ΕΥΤΥΧΙΑ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ

.

.

Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου γεννήθηκε στο Μόναχο, κατάγεται από την Κωνσταντινούπολη και ζει στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή του Α.Π.Θ. Διδάσκει δημιουργική γραφή στη Θεσσαλονίκη και στην Κύπρο. Παράλληλα με την ποίηση ασχολείται με το δοκίμιο, με δημοσιεύσεις σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους.
Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, αλβανικά, βουλγαρικά και περιέχονται σε ελληνικές και ξένες ανθολογίες.
Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων, της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, όπου διετέλεσε Γεν. Γραμματέας, και του Κύκλου Ποιητών.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

ΠΟΙΗΣΗ

(2022) Ο θυρωρός των ημερών, (Κέδρος)
(2017) Αφόρετα θαύματα, (Κέδρος)

(2012) Το επιδόρπιο, (Κέδρος (Υποψήφιο για Κρατικό Βραβείο.)
(2008) Όροφος μείον ένα, (Εκδόσεις Καστανιώτη)
(2004) Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, (Εκδόσεις Καστανιώτη)
(1999) Εν τη ρύμη του νόστου, (Αρμός)
(1993) Το τρίπτυχο του φέγγους, (Ιδιωτική Έκδοση)
(1986) Λυπημένες μαργαρίτες, (Εγνατία)

.

ΔΟΚΙΜΙΑ

(2020) (Στους κήπους μιας λέξης (Ρώμη) [Δοκίμια για τη ποίηση]
(2015) Πέραν της γραφής, (Κέδρος) [23 δοκίμια αναφερόμενα στο έργο ισάριθμων ποιητών]

(2012) Συρραπτική του προσώπου, (Νέος Αστρολάβος / Ευθύνη) [Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]
(2004)Εν αναμονή (Συμμετοχή στον συλλογικό τόμο «Ακροατής     Οριζόντων Προσεγγίσεις στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»), Γαβριηλίδης

.

.

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ (2022)

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Μετρά ο ωρολογοποιός
με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.
Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν
καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους
πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής
που αργοπορούν αφηρημένες
κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.
Δεν ξεγελιέται, γυρεύει φιλοδώρημα.
Βιάζεται η υδρόγειος
κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο
– η σκόνη κι ο συναγερμός
φρουρούν τα αρχαία νομίσματα -, δεν προλαβαίνει.
Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή
απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο.
Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια;

Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες
— δέκα και δέκα ακριβώς —
η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας.
Όλα αρρωσταίνουν βήχοντας.
Τελειώνει ο χρόνος των μορφών.
Το χρέος δεν θα μου χαριστεί.
Εξάπαντος, λίγη λεβάντα.

ΚΟΡΗ

στην Άντζελα

Η δωρεά της αιχμαλωσίας
έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά
μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος
γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα
ή αλλιώς
η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού
πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας.

Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως
να σε κρατώ…
Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό
και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά.
Προσηλωμένα στη λατρεία σου
αλλάζουν ξαφνικά προορισμό
ανασυντάσσονται
πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς
θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν
με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες
θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών

την εύφορη μεταφυσική
τον μέλλοντος αιώνος.

ΜΟΝΩΔΙΑ

στον πατέρα μου

Γιορτάζει ο κήπος θερινός
μόλις αντιληφθεί πως τον κοιτάζω.
Αναπολεί το τελετουργικό των χεριών σου
όταν πέτρα την πέτρα έγραφαν
την αόρατη πραγματεία της ευγένειας.
Η οσμή του πράσινου εξέρχεται δοξαστική
ανεβαίνει και διασκορπίζεται σαν στοχασμός
της ελιάς, της ροδιάς, της λεμονιάς
του έλατου, της λεβάντας.
Το νεύμα των θαλασσινών τόπων με προσπερνά.
Επωάζομαι γυάλινη
σαν έρημος πάλλουσα μα υποφωτισμένη.
Τόσες μετατοπίσεις σε μια μικρή ανάπαυλα
τόση ανθοφορία αδικαίωτη.
Τα σαλιγκάρια διασχίζουν ήσυχα την υγρασία του χόρτου
θα συναντήσουν σε λίγο τα βιαστικά μυρμήγκια
και την υπόγεια γλώσσα της αυτοσυντήρησης
τα έντομα θα διασταυρωθούν άστεγα
με το αιχμηρό μας σύμπαν
κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω
μια ώρα του κήπου αδιάφορη
κάποιος θα προσπαθήσει
να με ελευθερώσει.

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΧΩΡΙΣ…

Έτσι όπως μάθαιναν τα δέντρα
να σαρώνουν τη σιωπή
και τα ποτάμια εκστατικά
ν’ αναζητούν τους παραπόταμους
ήρθε και φύσηξε στο δωμάτιο
η περηφάνια των γκρεμών
– επαναπατρισμός του απέραντου
μες στα σεντόνια.
[Άφαντα, στο μεταξύ, των Χριστουγέννων τα έλκηθρα
και ακόμα πιο πυκνή του δρόμου η γυαλάδα
πριν αποφασιστεί οι κρύσταλλοι να κατανεμηθούν
στης καθεμιάς ερήμωσης το σχήμα.]

Μια άγνωστη φωνή σαν δέηση τυφλού
παρακινούσε:
Είναι μια ειρήνη, έλεγε, αλλιώτικη
σαν βελουδένιος ψίθυρος
που εκκινεί διατακτικά από τα χαμομήλια
κι αν. είναι ο φόνος να σβηστεί
τα βήματα της βραδύτητας ακολουθήστε
τις πλάτες να γυρίσετε στο κοίλο αμφιθέατρο
και με μια κίνηση παράδοσης απλή
προς την ελεύθερη περιοχή να προχωρήσετε.
Και τότε αποφάσισα
ανάποδα στην αναπνοή να ταξιδέψω
κι είδα τα χειμωνιάτικα ορυκτά
στα διαστήματα των λέξεων να βλασταίνουν
και τη λυχνία των ωρών μισοσβησμένη
– ίσα που διακρινόταν η ειδοποίηση
πίσω απ’ τις συσσωρεύσεις:

Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει
απ’ τους εξώστες τον ουρανού
σαν Πάτμος που αιωρείται.

«Σήμερον
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται».

ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

Ορχήστρα μυστική τραυλίζει στο κεφάλι μου
μια μελωδία υδραργυρική, σπασμένη
όπως περικοπή ευαγγελίου των απανταχού διωχθέντων
από την ηλικία του φλοίσβου.
Πρόσωπα δεν διακρίνονται.
Μονάχα ήχοι ενός τανγκό
λάμψεις από ρολόι χειρός που αντανακλά στο τζάμι
και πέλματα μικροσκοπικά
στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα
– χαλκομανίες-χερσόνησοι
αγκράφες υποδήματος
μήπως ψηλώσει η νεραϊδούλα λεμονιά
και μοιάσει της μητέρας.

Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται
ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται
τη στήριξη και τη διάρκειά της.
Γελιέται η κόρη και αφήνεται
στα δανεικά της βήματα.
Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει
κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό
την πλήρη της παράδοση…
Μα τη βυθίζει.

Ο καβαλιέρος – σύννεφο αποχωρεί
στην Αρκτική των ατελών αναπνοών.
Μενουν τα πόδια στάσιμα
άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές
ατροφικά στις αποστάσεις
σιγά σιγά ενώνονται
λέπια γυαλίζουν στους γοφούς
νερό γεμίζει το δωμάτιο
βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία
φύκια και φυσαλίδες
στολίζουν το φουστάνι του χορού.

Θα μείνω εδώ
γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού
στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι
να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη
τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω.
Θα μείνω εδώ
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο
του ώμου τα φτερά
που ουδέποτε ανοίξανε.

ΜΥΛΟΙ ΑΛΑΛΤΙΝΗ

Ξημερώματα.
Στο πέρας της λεωφόρου των Εξοχών
ανάμεσα σε προξενεία και επαύλεις
φάντασμα αλευρωμένο
σε καμινάδα μπαινοβγαίνει που καπνίζει
ακούει για άρτων πολλαπλασιασμούς και μειδιά.
«Και έφαγον πάντες και εχορτάσθησαν
και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων
δώδεκα κοφίνους πλήρεις…»
Όμως εκείνο επιμένει
πως άλλο θαύμα καθημερινό διακινεί
να ψυχωθεί ό,τι τινάζεται από το σώμα του ύπνου
ακμαίο να παραδοθεί στην ανθρωποθυσία.
[Σκιά είναι κι ας φαντάζεται
σκιά είναι κι ας λέει…]

Χρόνια μετά, στη συμβολή
Κάλλας, Ανθέων, Λασκαράτου
κουφάρι παλατιού
δαγκώνει το νερό δυο πυρκαγιών
κρότους σταρένιου σκοταδιού ελευθερώνει
αλέθει τη σκόνη των παλιών βηματισμών
δεν ησυχάζει.

Κι αν κηρυχτώ σε αφάνεια
η πείνα δεν θα κηρυχθεί.

Με γκράφιτι
σπασμένα τζάμια
και αναπνοές
δεν τεμαχίζονται οι αντηχήσεις.

ΕΞΟΔΟΣ

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

Ώσπου απ’ τα μετόπισθεν των ασυνόδευτων νεκρών
– σαν αχνοχάραμα γραφής που αργοσαλεύει στα κτερίσματα —
κύκλοι ομόκεντροι σχημάτισαν αργά
μια προσομοίωση χώματος
όπως αλεύρι ολικής για την υγεία των ψυχών.
[Χρωστούσαμε μία χουφτίτσα απ’ την επάνω γη
που δεν τη ρίξαμε ποτέ στο κατευόδιό τους.]

ΗΜΕΡΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

Βαρύθυμα η αλεπού διέσχισε τη γυάλινη οθόνη της
γυρεύοντας τα βήματα των γνώριμων φωνών
που θα την έβγαζαν απ’ την κρυψώνα.
Μια ηλιαχτίδα η εξημέρωση και τρεμοπαίζει άφοβα
πάνω από διατάγματα και κοφτερά ψαλίδια.
Αφήνει δώρα φτερωτά κι αγγίγματα
περιστεριού και κιτροσουσονράδας, είπε
κι ευθύς σαν ντόμινο κατέρρευσαν ξοπίσω της
τα megapixel της αφής
στοιβάζοντας σε άμορφη μάζα άτακτη
την άυλη παρέλαση των «φίλων».
Θρύψαλα το γλυκό του κουταλιού
μαζί με το βαζάκι του
μες στα σιρόπια της αιμορραγεί η γλώσσα.
Κι όμως δεν θραύεται το πρόσωπο.

ΗΜΕΡΑ ΤΡΙΤΗ

Τα μεγάφωνα έξω ειδοποιούν:
Να επιταχθούν οι ζέφυροι
να μοιραστούν ισομερώς
σε κλινικές και σε νοσοκομεία.
Ήσυχη διαβαίνει τώρα η αλεπού
στις λεωφόρους των πόλεων.
Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν
στη θριαμβευτική της είσοδο
στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου
την άδεια αγκαλιά.

ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;

– Όχι το έγκλημα
θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του

πως η βαρύτητα μιας βλεφαρίδας
κι ενός δαφνόφυλλου το σύρσιμο
θ’ ανασηκώσουν κύματα
και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής
στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν

ότι η γλώσσα
την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει
κι οι μονομάχοι
– νηφάλιοι και πρωινοί —
με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά
απ’ την ασάλευτη σκιά
μες στον ναό μιας τάξης σχολικής
θα προχωρήσουν.

ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς
τόσο χειρότερα για σένα
γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός
– δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –
ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις
όσα αντέχουν στη φωτιά.
Δεν εξαιρείσαι απ’ τις κακές ειδήσεις
όσο κι αν τις προβλέψεις.
Μάχη χερσαία χωρίς τη συγκατάθεσή σου
κι άντε να προσδιοριστείς μέχρι τη δύση του ηλίου
ν’ ακινητοποιήσεις τις νευρώσεις
να καταλάβεις την υπόθεση
από ένα δυο πλάνα μόνο
κλεφτά απ’ την ταράτσα
– πιο πολλά ξέρει το αγιόκλημα
στα θερινά σινεμά –
μα ο χειμώνας των λέξεων
ένας κατήφορος δύσβατος.

Κι όλοι αυτοί που τρέχουν ξοπίσω σου
δήθεν για να σε σώσουν
και προσποιούνται τα δέντρα και τον ίσκιο τους
λάμπες θυέλλης και ζουμερά πορτοκάλια
αχ, πόσο δι’ ασήμαντον αφορμήν
τραβούν την κλωστίτσα απ’ τα λόγια σου
σε ξεγυμνώνουν
κι είναι κατάμεστη η πλατεία
από καρναβαλιστές και άρματα
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται
κάτω απ’ τους προβολείς.

.

ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ (2017)

.

ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟ ΝΕΡΟ

Σταγόνες υδρατμών παραδομένες
σε οροφές που αναμετρούν τη γύμνια μου
– ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη –
μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού
θα συνοδεύει τις σκηνές
κι έτσι η παραφορά
σαν ηχογράφηση παλιά
απλώς θα γράφει ιστορία.

Στο μεταξύ
γαντζάκια από πλεξιγκλάς
θα συγκρατούν το αθέατο
θα αποτυπώνουν την ντροπή
με φώσφορο λιωμένο
– μια αναγγελία διάλυσης
πριν την υποτροπή
κι η καταχνιά θρηνητική
να στάζει στα πλακάκια –

– Ποιος πριονίζει τη σκιά;

– Δεν είναι μια·
είν’ η δική μου
κολλημένη στη δική σου.
Σφάγιο ιερό
που δεν ανήκει σε κανέναν.

Γλιστρά απ’ το σώμα μου
κρυστάλλινος ο τόπος
– Έξοδος και Θριαμβικό μαζί –
ραγισματιές απλώνονται
στην πρώτη όρασή μου
– ήμουν παιδί
κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν –

Τώρα
ας μείνουν αμετάφραστα
τα δύο ονόματά μου.
Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή
άλλοτε εντός
κι άλλοτε εκτός τοπίου
μία οξύμωρη προοπτική
για αυτό το άλλο νόημα
το αιφνιδιαστικό
που αχνοφωτίζει το προφίλ
όσο καμία λάμπα.

.

ΥΠΑΡΧΗΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΚΥΠΡΟΥ 17

Υπάρχει κάτι πάντοτε μέσα στις ιστορίες
που υποκινεί προσωρινά την υποψία.

Μια εκλογή αναπάντεχη
μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα
ή ας πούμε
ένα παρελθόν που δεν το έζησε κανείς
και τότε εύκολα μαντεύεις τα υπόλοιπα:

τι ελάχιστο διάστημα
ανάμεσα στο λείπουμε
και στο φριχτά πονούμε
πόσο αθώος τελικά
ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο·
μια παρουσία έρωτα
– θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης –
μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα
κι η μετρημένη έκταση πλέον
όλη δική σου.

Η ευπιστία φταίει προφανώς
και η εμπιστοσύνη
που έτσι ασυλλόγιστα
η οριζόντια γραμμή
για κάθετη σου μοιάζει.

Σαν τότε που φιλάσθενη
ή λόγω τιμωρίας
ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου
έξω από το παράθυρο κρεμόμουν
για να κοιτάζω τα παιδιά
που παίζαν στην πρασιά.
Στη φαντασία μου μάλιστα
υπαρχηγός γινόμουν
κι αν τύχαινε καμιά φορά
κι οι άλλοι μάς κερδίζαν
την ήττα της ομάδας μου
χρεωνόμουν μυστικά.

Μισή μες στο δωμάτιο
μισή έξω απ’ το σπίτι
να λαχανιάζω ασάλευτη
να ιδρώνω παγωμένη
να κρύβομαι
να φαίνομαι
να κάνω πως θυμώνω

με ματωμένα γόνατα
και λίγο πριν νυχτώσει
κατάκοπη και καθαρή
να κλείνω τα παντζούρια
ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά
απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου

να κατεβαίνω.

.

ΑΓΟΡΑ ΧΡΥΣΟΥ

0 χώρος θύμιζε φουαγιέ
πολυτελούς ξενοδοχείου.
Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί
μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια
εξορισμένοι από κει·
ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί
όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς
όπως, ας πούμε
αβρών εκτιμητών χρυσού
με τον πελάτη εμπρός τους μαγκωμένο
ακουμπισμένο στον γκισέ
ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα.

Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις.
Εδώ προέλευση και καταγωγή
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται.

(Χρυσή αλυσίδα με βαφτιστικό σταυρό
η βέρα και το δαχτυλίδι της μητέρας
ρολόγια αξίας με μπριγιάν
συλλεκτικά νομίσματα
σκεύη αργυρά
ακόμα κι έργα τέχνης) 
Κι η εχεμύθεια φυσικά χρυσός…
Γυρεύει δόντια δυνατά
για το κλεισμένο στόμα
-κατά προτίμηση χρυσά –
την περηφάνια μας
αρχοντικά να ροκανίζουν.

Κι ακολουθεί το λιώσιμο
(Τήξη εν καμίνω ή χοάνη
καμίνευση, χωνεία)
μια ρευστοποίηση σκληρή
όρκων, γεννήσεων, επετείων.

Αποσυντίθενται τα σύμβολα
χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες
μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου
και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν
-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά
όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε –
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού
όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά
και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

.

ΞΕΝΟΙ

Μιλήστε μου για την απόγνωση
που προκαλεί σ’ εσάς
μια τέτοια αιωνιότητα.
Η αίθουσα αναμονής υγρή
– άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές
πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία –
κι όλες αυτές οι ατελείωτες ουρές
σε κέντρα αλλοδαπών, σε υπηρεσίες
– θαρρείς σε προθαλάμους ιαματικών λουτρών
ή σε προαύλια παραδείσων –
με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν
πρώτη φορά στα άγια των αγίων!

Μα, ποιους;
Εσάς;
Αν είναι δυνατόν!
Εσάς;
Με το μισό κουλούρι σας!
Εσάς που μοναχά
οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν
και πια δεν σας γαβγίζουνε
όπως οι τόσοι προβολείς
και οι σφυρίχτρες!

Ξέρω…
Κάποτε ελπίσατε στη βραχνή βροχή
στο δήθεν έλεός της
γι’ αυτό ιδρωμένοι κι άρρωστοι
βγήκατε απ’ τα λαγούμια
βασίζοντας στο μετεωρολογικό
την όποια λύτρωσή σας.

Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς
ότι η πρόγνωση καιρού
στον τόπο αυτόν που ήρθατε
πάντοτε πέφτει έξω;

.

ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ

Αυλές καθαρίζω, υπόγεια καθαρίζω
αποθήκες και ακάλυπτους σε δύο ώρες συγυρίζω.
Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…
Εικονοστάσια αδειανά, κάγκελα σκουριασμένα
κλουβιά που απελευθέρωσαν πουλιά
ρόπτρα, σπασμένες πόρτες
σίδερα ατμού και γραφομηχανές
δάχτυλα παγωμένα…

Με μια επιβάρυνση μικρή
σηκώνω και πετάω στο λεπτό
ό,τι παλιό σάς ξέμεινε
στις «μουσικές καρέκλες»
κοκαλωμένο κι άφωνο
με ένδυμα επίσημο, εορταστικό
μα σκοροφαγωμένο
να βλέπει
προς την πλευρά του αφανισμού
και να μην το πιστεύει.

Σκεύη παλιά, ποδήλατα
φουγάρα, καλαπόδια
πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ
μονόκλ και περουκίνια
καλειδοσκόπια, παπιγιόν
μουστάκια, φαβορίτες.

Παλιά με φόβιζε πολύ
η εισβολή στα υπόγεια της υγρής ακινησίας
η επικείμενη έξωση διά των μεγαφώνων
η εκκαθάριση του αχρηστευμένου χρόνου.

Τώρα όλο και πιο σπάνια
κάποιος διαλαλεί
ένα παρόν ακέραιο, στιλπνό.
Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες.
Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν
απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν.
Αμφίβολη η ώρα τους.

Σαν την αμφίβολη ώρα
των εκτελέσεων.

.

ΚΟΛΑΖ ή Η ΣΥΛΛΕΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΟΛΛΗΘΕΝΤΟΣ

Διαθέτω έναν φάκελο-συμπιεσμένο δάσος
συλλογή κατοικίδια παλιάς ανθοφορίας
δοξαστικό του ετερογενούς και των αποκομμάτων
μικρές εικόνες πτώματα και ανάπηρες ιδέες
που ένοχα τις αφαίρεσα από το σύνολό τους
με την υπόσχεση δεύτερου βίου ανώτερου
σε προηγμένο φόντο.

(Σελίδες περιοδικών
– στο όριο του περιττού
πρόχειρα διπλωμένες –
φωτογραφίες γυναικών
γερόντων, αγαλμάτων
παιδιών πάνω σε καρουζέλ
μα και μεταθανάτιες βικτωριανές
– αγκαλιασμένοι οι συγγενείς με τον νεκρό
πάνω στον καναπέ του –
και κείμενα που μία βίαιη ψαλιδιά
σώπασε τη ροή τους)

Τώρα, στη σκοτεινή αναμονή
τη σιγουριά παρέχουνε
του από μηχανής Θεού
για εκείνη τη μοναδική φορά
που η έμπνευση θα έχει δυστοκία.

Μια ομηρία άθλια
που με προσχήματα φαιδρά
κρατά για χρόνια ανενεργό
το ήδη παρωχημένο.
Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά
σύσσωμα συμμετέχοντας
στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων.

Είν’ η στιγμή
που θραύσματα συστρεφόμενα
επιχειρούν ομαδικά
χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν
με απώτερο φυσικά σκοπό
το αίνιγμα να παραμείνει άλυτο.

Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά
για να βρεθείς με ασφάλεια
ανήμερα του Λόγου.

Εκβάλλει η τυφλότητα
από βαθύ πηγάδι.

.

ΔΕΥΤΕΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε δειλές
και σπεύδατε να μας σώσετε
σαν θαύμα αναπάντεχο
πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο
– τέλεια να μιμείται καλπασμό –
να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς
στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά
με μια πειθώ δημαγωγού
και ασφαλιστή συγχρόνως
ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας
ρίζες χοντρές και στέρεες
που εγγυώνται βλάστηση
ανθούς, καρποφορία…
Μα, εντέλει, τίποτε απ’ αυτά.
Μονάχα ρίζες
που εγγυώνται ρίζες.

Κι είναι για άλλους
η ζωή και η αποστασία
του δρόμου η σκόνη η άγια
κι οι αγρυπνίες στη χάρη της.

Για εσάς
είν’ τα προσχήματα και τα μεθοδευμένα
η αρτιμελής ζωή και οι φαντασιώσεις
για να μπορεί επ’ άπειρον
του φόβου το βατράχι να κοάζει
για να ανθίζει επιτυχώς
η ομοιομορφία·

σαν κάτι νύχτες νοσηρές
που από πλήξη αφόρητη
τις λάμπες απ’ τους δρόμους
ξεβιδώνουν
και τις βιδώνουνε μετά
μέχρι να ’ρθει τ’ άλλο πρωί.
Μια εναλλαγή μηχανική
με βλέμμα άδειο, σταθερό
λες και μιμούνται θάνατο.

Οι νύχτες…

Ως το πρωί.
Βιδώνουν
ξεβιδώνουν…
Με βλέμμα άδειο
σταθερό.

Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις
που αποδειχτήκατε σοφές
διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή
κι αθώα οπισθοχώρηση…

Μας μάθατε για τα καλά
πως ό,τι δεν μας συναντά
αυτό στο τέλος
μας διασχίζει.

.

ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΩΣ ΕΝ ΟΥΡΑΝΩ ΚΑΙ ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

«Άνθρωπον ουκ έχω…»
Κατά Ιωάννην, έ 7

Μαζευτήκαμε σήμερα εδώ
να αποδώσουμε τιμές
στη νεκρή αιωνιότητα
να αποχαιρετήσουμε με ύφος ανάλαφρο
τις μάταιες διαβαθμίσεις του φωτός
να ανταλλάξουμε τα θαύματα
με την επιείκεια.

Είναι ασφαλής ο τρόπος
που στενεύει η θηλιά
σαν αυθαδιάζει στα όνειρα
η ταραχή του μονομάχου.

Οι λέξεις τότε αμάσητες
τις εκδοχές τους καταπίνουν
αρνούνται να ονομάσουν τα αθέατα
τα προφανή
και ξένος, ξένος
σε όλα τα επεισόδια της κίνησης
μέσα του αποσύρεται ο αργοπορημένος
και θραύεται διαδοχικά
η λάμψη του νερού.

«Άγγελος γαρ κατά καιρόν
κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα,
και ετάρασσε το ύδωρ·
ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν […]
υγιής εγίνετο
ω δήποτε κατείχετο νοσήματι».

Μα ήταν πολλοί οι ανίατοι
και πώς εγκαίρως να συρθούν
ως τη δεξαμενή;
Παράξενη κι η ελπίδα τους
ανταγωνιστική
σ’ έναν Θεό που επικροτεί
την επιδεξιότητα των αναπήρων.

Και κάπου εκεί, παράμερα κι αυτός.
Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του
και στους κινδύνους ασκημένος
να αγρυπνά από ένστικτο
και να επιζεί αγόγγυστα
– έτη τριάντα οκτώ –
της παραλύσεώς του.

«τούτον ιδών ο Ιησούς κατακείμενον […]
λέγει αυτώ·
θέλεις υγιής γενέσθαι;
απεκρίθη αυτώ ο ασθενών·
Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω,
ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ
βάλη με εις την κολυμβήθραν».

Κύριε της Σπλαχνίσεως
απόλυσε τον άγγελο
και τη μελαγχολία των ωρών
με μια μακρόσυρτη κραυγή
αλλοίωσέ την
να εξατμιστεί το μαύρο φως
να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά
η άκρη του γκρεμού
να στεφανώσει την πληγή
έναστρη αμνηστία
κι αργά αργά να σηκωθούν
όλοι οι γονατισμένοι.

«Λέγει αυτώ ο Ιησούς·
έγειρε, άρον τον κράββατόν σου
και περιπάτει».

.

Η ΑΥΤΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Του αρκούν λίγα χιόνια
τουλίπες αργοκίνητες
βαμβακερής ανίας
όλα να τα αγνίσουν!

Του αρκεί ένας έρωτας
ονόματι μπαρμπα-Γιαννιός
μια καρδιά ρημαγμένη
κι ένα σπίτι ερείπιο
σε δρομάκι μακρόστενο
σοκάκι όμοιο μ’ αυτόν
– το ζωντανό σοκάκι –

Του αρκούν κάποιες γραίες
βασανισμένες και άτυχες
με ήθος ανδρικόν
– εξηκονταετείς σχεδόν –

Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα
κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω
βαρδιανός μες στα Σπόρκα
να ’ναι σιμά στον γιο της
στο Λοιμοκαθαρτήριο.

Και τέλος
του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος
όπως αυτός μες στα ποιήματα
– ενίοτε κατοπτρικός
και πάντα λασπωμένος –
λες και στοιβάζεται αργά
πάνω στο χιόνι χιόνι
σινδόνα και σάβανο μαζί

για να παραδοθούν
αγιασμένες και λευκές
στη νέα μέρα οι ψυχές
στεφανωμένες οι άμοιρες
την πιο πικρή τους γνώση
πως βεβαιότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας χαριστεί
ολισθηρότητα καμιά
σκοπό δεν το ’χει να μας παρακάμψει.

Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά
θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία·
ένας θάνατος εκ γενετής
και ένα πένθος αέναο
κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού
του Παλαιού των Ημερών
του Τρισαγίου.

.

ΣΕΛΑΝΙΚ Ι

.

Μητέρα ανύμφευτη

Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό…
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς, το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

-Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…

-Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

-Δεν έχω…
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο…»
πότε το «Υπερμάχω…»

Νερά, πολλά νερά…

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι…
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρη κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

.

ΣΕΛΑΝΙK II

.

Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική κι απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
– τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου –

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δ ε ν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
– αρχιτεκτονική εξοντωτική –
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.

– Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;

– Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι…
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανητές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ…
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε – όσο να πεις –
τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΚΛΕΦΤΗ

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

.

ΧΑΡΤΙΝΗ ΣΥΝΑΞΗ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά
αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο
– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.
Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα
στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών
ή στο άλλο
της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.

Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή
– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο
εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά
το λαχάνιασμα της αορτής
όπως όταν κάνεις ποδήλατο
σε κατηφόρα δίχως χέρια.

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών
με υπνοβάτες στα χαρακώματα
και αριστοκράτες ασκητές
στις παρυφές της λάμψης
με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά
αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό
ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.

Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν
τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα
εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα
προορισμένη μόνο για καθόδους
και λίγο πριν βραδιάσει
τους άκουσα να συνομιλούν
για το πάθος
πέραν της γραφής.

.

ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ

Πρώτα
μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς.
Ή μάλλον όχι.
Πρώτα
εκ δεξιών η κόλαση
εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά
με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές
στους μαύρους κύκλους των ματιών
στην αδιαφορία, στην απέχθεια.

Μετά
μια ηλικία παιδική πρόωρα γερασμένη
να εκσφενδονίζονται στο πρωινό
χάπια και παραπεμπτικά αντί για φρυγανιές
κι ευθύνες για την ασταθή ζωή, την αιωρούμενη
– ένας τερματικός σταθμός
όπου κανείς δεν κατεβαίνει –

Θα ήταν μάλλον βολικό να συνηθίζαμε
αλλά μας έσωσε η αφέλεια και η ασχετοσύνη
η αδυναμία δηλαδή να πράξουμε τα στοιχειώδη
χωρίς στο βάθος να σαλεύει μέσα μας
η άθλια επινόηση της προσδοκίας.

Ξέρετε
αυτή η σκόπιμα διαδεδομένη φήμη
περί επικείμενης αναψυχής
που ως ευλογία δωρεάν
όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε
μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει…

Μια απάτη
μάλλον ήθελαν να πουν.

Μια απάτη
που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει.

.

ΛΑΓΩΝΙΚΟ ή Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Εμφανιζόταν κι έφευγε
και σάλπιζε υποχώρηση
όμως την ύστατη στιγμή
θριαμβικά επέστρεφε
κρατώντας μες στα δόντια της
– θήραμα άχρηστο, ακριβό –
το ρίγος ενός βλέμματος
ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες
κουρέλια αποκριάτικων στολών
γεμάτα μούχλα και υγρασία
κι ίσως μιαν επιφύλαξη

όπως, ας πούμε, ότι
λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ
όμως ποιος δίνει τώρα σημασία
τώρα που όσο ποτέ
ανθίστανται τα πράγματα
και ούτε μιαν ανάμνηση
δεν είναι δυνατό ν’ ανακαλέσεις

τώρα που τα βερίκοκα
δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι
κι οι λέξεις
ελάχιστη σχέση έχουν τελικά
μ’ εκείνο που σημαίνουν.

.

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Όχι, όχι
εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί
ούτε για κάπου αλλού βεβαίως…
Όμως πώς να εξηγήσω
τα ανήκουστα και τα φαιδρά
τότε που τα φωνήεντα
αιφνίδια καταργήθηκαν
και σύμφωνα συριστικά
εγκαταστάθηκαν
φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Να είσαι ήσυχος, μου έλεγαν
σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις
κι εμείς θα αναλάβουμε
διακριτικά να σε παρηγορούμε
σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς…

Ύστερα εγώ θυμόμουν μία κυρία άγνωστη
που σπρώχναμε μαζί ένα άδειο καροτσάκι
– άφαντο από μέσα το μωρό
κι άλλωστε η βόλτα αυτή μάλλον δεν έγινε ποτέ
αφού μετά βρεθήκαμε δίχως εξάρτυση καμιά
πάνω στα κύματα να περπατάμε.
(Μπα, αποκλείεται να έγινε ποτέ
μάλλον θα το φαντάστηκα).

Όμως μετά απ’ αυτό
τα σύμφωνα θαρρείς και μ’ εγκατέλειψαν
ή μάλλον μετακόμισαν
από το στήθος στο μυαλό
κι έτσι αρχίσαν οι φωνές
κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις
παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος
όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία…

Άκου στο τελωνείο με λαθραία!
Μα πώς; αναρωτιόμουν.
Άσε που εγώ συνήθιζα
χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω…

Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα;
Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο
πού θα ’βρισκα να δώσω;

.

ΣΤΑ ΡΑΦΙΑ ΔΟΛΙΟΦΘΟΡΕΙΣ

Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ
στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο
με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού
να σκεπάζει τα λόγια μας.

Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι
τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε
για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε
– που πάντα αστοχεί –
και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα
να βρούμε, λέει, τον ένοχο
και να τον καταδώσουμε
να ρίξουμε τους προβολείς
στους κατοικίδιους πάνθηρες
κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό
τα μάτια των ανήλικων
με γάζες να τα δέσουμε
αφού όσα τοπία και να δουν

πάλι ο καθένας γίνεται
αυτό που πάντοτε είναι.

.

Ο ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ ΤΗΣ ΕΡΧΟΜΕΝΗΣ

Ανήκω στα φυτά
της οικογένειας των εβενοειδών…
Ουδέποτε εξαγνίζομαι
μονάχα αποξεχνιέμαι
σκοντάφτω πριν φανερωθώ
και στη σκηνή
διά θαλάσσης ανεβαίνω.

Ανέγγιχτη και τρυφερή
ανεξιλέωτη και παγωμένη
σκορπάω ίχνη με γραφές
που δεν μιλιούνται πια
κυλώ μέσα στις φλέβες μου
τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων
κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα
να ραγίζει.

Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος
ακέραιη εκπλήρωσα
την καθ’ ημέραν θλίψη
τη μεταμφίεσα σε μουσική
τραύλισμα που μ’ αγρίευε
και μ’ έσωζε συγχρόνως…

Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς
κι η άνιση πληρωμή της
εικονοστάσι αδειανό
απ’ τ’ αναθήματά του
τρομαχτικό εξαπτέρυγο
που αυτοπυρπολείται…

Ωστόσο αντιστάθηκα.
Με χίλιους τρόπους άντεξα
την όποια εκπαίδευσή μου
ως και λευκή σημαία κούνησα
για να πειστούν ότι εγκαταλείπω.

– Μη μ’ αγκαλιάζεις
άφησέ με χιονισμένη
άσε με να συντηρηθώ
μέσα στην τέλεια ψύξη
να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω
με ακίδες μες στο αίμα…

Μα τώρα που κάτι άστραψε
μέσα στη μαύρη οθόνη
πώς θα διέλθω διάφανη
τέτοιον αποκλεισμό;
Πώς θα επιστρέψω τελικά
το ακριβές σκοτάδι;

Έχω διαγραφεί
– να φανταστείς –
κι απ’ τους αγνοημένους…
Επείγει η επάνοδος!

Το έργο που δεν έπαιξα
αιφνίδια κατεβαίνει…

.

ΤΟ ΧΟΡΤΟ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Το χόρτο της επιστροφής
ήδη από την άφιξη άρχισα να μασάω
–κι ας έστρεφα το βλέμμα μου
για να μη θυμηθώ, να μην επαναλάβω–
εκείνη αμεταμφίεστη εκεί
μια επιστροφή-επανάληψη
που ερχόταν απ’ το παρελθόν
σαν εξοικείωση λυγμού
με το αναφιλητό του
σαν νόσος που ανησυχεί
μην έρθει η γιατρειά της.

Δεν ξέρω πια σε ποιον σταθμό
ούτε κι αν πρόκειται ποτέ
στ’ αλήθεια να σε συναντήσω.

Με φως τρισύλλαβων φιλιών
τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω
για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ
μα πώς να με πιστέψεις;
Είν’ ακατάπαυστο το βουητό
των ερειπίων στο στήθος.

Κρατήσου από το άγγιγμα
να σε τραβήξω πάνω
θυμήσου νέα άνθηση
από την ηδονή μου
υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί
κι είναι οι φράχτες τους
σκοπίμως παραβιασμένοι.

Μεσάνυχτα, αγάπη μου
και στα πεδία των μαχών
φωτιές και φόβοι καταπαύουν
το σκούρο μπλε του λήθαργου
κάποτε ξεθωριάζει.

.

ΠΛΑΝΗ ΠΑΝΣΕΛΗΝΗ

Φεγγάρι
λάμψη μαύρου διαμαντιού
ή μήπως
αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;

Ατλάζια του αμίλητου
φέγγουνε σαν αντίλαλος
στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων
χαμένοι όρκοι, αγγίγματα
μια κλίμακα θαμβωτική
η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει…

Να προλάβω όσα δεν έπραξα
να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ
να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω
κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό
για μιαν αιωνιότητα να κλάψω

και έπειτα
σαν πυρετός που υποχωρεί
αργά να εγκαταλείψω
αφήνοντας ύστατο παραμιλητό
για τα άφεγγα που καραδοκούν
να μας εξουθενώσουν

για τα καπέλα που άδειασαν
αιφνίδια
απ’ τους λαγούς τους

για την πανσέληνη έκπληξη
τότε στους κήπους του πασά
εγώ…
με μαύρο φόρεμα
να απαγγέλλω ποιήματα
κι εσύ…
να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη

κανείς δεν έμαθε ποτέ
πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός
τους ερχομούς στεριώνουν
ποια απόγνωση αδάκρυτη
βραδιάζει την αγάπη
ή πόσα φεγγάρια από σίδερο
πρέπει να καταπιεί
κάπου στην Κίνα ο ποιητής
για να αυτοκτονήσει.

Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί
και κάποιοι πρόσφατα νεκροί
θυμούνται πια
το μαύρο φως που κατοικεί
στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου·

οι άλλοι εμείς
ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς
και μια ανεπαίσθητη ενοχή
για το έγκλημα του έρωτα
που πλάνη στην πλάνη
ακούραστα επιμένει.

.

ΤΟ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα θα είναι πάντα κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει…

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.

.

ΡΑΓΙΣΜΑΤΙΑ

Στάζουν αγρύπνια οι φωνές
που διεκδικούν
τα αιχμηρά παράκτια σκοτάδια
–ανάπαιστοι του ελλειπτικού
και του αποσιωπηθέντος
ίαμβοι της άρνησης
κρυστάλλινοι σαν μοίρα–

Θα γίνουν στίχοι κάποτε
οι ψίθυροι των έγκλειστων
στο ασκητικό κελί τους
η δυσανάγνωστη ομορφιά
που έχουν τα συντρίμμια
η άχρηστη βεβαιότητα
του εξαγνιστικού.

Μα τώρα
που ναυάγησαν και οι αλληγορίες
βλασταίνει φως εφήμερο
απ’ τις κοφτές ανάσες
–εύθρυπτο σαν το κέλυφος
γαλάζιων κοχυλιών–
τύψεις παράφωνες και δανεικές
ραγίζουν τη συγκίνηση
ψάχνουν σε βάλτους πράσινους
τα μισητά μονόκλ.

.

ΣΧΕΔΙΟ ΔΙΑΣΩΣΗΣ

Χτυπώ τον χρόνο για να μπω
τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω
μήπως στεριώσει τούτη τη φορά
η επιστροφή στην ξενιτιά
μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου
ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές
κι αρνούμαι, αντιστέκομαι
το ρίγος να κατανοήσω
τυφλή κι αποχρωματισμένη
με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών
κύκλους να κάνει γύρω μου
λες και το χάος ορίζεται
αν παρατηρηθεί.

Να ξεγλιστράς
αυτό μονάχα σώζει
φύλλα ευκαλύπτου να εισπνέεις
και σε υδάτινους ναούς
τις ρίζες σου ν’ απλώνεις

«τον νυμφώνα σου βλέπω…»

κι αν δεις να κλαίει το παιδί
κράτησε την ανάσα σου
τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές
βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει
βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
μην το ακούς

«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…»

οι πιθανότητες είναι αρκετές
– να του εξηγήσεις –
κάποιος να σε προλάβει και
πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ, να πει
κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή

αύριο χωριζόμαστε.

.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ (2012)

.

ΤΟ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ ΛΕΥΚΟ

Κι αν τώρα συγυρίζω και τακτοποιώ
αφύσικα φερσίματα
φλούδες δύσπιστων λέξεων
και μπουκαλάκια αιθέρα
και να φανερωθεί ζητώ
’κείνο που δεν ορίζεται

είναι γιατί
το τρίξιμο κάθε μισάνοιχτου
με έχει αποτελειώσει
γιατί οι γνώμες
– ακόμη και των ειδικών –
διχάζονται
αν, λόγου χάρη, στρώνουμε
λευκό σεντόνι νυφικό
ή νεκρικό του τάφου.

Μα πιο πολύ
γιατί, όπως ψιθυρίζεται
τα ξύλα ήδη κόπηκαν
και συναχτήκαν στη γωνιά
κι έξω από εμάς
μια δίχως έλεος πυρά
κλαδί, κλαδί ετοιμάζεται.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ

Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή
να ξεκινήσει η βραδιά με το επιδόρπιο.
Ποτέ δεν ξέρεις, άλλωστε, τι γίνεται
έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε.

Κι αν σταθήκαμε ως τώρα τυχεροί
και πλαγιάζαμε καμιά φορά
δίχως συγχώρεση
ήταν γιατί πιστεύαμε
πως οι αιφνίδιοι αποχωρισμοί
δε θα μας αφορούσαν.

Ένα στασίδι ελεύθερο
πάντα κρατούσαμε γι’ αυτούς
όμως
πόσα εγκλήματα θαρρείς
πως είναι προμελετημένα;

Ελπίζαμε – οι αφελείς –
σε μιαν αναίτια μεγαλοψυχία.
Νιώθαμε κιόλας μιαν ευγνωμοσύνη
που δε γνωρίζαμε ποτέ
σε ποιον συγκεκριμένα τη χρωστούσαμε.
Μα η απειλή ήταν εδώ.
Κι είναι και τώρα.
Προπόσεις και σφυρίγματα
ουδόλως τελικά την αποτρέπουν.

Για όλα αυτά, λοιπόν, αγαπητοί
και για μια πρόληψη
ας φάμε απόψε πρώτα
το επιδόρπιο.

.

ΑΠΟ ΑΓΝΩΣΤΗ ΣΥΧΝΟΤΗΤΑ

Να πράττεις το ανεπίτρεπτο
να παραβαίνεις δηλαδή
τη μοίρα που σου δόθηκε
έχει – όσο να πεις –
μια σχετική καταλαλιά.

Αλλάζουν ξαφνικά όλες οι σημασίες
τα προαισθήματα
θεωρούνται πλέον αποδείξεις
οι εξαρτήσεις που σ’ αυτές ενέδωσες
δε σου χρεώνονται άλλο στις ζημίες
όσο για το κωφάλαλο λευκό
του κάθε αμετάκλητου
χάνει θαρρείς την φοβερή του αίγλη

-ένας απλός αβάσιμος χρησμός
που πια κατάντησε φτηνή δικαιολογία
παξιμαδάκια και κονιάκ
την ώρα που τελειώνουν τα προσχήματα
και πουθενά η συνέχεια
κι ό,τι εννόησες εννόησες-

Γι’ αυτό
αν κάτι επιβιώσει του χαμού
πιότερο απ’ τα ερείπια και τις φωτογραφίες
θα ’ναι ο πολύχρωμος εικαστικός στρατός
που τον σχημάτισαν παιδιά
στα περιθώρια των βιβλίων
-σχέδια ασυνάρτητα, φιγούρες και συνθήματα
παρεμβολές του αιώνιου
που μόνο αυτά αφουγκράζονται-

ένας ασώματος στρατός
με μαρκαδόρους και ξυλομπογιές
να πολεμήσει να γραφτεί
η άλλη Ιστορία.

.

Η ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΣΟΥΛΗΘΡΑ

Του φορούσαν
την ειδική πράσινη ρόμπα
όταν ένα σμήνος οριγκάμι
ξεκίνησε πτήσεις τρελές
γύρω απ’ το δωμάτιο.

Σήκωσε στον αέρα
βαμβάκια και περιοδικά
χάρτινες των αγίων εικονίτσες
κι έριξε κάτω
και της χειροτεχνίας ακόμη
το κόκκινο ψαλιδάκι

και τότε εκείνος
θυμήθηκε τα παιδικά Χριστούγεννα
να ευωδιάζουν – χιλιόμετρα μακριά –
μια πλάνη απροκάλυπτη
μια δυσανάλογη ακύρωση
άρρωστη από απαντοχή
έναν εσπερινό απαράλλαχτο
μ’ αυτόν του Επιταφίου.

Ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του
μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες
να σπρώχνουν αμαξίδια
με καθρεφτάκια αθάμπωτα
πέλματα φρόνιμα, γυμνά
δίχως τα πέδιλά τους
και μπάλες αδειανές απ’ το παιχνίδι τους.

