ΔΩΡΟΣ ΛΟΪΖΟΥ

Ο Δώρος Λοΐζου γεννήθηκε στη Λευκωσία 23.2. 1944. Το 1956 φοιτά στο Παγκύπριο Γυμνάσιο. Το 1966-1968 πηγαίνει στη Ρόδο για Ξενοδοχειακά. Το 1969 φοιτά στο Hellenic College της Βοστώνης. Το 1972 παίρνει το δίπλωμα Β.Α. ιστορίας.
Το 1972-1974 εργάζεται σαν καθηγητής στην ‘Αγγλική Σχολή Λευκωσίας.
Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο το 1972, έπαιξε ένα δραστήριο ρόλο στον πολιτικό αγώνα της Πατρίδος του.
Στις 30 Αύγουστου 1974 δολοφονείται από τούς φασίστες της ΕΟΚΑ Β’ στην πλατεία, «’Ελευθερίου Βενιζέλου» στη Λευκωσία σε ενέδρα που έστησαν κατά του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο πρόεδρος του ΕΔΕΚ, Βάσος Λυσσαρίδης και οδηγούσε ο Λοΐζου.
Ο Λοΐζου είχε μεταφράσει στα ελληνικά ποιήματα ξένων λογοτεχνών ενώ εξέδωσε και την προσωπική του ποιητική συλλογή με τίτλο «Ψωμί και Ελευθερία»

1-βιβλιο

ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΔΩΡΟΥ ΛΟΪΖΟΥ

 

ΨΩΜΙ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ TOY ΛΕΥΤΕΡΟΥ

Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος,
να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου.

Θαρθούν οι γνωστικοί
να μου βάλουν τρικλοποδιά,
γιατί τους διώχνω τους πελάτες απο τα μαγαζιά.

Θαρθούν οι «ειδικοί αστυνομικοί»
να μου σπάσουν τα πλευρά
γιατί βάζω οργή και φωτιά στα παιδιά.

Θαρθούν οι κόκκινοι
να μου κοκκινίσουν το μούτρο
γιατί είμαι πιο κόκκινος απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι λευκοί
να μου μαυρίσουν το μάτι
γιατί είμαι πιο λευκός απ’ αυτούς.

Θαρθούν οι φωτισμένοι
να μου αλλάξουν τα φώτα
γιατί είμαι πιο φωτισμένος απ’ αυτούς.

Θαρθούν
οι γελοίοι, οι σοβαροί, οι ανατολικοί, οι δυτικοί,
οι προτεστάντες, οι καθολικοί, οι δικοί, οι οχτροί,
οι διαόλοι, οι θεοί,
τελοσπάντων όλοι, εκείνοι κι αυτοί
που παίρνουν τη ζωή σαν καπρίτσιο της στιγμής,

Μα εγώ, θα ξαναρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα ξαναφορέσω το ματωμένο πρόσωπο, ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα
να διεκδικήσω: Ψωμί και Ελευθερία.

SINE SOLE SILEO

Αύριο το πρωί
θ’ αρμενίσουμε πάλι
για πιο γελαστές θάλασσες
για καινούργια παρθένα νησιά.

Αύριο το πρωί
τα γαλάζια μας καράβια θα χαράξουν
κάποιο πιο δροσερό Αιγαίο
με συντροφιά ξέγνοιαστα δελφίνια.

Η ζωή συνεχίζεται.
Το ποτάμι που μόνο προορισμό
τη θάλασσα έχει
κυλά τραγουδώντας το σκοπό τον παμπάλαιο.
«Ένα μόνο αληθινό και υπαρχτό
κι αυτό το ένα είναι το φώς.
Μακάριοι όσοι κατέχουν τούτο το νόημα
ωραίοι κι αθάνατοι στον αιώνα μένουν».

Αύριο το πρωί
θ’ ανταμωθούμε πάλι
με κορίτσια, πιο διάφανα κι αγαπημένα
που τραγουδώντας θα λουλουδίσουμε το κρεβάτι του έ
μετουσιώνοντας το πάθος σε χαρά και σε γνώση.

Αύριο το πρωί
θα βρεθούμε στα πανιά τα μεγάλα
τραγουδώντας.

ΒΓΗΚΑ ΝΩΡΙΣ

Βγήκα νωρίς
στους πράσινους κήπους,
πριν προλάβουν να ξυπνήσουν
τα γιασεμιά κι οι μέλισσες.
Βγήκα νωρίς,
πριν γίνουν ατμός
οι ασχημάτιστες δροσοσταλίδες.

Ναι, βγήκα νωρίς.
Δε λέω,
μπορεί να μην είδα
πεταλούδες, ρόδα κι έντομα
μα είδα
τα υγρά όνειρα του εωθινού,
το ξεψύχισμα της άγουρης νύχτας,
το αόρατο αγκάλιασμα του ορατού με το άυλο…

Ναι, βγήκα νωρίς
-το ξέρω-
μα δεν το μετανιώνω.

 

ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ, 1968

Δεν υπάρχει ελευθερία
μέσα σ’ αυτά τα τετράγωνα.

Δεν υπάρχει θρησκεία
που να πείθει για λύτρωση.

Τα χέρια μας, πικρά κι ανώφελα
ανταμώνουν στο χάος και χάνονται.

Η ψυχή χάνει την πίστη
και μαθαίνει το θάνατο.

Ένα θάνατο
αργό, βέβαιο κι άσκημο.

Όλοι έχουν λοξοδρομήσει… όλοι.
Κι η σημαία χάσκει εγκαταλειμμένη.

Και
δεν έχω άλλη εκλογή
παρα
να μένω στα υπόγεια αλχημιστής.
Στα σοφά
στα μυστικά
στα ενδόμυχα.

 

ΠΕΜΠΤΗ ΛΕΩΦΟΡΟΣ, ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Θεέ μου,
χειρονομούν και μιλούν
με χίλιους δυο τρόπους
πασκίζουν για έκφραση
και τίποτε δεν καταφέρνουν
γυροφέρνοντας στα ίδια και τα ίδια
αναμασώντας την αχρηστία τους.
Κι όλα τούτα τα καμώματα
τα τόσα σχήματα και χρώματα,
Θεέ μου,
κανένα μα κανένα έχουν προορισμό.
Και καταλήγουν στη λεπτομέρεια
γεμίζοντας τις καρδιές τους
ρυτίδες, λίγδα, σκοτάδι. Ο θάνατος.

Είναι παλιό το παραμύθι.
Κουράστηκα να το λέω.
«… τα πουλιά δε θα σε σώσουν,
ούτε οι παρδαλοί σου οι φίλοι,
ούτε τα ταξίδια, ούτε τα όνειρα…»

Πάει πια
η ζωή σου κατάντησε
μια μεταχειρισμένη υπόθεση,
όπως οι χιλιοπατημένοι δρόμοι της Νέας Υόρκης.

ΜΑ ΩΣ ΠΟΤΕ ΠΙΑ!

Ως πότε πια να κάθομαι
να γεμίζω τα χαρτιά με μελάνι
να πνίγομαι μέσα σε φτωχές αναμνήσεις;
Τί μου στέλνεις τούτα τα πρόσωπα
που ν’ αγαπήσουν, ούτε ν’ αγαπηθούν ξέρουν;
που δε μπορούν ν’ αγαπήσουν
ούτε τα μάτια μου, ούτε την ποίηση;
τί μου τα στέλνεις
και μου γεμίζουν τα χέρια αγκάθια
το πουκάμισο κόκκινους λεκέδες
τη ψυχή μου μουχλιασμένα σύννεφα;
τί μου στέλνεις τούτες τις νεκρόμασκες
να μου κλέβουν τη σκέψη, τις ώρες, το αίμα μου;
Τί να τους πω, τί να τους δείξω για να πιστέψουν
που τ’ αυτιά τους γέμισαν τσιμέντο
και τα μάτια τους τσιγαρόσκονη;
Ω ήλιε, ήλιε αδελφέ μου,
μόνο στη φωτιά σου θα ξεδιψάσω.
Οι προδομένοι άγγελοι
ας δικαιολογήσουν την πίκρα μου.
Η άνοδος είναι ο αντικατοπτρισμός
του βυθίσματος στο έρεβος.
Άγγελοι, σκεπάστε με στις φτερούγες σας.
Διψώ, καίομαι. Βοήθεια! Νερό, Φώς!

ΔΕΥΤΕΡΟ ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΝΤΥΜΠΟΥΑ

Θα πεθάνουμε, Αικατερίνη, θα πεθάνουμε.
Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για ν’ αθανατίσουμε,

Η δύναμη μας δεν κρύβεται άλλο.
Ξέφυγε, άπλωσε, προχώρησε.
Τούτο το πουκάμισο δε μας χωράει πια.
Γυμνοί κι αγέρωχοι ζούμε χωρίς φωτοσκιάσεις,
Ό,τι έχουμε ανήκει στον Ήλιο.
Μια φωτεινή σπαθιά κατακόρυφη έγινε το σώμα

Αικατερίνη,
η άρνησή σου μας οδήγησε στη μοναξιά,
η μοναξιά στη ψυχή
η ψυχή στο φώς
το φώς στην αθανασία.

Σ’ ευχαριστούμε, Αικατερίνη, που υπήρξες.
Χωρίς εσένα ποτέ δε θα γινόμαστε γίγαντες.

ΠΗΡΑΜΕ ΓΙΑ ΣΗΜΑΙΑ ΜΑΣ

Πήραμε για σημαία μας
τη στάχτη του κόσμου
και για τρόπο ζωής,
την άλλη υπόσταση του ανθρώπου…
-την περιφρονημένη…

Όλη σκληρή, απάνθρωπη, πικρή!

Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην ελευθερία.
Κάθε μας στοχασμός
μια διείσδυση στην αλήθεια.

Είμαστε μόνοι,
όπως τ’ αστέρια.
Είμαστε περιπλανώμενες ψυχές,
όπως τ’ αστέρια…

Χωρίς μορφή, χωρίς όνομα
χωρίς όνειρα ή πατρίδα,
όπως τ’ αστέρια.

Και ακολουθώντας μόνο τη φωνή μας
φωτίζουμε σιωπηλά τον κόσμο
όπως τ’ αστέρια.

ΕΠΕΙΔΗ …

Επειδή πολύ μιλήσαμε για σένα
πολύ ελπίσαμε, πολύ απελπιστήκαμε.
Επειδή πολύ σ’ αγαπήσαμε
πολλές νύχτες, πολλές άδειες νύχτες.
Επειδή τόσο πολύ σε στοχαστήκαμε
τόσο πολύ σ’ αναζητήσαμε
μέσα στο αίμα
μέσα στο φώς
μέσα στις λέξεις
μέσα στη σιωπή
μέσα στο όνειρο
που στο τέλος έγινες και σύ όνειρο
περνώντας έτσι, άνεμος μέσα στον άνεμο.

Τώρα μετροφυλλούμε βιβλία
γράφουμε ποιήματα για εφημερίδες
μοιράζουμε με την ίδια απερισκεψία
το σκοτάδι και το φώς,
ύστερα ολοένα αλλάζουμε
σπίτια, ιδεολογίες, γυναίκες, πατρίδα…

Θα μπορέσουμε άραγε, έτσι;
Θα μπορέσουμε να ξεγελάσουμε την καρδιά

 

ΚΑΙ ΜΕΝΑ ΜΗ ΜΟΥ ΜΙΛΑΣ

Και μένα
μη μου μιλάς
για χλωμά φεγγαροπερπατήματα,
μελιστάλακτα όνειρα, φτερωτούς αγγέλους,
εύκολες ευτυχίες, αρρωστημένα συναίσθημα

Βρες κάποιον άλλον.
Εγώ ξέρω. Είμαι πικρός.

Αν το νομίζεις
ότι πρέπει να μου μιλήσεις,
μίλα μου
με πύρινα δάκρυα
με ρίγος κι αγωνία
μίλα μου
με φωτιά και κεραυνούς
με μουγκρητά κι αίματα.

Μα μη μου γεμίζεις τ’ αυτιά
με παράτονους άχρηστους ήχους.

 

ΤΑ ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΑΤΕ

Τα παρεξηγήσατε, δεν είναι έτσι;
Ακόμη να το καταλάβετε;
Ποιος σας είπε
πως η ποίηση
είναι αρρωστημένη φαντασία,
χλωμές νεράιδες, φεγγαροπατήματα,
λουλουδάκια, κελαϊδήματα,
ηδονικά ονειρογεννήματα,
κι άλλα παρόμοια αερόλογα;

Αυτό λέτε ποίηση;
Μάθετε το επιτέλους!
Η ποίηση είναι πιο καυτή
κι από τη μήτρα του Ήλιου.

