση, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ότι δεν κρατούσα ένα συνηθισμένο βιβλίο, αλλά μάλλον μια πολύτιμη ─ ιδιαίτερου χαρακτήρα ─ κοσμηματοθήκη, που επιζητούσε με ανυπομονησία να μου αποκαλύψει τους μυστικούς της θησαυρούς. Κι όταν, πράγματι, άνοιξα την μαγική μουσική κασετίνα της, την περίτεχνα διακοσμημένη, διέκρινα στην εσωτερική της βελούδινη υφή να αναπαύονται 14 μικρά, ισομετρικά αδαμάντινα πετράδια μοναδικής ομορφιάς, που η λάμψη τους στραφτάλιζε στα μάτια μου το βαθύ κόκκινο της φωτιάς, που τα αποκρυστάλλωσε στους αιθέρες της αιωνιότητας, και φώτιζε στις διαθλάσεις της τα εγχάρακτα έργα της Ρένας Ανούση-Ηλία, που σαν παραστάσεις αγγελικές σε ξυλόγλυπτο τέμπλο βυζαντινού ναού φιλοτεχνούν με ιερή σεπτότητα και ασκητική ευλάβεια το καθολικό της Ποιήσεως του Νίκου Παπάνα.

Κι ανάμεσα σε όλη αυτήν την ατμόσφαιρα των παραδόξων μυστηρίων το δοξαστικό Οκτάηχο των Στιχηρών του Έρωτα και της Αιώνιας Ομορφιάς του Charles Baudelaire να μελωδεί τους αθάνατους κανόνες της νήψεως των απανταχού «καταραμένων»: Parfois il parle et dit: «Je suis belle, et j’ ordonne/Que pour l’amour de moi vous n’ aimiez que le Beau;/Je suis l’ Ange gardien, la Muse et la Madone!»

Είναι, λοιπόν, η ίδια αυτή Θεότητα, η ίδια αυτή Μούσα που δίνει σάρκα και οστά στον εξ αποκαλύψεως ποιητικό λόγο του Νίκου Παπάνα, λόγος που ανυψώνεται στα ουράνια μεγέθη αποζητώντας την αισθητική καθαρότητα της αυτόφωτης ηλιογέννητης ποίησης. Στα μάτια της ομνύει ο ποιητής, στα μάτια της θωρεί το γυμνό και το ασώματο, στα μάτια της θωπεύει την ωραιότητα και την μέθη της τυραννίας του πόθου του. Της δίνει σχήμα και μορφή, πρόσωπο και σώμα, άρωμα γένους θηλυκό και μύρας πελαγίσιο. Την απαθανατίζει εντός της τέχνης του με την εξιδανίκευση του αμείωτου ερωτικού αισθήματος που συμφύρεται με το αδούλωτο φρόνημα της ηδονικής του λαχτάρας να εκπληρώσει το ανεκπλήρωτον. Και γίνεται τόπος, και γίνεται χώρος, για να στεριώσουν στο χώμα της οι ρίζες του παράξενου λουλουδιού, που ποτίζεται με το δάκρυ και την γλυκιά μελαγχολία της απλησίαστης ομορφιάς στην νύχτα της μυστικής ανθοφορίας του απέραντου γαλάζιου της αθανασίας.

ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΛΟΥΛΟΥΔΙ

Παράξενο λουλούδι ο έρωτας:
Κι όλα τα χρώματα έχει και κανένα.
Τα πέταλά του ανθίζουν στο σκοτάδι,
οι ρίζες του ποτίζονται με δάκρυα.

Παντού ανθίζει, ακόμη και στην άσφαλτο.
Ξεχωριστό είδος, θα μπορούσε να ονομάζεται
κρινοκυκλάμινο το απουσιοτρόπιο.
Φημίζεται και για τα δηλητηριώδη αγκάθια του.

Βέβαια, δε σπουδάζω ανθοκομία —
έχω μόνο γνώσεις βασικές.
Μαζί σου, όμως, κάτι αρχίζω να μαθαίνω:

Άδοξο θερμοκήπιο του μετέωρου γέλιου σου,
υγρός μίσχος που ανθίζει επίμονα,
γαλάζια χείλη αυτόφωτα σε κούφια νύχτα.

Στην τρίτη του ποιητική συλλογή ο δημιουργός επιλέγει να ακολουθήσει ειδολογικά τον ποιητικό τρόπο του σονέτου, διατηρώντας όμως ιδεολογικά και υπηρετώντας με συνέπεια την θεματική των προγενέστερων ποιητικών του συλλογών. Αναμφιβόλως, ο δημιουργός πρέπει να διαθέτει γνήσια ποιητική φλέβα, για να συνταιριάξει επιτυχώς τις λέξεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνονται όχι μόνον στην τελειότητα της μορφής, αποδίδοντας μελωδική, ρυθμική και χορευτική κίνηση στις επισυνάψεις τους, αλλά και στην ρέουσα εκπεφρασμένη συναισθηματική του επένδυση σ’ αυτές, εστιάζοντας στην επιδέξια αποτύπωση του ποιητικού πυρήνα της Ιδέας που συγκροτεί και συνέχει το ποίημα.

Κι είναι, πράγματι, αξιοθαύμαστη η προσπάθεια του ποιητή να εξισορροπήσει ανάμεσα στο σκοτεινό πάθος της εσωτερικής ορμής των ευγενικών του ρομαντικών καταβολών και στην φωτεινή εντέλεια της ορθολογικής δομής των μετρημένων συλλαβών της αυστηρότητας και της απαιτούμενης πειθαρχίας του σονέτου. Φαίνεται ότι το ποιητικό υποκείμενο αναβιβάζεται σε ένα ανώτερο στάδιο ποιητικής και γνωστικής αυτοσυνειδησίας, η οποία και προσφέρει μια μεγαλύτερη αυτονομία στον έλεγχο της εκφραστικής του δεινότητας, καθυποτάσσοντας κάθε εμπόδιο, αφού το ίδιο μετουσιώνεται σε μορφή και καθαρή ποίηση, συνυφαίνοντας το είναι με το φαίνεσθαι σε μια αδιάσπαστη ενότητα, η οποία αναγορεύει το αιώνιο κάλλος σε μέτρο όλων των πραγμάτων.

Έχω, λοιπόν, την πεποίθηση ότι η ποίηση του Ν. Παπάνα με την παρούσα συλλογή οδηγείται σε κορυφώσεις τόσο σε επίπεδο σύλληψης της ποιητικής Ιδέας όσο και σε επίπεδο αισθητικής της μεταγραφής στο πεντάγραμμο της μουσικής της αποδελτίωσης με το κλειδί του σονέτου. Και, μάλιστα, η ποιητική συνείδηση στην εξελικτική της κίνηση αφενός ανανεώνει, ενορχηστρώνοντας με μαεστρία δεξιοτέχνη, το ποιητικό είδος του σονέτου, τονώνοντας έτσι το αναγνωστικό ενδιαφέρον γι’ αυτό σήμερα, αφετέρου συνδιαλέγεται με τρόπο προσκυνηματικό με την παραδοσιακή του κλασική μορφή και τους μεγάλους μας ποιητές που την καλλιέργησαν, όπως ο Λ. Μαβίλης και ο Κ. Θεοτόκης, αποτίοντας φόρο τιμής στο ιστορικό παρελθόν και συνδέοντάς το με την σύγχρονη καλλιτεχνική δημιουργία, που είναι γέννημα θρέμμα μιας άλλης εποχής, μιας εποχής που η γλώσσα της είναι η γλώσσα των γλυκών κελαηδισμών τ’ Απρίλη και της αιώνιας άνοιξης.

ΓΛΩΣΣΑ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ

Στον Κωνσταντίνο Θεοτόκη

Κι έπαψες να μιλάς ─ και σε κοιτούσα,
κι όλο και μ’ έσκαβε του πόθου η σμίλη.
Ήχος βιολιού και άρωμα στο δείλι,
στεκόσουν πλάι μου, μαυρομαλλούσα.

Πόσα και πόσα αδιάφορα ρωτούσα…
Γλώσσα μιας άλλης εποχής, του Απρίλη
κρινάκι αβρό ή τρυφερό ασφοδίλι
χρειαζόμουν, για να πω ότι σ’ αγαπούσα;

Το γέλιο σου άξαφνα, δροσοσταλίδες
για της ψυχής μου το μαρτύριο ─ κι είδες
τα όνειρά μας σφιχταγκαλιασμένα.

Αμήχανα τα σώματα, με ρίγη ─
μεγάλη προσμονή, λύτρωση λίγη,
μέχρι να γίνουν, επιτέλους, ένα!

Ο λόγος του δημιουργού, χαμηλόφωνος, αισθαντικός, υποβλητικά εξομολογητικός, απευθυνόμενος σχεδόν πάντα σε ένα Εσύ με το οποίο νοερά συνδιαλέγεται σε μια ατμοσφαιρικά σκηνοθετημένη θεατρική πράξη, μετεωρίζεται σαν εκκρεμές ανάμεσα στο δίπολο της ανέλπιδης επιθυμίας, του πόθου, της ακατανίκητης έλξης και της έλλειψης, της αδυναμίας, της τελικής ματαίωσης. Καθίσταται, λοιπόν, ευδιάκριτη η τραγικότητα του προσώπου που, ενώ η ονειρική και αιθέρια παρουσία ─ δια της απουσίας ─ της πληθωρικής ομορφιάς κατακλύζει την υπόστασή του σε μια άνευ προηγουμένου φυσιολατρική αισθησιοκρατία, η οποία ανάγεται σε Θεολογία ερωτική, βιωμένη οραματικά με εκδηλώσεις ομολογίας, πίστης και λατρείας θρησκευτικής, έρχεται αντιμέτωπο διλημματικά με μια ακανθώδη πραγματικότητα που τον απογοητεύει, καθώς διαπιστώνει την ρήξη ανάμεσα στην ανίατη ιδεαλιστική του υποκειμενικότητα και την νοσηρή ορθολογιστική αντικειμενικότητα, η οποία φαλκιδεύει την γνησιότητα και την ειλικρίνεια των ευγενικών του συναισθημάτων και των υψηλών του οραμάτων.

Αυτή η απογοήτευση, που ισοδυναμεί ουσιαστικά με παραδοχή της αδυναμίας του, σωματοποιείται σε πόνο (επώδυνη διαφάνεια, επώδυνα μετέωροι, επώδυνη διαστολή), μεταλογικοποιείται σε κραυγή αγωνίας (Χλωμή παρηγοριά μου, που σε χάνω, ουράνιο τόξο ασπρόμαυρο και μακρινό, λάσπη και βογκητό λύπης να φύγει) και μεταπίπτει, τέλος, σε θυμηδία και βαθύτατο αυτοσαρκασμό, ακόμα ακόμα και με την υπονόμευση της ίδιας της ποιητικής του τέχνης, με όλη την σπαρακτική διάθεση, την οποία υποθάλπει μαρτυρικά, βέβαια, η διακριτική εκφραστική δεινότητα του ποιητή μας.

ΚΑΛΟΤΥΧΟΙ ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ

Στον Λορέντζο Μαβίλη

Καλότυχοι οι παλιοί που ανυμνούνε
ιδανικών ερώτων τους τα κάλλη.
Καμιά σ’ όλη την πλάση, καμιάν άλλη
σαν την αγαπημένη δε θα βρούνε.

Καλότυχοι οι παλιοί που ευελπιστούνε:
Χερουβική ομορφιά (ποιός αμφιβάλλει;)
και νιότη αιώνια θα λάμψει πάλι,
όταν οι στίχοι τους θ’ απαγγελθούνε.

Ποιαν, άραγε, μπορεί να θέλγουν τώρα
παλιομοδίτικα κι αθώα δώρα:
λέξεις πολύχρωμες, εικόνες, ήχοι;

Αδιάφορα όλα, ακόμα και για σένα.
Τα αισθήματά μου καταδικασμένα:
Δε σε κερδίζουν οι άχρηστοί μου στίχοι.

Σε έναν κόσμο ξένο, ακατανόητο, συνονθύλευμα της απάτης και της υποκρισίας, της μηχανιστικής και μεταπραττικής πλεονεξίας, της μοναξιάς και της κακίας, ο Ν. Παπάνας, νοσταλγός της αληθινής αγάπης και αμετανόητος εραστής του ωραίου και της εδεμικής αγαθότητος των συναισθημάτων, επιμένει στην ύπαρξη ενός άλλου κόσμου, ενός κόσμου στον οποίο η θέωση δεν είναι σκοπός, είναι προϋπόθεση, κυρίως, και ανάγκη υποστασιακή, είναι ποίηση, είναι τέχνη, είναι ομορφιά, είναι ταξίδι, είναι έρωτας, είναι απόλαυση πέρα από τα όρια της συρρικνωμένης σωματικότητάς μας, πέρα από τα μεγέθη της περιορισμένης λογικότητάς μας και μας καλεί να τον μοιραστούμε μαζί.

ΣΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΤΑ ΣΟΝΕΤΑ;

Σας αρέσουν τα σονέτα;
Σας αρέσουν τ’ αγάλματα;

Τερπνό μειδίαμα θανάτου και ζωής,
στιλπνότερο κι από την πιο λαμπρή μέρα του θέρους,
πιο αθάνατο κι απ’ τα ολόχρυσα μνημεία.
Απρόσιτο άστρο τα καράβια μας καθοδηγεί,
πνευμάτων γάμος που αψηφά τη θύελλα.

Πριγκιπικά ταξίδια πέρ’ απ’ τον Αχέροντα,
δυο εραστές δίδυμες φλόγες που έσβησαν μαζί.
Όμως, για χάρη τους την Ομορφιά αγαπούμε,
παρθένα ζωηρήν αυγή μ’ ολόλευκα φτερά,
ναυάγιο με τα μέλη κάποιας Σειρήνας.

Σας αρέσουν τα σονέτα;
Σας αρέσουν τα σύννεφα;

.

ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ
ΝΟΠΗ ΤΑΧΜΑΤΖΙΔΟΥ

FRACTAL 11/1/2023

Για τη γυναίκα: Εκμυστηρεύσεις, λογισμοί και συναισθήματα

Τη μακρά παράδοση των θετικών επιστημόνων που διακονούν την ποίηση ως αποκούμπι ψυχής έρχεται να συνεχίσει ο Νίκος Παπάνας με τη συλλογή «Σε ανακηρύσσω νικήτρια», εκδόσεις Ιωλκός, Οκτώβριος 2021. Η συλλογή αποτελείται από τρεις ανισομεγέθεις ποιητικές ενότητες: η πρώτη, «Το ρολόι μου», περιλαμβάνει 14 ποιήματα και συγκεντρώνει το κύριο μέρος των ποιητικών στοχεύσεων, η δεύτερη, «Μια ιστορία σε θραύσματα», περιλαμβάνει 17 χαϊκού, που λειτουργούν στην ίδια κατεύθυνση, και η τρίτη ενότητα, ο «Επίλογος», αποτελείται από ένα μόνο ποίημα, που επιβεβαιώνει τις προηγούμενες ποιητικές τοποθετήσεις. Εκτός από τη δεύτερη ποιητική ενότητα, όπου ακολουθείται η απολύτως συγκεκριμένη τεχνοτροπία των χαϊκού ποιημάτων, τα υπόλοιπα ποιήματα είναι γραμμένα με τη μοντέρνα ποιητική τεχνοτροπία, χωρίς μέτρο και ρίμα, με ευδιάκριτες όμως τις ποιητικές στοχεύσεις όχι μόνο στο σύνολο του ποιήματος αλλά και στις επιμέρους ποιητικές ενότητες. Θα παρουσιάσω την ποιητική συλλογή με άξονα τη συζήτηση του ποιητικού υποκειμένου με τη γυναίκα, ως παρουσία αλλά και ως ιδέα, η οποία φαίνεται ότι αποτελεί τον πυρήνα του περιεχομένου των ποιημάτων, καθώς παρουσιάζεται και στις τρεις ποιητικές ενότητες και κινητοποιεί την ευαισθησία του ποιητή.