Τον συνόδευσαν ως το υπόγειο
όμως εκεί
σε μιαν αλλιώτικη ρευστότητα
διάσημοι ωρολογοποιοί
– σκυμμένοι πάνω
στην ακινητοποίηση των δευτερολέπτων –
ήδη προσδένονταν
στη φωτισμένη σκόνη του φακού τους
για να βρεθούν
πενήντα μόλις μιλιγκράμ μετά
– πεσμένοι και μικροσκοπικοί –
στο ελάχιστο διάστημα
της παρά κάτι έκπληξης
και του ολοσχερώς ματαιωμένου…

Η επέμβαση
μπορούσε πια να ξεκινήσει.
Η νάρκωση που του έδωσαν
τον είχε πιάσει για καλά.

.

ΚΑΘ’ ΕΞΙΝ ΕΞΑΡΘΡΗΜΑ

Μου φαίνεται
πως δε μετράω πια σωστά
πως μου ξεφεύγουν
ημερομηνίες και αποστάσεις
πως είναι αργά πολύ
για να γεράσω και να εμπιστευτώ
ότι παραπατώ και συνεχίζω
και συνεχίζω να παραπατώ
μέσα στον άγριο θερισμό
και στα σαββατοκύριακα
-με διαγνωσμένη την αστάθεια στην επιγονατίδα-
πάνω σ’ αυτό το πάτωμα
που στρώθηκε για την περίσταση ειδικά
βελούδινα μαξιλαράκια για καρφίτσες.

Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Και μη μου δείχνεις
τη σπασμένη ραχοκοκαλιά
στην ακτινογραφία
ήτανε κάποτε οστά κι επιθυμία
παράδοση άνευ όρων σε μπακιρένια σώματα
που, αν και τα βάραιναν μύριες κατηγορίες
ξέραν καλά να παίζουν με τα αντίθετα
να τάζουν χαϊμαλιά και καθρεφτάκια
να κάνουν πως λιποθυμούν
να παραλύουν.

Πόρτες περιστρεφόμενες
που εντέλει με ζαλίσανε.

-Τι δένεις εδώ;
-Δένω του Μαρτιού τον ήλιο
να μη σε κάψει.

Μα τώρα κύλησε ο υδράργυρος
έξω απ’ το θερμόμετρο
σώνεται η λευκή κι η κόκκινη κλωστή…

-Πες το άλλη μια και τελευταία
πες: «τι δέ-νεις ε-δώ;»

-Όχι, δεν λέω.

Μου πριονίζει η προστασία τον καρπό
τον μελανιάζει
βραχιόλι έπειτα γίνεται από αγκάθια μοβ
που, αν με ρωτήσετε, γιατρέ
μόνον αυτά κατηγορώ
-κι όχι την υγρασία-
αυτά
που πήγαν και ξεφύτρωσαν
ανάμεσα σε δυο σφυγμούς
και μου τρυπάνε τώρα
τις κλειδώσεις.

.

ΕΝΑ ΒΑΛΣ ΠΑΡΑΞΕΝΟ

Όλα ήταν αλλόκοτα
σ’ εκείνο το εγχείρημα
θαρρείς και έπρεπε οπωσδήποτε
να ζευγαρώσουνε για το χορό
η ακροβάτισσα κι ο εγγαστρίμυθος.

Η συμφωνία εξ αρχής ήταν σαφής:

όσο το κενό θα επέμενε να διαστέλλεται
έγκλειστοι εμείς έξω απ’ τις παγίδες
θα ελεούσαμε μ’ έναν παράφωνο ψαλμό
ό,τι εγκαταλείψαμε
θα στρέφαμε τα αναφιλητά
προς άλλες τρικυμίες
κι από φιλότιμο και μόνο
σύμφωνα και φωνήεντα θα κατεβάζαμε
– αντί για κλάμα – από τα μάτια.

Όμως τελείως ξαφνικά
και δίχως μιαν αναγγελία
ένας σκαντζόχοιρος
πήρε τη θέση του εγγαστρίμυθου.
Γύριζε! Γύριζε! της έλεγε
και σε μια ξέφρενη φιγούρα
τρύπησε με τ’ αγκάθια του
της ακροβάτισσας το τούλινο κορμί.

Κι όσο γι’ αυτά που βλέπετε
σε τούτο το χαρτί γραμμένα
δεν είναι παρά – όπως συμφωνήθηκε –
το κλάμα από τα μάτια της.

.

ΘΑ ΑΠΟΔΟΘΟΥΝ ΕΥΘΥΝΕΣ

«Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει»  
Προς Κορινθίους Α΄, Κεφ. ΙΓ΄

Ήτανε να μας έβρει το κακό.
Άμαθοι κι απροσάρμοστοι
γεμάτοι γρατζουνιές
συνωστιζόμασταν στην έξοδο κινδύνου.

Άλλοι τη νόμιζαν σταθμό
για άλλους ήταν τέρμα
όμως
όπως και να τον πεις τον παιδεμό
αλλού είναι η παγίδα.

Να έρχεσαι
να υπάρχεις
να περνάς
και να μην είσαι.

Ωστόσο
δε θα αδικηθεί κανείς στη μοιρασιά.

Κι η ομορφιά θα πληρωθεί
κι η μεταμέλεια θα ελεγχθεί
για τις προθέσεις της
και ύποπτος δακρύων
ο Σεπτέμβρης θα θεωρηθεί.

Και ούτε να φαντάζεσαι
πως η αγάπη θα γλιτώσει
έτσι που φεύγει και ξανάρχεται
σαν εκκρεμές
αθώα σαν αμαρτωλή
που αείποτε εκπίπτει.

Το φταίξιμο που μας αναλογεί
θα αποδοθεί μέχρι δεκάρας.

.

ΕΓΩ ΤΟ ΛΕΩ ΔΕΙΛΙΑ

Με την κηλίδα της ερημιάς
σαν φήμη να εξαπλώνεται στο στήθος
πέρασα τοίχο τοίχο
τα μεσάνυχτα απέναντι.

Κι όχι όπως οι άλλοι
τυλιγμένοι το μαύρο πανί της σιωπής
αλλά με ηλεκτροφόρα σύρματα
στην πλάτη μου ριγμένα
για το κρύο.

Έλεγα…
δε θα εκμυστηρευτώ πουθενά
τον μυστικό συνδυασμό
που δίχως δάχτυλα και χτένες
ξελύνει τα μαλλιά μου.

Και τι κατάφερα;

Ένας φεγγίτης
να πλέει μέσα στον καθρέφτη
ένας καθρέφτης
να πλέει πάνω στο κρεβάτι
ένα κρεβάτι άλιωτο
να φλέγεται στα θαύματα.

Μετά
πάντα και πάντα
εκείνη η γνωστή σχισμή
ίσα ίσα
για να χωρέσει ένα γράμμα.

.

ΗΤΑΝ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΚΑΡΑΒΙ

Πέρα από κάθε υπολογισμό και φαντασία
κατώτεροι των περιστάσεων φανήκατε.
Κι ας είχατε στα χέρια σας
ραβδάκι δυόσμου, τεχνητές αναπνοές
και κάνα δυο ζαχαρωτά.

Πλησιάσατε σαν λυτρωτές
κι αφού κερδίσατε
τη δύσπιστη καρδιά μας
αποσυρθήκατε σε μια γωνιά
και ρίξατε σφυρίζοντας τον κλήρο

«…να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα φαγωθεί
να δούμε
ποιος, ποιος, ποιος θα τα φυλάει…»

Ποιος;
Μα, φυσικά, εγώ
κι όχι μόνο τα νώτα μου
αλλά τα ρούχα, τα γραφτά
τα μυστικά μου
και ό,τι άλλο θα μπορεί να φυλαχτεί.

Άσε που από δω κι εμπρός
θα ανοίγω – ακόμη και στο τρένο – τα παράθυρα
και τότε
όλες οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες
θα γίνονται αμέσως παρελθόν
θα μεγαλώνουν μονομιάς οι νύχτες που έσφαλα
και το ξημέρωμα θα ναυαγεί
σαν πυροβολισμός που ματαιώθηκε

ενώ εγώ
θα ανεβαίνω ατάραχη
μια σκάλα από αναβολές
προτιμώντας για τρόπαιο
μια λέξη άγνωστη τελείως σ’ εσάς
από έναν κήπο με νάνους
και βαρετά θαύματα.

.

ΔΩΡΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ

Έραβε γάντια
έκλεβε απ’ τις βιβλιοθήκες
και είχε μεγάλη συλλογή
από λαμπάκια νυκτός.

Ακούστηκε πως όλα άρχισαν
μ’ εκείνο το ξαφνικό χτύπημα
του κουδουνιού
μα πιο πολύ με την ευκολία
που οι άλλοι δέχτηκαν να μπουν εγγυητές
για κάποιον άγνωστο Νοέμβρη
που δήθεν θα ‘σωζε τον κόσμο.

Το ότι περνούσε το πάτωμα
για Ιορδάνη ποταμό
εκ πρώτης φάνηκε χαριτωμένο
όταν όμως υπέβαλε τα σέβη της
σε ένα κέικ με τζάνερα
τότε η ομίχλη εισέβαλε στην ιστορία
και ο τριγμός ξεκούρδισε
πιάνο, παιχνίδια και ρολόγια.

Η ανθισμένη κερασιά στην πλάτη της
ίσως να ήταν μια εξήγηση
μια περηφάνια αλλιώτικη
για μια δικαιοσύνη
έστω και καθυστερημένη.

Στις γιορτές
ζήτησε να της τυλίξουνε για δώρο
δυο τρεις φιάλες δακρυγόνων
σφαίρες, σφυριά και έναν σιγαστήρα
και τότε ολόκληρο το παρελθόν
μαζί κι οι υποσχέσεις
γλίστρησαν κάτω απ’ το κρεβάτι της
και κρύφτηκαν
λες κι ήταν κάποτε αληθινά.

Τα πράγματα
μπαίναν σιγά σιγά στη θέση τους.

Η γαλοπούλα άχνιζε στο γιορτινό τραπέζι
μανικετόκουμπα και φο μπιζού
ματαίως χέρια και λαιμούς αποζητούσαν
ενώ εκείνη
φωτογράφιζε πουλιά
έβαζε πίσω στο κουτί της την περούκα…

κι άλλωστε
δεν είχε λόγους άλλους πια
τη ζωντανή να προσποιείται.

.

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΥΠΟΘΕΣΗ

Στα σπίτια μέσα
οι λέξεις είναι χωρισμός
μια ύπουλη λιτάνευση ληγμένων υποσχέσεων
μια ανόητη υπομονή ανάμεσα σε δυο πνιγμούς
τη λάμψη των χρυσών δαχτυλιδιών
και τη φριχτή αναπνοή του γηραλέου ζώου.

Πονάνε οι ταγμένοι να ημερέψουν
τη φωνή τής μέσα χορωδίας
ματώνουν ολομόναχοι
μες στην κρυψώνα του καημού
καμιά φορά πάνω χιμούν στους προβολείς
κι ύστερα επιστρέφουνε πάλι στο ίδιο ψέμα.

Βολεύονται όπως όπως
σ’ αυτό το θερμοκήπιο κλουβί
που βλέπει στον ακάλυπτο
κι έχει την πλάτη του στραμμένη
στα διλήμματα.

Θαμπό και νοτισμένο το κλουβί
θαρρείς κι αχνίζουν δάκρυα σε κελιά
πριν από την εκτέλεση
μα το αποδίδουν έντεχνα
στην αχνιστή τους σούπα.

Κάποτε, ένας απ’ αυτούς
–περιορισμένων μάλλον αντοχών–
σαν άστρο πέφτει αιφνίδια
μες στον φωταγωγό
ψελλίζοντας για τελευταία φορά
χαϊδευτικά το όνομά του

οι υπόλοιποι
γδέρνουν επάνω κάτω το παρκέ
κάποιοι επιλέγουν καθιστή διαμαρτυρία
κι ελάχιστοι πιο τολμηροί
ανοίγουν τα προσχέδια
φωτογραφίζουνε
ασκήσεις επί χάρτου και μακέτες
κι εκδίδουνε τα Άπαντα
ποιημάτων που δεν τύπωσαν ποτέ
ποιημάτων που ούτε γράφτηκαν.

.

ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΑΦΡΑΤΟΥΣ ΕΦΙΑΛΤΕΣ

Ο ύπνος μου καμιά φορά τινάζεται ψηλά.
Μισός να ξεφλουδίζει ραγισμένες προσωπίδες
κι άλλος μισός να τρέχει να κρυφτεί
απ’ τους τελωνοφύλακες.

Τον στεναγμό τότε κυκλώνουν νυχτερίδες
κι αυτός
-με σαλεμένα παραμιλητά-
φόβους φοβάται και φοβίζει
και εγκαύματα σταλάζει στα σεντόνια
μέχρι ολοκαυτώματος.

Ίσως αν έλειπαν τα ρούχα απ’ την καρέκλα
αν δεν απέφευγα τον φωτογράφο στα γενέθλια
κι αν έστω και για μια φορά δεν έχανα τον δρόμο
μπορεί και να μην μπέρδευα
τα λόγια με τα δάκρυα.

Αύριο
θα σκουπίσω όλη την καταχνιά
από το πρόσωπό μου
και άφοβη θα ξανοιχτώ
σε γάργαρο άσπρο γέλιο.

Ούτε στιγμή μην αμφιβάλετε γι’ αυτό.
Όχι όμως τώρα.
Αύριο.

.

…ΚΙ ΕΜΕΙΣ ΧΕΙΡΟΤΕΡΑ

Υπάρχει κάπου ένα τέρμα
που τίποτα εκεί δε λιγοστεύει.
Καμιά αφορμή δε στέκεται ικανή
ν’ ανοίξει τα παράθυρα
να μπει ο αέρας ο τρελός
που ανακατώνει τα χαρτιά
και ξέσκεπα αφήνει στη νεροποντή
χρώματα και προσχήματα
μέχρι να ξεθωριάσουν.

Υπάρχει κάπου και γαλήνη
γαλάζια και γυαλιστερή
όπως τα κυριακάτικα λουστρίνια
και οι ποδόγυροι εκεί
ποτέ δεν είναι λασπωμένοι
ούτε τα λόγια στήνουν ενέδρες
σε κανέναν.

Με τέτοια μελιστάλαχτα
και άλλες υποσχέσεις
μη διανοηθείτε άλλη φορά
να νανουρίσετε μικρά παιδιά.

.

Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΜΕ ΕΛΑΦΡΕΣ ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ

Ούτε σαλεύει, ούτε ξαγρυπνά
ούτε να θυμηθεί μπορεί
τους λόγους
που κάθε απόγευμα κουτσαίνει.

Κανέναν πειθαναγκασμό
δε θα καταδεχόταν
κι ας έσφιγγε στα δόντια της
ένα πελώριο δάσος ουρλιαχτών
κι εκείνη τη μικρή κλωστή
που συγκρατεί, πριν ξηλωθεί
ένα πουλόβερ από χιόνι.

Δυο τρεις φωτογραφίες κουνημένες
μια χούφτα δευτερόλεπτα
κι αμέτρητα γυαλιστερά καρφιά
ήτανε όλα κι όλα τα απαραίτητα
για το ταξίδι.

.

BERLIN ALEXANDERPLATZ

Κανονικά, με λένε Σόνια.
Μίτσε, με βάφτισε ο Φραντς
– μονόχειρας, μα ξέρει ν’ αγκαλιάζει.
Τη μέρα προτιμώ να υπνοβατώ.
Με ένα νόμισμα κρυμμένο στο μαντίλι
περνάω βιαστικά έξω από τα προάστια
σκιές ευκίνητες πουλώ στην Alexanderplatz
στα ενυδρεία σπάζω τις φυσαλίδες
κι αφού των πληκτικών επεισοδίων
διασχίζω την ομίχλη
βρίσκομαι σώα σαν νεκρή
στο τέλος της θλιμμένης ιστορίας.

Η πλατεία γέμισε μεμιάς αρωματοπωλεία.
Έξω απ’ τις χαραμάδες των πληγών
πλημμύρα ακυβέρνητη
λεβάντα και θυμίαμα
γαζία και λιβάνι.

Όμως, εγώ
πάντοτε αλήθεια σού έλεγα, Φραντς.
Ω, μα και βέβαια μπορούσα
μόνο εσένα ν’ αγαπώ
ο άλλος ήτανε παιδί, μπορεί και γέρος
μην τα σκαλίζεις τώρα πια
ήπιε απλώς ένα κονιάκ
έβαλε φωτιά στα μαλλιά της μαριονέτας
κι έπειτα εξαφανίστηκε.

Κι άφησε, Φραντς
τι θες κι ανοίγεις τώρα το πορτάκι
άστο μες στο κλουβί του το πουλί
μη μου το πνίγεις
πονάω, Φραντς, με σφίγγεις, Φραντς
χύθηκε κάτω όλο το νερό
ποτέ ξανά τιτίβισμα
ποτέ ξανά μισή αγκαλιά
γέμισε πούπουλα ο αέρας, Φραντς
δε σε ακούω πια
πούπουλα και φτερά
δε σε πονάω πια
μόνο φτερά
δε με πειράζει τώρα πια…

Οι άνθρωποι στο δάσος
πεθαίνουν πάντα από ντροπή.

.

ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΥΠΟΚΛΙΣΗ

«Πραγματικά εκλεπτυσμένοι
είναι μόνο οι νεκροί»
JANE AUSTEN

Στους δρόμους χορωδίες και γιορτές
ξύλινοι πάγκοι με γλυκά
συνωμοσία και άγνοια.

Παλιά βαγόνια στις αλάνες
μεταμφιέζονται πυρετωδώς
σε καμαρίνια με χρωματιστά φτερά.
Σβηστά λαμπιόνια, φωσφορίζουσες σκιές
ρόμπες σατέν και γούνινα μανσόν
να αστράψουν ετοιμάζονται
για τη βραδιά των χειροκροτημάτων.

Σκηνοθέτης:
Σκορπίστε, γρήγορα, στα σκηνικά
μπαχάρια και λουίζες
να καλυφθεί ως το απόγευμα
η μυρωδιά της ναφθαλίνης…

Ερασιτέχνες πυροτεχνουργοί
και αστυφύλακες
εν είδει Επιταφίου περιφέρουν
κλουβιά με ντροπαλούς Αμβρόσιους
και ξεπεσμένες Ιουλίες
– κάτι αναμμένα κηροπήγια κρατούν
και απαγγέλλουν –

την ίδια ώρα που αλλού
σε υγρό βάθος σκοτεινό
ήδη η Γκρέτα μακιγιάρεται
πανέτοιμη να κοιταχτεί στα δάκρυα
ενός ακόμη ανάξιου θαυμαστή
που θ’ αρνηθεί να την πυροβολήσει
ενώ ο ωραίος Ολιβιέ
προβάρει την υπόκλιση
στο μαύρο κοκτέιλ φόρεμα
της Όντρεϊ που κρυώνει.

Ντελάλης:
Σήμερα
επισκέπτεται την πόλη σας
για μια μοναδική βραδιά
ο φημισμένος θίασος
που εμφανίζει επί σκηνής
πασίγνωστους νεκρούς ηθοποιούς
του κλασικού ρεπερτορίου.

Για μια βραδιά αποκλειστικά
μία ολόκληρη εποχή θα αναστηθεί
όμως δε θα το ξέρει.
Να υποκριθείτε, συνεπώς
ότι δεν πέθαναν ποτέ
πως παίζουν ασταμάτητα και δε γερνούν
πως δε μεσολαβήσαν χώματα
αφιερώματα εκτενή και νοσταλγίες.

Να είστε, εξ’ άπαντος, όλοι εκεί!

Και μη σκεφτείτε, φυσικά, το εισιτήριο.
Η ανατριχίλα απόψε
θα είναι δωρεάν!

.

ΠΑΛΙΕΣ ΑΜΗΧΑΝΙΕΣ

Να τελειώσει πια και τούτη η μετακόμιση
και κάποιος να μαζέψει
τα καμένα σπίρτα από το πάτωμα
– καμένα αδίκως βέβαια
αφού και τα όνειρα κι ο θάνατος
φωτίζονται από μέσα.

Να θυμηθώ και ν’ αποχαιρετίσω
όπως ξέρουν ν’ αποχαιρετιούνται
μόνον οι ασθενείς
όταν ο ένας απ’ τους δυο
πρώτος το θάλαμο εγκαταλείπει.

Περάσαμε επιτυχώς όλες τις αμαρτίες
μα πριν απ’ την καταστροφή
«Τας θύρας! Τας θύρας!», φώναξαν
και τότε
αν και μας κάλυπτε
όπως παλιά στην τάξη η δασκάλα μας
είν’ η σειρά σου, μού είπανε
αλλά εγώ ως συνήθως δείλιασα
και κάπως έτσι άρχισε σιγά σιγά
η φόδρα μες στην τσέπη
να ξηλώνεται.

.

ΡΕΖΕΝΤΑ

Εκείνη:
-Δεν ομοιοκαταληκτούσανε ποτέ
τα λόγια μου με τη φωνή μου.
Κι ήμουν αυτό που αρνιόμουν
ηχώ από βράχια που έπεφταν
ίχνη γεμάτη μιας αφής
που όμως της λείπαν δάχτυλα
-κάποιος μετράει
επάνω στο σεντόνι τα λεφτά του
τα βρίσκει πάντοτε λειψά-
μια επανάληψη αστροφεγγιάς
κι ύστερα πάλι το άδειο

και όταν λέμε άδειο
δεν εννοούμε τη σιωπή
αλλά να ζεις το αταίριαστο
κι άφαντος να ’ναι ο κήπος.

Εκείνος:
-Μην παραδίνεσαι, μικρή μου Ρεζεντά
ανέλπιστα κάποια στιγμή
τα αδύνατα μπορούν να γίνουν δυνατά

κι ας αναβοσβήνει σταθερά τα φώτα της
η ηλικία του καθρέφτη
– θα λήξει κάποτε κι αυτή
σύντομη σαν διήγηση
με έκβαση προβλεπόμενη –
κι ας είναι αφηρημένοι οι δικαστές
και σιωπηλοί οι άγιοι μες στα εορτολόγια.

Η απάντηση θα ’ρθει μια βραδιά
όταν οι επιζήσαντες σχίσουν μεμιάς
του κόσμου όλα τα σεντόνια
-τι θά ’βρουν τότε
να φορέσουν τα φαντάσματα
ποια τύψη θα εφεύρει ο θάνατος
για να μας διεκδικήσει;

Εκείνη:
Μα τι κουβέντες κύριε
τι απερισκεψία
κι αν όσα αισιόδοξα μου υπόσχεστε
αίφνης πραγματοποιηθούν
-για τα σεντόνια, λέω, τα σχισμένα-
τότε όλο αυτό το θέατρο σκιών
πού θα παιχτεί
κι εμείς που ως γνωστόν
φοβόμαστε το χιόνι
χωρίς μία παράσταση

πώς θα περάσουμε το απόγευμα
πριν τη Μεγάλη Νύχτα;

.

ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΙΙ

Αχνίζανε τα πόδια μου
σε κυανά παγάκια βυθισμένα
απόκρημνο σπήλαιο ιδιωτικό
– τίποτα το σπουδαίο –
μια πρόχειρη εγκατάσταση υπόγειου πνιγμού
όταν τον άκουσα συγκλονισμένο να μιλά
για το κρυμμένο νόημα των χειρογράφων
και τις αλληγορίες των ματαιώσεων.

– «Πώς μπήκατε απρόσκλητος στο ασφυκτικό τοπίο;
Πώς παρακάμψατε το πλαίσιο και τον πυρετό;
Κι όλοι αυτοί που δακρυσμένοι σας ακούν
χωρίς να σας γυρεύουν αποδείξεις
τίνος σινιάλο περιμένουν
να κατεβούν επιτέλους απ’ τη σκάλα;
Θα μου απαντήσετε λοιπόν;
Πώς ήρθατε και από πού;

-Μα, από τις προσωπογραφίες φυσικά.
Εύκολα εξαγοράζονται οι μορφές
με ένα χάδι στα μαλλιά
ιδίως αυτές που δε χαμογελούν».

Όσο για εσάς, μου τόνισε
«τον λιγοστό καιρό που απομένει
υπόσχομαι μαζί μου να είστε ασφαλής.
Θα ’ναι σβησμένο το σκοτάδι
από τις πυρκαγιές του
κι οι στοχασμοί ευσχήμως θα διακόπτονται
απ’ το σωτήριο κενό.

Επείγει, ωστόσο, να αποφύγετε τη σύγχυση.
Ό,τι λευκό κινείται μες στον έρωτα
μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι.
Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς
που αλλάζει χέρια βιαστικά
και χρησιμοποιείται ενίοτε
σαν αιμοστατικό.

Τα πόδια μου είχανε μουδιάσει.
Τον ρώτησα αν μου επέτρεπε
να αντιγράψω το αίνιγμα
κι όταν αυτός συμφώνησε
του ζήτησα ν’ ανάψει τα πολύφωτα
και να στραφεί να με κοιτάξει.

.

Η ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ III

Όταν οι επισκέπτες έφευγαν
με συμβούλεψαν να ξεχάσω τη μυρωδιά
απ’ το καμένο σιμιγδάλι μες στο σπίτι
και να μην εκδικηθώ.

Σκοπός μου, είπαν
έπρεπε να ’ναι το άσκοπο
η στιγμή της τρυφερής συνενοχής
όπως όταν μεσάνυχτα
σε θαλασσάκι απόμερο
πευκοβελόνες κι εραστές
πυροδοτούν βεγγαλικά
κι ούτε λυγμός ούτε χαμόγελο
ούτε καν … κρυώνω εδώ που μ’ άφησες
ή … ας σταματήσει πια αυτή η μουσική.

Μετά τους ρώτησα
τι θα ’πρεπε να κάνω
για τον υπόλοιπο καιρό.

Τη χαρούμενη, μου απάντησαν
μα όταν επέμεινα λιγάκι να σοβαρευτούν
μου μίλησαν για κάποιον
που έγινε πορσελάνη
και σε μια νύχτα μέσα έσπασε.

Κλείδωσα πίσω τους διπλά
και τα αμαρτήματα μεμιάς
θαρρείς και συγχωρήθηκαν

κι έγινε αυτό, για να φανεί
το πολύ προχωρημένο της ώρας
κάτι που εμφανώς προέκυπτε
κι απ’ τα σφιγμένα χέρια μας
κάτω από τα σκεπάσματα

μία συνήθεια παλιά
όταν η πόρτα άνοιγε απότομα
και με αδέξιες κινήσεις
κάποιος ψαχούλευε τα πράγματά μας
λες κι ήθελε να μας θυμίσει
ότι το σύρσιμο που ακούγεται
από τα περασμένα

είν’ οι παντόφλες και η νυχτικιά
γύρω από το μουγκό τηλέφωνο.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΕΣ ΠΑΡΑΝΟΜΙΕΣ
                 Ή
ΚΑΠΝΙΖΟΝΤΑΣ SILK CUT Μ’ ΕΝΑΝ ΡΙΝΟΚΕΡΟ

Οδηγημένη από ένα ένστικτο τυφλό
βράδυ παρά βράδυ
διέσχιζε σιωπηλή την πολιτεία.
Περνούσε ολόισια
μέσα απ’ τις φωτεινές ρεκλάμες των κτιρίων
κι εκεί πρώτα δοκίμαζε ελαστικά καλσόν
– όχι όμως για τις γάμπες της –
το πρόσωπό της σκόπευε
για τη ληστεία να καλύψει
αφού κι η Τράπεζα
το χαμηλό της επιτόκιο διαφήμιζε

κι εκείνη έλεγε
να το τολμήσει τελικά το ταξιδάκι
προς τα εξωτικά νησιά της διπλανής αφίσας
δίχως να στερηθούν και τα παιδιά
της σχολικής χρονιάς τα φροντιστήρια
«μέχρι τις είκοσι οι εγγραφές»
αναβόσβηνε απειλητικά
η πινακίδα στο μπαλκόνι.

Ύστερα έσκιζε στα δυο
τη μοβ μεταξωτή μαντίλα
και κάπνιζε παρέα με τον ρινόκερο
τα είκοσι τσιγάρα απ’ το πακέτο.

Μου έχουν αναθέσει να προλάβω
– του εξηγούσε διαρκώς –
κι όσο για
τις υποτιθέμενες φιλίες μου με αγνώστους
βάλ’ το, επιτέλους μια για πάντα στο μυαλό σου
ο σωστός χρόνος
κρύβεται συστηματικά πίσω από την κουρτίνα
και ούτε να σε ξεγελά
των φαρμακείων που διανυκτερεύουν
η δήθεν ευσπλαχνία.

Ένα άγριο παραμιλητό κι ένα λαχάνιασμα
θα φτάσουν ίσως κάποτε στον ελεήμονα Θεό.
Τα υπόλοιπα αναφιλητά κι οι περαιτέρω ικεσίες
μες στο προαύλιο που υπήρξαμε
θα «διαλυθούν ησύχως».

.

ΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Παρά τις τόσες προειδοποιήσεις να παραιτηθώ
απ’ την αγαπημένη μου συνήθεια
εγώ επέμενα πως με τον τρόπο αυτό
θα διαλευκάνω μια για πάντα το μυστήριο.

Παλιά υπόθεση – ως γνωστόν – η αφηρημάδα
γι’ αυτό κι εγώ θα μάζευα τριγύρω μου
ό,τι οι άλλοι κάποτε για λόγους ανεξήγητους
το είχανε ξεχάσει:

Ένα σακάκι, μιαν ομπρέλα, ένα κασκόλ.
Κάποιον απλήρωτο λογαριασμό.
Την τηλεφωνική γραμμή ανοιχτή.
Της προηγούμενης βραδιάς τον εφιάλτη.

Τα απλωμένα ασπρόρουχα στην καλοκαιρινή βροχή.
Το χάπι για τον ίλιγγο.
Τα σπίρτα τους και τον φακό.
Το δρύινο συρτάρι κλειδωμένο.

Τα λόγια τους απ’ το θεατρικό.
Το παρελθόν μαζί με τ’ όνομά τους.
Την κρυψώνα και το παρασύνθημα.
Την επέτειο.

Μα, απ’ όλα πιο πολύ…

Τον δρόμο να επιστρέψουνε στο σπίτι.
Τον όρκο.
Την υπογραφή.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα
στα πόμολα επάνω.

.

ΜΕΡΕΣ ΔΥΣΚΟΛΕΣ

Σπασμένα όλα τα φράγματα
κι η μόνη νίκη του νερού
να ομολογεί την ξηρασία του.

Ακίνητη και η όραση
στάχτη κι ανατολή ομίχλης
έξω απ’ την πόρτα
που δεν άνοιξε στον κίνδυνο.

Η λάσπη ορίζει τώρα την απόσταση.

Όμως, πού να βρεις έναν άνθρωπο
που να κρατά τον λόγο του
την κρίσιμη ώρα να μπορεί
να κάνει τον αδιάφορο
να κρύψει έστω ένα παιδί
κάτω από το τραπέζι.

Οι άλλοι έξω χτυπάνε στα τυφλά
η μια πίσω απ’ την άλλη
κλειδώνονται οι εξώπορτες
και λόγια πια παρηγοριάς
ούτε στη σκόνη γράφονται
ούτε και στα βιβλία.

.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ (2008)

.

ΑΠ’ ΩΡΑ Σ’ ΩΡΑ

Αέρας σκουριασμένος φυσάει στο δωμάτιο
απ’ τη μεριά παλιάς πληγής.
Δαγκάνει ο τρόμος το μυαλό
και ναυαγός στον ίλιγγο
ζάλη τη ζάλη
σε λαμαρίνες και ξερόκλαδα σκοντάφτω.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Σε μια αποθήκη γυαλικών
κλειδώθηκαν τα χρόνια μου.
Κορίτσια απαρηγόρητα
φορούνε τις κουρτίνες νυφικό.
Οι νεραϊδούλες νόσησαν
και βήχουν ασταμάτητα
κι όσο να πεις
μια άλλη οικειότητα θεριεύει στο σκοτάδι.

Ποιος λέει πως μελαγχόλησα;
Υποδειγματικά εξέτισα
όποιο κενό μού αναλογεί.
Μόνο λίγο ξαφνιάστηκα.
Τόσα σωσίβια, τόση εγκαρτέρηση
κι απ’ ώρα σ’ ώρα
η στάθμη του νερού να εξαντλείται.

.

ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΟΡΙΣΤΙΚΟ

Μ’ άρπαζαν απειλητικά απ’ το λαιμό
όλα εκείνα που φοβόμουν.
Κι αυτό αν το καλοσκεφτείς
ήταν λιγάκι διφορούμενο.
Έμοιαζε πως εγώ ακολουθούσα
-με κάποια απόσταση ασφαλείας φυσικά-
εκείνους που μετέφεραν
έναν βρεγμένο κήπο
– άνθρωποι τρομαγμένοι, σκοτεινοί
που παραμέριζαν τον ίσκιο τους
και στην αληθινή τους ιστορία
θριαμβικά εισέρχονταν.

Εκεί
έχοντας πρώτα διά παντός απαρνηθεί
τις παιδικές τους βεβαιότητες
ατάραχοι ξανάμπαιναν στον χθεσινό τους εφιάλτη
για να τραβήξουν απ’ την τράπουλα
και πάλι το κακό χαρτί
αυτό που κάνει τις βελόνες στις πυξίδες
να τρελαίνονται

κι όσοι είναι έτοιμοι στη σκάλα γι’ αναχώρηση
-βοηθείστε να πεθάνουμε, να εκλιπαρούν
αλλά φροντίστε, όσο γίνεται, να είναι οριστικό»
αφού απ’ το ημίψηλο δε βγαίνουν περιστέρια
κι όλες οι διευκρινήσεις
δεν αναφέρουν πουθενά τους ψευδομάρτυρες
που διαβεβαίωναν πως στον κατακλυσμό
θ’ ακούγονταν καμπάνες.

Συνήθως έτσι γίνεται
και τελικά υπερισχύει η βροχή
που φτάνει πάντα τελευταία
και σαν Ημέρα Κρίσεως
με μιας όλα τα εγκλήματα αθωώνει.

.

ΙΑΤΡΙΚΗ ΕΠΙΣΚΕΨΗ

Θα ‘λεγα πως πηγαίνετε καλά!
Ως την επόμενη εξέταση
δεν αποκλείεται να ‘χετε γίνει άγγελος.
Βλέπετε, πολλοί οι υποψήφιοι
και πόσες υποσχέσεις αναβολής να δώσεις;

Μα, μην το παίρνετε προσωπικά!
Και βέβαια το ξέρω
πως μόνο σ’ εσάς δε θα συμβεί.
Εσείς απλώς θα επαναλαμβάνετε
στο ρυθμό της ατμομηχανής τη φράση:
Σε τρία καλοκαίρια θα επισκεφθώ το Μόναχο
και εναλλακτικά:
θέλουνε άλλαγμα οι μεντεσέδες της ντουλάπας.

Όσο για τις φοβίες σας και τα κακά σας όνειρα
ας μη συγχέουμε την υστερία με το ένστικτο.
Ανώδυνα, ότι συμβεί, θα το αντιμετωπίσουμε
σε σταδιακές μικρές απώλειες καταφεύγοντας:
πρώτα μαλλιών
-να μη σκαλώνουν οι μορφές κατά την έξοδό τους-
μετά κιλών
-καμιά βαρύτητα δεν εγγυήθηκε ποτέ
μια δεύτερη ανάγνωση του βίου-
και τέλος χρώματος
-αυτό έχει σχέση με τον ήλιο
αλλά πού να σας το εξηγώ επακριβώς.
Κι άλλωστε
σας μιλώ ως ιατρός
ανίατων ψευδαισθήσεων
και πόθων που ασεβώς κακοφορμίζουν.

.

ΟΡΟΦΟΣ ΜΕΙΟΝ ΕΝΑ

0 θάνατος αποβραδίς μας έφραζε το δρόμο
κι εγώ που από μικρό παιδί
τα έτρεμα τα καλοκαίρια
θα μου έφτανε, έλεγα, μία χειρονομία
ένα ανέλπιστο κλείσιμο λογαριασμών
όπως
όταν γυρίζεις το φλιτζάνι του καφέ
κι όλα τα φίδια, οι εχθροί και οι κλεισμένοι δρόμοι
λειωμένες απειλές κατρακυλούν
μέσα στο νεροχύτη.

Όμως σιδηρουργείο η ζωή
και βάρος αμετάθετο η τελευταία λέξη
όταν σε αίθουσες αναμονής ηλεκτρικές
αδύναμα κορμιά κρέμονται στους καλόγερους
και πανωφόρια αδειανά
μπαίνουν ν’ ακτινοβοληθούν.

Τους μήνες που κοιμάται ο κάβουρας
κοντεύω να πιστέψω
πως ίσως και να με ακούς
πώς κάπως Σε συγκίνησα κι εγώ.
Ύστερα, λέω, θα φταίει που δε γνωρίζω
τη διάλεκτο των περιστεριών
μπορεί το ασταθές του χαρακτήρα μου
ίσως κι εκείνη ή καθ’ έξιν υπνηλία μου
τις Κυριακές στον όρθρο.

Όμως κακά τα ψέματα
ήρθε ο καιρός
τον πετροπόλεμο να συνηθίσουμε
τώρα που χτύπησαν μεσάνυχτα
κι η χρυσαφένια άμαξα
ξανάγινε κολοκύθα.

.

ΧΗΜΕΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

Μπορεί να έφταιγε
εκείνο το χυδαίο πλήθος των τύψεων
που απεγνωσμένα μ’ έψαχνε
στην άκρη της γιορτής
ξεθωριασμένα ρούχα να με ντύσει.

Και δε μιλώ γι’ αυτό που
η παιδική απελπισία επινοεί
όταν σαν από γλύκισμα κλεμμένο
τρίμματα ερήμου προσπαθείς
κάτω απ’ τη γλώσσα σου να κρύψεις.

Τις αμαξοστοιχίες με τα σβηστά βαγόνια
πολύ μετά θα ανακάλυπτα.

Μιλώ για όσα προηγήθηκαν
στους κάτασπρους διαδρόμους
που βγάζουνε σ’ ανηφοριές
με οιδήματα λουλούδια
φαινόλης και ιωδίου ευωδιές
και δάση
με φορητούς μεταλλικούς κορμούς
– τσαμπιά του αλουμινόχαρτου –
να στάζουν τα φαρμάκια τους
στο αφελές σου αίμα
να μάθει αυτό που ήθελε οικειότητες
και άλλα τραταρίσματα
μ’ αυτόν τον ψεύτη θεατρώνη
που πάνω που τα λόγια σου
φαρσί τ’ αποστηθίζεις
έρχεται και – κακήν κακώς –
έξω σε βγάζει από το έργο.

.

ΞΥΛΙΝΑ ΣΥΡΤΑΡΙΑ

Όλα θαρρείς
τ’ απορροφάει ο κραδασμός

– μια στιγμιαία εξαίσια οικουμένη
που ιερουργεί τον θάνατο
μια πνιγηρή αντιφεγγιά
που εισέρχεται στο χόρτο
με δακρυγόνα κι ουρλιαχτά –

ώσπου η συγκομιδή του ουρανού
αδιάκοπα πληθαίνει
και έντομα γεμίζουν τα κρεβάτια μας.

Ίσως γι αυτό κι επείγει
να σκάψουμε τις σήραγγες.
Τα νυχτικά του πάνω κόσμου
φρεσκοσιδερωμένα
σε ξύλινα συρτάρια να τα κρύβουμε
να συνηθίζουν τα σατέν
σε κρεβατάκια πιο μικρά πια να ξαπλώνουν
να μάθουνε και τα βαμβακερά
πώς είναι να πλαγιάζεις με αγνώστους
– γαμπριάτικα κοστούμια ντεμοντέ
και καθημερινά φορέματα για τσάι
την ύπτια αποσύνθεση
ασάλευτα να περιμένουν.

Λίγη λεβάντα
πάντοτε σε τούλι τυλιγμένη
αθώος μοβ υπαινιγμός
για να ευωδιάζει κήπος στην κλεισούρα.

.

ΚΑΠΟΤΕ ΚΙ ΑΥΤΟΙ ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΑΝ

Τους αγαπούσα
γιατί έλεγα πως δε θα με πονέσουν.
Θα είχαν ήδη εξαντληθεί
κι οι λόγοι για εκδίκηση
τώρα που το σάπιο ευωδίαζε γύρω τους
κι από το άπληστο κορμί τους
βλάσταιναν οι πληγές
– ντροπές σημαδεμένες με κόκκινα γαρύφαλλα
κακοραμμένα επάνω τους –
απόδειξη πως κάποτε κι αυτοί παραδοθήκαν
ας ήταν και με ύπνωση.

Τώρα
στον καθρέφτη που βάφεται
η πεθαμένη μάνα τους
πυκνή σιωπή χιονίζει
αυτοί πετάνε τα βιβλία και τρέχουν
να φωτογραφηθούν
με της παλιάς τους γειτονιάς τη συμμορία.

Όμως για τη συγκόλληση του χρόνου
καμιά εκεχειρία
με την ασάλευτη επανάληψη
δε φαίνεται επαρκής
ούτε η ελάχιστη προσπάθεια
να παγιδεύσεις τον σφυγμό.

Το απόγευμα του βλέμματος
μονάχα όταν ανάβει η νύχτα μέσα του
μπορείς να το υποθέσεις.

Στο μεταξύ
ο σκορπιός κατηφορίζει τους κροτάφους τους
το σκήπτρο του κατακτητή
γίνεται μαύρο ρόδο
κι από τα γερασμένα χέρια τους
κάνοντας κρότο ηχηρό
γλιστρά στο χάρτινο κενό τους.

.

ΜΕΡΙΛΥΝ…ΠΑΡ’ ΟΛΙΓΟΝ

Αυτές οι σκάλες δεν έχουν κουπαστή
έτσι που το απρόσεκτο
να γίνει ανεπανόρθωτο

σαν δισταγμός που
– ανίσχυρος να αντισταθεί στα έγχορδα που ακούγονται στη σάλα –
ανάβει εντέλει πόθο μοχθηρό

γιατί δεν επισκέπτεται συχνά το πανδοχείο μας
ούτε κι αυτός ο υπαινιγμός μιας θύμησης
κάποιας αλληγορίας ενός ιλίγγου νικημένου
από ένα φιαλίδιο φτηνό
που βιαστικές ανάσες το εξαντλούνε.

Γι’ αυτό κι εγώ φοράω τα μποτάκια μου
και
βάλ’ το στα πόδια κούκλα μου 

φωνάζουν
την ξέρεις τη δουλειά σου εσύ
happy birthday Mr. President
κι άσε για άλλους τις υποκλίσεις στο κενό.

.

ΦΟΒΑΜΑΙ

Τακτική ακροάτρια στο αμφιθέατρο της φρίκης
όμως το μάθημα του σιωπηλού αναφιλητού
πάντοτε για την άλλη εξεταστική.

Γιατί τα λόγια απομακρύνονται
όταν διαστέλλονται οι μορφές
κι ό,τι φωνάζω
δεν αντηχεί πια την εγκατάλειψη
αλλά μια σιωπηλή παραδοχή
που ο σαλεμένος νους αποκαλεί
χρόνο μες στα εγκόσμια
παγίδα για να πιάνεται η αγάπη
πάντα σε λάθος αστραπή να κατεβαίνει
αφού φημολογείται ότι τη νύχτα
εξ άπαντος θ’ ανέβει ο ελεγκτής
και τρέμει, βίαια μην την πετάξει έξω.

Και τότε,
… δε μένει πια κανείς εδώ;
Κανείς που από το παρελθόν του

να έχει πια παραιτηθεί;

Ξέρω πολλούς με ρουφηγμένα πρόσωπα
που δε γυρεύουν να σωθούν
μόνο να νικηθούν από την ομορφιά
να διαψευστούν
και ό,τι παρασταίνεται εν μέσω εορτασμών
να δούνε να σωριάζεται
απ’ τη βεγγαλική κραυγή

φοβάμαι.

.

ΤΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΤΙΚΑ

Κι ενώ κάθε πρωί τα σχολικά
μαζεύουν από τις γωνιές
πολύχρωμους αθώους νυσταγμένους
με το σημάδι του μη προορισμού
ρόδινη χαρακιά στα μάγουλά τους
κάπου αλλού
αγέλαστες δασκάλες
σχεδιάζουν να τους μάθουν
πως σ’ ένα μέλλον κοντινό τη δυστυχία
θα την πυροβολήσουν με τις λέξεις
– κι όχι παιδί μου
όπως κάποιοι τρελοί και ηττημένοι ισχυρίζονται
μ’ εκείνες τις τρεις ολόμαυρες τελίτσες.
Αυτές, μικροί μου άγγελοι
δεν είναι πια στη διδακτέα ύλη.

.

ΒΕΛΟΝΕΣ

Όχι, ποτέ δεν ήμασταν
τελείως προετοιμασμένοι.
Γι’ αυτό και στο μεταλλικό
κουτί για τα μπισκότα
καιρό τώρα φυλάγαμε
όχι κλωστές και δαχτυλήθρες
αλλά βελόνες κάθε είδους και μεγέθους.

