ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ

Γεννήθηκα Κύπρο, στη κατεχόμενη από Τούρκους Μόρφου, και ζω στη Θεσσαλονίκη από το 1974. Σπούδασα στη Νομική Σχολή ΑΠΘ και εργάστηκα στο Τραπεζικό τομέα.
Έχω εκδώσει 3 ποιητικές συλλογές :
Πνοή της άνοιξης (2007)
Λεμονανθοί στο πέλαγο (2013)
Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό (2017)
Συμμετοχή μου σε συλλογικά έργα:
1, Εικονική λογοτεχνία και www.ποίηση.gr, Συμπαντικές Διαδρομές (2007)
2. Ανθολογία Κυπριακής ποίησης 1960-2018. Κύμα (2018)
3. Δέκατα (2019) Η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου σήμερα
4. Δυο αιώνες επώνυμης Κυπριακής ποίησης (1837-2021) ΟΛΚ 2021
5. Λέξεις αιχμηρές σαν πρόκες Δίγλωσση ανθολογία Ρώμη 2021

Είμαι μέλος στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και στην Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου.
Ποιήματα μου έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά σε Ελλάδα και Κύπρο.

Διατηρώ τα blogs:
1. Ποιητικοί διάλογοι (https://whenpoetryspeaks.gr/)
2. Ταξίδι στη ποίηση (https://journeyinpoetry.blogspot.com/)
3. Στη Κύπρο τη θαλασσοφίλητη  (https://stinkyprotithallassofiliti.blogspot.com/)

.

.

.

ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ  (2017)

ΑΜΠΑΡΙ 1
ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ
ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ ΚΑΡΑΒΙ

Τις νύχτες ταξιδεύουμε
λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι
κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια
περιμένουμε τους πειρατές
ν’ απλώσουν τα κλεμμένα
στο κατάστρωμα.

Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα
τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας
και το ασημένιο δακτυλίδι,
τ αστέρια που έπεσαν
τις καλοκαιρινές βραδιές
και το μεταξωτό μαντήλι της κόρης.

Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ αμπάρι
αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών
κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων.

Ύστερα κλέβουμε ρακί
μεθάμε μάταιες ελπίδες
και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες.

ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΕΣ

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.

ΤΥΦΩΝΕΣ

Οι τυφώνες στην εποχή τους
ξεριζώνουν δέντρα
αρπάζουν στέγες
πλημμυρίζουν τις ακτές
σηκώνουν κύματα βουνά
βουλιάζουν καράβια

Οι τυφώνες στην εποχή μας
ξεριζώνουν θεμέλια
αρπάζουν το αύριο
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα
σηκώνουν συρματοπλέγματα
βουλιάζουν αθώες ψυχές.

ΚΟΥΚΟΥΛΑ ΚΑΤΑΔΟΤΗ

Πρόσωπα θολά και σκοτεινά
σαν μαύρη κουκούλα καταδότη.
Χαράζουν μάγουλα παιδικά
χαράζουν τις ψυχές μας
σπέρνουν το θάνατο με μαχαιριές
σπέρνουν τον τρόμο των κρεματορίων
κατεδαφίζουν τα χαμόγελα
κατεδαφίζουν τις ελπίδες
σβήνουν από τη μνήμη τους
το συρματόπλεγμα που φύτεψαν
με ματωμένα χέρια του προδότη
σβήνουν ένα-ένα τα φωνήεντα
από τη λέξη ελευθερία
και την αφήνουν άφωνη
και κατακρεουργημένη.

Κι εμείς σαν θεατές
σε θέατρο του παραλόγου
στο τέλος της παράστασης
μια καταιγίδα θα μας πνίξει.

Η ΠΟΛΗ ΚΟΙΜΑΤΑΙ

Η πόλη κοιμάται
με το κεφάλι ακουμπισμένο
σ’ ένα τσουβάλι
παραγραφέντα όνειρα.

Τα χέρια της κρέμονται
στις γωνιές των δρόμων
ξόανα σε τάφους
αποτεφρωμένων λέξεων.

Λυσσασμένα σκυλιά
περιφέρουν το σώμα της
σε πικραμένες αυλές
και ξεραμένα παρτέρια.

Όταν ανοίξουν τα μάτια
δεν θα ‘χει απομείνει δάκρυ.

Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της
με πολύχρωμα φωτάκια.
κι ο ουρανός της άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες
από ανάλγητες υποσχέσεις.

Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου
ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο
βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις
των αρχόντων.

Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια
την απελπισία τους
κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη
μεσούντος φθινοπώρου.

ΝΑΥΑΓΙΑ

Οι μύθοι αργοσβήνουν
σε άστεγες ελπίδες
κι οι γοργόνες κολυμπάνε
σε νεκρές θάλασσες.
Δεν ρωτάνε πια αν ζεις
αλλά πόσες φορές πεθαίνεις.
Αν τις συναντήσεις μη φοβηθείς
και μην αλλάξεις δρόμο.
Δεν βουλιάζουν ναυαγισμένα καράβια.

ΙΣΚΙΟΙ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Μετράμε τους ίσκιους της σιωπής
με ασύμμετρα φωνήεντα
και γνέθουμε με μια αχτίδα φεγγαριού
λέξεις ασύμφωνες στο φως.

Κρύβουμε τη λύπη του μεσημεριού
στις άδειες μας τσέπες
για ν’ αγοράζουμε ψωμί
τις μαύρες ώρες του απομεσήμερου.

Το τραγούδι νότα παράνομη
δραπετεύει από τα χείλη
και χάνεται πίσω από τη γραμμή των οριζόντων
σαν κυνηγημένος μετανάστης.

Η κατεδάφιση πια αναπόφευκτη
κι η παράσταση φτάνει στο τέλος.

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Μελαγχολικό το τραγούδι της νύχτας
με νότες που χορεύουν αργά και λυπημένα
γύρω από ‘να τραπέζι με σπασμένη σκιά
και ξεραμένα βότανα απλωμένα στα πόδια.

Σ’ ένα κάθισμα μια αρκούδα δραπέτης
από κείνο το παλιό ανεξήγητο όνειρο
κοιτάζει απορημένη τις κηρήθρες
και το μεγάλο μαχαίρι που καίει αίμα.

Τα άδεια ποτήρια αναζητούν οινοχόο
να γεμίσει τη μοναξιά με χρώματα
και δυο χέρια να τα σηκώσουν ψηλά
πάνω από την ομίχλη του προσωπείου.

Οι μέρες γεμάτες από λέξεις και γραφές
παίζουνε κρυφτό γύρω απ’ τις καρέκλες
και ζωγραφίζουν παιδικά χαμόγελα
στους γκρίζους τοίχους της γιορτής.

ΜΑΥΡΟΙ ΚΥΚΝΟΙ

Απόψε ο ουρανός
βρέχει λυπημένα χαμόγελα
και ξεθωριασμένα αστέρια
μουσκεύει το φεγγάρι
και στην υγρασία του
γεννιούνται μαύροι κύκνοι
που αναζητούν νεραΐδες
μέσα σε παγωμένες σταγόνες
και όνειρα που σμιλεύτηκαν
να ζήσουν το απρόσμενο.

ΣΗΜΑΔΙ ΑΝΟΙΞΗΣ

Μελαγχολικό περπάτημα
κάτω από ένα τρύπιο ουρανό
που στάζει σκοτωμένα χελιδόνια
Λένε αυτοί που ερμηνεύουν τον καιρό
πως είναι το σημάδι της άνοιξης
που μας προσπέρασε

Κι η θάλασσα άδεια πενθεί
κάτω από μαύρα πανιά αιώνων.

ΔΕΚΑΕΦΤΑ ΧΡΟΝΩΝ

Λουλούδια αραδιασμένα
στις καρέκλες του μικρού καφέ.
Παιδιά με το γέλιο τους
σ όλα τα χρώματα της άνοιξης
έτοιμα να καταχτήσουν
τη χειμωνιάτικη ομίχλη
που άπλωσαν στα πόδια τους.
Δεν έχουν φαρέτρα και σπαθιά
τ’ άφησαν στο δωμάτιο των παιγνιδιών.
Έχουν στα χέρια τους βιβλία
και μέσα τους τη δίψα
να κρατήσουν στις χούφτες τη ζωή.
Ασπίδα τα δεκαεφτά τους χρόνια
και τα όνειρα που δεν τους χαρίστηκαν.

Τα όνειρα που τους στερήσαμε
Και μια συγνώμη που δεν δώσαμε.

ΣΤΟ ΝΗΣΙ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΤΩΝ

Ζωγραφίζω μέρες
στον καμβά του γέλιου σου
κι αφήνω την ανάσα μου
να τις χρωματίσει
με πολύχρωμα φτερά
και κάτασπρα πανιά
για να σκίσουν ανάλαφρα
τη φορεσιά του αγέρα
ν’ αντέξουν το αρμένισμα
ως το νησί των πειρατών
με τις πολλές σπηλιές
των θησαυρών
και των ονείρων.

ΟΤΑΝ ΠΕΦΤΕΙ Η ΝΥΚΤΑ

Όταν πέφτει η νύχτα
οι σκιές στη πλατεία
αλλάζουν μορφές,
ξεσκονίζουν τα χαραγμένα
ανέκφραστα πρόσωπα τους,
φοράνε μαύρο πουκάμισο
πάνω από τατουάζ φιδιών
και σε βρώμικα πεζοδρόμια
στους ήχους πλανόδιων μουσικών
χορεύουν θάνατο
με το ίδιο πάντα
κλεμμένο χαμόγελο.

ΕΓΙΝΕ Η ΝΥΧΤΑ ΛΥΠΗ

Απόψε κρύφτηκε το φως
πίσω από νότες τραγουδιών
που σαν μαχαίρια μ’ έγδαραν
κι’ έγινε η νύχτα λύπη
γερμένη σ ένα θλιμμένο νυχτολούλουδο
ν’ αναζητά κρυψώνα
μη της αγγίξει τις πληγές της σταύρωση
το πρώτο φως απ’ το ξημέρωμα
που αλλόκοτο ζυγώνει.

Απόψε κρύφτηκαν τα μάτια σου
σε σκοτεινές σπηλιές
μιας θάλασσας παράξενης
παλιό λημέρι πειρατών
και τυμβωρύχων των ονείρων,
Τ’ αγέρι στην ακρογιαλιά
δεν πρόλαβε να σε αγγίξει
μονάχα ένα ξεχασμένο σύννεφο
σου χάρισε ένα δάκρυ.

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΤΟΥ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗ

Οι σταγόνες του Σεπτέμβρη
ντυμένες με χρώματα της σιωπής
κυλάνε σαν τη θλίψη της βροχής
στους άνυδρους δρόμους της νύχτας.

Κρατάνε στα ξεραμένα χέρια τους
φύλλα από σπασμένα χαμόγελα
και σάπια λείψανα μιας ομορφιάς
που άξαφνα ξεψύχησε στο χρόνο.

Μια μπάντα αποδημητικών πουλιών
απλώνει στα σύρματα τις νότες
από εκείνο το ταγκό του έρωτα
που δεν πρόλαβαν να χορέψουν .

ΕΙΣΙΤΗΡΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗΣ

Μίκραιναν οι λέξεις τις γραμμές
και τα τραίνα
μέσα στην ώχρα του χρόνου
άλλαξαν προορισμούς
με θέσεις της μιας διαδρομής.
Οι σηματοδότες
σε αποχρώσεις χαμένης παρτίδας
αναβοσβήνουν ερωτηματικά
κι οι κόκκινες σημαιούλες
ανεμίζουν αδέσποτους κινδύνους.
Στα βαγόνια
ελεγκτές με στολή στρατηγού
κλείνουν τις χαραμάδες
του παιγνιδιού.

Εισιτήρια διαφυγής
υπάρχουν ακόμα;

ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΠΑΛΙΟΥΣ ΧΑΡΤΟΚΛΕΦΤΕΣ

Παίζεις με σημαδεμένες
λέξεις
σαν τους παλιούς
χαρτοκλέφτες.
Αφήνεις κλεμμένους στίχους
στο τραπέζι,
πάντα σε σχήμα καρδιάς,
τους βαφτίζεις έρωτα
και κερδίζεις τη παρτίδα.
Χειροκροτείς τον εαυτό σου
για τη νίκη
ανεβαίνεις στο βάθρο
του νικητή
καμαρώνεις τη μοναξιά σου
και χάνεις το παιγνίδι
της ζωής.

ΣΕ ΚΛΟΙΟ Ε-Υ-ΦΟΡΙΑΣ

Στη πλατεία της ασυδοσίας
περίμεναν στην ίδια σειρά
ανυποψίαστοι αθώοι
κι ένοχοι εκ προμελέτης
να καταθέσουν στον ιερό βωμό
το υστέρημα ζωής
ή το περίσσεμα της αμαρτίας.
Οι ανίεροι εξεταστές
ντυμένοι στρατοδίκες
μοίραζαν ειρωνικά βλέμματα
με τα αγέλαστα τους μάτια.

Οι καταδίκες θα ακολουθούσαν.

ΚΟΚΚΙΝΗ HARLEY

Απόδραση
μ’ ένα όνειρο στη τσέπη
σε μια Harley κόκκινη
να γίνω ένα με τον αγέρα.

Σε μια διαδρομή
χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις,
χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
των πεπραγμένων.

Στην άσφαλτο
που θα κοχλάζει ερωτηματικά
σα καζάνι της κόλασης,
απάντηση καμιά.

Σε δυο ρόδες
θ’ αναζητήσω τη ταχύτητα
που έχει το φως
πριν έρθει το σκοτάδι.

Η ελευθερία της ψυχής
σε μια βελόνα του καντράν
που όλο ανεβαίνει ν’ αγγίξει
το τέρμα της ζωής.

ΑΜΠΑΡΙ 2
ΜΕ ΣΕΝΤΕΦΕΝΙΑ ΗΛΑΚΑΤΗ

ΜΕ ΣΕΝΤΕΦΕΝΙΑ ΗΛΑΚΑΤΗ

Χέρια απλωμένα
μέσα στη σκέψη και στα σωθικά
με τραβάνε στις τέσσερεις
γραμμές των οριζόντων
διαμελίζουν τις λέξεις μου
κι αφήνουν τα κομμάτια τους
μετέωρα να ταξιδεύουν.

Οι φλέβες τεντωμένες
τυλίγονται γύρω απ το κορμί
που πάλλεται στην αγωνία
της αμφίβολης αναζήτησης
σε ουδέτερη ζώνη ανάμεσα
στη Πύλη του Αχέροντα
και μια μακρινή Ιθάκη.

Κι εσύ ακροβατείς
στη τεντωμένη γραμμή
που δένει τα σκοτάδια
με το θαλασσινό ξημέρωμα
και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη
στίχους από χρωματιστές κλωστές
με ρίμες μεταξένιες.

Η ΛΕΩΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΒΑΣΙΛΙΑ

Πέρασαν πολλά φεγγάρια
μέσα σε σκοτεινές στοές
με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες
να έχουν ένα ερωτηματικό
στη θέση των ματιών
με τις λέξεις του έρωτα
να τρέχουν άδειες από φωνήεντα
και οι νύχτες να κρύβονται
σε αφιλόξενα κάστρα
τυλιγμένες με παγωμένη αγρύπνια.

Σβήστηκαν πολλά αστέρια
μέχρι να έρθουν εκείνοι οι στίχοι
να φωτίσουν τη λεωφόρο που χάραξαν
στο όνομα του κόκκινου βασιλιά
και ξεφεύγοντας μέσα απ τα ράφια
κύλισαν μέχρι την άκρη των ονείρων
έβαψαν στο χρώμα του φιλιού το σκοτάδι
άνοιξαν παράθυρα από μελωδίες
κι άρχισαν να ξαναγράφουν το μύθο
που έμελλε να γίνει το σημάδι της αλήθειας.

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΜΟΥ

Στη γραμμή τέσσερα
μετρά τα βαγόνια του συρμού,
αναζητά τον εαυτό της
να κάθεται σ’ ένα παράθυρο
και ταξιδεύει στο όνειρο
της μαγεμένης μελωδίας.

Ύστερα ξανά στο πόστο της
χαμογελά στους ταξιδιώτες
σαν δίνει τα ρέστα απ’ τα τσιγάρα
κι αφήνει το βλέμμα της θλιμμένο
να σβήσει πάνω στις γραμμές
με μια κλεμμένη σοκολάτα στο χέρι.

Το κορίτσι του σταθμού
κρυμμένο πίσω από κουτιά
ανοίγει το βιβλίο που κρατά
στο κεφάλαιο της αλήθειας
κι αγγίζει απαλά το λυκαυγές
των κρυμμένων του σελίδων .

Το τέλειωμα της μέρας
την βρίσκει στο άδειο παγκάκι
να ζωγραφίζει ένα δικό της τραίνο
σαν το παιδικό δωμάτιο
που άπλωνε τα θέλω της
φωτογραφίες πάνω στους τοίχους.

Κι όταν τις νύχτες
πάλευε με τη σιωπή
δραπέτευε με το Πήγασο
στο πιο μακρινό αστερισμό
να κρύψει εκεί τα χρόνια της
κι όλους τους στίχους της αγάπης.

ΝΥΧΤΟΛΟΥΛΟΥΔΑ

Απρόσμενη η σιωπή
σμίγει με της νύχτας
το μαύρο μαντήλι
σ ένα αργό στροβίλισμα
από νότες νοσταλγικές
ενός ξεκούρδιστου πιάνου.

Άφωνες οι λέξεις
σμίγουν συνωμοτικά
κάτω από μπαλκόνια
όπου κάποτε Ιουλιέτες
έδωσαν όρκους αγάπης
και δεν ήπιαν φαρμάκι.

Απορημένοι οι Ρωμαίοι
αυτόχειρες εραστές
στο ερωτικό λυκαυγές τους
τυλίγουν την ανάσα τους
σε αμφίβολα πορίσματα
και ντύνονται νυχτολούλουδα.

ΓΩΝΙΑΚΟ ΚΑΦΕ

Κάθισε στο γωνιακό καφέ
όπως κάθε πρωί
να φορτώσει
στη μέρα του ώρες
στα όνειρά του πικρή καφεΐνη
στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού.
Το κορίτσι στάθηκε δίπλα του
με μισοσβησμένο χαμόγελο
στο χρώμα του δέρματός της.
Κοίταξε στο κασελάκι
που κρεμόταν από το λαιμό της
σαν τεράστιο αρχαίο περιδέραιο.
Δεν πουλούσε χρόνο
δεν πουλούσε νοερές περιπλανήσεις
δεν πουλούσε στιγμές.

Σ’ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ

Πίνει τη μοναξιά
στο μπαρ
μ ένα ποτήρι στο χέρι.

Λικνίζεται στις νότες
του ονείρου
και το κορμί της ρυθμός ερωτικός.

Ψιθυρίζει τα τραγούδια που μιλούν
γι αγάπη
κι η σκέψη σε ταξίδι αναπόλησης.

Παρατηρεί τους θαμώνες
τάχα αδιάφορα
με βλέμμα πάντα λυπημένο.

Αναζητά μια συντροφιά
γι απόψε
ή για το πάντα της ζωής.

Σμίγει το δάκρυ της
με το ποτό
να σβήσει την αιώνια θλίψη.

ΑΛΗΘΕΙΑ ΓΕΝΟΥΣ ΘΗΛΥΚΟΥ

Η αλήθεια είναι γένους θηλυκού
σα τη πανσέληνο
λάμπει μες στο σκοτάδι
και σε προσελκύει
στις ακτινοβόλες διαδρομές της
η χάνεται πίσω από αόρατα πέπλα
αφήνοντας άληστες εικόνες
κι ένα διαρκές πάθος αναζήτησης.

Η αλήθεια είναι γένους θηλυκού
οριοθετημένου προορισμού
και καθορισμένης ρότας.
Ο δρόμος της σε οδηγεί
στη μετουσίωση του ονείρου
κι οι αμφιταλαντεύσεις αδιέξοδες.
Η άρνηση, έγκλημα καθοσίωσης.
Η αποδοχή, ένα ταξίδι ζωής στο φως.

Ο ΦΑΡΟΦΥΛΑΚΑΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
αιώνες τώρα ανάβει κάθε σούρουπο
τον λύχνο στο βορεινό αστέρι
εκεί στο σταυροδρόμι του απείρου
που συναντιούνται οι ψυχές
σαν ταξιδεύουν στη καταχνιά
ψάχνοντας για κατάλυμα αγάπης.

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
με τ’ άσπρα γένια ως το γόνατο
κάθεται αμίλητος και σκυθρωπός
και μόνο σαν ανταμώσουν δίπλα του
μάτια γεμάτα από τη δίψα του έρωτα
χαμογελά και δείχνει με το βλέμμα
το δρόμο για το δικό τους γαλαξία.

ΓΥΝΑΙΚΑ

Μιλάς με τη σιωπή των αστεριών
που λαμπιρίζουν στα σκοτάδια
και γράφεις στη ουρά του φεγγαριού
που σβήνει σε θάλασσες γαλήνιες.

Ζωγραφίζεις σε παιδικό χαμόγελο
με χρώματα του ουράνιου τόξου,
και πλέκεις σε αρχαίο αργαλειό
με ηλακάτη από νότες και στίχους.

Στα περάσματα των αστερισμών
μέσα σε ουράνιες μελωδίες
εκεί που λούζονται νύμφες και θεές
βαφτίζεσαι να ξαναγεννηθείς γυναίκα.

ΤΑNGO ARGENTINO

Κόκκινη φλόγα
στροβιλίζεται στους ρυθμούς
ενός tango argentino
και φλεγόμενες καρδιές
καίγονται
στους εξώστες του μεσονυκτίου.
Εσύ αιωρείσαι αγέρωχη
πύρινη οπτασία.

ΗΛΕΚΤΡΑ

στις νότες της Θέσιας Παναγιώτου

Λικνίζεται στην κόψη
της μνημοσύνης
κρατά το αρχέτυπο ποτήρι
της εκδίκησης
αναζητά το φως
στην ηδονή των δακρύων
και βάφει το σκοτάδι
με κόκκινες αστραπές
από αίμα
Σε χρόνο άχρονο
την ονόμασαν Ηλέκτρα

ΓΟΡΓΟΝΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ

Σαν έσμιξε το κύμα
με την ουρά του φεγγαριού
η μικρή γοργόνα της σιωπής
ακούμπησε το δάκρυ της
στο σκοτεινό κατάστρωμα
του πιο μεγάλου καραβιού,
εκεί που επίορκοι στρατηγοί
έστησαν το βωμό της
και χάθηκε στο πέλαγο
ελεύθερη και χαμογελαστή
ν αναζητήσει μια άλλη γη
να της χαρίσει την αγάπη
γιατί αυτή ποτέ δεν θέλησε
θυσία να γίνει στην Αυλίδα.

ΝΗΡΗΙΔΕΣ

Σαν το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά
κι άπλωσε πάνω στη θάλασσα
το πέπλο του το χρυσοκίτρινο
βγήκαν οι Νηρηίδες λικνιστές
χορεύοντας πάνω στο κύμα
τον έρωτα και την αγάπη.

Η Κυμοθόη με την άρπα της,
η Γλαύκη στο τραγούδι
κι η θεϊκή Γαλάτεια
σέρνει πρώτη το χορό.

Τα βήματα τους αέρινα,
ο ρυθμός μες στο κορμί τους,
σε κάθε στροφή τα χέρια τους
αγγίζουνε τ’ αστέρια.

Ένας χορός ερωτικός
που κράτησε αιώνες
κι είναι ακόμα εκεί
πάνω στα κύματα θα τις δεις
να παίζουνε τα βράδια με τ’ αστέρια
και τις μοναχικές ψυχές να γαληνεύουν.

ΜΕΣΟΝΥΧΤΙ

Ένα βιβλίο ανοικτό
στα πόδια σου
κι εσύ ταξιδεύεις
σ απόκρυφους πολιτισμούς
παίζοντας με τις λέξεις.
Μια πεταλούδα πολύχρωμη
κάθεται στα μαλλιά σου
νομίζοντας είσαι η άνοιξη.
Κάπου μακριά ένα ακορντεόν
στολίζει τις σελίδες
κι ένα φως αχνό
χορεύει μπρος στα μάτια σου
στη ράχη της βελόνας
που δείχνει μεσονύχτι.

ΑΝΤΙΦΕΓΓΙΣΜΑ

Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα αστέρι ροδοπέταλο
που ξημερώνει ανατολή
πριν γεννηθεί ο ήλιος
το πρώτο φιλί
στα χείλη του καλοκαιριού
πριν χαράξει η μέρα
το σκίρτημα
του ερωτευμένου ονείρου
που αναζητά το φως
πριν ανοίξουν τα μάτια

Το αντιφέγγισμα
της εικόνας σου
ένα ασημένιο δάκρυ
σε νυχτερινή πολιορκία
που κυλά στις χορδές τ’ ουρανού
και αφήνει ήχους μουσικούς
να γίνουν κελάδισμα αηδονιού
τραγούδι εωθινό και μελωδία
αέναο σφιχταγκάλιασμα
σ ένα μοναδικό χορό
αρχέγονο, ερωτικό
στο πλάτωμα του Αποσπερίτη.

ΔΡΟΜΟΙ ΔΑΚΡΥΩΝ

Δρόμοι των δακρύων
σε μια κέρινη μάσκα σιωπής
σ ένα πρόσωπο ανέκφραστο
στον καθημερινό συρφετό
με μάτια παγωμένα και θαμπά
και γυάλινες φλέβες άχρωμες.

Κι όταν οι λέξεις του έρωτα
ανάψουν μια μικρή φωτιά
το κερί λιωμένο κυλά
το αίμα γίνεται ποτάμι
κόκκινο ορμητικό
και τα μάτια δακρύζουν.

Δρόμοι των δακρύων
κι η έκρηξη συναισθημάτων
ηφαίστειο ενεργό

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ

Τα πρόσωπα
χωρίς σκοτάδι στο περίγραμμα
χωρίς τη φθαρμένη μάσκα του χρόνου
πλέκουν λέξεις καθημερινές
κάτω από το μανδύα της θεάς
που ανεμίζει μέσα στους αιώνες
τη τελετουργία του έρωτα.

Τα μάτια
ακολουθώντας τη πορεία της ιστορίας
σμίγουν κάτω από κάστρα και πύργους
αλώνουν τα σημάδια της αγωνίας
και βάφουν τα όνειρα
με μελωδίες σε κλίμακα
ουράνιων χρωμάτων.

ΜΕΡΕΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
I

Σμίξαμε το μεσονύχτι
κάτω απ’ το φέγγος των Πλειάδων
στην άπλα τ’ ουρανού
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
κι ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ τα φεγγάρια του

δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.

II

Το θαμπό πρωινό
του Αυγούστου
αγκαλιάζει νωχελικά
κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο
την αγουροξυπνημένη
μοναξιά.
Σε χάρτινα καραβάκια
πολύχρωμες σκέψεις
αφήνονται σε ακύμαντη
θάλασσα.
Αράζουν στα πόδια
της θεάς του έρωτα
και χαράσσουν
στο μαξιλάρι της προσμονής
το φιλί.

III

Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.

Μισός ν’ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμα σου.

IV

Οι μέρες
κυλάνε γεμάτες
ζεστό Αύγουστο
και θαλασσινό μελτέμι.

Οι στιγμές
σβήνουν ξαναναμμένα
κύματα έρωτα
σε άμμο υγρή και λείες πέτρες.

Η πρωινή αύρα
πάθος αδρόσιστο
φουντώνει Όστρια
σε ερωτευμένες αγκαλιές

Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.

.

ΛΕΜΟΝΑΝΘΟΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ (2013)

ΛΕΜΟΝΑΝΘΟΙ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟ

Γεννήθηκα σε χώματα νησιωτικά
απλωμένοι λεμονανθοί στο πέλαγο
στη πλώρη ένα ποδήλατο
άφηνε πεταλιές στο αύριο
κι ο ποδηλάτης στο κατάρτι
αγνάντευε τα βάθη των ονείρων
η θάλασσα λαμπύριζε πράσινη
κι έσμιγε με τις λεμονιές
και τις βιολέτες της αυλής
που σε μεθούσαν άνοιξη.

Στις πίσω σελίδες των βιβλίων
ζωγραφίζαμε με ξυλομπογιές
εικόνες της παιδικής μας φαντασίας
ξεχνώντας την αιώνια αδυσώπητη μοίρα
η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων
δεν άντεξε στο χρόνο
η γης χαράχτηκε σε δυό κομμάτια
κι εμείς αναζητάμε στίχους
να χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα.

ΛΕΜΟΝΙΑ ΣΤΟ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

Η μνήμη λυπημένη
χαράζει τον Ιούλη
βαθιά στις φλέβες του
κι αφήνει ένα δάκρυ
σε ρημαγμένα σπίτια
τυλιγμένα σε αναρριχώμενα
συρματοπλέγματα
και στο άρωμα της λεμονιάς
που περιπλανιέται απορημένο
το γιασεμί μου στην αυλή
θολό μέσα στο χρόνο
ανθοβολεί ακόμα πίκρα.