Ο διάλογος του ποιητή με τη γυναίκα χαρακτηρίζει την ποιητική συλλογή στο σύνολό της και αναδεικνύει την τοποθέτησή του απέναντι σ’ αυτήν: το ποιητικό υποκείμενο αποκαλύπτει μέσα από τους στίχους την ανάγκη της γυναικείας παρουσίας και τη δύναμη που αντλεί από αυτήν. Η γυναικεία μορφή δεν ονοματίζεται ούτε περιγράφεται με τρόπους συγκεκριμένους κι έτσι προσλαμβάνει μορφή συμβόλου: είναι η βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η δημιουργία, η δύναμη που κινητοποιεί τη ζωή και τις εκφάνσεις της. Είναι μια μορφή απολύτως κυρίαρχη και διαμορφώνει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας του ποιητικού υποκειμένου σε πρακτικό, ψυχοσυναισθηματικό αλλά και σε πνευματικό επίπεδο.

Όταν ακούω τη φωνή σου,
στην αρχή αντιστέκομαι.
Είμαι το νέο θαύμα
της αυτοκυριαρχίας.

Μπορώ και σου απαντώ
εύγλωττες φράσεις μουσικές:
Ο διάλογός μας βήματα για δύο
σε αστραφτερό παρκέ.

(Από το «Σε ανακηρύσσω νικήτρια»)

Αυτός ο συμβολισμός που επιχειρείται περιλαμβάνει πολλά συναισθήματα, τα οποία κατατίθενται με τρόπο άμεσο και απολύτως κατανοητό από τον δέκτη, αλλά και προβληματισμούς, που προκύπτουν από τη διάψευση των ονείρων ή των προσδοκιών του ποιητή. Η πραγματικότητα παρουσιάζεται πολλές φορές λυπηρή και αποκαρδιωτική, αφού περιλαμβάνει τις προσωπικές ακυρώσεις και τα αποτελέσματά τους στην ψυχολογία του ποιητικού υποκειμένου δεν οδηγεί όμως σε κραυγαλέες ρίξεις ή σε ισοπεδωτικές τοποθετήσεις. Ο ποιητής τις αντιμετωπίζει με λόγο και συναίσθημα, εμβαθύνοντας σ’ αυτές, κατανοώντας τις συνθήκες της σύγχρονης ζωής και εμμένοντας στα αποτελέσματά τους στον ίδιο.

Έμαθα μαζί σου πώς είναι να περιφέρεται, φορώντας ένα φριχτό κουρελιασμένο σεντόνι, σ’ όλες τις κάμαρες της ψυχής μου, να μου τρίζει τα κίτρινα δόντια του, κι ασταμάτητα να με τρυπά με χιλιάδες καρφίτσες το ανομολόγητο δίλημμα.

Έμαθα μαζί σου να κρατώ ευλαβικά σ’ ένα σκαλιστό παλιό πειρατικό σεντούκι τα λάφυρα της προσμονής.

Έμαθα μαζί σου πως τα λόγια που δεν είπαμε δε χάνονται, πεισμώνουν, και μεταμορφώνονται στα πιο αγκαθωτά, μα και πιο κόκκινα, τριαντάφυλλα.

(Από το «Έμαθα μαζί σου»)

Στην κατεύθυνση αυτή λειτουργεί η συχνότατη εναλλαγή του πρώτου και του δευτέρου προσώπου, που αφ’ ενός αποτελεί το κύριο εκφραστικό μέσο της συλλογής αφ’ ετέρου αναδεικνύει την πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου να αποκαλύψει βαθύτερες σκέψεις και διαθέσεις που τον καθορίζουν. Το σύνολο των ποιημάτων αφιερώνεται σε ένα γυναικείο εσύ ισχυρό και κυρίαρχο, το οποίο διαμορφώνει μεγάλο μέρος της αυτοαναφορικότητας ως προς την έκφραση, όχι με τον υπαινικτικό ή κρυπτικό τρόπο που χαρακτηρίζει παλαιότερες ποιητικές δημιουργίες, τη λεγόμενη γενιά του ’70 παραδείγματος χάριν, αλλά με αμεσότητα και ζωντάνια, στοιχεία που συμβάλλουν στην κατανόηση της ποιητικής στόχευσης και επιτείνουν τη συγκίνηση, κυρίως επειδή η γλώσσα δεν υπονοεί αλλά εννοεί, δεν εντυπωσιάζει με ασυνήθιστους λογιοτατισμούς αλλά με την εύστοχη γνησιότητά της.

Ανεξημέρωτο φιλί, σπαθάτο βλέμμα,
ευγενικός κεραυνός.
Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις.
Πάλι χάνω και τα χάνω.
(Από το «Ανεξημέρωτο φιλί»)

Ο ιδιότυπος διάλογος μεταξύ του ποιητικού υποκειμένου και της γυναίκας χαρακτηρίζει και τα χαϊκού της δεύτερης ενότητας. Η συμπύκνωση των νοημάτων επιτυγχάνεται, παράλληλα όμως εντοπίζονται παραδοσιακά στολίδια της ποιητικής τέχνης, όπως οι αντιθέσεις ή οι επιλογές επιθέτων ,που αποκαλύπτουν θάρρος στη διατύπωση και ευνοούν ακόμη και τους συνειρμούς κυρίως επειδή δημιουργούν πρωτότυπες λεκτικές συνεκφορές, οι οποίες αφ’ ενός λειτουργούν απελευθερωτικά για την φαντασία αφ’ ετέρου καλούν συνειδητά τον αναγνώστη να συμπληρώσει με βάση τη δική του πλέον εμπειρία την ποιητική εικόνα.

Φωτεινό χέρι
από βαθύ πηγάδι
μ’ ελευθερώνει.

Τρυφερή μάχη:
Θέλω να με νικήσεις
ή να νικήσω;
Ο τόνος είναι γνήσια λυρικός, συγκινητικός, σε καμιά περίπτωση ειρωνικός ή σαρκαστικός: το ποιητικό υποκείμενο φαίνεται ότι κατανοεί τη δυσκολία των σχέσεων σήμερα παράλληλα όμως αναγνωρίζει την αναγκαιότητά τους για την επίτευξη της εσωτερικής ισορροπίας του ανθρώπου γι’ αυτό και απευθύνεται νοερά στη γυναικεία μορφή, ακόμη και όταν είναι απούσα. Προκαλεί εντύπωση ότι η ανάγκη της γυναικείας παρουσίας, έστω ως ιδέας και νοερής συντρόφου του μυαλού, δίνεται με συνέχεια σε όλη τη συλλογή και δεν αμφισβητείται ούτε από την άποψη του περιεχομένου ούτε από την άποψη των εκφραστικών μέσων.

Τουλάχιστον, όμως, μπορώ να σε σκέφτομαι,
να ξανακούω τις συζητήσεις μας,
ν’ ακούω κι άλλες νέες που δεν έγιναν
(κι ούτε θα γίνουν),
να σου μιλώ μ’ ένα χαζό χαμόγελο,
ποδοπατώντας την απουσία,
να σου μιλώ, μα όχι πια με λυρική φωνή ─
γυμνή η ψυχή μου να τυλίγεται
σ’ αυτήν τη λευκή σελίδα που όλο γεμίζει
τρεμάμενα γράμματα
στο χρώμα της νύχτας.

(Από το «Capre noctem»)

Καμιά αντίθεση δεν έρχεται να ταράξει την πλήρη αποδοχή της γυναικείας αναγκαιότητας, που αναδύεται ως αίσθηση από την ανάγνωση των ποιημάτων, κανένα καυστικό σχόλιο δεν έρχεται να ενσπείρει σκέψεις ικανές να κλονίσουν την αγάπη με την οποία περιβάλλεται η γυναικεία μορφή ακόμη και όταν δηλώνονται ρητά οι δυσκολίες της συνύπαρξης, όχι μόνο ερωτικής, μαζί της. Το ποιητικό υποκείμενο προσωποποιεί τα συναισθήματα που βιώνει, καθιστώντας έτσι τον λόγο του εύληπτο και κατανοητό με τη χρήση απλού, κοινού λεξιλογίου και πάντως χωρίς μεγαλοστομίες. Η εικοποιία λειτουργεί στην ίδια κατεύθυνση προβάλλοντας το κυρίαρχο κοινό αίσθημα της σύγχρονης ζωής, που μονάζει και ασφυκτιά στη μοναξιά της, αφού χάνεται ή πάντως αλλοιώνεται το «κοινωνείν» και το μοίρασμα. Έτσι ενισχύεται από τη μια μεριά ο βιωματικός χαρακτήρας των ποιημάτων αλλά και τονίζεται η καθολικότητα των συναισθημάτων, τα οποία εγκολπώνει ο δημιουργός και τα εκφράζει με εύστοχη λακωνικότητα αυτοχαρακτηριζόμενος με την πλέον κοινή, αλλά ταυτόχρονα αιχμηρή, ιδιότητα του σύγχρονου ανθρώπου: την αγωνία.

Με στραβό σαρκαστικό χαμόγελο,
ιπτάμενη σκελετωμένη γριά,
με ματωμένα ρούχα,
η αγωνία. (…)
Ύστερα, ευτυχώς την παίρνει
ο άνεμος και χάνεται.

Πλένω το πρόσωπο, πηγαίνω στον καθρέφτη.
Όμως, το είδωλό μου με τρομάζει ─
εγώ είμ’ η αγωνία.

(Από την «Αυτοτιμωρία»)

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και οι εκμυστηρεύσεις, οι οποίες δίνονται με τόνους χαμηλούς, όπως πρέπει, και έχουν πολλούς αποδέκτες στους οποίους δεν συμπεριλαμβάνεται μόνο η γυναίκα, ως μορφή, ιδέα ή σύμβολο, αλλά και οι αναγνώστες, οι οποίοι ─ παρ’ όλες τις διαφορές τους ─ καλούνται να τις συναισθανθούν και να προβληματιστούν πάνω σ’ αυτές. Ακόμη και ο εαυτός δεν εξαιρείται από τη διαδικασία της εξομολόγησης αφού το ποιητικό υποκείμενο εκμυστηρεύεται στον εαυτό του όχι μόνο πράγματα που βίωσε αλλά και όσα δεν θα βιώσει καταργώντας τα τυπικά όριά της, που παραδοσιακά αναφέρονται στο παρελθόν, και ανάγοντάς την σε άλλο επίπεδο, στο μέλλον, το οποίο όμως βιώνεται με δραματικότητα στο παρόν. Δημιουργείται έτσι μια δημιουργική α-χρονία, μια σύμπλευση των χρόνων της ποιητικής έκφρασης, η οποία ενισχύει την αίσθηση του παρόντος. Τα συναισθήματα δεν παρουσιάζονται ως μετέωρα αντικείμενα αλλά ως όροι ικανοί να λειτουργήσουν στο παρόν και να διαμορφώσουν συνθήκες δημιουργίας και στάσεις ζωής. Η απουσία της γυναίκας ως όντος ικανού να συντροφεύσει τις εκφάνσεις της ζωής λόγω των δυσκολιών που παρουσιάζει η σύγχρονη εποχή δημιουργεί μεν αίσθημα θλίψης και αγωνίας, αλλά δεν ακυρώνει την ενεργητικότητα με την οποία την εναγκαλίζεται το ποιητικό υποκείμενο στο παρόν, ακόμη κι όταν το ποίημα αναφέρεται σε παρελθόντα χρόνο. Έτσι τα συναισθήματα βρίσκουν τρόπο και εκφράζονται με γνησιότητα, αυθεντικότητα, με ευκρινή εσωτερικότητα και πάντως όχι κραυγαλέα ούτε υπερβολικά.

Τι ευγενικό εκ μέρους σου.
Απότομα, βέβαια, αλλά τουλάχιστον
έγκαιρα μ’ άφησες να πέσω,
προτού ανέβω ακόμα πιο ψηλά,
παράτολμος κι αδέξιος μουσικός
σε νότες φευγαλέων αστεριών.

Πάλι καλά ─ χτύπησα λίγο μόνο.
Σηκώθηκα γρήγορα κι αναγνωρίζω
ότι έτσι γίνεται συνήθως. Τελεία και παύλα.
Γιατί όμως, τόσους μήνες μετά,
να υποφέρω ακόμα από ιλίγγους;

(Από τον «Ίλιγγο»)

Η εστίαση στο παρόν απαλλάσσει την ποιητική εκφορά από τη νοσταλγική παρελθοντολογία, που πολλές φορές λειτουργεί εξιδανικευτικά, κυρίως όταν το περιεχόμενο της αφήγησης αφορά σχέσεις ανθρώπων και μάλιστα ερωτικές .Ο ποιητικός λόγος παρουσιάζεται ζωηρός και σφριγηλός, ικανός να συγκινήσει όχι με την αναφορά των τραυμάτων του παρελθόντος αλλά με την ικανότητά τους μέσω του αναστοχασμού στο παρόν να παράγουν έργο. Γίνονται δηλαδή κινητήριοι μοχλοί για τη σκέψη και τη δημιουργία στη βάση της έλλογης αντιμετώπισής τους από την οποία δεν εξαιρείται η κατάθεση συναισθημάτων. Η επιλογή του ενεστώτα χρόνου στη διατύπωση με τα χαρακτηριστικά που ενέχει, διάρκεια αλλά και δραματικότητα, τονίζει το προσωπικά αδιέξοδα που δημιουργούνται σήμερα αλλά και τους τρόπους που βιώνονται από τα κοινωνικά υποκείμενα. Ιδιαίτερα στα χαϊκού της δεύτερης ενότητας, τα λεγόμενα και «ακαριαία ποιήματα», η συνειδητή επιλογή του παρόντος συμβάλλει στην απόδοση της συναισθηματικής κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου με τρόπο απολύτως συμπυκνωτικό και αναδεικνύει τη σημασία της στιγμής και των συναισθημάτων που βιώνονται στο παρόν ανεξάρτητα από τον χρόνο τέλεσης των πράξεων, που πολλές φορές υπονοούνται.

Τα ποιήματα κοσμούνται από εικόνες, κυρίως οπτικές, όπου η απουσία της αγαπημένης γυναίκας παίρνει τη μορφή υλικού αντικειμένου, ή ακουστικές, όπου το ποιητικό υποκείμενο επαναφέρει στο παρόν φωνές και ήχους χαρακτηριστικούς της μορφής αλλά και της καθημερινότητας τόσο του αντικειμένου του έρωτα όσο και του ιδίου.

Το ρολόι μου
το κουρντίζω κάθε μέρα.
φοβάμαι μη σταματήσει.