 

ΣΤΙΣ ΣΗΜΑΙΕΣ ΠΟΥ ΞΕΦΤΙΣΑΝ

Οι σημαίες κυματίζουν ανάποδα.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού’ ναι οι ήρωες;
Οι σημαίες έγιναν σκιάχτρα
στα χωράφια των λαών
να τρομάζουν την ελευθερία.
Πού’ ναι η πατρίδα;
Πού ’ναι οι ήρωες;

Ερήμωση.
Οι σημαίες σημειώνουν σηψαιμία.

ΣΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ

Μα εγώ πατερούλη,
εγώ, ο μεγάλος ελεύθερος
χουφτιάζω
το φώς για σημαία,
για πατρίδα την ποίηση
και ξαγρυπνώ φρουρός
στις αυλάδες του κόσμου,
με την Αλήθεια για όπλο
και τους στίχους φυσέκια.

Περνούν οι αιώνες,
λαοί και βασίλεια,
φωνές, αναμνήσεις, σχήματα.
Μα εγώ εκεί. Το τραγούδι μου.

Πατερούλη,
ο γιός σου, ο μεγάλος ακρίτας,
ξημερώνει στ’ οδόφραγμα,
χίλια εννιακόσια εξήντα εννέα τόσα χρόνια.
Μπορείς να κοιμηθείς με χαμόγελο.
Τα όνειρα σου, αίμα μου!

ΣΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΜΟΥ

Κατά πού ν’ απλώσουμε
τα χέρια
τώρα που μας έκλεψες το μερίδιο;
Ποιό δάκτυλο θα μας δείξει
το δρόμο
τώρα που μετουσίωσες όλα τα δάχτυλα
σε λαλέδες πολύχρωμους;
Πώς να χορτάσουμε τη δίψα μας
τώρα που μας άδειασες όλα τ’ αλακάτια;
Πώς το θέλεις να αναπνεύσουμε άλλο
τώρα που ρούφηξες τον άνεμο;

Με άλλα λόγια μη μεταφράζεις οτιδήποτε
σε φώς. Άσε μας τουλάχιστον να ζούμε με την ελπίδα
πως κάποια μέρα τάχατες ίσως μπορέσουμε
να πορευτούμε με μόνο σύντροφο το αίμα μας.
Με άλλα λόγια, μην απλώνεις τα χέρια σου
έξω από τον κύκλο σου. Στάσου μέσα στον κόσμο σοι
μέσα στη ράτσα σου, κάτω από τον Ήλιο,
μέσα στο Φώς, μέσα στα σύνορα του πρώτου Γαλαξία
ό,τι όνομα κι αν του δίνεις, μα μείνε εκεί.

Όσο για μάς, άφησε τουλάχιστον
μια χάρτινη σημαιούλα του Ήλιου, για να μπορέσουμε
να παίξουμε το παιγνίδι του μολυβένιου στρατιώτη,
Προσκυνώ.

 

ΝΕΟΕΛΛΗΝΕΣ

Πληγωμένοι κι άθλιοι
θλιβεροί απόηχοι μιας παρατονισμένης μελωδίας
προσπαθούμε να μιμηθούμε άλλους καιρούς περασμένοι
όπου ξεγελαστήκαμε λατρεύοντας είδωλα,
θεούς μίζερους, ιερείς εκφυλισμένους.

Πούναι, αδελφέ μου, το αρχαίο σου κλέος;
Ρημαγμένε ανεμόμυλε της Μυκόνου, πούναι τα φτερά σου
Αιγαίο, Αιγαίο, τούτος ο λαός ως πότε θα σ’ αγνοεί;
Δία, Δία, φτηνέ Θεέ,
ο τόπος σου ρημάζεται και σύ, κακό χρόνο νάχεις,
ερωτοτροπείς με τον Ερμή; 

 

ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Τίποτε, Θεέ μου, τίποτε
Ερήμωση.
Χάος.
Τίποτε
Είμαι χαμένος
Όχι… όχι… όχι.
Επανάσταση.
Ναι, γρήγορα, για όνομα του Θεού.
Γρήγορα, μια σημαία.
Επανάσταση.

ΕΚΚΛΗΣΗ

Ω, εσείς που συνεχίζετε
στον έξω κόσμο μια κανονική ζωή
δίχως κινδύνους κι άλλες ταλαντεύσεις

Μη μας κατηγορήσετε πως συνηθίσαμε,
πως τάχα δεν πικραίνεται η καρδιά μας

έστω κι αν μόνοι μας διαλέξαμε
αυτό τον άγριο δρόμο.

 

Α, ΝΑ ΜΠΟΡΟΥΣΑ

Α, να μπορούσα
να τρόμαζα με μια κίνηση
τούτο τον άνεμο τον φωνακλά.
Ν’ αρπάξω τούτα
τα κατσουφιασμένα σύννεφα
και σμίγοντας τα, σφουγγάρι,
στις παλάμες μου
να δροσίσω
τα πυρωμένα χείλη του Ήλιου. 

 

ΜΠΕΤΟΒΕΝ, «ΗΡΩΙΚΗ»

Της ευλογίας λόγια υπεράξια
που αιώνες στεγνώνατε στο λαιμό,
ξεχυθείτε.
Χείμαρροι το φώς σου, Κύριε.
Χέρια υψωθείτε
ν’ αγγίξετε το άπιαστο.
Μάτια, ατενίστε, ατενίστε,
το Υπεράγιο Φώς.

 

ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ

Έπρεπε λοιπόν
να ραντίσουμε το αίμα
στις τέσσερις γωνιές του ορίζοντα
να οργώσουμε τα άσπρα χαρτιά με τα νύχια;
Έπρεπε λοιπόν
να τεντωθούν οι φλέβες τόσο πολύ,
να γεμίσουν τα πιθάρια μας τόνους αγωνία;
Έπρεπε λοιπόν
να γίνουν όλα αυτά;
Και γιατί;
Για μια λάμψη στα μάτια,
για μια ιδέα χαράς,
για μια σποραδική γαλήνη,
για ένα τετραγωνικό του Παράδεισου.

Να μην υπάρχει άραγε άλλος τρόπος;
Μόνον ο θάνατος να οδηγεί στη ζωή;
Ο Σταυρός λοιπόν, το μόνο μέσο να παραβιάσουμε
τις καστρόπορτες της αθανασίας;

 

ΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΘΑ ΥΠΑΡΞΕΤΕ ΚΑΠΟΤΕ

Εσείς
που θα υπάρξετε κάποτε
με πιο δυνατό μυαλό
και σοφία πολλή
μη μας κρίνετε.
Απλώς προσπαθήστε
να μας δικαιολογήσετε
ότι
είμαστε πλασμένοι αδύνατοι.

ΤΑ ΠΑΡΔΑΛΑ ΣΟΥ ΟΝΕΙΡΑ

Τα παρδαλά σου όνειρα
με το ύφος της ασυνέπειας
κι αυτό σου
το καρναβαλίστικο πρόσωπο
με τα άχαρα μάτια.

Μην τα πλασάρεις
σα σύμβολα μιας φιλοσοφίας.

Η ευαισθησία κι η συνέπεια
δεν ανήκουν μόνο στους ποιητές.

Κι αν σε ρωτήσουν
καμιά φορά
ποιοι τάχατες
αλλάζουν τον κόσμο
οι ποιητές ή τα κόμματα,
μη ντραπείς
να τους απαγγείλεις δυο-τρείς στίχους.

ΣΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟ

Είναι μια ύπαρξη απλή,
όλο αίμα και φώς,
που κατεβαίνει βαθιά από τους Γαλαξίες
και σκεπάζει το άπειρο
με μια ευαίσθητη διάφανη μελωδία,
που δεν είναι ούτε θεϊκιά, ούτε ανθρώπινη.
Ποιητή, ποιητή,
αθεράπευτε εραστή της αθανασίας,
μέσα από τα δάκρυα σου
θ’ ανατείλει ο ήλιος της λευτεριάς
μέσα από τις φλέβες σου
θα αναβλύσουν χαμόγελα
στις παρυφές της αγωνίας σου
θα φυτρώσουν ηλιοτρόπια.
Ποιητή, ποιητή,
αγαπημένο πρωτοσυντρόφι του Χριστού,
ο πυρετός σου θα λιώσει τους πάγους
και τα καράβια μας ελεύθερα
θα αρμενίσουν και πάλι το Αιγαίο.

ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟ ΣΕΦΕΡΗ

Έπαιρνε τη ζωή απλά και με δέος.
Δεν κάτεχε από δύναμες ή μαγικά.
Στο γέμισμα του κύκλου
είδε το όνειρο: «Μαύρο ή Άσπρο;»
Προτίμησε το χρώμα του.
Αρματώθηκε, πλήγωσε, ματώθηκε
Ώσπου ο πόνος τον απλοποίησε.

Άδειασε από πέτρα, γέμισε αίμα.

Όσοι τον νιώσανε, σώπασαν.
Οι υπόλοιποι τον κούρασαν
με πυροτεχνήματα, τίτλους και μ’ άλλα ηχηρά παρόμοια
Ώσπου ο Θεός τον λυπήθηκε.

Άδειασε από αίμα, γέμισε φώς.

Έτσι λυτρωμένος από πέτρες και γαίματα
δε χάραξε ούτε ένα άλφα
μέχρι που έσβησε.

Δικαιοσύνη, κανείς δεν τον ξέχασε.

ΤΟΥΤΟΣ Ο ΑΝΕΜΟΣ ΠΟΥ ΓΝΩΡΙΣΕΣ

Μνήμη κι αγάπη
στο σκοτεινό ποιητή
Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Τούτος ο άνεμος που γνώρισες…
Τούτος ο άνεμος,
που τόσα πολλά σου έδειξε,
δεν έχει όνομα, δεν έχει ιστορία.
Τούτος ο άνεμος
που τόσο σε βασάνισε,
δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά η μοίρα σου.
Η άλλη σου υπόσταση
που γνώριζε μόνο το μαύρο ήλιο.
Το μαύρο ήλιο του ντουέντε.
Ο ίδιος ήλιος που σ’ αφάνισε.

……………………………………………….

Η ψυχή σου ανήκε στο ντουέντε.
Έπρεπε να πληρώσεις, Φεντερίκο.
Ο σκοτεινός άγγελος
δεν κατέχει από ποίηση και τέτοια.
Και το ’ξερες αυτό, Φεντερίκο.
Το ‘ξερες πολύ καλά.

ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΑΛΙ

Έρχονται πάλι.
Έρχονται, Φεντερίκο.
Μαύρα μάτια, μαύρες καρδιές, μαύρες κάννες.
Έρχονται να σε ξανασκοτώσουν,
Φεντερίκο.
Θα σε ξαναθάψουν με τους άλλους,
τους πολλούς,
τον κοσμάκη.
Κι ύστερα θα πουν
ότι σε σκότωσαν κατά λάθος,
πως ήταν ατύχημα, τυχαίο περιστατικό…
Άβε Μαρία, άβε Μαρία
προσευχήσου για μας.
Όλους εμάς τους αθώους Φεντερίκους
Εμάς που μας σκοτώνουν
τυχαία, κατά λάθος.

ΘΑΡΘΟΥΝ ΚΑΠΟΤΕ

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα γεμίσουν
τις μεγάλες άδειες στέπες του μυαλού
με λουλούδια αιθέρια…

Θαρθούν κάποτε
στιγμές και ώρες εξαίσιες
που θα πίνουν οι άγγελοι νερό
μέσα στις χούφτες…

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα Μαργαρίτα…

Μην απορείς άλλο.
Η αγάπη σου είναι το ύφος μου.
Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα Μαργαρίτα…
Ο ήλιος δε δύει ποτές! Μ’ ακούς;
Το μόνο υπαρχτό είναι το Φώς!
Καληνύχτα…
Καλημέρα…
Εσύ
εγώ
κι οι άνθρωποι όλοι
είναι το Φώς.

Καληνύχτα Μαργαρίτα…
Καλημέρα… Φώς.

Η ΖΩΗ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ

Η ζωή δεν τελειώνει
μ’ ένα αντίο, Μαργαρίτα.
Το τραγούδι του κόσμου
δε σβήνει στιγμή.

Μόνο μένει εκεί
να σου λέει, Μαργαρίτα,
πως εσύ ’σαι του κόσμου
η μόνη πηγή.

Κοίτα γύρω
πουλιά και λουλούδια
πως χαμόγελα ανθίζει η ζωή.
Τα ποιήματά μου γίναν ρυάκια
και ποτίζουν μ’ ελπίδα τη γη.

Η ζωή ένα τραγούδι, Μαργαρίτα,
και τραγούδα με πλέρια χαρά.
Το πρωί θα μας πάρει ο ήλιος
να γεμίσουν οι καρδιές μας φωτιά.

ΑΥΤΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ Τ’ ΑΣΑΛΕΥΤΑ

Αυτά τα δέντρα τ’ ασάλευτα.
Ο μικρός Χριστός
που κοκκίνιζε μπροστά στα κορίτσια.
Το αγκαλιασμένο ζευγάρι
που κρατιόταν σφιχτά
—από φόβο μη φύγει ο ένας του άλλου.
Ύστερα πάλι
εκείνος ο επίμονα μονότονος
θλιμμένος ουρανός.
Κι εσύ
που με την τεράστια απουσία σου
άδειαζες τους δρόμους και τις πλατείες
και γέμιζες τη ψυχή μου
με χάος και λύπη κι ερημιά.

Μα πώς επιτέλους να στο πω;
κοίτα,
σ’ αγαπώ γιατί υπάρχεις.
Φτάνει που υπάρχεις
και γω θα σ’ αγαπώ.

ΓΙΑΤΙ AN ΕΙΧΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ

Γιατί αν είχα την αγάπη σου
γιατί αν είχα μόνο την αγάπη σου
Ο δυτικός άνεμος θα ‘ταν πιο υποφερτός
τα καράβια θα ‘φευγαν χωρίς μαντήλια και δάκρυα
κι οι μαργαρίτες θα περιφρονούσαν το ψύχος.

Γιατί αν είχα την αγάπη σου
γιατί αν είχα και μόνο την αγάπη σου,
θα μπορούσα, στο υπόσχομαι ότι θα μπορούσα
να γίνω ένα με το Φως, ένα με τη ψυχή σου,
ένα με τον κόσμο.

Μα εσύ είσαι μια παθητική περίπτωση
που μασουλάει
τα φλούδια ενός ύψους που ξέφτισε…

Τώρα τί μου μιλάς και τί πασκίζεις;
Μα δε βλέπεις που το όνειρό σου αστόχησε;

Το μετεωρίζεται και τί περιμένεις;
Ψάξε τη ψυχή μου
άγγιξε τον κόσμο της ποίησης
κρατήσου απ’ τις παρυφές της αγωνίας μου
και λούσου στο αίμα μου, ν’ αθανατίσεις.

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ

I

Εγώ, συντρόφια μου,
δεν κατέχω πολλά πράγματα.
Είμαι σχεδόν αγράμματος.
Ανοίγω την καρδιά μου
και περνά
ο Ήλιος
ο Κόσμος
ο Θεός
και μεθυσμένος από πολλή αγάπη και φώς
τραγουδώ
τραγουδώ
τραγουδώ
για να κρατήσω άσπιλο κι ακέραιο
τον προορισμό του ανθρώπου.

II

Κι αν θελήσεις να διεκδικήσεις τον τίτλο του ποιητή
δεν υπάρχει άλλος τρόπος, μα να ραντίσεις το αίμα σου
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
και την καρδιά σου να κάψεις
στη φωτιά που φωτίζει τον κόσμο,
για χάρη της «καθαρότητας των ουρανών»,
—που λέει κι ο Ελύτης.

IΙΙ

Αφού
ετάχτηκα
να γράφω στίχους
θα οδηγήσω το στοχασμό μου
ως την ύστερη ένταση της λέξης.
Ύστερα
το σύστημα του άλλου Γαλαξία
θα μου μάθει
τους στίχους του σύμπαντος.

IV

Και
ποιος σας είπε
ότι αυτό που κάνω
λέγεται ποίηση;
Εγώ απλώς
αντιγράφω αδέξια τον Ήλιο.

ΔΩΔΕΚΑ ΑΤΙΤΛΑ

1. Τον άνθρωπο…
Τον άνθρωπο…
Ποιος θα τον ανακαλύψει;

2. Μοίρασα
σα ψωμί
την καρδιά μου
Και δε μού ‘μεινε
ούτε ένα ψίχουλο.

3. Τον ουρανό, τον ουρανό
πώς
να τον αντιγράψω;
Δε
συγκινείται εύκολα.

4. Κι όμως…
Κάπου
στην άκρη των χειλιών σου
θα ενεδρεύει
πάντα
μια ιδέα χαμόγελο.

5. Η φιλοσοφία μας
συνοψίστηκε
σε μερικές λέξεις:
Εγώ, Εσύ, Εμείς!
Δηλαδή
εν αρχή ήταν ο Άνθρωπος
και η αγάπη για Σένα
και από Σένα
γνωριστήκαμε όλοι Εμείς!

6. Πάντως
Εμείς θα τους αντισταθούμε
Όποιοι και να ‘ναι…
Όσο δυνατοί και να ‘ναι.

7. Ένας ποιητής κινείται ανάμεσα μας.
Προσοχή!
Όπου κι αν τον συναντήσετε,
Πυροβολήστε
χωρίς προειδοποίηση.
Είναι επικίνδυνος!

8. Γιατί γράφω;
Μα για να υπερασπιστώ
το αθώο μου αίμα.

9. Μέσα μου
ένα αδιόρατο δάκρυ
ένα διαρκές ψιχάλισμα.
Κι αυτό το δάκρυ
δεν είναι μόνο δικό μου.

10. Για όνομα του Θεού…
Μην πετάτε
την καρδιά σας
στα σκυλιά…

11. Και τούτοι πάλι
οι Νεοέλληνες…
Θεέ μου, τι ουτοπία!

12. Ιστορία: Το πρώτο πράμα που
έμαθε ο άνθρωπος ήταν
ο σεβασμός στο θάνατο…

.

ΜΙΚΡΑ ΠΕΖΑ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

…Κι οι ποιητές να γράφουν πρέπει διαρκώς γιατί έξαφνα πεθαίνουν.
Κι όταν νιώθεις τη ανάγκη να γράψεις δεν συζητάς το θέμα
αλλά παίρνεις την πέννα και γράφεις ώσπου να λυτρωθείς.
Δεν ξέρω ώσπου μπορεί να φτάσει κανείς με τις λέξεις.
Αν η ποίηση είναι αρκετή να μας ελευθερώσει, πριν ανταμωθούμε με το θάνατο.
Ο θάνατος όταν σε βρει με προσωπείο κι αλυσίδες, ε, τότε πράγματι είναι φοβερό. Πεθαίνοντας έτσι τι μπορεί να κερδίσεις έξω από σκουλήκια;
Είναι περισσότερο η αγωνία του θανάτου που σε σκοτώνει. Η ψυχή σου θα ‘ναι κιόλας νεκρή πριν πεθάνεις. Θα ζεις στην οσμή των πτωμάτων.
Το θάνατο το φέρνουμε μέσα μας, και είναι αυτό το απροσδιόριστο που μας δυσκολεύει ν’ αγαπάμε, να ονειρευόμαστε, να πιστεύουμε.
Είναι αυτό το αόριστο χώρισμα, αυτός ο άυλος τοίχος που κρατά τους ανθρώπους σ’ απόσταση τον ένα απ’ τον άλλο, από την ίδια τους την ψυχή ακόμα.
Μερικές φορές σκέφτομαι μήπως σπαταλώ άδικα τις ώρες μου, μήπως οι στοχασμοί κι οι στίχοι μου είναι λόγια που θα θαφτούν κάτω από άλλα λόγια και κείνα κάτω από τα άλλα που θα ειπωθούν αργότερα.
Κι όμως αυτή η δύναμη που με κάνει να στοχάζομαι και να γράφω, αυτή μου η τάση να αναλύω το κάθε τι, αυτό το ασύχαστο ηφαίστειο που κοχλάζει μέσα μου, αυτή η ακαθόριστη διαίσθηση που με οδηγεί όλο και πιο κοντά στο Αληθινό και στο αιώνιο.
Ποιός μπορεί να με πείσει πως όλα αυτά είναι δείγματα ψευδαίσθησης ή αεροβαδίσματος;
Οι νόμοι θεσπίζονται για να εξυπηρετούν τους ανθρώπους και όχι
οι άνθρωποι τους νόμους!
Διότι τότε έχουμε στυγνή δικτατορία και τότε επιβάλλεται
ανυπακοή και αντίσταση αν οι πολίτες θέλουν ακόμη να διατηρούν την αξιοπρέπεια τους και τη διαφορά που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τα κτήνη.

Η πρόοδος επιτυγχάνεται μόνο με επανάσταση. Όταν λέω επανάσταση δεν εννοώ μόνο την ένοπλη. Επιστημονική βιομηχανική, κοινωνική, πνευματική, ακόμη κι ατομική.
Σήμερα, τη χρονική αυτή στιγμή, η ανάγκη της επανάστασης, γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική. Ιδίως στον κοινωνικό και πολιτικό τομέα. Είναι καιρός τ’ άτομα, οι πολίτες ενός κράτους να ενδιαφερθούν ενεργητικότερα στον τρόπο της διακυβέρνησης του τόπου όσο και για την πολιτική της κυβέρνησης.
Ιδίως οι πνευματικοί άνθρωποι έχουν καθήκον να συμμετάσχουν σε πρώτο πλάνο στα της πολιτείας, διότι είναι οι οδηγοί και οι εκφραστές της κοινής γνώμης.

ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

1. Ευφροσύνη! Το μεγαλείο της γνώσης ας αντιταχτεί στο πανάρχαιο σχήμα,
στη θαλπωρή της καρδιάς.
Η έρημος στεγνώνει τ’ ασκιά της καρδιάς. Η έρημος είναι αδέκαστη.
Η καρδιά οδηγεί στην Αγάπη. Κι η Αγάπη στην έρημο. Όμως η Αγάπη δεν αντέχει την κάψα της ερήμου, την έλλειψη της βλάστησης κι εξαντλείται γρήγορα. Η έρημος είναι γεμάτη νεκρές, χαμένες αγάπες.
Η καρδιά σου δίνει μόνο τη δυνατότητα ν’ αντικρίσεις την έρημο. Μην την κουβαλήσεις όμως μαζί σου. Χωρίς λύπη, χωρίς δάκρυ αποχωρίσου την. Τουλάχιστον δώσ’ της τη δυνατότητα να πεθάνει αξιόπρεπα.

2. Τώρα η έρημος.
Άγνωστη-αδέκαστη-ανέκφραστη!
Και το υπερευαίσθητο κρίνο
μεταμορφώνεται σε πύρινη ρομφαία.
Η ψυχή αεί οδηγός.
Άγγελοι φοβεροί,
Αγριεμένοι ερημίτες
καραδοκούν ζυγιάζοντάς με
στο σκοτεινό τους βλέμμα.
Ο οργισμένος προφήτης,
-ο Άρχοντας της Ερήμου-
θα προβάλει σε λίγο.
Ψυχή, στο ύψος σου!
Η ρομφαία σε θέση κτυπήματος!
Η δοκιμασία, η δοκιμασία!

ΘΑΝΑΤΟΣ, Η ΑΝΑΠΑΨΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ

… Κάποτε ο πολεμιστής αποκάμνει, αποσύρεται για λίγο-
κοινός θάνατος, που λένε τούτοι της γής οι εύκολοι —πηγαίνει
παράμερα, στον ίσκιο’ ξεκουράζεται κομμάτι, ξεπλένεται απ’ τις
σκόνες και τα γαίματα, αλλάζει τα σχισμένα του ρούχα, τη φθαρμένη πανοπλία,
τα ραγισμένα του κοντάρια, πίνει δυο-τρεις

χούφτες δροσερό νεράκι και αφήνοντας τη φιλόξενη σκιά, νάτονε
πάλι με κραυγές πολεμικές να ορμά στο συρφετό της μάχης μέσα.
Και αυτό πάει και πάει ώσπου οι βάρβαροι λυγίσουν, οι γραμμές
τους αραιώσουν κι η υποχώρηση σημάνει.
Τότες κι ο φίλος μας ο πολεμιστής γυρίζει πίσω στο σπίτι,
στους δικούς —μια και πέτυχε στην αποστολή του —να απολάψει
τους χρόνους του Ήλιου και της Γαλήνης.

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ

NICANOR PARRA
Χιλή

ΖΗΤΙΑΝΟΣ
(Mendigo)

Δε μπορείς να ζεις στην πόλη
χωρίς τ’ απαραίτητα μέσα για συντήρηση.
Η αστυνομία εφαρμόζει το νόμο.

Μερικοί είναι στρατιώτες
που έχυσαν το αίμα για την πατρίδα
(αυτό σε εισαγωγικά)
Άλλοι είναι πονηρομπακάληδες
που κλέβουν ένα ή δυο ή τρία γραμμάρια
από ένα κιλό σταφίδες,

Και οι υπόλοιποι είναι παπάδες
που γυρνοφέρνουν μ’ ένα βιβλίο στα χέρια.

