ΜΑΡΙΑ Θ. ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ

Η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη γεννήθηκε το 1981 στην Πάτρα. Ποιήματα της έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες και περιοδικά. Έχει συμμετάσχει σε ευρωπαϊκά φεστιβάλ ποίησης. Το πρώτο της βιβλίο, Η μοναξιά της καμπύλης (Κέδρος, 2015), ήταν υποψήφιο για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου ποιητή της Εταιρείας Συγγραφέων (Βραβείο εις μνήμην Γιάννη Βαρβέρη), καθώς και για το κρατικό βραβείο πρωτομφανιζόμενου συγγραφέα. Το Πουέντε είναι το δεύτερο ποιητικό βιβλίο της.

.

.

ΠΟΥΕΝΤΕ (2020)

Πουέντε
θα πει θα σε ξαναδώ
στην απέναντι κρεμάμενη άκρη
και δεν θα είσαι παρά ανάστροφα εγώ.

Δεν πρόλαβα να σου το πω
λυγίζει ο χρόνος
μα δες με
όσο ταλαντώνομαι
τόσο αναδιπλώνεται
και είσαι μόλις ένα σάλτο μακριά.

Κοίτα με
τα μαλλιά μου άφησα και άσπρισαν
και κουβαλώ μαζί μια κιμωλία
στο τσιμέντο μονάδες
τα χρόνια σε συγχορδίες
έμαθα και τα μετρώ
σε στάλες βροχής
στη θημωνιά-κεφάλι μου.

Πουέντε
θα πει είμαστε τρεις,
Αυτός ο μέσος αφανής
και ιχνηλάτης 
και στα παιχνίδια μας
και στην τραμπάλα
ο Ζυγιστής.
Δεν υπολόγισε το ύψος
πως φοβάσαι.
Πως της γης το ρίγος τρέμω.

Κι αν δεν με βλέπεις, με ακούς
απέθαντη η φωνή
νανουρίσματα θα σου τραγουδώ
ακόμα μην ξυπνήσεις.
Δεν πρόλαβα να σου το πω
βυθίζεται στο κέντρο της η Ώρα.
Αντένες οι δείχτες
ουράνιες συντεταγμένες.
Άκου το σπάσιμο στη φωνή μου,
είσαι μόλις έναν στίχο μακριά.

ALGOLAGNIA

Η πένα χορεύει στα δάχτυλα
πάνω της οι σκέψεις ισορροπούν
και σαν τρέμει
στο ξύλινο τραπέζι γλιστρούν
λιμνάζουν
ξεχειλίζουν
λερώνουν το βαρύ κοστούμι
-την εικόνα.
Η θύμηση απλώνει
σαν νερομπογιά
σε ρυάκια ιδρώτα χύνεται
το δέρμα διασχίζει
τον σημαδεμένο αυχένα
τις ανοιχτές μαβιές σχισμές.
Φαράγγια που αντηχούν βογγητά.
Κόκκινα ποτάμια.
Στις παύσεις της συζήτησης
μορφάζει και ριγεί.
Αναπολεί
μετρά από μέσα της αντίστροφα
τις αμυχές
μέχρι να έρθει η νύχτα.
Καμένες κοιλάδες
κάστρα ερείπια και νεκρά ηφαίστεια.
Ρημαγμένη χώρα
βρεχάμενη από αναστεναγμούς.
Χαράματα, το κρύο μάρμαρο
η αγκαλιά που περιθάλπει.
Στο γραφείο καλημερίζει πάντα
χαμογελαστή η απόγνωση
τραβώντας τα μακριά της τα μανίκια.

ΚΥΝΗΓΙ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Στα σκοτεινά με το μυαλό του
την αναπλάθει.
Πήλινα βάζα
τα χαρακτηριστικά της
στο κολουμβάριο της μνήμης.
Χωρίς ακροδάχτυλα
και όνομα
δεν μπορεί ψηλαφίσει
το πρόσωπό της.
Λειψοί οι κόμποι ασπρίζουν
γύρω από τον λαιμό.
Καθώς οι κόρες γυρίζουν
ξεχνά το χρώμα τους.
Συλλέγει ψήγματα ασφυξίας
αναπλάθει το βλέμμα της.
Το νευρικό της σφίξιμο στα μπράτσα του.
Σαν γάτα γεμίζει το στομάχι του
με τυχαίες τούφες
σειρά του
να τη γεννήσει αυτός.
Χωρίς αποτύπωμα
μονάχα μάτια-προβολείς
στα σκοτεινά
να προβάλλουν στον τοίχο
το κενό.

ΥΠΕΚΦΥΓΗ

Το γενετικό της υλικό
λαμπύριζε στους τοίχους.
Δεν ξάφνιασε κανέναν το πλεονάζον
φως.
Πάντα σε υπερχείλιση
στο άγγιγμα
στην εκπνοή
στις εκκρίσεις
η ύπαρξή της
φλας.
Στιγμιαίο κλείσιμο βλεφάρων.
Η θύμησή της δραπέτευε από
τις γρίλιες
από το κάσωμα της πόρτας.
Σε περίθλαση.
Ούτε η κιμωλία ήταν αρκετή.
Ο ύποπτος βρέθηκε εγκλωβισμένος στο δωμάτιο.
Τον πρόδωσε το ρυθμικό χτύπημα
του μπαστουνιού στον τοίχο.
Όπλο δεν βρέθηκε. 
Έφταναν τα σφαλισμένα μάτια.

ΑΓΡΥΠΝΙΑ

Με παιδευμένο μάτι αστρολάβο
αχαρτογράφητους φάρους με πινέζες κάρφωνε
διάττοντες και μη.
Το φως ανίχνευε σε ακολουθία
προς αναζήτηση χρησμού.
Έψαχνε εκείνο τον κάβο αραξοβόλι.
Οι μόνιμα διεσταλμένες κόρες
με φωτοστέφανο τον εξώστη.
Η σιδερένια πόρτα.
Το ελικοειδές τρίξιμο
της ξύλινης σκάλας
ριζωμένο στα σωθικά
γουργούριζε.
Το μουρμουρητό του φαροφύλακα
έτσι ονομάτιζε το αντίστροφο μέτρημα
για τις περιστροφές.
Πώς αλλιώς, τα εθισμένα στη λάμψη μάτια
είναι καταδικασμένα στην αγρύπνια.

X-RAY

Σαν τα μάτια έκλεινε
ξανά σε μήτρα μεταλλική.
Αγωγός.
Άηχες οι γεωτρήσεις του φωτός
στο σώμα.
Κλειστές οι χούφτες.
Σφιχτά τα χείλη
όνομα να μη δραπετεύσει
από την προσευχή.
Σε κάθε εικόνα σπινθήρες
καψαλίζουν τη μνήμη του.
Με το βλέμμα γράμματα σχηματίζει
κι ενώ το φως τον διαβάζει
κουνά το κεφάλι σε ρυθμό
σε συμφωνία.
Ψαλμωδός σε ουράνια σύναξη
και πηνίο.
Σε ανασύνθεση.
Ακροβάτης σε ηλεκτροφόρα
σύρματα να γελά
με μιαν ομπρέλα ανοιχτή
αλεξίσφαιρο.

ΜΕΘΟΡΙΟΣ

Σέρνεται στο σούρουπο
το τρένο με τις πόρτες ανοιχτές.
Οι πρόσφυγες ψυχοπομποί
καθισμένοι κατάχαμα
στο ξύλινο βαγόνι
χωρίς πρόσωπο
κουνούν τα πόδια τους κόντρα στον αέρα
Και αν τύχει και κάποιος κατεβεί
σε κάποιον σταθμό στη μεθόριο
μια ασημένια αλατιέρα στη χούφτα
κρατά σφιχτά
να την ανταλλάξει με το καπέλο του σταθμάρχη.
Να κατεβάσει το γείσο χαμηλά
να φαίνεται η κόκκινη κορδέλα.
Συνθηματικό στον επιβάτη
πως θυμάται το όνομά του.

ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΩΝ

Με τον χρόνο πινέζα
οριζόντια και κάθετα σταυρώνει
τα κορμιά στον πίνακα ανακοινώσεων.
Με το δάχτυλο την πινέζα πιέζει
τρέμει ελαφρά
αναρωτιέται, αφαιρεί και προσθέτει
στα μισά μπερδεύεται και ξαναμετρά.
Στο ένα το κρατούμενο, ανάσες προσθέτει
ό,τι χάνει έχει όνομα και ένα χαμόγελο πικρό
Τι ώρα είναι. Αναρωτιέται.
Δύο στιγμές και ένα νανούρισμα μονολογεί
και βάζει τον άβακα στο συρτάρι.

.

.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ (2015)

Α) Σημεία γεωμετρικά…
ΚΑΘΡΕΦΤΙΣΜΑ

Δεν είναι ο άνεμος
που διώχνει την άμμο
αλλά εκείνες οι οξείες γωνίες
ανάμεσα στα δάχτυλα σου,
αυτές που σαν διαβήτης
γύρω από τον αφαλό
χόρευαν,
χωρίς τους κύκλους
ποτέ να κλείνουν.
Μέτρα τις ρωγμές
και δες τις παράλληλες
πως στολίζουν το πρόσωπο.
Είσαι μια άλλη,
μα πάντα εκείνη.
Τώρα πια έμαθες
να μετράς με τον κανόνα
και όχι με τα στάχυα.
Θυμάμαι τότε που το σώμα σου
άμβλυνες
γελώντας δυνατά.
Τώρα είσαι πιο σκληρή από ποτέ
καθώς στα γόνατα καθρεφτίζεσαι,
και με ορμή προς το νερό κλίνεις.

ΟΞΕΙΑ ΜΝΗΜΗ

Σχεδόν με σπασμούς έφτυνε τα κρακ,
χρόνια τα είχε μέσα της με προσοχή συλλέξει.
Μεταλλικός ο ήχος τους στο πάτωμα.
Γδέρνουν τα σωθικά
οι τσακισμένες προσδοκίες.
Πόση στωικότητα να κρύβει μια παρ’ ολίγον τέλεια τελεία
εθισμένη σε ορθές γωνίες.
Υποκλίσεις.
Υποταγή και ανοιχτά σκέλια.
Τικ τακ. Τικ τακ.
Και τέταρτο.
Κρακ. Κρακ.
Απατούν οι ρωγμές την ευπρέπεια,
με οξεία μνήμη.

Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΗΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ

Μου αρέσει να μου αφηγείσαι
Εκείνη την ιστορία για την ευθεία
που πέθανε μονάχη.
Την ιστορία που ευθεία γεννήθηκε
και στο ηλιοβασίλεμα λύγισε από το θάμβος.
Πες μου όπως εσύ ξέρεις για την κάμψη που
ο χρόνος φέρνει μαζί με τον πόνο.
Πες μου με μάτια που κυλούν από τις κόγχες,
πώς εκείνη η ευθεία έμαθε να αγκαλιάζει
ό,τι κραυγάζει.
Πώς το βλέμμα αυτού του κόσμου αρνήθηκε
και καθρέφτη αναζήτησε.
Δεν ψυχορραγούν όλα σε κύκλους λες.
Μίλα μου λοιπόν
για την μοναξιά της καμπύλης.