Οι δείκτες του μου θυμίζουν τα χέρια σου
Εννέα και τέταρτο
Θέση μπαλέτου (…)
Το βγάζω πάλι,
το κρατώ και το κοιτώ:
Είναι πρόσωπο, είναι πράγμα, είναι πρόσωπο.
(Από το «Το ρολόι μου»)

Ο λυρισμός αποφεύγει τους εύκολους και συνήθεις τρόπους αναγωγής στην φύση και εκφράζεται με λιτότητα: πρόκειται για έναν γνήσιο όσο και στιβαρό λυρισμό που επικεντρώνεται στο πνεύμα και στην ψυχή αποφεύγοντας τις επαναλήψεις στο περιεχόμενο και τις κοινοτοπίες στην έκφραση. Οι μεταφορές αλλά και τα γλωσσικά ευρήματα, πολύ ευφάνταστα στη σύλληψή τους, διαμορφώνουν έναν λόγο μεστό από την άποψη των νοημάτων και φρέσκο από την άποψη της ποιητικής διατύπωσης ενισχύοντας την ανταποκρισιμότητα των δεκτών στην κατεύθυνση κυρίως της συγκινητικής παρακίνησης χωρίς να ακυρώνεται η λογική κατανόηση, που χαρακτηρίζει συχνά την εκφορά της μεταμοντέρνας ποίησης.
Η συλλογή επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους της, προσφέροντας στιγμές απόλαυσης στους λάτρεις της ποιήσεως αλλά και ευρύτερα στους φιλόμουσους. Σε μια εποχή που η γυναίκα κακοποιείται ποικιλοτρόπως ακούγεται μια φωνή ευαισθησίας και λογικής που την εξυμνεί χωρίς υπερβολές αλλά με κατάθεση έλλογου συναισθήματος και με αναγνώριση της σημασίας της στη διαμόρφωση του παρόντος ειδικά σήμερα που ο κοινωνικός αυτοματισμός φαίνεται ότι αναζητά θύματα ανάμεσα στους λιγότερο ισχυρούς ή στους περισσότερο τρωτούς. Παράλληλα οι επιλεγόμενοι τρόποι της εξύμνησης (στους οποίους συμπεριλαμβάνεται και ο τίτλος «Σε ανακηρύσσω νικήτρια»), έτσι όπως δίνονται από έναν πολυπράγμονα άνθρωπο (γιατρό, καθηγητή, ποιητή, μέλος της εταιρείας λογοτεχνών Θεσσαλονίκης), είναι ικανοί να κινητοποιήσουν τον αναγνώστη στην κατεύθυνση του προβληματισμού για τα φαινόμενα της απαξίωσης και κακοποίησης της γυναίκας σήμερα αλλά και να δημιουργήσουν μέσω του αναστοχασμού του περιεχομένου των ποιημάτων όρους άρσης αυτής της λυπηρής κοινωνικής κατάστασης στο μέλλον, ιδιαίτερα εφ’ όσον δίνονται με καθαρότητα, ευθύτητα και χωρίς διάθεση στείρου διδακτισμού.

.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 22/10/2022

Ποίηση ανίκατε μάχαν

Αυτός ο παράξενος, ομολογουμένως, αλλά και πολύ πρωτότυπος, ευρηματικός τίτλος της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Νίκου Παπάνα Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021) ελκύει από την πρώτη στιγμή την προσοχή και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Προσημαίνει ένα δυαδικό σχήμα υποκειμένου-αντικειμένου, το οποίο πρωταγωνιστεί στο πεδίο της ερωτικής μάχης με τρόπο πολύμορφο σε όλες τις σελίδες του βιβλίου, χωρίς να αποκλείεται, βέβαια, η προσωπική, βαθιά υπαρξιακή αναμέτρηση του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου με την διφυή του υπόσταση, την φύσει ποιητική και την θέσει επιστημονική (Ο Νίκος Παπάνας είναι καθηγητής της Ιατρικής Σχολής στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης).
Μια πάλη εσωτερική συντελείται, ένας αγώνας διαρκής ανάμεσα στα επικαθορισμένα όρια των δυσαρμονικών λογοκρατικών βεβαιοτήτων και στα ακαθόριστα όρια των εύμουσων ποιητικών συναρμογών. Αλλά, κάθε φορά και σε κάθε περίπτωση, ο ποιητής, σαν έτοιμος από καιρό, ενδίδει μοιραία στην ακαταμάχητη γοητεία της ερωτικής έλξης και στην πανανθρώπινη ανάγκη της ποιητικής πλήρωσης, περπατώντας ακούραστος στα ανεξερεύνητα και ανεξημέρωτα υψίπεδα των ευγενών προσμονών του και των λυσιμελών πόθων του.

ΑΝΕΞΗΜΕΡΩΤΟ ΦΙΛΙ

Ανεξημέρωτο φιλί, σπαθάτο βλέμμα,
ευγενικός κεραυνός.

Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις.
Πάλι χάνω και τα χάνω.

Χλωρό λιβάδι σ’ άλλο ημισφαίριο,
υπερηχητικός καλπασμός.

Ανεξερεύνητο φιλί, πεσμένη γέφυρα,
βροχή απαγορευμένα ροδοπέταλα.

Πως μαγνητίζεις τα πόδια μου;

Ακούραστα σ’ αναζητούν,
θαρρείς κι επιμένουν να χαίρονται
που οι πέτρες τα ματώνουν
σ’ αδιέξοδα μονοπάτια.

Κι ενώ θα περίμενε κανείς το ποιητικό υποκείμενο στην μάχη αυτή να υπερέχει και να θριαμβεύει απέναντι στο αντικείμενο του πόθου του, ο ποιητής με λόγο τελεστικό και σε έγκλιση οριστική επιβεβαιώνει απαρέγκλιτα σε πρώτο πρόσωπο με κάθε μεγαλοπρέπεια την παραδοχή της ήττας του και της άνευ όρων παράδοσής του. Είναι, όμως, η μοναδική, ίσως, περίπτωση ήττας που ισοδυναμεί ουσιαστικά με νίκη: νίκη όλων εκείνων των εσωτερικών ζωτικών διεργασιών που οδηγούν στην έμπνευση, νίκη όλων εκείνων των αχαλίνωτων πρωτογενών δυνάμεων που εκχυμώνουν το πάθος, νίκη, τελικώς, εκπεφρασμένη στην ευγενέστερη μορφή της, την μορφή της ποιητικής αναζήτησης, της ποιητικής δημιουργίας, μια νίκη της ποίησης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια ομολογία πίστεως στο αρχέγονο είδωλο της αιώνιας ομορφιάς. Κι ο ποιητής, ταπεινός προσκυνητής κι αμετανόητος εραστής της, την φιλοτεχνεί, την αποθεώνει και την ανακηρύσσει νικήτρια.

ΣΕ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΩ ΝΙΚΗΤΡΙΑ

Όταν ακούω τη φωνή σου,
στην αρχή αντιστέκομαι.
Είμαι το νέο θαύμα
της αυτοκυριαρχίας.

Μπορώ και σου απαντώ
εύγλωττες φράσεις μουσικές:
Ο διάλογός μας βήματα για δύο
σε αστραφτερό παρκέ.

Έλα, όμως, που δεν κρατάει πολύ
η αυτοσυγκράτηση.

Τα βήματα γλιστρούν,
τα λόγια χάνονται,
θριαμβεύει ο κόμπος του λαιμού –
αμήχανη ζάλη.

Σε ανακηρύσσω νικήτρια –
κι απόψε και πάντα.

Η κίνηση της ποιητικής ροής, ακολουθώντας την τριμερή δομή του βιβλίου και τους παλμικούς ήχους του ποιητικού υποκειμένου, υποτάσσεται στους κανόνες της συμπίεσης και της αποσυμπίεσης ή, αλλιώς και αντιστρόφως ανάλογα, της συστολής και της διαστολής. Κι όσο περισσότερο διογκώνεται συναισθηματικά η αίσθηση της συμπίεσης, τόσο περισσότερο διαστέλλεται εκφραστικά το σφύζον ερωτικό συναίσθημα.
Στην πρώτη ενότητα, με τίτλο Το ρολόι μου, ο ποιητής, υποκείμενος στην συμπίεση, αποτυπώνει με λόγο πληθωρικό και άμεσο την ερωτική σαγήνη, ιχνηλατεί τους αδιέξοδους δρόμους του ανέγγιχτου ερωτικού συναισθήματος αλλά και την ματαίωση της ασίγαστης επιθυμίας, της πραγμάτωσης, της εκπλήρωσης, της ολοκλήρωσης. Με τόλμη και γενναιότητα επενδύει ακόμα και στα άψυχα το ατελέσφορο μιας διλημματικής συναισθηματικής έντασης, η οποία ακροβατεί ανάμεσα στο είναι και το μη είναι, ανάμεσα στο χτες και στο αύριο, ανάμεσα στην αλήθεια και στο ψέμα.

ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΜΟΥ

Το ρολόι μου
το κουρντίζω κάθε μέρα·
φοβάμαι μη σταματήσει.

Οι δείκτες του μου θυμίζουν τα χέρια σου.
Εννέα και τέταρτο:
Θέση μπαλέτου.

Άψογο το κυκλικό του σχήμα·
το φιλοτέχνησαν οι θύελλες
σαν την τρομαχτική ομορφιά σου.

Αφουγκράζομαι το χτύπο του·
πώς θ’ ακουγόταν η ανάσα σου,
αν ήσουν εδώ;

Το φορώ πολύ σφιχτά·
δεν ωφελεί –
δε νιώθω το άγγιγμά σου.

Το βγάζω πάλι,
το κρατώ και το κοιτώ:
Είναι πρόσωπο, είναι πράγμα, είναι πρόσωπο.

Ωστόσο, το κουρντίζω κάθε μέρα
το ρολόι μου.

Κι είναι αλήθεια ότι ο ποιητής, όσο περισσότερο μεγεθύνεται η ένταση της μάχης και του αγώνα να συλλάβει βιωματικά το ασύλληπτο, να καταλάβει το ακατάληπτο, να εκφράσει το ανέκφραστο, τόσο περισσότερο οξυαυλώνεται ποιητικά η αγωνία του, η οποία εκφράζεται με τον, ιδιαίτερο πάντα δηκτικό, λεπτό αυτοσαρκαστικό του τόνο, καθιστώντας τον ίδιο τραγική φιγούρα στην ποιητική του παλέτα. Υπόλογος απέναντι στον εαυτό του συνομολογεί κι ο ίδιος ότι κινείται και συγκινείται μεταξύ σφύρας και άκμονος, ότι ο πηγαίος, ήσυχος λυρικός του τρόπος κάποιες φορές αδυνατεί να συντρέξει την ανιούσα πορεία της συμπαντικής εξακτίνωσης του βιωμένου συναισθήματος. Κι όμως, το φως της ψυχής του, καθώς τις νύχτες παλεύει με τους γυμνούς ίσκιους της αξημέρωτης απουσίας, θηλυκώνεται ευλαβικά αναίμακτο στα χείλη της ποίησης ανάβοντας τις λευκές της σελίδες.

ΑΥΤΟΤΙΜΩΡΙΑ

Με στραβό σαρκαστικό χαμόγελο,
ιπτάμενη σκελετωμένη γριά,
με ματωμένα ρούχα,
η αγωνία·
μ’ αγγίζει με τα παγερά της δάχτυλα,
ρίχνει στο πρόσωπό μου αλεύρι
και μ’ ένα βρόμικο μαχαίρι σφάζει
τον πόθο μου στη βρεφική του κούνια.
Ύστερα, ευτυχώς την παίρνει
ο άνεμος και χάνεται.

Πλένω το πρόσωπο, πηγαίνω στο καθρέφτη.
Όμως, το είδωλό μου με τρομάζει –
εγώ είμ’ η αγωνία.

CARPE NOCTEM

Αν ο τίτλος μου σας παραπέμπει
σε κάποιο θεότρελο πάρτι,
φοβάμαι ότι θ’ απογοητευθείτε.
Δεν έχω κοκτέιλ, χορό και μουσική.
Ουσιαστικά δεν έχω ούτ’ εσένα
– ας μην κοροϊδευόμαστε.

Τουλάχιστον, όμως, μπορώ να σε σκέφτομαι,
να ξανακούω τις συζητήσεις μας,
ν’ ακούω κι άλλες νέες που δεν έγιναν
(κι ούτε θα γίνουν),
να σου μιλώ μ΄ ένα χαζό χαμόγελο,
ποδοπατώντας την απουσία,
να σου μιλώ, μα όχι πια με λυρική φωνή –
γυμνή η ψυχή μου να τυλίγεται
σ’ αυτήν τη λευκή σελίδα που όλο γεμίζει
τρεμάμενα γράμματα
στο χρώμα της νύχτας.

Στην δεύτερη πια ενότητα, με τίτλο Μια ιστορία σε θραύσματα, είναι πασιφανής η ατομική ποιητική έκρηξη που έχει ως επακόλουθο αφενός την αποσυμπίεση του ποιητικού υποκειμένου από την υψηλής τάσεως ρευματοδοτούμενη συναισθηματική φόρτιση και αφετέρου την πρωτογενή εκδήλωση του ποιητικού του πυρήνα. Ο ποιητικός λόγος τώρα, συστελλόμενος, αποφλοιώνεται και αποκρυσταλλώνεται σε 17 χαϊκού, που αιωρούνται σαν σωμάτια ποιητικά στην ατμόσφαιρα του βιβλίου και αποκαλύπτουν φασματογραφικά στις ιριδίζουσες διαθλάσεις τους τα πρώτα ριζώματα της ποίησης του Νίκου Παπάνα. Η ευγένεια και το πάθος, η τρυφερότητα και η ορμή, ο πόθος και η ματαίωση, το φως και το σκοτάδι, η αισθαντικότητα και η περισυλλογή. Στις αντιθέσεις τους ανταμώνεται η γνήσια μετρημένη λυρική έκφραση με την ρομαντική πνοή της φευγαλέας στιγμής του ανίδωτου και του ασχημάτιστου στην υψομετρική κατατομή του ιδεαλισμού.

[1]
Φωτεινό χέρι
από βαθύ πηγάδι
μ’ ελευθερώνει.

[3]
Τρυφερή μάχη:
Θέλω να με νικήσεις
ή να νικήσω;

[5]
Πάντα για όλους
(εσύ θα με διαβάσεις;)
κλειστό βιβλίο.

[9]
Μέσα μου ήσουν
χαράς κρυφό λυχνάρι
πριν σε γνωρίσω.

[15]
Πέντ’ εφτά πέντε·
ψυχής πεσμένα φύλλα,
πώς να χωρέσουν;

[17]
Αρχή και τέλος·
καίω πεσμένα φύλλα
και τα χαρτιά μου.

Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου, με τον τίτλο Επίλογος, εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι περιέχει ένα και μοναδικό ποίημα. Εδώ, μέσα από τα συντρίμματα της μάχης ο ποιητής μοιάζει στα μάτια μας να ανασυντίθεται οργανικά στην ολότητά του, ανασυγκροτώντας τον λόγο του στις ορίζουσες που τον τρέφουν και να υψώνεται σαν ήλιος λαμπερός, κοσμοκράτορας, πάνω από τα γαλάζια αδιέξοδα των ουρανών του, στην προδιαγεγραμμένη από την μοίρα τροχιά της ερωτικής συμπαντικής έλξης των λέξεων και των σωμάτων, σημαίνοντας την αΐδια νίκη της ποίησης.

ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Επάγγελμά μου το γαλάζιο αδιέξοδο,
η καλλιέργεια των ιριδισμών σου.

Θρησκεία και ζήλος της μορφής σου,
στιλπνής αυγής περισπωμένη.

Υπαινιγμός ολάνθιστης βροχής,
φιλί αλεξίπτωτο.

Έτσι, λοιπόν, χορογραφία ζωής,
της απουσίας σου αργυρό κυκλάμινο.

Αέναη πεισματική εκδρομή
στο νηπιαγωγείο των λέξεων.

.

ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 22/7/2022

Ας μιλήσουμε για συνταγές και για δοσολογία. Ας υποθέσουμε πως μαγειρεύουμε τη ζωή που μετατρέπεται σε ποίηση, τον έρωτα που μετατρέπεται σε ποίηση και την απώλεια που κατοικοεδρεύει φαρδιά πλατιά στην ποίηση.
Πόσες απώλειες χρειάζονται για τη νίκη της ποίησης;
Απαντά ο Ελύτης: «Κάθε νίκη από χιλιάδες μικρές ήττες καμωμένη», συνεχίζει η Δημουλά: «…Θ’ απαρνηθείς την ήττα; / Η ήττα είναι παράδοση / μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται. / Είδες ποτέ κανένα όνειρο / μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;…» για να καταλήξει ο Καρούζος: «Όποιος λέει είναι νικητής / διαπράττει ένα ανιαρό λάθος / όποιος λέει πως είναι νικημένος / διαπράττει ένα σπαραχτικό λάθος».
Ο Νίκος Παπάνας είχε υπόψη του τα λόγια του συνονόματού του; Είναι εις γνώση του το σπαραχτικό λάθος;
Ας είμαστε όμως λιγάκι πιο προσεκτικοί. Ο τίτλος λέει απλώς «Σε ανακηρύσσω νικήτρια». Από πού κι ως πού αυτό σημαίνει ότι εκείνος έχει ηττηθεί; Και αν ανακηρύσσεται νικήτρια μέσα από μια ολόκληρη συλλογή μια ύπαρξη θηλυκή ποιος μας εμποδίζει να φανταστούμε το πρόσωπο αυτό πέρα και πάνω από το φύλο εννοώντας πως εντέλει ίσως η ίδια η ποίηση είναι εκείνη που νικά ανιστορώντας τις ήττες του ποιητικού υποκειμένου.
Κι αφού σύμφωνα με τον ιδρυτή του σουρεαλιστικού κινήματος στη Γαλλία και πολιτικού ακτιβιστή Λουί Αραγκόν: «Il n’y a pas d’amour heureux» (Δεν υπάρχει ευτυχισμένος έρωτας) στίχος που δεν είναι απόλυτα βέβαιο πως αφορά μόνο την σύζυγό του Έλσα Τριολέ αλλά ενδεχομένως και την ίδια τη Γαλλική αντίσταση, τότε και ο τίτλος της συλλογής μπορεί να επιδέχεται πολλαπλές ερμηνείες και η ασάφειά του να συστήνει την πιο φανερή παραδοχή: ότι η ποίηση πάντα θα νικά και εμείς θα συνδράμουμε με τη μία ή την άλλη ήττα μας στη νίκη αυτή.
Και θέλει τόλμη φυσικά να παραδεχτείς τη σαρωτική δύναμη του έρωτα που αφήνει το ποιητικό υποκείμενο μέσα από τον ασταθή μετεωρισμό του σε θέση υμνητή της ματαίωσης και του διακεκομμένου, κάτι που επάξια ο Νίκος Παπάνας διαχειρίζεται. Κι αφού μιλάμε για το διακεκομμένο ίσως θα έπρεπε να αναρωτηθούμε αν είναι ρομαντική η ποίηση του Παπάνα; Θα έλεγα για αρχή πως είναι ειλικρινής και γυμνή, απόλυτα συμφιλιωμένη με το ανέφικτο, γι’ αυτό και αποφασίζει μέσα από τη γραφή του να το καταστήσει εφικτό παγιδεύοντας σε στίχους το φευγαλέο του έρωτα. Η γραφή άλλωστε είναι η ίδια η δυνατότητα να συμβεί το ανεκπλήρωτο αλλά και η ίδια η χλεύη απέναντι στα τετελεσμένα. Ο Παπάνας γράφει και σκιαγραφεί τη ματαίωση που εντούτοις του δωρίζει την επαφή με την Πλατωνική ωραιότητα του λεπταίσθητου που ως άπιαστο διαφεύγει. Αν βέβαια προσεγγίζαμε τον ρομαντισμό με τη λογική του αποσπάσματος, την απουσία δηλαδή του τέλειου και ολοκληρωμένου τότε θα έλεγα πως ναι ανήκει στους ρομαντικούς τους οποίους και θαυμάζαμε γι’ αυτό που δεν κατάφεραν να κάνουν. Υπό αυτή την έννοια μάλιστα θα συμφωνούσα με τον Γιώργο Μπλάνα που ονόμαζε ρομαντικό τον Σολωμό που μας παρέδωσε τα ανολοκλήρωτα σχεδιάσματα. «Πάλι κερδίζεις και με κερδίζεις / Πάλι χάνω και τα χάνω. Το αδιέξοδο γίνεται μαγνήτης και η Σισύφεια προσπάθεια μετατρέπει το ανεκπλήρωτο σε δυνατότητα που ολοένα καθυστερεί να μετονομαστεί σε βίωμα.
[…] Μέσα μας συσσωρεύονται και μας πονούν / αταξίδευτα φιλιά // που δε φτάνουν στον προορισμό τους / και γίνονται ηχηρά πυροτεχνήματα.
«Οργανισμός ποιητικών επικοινωνιών Ελλάδας»
Η προσμονή και το δίλημμα κάποτε κατέχουν θέση πρωταγωνιστή σε ένα έργο που ο ποιητής ολοένα παρακολουθεί τις πρόβες, ουδέποτε ωστόσο παρίσταται στην πρεμιέρα του. Δεν θα έλεγα πάντως ότι κάτι τέτοιο τον συνθλίβει. Απεναντίας ασκεί στη γραφή του σαγηνευτική έλξη το απροσπέλαστο, το δυνάμει, το παρ’ ολίγον γενόμενο. Γράφει στο ποίημα «Μονόλογος του αρλεκίνου στο πρώτο ραντεβού»:

[…]Εντάξει, θα έρθω κι εγώ. / Είπα, θα έρθω, επαναστάτες. / Κι αν δεν έρθεις εσύ, θα έρθω κι αύριο / μήπως έκανα λάθος στη μέρα. / Κι αν έρθεις εσύ, πάλι θα έρθω κι αύριο / να ξαναζήσω τη συνάντηση. […]

Σε αντίστοιχη δραματική ομολογία καταφεύγει η Ζωή Καρέλλη και συγκλονίζει γράφοντας:
«Είμαι αυτός που πηγαίνει στη συνάντηση / κι αυτός που περιμένει συνάμα».
Και ο Παπάνας, ενόσω περιμένει, πλέκει και υφαίνει, και γίνεται το πλεκτό του λόγου το ρούχο εκείνο που ζεσταίνει την αναμονή ή το χαλί που στρώνεται για να περάσει το ερχόμενο, αν και όποτε και βέβαια στην απίθανη εκείνη περίπτωση που η μοίρα ξαστοχήσει, παραφράζοντας τον Ορέστη Αλεξάκη στο ποίημά του “Cote d’ Azur”: Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί / Γιατί κι η νύχτα κάποτε φωτίζει.
Στον ενδιάμεσο χρόνο η ποίηση αναλαμβάνει να υποκαταστήσει τα δευτερόλεπτα και την αργοπορία, την καθυστέρηση και τη χρονοτριβή, ενώ ο λόγος έλκει και σκιαγραφεί, αναγκάζει θα λέγαμε το άπιαστο να παγιδευτεί στην αρπάγη του στίχου.
Ένας μεγεθυντικός φακός στην υπηρεσία του και μία έως και τρεις θα λέγαμε δόσεις αυτοσαρκασμού γίνονται τα σθεναρά υποστυλώματα ενός ψυχισμού που αξιοπρεπώς περιδιαβαίνει το πεδίο των επιθυμιών του.
Η ευκινησία του λόγου τού επιτρέπει μάλιστα να μετακινείται με άνεση σε εποχές και ποιητικά κινήματα και από τον ρομαντισμό λίγες σελίδες παραπέρα να γειτνιάζει με τη γενιά των Μπιτ ποιητών. Για την ακρίβεια, επιχειρώντας μια «αιρετική αναπόληση» όπως γράφει, κατορθώνει να βιώνει αναδρομικά και κάποτε πρωθύστερα το ερωτικό συμβάν το οποίο προσλαμβάνει κάποτε διαστάσεις φασματικές και ονειρώδεις.
Δεν είμαι, βέβαια, beat ποιητής – / εδώ που τα λέμε, ίσως ούτε καν ποιητής. / Δεν έχω ούτε γενειάδα ούτε γραφομηχανή με ταλέντο / να μεταμορφώνεται σε ακατανόμαστα ζωύφια. // Όμως αν μπορούσα, θα έγραφα γι’ αυτό το Negroni, / κι ας μην είναι πια της μόδας το θέμα. / Λοιπόν ας δοκιμάσω: το κρατώ στο χέρι μου, / μαύρο τ’ όνομα, κόκκινο το ποτό. […]
«Negroni»
Κι αφού δεν υπήρξε ποτέ ευτυχισμένος έρωτας, ούτε εξωραϊσμένη εκδοχή του αναλαμβάνει η γραφή του Νίκου Παπάνα τη μυθική εξιδανίκευσή του σε συνδυασμό με ένα πνεύμα ειρωνείας ως πλάγιο σχόλιο στη θεοποίηση του φτερωτού θεού.
Ωστόσο, πρόθυμα θα αντάλλασε το βασίλειό του, αν βέβαια το είχε, προκειμένου ένα μήνυμα, ένα τηλεφώνημα ή ένα ταχυδρομικό περιστέρι να του έστελνε σήματα καπνού. Η αυτοκριτική του ποιητή σε πολλά σημεία της συλλογής σε μορφή απλής εξομολόγησης αποκαλύπτει ένα ευφυές σχέδιο επιβίωσης που ο ίδιος εν γνώσει και υπ’ ευθύνη του εκπονεί, προκειμένου να αντέξει το ανεκπλήρωτο. Έτσι επιδίδεται σε πράξεις μαθηματικές, ιδιότυπες προσθαφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς που κάποτε τον σώζουν.
[…]Αλήθεια, πώς δικαιολογείται / να είναι το πένθος μου αντιστρόφως ανάλογο / της διάρκειας γνωριμίας μας; / Μήπως επειδή, αντί για πρόσθεση, / καταλήγω να κάνω αφαίρεση; / Προβλήματα προς επίλυση… // Αλλά κι αν πολλαπλασιάσω/ τ’ αδειανά ποτήρια στο τραπέζι μου / επί την απουσία σου, / το αποτέλεσμα πάλι μηδέν – / παραληρώ ή παραλύω;/ Τουλάχιστο να ξενυχτήσω, / να μείνω εδώ, να εξωραΐσω / το πρόωρο τέλος σε καινούργια αρχή. […]
«Παραλύω με όρους μαθηματικούς»

Συνεχίζοντας και ακολουθώντας την πρακτική του αποσπάσματος που χαρακτηρίζει το κίνημα του ρομαντισμού κατευθυνόμαστε στο τελευταίο μέρος της συλλογής στα λεπταίσθητα χαϊκού που κι εκείνα τάσσονται στην υπηρεσία του ίδιου σκοπού. Στην αποσπασματική δηλαδή καταγραφή ενός υπαινιγμού, στη θρησκευτική προσήλωση στη μορφή ή ακόμα καλύτερα στην εικόνα του προσώπου που διαφεύγει οριοθετώντας μ’ αυτόν τον τρόπο το αδιέξοδο.
«Επάγγελμά μου το γαλάζιο αδιέξοδο» θα πει στο ομώνυμο ποίημα για να γλιστρήσει απαλά στην περιοχή των χαϊκού.
Τι μας λέει όμως ένα χαϊκού; Σχεδόν τίποτα και σχεδόν τα πάντα! Ο Ματσούο Μπασό στις Τέσσερις εποχές μιλά για την απόπειρα καταγραφής μιας απώλειας, τόσο του αντικειμένου ή του προσώπου όσο και της ίδιας της εικόνας του.
Το ακαριαίο των χαϊκού αποπειράται να μεταδώσει εκείνο που δεν μεταδίδεται, να εκφράσει την αίσθηση και τον αναστοχασμό της, το αδύνατο δηλαδή ενός ολοκληρωμένου βιώματος.
Οι μονοκονδυλιές των χαϊκού, όπως επισημαίνει κι ο Barthes, δεν περιγράφουν, αλλά γράφουν τη ζωή, παριστούν το ίχνος της. Όλη αυτή η ζεν εμπειρία των θραυσμάτων που δεν περατώνουν το νόημα αλλά εμφανίζουν την αστραπή του συνιστά ό,τι ακριβώς και η ίδια η ποίηση του Παπάνα, που δεν είναι παρά ένας αποχαιρετισμός προς το ερώμενο πρόσωπο ή την εικόνα του.
Ο Basho θα ομολογήσει: «Το χαϊκού τού χθες είναι το ποίημα του αποχαιρετισμού τού σήμερα. Το σημερινό είναι το ποίημα αποχαιρετισμού τής αύριον. Δεν έχω γράψει κανένα στίχο στη ζωή μου που να μην είναι το αποχαιρετιστήριο ποίημά μου».
Γράφει ο Νίκος: «Μέσα μου ήσουν / χαράς κρυφό λυχνάρι / πριν σε γνωρίσω». «9»
«Ζωής διαμάντι, / νύχτ’ ανύπαρκτου σπασμού, / πολικό άστρο». «12»
Τα θραύσματα του Παπάνα με τα οποία κλείνει τη συλλογή του αυτή δεν είναι παρά σε μορφή πυροτεχνημάτων η ανασκόπηση ή καλύτερα το χρονικό ενός προαναγγελθέντος χωρισμού που κατά βάθος συντελέστηκε σε ένα πεδίο νοητικού και συναισθηματικού παροξυσμού. Έτσι λοιπόν μεγεθύνοντας τα συμβάντα μας αφηγείται ό,τι άφησε πίσω της μια πυρκαγιά που αφάνισε ολοσχερώς τον ίδιο και τη σχέση μάλιστα πριν καν αυτή πραγματωθεί.
Γράφει: «Αρχή και τέλος˙ / καίω πεσμένα φύλλα / και τα χαρτιά μου». «17»
Ευτυχώς, ο Νίκος Παπάνας δεν έκαψε στ’ αλήθεια τα χαρτιά του και τώρα έχουμε όλοι εμείς μπροστά μας την πυρωμένη καρδιά του που μεταμφιέστηκε σε βιβλίο για να αγγιχτεί από χέρια αγαπημένα και στοργικά.
Ας ξεφυλλίσουμε την ομολογία του και ας την αγαπήσουμε.
Είναι αλήθεια γυμνή κι ας είναι μεταμφιεσμένη.

.