0 καθένας τους ξέρει τη δουλειά του.

Και ποιά νομίζετε, είναι η δική μου;
Τραγουδώ, κοιτώντας τα κλειστά παράθυρα
μπας και τ’ ανοίξουν
και
μου πετάξουν
κανένα κέρμα.

ΝΕΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ
(Iovenes)

Γράφετε όπως θέλετε
σ’ οποιοδήποτε στυλ σας αρέσει.
Πάρα πολύ αίμα έχει χυθεί κάτω από το γιοφύρι,
που θα ‘ταν ηλίθιο να πιστέψετε
πως μόνο ένας δρόμος είναι ο σωστός.

Στην ποίηση τα πάντα επιτρέπονται.

Με μόνο αυτόν τον όρο, βεβαίως:
Να γίνετε κύριοι της λευκής σελίδας.

.

NICOLAS GUILLEN
Κούβα

Ο ΚΑΝΤΑΛΙΣΟ Σ’ ΕΝΑ ΜΠΑΡ
(Cantaliso en un bar)

(Τουρίστες σ’ ένα μπαρ. Ο Κανταλίσο, η κιθάρα του.)

—«Μή με πλερώνετε για να τραγουδήσω
ό,τι δεν πρόκειται να τραγουδήσω.
Τώρα θ’ ακούσετε όσα ’θελα να πω
και δεν είπα προηγουμένως.

Ποιός σας έστειλε;
Σπαταλήστε τα λεφτά σας,
πιέστε το πιοτό σας,
αγοράστε μια μαράγκα —
μα δε μπορείτε να μ’ αγοράσετε εμένα,
όχι εμένα,
όχι εμένα.

Όλοι αυτοί οι ροδοκόκκινοι Γιάνκηδες
γιοί της γαρίδας,
γεννημένοι από μια μπουκάλα,
μια μπουκάλα ρούμι.

Ποιός σας είπε να ‘ρθετε;

Εσείς ζείτε
εγώ πεθαίνω,
τρώτε και πίνετε
μα όχι εγώ,
όχι εγώ.

Αν και είμαι ένας φτωχόνεγρος
το ξέρω ότι ο κόσμος δεν πάει καλά.
Αι, και ξέρω ένα κόλπο
που θα τον φτιάξει μια χαρά.
Ποιός σας έστειλε;
Όταν πάτε πίσω, στη Νέα Υόρκη,
να μου στείλετε μερικούς φουκαράδες
φτωχαδάκια σαν και μένα
φτωχαδάκια σαν και μένα.
Θα τους δώσω το χέρι
και θα τραγουδήσω μαζί τους
γιατί το τραγούδι που ξέρουν
είναι το ίδιο που ξέρω και γω.

.

SALVATOR NOVO
Μεξικό

Ο ΦΙΛΟΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΕ
(El amiko ido)

Ο Ναπολέων μου γράφει :
«Το Κολλέγιο είναι πολύ μεγάλο
σηκωνόμαστε πολύ νωρίς,
δε μιλάμε τίποτε άλλο, παρά εγγλέζικα,
σου στέλνω μια φωτογραφία του χτιρίου…»

Δε θα ξανακλέψουμε γλυκά μαζί
από τη ντουλάπα ή να τρέξουμε στο ποτάμι
να βρέξουμε τα πόδια
ή να κόψουμε αιματόχρωμα καρπούζια.

Τώρα ετοιμάζομαι για τις τελικές μου εξετάσεις.
Ύστερα, κατά τα φαινόμενα,
θα μάθω ό,τι πρέπει να ξέρω,
θα γίνω γιατρός,
θα έχω φιλοδοξίες, γενειάδα, μακριά παντελόνια.

Μ’ αν θα κάνω γιό
δε θ’ αφήσω κανένα να τον διδάξει τίποτε,
τον θέλω να ‘ναι τεμπέλης κι ευτυχισμένος
όπως ποτέ μου δε μπόρεσα να ‘μαι
εξ αιτίας των γονιών μου
όχι των γονιών μου,
των προπάππων μου,
όχι των προπάππων μου,
μα εξαιτίας του Θεού.

.

LUIS CARDOZA Y ARAGON
Γουατεμάλα

ΡΟΜΑΝΤΖΑ ΣΤΟΝ ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
Romance de Federico Garcia Lorga

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
και με μια γερή κιθάρα
εύθυμος και περίεργος να βρει
γιατί «Του Αντώνιο, η γυναίκα,
με τέτοιο τρόπο περπατεί…»

Γυναίκες στα μπαλκόνια
και νεράιδες και τρίτωνες
τραγουδούσαν μαργαριταρένια τραγούδια
στον ποιητή της Γρανάδας:
«Έλα από δω, Φεντερίκο,
κάμε τα πορτοκάλια να ευωδιάσουν
και τους ανανάδες και τα μήλα.
Θα σου στύψω ένα πιοτό
από ανθισμένα δειλινά και τραγούδια,
τη μουσική των χορών,
και το βαθύ τραγούδι: το χρώμα.
Η κιθάρα γκαστρώθηκε
(ίσως με την αυγή, μ’ όμορφες μιγάδες
ή με τον κορυδαλλό)
που τραγουδά σαν κοριτσόπουλο
με πιο λεπτούς γοφούς
και πιο στρόγγυλη σιλουέτα,
με φωνή τόσο γλυκιά
που τις μέλισσες ακόμα ξεγελά.
Έλα, από δω, Φεντερίκο
θα τα βάψουμε όλα μαύρα
τα πρόσωπα και τα κορμιά μας,
θα κάνουμε κότσο τα μαλλιά,
θα βάψουμε και τον ύπνο, ακόμα..
Είναι κάτι τραγούδια νέγρικα
σαν βαρυψημένα σταφύλια.
Είναι κάτι ζαχαρόσποροι
πιο γλυκοί κι από τ’ αυγερινά τ αστέρια.

Ο Τσαπουκαλής Τσιγγάνος έφυγε
με την όμορφη μιγάδα
εύθυμος και περίεργος να βρει…
και κάνανε έρωτα στ’ ακρογιάλι
και σαν ξυπνήσανε,
βρήκανε τον ήλιο μέσα στην κιθάρα τους

.

ΜΙΚΙ ROFU
Ιαπωνία

META TO ΦΙΛΙ

«Κοιμάσαι»,
«Όχι», είπες.
Άνθη του Μαγιού
ν ανθίζουν μες το μεσημέρι

Μέσα στη χλόη
κοντά στη λίμνη
κάτω από τον ήλιο

«Θα μπορούσα
να κλείσω τα μάτια
και να πεθάνω εδώ», είπες.

.

TSUBOI SHIGEJI
Ιαπωνία

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ

Το Φθινόπωρο κάποιος φίλος
μου έστειλε ένα μήλο
πήγα να το φάω
όλο μονομιάς.

Κόκκινο: ολοκόκκινο

Στην παλάμη μου, ασήκωτο
Ασήκωτο όπως ο κόσμος.

.

MARUYAMA KAORU
Ιαπωνία

TOΥ ΧΩΡΙΣΜΟΥ Ο ΠΟΝΟΣ

Στ’ αφτί μιας άγκυρας ένας γλάρος
κάθεται
Ξαφνικά, χωρίς λέξη, η άγκυρα γλιστρά
κάτω.
Τρομαγμένος, ο γλάρος πετά μακριά.

Βιαστική, η άγκυρα γέρνει χλωμή
μεσ’ το νερό.

Βυθίζεται.
Κι αυτό που ο γλάρος νιώθει
γίνεται σκούξιμο λυπημένο κι άγριο,
χαμένο μεσ ’τον άνεμο.

.

VCQUES PREVERT
Γαλλία

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΟ

Η μητέρα κάνει πλεχτό
ο γιος κάνει πόλεμο.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό η μητέρα.
Κι ο πατέρας, τί κάνει ο πατέρας;
Ο πατέρας κάνει «μπίζνες»
η γυναίκα του πλεχτό
ο γιός του πόλεμο
αυτός τις «μπίζνες» του.
Το βρίσκει πολύ φυσικό αυτό, ο πατέρας.
Κι ο γιός, ο γιός τί να βρίσκει, ο γιός;
Δεν βρίσκει τίποτε, απολύτως τίποτε ο γιός.
Ο γιός, η μητέρα του κάνει πλεχτό,
ο πατέρας του «μπίζνες», αυτός πόλεμο.
Όταν τελειώσει ο πόλεμος
θα κάνει «μπίζνες» με τον πατέρα του.
Ο πόλεμος συνεχίζεται, η μητέρα συνεχίζει να πλέκει,
ο πατέρας συνεχίζει τις «μπίζνες»
ο γιός σκοτώθηκε, δε συνεχίζει άλλο.
Ο πατέρας κι η μητέρα, πάνε στο νεκροταφείο.
Το βρίσκουν πολύ φυσικό αυτό,
ο πατέρας κι η μητέρα.
Η ζωή συνεχίζεται. Η ζωή με το πλεχτό,
τον πόλεμο, τις «μπίζνες».
Οι «μπίζνες», ο πόλεμος, το πλεχτό, ο πόλεμος,
οι «μπίζνες», οι «μπίζνες», οι «μπίζνες»
η ζωή με το νεκροταφείο.

.

PAUL ELUARD
Γαλλία

ΕΚΕΙΝΗ, Η ΠΑΝΤΟΤΕΙΝΗ

Αν σας πω «Τα ‘χω εγκαταλείψει όλα»
σημαίνει πως δεν είναι εκείνη του κορμιού μου.
Ποτέ δεν καυχήθηκα γι αυτό.
Δεν είναι αλήθεια.
Κι η καταχνιά όπου κινούμαι
ποτέ δε ξέρει αν πέρασα.

Η βεντάλια των χειλιών της,
η ανταύγεια των ματιών της
μόνο εγώ είμαι κυκλωμένος
από αυτό τον τόσο μηδαμινό καθρέφτη
όπου ο αγέρας κυκλοφορεί μέσα μου.
Κι ο αγέρας έχει ένα πρόσωπο
ένα πρόσωπο αγαπημένο,
ένα πρόσωπο που αγαπά, το δικό σου πρόσωπο.

Σε σένα που δεν έχεις όνομα
και οι άλλοι δε σε γνωρίζουν
Η θάλασσα σου λέει: πάνω μου.
Ο ουρανός σου λέει: πάνω μου.

Τ’ άστρα σε διαισθάνονται, τα σύννεφα σε φαντάζονται
και το αίμα που χύνεται στις πιο ακριβές στιγμές
το αίμα της γενναιοφροσύνης,
σε μεταφέρνει με ηδονή.

Τραγουδώ τη μεγάλη χαρά να σε τραγουδώ
τη μεγάλη χαρά να σ’ έχω ή να μη σ’ έχω,
την ειλικρίνεια να σε περιμένω,
την αθωότητα να σε γνωρίζω.
Ω, εσύ που εξαλείφεις τη λησμονιά,
την ελπίδα και την άγνοια,
που εξαλείφεις την απουσία και με φέρνεις στον κόσμο.

Τραγουδώ για να τραγουδώ
σ’ αγαπώ για να τραγουδώ
το μυστήριο όπου η αγάπη
με δημιουργεί κι αυτολυτρώνεται

είσαι αγνή,
πιο αγνή κι από μένα
τον ίδιο ακόμη.

.

CARL SANDBURG (June 13, 1943)
Η.Π.Α.

Η ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΕΙΝΑΙ MIA ΣΥΝΗΘΕΙΑ
(Freedom is a Habit)

Η Λευτεριά είναι μια συνήθεια
κι ένα φορεμένο σακάκι.
Μερικοί γεννιούνται για να το φορούν
άλλοι για να μην το γνωρίσουν ποτέ.

Η Λευτεριά είναι φτηνή
ή πάλι σαν μια φορεσιά, τόσο ακριβή,
που οι άνθρωποι την πληρώνουν με τη ζωή τους
για να την έχουν.

Η Λευτεριά είναι αόρατη:
αυτοί που την έχουν
συχνά, δεν ξέρουν πως την έχουν
μέχρι που να τους την πάρουν
και τότες μαθαίνουν τί έχασαν.

Τί να σημαίνει αυτό;
Να ‘ναι τάχατες γρίφος; Ναι, πρώτο απ όλα απαντιέται
στ’ αλφαβητάρια των γρίφων.

Το να ‘σαι λεύτερος είναι έτσι κι έτσι
το μπορείς και δεν το μπορείς.
Οι πεζοί μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δε γίνει πεζή.
Οι δρομείς μπορεί να ‘χουν λευτεριά
μόνο αν η λευτεριά τους δεν τους ξεπεράσει.
Συχνά φαγάδες έχουν καταβροχθίσει
τη μερίδα της λευτεριάς τους και τώρα πεινούν.
Συχνά πότες παράχυσαν
το κρασί της λευτεριάς τους και τώρα διψούν.