Β) Σημεία Στίξης…
ΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΠΑΥΛΑ

Ως τελεία κείτεσαι,
ως παύλα,
ορίζεις την σιωπή.
Μία η μοίρα που υπομένεις.
Δεν θα ποθήσεις ξανά σαν θαυμαστικό
ούτε θα κομπιάσεις κοκκινισμένος σαν κόμμα.
Άρχισες να γέρνεις προς τις ρίζες.
Σαν ανοιχτή παρένθεση να αγκαλιάσεις
Ό,τι δεν κατάλαβες,
ό,τι δεν άγγιξες και δεν απέκτησες.
Είτε ως τελεία σε πεζοδρόμιο,
είτε ως παύλα πλαισιωμένη στο βελούδο
οι λέξεις θραύσματα θα μοιράζονται
στην μνήμη σου.
Να ξέρεις,
μονάχα τα νοήματα θα αλυχτούν.

ΑΠΟΣΤΡΟΦΗ

Αυτός ο ρόγχος στο λαρύγγι,
σαν θηλιά
την φράση σπάει
Στο κενό η σκέψη
αυτοκτονεί.
Την ανάσα σταματά
πάντα
στο σίγμα που
δεν είναι τελικό.
Σαν γάντζος,
σε τραβά μακριά
από το ρήμα.
Μακριά από το
«αγαπώ».

Γ) Σημεία των καιρών…
ΕΜΒΡΥΟ

Κουλουριασμένη σαν έμβρυο,
βαθιά στην μήτρα της λήθης,
Σε μια υγρή μοναξιά,
βυθισμένη.
Τρέφομαι με τον πλακούντα
της άρνησης.
Τρέμω στις κραυγές, από εκεί
Έξω.
Και σε αυτές που δεν ακούω. Κρυώνω.
Χαμογελάω στις αναμνήσεις απ’ το χάος.
Φαντάσματα δακρύων
από έναν ξένο πόνο.
Ένας ομφάλιος λώρος
μεταξύ σιωπής και οργής
που περιμένει να κοπεί.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΖΑΡΙ

Δεν μένει παρά ο απόηχος του παζαριού
Καθώς οι χούφτες άδειες μένουν
Και τα άψυχα σε γαϊτανάκι παραδίδονται
Στον χρόνο.
Στοίχειωσαν τα ποδοβολητά στο
λερό πλακόστρωτο.
Κρύφτηκαν ικέτιδες οι σκιές.
Σέρνει το βήμα το γέρικο σκυλί.
Η σκόνη το αντίβαρο στην ζυγαριά.
Αυτοκτόνησε ο ντελάλης
και αυτό το δειλινό.
Και εσύ πίσω από το μισάνοικτο
παράθυρο κρυφοκοιτάς,
πλέκοντας διαθέσεις.

ΣΕ ΤΡΕΙΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

Ερμήνευσες τον Άνθρωπο σε τρεις πράξεις
Γεννήθηκες, γέννησες, πέθανες.
Με ή χωρίς χειροκρότημα
Με ή χωρίς κοινό
Με φτιασίδια ή χωρίς
Είναι που κομπάρσος δεν έμαθες να παίζεις
Και την υπόκλιση προτιμούσες από την σκιά.
Η δεύτερη πράξη το στόμα σου σφάλισε
Και έμεινες εκεί τον υποβολέα να ακούς.
Ξανά και ξανά
Μέχρι τα λόγια σωστά να ψελλίσεις.
Γέννησες και οι χούφτες άνοιξαν
στον άνεμο γροθιές έπαψες να μοιράζεις.
Τα χέρια έδωσες και μπήκες στον χορό.
Τώρα πια η Τρίτη πράξη σου ανήκει.

Δ) Σημεία και τέρατα…
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΛΕΦΑΡΙΔΕΣ

Κάτω από τις κλειστές βλεφαρίδες του κόσμου,
πάλλεται σαν σκοτάδι,
σαν μισοκοιμισμένη λάβα που την ρωγμή ονειρεύεται.
Κουρνιάζει στον λαιμό,
στην γαλαζωπή εκείνη φλέβα
που τον λυγμό υποθάλπει.
Γεμίζει
Το κενό ανάμεσα στα κορμιά
το φόντο.
Και γίνεται ένα με τις σκιές.
Με ηδονής κραυγές
πολλαπλασιάζεται.
Ατέρμονοι χειμώνες,
Αποχαιρετισμοί
και τρεμάμενα χέρια,
οι εβένινοι αναστεναγμοί του.
Είναι ο απόηχος των βημάτων
στο πλακόστρωτο,
στο πλατάγιασμα των χειλιών
στην ένωση τους,
είναι η αλμυρή γλύκα
στις χαρακιές,
στις άκρες των δαχτύλων.
Όλα μυρίζουν θάνατο

ΝΗΝΕΜΙΑ

Όλα σιώπησαν.
Οι άνεμοι, εξαθλιωμένοι πότες στα
καταγώγια του μυαλού.
Νηνεμία
Το βλέμμα σαν λεπίδα,
τρυπά το κενό.
Τα χείλη συμμαχούν με τον καιρό.
Ευθεία γραμμή σαν δρόμος.
Ησυχία
Μόνο αυτή η ψιχάλα μέσα μου.
Γαλήνη
Τα χέρια ανοιχτά,
Μια αγκαλιά για το χάος.
Οι δείκτες έσπασαν
Λίγα εκατοστά πάνω από το έδαφος.
Η Σταύρωση
και η ψιχάλα μέσα μου,
Καταρράκτης.

ΔΥΟ ΒΗΜΑΤΑ ΜΠΡΟΣΤΑ…

Δεν έπαψα να μιλώ με τις σκιές,
την φωνή μου χαμήλωσα,
δεν θέλω να σε τρομάζω.
Είναι που τις νύχτες όταν κοιμάσαι
στο σώμα σου χαράζω προσευχές.
Δεν έπαψα ποτέ να βλέπω τις σιωπές,
Το βλέμμα στρέφω αλλού
μην καταλάβεις,
πως όταν τον ουρανό κοιτάς
και την καταιγίδα τρέμεις,
εγώ μετρώ συντρίμμια στην ακτή.

Κι αν τα χέρια χώνω στις τσέπες το τρέμουλο
μην δεις,
είναι γιατί όταν την αγκαλιά σου άπληστα
ανοίγεις,
τον θρήνο σου χαϊδεύω.

Περπατάω σχεδον δίπλα σου, χωρίς χνάρια.
Δεν έπαψα ποτέ ξόρκια αγάπης να ψιθυρίζω,
τότε την τρελή υποκρίθηκα,
δεν ήθελα την πίκρα να γευτείς,
είναι που όταν εμένα λάτρευες,
ήδη με έβλεπα νεκρή.

Ε) Σημείο 0 (μηδέν)
ΕΙΡΗΝΗ

Η σύγκρουση γεννά το λείο,
όχι σε συμπτώσεις,
σε σημεία ενσαρκώνεται,
Σε Λευκό.
Μη μου μιλάς για αντίρροπες δυνάμεις.
Σιώπησε
Τα βλέμμα χαμήλωσε
στην πέτρα να αντανακλά.
Υποκλίσου στο φως.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Πουέντε
ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

CULTUREBOOK.GR 2/11/2021

Οι ποιητικές γέφυρες της Μαρίας Αρχιμανδρίτη

Η δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη, «Πουέντε» (πόλις, 2020), αποτελεί μια γέφυρα αυτογνωσίας του σύγχρονου ανθρώπου, μια διαδρομή που διασχίζοντας εσωτερικά ερωτήματα οδηγεί τον αναγνώστη στη συνάντηση με τον βαθύτερο εαυτό. Ρεαλισμός και μεταφυσική, μεταρρεαλισμός και ψηφιακός κόσμος δημιουργούν έναν ιδεολογικό χώρο συνεχούς αυτοπαθητικής ανασύστασης.
Η εικόνα στην ποιητική της Αρχιμανδρίτη κατέχει κεντρική θέση. Με αδρές γραμμές μοιάζει να σχηματίζει θολές φιγούρες, που σμίγουν με άλλες παραστάσεις σε ένα ρευστό κάδρο. Με οδηγό τη συνειρμική κίνηση του στίχου και τους ήπιους συμβολισμούς, γεμίζει το ποιητικό κάδρο με χρώμα και κίνηση. Οι περισσότερες συνθέσεις υιοθετούν μία αφηγηματική ροή, σαν να διηγείται η δημιουργός σύντομες μυθιστορίες. Κοινωνικά στιγμιότυπα και πάθη εκτίθενται μέσα από τον φακό ενός εξωδιηγητικού ποιητικού αφηγητή. Η ποιήτρια δανείζεται από τον εξπρεσιονισμό έναν αποκαλυπτικής υφής προβληματισμό για τη φθορά και τον θάνατο, την ασθένεια και τη σεξουαλικότητα, μέσα όμως από μία φωτεινή εικαστικά οπτική. Το φως μετριάζει την μελαγχολία του εξπρεσιονιστικού χώρου.
Αυτή η δυναμική εικονοποιία όμως, σε συνδυασμό με μεταφορές και παρομοιώσεις, δημιουργούν έναν εκρηκτικό ποιητικό χώρο δράσης, αφήνοντας τον αναγνώστη να οικοδομήσει τις δικές του γέφυρες με τις συνθέσεις της συλλογής. Οι τίτλοι αποτελούν ένα τέτοιο ερμηνευτικό κλειδί, ενεργοποιώντας την ερμηνευτική διαδικασία της αναγνωστικής πρόσληψης. Αν στην πρώτη ανάγνωση μοιάζουν αδιάφοροι για τον ακροατή, μετά το πέρας εκείνης, ο αναγνώστης καλείται να επιστρέψει εκ νέου στους τίτλους για να εντοπίσει τα βαθύτερα σημεία του κειμένου.
Επίκεντρο του ποιητικού προβληματισμού είναι το σώμα ως υλική απεικόνιση του ίδιου του ανθρώπου. Οι ήπιοι εξπρεσιονιστικοί τόνοι μέσα στον θρυμματισμένο στίχο συνθέτουν μια ποίηση σωματική. Το σώμα άλλοτε καταγράφεται ως περιεκτικό ουσιαστικό κι άλλοτε ακρωτηριασμένο, όπως ο στίχος, και τραυματισμένο από τη φθορά. Μάτια, σωθικά, δάχτυλα, συκώτι και άλλα μέλη ή μεμονωμένα όργανα εμφανίζονται διαρκώς τις συνθέσεις της συλλογής (αντίστοιχο εντοπίζουμε στην ποιητική της Αγγελάκη-Ρουκ). Το σώμα ως ύλη πλάθεται για να λειτουργήσει σαν μία μεταφυσική γέφυρα με το πνεύμα. Αλλάζει και φθείρεται. Οι εξπρεσιονιστικές πινελιές ξεγυμνώνουν την αλήθεια μπροστά στις αγωνίες του σώματος. Αυτή ακριβώς η ουσία είναι που το σώμα μετατρέπει σε σύμβολο για να δώσει πρόσβαση στον κόσμο της ποιήτριας. Αισθητοποιεί την ύπαρξη ως υλική πορεία στον χρόνο. Η οδύνη του σύγχρονου ανθρώπου αποτυπώνεται μέσα από τον ακρωτηριασμό και τη σωματοποίηση του πόνου. Το διαμελισμένο σε όργανα κορμί αναπαριστά την άμυνα του ανθρώπου απέναντι στην επέλαση της φθοράς.
Η στροφή στο σώμα και το άτομο εκφράζει την αντίδραση απέναντι στον υλισμό της σύγχρονης μηχανοποίησης και του κομφορμισμού των νέων τεχνολογιών. Οι ραγδαίες αλλαγές των καιρών και η αβεβαιότητα για το μέλλον είναι εκείνα που ιστορικά έτρεφαν τον εξπρεσιονισμό. Η Αρχιμανδρίτη σφυρηλατεί μία ποιητική προβληματισμού μέσα από το ατομικό δράμα ως κραυγή διαμαρτυρίας. Εκφράζει την αντίδραση απέναντι στην αλλοτριωμένη και εφησυχασμένη αστική αντίληψη για την εφημερία. Το ποιητικό εγώ μοιάζει αποξενωμένο από το σώμα και τις εικόνες της εποχής του. Το πρωτοενικό υποκείμενο όμως είναι ένας αφηγητικός τύπος. Οι ποιητικοί χαρακτήρες γενικότερα των συνθέσεων, λειτουργώντας ως σύμβολο αντιπροσωπευτικών τύπων (και όχι εξατομικευμένων χαρακτήρων), αισθητοποιούν το συλλογικό, ή όπως σημείωνε ο Antonin Matejcek, ο εξπρεσιονισμός είναι μία έκφραση συμβολικής υποκειμενικοποίησης του αντικειμενικού, που μεταστοιχειώνει την αντικειμενική πραγματικότητα σε ατομικό βίωμα. Οι αντιήρωες της Αρχιμανδρίτη απεικονίζουν γενικές αλήθειες και αποδίδουν την αντανάκλαση του εξωτερικού κόσμου στην ψυχολογία του ατόμου.