ΔΗΜΗΤΡΑ ΜΗΤΤΑ

FREAR.GR 19/6/2022

Ρήματα και ουσιαστικά στην ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα “Σε ανακηρύσσω νικήτρια”

Φωτιά, θα σ’ αφήσω να σβήσεις,
στάχτη, παντού στάχτη

Διαβάζοντας ξανά και ξανά την τελευταία ποιητική συλλογή του Ν.Π., άρχισα να παρατηρώ πως σε ορισμένα ποιήματα έλειπε τελείως το ρήμα, ενώ σε άλλα σε στίχους. Σαν να εξορίζεται το ρήμα με ό,τι αυτό δηλώνει: κίνηση, ενέργεια που μεταβαίνει σε κάποιον, σε κάτι, κατάσταση, πάθος. Για παράδειγμα, το «Γαλάζιο αδιέξοδο», τελευταίο ποίημα της συλλογής, που λειτουργεί και επιλογικά σε αυτή, αποτελείται από δέκα στίχους κατανεμημένους σε πέντε δίστιχα. Η ραχοκοκαλιά του ποιήματος κατασκευάζεται χωρίς κανένα ρήμα και το κάθε ουσιαστικό στέκεται μόνο του, αποκτώντας υπόσταση παρατηρήσιμης οντότητας με συγκεκριμένες ιδιότητες. Στο «Ανεξημέρωτο φιλί», πρώτο ποίημα της συλλογής αποτελούμενο από δεκατρείς στίχους κατανεμημένους σε έξι στροφές, με δύο στίχους οι τέσσερις πρώτες, έναν στην πέμπτη, τέσσερις στην έκτη, τα ρήματα απουσιάζουν στην πρώτη, στην τρίτη και στην τέταρτη στροφή, ενώ κυριαρχούν στις υπόλοιπες συγκεντρώνοντας την ενέργεια προς το ανεξημέρωτο, το ανεξερεύνητο, με όλες τις συνέπειες που έχει αυτό το κυνήγι: Ακούραστα σ’ αναζητούν / θαρρείς κι επιμένουν να χαίρονται / που οι πέτρες τα ματώνουν / σ’ αδιέξοδα μονοπάτια (σ. 9). Και στο ποίημα με τον τίτλο «Ευτυχώς ήρθες» που επαναλαμβάνεται στον πρώτο στίχο της στροφής, στους τέσσερις επόμενους αναφέρεται ο ποιητής σε αυτό που ήρθε και στο οποίο απευθύνεται: λύτρωση επιτέλους, / έναστρο πάθος, / νόημα του καλπασμού, / αφροσύνη δύο ψυχών. Η κάθε λέξη «κάθεται» με όλη τη βαρύτητά της στον αναγνώστη: λύτρωση (από τι), πάθος (για τι), καλπασμός (προς τα πού και έναντι ποιας ακινησίας), αφροσύνη (έναντι μιας λογικής που ακινητεί, που ποιεί το ορθόν, που ασφαλίζει κλείνοντας πορτοπαράθυρα σε μιαν έξοδο εκστατική, υπερβατική, που βεβαίως ενέχει κινδύνους αλλά και περιπέτεια –και μακάρι η αφροσύνη να είναι δύο ψυχών). Στο ποίημα «Il n’y a pas d’ amour heureux» στις δύο πρώτες στροφές (τρεις είναι συνολικά), με τρεις και τέσσερις στίχους αντίστοιχα, στον πρώτο στίχο της καθεμιάς ο ποιητής χρησιμοποιεί δύο ρήματα –Το ξέρω, δεν υπάρχει και Δεν ξέρω κι αν υπήρξε ποτέ, κανένα όμως στους υπόλοιπους στίχους της πρώτης στροφής, ένα ακόμη στον τρίτο στίχο της δεύτερης. Παρόμοιες απουσίες και αλλού στο πρώτο μέρος, όπως και σε ορισμένα από τα χάι κου του δεύτερου μέρους της συλλογής –στο τέταρτο, το δέκατο, ενδέκατο, δωδέκατο, δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δηλαδή σε έξι από τα δεκαεπτά.

Σε ελεύθερο στίχο τα ποιήματα, με διαφορετικό αριθμό στίχων στις στροφές, κι ωστόσο με μιαν αρχιτεκτονική που φανερώνει το προμελετημένο και το σκόπιμο. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Το ρολόι μου» όλες οι στροφές αποτελούνται από τρεις στίχους, εκτός από την τελευταία, την έβδομη, που αποτελείται από δύο· αυτή η διαφοροποίηση τραβά την προσοχή. Από την άλλη, η αυστηρή δομή των χάι κου, με τρεις στίχους και πέντε, επτά και πάλι πέντε συλλαβές, θα έλεγε κανείς ότι λειτουργεί ασφυκτικά, περιοριστικά. Κι ωστόσο, μεγάλοι καλλιτέχνες καινοτόμησαν μέσα στους αυστηρότερους περιορισμούς –είναι, εξάλλου, μια πρόκληση να δει κανείς τι κόσμοι ανοίγονται με το ελάχιστο, πώς στο ελάχιστο χωράει η ψυχή.

Αρκετά από τα ποιήματα της συλλογής είναι ερωτικά της ποίησης, αν, μάλιστα, δεν ήταν η χρήση του θηλυκού σε ποιήματα όπως το «Σε ανακηρύσσω ποιήτρια», που δίνει και τον γενικό τίτλο στη συλλογή, θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι γενικώς ερωτικά –εύκολα μπορεί να «ξεγελαστεί» ο αναγνώστης με στίχους όπως της πρώτης στροφής: Όταν ακούω τη φωνή σου / στην αρχή αντιστέκομαι. / Είμαι το νέο θαύμα της αυτοκυριαρχίας (σ. 12). Σε αυτά δίνονται και προϋποθέσεις για την ποιητική δημιουργία, όπως η απουσία της αυτοκυριαρχίας, η εγκατάλειψη στον κόμπο του λαιμού (σ. 12), η περιπλάνηση σ’ όλες τις κάμαρες της ψυχής μου (σ. 14), η άνευ όρων παράδοση στην αμήχανη ζάλη (σ. 12), στο ανομολόγητο δίλημμα, στα λόγια που δεν είπαμε (σ. 14), η απαλλαγή από κουστούμια που στενεύουν και από προγράμματα αυστηρά (σ. 15, 20), το ξεγύμνωμα της ψυχής που τυλίγεται / σ’ αυτήν τη λευκή σελίδα που όλο γεμίζει / τρεμάμενα γράμματα / στο χρώμα της νύχτας (σ. 16) ο μετασχηματισμός σε τέχνη της οδύνης, της μοναξιάς του ανεκπλήρωτου: Τουλάχιστο να ξενυχτήσω, / να μείνω εδώ, να εξωραΐσω / το πρόωρο τέλος σε καινούρια αρχή (σ. 19). Αν και κάποιες φορές ο ποιητής εκφράζει τον σκεπτικισμό του για την αξία, τη «χρησιμότητα» της ποίησης, ίσως της τέχνης γενικά –ενίοτε αισθάνεται άχρηστος / και τόσο περιττός / όπως –ίσως– ο φίλος μου ο υδραυλικός Μανόλης / πολύ παλιά, πριν από τον κατακλυσμό (σ. 20).

Από μια διάθεση της στιγμής επιλέγω να παραθέσω ολόκληρο το ποίημα «Αυτοτιμωρία».

ΑΥΤΟΤΙΜΩΡΙΑ

Με στραβό σαρκαστικό χαμόγελο,
ιπτάμενη σκελετωμένη γριά,
με ματωμένα ρούχα,
η αγωνία· μ’ αγγίζει με τα παγερά της δάχτυλα,
ρίχνει στο πρόσωπό μου αλεύρι
και μ’ ένα βρόμικο μαχαίρι σφάζει
τον πόθο μου στη βρεφική του κούνια.
Ύστερα, ευτυχώς, την παίρνει ο άνεμος και χάνεται.

Πλένω το πρόσωπο, πηγαίνω στον καθρέφτη.
Όμως, το είδωλό μου με τρομάζει –
εγώ είμ’ η αγωνία.

.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 11/6/2022

Ο έρωτας ως υπαρξιακό σύνορο

Με τη δεύτερη ποιητική του συλλογή Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021), ο Νίκος Παπάνας στοιχειοθετεί ένα προσωπικό ύφος γραφής, αλλά και μια σταθερή όσο και εξελισσόμενη θεματική, που συνδιαλέγεται με τον έρωτα ως υπαρξιακό σύνορο. Έχοντας βαθιά γνώση των συντεταγμένων της ποίησης επιλέγει δύο διαφορετικές ποιητικές φόρμες για να μας οδηγήσει σε μια όλο και πιο αφαιρετική αισθητική. Τα 14 ποιήματα της πρώτης ενότητα με τον τίτλο ΤΟ ΡΟΛΟΪ ΜΟΥ γράφονται σε ελεύθερο στίχο και σε χρόνο απροσδιόριστο που επιτρέπει στον αναγνώστη φαντασιακά να οικειοποιηθεί την ιστορία. Εξομολογητικός, αυτοσαρκαστικός, ανατρεπτικός και κυρίως ερωτικός, ο Νίκος Παπάνας δεν εξηγεί, ούτε έχει τη διάθεση να πει μια ιστορία. Τα ποιήματα αιωρούνται σε ένα αιώνιο παρόν με ανέφικτο τέλος, καθώς ο ποιητής τρέφει τη λύπη του με λέξεις γήινες, ενώ οικειοποιείται στοιχεία προσωπικά όπως το κουστούμι και το ρολόι για να μας μεταφέρει σε ένα εύγλωττο μεταφορικό σύμπαν.
Ακολουθεί η δεύτερη ενότητα ποιημάτων με τον ευφάνταστο τίτλο ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΕ ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ. Πρόκειται για δεκαεπτά χαϊκού, τα οποία αποτελούνται από δεκαεπτά συλλαβές, κατανεμημένες σε τρεις στίχους των 5, 7 και 5 συλλαβών αντίστοιχα. Η πιο σύντομη μορφή ποίησης στον κόσμο κρύβει μέσα της μικρά λεκτικά και εικονοπλαστικά διαμάντια που με την απαστράπτουσα οικονομία ενός ρομαντικού λυρισμού μας οδηγεί σε διαδοχικές αισθητικές εκρήξεις. Αρχή και τέλος, φως και σκοτάδι, λύκος και αμνός, νίκη και ήττα. Τα αντίθετα συνδιαλέγονται σε μία συνεχή αναζήτηση και εξερεύνηση της πραγματικότητας. Ο ποιητής ρωτάει και αναρωτιέται τί είναι αλήθεια και τί ψευδαίσθηση, αφήνοντας μας μετέωρους απέναντι στο βασικό υπαρξιακό ερώτημα της συλλογής. Μπορεί κάποιος να νικήσει τον έρωτα τη στιγμή που ξέρει πως θα χάσει; Χαρακτηριστικά είναι τα δύο ακόλουθα χαϊκού:

Αλήθεια; Ψέμα;
Τι φωτεινό σκοτάδι –
αγκάλιασε με

Χλωμό νυχτέρι,
άγνωστα τα χείλη σου,
σιωπηλή βροχή.

Μέσα από στίχους που πάλλονται αισθητικά και δραματουργικά μας οδηγεί σε μία άναρχη προσέγγιση της ιστορίας του έρωτα, η οποία αρχετυπικά ενυπάρχει μέσα σε όλες τις ιστορίες. Με απροσδόκητες γλωσσικές ανατροπές και προσπερνώντας τη σοβαροφάνεια λέξεων και νοημάτων, ο ποιητής μετατρέπει τον ψίθυρο σε κραυγή δηλώνοντας με τρόπο απτό και μονοσήμαντο πως αγαπώ σημαίνει υπάρχω. Ο ήρωας του, φτιαγμένος από το φθαρτό υλικό του έρωτα, ατενίζει το τέλος πριν ακόμα διηγηθεί την αρχή, ενώ, μέσα από έναν ήρεμο αλλά εσωτερικά καλπάζοντα ρυθμό, μοιάζει να κουβαλά ένα μόνο χρόνο, το χρόνο εκείνης που αγαπά. Ακριβή όσο και άπιαστη η αγαπημένη του, υπάρχει μέσα στα ποιήματα ως απουσία σε ένα διάλογο που τελικά καταλήγει σε μονόλογό, ενώ στους στίχους καθρεφτίζεται μόνο ως υπόνοια με αναφορές στα χέρια ή τη φωνή της. Η παλλόμενη από το λυρικό τόνο της ποίησης απουσία της αγαπημένης του υποκρύπτει τη συνύπαρξη της τελειότητας με το ανέφικτο, αφού πραγματικά αψεγάδιαστο είναι μόνο ό,τι δεν υπάρχει. Με αυτήν την έννοια, επίκεντρο των ποιημάτων δεν είναι η προσμονή μιας παρουσίας αλλά το κενό που αφήνει μια δυνητική απουσία, μέχρις ότου αυτή η απουσία να υποκαταστήσει την ίδια την ύπαρξη. Ο ποιητής λέει χαρακτηριστικά:

Έμαθα μαζί σου πως τα λόγια που δεν είπαμε δε χάνονται,
πεισμώνουν, και μεταμορφώνονται στα πιο αγκαθωτά, μα
και πιο κόκκινα τριαντάφυλλα.

Ο ίδιος ο ήρωας των ποιημάτων είναι απόλυτα υπαρκτός και γήινος. Ζει μέσα από την πολυδιάστατη διαλογική σχέση που αναπτύσσει, τόσο με την αόρατη ύπαρξη του έρωτα, όσο και με την ποίηση, όπως εκείνη ενσαρκώνεται στο πρόσωπο των αγαπημένων του ποιητών Louis Aragon και William Burroughs και όπως πραγματώνεται μέσα από την εναγώνια ενασχόληση με τη γλώσσα. Έτσι, υιοθετεί ένα είδος μονολόγου με διαλογικά στοιχεία. Απευθύνεται στην αγαπημένη του όντας εκείνη απούσα· στην ουσία συνομιλεί με τον ίδιο του τον εαυτό, ανοίγοντας έναν ιδιότυπο διάλογο με αυτόν. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της διαλογικής μορφής των ποιημάτων είναι το ακόλουθο:

Εντάξει, θα έρθω κι εγώ.
Είπα, θα έρθω, επαναστάτες.
Κι αν δεν έρθεις εσύ, θα έρθω κι αύριο
μήπως έκανα λάθος στη μέρα.
Κι αν έρθεις εσύ, πάλι θα έρθω κι αύριο
να ξαναζήσω τη συνάντηση.