Βελόνες του ραψίματος
– σχιζότανε ο μύθος σου
κι οι αποτρόπαιες ρωγμές
έξω απ’ το σώμα σου σε έχυναν –

βελόνες γραμμοφώνου
– παράφωνες ηχούσαν τελευταία οι προσευχές
και συστηματικά απουσίαζε
απ’ την ορχήστρα ο μαέστρος –

βελόνες για ενέσεις
– έτσι, για την τιμή των όπλων
να μη φανεί πως μια παρ-αίνεση
που η ελπίδα θα ’θελε
εμείς την αρνηθήκαμε –

ακόμα και πευκοβελόνες
– εύφλεκτες και ολισθηρές
σε απειλούσανε με πυρκαγιά
ώσπου στρώμα, σεντόνια, μέτωπο
και τρυπημένα χέρια
λαμπάδιαζαν και τότε
ο σωθείς
γράφεται με ήτα Ευτυχούλα;

Όμως εγώ

μόνο μια ήττα ήξερα, μπαμπά
κι αυτήν
όσο κι αν το παλέψαμε
στάθηκε αδύνατο να μην την υποστούμε.

.

29 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

ΚΟΡΗ:
Σε απάνεμο ύπνο αθάνατο
μια θύελλα φιλεύσπλαχνη
την κόλασή σου εκμηδενίζει.
Μια άφεση, μια απάντηση
ο ογκόλιθος της συντριβής
κι η κλίμακα των μορφασμών
σε παγωμένη αδράνεια βυθισμένη.

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Α, με καλούν στα σκοτεινά
την ανθυγιεινή ζωή να εγκαινιάσω.
Τους το είχα βέβαια δηλώσει από νωρίς
πως ασφαλώς και προτιμώ Φθινόπωρο
για την ακρίβεια τις αρχές του Φθινοπώρου
φωτίζονται αλλιώς θαρρείς
τα μεταχειρισμένα πράγματα

Στρόμπολι, Ταορμίνα…

ΓΥΝΑΙΚΑ:
Μήπως κάποια καλύτερη τιμή
γι’ αυτό το ξύλινο τιμόνι καραβιού;
Το ψάχνει χρόνια ο άνδρας μου…

ΠΑΤΕΡΑΣ:
Ένα πανέρι με λουλούδια
ίσως να το απέρριπτα
όμως
τόσα πορτρέτα ολόγυρα
πώς θα τα συνηθίσω;
Ανώφελα ναυάγια που επιπλέουν
εκτεθειμένες μοναξιές
στο διεστραμμένο βλέμμα τ’ ουρανού
κι αυτά τα σαλιγκάρια
που ανηφορίζουνε στα πόδια μου…

Τελειώνουμε…
Υγρή, ακάθεκτη σιωπή
μ’ εγκαθιστά στους βάλτους της.

.

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΕΜΠΤΗ

Έμοιαζε με εορταστική βραδιά
ούτε βελούδα βέβαια ούτε και μουσελίνες
μονάχα η αγωνία να διαβαστούν ανάποδα
φιλιά και δευτερόλεπτα
κάτω απ’ το κάτασπρο ταβάνι
μ’ εκείνο το «ως διά μαγείας»
πάντοτε να καθυστερεί.

Ποιον ένοιαζε αν τουρτούριζα
έξω απ’ τα παραμύθια
ατάραχα στην είσοδο
μέναν τα κουδουνάκια.

– Οι άνθρωποι δεν αλλάζουνε, μου φώναζες
μονάχα αποκαλύπτονται
όπως εκεί που δεν το περιμένεις
κι ο ύπνος σου εφάπτεται
με χίλιες εκκρεμότητες
καλείσαι ξάφνου ν’ αναμετρηθείς
με προθεσμίες που τελειώνουν.

Σαφέστατος υπαινιγμός
πως μόνο στα τρένα δόθηκε
να διασχίσουν την αιωνιότητα
αφήνοντας πίσω τους καπνούς
για να διαφεύγουν οι σκιές την τιμωρία.

Έπειτα
κατρακυλούν πυρετικές
κρύβοντας κάτω απ’ τον σηκωμένο τους γιακά
την αντοχή που τους αναλογεί.

Τα υπόλοιπα ας μείνουν εκκρεμή
ως τότε που θα κλείσουμε ταμείο.

.

Ο ΒΑΤΡΑΧΑΝΘΡΩΠΟΣ

Την επόμενη μέρα θα πήγαιναν όλοι
όπως πάντα στις δουλειές τους
αναζητώντας στην έκφραση των περαστικών
τη διαβεβαίωση πως μια παράταση ακόμη
είχε και πάλι κερδηθεί.

Είχε προηγηθεί δύσκολη νύχτα.
Στο πατρικό σπίτι
η στέγη ανοιγόκλεινε επικίνδυνα.
Αυτό είχε βέβαια συμβεί στο παρελθόν
και σ’ ένα άλλο ποίημα
τότε που εκείνη
φορώντας το μαύρο της παλτό
κι έχοντας τη βαλίτσα της στο χέρι
περίμενε τον Αι- Γιώργη
από τα εικονίσματα να κατεβεί
και να την πάρει.

Αυτή τη φορά
θα αρκούσε ένα σφύριγμα
και τότε αύτανδρο το κρεβάτι
θα βυθίζονταν
κι εσύ
σαν έμπειρος νεκρός
– μια κι ήσουν δύτης –
δίχως βαρίδια, μπουκάλες και στολή
μακριά απ’ το σώμα θα ταξίδευες
για μια διάρκεια αμετάπειστη.

Όσο για τα διαδικαστικά της εκφοράς
ο σωσίας σου
– κάτωχρος και σε στάση προσοχής –
θα έπαιρνε τη θέση σου.

.

ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ ΜΠΙ ΝΤΟΥ

Κατά την πρωινή επίσκεψη
άγνωστοι κύριοι
με μακροχρόνιες σπουδές στην τρομερή
οφθαλμαπάτη της ζωής
κι άνθη βανίλιας ανάμεσα στα δόντια τους
μιλούσαν χαμηλόφωνα
για την τύχη που θα είχαν
οι ανομολόγητες αμαρτίες
τώρα που η σκάλα γινόταν επικίνδυνη
και η Αποκαθήλωση δε σήκωνε αναβολή.

Οι άλλοι μετά θα προσπαθούσαν
ν’ αποσιωπήσουν το συμβάν
και φυσικά μιλώ
για κείνη την Πρωτοχρονιά
που έγειρες απαλά για μια στιγμή στο πλάι
κι ανεξιχνίαστο έμεινε έκτοτε το αίνιγμα.

Πώς δηλαδή
ενώ ήξερες τόσο καλά ν’ ανακατεύεις χρώματα
επέλεξες το συμπαγές λευκό
κι όπως απότομα διακόπτεται η ταινία
και λες
τώρα θα πέσουν γράμματα
τώρα θ’ ακούσω μουσική
όμως ο ήρωας tableau vivant
θαρρείς και αφαιρείται
ή δεν μπορεί να θυμηθεί τα λόγια του.

Γιατί αλήθεια δεν είναι εύκολη υπόθεση
εκεί που προχωράς κι εσύ μαζί
μ’ άλλους σακατεμένους
ξάφνου στο βάθος ν’ αστράφτουν προβολείς
ο κύριος με το επίσημο κοστούμι
ν’ αφήνει το μικρόφωνο
να ’ρχεται κατά πάνω σου
το χέρι να σου απλώνει φιλικά
–με λένε Φράνκυ να σου λέει
το «Strangers in the night»
έμαθα σας αρέσει.

.

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ

Εξοικειωμένο μόνο με νυχτοφύλακες
και αθεράπευτα ωχρές μητέρες
είναι το φάντασμα του υπογείου μας.
Τη συντριμμένη αντίσταση του λύκου
μ’ ένα φτερό χαράζει τ’ απογεύματα
στη σκόνη της παλιάς μας ραπτομηχανής
και σε αγρυπνία προσκαλεί
ένοικους κι επισκέπτες
– πως τάχα
στο σκοτεινό θάλαμο του ύπνου
ο θάνατος
τις πρώτες μας φωτογραφίες εμφανίζει.

Από την άλλη, δεν το’ χει σε τίποτα
να βάλει ξαφνικά τα κλάματα
μπροστά σ’ ένα χτενάκι φαγωμένο
αναβάλλοντας επ’ αόριστον
την προγραμματισμένη του αναμέτρηση με το μηδέν
που πάει να πει
με τ’ άκοπα νυχάκια του
σεντόνια λήθης να ξεσκίσει.

Τα βράδια όταν σβήνω το φως
φοράει τα παπούτσια μου
βάζει το παιδικό μου κόκκινο παλτό
στους ώμους σου επάνω με ανεβάζει
μπλέκει τα δάχτυλά μου στα δικά σου
και …λάααδι πουλώ, ξύυυδι πουλώ
εγώ την Ία μου δεν την πουλώ
όλη τη νύχτα ασταμάτητα
γύρω απ’ το κρεβάτι.

.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ

Ύστερα απ’ την ανεπανάληπτη εκείνη περιήγηση
στο μητροπολιτικό κέντρο
το άλσος των πρώτων συναντήσεων
βρήκε επιτέλους την πραγματική του θέση
στον χρόνο της αφήγησης.
Η πληγή ωστόσο έχασκε ανοιχτή
όπως το στόμα
έχοντας μόλις περιβάλει με ηχώ τις αναμνήσεις.

Κι όλα μετά παύουν να είναι ορατά.
Τα ηλιοτρόπια τυλίγουν
με κορδέλες σκοτεινές τη νέα μέρα.
Μες στα ραγίσματα του χρόνου
πανέτοιμο ακροβατεί εκείνο που αφανίζει
κι εντούτοις η άνοιξη
ακάθεκτη επελαύνει
την ίδια ώρα που ο στρατός των σκουληκιών
δειπνεί κάτω από χαραγμένα ονόματα
κι οριακές χρονολογίες.

Ποια πρόφαση λοιπόν θα ’ναι ικανή
την παρουσία μας στους αποχωρισμούς
να αποτρέψει;
Μονάχα σκέψεις αιχμηρές
μα το μυστήριο –ό,τι κι αν πεις– δεν αναιρείται.
Με άφωνες κι ασυνάρτητες απαγγελίες κοριτσιών
δε στήνονται στους κεραυνούς ενέδρες.

.

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ (2004)

.

ΚΑΤ’ ΟΝΑΡ ΝΑΥΤΙΛΛΟΜΕΝΟΙ

«Ναι έρχομαι ταχέως. Αμήν
Ναι, έρχου Κύριε Ιησού».
ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ (κβ΄20)

Σπλαχνίσου, Κύριε, και φύλαξε όσους δεν ονειρεύονται.
Γεννήθηκαν μ’ ένα λυγμό
κι άλλοι μ’ αράχνες από μέσα.
Στη χλομάδα της έντρομης νεκρής
της ανθούσης αιθρίας τη γύρη ψιχάλισε.
Κι εσύ ζωγραφισμένο αμπαζούρ
-νυσταγμένη υπενθύμιση μιας μάταιης αναμονής-
τα βράδια φώτιζε των στερημένων.

Κολλάνε επάνω στη ζωή όπως οι πεταλίδες
και -πού το ξέρεις-
μπορεί και να μας πάρει ο ύπνος, λένε
και πόσο να παραμονεύεις τον Θεό
του απολεσθέντος ήχου του εφημέριοι
πόσο την ουτοπία να χαρτογραφείς
τους όρθρους με χόρτο καμένο να ντύνεις;

Όχι πως ξέφυγα κι εγώ·
πάντα σε υπόγειες αυλές
λιθόστρωτες αγάπες κυνηγούσα.
Πλην όμως
μ’ ένα κλαδί ροδακινιάς
ξόρκιζα την άπνοια του πάθους
σε σεντόνια λινά.
Θέλω να πω πως υπέμεινα
σε διαδρόμους σκοτεινούς προχώρησα
και πίσω από πόρτες σφαλιστές
έγινα η απόκριση.

Κι απόψε, τι νομίζεις;
Όρθια για ώρες στην ουρά
θα περιμένω -συστημένο κι επείγον-
να ταχυδρομήσω το «έρχου».

.

ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΦΡΩΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

Κάποτε όλα σ’ αποχαιρετούν.
Μια γκρίζα σερπαντίνα ο καπνός των αποτεφρωμένων ημερών
διασχίζει των δέντρων την υπομονή.
Μ’ όλα τα φώτα του σβησμένα, σε ενυδρεία αφτέρουγων πουλιών φεγγοβολεί
-βλέπεις οι πεθαμένοι κρυώνουνε ξεσκέπαστοι-
βιρτουόζος των αλλοιώσεων, τα περιγράμματα της μνήμης προσπερνά
κι ας είναι ακόμη άγνωστη η ρυμοτομία της ψυχής.

Στις άδειες παραλίες φωνές και γέλια ακούγονται
μια λέμβος ακυβέρνητη σπασμένα ρόδια μεταφέρει
κι η Σόνια «θ’ αναπαυθούμε, θ’ αναπαυθούμε» έλεγε
κι ύστερα
προέχει να μαζέψουμε τα τζάμια από το πάτωμα
τις τεθλασμένες να σβήσουμε και τις ευθείες στην παλάμη χαρακιές.

Μα τι τις θέλαμε τις χειραψίες με τον έρωτα;
Κι έπειτα τόσα ρόδια σε τι επιτέλους μας χρησίμευσαν;

.

Ν’ ΑΝΘΙΖΟΥΜΕ ΩΣ ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ

Η αλήθεια είναι πως προσπαθήσαμε πολύ.
Γνωρίζαμε στο βάθος ότι η μνήμη άπιστη είναι
κι αν δε συλλέγεις αποδείξεις, σε λίγα χρόνια σ’ απατά.

Στοιβάξαμε κι εμείς τις μαδημένες μαργαρίτες
– είχαν ανακριθεί σκληρά
μέχρι να ομολογήσουν την τρισύλλαβη αυταπάτη –
κάπου ψηλά κρεμάσαμε και τ’ άχρηστο κομποσκοίνι
– οι απελπισμένοι έρωτες το’ χαν να ζουν ασκητικά –
σπάσαμε και το μελανοδοχείο του χειμώνα
μήπως γεμίσει η κάμαρη ξανά με χελιδόνια.

Τίποτα δεν ωφέλησε.

Ό,τι προφέραμε μαραίνονταν αμίλητο
λες κι η μικρόψυχη ζωή προβάριζε το θάνατο
πριν τη συνθλίψει η χρόνος.
Τιμωρημένοι ισόβια στη σάρκινη ερημιά μας
μας έβαζαν να υποδυόμαστε πουλιά
μας μάθαιναν ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα
κι ανθεκτικοί στην ενοχή
τα «πάντα» ν’ ανταλλάσσουμε με μιας στιγμής φιλί.

.

ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ

Και ποιος θα άντεχε – μου λες; –
σ’ αυτή την κρύα κάμαρα, σ’ αυτά τα κρύα σεντόνια
να ξεπαγιάζει άυπνος και να κεντά
όπως εμείς, αγρούς στα μαξιλάρια
– από αυτούς που τρέχουν τα παιδιά
κι απ’ το κυνηγητό τους λαχανιάζουν –
μήπως και αποκάμουμε, μήπως μας πάρει ο ύπνος
και λυτρωμένοι το πρωί ξυπνήσουμε
μ’ ένα στεφάνι αγιάζι στα μαλλιά.

.

ΤΡΕΙΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

α. Σε χρόνο υπερσυντέλικο

Ακόμη και για τις μέρες που θα ’ρχονταν μιλούσε σε χρόνο υπερσυντέλικο
χρόνο των φαντασμάτων τον αποκαλούσαμε μικροί.
Κοιτώντας πάντα προς τα ’κει που τα βήματα καταβροχθίζουν τους γκρεμούς
σήκωνε στα χέρια το θαύμα και το αναποδογύριζε.
Νωθρές νιφάδες ασημένιες έπεφταν τα φωνήεντα στην ανοιχτή παλάμη του
– πολλά τα φθαρμένα αντικείμενα γύρω και αυτές
θα αναλάμβαναν την όποια επισκευή.

Το ξημέρωμα τον έβρισκε ν’ αποθηκεύει δάκρυα.
Θα χρειαστούνε, έλεγε.
Πού να ξεφλουδίζεις τόσες θαλασσογραφίες, αν τύχει κι έρθει ανομβρία
κι άλλωστε
κανένας δε μας κουβεντιάζει πια σ’ αυτή τη χλοϊσμένη ολονυκτία
έτσι θερισμένους απ’ το φιλί
έτσι ασυμφιλίωτους με την εύνοια κάθε γαμήλιας ανίας

και ήδη απ’ τις φωτογραφίες λάσπη ξερή φυσά
κι ο έρωτας αδιάβαστος μπροστά από τον καθρέφτη
τα λόγια του απαγγέλλει κι αδέξια χειρονομεί
αιώνες τώρα. 

.

β. Μικροί καθημερινοί ηρωισμοί

Νεροποντές σκιών σε λευκές επιφάνειες τοίχων
καθήλωναν το βλέμμα του.
Ο ύπνος του έμπαζε νερά
– σκασμένη η μπογιά στην ίσαλο του ονείρου
κι η ευτυχία θα ’ρχόταν αν προλάβαινε να ξεχάσει.

Πέντε η ώρα το πρωί, εν πλήρη σιωπή, ανέστελλε
την έκλειψη του πάθους, αδειάζοντας μες στο δωμάτιο
κουβάδες πνιγμένων λυγμών.

Κάποιος θ’ ανάλωνε μες στην αγάπη του την αθλιότητά μας
αλλά ούτε όνομα, ούτε χρονιά, αόρατες γραφές και υποσχέσεις.
Γι’ αυτό τι ωφελεί τα δοκάρια της οροφής να μελετάς;
Τις μυστικές συνομιλίες των ψυχών
μόνο συλλέκτες άστρων τις κατέχουν.

Μα εκείνος μίλαγε διαρκώς για παπούτσια παλιά
που μόνα τους διέσχιζαν ξεθωριασμένες διαβάσεις
για καπέλα παράταιρα που φόραγαν κάτι γριές ψευδαισθήσεις
και πάντοτε ψιθυριστά για τα πράσινα σεντόνια των χειρουργείων
με την κηλίδα της ζωής να εφημερεύει αμήχανη.
Τις νύχτες παραμόνευε πλανόδιους οργανοπαίκτες.
«Ήχους ν’ ακούω» έλεγε «περαστικούς κι απόμακρους
όπως η ύπαρξή μου».

.

ΠΑΛΑΙΟΠΩΛΗΣ ΝΟΥΣ

Οφείλαμε έναν επίλογο στα μάταια συνθήματά μας
μία αλήθεια ασήμαντη σαν πάθος σιωπηλό
που άξαφνα ομολογήθηκε.

Κάποτε αυτοί που αγαπήσαμε θα μας επέστρεφαν στον εαυτό μας
θα ανακαλύπταμε ξανά το αίμα μας ξεχασμένο σε ασθενοφόρα ενθύμια
να ξενυχτά σαν πυρετός σε μέτωπο παιδιού.

Έναν επίλογο αγορασμένο απ’ τον παλαιοπώλη νου
που ανάμεσα σε καρτ ποστάλ, κλουβιά για ωδικά πτηνά
και φράσεις που αχρήστευσε η παντομίμα του θανάτου
γνωρίζει σε μπουκαλάκια γυάλινα αξίας ευτελούς
την πανάκριβη σκόνη των ημερών να φυλακίζει.

.

ΙΣΩΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΚΟΥΓΑΜΕ…

Οι νύχτες που περάσαμε ήταν ακίνητες και σιωπηλές
προσηλωμένες σε κάτι φράσεις μακρόστενες
σαν τα πεζούλια που καθόμασταν παιδιά
όταν οι άλλοι δε μας παίζαν
.
Κάτι φράσεις επίμονες, πιο βουερές κι από τις τύψεις
όπως: « Το κακό είναι, ότι κατά διαστήματα
αποσπάται η προσοχή σου και δεν πενθείς»
ή «Ήρθε το βράδυ και πρέπει να παραδώσουμε».

Και πάντοτε ίδια η ελπίδα:
αν αφήναμε τις πόρτες μισάνοιχτες
αν παραιτούμασταν απ’ τις κουβέντες
ίσως και να ακούγαμε απ’ το επάνω πάτωμα
τον γέρο να προσκαλεί τους πεθαμένους φίλους του
ανοιγοκλείνοντας εξαίσια ένα παλιό ακορντεόν.

.

ΣΥΓΧΥΣΗ

Βαδίζαμε σαν μεθυσμένοι, συγγενεύαμε με τη θάλασσα
της μαθαίναμε ν’ αποστηθίζει τα πρόσωπά μας
μιαν άλλη φυλή τής συστήναμε
αυτήν που με φερσίματα τυφλού σε ζωγραφισμένα βιβλία
έβρισκε τα σφαλιστά παράθυρα και τ’ άνοιγε στο φως.
Εκείνοι που θα φέρναν το κακό είχαν κλειδί
θα ’μπαιναν απ’ την πόρτα.
Ξοδέψαμε όλη τη ζωή μας για μια συγχώρεση
που δε μας δόθηκε ποτέ.

Ο δρόμος πλάι στη θάλασσα…
Τόση αγάπη πώς να την κουμαντάρεις;
Ανάγωγη κι αβράδιαστη –ίδια φωτιά Πεντηκοστής–
στα κύματα ν’ ανάβει πυρκαγιές
να καταργεί τους φάρους
να βλέπει τα σημάδια του καιρού
κι αυτή να ταξιδεύει.

Και πώς να ξεχωρίσεις με μόνο το φεγγάρι οδηγό
αν ήταν η νέα μέρα που έφτανε
ή αυτή που έφευγε για πάντα.

.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΒΡΕΘΗΚΕ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

θυμάμαι τότε ευθυμούσαμε
άγγελοι μπαινόβγαιναν στο σπίτι
τρώγαν μαζί μας βραδινό
την ίδια έρημο μ’ εμάς βαδίζανε
και όλες οι αναχωρήσεις αναβάλλονταν για κάποιο ξημέρωμα
που θα μας είχε κλειδώσει απ’ έξω το όνειρο.
Οι σημασίες της αφής ήταν ακόμη αμετάφραστες
στο σαλόνι ηχούσαν πορσελάνες και η κουρτίνα στο πλάι τραβηγμένη
το δρόμο επιτηρούσε και τη θάλασσα
μην τύχει και παρασυρθούν
ακυρωθεί η τάξη και ψάχνουμε πλοία στους σταθμούς
και στα πελάγη δέντρα.
Ο Κόλλιας, όπως μού ’λεγες, την είχε ικανή για όλα.

Κι ύστερα, μού διαφεύγει πώς
-όμως χωρίς προειδοποίηση-
θες κάτι λέξεις εμπύρετες
εμπιστευμένες στη «μεγάλη εμβέλεια» της ύστατης συγκομιδής
θες κάποιων χειλιών εργατικών η ανάσα
εντεταλμένη στο θάνατο να επικαθίσει
θέλεις η ευπιστία
γνώρισμα των αγράμματων και των μικρών παιδιών 
πάντως το σπίτι βρέθηκε στη θάλασσα
κάτωχρο μα ανθεκτικό το ’δαμε να επιπλέει
από τις λέξεις σώθηκαν μόνον οι δοτικές
κι εμείς οι δυο αγνοούμενοι
λίγα μόλις τετράγωνα μακριά από τους αγίους
στην άσφαλτο αναίτια πνιγμένοι.

.

ΑΠΟ ΤΟ ΦΟΒΟ ΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΙ

Τώρα μονάχα δυο ώρες ζωής
σκοτωμένες από τα τρωκτικά φιλιά
και μία λύπη αχνίζουσα να περιφέρει
πάνω απ’ του τρένου τις γραμμές
ένα φεγγάρι χάρτινο θάνατο φορτωμένο.

Κάποτε σκέφτηκα σοβαρά το ενδεχόμενο
να φιλιώναμε
με τις ανεξίτηλες αναμνήσεις των χεριών
ακόμα και πότε πότε να κλείναμε έξω απ’ την πόρτα τη βροχή
κι αφού κι ο χρόνος δεν είναι παρά
το ξέφτισμα του λουριού απ’ το ρολόι μας
ως πότε μισοί κερδισμένοι απ’ τα πουλιά
-εξέχοντας από την εποχή της στερεμένης κοίτης-
και μισοί από το φόβο κερδισμένοι;

Γιατί φυσάει απ’ τη μεριά του αίματος
κι αν θες να ξέρεις
σε ήσυχους τάφους ευλογημένων σπιτικών
δε δικαιώνεται η ζωή.

.

ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ

Κι έπειτα σώπασες
όπως σωπαίνει μια βρύση χαλασμένη
όταν αδειάζει το δωμάτιο
ή όπως το πρόσωπο γυρίζεις απ’ την άλλη
και πια ούτε “μνήσθητι μου” ακούς
ούτε στο “ίνα τι” μια ερμηνεία δίνεις

μόνον ο ήχος των καρφιών επίμονος και δελεαστικός
να ξεμοναχιάζει τον έρωτα στο λήμμα “Τετέλεσται

.

Ο,ΤΙ ΔΕ ΓΙΑΤΡΕΨΑ

Τώρα που τα πράγματα
πάνε να γίνουν οι αλληγορίες των πραγμάτων
επιτέλους η γραφή των κυμάτων γίνεται ευανάγνωστη.

Θα μου πεις…
Και οι σκιές πού κυνηγούνε τα παιδιά;
Οι υαλογραφίες στους σταθμούς;
Τα ανυπεράσπιστα προάστια της λήθης
από το ανεκπλήρωτο φωταγωγημένα;

Ό,τι δε γιάτρεψα αυτό με προσδιορίζει.

Κι η ερημιά ευρύχωρη
κι η νύχτα να γυαλίζει από τα δάκρυα
κι ο έρωτας επικλινής, για να γλιστρούν οι σημασίες.

Να φανταστείς
σε είχα περάσει για εκδρομή κι εσύ ήσουν μόνο ανάμνηση
μάλλον πολύβουη σιωπή
χέρι δεξί που έσωζε και άκρη τού γκρεμού
– μπορεί κι ο ίδιος ο γκρεμός.

Γι’ αυτό λοιπόν μη μου ξεχνιέσαι στα όνειρα
φανάρια οι δρόμοι τους δεν έχουν
μονάχα σμήνη μελισσών, ρήτορες αναλφάβητους, άνεργους κηπουρούς
και στη γωνία απόκοσμη την ίδια πάντοτε
γριά-παιδούλα απελπισμένα να ρωτά:
«Αν δε χρειάζεστε την Κυριακή σας, κύριε, μπορείτε
να μου τη δώσετε;»

.

ΥΠΟΛΟΓΙΖΑΜΕ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΕΠΟΧΕΣ

Κύμα και στάχτη που υποτάσσεται και διαφεντεύει η ψυχή μου.
Διασχίζει την καταστροφή κι ένα σκοπό σφυρίζει απαγορευμένο.
Τόσα κρυμμένα λόγια στο συρτάρι, λέξεις κραυγές
σαν πτώση ενός νομίσματος σε στερεμένη αγάπη

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Πιο πάνω απ’ τους ψιθύρους της ομίχλης
ένας καθεδρικός ναός βροχής θα αιωρούνταν
παμπάλαιος όπως ο φόβος μας
τον ύπνο να ξεπλύνει από όνειρα κακά
-σάμπως η ακίνητη αστροφεγγιά
ματαιωμένες προσευχές γινόταν να επιστρέψει.

Υπολογίζαμε σε άλλες εποχές.

Μα τώρα καίγονται κι εξατμίζονται τα βράδια
όπως ο δρόμος αποχαιρετά το τρένο μες στ’ απόγευμα
ή όπως σβήνει μονομιάς το φως
κι άξαφνα μες στην κάμαρα φυτρώνει ένα πλατάνι.

Καίγονται κι εξατμίζονται
κι είναι γι’ αυτό που η ανάσα μας
σπιθοβολεί γαλάζιες αστραπές.

.

Η ΘΕΣΗ ΠΑΝΤΟΤΕ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Αμαρτωλή υπόθεση κι ο γυρισμός.
Σκοτάδια χυμένα από φθινόπωρα παλιά
σκοτάδια που τυφλώνουνε
όπως ρουφάει ένα τούνελ το τοπίο
λιβάδια αποκόμματα μιας άχρηστης αστραφτερής στιγμής
που εκτίναξε το ποίημα
και ήσυχη οπισθοχώρηση ανθρώπων κι ουρανού.

η θέση πάντοτε παράθυρο
να’ ναι εύθραυστη η απόσταση απ’ ό,τι ξεμακραίνει
μα η πλάτη ασυναίσθητα στο μέλλον γυρισμένη.

ώσπου άξαφνα
σε ξένης χώρας παλαιοπωλείο να βρίσκεσαι
τη βυσσινιά να παζαρεύεις πολυθρόνα
που κάποτε -σου φάνηκε-
ένας λυγμός ανίατος για μέρες σε είχε ρίξει.

.

ΕΝΟΙΚΟΙ ΑΠΟΥΣΙΟΛΟΓΙΩΝ

Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι συνομιλεί στην κάμαρα
με τους τριγμούς του ξύλου
το θάνατο αποστρέφεται
και να σκεπάσει προσπαθεί στο διάδρομο τα βήματα
γι’ αυτό
το ν’ αποφύγω με ξόρκια και προσχήματα
όσα μιλιούνται ερήμην μου μες στο παλιό το σπίτι
μάλλον αδύνατο μου φαίνεται

κι έτσι απόψε στο υπόγειο λέω να κατεβώ
την ανάπηρη να επιδιορθώσω πολυθρόνα
να ξαποσταίνουν πού και πού κι εκείνα τα φαντάσματα
που πήγαιν’ έλα μες στον τρόμο
ένα ομιχλώδες σταλάζουν βιολετί σε πάθη νωθρά
που αβοήθητα μαραίνονται

γιατί -όπως όλοι ξέρουμε-
ένα κλουβί μ’ ερωδιούς είναι ήδη μια διαμαρτυρία
μια άηχη ορχήστρα αποδημητικών καιρών
κι ό,τι κρυφοκοιτάει πίσω απ’ τα χαλάσματα
δεν είναι παρά τα γέρικα νεκρά παιδιά
-η Σελίκα, η Ναθαλία κι η γιαγιά μου-
που έδωσαν μια και άνοιξαν
το ξύλινο μακρόστενο κενό τους
και τρέξαν να συνεχίσουν το κρυφτό
που μια υποχρέωση ζωής τούς έκοψε στη μέση.

.

ΤΟ ΚΑΡΟΤΣΑΚΙ ΤΩΝ ΑΝΑΠΗΡΩΝ ΣΤΙΓΜΩΝ

Σχεδόν κατάκοποι μα με την παρηγοριά πως κάποτε θα πεθαίναμε
βαδίζαμε μερόνυχτα σε άνυδρα νεκροταφεία κοχυλιών.
Αφοσιωμένοι στην παραφροσύνη να διαρρήξουμε
το κενό μετά απ’ τον ορισμό του
αξιώναμε την αδυναμία μας, αποθεώναμε το εύθραυστο
και κολλώντας με σκοτάδι τα φτερά μας
ήρωες γινόμασταν εις αναζήτηση του συγγραφέα τους.

Στο πίσω μέρος της σκηνής
μια παραγεμισμένη αποθήκη ακολουθούσε ξέχειλη
την ώρα που γυμνασμένοι σαλτιμπάγκοι
έσπρωχναν ανεπαίσθητα μια ξύλινη εξέδρα.
Κι αφού καμιά αναχώρηση δεν κάνει κρότο ηχηρό
είδαμε μεσοπέλαγα μια πυρκαγιά ν’ ανάβει σαν ντροπή
και τότε καταλάβαμε πως ο Θεός των περιπλανώμενων
με βουερή αστροφεγγιά
το καροτσάκι των ανάπηρων στιγμών καθοδηγούσε.

.

ΤΟ ΣΚΟΙΝΙ

του πηγαδιού
που κατεβάζει στη θάλασσα την κιβωτό του κήπου

του καραβιού
που ανεβάζει την άγκυρα και το βυθό ακυρώνει

του ακροβάτη ποιητή
πάνω απ’ το άχραντο κενό
την άφιξη του αγγέλου που εποπτεύει

του ορειβάτη χαρταετού
πίσω απ’ τα τζάμια του Θεού
την εύθραυστη ελαφρότητά μας υπενθυμίζοντας

της καμπάνας
όταν το θάνατο του αυτόχειρα διστάζει να θρηνήσει

της σημαίας
που υποστέλλει την έπαρση
και αναγγέλλει την ήττα

της αιώρας
που προσποιείται τη γέφυρα
λες κι η χαρά θα περάσει
-ή μια σελήνη πάνινη σε νυχτωμένο κήπο-

της μέσης του καλόγερου
της ράχης των βιβλίων
αυτό που δυο παιδιά γυρνούν
πάνω απ’ τα χάχανα ενός τρίτου

κι αυτό που κατεβάζει τον νεκρό
τραβώντας αμετάκλητα του τρόμου την αυλαία.

.

ΜΕΘΟΔΟΣ ΠΤΗΣΗΣ ΑΝΕΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ

Τα φτερά μας τις μέρες εκείνες
-σταθμευμένα κι αναποφάσιστα-
σκοτείνιαζαν τους φωταγωγούς.

Τη μέθοδο πτήσης άνευ διδασκάλου
την είχαμε κάνει προ πολλού προσάναμμα
μαζί με τα βιβλία μουσικής
τις άρρωστες νύχτες της καρδιάς
όταν η υγρασία των ανεπίδοτων φιλιών
τρυπούσε το κορμί μας.

Ωστόσο την είχαμε απομνημονεύσει
λογαριάζαμε να την υπαγορεύσουμε
στην πεθαμένη μας γιαγιά
την ώρα που οι άλλοι τους καθρέφτες θα κάλυπταν
τη λήθη διευκολύνοντας του αζήτητου προσώπου.

Μάταια…
Όμοια με σκιάχτρα τ’ ουρανού
διώχναμε απ’ τις στέγες τα πουλιά.

Κάτι λόγια παλιά κι ασυνάρτητα
καταδικασμένα το χαμένο πάθος τους ν’ αναζητούν
για αγγέλους μας περνούσαν και μας ντρέπονταν
οι προσευχές των ασεβών επάνω μας χτυπούσαν
και οι γιορτές από ψηλά πιο πένθιμες φαντάζαν.

Κανένα λείψανο του χθεσινού φωτός
δεν εξαγόραζε κάποιον υποτυπώδη προορισμό.
Ο δρόμος που βαδίσαμε ποτέ δεν είχε διανοιχτεί.

Καμιά φωνή δε σάλευε τ’ απείθαρχα φτερά μας
-κι άλλωστε πού ακούστηκε
στο ανύπαρκτο να δίνεις εντολές;

.

ΕΡΑΣΙΤΕΧΝΕΣ ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ

Το απόγευμα εκείνο έβρεχε λύπη ακατέργαστη
μια αυτονόητη βροχή που διοχέτευε τη γυάλινη ανία της
σ’ όλες τις Κυριακές των μυθιστορημάτων.
Κάπως έτσι, να ξέρεις, πολλαπλασιάζονται οι απουσίες.
Γι’ αυτό κι η φωτεινή εξαίρεση του έρωτα
μια σκευωρία είναι, για να ασκεί την εποπτεία του ο χρόνος
σ’ ό,τι η εγκατάλειψη αφήνει να θριαμβεύει αζήτητο
στο ψύχος του καθρέφτη.

Και η νύχτα;
Ποια αυτάρκεια θα καταλύσει ποτέ
τη θρηνώδη βασιλεία της ώχρας
όταν εισβάλλει ο Σεπτέμβρης με τα παλιά ρολόγια του
και το τσάι δε σερβίρεται πια με την άφιξη
μόνο καμιά φορά μπορεί και να παραβρεθείς άθελά σου
στην ανάγνωση παράδοξων επιστολών
που αγγέλλουν το απροσδόκητο.
Κι επειδή κάπως πρέπει να συντηρηθούν και οι υποβολείς
καλό είναι τα μεσάνυχτα ν’ ανοίξουν οι καταπακτές του στήθους
παγιδευμένες αλληγορίες να αναμετρηθούν
με όλα τα λάγνα ψέματα κάποιας παράστασης ζωής
που ερασιτέχνες θεατρίνοι ερήμην σου ανεβάζουνε
παίζοντας και χάνοντας για σένα.

.

ΦΕΥΓΟΥΜΕ…

«… κι η διαδρομή, μια σταθερή περιστροφή.
Μια μεταμφιεσμένη ακινησία».
                                       ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ

Να περιφέρεσαι από ενοχή σε άφεση
από σπατάλη σ’ ερημιά
και να χαϊδεύεις τον ίσκιο των χεριών σου.
Να δωροδοκείς τα βιβλία ν’ αποσιωπήσουν
-έστω και για μια νύχτα-
τη σιωπηλή διαδήλωση των σκοτωμένων ηρώων.
Να κρύβεις κάτω απ’ τα ρούχα σου τη λύπη
και σαν λαθρέμπορος να μεταφέρεις κάτι ενθύμια παιδικά
μια ξύλινη γέφυρα κι ένα δωμάτιο γιορτής
για την ενηλικίωση των λέξεων.

Φεύγουμε…
Κι έξω μυρίζει γιασεμιά·

στον αυλόγυρο της εκκλησίας ο σχολικός θίασος
ανεβάζει μ’ επιτυχία την Αποκαθήλωση.

Τι ανοιγοκλείνεις τη διαβασμένη εφημερίδα;
Η μέρα σφράγισε τα μυστικά της
η ξαφνική νεροποντή ξέπλυνε τον παλιό σταθμό
έσβησαν κι οι φωτεινές επιγραφές.
Κανείς δεν έμεινε για να μας μεταπείσει.

.

ΕΝ ΤΗ ΡΥΜΗ ΤΟΥ ΝΟΣΤΟΥ (1999)

.

ΔΙΑΣΩΣΗ ΑΠΩΛΕΙΩΝ

Καθώς πια όλα είναι εφικτά
Πλην της αθανασίας

Φύλαξέ μου
Πάνω σε φτερό ερωδιού
Την πτώση ενός άστρου
Για τα στερνά Χριστούγεννα
Του αναιμικού παιδιού

Δυο λευκά σανδάλια
Καθώς αναπαύονται
Σε ράχη πολυθρόνας
Για τις χωλές ελπίδες μας

Το παλιό σχολικό κουδούνι
Για να ξυπνάει τους νεκρούς
Μέσα στο κοιμητήρι
Κι άστεγοι αυτοί
Να βηματίζουν σιγανά
Μέσα στα παραμύθια

Του ερωτευμένου κοριτσιού
Τον ηλιοκαμένο ώμο
Για να δανείσει στο σούρουπο
Τη σκοτεινιά του

Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή
Για να ψιχαλίζει από εκεί
Το πένθος του ο ουρανός
Στη μελαγχολία του ποιήματος

.

ΙΣΩΣ ΓΙ’ ΑΥΤΟ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ ΤΑΓΜΕΝΕΣ στη νύχτα των κλειστών βιβλίων
Και υπνοβασίες παιδικές που βγαίνουν να τις μαζέψουν

Μ’ ένα ασημένιο μαχαιράκι απειλούνε τις λέξεις
Που αποξήραναν τα πέταλα
Να παραδοθούν τις εξαναγκάζουν
  μνήμη, Ιούνιος, φυρονεριά, ενιαυτός
  μικρό μου, λιποτάκτες
Κι εκείνες ν’ αντιστέκονται. Τι δύναμη, τι πείσμα
Γαντζωμένες από μια φράση θεατρικού στο τέλος της σελίδας:
  …άλλοτε ήμουν η φλόγα σου, τώρα έγινα στάχτη…
Ξορκίζουν τη μετοικεσία και απειλούν με πυρκαγιές
Ποιές πυρκαγιές;
Ξέρουν καλά τα όνειρα να υπερασπίζονται τους νεκρούς τους
Τούς κρύβουν μες στις φλέβες μας
Τούς φυγαδεύουνε στις λέξεις
Σε τέφρα που λαμπυρίζει τους μεταμορφώνουν

Ίσως γι’ αυτό και η Ποίηση στα πέρατα όλων των καιρών
Φλεγόμενους εξαπολύει μονομάχους

.

ΕΞΑΓΟΡΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ριγμένα πέταλα φωτός
Στις στοιχειωμένες μοναξιές

Αυγή θρυμματισμένη
Από σαλπίσματα τυφλών αγγέλων
Πάνω στις στέγες των σπιτιών
Που εντός τους ενδημεί
Η αναμονή του πένθους

Μα, εκεί στην άκρη της αυλής
Στης κλαίουσας τον ίσκιο
Μια χορωδία μαρτύρων
Με μωβ αγκάθια στα μαλλιά
Στήνει μιαν ανεμόσκαλα
Το θάνατο αποπλανά
Κι ένα μπουκέτο νότες
Αναπέμπει

.

ΕΙΣ ΜΑΤΗΝ

Το νυστέρι του χρόνου πάντα κρυμμένο
Στο πέτο των αποχωρισμών
Κι όλοι εκείνοι στην άκρη της μέρας
Που κλαίνε κρυφά
Τυλιγμένοι στην αγρύπνια της μνήμης
Περιφέροντας την εφημερότητά τους
Να εναποθέτουν σε μελλούμενους καιρούς
Ένα μπουκέτο Ιούληδες
Να ψαχουλεύουν στην τσέπη τους
Μ’ ένα κομμένο χέρι
Για εκείνο το χρυσό κλειδί
Που ανοίγει όλα τα χείλη
Και ρέουν φωσφορίζοντας
Τα έγχρωμα φιλιά

.

ΜΙΑ ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ

«Ιδού, θέτω εν Σιών λίθον προσκόμματος, και πέτραν σκανδάλου
και πας ο πιστεύων επ’ αυτόν δεν θέλει καταισχυνθή»
Επιστολή προς Ρωμαίους Θ΄, 32-33

Κι ύστερα όλοι έφυγαν

Οι στρατοδίκες κι οι βασιλιάδες
Οι Φαρισαίοι κι οι αρχηγοί
Ακόμα κι οι δεινοί σοφοί
Που λίγο πιο πάνω απ’ τους ανθρώπους
Υψωμένοι
Την πλήξη της ματαιότητας
Ιερουργούσαν

Κατέβηκαν την κλίμακα
Των παλαιών πληγών
Ενώθηκαν με την οσμή
Πυρπολημένων ονείρων
Και μες στις φλέβες γλίστρησαν
Της λήθης που χορτάριασε
Εκεί να κρύψουν στις ρωγμές
Την Όραση που άνθιζε
Μέσα από το Εικόνισμα

Λίγο πριν τη σταυρώσουν

.

ΣΗΜΑΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΥ

Όταν η σιωπηλή ανάσα των ρόδων
Σ’ εκρήξεις λυγμών αναλύεται
Είναι που του Προφήτη η προσευχή
Φεγγίτες ζωγραφίζει μέσα στο χάος
Για να χωρέσει Κύριε
Ο πορφυρός χιτώνας Σου
Ή για να δεις στο σκοτάδι
Τ’ αδιάκοπα σινιάλα
Που ένας κόσμος εφήμερος
Μέρα και νύχτα στέλνει
Σείοντας στα χαλάσματα
Φανάρια αναμμένα

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ ΠΕΡΙΠΟΛΟΣ

Μ’ όνειρα πάντα γαλανά
Στο πλάι της καρδιάς σου
Να ξέρεις θα κοιμάμαι
Μόνη στη άδεια κάμαρη
Σε πέπλους σκιάς καταχωμένη
Μόνη με τους αγγέλους μου
Σιωπηλή

Όμως η μνήμη των ματιών σου
Πάντα θα κρύβεται στο μαξιλάρι μου
Επίμονη και τρυφερή
Και τα μαλλιά μου θ’ αναδεύει

.

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Σαν φωτεινό πλεούμενο διασχίζω νύχτα τις σκιές
Ανταύγειες εωθινές ιχνογραφώ στων παγετώνων το τοπίο
Σώζω τις φλύαρες σιωπές, τα θαμπωμένα όνειρα
Στην πάχνη των φιλιών, τα χρώματα και τη βροχή
Στο άλμπουμ των ματιών σου
Τους καθρέφτες όλους θρυμματίζω
Έκπαγλη ν’ ανατιναχτεί του Φθινοπώρου η τέφρα

Κι έρχομαι ως τα χρόνια σου

Για ν’ ακουμπήσω βότσαλα, ερωτικές επιστολές
Μια ζωγραφιά του Λόρκα,
Και να τυλίξω το αύριο με μαγικές κλωστές
Που έχει στην άκρη τους
Μια ηλιαχτίδα ανθίσει.

.

ΗΡΩΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Έγειρες πάνω μου
Το βλέμμα των δαχτύλων
Κι αμέσως αποδήμησαν
Σμήνη ονειροβόρα
Απ’ όλες τις αδιάβατες
Του σώματος πλαγιές

Κι ενώ τριγύρω μου
Οι πιερότοι των φιλιών
Ακούραστοι χορεύαν
Κάπου αλλού
Σε δροσερό κελάρι
Αειθαλών αναπνοών
Νιφάδες συλλαβών
Ηρωικά αντιστέκονταν
Στην άλωση των λέξεων

.

ΔΙΔΑΧΕΣ ΕΡΩΤΩΝ ΚΑΙ ΣΚΙΩΝ

Θέλω να σου μιλήσω
Για του μελανιού τον ιδρώτα
Σε ουράνιες περγαμηνές
Σαν καταγράφει
Τις διδαχές ερώτων και σκιών

Κι ύστερα
Μια άνθηση φωνηέντων
Στίξεων και αναστεναγμών
Να στρώνει των άστρων τις αυλές
Με ποιήματα ολόφρεσκα
Κι άλλα κατόπι που σκορπούν
Ή βηματίζουν ρυθμικά
Στου Πολιούχου Νόστου
Τη λιτάνευση
Που αναζητά μιαν αποβάθρα γυάλινη
Τη θλίψη του ν’ αποβιβάσει

.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ

Υπάρχουν λίμνες δακρύων σιωπηλές
Που εντός τους καθρεφτίζονται
Έρωτες που καταποντίστηκαν
Απομεινάρια από πέταλα και ξεραμένες πεταλούδες
Σ’ εφηβικά λευκώματα

Άνθρωποι που πέρασαν απ’ τη ζωή μας
Κι άλλοι που πέρασαν απ’ την ψυχή μας

Υπάρχει κάποιος πλανόδιος θίασος
Που φεύγοντας αφήνει γλάρους ξεψυχισμένους
Υπάρχουν ξεχασμένα τα σανδάλια ενός αγγέλου
Στις σκαλωσιές του φεγγαριού

Ένα παρατημένο όνειρο στην προκυμαία
Ένα άδειο μπαλκόνι
Ένα κιτρινισμένο άκοπο βιβλίο
Στο βιβλιοπώλη του πεζοδρομίου
Ένα μικρό κορίτσι
Που περπατά με ανοιχτή τη Σύνοψη
Διαβάζοντας ψιθυριστά “Άσπιλε αμόλυντε…”

Υπάρχει ένα φωτοστέφανο που ακροβατεί
Στο μέτωπο του θλιβερού παλιάτσου
Μια νύχτα κεντημένη με ναυάγια
Και κάποια πένθιμη φωνή
Να μας υπαγορεύει ποιήματα

.

ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ

ΟΙ ΜΕΛΙΣΣΕΣ είχανε φύγει από καιρό.
Μέσα στις άδειες κυψέλες τους ένα πιάνο ξεκούρδιστο συνωθούσε στα
πλήκτρα του την τυραννία των περασμένων.
Εσύ είχες φύγει από χρόνια. Ή μήπως θα ’φευγες αύριο;

Πάνω απ’ το σώμα του νεκρού καλοκαιριού οι κραυγές των γλάρων
μάταια ικέτευαν τον θαυματοποιό να βγάλει απ’ το καπέλο του την
παιδική ηλικία του ήλιου.
Μάλλον θα ’φευγες αύριο.

Το πλοίο σφύριζε στην προκυμαία κι οι λιγοστοί ταξιδευτές, λαθραία
επιβιβάζοντας το προσωπικό τους μουσείο φαντασμάτων, καλύπταν
τα πορτραίτα, επειδή χαμογελούσανε πολύ. Πώς γίνεται κάποιος να
χαμογέλα πολύ; Το μοναδικό κορίτσι που έστεκε στην προκυμαία ίσως
να το γνώριζε.
—Να φροντίζεις τα τριαντάφυλλά μου, κάποιος από το κατάστρωμα
τού φώναξε.

θα ’ξερε, άραγε, τόσο μικρό που ήταν, ότι στο σώμα που αγαπήθηκε,
στη γη που ξενιτεύτηκε η αφή, σαν πέφτει η δροσιά νυχτερινών φιλιών,
μπορεί και να φυτρώνουν τριαντάφυλλα;

.

ΤΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ

Τα μεσάνυχτα -συνήθως μεσάνυχτα-
που διάττοντα ποιήματα λυμαίνονται τον ύπνο σου
η γυναίκα μες στα μαύρα κατεβαίνει απ’ το κάδρο της
πρόχειρα κάπου ακουμπά τα λουλούδια
που όλη μέρα ασάλευτα διχοτομούσαν τις παλάμες της
ή εξαγοράζει με αυτά
τη σιωπή γειτονικών θαλασσογραφιών.

Λύνει τους επιδέσμους από τα παράθυρα
κι ακροπατώντας
με επιθέματα μέντας και γάζες
πλησιάζει το κρεβάτι σου.

Το ξέρει άλλωστε καλά:
τόσοι πόλεμοι άδοξοι, τόσες μάχες χαμένες
ξέρει καλά μετά τι απομένει…

Ένας στρατός νικημένος
από την εύφλεκτη αφή
κι εγκαύματα που διανυκτερεύουν
κάτω από τα σκεπάσματα.

.

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΤΡΑΓΟΥΔΟΥΝΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ;

«Γιατί σωπαίνουν τα κοχύλια;
Γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;
Τα ζώα τ’ αφανίσαμε και τα φυτά
Οι γυναίκες μας φόρεσαν όλα τα δάκρυα»
                             ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Δεν είν’ που στρίβει τη γωνιά
Πυρπολημένη υάκινθους η αθωότητά μας
Με μάτια τόσο σιωπηλά
Σαν στοχασμός του δειλινού
Στα τέλη του Σεπτέμβρη

Δεν είν’ που πλέουν πένθιμα
Μικρά σεντούκια ψάθινα
Γεμάτα παραμύθια
Γυάλινους βώλους που σκορπά
Τη νύχτα ο γαλαξίας
Μολύβια και σφεντόνες

Όμως γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Δεν είν’ που αποφοιτήσαντες Θεοί
Με αποσκευές στο χέρι
Κοιτάζουν το ρολόι του σταθμού
Την ύστατη αναχώρηση
Πάνω από ουράνιους εξώστες
Καρτερώντας

Είναι που τα γαλάζια μας τετράδια
Στη νύχτα εξατμίζονται
Κι ύστερα γίνονται πουλιά
Και τραβηγμένα στη στεριά καΐκια
Ερωτεύονται

Μα επιτέλους γιατί δεν τραγουδούνε τα παιδιά;

Το σφύριγμα του τραίνου ολοένα πλησιάζει
Γιατί λοιπόν δεν τραγουδούνε;
Ίσως τα προσπεράσει
Κι ύστερα πούνε αδιάφορα:
Το τραίνο δεν το είδαμε
Το σφύριγμα του πνίγηκε απ’ τις μελωδικές φωνές
Εμείς μονάχα τραγουδούσαμε
Πάντα σ’ όλο τον κόσμο
Χωρίς ποτέ κανείς να μας ακούει

.

ΦΡΑΓΜΑ ΘΕΡΜΗΣ

Κατευοδώναμε την αναχώρηση
Των νηκτικών πτηνών
Αγιάζοντας τα ύδατα
Με παπαρούνες
Βγάλαμε και φωτογραφίες

Ανυποψίαστοι κι οι δυο
Για τον κατακλυσμό

.

ΑΠΟΥΣΙΕΣ

Καταμεσής του υετού παλιρροώντας σε Έρωτες
Έψαχνα
Ένα παράθυρο ανοιχτό να το φυσάει ο Αύγουστος
Μια ξαφνική εκπυρσοκρότηση γιασεμιών
Μήπως και φωταγωγηθούν
Οι σκοτεινές πλατείες του μυαλού μου

Να γέρνω με θυμάται
Να σπρώχνω απουσίες και να γέρνω
Κι ύστερα φωνές
Πέφτω. Λυγίζουν τα υπάρχοντά μου κι η προδοσία
Με φυσάει από τη μνήμη
Κάποιος να κλείσει ερμητικά τη μνήμη

Τα σπίτια τα στοιχειώνουνε ύπουλες χαραμάδες
Ρωγμές που μόλις και μετά βίας χωράει
Ένα γράμμα ή μια τύψη λαθρεπιβάτιδα της σκόνης

Γιατί δεν κλείνει εντελώς;
Ποιόν αποχαιρετά αυτό το φλύαρο μαντήλι
Που προεξέχει του χαμού;

.

ΩΣΕΙ ΠΑΡΩΝ

Με ξόρκια που διαλύουν την αιθάλη και ξαστερώνουν την
Όραση περάσανε τα χρόνια

Το ένα μου χέρι ύψωνα σε πολιτείες γυάλινες με ανθρώπους
Που απ’ το «χωρίς» προτίμησαν το «με»
αναρριχώμενο ιστίο επάνω από τη θύελλα
την έλευση προφήτευε μιας νέας φράσης άφθαρτης
—πώς λέμε Εύκλειτος Πόνος—
Στ’ άλλο μου χέρι κράταγα μια εξαρθρωμένη κούκλα
άνεργα τα μάτια της διαιώνιζαν
σε χρόνους παρατατικούς τεμαχισμένων
εικόνων ράκη

Κι εσύ εκεί, πάντα εκεί να με παιδεύεις
Σαν πετραδάκι στο παπούτσι να με ακλουθείς
Σταμάτα πια να με ρωτάς
Τί με ρωτάς, κουράστηκα
Πού θες να ξέρω με τι ριμάρει το «θυμάμαι»;

.

ΕΝ ΤΩ ΜΝΗΣΘΗΝΑΙ ΑΥΤΗΝ

.

Η ΠΡΟΦΑΣΗ

ΚΟΙΜΗΘΗΚΕ του Άη -Γιαννιού
Πίσω από φτέρες και γεράνια
Ταξίδεψε κάτω από ανοιξιάτικα λειβάδια
Που σήκωναν στους ώμους τους
Σαν συνοδεία πένθιμη
Το θρήνο της περιφοράς
Υγρό και ευωδιασμένο
Καθώς αρμένιζε στους ουρανούς
«Αι γενεαί πάσαι»
Κι όταν οι αγροί θερίστηκαν
Αφουγκραζόταν τους τροχούς της άμαξας
Να κουβαλούν τα λείψανα
Του Μάη και του Ιούνη

Μόνο ένα κλωνάρι κερασιάς
Προσποιήθηκε πως είχε μαραθεί
Και γλίστρησε από την άμαξα
Και από το φως κρατήθηκε
Που σκόρπιζε στο πέτρινο προσκέφαλο
Ένα κερί αναμμένο

Πόσο γαλήνια κι όμορφη
Φάνταζε τώρα
Που κερασάνθια στόλιζαν
Το κρύο μέτωπό της

.

ΚΑΠΟΙΟΙ ΤΗΝ ΕΙΔΑΝ

Κι όπως γνέφει κανείς αποχαιρετώντας
χάραξε με το χέρι της το φως της αστραπής
αφήνοντας ξωπίσω της
ολόλευκες γάζες ν’ ανεμίζουν.

Από τότε κάποιοι την είδαν
σε καταρράκτες φωτός να κωπηλατεί
και κάποιοι άλλοι
μ’ ένα ματσάκι παπαρούνες
φλόγες ν’ ανάβει
στων καθρεφτών τα ερέβη
έχοντας πλάι της
ένα ασκέρι από νεκρά παιδιά
επίμονα να της ζητά
να τους διαβάσει παραμύθια.

.

ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΟΥ ΓΥΡΙΣΜΟΥ ΣΟΥ

Κι εγώ απόμεινα εδώ
Σχεδίες γυάλινες να ρίχνω
Μες στων ματιών την ίριδα
Σαν πλεύσεις να ’ρθεις να με βρεις
Να μην πνιγείς
Απ’ το θολό μου δάκρυ
Σκοινιά ν’ απλώνω ένα γύρο
Σε καπνοδόχους και καμπαναριά
Γιατί η ομίχλη βύθισε
Τους κήπους των κατόπτρων
Σε μια γαλάζια πάχνη

Κι εγώ απόμεινα εδώ
Το ουράνιο τόξο να τεντώνω
Πίσω από τους πλόκαμους του σκοταδιού
Για να εκτοξεύω πούπουλα
Λευκών περιστεριών
Την πτήση σου αναγγέλλοντας
Από τους ουρανούς

Πίσω από το τζαμωτό της εκκλησιάς
Απόμεινα να ξαγρυπνώ
Στη θέα σου
Μιαν αγκαλιά βεγγαλικά
Ν’ ανάψω

.

ΚΙ ΑΠΟ ΤΟΤΕ…

Στους διαδρόμους τ’ ουρανού
Την έχασα
Στις αχανείς εκτάσεις της σιωπής
Δεν την άκουγα πια

Κι από τότε
Κάθε φορά που το καμπαναριό
Γεμίζει από πουλιά
Κι ακούγονται οι Χαιρετισμοί
Ως το λειμώνα των ψυχών
Ξυπόλυτη τη βλέπω να περνά
Μέσα απ’ των κάτασπρων σταυρών το δάσος
Σιάζοντας το χτενάκι στα μαλλιά της
Τινάζοντας τα χώματα από το φουστάνι της
Κι ύστερα
Όμοια με πυροτέχνημα
ή εκπνοή φωτός
Πάνω από τις στέγες ν’ απογειώνεται
Σφίγγοντας μέσα στη χούφτα της
Το παιδικό μου χέρι
Που φεύγοντας το είχα ξεχάσει
Στα άσπρα της μαλλιά

.

ΓΥΡΩ ΣΤΙΣ ΔΩΔΕΚΑ ΤΟ ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Τη νύχτα εκείνη αλλόκοτες σκιές κατέβηκαν στο σπίτι μας
Η στέγη είχε εκτιναχτεί από νωρίς
Φορτωμένες μετέωρους βηματισμούς, μια συμφωνία ύπνου
Και φτυάρια με κολλημένα επάνω τους πέταλα από
Γαρύφαλλα παλιά πλησίασαν στο δωμάτιο
Σε γύρευαν παντού
Στο πανεράκι με το πλέξιμο ένα μαντήλι με δάκρυα
Φυλαγμένο, η λάμπα της τραπεζαρίας αναμμένη
Κι η σχολική ποδιά μου ασιδέρωτη

Θα έρθει, δεν μπορεί. Έχω σχολείο, τους είπα

Σε βρήκανε στην κουζίνα, γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι
Μπροστά στα εικονίσματα με τις αποσκευές στο χέρι
Φορούσες το μαύρο σου παλτό
Απ’ το άλογό του επάνω σκυμμένος ο Άη-Γιώργης
Σε βοηθούσε ν’ ανεβείς, ενώ οι δίπλα άγιοι παραταγμένοι
Στη σειρά υπόσχονταν πως θα φυλάν το σπίτι
Ύστερα χιόνισε πολύ

.

ΤΟ ΤΡΙΠΤΥΧΟ ΤΟΥ ΦΕΓΓΟΥΣ (1993)

.

ΑΜΕΤΡΗΤΟΙ ΘΛΙΜΜΕΝΟΙ

Δονούνται μαύρες οι σκιές των πλατανιών
συνάζοντας στις τσέπες των παιδιών
λιανά κομμάτια αστραφτερά
από άστρα κρυσταλλένια.

Μα, εμείς οι δυο
υπνοβάτες σε έναν κόσμο καταθλιπτικό
πιο μόνοι κι απροσδόκητοι
από ένα πυροτέχνημα
σε υπαίθρια γιορτή
να αναδεύουμε ψεύτικες πέρλες
απομεινάρια σημαιοστολισμών
και ασκήσεις μελαγχολικές στο πιάνο.

Δεν την αντέχω την παράσταση αυτή.

Μία λύπη πλεούμενη να χορεύει αμέριμνη
στο απέραντο σύμπαν του βάλτου
χλωμά αλογάκια ξύλινα
να δραπετεύουν στα ύψη
κι αμέτρητοι θλιμμένοι στις εξώπορτες
να περιμένουν να περάσει
η κηδεία τους.

.

.

ΛΥΠΗΜΕΝΕΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΕΣ (1986)

.

ΑΣΤΕΡΙΣΜΟΙ

Θα στεφανωθούμε
στα γυρίσματα μιας μουγκής Άνοιξης
με βότσαλα κουφέτα κι άστρα ασημιά
τον μαύρο να σέρνουν γύρω μου χορό
χωρίς πατούσες, δίχως βήματα
και με ανθούς ξεκλείδωτα ψηφιά
που ουρανικά σημαίνουν.

Το φλογερό μου ταίρι καταποντισμένο
τη στερημένη μου ζωή θα εγκωμιάζει
οι καλεσμένοι στις σκαλωσιές
ντυμένοι για ταξίδι
θα ανασαίνουν ρεμβαστικά το «χαίρε»
και η αναγγελία
μια αστραπή αιφνιδιαστική:
ο ποιητής δεν θα ’ρθει.

Απ’ τη μονάκριβη ζωή μου
αστερισμοί παραιτηθείτε…

.

.

ΔΟΚΙΜΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ

ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ (2020)
ΔΟΚΙΜΙΑ ΚΡΙΤΙΚΗΣ

Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου μιλά στην Μαρία Σφυρόερα και στην εκπομπή της ΕΡΤ  ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ  ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ για το δοκίμιο κριτικής  ΣΤΟΥΣ ΠΙΣΩ ΚΗΠΟΥΣ ΜΙΑΣ ΛΕΞΗΣ (Ρώμη 2020)

Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή, από τον τίτλο δηλαδή του εξωφύλλου. «Στους πίσω κήπους μίας λέξης». Κάτι περίεργο και συνωμοτικό μοιάζει να γίνεται εκεί, κάτι σαν λαθραία ανταλλαγή μυστικών, μια συνάντηση αλλιώτικη και ίσως επικίνδυνη. Ο τίτλος προέκυψε από στίχο ποιήματός μου που περιέχεται στα Αφόρετα θαύματα. Βρισκόμαστε με κάποιον περίεργο τρόπο σε ένα γραφείο, όπου ο ποιητής ανακρίνεται μέχρι τελικής πτώσης, προκειμένου να ομολογήσει. Μια ανάκριση που γίνεται σε εμένα αλλά που κι εγώ με τη σειρά μου με όλα τα βιβλία δοκιμίων μου για την ποίηση μοιάζει να κάνω στους ποιητές, μήπως και αποκαλυφθεί τι γράφει το τσαλακωμένο χαρτί που κρύβουν τόσο σφιχτά στη χούφτα τους. Το ποίημα έχει τίτλο: «Στο ανακριτικό»:

Κι εσείς /πώς ξαφνικά βρεθήκατε εκεί; /Και δεν μιλάω βέβαια μόνο για κείνη τη φορά. /Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας /στον τόπο του εγκλήματος /εγείρει υποψίες σοβαρές /περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. /Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό /ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. /Όμως στην έκθεση αναφέρεστε /ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς /συμβάντων ανεξήγητων /που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα /στους πίσω κήπους μίας λέξης /και μάλιστα /την ίδια ώρα ακριβώς /που στο κοινόβιο της αποθήκης /οι κούκλες /(μόνον αυτές από τον στόλο /των ανθεκτικών πραγμάτων) /έλυναν γρίφους και αινίγματα /να ξεσκεπάσουν τη φθορά /και τη σεπτή νεότητα /οριστικά να εγκαταστήσουν. /Βλέπω σιωπάτε… /Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά… /Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί /– ας είναι και τσαλακωμένο – /εξέχουν λάμψεις και καπνοί /μέσα απ’ τα δάχτυλά σας / φαίνονται / σας προδίδουν. / Συνεργαστείτε / θλιβερέ μου ποιητή /όσο ακόμα είναι καιρός /ή διαφορετικά /ομολογήστε.

Τα κριτικά δοκίμια του παρόντος τόμου, γραμμένα κατά καιρούς με διάφορες αφορμές (αφιερώματα περιοδικών και παρουσιάσεις βιβλίων) επιχειρούν να φωτίσουν πτυχές του έργου 12 δημιουργών που το μόνο τους κοινό είναι η πόλη της Θεσσαλονίκης, ως τόπος όπου ζουν ή έζησαν για πολλά χρόνια. Έτσι λοιπόν δώδεκα ποιητές και ποιήτριες, συναντιόνται στις σελίδες αυτού του βιβλίου και δίνουν το στίγμα της γραφής τους.
Συγκεκριμένα: Ο νατουραλισμός του Μάρκου Μέσκου μέσω της αλληλοπεριχώρησης τόπου και ανθρώπων, αποτελεί όσμωση ιστορίας και οντολογίας που διδάσκει την ίδια στιγμή την ευθραυστότητα αλλά και τον δυναμισμό τόσο της φύσης όσο και του πολιτισμού.
Η ποίηση του Τόλη Νικηφόρου συνιστά ανθρωποκεντρική μελέτη, στο πλαίσιο της οποίας συμπλέουν από τη μια η διάχυτη νοσταλγία με την ολοκληρωτική παραίτηση κι από την άλλη η άνθηση του μυστηρίου ως ανεπεξέργαστη παραμυθία, προκειμένου να ισορροπεί μέσα του το απρόσιτο «τίποτα» και η απόλυτη απειλή του.
Η ποίηση του Παναγιώτη Μαυρίδη, χωρίς να καταλήγει στον καθαρό διδακτισμό, ασκεί ουσιαστικά έλεγχο όχι τόσο στην κοινωνία και στον άνθρωπο, στις κακοπραξίες και απραξίες αμφοτέρων, όσο επιχειρεί διαρκώς να μετατρέψει το λευκό χαρτί σε καθρέφτη, όπου θα αντικρίζει καθημερινά το δικό του είδωλο.
Ο Κωστής Μοσκώφ, εγκιβωτίζει ιστορίες μέσα στην Ιστορία, κάνοντας άλματα στον χρόνο και στα ιδεολογικά σύμπαντα. Οραματικός και με εξοικείωση στα σύμβολα, στοχάζεται και φιλοσοφεί σε μια ποίηση με πεζολογικά στοιχεία και λεκτικούς αιφνιδιασμούς που εκκινούν από την ελληνική παράδοση και την ξένη Λογοτεχνία.
Ο χρόνος και η μνήμη στην ποίηση του Γιάννη Καρατζόγλου συμπλέκονται, με αποτέλεσμα να βιώνεται εις διπλούν κάθε φορά το χτες όχι όμως μόνο με τις πικρές του διαψεύσεις αλλά και με ακέραιη την επαναφορά των όλβιων στιγμών ανθρώπων εξοικειωμένων με τα τραύματά τους.
Στην ποίηση της Άννυς Κουτροκόη ο έρωτας πάει εκδρομή την Κυριακή στο άλσος, «στο στήθος των γερόντων μια καμπάνα» χτυπά την επανάληψη διεκδικώντας δικαίωμα στη σωτηρία της ψυχής όσων αναζητούν μια χαραμάδα δυνατότητας, ένα ύστατο ενδεχόμενο ανατροπής και ανάνηψης.
Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα προβάλλει σκηνές του βίου όπου πρωταγωνιστούν ο ναρκισσισμός και η διάψευση, οι φιλοδοξίες και τα προσωπεία, η ματαιοδοξία και οι κόλακες, η αλαζονεία και το σκοτάδι των απρόβλεπτων γυναικών, η εξαπάτηση και η πόζα, η μνησικακία και ο θάνατος.
Οι ορίζουσες της ποιητικής ύλης του Νίκου Μυλόπουλου κινούνται γύρω από τον άξονα της ειρηνικής διαμαρτυρίας και εκείνον της αναδρομής. Ο χρόνος της γραφής του είναι ο Παρατατικός που έχει την τάση να καταλαμβάνει με τον επεκτατισμό του εδάφη του αφηγημένου χρόνου.
Το σώμα στην ποίηση της Καλλιόπης Εξάρχου ταλαντεύεται από την ενοχή στην αθωότητα φλερτάροντας με την αποδοχή ενώ από την άλλη μάχεται την ίδια την απόφασή του. Το σώμα της γραφής πλήρες σωμάτων και ερώτων, αλλά και το σώμα του έρωτα διάστικτο από «κρύπτιες στιγμές».
Η Χαρά Χρηστάρα δονείται από αναταράξεις εσωτερικής καταγωγής, οι οποίες αντλούν τον σπαραγμό από ορυχεία βάθους απροσμέτρητου όπου το δαιμονικό συναιρείται με το αγγελικό της φύσης που έχουμε αλλά και του διφυούς που είμαστε. Ωστόσο, η ελπίδα είναι η δική της επινοημένη κατασκευή που τη σώζει απ’ τον κατακλυσμό.
Η Έλσα Κορνέτη αφηγείται μιαν αλήθεια παράλογη που ισούται με το παραμύθι, αποκαλύπτοντας τον τρόπο της διάνοιας να εντοπίσει το αυθεντικό ως δυνατότητα, ώστε με την αξιοποίησή της να μετουσιωθεί σε αλήθεια. Καταφάσκει στο «είναι» και μας αποκαλύπτει έναν κόσμο ελαφρύ και αλαφρωμένο.
Η ποίηση του Πέτρου Γκολίτση είναι σύγκρουση μετωπική με το Θείο, αγωνιώντας να ερμηνεύσει το παράλογο που μας κυκλώνει. Με λόγο μετωνυμικό παρουσιάζει τη γέννηση της Γης, η οποία βιώνει την κατάργηση και την αναίρεσή της, βάζοντας όλους εμάς παρατηρητές σ’ ένα παιχνίδι σταδιακής ακύρωσης και εντέλει εξαφάνισης.

.

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ (2015)

.

ΟΡΕΣΤΗΣ ΑΛΕΞΑΚΗΣ (1931 – 2015)

Εν αναμονή
«Ακοίμητος στα στήθη μου
καημός ο καταποντισμός
τον παραδείσου»
Νυχτοφιλία

Παρότι το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει αποτυχία, και τέχνη σημαίνει αφοσίωση στην αποτυχία, σύμφωνα με τον Samuel Beckett, παρότι η τέχνη δεν λύνει προβλήματα αλλά μάλλον τα φθείρει μονάχα, όπως υποστηρίζει η Susan Sontag, παρ’ όλα αυτά ένα ποίημα στρέφεται ανέκαθεν εναντίον του κενού, ως ύστατη ταπεινή προσπάθεια του ποιητή ν’ αναστείλει για λίγο
την αποσύνθεση, φανερώνοντας ωστόσο απροκάλυπτα πόσο εύθραυστος είναι ο ίδιος. Κι εύθραυστος γίνεται γιατί το μέσα του είναι πιο βαθύ από κάθε σκοτάδι.
Ένα τέτοιο βάθος, τυραννισμένο από μνήμη, μαβιά απόβραδα μιας Κέρκυρας υγρής, γυάλινους ήχους έρημων παλαιοπωλείων και σημαιάκια χάρτινα πεταμένα απ’ την παρέλαση τόσων νεκρών, είναι αυτό που αναδύεται απ’ ό,τι αφήνει στο χαρτί η ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη.

Και μη ρωτάς γιατί θλιμμένος είμαι
Είναι που πίσω απ’ τη σιωπή σου ταξιδεύουν
τα καραβάνια
των λησμονημένων

Είναι που μες στα μάτια σου σαλεύουν
σκιές νεκρών
μορφές αγαπημένων

Είναι που μοιάζεις με ταξίδι στο αχανές
Είναι που δρόμους άλλους φανερώνεις

Είναι που κλείνεις τις
καταπακτές
και στο καινούριο θαύμα ξημερώνεις

Είναι που μες στο φέγγος σον αγρυπνώ
σα να πιστεύω πως
υπάρχω ακόμα

Είναι που σου χρωστώ πολύ ουρανό
Κι εγώ δεν έχω παρά λίγο χώμα

Ο ληξίαρχος, 1989

Τεχνουργός υψηλής καλαισθησίας, κατορθώνει να καθυποτάξει και να χαλιναγωγήσει την πληθωρική του αισθαντικότητα – άκρως ευαίσθητη, ευπρόσβλητη και τρυφερή – στη λιτότητα και στην περιεκτικότητα μιας γραφής που ωστόσο την οξύτητά της και το μερτικό της στο καίριο κανείς δεν μπορεί να της αμφισβητήσει. Στην ποίηση του Αλεξάκη οι σιωπές απογυμνώνουν τη συγκίνηση από τη φόρτιση και μας εισάγουν στην υποβολή και στη μαγεία, οι οποίες μάλιστα, αποφεύγοντας τραχύτητες και αιχμές, απορροφούν και μεταδίδουν σε χαμηλό τόνο εξομολόγησης τη βιωμένη πλέον μελαγχολία. Έτσι, το καθημερινό συμβαίνον δεν περιορίζεται στην αντανάκλαση του ατομικού άλγους — ουσιώδους, οπωσδήποτε, και δραματικού — αλλά μεταβάλλεται σε υπόθεση συλλογική, καταθέτοντας ένα ήθος γραφής που πείθει με τον απόηχο μάλλον παρά με τον ήχο και συναρπάζει με τη διάθλαση και τη συστολή.

[…]
Σβήστε λοιπόν αυτούς τους προβολείς
μη με διαλύετε στους
ορυμαγδούς σας
αφήστε ν’ αφουγκράζομαι γκρεμούς
αφήστε να θωπεύω
τους νεκρούς μου

«Ο περιπατητής της παραλίας», Ο ληξίαρχος, 1989

Η επιμονή του Αλεξάκη στον καθαρμό της λέξης από στοιχεία περιττά και η συνεχής διάλυση και ανασύνθεση εικόνων και εννοιών με την αφαίρεση του ορατού σχήματος και του όγκου τους τον καθιστά περισσότερο υποβλητικό παρά αινιγματικό, καλλιεργώντας τη ρευστότητα που τείνει στη μουσική.
Με αυξημένη ωστόσο την αίσθηση του ειδικού βάρους των λέξεων δεν εκφεύγει των ορίων της λογικής συνάρθρωσης, καταθέτοντας λόγο κραυγή, μια και οι στίχοι του δεν είναι παρά συνθηματικά χτυπήματα στον τοίχο, προσπαθώντας να δηλώσει και σ’ άλλους έγκλειστους την παρουσία του, ή ένα τέχνασμα ανάλογο μ’ εκείνο των παιδιών που κάνουν πως γαβγίζουν
έξω από έναν τοίχο, προκειμένου να ανακαλύψουν αν υπάρχει
από πίσω σκυλί.

Χαμένος
σε μάταιες κι ασαφείς αναζητήσεις 
σαν τον εκ γενετής τυφλό
που ωστόσο
ξέρει πως γύρω υπάρχει φως
ανθίζουν φλόγες

Μα πώς αυτές τις φλόγες
τις αόρατες
με τις παλάμες όλο εγκαύματα
ν’ αγγίξω
και πώς να ψηλαφίσω αυτό το φως;
Θαρρώ
ναυάγιο στο βυθό πως είμαι
Θαρρώ πως είμαι
των βυθών ο εγκάθειρκτος
[…]

Βυθός, 1985

Άλλοτε πάλι απογυμνώνει τον λόγο από την εννοιολογική του αναγκαιότητα, κάποτε ακόμη και από το ηχητικό του περίβλημα, γενόμενος ο ίδιος ο μεσολαβητής εκείνος που θα μας βοηθήσει να ψηλαφίσουμε το άρρητο, ώστε τελικά – κατά τρόπο ακαριαίο – να οριστούν ο λογισμός και το όνειρο. Για τον
λόγο αυτό, αναζητώντας αφορμές διαφυγής από την άγονη στιγμή και το ασήμαντο, καθηλώνει το βλέμμα του σ’ ό,τι αντανακλά και απηχεί την αιωνιότητα, όπως αυτή αναδύεται μέσα από τις μυστικές περιπέτειες της ψυχής, μικρούς θανάτους καθημερινούς και καθιζήσεις που ωστόσο αναζητούν τη λύτρωση:

Μιλώ
γι’ αυτόν που αιώνια καρτερεί
μ’ ένα κερί λιωμένο στην παλάμη

Νυχτοφιλίa 1995

ή αλλού πάλι στη Νυχτοφιλία

Εσύ
στα βάθη πάντα
μακρινή

για να ’χει μιαν ελπίδα η μάταιη πτήση

Δεν είναι ωστόσο βέβαιο πως η έλευση αυτής της λύτρωσης, η δικαίωση τόσης αναμονής θα αποδώσει τα προσδοκώμενα και θα μεταφέρει την ύπαρξη από τη σφαίρα του ευκταίου στην ατμόσφαιρα του βιωμένου Παραδείσου.
Θέλεις το ενστικτώδες πάθος για το εκλεκτό και η αυθαίρετη μυθοποίησή του, για να ’χει δέος η δέηση και ο αποκλεισμένος εαυτός διέξοδο ικανή, θέλεις η ανάγκη να αλλοιωθεί το τέλειο, γιατί το μέτρο προλαμβάνει την ύβρη, πάντως η καβαφική αγωνία για τη νέα τυραννία του φωτός, όταν ανοίξουν τα παράθυρα, μοιάζει να στοιχειώνει και τους στίχους του Αλεξάκη:

Κι αν τα κρυμμένα μάς
φανερωθούν

πόσοι θ’ αντέξουν τόση
φωταψία;

Νυχτοφιλία, 1995

Ο Ορέστης Αλεξάκης έχει αντιληφθεί την ιστορία οδύνης και ηδονής που διεκτραγωδείται σε κάθε δοκιμασία ατομική, όταν η αμφιβολία για τη γνώση των ανθρώπινων απομονώνει ώ όντα σε μια πνευματική τραγικότητα, όπου η ψυχή – φάντασμα απίθανο — πλανιέται μάταια στα αδιέξοδα της διανόησης. Τη στάσιμη παραμονή ωστόσο στην αθλιότητα ο Αλεξάκης δεν τη συζητά, την παραίτηση που φθείρει τις αντοχές και μολύνει με την απελπισία την αναμονή δεν δείχνει να την κατανοεί. Δίχως απαραίτητα να στρέφεται στη χριστιανική ελπίδα, αλλά ίσως με μια κατάθεση θρησκευτικότητας χιλιετηρίδων μέσα του, ζει τη σιωπηλή αντοχή τού «είναι», βιώνοντας την εξορία του σ’ έναν κόσμο μακράν του Παραδείσου. Εκεί αναπνέει, κινείται, ερωτεύεται, μετράει τα όριά του, τον τρισυπόστατο χρόνο ζητά να κατανοήσει, γράφει στίχους, διαβάζει στίχους, υποδέχεται την έμπνευση, αποχαιρετά τους κομπάρσους και μόνος του πια, ήρωας και θεατής, σε σκηνικό ακαθόριστο, πιάνει κουβέντα με ήρωες του Beckett.
Ο Αλεξάκης υπάρχει περιμένοντας τον δικό του Γκοντό, βιώνοντας ίσως ασύνειδα το «εργάζου διά το αβέβαιον» του ιερού Αυγουστίνου, γι’ αυτό το αστάθμητο, το μυστικό και μάλλον περιττό, το οποίο, υπερβαίνοντας τα όρια του ωφέλιμου, πυκνώνει και συμπληρώνει τη ζωή μόνο με την αφαίρεση, στο  πλαίσιο πάντοτε μιας ιδιαίτερης μαθητείας στην υπερηφάνεια.
Ο θάνατος, με όλες τις κατοπτρικές του μεταμορφώσεις, καθώς και η παρατεταμένη παραμονή στα μισοφωτισμένα υπόγεια του παρελθόντος χρόνου δεν είναι παρά μια μονοφωνική καταγγελία του ποιητή για τη σκιαμαχία του έρωτα, τη μάταιη αναμονή μιας απόκρισης στο άλυτο αίνιγμα της ζωής.
Η μύηση λοιπόν στη ματαίωση

12. Κι ο ποιητής…
…αδέσποτο σκυλί που μάταια ψάχνει
στο θεϊκό δοχείο απορριμμάτων

Η λάμψη 1983

καθώς και ο θρήνος για την απώλεια του ανύπαρκτου

3. Ωκεανός
Και πόσος κόσμος Θε μου τι βοή
μες στην καταραμένη πόλη

μες στο τριμμένο φως τον κουρνιαχτό
τις τρομαγμένες μάσκες όπου εγώ

με απελπισμένο βλέμμα ναυαγού ·
του κάκου ψάχνω να σε δω κι Εσύ

πάντοτε αργείς να ’ρθεις και
πρόωρα φεύγεις

Η λάμψη, 1983

στηρίζουν μια ποίηση που υμνεί τα συντρίμμια σ’ ένα σκηνικό
παιδικής γιορτής που άργησε να αρχίσει, γιατί γύρευαν το παιδί και πέθανε η μητέρα.

Έκλεισα τις ρωγμές
Έκλεισα τις ρωγμές του σώματός μου
σκούπισα των καιρών τ ‘ αποκαΐδια
τόσα συντρίμμια
τόση στάχτη εντός μου

στόλισα της ψυχής τ’ ανθοδοχεία
όλα τα φώτα μου άναψα

και τώρα

προσμένω μάταια να μ’ επισκεφθείς
προσμένω μάταια να
με κατοικήσεις

Βυθός, 1985

Οι sotto voce στοχασμοί του και η δραματική πυκνότητα της ψυχικής εμπειρίας κυριαρχούν στην ερημιά, με αποτέλεσμα να μεταναστεύουν το βλέμμα μας σε αθέατες ραγισματιές μνήμης και λήθης, έρωτα και θανάτου, τις οποίες και παλεύει με ποιήματα συρραπτικά να επουλώσει, για να δικαιώσει για άλλη μια φορά τη θλιβερή διαπίστωση πως «πιάνουν στη γη μας
λίγο τόπο τα πολύτιμα». «Εν τω μνησθήναι», λοιπόν, πόνων, φόβων και διαψεύσεων και πάντοτε μασώντας το πικρόχορτο ενός έρωτα για πρόσωπο με ασαφή χαρακτηριστικά, ωστόσο σαφώς προσδιορισμένο μες στην αντινομία του, αποφασίζει να του προσδώσει την ιδιότητα του μεσάζοντα ανάμεσα στους
ενοίκους του πάνω και του κάτω κόσμου.

Αναμονή
Ξέρω πως είσαι μέσα μου κι ωστόσο
θαρρώ πως απ’ τον έξω κόσμο θα ‘ρθεις
Ακούω τα βήματά σου να πλησιάζουν
από τα βάθη μακρινού διαδρόμου
Άλλοτε λυπημένα με κοιτάς
μέσ’ απ’ το φως φανταστικής οθόνης
μου δείχνεις ένα πέτρινο πηγάδι
κι ένα παιδί στο φιλιατρό
να κλαίει
Κάποτε σκοτεινιάζεις και γεμίζεις
τον ύπνο μου κεριά και μαύρα ρούχα
και σε φοβάμαι μέσα στην αγάπη
και σε φοβάμαι
μέσα στην ελπίδα
Όμως καμιά φορά
χαμογελάς
με τόση τρυφερότητα με τόση
παιδική μνήμη που άξαφνα διακρίνω
– κάπου, στα βάθη των
διαλογισμών
κάπου στα μάκρη ενός
χαμένου κόσμου —
πρόσωπα που εξαγνίζονται στο φως
πράγματα που εξαχνίζονται
στη δόξα
Σα να ‘χει κάπου ο χρόνος να σταθεί

Σα να χει κάπου κι ο Θεός
πατρίδα

Ο Απόπλους, 1999

Άλλωστε, με τον ρεμβώδη τίτλο της συγκεντρωτικής συλλογής του Υπήρξε – δηλωτικό της μελαγχολικής του επιστροφής στο παρελθόν, σε τοπία παιδικής μακαριότητας ή ακόμη και σ’ έναν προσωπικό χρόνο που, οριστικά στιγματίστηκε από το αμετάκλητο – ο Αλεξάκης αρνείται πεισματικά να αποκολλήσει το βλέμμα του από τον αόριστο και να τινάξει από τα ρούχα του τη σκόνη που επικάθισε υστέρα από τη μαζική αποχώρηση τόσων αγαπημένων. Θαρρείς κι αυτή η αναφορά σ’ ό,τι “υπήρξε» σταθμός ζωής, ονείρου ή εφιάλτη δεν γίνεται παρά με σκοπό τη συλλογή όλων εκείνων των ελαφρυντικών στοιχείων που θα απαλλάξουν τον ίδιο, αν κατατεθούν στον «σκοτεινό ληξίαρχο που ζυγώνει», λειτουργώντας ως αποδεικτικό της αθωότητας του υλικό, ως άλλοθι για το αδίκημα της αμφισβήτησης
ή αλλιώς, το αδίκημα της αναζήτησης ενός μεγαλόπνοου σχεδίου πίσω από το άλυτο μυστήριο της ύπαρξης.
Τον αποφθεγματικό λόγο που αναδύει την απόσταξη της εσωτερικής ζωής και τον οποίο μας κοινώνησε η Νυχτοφιλία ακολούθησε η υψηλής ποιότητας ομοιοκατάληκτη ποίηση που διαβάζουμε στα Αγαθά Παιχνίδια. Τη νοητή αυτή τριλογία ήρθε να συμπληρώσει η συλλογή του Ορέστη Αλεξάκη Μου γνέψουν, 2000.
Με διάχυτη την αγωνία του ποιητικού «εγώ» για τον τραυματισμό της ύπαρξης από την αιώνια απειλή του επερχόμενου τέλους και με εμφανή ωστόσο τον μετεωρισμό τόσων ερωτημάτων, διλημμάτων και αδιεξόδων, επιχειρείται η αρτιωμένη αισθητικά σύνθεση άτακτων εικόνων και έμμετρων παλινδρομήσεων που συναρπάζει. Με τη συλλογή αυτή, με την οποία αναβαθμίζεται εμφανώς ένα σκαλί ποιοτικά από τις άλλες έμμετρες, ο Αλεξάκης συνταιριάζει παλιές μορφές με καινούργιους τρόπους έκφρασης, δίχως ωστόσο – όπως ο ίδιος εξομολογείται – να αποβλέπει στην εκπομπή κάποιου συγκεκριμένου μηνύματος που να συνιστά μια έμμεση στροφή – επιστροφή σε φόρμες παλιές. Η μόνη του ίσως πρόθεση είναι η συνειδητή
πλέον αποστροφή απ’ ό,τι περιορίζει την έκφραση συμπιέζοντάς τη σε δόγματα, μόδες και σχολές, στο όνομα μιας κατ’ επίφαση μοντέρνας γραφής. Τον κίνδυνο άλλωστε απώλειας της αισθητικής ποιότητας δεν τον αποτρέπει καμία οριοθέτηση, δεν τον ξορκίζει κανένας προϊδεασμός, για να συμμεριστούμε τους φόβους του Ελύτη, όταν προειδοποιούσε: «Νέε, θυμήσου δε γίνεσαι δούλος, όταν σε υποτάσσει μόνον αυτός που έχει την εξουσία – αλλά κι εκείνος που την πολεμάει». (Εν Λευκώ). Εκείνο πάντως που θεωρείται αξιοπρόσεκτο είναι πως ο Αλεξάκης τηρεί με θρησκευτική αφοσίωση τους αυστηρότερους κανόνες φόρμας, κομίζοντάς μας ποιήματα μοναδικής ευρηματικότητας και τέλειας μορφής, την ώρα που θα περίμενε κανείς να ακολουθήσει μια πιο χαλαρή γραμμή, ύστερα μάλιστα από τις υπονομεύσεις της φόρμας που οι θιασώτες της λεγόμενης ανανεωμένης
παράδοσης θέλησαν να επιβάλουν, ως μεσοσταθμό ανάμεσα στην παλιά παραδοσιακή ποίηση και στον νεωτερισμό του ’30.
Μοναδικό μέλημά του παραμένει η ουσία του ποιήματος και σ’ αυτήν αναζητείται ό,τι ακριβώς και στη σύγχρονη ποίηση: η ανανέωση και η συνεισφορά στην έκφραση.
Με τη συλλογή Μου γνέφουν ο Αλεξάκης επιδίδεται στη σύνθεση, στη συναρμολόγηση και στην παρουσίαση ενός καλειδοσκόπιου, όπου απομονώνει και ακινητοποιεί αποκόμματα της φαντασίας, φραγμένα του ονείρου ή και του εφιάλτη, ακολουθώντας πιστά τη διαλεκτική των αντιθέσεων, η οποία
εξαιρεί την ανατροπή και την αντινομία. Οι πολυεδρικής υφολογίας στρατηγικές του, όσο κι αν συνιστούν μια επικίνδυνη όρχηση, αρνούμενες να συμβιβαστούν με το σταθερό περίγραμμα των εννοιών, διασπούν το σύνολο αναζητώντας την εξέλιξή του.
Υιοθετώντας το δομικό σχήμα της ασυνέχειας και χρησιμοποιώντας πάντα τη διάλεκτο της έκπληκτης ψυχής, ισορροπεί ανάμεσα στα σημαίνοντα και στα σημαινόμενα μ’ έναν λόγο νοηματισμένο και μυστικό, η κεντρική συνιστώσα του οποίου είναι η απόπειρα εξοικείωσης με τον χρόνο και η άρνηση συμφιλίωσής του με την υποψία ανυπαρξίας του Παραδείσου.