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΙΟΥΛΗΣ

Στην Ευτυχία Κaρακόκκινου

Μέτρησα ξανά τους ήχους
που σημάδεψαν ζωές
μου βγήκανε φέτος τριάντα έξη.
θυμάσαι;
Η βοή απ’ ουρανό και θάλασσα
ο θάνατος
που σημαδεύει με το δάκτυλο
η αγωνία για το χρώμα της φρίκης
οι κραυγές της Εκάβης
ο θρήνος σου
κι ύστερα η σιωπή
των διαχωριστικών γραμμών…

μόνο το πικραμένο σου χαμόγελο
λείπει…

Ιούλης 2010

Ο ΙΟΥΛΗΣ ΠΑΝΤΑ ΚΑΙΕΙ

Ο Ιούλης πάντα έκαιγε
από τότε που το συρματόπλεγμα
τυλίχτηκε στον ήλιο
και σκίασε αμείλιχτα
το άρωμα των λεμονανθών
το αρχαίο καράβι του Κάστρου
και την άμμο που λαμπίριζε στο λιμάνι
ως το ακρωτήρι με την εκκλησιά.

Ο Ιούλης πάντα καίει
στη μοναξιά των πέντε λόφων
θαμπώνει τα μάτια μας
κι οι χαραγμένες χούφτες μας
ανοίγουν άδειες από το χώμα της αυλής
που πλάθαμε λάσπη κι όνειρα
και μετρούσαμε τον έρωτα
με κλεμμένα φιλιά.

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΧΩΡΙΣ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑ

Στον Γιάννη Ποδηναρά

Περπατήσαμε
πέρα απ’ το συρματόπλεγμα
στην απαγορευμένη διαδρομή
αναμετρώντας φόβους παλιούς
κάτω απ’ τον ίδιο ουρανό το ίδιο ήλιο.

Αναζητήσαμε
σε δρόμους ξεχασμένους
στα μισογκρεμισμένα όνειρα
τα ματωμένα σημάδια
που χάραξαν τη καρδιά του Ιούλη.

Αντικρίσαμε
πίσω από τη μάσκα του εφιάλτη
δυο αθώα μάτια παιδικά
απορημένα από τ’ ανίερα παιγνίδια
ενός παράλογου θεάτρου σκιών.

Δέσαμε
το χτες σ ένα άλλο σήμερα
τα βλέμματα παιδιών κυρίαρχα
να απλωθούν παντού στην ίδια γη
σε διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα.

Κατεχόμενη Λευκωσία 2010

ΣΑΝ ΞΩΤΙΚΟ

Εκείνον τον Ιούλη
το μεταξένιο πέπλο
που κένταγες τις νύχτες
απλώθηκε πάνω από τα όνειρα
να σου χαρίσει τη χαρά
έτσι όπως το σχεδιάσανε
οι μοίρες της ζωής σου
λευκές δαντέλες, γιασεμιά
μια λαμπάδα κατάλευκη
δίπλα στο τραπέζι του χορού
κι εσύ βασίλισσα σαν από παραμύθι.

Εκείνον τον Ιούλη
οι τρεις θεές που όριζαν
τα πεπρωμένα του θανάτου
χάραξαν στους χάρτες τη γραμμή
κι από τη θάλασσα ξεχύθηκε φωτιά
με κόκκινα χέρια σαν μαχαίρια
έκοψε το αύριο και τη χαρά στα δυο
από το ματωμένο γέλιο κύλισε δάκρυ
κι εσύ διωγμένη απ τη γιορτή
τριγύρναγες στο δάσος σαν ξωτικό
και γέλαγες απεγνωσμένα.

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ

Ο χρόνος σταμάτησε
στη εποχή της θλίψης
κι άφησε ένα δάκρυ
να μουσκεύει τη μνήμη
σε κάθε οδοιπορικό
πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.

ΑΝΕΚΠΛΗΡΩΤΑ

Ένα ταξίδι
πέρα από τα σύνορα
των ονείρων
εκεί που η ψυχή αφήνεται
να αιωρείται
ανάμεσα
σε ανεκπλήρωτες
επιθυμίες
δρόμων που
δεν περπατήθηκαν
και στιγμών που σβήστηκαν
από κόκκινη βροχή
ένα ταξίδι
κι’ ένα χάδι
σ’ αυτά που δεν έζησες
τ’ αγγίζεις
τα βουτάς στη καρδιά σου
κι αφήνεσαι στο μεθύσι
των συναισθημάτων
και της λεμονιάς.

Μόρφου, 2008

ΒΟΥΤΤΗΜΑ ΗΛΙΟΥ

Βούττημαν ήλιου τζι ύστερις
τέλεια ποννά σιγράσει
Δημήτρης Λιπέρτης

Βούττημα ήλιου
στη θάλασσα που μας γέννησε
ένα χάδι τρυφερό
στους δρόμους που μας μεγάλωσαν
με τ’ άρωμα της λεμονιάς.

Βούττημα ήλιου
σ’ ένα ταξίδι της ψυχής
ν απλώσουμε το δάκρυ μας
από του Μόρφου στην Πεντάγια
κι απ’ το Ξερό στο θέατρο των Σόλων.

Βούττημα ήλιου
σε χαραγμένες μνήμες του Ιούλη
σε όνειρα που άλλαξαν διαδρομή
σε μισογκρεμισμένα σπίτια
που είναι εκεί και μας προσμένουν.

ΜΟΡΦΟΥ

Οι δρόμοι το ίδιο στενοί
μ’ ονόματα αλλαγμένα
βήματα ξένα τους περπατούν
κι οι πόρτες των σπιτιών
τρίζουν απορημένες
μες στις αυλές τα γιασεμιά
είναι πάντα μαραμένα
χωρίς αγγίγματα των χεριών
που κάποτε τα τραγουδούσαν.

ΟΔΟΣ ΠΡΑΞΙΤΕΛΟΥΣ

Σε μια στροφή του χρόνου συνάντησα
τα απομεινάρια του παράδεισου μου
η πόρτα κιτρινισμένη από αφροντισιά
και τα παντζούρια ξεφτισμένα
μόλις που θύμιζαν το πράσινο τους χρώμα.

Ο δρόμος γεμάτος ξένες πατημασιές
και τα παλιά μας βήματα σβησμένα
τα αθώα μάτια τα παιδικά
που έπαιζαν μπάλα στις αλάνες
κρυφτήκανε πίσω από σκοτεινές σκιές.

Οι αυλές βουβές από φωνές
πάγωσαν τη χαρά του Ορέστη
όταν ξαναβρήκε την Ιφιγένεια
άπλωσα τη ψυχή μου παντού
να βρω σημάδια από το χτες.

Βρήκα μονάχα ξέφτια από όνειρα
και τα παραθυρόφυλλα λυπημένα
τα χρώματα χαθήκανε στο χρόνο
θυμίζοντας μου το παράδεισο
που δεν με περιμένει πια.

Μόρφου 2007

ΣΠΑΣΜΕΝΟ ΤΖΑΜΙ

Ένα σπασμένο τζάμι στο παράθυρο
ένα κομμάτι του χτες
ένα μισογκρεμισμένο σπίτι
μια ρωγμή εγκατάλειψης

ένα συρματόπλεγμα στο χώμα
ένα χάραγμα της μνήμης
ένας απορημένος ουρανός
μια γη χωρισμένη στα δυό

κι απ’ τις δυό πλευρές
οι άνθρωποι σμίγουν ματιές.

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΤΡΑΠΕΖΟΜΑΝΤΗΛΟ

Ξαναγύρισα
χωρίς εκτοπισμένες μνήμες
ήταν όλα εκεί
μια ανοικτή πληγή
που περιμένει καρτερικά
να τη ραντίσεις
σταγόνες από δάκρυ χαμομηλιού.

Όλα στην ίδια θέση πίκρας
και στο τραπέζι στρωμένο
εκείνο το παλιό τραπεζομάντηλο
με τις κόκκινες ρίγες
με περιμένει πάντα
για ένα τελευταίο δείπνο
αποχαιρετισμού.

ΑΠΟΛΙΘΩΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ

Άδειοι τοίχοι ξεφτισμένοι
τα παλιά πορτραίτα
ξαναγύρισαν στους τάφους
η θάλασσα με τα όνειρα
ρουφήχτηκε απ’ το θεριό της λίμνης
τα έπιπλα κάηκαν στη πυρά
μαζί με τις μάγισσες της νύχτας
κι η στάχτη τους σκορπίστηκε
στα τέσσερα σημεία της ανάσας μου
να αναπνέω απολιθωμένη μνήμη.

ΚΛΕΜΜΕΝΟ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ

Βάφαμε τις αυλές
με ανυπόμονες ματιές
μακραίναμε το χρόνο
ανάμεσα στις ανάσες
δυο βιβλίων ιστορίας
γνέθαμε τον έρωτα
στα μπλε τετράδια
εκεί που κρύβαμε τα μυστικά μας
και στο εξώφυλλο της καρδιάς
πλάθαμε με πηλό τα όνειρα
σε χρώμα κλεμμένου πορτοκαλιού
από τον κήπο δίπλα στο σχολείο.

Ύστερα ήρθε απρόσμενα
μια κόκκινη καταιγίδα φονική
τα έκλεψε όλα
και μας άφησε μονάχα
φλούδες αναμνήσεις.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΘΛΙΜΜΕΝΟ ΒΛΕΜΜΑ

Στη Νέλλη, τη Μάρω, τον Γιάννη, το Στέλιο

Ζωγραφίσαμε εικόνες με λέξεις
βουτηγμένες στα χρόνια εκείνα
που το γέλιο της άνοιξης
ήταν κομμάτι της ψυχής μας

βάλαμε χρώματα λαμπερά
σαν τα μάτια παιδιών
που κρατάνε στη χούφτα τη ζωή
και τη σιγουριά πως όλα είναι δικά τους.

Οι θαμπές πινελιές μέσα από το σήμερα
δεν χάλασαν τη λάμψη
απ’ το ζωντάνεμα
των όμορφων στιγμών μας

Όνειρα που γεννήθηκαν
στην αυλή του σχολειού
στα στενά δρομάκια της γειτονιάς
στο άρωμα πορτοκαλιών τ’ Απρίλη.

Χαράξαμε στη μνήμη
ότι δεν κιτρίνισε ποτέ
και γράψαμε τα ονόματα μας
κάτω από το θλιμμένο βλέμμα
του τόπου που μας έκλεψαν.
Αρχαίο καράβι

Το καράβι αραγμένο
μες στη καρδιά του κάστρου
περιμένει δυόμιση χιλιάδες χρόνια
να σηκώσει μεταξένια πανιά
με ναύτες απ τους λαούς του τόπου
για να αρμενίσει στην ελευθερία.

ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΗ

Μια στιγμή
μονάχα μια στιγμή
στις όχθες του ονείρου
ν απλώσουμε τις λέξεις μας
που μούσκεψαν
στο φως του φεγγαριού
να μετρήσουμε
τις σταγόνες και τις μέρες
που ταξιδεύουν χωρίς πυξίδα
και με τα χρώματα της ίριδας
να βάψουμε σ ένα νησί
τη ξεφτισμένη βάρκα
που τη λένε Αφροδίτη.

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΜΗΣ

Ζούμε στον αστερισμό
της παρακμής
τα φεγγάρια ψεύτικα
αντιφεγγίζουν
σε παγωμένα βλέμματα
κι ανίερους κανόνες
ο ήλιος δεν ζεσταίνει
την ανάσα των δέντρων
μονάχα κρύβεται
πίσω από μαύρους καπνούς
συρματοπλέγματα
και λόγια υποκρισίας
το σκοτάδι
σβήνει το χαμόγελο
αφήνει μια χαρακιά
κι’ εμείς ανήμποροι
μέσα σε αδιέξοδες διαδρομές
αναζητούμε το φως της ανατολής.

ΑΠΟΔΟΧΗ

Η γης πικράθηκε
από τ’ ατσάλινα χωρίσματα
που κόψανε το ποίημα στα δυό
κι εμείς χρόνια μετά,
σαν ανταμώσαμε στη γιορτή
σμίξαμε τα χέρια
κι ονειρευτήκαμε
να ξαναγράψουμε τους στίχους
σ ‘ένα καμβά ελπίδας
με άνθη λεμονιάς κι αγιόκλημα
ανάμεσα στις λέξεις
και να τους δέσουμε
με το χαμόγελο της ειρήνης
να μην χωριστεί ξανά
μήτε η γης μήτε το ποίημα.

ΜΝΗΜΗ

Η μνήμη
ένα δάκρυ που κυλά
σε ακτές βυθισμένες
στο ακροπάτημα της θεάς
και σε γυμνές βουνοπλαγιές
με κάστρα στη κορφή
τριγυρισμένα
απ’ το μύθο της βασίλισσας.

Θ’ ΑΝΤΑΜΩΣΟΥΜΕ ΞΑΝΑ

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
στα χαλάσματα που μας προσμένουν
μέσα σε σιωπή εγκατάλειψης
και στα λυπημένα ακρογιάλια
με το πνιγμένο το γέλιο των παιδιών.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
γύρω από ένα ψάθινο πανέρι
γεμάτο πικραμένους λεμονανθούς
και πάνω στη μισογκρεμισμένη αποβάθρα
που βούλιαξε τα ταξίδια μας.

Θ’ ανταμώσουμε ξανά
κάτω από τον αστόλιστο Επιτάφιο
που περιφέρεται στα όνειρα μας
και θ’ αναζητήσουμε χωρίς φιλί
μια έσχατη Ανάσταση.

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΤΕΛΕΙΩΣΕ

Κλείσε το βιβλίο
το παραμύθι τέλειωσε
η προσμονή χωρίς τέλος
όσοι απομείναμε
μετράμε χαρακιές
στη καρδιά του καλοκαιριού
και γραμμές στην ιστορία
πράσινες, κόκκινες…
σκοτάδι…

ΣΤΗ ΘΗΛΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΟΣ
Ι

Το σκοτάδι
έφτασε στο βάθος
τα ουρανού και της θάλασσας
και τα λίγα άστρα
που δραπέτευσαν από το φως
επέμεναν ακόμα
να φωτίζουν τη μοναξιά της γης
και τη θλίψη της εικόνας σου
της απλωμένης κάτω από τη σκιά
του τεντωμένου συρματοπλέγματος
η μοίρα που υφάνθηκε
με την άδικη ηλακάτη
όλων των κατακτητών σου
έσμιξε πάνω στο χώμα
τον αιώνιο πόνο
με το ξεθωριασμένο χρώμα
του καλοκαιριού
που βούλιαξε κάτω από το άγρυπνο βλέμμα
του παντοτινού εφιάλτη

μοίρα εσύ,
η θρεμμένη με τα εφιαλτικά μάτια
του προδότη
η λαβωμένη κι η απροστάτευτη
αναζητάς στα μονοπάτια της μνήμης
το φως της χαραυγής
που κρύφτηκε στα υπόγεια
της παγκόσμιας αναλγησίας

ΙΙ

Η γης σου
που ανάθρεψε τις δύσκολες ώρες
την ελιά
που όργωσε με τα χέρια το χωράφι
του σταριού
που μάζεψε στο κόρφο της τ’ άνθη
της κιτρολεμονιάς
και στόλιζε τα μαλλιά
μ αγιόκλημα
σβήνει κάτω από τη φωτιά
των αργυρίων
ανήμπορη να ανασάνει
στο βάρος της ζυγαριάς
που σφυρηλάτησαν ιππότες
σταυροφόροι
και βιαστές με ημίψηλα καπέλα

ανάσα του γαλάζιου
και βάρος της πέτρας
ασήκωτης δουλείας
από τα κάγκελα της φυλακής
δεν περνά πια ο αγέρας
κι η δροσιά του χαμόγελου
αλυσοδεμένη
παραπαίει στο κελλί της

ΙΙΙ

Οι ήρωες σου
δεν κοιμούνται πια στα μνήματα
των τύμβων και των εκκλησιών
δεν αφήνουν τα κορμιά τους
να αναπαυθούν στον απόηχο
της θυσίας τους
μονάχα περπατάνε
απ άκρη σ άκρη το μεσονύχτι
αναμετρώντας
τα μαχαίρια της σφαγής
τα σχοινιά της κρεμάλας
τις οβίδες των πυροβόλων
κι η φωτιά ολοένα κυριεύει
τα βουνά με τα γέρικα πλατάνια,
τα κάστρα, τα μοναστήρια
και τα κρησφύγετα
της ελευθερίας

ύμνος
στο συλλείτουργο
με τα λάβαρα υψωμένα
ως την άκρη της ελπίδας
μη και λυγίσουν
τα βλέμματα των παιδιών σου
μπροστά στις αγχόνες
που στήθηκαν στις πλατείες

IV

Οι ακρογιαλιές σου
που γέννησαν την ομορφιά
κι αγκάλιασαν
τα θεϊκά κορμιά του μύθου
κρατάνε ακόμα
το κόκκινο χρώμα της σκουριάς
σαν μια αρχαία κατάρα
που κανένας θνητός
δεν έλυσε το χρησμό της
και καμιά Σαλαμίνα
δεν θα ξανακτιστεί
για να απαλύνει το χαμό
του Ονήσιλου στην Αμαθούντα
κανένας Ευαγόρας ή Ακρίτας
δεν θα εκδικηθεί
τους στόλους των πειρατών
που λεηλάτησαν το κορμί σου

πουλιά που σε τραγούδησαν
κρυμμένα στις φυλλωσιές
της ιστορίας σου
τώρα σιωπούν
αναζητώντας σε κενοτάφια
παλιών βασιλιάδων
το χάλκινο στεφάνι
και τη λαλιά τους

V

Τα σπίτια σου
που άλλοτε γιόρταζαν
μέσα σε φιλόξενες μυρουδιές
σαν γέμιζαν οι κάμαρες
από τα γέλια των παιδιών σου
οι γειτονιές ανάδυαν
τ’ αρώματα της λεμονιάς
και της χαράς
που έφταναν ως τα ψηλά καμπαναριά
κι έσμιγαν με τους ήχους
του εσπερινού
τώρα απορημένα
αφημένα στην οργή
των βοριάδων
σαπίζουν σε αβέβαιο αύριο
κι άδειες υποσχέσεις

ψαλμοί εσπερινοί
της Μαχαιρώτισσας Παναγιάς
που τραγουδούν το Χαίρε
απλώνονται ως πέρα
στις μισογκρεμισμένες εκκλησιές
ανάβουν αναστάσιμα κεριά
κι αφήνουν ένα δάκρυ
άγιασμα στο Δισκοπότηρο

VI

Τα χρόνια σου
τα μέτρησα μες στους αιώνες
κι είδα τους αφεντάδες
να σε πουλάνε στα παζάρια
ξαπλωμένη γυμνή
πάνω στους βρώμικους πάγκους
κι είδα τους πραματευτάδες
ν’ απλώνουν τα χέρια τους
ν’ αρπάζουν κομμάτια της σάρκα σου
και να τα περιφέρουν
στα χωριά σου αλαλάζοντας
είδα στους πύργους της ρήγαινας
τις σημαίες των καταχτητών
να κυματίζουν κατοχή
και στα λιμάνια σου ξένοι στρατοί
να μαγαρίζουν τις ακτές σου

θρήνοι
πάνω στη καιόμενη άμμο
του καλοκαιριού
κι οδυρμοί των μανάδων στους δρόμους
για τα παιδιά σου που φεύγουν
στο χαμό

VII

Τα παιδιά σου
που κοίταζαν το θάνατο στα μάτια
και πάλευαν στ αλώνια με τον Χάροντα
περιπλανιούνται στα μονοπάτια
της απόγνωσης και της σιωπής
κι αντικρίζουν
τις πόλεις σου και τα χωριά
ν’ αναπνέουν
κάτω από σκοτεινιασμένα σύννεφα,
τους δρόμους σου κομμένους στα δυό
με οδοφράγματα της ντροπής,
τις πατημασιές των άταφων νεκρών
να σβήνουν κάτω από ξένα βήματα
και το αίμα όλων αυτών
που σήκωσαν ψηλά τη γροθιά
ως τον ουρανό της δικαιοσύνης
να κυλά ποτάμι αδικαίωτο

απορημένα μάτια παιδικά
που άφησαν το χαμόγελο τους
ανάμεσα σε τσαντίρια
που διάβαζαν και έγραφαν
κάτω απ’ τη σκιά των δέντρων
αναρωτιούνται πάλι
το αιώνιο γιατί

VIII

Το αύριο σου
τυλιγμένο σ ένα σύννεφο θολό
με καινούργιες πληγές
να σου χαρακώνουν τα στήθια
και τις παλιές να στάζουν θλίψη
ταξιδεύει με μαύρα πανιά
και κουρασμένους κωπηλάτες
σε θάλασσες αφιλόξενες
με κύματα φίδια που χτυπάνε
να σε βουλιάξουν στο βυθό
μιας άλλης ανοίκειας ηθικής
τα λάβαρα της ιστορίας σου
διπλωμένα στο παλιό σεντούκι
θα ανασάνουν τις προσταγές
καινούργιων αφεντάδων
ορατών και αοράτων
κι εσύ θα αρμενίζεις
στη προσδοκία της Ανάστασης

ποια αλήθεια
ποιος ήλιος και ποιο φεγγάρι
ποια λόγια και ποιοι στίχοι
θα φωτίσουν ξανά αυτό το τόπο
που ματώνει κάτω από τη θηλιά
ενός ατέλειωτου συρματοπλέγματος;

.

ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ (2007)

Α’ Αναζητώντας το χαμόγελο

Ο ΗΛΙΟΣ ΔΕΝ ΘΑ ΒΓΕΙ

Ο ήλιος δεν θα βγει
κι’ η ανατολή θα κρυφτεί
πίσω από τα μάτια σου.
Το κλάμα των παιδιών
θα απλωθεί μες στη καρδιά σου
κι οι φωνές τους θα πνίξουν
το τελευταίο χαμόγελο
που απόμεινε να περιμένει
το φως της άνοιξης

Η ΣΚΙΑ ΜΙΑΣ ΘΛΙΨΗΣ

Η σκιά μιας θλίψης
ακολουθεί τα βήματα του ανέμου
ως πέρα μακριά ,
εκεί όπου η νύχτα
κρύβει στο κόρφο της
το τελευταίο χαμόγελο.
Ακολούθα τ’ αχνάρια
όσα απόμειναν από την αδικία ,
κρατώντας στο χέρι τη γύμνια τους
λάβαρο της δικιάς σου ζωής.
Ψάξε τού σκότους τη φορεσιά
προτού η μέρα τη σκεπάσει
κι’ άδραξε το χαμόγελο το στερνό
τον ουρανό να ντύσεις.

ΠΡΩΤΗ ΣΕΛΙΔΑ

Ντυμένη με το άσπρο σου
μεταξωτό μαντήλι
και μ ‘ εκείνο το εξόριστο
χαμόγελο
ν ‘ ακολουθεί τη σκιά σου
το ξημέρωμα,
πέρασες
σαν ηλιαχτίδα πρωινή
στη πρώτη σελίδα
και μοναδική,
εκεί που μόνο τα τραγούδια
της χαράς και των αγγέλων
δηλώνου παρουσία.

Εκεί το τραγούδι σου
το ξεχασμένο
κι’ από δάκρυα γυμνό,
ακούστηκε
μελωδικό, γαλήνιο,
να παίζει με το πρώτο φως
και με μια ηλιογέννητη
καινούργια
Καλή-μέρα

ΑΣΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Άσε τη βροχή
να τραγουδήσει
στο δικό της ρυθμό.
Άσε τις σταγόνες της
να χαρακώσουν
βαθιά τις λέξεις
της μοναξιάς.
Άσε τη ψυχή σου
γυμνή στη βροχή
ν’ ακροβατήσει
στην άκρη της γέφυρας
μέχρι ν’ αντικρύσεις
το χαμόγελο
που θα κρατάνε
χέρια αγαπημένα
και θα τραγουδάνε
γιορτινά τραγούδια
στο ρυθμό της βροχής.

ΜΙΑ ΩΡΑ ΧΑΜΕΝΗ

Μια ώρα χαμένη
φτάνει
να κλέψει το φως
της Ανατολής
και ν’ αφήσει τη μαύρη ομίχλη
να ζωγραφίσει τη μέρα .
Μια ώρα χαμένη
φτάνει
να κρύψει το Χαμόγελο
μιας όμορφης κόρης
που τη λένε Μαρία, Κατερίνα,
Σοφία, Ελένη
Μια ώρα χαμένη
φτάνει
να σκοτώσει τη μέρα
με μια χαρακιά βαθιά
ως στην άκρη της Άνοιξης
και το μίσχο του λουλουδιού
Μια ώρα χαμένη
φτάνει
να σβήσει τη λάμψη των ματιών,
να πληγώσει τον Έρωτα,
να σκοτώσει τη Ζωή.

ΑΥΤΗ ΤΗ ΠΑΓΩΜΕΝΗ ΝΥΧΤΑ

Αυτή τη παγωμένη νύχτα
τα λόγια σου ταξιδεύουν
μαζί με τις νιφάδες του χιονιού
ντυμένα μ’ ένα ζεστό χαμόγελο.
Μια μουσική γλυκιά ,
στον ρυθμό της ανάσας του λευκού,
αιωρείται ανάμεσα στις λέξεις.
φτιάχνοντας ένα τραγούδι μαγικό.
Νιφάδες, νότες, χαμόγελο,
απλώνονται παντού
σ’ ένα ερωτικό αγκάλιασμα
ενός μοναδικού λευκού
Κι’ όλο απλώνονται , απλώνονται παντού
στους δρόμους, στα μοναπάτια, στις καρδιές,
μέχρι να γίνει μια μαγική
όμορφη άσπρη νύχτα

ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ ΔΕΙΛΙΝΟ

O ήλιος αργά αργά
σβήνει τη λάμψη του
αφήνοντας πίσω του
ένα ξεθωριασμένο
κόκκινο χρώμα
σημάδι πως
η νύχτα έρχεται
να βάψει στα μαύρα
γη και ουρανό
όπως τα όνειρα
που ξεθωριάζουν
και σβήνουν την ομορφιά
του λαμπερού χαμόγελου.

ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΝΤΙΚΡΙΣΑ

Στα μάτια σου αντίκρισα
τη λάμψη των αστεριών
μιας νύχτας σιωπηλής
γεμάτης όνειρα για ένα ταξίδι.
Στα μάτια σου η ομορφιά της άνοιξης
χαμογέλασε στο μπλε της θάλασσας
και στο καράβι που αρμένιζε
σε πέλαγα απάνεμα, γαλήνια
Στα μάτια σου η μουσική
άπλωσε τις νότες της
κι αγκάλιασε τρυφερά
τη μέρα που έρχεται.
Στα μάτια σου

ΜΑΖΕΨΑ ΤΑ ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Μάζεψα τα χαμόγελα
να χτίσω ένα πύργο,
μέσα να κλείσω
όλα τα χρώματα
της γης και τ’ ουρανού
της μέρας και της νύχτας.
Το κόκκινο, το κίτρινο,
το μαύρο και το άσπρο,
θα ‘ναι εκεί κάθε πρωί
να ντύνουνε τη κάθε μέρα
με ζωγραφιές χρωματιστές,
αυτές που η ψυχή λαχταρά
να χρωματίζει το παιγνίδι
των λέξεων .

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Να δανειστείς το πρόσωπο
του ποιητή
όταν στα χέρια του κρατά ,
σφικτά και τρυφερά ,
το τελευταίο του γραφτό
σαν το παιδί του το μικρό.
Το πρόσωπο του ποιητή
που λάτρεψε
το γέλιο των παιδιών
το πρώτο φιλί του έρωτα
τη γεύση της ζωής
μ’ ένα χαμόγελο γλυκό
κι ένα λουλούδι.
Αυτού του ποιητή που τα όνειρα
δεν σβήνονται τη νύχτα
γιατί η μοίρα τον έταξε
με λέξεις να κλείνει τις πληγές
και να χαρίζει φως .
Θα βρεις το πρόσωπο αυτό
σ’ ένα καθρέφτη ,
σαν θα κοιτάξεις βαθιά
ως τη ψυχή του μέσα
ως τη ψυχή σου.

ΦΤΙΑΞΕ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΟΥ

Φτιάξε τα τραγούδια σου
με νότες βουτηγμένες
στο χαμόγελο
ενός μικρού παιδιού ,
στο γέλιο
δυο ερωτευμένων χελιδονιών
που χαίρονται την άνοιξη τους .
Κάνε τον στεναγμό σου
τραγούδι ερωτικό ,
τα δάκρυα σου
πηγή χαράς .
Άγγιξε με τα δάκτυλα
ένα μικρό καθρέφτη ,
αυτόν που βλέπουν τα παιδιά
σαν είναι ερωτευμένα
και κοίταξε στα μάτια που θα δεις
όλη του κόσμου τη χαρά
που σε τυλίγει
και σε οδηγεί εκεί που είναι το φως
και η ζωή .
Κοίταξε τα μάτια που θα δεις ,
είναι τα μάτια τα δικά σου.

ΤΗ ΨΥΧΗ ΣΟΥ ΜΗΝ ΑΝΑΖΗΤΑΣ

Τη ψυχή σου μη την αναζητάς
στης γης τα πλήθη
Το όνειρο δεν θα το βρεις
στις όχθες των ανθρώπων.
Εκεί υπάρχουν τα τέρατα
κρυμμένα στις σκιές της αδικίας.
Τα τέρατα που κάνουν το μέλλον
καθημερινή πληγή.