,

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΛΟΪΖΟΥ ΛΥΜΠΟΥΡΗ:

Ο αδελφός μου, Δώρος Λοΐζου

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ /2/9/2019/xatzigeorgiou@yahoo.com

Η αδελφή του ποιητή και αγωνιστή, Δώρου Λoΐζου, που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β στις 30 Αυγούστου 1974, αποφασίζει να αφηγηθεί όσα δεν ανέφερε ποτέ δημόσια μέχρι σήμερα για τη ζωή του αδελφού της.

Αθηνά Λοΐζου

Φορούσε τα καλά της, είχε ετοιμάσει γλυκό, καφέ κυπριακό – με περίμενε στο μπαλκόνι «για να μην μπερδευτείς με τα νούμερα των σπιτιών στην Κλήμεντος», απέναντι -σχεδόν- από το δημοτικό σχολείο του Αγίου Αντωνίου. «Χαίρομαι πολύ που θα μιλήσουμε για τον Δώρο!», μου είπε στα σκαλιά, κάτω από μία μεγάλη κορνιζαρισμένη φωτογραφία του αδελφού της – τη χαμογελαστή και αισιόδοξη, την πιο γνωστή του ίσως. Επάνω στο φορμάικο τραπεζάκι του σαλονιού είχε ήδη συγκεντρώσει ξεθωριασμένα άλμπουμ με φωτογραφίες από τη ζωή του, τους δίσκους του, βιβλία που είχε διαβάσει με την υπογραφή του, παλιές κάρτες που της έστελνε από την Αθήνα και από την Αμερική όπου σπούδαζε, φωτοτυπημένα πολλά ποιήματά του «γιατί ξεκινήσαμε να κάνουμε ταξινόμηση σε πολλά χειρόγραφα». Η φωνή της «έσπαγε» συνεχώς, από την αρχή μέχρι το τέλος της συνέντευξης – από τη μία καταλάβαινα πως ήταν μία υπέρβαση για εκείνην να αναφέρεται επί μία ώρα στη δολοφονία του πιο αγαπημένου της προσώπου, από την άλλη ήθελε να μιλήσει, «για να δημοσιοποιηθούν ντοκουμέντα». Κι ας έκλαιγε σε πολλές στιγμές κι ας σταματούσαμε για μερικά λεπτά «για μια ανάσα». Ήταν σαν να περίμενε -και εκείνη- την ιδανική αυτή στιγμή ενός ζεστού απογεύματος, ενός ακόμη «μαύρου» Αυγούστου της Λευκωσίας, για να «φωτιστούν» μέσα της δύο από τα ωραιότερα ποιήματα του Δώρου Λοΐζου: «Ποίηση είναι / ο άνθρωπος που προσπαθεί να μιλήσει / σαν Θεός / κι ο Θεός που προσπαθεί να μιλήσει σαν άνθρωπος». «Κι αν σε ρωτήσουν / καμιά φορά / ποιοι τάχατες / αλλάζουν τον κόσμο / οι ποιητές ή τα κόμματα / μην ντραπείς / να τους απαγγείλεις δυο τρεις στίχους…».

Είναι σχεδόν ανατριχιαστικό ότι ζείτε τρία λεπτά από τον κυκλικό κόμβο του «ΟΧΙ», εκεί όπου δολοφονήθηκε ο αδελφός σας… Είναι. Αλλά είναι και η προτομή του Δώρου εκεί, οπότε είναι σαν παρηγοριά για μένα – είναι κάτι «δικό» μου.

Πού ήσασταν τη μέρα της δολοφονίας του; Εκείνη την περίοδο εργαζόμουν στην εταιρεία του Γιώργου Βασιλείου, του μετέπειτα προέδρου, τη «Λήδρα». Επί της Μακαρίου ήταν τα γραφεία. Άκουσα τις σφαίρες – τις άκουσε όλη η Λευκωσία. Αλλά δεν ήξερα. Καταλαβαίνετε, βέβαια, ότι το να ακούεις σφαίρες τον Αύγουστο του ’74 στην Κύπρο, ήταν κάτι σύνηθες πλέον. Λίγο μετά ήρθε ο κλητήρας της εταιρείας, ο οποίος ήταν ήδη στην τράπεζα, στην πλατεία Ελευθερίας. «Άκουσα ότι εσκοτώσαν τον Λυσσαρίδη», μας είπε όταν τον ρωτήσαμε «τι έγινε πάλε;». «Και κάποιος ήταν μαζί του…». Τα έχασα. Διότι διαισθάνθηκα τι είχε συμβεί. Δεν υπήρχε περίπτωση να μην ήταν και ο Δώρος μαζί με τον γιατρό! Ο Μάριος ο Τεμπριώτης ήταν σωματοφύλακας του Λυσσαρίδη, πήγαινε κάθε μέρα και τον έπαιρνε στις υποχρεώσεις του αλλά, λόγω των ταραχών και του πολέμου, και επειδή είχαν προειδοποιήσει επανειλημμένως τον γιατρό ότι θα τον σκοτώσει η ΕΟΚΑ Β’, είχαν κανονίσει τα παιδιά που ήταν μαζί του να τον παίρνουν και να τον φιλοξενούν σε κάποιο σπίτι τα ίδια, ώσπου να ησυχάσουν κάπως τα πράγματα. Για να μη γνωρίζουν πού μένει, διότι εκινδύνευε. Ελάχιστοι, λοιπόν, ήξεραν πού ήταν κάθε βράδυ ο γιατρός – ανάμεσά τους και ο Δώρος, ο οποίος βρισκόταν συνεχώς δίπλα του. Το βράδυ πριν από τη δολοφονία, είχα μάθει από άλλους ότι ο γιατρός είχε διαμείνει στο σπίτι του Δώρου, στον Άγιο Δομέτιο. Μέσα σε εκείνο το σπίτι έμενε και η Βαρβάρα, η Αμερικανίδα γυναίκα του Δώρου.

Όταν σας είπε ο κλητήρας για τον «σκοτωμένο στο “ΟΧΙ”», γιατί πιστέψατε ότι ήταν ο αδελφός σας; Από το πρώτο λεπτό ήμουν βέβαιη πως θα ήταν ο Δώρος! Πως δεν ήταν ο Λυσσαρίδης. O πατέρας μου, η μάνα μας, εγώ, του λέγαμε πάντα: «Μην πηγαίνεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό. Θα σε παίξουν!». «Γιατί να φοβηθώ;», μας απαντούσε. «Άμα είναι το τυχερό μου…». Την 1η Αυγούστου τον είχαν ήδη συλλάβει άντρες της ΕΟΚΑ Β’, αλλά τους απείλησε η γυναίκα του, η οποία ήταν πολίτις των ΗΠΑ, ότι θα τους καταγγείλει στην αμερικανική πρεσβεία, διότι είχε και διεθνή δημοσιογραφική ταυτότητα. Και έτσι τον είχαν αφήσει τότε ελεύθερο. Αλλά ήδη ο Δώρος είχε στοχοποιηθεί. Μόλις αντιλήφθηκα, λοιπόν, τι θα είχε συμβεί, άφησα το γραφείο και έτρεξα στο μαγαζί με τα εξαρτήματα των αυτοκινήτων που είχε ο παπάς μου, στη λεωφόρο Ομήρου, δίπλα από τον «Καρυδά». Ο παπάς μου είχε ήδη ακούσει τι είχε γίνει εκεί από τον θείο μου, που δούλευε στη Cyta. Έκλεισε το μαγαζί και πήγε κατευθείαν στο νοσοκομείο, μαζί με τη μάμα μου, να δουν τι τελικά έγινε.

Πήγατε μαζί τους; Όχι. Εγώ έμεινα στο μαγαζί. Από το νοσοκομείο με πήρε τηλέφωνο ο παπάς μου και η μάμα μου και μου είπαν τα νέα: «Ο δολοφονημένος δεν είναι ο γιατρός, είναι ο Δώρος!». Εσοκαρίστηκα, δεν ήξερα τι μου εγίνετουν, αλλά τους είπα ότι δεν ήθελα να τον δω παραμορφωμένο – αντιλαμβάνεστε πώς ήταν εκείνες οι στιγμές. Και, μέχρι σήμερα, δεν μπορώ να δω τη συγκεκριμένη φωτογραφία, έτσι όπως τον είχαν κάνει με τις σφαίρες. Μετά, βέβαια, είχαμε άλλες διαδικασίες, γιατί δεν μας τον έδιναν αμέσως. Αλλά επιάσαμεν την ξαδέλφη μου, την Τζένη Ξιναρή, η οποία ήταν η ιδιαιτέρα του Τάσσου Παπαδόπουλου τότε, που τα εκανόνισεν όλα, για να κάνουμε την κηδεία την επόμενη μέρα. Θυμάμαι ότι ήρθαν στο σπίτι συγγενείς, πολλοί φίλοι, συναγωνιστές του Δώρου – εγώ δεν ήθελα να δω κανέναν! Εκλείστηκα στο δωμάτιό μου.
Στο μεταξύ, τι είχατε μάθει για τη δολοφονία; Στο αυτοκίνητο βρίσκονταν τρία άτομα. Ο Δώρος ήταν ο οδηγός. Η Βαρβάρα, η γυναίκα του Δώρου, η συνοδηγός. Ο γιατρός καθόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Είχαν περάσει, στο μεταξύ, από το ξενοδοχείο Hilton και εκεί άφησαν μία Αμερικανίδα δημοσιογράφο, η οποία είχε μείνει μαζί τους το βράδυ της προηγούμενης μέρας και ήταν και εκείνη μέσα στο αυτοκίνητο, προκειμένου να στείλει κάποιες ανταποκρίσεις. Ο Δώρος, κάποια στιγμή, στην Κάνιγγος, είχε γυρίσει και είχε πει στον γιατρό: «Παρακολουθούν μας, είναι ένα αυτοκίνητο χωρίς νούμερα, πίσω μας». Όταν πια έφτασαν στο «ΟΧΙ», ξεκίνησαν οι σφαίρες. Ο γιατρός έσκυψε αμέσως, τις ριπές τις έφαεν ο Δώρος και κάποιες ξώφαλτσα η Βαρβάρα. Την ώρα που πήγαινε ο Δώρος να ελαττώσει ταχύτητα, επειδή ήταν το round about εκεί, τον έραψαν κανονικά τα καλάσνικοφ. Έφαεν 30 σφαίρες. Τις μισές πάνω στο κεφάλι και τις άλλες μισές γύρω που το αυτοκίνητο. Εκρατούσαν καλάσνικοφ και τον έραφκαν.

Είχα δει σε κάποιο ντοκιμαντέρ, στο ΡΙΚ, μία παλιά συνέντευξη της Βαρβάρας, η οποία έλεγε: «Ξέρω ποιοι σκότωσαν τον Δώρο, αλλά τότε δεν μπορούσα να μιλήσω για τους δολοφόνους γιατί φοβόμουνα»… Και ο γιατρός τα λέει αυτά στις μαρτυρίες του: «Είναι οι γνωστοί-άγνωστοι δολοφόνοι». Ξέρουμε συγκεκριμένα ποιοι είναι, αλλά… Ο παπάς μου, θυμάμαι, είχε πάει να δει τον Μακάριο, μετά τα γεγονότα. Του είπε: «Ξέρετε, Μακαριότατε, ποιοι εσκότωσαν τον γιο μου;». «Ξέρω, ξέρω…», του απάντησε ο Μακάριος. «Ε, αφού ξέρεις, να τους φέρεις μπροστά μου. Να πάρω δικαιοσύνη». «Σιγά σιγά, θα τα δούμε όλα», του είπε ο Μακάριος. Μία κοπέλα, η οποία μαρτύρησε, δύο μέρες μετά τη δολοφονία βρέθηκε πνιγμένη μέσα στο μπάνιο της, «από ηλεκτροπληξία». Για να καταλάβετε τις συνθήκες εκείνης της περιόδου… Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία του Ηρακλή Χατζηρακλέους, που είχε την εφημερίδα «Ελεύθερος Λαός», η CIA πλήρωσε τότε εννέα χιλιάδες λίρες – πολλά λεφτά για την εποχή εκείνη. Αν σκεφτείτε πως ο γιατρός ήταν επικηρυγμένος για δώδεκα χιλιάδες λίρες, τότε καταλαβαίνετε πόσο σημαντικός ήταν γι’ αυτούς ο Δώρος. Η επιταγή βγήκε από την Αμερική. Και εξαργυρώθηκε!