.

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

“Εφημερίδα των Συντακτών” 14/11/2020

«Προγραμμάτιζε την ψυχή του για ένα όνειρο»

Η Μαρία Αρχιμανδρίτη εξέδωσε την πρώτη ποιητική της συλλογή Η μοναξιά της καμπύλης το 2015, μία σύνθεση που συμπεριελήφθη στις τελικές λίστες τόσο της Εταιρείας Συγγραφέων (βραβείο εις μνήμην Γιάννη Βαρβέρη), όσο και εκείνες για το κρατικό βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα. Κατέθεσε τα ώριμα νεανικά διαπιστευτήριά της, με τρόπο που προοιωνιζόταν επιτυχή συνέχεια. Και να, τώρα, χωρίς καμία βιασύνη, πέντε χρόνια μετά, έρχεται με το Πουέντε. Πρόκειται για ποιητική σύνθεση πάλι, που την αποτελούν είκοσι εννέα ποιήματα, διακοπτόμενα από ενδιάμεσα πεζόμορφα πλαγιογράμματα ιντερμέδια.

Η σύνθεση αρχίζει και τελειώνει κυκλικά με τη νοηματοδότηση του τίτλου: «Πουέντε / θα πει θα σε ξαναδώ / στην απέναντι κρεμάμενη άκρη / και δεν θα είσαι παρά ανάστροφα εγώ». Η γέφυρα, στην ισπανόφωνη εκδοχή της, πουέντε, ως σύνδεσμος, ως μέσο επικοινωνίας με τον άλλον, ως εκτίναξη και ως ανεστραμμένο είδωλο του εαυτού. Η γέφυρα προϋποθέτει ποτάμι, ροή του χρόνου, και περιέχει όχι μόνον τους πάνω αλλά και τους κάτω απ’ αυτήν, «τους άστεγους, τους υποτακτικούς».

Λέξεις-κλειδιά και σταθερές της Αρχιμανδρίτη είναι ο χρόνος, η κυκλική ροή των πραγμάτων που είχαμε εντοπίσει και στην πρώτη της συλλογή: «Ο κύκλος, σε αντιπαράθεση προς την ευθεία και τη γωνιώδη σχέση, λέξη που ανακυκλώνεται από ποίημα σε ποίημα» γράφαμε τότε. Και τώρα «Δεν πρόλαβα να σου το πω / λυγίζει ο χρόνος», «τα χρόνια σε συγχορδίες / έμαθα και τα μετρώ» από το πρώτο κιόλας ποίημα, αλλά και «Ο χρόνος αργός κρύβει μέσα / στις παλάμες το πρόσωπο» (από το «Τούτο εστί το σώμα μου»· ύστερα έρχεται η μνήμη: «Η θύμηση απλώνει / σαν νερομπογιά» («Algolagnia»), «Η θύμησή της δραπέτευε από / τις γρίλιες» («Υπεκφυγή»)∙ συνακόλουθα με τη μνήμη το φως: «Αηχες οι γεωτρήσεις του φωτός […] Σε κάθε εικόνα σπινθήρες / καψαλίζουν τη μνήμη του» («X-RAY»).

Σκόρπιες εικόνες, στιγμιότυπα ζωής, συχνά δοσμένα με κινηματογραφικό τρόπο. Ποιήματα σκοτεινά και απαιτητικά που σε καλούν να τα εξερευνήσεις. Διακρίνεται πίσω πολύς Σολωμός και το Θείον Πάθος. Και εκείνη η αναφορά στον Πατέρα με κεφαλαίο το Π, (Θεός; Δημιουργός; Ελεγκτής;) που κάποτε η φωνή του σκάβει στ’ αυτιά και άλλοτε ακούγεται στη νηνεμία. Δεν λείπει βέβαια ούτε η μάνα, ούτε το παιδί: «Είναι η γέφυρά μου μια Κυριακή. Οι γέφυρες χτίστηκαν από την / προσμονή της μάνας»(«Memento mori»). Μηνύματα από το σύμπαν και ενδόμυχες προσευχές, προσκυνητάρια και ψαλμωδίες, ιχνηλάτες και οιωνοί συνθέτουν ένα κλίμα μυστηρίου.

Μια συμπάθεια της ποιήτριας σε ξενόγλωσσους τίτλους και διακειμενικές συνάψεις θα χρειάζονταν, ίσως, κάποιες σημειώσεις ή παραπομπές που θα διευκόλυναν τον μη εγρήγορον αναγνώστη.

Η ρυθμική αρμονία, η γεωμετρία, η οξεία ματιά και η κρυπτικότητα χαρακτηρίζουν τη γραφή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Περιοδικό “Οδός Πανός” 188 Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2020

Διαβάζοντας τους ποιητές

Puente, δηλαδή γέφυρα. Η ποιήτρια μετά την πρώτη της ποιητική συλλογή (Η μοναξιά της καμπύλης, 2015) που έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, επανέρχεται με τριάντα τρία νέα ποιήματα που απλώνουν γέφυρες. Τέσσερις ποιητικές γέφυρες που συνέχουν τα υπόλοιπα ποιήματα αποτελώντας αρχικά για την ποιήτρια τα περάσματα προς τον έσω εαυτό. Αιωρούνται πάνω από το κενό, ταλαντεύονται με υποψία πτώσης, διασώζουν (αν τελικά) το σώμα που τολμά να τις περάσει. Μια ποίηση κρυπτική, που ανοίγει χαραμάδες στον αποδέκτη της και τον αποζημιώνει. Η ποιήτρια μιλά με παύσεις και σιωπές, αφήνει ίχνη νοήματος για να ακολουθήσουμε.
Κι εδώ ακριβώς οι γέφυρες αποκτούν μιαν άλλη διάσταση, καθώς εκτείνονται ως τον αποδέκτη της ποίησης – αν δεχθούμε πως ο ποιητικός λόγος έχει τη δυναμική να γεφυρώνει αποστάσεις, να προσκαλεί σε νοητές συνάξεις όσους ευαισθητοποιούνται από τις ποιητικές αφορμές. Η τεχνική της γραφής ακολουθεί μια πορεία προσεκτική και ακριβή στις κινήσεις της. Όπως το δηλώνει και στο ποίημα Programming: Μετρούσε πάνω στο χαρτί τις ανάσες του/σε αλγόριθμο./Τεμάχιζε με νυστέρι τη μέρα του, με ελικοειδή ακρίβεια/κατέγραφε τις λέξεις και τις διαδρομές… Η ποίηση της Αρχιμανδρίτη δεν λογικοποιείται, δεν προσεγγίζεται με οδηγό έναν τετραγωνισμένο χάρτη· ξεφεύγει από τα ειωθότα, αγνοεί τα κοινότοπα. Την αισθάνεσαι σαν να βρίσκεσαι σε μια γέφυρα που εκεί στα μισά στέκει
και ίπταται Σηκώνει ανάστημα και υποκλίνεται χωρίς να λυγίζει… Σκάλα m
γέφυρα εγώ… (Memento mori). Τελικά η γέφυρα παίρνει τη μορφή αυτού που θα θελήσει να ταλαντευτεί επικίνδυνα πάνω της. Μια ποίηση διακριτή, μια ποιήτρια που ακόμη στην αρχή είναι- έχει πολλά να δώσει και να δείξει.

.

ΒΙΒΗ ΓΕΩΡΓΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ

Λέσχη Ανάγνωσης του “Degas” 1/10/2020

Φως δυνατό,καθαρό,λευκό.

Μου χάρισαν πριν λίγο καιρό το Πουέντε της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη, χάρηκα αλλά και ξαφνιάστηκα λιγάκι. Ποιητική συλλογή, σκέφτηκα, σε κάποια που η πεζογραφία τη σέρνει από τη μύτη, ενδιαφέρουσα και ευγενική η κίνηση του δώρου, αλλά πώς να αφήσω το μυθιστόρημά μου, που ξέρω τι είναι και γι’ αυτό το διάλεξα για να αφεθώ στους στίχους μιας νέας ποιήτριας ―πόσοι θα ξεφυτρώσουν πια, άσε που συνεχίζω να αγνοώ είδη, σχολές, ρεύματα κτλ και πώς θα καταλάβω, θα κατακτήσω ,θα συλλάβω ως άλλος Ιαβέρης τον ποιητικό μου δαίμονα-γιάννη – αγιάννη, στο κάτω κάτω δεν σβήνουν έτσι απλά οι αγαπημένοι ποιητές που καταφεύγουμε όλοι στο έργο τους όταν ζορίζουν τα πράγματα.
Από την άλλη όμως, ξανασκέφτηκα, η ευγένεια της προσφοράς αλλά και το ίδιο το καλαίσθητο, με την υπέροχη φωτογραφία στο εξώφυλλο, ολιγοσέλιδο βιβλίο είναι κρίμα να ξεχαστούν στη βιβλιοθήκη, θα το δώσω στην Μ., την καλή φίλη από τη λέσχη, ώσπου να τελειώσω το μυθιστόρημά μου, γιατί εκείνη, η Μ., αγαπά δίχως τσιριμόνιες και δισταγμούς την ποίηση και παρακολουθεί τι γίνεται, τι εκδίδεται, πώς σχολιάζεται, διαβάζει τους νέους ποιητές και ανιχνεύει τις επιρροές τους, καμιά φορά και τις προθέσεις τους και θα μου πει κι εμένα πέντε σοβαρά πράγματα· έτσι κι αλλιώς εδώ και χρόνια μοιράζομαι τόσα βιβλία, τόσες εντυπώσεις και συναισθήματα με τους έξοχους ανθρώπους των λεσχών, είναι μια σχέση όμορφη η σχέση μαζί τους και ανιδιοτελές ή, για να μη με πείτε υπερβολική, είναι καθαρό το πάρε-δώσε αυτό το ιδιόμορφο βιβλίων και συναισθημάτων, πεντακάθαρο· το λέω και το ξαναλέω, όπου μου δίνεται η ευκαιρία, πόσο σημαντικές είναι οι λέσχες ανάγνωσης και μακάρι περισσότεροι από τον χώρο του βιβλίου να το καταλάβαιναν ώστε κανείς τους να μη βλέπει τον μέσο αναγνώστη, αυτόν δηλαδή που πηγαίνει σε μια λέσχη και για την κοινωνική και παρεΐστικη πλευρά της -αλήθεια πού το βρίσκετε το κακό;- ή διαβάζει και πιο “δεύτερα” θεωρούμενα -αλήθεια πόσο θα κρατήσει η δικτατορία σας του φωστήρα που κατακεραυνώνει τους πάντες και τα πάντα;-να μην τον βλέπει μόνο ως ανώνυμο πελάτη, κι αυτό δηλαδή μέχρι το ταμείο και μετά ποιος είδε τον Θεό και δεν τον φοβήθηκε· ξέρουν καλά αυτοί οι επηρμένοι του χώρου να τον στολίζουν ως κατώτερό τους, να λένε από δω κι από κει ότι ο κόσμος στις λέσχες έχει λειψό αναγνωστικό επίπεδο και άλλα τέτοια ιανικά, κοινώς διπρόσωπα, που φυσικά δεν τους τιμούν πρώτα αυτούς τους ίδιους αλλά ποιανού τ’ αυτί να ιδρώσει…