Σήκωσε την ασπίδα σου
αυτή που έφτιαχνες χιλιάδες χρόνια
λέξη λέξη, στίχο στίχο
και κοίταξε ψηλά
σ’ ένα πλανήτη άλλο
το πλανήτη του πρώτου ποιητή.

Κλείσε τα μάτια να δεις τη λάμψη του,
το φως του ορίζοντα του.
Άκουσε τη μουσική της σιωπής του
Νοιώσε την έκρηξη της ψυχής σου,
την έκρηξη που θα εξαφανίσει τα τέρατα
και χαμογέλα στο αύριο
χωρίς υποκρισία
Έρχεται ξημέρωμα Σαββάτου…

ΣΤΗ ΜΟΙΡΑ ΣΟΥ

Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο
κι ύστερα ζωγράφισε σ’ αυτή,
τη θάλασσα
τον ήλιο, το φεγγάρι,
τον έρωτα ,
το πρώτο σου φιλί.
Δέσε τη ζωγραφιά
σε μια κορνίζα
από στίχους ποιητών
κι’ ένα κομμάτι άνοιξης
Και τότε κοίταξε μπροστά
και δες το αύριο σου
μέσα στο πίνακα σου της ζωής.
χωρίς απόγνωση
χωρίς το βάρος των ποδιών σου

ΤΡΟΜΑΖΩ

Τρομάζω
με τις φωνές στον αγέρα
γιατί μου διώχνουν μακριά
τα χαμόγελα των πουλιών
τρομάζω
με το μαύρο σκοτάδι
που αφήνει η τελευταία ακτίνα
πριν τη σκοτώσει ο ποιητής
τρομάζω
με τη τρύπια μου τσέπη
και τις λέξεις που πέφτουνε
στη κούραση του φεγγαριού
τρομάζω
με το έμφραγμα
της ροής μιας φλέβας
που έχει μόνο ψυχή.

ΤΑ ΘΛΙΜΜΕΝΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Ακούμπησε τη μελαγχολία σου
στο περβάζι ενός πρωινού
κι η πρώτη αχτίδα του ήλιου
θα σε ξυπνήσει από θαμπά όνειρα.
Η λάμψη των ματιών σου καθάρια
θα αντικρύσει το ξάστερο
γαλάζιο πεπρωμένο,
χωρίς προκαταλήψεις κι ενοχές.

Ακούμπησε τα θλιμμένα μάτια σου
στην ασάφεια του δειλινού
να ταξιδέψεις πέρα από τη γραμμή
του γκρίζου ορίζοντα
Οι λαμπερές κόκκινες ανταύγειες
του φεγγαριού χρόνια τώρα
περιμένουν να ελευθερώσουν
την αύρα ενός αληθινού χαμόγελου.

ΑΥΡΙΟ ΘΑ ΡΘΟΥΝ

Αύριο
θα ‘ρθουν
με τυμπανοκρουσίες
κρατώντας τα λάβαρα
των δικών τους “Όχι” και “Ναι”
να παρελάσουν χωρίς ντροπή,
πάνω στο κουφάρι
μιας χαμένης Δικαιοσύνης
και μιας ξεχασμένης Αξιοπρέπειας.

Αύριο
θα ‘ρθουν
με τα δικά τους “Όχι” και “Ναι”
να σβήσουν για πάντα
την Ιστορία που γράφαμε
κάθε πρωί πάνω στις πέτρες
και στους τοίχους
τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα
Αύριο
θα ‘ρθουν
χωρίς ντροπή…

ΑΝ ΜΠΟΡΕΣΕΙΣ

Αν μπορέσεις να ονειρευτείς
το χαμόγελο της ανατολής,
ο ήλιος θα σου χαρίσει
μια μέρα λαμπερή
και θα ζεστάνει τη ψυχή σου.

ΜΟΝΑΧΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

Το φεγγάρι συνεχίζει το μοναχικό του δρόμο
και στέλνει το λαμπερό του φως
ν αγκαλιάσει τις καρδιές μας,
να φωτίσει τη σκέψη μας.

Β΄ Πνοή της άνοιξης

ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
χείμαρρος χρυσός
χαμόγελο ζεστό
η ψυχή πεθαίνει
και ξαναγεννιέται
σε μια χούφτα
ευτυχίας.

Έρχεσαι
πρώτη πνοή
της άνοιξης
να χαϊδέψεις απαλά
το πιο σκοτεινό
κομμάτι της ψυχής
χαρίζοντας στη λάμψη
του φεγγαριού
ένα ατέλειωτο
μελωδικό
ερωτικό τραγούδι.

ΑΝΟΙΓΩ ΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ

Ανοίγω τις σελίδες
της χαράς μου
της λύπης μου
της ευτυχίας μου
και πέφτουνε λέξεις
γεμάτες έρωτα
και είναι όλες
βουτημένες στο άρωμα
της άνοιξης
και της καρδιάς σου

ΣΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Όταν έχεις περπατήσει το μονοπάτι του έρωτα
δεν κλείνεις μάτι τη νύχτα.
Μέσα στο μαύρο σκοτάδι ξαγρυπνώ
και το μόνο που υπάρχει στη σκέψη μου
είναι η μορφή σου.
Εσύ είσαι η ατέλειωτη αγάπη.
Εσύ είσαι το ουράνιο τραγούδι.
Εσύ είσαι το ταξίδι σ’ ένα άσπρο σύννεφο.
Εσύ είσαι η μοναδική
και τα λόγια μου είναι λόγια της καρδιάς
και της ψυχής.

ΝΥΧΤΑ ΑΓΑΠΗΣ

Απόψε ας είναι μια νύχτα αγάπης
κάτω απ’ το χαμόγελο της πανσέληνου.
Απόψε ας μιλάμε για έρωτα
Απόψε ας γράψουμε για έρωτα
Απόψε ας τραγουδήσουμε τον έρωτα
Απόψε ας κρύψουμε τη μελαγχολία μας
κάτω από την άμμο
κι ας κρατήσουμε το πιο ζεστό χαμόγελο μας
μοναδική αποσκευή
σ ένα ταξίδι σε άσπρο σύννεφο
Απόψε ας ταξιδέψουμε
στου δρόμους της αγάπης
σαν να ‘ναι το τελευταίο μας ταξίδι

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΚΑΡΔΙΑΣ

Το βράδυ αυτό θα γράψω
στο ημερολόγιο της καρδιάς σου
σε σελίδες λευκές,
ανέγγιχτες από το χρόνο
και φτιαγμένες να δεχτούν
τις όμορφες στιγμές
των ονείρων σου.
Το βράδυ αυτό θα γράψω
λέξεις πρωτόγνωρες
σμιλευμένες από τις ακτίνες
των αστεριών του πρώτου γαλαξία
Λέξεις που θα μιλάνε
για το πρώτο χαμόγελο
του μικρού παιδιού
τον πρώτο έρωτα
το πρώτο φιλί

ΑΡΩΜΑ ΑΝΟΙΞΗΣ

Το πρώτο άρωμα της άνοιξης
ήρθε και μ’ αγκάλιασε
ένα βράδυ τ’ Απρίλη.
Εκεί ,δίπλα στη θάλασσα
βούτηξα τη ψυχή μου
ξαναγεννήθηκα
ξαναντίκρισα τ’ αστέρια και το φεγγάρι.
σαν πρώτη φορά,
έψαξα τη χαμένη μου
παιδική αθωότητα χωρίς ντροπή

Εκεί δίπλα στη θάλασσα,
γυμνός, βούτηξα στα μαύρα νερά
ξέπλυνα τα ανομήματα μου
ξαναβαφτίστηκα
στο όνομα σου

ΣΥΝΕΝΟΧΟΣ ΣΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΣΟΥ

Συνένοχος στα όνειρα σου
και στα κρυφά ταξίδια της ψυχής
στην απαγορευμένη πλευρά του φεγγαριού
Δεν θα μαρτυρήσω τη λάμψη απ’ το χαμόγελο σου
κι ούτε θα πω τον όρκο σου στ’ αστέρια
Θα παίρνω μόνο τις λέξεις σου
όταν θ’ απλώνονται στον αγέρα που αναπνέω
και θα στολίζω τα μονοπάτια της ψυχής
για να είναι τα φιλιά μου πιο γλυκά
Κι όταν κουρασμένη απ’ το μυστικό του φεγγαριού
θα γέρνεις τρυφερά στις ακτίνες του
εγώ θα σε σκεπάζω με φιλιά
και θα σε κρύβω στη καρδιά μου
μη και φανερώσεις την ενοχή
για τα κρυφά τα όνειρα σου

ΑΠΟΨΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

Απόψε τα χέρια σου
κομμάτι της ψυχής σου
απλώνονται ως τη καρδιά μου
με τις χούφτες γεμάτες
αγάπης τρυφεράδα,

Απόψε τα χέρια σου
αγγίζουν το πρόσωπο μου
λες και θέλουν να μετρήσουν
πόση αγάπη σου
χωράει η καρδιά μου

Απόψε τα χέρια σου
αγγίζουν το κορμί μου
και βάφουν το δέρμα μου
στο χρώμα της αγάπης
στο χρώμα μιας μωβ ορχιδέας

Απόψε τα χέρια σου
αγκαλιάζου τη ψυχή μου
κι αφήνουνε να κυλίσει
γλυκά γλυκά ο έρωτας σου

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΑΠΟΨΕ

Το φεγγάρι θα ‘θελα απόψε
να φώτιζε μονάχα τα μαλλιά σου
κάτω από την Ακρόπολη
κι εσύ να μιλάς και να μιλάς
η φωνή σου να σμίγει
με τις ακτίνες του φεγγαριού
σ’ ένα ατέλειωτο τραγούδι.

Απόψε θα ‘θελα να μ’ αγκαλιάσει
το φως του φεγγαριού
να με ταξιδέψει μακριά
στα μονοπάτια του ονείρου
εκεί που μελωδίες θεϊκές
σμίγουν με το χαμόγελο
μιας μόνης νύχτας αγάπης

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΠΝΟΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Μέσα στη πνοή της θάλασσας
και στο χάδι των κυμάτων
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
να τα κοιτάξω βαθιά για μέρες
Μέρες πολλές να σε κοιτώ
και να σε κοιτώ να σε χορτάσω

Μέσα στη καρδιά της θάλασσας
και την ανάσα των κυμάτων
μετρώ τις μέρες μου τις νύχτες μου
τις ακουμπώ στα μάτια σου
και σε κοιτώ με τη καρδιά με τη ψυχή
σε κάνω το χαμόγελο μου.

ΤΟΥ ΔΕΙΛΙΝΟΥ ΤΟ ΚΥΜΑ

Του δειλινού το κύμα
ας ταξιδέψει τα λόγια μου
αφήνοντας σε κάθε αμμουδιά
δυο λέξεις, μόνο δυο.
Αν δεν ξεθωριάσουν τ’ απόβραδο
από τα φώτα τα λαμπερά
κι από της μουσικής τις νότες
αν δεν ξεθωριάσουν στης σκέψης σου
στα σκοτεινά τα μονοπάτια
ψάξε εκεί στην αμμουδιά σαν περπατάς
για να τις βρεις, είναι για σένα
Κι αν ξεθωριάσουν μην λυπηθείς
μάζεψε ένα ένα τα κομμάτια τους
ανάμεσα στις πέτρες σαν τα βρεις
και κράτησε τα λάφυρο
για να χαμογελάς τις νύχτες.

ΗΛΙΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ

Ήλιος του καλοκαιριού καυτός
με αχτίνες δολοφονικές
που καίνε τις σάρκες
τρυπάνε τις φλέβες
κι αφήνουν το αίμα να κυλίσει
κόκκινο καυτό
στις λέξεις
που είναι χαραγμένες
στα λευκά μάρμαρα
που χτίστηκαν γύρω από τη ψυχή

ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ

Ι

Στο κάστρο της Μονεμβασιάς
πάνω από την απεραντοσύνη της θάλασσας
και των αιώνων .
Βύθισα τα μάτια μου στη γαλήνη του μπλε
και της Ιστορίας
Είδα μέσα από την ηρεμία της θάλασσας
και τη γαλήνη,
να αναδύεται μια αρχόντισσα νεραϊδόμορφη,
ολόιδια εσύ
Έφερε τα χέρια στο στόμα και φύσηξε απαλά
ένα φιλί.
Ύστερα χαμογέλασε και χάθηκε μες τις ακτίνες
του ήλιου
αφήνοντας να επιπλέει στα νερά ένα σημάδι.

ΙΙ

Κάτω από τη σκιά του κάστρου,
εκεί που το μπλε της θάλασσας
σμίγει με το σκούρο χρώμα των βράχων,
γεννήθηκε η οπτασία μιας κόρης
βγαλμένη μέσα από τα βάθη της ψυχής
και των αιώνων

ΙΙΙ

Στα νερά του κάστρου
είδα τις νεράιδες και τις θεές
να χορεύουν ένα χορό ερωτικό
και να ονειρεύονται μαζί μου
ένα ταξίδι με άσπρο σύννεφο
ανάμεσα στο πέλαγο και τ’ άστρα.
Ένα ταξίδι που θα φωτίζεται
από τη λάμψη των ματιών σου

ΜΑΓΙΣΣΑ

Εκεί κάπου ανάμεσα στη θάλασσα
κι’ ένα ουρανό γαλάζιο
υπάρχει ένα αστέρι
που όλο αλλάζει σχήμα
εκεί ζει μία μάγισσα
λένε αυτοί που ξέρουν
είναι καλή, είναι γλυκιά,
τα μάτια της είναι λαμπερά
σαν τη ψυχή της
το βλέμμα της αυστηρό
μα αν τη κοιτάξεις βαθιά
αν ψάξεις τα μονοπάτια της καρδιάς
θα βρεις γλύκα κι αγάπη
Μάγισσα μάγισσα
μάγισσα γλυκιά
μάγισσα του παραμυθιού
με τόση αγάπη
κρυμμένη στη καρδιά
ακούμπησε με, με το μαγικό ραβδί
μάγεψε τη ψυχή μου

Μ’ ΈΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ

Μ ένα ποτήρι κρασί ,
νομίζω ήταν κόκκινο σαν το αίμα,
ίσως να ήταν και αίμα,
έβρεξα τη καρδιά μου για να δραπετεύσω
από τα όνειρα που σβηστήκαν
το ηλιοβασίλεμα
και τώρα απέμεινε μόνο το κουφάρι τους
να τριγυρνάει σαν πλανόδιος παλιάτσος

TEΛΟΣ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

Θα είσαι στα όνειρα μου
σαν ήλιος, σαν φεγγάρι
όταν εγώ θα περπατώ
στο μονοπάτι της άρνησης
φορτωμένος ενοχές.
και περιμένοντας ν’ ακούσω
τη θεϊκή εκείνη μουσική
που παίζει η ορχήστρα
στη τελευταία πράξη
της μεγάλης παράστασης.
Κι όταν η μαύρη αυλαία
σκεπάσει τη σκηνή,
τα φώτα θα πάψουν να φωτίζουν
τα όνειρα μου,
τα ρολόι θα σταματήσει
να μετρά το χρόνο μου
κι εγώ θ’ αποσυρθώ
στο παγωμένο καμαρίνι μου
να γράψω στο ημερολόγιο
τέλος παράστασης

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΤΑΥΡΟΣ Σ. ΣΤΑΜΠΟΓΛΗΣ

FRACTAL 25/05/2022

Η αποδοχή της καθημερινής συντριβής

…/ Απόψε ας ταξιδέψουμε /
στους δρόμους της αγάπης /
σαν να ΄ναι το τελευταίο μας ταξίδι.

(Από τη συλλογή Πνοή της άνοιξης)

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΟ ΑΠΛΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Καλημέρα αγαπητέ φίλε, εύχομαι να σε βρίσκω στα καλύτερα. Έχω στα χέρια τις τρεις ποιητικές συλλογές σου. Ό,τι είχα την τιμή να μου στείλεις πριν από καιρό, (Πνοή της άνοιξης 2007, Λεμονανθοί στο πέλαγος 2013, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό 2017). Άργησα να σου απαντήσω. Ωστόσο πάντα χρειάζεται «καιρός» για να διαβάσεις με ουσιαστικό τρόπο ένα ποίημα που σου εμπιστεύονται, και ο καιρός είναι λίγος, και πολύτιμος για όλους μας.

Λοιπόν, μιλώ για τρεις ποιητικές συλλογές με λόγο που ρέει ήρεμα συνδιαλεγόμενος με τις όχθες. Συχνά κοφτερές και εχθρικές όχθες όπως υπονοεί ο ποιητής, αλλά πάντοτε εντός των ορίων ενός στυλ γραφής με διάφανα ανθρωπιστικά χρώματα και αρώματα που στις μέρες μας χάνονται ή παραμελούνται χάρις στα κέρδη που προσφέρει το προκλητικό. Η ποιητική του Καρακόκκινου αυτό ακριβώς υποστηρίζει πως δεν έχει ανάγκη την πρόκληση για να συγκινήσει. Ο κεκρυμμένος ρυθμός, η καλή ταχύτητα που ευνοεί την παρατήρηση του Τόπου, και οι θερμές ιδιοσυχνότητες, χαρακτηρίζονται από παρηγορητικά και λυρικά ηχοχρώματα παρά την μοντέρνα φόρμα, είτε μιλά τον έρωτα, είτε για την μέγιστη συντριβή. Πράγμα που οφείλεται κατά βάθος στην αποδοχή των γεγονότων, [από τη συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, σελ.31, «Κι εσύ ακροβατείς / στη τεντωμένη γραμμή / που δένει τα σκοτάδια / με το θαλασσινό ξημέρωμα / και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη / στίχους από χρωματιστές κλωστές / με ρίμες μεταξένιες»].

Η αποδοχή της καθημερινής συντριβής στην ποίηση του Ανδρέα Καρακόκκινου μετασχηματίζεται σε κλίμακα υπομονής προς την προαγωγή. Δηλαδή υπομονή ως στήριγμα της ελπίδας και όχι θεμέλιο μιας μοιρολατρικής στάσης. Η ελπίδα σε τούτη την ποιητική μοιάζει με την επιθυμία για μια ανατροπή, για μια επανάσταση που δεν βιάζει τον χρόνο, ούτε βιάζεται. Θέληση που υπολογίζει κάθε βήμα, κάθε συμβάν, ακόμη και την ίδια την αιωνιότητα της επανάληψης , ως απαραίτητο και αναπόφευκτο στοιχείο του μέλλοντος. Μα κυρίως το ποίημα εδώ δεν γκρινιάζει, δεν οδύρεται ενώπιον της απώλειας, αλλά αποτυπώνει την ανάγκη όπως σμιλεύεται στο ζυμάρι ένα σχήμα, ένας όγκος, ένα σώμα, [από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, σελ. 9, «Μέτρησα ξανά τους ήχους / που σημάδεψαν ζωές / Μου βγήκανε φέτος τριάντα έξη / θυμάσαι; / Η βοή απ΄ ουρανό και θάλασσα / ο θάνατος / που σημαδεύει με το δάκτυλο / η αγωνία για το χρώμα της φρίκης / οι κραυγές της Εκάβης / ο θρήνος σου / κι ύστερα η σιωπή / των διαχωριστικών γραμμών…// μόνο το πικρό σου χαμόγελο / λείπει…»].

Με το υγρό μοιρολόι του χωνεμένου πένθους πλάθει ο λόγος. Λέξεις καθαρές, ταπεινές, καθημερινές. Λέξεις της πόλης, της ελληνικής πόλης. Λέξεις ελληνικές. Λέξεις δικές μου, δικές σου, δικές μας, καθώς περιγράφουμε την μέρα στον φίλτατο δίχως εξάρσεις. Ο φίλτατος, εγώ, παθός και ο ίδιος, στις ίδιες ατραπούς γείτων και αναγνώστης, θα καταλάβω τη συντριβή σου, έστω και αν δεν υπολογίζουμε με τον ίδιο τρόπο τις αιτίες. Δηλώνει το ποίημα εδώ πως πίσω απ΄ τις έννοιες του, στα χαμηλά όπου κορυφώνεται το μαρτύριο στο προσωπικό επίπεδο, πρέπει να μετρά η ίδια αγωνιά που μας διακατέχει. Και πουθενά και για τίποτα η οδύνη μιας ατσάλινης σμίλης να στριγγλίζει στο παγωμένο μάρμαρο. Ούτε εμφανείς προσπάθειες για μια τεχνική, ούτε τεχνητοί στόχοι, ούτε τεχνητά δάκρυα. Απλή και δίκαιη εικόνα όπως εκείνες η μαυρόασπρες στιγμές ενός «απλοϊκού», για τα σημερινά πρότυπα και μόδες, αλλά πάντα εξαιρετικού νεορεαλισμού, όπου ο τόπος και ο χρόνος δεν συνθλίβονται στην αστραπιαία κίνηση. Στην ποιητική του Καρακόκκινου η γενναιότητα της οδύνης διακρίνεται στις σκιές του βλέμματος παρά την ακινησία του παρελθόντος. Ναι συχνά εκείνο που μιλάει εδώ είναι το πάσχον και σιωπηλό μάτι και όχι το αποτυπωμένο σώμα. Το σώμα του γεγονότος κατά τον ποιητή αποτελεί το σκηνικό, το περιβάλλον της εισόδου προς την καθημαγμένη ουσία και μ΄ αυτό το κόλπο εντάσσεται και ο αναγνώστης στην ποιητική διαδικασία, [από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, σελ. 21, «Βάφαμε τις αυλές / με ανυπόμονες ματιές / μακραίναμε το χρόνο / ανάμεσα στις ανάσες / δύο βιβλίων ιστορίας / γνέθαμε τον έρωτα / στα μπλε τετράδια, / εκεί που κρύβαμε τα μυστικά μας / και στο εξώφυλλο της καρδιάς / πλάθαμε με πηλό τα όνειρα / σε χρώμα κλεμμένου πορτοκαλιού / από τον κήπο δίπλα στο σχολείο»].

Στην ποιητική του Αντρέα Καρακόκκινου εκείνο που μετρά περισσότερο από την αφαίρεση, ετούτη την σπουδαία ιδιότητα της ποίησης, της σύγχρονης ποίησης, είναι η απλότητα και οι οικονομία. Γίνεται συνειδητά; Ναι κατά τη γνώμη μου γίνεται συνειδητά. Δεν πρόκειται για τεχνητή ποίηση ηθελημένα κρυπτική και ελλειπτική. Ακόμη και η εμφανής χρήση οικονομίας δεν στεγνώνει το σώμα του ποιήματος. Το συναίσθημα αν και καθορίζει ωστόσο δεν ξεπερνά το μέτρο. Μακριά από εδώ η ύβρις της μελούρας. Πρόκειται για ποίηση μοντέρνα με βασικά στοιχεία την ελεγχόμενη αφαίρεση και τον ισορροπημένο λυρισμό, ώστε το κύριο στοιχείο της φόρμας να είναι η απλότητα ακόμη και στις τραγικές στιγμές μιας ολοκληρωτικής συντριβής και των πανανθρώπινων συμβολισμών της, [από τη συλλογή Λεμονανθοί στο πέλαγο, σελ.8, «Η μνήμη λυπημένη / χαράζει τον Ιούλη / βαθιά στις φλέβες του / κι αφήνει ένα δάκρυ/ σε ρημαγμένα σπίτια / τυλιγμένα σε αναρριχώμενα / συρματοπλέγματα / και στο άρωμα της λεμονιάς / που περιπλανιέται απορημένο. / Το γιασεμί μου στην αυλή / θολό μέσα στο χρόνο / ανθοβολεί ακόμα πίκρα».]

Η κάθε συλλογή διαθέτει ιδιάιτερο χαρακτηριστικό κυρίως στο περιεχόμενο. Η κάθε μία είναι εξέλιξη της άλλης όπου η φόρμα εμφανίζει κάποιου βαθμού διαφοροποίηση δημιουργώντας την αίσθηση προαγωγής. Και οι τρείς συλλογές στηρίζονται στην προσωπική συντριβή, στην εθνική συντριβή με προέκταση την συντριβή του κόσμου, στην κοινωνική ανησυχία και ευθύνη του ίδιου του ποιητή, (αλλιώς δεν έχει νόημα να μιλάμε για το καίριο της αποδοχής), ωστόσο το κύριο στοιχείο τους είναι η ανθρωπιά. Και ανθρωπιά σημαίνει απλότητα. Και απλότητα σημαίνει Αγάπη. Με την Αγάπη κερδίζει τον αναγνώστη ο Καρακόκκινος, [από τη συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, σελ. 21, «Ζωγραφίζω μέρες / στον καμβά του γέλιου σου / κι αφήνω την ανάσα μου / να τις χρωματίσει / με πολύχρωμα φτερά / και κάτασπρα πανιά/ /για να σχίσουν ανάλαφρα / τη φορεσιά του αγέρα / ν΄ αντέξουν το αρμένισμα / ως το νησί των πειρατών / με τις πολλές σπηλιές / των θησαυρών / και των ονείρων».]

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΡΔΟΜΕΝΙΔΗΣ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ Τ. 71/2020

Γεννήθηκε το 1952 στη Μόρφου (Κύπρος). Από το 1972 ζει στη Θεσσαλονίκη. Εδώ σπούδασε νομικά στο ΑΠΘ και εργάστηκε στον τραπεζικό τομέα (1975-2010). Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Πνοή της άνοιξης (αυτοέκδοση, 2007)· Λεμονανθοί στο πέλαγο (αυτοέκδοση, 2013)· Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό (Ένεκεν, 2017).
Στην Πνοή της άνοιξης κυρίαρχο θέμα είναι ο έρωτας, σε όλες τις πιθανές εκδοχές του: άλλοτε ως ανάμνηση, άλλοτε ως βίωμα του παρόντος, άλλοτε ως όνειρο / επιθυμία. Τρυφερή ματιά πάνω σ’ αυτόν τον κρίσιμο τομέα της ζωής μας, ελεγειακός τόνος, το αίσθημα της ματαίωσης (αλλά και οι ελπίδες για τον νέο, επερχόμενο έρωτα), μουσικότητα και εσωτερικός ρυθμός, λόγος
λιτός (όπως και Στα επόμενα βιβλία), παρουσία στοιχείων της φύσης.
Ωστόσο, στη δεύτερη συλλογή (Λεμονανθοί…), παρατηρείται μια σημαντική
θεματική μετατόπιση: εδώ τα ποιήματα αφορούν το δράμα του γενέθλιου τόπου και των ανθρώπων του. Αναμνήσεις από την ελεύθερη Κύπρο των ποδικών χρόνων και της εφηβείας, ακυρωμένα όνειρα, σπίτια ρημαγμένα, συρματοπλέγματα παντού. Και μετά, στο δεύτερο μέρος της συλλογής, η
σκληρή αντίθεση ανάμεσα στο φωτεινό παρελθόν και στο ζοφερό παρόν του
νησιού: Κλείσε το Βιβλίο/ το παραμύθι τέλειωοε/ η προσμονή χωρίς τέλος/ όσοι απομείναμε/ μετράμε χαρακιές/ στην καρδιά του καλοκαιριού/ και γραμμές στην ιστορία /πράσινες, κόκκινες… /Σκοτάδι [«Το παραμύθι τελείωσε»].
Στην τρίτη συλλογή (Λαθρεπιβάτες…) συνυπάρχουν ποιήματα για τον έρωτα (και πάλι) αλλά και για την οικονομική – κοινωνική κρίση την οποία διέρχεται η χώρα τα τελευταία χρόνια. «Τα περισσότερα κομμάτια της τελευταίας του συλλογής διεμβολίζουν την πολιτική επικαιρότητα, φέρνοντας στην επιφάνεια πικρά συναισθήματα και ένα άγχος υπαρξιακό που το ποιητικό υποκείμενο το δηλώνει με έναν λόγο που παλινδρομεί ανάμεσα στην καταγγελία και την απορία, συνθέτοντας ένα αδιέξοδο», παρατηρεί η Σωτηρία Καλασαρίδου. Δείγμα: Κάθισε στο γωνιακό καφέ/ όπως κάθε πρωί/ να φορτώσει/ στη μέρα του ώρες/ στα όνειρά του πικρή καφεΐνη/ στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού./ Το κορίτσι στάθηκε δίπλα του/ με μισοσβησμένο χαμόγελο/ στο χρώμα του δέρματός της./ Κοίταξε στο κασελάκι/ που κρεμόταν από το λαιμό της/σαν τεράστιο περιδέραιο. Δεν πουλούσε χρόνο/δεν πουλούσε νοερές περιπλανήσεις/ δεν πουλούσε στιγμές [«Γωνιακό καφέ»].
Έχει δημοσιεύσει στα εξής συλλογικά έργα: Εικονική λογοτεχνία και www.ποίηση.gr (Συμπαντικές Διαδρομές, 2007)· Ανθολογία κυπριακής ποίησης, 1960-2018 (Κύμα, 2018)· «Η νεοελληνική λογοτεχνία της Κύπρου σήμερα», περ. Δέκατα [2019]. Διατηρεί στο διαδίκτυο τρία blogs, στα οποία κυρίως ανθολογεί ποιητές από την Ελλάδα και την Κύπρο: ΠΟΙΗΤΙΚΟΙ
ΔΙΑΛΟΓΟΙ https://whenpoetryspeaks.wordpress.com· ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ http: / / journeyinpoetry.blogspot.gr ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΤΗ ΘΑΛΑΣΣΟΦΙΛΗΤΗ http://stinkyprotithallassofiliti.blogspot.gr.
Έχει δημοσιεύσει κριτικές του για βιβλία ελλήνων και κυπριών λογοτεχνών σε λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και διαδικτυακά.»