Είστε βέβαιη γι’ αυτά που μου λέτε; Απολύτως! Έφτασεν πια η ώρα να τα πω δημόσια. Ο δημοσιογράφος του «Φιλελευθέρου», Κώστας Βενιζέλος, ετοιμάζει ήδη βιβλίο για τη ζωή του Δώρου -με πολλά, άγνωστα μέχρι σήμερα, στοιχεία- με τίτλο «Οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι», που θα κυκλοφορήσει μέσα στο φθινόπωρο. Σ’ αυτό δημοσιοποιούνται πολλά…

Αν είχατε τώρα μπροστά σας τους δολοφόνους του αδελφού σας, τι θα τους λέγατε; Θα προτιμούσα να μην τους αντικρίσω ποτέ! Γι’ αυτό και δεν γνωρίζω τι απέγιναν, πού ζουν… Αλλά, αν οι συνθήκες τα έφερναν και βρισκόμασταν πρόσωπο με πρόσωπο, νομίζω πως θα έβγαινα εκτός εαυτού. Καλύτερα να μη συμβεί. Ο παπάς μου μού έλεγε: «Έχει Θεό και θα πληρώσουν!». Αυτό θα σας απαντούσα κι εγώ τώρα.

Τι θυμάστε από την κηδεία του Δώρου; Θυμάμαι τον κόσμο… Χιλιάδες! Η πομπή έγινε από το «ΟΧΙ» ώς το κοιμητήριο. Κρατούσαν λουλούδια, έλεγαν συνθήματα, τραγουδούσαν – ήταν σαν μια μεγάλη διαδήλωση. Για μένα, όμως, ήταν σαν ένα φρικιαστικό όνειρο. Έτσι το έχω μέσα στο νου μου. H εικόνα είναι μπροστά μου – σαν να έγινε χθες… Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από εκείνη την ημέρα…
Έχει μαλακώσει πια κάπως ο πόνος σας για το θάνατο του αδελφού σας, μετά από 45 χρόνια; Όχι, όχι. Ποτέ! Αυτός ο πόνος δεν φεύγει ποτέ! Κι ούτε θα φύγει. Γιατί να συνηθίσω το θάνατο του Δώρου;

Η μητέρα σας ζει; Η μάμα μου επέθανεν πολύ πριν από τον παπά μου. Που το μαράζιν της, είχε νοσήσει στους πνεύμονες. Ήταν πιο εσωστρεφής η μάμα μου, εκράταν το μέσα της. Ενώ ο παπάς μου, όποτε είχε εκδηλώσεις, συνέδρια, διαδηλώσεις, πήγαινε με τα βιβλία του Δώρου, με τα ποιήματά του και τα διένειμε. «Δεν άξιζε να σκοτώσουν έτσι ένα παιδί!», έλεγε σε όλους. Ήταν πολλά περήφανος ο παπάς μου για τον Δώρο! Όλοι μας βέβαια ήμασταν περήφανοι για εκείνον, αλλά ο παπάς μου, πώς να σας το εξηγήσω, ήταν ο ήρωάς του, είχε γίνει το πρότυπό του. Ήθελε να διατηρήσει τη μνήμη του Δώρου ζωντανή! Σε όλους τους συλλόγους της ΕΔΕΚ είχε πάει και είχε δώσει φωτογραφίες του Δώρου, τους έλεγε «να τον θυμάστε…». Προσπαθούσα να τους παρηγορήσω, όσο μπορούσα. Ήμουν και ελεύθερη ακόμη τότε. Αλλά τους έλειπε πολύ ο Δώρος… Μάλιστα την ημέρα του γάμου μου, είχε συμβεί και το άλλο τραγικό. Πρωτομαγιά του ’76 παντρεύτηκα, την ίδια μέρα είχαν σκοτώσει τον Αλέκο Παναγούλη, ο οποίος ήταν συναγωνιστής του Δώρου. Πικρή μέρα. Ήταν μια παρέα όλοι αυτοί – ο Δώρος, ο Παναγούλης, ο Τάκης ο Χατζηδημητρίου…

Θυμάστε ποια ήταν τα πρότυπα του αδελφού σας; Ο Τσε Γκεβάρα. Ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα. Ο Νίκος Καζαντζάκης. Ο Νίτσε. Ο Μίκης Θεοδωράκης. Αυτούς θυμάμαι… Θα σας πω και κάτι ακόμη. Τη μέρα της δολοφονίας του, κατά τραγική ειρωνεία, μέσα στο αυτοκίνητο, ο Δώρος τραγουδούσε εκείνο το τραγούδι του Θεοδωράκη που λέει: «Ήταν πρωί του Αυγούστου κοντά στη ροδαυγή / βγήκα να πάρω αέρα στην ανθισμένη γη / βλέπω μια κόρη κλαίει, σπαρακτικά θρηνεί / σπάσε καρδιά μου, εχάθη το γελαστό παιδί…». Για να καταλάβετε, καμιά φορά, η μοίρα του ανθρώπου…
Γιατί ήταν συνεχώς μαζί με τον Λυσσαρίδη ο Δώρος; Το εξηγήσατε ποτέ; Δεν συνειδητοποιούσε πως κινδύνευε καθημερινά; Γιατί τον θαύμαζε! Γι’ αυτό. Ήταν ο μέντοράς του. Και ο γιατρός, όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος, είπε: «Ήταν σαν να σκότωσαν τον γιο μου!». Ο παπάς μου πάντως προειδοποιούσε συνεχώς τον Δώρο, του έλεγε: «Πήγαινε πίσω στην Αμερική γιε μου, στις σπουδές σου, στη γυναίκα σου, είναι επικίνδυνα τα πράγματα, σταμάτα να είσαι συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Αλλά ο Δώρος δεν άκουγε κανέναν! «Τώρα που κινδυνεύει η Κύπρος, εγώ θα σηκωθώ και θα φύγω;», του απαντούσε. Έτσι ένιωθε. Ούτε γυναίκα ελογάριαζε, ούτε οικογένεια, ούτε τίποτε. Μόνο την Κύπρο. Του έλεγε ο παπάς μου – θυμούμαι το σαν τώρα: «Αν πεθάνεις γιε μου, τι θα γίνει τούτη η γυναίκα;». «Θα πάει πίσω στον τόπο της», του απαντούσε. Διαισθανόταν το θάνατό του, έτσι πιστεύω. Σε ένα του ποίημα, αφιερωμένο στον Τσε, έγραφε: «Θα πουν ότι κατά λάθος σε σκότωσαν…». Ήξερε! Τη γυναίκα του, τη Βαρβάρα, δεν την άφηνε δευτερόλεπτο τον τελευταίο καιρό. Σαν να ήθελε να ρουφήξει το κάθε δευτερόλεπτο μαζί της. Λίγες μέρες, θυμάμαι, πριν τον σκοτώσουν, του είπε για ακόμη μία φορά ο παπάς μου: «Ρε, δεν το καταλαβαίνεις; Θα σε σκοτώσουν όταν γυρίζεις συνέχεια μαζί με τον γιατρό!». Και του απάντησε ο Δώρος: «Εσύ, παπά, έγινες τόσων χρόνων, ήρθες, θα φύγεις από αυτό τον κόσμο, κανένας δεν σε ξέρει. Εγώ θέλω, όταν θα φύγω από τη ζωή, να αφήσω ένα όνομα. Δεν θέλω να κάνω ένα πέρασμα!»…

Πότε είχατε μιλήσει τελευταία φορά με τον αδελφό σας; Καμιά δεκαριά μέρες πριν από τη δολοφονία. Το έκανε για να μας προστατεύσει κυρίως. Γιατί ήταν πολύ επικίνδυνες οι μέρες τότε, το ξέρετε. Είχαμε πάει στις Πλάτρες. «Μείνετε εκεί», μας έλεγε, «δεν υπάρχει κράτος, έχουν φύγει όλοι. Όποιος θέλει, αν θέλει, καταλαμβάνει αύριο την Κύπρο. Μείνετε εκεί, για να γλιτώσετε». Ο Δώρος πολεμούσε στο Καϊμακλί όταν έγινε η εισβολή, απ’ όσο θυμάμαι. Ακόμη και όταν αναγκαζόταν προηγουμένως να κρυφτεί, κάποιες φορές, μέσα στο σπίτι μας, μας έλεγε πάντα «μην πείτε τίποτα σε καμιά γειτόνισσα!», διότι δεν ήθελε να μπλέξουμε ούτε εμείς, ούτε εκείνος.

Πόσων χρόνων ήταν όταν δολοφονήθηκε ο Δώρος; 30. Ειπώθηκαν πολλά μετά, πολλά αίσχη. Έφτασαν στο σημείο κάποιοι να πουν ότι «ο ίδιος ο γιατρός εσχεδίασε τη δολοφονία του Δώρου, γιατί φοβόταν πως θα του φάει την αρχηγία». Για να καταλάβετε πώς σκέφτονταν ορισμένοι άνθρωποι. Πάντως, ό,τι έλεγε ο γιατρός, για τον Δώρο ήταν «ευαγγέλιο»!

Από παιδί έγραφε ποιήματα; Ναι, ναι, αν και δεν συνήθιζε να μας τα απαγγέλλει – ορισμένα μόνο. Η ζωή ολόκληρη του Δώρου ήταν η ποίηση και το τραγούδι. Στο σπίτι έχω ακόμη τους δίσκους του: Μούτση, Θεοδωράκη, το «Φορτηγό» του Σαββόπουλου, Μάνο Λοΐζο, Κώστα Χατζή, πολλή κλασική μουσική -κυρίως Τσαϊκόφσκι, Βιβάλντι και Μότσαρτ- μέχρι και Olympians, Γιώργο Μουζάκη, Δαλιδά, John Lennon και Beatles. Ο Δώρος, μαζί με τον αδελφικό του φίλο, τον Γιώργο Νικολάου, έπαιζαν μονίμως κιθάρα και τραγουδούσαν. Τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη, από εκείνους τους έμαθα.

Τι είδους ποιήματα έγραφε τότε; Συνήθως έγραφε για την ελευθερία, για την πατρίδα. Όταν είχαν γίνει τα επεισόδια στη Σεβέρειο, την περίοδο της ΕΟΚΑ, ο Δώρος είχε συλληφθεί από τους Άγγλους. Ήταν μαθητής τότε. Κι όταν φοιτούσε στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, ο Δώρος συμμετείχε ενεργά στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ. Από τότε το έλεγε η καρδιά του! Θυμάμαι, επίσης, που μου έλεγε συνήθως ο Δώρος: «Να κοιμάσαι πολύ λίγο, γιατί ο ύπνος είναι χάσιμο από τη ζωή!». Και «να ζεις την κάθε στιγμή σαν να ‘ναι η τελευταία, Αθηνούλα. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις…». Εγώ ήμουν «η μικρή». Με περνούσε δύο χρόνια ο Δώρος. Με συμβούλευε συνέχεια.

Σας πρόσεχε κιόλας; Ναι, ναι. Πάρα πολύ! Ήμουν «ο θηλυκός Δώρος» έλεγαν, επειδή μοιάζαμε πολύ. Ίσως γιατί είχαμε το ίδιο οβάλ πρόσωπο. Ο Δώρος ήταν πάντα πολύ φιλικό παιδί. Ήπιος χαρακτήρας. Λιγομίλητος. Μονίμως, όμως, αισιόδοξος. Είχε παρέες, παίζαμε όλοι μαζί -άλλοι ήταν συμμαθητές του, άλλοι πιο μικροί, άλλοι πιο μεγάλοι- ήμασταν καμιά δεκαπενταριά άτομα εδώ, στην Κλήμεντος. Ήταν ένα παιδί μονίμως χαμογελαστό! Α, και συνεχώς ερωτευμένος! (χαμογελά). Όποτε του γνώριζα κάποια από τις φιλενάδες μου, εκείνος άρχιζε τα ποιήματα… Τον άλλο μήνα, γνώριζε άλλη, άλλα ποιήματα.