Η ουσία και το νόημα των παραπάνω εξομολογητικών, και αν τα πείτε προσωπικών που δεν σας νοιάζουν και παιδιάστικων, πείτε τα, δεν θα θιχτώ, είναι ότι τελικά δεν έδωσα ποτέ το Πουέντε στην Μ., ας με συγχωρήσει, και δεν θα το δώσω και πρέπει να πω το γιατί. Διότι άνοιξα την ωραία έκδοση (Πόλις, 2020) και διάβασα με τον τρόπο του Κορτάσαρ στίχους σαν αυτούς που παραθέτω στη συνέχεια και ένιωσα ότι είναι ένα πολύ δικό μου βιβλίο· ότι οι στίχοι της Αρχιμανδρίτη με αφορούν, ότι εντός τους βρίσκεται ένα εσώτερο εγώ μου που δύσκολα βρίσκω στην συγκαιρινή μας πεζογραφία (στην παλιότερη, τι να κάνουμε, ναι, το βρίσκω πολύ πιο συχνά) και ακόμα πιο δύσκολα θα το φανέρωνα σε τρίτους μιλώντας τους με τις κοινές λέξεις της γελοιοποιημένης καθημερινότητάς μας γι’ αυτό· ένιωσα -και τούτη είναι η σωστή δική μου λέξη και γενικότερα, πιστεύω, η πιο έντιμη λέξη να μιλήσει κάποιος από καρδιάς για την Ποίηση-, ότι οι λέξεις της Αρχιμανδρίτη οι σοφά αλλά δίχως οίηση διαλεγμένες, οι δουλεμένες με τον τρόπο ενός επίμονου και δυνατού και μαζί σεμνού και ακούραστου σύγχρονου γλύπτη λέξεων, αυτές φτιάχνουν μια φωλιά σκέψεων και συναισθημάτων, αρχικά δική της, υποθέτω, αλλά νά, αίφνης και δική μου και όποιου θέλει να περιγράψει μυστικά και να ελευθερωθεί απ’ αυτά μα δίχως να τα μαρτυρήσει σε κανέναν, να εκφραστεί δίχως να μιλήσει καν.
Ένιωσα, πώς να σας το πω, να μπαίνω στο ποίημα σαν να είναι ένα Σύμπαν που το ονειρεύτηκα και έγινε απτό δίχως να χάσει την απειροσύνη του, σαν να έχει γίνει τρισδιάστατο το πλέξιμο των λέξεών του και ο κόσμος του κόσμος μου, που τον σχηματίζω στον νου μου ως εικόνες και τον βλέπω, τον αγγίζω, είμαι πάνω στη γέφυρά του και βαδίζω προς οικείους τόπους/μνήμες/αισθήσεις/déjà vu. Ένιωσα το οικείο αλλά και περιέργως -ή μπορεί καθόλου περιέργως-,το ολότελα καινούργιο και νεανικό, το υγιές σφρίγος των πολύτιμων νοημάτων και του αιώνιου βάθους τους. Ένιωσα τη μεταφυσική τους, το θείο και το ανθρώπινο αρμονικά βαλμένα εντός τους, την πίστη και την ελπίδα· τη διαλεκτική τους.

ΜΙΣΗ ΑΝΑΣΑ

Κάθε πρωί
ξυπνούσε από τους πόνους
στα πλευρά.
Και όσο την κούπα γέμιζε με καφέ
ανέπλαθε στο μυαλό ξανά και ξανά
την εικόνα της ξιφολόγχης.
Δεν κοιτούσε πια χαμηλά.
Η απουσία εκ των έσω πονάει πιο πολύ.
Κάποιος είπε, σαν ήταν παιδί
με βράγχια σημαδεύτηκε.
Σαν ψάρι έξω από το νερό.
Η ανάσα στον πόνο
ή στο λίγωμα της ένωσης
το ίδιο κοφτή είναι.
Η μισή ανήκει αλλού.

Οπότε τι άλλο να θέλω/θέλουμε από την σύγχρονη ποίηση, πόση πια θεωρία να διαβάσουμε για να την επικαλούμαστε ως άλλοθι, όταν δεν ν ι ώ θ ο υ μ ε τη γνήσια τέχνη, πόσα λόγια να αρπάζουμε, δανεικά κι αγύριστα, από διαλέξεις μονόφθαλμων σε στραβούς και ρητορική σε κουφά αυτιά, αν δεν σηκώσουμε κι εμείς το συναισθηματικό βάρος, αν δεν προκύψει η ταύτιση με το πάσχον υποκείμενο του στίχου -γιατί αν στην ποίηση ειδικά δεν προκύπτει ταύτιση, τι στο καλό;-,ως πότε θα αναζητούμε την μορφική τελειότητα, το εφέ των επιμέρους και όχι την ουσία στο όλον; Σίγουρα η θεωρητική προσέγγιση είναι χρήσιμη, έχει την ώρα και το πεδίο εφαρμογής της αλλά μήπως το έχουμε παρακάνει και γινόμαστε Προκρούστες και Σίνηδες σε βάρος ημών των ιδίων καθώς δεν αφήνουμε το καθαρό, λευκό φως της ποίησης γενναιόδωρων και ταλαντούχων, νέων ανθρώπων να φτάσει ως τα μύχια των ψυχών μας;
Η ποίηση της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη έφτασε απρόσμενα σε μένα σαν το καθαρό, λευκό φως και φανέρωσε μονοπάτια που θέλω να εξερευνήσω, γέφυρες που μπορώ να διαβώ.

ΟΜΟΙΩΜΑ ΚΑΙ ΕΛΛΑΜΨΗ
Η πέτρινη γέφυρα μπρος μου μοιάζει να διολισθαίνει. Η θέα από ψηλά ελάχιστα αποκαλύπτει. Μισό με το άλλο μισό ποτέ δεν μοιάζει. Χαρακτηριστικά δεν διακρίνεις. Πονά η λεπτομέρεια. Τώρα καταλαβαίνω που με το όνομά μου δεν με φωνάζεις. Με μοιράζεσαι μα την πατρότητα διεκδικείς.
Οκλαδόν. Τα σύννεφα λίγο πιο κάτω πουδράρουν τον πυθμένα. Εκπνοές οι μορφές πάνω από τον ώμο μου. Για λίγο σκοτεινιάζει, όσο διαρκούν τα φτερουίσματα. Ασώματα κορμιά τη γέφυρα εγκαταλείπουν ,με βουτιά νυχτερίδας την ψύχρα του νερού αγκαλιάζουν. Χους εις χουν και ακόμη πιο χαμηλά. Η φωτιά τα καύκαλα δεν καίει. Τον βυθό κοσμούν οστέινες ξερολιθιές και γύρω τους κι μέσα τους η αγαύη και η κάπαρη φυτρώνουν. Καίγονται
οι ψυχές στο θυμιατό του κόσμου και μυρίζει θυμάρι

Γρατζουνά ο άνεμος το πρόσωπο, σε προτομή. Σου το σκαλίζει.

.

ΒΑΡΒΑΡΑ ΡΟΥΣΣΟΥ

www.oanagnostis.gr 12/7/2020

Πέντε χρόνια μετά τη μοναξιά της καμπύλης, την πρώτη συλλογή της Αρχιμανδρίτη, το σχήμα ως χωρικό στοιχείο και λεκτικό στοιχείο, (θυμίζω το χωρισμό της συλλογής με τίτλους όπου η λέξη σημεία όριζε, όπως ακριβώς και στη γεωμετρία, ένα είδος διευθέτησης και σταθερής αναφοράς στο χώρο) επανέρχεται, αυτή τη φορά ως γέφυρα, puente στα ισπανικά.

Ένα γνώρισμα εντοπίσιμο από τα πρώτα ποιήματα της συλλογής είναι η εικαστική εικονοποιΐα με τα αντικείμενα να συνθέτουν πίνακες και τα στιγμιότυπα να παραπέμπουν σε καρέ και το/τα ποίημα/τα να καταλήγουν σε μια σεκάνς. Παράδειγμα αποτελούν τα «Μπονσάϊ» και «Algolagnia». Σε αυτό το τελευταίο απεικονίζεται η σωματοποίηση της οδύνης από την πράξη της γραφής και τη μνήμη αλλά ταυτόχρονα και η σχέση γλώσσας/λόγου-εικόνας: «Η πένα χορεύει στα δάχτυλα/πάνω της οι σκέψεις ισορροπούν/ και σαν τρέμει/ στο ξύλινο τραπέζι γλιστρούν/λιμνάζουν/ξεχειλίζουν/λερώνουν το βαρύ κοστούμι/ -την εικόνα./Η θύμηση απλώνει/σαν νερομπογιά/σε ρυάκια ιδρώτα χύνεται/το δέρμα διασχίζει/τον σημαδεμένο αυχένα/τις ανοιχτές μαβιές σχισμές./»

Αν χρησιμοποιώ την κινηματογραφική ορολογία είναι επειδή ήδη από τον τίτλο της πρώτης όπως και της νέας αυτής συλλογής αλλά και το εξώφυλλό της είχα την αίσθηση μιας ποίησης με υπόβαθρο το βλέμμα. Χωρίς να επιμείνουμε εδώ στην πολύπλοκη σχέση εικόνας-πραγματικότητας-γλώσσας, μπορούμε να εστιάσουμε σε μια ομάδα ποιημάτων, όπως τα παραπάνω αλλά και άλλα ακόμη, όπου η όραση προσλαμβάνει, δημιουργώντας προϋποθέσεις θέασης του κόσμου και των άλλων και στη συνέχεια η γλώσσα αναλαμβάνει να καταγράψει την εικόνα δημιουργώντας πλέον τις προϋποθέσεις επικοινωνίας.