.

ΣΩΤΗΡΙΑ ΚΑΛΑΣΑΡΙΔΟΥ

Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ 17/11/2017

Κλειδιά της ποίησης του Ανδρέα Καρακόκκινου

Η πρώτη ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου εκδόθηκε το 2007 με τίτλο Πνοή της άνοιξης, αποτελούμενη από τριάντα έξι συνολικά ποιήματα και διχοτομημένη σε δύο ισοδύναμα μέρη σε ό,τι αφορά τουλάχιστον τον αριθμό των κομματιών που τα συναποτελούν. Η συνισταμένη που καθορίζει αλλά και ταυτόχρονα διατρέχει συνεκτικά την εν λόγω συλλογή είναι ο έρωτας, ο οποίος και επιβάλλει καθοριστικές διχοστασίες στη συλλογή τόσο θεματικά όσο και δομικά. Τη μία έκφανση του προαναφερθέντος κυριαρχικού διπολισμού τη βρίσκουμε στο πρώτο μέρος της συλλογής που υπό τον τίτλο «Αναζητώντας το χαμόγελο» αναδεικνύει μέσα από δεκαοχτώ ποιήματα τη βλοσυρή όψη του διπρόσωπου έρωτα. Οι απρόβλεπτες διαδρομές του συνήθως βυθίζουν σε ένα πένθος το ποιητικό υποκείμενο και η απώλεια της ουτοπικής ερωτικής Εδέμ υπογραμμίζεται μέσα από τη μετωνυμική χρήση μουντών και πένθιμων χρωμάτων, όπως είναι επί παραδείγματι, το μαύρο και το γκρίζο, αλλά και μέσα από εικόνες που ιχνογραφούνται με φόντο τη σκιά και το σκοτάδι, τη βροχή και τη συννεφιά. Όμως το σημαντικότερο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της εγκαθίδρυσης μιας μελαγχολίας της ματαίωσης, αναμοχλεύοντας σε εμάς τους αναγνώστες την αίσθηση του αβέβαιου και του άπιαστου, είναι η κυριαρχία ενός ποιητικού ρυθμού σε τόνο μινόρε που κυμαίνεται από ένα διασάλπισμα ανεμελιάς ― το οποίο συνυφαίνεται πάντα με μια στυφή επίγνωση αβεβαιότητας ― φτάνοντας μέχρι την απογοήτευση που γεννά η στέρηση. Παραθέτω το ποίημα «Μια ώρα χαμένη»: Μια ώρα χαμένη/ φτάνει / να κλέψει το φως/ της ανατολής/ και ν’ αφήσει τη μαύρη ομίχλη /να ζωγραφίσει τη μέρα./Μια ώρα χαμένη /φτάνει /να κρύψει το Χαμόγελο / μιας όμορφης κόρης /που τη λένε Μαρία, Κατερίνα,/Σοφία, Ελένη./Μια ώρα χαμένη /φτάνει /να σκοτώσει τη μέρα/με μια χαρακιά βαθειά/ ως την άκρη της Άνοιξης /και το μίσχο του λουλουδιού./Μια ώρα χαμένη /φτάνει/ να σβήσει τη λάμψη των ματιών,/ να πληγώσει τον Έρωτα,/ να σκοτώσει τη Ζωή.

Ως αντιστάθμισμα και αντίδοτο στην οδύνη που γεννά η ματαίωση και η απώλεια του έρωτα το ποιητικό υποκείμενο προκρίνει την ποίηση. Οι αυτό-αναφορικοί στίχοι στην Πνοή της άνοιξης ποσοτικά δεν καταναλώνουν πολύ χώρο, την καθορίζουν όμως ποιοτικά στον βαθμό που απεγκλωβίζουν το ανεσταλμένο φορτίο ελπίδας των ποιημάτων του πρώτου μέρους, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από το ποίημα που τιτλοφορείται «Το πρόσωπο του ποιητή». Διαβάζουμε: Να δανειστείς το πρόσωπο/του ποιητή/όταν στα χέρια του κρατά /σφικτά και τρυφερά/ το τελευταίο του γραπτό /σαν το παιδί του το μικρό./Το πρόσωπο του ποιητή/ που λάτρεψε/ το γέλιο των παιδιών/ το πρώτο φιλί του έρωτα/ τη γεύση της ζωής/ μ’ ένα χαμόγελο γλυκό/ κι ένα λουλούδι. /Αυτού του ποιητή τα όνειρα / δε σβήνονται τη νύχτα/ γιατί η μοίρα τον έταξε / με λέξεις να κλείνει τις πληγές/ και να χαρίζει το φως./ Θα βρεις το πρόσωπο αυτό / σ’ έναν καθρέφτη/ σαν θα κοιτάξεις βαθιά/ ως την ψυχή του μέσα / ως την ψυχή σου. /

Το δεύτερο ενικό πρόσωπο των ρημάτων που κατά κύριο λόγο χρησιμοποιείται στο ποίημα που μόλις διαβάσαμε, επιτελεί έναν διττό σκοπό: αφενός γίνεται τόσο ο ισθμός όσο και ο δίαυλος αύξησης της συγκινησιακής θερμοκρασίας του ποιήματος στον βαθμό που του εξασφαλίζει μια αμεσότητα· αφετέρου αντανακλά μια οιονεί θα τολμούσαμε να πούμε ταύτιση του ποιητικού υποκειμένου με το εκάστοτε αναγνωστικό υποκείμενο. Αντιστοίχως, σε ό,τι αφορά την προικοδότηση του κειμένου με μια αμεσότητα κατατείνουν και λειτουργούν και οι προστακτικές του δεύτερου ενικού προσώπου που συναντούμε στη δεύτερη στροφή του ποιήματος «Την ψυχή σου μην την αναζητάς», ενισχύοντας ταυτόχρονα την προβολή μιας ιδεατής ποιητικής περσόνας: (…) Σήκωσε την ασπίδα σου / Αυτή που έφτιαχνες χιλιάδες χρόνια / λέξη λέξη, στίχο στίχο/ και κοίταξε ψηλά/ σ’ έναν πλανήτη άλλο,/ τον πλανήτη του πρώτου ποιητή. (…)

Στο δεύτερο μέρος της Πνοής της άνοιξης, το οποίο είναι ομότιτλο με τη συλλογή, ο ποιητής μας οικειώνει με το δεύτερο πρόσωπο του έρωτα που συν-δηλώνεται με το φως, την άνοιξη, τη λάμψη και τη μελωδία. Η έκρηξη των χρωμάτων και των αισθήσεων δημιουργούν ένα κρεσέντο παροξυσμού των αισθημάτων της ελπίδας και της χαράς τόσο για τον ποιητή όσο και για τον αναγνώστη, δρώντας αντιστικτικά και διαζευκτικά με το πρώτο μέρος της συλλογής που προσεγγίσαμε. Το ποιητικό υποκείμενο μας συστήνει τώρα τη δοξαστική ιδιότητα του έρωτα με μια υψηγορία που, συγκλίνει σε μια ανέφικτη γαλήνη των αισθήσεων, έχοντας ωστόσο θετικό πρόσημο, όπως διαπιστώνουμε από το ομότιτλο ποίημα που ανοίγει το δεύτερο μέρος της συλλογής: Έρχεσαι /πρώτη πνοή /της άνοιξης/χείμαρρος χρυσός/ χαμόγελο /ζεστό / η ψυχή πεθαίνει / και ξαναγεννιέται / σε μια χούφτα / ευτυχίας. / Έρχεσαι / πρώτη πνοή/ της άνοιξης / να χαϊδέψεις απαλά / το πιο σκοτεινό / κομμάτι της /ψυχής / χαρίζοντας στη λάμψη / του φεγγαριού / ένα ατέλειωτο / μελωδικό / ερωτικό τραγούδι.

Μολονότι η προαναφερθείσα υψηγορία του δεύτερου μέρους της Πνοής της άνοιξης συνέχει τα ποιητικά κομμάτια που τη συναποτελούν, εντούτοις μετριάζεται και αντισταθμίζεται από το ποίημα «Τέλος παράστασης» που κλείνει τη συλλογή και στο οποίο ο εξομολογητικός του τόνος, μέσα από το σχήμα κύκλου, μας επιστρέφει στο αρχικό τονικό ντεκρεσέντο του πρώτου μέρους. Διαβάζουμε: Θα είσαι στα όνειρά μου/ σαν ήλιος, σαν φεγγάρι / όταν εγώ θα περπατώ / στο μονοπάτι της άρνησης / φορτωμένος ενοχές / και περιμένοντας ν’ ακούσω / τη θεϊκή εκείνη μουσική / που παίζει η ορχήστρα /στην τελευταία πράξη/ της μεγάλης παράστασης./ Κι όταν η μαύρη αυλαία / σκεπάσει τη σκηνή/ τα φώτα θα πάψουν να φωτίζουν / τα όνειρά μου/ το ρολόι θα σταματήσει/ να μετρά το χρόνο μου / κι εγώ θ’ αποσυρθώ/ στο παγωμένο καμαρίνι μου / να γράψω στο ημερολόγιο/ τέλος παράστασης. /. Το ποίημα ίσως και μπορεί να μας θυμίζει την «χαμένη καβαφική Αλεξάνδρεια» του «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», ωστόσο πέραν της οποιασδήποτε πραγματικής ή ανύπαρκτης, της πρόδηλης ή υποδόριας διακειμενικής επιρροής, το κομμάτι ―παρά τη μελαγχολία που περιμένει διακριτικά στη γωνία στο τέλος του ― συνοψίζει στους στίχους του το διακύβευμα ολόκληρης της ποιητικής συλλογής που είναι η ανάδειξη της πεμπτουσίας του έρωτα, ο οποίος σε μια ευθεία αντιπαραβολή του με τον βιολογικό θάνατο μοιάζει να κερδίζει έστω και οριακά την παρτίδα.

Τη δεύτερη ποιητική του συλλογή, των τριάντα ένα ποιημάτων, που εκδόθηκε πολύ πρόσφατα, το 2013, και φέρει τον τίτλο «Λεμονανθοί στο πέλαγο» ο Καρακόκκινος την αφιερώνει εξ ολοκλήρου στον γενέθλιο τόπο του, την Κύπρο. Ο βίαιος ξεριζωμός από τον γενέθλιο τόπο και τόπο της παιδικής και εφηβικής ηλικίας αλλά και το παρατεταμένο αίσθημα του μετέωρου οδηγούν στην ανάδειξη της τραυματικής μνήμης σε ποιητικό αξίωμα που μεταλλάσσει την κριτική συναισθηματική πράξη σε αντίβαρο των πολιτικών που κυριαρχούνται από τη λήθη. Παραθέτω το ποίημα «Το παραμύθι τέλειωσε»: Κλείσε το βιβλίο / το παραμύθι τέλειωσε /η προσμονή χωρίς τέλος /όσοι απομείναμε /μετράμε χαρακιές /στην καρδιά του καλοκαιριού/ και γραμμές στην ιστορία / πράσινες, κόκκινες… / Σκοτάδι. /

Ο βαθιά ιστορικά συνειδητοποιημένος τόνος του ποιήματος που μόλις διαβάσαμε εμφανίζεται περισσότερο ελάσσων στο ποίημα «Διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα», καθώς επιχειρεί να μας εισαγάγει σε μια ιστορική γεωγραφία με έντονο το αφηγηματικό στοιχείο. Διαβάζουμε: Αντικρίσαμε / πίσω από τη μάσκα του εφιάλτη / δυο αθώα μάτια παιδικά / απορημένα από τ’ ανίερα παιγνίδια / ενός παράλογου / θεάτρου σκιών. / Δέσαμε / Το χτες σ’ ένα άλλο σήμερα / Τα βλέμματα παιδιών κυρίαρχα / να απλωθούν παντού στην ίδια γη / σε διαδρομές χωρίς συρματόπλεγμα/.

Η επιλογή του ποιητικού υποκειμένου να ανοίξει ένα παράθυρο στον προσωπικό του χωροχρόνο καθίσταται απόλυτα διαυγής με το κομμάτι που ανοίγει τη συλλογή και που της δανείζει και τον τίτλο του, το «Λεμονανθοί στο πέλαγο»: Γεννήθηκα σε χώματα νησιωτικά / απλωμένοι λεμονανθοί στο πέλαγο / στη(ν) πλώρη ένα ποδήλατο / άφηνε πεταλιές στο αύριο / κι ο ποδηλάτης στο κατάρτι / αγνάντευε τα βάθη των ονείρων / η θάλασσα λαμπύριζε πράσινη / κι έσμιγε με τις λεμονιές / και τις βιολέτες της αυλής / που σε μεθούσαν την άνοιξη./ Στις πίσω σελίδες των βιβλίων / ζωγραφίζαμε με ξυλομπογιές/ εικόνες της παιδικής μας φαντασίας/ ξεχνώντας την αιώνια αδυσώπητη μοίρα / η αβάσταχτη αρμονία των αρωμάτων / δεν άντεξε στο χρόνο / η γης χαράχτηκε σε δυό κομμάτια/ κι εμείς αναζητάμε στίχους/ να χτίσουμε μια γέφυρα ανάμεσα.

Οι στίχοι που παραθέσαμε αλλά και τα κομμάτια ολόκληρης της συλλογή εν γένει φαίνεται να καταγγέλλουν την επιλεκτική λήθη των πολιτικών ορισμένων κρατών, αλλά ταυτόχρονα μέσα από την καταγγελία ή την επίκληση στις ακούσιες ή εσκεμμένες αποσιωπήσεις η ζέουσα μνήμη, επεξεργάζεται ποιητικά ένα διαυγές, αλλά και τραυματικό παρελθόν. Ταυτόχρονα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Καρακόκκινος αντλεί τον ιστορικο-πολιτικό του λόγο από το βίωμα, μετατρέποντάς τον σε ποίηση, ενώ την ίδια στιγμή γεμίζει τον ποιητικό του καμβά με εικόνες, χρώματα και φωτογραφικά ενσταντανέ της πατρίδας του μετατρέποντάς τα σε σύμβολα της ποίησής του: το πέλαγος, οι λεμονανθοί, τα λουλούδια στην αυλή, η ζέστη του καλοκαιριού, αλλά και οι διαχωριστικές γραμμές και τα συρματοπλέγματα ανάγονται σε καθοδηγητικά μοτίβα, συνεισφέροντας στην εκδίπλωση της ποιητικής αφήγησης. Καταληκτικά, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το πρώτο ενικό ρηματικό πρόσωπο, όταν χρησιμοποιείται, υπογραμμίζει εμφατικά τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα της ποίησής του και τον ρόλο που διαδραματίζει το βίωμα, ενώ το πρώτο πληθυντικό υπογραμμίζει ένα ομαδικό πένθος μέσα στο οποίο προσγράφεται το επίκοινο αίσθημα μιας ανεπανόρθωτης απώλειας.

Η τρίτη, περισσότερο πρόσφατη και ανέκδοτη, μέχρι τη στιγμή που γράφουμε, ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου, φέρει τον τίτλο Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι. Οι ιδεολογικές συνιστώσες των τριάντα επτά ποιητικών κομματιών μπορούν να συνοψιστούν στο δίπτυχο: α) οικονομικο – κοινωνική κρίση στην Ελλάδα και β) έρωτας που κατατρύχει την ανθρώπινη ύπαρξη σε όλες τις εκφάνσεις της. Θα επικεντρωθώ περισσότερο στην πρώτη διάσταση μια και το θέμα του έρωτα το πραγματευτήκαμε διεξοδικά στο παρόν κείμενο με αφορμή την παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής του Καρακόκκινου. Τα περισσότερα κομμάτια της τελευταίας του συλλογής διεμβολίζουν την πολιτική επικαιρότητα, φέρνοντας στην επιφάνεια πικρά συναισθήματα και ένα άγχος υπαρξιακό που το ποιητικό υποκείμενο το δηλώνει με έναν λόγο που παλινδρομεί ανάμεσα στην καταγγελία και την απορία, συνθέτοντας ένα αδιέξοδο. Παραθέτω ενδεικτικά τρία ποιήματα:

«Γωνιακό καφέ»: Κάθισε στο γωνιακό καφέ / όπως κάθε πρωί/ να φορτώσει / στη μέρα του ώρες / στα όνειρά του πικρή καφεΐνη / στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού. / Το κορίτσι στάθηκε δίπλα του / με μισοσβησμένο χαμόγελο / στο χρώμα του δέρματός της. / Κοίταξε στο κασελάκι / που κρεμόταν από το λαιμό της/ σαν τεράστιο περιδέραιο. Δεν πουλούσε χρόνο / δεν πουλούσε νοερές περιπλανήσεις / δεν πουλούσε στιγμές. /

Ή αλλού:

«Σε κλοιό ε-υ-φορίας»: Στην πλατεία της ασυδοσίας / περίμεναν στην ίδια σειρά/ ανυποψίαστοι αθώοι / κι ένοχοι εκ προμελέτης/ να καταθέσουν στον ιερό βωμό / το υστέρημα ζωής / ή το περίσσεμα της αμαρτίας. / Οι ανίεροι εξεταστές / ντυμένοι στρατοδίκες / μοίραζαν ειρωνικά βλέμματα/ με τα αγέλαστά τους μάτια./ Οι καταδίκες θα ακολουθούσαν.

Και τέλος:

«Η πόλη κοιμάται»: Η πόλη κοιμάται/ με το κεφάλι ακουμπισμένο/ σ’ ένα τσουβάλι/ παραγραφέντα όνειρα./ Τα χέρια της κρέμονται/ στις γωνιές των δρόμων/ ξόανα σε τάφους/ αποτεφρωμένων λέξεων. / Λυσσασμένα σκυλιά / περιφέρουν το σώμα της/ σε πικραμένες αυλές / και ξεραμένα παρτέρια./ Όταν ανοίξουν τα μάτια / δεν θα’ χει μείνει δάκρυ. /

Με αιχμή του δόρατος την υπάρχουσα κοινωνικο-οικονομική πραγματικότητα ο Καρακόκκινος ιχνηλατεί τα κομβικά σημεία που συνθέτουν τον καμβά μιας εφιαλτικής δυστοπίας. Η παρακμή στις διάφορες εκφάνσεις της μοιάζει να επιτείνει το ήδη τεταμένο άγχος του ποιητικού υποκειμένου, άγχος το οποίο προϊόντος του χρόνου αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας υπαρξιακής κρίσης που εγγράφεται ως παθητικό στη γενικότερη αποσύνθεση. Η γλώσσα του Καρακόκκινου στα ποιήματα της εν λόγω συλλογής είναι αιχμηρή, βαθειά ειρωνική, με υψηλό βαθμό αφαίρεσης και πυκνότητας.

Καταληκτικά, εάν επιχειρήσουμε να συγκεφαλαιώσουμε τις δεσπόζουσες της ποίησης του Ανδρέα Καρακόκκινου, θα πρέπει να υπογραμμίσουμε τα ακόλουθα: α) ο ποιητής καταθέτει μια ποίηση βαθιά βιωματική που δομείται με βάση το τρίπτυχο έρωτας ― νοσταλγία για τη χαμένη πατρίδα ― υπαρξιακό άγχος που γεννά η κοινωνικοπολιτική παρακμή, ενώ σε κάθε έναν από τους προαναφερθέντες άξονες μπορούμε να εντοπίσουμε επιμέρους διαστάσεις: ο έρωτας, επί παραδείγματι, εμφανίζεται ως άλλος Ιανός, που παλινδρομεί ανάμεσα στη βλοσυρότητα και τη χαρά, η πατρίδα γίνεται σύμβολο οδύνης, καταγγελίας, αλλά και σύμβολο του νόστου μιας Ιθάκης. Τέλος, η παρούσα βιωμένη οικονομικο- κοινωνική παρακμή γίνεται η κεντρομόλος δύναμη γύρω από την οποία εξυφαίνεται ένας ποιητικός κόσμος που εμφανίζεται, άλλοτε δοσμένος με έναν ποιητικό ρεαλισμό και άλλοτε μέσα από τα σύμβολα του κόσμου του παραμυθιού, της περιπέτειας και της μυθολογίας: πειρατές, γοργόνες, Νηρηίδες και άλλες θεότητες, γίνονται φορείς μιας εξωπραγματικής αντίληψης, αντισταθμίζοντας τη φρίκη που γεννά η λογική. Ολοκληρώνοντας, εάν θεωρήσουμε ότι αυτά είναι σε αδρές γραμμές τα θεματικά μοτίβα της ποίησης του Καρακόκκινου, τότε δεν απομένει να δούμε τι συμβαίνει σε επίπεδο φόρμας. Τεχνοτροπικά, η εν λόγω ποίηση με τον ελεύθερο στίχο της δεν μας αφήνει καμιά αμφιβολία ότι εντάσσεται σ’ αυτό που έχει οριστεί ως μοντέρνα ποίηση. Υπέρ αυτής της ένταξης συνηγορούν βέβαια και άλλα στοιχεία που συναντούμε στην ποίησή του Καρακόκκινου, όπως είναι η δραματικότητα που έχουν αρκετά από τα ποιήματά του, αλλά και η ειρωνεία, ο λιτός στίχος και η υψηλή αφαίρεση στη γλώσσα, η οποία αντλεί κατά κύριο λόγο από μια φαρέτρα λέξεων του καθημερινού λεξιλογίου. Με πυξίδα όσα προαναφέρθηκαν μπορούμε να ανιχνεύσουμε και να εντοπίσουμε και τις διακειμενικές επιρροές του έργου του: η λυρική πλευρά του Γιάννη Ρίτσου, η ειρωνεία του Κ.Π Καβάφη αλλά και των ποιητών της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς και κυρίως του Θεσσαλονικιού Μανόλη Αναγνωστάκη, και βέβαια η παρουσία του Γιώργου Σεφέρη με το Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄, αφομοιώνονται γόνιμα και πρωτότυπα στο έργο του Καρακόκκινου, συνθέτοντας ένα αυτόνομο, κατάδικό του ποιητικό σύμπαν.

.

ΝΙΚΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ-ΧΑΤΖΗΜΙΧΑΗΛ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ  ΤΕΥΧΟΣ 67-68  2018

Όταν γεννηθείς σε χώματα νησιωτικά, εκεί που η θάλασσα λαμπυρίζει πράσινη, σμίγει με τις λεμονιές και τις βιολέτες της αυλής και σε μεθάει άνοιξη… όταν η αβάστακτη αρμονία των χρωμάτων δεν αντέχει στον χρόνο κι η γη χαράσσεται σε δυο κομμάτια… τότε δεν έχεις άλλη επιλογή: πρέπει να κτίσεις μια γέφυρα ανάμεσα στα δυο κομμάτια… αλλιώς πεθαίνεις.

Αυτό κάνει ο ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος, γεννημένος στην πανέμορφη Μόρφου, σαράντα τρία χρόνια εγκατεστημένος (μάλλον εξορισμένος, υποψιάζομαι) στη Θεσσαλονίκη. Θυμάται τη Μόρφου, που τώρα οι πόρτες των σπιτιών τρίζουν απορημένες και στις αυλές τα γιασεμιά είναι πάντα απορημένα. Προσπαθεί να κτίσει μια γέφυρα, να επουλώσει την πληγή της μοιρασμένης, λεηλατημένης λεμονανθούσας πατρίδας του. Να κτίσει μια γέφυρα με τους στίχους∙ με τα πετράδια του λόγου, που καμιά βαρβαρική επέλαση να μη μπορεί να χαλάσει.

Περιπλανιέται ανάμεσα στα αναρριχώμενα συρματοπλέγματα και μαζί του περιπλανιέται και το άρωμα της λεμονιάς απορημένο. Αφήνει ένα δάκρυ στο ρημαγμένο σπίτι του… ακούει ξανά τον θρήνο της μάνας του… τις σπαρακτικές κραυγές της Εκάβης… κι ύστερα σιωπή. Λείπει μόνο το πικρό της χαμόγελο. Αχ! εκείνο τον μαύρο Ιούλη ο χρόνος σταμάτησε κι άφησε ένα δάκρυ να μουσκεύει τη μνήμη σε κάθε οδοιπορικό πίσω από το συρματόπλεγμα.

Ο Ανδρέας με τη συλλογή αυτή επιχειρεί μια επιστροφή στον χρόνο και στον γενέθλιο αγαπημένο και ευλογημένο τόπο του. Στο χαμένο παράδεισο των παιδικών του χρόνων, των παιδικών χρόνων όλων μας. Συνταρακτικό το ποίημα «Οδός Πραξιτέλους».

Σε μια στροφή του χρόνου συνάντησα
τα απομεινάρια του παράδεισου μου
η πόρτα κιτρινισμένη από αφροντισιά
και τα παντζούρια ξεφτισμένα
μόλις που θύμιζαν το πράσινο τους χρώμα

ο δρόμος γεμάτος ξένες πατημασιές
και τα παλιά μας βήματα σβησμένα
τα αθώα μάτια τα παιδικά
που έπαιζαν μπάλα στις αλάνες
κρυφτήκανε πίσω από σκοτεινές σκιές

οι αυλές βουβές από φωνές
πάγωσαν τη χαρά του Ορέστη
όταν ξαναβρήκε την Ιφιγένεια
και τα λείρια δακρυσμένα
γονάτισαν στο χώμα

άπλωσα τη ψυχή μου παντού
να βρω σημάδια από το χτες
βρήκα μονάχα ξέφτια από όνειρα
και τα παραθυρόφυλλα λυπημένα
να μου θυμίζουν τον παράδεισο
που δεν με περιμένει πια.

[Οδός Πραξιτέλους, Λεμονανθοί στο πέλαγο]

Η περιήγηση συνεχίζεται, χωρίς εκτοπισμένη μνήμη. Τι τραγικό, ήταν όλα εκεί: ήταν όλα εκεί, τα παλιά πορτραίτα, ένα σπασμένο τζάμι, ένα παλιό τραπεζομάντηλο, μια ανοικτή πληγή που περιμένει καρτερικά να τη ραντίσεις σταγόνες από δάκρυ χαμομηλιού. Αναπνέουμε μαζί του απολιθωμένη μνήμη. Μας χτυπάει κι εμάς απρόσμενα μια κόκκινη καταιγίδα φονική, που τα έκλεψε όλα και μας άφησε μονάχα φλούδες αναμνήσεις. Τελικά τι είναι η μνήμη;

Η μνήμη
ένα δάκρυ που κυλά
σε ακτές βυθισμένες
στο ακροπάτημα της θεάς
και σε γυμνές βουνοπλαγιές
με κάστρα στην κορφή
τριγυρισμένα
απ΄ το μύθο της βασίλισσας.

[Μνήμη, Λεμονανθοί στο πέλαγο]

Ήταν μια γρήγορη περιήγηση στη δεύτερη ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου Λεμονανθοί στο πέλαγο, Θεσσαλονίκη 2013, (αυτοέκδοση), που μετά από τόσον καιρό που είναι επάνω στο γραφείο μου, τώρα αξιώθηκα να γράψω δυο γραμμές, και για την ακρίβεια, χρησιμοποιώντας τον δικό του λόγο. Η πρώτη του συλλογή Πνοή της άνοιξης είχε εκδοθεί το 2007. Ήταν αναγκαία η περιπλάνηση στο πέλαγος με τους λεμονανθούς γιατί πριν λίγες μέρες έλαβα και την τρίτη συλλογή του, που κυκλοφορεί από τον περασμένο Μάρτιο: Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, και ήθελα να τη διαβάσω προτού ανέβω στο πειρατικό. Πρόκειται για ένα καλαίσθητο βιβλίο πενήντα σελίδων, σε καλής ποιότητας μαλακό λευκό χαρτί, από τις εκδόσεις Ένεκεν. Τριάντα οκτώ ποιήματα, με τους τίτλους σε χρώμα ευχάριστο γλυκό γκρίζο, χωρισμένα σε δύο «αμπάρια», είκοσι στο πρώτο και δεκαοχτώ στο δεύτερο. Αξίζει να ση-μειώσουμε ότι οι εν λόγω εκδόσεις έχουν, στο τελευταίο τεύχος του ομώνυμου περιοδικού που εκδίδουν, αφιέρωμα στην Κυπριακή Λογοτεχνία, με επιμέλεια του Ανδρέα Καρακόκκινου.

Ο τίτλος της συλλογής είναι μέρος από τον τίτλο του πρώτου ποιήματος, Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, που δίνει, νομίζω και το κλειδί για τη διαδρομή που θα ακολουθήσει.