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω το φιλάνθρωπο ληστή
και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη
[…]
Περιμένω να ‘ρθει κάποιος να με σώσει
να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει
[…]

«Ταρατατάμ ή το ξόρκι», Μου γνέφουν, 2000

Το βέβαιο είναι πάντως πως ηθελημένα παγιδεύεται στη θύμηση:

Ω μνήμη
σπίτι που
με κατοικεί

μητέρα
που το στήθος μου θηλάζει

Νυχτοφιλία, 1995

προσπαθώντας να περισώσει ναυάγια, να ταριχεύσει μύθους που κινδύνεψαν από τον θάνατο:

Ο θάνατος
ο πιο
πυκνός
καπνός

ο θάνατος
ο κλίβανος των μύθων

Νυχτοφιλία, 1995

ενώ ο αιγυπτιακός Πρωτέας, που κρυμμένος μέσα του τον παρακινεί σε πειραματισμούς, ευθύνεται για τις εκπυρσοκροτήσεις μνήμης, φόβων και σκιών καθώς και για το διαλυμένο ψηφιδωτό της ψυχής του που, επικαλούμενο τη σύνθεσή του, δεν ενδίδει στη ματαιότητα. Η ποίησή του λοιπόν έχει μαθητεύσει στην αναζήτηση και έχει στρατευθεί στην αγάπη, όχι στη θεωρητική της αποδοχή ή στην αγαθή πρόθεση γι’ αυτήν, αλλά στην «ησυχασμένη» βίωσή της. Πιστός και ευλαβής ωστόσο των αμφιβολιών του, ο ποιητής του Ληξίαρχου ταλανίζεται από εφιαλτικές παραισθήσεις απόηχων, σκιών και ενυπνίων, συνομιλεί με πρόσωπα αποκρουστικά που σαρκάζουν την αναμονή του, ενώ στην ερώτησή του «Ποιος είν’ εδώ;» δεν του απαντούν, παρά τον απειλούν και τον φοβίζουν:
[…]
κι άλλες γυναίκες πια δεν έχει ο τόπος
να σε καλοδεχτούν και να σου στρώσουν
και μόνο εγώ σου απόμεινα καλέ μου
μια στείρα
μια γριά σακατεμένη
σε σκοτεινή αγκαλιά να σε τυλίξω

«ΔΥΟ ΜΟΝΟΚΟΝΔΥΛΙΕΣ, α. Η γριά», Ο Απόπλους, 1999

Κι ενώ τρομοκρατείται και κρύβεται φοβισμένος στην ποδιά της νοσοκόμας ή σκαρφαλώνει σε δοκάρια και καμπαναριά, κάποτε απελπίζεται από τη μάταιη αναμονή και εγκατάλειψη, και αγανακτεί προειδοποιώντας:

[…]
Μην περιμένετε τον άυλο ταχυδρόμο
Κανείς δε θα ’ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
Που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

«Drachenfels», Ο Απόπλους, 1999

Δεν γνωρίζω αν διαβάζοντας Αλεξάκη παρακολουθούμε ταυτόχρονα μια εφιαλτική ταινία βουβού κινηματογράφου, αν επιστρέφουμε στην αποθήκη με τα χαλασμένα μας παιχνίδια ή τελικά ανακαλύπτουμε πως είναι κοινή η ταυτότητα των δακρύων. Ωστόσο, παντού σανίδα σωτηρίας το ποίημα ή, όπως αλλιώς λέγεται, ο έρωτας. Ο έρωτας για τη Μαρία που, πού θα πάει, θα υπάρξει, ο έρωτας για την αλήθεια και τη «μουσική ουρανών μέσα σε πάμφθηνα πράγματα»…
Κι εκείνος; Ένας τύπος του Kafka που κυνηγάει τον εαυτό του, που πολεμάει το κενό και που, όταν πια κουράζεται στη μάταιη αναζήτηση του Παραδείσου, μαθήματα παραδίδει γλώσσας, μνήμης και μοναξιάς.

.

.

ΣΥΡΡΑΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ (2012)

[Επίσκεψη στην ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη]

Αν, ολοκληρώνοντας τη μελέτη αυτή, θα ’πρεπε να επισημάνω ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Aλεξάκη, τέτοια που την καθιστούν σημαντική αλλά και αναγνωρίσιμη, θα σημείωνα τα ακόλουθα:

Πρώτο στοιχείο: Η μουσικότητα.
Πρόκειται κατά την άποψή μου για το χαρακτηριστικότερο γνώρισμα της συγκεκριμένης ποιητικής. Περισσότερο ή λιγότερο φανερά, ο ίαμβος δεν εγκαταλείπει σχεδόν ποτέ την ποίηση του Αλεξάκη  εξασφαλίζοντας της την ιδιαίτερη αρμονία που τη χαρακτηρίζει, ακόμη και στα πεζότροπα ποιήματά του, όπως έχουμε ήδη επισημάνει. Και είναι η μουσικότητα αυτή κατ’ εξοχήν σημαντικό στοιχείο ποιότητας του ποιητικού έργου, καθώς γνωρίζουμε ότι η μήτρα πού κυοφόρησε και γέννησε την Ποίηση ήταν η ενιαία μορφή τέχνης που τη συγκροτούσε ως ένα σώμα, η τότε αδιαίρετη τριάδα: λόγος (ποίηση),
ήχος (μουσική), κίνηση (χορός). Ο διαχωρισμός τους αργότερα ήταν φυσικό να αφήσει σε κάθε μια απ’ αυτές κάποια ίχνη από την προηγηθείσα συνύπαρξή τους. Και το φαινόμενο αυτό γίνεται περισσότερο αισθητό στην ποίηση, όπου η μουσική εξακολουθεί να διεκδικεί – επαξίως πιστεύω – τη θέση που της αφαίρεσαν. Ο Hegel γράφει στην Ποιητική του ότι «η μουσικότητα είναι θεμελιακό γνώρισμα της ποίησης». Θα τολμούσα να πω ότι δεν είναι – όπως φαίνεται να πιστεύουν οι περισσότεροι – στοιχείο εξωτερικό και διακοσμητικό, ένδυμα του ποιητικού σώματος, αλλά ένα με το ποιητικό σώμα, από το όποιο δεν είναι δυνατόν να διαχωριστεί, χωρίς την καταστροφή του ποιήματος.
Ειπώθηκε ότι ο Αλεξάκης, οπαδός – και λόγω καταγωγής – της μουσικότητας, αγωνίζεται συνειδητά με την ποίηση που γράφει, υπερασπιζόμενος έμπρακτα την άποψή του. Μολονότι έχω ήδη διατυπώσει την πεποίθηση ότι ο εν λόγω ποιητής γράφει μελωδικά, καθώς δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, παρά ταύτα δε θα μου ήταν δύσκολο να δεχθώ ότι ταυτόχρονα διάκονε! τον μουσικό στίχο ως στρατευμένος – ή αλλιώς συνειδητοποιημένος – υπερασπιστής και προπαγανδιστής του. Και μάλιστα σε τέτοιο επίπεδο δεξιοτεχνίας, πού εγείρεται το ερώτημα: έχουν οι λέξεις άραγε τον δικό τους ρυθμό, ο οποίος και επιβάλλεται στο ποίημα, ή μήπως είναι ο ρυθμός που κινεί τα λόγια, με την έννοια ότι τα παράγει και τα εξαναγκάζει κάποτε να υπακούσουν σε μιαν ιδιάζουσα δική του φιλοσοφική και υπαρξιακή τοποθέτηση; Σ’ αυτή την περίπτωση έχουμε την υποσκέλιση του ποιητικού υποκειμένου, το όποιο συνεπώς ουδεμία ευθύνη μοιάζει να φέρει για το αποτέλεσμα, καθώς, όπως σημειώνει ο Χάιντεγκερ, «δεν πρέπει να περιορίζουμε τη δόνηση της ποιητικής έκφρασης στα στενά όρια μιας απόφανσης». Κάτι ανάλογο σαν να συμβαίνει κι εδώ, αφού από τη διελκυστίνδα τόνου και νοήματος μοιάζει να κερδίζει το ίδιο το ποίημα, αφήνοντας αμήχανο τον ποιητή, με την ψευδαίσθηση ότι ο ίδιος ελέγχει την κατάσταση. Και τότε που βρίσκεται ο ποιητής; “Αν ούτε ήρωας είναι ούτε και συγγραφέας, που θα τον συναντήσει η ανάγνωση μας;

Ο Ορέστης Αλεξάκης δεν κινείται ούτε επάνω στη σκηνή ούτε στην πρώτη η δεύτερη σειρά φαίνεται καθισμένος, σε ρόλο σκηνοθέτη. Η φωνή του, φωνή εγγαστρίμυθου θαρρείς, ακούγεται απ’ τα υπόγεια της ύπαρξης των πάντων. Υποβολέας του ίδιου του εαυτού του, γίνεται κάποτε κι ο ήχος ακόμα των σκηνικών της παράστασης, ήχος – απόηχος ενός κόσμου που μόλις ανεγείρεται, αμέσως καταρρέει.

Δεύτερο στοιχείο: Ο συγκρατημένος, ελεγχόμενος αλλά πάντως εμφανής συναισθηματισμός που διατρέχει την ποίηση του.

Ο Αλεξάκης αρνείται να είναι ένας αδιάφορος θεατής, που παρακολουθεί απλώς το ποιητικό συμβάν αρκούμενος στην περιγραφή του. Αντίθετα, συμμετέχει σ’ αυτό, πάσχει, υφίσταται. Και τούτη η συμμετοχή δίνει στην ποίησή του το στίγμα της αυθεντικής ειλικρίνειας που ενισχύει την αμεσότητα της επικοινωνίας. Όμως, μολονότι έχει χαρακτηρισθεί ως «λυρικός ποιητής», εντούτοις δεν παρασύρεται από το συναίσθημα, το όποιο μάλιστα συγκρατεί αποφασιστικά στα όρια της ευπρέπειας και της σοβαρότητας.

Τρίτο στοιχείο: Ο τεχνικά άψογος στίχος.

Ένας στίχος πάντοτε καλοδουλεμένος, συνοπτικός – χωρίς περιττολογίες, συνεκφορές η χασμωδίες – και ευθύβολος, με την έννοια ότι δεν παρεκκλίνει της πορείας του, αλλά κατευθύνεται σταθερά στον προεπιλεγμένο στόχο. «Σμιλεύει τις λέξεις του, κάποτε μέχρι την εκζήτησή τους. Οι λέξεις του είναι γενικά τόσο εύηχες, που οι γλυφές, το δούλεμα μ’ άλλα λόγια, γίνεται ορατό» παρατηρεί η Νατάσα Κεσμέτη.  Ως εκ τούτου, το προηγούμενο στοιχείο του ελεγχόμενου αλλά εμφανούς συναισθηματισμού σε συνδυασμό με την έκδηλη μέριμνα για την εμφάνιση στίχων που παραπέμπουν στη διεργασία των λεπτουργημάτων μοιάζει να επιβεβαιώνει με τον καλύτερο τρόπο την άποψη του Philip Larkin για τη «συνταγή» του καλού ποιήματος. Υποστήριζε λοιπόν πως για την κατάκτηση του αξιόλογου στην ποίηση δεν επαρκεί ούτε μόνη της η συναισθηματική υπερχείλιση ούτε βέβαια μόνη της η άψογη δόμηση του στίχου αλλά ο γόνιμος συνδυασμός τους.

«…Ένα ποίημα δεν είναι μόνο συναίσθημα. Από τη δική μου εμπειρία, μπορώ να πω ότι υπάρχει η συναισθηματική πλευρά – ας την πούμε η όψη του πιρουνιού – και αυτή πρέπει να τη διασταυρώσεις με την όψη του μαχαιριού, αυτή είναι η όψη που θέλει να κόψει, να ράψει, να τακτοποιήσει το ποίημα… Ποτέ δε γράφεις ποίημα μόνο από την όψη του μαχαιριού, που θα ήταν σαν να γράφεις μια επιστολή προς τους Times».

Τέταρτο στοιχείο: Ο πλούτος των λέξεων και η ακρίβεια των εννοιών.

Ουδεμία αμφιβολία ότι ο Αλεξάκης κατέχει την ελληνική γλώσσα όσο ελάχιστοι σύγχρονοι ομότεχνοί του και εκμεταλλεύεται μεν δικαίως τις δυνατότητές του, χωρίς όμως να δημιουργεί την εντύπωση ότι εξωθεί τη γλώσσα του ως την εκζήτηση, όπως ισχυρίζεται η Νατάσα Κεσμέτη. Βέβαια, η γλώσσα στην ποίηση του Αλεξάκη αποτελεί ένα κεφάλαιο ξεχωριστό από μόνο του, άξιο να σκύψουν επάνω του για μαθητεία οι νεότεροι. Μιλώ για μια ιδιαιτέρως φροντισμένη και ουδέποτε επιτηδευμένη χρήση του λόγου, που πέρα από το σεβασμό απέναντι στην ίδια την Ποίηση, ο όποιος εκδηλώνεται με στάση προσοχής απέναντι της, μοιάζει να πηγαίνει ακόμη παραπέρα. Τολμά και κάνει μια βαθιά υπόκλιση, αυτή τη φορά όμως στον Σολωμό και στον Κάλβο, μια υπόκλιση – υπόσχεση για συνέχιση της ίδιας μουσικής υπόκρουσης που νυχθημερόν ακούγεται στα καντούνια των Επτανησιακών Γραμμάτων.

Πέμπτο στοιχείο: Η ευπρέπεια.

Η ευπρεπής χρήση της γλώσσας αλλά και των νοημάτων της είναι, θα έλεγε κανείς, έμμονη ιδέα του ποιητή της «ΝΥΧΤΟΦΙΛΙΑΣ». ». Ως γνήσιος επτανήσιος ευπατρίδης, φορέας κοινωνικής αγωγής και συνειδητός διεκδικητής της έξωθεν καλής μαρτυρίας – «Σου χρωστώ την Εξωθεν καλή μαρτυρία του κόσμου» – δεν ολισθαίνει ποτέ σε φραστικές ασχήμιες η ακόμη και υπερβολές στο όνομα π.χ. ενός κακώς εννοούμενου μοντερνισμού, ρεαλισμού, αντικαθωσπρεπισμού η ενός δήθεν πηγαίου αυθορμητισμού. Ακόμη και στις λίγες περιπτώσεις που η θεματολογία του σου δημιουργεί προς στιγμήν την αίσθηση ότι θα τον παρασύρει σε κάποιο μικροολίσθημα (π.χ. στο ποίημα Αχινός), ακόμη και τότε δεν υπερβαίνει τα όρια κοσμιότητας, που ο ίδιος έχει θέσει στον εαυτό του.

Έκτο στοιχείο: Η συνεχής αναζήτηση μορφής και ύφους.

Όπως ήδη παρατηρήσαμε, καμία από τις ποιητικές συλλογές του Αλεξάκη δεν μοιάζει να είναι απλή συνέχεια της προηγούμενης μορφολογικά κυρίως αλλά και θεματολογικά. Όλες ανεξαίρετα κομίζουν κάτι άλλο, μιαν άλλη αισθητική άποψη, μιαν άλλη οπτική, μια διαφορετική μέθοδο επεξεργασίας του θέματος. Κάθε μια από αυτές έχει τη δική της ταυτότητα και σε τελευταία ανάλυση τον δικό της λόγο ύπαρξης. Γεγονός που μαρτυρεί τον ανήσυχο, ανικανοποίητο, αλλά και δημιουργικό χαρακτήρα του ποιητή. Όπως όμως και πιο πάνω τονίσαμε, αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η ποίηση του Αλεξάκη δεν είναι σε κάθε περίπτωση αναγνωρίσιμη. Αντιθέτως. Σε όλους τους μορφολογικούς αλλά και άλλους πειραματισμούς της φέρει σαφή και ευδιάκριτα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δημιουργού της. Και το γεγονός αυτό – το να μπορείς δηλαδή να είσαι ταυτόχρονα και μεταβαλλόμενος και αναγνωρίσιμος – είναι κατά την άποψή μου ένα επίτευγμα.

Έβδομο στοιχείο: Η συγκίνηση ως άξονας αισθητικής.

Πρόθεση και πεποίθηση του ποιητή – όπως αυτό προκύπτει από τη σταθερή διαδρομή του – είναι η μετάδοση της συγκίνησης, εμβαπτισμένης όμως στα βαθιά νερά μιας αισθητικής απαιτητικής και απαρέγκλιτα ορθοτομημένης. Η αισθητική στον Αλεξάκη ωστόσο δεν κατέχει τη θέση του μέσου, ενός οχήματος δηλαδή που – φτιαγμένο από υλικά ρίγους και έκστασης – του έχει απλώς ανατεθεί να μεταφέρει το πολύτιμο φορτίο του νοήματος. Δεν είναι λίγες οι φορές που το μέσο γίνεται σκοπός, με αποτέλεσμα το φορτίο να ταυτίζεται με το όχημα, στοχεύοντας στην απογείωση του λόγου στις σφαίρες της απόλυτης πυκνότητας.

«Με την πυκνότητα της πέτρας η του σίδερου / η και του ακόμα πιο πυκνού / θανάτου».

(«Η ΛΑΜΨΗ», «Αισθητική»)

Ανάγοντας την ομορφιά σε κάτι εξόχως ιερό και συνάμα αδυσώπητο, προσπαθεί μέσα απ’ την ποίησή του να μας μεταβιβάσει μιαν αλήθεια, να αποστείλει ένα μήνυμα. Κι αυτό συνίσταται στη διαπίστωση πως η ζωή είναι

ένα θαύμα ανεξήγητο, που η στενότητα του νου μας το εκλαμβάνει δυστυχώς ως αυτονόητο. Το ασφυκτικό αυτό πακετάρισμα του βίου σε κανόνες λογικούς, επί τη βάση των οποίων όλα ερμηνεύονται και κατανοούνται αυτόματα ως αυτονόητα, βρίσκει τον Αλεξάκη εντελώς αντίθετο. Η συνειδητοποίηση ωστόσο αυτού του θαύματος μεταγγίζεται σ’ εμάς πολύ προσεκτικά, μακριά από κάθε μορφή διδακτισμού. Αντίθετα, την εισαγωγή μας στο Ανεξήγητο την επιχειρεί με τη δημιουργία εκείνης της μαγικής ατμόσφαιρας που προαναγγέλλει ως κάτι άκρως φυσικό το πλέον τερατώδες και απροσδόκητο. Μία συνύπαρξη δηλαδή αγαστή ανάμεσα στο απτό και στο φευγαλέο, ένας κόσμος τυχαιότητας και υπερβολής εφαπτόμενος στην καθημερινότητά μας, να μας ψιθυρίζει με την υποβλητική φωνή του μια μουσική αλλοτινή αλλά και πέραν πάσης μνήμης.

Όγδοο στοιχείο: Η μνήμη.

Ως γνήσιος ποιητής που δυσπιστεί στο αληθοφανές και αντιλαμβάνεται ως εικασία ακόμα κι όσα έζησε, ενδιαφέρεται πρωτίστους για τον σκοπό, και γράφει μήπως και βρεί μιαν επαρκή δικαιολογία για την ένοχή με την οποία είναι χρεωμένη η ύπαρξή μας. Με ποιήματα μονοκοντυλιές ο Αλεξάκης οριοθετεί τον τόπο. Μιλώ για τον τόπο «πριν» και τον τόπο «μετά», τον τόπο «πουθενά». Και ο τόπος είναι η μνήμη. Στις κρυπτογραφικές αρθρώσεις της μνήμης αυτής καταγράφονται οι παλμικές δονήσεις μιας συνείδησης ασκημένης να διυλίζει μέσα από τα φίλτρα της ευαισθησίας τη σύλληψη εκείνη που προσεγγίζει το ουσιώδες και πνευματικό. Τούτος ο διάλογος του ποιητικού υποκειμένου με τη μνήμη του κόσμου, έτσι όπως αυτή βρίσκεται καταγεγραμμένη στα κύτταρά του ως προέκταση του κόσμου που προηγήθηκε, του κόσμου που είναι και αυτού που έπεται, τον προικίζει με την ευλογημένη ψευδαίσθηση πως μ’ έναν τρόπο ιδιότυπο θα αποκατασταθεί η χαμένη ενότητα με το Όλον. Για τις συνειδήσεις άλλωστε που δε διατελούν εν υπνώσει, όπως είναι και η δική του, κάτι ανάλογο συνιστά μηχανισμό καθαρτήριο, όταν μάλιστα από τον εφησυχασμό επιλέγει την εγρήγορση και από τη φυγή τη συμφιλίωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την κατάβασή του στον Άδη, με σκοπό να ανασύρει φευγαλέες στιγμές, μορφές αλλοιωμένες, μισοσβησμένες εικόνες μιας Ζωής που πια έγινε Θάνατος. Μα, οι μορφές και οι ζωές και οι στιγμές, όλη αυτή δηλαδή η σπαρακτική εποποιία του ανθρώπινου δράματος, με τη γραφή του Αλεξάκη αγιοποιείται, προκειμένου να τοιχογραφηθεί το εκκλησάκι της ποίησής του.

…/…

.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΚΑΠΛΑΝΗ

στιγμαΛόγου 19/3/2024

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μετά την επώδυνη συλλογική εμπειρία της πανδημίας, μετά την τρομοκρατία του φόβου, που μεγέθυνε καθημερινά γύρω μας τη σκιά του θανάτου και γκρέμισε τις ψευδαισθήσεις της ανθρώπινης παντοδυναμίας μας, επέστρεψε με μια νέα ποιητική συλλογή, την όγδοη συλλογή της (Ο θυρωρός των ημερών, εκδ. Κέδρος 2022), με ποιήματα υπαρξιακά, γραμμένα από μία δημιουργό που ξέρει να κεντά με ρυθμό και φαντασία δεξιοτεχνικά τις λέξεις, να συνθέτει ποιητικά εργόχειρα που απεικονίζουν το τοπίο ψυχής μιας θηλυκής αρχής, με πολύχρονη θητεία στο λαβύρινθο, αφιερωμένης στην τέχνη του λόγου, αυτή την τέχνη που την υπηρετεί ως ιέρεια με απόλυτη αφοσίωση. Προσοχή όμως: Η είσοδος των στίχων αλλά και των αναγνωστών στο ποιητικό σύμπαν του βιβλίου ελέγχεται αυτή τη φορά με αυστηρότητα από τον θυρωρό των ημερών, μια φιγούρα που ενοικούσε στη σκιά μας, αλλά την προσπερνούσαμε, αναβάλλοντας επ’ αόριστον την όποια προσωπική επαφή μαζί της. Τώρα οι καιροί επικαιροποίησαν βιαίως το ρόλο του θυρωρού και ανέλαβε με προθυμία δράση. Αυτός, αδέκαστος, εξουσιαστικός και αμείλικτος προειδοποιεί ότι ελέγχει τον χρόνο, ακολουθεί πιστά τη ροή, η διάρκεια δεν εξαγοράζεται, οι μορφές θα διαλυθούν, δεν εξαιρούνται ούτε οι δημιουργοί, οι ονειροπολήσεις και η αφηρημάδα δεν είναι ελαφρυντικά, δεν διασφαλίζουν καμιά παράταση, τίποτα δεν χαρίζεται. Μας αποδεικνύει πόσο αποτελεσματικός είναι, όταν τον βλέπουμε με τη μορφή του θαλαμηπόλου στον Κάτω Κόσμο, όπου φιλοξενούνται, μεταξύ άλλων και οι αυτόχειρες του λόγου δημιουργοί: η Σύλβια Πλαθ, η Βιρτζίνια Γουλφ, ο Περικλής Γιαννόπουλος, η Κατερίνα Γώγου.

Όμως ο θυρωρός εποπτεύει την είσοδο και του αναγνώστη στο περιβάλλον του βιβλίου. Προϋποθέτει και απαιτεί συγκέντρωση, αφοσίωση, δέσμευση και επίγνωση ότι η παραμονή στον χώρο αυτό εγκυμονεί κινδύνους. Δεν βγαίνεις αλώβητος από ένα ποίημα. Οι ενέδρες που ο ίδιος έχεις στήσει αποκαλύπτονται, η ομίχλη διαλύεται και η ανατροπή παραμονεύει. Η προσωπική ελευθερία, ο αυτοπροσδιορισμός επανεξετάζονται και δοκιμάζεται η ισχύς τους. «Η ποίηση είναι κατακλυσμός/ δεν είναι κιβωτός». Όλα δείχνουν πως η παρουσία του θυρωρού των ημερών υπαγορεύει στους ποιητές τα πιο πυκνά, στοχαστικά και επικίνδυνα κείμενα.

Η ποίηση της Λουκίδου κινείται στο εσωτερικό σύμπαν της συνείδησης. Εκεί φιλτράρονται των καιρών τα μηνύματα, οι επώδυνες προσωπικές αναμνήσεις, οι στιγμές με αγαπημένα πρόσωπα, οι αναγνωστικές εμπειρίες, η ιστορική γνώση, η συλλογική μνήμη, τα γεγονότα του παρόντος χρόνου. Όλα αυτά μέσα από απρόβλεπτες συναντήσεις των λέξεων δημιουργούν εικόνες, σκηνές και μικρές ιστορίες, καθώς η πρωταρχική γλώσσα της επιθυμίας, ματαιωμένη, επιχειρεί απόδραση από τη λύπη, σκηνοθετεί και οργανώνει τη μετάβασή της ρυθμικά, με βήματα χορευτικά στη γλώσσα της ποίησης. Θραύσματα ανθρώπινων συμπεριφορών συρράπτουν μια υποτυπώδη αινιγματική πλοκή και μέσα από τους στίχους αποπειρώνται να χαρτογραφήσουν το παράλογο τοπίο μιας εποχής που προκρίνει τον «αξιοθέατο τρόμο», «καλπάζει ακίνητη/σημειωτόν και ακίνητη». Οι στίχοι επιπλέον αναλαμβάνουν ν’ απεικονίσουν την αδυναμία της ανθρώπινης επαφής, το βύθισμα στην απραξία της παραίτησης, όλα αυτά δοσμένα με έναν αισθητικά κρυπτικό λόγο, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο των πολλαπλών αναγνώσεων και ερμηνειών για τον αναγνώστη-θεατή. Οι δημιουργοί καλούνται να μας δείξουν αυτό που δε βλέπουμε ή δε θέλουμε να δούμε μέσα στην ισοπεδωτική ομοιομορφία των καιρών. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά η Λουκίδου: «Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη»

Η θεατρικότητα, εγγενές στοιχείο της γραφής της, επιτρέπει την προσωρινή παύση της μοναχικότητας, την παρουσία μιας άλλης φωνής εσωτερικής ή εξωτερικής. Έτσι εικονοποιείται η δράση στην εσωτερικά φαινομενική ακινησία. Έρχονται πρόσωπα απροσδόκητα από τα βάθη του χρόνου, επώνυμα κι ανώνυμα που υπόσχονται την άρση των χωροχρονικών εμποδίων και τη συνάντηση στο άχρονο συνειδησιακό τοπίο, όπου παραμένει ανοιχτή η προοπτική μιας άλλης ανέγνωρης εμπειρίας, ενίοτε και μια πρόγευση μεταφυσικής κατάστασης. Το παράλογο που ελλοχεύει σε κάθε ανθρώπινη δράση, υποκείμενη στη φθορά και την αποσύνθεση, αλλά και στην καθημερινότητα της νέας εποχής και στη ζωή της πόλης αλληγορικά απεικονίζονται. Ο λόγος αποδομείται και ανασυντίθεται, ξεκινώντας από την παρωδία ως ειρωνικό σχόλιο, όπου η σκηνοθεσία το απαιτεί και αγγίζοντας κάποιες στιγμές και το γκροτέσκο.

Μπορούμε να διαβάσουμε τα ποιήματα της συλλογής και ως έκφραση της θηλυκής αρχής που μιλά σήμερα μέσα από τη βιωμένη εμπειρία διαφόρων ρόλων και ηλικιακών φάσεων. Συρραφή, διαμελισμός, ρωγμή, κάταγμα, ξηρασία, αναζήτηση ζωογόνου ύδατος, μορφή γυάλινη και υποφωτισμένη. Η ευθραυστότητα του προσώπου που επιστρατεύει τις εσωτερικές του δυνάμεις και με αξιοπρέπεια, περηφάνεια και απαράμιλλη τεχνική δεξιότητα συρράπτει την εικόνα του, μετά την απώλεια, το πένθος και τη ματαιωμένη απατηλή προσμονή. Οι σημαντικοί άλλοι παραμένουν στη θέση τους, αναντικατάστατοι, το ίδιο ενεργοί και δρώντες ακόμη και εν τη απουσία τους. Ωστόσο κάθε επώδυνη γνώση εγγράφεται στο σώμα, το τραυματίζει, το παραμορφώνει, έτσι ώστε να υπενθυμίζεται η αιτία της οδύνης, που δεν είναι άλλη από την απώλεια της υποστηρικτικής παρουσίας, είτε της πατρικής είτε της συντροφικής φιγούρας, σε ένα χορό για δύο που διακόπηκε απότομα, γιατί ο καβαλιέρος αιφνιδίως αποχώρησε «Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται/ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται/τη στήριξη και τη διάρκειά της./Γελιέται η κόρη και αφήνεται/στα δανεικά της βήματα. Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει/κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό/την πλήρη της παράδοση/μα τη βυθίζει». Η Μικρή Γοργόνα, η Αριάδνη, η Περσεφόνη, τραυματισμένες ιέρειες της αγάπης, επιστρέφουν με παραλλαγμένο το προσωπείο του ρόλου τους στο ποίημα, στήνουν μια πρόχειρη σκηνή εντός του «για να παιχτεί η αλήθεια» και να ακουστεί η υπόμνηση της θνητότητας. «Με λένε Περσεφόνη/Ήθελα μόνο να μάθω πώς να ζω».

Η θηλυκή μορφή είτε ως κόρη είτε ως αγαπημένη παραμένει πιστά αφοσιωμένη κι ας λένε πως κάποτε η καρδιά ξεκολλάει. Όποια απόπειρα αποκόλλησης είναι προδιαγεγραμμένη να αποτύχει. Ό έρωτας, «αυτή η ανελέητη κατακραυγή» απειλεί με ολοσχερή αφανισμό. Αποτυγχάνει η όποια απόπειρά του να ξεγελάσει τη λύπη. Η ανάγκη της επαφής με το άλλο σώμα, το άγνωστο και ξένο, γίνεται μια προσωρινή φαντασιακή εξέγερση. Η θηλυκή μορφή αναδιπλώνεται σε μια εσωτερική ζωή. Ένα διαρκώς ανατροφοδοτούμενο σύστημα που αντλεί τη δύναμή του από το παιχνίδι της δημιουργίας, αναζητά εκεί με πίστη την αθώωση και το θαύμα. Οι φωνές των ποιητών, οι ήρωες βιβλίων αλλά και η μητρική φιγούρα είναι άγγελοι παραστάτες, πρόθυμοι να συνδράμουν σε κάθε επίκληση.

Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί από μια απόσταση και επεξεργάζεται τις εξωτερικές δυσκολίες, τους κινδύνους και τις ανατροπές, ό,τι συμβαίνει στο κοινωνικό γίγνεσθαι ως υπαρξιακές προκλήσεις, ως μικρές διαδρομές που μας οδηγούν να κατανοήσουμε τι κάνουμε εδώ στο προκαθορισμένο διάστημα του επίγειου βίου μας, γι’ αυτό και εμβαθύνει σ’ αυτά τα συμβάντα και τα νοηματοδοτεί. Η οδύνη του ατόμου από τις εμπειρίες του προσωπικού βίου οξύνει την ευαισθησία και του επιτρέπει να κατανοήσει την οδύνη των ανθρώπων που έχουν βιώσει την εμπειρία του πολέμου, της προσφυγιάς, της τρομακτικής ασθένειας και του σκληρού απάνθρωπου θανάτου. Στιγμές από το ιστορικό παρελθόν, από τη ζωή στη γενέθλια πόλη χάνουν τον επικαιρικό τους χαρακτήρα μεταπλάθονται και μετασχηματίζονται σε μικρές ιστορίες που κομίζουν εμπειρίες και γνώσεις για το φαινόμενο της ζωής. Οι δυσοίωνες στιγμές δεν παραδίδονται στη λήθη, «γιατί έχει μνήμη ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος/μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται».

Η ποίηση της Ευτυχίας μάχεται τη χρεοκοπία των λέξεων. Οι λέξεις παραμένουν σιωπηλές, αλλά στην πραγματικότητα όχι εν υπνώσει και όχι εν αχρηστία. Άγρυπνες και ενεργές ανεβάζουν υψηλές θερμοκρασίες, προκαλούν εκρήξεις στον δημιουργό, τον κρατούν σε ετοιμότητα, κρατούν άσβεστη την επιθυμία, ανανεώνουν την υπόσχεση για τον Ερχόμενο, μιαν επανεκκίνηση της σωτηρίας. Μια διαρκής άπελπις εγρήγορση που εργάζεται αθόρυβα για το θαύμα. «Η αναμονή και η απόγνωση/σε μια αδιαμαρτύρητη συνωμοσία/μου εξασφαλίζει τον πυρετό τον επιούσιο/που αναλογεί σε κάθε μελλοθάνατο».

Η γραφή της Ευτυχίας ξεκινά από το ρυθμό της αναπνοής, από ρυθμικά ψιθυρίσματα, που έρχονται από το βάθος του χρόνου, από τον επίγειο ή ουράνιο χώρο, από πλάσματα άυλα και υλικά. Η εικόνα του εξωφύλλου από την κύπρια εικαστικό Ελένη Θεοδούλου βασισμένη στο έργο της Cecilia Paredes “Mercury” υπομνηματίζει την πολυσημία του βιβλίου. Τα φθαρμένα παπούτσια ακίνητα και με βγαλμένα τα κορδόνια υποδηλώνουν την επέμβαση του θυρωρού να ακυρώσει κάθε μορφή εξόδου ωστόσο τα φτερά στο πίσω μέρος των παπουτσιών, φτερά που ίσως έχουν «ξεκολλήσει από τον άγγελο» φανερώνουν πως εντέλει το θαύμα δύναται να ανατρέψει την καθήλωση. Η ποιήτρια αφουγκράζεται τη σιωπή, εκεί που ο χρόνος όλος έχει αθωωθεί και δεν μας ταλανίζουν οι ενοχές των αντιθέσεων. Υπάρχει πίστη στην ιερότητα του λόγου «η γλώσσα την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει», στο θαύμα και στην απάλειψη της ενοχής. Το θαύμα συντελείται, αν το θαύμα το υπολήπτεσαι. Πίστη στο ζωογόνο ύδωρ του Ιορδάνη και της Γεννησαρέτ, κεντημένη συμβολικά και κρυπτικά στο εργόχειρο του ποιήματος, με έκδηλους βιβλικούς απόηχους, αφήνει μια χαραμάδα φωτός, μια αναλαμπή του θεϊκού στοιχείου που φέρει μέσα του ο άνθρωπος. Ωστόσο η πραγματικότητα της ποιητικής πρακτικής είναι αναγνωρίσιμη και τραυματική. Επισημαίνει τη χρήση της τέχνης για εγωιστικούς λόγους, τον ανελέητο ανταγωνισμό, τη μάταιη αναμέτρηση, τη ματαιοδοξία για μια έωλη αιωνιότητα των στίχων που με μια κίνηση κι αυτοί ακόμα οι στίχοι οι ασφαλισμένοι στις βιβλιοθήκες μπορεί να χαθούν. «Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας».

Τα ποιήματα της συλλογής, μολονότι γραμμένα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και με διαφορετικές αφορμές το ένα ανοίγει το δρόμο για το επόμενο. Στις ποιητικές συλλογές της η Λουκίδου επιλέγει κάποιους στίχους ή φράσεις ως μότο που θέτουν μια ευρεία θεματική κι ένα άτυπο και ανοιχτό πλαίσιο διαλόγου. Εδώ, οι στίχοι του Παπαδίτσα στο πρώτο μέρος και η φράση του Αλέν Μποσκέ στο δεύτερο μέρος του βιβλίου εστιάζουν στο ρόλο της ποίησης, που δεν είναι παρά μια διαρκής αναζήτηση της ουσίας της ανθρώπινης υπόστασης, οδηγός για μια ζωή συνειδητή, βιωμένη με επίγνωση και ευθύνη, πριν από το προδιαγεγραμμένο αναπόφευκτο τέλος. Ο δημιουργός κατεβαίνει στα βάθη του ψυχισμού, όπου ορυκτά κοιτάσματα πρωτόγνωρων εμπειριών ανακαλύπτονται και αποκαλύπτονται, όταν οι λέξεις καθαρίσουν τη σκουριά που έχει επικαθήσει πάνω τους. Στη συνέχεια αναλαμβάνει τον επίπονο αγώνα πρώτα μιας εσωτερικής κάθαρσης, προκρίνοντας τη συγχώρεση, την καλοσύνη και το δίκιο. Όλες οι λέξεις αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σεβασμό είτε δηλώνουν χρηστικά αντικείμενα είτε αφηρημένες έννοιες και μια μουσική ακολουθεί τις συλλαβές των λέξεων. Ο ρυθμός είναι παρόν, δοκιμάζει ποικίλα και διαφορετικά μέτρα, ανασταίνει την ομοιοκαταληξία, όταν την έχει ανάγκη, παραμένει συνοδοιπόρος της ανθρώπινης ανάσας σε κάθε της εκδήλωση.

Στη συλλογή αυτή όλα τα προσωπικά βιώματα της ποιήτριας κατατέθηκαν αφειδώς στο θυσιαστήριο της ποίησης, ενώθηκαν με τα βιώματα κάθε θηλυκής αρχής, που μέσω των αρχετύπων επαναλαμβάνονται και επαναβιώνονται στον εκάστοτε ιστορικό χρόνο, αλλά και με τα βιώματα της εσωτερικής ψυχής κάθε ανθρώπου που σέβεται το μυστήριο της ζωής και επιλέγει να το ζήσει συνειδητά και δημιουργικά, με όποιο τρόπο δύναται, έχοντας επίγνωση ότι ο θυρωρός των ημερών είναι εδώ και έχει έναν σημαντικό ρόλο: να μας κρατά έξω από τον ύπνο, εν εγρηγόρσει για να ζήσουμε, προτού σφυρίξει το τέλος του παιχνιδιού.

.

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΤΣΑΛΟΥΧΙΔΗΣ

Περιοδικό “Θράκα” 28/12/2023

Τα βράδια οι διαβάτες
Περνούν μέσα από τα πάρκα για να κόψουν δρόμο.

Εμείς, τους βλέπουμε.
Ή, μάλλον, βλέπουμε την καύτρα του τσιγάρου τους.

– Γιώργος Μαρκόπουλος, «Οι ποιητές»
Οι πυροτεχνουργοί (1979)

Είχα στο παρελθόν αναρωτηθεί αν η επαρκής γνώση ενός ποιητικού σώματος στο σύνολό του είναι περισσότερο ή λιγότερο ασφαλής και επαρκής προετοιμασία πριν την ανάγνωση της τελευταίας κάθε φορά συλλογής ή μήπως είναι καλύτερο να ξεκινά ο αναγνώστης ανυποψίαστος μεν αλλά και χωρίς προκαταλήψεις, θετικές ή αρνητικές. Χρόνια μετά δεν έχω δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στο παραπάνω δίλημμα αν και λόγω της φιλολογικής μου ιδιότητας τείνω σταθερά προς τον πρώτο όρο του διλήμματος. Καθώς λοιπόν έχω ήδη αρκετή τριβή με το έργο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, θα επιχειρήσω, πέρα από μια σύντομη παρουσίαση της τελευταίας ανά χείρας συλλογής, μια δοκιμή (με την έννοια της κρίσης, της δοκιμασίας) πάνω σε κάποια από τα διαμορφωμένα συμπεράσματά μου για την ποίηση και την ποιητική της.

Η αξιόλογη ποσοτικά ποιητική παραγωγή της ποιήτριας συγκεντρώνεται σε οκτώ ποιητικές συλλογές που καλύπτουν διάστημα τριάντα έξι χρόνων (σημειώνω εδώ τη σταθερότητα με την οποία εκδίδονται οι συλλογές ανά τετραετία ή πενταετία ήδη από την τρίτη συλλογή και μετά) και είναι οι εξής:

Λυπημένες μαργαρίτες, εκδ. Εγνατία, Θεσσαλονίκη, 1986
Το τρίπτυχο του φέγγους, Ιδιωτική έκδοση, Θεσσαλονίκη, 1993
Εν τη ρύμη του νόστου, εκδ. Αρμός, Αθήνα, 1999
Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2004
Όροφος μείον ένα, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 2008
Το Επιδόρπιο, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 2012
Οι τρεις τελευταίες συλλογές δείχνουν να επιβεβαιώνουν μια πρόχειρη περιοδολόγηση του ποιητικού έργου της Λουκίδου που είχα κατά νου όταν έγραφα για το Επιδόρπιο. Οι τρεις πρώτες συλλογές – και οριακά η τέταρτη, Ν’ ανθίζουμε ως το τίποτα – από τη μια πλευρά: μια εποχή θα έλεγα αθωότητας, ήρεμου λυρισμού, χαμηλών τόνων και χωρίς εντάσεις με μια αύρα σχεδόν εφηβική. Από την άλλη ανατρέπονται τα πάντα στο Όροφος μείον ένα, συλλογή (εμβληματική κατά την κρίση μου στο ποιητικό έργο της Λουκίδου) που εισάγει βίαια μια ενηλικίωση μέσα από το πένθος για τον πατέρα (η εικόνα του οποίου κυριαρχεί σε αυτήν χωρίς να εξαφανίζεται σε καμία από τις επόμενες συλλογές) και το οποίο συμπαρασύρει και αλλάζει συνολικά την οπτική της ποιήτριας για τον κόσμο. Στις επόμενες συλλογές συναισθήματα και εικόνες, χωρίς να επανέρχονται στην ένταση του λόγου και στον σχεδόν κλειστοφοβικό χαρακτήρα του Όροφος μείον ένα, υποχωρούν σε πιο εσωτερικά, λιγότερο διάφανα, ενίοτε σκοτεινά τοπία και το κοσμοείδωλο της ποιήτριας μοιάζει να έχει μετατοπιστεί σε πιο πικρές και δυσοίωνες θεάσεις της ζωής. Κρατώ εδώ – προς επίρρωση της παραπάνω περιοδολόγησης – μια παρατήρηση του Αλέξη Ζήρα για την προηγούμενη συλλογή που θεωρώ ότι ισχύει και για τον Θυρωρό των ημερών:

Τα Αφόρετα θαύματα της Ε. Α. Λουκίδου προεκτείνουν τον κύκλο του Επιδόρπιου (2012), δηλαδή προεκτείνουν ένα είδος στοχαστικής ποιητικής αφήγησης και εν ταυτώ ένα είδος δραματουργικής αφαιρετικής τεχνικής. Η δραματουργική τεχνική της ποιήτριας ασφαλώς και προϋπήρχε ως τέτοια, απευθυνόμενη ως μοναχική απολογητική ομιλία προς τον «αδελφικό άλλο», ως διάλογος ή ως ικεσία/ διαμαρτυρία προς το αφανές και πανταχού παρών υπέρτατο.

Ο χώρος και η περίσταση δεν επιτρέπουν να επεκταθώ περισσότερο σε αυτό το ενδιαφέρον ζήτημα ποιητικής (παρεμπιπτόντως η ανά χείρας συλλογή περιέχει αρκετά και ενδιαφέροντα ποιήματα ποιητικής) αλλά νομίζω ότι μετά από οκτώ συλλογές πλησιάζει η ώρα να υπάρξει μια ευρύτερη και εκτενέστερη εργασία πάνω στον ποιητικό λόγο της Λουκίδου.

Είχα επίσης παρατηρήσει παλιότερα τη μετατόπιση από τους νοηματικά διάφανους τίτλους των πρώτων συλλογών σε ολοένα πιο κρυπτικούς ή αόριστους των τελευταίων. Δεν αποτελεί βέβαια εξαίρεση ο Θυρωρός των ημερών αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει μία συνέντευξη της ποιήτριας στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη που φωτίζει επαρκώς τον τίτλο όταν υποβάλλεται το σχετικό ερώτημα: τι σημαίνει ο τίτλος:

«Ο θυρωρός, αυτή η ταπεινή φαινομενικά φιγούρα που πλέον εκλείπει από το αστικό κέντρο, φέρει το βάρος ενός συμβολισμού πολύπλευρα επίκαιρου. Η κλασική ερώτηση: «Πού πάτε, κύριε;» που ακουγόταν από τον «προστάτη» της εισόδου, εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα. Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα.

Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου, που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι».