Είναι πιο πολύ γνωστά τα αγωνιστικά του ποιήματα, παρά τα ερωτικά του… Τα περισσότερα από τα ερωτικά του ποιήματα δεν μας τα έλεγε. Τα ήξερε μόνο η παραλήπτρια (χαμογελά). Τώρα τα βρίσκουμε, σιγά σιγά και θα τα ταξινομήσουμε. Υπάρχουν ακόμη φίλες μου που έχουν φυλαγμένα ποιήματα του Δώρου…

Τι όνειρα έκανε; Νομίζω πως δεν έκανε μεγάλα όνειρα ο Δώρος. Δεν έλεγε ποτέ κάτι συγκεκριμένο. Δεν σκεφτόταν μακροπρόθεσμα. Ο παπάς μου του έλεγε να σπουδάσει ξενοδοχειακά, επειδή ο θείος ο Λούης είχε το τουριστικό γραφείο. Κι έτσι, ξεκίνησε να σπουδάζει με υποτροφία στη Ρόδο. Αλλά ήταν η εποχή που είχε γίνει η Χούντα και πιεζόταν πολύ στην Ελλάδα. Αντιδρούσε. Αποβλήθηκε τελικά από τη Σχολή επειδή, σε μία γιορτή, είχε καλύψει τη φωτογραφία του βασιλέα. Επέστρεψε μετά στην Κύπρο, τέλειωσε το στρατιωτικό του κι ύστερα πήγε στην Αμερική για να σπουδάσει. Τα «πιστεύω» του τα βρήκε στην ΕΔΕΚ. Γι’ αυτό και αρθρογραφούσε στα «Νέα», στη «Σοσιαλιστική Έκφραση» και στον «Ανεξάρτητο», μαζί με τον Ρένο Πρέντζα. Δεν είχαμε κάτι οικογενειακό προηγουμένως, σε σχέση με τα κόμματα. Όλα ξεκίνησαν από τον Δώρο, από τα διαβάσματά του -γιατί διάβαζε πολύ!- από τις ανησυχίες του, αλλά κυρίως από την αγάπη του για την Κύπρο. Ελάτρευε την Κύπρο!

Αυτή ήταν η προτεραιότητά του; Πάντα!

Τον είδατε ποτέ στενοχωρημένο; Αναστατωμένο, θα έλεγα. Τότε που τον έδιωξαν από την Ελλάδα, λόγω της Χούντας. Του έκανε καλό βέβαια η Αμερική, στη συνέχεια. Διέπρεψε στις σπουδές του, ήταν πολύ επιμελής, μέχρι που ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος του είχε πει «μείνε εδώ, σε χρειαζόμαστε», αλλά ο ίδιος αρνήθηκε. «Πρέπει να επιστρέψω στην Κύπρο. Η Κύπρος με χρειάζεται!», του είχε απαντήσει.
Πάλι η Κύπρος, ε; Πάντα. Πάνω από εμάς, πάνω απ’ όλους, ήταν η Κύπρος.

Η Βαρβάρα, η γυναίκα του, ζει στην Αμερική πια; Ναι. Αν και εκείνη ήθελε να παραμείνει στην Κύπρο. Με τον Δώρο παντρεύτηκαν με πολιτικό γάμο το ’72 και το ’73 με θρησκευτικό, στην Κύπρο. Όταν είχαν έρθει στην Κύπρο, από την Αμερική, ο Δώρος ξεκίνησε να δουλεύει ως καθηγητής φιλολογίας στο «English school» και η Βαρβάρα δίδασκε μουσική. Οι μαθητές λάτρευαν τον Δώρο! Κρέμονταν από τα χείλη του, γιατί ήταν διαφορετικός από τους άλλους καθηγητές, τους τα έλεγε αλλιώτικα τα πράγματα μάλλον, απ’ ό,τι μου λένε. Θα σας πω και κάτι άλλο, που δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ… Η Βαρβάρα ήταν έγκυος. Αλλά έκανε αποβολή, λόγω των γεγονότων, τον καιρό που κυνηγούσαν τον Δώρο. Μεταξύ πραξικοπήματος και εισβολής είχε κάνει απόξεση. Ο Δώρος δεν το γνώριζε, δεν πρόλαβε να του το πει η Βαρβάρα. Εγώ το έμαθα πολύ αργότερα, από την ίδια τη Βαρβάρα. Οι καταστάσεις, βλέπετε… Δεν ξέρω αν τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά στη ζωή του, αν γνώριζε πως θα γινόταν πατέρας. Ίσως η μοίρα του, όμως, να ήταν αυτή: Να γίνει ήρωας.

Τους Αύγουστους πώς τους ζείτε πια; Είναι οι μέρες εκείνες που θέλω να λείπω από την Κύπρο. Δεν αντέχεται όλο αυτό! Ακούω τις σειρήνες και τρομάζω. Όταν μεταδίδονται τα αφιερώματα για το πραξικόπημα και την εισβολή, κλείνω το ράδιο. Δεν θέλω να ακούω. Εστοίχισεν μου που έχασα τον Δώρο. Εστοίχισεν μου πολλά… Το καταλαβαίνετε… Όταν ήθελα κάτι που δεν μου το έδινε ο παπάς, έλεγα του Δώρου και τον έπειθε. Όταν ήταν στην Αθήνα, στην Αμερική, τότε που εδούλευε παράλληλα ως μπογιατζής, γιατί ο παπάς δεν μπορούσε εύκολα να τα βγάλει πέρα με ένα μαγαζί που είχε, πάντα μου έγραφε γράμματα. Τα έχω φυλαγμένα όλα! Μου έλεγε, θυμάμαι: «Αθηνούλα, είσαι ένα μηδενικό μέσα σε εκατομμύρια κόσμου. Χάνεσαι μέσα στη μάζα. Και μη νομίζεις ότι στην Αμερική είναι όλα ρόδινα…».

Αντέχετε τουλάχιστον να ακούτε το «τραγούδι του Λεύτερου»; (σιγοτραγουδά) «Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω / θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα / θα βγω στους δρόμους / στες πλατέες…». Ναι. Ναι. Αυτό είναι το μόνο που αντέχω. Το συγκεκριμένο ποίημα δημοσιεύτηκε, πρώτη φορά, στις 22 Αυγούστου του 1974, μία βδομάδα ουσιαστικά πριν από τη δολοφονία του Δώρου, στην εφημερίδα «Τα Νέα». Να, άλλο ένα παιχνίδι της μοίρας… Την επόμενη της δολοφονίας του αναδημοσιεύτηκε και στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Γιώργο Κοτσώνη, με ερμηνευτή τον Κώστα Καμένο. Το «τραγούδι του Λεύτερου» είναι το τραγούδι του Δώρου!

xatzigeorgiou@yahoo.com

http://www.philenews.com/downtown/anthropoi/article/770363/athina-loizoy-lympoyri-o-adelfos-moy-doros-loizoy?fbclid=IwAR0ZZ-wRZlhZsWZxQLDDFfBg1g__Mhy7H8dPmG8sB8jrMBkWeRWkXnLIyKE#.XWwLJmWU0K0.facebook

.

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΩΡΟ ΛΟΪΖΟΥ ΕΓΡΑΨΑΝ

ΒΑΣΟΣ ΛΥΣΣΑΡΙΔΗΣ

Όσο μακραίνει ο χρόνος, όσο οι συνθήκες γίνονται πιο δύσκολες, όσο δολοφονούνται τα οράματα, τόσο πιο πολύ μας λείπει ο Δώρος.
Τόσο πολύ πιο ζωντανός μας κυνηγάει με τους στίχους του, με τη ζωή, τον θάνατο του και τη θυσία του.
Τόσο και πιο απαιτητικός, με το ματωμένο πρόσωπο ανάποδα, απαιτεί συνέχιση αγώνων και αγωνιών.
Τον Δώρο που τώρα νίκησε τα σύνορα της μικρής Κύπρου και μετατρέπεται σε πανελλήνιο αγωνιστή σύμβολο ανθρωπιάς, αντίστασης, δημοκρατίας θα τον βρήτε αιώνια νέο σ’ αυτό το βιβλίο, αιώνια ζωντανό στη συνείδηση του
λαού μας, αιώνια καθοδηγητή των αγώνων για ψωμί και λευτεριά.

28.6.1999

ΒΑΡΒΑΡΑ ΜΠΕΛΛ

ΑΓΓΙΞΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΙ ΗΤΑΝ ΚΡΥΟΣ

(Στην μνήμη Δώρου Λοΐζου 1944 – 1974)

Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.
Έτσι τώρα κατάλαβα τί είναι ζωή και τι όχι.
Και το κατάλαβα γιατί άγγιξα τα παγωμένα του χέρια
το γλυκό του πρόσωπο.
Τα τρεμάμενα μου δάχτυλα γλίστρησαν
θάνατε. Τί κρύος που είσαι.
Μόνο τα γέννια και τα μαλλιά του ήταν αληθινά.
Προσπάθησα να μείνω λίγα ακόμη λεπτά εκεί δίπλα σου.
Πριν με σηκώσουν από κει που δεν ήθελα να φύγω.
“Ακόμη δυο λεπτά, σας παρακαλώ,”
“Όχι, αγαπητή μου. Αρκετά έχεις υποφέρει.
δεν είναι καλό για σένα”.

Παλιά μου αγάπη, σύντροφε μου,
σαν παραγεμισμένη κούκλα.
Γιατί δεν ήσουν εσύ, ξαπλωμένος στο τραπέζι.
Ένα βουβό, άψυχο κορμί που του πήραν την ψυχή
κι αυτή πέταξε στον ουρανό,
αφήνοντας τη σάρκα μέσα στο κουτί.
Άδειο ανθρώπινο όστρακο.
Δεν θα υποκύψω πια ποτέ στα υλικά και στ’ ασήμαντα.
Γιατί βλέπεις, τώρα, κατάλαβα.
Άγγιξα το θάνατο και ήταν κρύος.

Μετάφραση: Βάσος Λυσσαρίδης

.

ΚΩΣΤΑΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

SLPRESS.GR 2/9/2019

Δώρος Λοΐζου: Ο Κύπριος πατριώτης που δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β’

Η Δώρος Λοΐζου είχε μία σύντομη, αλλά γεμάτη ζωή. Πρόλαβε να ζήσει τις πιο έντονες στιγμές της χώρας του. Αγώνες μεγάλοι και καθημερινοί. Βίωσε προσωπικά πολιτικές και ιδεολογικές αναζητήσεις. Στη διαδρομή του αυτή δεν είχε επιλέξει την ήρεμη, την “κανονική” ζωή της απάθειας, της επιδερμικότητας, που ήταν και είναι, ίδιον της κυπριακής κοινωνίας. Γι’ αυτό και αναμετρήθηκε με το θάνατο πολλές φορές, αλλά δεν παραδόθηκε ποτέ. Δολοφονήθηκε για τις ιδέες και τη δράση του στις 30 Αυγούστου 1974.

Ποιητής, λογοτέχνης, ζωγράφος, ερασιτέχνης ηθοποιός, άνθρωπος των ανατροπών και έντονα πολιτικοποιημένος, ο Δώρος ήταν προετοιμασμένος για τη ζωή, αλλά και για τον θάνατο. Η ευαισθησία του ως ποιητής και ανθρώπου των τεχνών σε συνδυασμό με την πολιτική του δράση σε ένα χώρο με δυναμική αντίληψη των δεδομένων, δημιουργούσε μια ολοκληρωμένη προσωπικότητα που έβλεπε διαφορετικά το μέλλον, που έβλεπε διαφορετικά τη ζωή.

Το Δώρο πρέπει να τον σκιαγραφήσει κανείς, να τον περιγράψει λαμβάνοντας υπόψη την περίοδο που έχει ζήσει και δράσει. Αλλά όχι μόνο. Γιατί ο Δώρος Λοΐζου ήταν προχωρημένος για την εποχή του. Αντιγράφω από μια μπροσούρα που εκδόθηκε για την 19η επέτειο από το θάνατο του. Γραμμένο από κάποιον, ο οποίος τον έζησε, τον γνώριζε καλά.

«Αν θα έπρεπε να δοκιμάσουμε ένα αρχικό χαρακτηρισμό του Δώρου Λοΐζου, θα λέγαμε τούτα: Ο Δώρος ήταν από τους λίγους εκείνους που την πυρωμένη τους εσωτερική επανάσταση δεν την ξεδιακρίνεις στις εξωτερικές αντιδράσεις τους, έστω κι εάν έχεις την τύχη να τους ζήσεις από κοντά. Είναι από τους απλούς εκείνους που τη ζωή διαβαίνουν χωρίς τυμπανοκρουσίες και κάθε λογής θορύβους. Είναι από τους διαλεχτούς εκείνους που την πολυδιάστατη αξία τους τη συνειδητοποιείς άμα τους χάσεις.
»Πόσο παράξενο αλήθεια που τόσο καιρό δεν τον υποψιαστήκαμε; Κι ερχόμαστε τώρα να πελαγοδρομήσουμε στο βάθος της εξωτερικής και εσωτερικής ιστορίας του, να εξαφανιστούμε μέσα στην προσπάθεια μας να βυθομετρήσουμε την απύθμενη του υπόσταση ‘θέλω ν’ απλώσω να γίνω απέραντος, απύθμενος’, έγραψε νωρίς ο ίδιος και τα κατάφερε…». Αυτά γράφτηκαν από ένα φίλο του χρόνια μετά το θάνατο του, ο οποίος δεν υπογράφει το κείμενο.