Οι ποιητές βρίσκουν τρόπο να εισέλθουν στον κόσμο τους, και να επιδοθούν στο ανόσιο έργο τους. Όπως ο Θεοδόσης Νικολάου στο ποίημά του Η εργασία του ποιητή [Πεπραγμένα, Κύπρος 1980, σελ. 24] Όταν επιτέλους κλείσουν τα μάτια των αγγέλων / Και οι φλόγες της ρομφαίας κοιμηθούν / Ο ποιητής που σ΄ όλο το διάστημα αγρυπνά / Ντύνεται τη στολή του κλέφτη / Και επιδίδεται στο δυσχερές / Και ανόσιο έργο του / … / Επιστρέφει όμως / Την όραση έχοντας εμπλουτισμένη…, έτσι και ο Ανδρέας Καρακόκκινος, τις νύχτες ταξιδεύει λαθρεπιβάτης σε πειρατικό καράβι, κρυμμένος πίσω από ξύλινα βαρέλια και περιμένει ν΄ απλώσουν οι πειρατές τα κλεμμένα στο κατάστρωμα… και πριν το ξημέρωμα κατεβαίνει στ΄ αμπάρι, αναζητώ-ντας χάρτες με το νησί των θησαυρών, κι εκείνο το παλιό βιβλίο των ποιημάτων.

Αυτό το ταξίδι ο Ανδρέας, θα συνεχίσει να το κάνει σαν τους παλιούς χαρτοκλέφτες:

Παίζεις με σημαδεμένες / λέξεις / σαν τους παλιούς / χαρτοκλέφτες. / Αφήνεις στίχους / στο τραπέζι, / πάντα σε σχήμα καρδιάς, / τους βαφτίζεις έρωτα / και κερδίζεις την παρτίδα. / Χειροκροτείς τον εαυτό σου / για τη νίκη / ανεβαίνεις στο βάθρο / του νικητή / καμαρώνεις τη μοναξιά σου / και χάνεις το παιχνίδι / της ζω-ής.

Τη διαδρομή θα την κάνει χωρίς ενοχές, θα συναντήσει ναυάγια, θ’ ακούσει μελαγχολικά τραγούδια, θα συναντήσει μαύρους κύκνους, τυφώνες, την ώρα που η πόλη κοιμάται, και ακόμα θα αποδράσει με μια κόκκινη Harley: σε δυο ρόδες θ΄ αναζητήσει την ταχύτητα που έχει το φως πριν έρθει το σκοτάδι.

Δεν έχει νόημα να ακολουθήσω από κοντά το πειρατικό. Με ευχαρίστησε η ανάγνωση όλων των ποιημάτων. Και των δύο αμπαριών, αν και στο δεύτερο αμπάρι μου φαίνεται πως φυλάγει το καλύτερο κρασί.

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος ξετυλίγει τις σκέψεις του στα ποιήματα του, με όμορφο τρόπο, ο λόγος του τρέχει σαν κρυστάλλινο γάργαρο νερό. Δεν κοροϊδεύει τον αναγνώστη του με ακατανόητες εκφράσεις. Δεν τον συγχύζει με εγκεφαλικά κατασκευάσματα που δεν έχουν νόημα, στο όνομα της ελευθερίας της διατύπωσης ή σύνταξης, που δικαιούται ως ποιητής. Ολοκληρώνει μια σκέψη –να μου επιτρέψετε τον όρο- με μια μεσογειακή ανάσα: Πίνει τη μοναξιά / στο μπαρ /μ’ ένα ποτήρι στο χέρι. Ή Σμίγει το δάκρυ της / με το ποτό / να σβήσει την αιώνια θλίψη. [Από το ποίημα Σ’ ένα ποτήρι η μοναξιά]. Άλλες φορές με μεγαλύτερη ανάσα: Χέρια απλωμένα / μέσα στη σκέψη και στα σωθικά / με τραβάνε στις τέσσερεις / γραμμές των οριζόντων / διαμελίζουν τις λέξεις μου / κι αφήνουν τα κομμάτια τους / μετέωρα να ταξιδεύουν. [Από το ποίημα Με σεντεφένια ηλακάτη].
Ακόμα μια ωραία στιγμή από το βιβλίο: Σαν έσμιξε το κύμα / με την ουρά του φεγγαριού / η μικρή γοργόνα της σιωπής / ακούμπησε το δάκρυ της / στο σκοτεινό κατάστρωμα / του πιο μεγάλου καραβιού, / εκεί που επίορκοι στρατηγοί / έστησαν το βωμό της / και χάθηκε στο πέλαγο / ελεύθερη και χαμογελαστή / ν ΄αναζητάει μιαν άλλη γη / να της χαρίσει την αγάπη / γιατί αυτή ποτέ δεν θέλησε / θυσία να γίνει στην Αυλίδα. [Από το ποίημα Γοργόνα της σιωπής].

Τα ποιήματα και των δύο συλλογών του Ανδρέα Κ. είναι καλογραμμένα. Ο λόγος του βγαίνει αβίαστος, και η σκέψη του ολοκληρώνεται χωρίς κενά, σε όλα τα ποιήματα με τον ιδιαίτερο ρυθμό του. Είναι ποίηση ήρεμη, με μια μελαγχολική νότα, συχνά, αλλά κάθε ποίημα σου αφήνει μια ξεχωριστή αίσθηση. Πιστεύω πως η συλλογή Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, θα διαβαστεί με πολλή αγάπη και θα δώσει χαρά στους εραστές της καλής ποίησης.

.

ΣΟΦIΑ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΦIΛΟΥ

Ο ΣΙΣΥΦΟΣ Τεύχος 14/Δεκέμβριος 2017

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΚΟΚΚΙΝΟΣ, ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ,
ΕΝΕΚΕΝ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ 2017

Με τη νέα του ποιητική συλλογή ο Αντρέας Καρακόκκινος μας δροσίζει
με τη θαλάσσια αύρα και μας μεταφέρει την αγωνία τού λαθρεπιβάτη
σε ένα πειρατικό καράβι, που υπόσχεται περιπέτεια συνδυασμένη με
τη γοητεία του κινδύνου. Άλλωστε, για τον κάθε ποιητή η ποίηση είναι
το καράβι που προσφέρει τη δυνατότητα εξόδου στην ανοιχτή θάλασσα
της ζωής, στην περιπέτεια, στον μαγικό χώρο της έκφρασης των συναισθημάτων και της δημιουργίας, και μπορεί με επιτυχία να οδηγήσει
στην απελευθέρωση της ψυχής.
Το βιβλίο αποτελείται από δύο ενότητες. Στο πρώτο ποίημα της
συλλογής, που φέρει και τον τίτλο του έργου, παρουσιάζονται οι άνθρωποι που αναζητούν διέξοδο στην ποίηση ως λαθρεπιβάτες στο πειρατικό της καράβι με την ελπίδα της περιπέτειας.
0 ποιητής εμπνέεται από το φυσικό φαινόμενο των τυφώνων στο
ομώνυμο ποίημα, όπου το μετουσιώνει σε λαίλαπα της εποχής που
καταστρέφει και συνθλίβει τους ανθρώπους, τις ψυχές, τον πολιτισμό,
υπονοώντας άδικους καταστροφικούς πολέμους που μαστίζουν την ανθρωπότητα.
Έτσι, στο ποίημα «Χωρίς ενοχές» θίγεται το προσφυγικό πρόβλημα,
που ευαισθητοποιεί ιδιαίτερα τους Έλληνες, αφού είναι συνυφασμένο με τη μοίρα της φυλής μας: «Αγοράζουμε θλίψη / σε τιμή ευκαιρίας /μέσα από εικόνες παιδιών / που χάνονται αναζητώντας / απόλεμη πατρίδα / και πουλάμε ρητορείες φτηνές / για αλήθειες και για δίκια.» Ο ποιητής εδώ φέρνει τον σύγχρονο κόσμο αντιμέτωπο με τις ευθύνες του ως προς το παραπάνω πρόβλημα.
Τολμηρές και μακάβριες εικόνες ξεπηδούν από το ποίημα με τίτλο
«Η πόλη κοιμάται», όπου η πόλη αναπαύεται σε κατάσταση παρακμής,
εξουθενωμένη, ανήμπορη πια να κλάψει, συμβιβασμένη με τα όνειρά της που παραγράφηκαν.
«0 Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης» κουράζει τους ανθρώπους που
απελπισμένοι μέσα στη στασιμότητα, απογοητευμένοι από τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις των ιθυνόντων αναζητούν απεγνωσμένα την Άνοιξη για να ξαναγεννηθούν.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και στον μήνα Σεπτέμβρη, όπου ο ποιητής
τον παρουσιάζει ως μήνα της μελαγχολίας και του άπιαστου ονείρου:
«Οι σταγόνες του Σεπτέμβρη / ντυμένες με χρώματα της σιωπής / κυλάνε σαν τη θλίψη της βροχής / στους άνυδρους δρόμους της νύχτας.»
0 ποιητής αγαπάει τη χρήση μεταφορικού λόγου και τον εμπλουτίζει
με αξιόλογες τολμηρές εικόνες στο ποίημα «Μαύροι κύκνοι»: «Απόψε ο ουρανός / βρέχει λυπημένα χαμόγελα / και ξεθωριασμένα αστέρια».
Ακόμη, χρησιμοποιεί τις εποχές για να εκφράσει τα ανεκπλήρωτα
όνειρα και τις χαμένες ελπίδες των ανθρώπων. Έτσι, μιλάει για μια χαμένη Άνοιξη, για μια Άνοιξη που προσπέρασε, που δεν μπόρεσε να σταματήσει το πένθος της θάλασσας και να ξαναζωντανέψει τα χαμένα όνειρα και τις χαμένες πατρίδες («Σημάδι Άνοιξης»).
Στο ποίημα «Δεκαεφτά χρονών» ο ποιητής ατενίζει και παρουσιάζει τα νιάτα με θαυμασμό χαρακτηρίζοντάς τα «λουλούδια αραδιασμένα / στις καρέκλες του μικρού καφέ». Πρόκειται για παιδιά που πολεμούν με όπλο τη γνώση, που αδικήθηκαν από τους μεγαλύτερους, αφού με ευκολία αυτοί υποθήκευσαν το μέλλον τους και γι’ αυτό ο ποιητής αισθάνεται υπόλογος, έτσι όπως θα έπρεπε να νιώθουμε όλοι εμείς οι μεγαλύτεροι απέναντι σε αυτά τα παιδιά.
«Στο νησί των πειρατών» ο ποιητής με αφορμή το γέλιο του αγαπημένου προσώπου ζωγραφίζει και γράφει ποιήματα με αισιόδοξα μηνύματα, ντύνοντάς τα με πολύχρωμες εικόνες. Μυστηριακή ατμόσφαιρα
επικρατεί στο ποίημα «Όταν πέφτει η νύχτα», όπου το βράδυ η πλατεία μετατρέπεται σε χώρο μυστηρίου, καθώς μαυροφόρες σκιές «χορεύουν θάνατο». Αλλού πάλι η νύχτα γίνεται λύπη που κρύβεται για να μη συναντήσει την απόγνωση, ενώ διακρίνεται έντονη η αναζήτηση του αγαπημένου προσώπου. Στο συγκεκριμένο ποίημα η χρήση πρώτου και δεύτερου ενικού προσώπου προσδίδει στο κείμενο αμεσότητα, ζωντάνια και εκφραστική δύναμη: «Απόψε κρύφτηκαν τα μάτια σου /σε σκοτεινές σπηλιές.»
Θεατρικότητα και δραματοποίηση εντοπίζουμε στο ποίημα «Σε κλοιό ε-υ-φορίας», αφού με την παραστατική περιγραφή ο ποιητής καταφέρνει να μετατρέψει μια απλή πράξη ανούσιας οικονομικής συναλλαγής σε σημαντική πράξη δραματικού μονόπρακτου με την έκβαση του δράματος να εννοείται.
Στη δεύτερη ενότητα της συλλογής που τιτλοφορείται «Αμπάρι 2. Με σεντεφένια ηλακάτη», στο ομότιτλο ποίημα ο ποιητής πραγματεύεται την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης που αναζητά μια «ουδέτερη ζώνη ανάμεσα / στην πύλη του Αχέροντα / και μια μακρινή Ιθάκη» αλλά και τη μηδαμινότητα αυτής που ακροβατεί μεταξύ ζωής και θανάτου, ενώ μοναδική διέξοδος και καταφύγιο αποτελούν γι’ αυτήν η πολύτιμη σεντεφένια ηλακάτη της ποίησης.
0 Καρακόκκινος συγκινείται από «Το κορίτσι του σταθμού» που
παγιδεύτηκε σε μια υπηρεσία του σταθμού με μύχιο πόθο να ταξιδέψει
μ’ ένα τρένο, ακολουθώντας το όνειρό της.
Απομένει να δούμε αν θα τα καταφέρει, αφού μικρή τολμούσε να
δραπετεύσει με τον Πήγασο προς τη χώρα του ονείρου. Σε ένα άλλο ποίημα ο ποιητής επιτυγχάνει να εγκλωβίσει τη μοναξιά σε ένα ποτήρι για ν’ αποφύγει την αιώνια θλίψη με σύμμαχο το δάκρυ. Στο ποίημα «Ο φαροφύλακας του σύμπαντος» ωραίες, φαντασμαγορικές εικόνες αναδύονται, όπου η συγκεκριμένη μορφή οδηγεί τις πραγματικά ερωτευμένες ψυχές στον δικό τους γαλαξία. Ο ποιητής ασχολείται με τις γυναικείες μορφές της μυθολογίας.
Η Ηλέκτρα, ηρωίδα στο ομώνυμο ποίημα, προσπαθεί να βρει ανακούφιση στην ηδονή των δακρύων και να ξεχάσει την αποτρόπαιη πράξη της μητέρας της προς τον πατέρα της. 0 μύθος της γοργόνας συνυφαίνεται με αυτόν της Ιφιγένειας στη «Γοργόνα της σιωπής». Με δεξιοτεχνία αποδίδει την απόκοσμη παρουσία των Νηρηίδων στο ομώνυμο ποίημα, που χορεύουν αιώνιο ερωτικό χορό.
Η ποιητική συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα «Μέρες Αυγού-
στου»; «Η πρωινή αύρα / πάθος αδρόσιστο / φουντώνει Όστρια / σε
ερωτευμένες αγκαλιές / Κι οι νύχτες μας μετέωρες / αναζητούν αστερισμό λιμάνι.»

.

ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

Η ματαίωση του ονείρου στην ποίηση του Ανδρέα Καρακόκκινου

Η ποίηση του Καρακόκκινου («λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», ένεκεν 2017) είναι μία ζεύξη ανάμεσα στο χαμένο και το υπάρχον, ανάμεσα στον αγώνας στη ζωή και τον θάνατο ως αντιθετικά ζεύγη, συνδέοντας την παιδική ηλικία της απώλειας της πατρίδας με την απώλεια στο παρόν. Η μνήμη και η επιστροφή στον γενέθλιο τόπο κατέχουν σημαντική θέση στην ποιητική του. Τόσο οι «λεμονανθοί στο πέλαγο» όσο και η «πνοή της άνοιξης» έχουν έντονα τα χαρακτηριστικά του «βιώματος της ιθαγένειας».
Με έναν ποιητικό λόγο που κυλά αβίαστα κι αυθόρμητα, μα με έντονο το στοιχείο της δραματικότητας και την υποδόριας ποιητικής ειρωνείας, ο Καρακόκκινος αφήνει να κυλήσουν συναισθήματα που γεννά η κοινωνική παρακμή και η απώλεια με την ματαίωση.
Μακριά από την ποιητική καταγγελία, με ευθύτητα ο δημιουργός καταθέτει τις υπαρξιακές αγωνίες μίας κοινωνίας που παλινωδεί ανάμεσα στην ελπίδα και τη μοιρολατρία. Με ρεαλισμό και ήπιους τόνους νοσταλγεί την εποχή που οι άνθρωποι ονειρεύονταν, ταξίδευαν σε ήσυχες θάλασσες δίχως να φοβούνται τα συνεχή ναυάγια της ζωής. Και αυτή ακριβώς η οπτική του για τη ματαίωση και το όνειρο δίνει την κοινωνιοϋπαρξιακή διάσταση της ποιητικής του.
Η ποιητική ειλικρίνεια ισορροπεί με τον πόνο και την ευαισθησία του. Μακριά από την πολιτική ρητορεία και τον βερμπαλισμό, ο ποιητής καταθέτει τις αγωνίες του για μία κοινωνία απάνθρωπη και κανιβαλιστική. Τα πολλαπλά τραύματα του παρόντος δεν μπορούν να αφήσουν ασυγκίνητο τον ποιητή όπως δεν τον άφησε το τραυματικό παρελθόν του τόπου του.
Στην ποίηση του Καρακόκκινου έντονο είναι το στοιχείο της ματαίωσης. Άλλωστε, η ματαίωση και η ανατροπή έχουν βαθιά παρουσία στη στιχουργική του Καρακόκκινου, καθώς συνδέονται τόσο με την καταγωγή του όσο και με την κοινωνική οπτική του. Σχεδόν σε όλη τη συλλογή η ανατροπή του ονείρου (λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, χωρίς ενοχές, η πόλη κοιμάται, μελαγχολικό τραγούδι, μαύροι κύκνοι, δεκαεφτά χρονών, έγινε η νύχτα λύπη, κόκκινη Harley, η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά) και η κατάρρευση της ελπίδας (ναυάγια) ή της ασφάλειας -με την κοινωνιοψυχολογική της διάσταση- είναι κυρίαρχες. Η αβεβαιότητα, το άπιαστο και το απρόσμενο διαστέλλουν τη μελαγχολική διάθεση, δίχως όμως να περιορίζει την αμεσότητα της στιχουργική του.
Έντονη είναι η αγωνία του ποιητή για την νεότερη γενιά. Το γέλιο των παιδιών (ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης, μελαγχολικό τραγούδι, δεκαεφτά χρονών, γυναίκα) και τα χρώματα (δεκαεφτά χρονών, στο νησί των πειρατών) στο μουντό κοινωνικό τοπίο απλώνουν μία αχλή αισιοδοξίας στη στιχουργική του. Σε αυτά τα παιδιά, άλλωστε, είναι που αποδίδει και μία οφειλόμενη συγγνώμη (δεκαεφτά χρονών) για τα όνειρα που τους στέρησαν οι μεγάλοι. Ακόμα και η διάθεση για ανατροπή, όπως εκδηλώνεται χωρίς εξάρσεις (η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά, ίσκιοι της σιωπής, ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης), εκφράζει μία συγκαλυμμένη αισιοδοξία. Και ταυτόχρονα θλίβεται για τον πόλεμο, τους απόκληρους και τους πρόσφυγες (τυφώνες, χωρίς ενοχές, κουκούλα καταδότη, ναυάγια).
Η έκφρασή του θεμελιώνεται σε μία γραφή απλή και φαινομενικά ανεπιτήδευτη. Μέσα από το λιτό ύφος αναδύονται μεταφορές (στο νησί των πειρατών, μαύροι κύκνοι, το κορίτσι του σταθμού, ο φαροφύλακας του σύμπαντος, γυναίκα) και παρομοιώσεις (έγινε η νύχτα λύπη) που διαστέλλουν μέσα στην ποιητική περιγραφή (όταν πέφτει η νύχτα, μελαγχολικό τραγούδι, σημάδι άνοιξης) το συναίσθημα, εξακοντίζοντας τις αγωνίες του ποιητή βαθιά στην καρδιά του αναγνώστη/ακροατή. Αρνήσεις (ναυάγια, η πόλη κοιμάται, γωνιακό καφέ, γοργόνα της σιωπής) και αντιθέσεις (το κορίτσι του σταθμού, τυφώνες, κουκούλα καταδότη) διαπνέουν όλη την ποιητική του. Ο Καρακόκκινος δεν ξεχνά, εξάλλου, πως η ποίηση είναι ακουστική τέχνη με στόχο να τέρψει.
Με όχημα τη λιτότητα του προφορικού λόγου προσδίδει στα κοινωνικά στιγμιότυπα υπαρξιακές αγωνίες (εισιτήρια διαφυγής, μελαγχολικό τραγούδι, σε κλοιό ε-υ-φορίας, το κορίτσι του σταθμού). Το συχνό α’ πληθυντικό (λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, ίσκιοι της σιωπής, δεκαεφτά χρονών, κουκούλα καταδότη) ενισχύει ως συλλογικό υποκείμενο τον κοινωνικό χαρακτήρα της ποίησής του. Την ίδια στιγμή το β’ ενικό ως αντικείμενο έρωτα δημιουργεί μία σκηνικότητα στον ποιητικό χώρο (δεκαεφτά χρονών, tango argentino, Νηρηίδες, αντιφέγγισμα, νυχτολούλουδα μεσονύχτι, κουκούλα καταδότη).
Η απογοήτευση (μαύροι κύκνοι) και η μελαγχολική του διάθεση (σημάδι ανοίξης, μελαγχολικό τραγούδι) αντικατοπτρίζουν την ευρύτερη κοινωνική ψυχολογία της εποχής μας. Και τούτη η διάθεση αισθητοποιείται συχνά με το σκοτάδι και το θολό τοπίο (ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης, η πόλη κοιμάται, κουκούλα καταδότη, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, όταν πέφτει η νύχτα, έγινε η νύχτα λύπη, η λεωφόρος του κόκκινου βασιλιά) και όρους σχετικούς με τον θάνατο (ναυάγια, τυφώνες, σημάδι άνοιξης, η πόλη κοιμάται, όταν πέφτει η νύχτα) ή την καταστροφή (τυφώνες, ίσκιοι της σιωπής).
Ας σημειώσουμε πως το ταξίδι και η δραπέτευση αποτελούν έναν βασικό πυλώνα της ποιητικής του (το κορίτσι του σταθμού, κόκκινη harley, ναυάγια, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι). Η δε θάλασσα συχνά αποτελεί επενδύει συμβολικά κι εικαστικά αυτό ακριβώς το συναίσθημα της ματαίωσης (τυφώνες, λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι, στο νησί των πειρατών, σημάδι ανοίξης, σε σεντεφένια ηλακατη, γοργόνα της σιωπής, Νηρηίδες, μέρες Αυγούστου).
Είναι σημαντικό να υπογραμμίσουμε πως η ποίηση του Καρακόκκινου είναι εικονιστική. Το συναίσθημα και το στοχαστικό υλικό αναδύονται με φυσικότητα μέσα από τη λιτή εικονοποιία του. Τα σκοτεινά του κάδρα με το λιγοστό φως –συνήθως από άστρα– είναι συνυποδηλωτικά του ποιητικού του ψυχισμού. Η μοναξιά και η κατάρρευση, η θάλασσα με τα ναυάγια της και τα χαμένα όνειρα εκτίθενται στο σκοτεινό του καναβάτσο με μία θλίψη που σκουραίνει τη διάθεσή του, σαν τα χαμόγελα των απόκληρων (γωνιακό καφέ, το κορίτσι του σταθμού).
Μα αυτό που ξεχωρίζει στην εικαστική του Καρακόκκινου πλάι στον μεταφορικό λόγο είναι η προσήλωση του ποιητικού του φακού στο πρόσωπο που περιγράφει αποτυπώνοντας με λιτό ρεαλισμό τη μοναξιά ή τη βουβή απογοήτευση μέσα στον δημόσιο χώρο.
Αξίζει όμως να τονίσουμε την αδυναμία του ποιητή στη μουσική και τον χορό ως λεκτικές επιλογές στον στίχο του. Ο χορός εντοπίζεται συχνά στη στιχουργική του είτε συγκεκριμένα σαν ταγκό (σταγόνες του Σεπτέμβρη, tango argentino) ή με το ρήμα χορεύω και παράγωγά του (Νηρηίδες, μεσονύχτι, όταν πέφτει η νύχτα) και άλλοτε ως υπονοούμενο με ένα στροβίλισμα (νυχτολούλουδα) ή λίκνισμα (Ηλέκτρα, σε ένα ποτήρι μοναξιά), κυριολεκτικά ή συνυποδηλωτικά (όταν πέφτει η νύχτα, Ηλέκτρα, μεσονύχτι). Αναλόγως μελωδίες (στον κήπο του μουσείου, όταν πέφτει η νύχτα) και τραγούδια (Νηρηίδες, σε ένα ποτήρι μοναξιά, ίσκιοι της σιωπής) ή νότες (νυχτολούλουδα, έγινε η νύχτα λύπη, γοργόνα της σιωπής) ενδύουν τη στιχουργική του προσφέροντας μία κυριολεκτική ή συνυποδηλωτική (μελαγχολικό τραγούδι, σταγόνες του Σεπτέμβρη) ακουστική ζωντάνια στον ποιητικό του κάδρο.