Τα σχεδόν εξπρεσιονιστικά «Τούτο εστί το σώμα μου» και το επόμενο «Sequentia» (=ειρμός) συνάπτονται και καθώς οι εικονιστικές σκέψεις γίνονται γλώσσα αποτυπώνεται η σχέση του ατόμου με τον κόσμο: τι είδους κόσμος είναι αυτός; «saeculum obscurum» και «saeculum pessimum» όπως αναφέρεται στο «Sequentia»: «Saeculum obscurum/ ψιθυρίζει/και γδέρνει τη σάρκα./[…]Ανάγνωσμα σε μπράιγ/τα εντόσθια νησιά του/σέρνει επάνω τους τη γλώσσα/ο χρόνος/ saeculum pessimum/ απαγγέλλει./». Η τυφλότητα της χείριστης εποχής αποξενώνει το εγώ από τις εικόνες του, τον εαυτό του και από τον κόσμο. Εικόνες αυτού του κόσμου: «Ελεημοσύνη», «Lutetia», «Μεθόριος», «Καμικάζι» ή εικόνες του εαυτού στον κόσμο: «Programming» (ο αυτοματισμός ως τρόπος ζωής και ο αγώνας ενάντια στην αλλοτρίωση, ποίημα που μπορεί να συνανναγνωστεί με το «Το στοίχημα»), «Ανάληψη», «Πίνακας ανακοινώσεων, «Πουέντε» (και στα δύο η παρουσία του χρόνου όπως και στο εμπνευσμένο «Στιγμές»).

Στο Πουέντε η γέφυρα λοιπόν συνδέει με ανθρώπους -ακόμη και ζωντανούς με νεκρούς μέσω της μνήμης- αλλά και με τον εαυτό, καθώς το βλέμμα στρέφεται προς τα έσω, όπως συνδέει και τον άνθρωπο-παρατηρητή με τον Πατέρα. Η ίδια η λέξη Γέφυρα/γέφυρα είναι παρούσα σε ποιήματα εκτός από το φερώνυμο Πουέντε, το πρώτο π.χ. «Sequentia». Κυρίως επανέρχεται σε μια ενότητα τεσσάρων ποιημάτων με μορφή πεζού, όλα σε πλάγια γραφή με τίτλους «Κάθαρσις», «Ομοίωμα και έλλαμψη», «In limbo», «Memento mori». Σε αυτά, η φωνή εκφοράς, ο οφθαλμός που παρατηρεί τα έσω και έξω, αναπτύσσει έναν προσευχητικό μονόλογο, οπότε η μορφική επιλογή του πεζού είναι απόλυτα αρμοστή. Η απεύθυνση στον Πατέρα φαίνεται να υπονοεί ένα Υπέρτατο Όν: «Η πέτρινη γέφυρα μπρος μου μοιάζει να διολισθαίνει. Η θέα από ψηλά ελάχιστα αποκαλύπτει. Μισό με το άλλο μισό ποτέ δεν μοιάζει.[…]Με μοιράζεσαι μα την πατρότητα διεκδικείς.[…]Γρατζουνά ο άνεμος το πρόσωπο, σε προτομή Σου το σκαλίζει»- «Ομοίωμα και έλλαμψη», μια υπενθύμιση του «κατ’ εικόνα και ομοίωση. Και: «Εν αγνοία Σου, αρχιτέκτονα, ανάστροφα στη Γέφυρα ένα λαγούμι έχει σκαφτεί και στα σωθικά του ένα κομμάτι μνήμης μου χωνεύει.- «In limbo». Πρόκειται άραγε για θεϊκή μορφή, δημιουργό και παντεπόπτη ή μάλλον για τον Πατέρα με τα πολλά ονόματα, τον Πατέρα-λειτουργία, τον Πατέρα-συμβολική τάξη; Στο «Huribo medicinalis» (σημειώνω εδώ είτε την εμπρόθετη αλλαγή από hurido (=βδέλλα) σε huribo είτε την τυπογραφική αβλεψία) ο Πατέρας ορίζει μια σχέση νοσηρή που θα μπορούσε να είναι αυτή των φύλων: «Κι όταν τα δικά της δόντια στα χείλη του/ακόνιζε/έσκαβε η φωνή του Πατέρα/ στα αυτιά του/ «Ελέησε».».

Το Πουέντε, ως λέξη και ως επιλογή τίτλου, παράγει έναν αρμονικό, νομίζω, ήχο, προαναγγέλλοντας μια επιδίωξη της Αρχιμανδρίτη: τη ρυθμική αρμονία στην σύνθεση των ποιημάτων της.

Στίχοι κατά κύριο λόγο ολιγοσύλλαβοι, σύντομοι, κοφτοί αλλά όχι άρρυθμοι (αν και επί το πλείστον άμετροι). Παραθέτω από το «Anorexia nervosa»: «Τα ρουθούνια εξαπατά/με αρώματα ακριβά./» Ή: «Μπροστά του απλωμένα/ζευγάρια φτερά/». Από το «Φρέαρ» (εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου ποίημα όπου η απόπειρα αυτογνωσίας εικονίζεται πρωτότυπα): «Άνυδρη πάνω από τα πέτρινα χείλη/λύνει τους κόμπους και αντίστροφα μετρά./Με σκαραβαίο φυλακτό στο στήθος.». Μια τάση «ισομετρίας» (χρησιμοποιώ καταχρηστικά τον όρο από την έμμετρη ποίηση ενώ εδώ δεν έχουμε μέτρο), ισομορφισμού, διέπει τη συλλογή καθώς οι ολιγοσύλλαβοι στίχοι ολοκληρώνουν το νόημά τους εμφατικά με τη χρήση της τελείας που εξαναγκάζει σε αναγνωστική παύση και επιβάλλει το νόημα του στίχου με την έντονη απόφανση: «Ψαλμωδός σε ουράνια σύναξη/και πηνίο./Σε ανασύνθεση./ -«X-Ray»). Από την άλλη η εκ διαμέτρου αντίθετη τάση παράγει διασκελισμούς εντείνοντας το νοηματικό φορτίο των λέξεων και αυξάνοντας την αναγνωστική προσδοκία – που άλλοτε επιβεβαιώνεται άλλοτε ματαιώνεται με αποτέλεσμα την έκπληξη- συνδυαστικά και με τη συντομία των στίχων («Μια θράκα καίει στο/στομάχι του.»- «Lutetia»).

Οι τρόποι στο Πουέντε επισύρουν την προσοχή: η μορφολογική επιλογή υπογραμμίζει την κρυπτικότητα που δε βασίζεται στην αφαίρεση αλλά σε μια ιδιαίτερη εικονοποΐα με σύζευξη λεξιλογίου οικείου (όπως εξάλλου ισχύει για μέγα μέρος της ποίησης ) με λέξεις απρόσμενες (όπως τίτλοι, λατινικά δάνεια από την επιστήμη π.χ.Programming Time Lapse), με δυναμικούς λεκτικούς συνδυασμούς (π.χ. Έμμηνος σήψη στο «Σιδηρά παρθένα» όπου σκιαγραφείται σχεδόν ερμητικά η πόρνη). Μεταφορές και προσωποποιήσεις συνάπτουν αναπάντεχα στοιχεία ρεαλιστικά ή λυρικά: «Με λινές χειρουργικές ποδιές οι Στιγμές/ ντυμένες στο μαύρο και λευκό/φεύγουν και επιστρέφουν αγκαζέ/συγκρατώντας όρθια/η μία την άλλη.» («Στιγμές).

Η Αρχιμανδρίτη ξέρει να αφήνει στον αναγνώστη ρωγμές εισόδου στον κόσμο της, παρασύρει στο εικονιστικό της σύμπαν και γνωρίζει να αποφεύγει την άμεση διαμαρτυρία, ή την ποίηση-μαρτυρία, όσο και την μονομέρεια της εσωστρέφειας που αγνοεί το εκτός εαυτού. Όπως τα «σημεία της» στην προηγούμενη συλλογή ανακαλούσαν μια γεωμετρική διευθέτηση του χώρου με τις πιθανές συνδέσεις τους έτσι και τώρα η απόπειρα γεφύρωσης αναδεικνύει την ιδιοφωνία της.

.

Η μοναξιά της καμπύλης
ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

TVXS.GR 28/2/2017

Συμβολισμοί στη σφιχτή εσωτερική δομή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη

Σε μία εποχή ανατροπών και κυριαρχίας ενός αισθήματος ανασφάλειας για το παρόν ή το μέλλον και απραγματοποίητων ονείρων, η ποίηση δεν μπορεί παρά να εκφράζει την απογοήτευση από την απρόσμενη κατάρρευση. Εξάλλου, ο ποιητής δεν ζει απομονωμένος, αλλά αποτελεί μέλος μιας δομημένης κοινότητας που πάσχει. Μεταφέρει, λοιπόν, τα συναισθήματα και τα βιώματα μέσα από το προσωπικό ποιητικό πρίσμα. Και ακριβώς σε μία τέτοια περίοδο η άρνηση εκφράζεται ως συναίσθημα.

Στο κλίμα αυτό εντάσσεται και η πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη «η μοναξιά της καμπύλης» (Κέδρος, 2015). Με μία γραφή χαμηλών τόνων και μία ευδιάκριτη εκφραστική τόλμη, που διατηρεί αποστάσεις μεταξύ της λυρικότητας και του δραματικού τόνου, οδηγείται σε μία ποίηση αυτογνωσίας.

Ξεχωρίζουν οι δύο πρώτες ενότητες όπου η δημιουργός εντάσσει τα γεωμετρικά σχήματα και τα σημεία στίξης στη δική της υπαρξιακή προσέγγιση. Η μοναξιά και η μνήμη επαναπροσδιορίζονται στιχουργικά μέσα από την πρωτότυπη αναλογία προς τα σχήματα (οξεία μνήμη, αξιώματα). Με γλωσσοκεντρική έκφραση (αποστροφή) η ποιήτρια προσωποποιεί τη στίξη και τις αποδίδει συνειρμικά ανθρώπινες αγωνίες (τελεία και παύλα), εκπλήσσοντας με τις αλληγορικές ιδιότητες (θαυμαστικά) και τη γεωμετρία των συναισθημάτων (η μοναξιά της καμπύλης).

Η μέση ή μικρή έκταση των συνθέσεων της επιτρέπει να ελέγχει εύκολα τη συναισθηματική ένταση και κλιμάκωση. Παύσεις “απότομες” και σημεία στίξης (τελείες) ορίζουν το στιχουργικό ρυθμό. Σύντομες προτάσεις και θρυμματισμένοι στίχοι επαυξημένων περιόδων λόγου διαμορφώνουν την εσωτερική κίνηση του στίχου.

Η έκφρασή της δομείται σε έναν πλούτο μεταφορών με υπερρεαλιστική καταγωγή (στρατιωτάκια ακούνητα, το φως των κραυγών, έμβρυο, νυχτερινό παζάρι). Η ανοικείωση από την απόδοση συγκεκριμένων ιδιοτήτων σε άλλα αντικείμενα ξαφνιάζει τον ακροατή/αναγνώστη. Τον μαγεύει μέσα στο μελαγχολικό κλίμα της υπαρξιακής αναζήτησης. Άλλωστε, η απελπισία αποτελεί το βασικό συναίσθημα της συλλογής είτε ως απόρροια του σύγχρονου μοναχικού βίου (το θέρος των κραυγών, φαρ ουέστ, plan b, ξημέρωμα στο ξημέρωμα) είτε από τις κοινωνικές εξελίξεις που ματώνουν την ποιήτρια (κάτω από τις βλεφαρίδες, εκδίωξη, σε τρεις πράξεις) και το ρόλο της ποίησης (ζύμωση).