Η συσχέτιση του τίτλου με το θέμα του θανάτου, παρά το ότι δεν είναι το μοναδικό θέμα της συλλογής και όχι απαραίτητα κυρίαρχο όπως στο Όροφος μείον ένα, δείχνει πόσο επίμονα ο θάνατος επιβιώνει ως μεγάθεμα στο έργο της Λουκίδου. Ο θάνατος ως θυρωρός των ανθρώπινων ημερών δείχνει να οριοθετεί αποφασιστικά τα ανθρώπινα λόγια, έργα και συναισθήματα λειτουργώντας είτε ως όριο σε αυτά είτε ως άγρυπνος φρουρός όσο τα προηγούμενα εκτυλίσσονται στη διάρκεια του ανθρώπινου βίου είτε τέλος ως πικρό σχόλιο πάνω τους.

Η συλλογή αποτελείται, όπως και οι περισσότερες της Λουκίδου, από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος (23 ποιήματα) η θεματολογία κινείται σταθερά πάνω στη φθορά και τον θάνατο. Είναι λοιπόν μια ποίηση βαθιά υπαρξιακή που επεκτείνει τη θεματική γραμμή που ξεκινά από το Επιδόρπιο. Όχι τόσο από το Όροφος μείον ένα όπου η υπαρξιακή αγωνία εκκινεί και εξαντλείται – πολύ βίαια ομολογουμένως – από ένα πολύ συγκεκριμένο βίωμα αλλά από την πολύ πιο διακριτική και υπόγεια παρουσία του θανάτου μέσα από τη φθορά, τη διαρκή διάψευση ελπίδων, μέσα από τις μικρές καθημερινές ήττες, αναβολές, απογοητεύσεις. Ένας θάνατος καθημερινός, οικείος σχεδόν αλλά πάντα θάνατος. Που ποτέ δεν τον αποτρέπει το μάταια αναμενόμενο θαύμα:

«Όμως το θαύμα, αν δεν το υπολήπτεσαι / αθόρυβα αποσύρεται / χειρονομία αδέξια στης τσέπης το σκοτάδι», που συχνά εκκινεί βιωματικά μέσα από σκηνές ενός επίσης οικείου περιβάλλοντος αλλά δεν δεσμεύεται πλέον αποκλειστικά από αυτό. Σημειώνω και πάλι επιγραμματικά τους κλειστούς χώρους ως σκηνικό, το θέμα του τσίρκου (παρόν και σε προηγούμενες συλλογές) όπου η φθορά και το γκροτέσκο συνδέονται πετυχημένα «Cirque du freak» και την αρκετά αυξημένη σε σχέση με παλιότερα χρήση διαλόγου του ποιητικού υποκειμένου με άλλα πρόσωπα, συνήθως προσωπεία του σε ρόλο alter ego. Αξιοσημείωτο επίσης το ευρύτατο πλέγμα διακειμενικών αναφορών από την ελληνική και παγκόσμια λογοτεχνία αλλά και από τις υπόλοιπες τέχνες όπως τη ζωγραφική ή τον κινηματογράφο. Επίσης καταγράφω την αυξανόμενη από συλλογή σε συλλογή της θεατρικότητας· άλλωστε σύμφωνα με την ποιήτρια «η τέχνη του θανάτου έχει μια φυσικότητα θεατρική / καθολική και επαναλαμβανόμενη».

Ο υπαρξιακός χαρακτήρας και η κυριαρχία των θεμάτων της φθοράς και του θανάτου δεν αποκλείουν πάντως μια διάθεση εξωστρέφειας του ποιητικού λόγου (ακόμα και όταν συνυπάρχει με αυτά στο ίδιο ποίημα) που εκτιμώ ότι κινείται σε δύο κατευθύνσεις. Μία πιο συντηρητική, προσχηματική κατ’ επίφαση, που μοιάζει να εξαντλείται σε μια τοπιογραφία και φανερώνεται σε ποιήματα όπως το «Μύλοι Αλλατίνη» και «Βαρδάρης After» (θυμίζω τα εξαιρετικά «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ» από τα Αφόρετα Θαύματα)· ωστόσο μια πιο προσεκτική ματιά εύκολα ανασύρει τη βιωματικότητα, τη μνήμη και την κυρίαρχη υπαρξιακή αγωνία η οποία είναι και ο καμβάς των δύο πρώτων. Η δεύτερη πάλι περνά με ευθείες σχεδόν (όσο ευθύς μπορεί να είναι ο ποιητικός λόγος) αναφορές σε γεγονότα που σχετίζονται με την ιστορική μνήμη («Κινηματογραφικός φακός 1922») ή την τρέχουσα πραγματικότητα («Του πολέμου» και το «Υψηλοί προσκεκλημένοι», σε ποιητική πρόζα το δεύτερο από το δεύτερο μέρος της συλλογής) ή το «Έκθεση φωτογραφίας» στα οποία και πάλι ισχύει το ίδιο με τα προηγούμενα: το υπαρξιακό υπόστρωμα, είτε εμφανές είτε υπόγειο, δεν παύει να υπάρχει. Σημειώνω τέλος στην ίδια ομάδα του πρώτου μέρους τη συνομιλία της ποιήτριας με τον Κώστα Κρυστάλλη «Συζητώντας με τον ποιητή το ενεχόμενο απόδρασης» σε ανομοιοκατάληκτους δεκαπεντασύλλαβους.

Στο δεύτερο μέρος κυριαρχούν δέκα (συν ένα πεζό ποίημα, το «Υψηλοί προσκεκλημένοι») ποιήματα ποιητικής με πολύ χαρακτηριστικούς τίτλους που είτε θέτουν τα ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να απαντήσει το ποίημα εν είδει συνέντευξης («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;», «Και τι πιστεύει ο ποιητής;», «Τι είναι για εσάς τα θαύματα;») είτε κωδικοποιούν το περιεχόμενο μιας ποιητικής συνέντευξης («Υαλουργία», «Συνομιλία με ποιητή του απόκρημνου», «Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολάζ του»). Ουσιαστικά η δεύτερη ομάδα ποιημάτων προτάσσει την ποιητική γλώσσα και την ποίηση συνολικά ως όπλα για την αντίδραση του ποιητικού υποκειμένου στην ισοπεδωτική καθημερινή φθορά, το αίσθημα ματαιότητας («Μάταιη αναμέτρηση») τις ποικίλες διαψεύσεις («Τρεις υποθέσεις και μία διάψευση») και φυσικά την αντίσταση του θανάτου σε κάθε μορφή του. Αξιοπρόσεκτη και εδώ η διαλογική μορφή αρκετών ποιημάτων και ο θεατρικός τους χαρακτήρας που επισημάνθηκαν και στο πρώτο μέρος όπως και οι πυκνές διακειμενικές αναφορές.

Δυο λόγια μόνο για την εξέλιξη του ποιητικού λόγου της Λουκίδου.

Υπάρχει σταθερά η τάση της ποιήτριας να καταφεύγει σε έναν πληθωρισμό λέξεων και εικόνων, κάτι όχι απαραίτητα κακό – μάλιστα στο Όροφος μείον ένα, ίσως και λόγω της ιδιαίτερου θεματικού του περιεχομένου το είχα καταγράψει ως πλεονέκτημα. Ωστόσο η τάση αυτή όσο και αν αποτελεί δομικό στοιχείο στο θεωρητικό credo της ποιητικής της Λουκίδου, όπως άλλωστε το δηλώνει ρητά στο ποίημα «Γλώσσα η μικτή καταπόνηση» με τους στίχους «κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού», οδηγεί συχνά σε μία μάλλον εξεζητημένη εξπρεσιονιστική εικονογραφία διαδοχικών εικόνων που συνδέονται απολύτως συνειρμικά και σε αρκετές περιπτώσεις παραμένουν ερμητικά κλειστές στον αναγνώστη.

Προσωπικά πάντως εκτιμώ ότι είναι απολύτως συνειδητή επιλογή και όχι αστοχία. Η αυξανόμενη ανά συλλογή θεατρικότητα αλλά και το πεζό ποίημα – λυρική αφήγηση ουσιαστικά – είναι νομίζω ήδη μια διάθεση να μετριαστεί ο συσσωρευμένος λυρισμός και η όποια αοριστία ή θολότητα των εικόνων. Από την άλλη θεωρώ ότι η ένταση του ποιητικού λόγου παραμένει σταθερά υψηλή: αρκεί να δούμε ολοκληρωμένα τους στίχους που παρέθεσα παραπάνω: «κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού / μα πάντα σχίζει το καρδιογράφημα / όταν εισέρχεται η φιλαρμονική / ντυμένη ομίχλη γυάλινη / και κόκκινα σιρίτια.»

Είναι μια ξεκάθαρη δήλωση για το πόσο ακόμα και εσκεμμένα θολές εικόνες μπορούν να θραύσουν τη φόρμα του ποιητικού λόγου είτε αυτός υπηρετεί την αφαίρεση είτε την αρμονία του περιττού σαν να «σχίζει το καρδιογράφημα» προκειμένου να μας «βρίσκει η ποίηση», καταπώς θα έγραφε ο Τίτος Πατρίκιος.

Δεν ξέρω αν έχω εθιστεί στον ποιητικό λόγο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου που ούτε ιδιαίτερα άνετος είναι στην αναγνωστική προσπέλαση ούτε ανήκει η υπαρξιακή θεματολογία στα αναγνωστικά μου ενδιαφέροντα. Αναγνωρίζω σίγουρα όμως ένα αίσθημα οικειότητας, ένα συνεχές deja vu σαν πλατωνική ανάμνηση όχι γνώσεων αλλά εικόνων, συναισθημάτων, ψυχικών καταστάσεων που ανήκουν σε ένα προεμπειρικό σχεδόν επίπεδο, που κάποτε μέσα στον χρόνο έζησαν και έπειτα ξεχάστηκαν και χάθηκαν.

Η ποίηση λοιπόν της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου επιχειρεί να επαναφέρει όχι τα ίδια τα πράγματα ή τα αισθήματα (γιατί το ξέρουμε πια, δεν μπαίνεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι) αλλά τη θερμότητά τους, το θερμικό για την ακρίβεια αποτύπωμά τους που ασυνείδητα κρατάμε μέσα μας και αρκεί μια «φιλαρμονική / ντυμένη ομίχλη γυάλινη / και κόκκινα σιρίτια» για να το ανασύρει.

ΚΩΣΤΟΥΛΑ ΜΑΚΗ

neoplanodion.gr 7/11/2023

«Όταν δολοφονείται η ερμηνεία»

Ποιος είναι τελικά «ο θυρωρός των ημερών»; Είναι αυτός που ελέγχει και μετρά τα περάσματα του χρόνου όπου «όλα αρρωσταίνουν βήχοντας» (σ. 9); Στη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου με τον προαναφερθέντα τίτλο η ποιήτρια αναμετράται μαζί του εναγωνίως, γνωρίζοντας ότι το χρέος δεν θα της χαριστεί και πως η ίδια θα μετασχηματίζει τα συμβάντα με εργαλείο τη δεξιότητα να οργανώνει τις λέξεις, λειτουργώντας ως ενορχηστρώτρια. Ο θυρωρός των ημερών είναι παρών σε ολόκληρο το ποιητικό σώμα, χρησιμοποιείται εξάλλου και ως τίτλος του πρώτου ποιήματος της συλλογής. Καθώς οι αναγνώστες έρχονται αντιμέτωποι/ες με τις κατακλυσμιαίες εικόνες των ποιημάτων, αφού και η ίδια «η ποίηση είναι κατακλυσμός» που συχνά παραπέμπει σε έναν κόσμο παραπλήσιο με αυτόν της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων. Η Λουκίδου δεν στοχάζεται απλώς για τον αδηφάγο θυρωρό των ημερών, των ωρών, του χρόνου, των ανθρώπινων ζωών αλλά ενδύεται η ίδια τον ρόλο αυτό. Άλλωστε ο θυρωρός παραπέμπει και στον θάνατο που παραμένει υπαινικτικά παρών σε κάθε συνθήκη. Η ποιήτρια επανατοποθετείται σε όσα συμβαίνουν στην ίδια, αλλά και σε αγαπημένους της συγγραφείς, ποιητές/τριες, συνομιλώντας ποικιλοτρόπως μαζί τους. Η φοβική διαπίστωση πως «τελειώνει ο χρόνος των μορφών» δεν αναφέρεται μόνο σε ένα οριστικό τέλος, αλλά περισσότερο αναδεικνύει διλήμματα συνεχή για τη σχέση των ποιητών/τριών στον χρόνο, τις μεταποιήσεις και μετασχηματισμούς κάθε μορφής στο μνημονικό τοπίο των λέξεων, όπου όλα μπορούν να ανατραπούν και να συνυφανθούν εκ νέου.

Σε κάνω, Σίλβια…
Το ωραίο σου κεφάλι
σαν βουρκωμένο σύννεφο
μέσα από την κουζίνα με κοιτά.

Βιρτζίνια, δεν ακούγεσαι…
Αχ, πόσο ρυθμικά, σχεδόν χορευτικά
οι φυσαλίδες ανεβαίνουν.
Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά
στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες
λιώνεις εσύ θριαμβευτικά
μα εκείνες παραμένουν.

(σ. 22)
Παράλληλα χωρίς περιττά ελεγειακά στοιχεία η ποιήτρια στοιχειοθετεί τον ποιητικό χώρο στον οποίο κινείται. Η «Αγία Ερημία» συνδέεται με μια γυναίκα που περιμένει σε κήπο, υπομένοντας βίαιες παραβιάσεις χωρίς αντίσταση όταν κάποιος «ράβει με σταυροβελονιά το στόμα της» (σ. 10). Κι εδώ η συνομιλία τους είναι έννοια κομβική, στην οποία η Λουκίδου τοποθετείται με ωμό ρεαλισμό, διαχωρίζοντας την επιθυμία από την πράξη. Ταγμένη στην Ερημία των δρόμων τής απευθύνει προσευχές με επίγνωση πως η απόσταση ίσως και να οδηγεί ισότιμα σε συναντήσεις και ενέδρες.

Κανείς δεν ισχυρίζεται πως δεν συνομιλεί κατάβαθα.
Νυχθημερόν προσεύχεται στην Ερημία των δρόμων.

(σ. 10)
Οι ποιητικές συνθέσεις της Λουκίδου παραπέμπουν σε διαρκή tableaux vivants. Η ποίηση γίνεται εργαλείο καταγραφής, μνημονικής και συναισθηματικής, θραυσμάτων υλικού χρόνου, παλίμψηστα που το πραγματικό είναι προέκταση του ονειρικού. Όλα όσα εντάσσει η δημιουργός στο ενεργό σύμπαν των λέξεων διατηρούν τη διλημματικότητά τους, γίνονται μια ολόκληρη Ήπειρος στην οποία η εύπεπτη νοσταλγία δεν είναι αρεστή και όλα μπορούν να αλλάξουν ανά πάσα στιγμή (σ. 20).

Η σταθερότητα και η ασφάλεια παραμένει κάτι ουτοπικό που έρχεται και φεύγει. Εκτός από τη φιγούρα του θυρωρού υπάρχει στο υδάτινο στοιχείο και η μορφή του Θαλαμηπόλου που φέρνει ξανά στο προσκήνιο τη Σύλβια Πλαθ και τη Βιρτζίνια Γουλφ, όπως προειπώθηκε. Και στην περίπτωση αυτή κατασκευάζονται νέες συνομιλίες τις οποίες η Λουκίδου μπορεί να επαναφέρει και να μιλήσει με όλους και όλες που επιθυμεί: τον Άσμπερρυ, τους ήρωες του Μπέκετ, τα σπίτια, τους δρόμους και τα στέκια κι «ας μείνουν ανεντόπιστες οι απαντήσεις» (σ. 33). Στις διαρκείς διλημματικές και συχνά οξύμωρες συνθήκες της συγκεκριμένης ποιητικής διαδρομής διατηρείται συχνά το έντονα θεατρικό και κινηματογραφικό στοιχείο, τα σκηνικά και τα πρόσωπα αλλάζουν διαρκώς, διαπερνώντας τις ιστορικές συνθήκες, συνδυάζοντας τον ρεαλισμό με τη φαντασία. Έτσι υπάρχουν διαφορετικοί σκηνοθέτες και η ποιήτρια άλλοτε παρακολουθεί, άλλοτε είναι η ίδια σκηνοθέτρια ή ηθοποιός. Η εναλλαγή των θέσεων ορίζει ρευστές υποκειμενικότητες και εκδοχές και ενισχύει τη θεατρικότητα ως επιτελεστικό στοιχείο. Δεν είναι ποτέ βέβαιο ποιος μπαίνει ή ποιος βγαίνει από πού και πού καταλήγουν οι περιπλανήσεις στον χρόνο, τον τόπο, τις σχέσεις, την ποίηση και την τέχνη. Η χρήση της μυθολογίας παραμένει ενεργή, ενώ η ποιήτρια αισθάνεται σαν «γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού» (σ. 48). Ωστόσο σε μια άλλη εκδοχή ήταν άγγελος. Ακόμα και κάτω από αυτές τις συνθήκες του εγκιβωτισμού δηλώνει:

Θα μείνω εδώ
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο
του ώμου τα φτερά
που ουδέποτε ανοίξανε.

(σ. 49)
Ό,τι είναι οριακό, ό,τι μπορεί να τοποθετηθεί σε μια μεταιχμιακή τραμπάλα ή να οριστεί ως απόκρημνο πιθανότατα να λειτουργεί προκλητικά και να κατασκευάζει νέες οπτικές με «ανοιχτά φινάλε». Στο ποίημα «Συνομιλία με ποιητή του απόκρημνου» η απόδοση της συγκεκριμένης ιδιότητας/ταυτότητας στον ποιητή διατηρεί και το σαρκαστικό της στοιχείο, αφού η ανάγκη αυστηρών κατατάξεων και ιεραρχήσεων διακωμωδείται, ενώ η δομή του ποιήματος σε μορφή ερωταπαντήσεων επιτείνει την αίσθηση της ειρωνείας και δεν καταλήγει στην επιθυμητή απάντηση εκ μέρους του ποιητή, αλλά μένει κενή.

— Δηλώσατε πως σας τρομοκρατεί
το στοίχημα του έξω χώρου.
Υπάρχει κάτι, άραγε, που σας αρέσει;
— Πάντα μου άρεσαν τα ανοιχτά φινάλε.
Είναι άλλη ικανοποίηση όταν δολοφονείται η ερμηνεία.

(σ. 72)
Αυτή «η δολοφονία της ερμηνείας» μπορεί μεν να συντηρεί πολλές διαφορετικές εκδοχές ενεργές, αλλά από την άλλη σε κάποιες στιγμές του βιβλίου δημιουργεί έναν κορεσμό, κάνοντας επίπονη την αφομοίωση τόσων διαφορετικών εκδοχών και εικόνων. Στο έργο της Λουκίδου φυσάει «ο αιθέρας των ξεχασμένων διαμελισμών» (στίχος από ποίημα του Άσμπερρυ, σ. 79) και όλα ανασυντίθενται με ενδιαφέροντες όρους και τρόπους. Όπως σημειώνει η ίδια επιλογικά «Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία» (σ.88).

ΣΠΥΡΟΣ ΚΙΟΣΣΕΣ

PERIOU.GR 4/11/2023

Ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ρωσικού φορμαλισμού, ο Viktor Shklovskii, στο δοκίμιό του με τίτλο «Η τέχνη ως τεχνική» (1917), αποτυπώνει μία βασική συνθήκη λειτουργίας της τέχνης σε σχέση με αυτό που αποκαλούμε «πραγματικότητα». Κατά τον θεωρητικό, η συνήθεια καθιστά τις ανθρώπινες πράξεις και εμπειρίες αυτόματες. Τον αυτοματισμό αυτόν, ο οποίος «καταβροχθίζει» τα αντικείμενα, τα πρόσωπα, την ανθρώπινη ζωή, έρχεται να αντισταθμίσει η τέχνη. Με τα λόγια του ίδιου: «και να λοιπόν που για να αποκαταστήσουμε την αίσθηση της ζωής, για να αισθανθούμε τα αντικείμενα, για να καταλάβουμε ότι η πέτρα είναι πέτρα, υπάρχει αυτό που αποκαλούμε τέχνη. Ο σκοπός της τέχνης είναι να δώσει μιαν αίσθηση του αντικειμένου ως οράματος και όχι ως αναγνώρισης· το τέχνασμα της τέχνης είναι το τέχνασμα της ανοικείωσης των αντικειμένων και το τέχνασμα που κάνει τη μορφή αβέβαιη, που αυξάνει τη δυσκολία και τη διάρκεια της αντίληψης. Η πράξη της πρόσληψης στην τέχνη αποτελεί αυτοσκοπό και πρέπει να παρατείνεται· η τέχνη είναι ένα μέσο να αισθανθούμε το γίγνεσθαι του αντικειμένου· αυτό που έχει ήδη συντελεστεί δεν έχει ενδιαφέρον για την τέχνη».[1]

Έχω την αίσθηση ότι οι παραπάνω παρατηρήσεις αποτελούν ένα εξαιρετικό έναυσμα για την προσέγγιση του ποιητικού έργου, εν γένει, της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, και ειδικότερα της συλλογής Ο θυρωρός των ημερών.

Αν θα έπρεπε να εντοπίσω μία ιδιότητα που συνέχει το σύνολο των σαράντα ποιητικών κειμένων που απαρτίζουν τον «Θυρωρό των ημερών» θα ήταν το ότι προκαλούν ακριβώς την παράταση της πρόσληψής τους. Η ταχύτητα της ανάγνωσης, τόσο της λογοτεχνίας όσο και των ανθρώπων και του κόσμου, ευρύτερα, μάλλον αναστέλλει την αντίληψη παρά την ευκολύνει. Όπως παρατηρεί η ποιήτρια,

Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς

τόσο χειρότερα για σένα (σελ. 84)

Κατά συνέπεια, οι προσεκτικά επιλεγμένες λέξεις των ποιημάτων της και ο τρόπος με τον οποίο συνδυάζονται σε μικρότερες ή μεγαλύτερες στιχουργικές ενότητες δεν στοχεύουν να στρώσουν για τον αναγνώστη ευρύχωρες και άσφαλτες οδούς κατανόησης, ή έστω στενωπούς χωματόδρομους περιπλάνησης στη φυσική ομορφιά της γλώσσας. Αντίθετα, η Λουκίδου στήνει εμπόδια· επιφυλάσσει επικίνδυνες στροφές· ενθέτει γλωσσικά πλέγματα, τα οποία δομούνται τόσο από λεξικούς αρμούς όσο και από χάσματα· από νοήματα και υπονοήματα· από φωνές, αλλά και αποσιωπήσεις, που κυοφορούν εξίσου σημαντικά νοήματα.

Στο ποίημα «Ωδή στη βαλίτσα», το εκφέρον λόγο υποκείμενο αναρωτιέται, προσφέροντάς μας κάτι σαν ταξιδιωτική πυξίδα ή χρήσιμη αναγνωστική αποσκευή:

Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν

κάτω απ’ την τυρκουάζ μου μπιζουτιέρα

τα πάνινα σανδάλια παραλίας

δίπλα σε οράσεως γυαλιά

–μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο

είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη–

τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη

πάνω από τα Depon

κι εσάρπες αφοδράριστες

ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες; (σελ. 24)

Παρόμοια, στο ποίημα που προσφέρει και τον τίτλο της συλλογής, διαγράφοντας, έστω ισχνά, έναν ερμηνευτικό ορίζοντα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια τελετουργική ατμόσφαιρα κοσμογονίας, ένα είδος αποκαλυπτικού σχολίου περί του χρόνου, στο οποίο, ωστόσο, ευδιάκριτη είναι η απόπειρα εκκοσμίκευσής του. Εξάλλου, στη θέση του βιβλικού και αΐδιου «Παλαιού των Ημερών» κάθεται ο ταπεινός «Θυρωρός των Ημερών», ένας χαμηλόμισθος μεσολαβητής που ελέγχει τον μεταβατικό χώρο της αστικής εισόδου (ή εξόδου) μας:

Μετρά ο ωρολογοποιός

με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.

Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν

καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους

πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής

που αργοπορούν αφηρημένες

κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.

Δεν ξεγελιέται, γυρεύει φιλοδώρημα.

Βιάζεται η υδρόγειος

κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο

–η σκόνη κι ο συναγερμός

φρουρούν τα αρχαία νομίσματα–, δεν προλαβαίνει.

Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή

απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο.

Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια; (σελ. 9)

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που διατρέχει τα ποιήματα της συλλογής είναι η διαλογικότητά τους. Στα κείμενά της υπεισέρχονται ποικίλες φωνές, οι οποίες αποδίδονται τυπογραφικά με πλαγιογράφηση, παύλες ή εισαγωγικά. Οι φωνές αυτές συνομιλούν μεταξύ τους, σχολιάζουν, αντιλέγουν, μονολογούν ή διαλέγονται. Σε αρκετές περιπτώσεις πρόκειται όχι για ενδοκειμενική, αλλά για διακειμενική συνομιλία. Συνομιλία άλλοτε εμφανώς καταγεγραμμένη, όπως με τον Παπαδίτσα, τον Τσελάν, τον Μποσκέ, τον Μπέκετ, τον Άσμπερι, τον Βιζυηνό, τον Κρυστάλλη, τον Πατρίκιο, τον Καρούζο και πολλούς άλλους, αλλά και με ψαλμούς, θεολογικά κείμενα, νανουρίσματα και δημοτικά τραγούδια· άλλοτε, πάλι, πιο υπαινικτική, δυσδιάκριτη και απαιτητική.

Πουθενά, βεβαίως, στη συλλογή δεν εντοπίζουμε ευδιάκριτους και εύληπτους αναγνωστικούς οδοδείκτες. Ο αναγνώστης πρέπει να εγκύψει με προσοχή σε σύμβολα και μεταφορές. Πρέπει να ξαφνιαστεί από αδόκητα γλωσσικά και γνωστικά συνταιριάσματα. Να ζαλιστεί σχηματίζοντας νοητικές εικόνες συγκεχυμένες, κινούμενες, μαγικές. Να ψηλαφήσει τις λέξεις και τα κενά τους, όπως με τα κείμενα που είναι γραμμένα με τη μέθοδο Μπράιγ. Να χαθεί σε λαβυρίνθους με μόνο μίτο μια «κλωστή», που αν και «χρυσή» είναι «λίγη». Να προσπαθήσει να ερμηνεύσει μισόλογα και θρυμματισμένες παραστάσεις. Να περιδιαβεί σε χρονοτόπους χτισμένους με νέο- ή μετα-υπερρεαλιστικά υλικά, απαρνούμενος τη βολή ενός «λογικά» διατεταγμένου κόσμου.

Η νοητική αυτή προσπάθεια που καταβάλλει ο αναγνώστης έχει, προφανώς, πολλαπλά οφέλη, με βασικότερο ότι συνιστά μια άσκηση αντίστασης στον αυτοματισμό. Οξύνονται οι αισθήσεις του, ανανεώνεται η αντίληψη του κόσμου, ανακαλύπτεται εκ νέου η «πραγματικότητα». Η ποίηση της Λουκίδου λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως ένας ενδιάμεσος χώρος ανοικείωσης· ένας χώρος αδυσώπητης όσο και δημιουργικής σύγκρουσης του «εν ενεργεία» και του «δυνάμει», στο πλαίσιο του οποίου πυροδοτούνται συνεχώς νέες απόπειρες αναζήτησης νοημάτων που διαφεύγουν ή που λανθάνουν στο πεδίο του κοινού, χρηστικού λόγου.

Τα θεματικά νήματα που διαπερνούν τα ποιήματα της συλλογής είναι ποικίλα: ο χρόνος, η μνήμη, ο έρωτας, ο θάνατος, η πανδημία, η προσφυγιά, το τραύμα, το παράλογο, εν γένει, της ανθρώπινης ύπαρξης. Αλλά και η γλώσσα, η τέχνη του λόγου, η γραφή κι η ανάγνωση, μέρος του παράλογου και ταυτόχρονα προσπάθειες υπέρβασής του.

Θα μου επιτρέψετε μια ιδιαίτερη επιλογική αναφορά στα ποιήματα ποιητικής με τα οποία ολοκληρώνεται η συλλογή. Πρόκειται για μικρά φιλοσοφικά δοκίμια αισθητικής, στα οποία τελείται μια αυτοαναφορική μεν, καθόλου όμως ομφαλοσκοπική αποτύπωση της ποιητικής δημιουργίας, της ουσίας, του σκοπού και της σημασίας της.

Οι ερημίτες ποιητές

των ελαχίστων αποστάσεων δρομείς

-τουτέστιν, απ’ το οικοπεδάκι του χαρτιού

μέχρι το μαύρο του πουλιού-

πάντα μακράν της ενοχής

κι αυθαδιάζοντας, ενίοτε, στη γλώσσα

ακούν μικρά σπασίματα γυαλιών

κρύβουν νιφάδες μες στις ρίζες

καρφάκι δεν τους καίγεται για τα αναρριχητικά

και τις τυφλές ρεβεράντζες.

Γράφουν:

Το βλέμμα είναι το νόημα

κι αν κάτι εντέλει σώζεται

ερήμην μας και αν … (σελ. 82)

Πράγματι, σε τελική αναγωγή, το κέρδος της τέχνης δεν είναι μια κάποια «σωτηρία», αλλά αυτό ακριβώς το ανανεωμένο «βλέμμα» που αποκτά ο αναγνώστης ταξιδεύοντας εν εγρηγόρσει στα επικίνδυνα νερά της ποίησης. Γιατί, όπως δηλώνει δίχως προσχήματα και υπεκφυγές η Λουκίδου,

η ποίηση είναι κατακλυσμός

–δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε– (σελ. 84)

ΜΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΡΟΥΣΗ

bookpress.gr 2/11/2023

Στην ποιητική συλλογή Ο θυρωρός των ημερών της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (εκδ. Κέδρος) αναγνωρίζουμε όλα όσα έχουν συγκροτήσει έως τώρα το δικό της, ιδιαίτερο ποιητικό τοπίο· ένα ποιητικό τοπίο χαρακτηριζόμενο από μια επίπονη διανοητικά πρόσληψη της πραγματικότητας και μια στοχαστική μελαγχολία.

Η θεματική της ακροβατεί και πάλι ανάμεσα στη βυθομέτρηση του εαυτού και στην ιχνηλάτηση μιας απρόβλεπτης, σε διαρκή κρίση, κοινωνικής συγκυρίας∙ το υπαρξιακό άγχος που γεννά η απώλεια και η οδυνηρή επίγνωση της έλλειψης του ουσιαστικού έρχεται αντιμέτωπο με την έντονη επιθυμία διατήρησης της προσωπικής αυτονομίας και ακεραιότητας ως αντίβαρο στο «αιχμηρό μας σύμπαν». Στην ουσία όλα τα ποιήματά της μιλούν για το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας σε μια εποχή απομάγευσης των πάντων.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αν κάθε είδους ποίηση θα μπορούσε υπό μία έννοια να είναι υπαρξιακή, η ποίηση της Λουκίδου είναι υπαρξιακή και με την ιδιαίτερη σημασία του όρου. Μιλά δηλαδή για τον χρόνο – και για όλα όσα συμπλέκονται άρρηκτα με αυτόν: για το παρελθόν, ατομικό και συλλογικό, για την Ιστορία, τον θάνατο, τη φθορά και τις απώλειες που ο χρόνος συνεπιφέρει, και για τη σημασία συνεχούς ανανοηματοδότησης της ύπαρξης.

Μιλά όμως και για τη σημασία της γραφής ως επίπονης διαδικασίας διάσωσης και ανάδειξης του χαμένου βιώματος και του αυθεντικού – με το ποιητικό υποκείμενο να οδηγείται στην οδυνηρή διαπίστωση πως «Ο χειμώνας των λέξεων» είναι «ένας κατήφορος δύσβατος».

Διαμορφώνει μέσω αυτών των μνημονικών ταξιδιών μια αυτοβιογραφική στρατηγική στα ποιήματά της καθοριστικό ρόλο στην οποία παίζει η αναβίωση του χώρου ως υλικό ίχνος της παρελθούσας, και παρόλα αυτά, ζωντανής εμπειρίας· και είναι αυτό ακριβώς που συνιστά και έναν από τους κύριους εικονογραφικούς τρόπους της ποίησής της.

Το αδυσώπητο πέρασμα του χρόνου παίζει καθοριστικό ρόλο στα ποιήματα της συλλογής με τη μνημονική ενασχόληση να κυριαρχεί ως αναδρομή στην ύπαρξη από τη σκοπιά της ωριμότητας. Περιγράφοντας τη φαινομενολογία της μνήμης, ο Paul Ricoeur ισχυρίζεται ότι το παρελθόν εμφανίζεται ως εικόνα, ενώ η ανάμνηση και η προσπάθεια ανάμνησης είναι συνομιλιακή. Κάτι ανάλογο συμβαίνει με το ποιητικό υποκείμενο σε πολλά από τα ποιήματα της συλλογής καθώς το παρακολουθούμε να ζει ταυτοχρόνως στον κόσμο του ονείρου και της πραγματικότητας στην προσπάθειά του να ανασυνθέσει τις «συνομιλίες» του παρελθόντος – «συνομιλίες» που τροφοδοτούνται από θραύσματα διαλόγων και θεατρικά αποτυπωμένες σκηνές, άλλοτε οικείες και άλλοτε ανοίκειες. Διαμορφώνει μέσω αυτών των μνημονικών ταξιδιών μια αυτοβιογραφική στρατηγική στα ποιήματά της καθοριστικό ρόλο στην οποία παίζει η αναβίωση του χώρου ως υλικό ίχνος της παρελθούσας, και παρόλα αυτά, ζωντανής εμπειρίας· και είναι αυτό ακριβώς που συνιστά και έναν από τους κύριους εικονογραφικούς τρόπους της ποίησής της. Ιδιαίτερες συμπαραθέσεις εικόνων που δημιουργούνται από ψυχικούς αντικατοπτρισμούς που επικάθονται πάνω σε λεπτομέρειες του φυσικού κόσμου ή σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης και απότομες μετατοπίσεις της οπτικής που στρέφουν την προσοχή στις συνεχείς, δύσκολα εντοπίσιμες, αλλαγές του περιβάλλοντα κόσμου, με την κατανόηση να περνάει από το οπτικό στο νοητικό, συνθέτουν το εικονογραφικό της όραμα.

ΜΟΝΩΔΙΑ

στον πατέρα μου

Γιορτάζει ο κήπος θερινός
μόλις αντιληφθεί πως τον κοιτάζω.
Αναπολεί το τελετουργικό των χεριών σου
όταν πέτρα την πέτρα έγραφαν
την αόρατη πραγματεία της ευγένειας.
Η οσμή του πράσινου εξέρχεται δοξαστική
ανεβαίνει και διασκορπίζεται σαν στοχασμός
της ελιάς, της ροδιάς, της λεμονιάς
του έλατου, της λεβάντας.
Το νεύμα των θαλασσινών τόπων με προσπερνά.
Επωάζομαι γυάλινη
σαν έρημος πάλλουσα μα υποφωτισμένη.
Τόσες μετατοπίσεις σε μια μικρή ανάπαυλα
τόση ανθοφορία αδικαίωτη.
Τα σαλιγκάρια διασχίζουν ήσυχα την υγρασία του χόρτου
θα συναντήσουν σε λίγο τα βιαστικά μυρμήγκια
και την υπόγεια γλώσσα της αυτοσυντήρησης
τα έντομα θα διασταυρωθούν άστεγα
με το αιχμηρό μας σύμπαν
κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω
μια ώρα του κήπου αδιάφορη
κάποιος θα προσπαθήσει
να με ελευθερώσει.

Θα έλεγα πως οι χώροι της μνήμης υποστασιοποιούνται στους στίχους της με τη βοήθεια που δίνουν «λέξεις-αντικείμενα», αντικείμενα που μπορεί, σε κάποιες περιπτώσεις, να αποκτούν τη διάσταση του συμβόλου, αλλά κυρίως αυτό που πετυχαίνουν είναι να χρησιμοποιούνται για να συγκροτήσουν την οπτική αποτύπωση μιας ψυχικής κατάστασης, υποδηλώνοντας συναισθήματα που δεν χρειάζεται να κατονομαστούν. Αυτές οι «λέξεις-αντικείμενα» αναδεικνύουν ως κατάλοιπα του παρελθόντος τον επιτελεστικό χαρακτήρα της μνήμης, όχι μόνο πυροδοτώντας την κάθε φορά που το ποιητικό υποκείμενο έρχεται σε επαφή με το αντικείμενο, αλλά και υποδηλώνοντας ότι συχνά τα παρελθοντικά ίχνη αναδύονται σε μια προσπάθεια του εαυτού να τα ακολουθήσει και να τα «επανασυναρμολογήσει» για να βάλει σε τάξη τον χρόνο και, μαζί με αυτόν, τον εαυτό.

ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Άσαρκα και ενάντια
συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική
συμπιεσμένου σκότους
αφτέρουγα φτερουγίζουν
στη διαλεκτική υποκύπτοντας
προσωρινής αιχμαλωσίας.
[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά
και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων
μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι
– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια
κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε
έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]

Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν
κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα
τα πάνινα σανδάλια παραλίας
δίπλα σε οράσεως γυαλιά
– μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο
είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –
τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη
πάνω από τα Depon
κι εσάρπες αφοδράριστες
ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;
Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη
πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ
– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –
και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται
δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη
τα γεγονότα της απλότητας
κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει. […]

Η υποκειμενική, βαθιά προσωπική, μνημονική εμπειρία δεν μπορεί να αποκοπεί όμως ούτε στη συγκεκριμένη ποιητική της συλλογή από τα ίχνη της εμπειρίας της συλλογικής μνήμης, ιστορικής και κοινωνικο-πολιτισμικής· γενικότερα, άλλωστε στην ποίηση της Λουκίδου οι προσωπικές ιστορίες συνομιλούν πάντοτε με το βαρύ φορτίο της σύγχρονης συγκυρίας εγγράφοντας στους στίχους της το έντονο και συνεχές άγχος που γεννά η ένταση μεταξύ του υποκειμένου και του κόσμου.

ΕΞΟΔΟΣ

ΗΜΕΡΑ ΠΡΩΤΗ

Ώσπου απ’ τα μετόπισθεν των ασυνόδευτων νεκρών
–σαν αχνοχάραμα γραφής που αργοσαλεύει στα κτερίσματα–
κύκλοι ομόκεντροι σχημάτισαν αργά
μια προσομοίωση χώματος
όπως αλεύρι ολικής για την υγεία των ψυχών.
[Χρωστούσαμε μία χουφτίτσα απ’ την επάνω γη
που δεν τη ρίξαμε ποτέ στο κατευόδιό τους.] […]

Μας θυμίζει με τα ποιήματά της πως είμαστε συμμέτοχοι στην απώλεια σε επίπεδο τόσο κοινωνικο-πολιτικό όσο και μεταφυσικό και θα μπορούσε υπ’ αυτή την έννοια να περιγραφεί ο ποιητικός τρόπος της ως ποίηση της υπαρξιακής εμπειρίας του χρόνου, θυμίζοντάς μας ότι ο άνθρωπος είναι στην ουσία χρόνος και, κατά συνέπεια, απώλεια.

Η ποίηση της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών έρχεται εντέλει αντιμέτωπη με τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα που γεννά η εσωτερική πάλη του ατόμου με ό,τι το απομακρύνει από την πραγματική ουσία της ύπαρξης…

Η αίσθηση της απώλειας ή η αγωνία της για τη χαμένη απώλεια διαπερνά, άλλωστε, το έργο της και αυτό το διάχυτο αίσθημα απώλειας με κάνει να χαρακτηρίσω τα ποιήματά της ως κρυφά ελεγειακά ή αντι-ελεγειακά –μια μορφή ελεγείας που δεν συμμορφώνεται με το συμβατικό παράδειγμα «απώλεια-παρηγοριά» που χαρακτηρίζει τις παραδοσιακές ελεγείες.

kedros loukidou o thiroros ton imeronΑν δεχτούμε, σύμφωνα με όσα γράφει ο Jahan Ramazani στο βιβλίο του Poetry of Mourning: The Modern Elegy from Hardy to Heaney (1994), ότι οι αντι-ελεγείες αυτό που προσφέρουν δεν είναι απαντήσεις αλλά αξιομνημόνευτους γρίφους και προβληματισμούς, ότι δεν γράφονται ούτε για να θυμόμαστε ούτε για να ξεχνάμε, αλλά για να αλλάζουμε, τα ποιήματα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελούν ένα τέτοιο παράδειγμα λόγου ως αντίδοτο στην απώλεια. Υπάρχουν, στην ελεγειακή ποίηση, διπλοί ενδοιασμοί σχετικά με την επιθυμία κάποιου να διατηρήσει την απώλεια, να μην χάσει εντελώς την απώλεια από τη μνήμη του, και ο φόβος του να κρατήσει αυτή την οδυνηρή εμπειρία της απώλειας.

Στην ποίηση της Λουκίδου, αυτή η συγκρουσιακή κατάσταση οδηγεί στη δημιουργία ενός τρίτου χώρου, χαρακτηριζόμενου από τη διατήρηση μιας μελαγχολικής έντασης που αποδεικνύεται πιο αποτελεσματική για την άσκηση ενός στοχαστικού κριτικού σχολιασμού για το είναι και τον κόσμο. Με τον τρόπο αυτό τα ποιήματά της γίνονται ένα μέσο μαρτυρίας για το πώς να ζει κανείς με την απώλεια και να διαχειρίζεται την αποκαλυπτική δυνατότητα της αμφιβολίας.

Η ποίηση της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών έρχεται εντέλει αντιμέτωπη με τους προβληματισμούς και τα αδιέξοδα που γεννά η εσωτερική πάλη του ατόμου με ό,τι το απομακρύνει από την πραγματική ουσία της ύπαρξης – αυτό που την ταλανίζει, άλλωστε, είναι το νόημα και ο σκοπός της ζωής, η ανεπίλυτη ένταση ανάμεσα στην αυθεντική και τη μη αυθεντική ύπαρξη· όπως γράφει στο ποίημα «Πλανόδια μικροπωλήτρια μακριά απ’ την Ελευσίνα»: Ήθελα μόνο να μάθω πώς να ζω. Δημιουργεί ποιητικά υποκείμενα που κινούνται βαθιά μέσα στον εαυτό τους στην προσπάθειά τους να αναμετρηθούν με τον εαυτό και τον χρόνο σε ποιήματα η διανοητική πυκνότητα των οποίων λειτουργεί ως προτροπή για στοχασμό.

ΕΛΣΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΟΥ

FRACTAL 31/10/2023

«Κατανοώντας το μεγαλείο της ζωής και συνάμα τη ματαιότητα της ύπαρξης»

Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά /

καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη.

Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου

«TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ»

Η γέννηση της φιλοσοφίας σηματοδοτεί το πέρασμα από τον μύθο στον λόγο. Η μετάβαση αυτή δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι οι φιλόσοφοι εγκατέλειψαν τον ποιητικό λόγο έκφρασης. Αντιθέτως. Η αρχέγονη σχέση ποίησης και φιλοσοφίας είναι ορατή ήδη από την εποχή των πρώτων Φυσικών φιλοσόφων. Ο Εμπεδοκλής και ο Παρμενίδης εκμεταλλεύτηκαν τον ποιητικό λόγο, το ίδιο και ο Ηράκλειτος, για να εκφράσουν τις ιδέες τους για το είναι και το γίγνεσθαι.

Ο Ηράκλειτος απαντά στο ερώτημα του γίγνεσθαι και του Χρόνου με μία ποιητική εικόνα: «ο Χρόνος είναι ένα παιδί που παίζει. Που παίζει με πεσσούς. Η βασιλεία ενός παιδιού». Ο Εφέσιος φιλόσοφος, θέλοντας να δείξει την ακατάπαυστη ροή του χρόνου, θα τον παρομοιάσει με ποτάμι: «Δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», θα πει, καθώς τα νερά του είναι πάντα άλλα. Η απάντηση στην ηρακλείτεια θεωρία θα έρθει με ένα άλλο ποίημα, αυτό του Παρμενίδη, ο οποίος θα μάθει εν τέλει την αλήθεια από τη θεά. Πάλι με μία εικόνα: Το παρμενίδειο ον είναι «όμοιο µε όγκο σφαίρας ολοστρόγγυλης».

Η ποίηση συνεχίζει και σήμερα να συνομιλεί με τη φιλοσοφία. «Ο άνθρωπος κατοικεί ποιητικά» γράφει ο Martin Heidegger. Για τον ίδιο, η ποίηση είναι η επιστροφή στο σπίτι μας, στην ύπαρξή μας. Σ’ αυτό το «σπίτι του είναι», εκεί όπου κατοικούν οι ποιητές και οι στοχαστές, η Ευτυχία- Αλεξάνδρα Λουκίδου τοποθετεί τον «Θυρωρό των ημερών» της προσφέροντάς μας μια θέαση του κόσμου.