Καθώς τα ποιήματα εναλλάσσονται, εξελίσσεται ένα υπόκωφο βαλς, το οποίο ακροβατεί ανάμεσα στο λυρισμό και στη χρήση λέξεων πεζών ή ακόμα και τεχνικών, όπως ολοκλήρωμα, ρεκόρ, έλασμα, τηλεφωνική συνδιάλεξη, που όμως στο πλαίσιο μιας μοντέρνας πολυσυλλεκτικής γραφής, όπως είναι η γραφή του Νίκου Παπάνα, αναβαπτίζονται σε ακριβείς ψηφίδες μιας ποιητικής ανατροπής. Προσπερνώντας το αναμενόμενο και τους αισθητικούς κανόνες που το υποβάλλουν, ο ποιητής βυθίζεται στην ουσία των λέξεων ανασύροντας τις πιο λεπτές τους αποχρώσεις. Χρειάζεται, άλλωστε, αυτές τις αποχρώσεις, για να μας επιστρέψει πίσω τις λέξεις συνταιριασμένες με αιθέρια υφασμένες εικόνες και απροσδόκητες σημειολογικές αποκαλύψεις, οδηγώντας έτσι τον αναγνώστη σε μία συναισθηματική έκρηξη. Ταυτόχρονα, ερχόμενος σε αντίθεση με όλα τα καλέσματα της λογικής, ειρωνεύεται τις συνεπαγωγές, αν και χρησιμοποιεί λογικούς συνειρμούς για να μας αποδείξει το παράλογο του έρωτα που, τελικά, αντανακλά το ανέφικτο των επιθυμιών.

Αλήθεια, πως δικαιολογείται
να είναι το πένθος μου αντιστρόφως ανάλογο
της διάρκειας γνωριμίας μας;
Μήπως επειδή, αντί για πρόσθεση,
καταλήγω να κάνω αφαίρεση;
Προβλήματα προς επίλυση….

Εντυπωσιάζει η οικονομία των ποιημάτων όπως και η οικονομία του λόγου, καθώς και η συχνή χρήση των σημείων στίξης που δημιουργεί συνεχείς παύσεις. Σχεδόν κάθε στίχος συνοδεύεται και από ένα σημείο στίξης. Με αυτόν τον τρόπο, τα νοήματα αναπαύονται λίγο πριν αναγεννηθούν μέσα από τη δύναμη της σιωπής, και ταυτόχρονα εντείνεται το αίσθημα της διαρκούς προσμονής που με μαεστρία χτίζει ο ποιητής. Τα ηνία παίρνει μια αίσθηση έλλειψης ή μια συνεχής κίνηση που υπονοείται μέσα από τη χρήση του στερητικού άλφα. Έτσι, το φιλί είναι άλλοτε ανεξημέρωτο και άλλοτε ανεξερεύνητο, τα μονοπάτια είναι αδιέξοδα˙ το ανεκπλήρωτο, το ακούραστο ή το ανομολόγητο προϋπαντούν ένα τέλος που ποτέ δεν ολοκληρώνεται.
Το ποίημα ΓΑΛΑΖΙΟ ΑΔΙΕΞΟΔΟ είναι ο επίλογος. Πρόκειται για μια λεπτοκαμωμένη βροχή από εικόνες που αν και ζωγραφίζει το αδιέξοδο ̶ όπως αναφέρεται και στον τίτλο του ποιήματος ̶ τελικά με τη δήλωση πως όλα είναι μια Αέναη πεισματική εκδρομή στο νηπιαγωγείο των λέξεων οδηγεί τον αναγνώστη σε ένα ξέφωτο. Νηπιαγωγείο ή πρώτη δημοτικού (όπως είναι ο τίτλος της προηγούμενης ποιητικής του συλλογής) δεν έχει σημασία, αυτό που συγκινεί είναι η νοσταλγική διάθεση του ποιητή και η ομολογία του πως μόνο για λίγο, όσο του επιτρέπει η ποίηση, μπορεί να επιστρέψει σε μία ειδυλλιακή κατάσταση αθωότητας και καθαρότητας. Με το γνωστό του μειδίαμα, ο Νίκος Παπάνας μας καλεί να θυμηθούμε πως, αν και φορτωμένοι με πανοπλίες και λέξεις τρομερές, τελικά είμαστε όλοι παιδιά στο παιχνίδι του έρωτα και πως τα σημάδια μας δεν είναι ήττες αλλά οι πιο ακριβές μας νίκες.

.

ΖΩΗ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 19/2/2022

Νέα και τολμηρή γραφή

Η ποιητική συλλογή Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021) του Νίκου Παπάνα δομείται σε δύο ενότητες: μία πρώτη, με τίτλο Το ρολόι μου με 14 αλληλοσυμπληρούμενα ποιήματα και μία δεύτερη, με τίτλο Μια ιστορία σε θραύσματα με 17 χαϊκού (όσα δηλαδή και οι συλλαβές ενός χαϊκού) καθώς και τον επίλογο με το ποίημα Το γαλάζιο αδιέξοδο. Η συλλογή συνεπαίρνει τον αναγνώστη πρωτίστως με τον κοφτό, δωρικό ρυθμό των ποιημάτων, που οφείλεται στο μέτρο πάνω στο οποίο επιλέγει να διατάξει τις καλοδιαλεγμένες λέξεις του ο ποιητής, αλλά και στην επιλογή του να συμπεριλάβει 17 χαϊκού, που εξ ορισμού χάρη στη συντομία τους σου κόβουν την ανάσα.
Ο λιτός τίτλος της συλλογής περιλαμβάνει στον πυρήνα του ένα επιτελεστικό ρήμα, το ανακηρύσσω. Ο Austin στο βιβλίο του How to do things with words σχολιάζει τη δυνατότητά μας να «πράττουμε με τις λέξεις», δηλαδή να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα για να επιτύχουμε σαφείς επικοινωνιακούς στόχους, και μιλά για γλωσσικές πράξεις. Ονομάζει δε επιτελεστικά εκείνα τα ρήματα όπως το ανακηρύσσω, υπόσχομαι, παρακαλώ που, όταν εκφωνηθούν, στο α΄ πρόσωπο οριστικής ενεστώτα σε κύρια πρόταση, ταυτίζονται με την επιτέλεση της γλωσσικής πράξης που δηλώνουν.
Στην προκειμένη περίπτωση ο Νίκος Παπάνας με τον θεσμικό ρόλο του ποιητή, επιτελεί μία διακηρυκτική γλωσσική πράξη, η εκφώνηση της οποίας ισοδυναμεί με έργο και επιφέρει άμεση αλλαγή στο ποιητικό σύμπαν, δημιουργώντας ταυτόχρονα μια αμφίσημη αντιστοιχία μεταξύ του περιεχομένου του εκφωνήματος και του πραγματικού κόσμου, καθώς ο κάθε αναγνώστης επιχειρεί να ταυτίσει το πού αναφέρεται το «σε» του τίτλου με διαφορετικό κάθε φορά πρόσωπο ή αντικείμενο αναφοράς ή ερωτικό αντικείμενο του πόθου.
Γιατί το θέμα της συλλογής και ο συνδετικός αρμός της είναι ο έρωτας, ο ανολοκλήρωτος έρωτας που πραγματώνεται ως κραυγή προς το ερωτικό αντικείμενο, ως κυνήγι του ερωτικού θηράματος το οποίο ξεγλιστρά αέναα, αλλά στο τέλος ανακηρύσσεται νικηφόρο.
Η λυρικότητα και η παραστατικότητα της ποίησης ευφραίνουν τον αναγνώστη, ενώ το συνταίριασμα των λέξεων δημιουργεί έναν εκρηκτικό ρυθμό. Γιατί ο λόγος του Νίκου Παπάνα δυνατός, γυμνός (μεταφορικά και κυριολεκτικά) δεν φοβάται τα έντονα συναισθήματα και την εξίσου εμφατική δήλωσή τους. Παράλληλα, η γλώσσα της ποίησης, είναι μια γλώσσα ανοιχτή και ταυτόχρονα πολλαπλώς και εγγενώς εκρηχτική και απροσδόκητη, όπως απροσδόκητες είναι και λεξιλογικές συνάψεις που προκύπτουν μέσα από ένα παιχνίδι σχέσεων in presentia και in absentia στον παραδειγματικό και συνταγματικό άξονα: Ξαφνιαζόμαστε διαβάζοντας, για παράδειγμα, στον συνταγματικό άξονα carpe noctem σε τίτλο ποιήματος και αναπόφευκτα στον παραδειγματικό άξονα λανθάνει το carpe diem και οι συνδηλώσεις του. Στο ποίημα Οργανισμός Ποιητικών Επικοινωνιών Ελλάδας λανθάνει το ακρωνύμιο ΟΤΕ (Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος). Αυτή η αποπαγίωση παγιωμένων φράσεων δημιουργεί απρόσμενη έκπληξη στον αναγνώστη και λειτουργεί ως εσκεμμένο τέχνασμα του ποιητή για να υπαινιχτεί και να αναδείξει λανθάνοντα νοήματα. Επικεντρώνοντας στο γλωσσικό υλικό, η γλώσσα τελικά αναδεικνύεται όχι απλώς ως ένα χρυσωρυχείο άντλησης πρώτης ύλης, αλλά πρωτίστως ως υλικό πολλαπλών σημαινομένων, που πάει να πει ένα πλούσιο γλωσσικό απόθεμα το οποίο είναι ανοικτό σε ποικίλες αναγνώσεις.
Ποια όμως είναι η σχέση της συλλογής με άλλα ποιητικά κείμενα; Θα αναφερθώ στη διακειμενικότητα ως ένα βασικό, ίσως και ορισματικό, χαρακτηριστικό της ποίησης του Παπάνα. Η ποίηση του Νίκου Παπάνα είναι ένα μωσαϊκό που συγκροτείται από υπομνήσεις όπως το Il n’y a pas d’amour heureux και η αναφορά στον Aragon, το Negroni και η αναφορά στον Burroughs, η Σαιξπηρική αναφορά στο κρίμα που δεν έχω ένα βασίλειο,/πρόθυμα να το ανταλλάξω. Στα ποιήματά του αφομοιώνονται δημιουργικά και μεταμορφώνονται με αριστοτεχνικό τρόπο άλλα ποιήματα και λογοτεχνική παραγωγή και η φωνή άλλων δημιουργών που συγκροτούν ένα παλίμψηστο, το οποίο διαρκώς ανανεώνεται με κάθε λέξη, με κάθε κείμενο που προστίθεται και αλληλεπιδρά. Ο ποιητής αναδημιουργεί το ποιητικό σύμπαν μέσα από μια δυναμική διαδικασία δημιουργικής αναχρησιμοποίησης ποιητικών πόρων, με τρόπο που αποκαλύπτει κάτι για το ποιητικό εγώ του και έτσι μας αποτρέπει από το να ακολουθήσουμε μια προσέγγιση «αρχαιολογική» αναζήτησης μίας προς μίας των επιρροών του και μας οδηγεί σε μια «μελλοντοστραφή» οπτική του πώς μετασχηματίζει τους κληροδοτημένους ποιητικούς πόρους και τον Κανόνα και πώς τους ενσωματώνει εμπρόθετα στην ποίησή του, αφήνοντας πια το δικό του αποτύπωμα στο ποιητικό στερέωμα.
Τελικά, η συλλογή Σε ανακηρύσσω Νικήτρια προτείνει μια νέα και τολμηρή ποιητική γραφή, με ειλικρίνεια συναισθημάτων, δύναμη και ένταση του ποιητικού λόγου και περιμένω με μεγάλο ενδιαφέρον να δω την εξέλιξη.

.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

FRACTAL 16/2/2022

Προς τη νίκη: Μια τριλογία αυτογνωσίας

Ο χρόνος, τα κομματάκια του και η τελική έξοδος, ο επίλογος δηλαδή αυτής της ατέρμονης μάχης που κλείνει μ’ έναν «τίμιο» συμβιβασμό ανάμεσα στους δύο συμβαλλομένους: Τον ποιητή και τον αιώνα (του). Αυτή είναι η περίληψη της δεύτερης συλλογής του Νίκου Παπάνα με τον ρομαντικοφανή και τελεσίδικο τίτλο Σε ανακηρύσσω νικήτρια (Εκδόσεις Ιωλκός, 2021). Στο λιτό, στιβαρό εξώφυλλο, ένα στεφάνι χαράζεται υπαινικτικά εξ δεξιών και εξ ευωνύμων του τίτλου. «Κάποια» που δεν γνωρίζουμε δαφνοστεφανώνεται, ανακηρύσσεται νικήτρια. Φαινομενικά, δηλαδή, κερδίζει σ’ αυτό το θαυμαστό αλωνάκι της ύπαρξής της. Το στεφάνι δίνεται ως δωρεά από τον Ποιητή, τον καθ’ ύλην αρμόδιο, τον εξέχοντα που επιλέγει την αξιότερη κόμη, αυτή που το δικαιούται.

Ο Ποιητής χάνει τον αγώνα (αγάπης άγονο) στο πρώτο ποίημα της συλλογής, το Ανεξημέρωτο φιλί. Η ήττα του, όμως, είναι απαλή, σχεδόν ευγενής, όπως άλλωστε και ο ευγενικός κεραυνός, το βλεμματικό υπερόπλο της νικήτριας. Τα πόδια του Ποιητή, αυτά που ακούραστα αναζητούν, αλλά σπανίως βρίσκουν, τα ματωμένα, αλλά χαρούμενα πόδια απολαμβάνουν την ήττα τους. Γιατί άραγε ;

O Nίκος Παπάνας θα λύσει (προσωρινά) την αναγνωστική απορία:

Το ρολόι μου
το κουρντίζω κάθε μέρα.
φοβάμαι μη σταματήσει (..)

Χωρίς την αναζήτηση, χωρίς τη ματαίωση, χωρίς την λυτρωτική επαφή ή την περιφρονητική αναμονή, ο Ποιητής δεν υφίσταται:

Κι αν δεν έρθεις εσύ, θα έρθω κι αύριο
μήπως έκανα λάθος στη μέρα.
Κι αν έρθεις εσύ, πάλι θα έρθω κι αύριο
να ξαναζήσω τη συνάντηση (..)

Ο Νίκος Παπάνας, αυτός ο δεινός, δεινότατος παίκτης λέξεων και συναισθημάτων, καταφέρνει να μας εισαγάγει στον προσωπικό του χωροχρόνο κάμπτοντας αριστοτεχνικά κάθε ψυχική μας αντίσταση. Ο γνώριμος ήδη λυρισμός της πρώτης ποιητικής συλλογής του εδώ καρφώνεται γερά (με πρόκες) στο λεκτικό τοπίο και γίνεται αξέχαστος.