Τράβηξε το δικό του δρόμο
Παιδί μικροαστικής, συντηρητικής οικογένειας, από νωρίς είχε διαφοροποιηθεί μέσα από τις προσωπικές του αναζητήσεις του. Διάβαζε και αναζητούσε. Διάβαζε και έγραφε. Η μετέπειτα πορεία του, πολιτική, λογοτεχνική δεν ήταν αποτέλεσμα της οικογενειοκρατίας, όπως συνηθιζόταν και σε κάποιο βαθμό ισχύει ακόμη στην κυπριακή κοινωνία. Οι πολιτικές επιλογές, δηλαδή, να καθορίζονται μέσα από την οικογένεια σε ένα σύστημα εν πολλοίς «κληρονομικό». Τράβηξε το δικό του δρόμο. Με ανοικτούς ορίζοντες, χωρίς δογματισμούς και πρωτίστως με όραμα.

Ο Δώρος επηρεάσθηκε από τον αγώνα της ΕΟΚΑ. Δεν περιορίσθηκε, ωστόσο, στα όρια της μικρής του ιδιαίτερης πατρίδας, παρακολουθούσε το διεθνές γίγνεσθαι, τους πολέμους, τις επαναστάσεις και έκανε τους δικούς του προσωπικούς προβληματισμούς. Ήταν φανερό από την αρχή ότι διαμόρφωνε μια δική του πορεία, πολλές φορές και απέναντι από την επικρατούσα άποψη στην Κύπρο.

Ο Δώρος συμμετείχε στη νεολαία της ΕΟΚΑ, την ΑΝΕ (Άλκιμος Νεολαία ΕΟΚΑ). Συμμετείχε στο διαμοιρασμό φυλλαδίων και στην εκστρατεία για σβήσιμο των αγγλικών πινακίδων σε καταστήματα, οδικές σημάνσεις και οδούς. Αυτό ήταν το βάπτισμα του πυρός. Πολιτικά και εθνικά. Διαβάζοντας τα αρχικά κείμενα του Δώρου, ως φοιτητή, τα πρώτα χρόνια είχε επιδράσεις που κουβαλούσε από την Κύπρο. Δεν ήταν ποτέ συντηρητικός. Ακολούθησε, όμως, μια εξελικτική πορεία. Διαμορφώθηκε αυτόφωτα, χωρίς ετοιμοπαράδοτες θεωρίες.

Πρώτος σταθμός εκτός Κύπρου, η Ρόδος. Πήγε για να σπουδάσει ξενοδοχειακά. Σε μια εθνική γιορτή, με την ελληνική σημαία σκεπάζει τη φωτογραφία του Βασιλιά. Οι αρχές της Σχολής τον αποβάλλουν δια παντός. Ήταν χούντα τότε κι εάν όλα τα σκίαζε η φοβέρα, ο Δώρος όμως, δεν φοβήθηκε. Έφυγε από τη Ρόδο και επέστρεψε στην Κύπρο. Αποφασίζει και μεταβαίνει το 1969 στη Βοστώνη και εγγράφεται στο Hellenic College. Το 1972 ολοκληρώνει τις σπουδές του. Το δίπλωμα του Β.Α. Ιστορίας. Η παρουσία του στο πανεπιστήμιο συνοδεύτηκε από πολλές και πλούσιες δράσεις. Πολιτικές και λογοτεχνικές.

Στις ΗΠΑ
Το 1971 οργάνωσε σεμινάριο για τη Νεοελληνική Γλώσσα και σκηνοθετεί τον «Κωνσταντίνο Παλαιολόγο» του Νίκου Καζαντζάκη, ερμηνεύοντας ο ίδιος τον κύριο ρόλο. Ασχολήθηκε και με τις μεταφράσεις. Μετάφρασε στα ελληνικά επαναστατικούς ποιητές, κυρίως ισπανόφωνους (Λατινοαμερικανούς). Στις ΗΠΑ είχε αναπτύξει έντονη πολιτική δράση παράλληλα με το θέατρο, τις τέχνες, την ποίηση, την οργάνωση εκδηλώσεων για τα ελληνικά γράμματα και την ιστορία.

Σε μια από τις πολλές παρεμβάσεις του ήταν και η αλληλογραφία που είχε με τον Γερουσιαστή της Νοτίου Ντακότας, Τζόρτζ Μακγκάβερν. Ήταν μια αντιπολεμική παρέμβαση, μια παρέμβαση κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων των ΗΠΑ. Ο Γερουσιαστής σε επιστολή του προς το Δώρο ημερομηνίας 6 Μάιου 1971 τον ενημέρωνε για την προσπάθεια επαναφοράς ενός νομοσχεδίου, που απαιτούσε την απομάκρυνση όλων των αμερικανικών δυνάμεων από τον Ινδοκίνα ως την 31η Δεκεμβρίου 1971. «Ζητάμε», του σημείωνε, «τη βοήθεια σου στην εφαρμογή τούτου του ψηφίσματος για να σταματήσει ο πόλεμος».

Σε ένα από τα χειρόγραφά του, που έχουν διασωθεί είναι και ομιλία του για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940. Δεν αναφέρεται που έγινε η ομιλία, αλλά μάλλον στο πανεπιστήμιο, σε εκδήλωση. Στο τέλος του χειρόγραφου υπογράφει «Doros Boston 1968». Το γεγονός ότι το κείμενο είναι γραμμένο στην ελληνική, κατά πάσα πιθανότητα, η ομιλία εκφωνήθηκε σε εκδήλωση της ελληνικής φοιτητικής κοινότητας.

Αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ο εχθρός μέσα στην πρώτη σύγχυση που δημιούργησε ο αιφνιδιασμός του και μέσα στο σάλο των πρώτων ωρών, διάβηκε τα βόρεια σύνορα της χώρας μας και ετοιμαζόταν για το τελευταίο του σάλτο, προς την Αθήνα, όπου ο Δικτάτορας της Ρώμης είχε διακηρύξει ότι ‘’θα έπαιρνε τον καφέ του εντός 24 ωρών’’. …Όμως συνέβη κάτι αναπάντεχο και ο καφές κρύωσε πάνω στο τραπεζάκι. Συνέβη το ανέλπιστο θαύμα- ο σηκωμός του έθνους- που ανέκοψε τον εύκολο φασιστικό περίπατο…». Στη συνέχεια αναφέρεται στην αντίσταση του λαού σημειώνοντας, μεταξύ άλλων, πως «μέσα στο σκοτάδι της υποδουλωμένης Ευρώπης, η μικρή μας Ελλάδα, ήταν αστραπή». Αυτά, μεταξύ άλλων, έγραφε για την Ελλάδα.

Επιστροφή στην Κύπρο
Είχε γράψει και ποιήματα για την επανάσταση. Ένα ποίημα ήταν για τη δολοφονία του Τσε (Οκτώβριος του 1967) όταν στην Κύπρο ο θάνατος του καλύφθηκε –ακόμη και από εκείνους που τα τελευταία χρόνια τον έχουν αγιοποιήσει– στα ψιλά, αναπαράγοντας δυτικά ειδησεογραφικά πρακτορεία.

«Αυτή δεν είναι η ώρα για δάκρυα
ούτε για φωνή κατάρας,
μα είναι η ώρα της ρομφαίας
η ώρα της οργής»

Επιστρέφοντας στην Κύπρο, ο Δώρος συνδέθηκε πολιτικά με το Σοσιαλιστικό Κόμμα ΕΔΕΚ του Βάσου Λυσσαρίδη και ήταν στέλεχος της νεολαίας του. Είχε εμπλακεί στην έκδοση του εκφραστικού οργάνου της ΕΔΕΝ, «Σοσιαλιστική Έκφραση».

Εκείνη την περίοδο εντοπίζεται και η αλληλογραφία του με τον Αντώνη Μυστακίδη, Μεσεμβρινό, ένα Έλληνα της διασποράς, που ζούσε στη Σουηδία. Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που προκύπτει από την αλληλογραφία είναι η χρήση του μονοτονικού που είχε επινοήσει ο Μυστακίδης στην ανανεωτική προσπάθεια του για την ελληνική γλώσσα. Ο Δώρος υπήρξε ευνοϊκός αποδέκτης του και φαίνεται ότι θα το καθιέρωνε ως υπεύθυνος έκδοσης της «Σοσιαλιστικής Έκφρασης».

Ο Δώρος δεν ήταν μόνο της θεωρίας. Ήταν και των πράξεων. Είχε εκπαιδευτεί στα όπλα στις ομάδες που διέθετε η ΕΔΕΚ. Με την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974, με εκτελεστές τη χούντα των Αθηνών και τους ανθρώπους της στην Κύπρο, την ΕΟΚΑ Β΄, πέρασε αμέσως από την πολιτική δράση στην ένοπλη σαν έτοιμος από καιρό. Ο Δώρος βρέθηκε στην Αρχιεπισκοπή και στη συνέχεια στο Καϊμακλί με τις ομάδες αντίστασης έχοντας πρωταγωνιστικό ρόλο.

Η δολοφονία από τους φασίστες
Στις 30 Αυγούστου δολοφονήθηκε από τους φασίστες της ΕΟΚΑ Β’. Ήταν εκείνο το πρωινό η τελευταία διαδρομή. Η απόπειρα δολοφονίας κατά του ηγέτη της ΕΔΕΚ, Βάσου Λυσσαρίδη, ο τραυματισμός της γυναίκας του Δώρου, Βαρβάρας, η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου. Είναι μια δολοφονία, η οποία παραμένει ανεξιχνίαστη αν και πολλά στοιχεία συνηγορούν για το ποιος ήταν ο εμπνευστής, αλλά και οι εκτελεστές. Η τότε ηγεσία της Αστυνομίας δεν έκανε αυτά που έπρεπε να πράξει. Ήταν ένα έγκλημα που έγινε πρωί, σε μια πολυσύχναστη περιοχή της Λευκωσίας. «Κανείς δεν είδε τους δολοφόνους», που δεν πήραν τις παραμικρές προφυλάξεις.

Ένας νέος άνθρωπος, τριάντα μόλις χρονών, δολοφονήθηκε για τις ιδέες του. Μια πολιτική δολοφονία που έγινε με δράστες όσους μετείχαν ενεργά στην καταστροφή της χώρας. Δράστες πιόνια όλων εκείνων που επεξεργάζονταν για χρόνια το διαμελισμό της Κύπρου και την κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το πραξικόπημα της χούντας και της ΕΟΚΑ Β’, που άνοιξε το δρόμο για την εισβολή της Τουρκίας, ήταν το μεγάλο σχέδιο και όσοι αντιστέκονταν ήταν στόχος. Και ο Δώρος Λοΐζου ήταν στόχος. Το ήξερε αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε. Επέλεξε τον δύσκολο δρόμο, αποφάσισε ότι η επιλογή του ήταν μια και η πορεία της σύγκρουσης, της αντίστασης, μονόδρομος.

Ήταν στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος με ευαισθησίες, του οποίου οι στίχοι είναι στρατευμένοι για ένα καλύτερο μέλλον, για ένα καλύτερο κόσμο. Ήταν ένας άνθρωπος που δεν παρέμεινε στη θεωρία, αλλά επέλεξε και την πράξη. Πολιτική και ένοπλη. Ήταν ο ποιητής που αγωνίστηκε για να κρατήσει άσπιλο κι ακέραιο τον προορισμό του ανθρώπου… Σε μια δύσκολη περίοδο, που ο κόσμος ήταν χωρισμένος σε πολιτικά και ιδεολογικά στρατόπεδα ο Δώρος προσέγγισε την αριστερά και τις σοσιαλιστικές ιδέες χωρίς δογματισμούς, με ελεύθερο πνεύμα. Όπως ελεύθερος, δημοκράτης ήταν ο ίδιος μέχρι το τέλος της ζωής του.

Ο Δώρος Λοίζου δεν πρόλαβε να ζήσεις την παρακμή των ιδεολογιών( και των ανθρώπων). Έφυγε νωρίς και δεν παρακολούθησε την προσαρμογή( ή εναρμόνιση) κάποιων στην κατοχή( προφητική η αναφορά του στο τραγούδι του Λεύτερου: Να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος…). Δεν παρακολούθησε τις χωρίς φραγμούς μάχες εξουσίας που δεν έχουν όρια. «Καλά εσύ έφυγες νωρίς», για να δανειστώ τον τίτλο του βιβλίου ενός μεγάλου Έλληνα αγωνιστή, του Χρόνη Μίσσιου.

.

Προβολή άρθρου

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.