Ήδη από τον τίτλο της συλλογής, παρμένο από το πρώτο ποίημα, η ποιήτρια μας προϊδεάζει ότι θα «παίξει» με τον χρόνο, σαν το παιδί-βασιλιά του Ηράκλειτου, αλλά όχι με πεσσούς. Με λέξεις. Ο Θυρωρός των ημερών είναι αυτός που θα μας ανοίξει την πόρτα της ποιητικής συλλογής αλλά και της ζωής μας. Ο χρόνος, ο στιγμιαίος και ο αιώνιος, ο «πανδαμάτωρ» κατά τους ποιητές και ο «αίτιος φθοράς» κατά τον Αριστοτέλη, είναι όλοι παρόντες-απόντες. Η διάρκεια, άλλοτε άπειρη, άλλοτε στιγμιαία, είναι αυτή που καθορίζει την ύπαρξή μας:

Μετρά ο ωρολογοποιός / με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο. / Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν / καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους / πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής/ που αργοπορούν αφηρημένες / κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών.

Ο θυρωρός γυρεύει φιλοδώρημα για να μας «ανοίξει» την ημέρα, να εξασφαλίσει την είσοδο στη ζωή, στην καθημερινότητα και να μετουσιώσει τη στιγμή σε διάρκεια. Είναι αρκετή η στιγμή, η χρυσή κλωστή απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο, για να εξαγοράσει τη διάρκεια; Όμως το χρέος δεν χαρίζεται ποτέ. Ευθύς, η ποιήτρια απαντά:

Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες / — δέκα και δέκα ακριβώς —/ η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας. / Όλα αρρωσταίνουν βήχοντας. / Τελειώνει ο χρόνος των μορφών. / Το χρέος δεν θα μου χαριστεί./ Εξάπαντος, λίγη λεβάντα.

Ο χρόνος, σύμφωνα με τον Σενέκα που συνεχίζει τη Στωική παράδοση, δεν είναι τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από τη ζωή μας.

«Αργός εκρήγνυται στο σώμα μου ο χρόνος», κραυγάζει η ποιήτρια στο «Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις». Ωστόσο, ο χρόνος δεν είναι μόνο η διάρκεια, είναι και η στιγμή. Η σταματημένη στιγμή (η ακίνητη αιωνιότητα τού είναι) θα επανεκκινήσει την πραγματικότητα. Στη «Γοργόνα εσωτερικού χώρου», η αιωνιότητα αντιστέκεται στην αλλαγή της στιγμής. Υπόσχεται σταθερότητα και συνέπεια. Αλλά ψεύδεται.

ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ

[…] Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται / ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται / τη στήριξη και τη διάρκειά της. / Γελιέται η κόρη και αφήνεται / στα δανεικά της βήματα. / Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει / κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό / την πλήρη της παράδοση…/ Μα τη βυθίζει.[…]

Η γοργόνα θέλει να δικαιολογήσει την ύπαρξή της. Η άχρονη αιωνιότητα είναι προτιμότερη από τη συνειδητοποίηση ότι ζούμε τη στιγμή, το παρόν. Η γοργόνα εγκλωβίζεται εκούσια σε ένα ατέρμονο παιχνίδι. Η επιλογή της ανυπαρξίας είναι για την ίδια η πιο ασφαλής:

Θα μείνω εδώ / γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού / στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι / να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη / τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω. / Θα μείνω εδώ / να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο / του ώμου τα φτερά / που ουδέποτε ανοίξανε.

Η ασφάλεια, η πίστη στο επαναλαμβανόμενο είναι εγκλωβίζει τους πρωταγωνιστές στο ποίημα «Ευτυχία είναι ή Έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο». Η Λουκίδου καταγράφει τη στιγμή και τη διάρκεια, στην καθημερινότητα:

Εκείνος βλέπει τις ειδήσεις / εκείνη καθαρίζει φασολάκια./ Λεπτές λωρίδες πράσινες / πέφτουν οι ώρες της κοινής ζωής / φύση νεκρή μα θρεπτική σαν την ασφάλεια.

Η κυριολεκτική εικόνα δίνει τη θέση της στην ποιητική. Το σκηνικό αυτή τη φορά είναι ο χρόνος του ελέους. Χώρος και χρόνος ταυτίζονται:

Η ηπιότητα δεν αντηχεί, μοσχοβολά σαν χάδι. / Λίγο πιο πέρα των αχθοφόρων η πομπή / σχοινοβατεί στον χρόνο του ελέους.

Η Λουκίδου κατοικεί στον πλανήτη της ποίησης και φιλοσοφεί. «Μια ζωή που δεν εξετάζεται δεν αξίζει να τη ζει κανένας άνθρωπος», αποφαίνεται ο Σωκράτης στον πλατωνικό Φαίδρο. Η Λουκίδου υμνεί τη ζωή, την εξετάζει και προσπαθεί να συλλάβει τις στιγμές των άλλων και τις δικές της. Θαυμάζει την αέναη κίνηση του κόσμου. Η ακινησία όμως είναι που της προκαλεί δέος. Στο ποίημα «Υψηλοί προσκεκλημένοι» παρατηρεί από απόσταση τη ζωή και τον εαυτό της:

ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ

Στέκομαι ακίνητη σαν ήπιος άνεμος εγκλωβισμένος στο χολ. Διαβάζω οδηγίες απολυμαντικών, φαρμάκων./ Μπαίνω πιο μέσα, αργώ να μπω· πολίτης πάντοτε του ενδιάμεσου κενού. Εκεί η αποφορά της απόστασης που δεν συνάντησε καμία εγγύτητα, εκεί κι η εκφορά των μεταφορών για τον ήχο της ζωής που κάνει θόρυβο όταν φεύγει.[…]

Όλα αυτά την οδηγούν σε μια διαπίστωση:

Η ζωή μου, άλλωστε, έχει την ίδια ευθύνη που αναλογεί στη νεραντζιά του δρόμου».

Στον Θυρωρό των ημερών η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου φιλοσοφεί με τον ποιητικό της λόγο. Η ποίηση λειτουργεί ως πρώτη συνείδηση της κατάφασης της ζωής. Ποιας ζωής όμως; Η ποιήτρια πρώτιστα δείχνει αυτογνωσία. Σχολιάζει τη δική της ζωή:

ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΤΕΛΙΚΑ

[…] Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας.

Η συνειδητοποίηση του φευγαλέου της ύπαρξης δεν συνεπάγεται παραίτηση. Τουναντίον. Στο ποίημα «Μύλοι Αλλατίνη» η ποιήτρια παραδέχεται το ίδιο:

Κι αν κηρυχτώ σε αφάνεια η πείνα δεν θα κηρυχθεί.

Η αφάνεια της ίδιας δεν σημαίνει αφάνεια όλων. Ο κόσμος θα συνεχίσει να υπάρχει. Μέσω της ποίησης, δηλαδή της συνεχούς καταγραφής του. Η ποίηση θα μας διδάξει την αλήθεια, θα μας βγάλει από το Σπήλαιο. Με την ποίηση θα αντικρύσουμε το φως. Στο ποίημα «Μάταιη αναμέτρηση» (με τη ζωή, να τολμήσω να συμπληρώσω ή με την «πραγματικότητα» ως φαινομενολογία;) η ποιήτρια συνδιαλέγεται με εμάς και με τον εαυτό της. Συμβουλεύει σε β΄ ρηματικό πρόσωπο:

«ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ»

Κι όσο πιο γρήγορα το αντιληφθείς / τόσο χειρότερα για σένα / γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός / – δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις / όσα αντέχουν στη φωτιά.

Η ποιήτρια αντιστρέφει τους όρους. Η ποίηση δεν είναι η σωτηρία, η ποίηση δεν οδηγεί στη γαλήνη, αλλά στη συνειδητοποίηση. Όπως όταν αντικρίζουμε τον Ήλιο για πρώτη φορά όταν βγαίνουμε από το πλατωνικό Σπήλαιο. Και τα μάτια μας πονούν. Η ταραχή που φέρνει η δημιουργία του ποιήματος είναι η ίδια που οδηγεί τον άνθρωπο- ποιητή στη γαλήνη. Η ποίηση διδάσκει τη ζωή. Και η αλήθεια είναι επίπονη. Στο τέλος, μένεις μόνος, ανάμεσα σε πολλούς. Αλλά εσύ, μοναχός, αντιστέκεσαι στη ματαιότητα. Σωτήρες δεν υπάρχουν:

ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ

[…] Κι όλοι αυτοί που τρέχουν ξοπίσω σου / δήθεν για να σε σώσουν / και προσποιούνται τα δέντρα και τον ίσκιο τους / λάμπες θυέλλης και ζουμερά πορτοκάλια / αχ, πόσο δι’ ασήμαντον αφορμήν / τραβούν την κλωστίτσα απ’ τα λόγια σου / σε ξεγυμνώνουν / κι είναι κατάμεστη η πλατεία / από καρναβαλιστές και άρματα/ κι εσύ πεταλούδα που καίγεται / κάτω απ’ τους προβολείς.

Η λύση είναι μία και μας παρουσιάζεται ανάμεσα σε εικόνες και στην προετοιμασία μιας επανάστασης στο ποίημα: «Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου» (καθώς στην πάροδο 18 της οδού Κράσνη στην Οδησσό ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία):

Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία. Και όπως οι φιλόσοφοι προετοιμάζονται μελετώντας τη ζωή, με τον ίδιο τρόπο προετοιμάζεται και η ποιήτρια.

Κατανοεί το μεγαλείο της ζωής και συνάμα τη ματαιότητα της ύπαρξης μέσα από τις ζωές άλλων και τη δική της. Στην ποίηση της Λουκίδου όλοι είναι ήρωες, όλοι είναι πρωταγωνιστές της ζωής, της δικής τους ζωής, κι ας μην το γνωρίζουν. Το γνωρίζει η ίδια και εμείς.

Για τον Αριστοτέλη, η ποίηση ενέχει τη φιλοσοφία. Μάλιστα, «καὶ φιλοσοφώτερον καὶ σπουδαιότερον ποίησις ἱστορίας ἐστίν», όπως καταθέτει στην Ποιητική, δηλαδή η ποίηση είναι πιο φιλοσοφική και πιο σημαντική από την Ιστορία, και εξηγεί ότι η Ποίηση έχει ως αντικείμενό της το καθολικό σε αντίθεση με την Ιστορία που ασχολείται με το ατομικό.

Σ’ αυτό το καθολικό ανήκει και ο Θυρωρός των ημερών. Η Λουκίδου προσδίδει την ποιητική μορφή τού καθολικού «είναι» στο προσωπικό της βίωμα. Ο φιλόσοφος και ο ποιητής στοχάζονται οικουμενικά.

Εν κατακλείδι, η φαινομενολογία της Λουκίδου μέσω της γλώσσας αναζητά τη δική της αλήθεια, που είναι και δική μας. Ο Θυρωρός των Ημερών θα μας ανοίξει την πόρτα, όταν μας δει να πλησιάζουμε. Τι φιλοδώρημα θα ζητήσει άραγε; Πώς θα εξαγοράσουμε τη διάρκεια; Η ποιήτρια θα εξαγοράσει το δικό της χρέος με λεβάντα. Εμείς;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

Περιοδικό “Χάρτης” 59 Νοέμβριος 2023

Ο θυρωρός της Ευτυχίας μας

Καθώς μεγάλωνα στην αστική Αθήνα στις δεκαετίες του 60 και του 70 έτυχε να διασταυρωθώ με πολλούς θυρωρούς. Από τους περισσότερους έχω διατηρήσει μια θολή γενική μνήμη, ίσα που τους έπιανε το πλάι του ματιού μου στην είσοδο της πολυκατοικίας αδρανείς, θρονιασμένους σαν βαριά έπιπλα στην εσοχή τους, πότε πότε να κλίνουν ελαφρά το κεφάλι, χωρίς να είναι ξεκάθαρο αν ήταν για να με χαιρετήσουν ή γιατί τους βάραινε η νύστα. Άλλοτε στραβοχυμένοι όλη μέρα σε μια άβολη καρέκλα να παρακολουθούν με βλέμμα καχύποπτο τους επισκέπτες, άλλοτε σε στάση ετοιμότητας σαν εξυπηρετικοί μπάτλερ, άλλοι πονηροί, άλλοι κουτσομπόληδες, άλλοι ετοιμόλογοι με χιούμορ. Αλλά κανείς τους δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα. Έμειναν όλοι, συσσωματωμένοι, σαν μια ενιαία παρουσία στο νού μου. Ένας, όμως, ξεχωρίζει σαν αγκάθι στη μνήμη μου, εκεί στην χαμηλοτάβανη είσοδο μιας πολυκατοικίας κοντά στην Μιχαλακοπούλου, όπου έμενε μια φιλική μας οικογένεια. Τους επισκεπτόμουν συχνά γιατί έκανα παρέα με την κόρη τους. Όποτε πήγαινα σφιγγόταν το στομάχι μου από πριν, ετοιμαζόμουν για σύγκρουση, θωράκιζα την ψυχραιμία μου …. “Που πάτε;” γάβγιζε στερεότυπα αυτός ο θυρωρός, με μια στεγνή δυνατή φωνή και ύφος γυμνασιάρχη που σε πιάνει την ώρα που καβαλάς τον τοίχο για κοπάνα. “Πάνω”, μουρμούριζα εκνευρισμένος, με τόνο αδιαπραγμάτευτου δικαιώματος στο απόρρητο, αλλά βέβαια αυτός δεν λύγιζε: “Επάνω πού;” Αν δεν έλεγες δεν πέρναγες. “Μα με ξέρετε”, σφύριζα μέσα από τα σφιγμένα δόντια μου μπας και τον πτοήσω. Όχι, όχι. Έπρεπε να ομολογήσω ακριβώς προορισμό, πώς δεν ζήταγε και διαβατήριο.
Γιατί θύμωνα τόσο πολύ; Γιατί λογοδοτούσα. Γιατί μπροστά στα εφηβικά μου μάτια στεκόταν η απαγόρευση προσωποποιημένη σε σχήμα σκυλομούρη θυρωρού! Κέρβερος στο δρόμο μου, φρουρός της ελευθερίας μου. Αυτόν τον συγκεκριμένο θυρωρό μου έφερε στο νου ο τίτλος της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας Λουκίδου. Σε αυτού του είδους την εξουσία στο διάβα μας πιστεύω ότι αναφέρεται. Είναι ένας μικρός θεός ίσως και περισσότεροι, άλλοι μέσα μας και άλλοι έξω μας, άλλοι στην προσωπική μας και άλλοι στην δημόσια ιστορία, που ελέγχουν την πρόσβαση μας στον προορισμό μας, στις επιθυμίες μας, στις ανάγκες μας, στην ευτυχία, στο όνειρο, στην πληρότητα, στο παρελθόν μας και στο μέλλον μας, στην ίδια μας τη ζωή που προσπαθούμε να τη ζήσουμε. Εμποδίζοντας μας την πρόσβαση μας αναγκάζουν να εκτρέπουμε τη ζωή μας προς τη φαντασία μας και να την ολοκληρώνουμε εκεί. Οι πιο δημιουργικοί την διοχετεύουν στην τέχνη. Μια τέχνη που γίνεται τόσο πιο φαντασμαγορική όσο περισσότερο εγκλωβίζεται κανείς στο αδιέξοδο. Μιλώ για τραύματα, φυσικά. Κι εκεί που η κοινή αφηγηματική γλώσσα δεν καταφέρνει καν να αγγίξει τις διαστάσεις, ο βουβός πόνος και η βουβή ανάγκη βρίσκουν διέξοδο μόνο στον ποιητικό λόγο. Μόνο αυτός μπορεί να τα βγάλει πέρα. Νομίζετε ότι το δραματοποιώ; Όχι πολύ…

Πριν πολλά χρόνια σε μια παρουσίαση του περιοδικού Αuto da fe στους Αέρηδες, στην Πλάκα, μια έκδοση των εκτοπισμένων από ανά την γη συγγραφέων από ολοκληρωτικά καθεστώτα είχε ρωτήσει κάποιος τον νομπελίστα ακτιβιστή ποιητή Wolle Soyinka: “Πώς διαφέρει ο συγγραφέας από έναν πολιτικό; ”. «Ο πολιτικός αναζητά την εξουσία», είχε απαντήσει. «Ο συγγραφέας την ελευθερία».
Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου, όπως και όσο την έχω γνωρίσει, είναι ένας πολύ ελεύθερος άνθρωπος, στη σκέψη, στη δράση, στη διασκέδαση, στη φιλία, στην αγάπη, στη φροντίδα. Που έχει κατορθώσει στη ζωή της να επιζήσει από ένα παρελθόν οικογενειακό και προσωπικό γεμάτο από συμβάματα υπέρτερα του ανθρώπινου ελέγχου που την άφησαν μερικές φορές εκτεθειμένη σε κοινωνικές διακρίσεις και κριτικές. Ξέρω ελάχιστα από αυτά, μόνο τα πολύ μεγάλα, όμως ο απόηχός τους, το συναισθηματικό τους βάρος (και βάθος) είναι αυτό που βάζει φωτιά στην ποίησή της και την ανοίγει σαν πυροτέχνημα προς όλες τις κατευθύνσεις. Η φαντασμαγορία, η δραματουργία και ο σαρκασμός που ενσωματώνει στο λόγο της, είναι ευθέως ανάλογα της απόγνωσης για τον χρόνο που καταναλώνεται χωρίς τα αναμενόμενα να συντελούνται, παρά την προσπάθεια, παρά την οδύνη, παρά την αφοσίωση. Και μιλάει μερικές φορές ευθέως σε κάποιον μέσα στο ποίημά της, άραγε στον αναίσθητο θυρωρό; — γιατί νιώθει υποχρεωμένη να λογοδοτήσει και να αμυνθεί στο κοινωνικό περιβάλλον που την ελέγχει. Πώς ελευθερώνεται, πώς ξεφεύγει κανείς από τη μοίρα; Από την απώλεια. Από τους μικροθυρωρούς της κοινωνίας ;
Αντιγράφω εδώ από μια κριτική του Παναγιώτη Νικολαϊδη για το βιβλίο της: “Η ποίηση για τη Λουκίδου αποτελεί πρωτίστως, ένα σημείο-τόπο καταφυγής, όπου πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος συνθέτουν εικόνες και συγκροτούν, εν τέλει, ένα ενιαίο και διαρκές παρόν… ως λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η ποιήτρια ευελπιστεί να προφυλάξει το πραγματικό της πρόσωπο από τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο.” Και λέει παρακάτω ότι η αφήγησή της δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός οιωνεί μυθιστορήματος…”.

Aυτό το «οιωνεί μυθιστόρημα» είναι φυσικά ένα πολυδιάσταστο και πολυδιασπασμένο ποιητικό μυθιστόρημα, που εγώ το διαβάζω σαν μια ανεκπλήρωτη λαχτάρα της ποιήτριας για ενότητα και για μια αδιασπαστη —άσχιστη, αθρυμμάτιστη, ανεμπόδιστη ίσως— ζωή. Σε μια συνέντευξη που έδωσε φέτος η Ευτυχία στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη λέει ότι “Η ποίηση καλείται να επαναφέρει μιαν άλλου τύπου ενότητα να υπενθυμίσει το χαμένο ολόκληρο και αναλαμβάνοντας τη συναρμογή των φραγμέντων να οδηγήσει στην ακεραιότητα…”. Μιλάει εδώ , πιστεύω, για μια αποκατάσταση του σπασμένου, μια επανένωση των μερών που διχάστηκαν και απομονώθηκαν από τον θάνατο, το χρόνο, τη διεκδίκηση, την εκμετάλλευση, όλους αυτούς τους μπανάλ αλλά με εξουσία θυρωρούς της ζωής…

Για τον Θυρωρό των ημερών της Ευτυχίας έχουν γραφτεί πολλά και δικαίως. Είναι μια ώριμη και σημαντική συλλογή στην ποίηση της αλλά και στην νεοελληνική ποίηση γενικότερα. Η προσωπική και η κοινωνική της ζωή παρέχει την ύλη για το πρώτο μέρος του βιβλίου αλλά στο δεύτερο μέρος μιλάει για την ποιητική της ζωή και τη διαδικασία της ποιητικής δημιουργίας. Εδώ φαίνεται η εμπειρία και η ωριμότητά της τόσο στην γραφή όσο και στην μελέτη της. Είναι το αποτέλεσμα της της επεξεργασίας της ποιητικής τέχνης και του στοχασμού μέσα της και η συνειδητοποίηση ότι η ποίηση στη ζωή του πραγματικού ποιητή έχει μέγεθος και ορμή φυσικού φαινομένου και κάποτε φυσικής καταστροφής: Γράφει : “η ποίηση είναι κατακλυσμός/ —δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε”— κι αναρωτιέμαι, εγώ, αν η ποίηση είναι ο κατακλυσμός ποια είναι η κιβωτός; Κιβωτός είναι η ποιητική παράδοση, τα έργα των άλλων ποιητών, που το μελετά συστηματικά για πολλά χρόνια, άρα αυτά της επιτρέπουν κάποια ασφάλεια σε αυτό τον ελεύθερο πειραματισμό και η αλήθεια είναι ότι με τον καθένα ποιητή που μελετά η Ευτυχία αναπτύσσει μια ενσυναισθητική επαφή, κάτι σαν μια ιδιαίτερη προσωπική σχέση.

“Εκείνο που καθημερινά προσπαθώ είναι η ανάγνωση”, λέει στη συνέντευξή της, κάτι που για μένα δείχνει καθαρά την πολυφωνία που υπάρχει ανά πάσα στιγμή μέσα της όταν γράφει. Επίσης μιλάει σε αυτό το δεύτερο μέρος του βιβλίου, για τον πειραματισμό της γραφής της, την ελευθερία της εξερεύνησης, το σπρώξιμο των δημιουργικών ορίων της προς το άγνωστο, την επιθυμία να εξοικειωθεί το ανοίκειο να το καταλάβει και να ενωθεί μαζί του.
Στην ίδια συνέντευξη χρησιμοποιεί τη λέξη “εξακτινώνεται”, κάτι που στην αρχή μου φάνηκε εξεζητημένο, μέχρι που αντιλήφθηκα την ακρίβεια αυτού του χαρακτηρισμού για το ποιητικό της ιδίωμα. Μέσα στην ποίηση της Ευτυχίας Λουκίδου «εξακτινώνεται», πράγματι, μια ταυτόχρονη ελεύθερη κυκλοφορία σε πολλαπλά βιωματικά σύμπαντα. Η Θεώνη Κοτίνη, σε μια εξαίρετη κριτική της για τον Θυρωρό των ημερών, επισημαίνει την αντίθεση στη λιτότητα και την αφαίρεση που αναμένει κανείς στην ποίηση με τον “φραστικό πληθωρισμό” με τον οποίο βρίσκεται αντιμέτωπος κανείς στην ποίηση της Ευτυχίας και που το χαρακτηρίζει “αρμονία του περιττού”, φαντασμαγορικό “ερειπιώνα των αναμνήσεων”. Είναι όμως η αφαίρεση αυτό που περιμένει κανείς στην ποίηση; Και μόνο ο Γιάννης Ρίτσος, για παράδειγμα δεν μου φαίνεται εμένα καθόλου αφαιρετικός. Ο τρόπος που είναι γραμμένος ο Θυρωρός των Ημερών μού έφερε και λίγο στο νου αυτό που παρουσίαζε η περυσινή ταινία που πήρε το όσκαρ «Τα πάντα όλα» (ακριβής μετάφραση : τα πάντα παντού ταυτόχρονα — everything, everywhere, all at once). Είναι ένας εξαιρετικά μοντέρνος τρόπος σύλληψης και γραφής και είναι ο τρόπος που οι αναμνήσεις και οι παρατηρήσεις της Ευτυχίας απλώνονται συνειρμικά προς όλες τις κατευθύνσεις και φτιάχνουν το σύμπαν της, ξεφεύγοντας ενώ προσπαθεί να την ελέγξει ο μίζερος θυρωρός. Στην τέχνη όλα είναι παρόντα, και όλα είναι πάντα δυνατά. Και ας δημιουργούν σύγχυση και πολυδύναμο χάος μερικές φορές. Η λύση που πρότεινε η ταινία στον υπαρξιακό κατακλυσμό που δέχεται κανείς από αυτή την πολλαπλότητα είναι η απλότητα της σχέσης, της ένωσης και αυτή ακριβώς την ανάγκη υπογραμμίζει διακαώς, ρητά και άρρητα, όλο το βιβλίο της Ευτυχίας.
Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής έχει προτείνει να προσεγγίσουμε το έργο σαν “συναισθηματικές ενότητες που ενοποιούνται σε μια κεντρική ιδέα παρά για θεματολογία”. πιστεύω έχει δίκιο. Η αναζήτηση της σαφήνειας, μιας ακριβούς αντιστοίχησης με γεγονότα της βιογραφίας της ποιήτριας θα χαλάσει αυτή την αεικίνητη συναισθηματική και στοχαστική περιδιάβαση στην οποία μας ελευθερώνει καθώς παραδίδεται κι η ίδια στον κατακλυσμό της. Το αποτέλεσμα καταλήγει πολύ περισσότερο από το άθροισμα των μερών.

Ο θυρωρός των ημερών, λοιπόν, για να μην κάνω κατάχρηση του χρόνου σας, εν κατακλείδι, αυτό το πολύ σημαντικό πιο πρόσφατο ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, συγχρόνως μαθήτριας και δασκάλας της ποίησης και τη ζωής και εξαιρετικά ευαίσθητης δημιουργού, παρουσιάζει την φαντασμαγορία της φθοράς μας, την πολύχρωμη και πολυθεματική ιστορία της πορείας μας προς την καταστροφή, που όμως βαθμιαία και σταδιακά, καθώς την αντικρίζουμε και την εξερευνούμε, μας απελευθερώνει από τον φόβο και τα όρια, και φυσικά φτάνει στο τέλος να μας απελευθερώσει από την ίδια τη ζωή. Αυτή βέβαια είναι η πιο τρομακτική από όλες τις αντιφάσεις σε αυτό το ξέφρενο ταξίδι που έτσι κινδυνεύει να ακυρώσει και το οποιοδήποτε νόημα. Αυτό όμως που δεν ακυρώνει είναι η ζωή ως εκεί, η περιπέτεια, η ποικιλότητα, οι εμπειρίες, οι σχέσεις, οι απολαύσεις, οι πόνοι, το εδώ και τώρα που είναι πάντα ζωντανό, όσο υπάρχει ένα εδώ και τώρα. Αυτό είναι και το νόημα της ποίησης ως τέχνης. Το ίδιο το βίωμα της ζωής, γιατί άλλο δεν έχει, στιγμιαίο ή διαρκές, μεγάλο ή μικρό, σκοτεινό ή λαμπερό. Και μέσα στην ποίηση της Ευτυχίας αυτό αποτυπώνεται συγκινητικά και εντυπωσιακά για να μας το θυμίζει στο διηνεκές. Όσο διαρκεί κι αυτό.

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΝΑΣ

PERIOU.GR 30/9/2023

Ένα ψεύδος περιδινούμενο που λέει την αλήθεια

Έστω ότι ορίζουμε ως συντεταγμένες την παντοδυναμία της ματαίωσης, το αβέβαιο της ύπαρξης, το μετέωρο ταξίδι των συναισθημάτων. Έστω ότι δεν ξέρουμε αν ερχόμαστε ή φεύγουμε, ποιος ο προορισμός μας, ποιος ο παραλήπτης του μηνύματός μας. Τότε ιχνηλατούμε το τοπίο της νέας ποιητικής συλλογής Ο θυρωρός των ημερών της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου (Εκδόσεις Κέδρος, 2022).

Το πιο εντυπωσιακό σε αυτήν τη συλλογή είναι η χρήση της γλώσσας. Η σύνταξη είναι δημιουργικά πολύπλοκη, οι σημασίες ιριδίζουν σε πολλές αποχρώσεις. Εύστοχα χρησιμοποιούνται οι συνδυασμοί των αντιφάσεων: ταχεία βραδυκίνητη («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 32), αφτέρουγα φτερουγίζουν («Ωδή στη βαλίτσα», σελ. 24), ανάμεσα στα νοτισμένα σπίρτα και στη φλόγα τους («Τρεις υποθέσεις και μία διάψευση», σελ. 86). Αυτήν τη σύζευξη την ομολογεί ευθέως η ποιήτρια, δηλώνοντας ότι υπηρετεί τη συρραφή του παράδοξου («Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολλάζ του», σελ. 78), την ειρωνεία του ασύνδετου («Συνομιλία με τον Τζον Άσμπερι για τα κολλάζ του», σελ. 79), την αρμονία του περιττού («Γλώσσα, η μικτή καταπόνηση», σελ. 81). Τα πολλαπλά επίπεδα δηλώνονται και με τη χρήση κειμένων σε αγκύλες ή σε πλάγια γραφή. Για το σκοπό αυτόν αξιοποιούνται ακόμη και επιστημονικοί όροι: να επικαλούμαι το οίδημα στην ποδοκνημική («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου», σελ. 40).

Όμως, η γραφή δεν είναι εγκεφαλική, δεν υπάρχει η ξύλινη γλώσσα κι η εκζήτηση που θα βρούμε σε άλλους δημιουργούς. Οι στίχοι διαρθρώνονται αρμονικά με τολμηρές και σύνθετες εικόνες: Το δέντρο, ταχεία βραδυκίνητη, αφίχθη ένα απόγευμα/χωρίς αναγγελία απ’ τον σταθμάρχη./ Έκτοτε, στις αναπηρικές του ρόδες ριζωμένο/διαιρεί τον χώρο στο εδώ και πέρα απ’ τον φεγγίτη («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 32). Χάρη στην πολυπρισματική γραφή, αισθανόμαστε ότι η ποιήτρια συνομιλεί με άλλες φωνές εντός της, κι ενίοτε αυτοσαρκάζεται. Αθροίζει αινιγματικές πληγές από βαθιά ρωγμή γλυκύτερη («Αθήνα με τη μέθοδο Μπράιγ», σελ. 28), εθίζεται στην ανανέωση της πλάνης, σε διαρκή ταλάντωση απ’ τη φυγή στον ερχομό («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 33).

Σ’ αυτήν την περιπλάνηση η μόνη σταθερά είναι ο χρόνος: Μετρά ο ωρολογοποιός/με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο («Ο θυρωρός των ημερών», σελ. 9). Ο αρουραίος των λεπτοδειχτών μάς ροκανίζει αλύπητα («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο», σελ. 33). Ο χρόνος εκρήγνυται στο σώμα («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις», σελ. 38) κι αυστηρά χαράζει τη θνητότητα («Πλανόδια μικροπωλήτρια μακριά απ’ την Ελευσίνα», σελ. 59). Θαρρείς, μάλιστα, πως κι ο ίδιος ο χρόνος γερνά: τα ξεκούρδιστα σώματα των γηραλέων ωρών («Ξένο σώμα», σελ. 13).

Επιπλέον διάσταση, εν μέρει πιο αισιόδοξη αυτήν τη φορά, προσδίδουν στον χρόνο οι μνήμες ιστορικών γεγονότων. Διαβάζουμε για τη Φιλική Εταιρεία και για τη Μικρασιατική καταστροφή. Επίσης ταξιδεύουμε στο παρελθόν της Θεσσαλονίκης (Βαρδάρης, Μύλοι Αλλατίνη): Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία./ Καλπάζει ακίνητη η εποχή («Βαρδάρης after», σελ. 57). Ωστόσο, το παρελθόν συνδέεται με την αινιγματική αγωνία του παρόντος: Βράζει και εξατμίζεται το νερό/επείγει να σερβιριστεί το τσάι πριν τις επτά./Δεν πρέπει ν’ αναβάλω./ Κι εδώ δεν είναι φάτνη ούτε στοά/ένα ιερό μαγειρικής απλώς/όπου ετοιμάζεται η έξοδος προς την ελευθερία/η αποτίναξη του ψέματος/που κρύβει στο ημίφως τα πουλιά («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου», σελ. 41).

Γιατί, στον κόσμο αυτής της συλλογής, το τικ τακ του χρόνου παρακολουθεί το σχίσιμο της ύπαρξής μας: χρατς θα κόβεται το ύφασμα/χρατς θα σκίζεται το χαρτί/χρατς πάει και η ζωή μας («Ρακοσυλλέκτες τελικά», σελ. 17). Στολιζόμαστε μ’ ένα περιδέραιο από ματαιώσεις σαν του ώμου τα φτερά/που ουδέποτε ανοίξανε («Γοργόνα εσωτερικού χώρου», σελ. 49). Η δύναμή τους μπορεί μεμιάς να θρυμματίσει/σε χίλια μικρά αναφιλητά/τον πολυέλαιο μιας εκκλησίας/πριν τη γαμήλια τελετή («Μοιράζομαι», σελ. 43). Και ο καθρέφτης μαρτυρεί την αποξένωση του σώματος. Γύρω του η δύναμη της κατάρρευσης («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας», σελ. 21) με θανάτους αγαπημένων, αυτόχειρες ποιητές, πολέμους και πανδημίες.

Υπάρχει κάτι που σώζεται από την καθημερινή διάλυση; Ίσως υπάρχει μόνο η ποίηση, στην οποία και αναφέρονται τα τελευταία 11 ποιήματα της συλλογής. Βέβαια, η ποίηση δεν είναι διαδικασία εύκολη: γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ ─ δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε ─ («Μάταιη αναμέτρηση», σελ. 84). Η επαγγελία της γραφής αντιμετωπίζει δυσκολίες: μες στην υπόσχεση του ποιήματος/που όλο αθετείται («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις», σελ. 39). Απαιτητική, επίσης, η ανάγνωσή της: ─ Και θεωρείται τύχη/να βγεις απ’ την ανάγνωση με κάταγμα; («Υαλουργία», σελ. 69). Η ποίηση δεν αναιρεί απόλυτα τη ματαιότητά μας («Τρεις υποθέσεις και μια διάψευση», σελ. 86). Στην καθημερινή βιοπάλη τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία («Συζητώντας με τον ποιητή το ενδεχόμενο απόδρασης», σελ. 63). Μολαταύτα, αναδεικνύεται ως η μόνη ευκαιρία ν’ απελευθερωθούμε και άχρονοι να κρυφακούσουμε την αθώωση/προτού υπογραφεί («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;», σελ. 75). Στο λυτρωτικό αυτό ταξίδι η Λουκίδου συναντά τον Κρυστάλλη, τον Καρούζο, τον Πατρίκιο, τον Παπαδίτσα, τον Ασλάνογλου, τον Celan, την Dickinson, τον Ashbery και άλλους δημιουργούς. Σάμπως με κίνηση σπειροειδή, διαφεύγει από τους περιορισμούς και τις συμβάσεις, για να θυμηθεί και να μας θυμίσει την ουσιαστική αλήθεια της ποιητικής μυθοπλασίας: ─ Η βλάστηση του ακάλυπτου/ο αβοήθητος ταχυδακτυλουργός/ένα ψεύδος περιδινούμενο που λέει την αλήθεια («Τι είναι για εσάς τα θαύματα;», σελ. 77).

Τελικά, Ο θυρωρός των ημερών απαθανατίζει τις στιγμές μας, συνδιαλέγεται με τη φθορά, συλλέγει ευλαβικά τις ματαιώσεις. Η γραφή του μας καθηλώνει με την αινιγματική της γοητεία. Άλλη μια φορά, η ποίηση νικά: Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή/και αφηγούμαστε την ομορφιά καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη. («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας», σελ. 20).

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

Fractal 26/7/2023

Ο θυρωρός της ζωής μας

Στο κοίλωμα του ύπνου ασχημάτιστος

υποχωρεί κι ο θάνατος

Το παραπάνω δίστιχο, από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, εκφράζει εν συντομία την ουσία όλων των ποιημάτων. Στην προηγούμενη συλλογή της έγραφε: Άντε παιδιά […] Όλοι μαζί και δυνατά…/ να υφάνουμε την απόδραση («Εμείς αυτοί», Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2017), εκφράζοντας τον πόθο, την ελπίδα ίσως, μιας εξόδου από τη φθορά. Εδώ μοιάζει να επανέρχεται στο προσφιλές της μοτίβο του φόβου, του θανάτου, αλλά κυρίως του φόβου του θανάτου· άλλωστε, γνωστό αυτό, η οδύνη, η απώλεια, το πένθος και ο θάνατος ως επικρεμάμενη απειλή, ως κοινός «τόπος» για όλους, αποτελεί τη βασική θεματική όλης της ποίησης, όπου γης. Δεν γράφεται αλλιώς.

Η Λουκίδου, θα διαχειρισθεί τη θεματική αυτή, εκκινώντας από τον προσωπικό βίο, και θα μας κάνει κοινωνούς των δικών της, το περισσότερο υπερρεαλιστικών σκηνικών, σε μια απόπειρα να αποδοθεί το απευκταίον με άλλες λέξεις, κάτι σαν ξόρκι ή (γιατί όχι;) σαν μια εξοικείωση μαζί του. Το ζητούμενο είναι να χάνει την εξουσία του επάνω μας ο θάνατος, με όποιον τρόπο βρεθεί πρόσφορος – και η ποίηση, σε αντίστιξη μαζί του, βάζει τα δυνατά της. Υπαρξιακό το θέμα, άλλωστε η ποίηση της Λουκίδου πάντα είχε αυτό τον χαρακτήρα, με τις ιδιωτικές αναφορές και με τις αναπόφευκτες γενικεύσεις, καθώς ξέρει, όπως κάθε καλή ποίηση, να εκκινεί από το ιδιωτικό τοπίο και μένει ανοιχτή για τον αποδέκτη της, που θα συναντήσει, με τα δικά του βιώματα, τις ποιητικές αφορμές του δημιουργού. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν θα μπορούσε η ποίηση να νικήσει τον φόβο ή (καθώς συνιστά μια δημιουργία εν κινδύνω η ίδια) αν θα ενισχύσει τις μορφές του, καθώς στοχεύει διαρκώς στη σκοτεινή του όψη. Ξεγελιέται ο «θυρωρός» της ζωής μας, φεύγει για λίγο από το πόστο του; Αλλά, και πάλι, αρκεί αυτό το ελάχιστο για να ξεθαρρέψουμε πως εμείς ορίζουμε τον βίο μας;

Η ποίηση αυτή –μα και η κάθε ποίηση άλλωστε– δεν έχει τις απαντήσεις· η αξία της έγκειται στην ευστοχία της ως προς την ερώτηση: γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ – δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις/ όσα αντέχουν στη φωτιά. («Μάταιη αναμέτρηση»). Μια ποίηση που τολμά να εκτίθεται, να εκθέτει σε κοινή αναγνωστική θέα τους φόβους της, να αναμετριέται μαζί τους με τις λέξεις της, να τις στενεύει με τον δισήμαντο λόγο ή, αλλού, να τις ανοίγει διάπλατα προσβάσιμες μακάρι σε όλους (έστω στους πιο εκλεκτούς αποδέκτες) δεν μπορεί παρά να εισηγείται μια «θύρα», ένα πέρασμα ικανό να καταργήσει τον φύλακα-θυρωρό της – κι αν αυτό θεωρηθεί ανέφικτο, τουλάχιστον να καταστήσει, κατά το δυνατόν, αδιάφορη ή αθέατη την παρουσία του. Ακόμα κι αν το θαύμα αυτό διαρκεί όσο και η ανάγνωση των ποιημάτων. Άλλωστε, ζωντανή η πίστη ότι: η γλώσσα/ την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει/ κι οι μονομάχοι/ – νηφάλιοι και πρωινοί –/ με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά/ απ’ την ασάλευτη σκιά/ μες στον ναό μιας τάξης σχολικής/ θα προχωρήσουν. («Και τι πιστεύει ο ποιητής;»).

Χώρος ανατρεπτικός, ανοιχτός στα θαύματα. Αυτό εισηγείται η Λουκίδου με τον «θυρωρό» της. Στο εξαιρετικό στη σύλληψή του «Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις» θα είναι αποκαλυπτική για τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου ως προς τη θαρραλέα αντιμετώπιση του σκοτεινού τοπίου, με την ταυτόχρονη επίγνωση των δυνητικών ορίων: […] Πότε ιδέα και πότε κείμενο/ πότε παγίδα και πότε δρόμος/ περιοχή ενδιάμεση/ λέξη που αντηχεί τα πένθη της/ ρίζα του χάους […] Αργός ο χρόνος και θολά μιλά τα δικαιώματά μου/ και δεν τα διακρίνω έτσι που τρέχουν ασαφή/ μες στην υπόσχεση του ποιήματος/ που όλο αθετείται./ Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα./ Να ελευθερωθώ/ να καθαρίσει ο έρωτα από τον εφιάλτη του/ το «ανακάλεσέ με σωτήρ» έξω απ’ το ποίημα/ «… σε μετάξι επάνω» κι ενόσω ζω να το αρθρώσω/ «… σιγά».

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

FRACTAL 27/6/2023

«Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη

Πρόκειται για την όγδοη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου. Χωρίζεται σε δύο μέρη. Το δεύτερο μέρος αφορά την ίδια την Ποίηση. Ως ουσία, περιεχόμενο και διαδικασία. Αν έχετε συνηθίσει να ξεπετάτε τα ποιήματα, μην τη διαβάσετε. Εδώ θα πρέπει να σταθείτε, να αφιερώσετε χρόνο, να διαβάσετε ξανά και ξανά, να στοχαστείτε. Γιατί και η ίδια στοχάζεται μέσα από τα ποιήματά της. Προσοχή όμως, και ο Φιλόσοφος και ο Επιστήμονας στοχάζονται. Ο Ποιητής δε στοχάζεται μόνο, αλλά και συναισθάνεται. Τον πόνο, την οργή, την απελπισία, την απώλεια, τη μοναξιά. Υποφέρει από αυτά. Μέχρι να μπορέσει να τα μεταβολίσει σε λέξεις, ήχους, εικόνες, μυρωδιές, αγγίγματα, ανάσες. Ο αβίαστος ρυθμός της εναλλαγής των πυκνών σε έννοιες και παραπομπές, στίχων σε υπνωτίζει. Και όταν ξυπνάς σου προκαλείται μια έκρηξη εικόνων και λέξεων στο μυαλό. Τότε αναρωτιέσαι: τι συνέβη; Γιατί έχει τέτοια επίδραση πάνω μου αυτό το ποίημα;

Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου κατέχει άριστα την ελληνική γλώσσα. Χρησιμοποιεί κυρίως έννοιες και λιγότερο συγκεκριμένες εικόνες ή περιγραφές. Συχνά, με τρόπο αποφθεγματικό, με ένα «ποίημα μέσα στο ποίημα». Τόσο όμορφο που σου κόβει την ανάσα.

«Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη» (TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ).

«Η τέχνη του θανάτου έχει μια φυσικότητα θεατρική / καθολική κι επαναλαμβανόμενη» και «Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα» (ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΣΙΓΑΝΕΣ ΑΦΥΠΝΙΣΕΙΣ)

«γιατί έχει μνήμη ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος / μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται.» (ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ)

Πρώτα συλλαμβάνεις το ποίημα ως όλον, ως αίσθηση και μετά κατανοείς το περιεχόμενο. Για να το πω με όρους πλαγίωσης εγκεφάλου, πρώτα το συλλαμβάνεις με το δεξί ημισφαίριο και μετά με το αριστερό, το αναλυτικό. Ο τίτλος κάθε ποιήματος δίνει μια κατεύθυνση. Ακολουθούν στίχοι και στροφές ̶ σημεία ή σημαίνοντα, τα οποία αρχικά απλώνονται, και στη συνέχεια μαζεύονται και συμπυκνώνονται για να οδηγήσουν στο τελικό σημαινόμενο (ή σημασία) του ποιήματος.

Ο Θυρωρός κάνει καλά τη δουλειά του. Παρακολουθεί άγρυπνα και καταγράφει το γίγνεσθαι των Ημερών, τι διασώζουμε, τι νοσταλγούμε, τι σεβόμαστε, τι αγαπάμε. Τι μας πνίγει, τι μας απειλεί. Φυλάσσει τα πολύτιμα του παρελθόντος και του παρόντος. Ό,τι ζήσαμε, ό,τι παρατηρήσαμε. Αυτά που προηγήθηκαν, αυτά που μας συγκλόνισαν, αυτά που μας λύπησαν, αυτά που μας θύμωσαν. Αυτά που αγαπήσαμε και αυτά που αγαπάμε. Και τα καταγράφει όλα.

Για την πόλη της. Αυτά που θυμίζουν την Ιστορία της. «Ξημερώματα. / Στο πέρας της λεωφόρου των Εξοχών / ανάμεσα σε προξενεία και επαύλεις / φάντασμα αλευρωμένο / σε καμινάδα μπαινοβγαίνει που καπνίζει / ακούει για άρτων πολλαπλασιασμού και μειδιά.» (ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ).

Συνομιλώντας, ταυτόχρονα, με την παραδοσιακή ποίηση και το Τραγούδι του Νεκρού Αδελφού «Όμως εκείνο επιμένει / πως άλλο θαύμα καθημερινό διακινεί / να ψυχωθεί ό,τι τινάζεται από το σώμα του ύπνου / ακμαίο να παραδοθεί στην ανθρωποθυσία. / [Σκιά είναι κι ας φαντάζεται / σκιά είναι κι ας λέει…] (ΜΥΛΟΙ ΑΛΛΑΤΙΝΗ).