«Φοβάμαι ότι θ’ απογοητευθείτε» μας προειδοποιεί στο Carpe noctem, επιλέγοντας μιαν άνευ λυρισμού γλώσσα (να σου μιλώ, μα όχι πια με λυρική φωνή) και επιτυγχάνοντας, παρά τις προειδοποιήσεις, ένα από τα πιο λυρικά ποιήματα της συλλογής. Κρυπτικότητα και αδιόρατη ειρωνεία για μυημένους, εναλλάσσονται με τολμηρότατες εξομολογήσεις που από αυστηρά ιδιωτικού ενδιαφέροντος, περνούν πανηγυρικά στην δημόσια σφαίρα. Οι αναγνώστες παραλύουν με όρους μαθηματικούς ακολουθώντας τις ψυχεδελικές και ψυχολεκτικές εναλλαγές του Ποιητή:

Τουλάχιστο να ξενυχτήσω,
να μείνω εδώ, να εξωραΐσω
το πρόωρο τέλος σε καινούρια αρχή. (…)

Αυτή η αναγνωστική παράλυση, αυτό το σταδιακό μούδιασμα, αυτή η δονούμενη κλιμάκωση, είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα ενός λεπτοδουλεμένου νεολυρισμού που δεν γλυκίζει. Ο Νίκος Παπάνας μπαινοβγαίνει στα λογοτεχνικά είδη και γένη με παροιμιώδη άνεση. Συνομιλεί με τη θλίψη του πολιτισμού και τον φίλο του Louis Aragon. Συνομιλεί με τα beat ακατανόμαστα ζωύφια του συμμαθητή του William Burroughs και πίνει μαζί του το ντεμοντέ κοκτέιλ Negroni. Eίναι πολυσυλλεκτικός, παραμένοντας πιστός στον προσωπικό του εκλεκτικισμό. Η παραδοχή της πτώσης έρχεται ήρεμα, σχεδόν στωικά, σαν έτοιμη από καιρό – σαν μια αναμενόμενη μεταφυσική της ποιητικής του ιδιότητας

Κι εκεί που είμαστε ακόμα ζαλισμένοι από τον ίλιγγο της γραφής του, ο Νίκος Παπάνας με μιαν αβρή χειρονομία μας μετακινεί και μας εναποθέτει στη γαλήνια χώρα των ανατελλόντων χαϊκού. Ο ποιητικός χρόνος έφτασε στη μεγάλη έκρηξη. Το πρώτο μέρος της υποχρεωτικής μύησης έλαβε τέλος. Τώρα παντού κομματάκια μνήμης και υπενθύμισης, ένα ποιητικό blow up – το δεύτερο μέρος της τριλογίας ξεκινά. Όλοι ακούμε προσεκτικά μια ιστορία σε θραύσματα:

Τίγρης στο δάσος;
Ή ανίδεος αμνός;
Ή και τα δύο;

Τι είναι τελικά ο Ποιητής; Γνώστης ή ανίδεος; Φοβισμένος ή θαρραλέος; Αθώος ή ένοχος; ‘Η και τα δύο;
Ο Νίκος Παπάνας, πέραν πάσης αμφιβολίας, είναι Ποιητής. Το γνωρίζει πια καλά, δεν υπάρχουν περιθώρια διαφυγής από αυτήν τη χρυσή φυλακή των ιδεών. Πολίτης πλέον της ποιητικής χώρας, με υποχρεώσεις, αλλά και δικαιώματα. Η Μούσα του τον βασανίζει, τον στήνει στα ραντεβού, τον απελπίζει, αλλά τελικά η αγάπη όλα τα συγχωρεί. Αυτή η σχέση έχει στέρεες βάσεις. Είναι τρελό ς έρωτας και αμοιβαία λατρεία. Μια ατέρμονη μάχη – λέξη τη λέξη – που καταλήγει στη συμβολική στέψη της αιώνιας απαιτητικής αλλά και απαραίτητης Μούσας. Το αδιέξοδο του Ποιητή είναι εκ των ων ουκ άνευ. Και στην περίπτωση του Νίκου Παπάνα το αδιέξοδο είναι γαλάζιο, έχει όραμα, προοπτική, ουρανό, διάρκεια.

Δεν ήταν εύκολη διαδικασία. Ο Ποιητής χρειάστηκε να ξαναπάει στην Πρώτη δημοτικού (της πρώτης συλλογής του), να ξεχάσει όσα ήξερε και να τα ξαναμάθει απ’ την αρχή. Σαν τον Αγράμματο και την Ωραία, έπρεπε να ξεχάσει για να θυμηθεί. Και τώρα, πιο ώριμος από ποτέ, κατεβαίνει μια τάξη ακόμα: στο νηπιαγωγείο των λέξεων.

Σ’ αυτήν την αέναη πεισματική εκδρομή, όπου ο χρόνος είναι πάντα αντιστρόφως ανάλογος.

.

ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΑ
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

ΠΕΡΙ ΟΥ 3/10/2020

Ξανά στα θρανία;
Με την ποιητική συλλογή του Νίκου Παπάνα ο αναγνώστης κάθεται ξανά στα θρανία της Πρώτης δημοτικού, για να μάθει να συλλαβίζει από την αρχή τα πρώτα γράμματα της αγάπης, για να προφέρει σωστά το αλφαβητάρι της ευαισθησίας και της τρυφερότητας. Και το μάθημα γίνεται με τρόπον ποιητικόν και μουσικόν, έτσι που ο αναγνώστης αναβιώνει και μεταπλάθει τις προσλήψεις του κόσμου με τα μάτια της παιδικής ηλικίας και την καθαρότητα της παιδικής ψυχής:
Άλλα τόσα έχω να μάθω, για να σ’ αποκτήσω
στο σχολείο του ανήλικου χρυσάνθεμου.
Ο ποιητής μοιάζει να πισωδρομεί χρονικά, να επιστρέφει ποιητικά δηλαδή σε ένα παρελθόν που λειτουργεί ως καταφύγιο ανέγγιχτων και ακριβών συναισθημάτων, μοναδικών και ευγενικών πόθων σε μια προσπάθεια περιφρούρησης και διατήρησης της διαφάνειας της προσωπικής του ταυτότητας στο παρόν και ταυτόχρονα σε μια προσπάθεια εσωτερικής περιπλάνησης, που τον οδηγεί στην κατάκτηση της αυτογνωσίας. Το ποιητικό υποκείμενο δοκιμάζει πολλές φορές το αίσθημα της ματαίωσης των ευγενών προσδοκιών του, αλλά σε καμία περίπτωση δεν τις θυσιάζει υποκύπτοντας στην βίαιη ενηλικίωση, που ισοδυναμεί ουσιαστικά με ακύρωση του ιδεαλισμού του. Οι φόβοι και οι αγωνίες με την ενηλικίωση είναι ξεκάθαροι:

Γιατί, άραγε, τώρα που – επιτέλους – μεγαλώνω
να μην είναι κι η αγάπη μου για σένα πιο μεγάλη;
Όταν μεγαλώσω, φοβάμαι ότι θα σε προδώσω
κι όταν το μετανιώσω, θα ‘ναι αργά.

Τα περισσότερα ποιήματα απευθύνονται σε ένα Εσύ, στο πρόσωπο της αγαπημένης του, η οποία ως αιθέρια ύπαρξη υψώνεται μοναδική, σαρκώνεται και θεώνεται με χάρη σαν ένα άπιαστο φευγαλέο όνειρο και καθίσταται αποδέκτης των πιο λεπτών του αισθημάτων. Η θεϊκή της επενέργεια μεταμορφώνει ολόκληρο τον κόσμο. Στιγμές στιγμές, όμως, φαίνεται, ίσως, να απευθύνεται και στον ίδιο του τον εαυτό, παλεύοντας να διατηρήσει μέσα του ακέριο το είδωλο μιας παιδικής ηλικίας που δεν γέρασε και δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Όσο υπάρχει ζωντανό το παιδικό χαμόγελο που κρύβει μέσα του, θα υπάρχει κι ο κόσμος, όπως τον ονειρεύτηκε και τον αποτύπωσε ποιητικά:
Κι όμως θα υπάρχουν τα γαλάζια τριαντάφυλλα
όσο κι εσύ θα υπάρχεις
να σου τα προσφέρω.

Ο ποιητής μετεωρίζεται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, ενηλικιώνεται και προσπαθεί να συγκρατήσει αγωνιωδώς όλα εκείνα τα μαλάματα της ψυχής ως παρακαταθήκη για το μέλλον:

ΚΑΠΟΤΕ ΝΑ ΞΑΝΑΒΡΕΘΟΥΜΕ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΛΛΗ ΑΝΟΙΞΗ
Κάποτε να ξαναβρεθούμε σε μιαν άλλη άνοιξη,
να περπατούμε σ’ έναν πιο λαμπρό ουρανό.
Να μην γνωρίζουμε πληγές, να μην υπάρχουν σύννεφα,
ν’ απλώνεται άνθινη διαύγεια ως τα βάθη της φωνής.
Μια πιο γαλήνια θάλασσα να μας δροσίζει.
Να σου δώσω το σχήμα μου, να μου δώσεις το σχήμα σου∙
σε μιάν αράγιστη ένωση
να μην μπορεί ούτε ο θάνατος να μας χωρίσει.
Να μας κοιτούν και να ζηλεύουν οι άγγελοι.
Τον ήλιο να μεθούν τα δάχτυλά μας
και τη φυλλωσιά τους να ξυπνούν τα θαύματα.
Στο πιο παρθένο κοίταγμα
να εξαχνωθούν τα βλέμματά μας.

Και οι λέξεις, προσεκτικά ζευγαρωμένες η μια δίπλα στην άλλην, ακούγονται αναβρυτές σαν το κελάρυσμα του νερού που ο ήχος του σε σαγηνεύει και σε καλεί πάντα να επιστρέφεις…

ΑΝΥΠΑΡΚΤΕΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ
Πάντα θα τις γυρεύουμε
ακόμα κι άθελά μας.
Πάντα εκεί θα βρίσκουμε
τα ομορφότερα κοχύλια.

.

ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 27/6/2020

«Λείπει ένας ανάποδος συλλογισμός»

Πίσω από κάθε στίχο υπάρχει ένα μειδίαμα. Ο ποιητής θλίβεται και γελά ταυτόχρονα με τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης

Η ποίηση του Νίκου Παπάνα πηγάζει και ρέει αβίαστα μέσα από το βαθύ συναίσθημα, ανοίγοντας τον δρόμο σε ένα γοητευτικό ταξίδι στις λεπτές αποχρώσεις του έρωτα. Ο λυρισμός, παραδοσιακά πληθωρική ποιητική γραφή, εδώ αναγεννάται μέσα από έναν λόγο λιτό και ακριβοδίκαιο στην ουσία των ποιημάτων, καθώς ονειρικές εικόνες συνδέουν τις ιδιότητες του εξωτερικού κόσμου με εκείνες του εσωτερικού.

Η συλλογή διακρίνεται από μια εσωστρέφεια. Ο δημιουργός επιστρέφει στον εαυτό του μέσα από τις συμπληγάδες του στοχασμού και του αισθήματος. Αναρωτιέται, χωρίς να ρωτά. Πικρία, αυτοσαρκασμός, μελαγχολία, νοσταλγία, οραματισμός. Είναι όλα εδώ, πίσω από ερωτήματα που τελικά ποτέ δεν ξεστομίζονται κάτω από το βάρος των απαντήσεων που συνθλίβουν την ίδια τη ζωή.

Ο έρωτας είναι αιθέριος. Σχεδόν ίπταται πάνω από τις σελίδες. Απαλλαγμένος από κάθε σαρκική διεκδίκηση, παραιτείται από τη γήινη υπόστασή του και ανυψώνεται στον ιδεατό κόσμο, εκεί όπου κατοικεί η αγάπη ως «αράγιστη ένωση» που αναβαπτίζει και νικά τον θάνατο.

Ο,τι δεν ζει μέσα στο ζωοφόρο φως του έρωτα υπόκειται στους νόμους της φθοράς, είτε πρόκειται για αντικείμενα είτε για αισθήματα. Είμαστε όλοι έκπτωτοι από τον παράδεισο. Γυμνοί από το αληθινό, βαδίζουμε προς έναν θάνατο προκαθορισμένο από την εγγενή αδυναμία μας να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε. Τα ποιήματα πάλλονται ανάμεσα σε αυτές τις δύο καταστάσεις. «Εν’ αστέρι πεσμένο, μια πληγωμένη σιωπή, ένα ερείπιο» σηματοδοτούν την αναπόφευκτη φθορά, σε αντίθεση με την αιωνιότητα που θα μας πει ο ποιητής ότι εμπεριέχει ένα «φιλί με τη διάρκεια τ’ ουρανού» ως κατάσταση αειθαλούς παρουσίας του έρωτα.

Η ποιητική συλλογή σκιαγραφεί την ιδανική αγαπημένη. Οχι ως ύπαρξη ή ως παρουσία, αλλά ως σύμβολο του χαμένου παραδείσου. Ως σύνδεση της ψυχής με το αληθινό. Ο ποιητής δεν θρηνεί απλώς την απώλεια της αγαπημένης αλλά την απώλεια της δικής του σύνδεσης με το αιώνιο. Ουτοπική, αγγελική, άπιαστη, άφθαρτη, η αιώνια αγαπημένη ταυτίζεται με την ίδια την ποίηση και ζει σ’ έναν άλλο χρόνο, στον χρόνο της ανέφελης παιδικότητας, εκεί όπου ο έρωτας είναι η αρχή ενός ονείρου. Θέλει, αλλά δεν μπορεί ο ποιητής να πιστέψει σε αυτό το όνειρο. Θέλει, αλλά δεν μπορεί να επιστρέψει στη χαμένη αγνότητα των παιδικών χρόνων, τότε που όλα ήταν ιδανικά, λαμπερά, τότε που δεν υπήρχε φθορά, πλήξη, μοναξιά. Νοσταλγικά κοιτά, μέσα από την κλειδαρότρυπα της μνήμης, την αθωότητα των προσδοκιών που δεν επιβεβαιώθηκαν. Εκεί, στα θρανία της Πρώτης Δημοτικού είναι χαραγμένα τα όνειρα ενός έρωτα που δεν αντέχει την ενηλικίωσή του.

Στο παράλληλο σύμπαν του έρωτα ο χρόνος φαίνεται να χάνει την υπόστασή του. Μέσα στον ποιητή ενυπάρχουν πολλαπλοί εαυτοί, ένας για κάθε στιγμή. Ο καθρέφτης μεγαλώνει, καθώς τα είδωλα κοιτάζουν από αντικριστές σελίδες το ένα το άλλο. Οι στιγμές ανακατεύονται, οι ηλικίες μπερδεύονται, η απογοήτευση προηγείται της ελπίδας, η προσδοκία έπεται της λύπης και ο έρωτας στέκεται στο κέντρο του κύκλου. Η σειρά δεν έχει καμία σημασία, γιατί τελικά ο ποιητής είναι όλα τα πρόσωπα σε όλους τους χρόνους. Κι αν η Πρώτη Δημοτικού είναι η αρχή, δεν είναι το πρώτο ποίημα, αλλά σίγουρα μας θυμίζει πως σε αυτό το βιβλίο ένα μικρό αγόρι συνομιλεί μ’ έναν ώριμο άνδρα για το φευγαλέο του έρωτα, υπονοώντας τη ματαιότητα της ίδιας της ύπαρξης χωρίς αγάπη.

Το φως, είτε ως άμεση αναφορά είτε ως έμμεση ‒μέσα από την παρουσία φωτοφόρων στοιχείων όπως ο ήλιος, το φεγγάρι, τα αστέρια ή μια λάμψη‒, είναι ένας συμβολικός προπομπός του έρωτα και σηματοδοτεί την έλλειψη σκιών, τη διαφάνεια, την αποκάλυψη της ομορφιάς. «Να πλέξω ένα στεφάνι φως. Να σ’ αγαπήσω», λέει ο ποιητής εξιδανικεύοντας την αγαπημένη του σε αγία, ενώ σε μια στιγμή εμπνευσμένου λυρισμού αναρωτιέται: «Είν’ η ψυχή μου όλο το φως που κελαηδά;».

Ο Ερωτας, λοιπόν, ανυψώνει την ύπαρξη. Αιθέριος στην ουσία του, κατοικεί στον ουρανό, στα σύννεφα ή στη ματιά του αστροναύτη. Εκεί ζει και η αγαπημένη ως σύμβολο, αφού τελικά υπάρχει μόνο μέσα από την ανυπαρξία της. Τελικά, όμως, είναι η δική της απουσία ή μήπως η απουσία της ποίησης που καταδυναστεύει τον ποιητή; Είναι η απουσία της ύπαρξης ή μήπως η απουσία της αθωότητας; «Ηταν κούφιος ο ουρανός», λέει ο ποιητής, δίνοντας μια σκληρή απάντηση στο λυρικό του όραμα, για να το ξαναστήσει με περίτεχνο τρόπο λίγες σελίδες μετά.