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΤΡΟΥΜΠΑΣ

ΤΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ Τεύχος 30/ Ιούνιος 2018

ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΗΣ TOY ΟΝΕΙΡΟΥ

Ζωή λαθραία, που μοιάζει να μην ορίζεται από τη βούληση του φορέα της· σκάφος πειρατικό, που καταλύει την τάξη μιας έντιμης συμβίωσης μεταξύ των επιβατών του και τους καθιστά λαθρεπιβάτες. H κατάλυση επισυμβαίνει στην ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό. Το σκάφος της παιδικής φαντασίας έχει πάψει να διακινεί αποδράσεις σε εξωτικά τοπία και περιπέτειες προς την αναζήτηση θησαυρών. Έχει καταστεί φορέας ανομίας και βίαιης επιβολής, μέσα στον οποίο η ζωή κρύβεται και φοβάται. Πώς εγκαθιδρύεται όμως τούτη η τυραννία, που ανατρέπει κι ακυρώνει κάθε παιδική προσδοκία;
Ο Καρακόκκινος παρουσιάζει με σαφήνεια το προβληματικό σκηνικό: ο κόσμος είναι γεμάτος «θύτες / εκούσιους φονιάδες / κι ακούσιους παρατηρητές» («Χωρίς ενοχές»)· τα όνειρα παραγράφονται, το κουφάρι της πόλης ξεσκίζεται από λυσσασμένα σκυλιά, κι ούτε δάκρυ δεν υπάρχει να χυθεί («Η πόλη κοιμάται»)· η προσποίηση περισσεύει και τα ήθη καταρρέουν, καθώς «Η κατεδάφιση πια αναπόφευκτη/ κι η παράσταση φτάνει στο τέλος της» («Ίσκιοι της σιωπής»)· ολομόναχος ο άνθρωπος «Πίνει τη μοναξιά», ποτίζοντας με αλκοόλ την «αιώνια θλίψη» του («Σ’ ένα ποτήρι η μοναξιά»)· μέσα στον «καθημερινό συρφετό» τα συναισθήματα καταπιέζονται κάτω από προσωπεία ανέκφραστα, τη στιγμή που η «έκρηξη συναισθημάτων» παραμένει «ηφαίστειο ενεργό» («Δρόμοι δακρύων»), H απάθεια απέναντι σε κάθε κακότητα, η αλλοτρίωση που επικρατεί, ερμηνεύουν την κατάρρευση.
Η ανθρώπινη απάθεια δεν αποτελεί συνθήκη περιστασιακή και τυχαία.
Οι άνθρωποι απουσιάζουν από κάθε αντίδραση κι αντίσταση
απέναντι στα όσα θλιβερά εκδηλώνονται και καταρρακώνουν την αν-
θρώπινη αξιοπρέπεια. «Κι εμείς σαν θεατές / σε θέατρο του παραλόγου / στο τέλος της παράστασης / μια καταιγίδα θα μας πνίξει.» («Κουκούλα καταδότη»). Στέκουν, συνεπώς, άβουλοι θεατές μπροστά στην εξελισσόμενη παράλογη τραγωδία. Ο Καρακόκκινος επιβεβαιώνει τις ισχύουσες συνθήκες μέσα από την επανάληψή τους.
Πέρα από την εμφαντική επανάληψη, πρόσθετο εργαλείο που χρησιμοποιεί ο ποιητής είναι η μεταφορά από μία κατάσταση σε άλλη, μια μεταφορά που συνήθως οδηγεί κι από την κυριολεκτική στη μεταφορική χρήση του λόγου. Οι τυφώνες «στην εποχή τους» ξεριζώνουν δέντρα, αρπάζουν στέγες, βουλιάζουν καράβια- οι τυφώνες «στην εποχή μας» «ξεριζώνουν θεμέλια / αρπάζουν το αύριο / […| βουλιάζουν αθώες ψυχές» («Τυφώνες»). Το ποίημα οργανώνεται σε δύο στροφές, στις οποίες οι δύο «εποχές» παρουσιάζονται με τα ίδια ρήματα, τοποθετημένα ακριβώς σε αντίστοιχους στίχους και στην ίδια θέση μέσα σ’ αυτούς. Οι κυριολεκτικές εκδηλώσεις των τυφώνων στην πρώτη στροφή παραδίνουν τη θέση τους στη μεταφορική λειτουργία της δεύτερης, όπου οι καταστροφές παύουν να είναι πια υλικές και αφορούν τη συντριβή των ανθρώπων μέσα σε ένα ανέλπιδο μέλλον. Έτσι οι τυφώνες μεταλλάσσονται σε σύμβολο των δεινών της σύγχρονης εποχής.
Συμβολικά λειτουργούν και τα μυθικά πρόσωπα ή, γενικότερα, οι μύθοι τους οποίους αξιοποιεί ο ποιητής. Για να αποδώσει το ολοκληρωτικό ηθικό ναυάγιο της σύγχρονης εποχής επικαλείται πλαγίως τον μύθο της Γοργόνας, της αδελφής του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η Γοργόνα βύθιζε τα καράβια των πληρωμάτων εκείνων που της απαντούσαν ότι ο βασιλιάς δεν ζει πλέον. Ο ποιητής σχολιάζει ότι δεν υπάρχει πια λόγος για κανέναν να φοβηθεί και να αλλάξει δρόμο, εφόσον «Δεν βουλιάζουν ναυαγισμένα καράβια» («Ναυάγια»), Το ναυάγιο είναι εξ ορισμού ναυαγισμένο και δεν επιδέχεται κάποια ελπιδοφόρα μεταβολή.
Η κοινωνική κατάπτωση δηλώνεται από τον Καρακόκκινο με σκηνικά στημένα σε κάθε τόπο. Από τα ναυάγια στη θάλασσα ο ποιητής μεταβαίνει σ’ έναν «τρύπιο ουρανό / που στάζει σκοτωμένα χελιδόνια» («Σημάδι άνοιξης»). Επαναφέρει, όμως, στο ίδιο ποίημα και τη θάλασσα, εισάγοντας ξανά το μυθολογικό πλαίσιο: «Κι η θάλασσα άδεια πενθεί/ κάτω από μαύρα πανιά αιώνων.» Εδώ η επίκληση αφορά τον μύθο του Μινώταυρου, στον οποίο οι Αθηναίοι πρόσφεραν θυσία εκλεκτούς νέους και νέες τους, ως αντίτιμο
στον βασιλιά της Κρήτης, τον Μίνωα, του οποίου τον γιο είχαν άδικα σκοτώσει. Το αθηναϊκό πλοίο που μετέφερε στην Κρήτη τούς προς θυσία Αθηναίους, επέστρεφε πίσω με μαύρα, πένθιμα πανιά. Τα πανιά αυτά, λοιπόν, σχολιάζει ο ποιητής, είναι από αιώνες μαύρα. Η θάλασσα ποτέ δεν έπαψε να πενθεί, κι ας απάλλαξε τους Αθηναίους απ’ τον αιματηρό φόρο ο Θησέας, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση.
Αξιοποιεί και τροποποιεί τον μύθο, συνεπώς, ο Καρακόκκινος, ακριβώς για να δηλώσει τη διαχρονικότητα της ανθρώπινης φθοράς. Τα αρχετυπικά πάθη, η εκδίκηση, η «ηδονή των δακρύων» αποτυπώνονται στον μύθο της Ηλέκτρας, «Σε χρόνο άχρονο». Η Ηλέκτρα, επομένως, δεν είναι παρά η αφορμή. Σε κάθε εποχή θα βρίσκονται νέες Ηλέκτρες, οι οποίες θα βάφουν «το σκοτάδι / με κόκκινες αστραπές / από αίμα» («Ηλέκτρα»), Οι ανθρώπινες μικρότητες επαναλαμβάνονται αέναα, καθιστώντας τον χρόνο στατικό, αμετάβλητο.
Τα αίτια της φθοράς αποδίδονται από τον Καρακόκκινο με τη χρήση εικόνων που τα σχηματοποιούν. Οι άνθρωποι που αναζητούν μέσα στα βαγόνια των τρένων «Εισιτήρια διαφυγής», σύμφωνα με το ομότιτλο ποίημα, βλέπουν τους ελεγκτές να φέρουν «στολή στρατηγού». Οι «αδέσποτοι» κίνδυνοι που εξωθούν στην προσφυγιά, παραπέμπουν στις αδέσποτες σφαίρες. Ό,τι όμως δηλώνεται υπαινικτικά με τη χρήση σημαινόντων όρων, δηλώνεται και
ρητώς στην εικόνα του ελεγκτή στρατηγού. Ο πόλεμος κατονομάζεται ως ο ένοχος του ξεριζωμού, της προσφυγιάς και των βασάνων για πλήθος ανθρώπων.
Το κορίτσι του σταθμού παρέχει μία ακόμη παραστατική εικόνα, όπου η μικρή βιοπαλαίστρια, πουλώντας τσιγάρα με χαμόγελο προσποιητό και κρυμμένη την πραγματική της θλίψη, απομένει, στο τελείωμα της μέρας, σ’ ένα άδειο παγκάκι «να ζωγραφίζει ένα δικό της τρένο / σαν το παιδικό δωμάτιο» («Το κορίτσι του σταθμού»). Η μελαγχολική εικόνα του Καρακόκκινου βρίσκει, ωστόσο, μια διέξοδο στο όνειρο: το κορίτσι δραπετεύει τη νύχτα, με τον
Πήγασο της φαντασίας της, στον πιο μακρινό αστερισμό, αναζητώντας εκεί την αγάπη. Στη μελαγχολία ο ποιητής αντιπαρατάσσει το όραμα. Ή, αν δηλωθεί με την αντίθεση που μεταχειρίζεται ο ίδιος, «μεσούντος φθινοπώρου» αναζητά «γενέθλια άνοιξη» («Ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης»).
Εκεί, συνεπώς, που οι νύχτες μοιάζουν μετέωρες, η ελπίδα προβάλλει σε «αστερισμό λιμάνι» («Μέρες Αυγούστου», IV). Στο φως των αστεριών, στη νύχτα, εκεί που τα βάσανα παραδίνονται στον ύπνο, ξυπνάει τ’ όνειρο. Οι πειρατές μπορεί να λεηλάτησαν τα πάντα, όμως η διεκδίκηση από τον θησαυρό δεν εγκαταλείπεται. Κι ο θησαυρός αυτός είναι το όνειρο, το γέλιο, το μεταξωτό μαντίλι της κόρης, το «παλιό βιβλίο ποιημάτων» («Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι»). Με σχήμα κύκλου που θέτει στην έναρξη και στον επίλογο της συλλογής το όνειρο, ο Καρακόκκινος σχεδιάζει την απόδραση από τον ζόφο του κόσμου με μια κόκκινη Χάρλεϊ. Κι αν η ζωή
δεν βρει ελευθερία σ’ αυτή τη σύγχρονη κόλαση, ίσως ν’ αγγίξει την
απελευθέρωσή της πάνω στη μηχανή, «ένα με τον αγέρα», στο «τέρμα της ζωής» («Κόκκινη Harley»). Λαθρεπιβάτης του ονείρου ο ποιητής, αλλάζει ξανά το μεταφορικό του μέσο, μετατρεπόμενος ο ίδιος σε πειρατή της ασφάλτου. Το εγχείρημα πολύμοχθο, καθώς διαγράφεται ουτοπικό- πάντοτε, ωστόσο, διεκδικήσιμο.

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ 2/7/2018

Λυρικά ποιήματα σε γκρίζο φόντο

Ο Κύπριος ποιητής Ανδρέας Καρακόκκινος, με καταγωγή από τη Μόρφου, που ζει στη Θεσσαλονίκη από το 1974, είμαι γενικά ολιγογράφος, με μόλις τρεις ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό του. Είναι ωστόσο παθιασμένος με την ποίηση, ειδικά με την κυπριακή ποίηση, την οποία προβάλλει και προωθεί ποικιλοτρόπως, με ιστολόγια, δημοσιεύσεις, εκδόσεις και αναρτήσεις στον ελλαδικό χώρο. Κι όλα αυτά τα πράττει με ιδιαίτερη αφοσίωση, ζέση και συνέπεια, εδώ και δεκαετίες.

Αυτή η ενοραματική ενασχόληση δεν μπορούσε παρά να αποδώσει και ποιητικούς καρπούς. Έτσι πιστεύω πως γεννήθηκαν και οι συλλογές «Πνοή της Άνοιξης», (2007) «Λεμονανθοί στο πέλαγο», (2013) και «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», (2017) που θα επιχειρήσω να παρουσιάσω με το παρόν σημείωμα.

Ποιήματα σε γκρίζο φόντο θα χαρακτήριζα μεγάλο μέρος των δημιουργημάτων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, καθώς σε αυτά ιχνηλατείται ένα συναίσθημα πικρίας, απογοήτευσης, πεσιμισμού. Από εκεί και πέρα, στέρεος και στιβαρός θεματικός πυλώνας στην ποίηση του Α.Κ. είναι ο έρωτας, ενώ τα ποιητικά του αντανακλαστικά διεγείρει και η επικαιρότητα.

Ας ξεκινήσω από την τελευταία. Ως κατακραυγή για τα διεθνή πολιτικο-κοινωνικά δρώμενα μπορεί να εκληφθεί η ποίηση του Α.Κ. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό δείγμα γραφής, που δεν επιδέχεται αμφίσημες ερμηνείες: «Θάβουμε ενοχές / στα πηγάδια της λήθης / και ξεθάβουμε / ρήσεις αθωωτικές / για ένα κόσμο γεμάτο θύτες / εκούσιους φονιάδες / κι ακούσιους παρατηρητές». (σελ. 10)

Ο Α.Κ. με την ίδια αγνότητα, με τον ίδιο ιδεαλισμό που περιβάλλει την ποίηση, περιβάλλει και τις πανανθρώπινες αξίες όπως η δημοκρατία και η ελευθερία: «…σβήνουν ένα – ένα τα φωνήεντα / από τη λέξη Ελευθερία / και την αφήνουν άφωνη / και κατακρεουργημένη». (σελ. 12)

Ο Α.Κ. γραφεί όμως και στίχους γεμάτους θλίψη, όπως προείπα, στίχους πενθοφόρους και λυπητερούς: «Κι η θάλασσα άδεια πενθεί/ κάτω από μαύρα πανιά αιώνων». (σελ. 19) Εδώ η πικρή γεύση της απογοήτευσης προσλαμβάνει κι ένα διαχρονικό χαρακτήρα. Μάλιστα, σ’ αυτούς ενυπάρχει κι ένα στοιχείο συνθλιπτικής κατηγορηματικότητας: «…οι γοργόνες κολυμπάνε / σε νεκρές θάλασσες. / Δεν ρωτάνε πια αν ζεις / αλλά πόσες φορές πεθαίνεις». (σελ. 15)

Η ποίηση του Α.Κ. αιωρείται ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως, την πανδαισία των χρωμάτων και τη μονοτονία του γκρίζου. Επιστρατεύει, ωστόσο, ειδυλλιακές εικόνες για να δώσει υπόσταση στο ποιητικό του εγώ: «Κι εσύ ακροβατείς / στην τεντωμένη γραμμή / που δένει τα σκοτάδια / με το θαλασσινό ξημέρωμα / και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη / στίχους από χρωματιστές κλωστές / με ρίμες μεταξένιες». (σελ. 31) Εδώ η λέξη κλειδί είναι το ρήμα «ακροβατείς». Καθώς, η όλη ουσία έγκειται στην ακροβασία μεταξύ θέσης και αντίθεσης, μαύρου και άσπρου, φωτός και σκοταδιού. Και εννοείται πως δεν νικά πάντα το καλό.

Όμως, μέσα από την θλίψη και την συντριβή, μέσα από τις στυφές γεύσεις και τα μουντά χρώματα, ξεπροβάλλει ένας βαθύτατος λυρισμός, με τρυφερότητα, ευαισθησία και παραστατικότητα: «Απόψε κρύφτηκαν τα μάτια σου / σε σκοτεινές σπηλιές / μιας θάλασσας παράξενης / παλιό λημέρι πειρατών / και τυμβωρύχων των ονείρων…». (σελ. 23)

Εκεί όπου ο ποιητής αφήνει μια χαραμάδα φωτός να αχνοφέγγει, ένα πικροχαμόγελο να ζωγραφίζεται στα χείλη, είναι όταν καταπιάνεται με την ερωτική θεματική. Σε αυτήν ειδικά ο λυρισμός του γίνεται πληθωρικότερος και φωτεινότερος: «Παίζεις με σημαδεμένες / λέξεις / σαν τους παλιούς / χαρτοκλέφτες. / Αφήνεις κλεμμένους στίχους / στο τραπέζι, / πάντα σε σχήμα καρδιάς, / τους βαφτίζεις έρωτα / και κερδίζεις τη παρτίδα». (σελ. 26)

Γενικά όμως ο Α.Κ. γράφει ερωτική ποίηση στην αρχέγονή της μορφή. Αγνή και απροσποίητη, ποίηση που ξεχειλίζει από λυρισμό και εξιδανίκευση, τρυφεράδα και ευαισθησία. Ποίηση που έλκει την καταγωγή της από έναν κλασικότροπο ρομαντισμό περασμένων αιώνων: «Το αντιφέγγισμα / της εικόνας σου / ένα αστέρι ροδοπέταλο / που ξημερώνει ανατολή / πριν γεννηθεί ο ήλιος / το πρώτο φιλί / στα χείλη του καλοκαιριού / πριν χαράξει η μέρα / το σκίρτημα / του ερωτευμένου ονείρου / που αναζητά το φως / πριν ανοίξουν τα μάτια». (σελ. 46)

.

ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΠΑΠΑΛΕΟΝΤΙΟΥ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΝΕΥ ΤΕΥΧΟΣ 64/ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 2017

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος (Μόρφου 1952), ο οποίος ζει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη, επιχειρεί με την τρίτη ποιητική συλλογή του να ανανεώσει τα θέματα και τη γραφή του. Αφήνει πίσω τα κοινά και τετριμμένα θέματα για την Κύπρο και το άλυτο πρόβλημά της (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να γράφονται ποιήματα κυπριακής θεματικής) και ξανοίγεται στα μεγάλα θέματα της λογοτεχνίας και της ζωής, με έμφαση στον υπαρξιακό άνθρωπο. Παράλληλα, δοκιμάζει να ανανεώσει σε σημαντικό βαθμό τη γραφή του και να καλλιεργήσει έναν αφαιρετικό και υποβλητικό λόγο, που διαφοροποιείται αρκετά από την πιο αναφορική και εμπράγματη γραφή των προηγούμενων συλλογών του.
Στα νέα ποιήματά του ο Α. Καρακόκκινος επικεντρώνεται, όπως είπαμε, στον υπαρξιακό άνθρωπο, που μοιάζει αποξενωμένος με το περιβάλλον του και βουλιάζει στη μοναξιά και τη θλίψη. Η γύμνια των καιρών μας, τα χαμένα όνειρα, οι μάταιες ελπίδες, τα ναυαγισμένα καράβια, η παρακμή της ζωής, η νύχτα και η σκιά του θανάτου είναι από τα βασικά θεματικά μοτίβα που επανέρχονται στα περισσότερα κείμενα της συλλογής. Στις καλύτερες στιγμές του βιβλίου (λ.χ. «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι», «Ναυάγια», «Με σεντεφένια ηλακάτη») ο ποιητής δείχνει ότι ελέγχει και ενορχηστρώνει αποτελεσματικά τα εκφραστικά του μέσα. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, δίνεται η εντύπωση ότι παρασύρεται σε λεκτικές ακροβασίες, σε έναν λόγο επιδεικτικό ή υπέρμετρα αφαιρετικό, που δεν εναρμονίζεται πάντα με το περιεχόμενο.
Η πάλη του ποιητή-ήρωα να δαμάσει τις εσωτερικές ανησυχίες του και να τις ενορχηστρώσει με την τέχνη της ποιητικής γραφής θεματοποιείται στο αξιόλογο ποίημα ποιητικής «Με σεντεφένια ηλακάτη», από όπου μεταφέρουμε τις δύο τελευταίες ενότητες: «Οι φλέβες τεντωμένες / τυλίγονται γύρω απ’ το κορμί / που πάλλεται στην αγωνία / της αμφίβολης αναζήτησης / σε ουδέτερη ζώνη ανάμεσα / στην Πύλη του Αχέροντα / και μια μακρινή Ιθάκη. // Κι εσύ ακροβατείς / στην τεντωμένη γραμμή / που δένει τα σκοτάδια / με το θαλασσινό ξημέρωμα / και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη / στίχους από χρωματιστές κλωστές / με ρίμες μεταξένιες». Ίσως θα ήταν καλά ο ποιητής να παντρέψει τον ελεύθερο στίχο του με περισσότερα στοιχεία της προσωδίας (όπως συμβαίνει στους τελευταίους στίχους του παραθέματος).
Μεταφέρουμε εδώ ολόκληρο το πρώτο ποίημα της συλλογής, με τον τίτλο «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι», στο οποίο προδιαγράφεται το στίγμα των περισσότερων κειμένων του βιβλίου: «Τις νύχτες ταξιδεύουμε / λαθρεπιβάτες σε πειρατικό καράβι / κρυμμένοι πίσω από ξύλινα βαρέλια / περιμένουμε τους πειρατές / ν’ απλώσουν τα κλεμμένα / στο κατάστρωμα. // Ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα / τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας / και το ασημένιο δακτυλίδι, / τ’ αστέρια που έπεσαν / τις καλοκαιρινές βραδιές / και το μεταξωτό μαντίλι της κόρης. // Πριν το ξημέρωμα κατεβαίνουμε στ’ αμπάρι / αναζητούμε χάρτες με το νησί των θησαυρών / κι εκείνο το παλιό βιβλίο ποιημάτων. // Ύστερα κλέβουμε ρακί / μεθάμε μάταιες ελπίδες / και κοιμόμαστε στο ίδιο όνειρο λαθρεπιβάτες».

.

ΠΕΡΣΑ ΖΗΚΑΚΗ

Με λυρικό ρεαλισμό ο Άνδρέας Καρακόκκινος καταθέτει τη ψυχή του με τους “ΛΑΘΡΕΠΙΒΑΤΕΣ ΣΕ ΠΕΙΡΑΤΙΚΟ”. Είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του αυτή που τώρα κρατώ στα χέρια μου.
Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γεννήθηκε ποιητής, εκεί στη κατεχόμενη Μόρφου στην Κύπρο, αλλά από το 1974 ζει και δημιουργεί το εξαιρετικό λογοτεχνικό του έργο στη Θεσσαλονίκη. Στους “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό” ο ποιητής μέσα από λιτή αλλά ιδιαίτερα συμβολική γραφή αιχμαλωτίζει πικρές αλήθειες, άλλοτε “ΣΕ ΚΛΟΙΟ Ε-Υ-ΦΟΡΙΑΣ”, όπου ” Στην πλατεία της ασυδοσίας/ περίμεναν στην ίδια σειρά/ ανυποψίαστοι αθώοι/ κι ένοχοι εκ προμελέτης/ να καταθέσουν στον ιερό βωμό/ το υστέρημα ζωής/ ή το περίσσεμα της αμαρτίας/ άλλοτε όταν ο ποιητής “Κάθισε στο “ΓΩΝΙΑΚΟ ΚΑΦΕ”
όπως κάθε πρωί/ να φορτώσει/ στη μέρα του ώρες/ στα όνειρά του πικρή καφείνη/ στη σκέψη του ασημένια δακτυλίδια καπνού”, όπου
“Σ’ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ Η ΜΟΝΑΞΙΑ” Παρατηρεί τους θαμώνες /τάχα αδιάφορα/ με βλέμμα πάντα λυπημένο/ Αναζητά συντροφιά γι απόψε/ ή για το πάντα της ζωής. και “ΧΩΡΙΣ ΕΝΟΧΈΣ” Γράφουμε όνειρα / και σβήνουμε ελπίδες/ ξεγράφουμε ονόματα/ κι αναζητάμε λέξεις/ να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών/ με ξεραμένα νυχτολούλουδα/ και ψεύτικα παραμύθια
μέχρι να μας χτυπήσουν αναπόφευκτα οι “ΤΥΦΩΝΕΣ” που
στην εποχή τους/ ξεριζώνουν δέντρα/ αρπάζουν στέγες/ πλημμυρίζουν τις ακτές/ σηκώνουν κύματα βουνά/ βουλιάζουν καράβια/
Οι τυφώνες στην εποχή μας/ ξεριζώνουν θεμέλια/ αρπάζουν το αύριο/
πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα/ σηκώνουν συρματοπλέγματα/ βουλιάζουν αθώες ψυχές
Μικρά αποσπάσματα έβαλα μόνο από τα ποίηματα του Άνδρέα Καρακόκκινου, που όμως σε βάζουν σε σκέψεις πολλές μέσα από τον πικρό όσο και φιλοσοφημένο λυρικό στοχασμό τους, μέσα από τον οποίο η καρδιά του ποιητή αφήνει τους χτύπους της να ακούγονται ηχηρά, λαβωμένη από τα ανεπούλωτα τραύματα παρελθοντικών πληγών που συντροφεύονται από αγωνία για τον άνθρωπο στο παρόν αλλά και στο μέλλον.
Στέκομαι στην αγαπημένη Θεσσαλονίκη με το υπέροχο “Ο ΟΚΤΩΒΡΗΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ”, ίσως το πιο “ανώδυνο” από τα ποιήματα της συλλογής “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό”.

Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της
με πολύχρωμα φωτάκια.
κι ο ουρανός της άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες
από ανάλγητες υποσχέσεις.
Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου
ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο
βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις
των αρχόντων.
Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια
την απελπισία τους
κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη
μεσούντος φθινοπώρου.

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

FRACTAL 4/7/2018

Ρεσάλτο στον αναγνώστη

Πριν από λίγο καιρό διαβάσαμε την ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου: «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ένεκεν» και διαπιστώσαμε ότι πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο.

Ας σταθούμε λίγο στον τίτλο: Οι λαθρεπιβάτες μπαίνουν στα κρυφά στα καράβια με κίνδυνο να τους πιάσουν, όμως, ο κίνδυνος αυξάνεται, αν το καράβι είναι πειρατικό. Οι λαθρεπιβάτες, που μπαίνουν σε πειρατικό καράβι διακινδυνεύουν την ίδια τους τη ζωή. Διαβάζοντας το ομώνυμο ποίημα της συλλογής ανακαλύψαμε ότι λαθρεπιβάτες είναι οι ποιητές, που μπαίνουν σε πειρατικά όνειρα και άρα το όλο τους εγχείρημα είναι αρκετά επικίνδυνο. Πειρατικό μπορεί να θεωρηθεί και ένα βιβλίο μεταφορικά, όταν έρχεται να ταράξει τα νερά και να κάνει ρεσάλτο στο νου του αναγνώστη. Και που κρύβονται οι λαθρεπιβάτες στο πειρατικό; Στα αμπάρια του. Κι έτσι έχουμε και τα δύο μέρη της συλλογής: «Αμπάρι 1» και «Αμπάρι 2».

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος χρησιμοποιεί σε ορισμένα ποιήματα το α΄ πληθυντικό πρόσωπο, αναφερόμενος σε ποιητές, αλλά ενδέχεται να αναφέρεται και στον εαυτό του και να χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό για λόγους έμφασης. Έτσι διαπιστώνει για τους ποιητές της εποχής μας: «Γράφουμε όνειρα / και σβήνουμε ελπίδες» και πιο κάτω: «πουλάμε ρητορείες φτηνές / για αλήθειες και για δίκια.» Ο ποιητής χρησιμοποιεί την αντίθεση στην περιγραφή εικόνων, έτσι έχουμε τους τυφώνες στην εποχή τους, που «πλημμυρίζουν τις ακτές» και «σηκώνουν κύματα βουνά» και τους τυφώνες στην εποχή μας, που «πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα» και «σηκώνουν συρματοπλέγματα». Ο σύγχρονος άνθρωπος παρομοιάζεται με ναυαγισμένο καράβι, που δεν φοβάται πια μην βουλιάξει, ενώ θα ήθελε να ζητήσει συγγνώμη στα παιδιά για τα όνειρα, που τους στέρησε. Ο Ανδρέας Καρακόκκινος στηλιτεύει τους ποιητές, που κλέβουν στίχους και ιδέες γιατί μπορεί να κερδίσουν το στιγμιαίο χειροκρότημα έχουν ήδη, όμως, χάσει το παιχνίδι της ζωής. Η μοναξιά του σύγχρονου ανθρώπου προκαλεί αιώνια θλίψη καθώς βλέπει τραγικές φιγούρες στα γωνιακά καφέ ή στα μπαρ, που «πίνει τη μοναξιά… …μ’ ένα ποτήρι στο χέρι.»

Τα ποιήματα του Ανδρέα Καρακόκκινου είναι λιτά και απέριττα. Μέσα σε λίγους στίχους, ο ποιητής καταφέρνει να αποδώσει και να μεταδώσει στον αναγνώστη όλα τα νοήματα, που επιθυμεί. Τα ποιήματα της συλλογής «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό» είναι γραμμένα σε ελεύθερο στίχο και δεν πεζολογούν καθώς υπάρχει μουσικότητα και ένας εσωτερικός ρυθμός, που κάνει τη συλλογή να διαβάζεται αβίαστα.

.

ΣΤΕΦΗ ΚΟΝΤΗ

,Ευχαριστώ για την απόλαυση και την ανάταση που μου χάρισε η νέα ποιητική συλλογή σου “Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό”. Από το πρώτο κιόλας ποίημα που δίνει και-επαξίως-τον τίτλο στη Συλλογή, νιώθει ο αναγνώστης τη δύναμη της γραφής σου καθώς “ψάχνουμε στα σκοτεινά για κείνα τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας και το χαμένο δαχτυλίδι” Αυτό το πρώτο ποίημα έγινε και το αγαπημένο μου που το διάβασα και το ξαναδιάβασα, αλλά και με τα επόμενα, το ένα καλύτερο από το άλλο, ένιωθα με κάθε στίχο ότι μπαίνω σε ένα κόσμο ιδανικό, αυτόν της αληθινής ποίησης, όπου οι λέξεις αγωνίζονται να αιχμαλωτίσουν τη στιγμή, το συναίσθημα που αλλιώς είναι άρρητο και εγκλωβισμένο στην ψυχή του ποιητή. Κοινωνώντας το αποκρυσταλλώνεται στον χώρο και στον χρόνο και είναι πάντα εκεί σε κάθε νέα ανάγνωση να σε ταξιδέψει, έστω και λαθρεπιβάτη…” Κι εμείς σαν θεατές σε θέατρο του παράλογου στο τέλος της παράστασης μια καταιγίδα θα μας πνίξει…οι διαδηλωτές απλώνουν τα ξύλινα κοντάρια της απελπισίας τους…Δεν βουλιάζουν ναυαγισμένα καράβια…τα άδεια ποτήρια αναζητούν οινοχόο να γεμίσει τη μοναξιά με χρώμα.. Πίνει τη μοναξιά με ένα ποτήρι στο χέρι στο μπαρ…Κάτω από ένα σεντόνι σύννεφο αγκαλιάζει νωχελικά την αγουροξυπνημένη μοναξιά…Ωστόσο, Ανδρέα, ξέρεις πολύ καλά ότι αυτή η “μεγάλη μοναξιά” του Ρίλκε είναι που γεννά τα πολύτιμα διαμάντια της ποίησης και σ’ ευχαριστώ για άλλη μια φορά που με έκανες κοινωνό τους.

.

ΛΙΛΙΑ ΤΣΟΥΒΑ

FRACTAl 07/03/2018

Θαλασσινό μελτέμι

Ανδρέας Καρακόκκινος «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», εκδ. Ένεκεν, σελ. 64

Κι οι νύχτες μας μετέωρες
αναζητούν αστερισμό λιμάνι.

«Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να αφηγηθεί κανείς τον εικοστό αιώνα», είχε πει ο Louis Aragon. Ο Ανδρέας Καρακόκκινος, στη νέα ποιητική του συλλογή, «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», αφηγείται την ιστορία του δικού μας αιώνα κλεισμένος σε δυο αμπάρια ενός πειρατικού πλοίου.

Από το αμπάρι 1, μπορεί να διακρίνει, τις νύχτες, κρυφά τους πειρατές να απλώνουν τα κλεμμένα στο κατάστρωμα. Το στίγμα του αιώνα μας έχει πλέον δοθεί και δεν είναι ελπιδοφόρο. Η δυστοπία των καιρών ξεκάθαρη. Χαμένα παιδικά όνειρα και ελπίδες πνιγμένες. Η πυξίδα δεν εμφανίζει «το νησί των θησαυρών» και εμείς, οι άνθρωποι του αιώνα, λαθρεπιβάτες στο ίδιο όνειρο, σβήνουμε ελπίδες. Εποχή «Χωρίς ενοχές».

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για έναν κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.

«Η πόλη ξυπνά μ΄ ένα τραγούδι στα χείλη της με το θάνατο στα μάτια της και ξημέρωσε κι ο κόσμος ετοιμάζεται να δολοφονήσει όνειρα», γράφει ο Cummings.

«Η πόλη κοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο σ΄ ένα τσουβάλι παραγραφέντα όνειρα», γράφει ο Ανδρέας Καρακόκκινος και φωτογραφίζει τις ζωές μας. «Ο Οκτώβρης της Θεσσαλονίκης» γίνεται μέρος του ίδιου σκηνικού.

Η πόλη απεγνωσμένα φωτίζει το σκοτάδι της
με πολύχρωμα φωτάκια.
κι ο ουρανός άστερος κι αφιλόξενος σε προσδοκίες
από ανάλγητες υποσχέσεις.