Από τη στιχουργική της αβίαστα ξεπηδούν εικόνες που ισορροπούν στη συνειρμική κίνηση. Η εικονοποιία της διακρίνεται από ένα πολυάνθρωπο κάδρο (το θέρος των κραυγών, plan b, ζύμωση, φαρ ουέστ, νυχτερινό παζάρι, θαυμαστικά). Και τούτο ενισχύεται από τον εικαστικό πληθυντικό των αντικειμένων (οξεία μνήμη, καθρέφτισμα, αξιώματα, αποστροφή, στρατιωτάκια ακούνητα, ξημέρωμα στο ξημέρωμα, ζύμωση, κάτω από τις βλεφαρίδες, χωρίς αστεία, κοινόχρηστος χώρος) και το α’ πληθυντικό (ατελείς ημιευθείες) ή β’ ενικό πρόσωπο, που κρύβει έναν βουβό υποκριτή (κοινόχρηστος χώρος, χωρίς αστεία, εκδίωξη, plan b, νυχτερινό παζάρι).

Εξάλλου, τα ποιητικά υποκείμενα πλαισιώνονται από εικόνες γεμάτες ήχο (ειρήνη κάτω από τις βλεφαρίδες, σε τρεις πράξεις, το θέρος των κραυγών, φαρ ουέστ, νυχτερινό παζάρι) και κίνηση (ξημέρωμα στο ξημέρωμα, στρατιωτάκια ακούνητα, νυχτερινό παζάρι, μετέωρη ημικρανία).

Η αποκαρδίωση αισθητοποιείται εικαστικά με σκληρές εικόνες (κοινόχρηστος χώρος, το χθεσινό όνειρο) ή σκηνές γεμάτες απογοήτευση (το θέρος των κραυγών, νυχτερινό παζάρι, ζύμωση, στρατιωτάκια ακούνητα, θαυμαστικά). Άλλωστε, η άρνηση αποτελεί κυρίαρχη έκφραση τούτου του συναισθήματος είτε τίθεται με αρνητικά μόρια (η μοναξιά της καμπύλης, ατελείς ημιευθείες, τελεία και παύλα, ξημέρωμα στο ξημέρωμα) είτε περιφραστικά (εκδίωξη, μετέωρη ημικρανία, νυχτερινό παζάρι, έμβρυο φαρ ουέστ).

Οι μικροί και μεγαλύτεροι συμβολισμοί στην ποιητική της Αρχιμανδρίτη προσδίδουν γεωμετρικές ιδιότητες στη στίξη των συναισθημάτων και των αγωνιών μέσα στη λιτότητα μιας σφιχτής εσωτερικής δομής. Ένα πολύ καλά θεμελιωμένο πρώτο βήμα στα ελληνικά γράμματα που μας γεμίζει αισιοδοξία για το μέλλον.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΙΛΛΗΣ

OANAGNOSTIS.GR 6/6/2016

Η μοναξιά της καμπύλης και η ποίηση της Μαρίας Αρχιμανδρίτη

Από τα γεωμετρικά σημεία στα σημεία στίξης και τα σημεία των καιρών η ποιήτρια Μαρία Αρχιμανδρίτη ξεφεύγει μέσα από τα σημεία και τέρατα για να ανακαλύψει το σημείο μηδέν, όπου και κλείνει την συλλογή της με τον τίτλο “η μοναξιά της καμπύλης”, ανακαλύπτοντας πως μετά το σημείο μηδέν ξεκινά ένας νέος δρόμος μια νέα προοπτική, έξω από κύκλους και επαναλήψεις, αλλά μέσα από την ουσία της ανθρώπινης περιπέτειας, που είναι πάντα η συνεχής αναζήτηση. Στα ποιήματα της Αρχιμανδρίτη παρατηρώ αυτό το ταξίδι των λέξεων έντονα. Ένα ταξίδι αυτογνωσίας, σημαντικό στα πρώτα λογοτεχνικά βήματα ενός ανθρώπου που θέτει ερωτήσεις, σαν ένα μικρό παιδί που αγωνιά να μάθει τον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει πως η ποιήτρια δεν είναι ώριμη και πως τα ποιήματά της είναι πρωτόλεια. Κάθε άλλο. Βρίσκω στην ποίησή της μια ειλικρινή αντιπαράθεση με τον εαυτό της και με τον κόσμο, όπου οι στίχοι κυοφορούν αυτή την αγωνία:

Ερμήνευσες τον άνθρωπο σε τρεις πράξεις.
Γεννήθηκες, γέννησες, πέθανες
με ή χωρίς χειροκρότημα
με ή χωρίς κοινό
με φτιασίδια ή χωρίς.
Είναι που δεν έμαθες να παίζεις κομπάρσος
και την υπόκλιση προτιμούσες από την σκιά.

Εμπνευσμένοι στίχοι μιας πολύ καλής ποιήτριας που με το πρώτο της βιβλίο κατακτά την προσωπική της φωνή. Τα ποιήματά της Αρχιμανδρίτη είναι λιτά, δεν υπάρχει τίποτα το περιττό ή το εντυπωσιακό, και γι΄ αυτό διαβάζονται με τέτοιο άμεσο τρόπο που επηρεάζουν τον αναγνώστη να συλλογιστεί μαζί με την ποιήτρια για το νόημα της ζωής, για όλα αυτά που χάσαμε, έχοντας ανάγκη την συμφιλίωση με τις απώλειες για να συνεχίσουμε:

έμβρυο

κουλουριασμένη σαν έμβρυο
βαθιά στη μήτρα της λήθης.
Σε μια υγρή μοναξιά
βυθισμένη.
Τρέφομαι με τον πλακούντα
της άρνησης.
Τρέμω στις κραυγές από εκεί
έξω.
Και σε αυτές που δεν ακούω. Κρυώνω.
Χαμογελάω στις αναμνήσεις απ΄ το χάος.
Φαντάσματα δακρύων
από έναν ξένο πόνο.
Ένας ομφάλιος λώρος
μεταξύ σιωπής και οργής
που περιμένει να κοπεί.

Ένα ποίημα, όπως το παραπάνω φανερώνει με καίριο τρόπο την αγωνία μας να προσδιορίσουμε τις ζωές μας μέσα από το πλαίσιο του χρόνου που κυλά ερήμην μας. Ένα ποίημα που δεν σε αφήνει αδιάφορο, κάθε άλλο. Νιώθεις έντονα, και γι΄ αυτό θεωρώ την ποίηση της Αρχιμανδρίτη σημαντική, την συνεχή προσπάθεια να μάθουμε τις αιτίες της φθοράς, του χρόνου, αλλά και την επίμονη προσπάθειά μας να διατηρήσουμε ανέπαφο κάτι δικό μας μέσα στην ροή. Η ποίηση έχει έναν δικό της τρόπο να θέτει όρια, να μας βάζει σε σκέψεις, να ανασταίνει θαμμένα αισθήματα. Και γι΄ αυτό, αν και τέχνη ταπεινή, έχει το τρόπο να δυναμιτίζει τις στιγμές μας, να ελευθερώνει:

Μπορεί η απεραντοσύνη σου
να μην με αφορά.
Κομμάτι στην ευθεία σου
να μην με ονομάζεις.
Σημείο ξένο.
Σημείο επικίνδυνο.
Με εξορίζεις
και το επίπεδο διευρύνεις.
Σημεία όμοιά μου γεννάς.
Τα επίπεδα όμως
έτσι ορίζονται,
εν αγνοία μας.

Τα ποιήματα της Αρχιμανδρίτη δεν κυριεύονται από το άγχος που συνήθως κυριεύει τη γυναικεία γραφή, η οποία πολλές φορές θέλει να επισημοποιηθεί μέσα στα πλαίσια ενός στυγερού φεμινισμού και από μια υπέρμετρη στάση επιθετικότητας και ειρωνείας. Η γραφή της κινείται σ΄ έναν χαμηλόφωνο τόνο που κρύβει όμως δυναμισμό. Το κάθε της ποίημα είναι μια φαντασμαγορική κατασκευή όπου η υπέρβαση διαχωρίζει το λυρισμό από την δραματικότητα πλάθοντας αισθαντικές εικόνες. Μια ποιητική συλλογή που προτείνω ανεπιφύλακτα.

.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

DIASTIXO.GR 12/4/2016

Επτά Ελληνίδες ποιήτριες

Η νεαρή ποιήτρια Μαρία Αρχιμανδρίτη με την πρώτη της ποιητική συλλογή σπάει δυναμικά τη «μοναξιά της καμπύλης» αποφασισμένη να κατακτήσει το σύμπαν γεωμετρώντας τον χρόνο/ χώρο, μετρώντας «τις ρωγμές» και «τις παραλλήλους/ που στολίζουν» το πρόσωπο της μέρας, θωρώντας το στο «καθρέφτισμα» του νερού. Στα τριάντα εφτά ποιήματα της συλλογής αποτυπώνει ό, τι την προβληματίζει και τη συγκινεί με έναν ρέοντα σχεδόν ανεξέλεγκτο αυθορμητισμό στα πρώτα ποιήματα:

«…Σου πέρασαν τις χειροπέδες.
Βόγκηξες από τον πόνο
καθώς τα κόκαλα,
σε μια απέλπιδα προσπάθεια
να σε δικαιώσουν,
απέρριπταν όλο και πιο
πολύ τον εγωισμό των πραγμάτων…» (Κύφωση)

Η τολμηρή εκφραστική της ευχέρεια την οδηγεί ενίοτε σε εύκολα ποιητικά μορφώματα με έντονες παρομοιώσεις, που όσο εντυπωσιακές κι αν φαίνονται, είναι «έπεα πτερόεντα»:

«Τρεις τελείες,
ή μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σκυφτές, ταπεινωμένες.
Η μια κοιτά την πλάτη της άλλης,
όλες έκπληκτες, ξαφνιασμένες.
Δεν περίμεναν το τέλος
τόσο γρήγορα, τόσο αιφνίδια.
Κι ήταν τόσο όμορφες οι λέξεις.
Μια απ’ αυτές ήταν «ελπίδα».
Τι χαρά, θυμούνται με δάκρυα στα μάτια,
τι έμφαση, ο τόνος και η ουσία.

[…] Όλες σιωπηλές, συρρικνωμένες.
[…] Όχι μοιρολόι. «Ποτέ», φωνάζουν
Και τραβούν τα μαλλιά τους» […] (Θαυμαστικά)

Η γεωμετρία των αισθημάτων εκφρασμένη ποιητικά με σημεία στίξης· με σύμβολα συμβατά με την πραγματικότητα άλλοτε και ενίοτε ασύμβατα, η θαρραλέα ποιήτρια μετεωρίζεται στο νεφελώδες κενό της αγρύπνιας, ενώ στον «απόηχο του νυχτερινού παζαριού, αναδύεται από την ηρωική πτώση και «μετράει ρωγμές» στο βλέμμα του άλλου: «Μια κατάθεση στο μέρος της καρδιάς» […]».

Με σταματούν τα «Δυο βήματα μπροστά» και νιώθω ευχάριστα γιατί εδώ υπάρχει στέρεα ποίηση, υπάρχει ουσία, μιλούν οι λέξεις με τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια της αισθαντικής γυναίκας, τον λόγο έχει η καρδιά, το συναίσθημα, η ποίηση:

Δεν έπαψα να μιλώ με τις σκιές,
τη φωνή μου χαμήλωσα, δεν θέλω να σε τρομάξω.
Είναι που τις νύχτες, όταν κοιμάσαι,
στο σώμα σου χαράζω προσευχές.
Δεν έπαψα ποτέ να βλέπω τις σιωπές.
[…] Δεν έπαψα ποτέ ξόρκια αγάπης να ψιθυρίζω […]

Η Μαρία Αρχιμανδρίτη με τη «Μοναξιά της καμπύλης» κάνει αισθητή την παρουσία της στο χώρο της ποίησης πέρα από τα αναπόφευκτα «σημεία στίξης».