Πίσω από κάθε στίχο υπάρχει ένα μειδίαμα. Ο ποιητής θλίβεται και γελά ταυτόχρονα με τη ματαιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης. Φτιάχνει μια ποίηση με υλικά συμβατά μέσα από την αντίθεσή τους. Ο ρομαντισμός συνυπάρχει με τον αυτοσαρκασμό. Η προσδοκία με το ανέφικτο. Η φθορά με την αιωνιότητα. Ο έρωτας είναι η ίδια η ζωή με όλες της τις αντιθέσεις. Αλλωστε, όλοι είμαστε το λίγο που κάποτε ονειρεύτηκε το πολύ. Είμαστε ο ουρανός και η γη μαζί. Ακολουθώντας τα χνάρια του ποιητή, ο καθένας από εμάς δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει ένα κομμάτι από τη δική του αθωότητα σ’ έναν κόσμο που ασφυκτικά χτίζεται πάνω στις επιταγές της λογικής και σε αλύγιστα «πρέπει».

Ποια είναι, λοιπόν, αυτή η τέλεια γνώση; Είναι μια γνώση πέρα από τα συγγράμματα και πέρα από την παράνοια της λογικής. «Φαίνεται πως μου λείπει ένας ανάποδος συλλογισμός», μονολογεί ο ποιητής και γι’ αυτό σκόπιμα επιστρέφει στην εποχή της αθωότητας, στην Πρώτη Δημοτικού, για να μας θυμίσει πως τότε η γνώση ήταν αληθινή γιατί πήγαζε από την καρδιά και όχι από τα βιβλία. Εκεί, λοιπόν, στο λίκνισμα των κοριτσιών στην παρέλαση ‒που είναι το λίκνισμα του έρωτα με όλη του τη δύναμη, την ανεμελιά και την αγνότητα‒, θα πρέπει να αναζητήσουμε την τέλεια γνώση ή, ακόμα καλύτερα, τις ίδιες μας τις προσδοκίες για την τελειότητα που ονειρευτήκαμε μικροί και ασήμαντοι μπροστά στην αλήθεια ενός έρωτα.

.

ΓΛΥΚΕΡΙΑ ΜΠΑΣΔΕΚΗ

FRACTAL Μάιος 2020

Ποιητής, πια!

Στην Πρώτη Δημοτικού και άλλα, ο Νίκος Παπάνας επιστρέφει συχνά στη γενέθλια χώρα του για να καταγράψει στον κατακερματισμένο πλέον χρόνο τόπους, τοπία, πρόσωπα που εμμονικά τον διασχίζουν ακόμα.

Η συλλογή, αν και την διατρέχουν ρομαντικές εξάρσεις, έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά της γεωγραφίας του λυρισμού (της ποιητικής μορφής που θέλει να δώσει όσο γίνεται περισσότερη ελευθερία στο ποιητικό Εγώ), ενός όρου που αν και ακούγεται ελαφρώς ξεπερασμένος δεν είναι ─ αντίθετα αντιστέκεται στη φθορά του επανεφευρίσκοντας τον εαυτό του.

Στην Πρώτη Δημοτικού το ποιητικό υποκείμενο κατασκευάζει ένα επικοινωνιακό κενό, μια ουτοπική γέφυρα σύνδεσης με τον (επί της ουσίας) ανύπαρκτο, αόρατο, μη ονοματισμένο συνομιλητή-αποδέκτη κι από εκεί, από το φαντασιακό του βάθρο (και βάραθρο) μιλά με τον εαυτό του, τσεκάροντας που και που την «επιτυχία» της επικοινωνίας με ρητορικές ερωτήσεις επιβεβαίωσης που στερούνται όμως ερωτηματικού και επιστρέφουν ανεπίδοτες στον παραλήπτη τους:

Μήπως θα βρούμε κάτι σαν αιωνιότητα
Φιλί με τη διάρκεια τ’ ουρανού
Αγκάλιασμα που δεν κυοφορεί την πλήξη
Βότσαλο που θα στίλβει αδιάκοπα έξω απ’ το νερό (…)

Η πληθωρικότητα του λυρικού ποιήματος είναι εμφανής. Ο λυρισμός του Παπάνα είναι αποτελεσματικός καθώς εξισορροπεί το πληθωρικό συναίσθημα με τον λιτό λόγο ,αποφεύγοντας σαν τον θάνατο τη ρητορεία, αισθητική αποτυχία και ηθικό ολίσθημα για τις ευαίσθητες ισορροπίες του λυρισμού .

Ο Παπάνας χειρίζεται με σύνεση τα μέσα του. Μουσικότητα, Υποκειμενισμός, ρυθμός, ιδιαίτερη και στυλιζαρισμένη γλώσσα και ενίοτε προφορικότητα με αντιλυρικές λέξεις, υπαινιγμός, μεταφορικές εικόνες ή μάλλον έντονη εικονοποιεία που λειτουργεί ως μεταφορά. Τη συλλογή διατρέχει η «συμβολική όραση» του ποιητή, η συμβολική εικόνα που παρουσιάζει κάτι μη αντιληπτό μέσω των αισθήσεων, κάτι που «βλέπει» μόνον ο ποιητής ως υπαρκτό. ‘Όπως κάθε λυρικός που σέβεται την πρόθεσή του, δημιουργεί μια σκηνική χώρα όπου κατοικεί η μελαγχολία, η ευγενής θλίψη (η θλίψη δηλαδή που παραμένει εσωστρεφής χωρίς να γκρινιάζει ή να επαιτεί) ,το ανεκπλήρωτο ,η νοσταλγία ,κυρίως όσον αφορά το δεύτερο συνθετικό της, το άλγος.

Στην αστική ουτοπία του Νίκου Παπάνα το σώμα με τη βιολογική του έννοια απουσιάζει, η επιθυμία από-υλοποιείται και ο έρωτας παραμένει δειλός και ανέτοιμος να θριαμβεύσει.

Ο Παπάνας επίμονα προσπαθεί να οριοθετήσει το χάος του χωροχρόνου του, πότε με λήψεις κοντινές και πότε με μακρινές .Πανταχού παρούσα, όμως, μια μόνιμη αίσθηση ματαίωσης, σχεδόν μεσοπολεμική.

Υπάρχει, λοιπόν, στο λυρισμό του ισχυρό το στοιχείο της ψυχικής φόρτισης το οποία μεταφέρεται στον αναγνώστη γλωσσικά μεταλλαγμένο σε ιδεαλιστικές σφαίρες:

Έν’ αστέρι πεσμένο,
μια πληγωμένη σιωπή,
ένα ερείπιο.
Κι αχ πώς ν’ ανυψωθώ
ξάστερος, διάφανος
μέσα στο βλέμμα σου.

Να πλέξω ένα στεφάνι φως.

Να σ’ αγαπήσω

Στην Πρώτη Δημοτικού οι δυαδικές αντιθέσεις είναι έντονες, σχεδόν όλο το ποιητικό σώμα δομείται πάνω στις βιωμένες αυτές, δημιουργώντας μια διπολική ποίηση, μια διπολική πραγματικότητα, καμιά φορά τόσο φορτισμένη όσο και η χρήση του όρου στην ψυχιατρική. Το ναι και το όχι, το δημόσιο και το ιδιωτικό, η λογική και το συναίσθημα, η γνώση και η άγνοια, ο ομιλητής κι ο ακροατής (ο δυνατός κι ο αδύναμος), η επιθυμία και η απόρριψη, η τάξη και το χάος και κυρίως ο εαυτός και ο άλλος είναι μερικές από τις αντιθετικές δυάδες που σαν ακούσια ή εκούσια επιλογή αφήνουν πάντα μια επίγευση ματαιότητας.

Από τη μία άνοιξη, ανοιχτός ουρανός/από την άλλη πληγές και σύννεφα.

Το πρόσωπό μου/το πρόσωπό σου
Το βλέμμα μου/το βλέμμα σου
Άφθαρτη παρουσία/καθημερινή φθορά
η ψυχή μου/ η ψυχή σου
Άφθαρτη παρουσία/καθημερινή φθορά
Σάρκα /αλάβαστρο
Αιμάτινο φιλί/άγγιγμα του κρίνου
Μελωδία μελών/ χάδια των λέξεων

Ακόμα κι ο τίτλος Ταπεινή ωδή στην ποίηση είναι αντιθετικός ως τον επιθετικό προσδιορισμό που επιλέγει. Το ποίημα που κλείνει τη συλλογή μας δίνει το στίγμα αυτού του διχασμού Διχαλωτή χελιδονιών ουρά /Διαιωνίζεις το διχασμό μου , με το χελιδόνι (που ξαναβλέπουμε Στον Πρίγκιπα του Ντουίνο) να λειτουργεί σαν δίπολο λογικής και παρόρμησης.

Ο Παπάνας περνώντας μέσα απ’ τον καθρέφτη κι ανταλλάσοντας τη φαντασιακή πληρότητα με τον Λόγο του Πατέρα (τον λόγο δηλαδή της εξουσίας ),πληρώνει τα κόμιστρα . Μεγαλώνει κι ασφυκτιά μέσα στα συγγράμματα, προσδοκώντας τη βροχή που θα βρέξει τα μοκασίνια, που θα τα χαλάσει, θα τα βγάλει από την φανταστική τους τάξη και θα τα παραδώσει λασπωμένα πειστήρια μιας ερωτικής μάχης.

Προπαντός ψυχραιμία
Μακράν του λυρισμού.

Προσφυγή στα συγγράμματα.

Αλλά να σου το αναπόδραστο
-λέξη σοφή
Με τον ήχο της Δρέσδης.

Των σημάντρων πορσελάνινη έκπληξη.

Το λεξικό μου ανθίζει
Στο ατελείωτο κελάρυσμα της γραφομηχανής.
Κανείς δε θα εμποδίσει τη βροχή
Να καμαρώσει τα καινούρια
Μοκασίνια της.

Τι θέλει ο ποιητής της Πρώτης Δημοτικού; Θέλει να ξαναγυρίσει στο σχολείο του ανήλικου χρυσάνθεμου .

Άλλα τόσα έχω να μάθω για να σ’ αποκτήσω
Στο σχολείο του ανήλικου χρυσάνθεμου

Μάλλον να ξεμάθει, πρέπει. Έμαθε αρκετά και μάλλον δεν τον ωφέλησαν- όλα κατέληξαν σε μια βομβαρδισμένη Δρέσδη. Αναζητά την Πρώτη Δημοτικού, την συμβολική εκείνη περιοχή, του Λόγου της Μητέρας, τον ανεπίσημο και απελευθερωτικό μητρικό Λόγο που συμβολικά ταυτίζεται με την ποιητική δημιουργία.

Ο ποιητής της Πρώτης Δημοτικού αποφασίζει να επιστρέψει στο γενέθλιο τόπο της μητέρας-γλώσσας. Η ανταλλαγή της αρχής της απόλαυσης με την αρχή της ταυτότητας «Εις το Όνομα του Πατρός», στο συμβολικό εκείνο πεδίο του κυρίαρχου Λόγου όπως τον αναγνωρίζει ο νόμος και η γλωσσική τάξη ,έλαβε τέλος.

Τα κορίτσια του τελευταίου του ποιήματος (Σκέψεις για την 25η Μαρτίου) παρελαύνουν με την πεποίθηση της τέλειας γνώσης ενώ ο ίδιος θριαμβευτικά επιστρέφει στην Πρώτη Δημοτικού….Ποιητής πια. !

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

BOOKPRESS.GR 8/12/2019

Ποιήματα που φέρνει ο Βαρδάρης

Αξιοπρόσεκτη περίπτωση ποιητή

Ο Νίκος Παπάνας αποτελεί αξιοπρόσεκτη περίπτωση ποιητή, αφού τύπωσε το πρώτο ποιητικό του πόνημα 31 ολόκληρα χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα, το 1988. Παράλληλα έχει δημοσιεύσει έως τώρα ποιήματα, μεταφράσεις ποιημάτων και δοκίμια για την ποίηση σε έγκυρα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

Δίχως να γνωρίζω τους λόγους αυτής της εκδοτικής του «καθυστέρησης», οφείλω να αναγνωρίσω πως το συνεχές ένδον σκάπτε, η ολιγογραφία του και η εν γένει ποιητική του στάση πριμοδοτούν την πρώτη του συλλογή, καθιστώντας την ενδιαφέρουσα. Πέρα από την καλαίσθητη τύπωση, τα ποιήματα είναι δουλεμένα, τεχνικώς άρτια, δίχως φλυαρίες και περιττά παραγεμίσματα, λιτά, με έκδηλη την προσπάθεια του ποιητή να ακριβολογήσει, εκφραζόμενος με την κατάλληλη, για κάθε περίπτωση, δραστική λέξη.

Ο Παπάνας δείχνει ικανότητα τόσο στο σύντομο επιγραμματικό ποίημα όσο και στο κάπως μεγαλύτερο. Τα επίθετα σπανίζουν, το ρήμα έχει δύναμη και κυριαρχεί, ενίοτε επικρατεί η ειρωνεία και ο σαρκασμός, άλλες φορές μια παιγνιώδη διάθεση πλανάται στην ατμόσφαιρα, ενώ εκλείπουν οι δυσνόητες εκφράσεις, οι εξεζητημένες λέξεις ή οι νεολογισμοί. Αντιγράφω από τη σελίδα 20 του βιβλίου:

Προπαντός ψυχραιμία
μακράν του λυρισμού

Προσφυγή στα συγγράμματα

Αλλά νά σου το αναπόδραστο
– λέξη σοφή
με τον ήχο της Δρέσδης

Των σημάντρων πορσελάνινη έκπληξη

Το λεξικό μου ανθίζει
στο ατέλειωτο κελάρυσμα της γραφομηχανής

Κανείς δε θα εμποδίσει τη βροχή
να καμαρώσει τα καινούρια
μοκασίνια της
«Το αναπόδραστο»
Ένας διακριτικός λυρισμός κυριαρχεί σε αρκετούς στίχους, συναντούμε εμφανείς επιδράσεις από Έλιοτ, ο έρωτας εκφρασμένος πάντα με λεπτεπίλεπτες αποχρώσεις, η δύναμη της παιδικής αθωότητας που ισοδυναμεί με την αληθινή ποίηση, στίχοι για την αιωνιότητα, την οδό Λάμπρου Πορφύρα, την απεξάρτηση από τον έρωτα («ποιος θα επινοήσει / του έρωτα τη μεθαδόνη;»), τις εμμονές και τις έσχατες πλάνες. Μια μεστή, συγκροτημένη και αξιοπρόσεχτη ποιητική απόπειρα και τύπωση.

Κλείνω την αναφορά μου στον Παπάνα με το μικρό ποιηματάκι του «Άλγεβρα»:

Ό,τι κι αν έχω κάνει μέχρι τώρα
αράδιασμα μηδενικών ∙
λείπει από μπροστά τους η μονάδα:
Λείπεις εσύ.

.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.