Οι λιγοστοί εραστές του φθινοπωρινού περιπάτου
ζυγιάζουν στο πλακόστρωτο
βήματα κι αβεβαιότητες από ανήμπορες λέξεις
των αρχόντων.

Οι διαδηλωτές απλώνουν στα ξύλινα κοντάρια
την απελπισία τους
Κι η πόλη απεγνωσμένα αναζητά γενέθλια άνοιξη
μεσούντος φθινοπώρου.

Ναυάγια, μελαγχολικά τραγούδια, άνθρωποι καταδότες στο πρώτο αμπάρι. Παθητικοποίηση, αδιαφορία, κλείσιμο στο εγώ. Το γκρίζο κυριαρχεί. Η ανάγκη για χρώμα μεγάλη. Βρέχει λυπημένα χαμόγελα και ξεθωριασμένα αστέρια. Ακόμη και οι κύκνοι είναι μαύροι. Η άνοιξη έχει προσπεράσει τον αιώνα μας. Ακραία καιρικά φαινόμενα κάνουν την εμφάνισή τους. Επικίνδυνοι τυφώνες που αρπάζουν στέγες, πλημμυρίζουν ακτές, βουλιάζουν καράβια, θεμέλια. Πλημμυρίζουν τα χέρια με αίμα, σηκώνουν συρματοπλέγματα.

Θλίψη για την οπισθοδρόμηση, με τις λέξεις πρόδηλες. Πληθώρα αρνητικών ουσιαστικών, ρημάτων, επιθέτων με κοινό τους παρονομαστή τη διάψευση, το ζόφο, τη μουντάδα. Συχνή λέξη το όνειρο.

Η ελπίδα ανασύρεται βίαια μέσα από τη θέα των νέων ανθρώπων, την όρεξή τους για ζωή και μάθηση. Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να απολογηθεί στη νέα γενιά για τον κόσμο που κληρονόμησαν.

Λουλούδια αραδιασμένα
στις καρέκλες του μικρού καφέ.
Παιδιά με το γέλιο τους
σ’ όλα τα χρώματα της άνοιξης
έτοιμα να καταχτήσουν
τη χειμωνιάτικη ομίχλη
που άπλωσαν στα πόδια τους.
Δεν έχουν φαρέτρα και σπαθιά
τ΄ άφησαν στο δωμάτιο των παιχνιδιών.
Έχουν στα χέρια τους βιβλία
και μέσα τους τη δίψα
να κρατήσουν στις χούφτες τη ζωή.
Ασπίδα τα δεκαεφτά τους χρόνια
και τα όνειρα που δεν τους χαρίστηκαν.
Τα όνειρα που τους στερήσαμε
Και μια συγνώμη που δεν δώσαμε.

«Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος» του Άλντους Χάξλευ, με την εφιαλτική προφητική του ενατένιση για μια κοινωνία φυσικού και ψυχολογικού καταναγκασμού, είναι εδώ. Ένας τέλειος τεχνοκρατικά πολιτισμός, που όμως έχασε τον κύριο συνδετικό του κρίκο, την ανθρωπιά.

Εισιτήρια διαφυγής υπάρχουν ακόμη;

Αναρωτιέται ο ποιητής κι αναζητώντας την απόδραση ανεβαίνει σε μια κόκκινη Harley για μια διαδρομή χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις, με ένα όνειρο στην τσέπη. Ο λόγος αποκτά τη διάσταση του επιθυμητού, με την υποτακτική να κυριαρχεί.

Απόδραση

μ΄ ένα όνειρο στην τσέπη
σε μια Harley κόκκινη
να γίνω ένα με τον αγέρα.

Σε μια διαδρομή
χωρίς προορισμό κι υποχωρήσεις
χωρίς το ανελέητο κυνηγητό
των πεπραγμένων.

Στην άσφαλτο
που θα κοχλάζει ερωτηματικά
σα καζάνι της κόλασης,
απάντηση καμιά.

Σε δυο ρόδες
θ΄ αναζητήσω την ταχύτητα
που έχει το φως
πριν έρθει το σκοτάδι.

Η ελευθερία της ψυχής
σε μια βελόνα του καντράν
που όλο ανεβαίνει ν΄ αγγίξει
το τέρμα της ζωής.

Στο δεύτερο αμπάρι, η αφηγηματική φωνή με μια σεντεφένια ηλακάτη γνέθει πιο αισιόδοξες λέξεις. Υφαίνει ρίμες μεταξένιες με στίχους από χρωματιστές κλωστές. Η γυναικεία παρουσία κάνει την εμφάνισή της. Μελαγχολική, μοναχική, αλλά και σαγηνευτική, σαν πύρινη οπτασία.

Οι Νηρηίδες, η Κυμοθόη με την άρπα της, η Γλαύκη με το τραγούδι και η Γαλάτεια με την ομορφιά, σέρνουν έναν ερωτικό χορό που κρατά αιώνες. «Κι όταν οι λέξεις του έρωτα ανάψουν μια μικρή φωτιά, το κερί λιωμένο κυλά, το αίμα γίνεται ποτάμι κόκκινο ορμητικό και τα μάτια δακρύζουν. Δρόμοι των δακρύων κι η έκρηξη συναισθημάτων ηφαίστειο ενεργό».

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
αιώνες τώρα ανάβει κάθε σούρουπο
το λύχνο στο βορεινό αστέρι
εκεί στο σταυροδρόμι του απείρου
που συναντιούνται οι ψυχές
σαν ταξιδεύουν στην καταχνιά
ψάχνοντας για κατάλυμα αγάπης.

Ο φαροφύλακας του σύμπαντος
με τ΄ άσπρα γένια ως το γόνατο
κάθεται αμίλητος και σκυθρωπός
και μόνο σαν ανταμώσουν δίπλα του
μάτια γεμάτα από τη δίψα του έρωτα
χαμογελά και δείχνει με το βλέμμα
το δρόμο για το δικό τους γαλαξία.

Η σκηνική διάρθρωση των ποιημάτων είναι έκδηλη, με το χωροχρόνο να κινείται σε δύο επίπεδα. Από τη μια σ΄ έναν χώρο φανταστικό (τα αμπάρια ενός πειρατικού πλοίου) και από την άλλη στον υπαρκτό κόσμο (ο πραγματικός χωροχρόνος- χρονότοπος).

Το πειρατικό πλοίο γίνεται μέσο για το πέρασμα στην ποιητική μυθοπλασία. Ο αφηγητής, όπως στο παραμύθι ή σε κείμενα επιστημονικής φαντασίας, από την κρυψώνα του (το φανταστικό χωροχρόνο), παρατηρεί τα πάντα. Μόνον που τα γεγονότα που αφηγείται, δεν ανήκουν στον κόσμο του παραμυθιού ή της επιστημονικής φαντασίας, αλλά είναι καθρέφτης του κόσμου στον οποίο ζούμε.

Ο ποιητής με κινηματογραφική ματιά και με πλαστική εικονοποιία εξιστορεί τον αιώνα μας. Χρόνος ο ενεστώτας, ο χρόνος του παρόντος αλλά και της διάρκειας. Στίχος μοντέρνος. Γραμματικοσυντακτικές αντιστοιχίες, επαναλήψεις και συνεχής συναισθηματική φόρτιση με ανοδικό ρυθμό.

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος, στη συλλογή «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό», ζωγράφισε τον κόσμο μας. Σαν πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, μπήκαν στο κάδρο εικόνες ανάρμοστες για την πορεία του πολιτισμού μας.

Όμως, η καταγγελία για τη δυστοπία των καιρών δεν κρατά επ΄ αόριστον στην ποίησή του. Μια δυνατή ακτίνα ελπίδας έρχεται να ξορκίσει το κακό δείχνοντας με το δάχτυλο τον έρωτα και τη νεότητα.

Κόψανε στη μέση
τον Αύγουστο
κι ο έρωτας κύλισε
καυτή κόκκινη άσφαλτος
σε χαραγμένους δρόμους.
Μισός ν΄ ανθοβολεί
από το γέλιο σου
κι ο άλλος να φουντώνει
μες στη φωτιά
από το άγγιγμά σου.

.

ΑΣΗΜΙΝΑ ΞΗΡΟΓΙΑΝΝΗ

FRACTAL 29/11/2017

Αναζητώντας μια άλλη γη

Εσωτερική αγωνία φανερώνει το νέο βιβλίο του Αντρέα Καρακόκκινου με τίτλο «Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό». Ο ποιητής είναι ανήσυχος. «Λαθρεπιβάτες» είμαστε όλοι εμείς ίσως που ζούμε σε μια κοινωνία που παραπαίει, που δεν ξέρουμε τί μας ξημερώνει, που μένουμε συχνά ενεοί μπροστά στα τεκταινόμενα γεμάτοι «μάταιες ελπίδες», γεμάτοι χαμένα όνειρα, που «αγοράζουμε θλίψη σε τιμή ευκαιρίας». Αγγίζει τούτη η ποίηση που έχει κοινωνικό πρόσωπο και είναι ανθρωποκεντρική με την έννοια ότι ενδιαφέρεται για το βίο και πολιτεία του σύγχρονου ανθρώπου. Οι ποιητές -και όχι μόνο αυτοί ίσως-«αναζητάμε λέξεις να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών».(Χωρίς ενοχές). Οι καιροί που είναι δύσκολοι και ίσως «δεν την σηκώνουν την ποίηση» όταν η πραγματικότητα σε οδηγεί αλλού, σου δείχνει έναν πιο ρεαλιστικό δρόμο. Τα προβλήματα είναι υπαρκτά, η κοινωνική παθογένεια μεγάλη. Ακόμα, οι μετανάστες, οι πρόσφυγες, οι ξεριζωμένοι γράφουν με μεγάλα γράμματα τη δική τους Ιστορία. Και οι πολιτικοί και οι πολεμοχαρείς, «οι εκούσιοι φονιάδες» και οι άλλοι, «οι εκούσιοι παρατηρητές», όλοι αυτοί «κατεδαφίζουν τα χαμόγελα /κατεδαφίζουν τις ελπίδες», «σβήνουν ένα -ένα τα φωνήεντα/από τη λέξη ελευθερία/και την αφήνουν άφωνη/και κατακρεουργημένη/ (Κουκούλα Καταδότη).

Ο Αντρέας Καρακόκκινος παρατηρεί, καταγγέλλει, κραυγάζει, μιλά για ένα θέατρο του παραλόγου στο οποίο-και εδώ είναι το θέμα-έχουμε καταντήσει θεατές. Δεν είμαστε ισχυροί για την ανατροπή, για την αντίσταση, για την άρνηση, και αυτό είναι θλιβερό. Στο ποίημα «Ναυάγια» εύστοχα γράφει:

Οι μύθοι αργοσβήνουν
σε άστεγες ελπίδες
κι οι γοργόνες κολυμπάνε
σε νεκρές θάλασσες.
Δεν ρωτάνε πια αν ζεις
αλλά πόσες φορές πεθαίνεις.
Αν τις συναντήσεις μη φοβηθείς
και μην αλλάξεις δρόμο.
Δεν βουλιάζουν ναυαγισμένα πλοία.

Δυσάρεστες διαπιστώσεις, «το σημάδι της Άνοιξης που μας προσπέρασε», διάχυτη απαισιοδοξία, πικρία αναπόφευκτη, εικόνες κατεδάφισης και παρακμής, ποιήματα σαν μελαγχολικά τραγούδια συναντάμε εδώ, αλλά μας αφορούν, αναφέρονται στην υφή της ζωής μας πια. [«Κι έγινε η νύχτα λύπη/γερμένη σ’ ένα θλιμμένο νυχτολούλουδο/ν’ αναζητά κρυψώνα» Έγινε η νύχτα λύπη] Και σημασία έχει ότι πετυχαίνουν να κινητοποιήσουν κάτι μέσα μας εν τέλει, ότι μας βάζουν σε μια διάθεση αφύπνισης, έτσι σε πείσμα να κρατηθούμε ζωντανοί ,να μην αφεθούμε σε ό,τι πάει να μας σκοτώσει. Ο ποιητής αναρωτιέται αν υπάρχουν ακόμα εισιτήρια διαφυγής. Για ποιους; Για τους «ξένους» που έρχονται στη χώρα μας, για μας τους ίδιους που βιώνουμε τα δικά μας αδιέξοδα μέσα στην ίδια μας την πατρίδα; Όλοι μας μόνοι είμαστε. Και ούτε μέσα μας δεν βρίσκουμε την Ελευθερία. Γιατί μόνο αν τη βρούμε μέσα μας και μόνο τότε θα τη νιώσουμε.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου που φέρει τον τίτλο «Με σεντεφένια ηλακάτη», πιο ήπιες οι λέξεις, πιο μαλακό το ύφος, παρέλαση γένους θηλυκού, αφού πολλά ποιήματα αφορούν σε γυναίκες: «Το κορίτσι του σταθμού» το κορίτσι του «γωνιακού καφέ», το κορίτσι που στο μπαρ πίνει σε ένα ποτήρι τη μοναξιά του και «αναζητά μια συντροφιά/ για απόψε/ή για το πάντα της ζωής» γεμάτο αιώνια θλίψη. Επίσης, το ποίημα με τίτλο «Γυναίκα», και έντονη φλογερή γυναικεία παρουσία στο «Ταngo Argentino». Η Ηλέκτρα, η γοργόνα της σιωπής, οι Νηρηίδες στιγματίζουν διαφορετικά το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου. Έντονη η ανάγκη εδώ για γαλήνη, για ευτυχία, για κάτι όμορφο και λαμπερό. Μια ελπίδα που με κάθε ευκαιρία αποτυπώνεται στους στίχους. Για παράδειγμα:

…και υφαίνεις με σεντεφένια ηλακάτη
στίχους από χρωματιστές κλωστές
με ρίμες μεταξένιες.
(Με σεντεφένια ηλακάτη)

***

…αναζητά τον εαυτό της
να κάθεται σ’ ένα παράθυρο
και ταξιδεύει στο όνειρο
της μαγεμένης μελωδίας

(Το κορίτσι του σταθμού)

***

…στο ερωτικό λυκαυγές τους
τυλίγουν την ανάσα τους
σε αμφίβολα πορίσματα
και ντύνονται νυχτολούλουδα.

[Νυχτολούλουδα]

***

…ν’ αναζητήσει μια άλλη γη
να της χαρίσει την αγάπη

[Γοργόνα της σιωπής]

Το δεύτερο μέρος λοιπόν ενέχει περισσότερη αποδοχή, ένα βλέμμα πιο αισιόδοξο, ένα χαμόγελο με νόημα, μια φλόγα ψυχής πιο δυνατή, προς την Άνοιξη βλέπει, εκεί η επιθυμία οδηγεί. Ο ποιητής σε γλώσσα άμεση και λιτή, με τις σωστές συνδέσεις, πότε σε χρόνο πραγματικό πότε σε χρόνο άχρονο τον αναγνώστη οδηγεί.

.

ΦΑΝΗ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΟΥ

Σαν όνειρο
ένα ταξίδι η ζωή,
ένα ταξίδι η Ποίηση με την Ποίηση
και τις λέξεις που γίνονται ιστορίες, μνήμες, νοσταλγία αλήθειες.
(Σαν) λαθρεπιβάτες σε πειρατικό, ο ποιητής μας καλεί να αποποιηθούμε για λίγο τον ρόλο που έχουμε στην καθημερινότητα μας και να καταφύγουμε/ να δραπετεύσουμε/ να σαλπάρουμε σε καιρούς και χρόνους αλαργινούς να συναντήσουμε έστω μέσα από το όνειρο, τους θησαυρούς των επιθυμιών μας που δεν μπορέσαμε να πραγματοποιήσουμε, πριν επιστρέψουμε και πάλι στην σκληρή πραγματικότητα.
Διάχυτος λυρισμός διατρέχει όλα τα ποιήματα της συλλογής που διαρκώς όμως αναγκάζεται να παλεύει με τον σύγχρονο σκοτεινό αιματηρό κόσμο μας. Απ’ αυτή την ανελέητη πάλη γεννάται ένα βαθύ συμπάσχον βλέμμα και ποιητικός λόγος ενσυναίσθησης, η ποίηση αποκτά κοινωνική υπόσταση με πρόσωπο ανθρώπινο αλληλέγγυο. Ο ποιητής κρατά γερά το σκαρί των λέξεων των νοημάτων δεν το αφήνει να χαθεί στην μάταια σκληρή εποχή μας μα το οδηγεί στην διάκριση στην εξισορρόπηση ακόμα και εκεί που ‘’ούτε το φως έχει δύναμη και ασφυχτιά’’.
‘’Για έναν κόσμο γεμάτο θύτες/ εκούσιους φονιάδες κι’ ακούσιους παρατηρητές’’ ..επισημαίνει, εστιάζει διαπιστώνει καταγγέλει. Εύστοχα χαρτογραφεί την εποχή μας και παραλληλίζει/ παρομοιάζει τις φυσικές καταστροφές που επιφέρουν οι τυφώνες με κάποιους άλλους τυφώνες του ολέθρου των κοινωνικών καταστροφών. Στηλιτεύει τους καταδότες μα και όλους εμάς τους αμέτοχους παρατηρητές τους γεμάτους αδιαφορία μπροστά στο θέατρο του παραλόγου που επιτρέπουμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας με θύματα ενήλικες μα κ παιδιά που δολοφονούνται άγρια από τις ριπές των πολέμων και ξεριζώνονται ως πρόσφυγες από τις εστίες τους.. ’’κι’ η θάλασσα άδεια πενθεί/κάτω από τα μαύρα πανιά αιώνων.’’
Από αυτόν τον αποτρόπαιο κόσμο που δημιουργεί αποστροφή ο Ανδρέας Καρακόκκινος ζητά κάποια διέξοδο μια διαφυγή με μια ‘’Χάρλευ’ ’να δραπετεύσει
Αναρωτιέται λοιπόν‘’ εισιτήρια διαφυγής υπάρχουν ακόμα;’’
Και πράγματι στο δεύτερο μέρος της συλλογής ‘’με σεντεφένια ηλακάτη’’ συνεχίζει να γράφει με αβίαστη ροή και έναν συνεννούντα ποιητικό ρυθμό και να μας μεταφέρει/να μας οδηγεί μέσα από εκρήξεις συναισθημάτων που γεννά και επιφέρει ο έρωτας. Ακόμη κι’ αν έχει κι’ αν περιέχει και τις πτυχές της θλίψης, της μοναξιάς της απογοήτευσης, της απόρριψης του χωρισμού παρ’ όλα αυτά εξαίρει το μέγεθος την αξία του έρωτα ως θριαμβευτή που τελικά σημαίνει/συμβολίζει και τη νίκη τον θρίαμβο της ίδιας της ζωής.

.

ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

«Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό» είναι ο τίτλος της νέας ποιητικής συλλογής του αγαπητού Ανδρέα Καρακόκκινου, την οποία , με ιδιαίτερη χαρά, έλαβα από τον ίδιο. Τίτλος ευρηματικός, αφού τα «κλεμμένα» της ζωής μας , κρυμμένα πια στα καράβια των πειρατών που τα έχουν αρπάξει, αποτελούν πάντα μια πηγή νοσταλγίας αλλά και επιθυμίας για επανάκτηση: « …τα χαμένα όνειρα, το γέλιο μας και το ασημένιο δακτυλίδι, τ΄αστέρια που έπεσαν τις καλοκαιρινές βραδιές και το μεταξωτό μαντίλι της κόρης…» Ο ανθρώπινος βίος μοιάζει στους στίχους του ως μια επαναληπτική ματαίωση προσδοκιών. Διάχυτες η πίκρα και η μελαγχολία στα ποιήματα του πρώτου μέρους της συλλογής. Η νύχτα πιο έντονη απ΄τη μέρα. « Μελαγχολικό το τραγούδι της νύχτας με νότες που χορεύουν αργά και λυπημένα». Ξεθωριασμένα τα αστέρια, κατά τον ποιητή, και μια άνοιξη που μας προσπέρασε. Οι χαραμάδες του παιγνιδιού κλείνουν στα τρένα της ζωής. Αλλά ο ποιητής αναρωτιέται: « Εισιτήρια διαφυγής υπάρχουν ακόμα;» Καταφατική η απάντηση, αφού ο Ανδρέας Καρακόκκινος κρατάει την πίστη του ακόμα ζωντανή στο ποίημα « Κόκκινη Harley”, σε ένα κόκκινο όνειρο , σε μια ταχύτητα μέσα στη στασιμότητα . « Σε δυο ρόδες θ΄αναζητήσω την ταχύτητα που έχει το φως πριν έρθει το σκοτάδι».
Κι ίσως ο έρωτας, η αγάπη, να είναι το μυστικό για όλα όσα κλάπηκαν και δεν έχουν επιστραφεί. Να γίνει η ζωή μια κόκκινη φλόγα , να « στροβιλίζεται στους ρυθμούς ενός tango argentino». Μόνο έτσι θα μπορούμε να δούμε « του έρωτα το φτερωτό άλογο να μας χαμογελά τις νύχτες».
Στο τέλος της συλλογής, ο ποιητής δεν μιλάει πια για νύχτες, αλλά για τη φωτιά που μπορεί να πυρπολήσει τις μέρες. « Οι μέρες κυλάνε γεμάτες ζεστό Αύγουστο και θαλασσινό μελτέμι». Κι έτοιμα να είναι τα πανιά της ψυχής του ανθρώπου, να ξανοιχτούνε και πάλι στο καλοκαίρι τους με ούριο άνεμο και φως αυγουστιάτικο. Κι οι άνθρωποι που έχουν χαθεί μέσα στις απώλειες, να αρμενίσουν στη θάλασσά τους όχι πλέον ως …λαθρεπιβάτες, αλλά ως συνειδητοποιημένοι ταξιδιώτες, με αποσκευές ψυχής και καρδιάς, που αναζητούν τον ιδανικό γι΄αυτούς προορισμό ζωής.
Μια ποιητική συλλογή που αναδεικνύει την ευαισθησία του ποιητή, το όμορφο παιχνίδισμα που επιχειρεί με τις λέξεις, τη στοχαστική του ματιά πάνω από τη ζωή, την ελπίδα που δεν θέλει να δει να πεθαίνει.
Καλοτάξιδο το καινούριο σου βιβλίο, αγαπητέ Ανδρέα. Κι εύχομαι, με μια κόκκινη Harley, με ένα κόκκινο όνειρο, να μπορεί κάθε φορά ο άνθρωπος να ανοίγει μια ακόμα διαφυγή στο φως, την ώρα που ένα σκοτάδι τον περικυκλώνει και τον απειλεί.

.

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γράφει μια ποίηση απολογισμού με το βάρος της συσσωρευμένης πείρας αλλά και όλη τη συνακόλουθη ενοχή. Ταυτόχρονα νιώθεις διαβάζοντας τη ζωντανή φλέβα να δονείται πίσω από τις λέξεις. Λέξεις διαλεγμένες μία προς μία για να βρίσκουν ευθύβολα τον στόχο τους, χωρίς παρερμηνείες. Καθαρός λόγος, ειλικρινής και ποιητικά αξιοδιάβαστος. Σύγχρονη η ματιά στον κόσμο, δοσμένη με τη σοφία της αποθηκευμένης παρατήρησης τόσων χρόνων. Φυσικά η ποιητική αξία δεν είναι ταυτόσημη της ηλικίας, ωστόσο δεν μπορείς να μην εντοπίσεις την ωριμότητα των ποιητικών εικόνων, να μη διαβάσεις την απελπισία των καιρών με την οπτική μιας πικρής συνειδητοποίησης.

.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ

Λαθρεπιβάτες σε πειρατικό. Αυτός είναι ο τίτλος του νέου ποιητικού βιβλίου του φίλου ποιητή Ανδρέα Καρακόκκινου Andreas Karakokkinos που παρέλαβα ευφρόσυνα πριν από μερικές μέρες.
Ο ποιητής πιστός στην ιδιοπρόσωπη γραφή του, μάς μεταφέρει σε ένα πειρατικό καράβι για να μας ταξιδέψει, με λυρικούς τόνους και νοσταλγικές νότες, στο “νησί των θησαυρών” και σε άυλους ποιητικούς κόσμους, παρά “τη γύμνια των καιρών” και τα “χαμένα όνειρα”.
Οι λέξεις είναι για τον ευαίσθητο ποιητή μας αποτεφρωμένες, ανήμπορες, ασύμφωνες, “άδειες από φωνήεντα” κι άλλωτε σημαδεμένες, διαμελισμένες κι άφωνες να εκφράσουν “μάταιες και άστεγες ελπίδες” και “ψεύτικα παραμύθια”.
Με ένα βιβλίο ποιημάτων στο χέρι και ένα “όνειρο στην τσέπη” παρατηρεί απ’ το κατάρτι του πειρατικού καραβιού του, τούς θαμώνες του μικρού γωνιακού καφέ, το “κορίτσι του σταθμού”, τις “σταγόνες του Σεπτέμβρη”, την “μπάντα των αποδημητικών πουλιών” για να καταγράψει την “ομίχλη του προσωπείου”, τα κλεμμένα και “λυπημένα χαμόγελα”, τα “θολά και σκοτεινά πρόσωπα”, τις “σπασμένες σκιές”, τη “λύπη του μεσημεριού” και τους “ίσκιους της σιωπής”.
Τον συγκινούν τα “ναυαγισμένα καράβια”, τα “αφιλόξενα κάστρα” και οι “κυνηγημένοι μετανάστες” αλλά και οι “νεκρές θάλασσες”, τα “θλιμμένα νυχτολούλουδα” και οι “άνυδροι δρόμοι”.
Η “αιώνια θλίψη” της κατεχόμενης πατρίδας υποβόσκει σε πολλούς στίχους του πρόσφυγα ποιητή μας ο οποίος νοηματοδοτεί τη “γενέθλια άνοιξη”, “πικραμένες αυλές”, “δρόμους δακρύων”, “πόθους αναζήτησης” αλλά και “λυσσασμένα σκυλιά” και “κουκούλες καταδότη”.
Σε ένα “άστερο ουρανό”, τον αφυπνίζουν η αλήθεια, η ελευθερία, η μνημοσύνη, το όνειρο αλλά και ο χρόνος που για τον Καρακόκκινο είναι ωχρός και αμείλικτος.
Ο ποιητικός κόσμος του Ανδρέα Καρακόκκινου είναι γεμάτος επίσης με “Γοργόνες της σιωπής”, Πήγασους, Νηρηίδες, “Φαροφύλακες του Σύμπαντος”, “Μαγεμένες μελωδίες” και “Σπηλιές των θησαυρών” σαν ένα ζωντανό παραμύθι, σαν ένα ταξίδι στο φως.
Ο δόκιμος ποιητής μας, μεταποιεί το πρόσκαιρο σε αιώνιο, το φευγαλέο σε στιγμή. Αυτή δεν είναι εξάλλου και η μαγεία της ποίησης!

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΓΟΥΤΑΣ

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος τύπωσε ως τώρα δύο ποιητικές συλλογές. Πνοή της άνοιξης (2007) και Λεμονανθοί στο πέλαγος (2013). Και οι δύο είναι ιδιωτικές εκδόσεις. Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το δεύτερο βιβλίο του Κ., που το αντιμετώπισα ως ένα σπαραχτικό οδοιπορικό στην πληγωμένη Κύπρο, τόπο καταγωγής του ποιητή. Με χωνεμένες επιδράσεις και επιρροές από Ελύτη και Σεφέρη, ο Κ. γράφει ποιήματα με γνήσια νοσταλγία, όπου το άλγος, δηλαδή ο πόνος, υπερισχύει αλλά και προσδιορίζει τον νόστο. Στίχοι ειλικρινείς, μνήμες της ελεύθερης Κύπρου, όνειρα που κόπηκαν απότομα, μισογκρεμισμένα σπίτια, ρωγμές εγκατάλειψης, συρματοπλέγματα της ντροπής. Στη δεύτερη υποενότητα του βιβλίου δίνεται ένα δυνατό κοντράστ ανάμεσα στο ανέμελο και φωτεινό άλλοτε και στο αλυσοδεμένο τώρα τού νησιού. Δείγμα γραφής, σελ. 13: Ο χρόνος σταμάτησε / στην εποχή της θλίψης / κι άφησε ένα δάκρυ / να μουσκεύει τη μνήμη / σε κάθε οδοιπορικό / πίσω απ’ το συρματόπλεγμα.

.