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 21/11/2015

Όπως το χέρι που απλώνει η ποίηση μέσα στο χάος

Ισως η γενιά των σημερινών τριαντάρηδων είναι η γενιά της πολυδιάσπασης, του κατακερματισμού και της έλλειψης εστίασης. Ισως η γενιά που βρίσκεται στην πιο παραγωγική της ηλικία, τη δεκαετία μεταξύ 30 και 40, καλείται να σηκώσει αυτό το απέραντο βάρος του εφιαλτικού αδιεξόδου της κρίσης, της απώλειας ενός κάποιου νοήματος, εν μέσω παντελούς έλλειψης συμβόλων ή σωσιβίων. Δεν ξέρω αν αυτό είναι η αλήθεια ή η μισή αλήθεια ή, τέλος πάντων, ένα μέρος της. Παρατηρώ, όμως, ότι συνομήλικοί μου ζητούν από κάπου να πιαστούν. Αυτή την επιθυμία καταγράφει, κατά τη δική μου ανάγνωση, στην πρώτη της συλλογή η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη, με τον τίτλο «Η μοναξιά της καμπύλης» (εκδ. Κέδρος). Τα ποιήματά της διατρέχουν, έξοχα και, ναι, εστιασμένα, την πολυδιάσπαση του σύγχρονου ανθρώπου στον μεταμοντέρνο χυλό της θλίψης. Η Αρχιμανδρίτη στέλνει αυτοτελή, εκ πρώτης όψεως, ποιητικά επεισόδια για όσα ο σύγχρονος κάτοικος του πλανήτη αποδέχεται ή απορρίπτει – για όσα, εντέλει, χρειάζεται να βρουν τον προορισμό τους, το, έστω, προσωρινό, νόημά τους. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί την ποίηση προκειμένου να αφιερωθεί (και ν’ αφιερώσει) στον αναγνώστη της μετατρέποντας την αίσθησή μας του άχθους αρούρης σε ένα γρήγορο –αλλά όχι βιαστικό– «μη φοβάσαι, όλα θα περάσουν».

Θα περάσουν, άραγε; Κανείς δεν ξέρει και σίγουρα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Ωστόσο, η «Μοναξιά της καμπύλης» δημιουργεί ένα ωραίο κουκούλι για να κρυφτείς και να σωθείς, για όσο διαρκεί η ανάγνωση τουλάχιστον, από τη λαίλαπα του τρέχοντος κόσμου. Τα σημεία, στα ποιήματά της, που αφήνουν ημιτελείς γραμμές, σχήματα, δομές και σχέσεις, είναι όλα όσα αποτελούν και συνοψίζουν, τελικά, όσους κολυμπούν στο καζάνι που λέγεται «τώρα».

Σε αυτό το δυσβάστακτο «τώρα», η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη θέλει να παίξει τον ρόλο της σωσίβιας λέμβου. Και ο σώζων εαυτόν σωθήτω, όμως; Η ποίηση έχει μάλλον και αυτόν τον ρόλο, ίσως και δίχως να το θέλει ή να αποσκοπεί σώνει και ντε σε αυτό: να σε μεταφέρει από την προσωπική επιθυμία επιβίωσης στη συλλογική προσπάθεια. Η Αρχιμανδρίτη σκηνοθετεί ωραία αυτόν τον ρόλο της ποίησης. Και τα ποιήματά της σε ωθούν ν’ απλώσεις το χέρι σου. Και όποιος το αρπάξει.

.

ΜΑΡΙΑ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 18/7/2015

Κλιμακώσεις στοχαστικής ποίησης

Πέντε ενότητες με κοινό παρονομαστή τη λέξη Σημείο, άλλοτε κυριολεκτικά, άλλοτε συνεκδοχικά και άλλοτε μεταφορικά φορτισμένη [«Σημεία γεωμετρικά», «Σημεία στίξης», «Σημεία των καιρών», Σημεία και τέρατα», «Σημείο 0 (μηδέν)»] απαρτίζουν την πρώτη ποιητική σύνθεση της Μαρίας Αρχιμανδρίτη και σηματοδοτούν την προσωπική νεανική της βιοφιλοσοφία. Το σημείο, ως γεωμετρική έννοια αλλά και ως μονάδα δομής ιδεών και σχέσεων.

«Πες μου όπως εσύ ξέρεις για την κάμψη που / ο χρόνος φέρνει μαζί με τον πόνο / […] Δεν ψυχορραγούν όλα σε κύκλους, λες./ Μίλα μου λοιπόν / για τη μοναξιά της καμπύλης», γράφει στο ομώνυμο με τη συλλογή ποίημα. Ο χρόνος, η κυκλική ροή των πραγμάτων, η μνήμη, το σώμα, ο έρωτας, και πάλι η λήθη, η προδοσία, η μοναξιά. Ο κύκλος, σε αντιπαράθεση προς την ευθεία και τη γωνιώδη σχέση, λέξη που ανακυκλώνεται από ποίημα σε ποίημα.

Οι αδιέξοδες ή ναυαγισμένες σχέσεις υποστηρίζονται με τη συχνή χρήση λέξεων που δηλώνουν έλλειψη: ημιμαθείς, ατελείς ημιευθείες, μισό χαμόγελο, μισή ευχή, σκιές∙ και καθορίζονται από όνειρα, ρωγμές και θραύσματα: «Οι λέξεις θραύσματα θα μοιράζονται / στη μνήμη σου». Οι ήχοι, ως κραυγή, σιωπή ή αντίλαλος ακόμη και ως τρίξιμο «από τη σπονδυλική σου / μνήμη συνεχές» πλαισιώνουν τις άλλοτε κινούμενες: «Ξημέρωμα στο ξημέρωμα / οι μάσκες εναλλάσσονται / σ’ έναν χορό δίχως έξοδο προς το φως» και άλλοτε στατικές της εικόνες: «Και εσύ πίσω από το μισάνοιχτο / παράθυρο κρυφοκοιτάς / πλέκοντας διαθέσεις». Νοηματική πύκνωση, εν είδει κορύφωσης στους καταληκτικούς στίχους κάθε ποιήματος. Η επανάληψη, σε λέξεις ή νοηματικά σύνολα, αγαπημένο σχήμα της Αρχιμανδρίτη.

Μια ζυγιασμένη, θεμιτή επιρροή από την ποίηση της Κικής Δημουλά πιστοποιούν φράσεις όπως: «βαθιά στη μήτρα της λήθης / […] τρέφομαι με τον πλακούντα / της άρνησης», ή «Εδώ / στη στέπα του μυαλού μου / […] Που τη σιωπή τεμαχίζω / και την τυλίγω / για μετά./ Και λίγη από αυτή τη στιλπνή ηρεμία / στα ερμάρια της ψυχής μου».

ΓΙΩΡΓΟΣ-ΙΚΑΡΟΣ ΜΠΑΜΠΑΣΑΚΗΣ

LIFO 25/6/2015

Βεντάλια για το θέρος

Το θέρος των κραυγών. Λόγος σκληρός, μέταλλο στιλπνό, αιχμές, οξύτητα και οξύνοια. Απόπειρες αναίρεσης του αναίτιου, εξιχνίασης του μυστηρίου, κατανόησης του ακατανόητου, του παράλογου. Ανησυχία, δικαιολογημένη χίλια τα εκατό, που πάλλεται και ζητεί έξοδο και διέξοδο. Κινηματογραφικό μοντάζ, λίαν ευπρόσδεκτο στην ποίηση (μετρ στο μοντάζ υπήρξε ο μακαρίτης ποιητής Γιάννης Κοντός). Καταμεσής στην Αθήνα, η Άγρια Δύση. Ναι, «Φαρ Ουέστ», έτσι τιτλοφορείται το ποίημα: «Τι απαντάς στο εκκωφαντικό κενό./ Η άρνηση σαν αντίλαλος γυρίζει./ Κι εσύ με μάτια νεκρά και ανοιχτό / στόμα / φωνήεντα ψάχνεις να γκρεμίσεις / στο φαράγγι./ Δεν σου απέμεινε παρά να μιμηθείς / το κρώξιμο των όρνιων». Δυναμικό ντεμπούτο της Μαρίας Θ. Αρχιμανδρίτη (Πάτρα, 1981) με την (εξαιρετικά ώριμη) συλλογή Η μοναξιά της καμπύλης (εκδ. Κέδρος). Με εντυπωσιάζει η αποφυγή μιας πεποιημένης ποιητικότητας και η σίγουρη σύνθεση των ποιημάτων με φτωχά υλικά. Μια arte povera, ναι, αλλά μια πλούσια arte povera. Ακούστε: «Σχεδόν με σπασμούς έφτυνε τα κρακ,/ χρόνια τα είχε μέσα της με προσοχή συλλέξει./ Μεταλλικός ο ήχος στο πάτωμα./ Γδέρνουν τα σωθικά / οι τσακισμένες προσδοκίες./ Πόση στωικότητα να κρύβει μια παρ’ ολίγον τέλεια τελεία / εθισμένη σε ορθές γωνίες./ Υποκλίσεις./ Υποταγή και ανοιχτά σκέλια./ Τικ τακ. Τικ τακ./ Και τέταρτο./ Κρακ. Κρακ./ Απατούν οι ρωγμές την ευπρέπεια / με οξεία μνήμη». Θέλει η ποίηση να σμιλεύεις τον χρόνο, να εμμένεις στην παρατηρητικότητα, να αγγίζεις το ακαριαίο του αποφθέγματος, να φτιάχνεις εικόνες με τις λέξεις, να πλάθεις ξανά τοπία και να τα γεμίζεις με ήχους. Και, κυρίως, να πηγαινοέρχεσαι με άνεση στα χρόνια, στις δεκαετίες, στους αιώνες. Αυτό κάνει η Μαρία Αρχιμανδρίτη. Διαβάζω το ποίημα «Θέρος των Κραυγών»: «Σώμα από το σώμα μου,/ πήλινα ειδώλια / σκόρπια στου χρόνου το χωράφι.// Δίχως σπαρτά η φετινή / σοδειά./ Σαπίζει βδελυρή η σάρκα./ Λιπαίνει το χώμα που μέσα του / το μέλλον ριζώνει.// Αίμα από το αίμα μου,/ οι σταγόνες βροχής / αιωρούνται / πάνω από τους σταυρούς./ Σκυμμένα τα κεφάλια / κάτω από τη χαρακιά στο μέτωπο του ουρανού / στο άκουσμα της ψιχάλας εκείνης / που τα όρνια θα κοιμίσει.// Και η κοιλάδα των λερών / σε θύελλα ονείρων / θα εξαγνιστεί./ Μέχρι οι λυγμοί το χώμα / να ποτίσουν».

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ

FRACTAL Ιούνιος 2015

Για να εννοήσει και εννοηθεί

Η μοίρα του σημείου: να μην μπορεί να τεμαχιστεί, να κουβαλάει το «όλον» του αιωνίως. Καίτοι αδιάστατο, φέρει το κλέος και την κατάρα της ύπαρξης με ένα σισύφειο τρόπο. Όσες προσπάθειες και αν καταβάλλει για να προσδεθεί σε μια άλλη ύπαρξη, πάντα μονάδα θα μένει. Το άτομο, ο φθόγγος, το σημείο, η Ευκλείδεια γεωμετρία, η γεωμετρική κατακρήμνιση του όντος, η σχηματοποιημένη εκδοχή του (άλλοτε καμπύλη, κώνος, ευθεία και στο τέλος, πάλι, σημείο).

Η έννοια του σημείου ως άλλος φιλοσοφικός λίθος, στο πεδίο της ποίησης λαμβάνει εκείνον τον επείγοντα ρόλο της βαθιάς επερώτησης – της πλέριας αναζήτησης της ταυτότητας μέσα από μια στοιβάδα ετεροτήτων που προσαράζουν στο εγώ.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη «Η μοναξιάς της καμπύλης» (εκδ. Κέδρος) φέρει αυτή την αναζήτηση της γεωμετρίας του ατόμου, τα μορφικά μοτίβα στα οποία μεταπλάθεται συν τω χρόνω. Ο σχηματικός τρόπος των λέξεων, μέσω αυτής της καταστατικής αρχής, ψαύει την αίσθηση της προοπτικής περισσότερο από εκείνον της απεικόνισης. Πώς, άλλωστε, μπορείς να μετατρέψεις το ανεικονικό εγώ σε μια και μόνη μορφή (εκδοχή;); Πώς να ελέγξεις τα όρια μια καμπύλης που τρυπιέται από το νύγμα της μοναξιάς;

Χωρισμένη σε τέσσερα συν ένα μέρη, η συλλογή περιβάλλει τις κρυφές έννοιες του σημείου/ατόμου με τους πολύσημους τόνους μιας γνώσης πνευματικής, σωματικής, κοινωνικής και καθόλα οντολογικής. Από όποια οπτική σκοπιά και αν δει κανείς το σημείο – τούτο το ισχνό έμβλημα ζωής-, καταλήγει πάντα στη δονούμενη ανάγκη του να γεννήσει και να γεννηθεί. Να γίνει η προνύμφη του κρυμμένου του εαυτού, του ματαιωμένου του εαυτού, της ανήμπορης αδράνειάς του, αλλά και της ευφραδούς ζωής που κουβαλάει εν σπέρματι.

Από την οξεία μνήμη (να, ένα εξαίσιο γεωμετρικό σχήμα) έως τον ξυλοκόπο εαυτό (ή ξυλοκόπος πυρετός που έγραφε και ο Γκιμοσούλης) και από τη μοναξιά της καμπύλης και τις ατελείς ημιευθείες (η ανθρώπινη έλλειψη), έως την απεραντοσύνη της νόησης, η Αρχιμανδρίτη φτιάχνει ένα πρελουδιακό χορό από σχήματα που δεν είναι ασυγκίνητα και ουδέτερα, αλλά σωματοποιημένα στο έπακρο.

Το αυτό συμβαίνει και με τη συμβολική διάσταση που λαμβάνουν τα σημεία μέσω της γλώσσας. Της πλέον ατελούς πρόσδεσης του ανθρώπου με τα νοήματα. Τα μοτίβα των σημείων στίξης μετέχουν του ανθρώπινο δράματος. Ένα τελικό σίγμα γίνεται η αιτία ενός ξαφνικού μετεωρισμού, οι τρεις τελείες –αδελφές εν όπλοις- αλληλοσφαγιάζονται, τα νοήματα πνίγονται από ένα θαυμαστικό, η γλώσσα τεμαχισμένη φλερτάρει με το άρρητο (να είσαι καλά, Τσέλαν).

Στα σημεία των καιρών, το τρίτο μέρος της συλλογής, η ματιά ακολουθεί την τεταμένη φύση του κοινωνικού παιγνίου. Μόνο που το ποιητικό σχόλιο της Αρχιμανδρίτη δεν ακολουθεί την ασύμπτωτη τροχιά μια ιδεολογίας. Η ποίηση δεν ιδεολογικοποιείται (sic) – είναι η ενσάρκωση της αιτιότητας των πραγμάτων. Απόηχοι ενός καθημερινού παζαριού, στρατιωτάκια ακούνητα, ένας χορός δίχως έξοδο προς το φως, το θέρος και ο θερισμός των κραυγών (σαν των ανθρώπων και των όρνιων, ένα πράγμα), μετατρέπονται -μέσω της ποιητικής εκδοχής- σε πικρή παραζάλη. Τα εσωτερικά γδαρσίματα υπάρχουν ακόμη κι αν νομίζεις πως μπορείς να τα αποφύγεις. Η άφευκτη, τρίτη πράξη του ανθρώπινου έργου, η πορεία προς την τελική αποχώρηση, πάντα θάλλει στη γωνία και περιμένει το επόμενο θύμα.

Στα σημεία και τέρατα, το τέταρτο μέρος, το ποιητικό εγώ αναλαμβάνει με πιο άμεσο και ευθύ τρόπο να πιστοποιήσει την ανάγκη του σημείου να ορίσει εξαρχής τις συντεταγμένες του μέσα στον κόσμο, αλλά και στον πυρήνα της υπόστασής του. Τα σκαμπανεβάσματα της αυταπάτης, η διαρκής έλξη-άπωση με τους ανθρώπους και τα πράγματα, οδηγεί πάντα στον άγονο αγώνα της μοναχικότητα εν μέσω πλήθους (το δράμα του ατόμου).

Το τελευταίο μέρος περιλαμβάνει ένα ποίημα με το συμβολικό τίτλο «Ειρήνη» και είναι –ουσιαστικά- το σημείο μηδέν από το οποίο ξεκινάει μια ύπαρξη και εκείνο στο οποίο καταλήγει. Ένας κύκλος που τρώει τον εαυτό του, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να τραφεί. Η κυματιστή διάθεση αισιοδοξίας που αφήνει ο τελευταίος στίχος της συλλογής «υποκλίσου στο φως» δείχνει τη διάθεση της Αρχιμανδρίτη να προικοδοτήσει τα σημεία της με το φάσμα μια δύναμης που τώρα γεννιέται και κανείς δεν γνωρίζει πού και πώς θα προχωρήσει. Όμως, θα προχωρήσει. Ένας μικρός θρίαμβος, μια άσκηση θέλησης για ζωής – πριν η ζωή στραφεί εναντίον της ύπαρξης.

Η πρώτη ποιητική συλλογή της Μαρίας Αρχιμανδρίτη, με τη λιτότητα και την εσωτερική δομή της, εγγράφει υποθήκες. Έχει τη στοχαστική ποιότητα ενός ανθρώπου που γράφει ποίηση για να εννοήσει και εννοηθεί.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΣΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΑΓΟΡΑΣΤΟ

BOOKPRESS.GR 19/11/2015
«Ερέθισμα για τη γραφή το ξύπνημα του εσωτερικού κόσμου»

Η Μαρία Θ. Αρχιμανδρίτη κυκλοφόρησε την πρώτη της ποιητική συλλογή, Η μοναξιά της καμπύλης (εκδ. Κέδρος) πριν από λίγους μήνες. Με αξιοσημείωτους στοχασμούς και κεντρικό άξονα την καμπύλη του χρόνου, της ζωής, του έρωτα αλλά και του σώματος, η συγγραφέας συνθέτει σκέψεις και αισθήματα σε ένα αραγές σύνολο.

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;

Ένα νέο βιβλίο είναι μια καινούρια ματιά, μια νέα πνοή. Ό,τι στάσιμο είναι καταδικασμένο να φθαρεί και να πεθάνει: αυτό ισχύει και στον χώρο της λογοτεχνίας. Μια νέα προσέγγιση κυοφορεί την αλλαγή. Ένα καινούριο βιβλίο είναι μια μετάγγιση στο σώμα της λογοτεχνίας, της δίνει ζωή.

Πιστεύω πως οι νεότεροι συγγραφείς είναι φορείς μιας κουλτούρας πιο συνειδητής σε σχέση με την γραφή. Αναγνωρίζουν μέσα τους την πηγαία ανάγκη για έκφραση ενώ παράλληλα αφιερώνουν χρόνο στην ανάγνωση, στη μελέτη και σπουδή της λογοτεχνίας. Είναι μεθοδικοί αλλά και ρηξικέλευθοι. Αυτός ο συνδυασμός, της μεθοδικότητας και της τόλμης, μπορεί να ανυψώσει την λογοτεχνία δίνοντας της ορίζοντες πέρα από κοντόφθαλμες προοπτικές.

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας;

Η Μοναξιά της Καμπύλης είναι μια ποιητική συλλογή που επιχειρεί να συνομιλήσει με τον αναγνώστη μέσω της λιτότητας και της αποσιώπησης. Στις παύσεις της ο αναγνώστης θα διαβάσει όσα τα ποιήματα δεν λένε. Το θέμα της συλλογής είναι η σχέση του ανθρώπου με τον γεωμετρικό χώρο και η αντανάκλασή του μέσα σ’ αυτόν. Οι θεματικές ενότητες της συλλογής, «Σημεία γεωμετρικά», «Σημεία Στίξης», «Σημεία των Καιρών», «Σημεία και Τέρατα» και «Σημείο Μηδέν», αφορούν την τοποθέτηση του ανθρώπου-σημείου στο ατομικό και κοινωνικό πεδίο.

Ο άνθρωπος, ως κεντρικό σημείο μέσα στην συλλογή έχει έναν εναλλασσόμενο ρόλο σε διαφορετικές ιστορικές εποχές και μοτίβα. Τον παρακολουθούμε να υποφέρει από την θνητή του φύση στην πορεία του προς την λύτρωση και εξιλέωση.

Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».

Μέσα στον χρόνο, η τριβή με τις λέξεις έγινε μια αυτόματη, εσωτερική διαδικασία επεξεργασίας εικόνων. Μια δίνη εικόνων αλλά και αφηγήσεων και συναισθημάτων, η οποία ξετυλίγεται σε στίχους. Το ερέθισμα για τη γραφή είναι πάντα το ξύπνημα αυτού του εσωτερικού κόσμου που εμπεριέχει τα βιώματα και τις αναγνώσεις μου.

Ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται αυτός ο εσωτερικός κόσμος δοκιμάζεται συνεχώς μέχρι να πάρει την αρτιότερη, κατά τα κριτήριά μου μορφή. Αυτή η αναμέτρηση με το λευκό χαρτί απαιτεί μέθοδο και επιμονή. Σε αυτό συμβάλλει η ανάγνωση της ποίησης. Ως αναγνώστρια ανακαλύπτω νέες μεθόδους και εκφραστικούς τρόπους. Είναι σαν να ανακαλύπτω κάθε φορά ένα νέο μονοπάτι, που με βοηθά να φτάσω στον προορισμό μου. Βέβαια, πάνω στο ίδιο μονοπάτι, την ίδια στιγμή ιχνηλατώ προσπαθώντας να πάω πιο μακριά.

Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Τα ποιήματα που απαρτίζουν την συλλογή γράφτηκαν σε χρονικό διάστημα 6-7 χρόνων. Ζυμώθηκαν στον χρόνο και όταν πια απαίτησαν δικό τους ορίζοντα δεν ήταν δύσκολο να βρεθεί. Και αυτό γιατί υπάρχουν άνθρωποι στον εκδοτικό χώρο που πιστεύουν στους νέους ποιητές και συγγραφείς. Και πιστεύουν σχεδόν με τον ίδιο ιδεαλισμό που οι ποιητές γράφουν. Απευθύνθηκα στους ανθρώπους του Κέδρου, οι οποίοι με τίμησαν με την εμπιστοσύνη τους και τους ευχαριστώ θερμά για αυτό.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.