ΤΖΙΝΟΣ ΛΑΜΠΙΡΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Ανδρέας Καρακόκκινος “Κλεμμένο πορτοκάλι”

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος κατάγεται από την Κύπρο . Γεννήθηκε στην κατεχόμενη σήμερα Μόρφου . Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη ,όπου και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ . Στην πρώτη του ποιητική συλλογή “Πνοή της άνοιξης ” ο ποιητής υμνούσε με μία μελαγχολική διάθεση τον έρωτα , αναζητούσε το αντίδοτο της ερωτικής απόγνωσης στην ποίηση και περιέγραφε με σχεδόν δοξαστικό τρόπο την άνοιξη . Πρόσφατα έφτασε στα χέρια μου και η δεύτερη συλλογή του “Λεμονανθοί στο πέλαγο” .Όταν την ολοκλήρωσα , σκέφτηκα : “τι όμορφη ποίηση” ! .Μέσα από τα ποιήματά του αναδεικνύεται μία βαθιά ευαισθησία κι ένας τρυφερός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τα πιο οδυνηρά βιώματα . Βιώματα που έχουν να κάνουν με τον τόπο καταγωγής του , την Κύπρο . Αναπολεί λοιπόν ο ποιητής τις μέρες της ομορφιάς ,όταν ο τόπος του δεν είχε ακόμη μοιραστεί στα δύο .Επισκέπτεται τις εγκαταλειμμένες αυλές , τα φαγωμένα από το χρόνο παράθυρα των σπιτιών , τους δρόμους ,τα λουλούδια που μεγαλώνουν μόνα τους , συγκινείται και μεταφέρει τη συγκίνησή τους σε κάθε ευαίσθητο άνθρωπο . Πράγματι αυτό που καταφέρνει ο ποιητής είναι να αγγίξει τον αναγνώστη του , να τον κάνει συμμέτοχο στη λεπτή του θλίψη και κρατήσει ζωντανή την ιστορική του μνήμη . Η κοινωνικοπολιτική χροιά είναι παρούσα , αλλά η διάχυσή της στα ποιήματα γίνεται με έναν διακριτικό τρόπο ,ικανό ωστόσο να οδηγήσει τη σκέψη του αναγνώστη στα δραματικά γεγονότα που σημάδεψαν την ιστορία του πολύπαθου νησιού . Η συλλογή αποτελείται από 24 ολιγόστιχα ποιήματα κι από μία μεγάλη ποιητική σύνθεση που οργανώνεται σε οκτώ επιμέρους αποσπάσματα . Ο δε λόγος του ποιητή είναι λιτός και συγκρατημένος αλλά ικανός να αποτυπώσει με ενάργεια τις σκέψεις και τα συναισθήματά του . Παραθέτω το ποίημα “Κλεμμένο πορτοκάλι”

Βάφαμε τις αυλές
με ανυπόμονες ματιές
μακραίναμε το χρόνο
ανάμεσα στις ανάσες
δυο βιβλίων ιστορίας
γνέθαμε τον έρωτα
στα μπλε τετράδια
εκεί που κρύβαμε τα μυστικά μας
και στο εξώφυλλο της καρδιάς
πλάθαμε με πηλό τα όνειρα
σε χρώμα κλεμμένου πορτοκαλιού
από τον κήπο δίπλα στο σχολείο

ύστερα ήρθε απρόσμενα
μια κόκκινη καταιγίδα φονική
τα έκλεψε όλα
και μας άφησε μονάχα
φλούδες αναμνήσεις

http://newgreekpoetry.blogspot.gr/

.

ΓΙΟΛΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

ΠΑΛΜΟΓΡΑΦΟΣ 28/5/2011

Άρωμα άνοιξης

Το πρώτο άρωμα της άνοιξης
ήρθε και μ’ αγκάλιασε
ένα βράδυ τ’ Απρίλη.
Εκεί, δίπλα στη θάλασσα
βούτηξα την ψυχή μου
ξαναγεννήθηκα
ξαναντίκρυσα τ’ αστέρια και το φεγγάρι
σαν πρώτη φορά.
Έψαξα τη χαμένη μου
παιδική αθωότητα χωρίς ντροπή.

Εκεί δίπλα στη θάλασσα,
γυμνός, βούτηξα στα μαύρα νερά
ξέπλυνα τα ανομήματά μου
ξαναβαφτίστηκα
στο όνομά σου.

Ο Ανδρέας Καρακόκκινος γεννήθηκε στην Κύπρο το 1952, και από το 1972 ζει στη Θεσσαλονίκη, την οποία θεωρεί ως «δεύτερη πατρίδα» του. Έχει σπουδάσει Νομικά, όμως η μεγαλύτερη αγάπη της ζωής του είναι η Ποίηση, αφού ήδη από τα παιδικά του χρόνια διάβαζε κι έγραφε ποιήματα.

“Τ’ αηδόνια δε σ’ αφήνουνε να κοιμηθείς στις Πλάτρες”.

Δακρυσμένο πουλί, στην Κύπρο τη θαλασσοφίλητη

που έταξαν για να μου θυμίζει την πατρίδα…

Αυτό το υπέροχο απόσπασμα από την «Ελένη» του Γιώργου Σεφέρη έχει γράψει ο Ανδρέας Καρακόκκινος στον… ουρανό της Θεσσαλονίκης, λίγο πριν δύσει ο ήλιος στη θάλασσα του Θερμαϊκού· σ’ αυτή τη θαυμάσια φωτογραφία που έχει αναρτήσει ως προμετωπίδα του ιστολογίου του, με τίτλο «Πνοή της Άνοιξης» (http://www.and33andreas.blogspot.com/). Ο ίδιος μάλιστα αναφέρει: «Διαβάζοντας αυτούς τους στίχους, στα δεκαπέντε μου χρόνια, νομίζω πως ερωτεύτηκα την ποίηση… Ήταν στα μέσα της δεκαετίας του 1960, τότε που ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Σπανός μελοποιούσαν στίχους του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου. Από τότε άρχισα να διαβάζω και στη συνέχεια να γράφω ποίηση. Ένας έρωτας που δεν θα σβήσει ποτέ…».

Τα τελευταία χρόνια, ο Ανδρέας Καρακόκκινος μεταφέρει στο διαδίκτυο ποιήματα νέων κυρίως ποιητών αλλά και δικά του. Μπορώ, λοιπόν, να πω με βεβαιότητα πως ο Ανδρέας Καρακόκκινος ανήκει σ’ αυτό το σπάνιο πια είδος Ανθρώπων, που – πέρα και πάνω από τις προσωπικές ενασχολήσεις και φιλοδοξίες τους – στοχεύουν στην εμψύχωση και την ανάδειξη των νέων χαρισματικών ανθρώπων. Τον Φεβρουάριο του 2007 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του, με τον τίτλο «Πνοή της Άνοιξης», η οποία περιλαμβάνει ένα μόνο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του των τελευταίων χρόνων. Το ίδιο έτος (2007) συμμετέσχε στην έκδοση της κοινότητας Ελλήνων πεζογράφων και ποιητών του διαδικτύου «εικονική λογοτεχνία και www.ποίηση.gr». Είναι μέλος του Δ.Σ. της «Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Λογοτεχνών» και συμμετέχει στην επιτροπή σύνταξης του Περιοδικού «Ρωγμές», το οποίο εκδίδει η Ομοσπονδία. Επίσης, είναι μέλος της «Εταιρείας Συγγραφέων Βορείου Ελλάδος» και της λογοτεχνικής ομάδας «Ιδεοκύματα», με την οποία συμμετέχει ενεργά σε διάφορες ποιητικές εκδηλώσεις. Ποιήματά του έχουν δημοσιευθεί στο Περιοδικό «Ρωγμές» και σε διάφορες ιστοσελίδες.

Η εκδοθείσα ποιητική συλλογή του Ανδρέα Καρακόκκινου «Πνοή της Άνοιξης» αποτελείται από δύο ενότητες: 1) «Αναζητώντας το χαμόγελο» (18 ποιήματα) και 2) «Πνοή της Άνοιξης» (16 ποιήματα). Ως κυρίαρχο θεματικό μοτίβο εμφανίζεται ο Έρωτας (είτε ως ανάμνηση είτε ως βίωμα του παρόντος είτε ως όνειρο – επιθυμία). Η συλλογή αποπνέει μιαν άφατη τρυφερότητα και μιαν υπέρμετρη ευαισθησία. Πιστεύω απόλυτα πως η τρυφερότητα και η ευαισθησία, αυτά τα δύο καίριας σημασίας χαρακτηριστικά ολόκληρου του ποιητικού έργου του Ανδρέα Καρακόκκινου, καθρεφτίζουν ολοκάθαρα τον ψυχικό κόσμο του ποιητή…

Στα μάτια σου αντίκρυσα
Στα μάτια σου αντίκρυσα
τη λάμψη των αστεριών
μιας νύχτας σιωπηλής
γεμάτης όνειρα για ένα ταξίδι.
Στα μάτια σου η ομορφιά της άνοιξης
χαμογέλασε στο μπλε της θάλασσας
και στο καράβι που αρμένιζε
σε πέλαγα απάνεμα, γαλήνια.
Στα μάτια σου η μουσική
άπλωσε τις νότες της
κι αγκάλιασε τρυφερά
τη μέρα που έρχεται.
Στα μάτια σου.

(Από τη συλλογή «Πνοή της Άνοιξης»).

Στίχοι που, με την απλότητα, την αμεσότητα και τη μουσικότητά τους, κερδίζουν αμέσως τον αναγνώστη. Μέσα σ’ αυτό το μικρό σε έκταση ποίημα, ιδιαίτερα αισθητή είναι η παρουσία στοιχείων της φύσης, μέσω των οποίων ο ποιητής εξυμνεί τα μάτια της «αγαπημένης» του: Στα μάτια σου αντίκρυσα / τη λάμψη των αστεριών / μιας νύχτας σιωπηλής / … Στα μάτια σου η ομορφιά της άνοιξης / χαμογέλασε στο μπλε της θάλασσας / … σε πέλαγα απάνεμα, γαλήνια…. Εκτός από το φυσιολατρικό στοιχείο, αξιοσημείωτη είναι επίσης η αναφορά του ποιητή στη μουσική: Στα μάτια σου η μουσική / άπλωσε τις νότες της / κι αγκάλιασε τρυφερά / τη μέρα που έρχεται. Η επανάληψη της φράσης «Στα μάτια σου», με την οποία άλλωστε αρχίζει και τελειώνει η σύνθεση, υπογραμμίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το θέμα του ποιήματος…

Η θεσπέσια εικόνα της θάλασσας δεσπόζει σ’ ένα ακόμη ερωτικό ποίημα της συλλογής «Πνοή της Άνοιξης» με τίτλο «Μέσα στην πνοή της θάλασσας».

Μέσα στην πνοή της θάλασσας
και στο χάδι των κυμάτων
ψάχνω να βρω τα μάτια σου
να τα κοιτάξω βαθιά για μέρες.
Μέρες πολλέςνα σε κοιτώ και να σε κοιτώ
να σε χορτάσω.

Μέσα στην καρδιά της θάλασσας
και την ανάσα των κυμάτων
μετρώ τις μέρες μου
μετρώ τις νύχτες μου
τις ακουμπώ στα μάτια σουκαι σε κοιτώ με την καρδιά, με την ψυχή

σε κάνω το χαμόγελό μου.

Η μικρή έκταση του ποιήματος είναι αντίστροφα ανάλογη με το ποιητικό του κάλλος. Ο ερωτευμένος άνδρας, μέσα στην πνοή της θάλασσας / και στο χάδι των κυμάτων, ψάχνει τα μάτια της «αγαπημένης» του· κι εκεί, μέσα στην καρδιά της θάλασσας / και την ανάσα των κυμάτων, μετράει τις μέρες και τις νύχτες του, μετράει ολάκερη τη ζωή του, την οποία και ακουμπά στα μάτια της γυναίκας που αγαπά· κι αυτήν ακριβώς τη γυναίκα, που δεν την κοιτάζει πια με τα μάτια του, αλλά με την καρδιά και την ψυχή του, την καθιστά «χαμόγελο» και χαρά της ζωής του… Πρόκειται γι’ αυτή την αιώνια ισχύουσα πίστη του κάθε ερωτευμένου – άνδρα ή γυναίκας – πως το πρόσωπο που αγαπά αποτελεί το χαμόγελο και τη χαρά της ζωής του, και τελικά την ίδια του τη ζωή…

το μονοπάτι του έρωτα

Όταν έχεις περπατήσει το μονοπάτι του έρωτα
δεν κλείνεις μάτι τη νύχτα.
Μέσα στο μαύρο σκοτάδι ξαγρυπνώ
και το μόνο που υπάρχει στη σκέψη μου
είναι η μορφή σου.
Εσύ είσαι η ατέλειωτη αγάπη.
Εσύ είσαι το ουράνιο τραγούδι.
Εσύ είσαι το ταξίδι σ’ ένα άσπρο σύννεφο.
Εσύ είσαι η μοναδική.
Και τα λόγια μου είναι λόγια της καρδιάς
και της ψυχής.

Προσωπικά, πιστεύω πως η συγκεκριμένη σύνθεση αποτελεί ένα από τα πιο αξιόλογα ερωτικά ποιήματα του Ανδρέα Καρακόκκινου. Ο λόγος κυλάει απλά, αβίαστα, αυθόρμητα. Το πρώτο δίστιχο εμφανίζεται ως μία διαπίστωση, ως μία ρήση που ανταποκρίνεται σε μιαν αναμφισβήτητη αλήθεια…: Όταν έχεις περπατήσει το μονοπάτι του έρωτα / δεν κλείνεις μάτι τη νύχτα. Στο τρίστιχο που ακολουθεί, ο ποιητής εισάγει το «εγώ» του (ξαγρυπνώ, υπάρχει στη σκέψη μου), το οποίο παράλληλα εμφανίζεται απευθυνόμενο στο αντικείμενο της σκέψης του, στη μορφή της γυναίκας που αγαπά. Ο ποιητής, στο επόμενο τετράστιχο, ο κάθε στίχος του οποίου ξεκινά με τη φράση Εσύ είσαι, κλιμακώνει την έκφραση αγάπης προς την «αγαπημένη», με τη χρήση επιθέτων που σίγουρα επιτείνουν τη διάρκεια και την ποιότητα της ερωτικής αγάπης: η ατέλειωτη αγάπη, το ουράνιο τραγούδι, το ταξίδι σ’ ένα άσπρο σύννεφο, η μοναδική. Και σ’ αυτή την ερωτική εξομολόγηση, ο ποιητής πέρα από το στοιχείο της «υπερβολής» (Εσύ είσαι η ατέλειωτη αγάπη, Εσύ είσαι η μοναδική), χρησιμοποιεί για μιαν ακόμη φορά το μοτίβο της «μουσικής» (Εσύ είσαι το τραγούδι), το οποίο μάλιστα συνδέεται τόσο αρμονικά με το φυσιολατρικό στοιχείο (ουράνιο τραγούδι, άσπρο σύννεφο). Στο καταληκτικό δίστιχο, διατυπώνεται κραυγαλέα η ανυπόταχτη ανάγκη του ερωτευμένου να πείσει το πρόσωπο που αγαπά πως τα λόγια που του απευθύνει είναι ειλικρινή (Και τα λόγια μου είναι λόγια της καρδιάς / και της ψυχής). Αξιοσημείωτη είναι, τέλος, η συνήθης εκ μέρους του ποιητή σύζευξη καρδιάς – ψυχής…

Η θλίψη αποτυπώνεται συχνά στα ποιήματα του Ανδρέα Καρακόκκινου. Αναφέρω ενδεικτικά ένα απόσπασμα της σύνθεσης «Η σκιά μιας θλίψης», στο οποίο ο αναγνώστης υπογραμμίζει τις εξαιρετικές προσωποποιήσεις του ανέμου (τα βήματα του ανέμου) και της νύχτας (η νύχτα / κρύβει στον κόρφο της).

Η σκιά μιας θλίψης
ακολουθεί τα βήματα του ανέμου
ως πέρα μακριά,
εκεί όπου η νύχτα
κρύβει στον κόρφο της
το τελευταίο χαμόγελο…

Μονεμβασιά Ι.

Στο κάστρο της Μονεμβασιάς
πάνω από την απεραντοσύνη της θάλασσας
και των αιώνων
βύθισα τα μάτια μου στη γαλήνη του μπλε
και της Ιστορίας.
Είδα μέσα από την ηρεμία της θάλασσας
και τη γαλήνη,
να αναδύεται μια αρχόντισσα νεραϊδόμορφη
ολόιδια εσύ.
Έφερε τα χέρια στο στόμα και φύσηξε απαλά
ένα φιλί.
Ύστερα χαμογέλασε και χάθηκε μες στις αχτίνες
του ήλιου
αφήνοντας να επιπλέει στα νερά ένα σημάδι.

Πρόκειται για το πρώτο ποίημα από την τριλογία με τίτλο «Μονεμβασιά»· ένα ποίημα που εγώ προσωπικά, όσες φορές κι αν το διαβάζω, ειλικρινά νοιώθω πάντοτε την ίδια συγκίνηση που ένοιωσα να με κατακλύζει από την πρώτη κιόλας ανάγνωση… Στίχοι ξεχειλισμένοι από την ολόφωτη ομορφιά της Μονεμβασιάς (Στο κάστρο της Μονεμβασιάς / … απεραντοσύνη της θάλασσας / … στη γαλήνη του μπλε)· και όχι μόνον, αφού, μέσα σ’ αυτό το ειδυλλιακό, σχεδόν εξωπραγματικό τοπίο, ο ποιητής «στήνει» – με τον καλύτερο δυνατό ποιητικό τρόπο – μια εξαϋλωμένη γυναικεία μορφή (… αναδύεται μια αρχόντισσα νεραϊδόμορφη). Κι αυτή ακριβώς η ιδανική γυναίκα μοιάζει τόσο πολύ (ολόιδια εσύ) με την «αγαπημένη» του (στην οποία και απευθύνεται), ώστε ο αναγνώστης, ταξιδεύοντας ανάμεσα στο «φανταστικό» και το «πραγματικό», αναρωτιέται αν η γυναίκα που αναδύεται μέσα από τη θάλασσα και η «αγαπημένη» είναι τελικά ένα και το αυτό πρόσωπο… Οι πέντε τελευταίοι στίχοι αφήνουν άφωνο τον αναγνώστη από το κάλλος των εικόνων αυτής της τυλιγμένης από την αχλύ του μυστηρίου γυναίκας, η οποία, αφού χαμογελάσει, χάνεται μέσα στις αχτίνες του ήλιου, αφήνοντας ένα σημάδι να επιπλέει πάνω στα γαλήνια θαλασσινά νερά…

Δυστυχώς, δεν έχουν ακόμη εκδοθεί δύο ποιητικές συλλογές του Ανδρέα Καρακόκκινου. Όμως, πολλά από τα ανέκδοτα ποιήματά του βρίσκονται αναρτημένα στο ιστολόγιό του «Πνοή της Άνοιξης», τα οποία διαβάζονται και σχολιάζονται με πολλή αγάπη από φίλους αναγνώστες…

Σκόρπιοι στίχοι

Μου έλειψαν
εκείνα τα τριαντάφυλλα
από πορτοκαλί χρώμα
που μύριζαν φεγγάρια
και τραγουδούσαν τις νύχτες
σε θαλασσινά πλακόστρωτα.

Μου έλειψαν
οι νότες της σιωπής
από την κιθάρα
που ποτέ δεν αγόρασες
να συντροφέψει τη μοναξιά
της αμέριμνης περιπλάνησης.

Μου έλειψαν
οι μέρες που ζωγράφιζα
τις λέξεις σου
στους άχρωμους τοίχους
με το δάκτυλο βουτηγμένο
στο λυκαυγές των ματιών σου.

Μου έλειψαν
οι ασήμαντες στιγμές
που έκρυβαν στα συρτάρια τους
σκόρπιους στίχους
ενάντιους στη θέληση των θεών
που όρισαν τα πεπρωμένα.

Απ’ αυτό και μόνο το ποίημα, για την ανάλυση του οποίου θα μπορούσε να γραφεί ένα εκτενές άρθρο, πιστεύω πως διαφαίνονται τόσο η ευαισθησία του Ανδρέα Καρακόκκινου ως Ανθρώπου, όσο και η εκπληκτική δεξιοτεχνία του ως Ποιητή. Και στη σύνθεση αυτή, όπως άλλωστε και στις περισσότερες της συνολικής ποιητικής του δημιουργίας, κυριαρχεί το ερωτικό στοιχείο, το οποίο – τις περισσότερε φορές – συνδυάζεται με την μελαγχολία της νοσταλγίας και την πίκρα του χωρισμού…

Άσε με να γίνω

Άσε με να γίνω
μια φλόγα έρωτα
να φέγγω τα σκοτάδια σου,
φάρος στις θάλασσες
που απλώνεσαι
κι απάνεμο λιμάνι.

Άσε με να γίνω
πυξίδα στους λαβύρινθους
που χάνεσαι,
ίσκιος να ξαποσταίνεις
στις περιπλανήσεις
της ψυχής.

Άσε με γίνω
δίχτυ αγκαλιάς ατσάλινο
όταν ακροβατείς
στο σύρμα των ονείρων,
στο γλίστρημα να είμαι κει
να σβήνω εφιάλτες.

Και μόνον ο τίτλος αυτού του ποιήματος, ο οποίος επαναλαμβάνεται ως επωδός στην αρχή της κάθε στροφής, μοιάζει με μαγικό εισιτήριο, με το οποίο ο καθένας μας ξεκινά ένα ονειρικό ταξίδι στην απέραντη θάλασσα μιας άμετρης τρυφερότητας. Άσε με να γίνω: μια ικεσία εκ μέρους του ερωτευμένου· μια έκφραση που δηλώνει την «υποταγή» στο πρόσωπο – αντικείμενο της αγάπης· μια παράκληση που δηλώνει την ανυπόταχτη ανάγκη αυτού που αγαπά να γίνει ο «φύλακας – άγγελος» του αγαπημένου προσώπου· μια κραυγή λατρείας που – πέρα και πάνω απ’ ο,τιδήποτε άλλο – προκαλεί πληρότητα και συγκίνηση της ψυχής… Κι αυτό το φως (μια φλόγα του έρωτα, να φέγγω…, φάρος στις θάλασσες…), που κυριαρχεί στην πρώτη στροφή, πόσο άρρηκτα συνδέεται με το αναλλοίωτο φως της αληθινής ερωτικής αγάπης!

Ερωτικό 3

Σμίξαμε
στο φέγγος απ’ τις Πλειάδες
σε απλωμένο ουρανό
ανταλλάξαμε φιλιά κι αστέρια
ο Αύγουστος μας χαμογέλασε
πίσω απ’ τα φεγγάρια του
δέσαμε κόμπο στα μαλλιά
τους όρκους της Αφροδίτης
και με το σπαθί του Ωρίωνα
χαράξαμε ένα δικό μας θόλο
του έρωτα το φτερωτό άλογο
να μας χαμογελά τις νύχτες.

Αυτό ήταν το πρώτο ποίημα του Ανδρέα Καρακόκκινου, που διάβασα πριν από λίγους μήνες, τον Σεπτέμβριο του 2010, όταν για πρώτη φορά, εντελώς τυχαία, βρέθηκα στο blog «Πνοή της Άνοιξης»…

Ομολογώ ότι το ποίημα αυτό, στο οποίο είναι διάχυτο το ερωτικό στοιχείο και ιδιαίτερα αισθητή η αναφορά στη μυθολογία (Πλειάδες, Αφροδίτη, Ωρίωνας), άγγιξε την ψυχή μου και με συγκίνησε βαθιά. Εντυπωσιασμένη από την γοητεία του κάθε στίχου, κι από τις αλλεπάλληλες συναρπαστικές εικόνες, το διάβασα ξανά και ξανά, έγραψα ένα σχόλιο, και μέσα σ’ ελάχιστο διάστημα, ο ποιητής μού απάντησε…

Η άμεση ανταπόκρισή του στο σχόλιό μου, δηλωτική της ευγένειάς του, ο λιτός αλλά τόσο περιεκτικός σε σκέψεις και αισθήματα γραπτός του λόγος, οι αναρτημένες δικές του φωτογραφίες (με τη φύση, τα ηλιοβασιλέματα και τη μαγική… Βενετία) και η αναφορά του σε στίχους του Γιάννη Ρίτσου, του Κώστα Καρυωτάκη, του Τάσου Λειβαδίτη και του Γιώργου Σεφέρη μού προξένησαν την αίσθηση ότι μ’ αυτόν τον άνθρωπο έχουμε πολλά κοινά ενδιαφέροντα, πολλές κοινές Αγάπες…

Τον Ανδρέα Καρακόκκινο δεν τον έχω συναντήσει, ούτε μια φορά, και είναι πολύ πιθανόν να μην τον συναντήσω ποτέ στη ζωή μου. Έχουμε μόνον ανταλλάξει τις ποιητικές συλλογές μας, και πολύ σπάνια επικοινωνούμε μέσω διαδικτύου. Κι όμως, έχω την ακλόνητη πεποίθηση πως αυτά τα αδιόρατα αλλά ισχυρά νήματα που μας συνδέουν δεν θα φθαρούν ούτε θα αλλοιωθούν ποτέ… Άλλωστε, η ανιδιοτελής φιλία και η ειλικρινής αλληλοεκτίμηση είναι πράγματι πολύ δύσκολο, για να μην πω εντελώς απίθανο, να σβήσουν…

Ένα μπουκέτο λουλούδια της Άνοιξης οι ευχές μου για τον δημιουργό της «Πνοής της Άνοιξης», τον Ανδρέα Καρακόκκινο: Να είναι πάντα γερός, δυνατός κι ευτυχισμένος· να χαίρεται τον «μικρό του πρίγκιπα» – τον εγγονό του· να περπατάει με τις ώρες, ξέγνοιαστος, στην παραλία του Θερμαϊκού· να εμπνέεται· να συνεχίσει να γράφει στίχους με το ίδιο πάντα μεράκι, με την ίδια πάντα αγάπη, με τον ίδιο πάντα πόθο για μια ποιοτική ποιητική δημιουργία…

.

ΣΟΦΙΑ ΣΤΡΕΝΤΖΟΥ

httpQ//anagnoseispoiiton.blogspot.com/2009/01/blog-post_29.html

Πνοή της άνοιξης

Ο ποιητής στάζει το μελάνι στο διάφανο της γραφής του κι ανοίγει τον ορίζοντα μιας γραφής αληθινής, που χύνεται με αίσθημα στην ποίηση. Ο λόγος του απ’ την ομίχλη βγαίνει για να συναντήσει το φως Η πνοή της άνοιξης το πόνημα που κυκλοφόρησε το 2007, εκφράζει τον ρομαντισμό και τον λυρισμό της ψυχής του.
Φανερώνει την ελευθερία του να αποτυπώσει ότι τον συγκινεί, με μια μελαγχολία διάχυτη, που όμως στέκεται σ’ ένα επίπεδο που αρέσκεται στη θέα απλών και κατανοητών λέξεων, με καθαρά και όμορφα συναισθήματα. Η φωτιά αγγίζει τα λόγια και τα όνειρα κι αφήνει στους άλλους να αναγνώσουν δαχτυλίδια και φιλήματα στα σχήματα του φεγγαριού και στα χρώματα που διαθλάται.
Σταματά και πίνει από την καθαρή πηγή του λόγου. Κάνει ανατομία στο πρόσωπο του ποιητή κι επιχειρεί να αναδείξει γιρλάντες και εικόνες, ειδύλλια και παιχνιδίσματα στο φως.

“Να δανειστείς το πρόσωπο
του ποιητή
όταν στα χέρια του κρατά
σφικτά και τρυφερά
το τελευταίο του γραπτό
σαν το παιδί του το μικρό”

Ακολουθεί τα βήματα του ανέμου κι αφήνει τη βροχή να τραγουδήσει για χάρη του.

“Άσε τη βροχή
να τραγουδήσει
στο δικό της ρυθμό.
Άσε τις σταγόνες της
να χαρακώσουν
βαθιά τις λέξεις
της μοναξιάς.
Άσε την ψυχή σου
γυμνή στη βροχή
ν’ ακροβατήσει
στην άκρη της γέφυρας
μέχρι ν’ αντικρύσεις
το χαμόγελο
που θα κρατάνε
χέρια αγαπημένα
και θα τραγουδάνε
γιορτινά τραγούδια
στο ρυθμό της βροχής.”

Μαζεύει χαμόγελα γιατί με τα σκοτάδια τρομάζει. Γίνεται συνένοχος του ονείρου με νοήματα προσιτά και συλλαμβάνει την ιδέα του ποιήματος με τρόπο σαφή. Χρησιμοποιεί το αλάθευτο τεκμήριο του πνεύματός του για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το θέμα του. Μοιράζεται έξω από τον χρόνο και τη μοίρα του προκαλεί.

“Στη μοίρα σου
βάλε μια πινελιά χαμόγελο”

Στον αέρα πετάει και παίρνει πνοή από την αόρατη πνοή ενός έρωτα που όμως δεν ορίζεται με συγκεκριμένο σχήμα και μορφή. Τούτος ο απρόσωπος έρωτας τον αγγίζει με το συναίσθημα κι αφήνει τα όμορφα σημάδια του.
Ζεστό ποτάμι που κυλά το συναίσθημα ακουμπά στην απέναντι όχθη της αγάπης ως την πλατιά θάλασσα,εκεί ακριβώς που απλώνεται και φθάνει παντού.
Και στις δύο ενότητες του βιβλίου θα βρούμε κοινά χαρακτηριστικά από χρώμα, φως και χαμόγελα. Ο ποιητής δεν χάνεται μήτε σε φωνές μήτε σε ψέματα. Αναζητά τις σειρήνες της σιωπής για να αφουγκραστεί και να ταξιδέψει. Το φως ανασταίνεται σε καιρούς σκοταδιού κι ακουμπά στις καρδιές αυτών που μπορούν και διαβάζουν.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.