Για τον Βαρδάρη «-Κοιμάται ο άνεμος ποτέ; / -Όχι. Μόνο κατεδαφίζεται.» (ΒΑΡΔΑΡΗΣ AFTER).

Που συνομιλεί «Μια νέα αρχή απ’ το σημείο μηδέν / απ’ το μηδέν ως την ακίνητη αρχή. / Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία. / Καλπάζει ακίνητη η εποχή. / Σημειωτόν και προσοχή. / Ακίνητη.» (ΒΑΡΔΑΡΗΣ AFTER),

με το (TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ) «Υπάρχει μία ήπειρος, θα ’λεγα, διαζευκτική/ανθεκτική στους υετούς κι αλλεργική στη νοσταλγία/στεφανωμένη σαν πρωτομαγιά/από τους διάφανους καρπούς των σφιχταγκαλιασμένων./Ήπειρος αποδημητική/κινούμενη ακατάπαυστα προς την ακινησία.»,

και το (Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ) «Και δείτε, κύριε, στο καντράν τους λεπτοδείκτες / -δέκα και δέκα ακριβώς- / η σταματημένη στιγμή της κοιμωμένης χώρας.»

Για την καταγωγή της από τη Μικρά Ασία και την Καταστροφή «Θα έπρεπε να διαλέξουμε τα φίλτρα, τους φακούς / τη σωστή κάμερα, το φιλμ / μα ο σκηνοθέτης δεν μας έδινε ελευθερία κινήσεων./ Άλλωστε κουνούσε στο κατάστρωμα / κι η μπάντα απ’ τα πολεμικά / σκέπαζε τις ενοχλητικές κραυγές / με εύθυμα τραγούδια. / Πώς να τραβήξεις τον πνιγμό και τη σφαγή;» (ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΣ ΦΑΚΟΣ 1922).

Τον τρόμο, τις πληγές, το μεγάλωμα των μικρών προσφύγων. Το βλέμμα του φόβου. Με πικρή ειρωνεία «Ωραία που είμαι εδώ…/ Δεν έχω την παλιά άνεση βέβαια / μα μια ασφάλεια την παρέχει το καρφί. / Και τότε, όπως και τώρα, η πλάτη μου / στον τοίχο κολλημένη / μέχρι να λήξει ο συναγερμός της σκόνης.» και «Έκτοτε, τρόμος αξιοθέατος, εκτίθεμαι / με ταμπελάκι και αριθμό σε αίθουσες ευρύχωρες.» (ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ: «ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ»)

Για τον Μπέκετ και τους ήρωές του. Ο Βλαντιμίρ «Περιμένοντας τον Γκοντό», ο Χαμ και ο Κλοβ στο «Τέλος του Παιχνιδιού» και η Γουίνι στις «Ευτυχισμένες Μέρες». Με τέχνη και ευρηματικότητα συνομιλούν πρόσωπα και έργα, καταργώντας τα μεταξύ τους όρια. Για τη σκλαβιά, τη δυστυχία, την αναβολή, την ανάγκη, την ατέλειωτη αναμονή, τις αναπάντητες ερωτήσεις, τα αφελή διδάγματα. Για έναν δυστοπικό κόσμο. Με σκηνικό το κατάξερο δέντρο στη μέση του σαλονιού. «Εκεί, στη μέση του σαλονιού / σε θέση που θα ζήλευε κάθε χριστουγεννιάτικο / απλώνει ρίζες και κλαδιά το δέντρο της παράστασης. / Κατάξερη η έγκλειστη Εδέμ / με το μοναδικό φύλλο ντροπής ν’ αφήνει ακάλυπτο / κάποιον από τους πρωτόπλαστους.» Και την ποιήτρια να καταλήγει απαντώντας στον Μπέκετ «Γι’ αυτό κι εγώ εδώ, μες στο σαλόνι περιμένω. / Επειδή ξέρω και αδιαφορώ.» (ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΠΕΛΟ)

Αποδίδει φόρο τιμής σε ομοτέχνους της που αυτοκτόνησαν. Τη Σύλβια Πλαθ, τη Βιρτζίνια Γουλφ, τον Περικλή Γιαννόπουλο, την Κατερίνα Γώγου. Σταματώντας «-τη θλιβερή αφαίρεση κλωστών / που συγκρατούσαν τις μορφές / μες στο περίγραμμά τους-» λόγω της αυτοκτονίας τους και ευχαριστώντας τους για την επίδρασή τους στο έργο της «Σας είμαι ευγνώμων, ταπεινά, για τη συνεργασία. /Ακούσια, θα μου πείτε / όμως κι εσείς δεν είδα ν’ αντιστέκεστε / κι αυτό, ειλικρινά, σας το αναγνωρίζω.» (Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ).

Για τις μετακινήσεις της. Τις αναγκαστικές, αλλά κι εκείνες που επέλεξε. Για έναν κόσμο αντικειμένων και αναμνήσεων, κλεισμένο σε μια βαλίτσα. «Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά», το «Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν», «μια εικονίτσα χάρτινη», «Depon», «εσάρπες αφοδράριστες», «Και το νερό… / Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία. / Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα / στο φόρεμα της κηδείας.» (ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ)

Το δεύτερο μέρος, όπως γράφω στην αρχή, αφορά την ίδια την Ποίηση. Την ουσία, το περιεχόμενο και τη διαδικασία της. Πρόκειται για ένα «ποιητικό μανιφέστο» που αποτελείται από μια σειρά με θαυμάσια ποιήματα. Σταχυολογώ μερικούς στίχους.

«-Και είναι το ποίημα αμμώδες; / -Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει. / -Το ίδιο; / -Όχι, το ίδιο ποτέ. / Εκείνος κυρίως που το γράφει / κι αν είναι τυχερός κι αυτός που το διαβάζει.» (ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ)

«-Κι απ’ τους ανθρώπους ποιον εκτιμάτε; / Αυτόν που πραγματοποιεί / ή αυτόν που ανανεώνει την υπόσχεση;/ -Μα, φυσικά, τον δεύτερο. / Η αναμονή και η απόγνωση / σε μια αδιαμαρτύρητη συνωμοσία / μου εξασφαλίζει τον πυρετό τον επιούσιο / που αναλογεί σε κάθε μελλοθάνατο.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟΥ)

«-Στη διαδικασία εμπλέκονται / κάτι ευτελή υλικά τελείως αβαρή: / το πούπουλο / κι ένας ρυθμός αρχαίος, καταγωγικός / σαν τον αδιόρατο συλλογισμό φτερού / πριν ξεκολλήσει από τον άγγελο / ή απ’ τη σουσουράδα / για να βρεθεί τρεις εποχές μετά / πεσμένο θριαμβευτικά / στην πρώτη ύλη του καθρέφτη.» (ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΑΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ;)

«-Ότι το έγκλημα / θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του» (ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;)

«-Και πως ξεκίνησε η συρραφή του παράδοξου; / -Όλα άρχισαν απ’ το κουτί σ’ εκείνη τη σοφίτα / αλλά κι από ένα πάπλωμα που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΤΖΟΝ ΑΣΜΠΕΡΙ ΓΙΑ ΤΑ ΚΟΛΑΖ ΤΟΥ)

«Κι όσο πιο γρήγορα τον αντιληφθείς / τόσο χειρότερα για σένα / γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός / -δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε- […]» (ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ)

Η συλλογή κλείνει με ένα μικρό στοχαστικό κείμενο τεσσάρων παραγράφων, γραμμένο στα χρόνια της πανδημίας, για τη ζωή μέσα στην καραντίνα, τη μοναξιά και την παρηγοριά των αναμνήσεων, της βιβλιοθήκης και της δημιουργίας. «Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στο δωμάτιο. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία.» (ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ)

Από τα λίγα παραπάνω, είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για εύκολη ή ευκολονόητη ποίηση. Συχνά χρειάζεται επανειλημμένες προσεκτικές αναγνώσεις για να αποκωδικοποιηθεί ένα ποίημα και επίσης συχνά, μένουν και ερωτήματα αναπάντητα. Αυτή, όμως, δεν είναι και η ουσία της πραγματικής ποίησης; Ένα σύστημα ανοικτό που ποτέ και από κανέναν δεν ολοκληρώνεται και δεν κλείνει οριστικά. Ένα σύστημα που επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες, αλλά που καμιά τους δεν είναι πλήρης, ολοκληρωμένη και μοναδική.

«- Δηλώσατε πως σας τρομοκρατεί / το στοίχημα του έξω χώρου. / Υπάρχει κάτι, άραγε, που σας αρέσει;/ – Πάντα μου άρεσαν τα ανοιχτά φινάλε. / Είναι άλλη ικανοποίηση όταν δολοφονείται η ερμηνεία.» (ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟΥ ΑΠΟΚΡΗΜΝΟΥ)

ΑΝΤΡΕΑΣ ΤΙΜΟΘΕΟΥ

poeticanet.gr 46 Ιούνιος 2023

Ποιος να ’ναι άραγε ο θυρωρός των ημερών; Είναι ένας άλλος μικρός πρίγκιπας που εξημερώνει τις μέρες του βίου μας ή ένας τύραννος που τις καταδυναστεύει; Ο ευρηματικός τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου ανοίγει ορίζοντες στη σκέψη του αναγνώστη σχετικά με την Ποίηση, τον Χρόνο και αυτό τον άγνωστο κύριο, που παραφυλάει στη γωνία, για να κρατήσει το ουσιαστικό που φτιάχτηκε, λέχθηκε ή γράφτηκε μέσα στον βιωμένο χρόνο της ύπαρξης του καθενός μας. Αυτός που παραφυλάει είναι ένας Μέγας Ποιητής, είναι ένας δημιουργός του μέλλοντος, είναι ο δημιουργός των πάντων, ο Ων που αγωνιά για το αν αυτό το κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν ευδοκιμεί ακόμα;

Μετρά ο ωρολογοποιός
με τη μεζούρα του ράφτη πια τον χρόνο.

Αυτοί είναι οι πρώτοι δύο στίχοι της ποιήτριας στο ποίημά της «Ο Θυρωρός των ημερών». Παίρνει μέτρα στον χρόνο για εκείνο το ένδυμα που μάλλον ποτέ δεν θα βρεθεί ο χρόνος για να ολοκληρωθεί, ακριβώς γιατί, όταν ολοκληρωθεί, δεν θα το έχουμε πια ανάγκη. Θα είμαστε άραγε πρωτόπλαστοι, χωρίς αίσθηση ντροπής; Θα είμαστε γυμνά σώματα ερωτευμένων που θα κλείνουν μέσα τους στιγμές αθανασίας; Θα είμαστε άψυχα σώματα έτοιμα να τα υποδεχθεί η γη; Εκφράζω την αδυναμία μου να απαντήσω, αλλά δηλώνω βαθύτατα γοητευμένος από τούτο το μυστήριο, στο οποίο μας μυεί η υψηλή Ποίηση. Αυτό που ο ωρολογοποιός μου έφερε στον νου είναι το σάβανο που έπλεκε η Πηνελόπη για τον Λαέρτη. Ήταν η τέλεια πρόφαση, για να αποκρούσει τους μνηστήρες. Μια πρόφαση στην οποία ασκούσε απόλυτη εξουσία. Έραβε τη μέρα, ξήλωνε το βράδυ. Μετρούσε, περιόριζε και μεγάλωνε τον χρόνο ως υφάντρα. Το σάβανο, μάλλον ήταν ο προσωπικός θυρωρός των ημερών της.

Σκέφτομαι πως στην περίπτωση της ποιήτριας αυτός ο θυρωρός είναι ίσως η ίδια η γραφή της. Μάλλον τη φρουρεί η Ποίηση. Λάμπει μέσα κι έξω, αυτό το κέρδισε αναμφίβολα με τη μαθητεία της, μα ξοδεύεται χωρίς να σκεφτεί λεπτό ποια θα είναι η οικονομία της για την επόμενη μέρα. Μάλλον είναι ο μόνος τρόπος να αντιστέκεται στη σκόνη των ημερών. Όσο για τη χρυσή κλωστή, ενίοτε την περνάει στα μαλλιά της, φτιάχνει με αυτήν έναν λαβύρινθο, μα πάντα αφήνει το ενδεχόμενο ανοιχτό στον επισκέπτη. Η κλωστή έχει το τέλος της στο στήθος της, στο μέρος της καρδιάς, μα δεν ξέρω πόσοι στ’ αλήθεια σκέφτηκαν να αρχίσουν από εκεί. Οι πιο δικοί της, μάλλον είναι αυτοί που κατάφεραν να δουν το σημάδι που τους άφησε, και έτσι ξεκινώντας απ’ την καρδιά δεν χρειάστηκε καν να λύσουν το μυστήριο του λαβυρίνθου.

Αυτό ήταν το σύντομο αλλά πολύ γοητευτικό αναγνωστικό ταξίδι που διένυσα διαβάζοντας το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ακολούθως θα ξεδιπλώσω την ανάγνωσή μου, θα προσπαθήσω να συστήσω αυτή τη μεταξωτή κλωστή με την οποία διαπέρασε η ποιήτρια την προσωπική της αλήθεια μέσα στην ποίησή της.

Η γυναίκα στο ποίημα «Αγία Ερημία» περιμένει, είναι Αύγουστος και περιμένει, και σκέφτομαι πως είναι ο πιο σωστός μήνας, για να περιμένει κανείς. Όλα μέσα σε αυτό τον μήνα έχουν χρόνο να αρχίσουν και να τελειώσουν, μα πιο πολύ χωράει μέσα του ο Αύγουστος όλους τους άτολμους έρωτες που θα τους βρίσκει αιωνίως μετανιωμένους ο Σεπτέμβρης. Είναι τότε που τα φωνήεντα Βοημίας γίνονται κραυγές και απλώνεται πάνω τους μία σιγή απόλυτη, καθώς την επιβάλλει το πιο υπάκουο σύμφωνο «Σσσσσσς».

Το «Ξένο Σώμα», το μοναδικό, το πιο δικό της, φλέγεται μαζί της, καθώς προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει την αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής της ίδιας της ζωής. Κάθε φορά που πλησιάζει στη λύση, ο Δήμιος τα τύμπανα χτυπά και την μπερδεύει, γι’ αυτό και πάλι απομακρύνεται, όπως συνήθως κάνουν οι πλησίον.

Με το ποίημα «Ρακοσυλλέκτες τελικά» η Λουκίδου επιστρέφει και πάλι στο ένδυμα. Όταν χρατς θα «κόβεται το ύφασμα», όταν χρατς θα «σκίζεται το χαρτί», όταν χρατς θα «πάει και η ζωή μας», το μόνο που θα μείνει ολάκερο, πέραν από την ανατολή μας θα είναι η καλοσύνη μας, διάφανη και λαμπερή.

Έπειτα το ποίημα «Αυτοάνοσο», αποτέλεσμα κάθε ουρλιαχτού που μας περικυκλώνει και ναυαγεί εκθαμβωτικά μέσα μας, νομίζοντας πως ατάραχα το καταπίνει η γη του σώματος και της ψυχής μας. Μα έλα που η αντήχηση του τρόμου μάς επισκέπτεται, και μας γυμνώνει έκπληκτους η στιγμή και το πλήρωμα του ναυαγίου.

Η ποιήτρια παίρνει μέρος σε μια σκηνή «Tableau Vivant μέχρι νεωτέρας». Η πολλά υποσχόμενη και στεφανωμένη σαν Πρωτομαγιά ήπειρος, δεν την ξεγελά. Γνωρίζει καλά πως κουμάντο κάνει η κατάρρευση, όσους καρπούς κι αν γεννήσουν οι σφιχταγκαλιασμένοι. Η παντοδύναμη συντριβή δεν αποσιωπάται, και μόνη της αποστολή είναι η αφήγηση της ομορφιάς, μία κατασκευή ανακούφισης για εκείνη και για όσους εισπνέουν ή έστω υποπτεύονται την καταστροφή.

Στο ποίημα «Ο Θαλαμηπόλος» ο ίδιος ο θάνατος καταθέτει την ευγνωμοσύνη του στους αυτόχειρες ποιητές που συνεργάστηκαν μαζί του, όλες τις ένδοξες και άδοξες σκιές της άγραφης σελίδας, στη Βιρτζίνια Γουλφ, στη Σύλβια Πλαθ, στην Κατερίνα Γώγου, στον Περικλή Γιαννόπουλο.

Η βαλίτσα, σύμβολο ταξιδιού, αρχής και τέλους, τιμάται με μια ωδή. Όσο και αν συνωστίζεται, όσο και αν προσπαθεί να προσαρμοστεί στο «πήγαινε έλα», αυτό που γίνεται παρηγοριά και δυνατότητα είναι το μωβ μικρό της σχήμα. Γίνεται όμως και βαθιά επίγνωση του κόσμου που πορεύεται και όλο θα πορεύεται.

ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ

Άσαρκα και ενάντια
συνωθούμενα στη θλιβερή ασκητική
συμπιεσμένου σκότους
αφτέρουγα φτερουγίζουν
στη διαλεκτική υποκύπτοντας
προσωρινής αιχμαλωσίας.
[Φορέματα αποπλάνησης μεταξωτά
και μεταμεσονύχτια των διάφανων ψευδαισθήσεων
μια πρόνοια βαμβακερή για το αγιάζι
– φυσά εκεί που πας μακριά από τη συνήθεια
κι οι φαεινές ομίχλες επιφυλάσσουν κάποτε
έναν σπινθήρα βέβηλο για τα αρθριτικά.]
Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν
κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα
τα πάνινα σανδάλια παραλίας
δίπλα σε οράσεως γυαλιά
μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο
είναι εκ φύσεως μυωπική και θολωμένη –
τι γυρεύει μια εικονίτσα χάρτινη
πάνω από τα Depon
κι εσάρπες αφοδράριστες
ν’ αφήνουν άρωμα Chanel στις αποβάθρες;
Μια πλάνη απροβάριστη βλασταίνει ετοιμοθάνατη
πίσω απ’ το δίχτυ με το φερμουάρ
– να μη συγχέονται τα καθαρά με τα κηλιδωμένα –
και πια μόνο το άναυδο ακέραιο μεταφέρεται
δεν μεταφέρεται ο ουρανός κι η σκονισμένη λάμψη
τα γεγονότα της απλότητας
κι η τρυφερότητα που δεν εξουσιάζει.
Και το νερό…
Απαγορεύεται η νεροποντή και κάθε υγρασία.
Εξαιρούνται τα αποξηραμένα δάκρυα
στο φόρεμα της κηδείας.
[Μάης κι ο ήλιος έκαιγε κείνο το μεσημέρι
και δεν θα ξανανέβαζα
στον θάλαμό σου τη βαλίτσα
τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο.]
Ναι, τα είπαμε τα υγρά, απαγορεύονται.
Ούτε κανένας ζωντανός οργανισμός
εντός σου να σπαράσσει
χτύπος, παλμός κανένας
γιατί στον έλεγχο χτυπάει ο συναγερμός
και έξω βάλλεται εκείνο που αναπνέει.
Καντίκιοϊ – Μόναχο
Μόναχο – Σαλονίκη
Αθήνα – Βόλος – Λεμεσός
μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία.

Ας επανέλθουμε, λοιπόν, στο μοβ μικρό σου σχήμα…
Δεν βρέχει πια
και οι σταθμοί κανέναν δεν τελειοποιούν·
αντίποινα οι αποχαιρετισμοί
για εκείνο που διαβαίνει.
Ταξιδεύω, ταξιδεύεις, συνωστίζομαι.
Εποχούμενη πελμάτων επιστρέφω
πειστήρια συλλέγοντας επάνω σου
σφραγίδες και αριθμούς.
Μες στο συρμάτινο κλουβί που ουδέποτε ανοίγει
το μοβ μικρό σου σχήμα με παρηγορεί.
Είναι, όσο να πεις
μια κάποια δυνατότητα.

Η ευγενική μορφή του πατέρα προβάλλει στο ποίημα «Μονωδία». Η ποιήτρια βιώνοντας τη στέρηση της τελετουργίας των χεριών γράφει:

Κι εμένα κάποτε, μια μέρα που δεν θα το περιμένω
μια ώρα του κήπου αδιάφορη
κάποιος θα προσπαθήσει
να με ελευθερώσει.

Μήπως όμως αυτός ο ελευθερωτής δεν είναι χέρι ξένο, αλλά το ίδιο το χέρι της Ποιήτριας που θα σηκώσει τη γυάλινη επιφάνεια του κήπου, για να δραπετεύσει;

Κι από το χέρι που θα ελευθερώσει, περνάμε στην ανάγνωση της αφής από τους χειρομάντες, αφού επιλέγει να μας φανερώσει την Αθήνα με τη ματιά της, μια πόλη γεμάτη αινίγματα και αντιφάσεις, αλλά τόσο γοητευτική. «Αθήνα με τη Μέθοδο Μπράιγ», λοιπόν.

Κι όμως δεν τελειώσαμε ακόμα με τα χέρια, αφού στο ποίημα «Ecce Homo» μοιράζεται μαζί μας το εκπληκτικό:

Ένα αγκάθι μάθαινε μες στα χέρια του
την ιστορία της πληγής.
Με ξέρετε; τον ρώτησα.
Μοιράσαμε ποτέ στα δυο
μία χιονόμπαλα, ένα λάθος
ή έστω τα διαλυτικά στο γιώτα τού «χαϊδεύω»;

Τίποτα πιο ξεκάθαρο και ιαματικό από το χάδι. Έστω κι εκείνα τα διαλυτικά στο γιώτα του χαϊδεύω, έχουν τη δύναμη να αποτεφρώσουν τον κάθε παιδικό εφιάλτη.

Άλλωστε στο ποίημα που ακολουθεί «Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο» μάς εκμυστηρεύεται:

Θέλει κουράγιο και ευγένεια να υποδύεσαι τον υπηρέτη
γι’ αυτό κι εγώ, αντίθετα μ’ εσένα, Βλαντιμίρ
για να μη σκέφτομαι, σωπαίνω ακατάπαυστα
αφού ο λόγος απέχει από το τίποτα
όσο το χάδι απ’ την αυθάδεια.

Στο ποίημα «Ο Ερωτιδέας και η πρόσκληση σε δείπνο», ένα βρέφος με ό,τι αυτό σημαίνει για τον καθένα μας, αναβοσβήνει ανυπεράσπιστα τα χέρια του, σπαράζει στο κλάμα μέχρι το ποιητικό υποκείμενο να το πάρει στα χέρια με λαχτάρα. Με την ίδια λαχτάρα μάς αφήνει όμως κι εμάς στον τελευταίο στίχο, αφού το αβοήθητο βρέφος τελικά τον κατασπαράζει.

Και μιας και μίλησα για βρέφος, «Χριστούγεννα χωρίς…» ο τίτλος του επόμενου ποιήματος όπου κλείνει λέγοντας:

Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει
απ’ τους εξώστες του ουρανού
σαν Πάτμος που αιωρείται.

«Σήμερον
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται»

Κι ενώ γνωρίζουμε πως ο Θεός τον θάνατο ήρθε να νικήσει, η ίδια υπογραμμίζει εμφατικά: «ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα».

Πολλά τα σημεία της Ποίησης της Λουκίδου που εκφράζουν μια βαθιά θρησκευτικότητα και ουσιαστική και ζωοδόχο σχέση με το θείο. Με μεγάλη επίγνωση της όντως Τέχνης στο ποίημα «Από το σπίτι της Παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου» δηλώνει: Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία.

Για να σημειώσει παρακάτω:

Κι εδώ δεν είναι φάτνη ούτε στοά
ένα ιερό μαγειρικής απλώς
όπου ετοιμάζεται η έξοδος προς την ελευθερία
η αποτίναξη του ψέματος
που κρύβει στο ημίφως τα πουλιά.

Άλλωστε είναι βαθιά συνειδητοποιημένη καθώς γνωρίζει πως: ο στροβιλισμός της αιωνιότητας ψεύδεται, γι’ αυτό και αποστρέφει το βλέμμα της από κάθε Αχερουσία και διαβιεί ατρόμητη.

Από την ποίησή της ασφαλώς δεν θα μπορούσε να λείπει η Περσεφόνη που όπως η ίδια δηλώνει προσπαθώντας να μοιράσει τα ρόδια της ήθελε μόνο να μάθει πώς να ζει. Ωστόσο το μυστήριο του θανάτου παραμένει αψηλάφητο. Μαζί όμως με αυτή τη βεβαιότητα προκύπτουν και κάποιες διαπιστώσεις από τους ίδιους τους στίχους της:


Έχει μνήμη, ο στεναγμός, κρατά αρχεία ο πόνος
μπορεί να υποκρίνεται μα δεν αποξεχνιέται.

Τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία.

Η μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου
η άδεια αγκαλιά.

– Και είναι το ποίημα αμμώδες;
– Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει.

Η μνήμη της αφής, αφήγηση ατελείωτη
που βασανίζει τους ακροατές
τους καθηλώνει σε θέση αναπηρική.

Σε αυτή τη συλλογή της Ευτυχίας σημείωσα αρκετές φορές τις λέξεις φτερά, άγγελος, πουλιά, πούπουλο. Υποψιαζόμουν πως θα υπήρχε μια εξήγηση. Όταν έφτασα στο ποίημα «Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;» πήρα την απάντηση που έψαχνα. Όλα αυτά τα στοιχεία είναι θραύσματα της αθώωσης. Τα συνθέτει στο εργαστήριό της και πάντα τυχερή καταφέρνει να κρυφακούσει και να καταγράψει όσα μοιράζεται μαζί μας. Μέσα από την ποιητική της σκέψη και γλώσσα εγκαινιάζει τελικά την καλοσύνη των φτερών. Άλλωστε η ίδια δηλώνει κάπου παρακάτω:

κι ό,τι κρατιέται ανάλαφρα / απ’ το στηθαίο του βλέμματος / μόνο την ενοχή κατακρημνίζει.

Τα διαλογικά της ποιήματα άκρως γοητευτικά αποτυπώνουν αυτή τη μεγάλη τελικά αλήθεια πως όταν γράφουμε, γράφουμε μαζί με όλους τους προηγούμενους και τείνουμε το χέρι προς όλους τους επόμενους, γι’ αυτό και συν-γράφουμε. Η δική της συγγραφή είναι μια εναγώνια προσπάθεια απομάκρυνσης του περιττού, η αφαίρεση είναι αυτή που την οδηγεί στην αρμονία που θρησκεύεται. Δεν τρέφει όμως αυταπάτες γι’ αυτό και γράφει:

Το βλέμμα είναι το νόημα
κι αν κάτι εντέλει σώζεται
ερήμην μας και αν…
κι αλλού:
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται
κάτω απ’ τους προβολείς.

Τα φτερά αυτής της πεταλούδας ανοιγόκλειναν μπροστά μου όσο διάβαζα την υπέροχη ποίηση που υπηρετεί.

Στο ποίημα «Ευτυχία είναι ή έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο» γράφει:

Όσο για την απρόσιτη Πηγή
φέγγει πυκνοκατοικημένη.
Άλλωστε ήταν αυτή το αίνιγμα
που μόλις τώρα λύθηκε.

Στο ποίημα «Κινηματογραφικός φακός 1922» καταλήγει:

Την περηφάνια μας μονάχα να θυμάστε.

Αν μπορούσα να συνδέσω και να μεταγράψω αυτά τα δύο ποιήματα, θα έλεγα: Η Ευτυχία μάλλον είναι… το αίνιγμα που μόλις τώρα λύθηκε. Και πως μετά από αυτή της την κατάθεση, την περηφάνια της μονάχα να θυμάστε.

Μες στον κατακλυσμό της ποίησης τής εύχομαι να μεταλαμβάνει πάντα τα ιερά. Να έχει θάρρος απαράμιλλο να ξεδιαλύνει μέσα από τις στάχτες τα «ωσαννά». Εύχομαι η ζωή να της κρύβει στη γωνία πολλά ακόμα χατίρια.
Πετάει μόνο αυτός που τολμάει να πετάξει, έγραφε το παραμύθι.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α. ΛΥΜΠΕΡΗ

Περιοδικό “Χάρτης” 53 Μάιος 2023

Με ένα νέο έργο της επανέρχεται η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, η οποία αριθμεί ήδη επτά προηγούμενες ποιητικές συλλογές για μια από τις οποίες υπήρξε υποψήφια και για κρατικό βραβείο.
Το έργο αυτό συνιστά μια σκηνική υπερπαραγωγή με συνεχείς εναλλαγές εικόνων, παραστάσεων και εντυπώσεων, δίνει την αίσθηση ενός καρουζέλ που γυρίζει διαρκώς επιχειρώντας να συγχρονιστεί με τους ρυθμούς της ύπαρξης και της ζωής. Οι στίχοι ανακινούνται πίσω από ένα κρυπτικό πέτασμα που επιβάλλει μια πολλαπλή και προσεκτική ανάγνωση και όπου από ορισμένες σχισμές λέξεων ή εικόνων επιτρέπεται κάθε φορά η διάνοιξη προς το νόημα. Η ματαίωση, η διάψευση, η συντριβή, το “φιλήσυχο κλάμα”, το “συμπιεσμένο σκότος”, αλλού η ύπαρξη “γυάλινη και έρημος”, ή της “ύπαρξης το πικραμυγδαλάκι”, εκφράσεις δείκτες και σημάδια της υπαρκτικής της αγωνίας και τoυ βάρους του βιώματος. Ο υπαρξιακός προσανατολισμός είναι φανερός, ακόμα και από τον τίτλο του βιβλίου. Ο θυρωρός των ημερών μας, ο θάνατος στέκεται αγέρωχος στη μεγάλη πόρτα για να κατευθύνει το πέρασμα σε μια άλλη άγνωστη περιοχή. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη διάρκεια εμφανίζεται πολλές φορές στη συλλογή, εννοώντας όμως ακριβώς το αντίθετό της, τη μη διάρκεια δηλαδή, αφού αυτή παραπέμπει στο συγκεκριμένο χρόνο που έχει ο άνθρωπος να διανύσει. Η διαφορά του με τα υπόλοιπα πλάσματα είναι ακριβώς η συνείδηση του θανάτου του. Η μοίρα του είναι γνωστή εκ των προτέρων, “εκ γενετής εξόδια τα σώματα”, με τα λόγια της ποιήτριας μάλιστα. Πράγμα που αποτελεί την πηγή της αγωνίας του, αλλά και την απόδειξη τoυ μεγαλείου του, όταν αυτή η συνειδητοποίηση τον οδηγεί στην επιλογή με τη θέλησή του και ενάντια στο προδιαγεγραμμένο, ενός βίου που επιθυμεί και που τον αντιπροσωπεύει. “Η τέχνη του βίου είναι η προετοιμασία” θα μας πει η ποιήτρια. Μπλεγμένος στα γρανάζια του χρόνου και της φθοράς ο σκεπτόμενος άνθρωπος προσπαθεί να ακολουθήσει την πορεία του προς το τέλος με επίγνωση. Αυτό όμως δεν μπορεί ποτέ να είναι μια περαιωμένη πράξη αλλά ένας διαρκής αγώνας. Μέσα σε αυτό το κλίμα έννοιες όπως η καλοσύνη και η συγχώρεση, η δίκαιη πράξη, εμφανίζονται ευδιάκριτα στο έργο της ποιήτριας, το διαρκές εσωτερικό ψάξιμο ενός εαυτού με στόχο την τελείωση, τόσο του ίδιου του εαυτού, αλλά -στο μέτρο του δυνατού- και του κόσμου. Άλλοτε όμως και για άλλους, όπως οι ήρωες του Μπέκετ, που δεν διαθέτουν τη μεταφυσική κλίση της ποιήτριας (και την κλήση στη μαθητεία που σηματοδοτεί το ορόσημο της Γεννησαρέτ), το αδιέξοδο της ύπαρξης είναι φανερό.

Εκτός από το υπαρξιακό και το βιωματικό στοιχείο, μέσα στο κείμενο υπεισέρχεται και το κοινωνικό στοιχείο, όχι με κραυγαλέο ύφος και τόνο, αλλά απλά και φυσικά, καθώς ο ποιητής δεν μπορεί παρά να τοποθετεί σε αυτό, λιγότερο ή περισσότερο, το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζει και το οποίο τον κατακλύζει με εντυπώσεις που τροφοδοτούν την τέχνη του. Δεν βλέπουμε όμως πάντα μόνο με τα μάτια τον κόσμο, αλλά με την καρδιά, όπως οι τυφλοί τον διαβάζουν με τα δάχτυλά τους. Ο εξωτερικός κόσμος εισέρχεται στην περίπτωσή της Λουκίδου μάλλον διακριτικά μέσα από ρωγμές στη συνείδηση που επιτελεί τις εσωτερικές της διεργασίες και καθώς αφομοιώνεται γίνεται αφορμή και πάλι για στοχασμούς και εμβάθυνση πάνω στα θέματα της ύπαρξης και της ζωής. Από τους στίχους της θα περάσουν αγαπημένες πόλεις της πατρίδας ή διαδρομές με σφραγίδες και διαβατήρια, όταν η ζωή και η θλίψη χωράνε στη βαλίτσα. Αγαπημένα πρόσωπα ζωντανά η πεθαμένα θα ανακληθούν στη μνήμη με τρυφερότητα. Ο πόλεμος θα την συγκινήσει επίσης, με τα χαλάσματα, τις τρύπιες στέγες, τις σειρήνες, τα άψυχα που υποδεικνύουν έντονα την ανθρώπινη όμως απώλεια. Επικριτική με τη λεπτή της ειρωνεία για τον ηγέτη που “απαγορεύει αυστηρά την αστοχία”. Η πανδημία με τους ασυνόδευτους νεκρούς της, τα κρουαζιερόπλοια πλωτά-νοσοκομεία και οι βεβαιώσεις μετακίνησης. Τα βλέμματα των μικρών προσφύγων, τα πνιγμένα βρέφη, όλα εισέρχονται κάπως εκ του πλαγίου στο κείμενο και χωρίς να συνιστούν το ευδιάκριτο ή το κυρίως θέμα του ποιήματος, σμίγοντας όμως την οδύνη του εαυτού με την οδύνη του κόσμου. Επετειακό ποίημα για την καταστροφή της Σμύρνης του 22 θα δούμε επίσης στις σελίδες της, καυτηριάζοντας τους μουγκούς διπλωμάτες και ναυάρχους των εθνών που έβλεπαν σιωπηλά και άπρακτοι την καταστροφή. Θα αναφερθεί επίσης και θα κριτικάρει ποιητικά την τάση της εποχής για ψεύτικες και εικονικές διαδικτυακές επαφές που οδηγούν σε άδειες αγκαλιές, ενώ η ίδια σε άλλο σημείο έχει την ανάγκη να αγκαλιάσει ακόμα και ένα άγνωστο σώμα και να νοιώσει το αναντικατάστατο της προσωπικής σχέσης και ζεστασιάς, το άγγιγμα που κάποτε σώζει. Αλλού ο έρωτας παρουσιάζεται σαν μια “ανελέητη κατακραυγή”. Η ετερότητα επίσης θα την απασχολήσει .“Φυλαχτείτε από τον άλλον” που είναι διαφορετικός από μας, που έχει κάποια εκ γενετής δυσμορφία ή αναπηρία, κι όμως, ο άλλος πάντα είμαστε εμείς, που σε διαφορετικό περιβάλλον ή χρόνο κάλλιστα μπορούμε να πάρουμε τη θέση του.

Αλλά και η ίδια της η τέχνη, η ποίηση, θα εισέλθει σαν θεματολογία στο έργο της, ιδίως μάλιστα στο δεύτερο μέρος του βιβλίου. Η δυνατότητα της ποίησης να αντιπαλέψει το θάνατο και τη φθορά. Να αφηγηθεί την ομορφιά, ακόμα κι αν αυτή πηγάζει από μια καταστροφή. Η δυνατότητα να εισέλθει στο όνειρο. Να πετύχει το αδύνατο, έστω στην περιοχή της φαντασίας. Η μικρή γοργόνα να βγάλει φτερά. Με τη λειτουργία της αφαίρεσης και την προσθήκη του μικρού και του φαινομενικά περιττού αναδεικνύεται το κείμενο, πιστεύει η ποιήτρια. Προτιμά την κρυπτικότητα και τα “ανοιχτά φινάλε”, όχι δηλαδή να κλείνει το νόημα του ποιήματος, αλλά οι ερμηνείες να είναι πολλαπλές, ανάλογες με του καθενός τον ψυχισμό και προαίρεση. Η ποίηση για τον ποιητή δεν είναι χώρος διάσωσης απλώς (συχνά φυσικά συμβαίνει και αυτό) αλλά χώρος διακινδύνευσης και συνεχούς αυτοελέγχου και αυτοπροσδιορισμού. Ένας χώρος άσκησης της προσωπικής ελευθερίας και επιλογής. Σε κάποιο σημείο του βιβλίου θα συναντήσουμε και την καταπληκτική διατύπωση αποφθεγματικού χαρακτήρα “ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μέσα στη γλώσσα”. Μα και η ανάσταση έχει τη θέση της στη γλώσσα -θα έλεγε κανείς- όταν δίνει τη δυνατότητα να επαναφέρονται οι αγαπημένοι νεκροί και κυρίως οι προϋπάρξαντες ποιητές, τόσο πιο οικείοι, όσο πιο ταλαιπωρημένοι υπήρξαν στη ζωή και που κάποιοι από αυτούς σφράγισαν την τέχνη τους και τις υπαρκτικές τους ανησυχίες με την αυτοκτονία. Το έργο της ποίησης ωστόσο συνεχίζεται σαν μια σκυταλοδρομία από ποιητή σε ποιητή κι από μια εποχή σε μια επόμενη. Εξ άλλου τα σοβαρά θέματα που απασχολούν τον άνθρωπο ανέκαθεν, είναι στον πυρήνα τους τα ίδια.

Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου νοιώθω να φέρει στις αποσκευές τα ίχνη της ποίησης της Κικής Δημουλά. Με στίχους όπως πχ. “μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο” ή “τέρμα τα επισκεπτήρια στο μισοτελειωμένο”, “σε απόσταση βολής απ’ το συντελεσμένο” κλπ, εννοώ δηλαδή τη συχνή χρήση σε αρκετά σημεία του βιβλίου του ουδέτερου των επιθέτων εν είδει ουσιαστικού, που ήταν χαρακτηριστικό εκείνης. Αλλά και σε άλλα σημεία βλέπω να ερανίζεται την οπτική της προγόνου της παραθέτοντας οικεία καθημερινά αντικείμενα που βρίσκονται γύρω της και με αφορμή αυτά να οδηγείται στις στοχαστικές διαδρομές της με σαφώς πιο αφαιρετική τάση βέβαια από εκείνη. Η κρεμάστρα, ο καλόγερος στο χολ, τα σπίρτα, τα γυαλιά οράσεως, τα πάνινα σανδάλια, η μπιζουτιέρα, οι εσάρπες, τα φορέματα, τα ανθοδοχεία, τα σερβίτσια, τα ρολόγια, μια ποίηση που μοιάζει να εκτυλίσσεται περισσότερο σε έναν εσωτερικό χώρο εγρήγορσης και θεμελίωσης ταυτότητας, χωρίς όμως να αγνοεί και το εξωτερικό περιβάλλον. Η ενδυμασία μάλιστα στα ποιήματά της αντιπροσωπεύει το ίδιο το πνεύμα, το ένδυμα παίρνει το σχήμα του σώματος των ιδεών, τα ρούχα που ράβονται “χωρίς ραφή και ράμμα” και είναι ανθεκτικά στη φθορά.

Μια ποίηση με θαυμαστή πυκνότητα και τη διαρκή -από μια γρηγορούσα συνείδηση-μετάλλευση και εξόρυξη της ουσίας των πραγμάτων. Με εικόνες οικείες από την καθημερινότητα και την επικαιρότητα αλλά και με εικόνες της φαντασίας και τολμηρούς συσχετισμούς η ποιητική της Αλεξάνδρας Λουκίδου υπεισέρχεται μέσα στη ζωή των χώρων και οι χώροι εισβάλλουν στη δική της ζωή. Η ασφυξία του εαυτού γίνεται και ασφυξία του κόσμου και το αντίστροφο. Ο ρυθμός όμως της ποίησης έχει απολύτως εξημερωθε

ΟΛΥΜΠΙΑ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

FRACTAL 26/4/2023

Η έννοια του σώματος στην ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου: Μια ψυχαναλυτική ανάγνωση

«Ασύμπτωτη η ποίηση / αποκομμένη αντηχεί το σώμα / έξω απ’ το σώμα του…»

ένας στίχος από τη νέα ποιητική συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου

Ο θυρωρός των ημερών, μια από τις αμέτρητες ποιητικές αναφορές που εντοπίζονται ως αίνιγμα προς επίλυση, σε αυτό το εξαιρετικά πλούσιο σε κοιτάσματα σκέψης βιβλίο. Ένας στίχος που λειτούργησε και ως έναυσμα για τη διερεύνηση της έννοιας του σώματος, όπως εντοπίζεται με διαφορετικές μορφές, στην πρόσφατη κατάθεσή της. Μια αποκρυπτογράφηση των σημαινόντων της ποιητικής της γλώσσας θα επιχειρηθεί εδώ, ως ανάγνωση, παράλληλη της ψυχαναλυτικής διαδικασίας, ενός υποθετικού υποκειμένου του ασυνειδήτου.

«Το ασυνείδητο», λέει ο Ζακ-Αλέν Μιλέρ 1, «είναι ένας μηχανισμός κρυπτογράφησης» και ο Ζακ Λακάν στο κεφάλαιο: «Οι αντηχήσεις της ερμηνείας» 2 αναφέρεται στη λειτουργία της ψυχανάλυσης που έρχεται να «απελευθερώσει τον λόγο του υποκειμένου, να το εισάγει στη γλώσσα της επιθυμίας του, δηλαδή στην πρωταρχική γλώσσα». Αυτή η «πρωταρχική γλώσσα» θεωρούμε ότι έχει πολλές αναλογίες και αντιστοιχίες με την ποιητική γλώσσα και η αποκρυπτογράφησή της θα μπορούσε να είναι το σημείο εκκίνησης αυτής τής κατ’ αναλογίαν ανάγνωσης του ποιητικού κειμένου.

Στο ποίημα «Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ», η ποιήτρια δημιουργεί μια αλληγορία του έρωτα προσωποποιώντας τον με τη μυθολογική φιγούρα του ερωτιδέα, αρχαίου θεού του έρωτα, στην παιδική του ηλικία. Μια μορφή γύρω από την οποία σκηνοθετείται μια ευφυής ποιητική σύνθεση, δοξαστική για τον έρωτα που υπόσχεται να γιατρέψει τη Λύπη:

[…]«Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή / προς τους πανσέδες. / Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή / με το γενναίο βρέφος που επιμένει.»

Στη συνέχεια κατατίθενται όλες οι διατυπώσεις επιφυλακτικότητας και υπονόμευσης της αρχικής προσδοκίας για τη δύναμη του έρωτα που

[…] «Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις / [πως τάχα ξεκολλάει κάποτε η καρδιά / – οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει – / και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα» […]

Ενώ στο τέλος της αναμέτρησης με τη Λύπη, ο ερωτιδέας ή αλλιώς το «γενναίο βρέφος» «την κατασπαράζει».

Αυτή η αμφίσημη τοποθέτηση, όπως και η επιλογή της μυθικής μορφής του έρωτα στην παιδική του ηλικία, δημιουργεί το έναυσμα για μια δεύτερη ανάγνωση. Μια προσέγγιση σύμφωνα με την οποία σκιαγραφείται η αρχέγονη συνθήκη του παιδιού – βρέφους, πλημμυρισμένου από το σωματικό αίτημα για μητρική απόκριση:

«μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα / τα χέρια του το βρέφος / κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα / στις φλούδες του πυθμένα…».

Το «γενναίο βρέφος» αποκλεισμένο από τη γονεϊκή απόλαυση και καθηλωμένο σε αυτήν την κοινή αρχαϊκή μοίρα όπου η λύπη συντροφεύει την παιδική ύπαρξη

[..] «Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν. / Σπαράζει στο κλάμα εκείνο / μόλις τη βλέπει να το προσπερνά. / Πισωγυρνά. / Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα. // Την κατασπαράζει».

Οδύνη και απελπισία φωλιάζουν στο κλάμα του και οπλίζουν την αρχέγονη ανάγκη, του να ικανοποιηθεί το επιτακτικό αίτημα. Ένα αίτημα γεμάτο με τη σωματική λαχτάρα να επανενωθεί με τη μητέρα του – τροφό, να «ενσωματωθεί» με αυτήν, στην πρωτογενή συνθήκη του αδιαχώριστου, «καταβροχθίζοντάς την». Στα σημαίνοντα που κυριαρχούν εδώ και στην επιτακτικότητά τους αντιστοιχεί ίσως η έννοια της κτητικότητας και της αντίστασης στον αποχωρισμό από τον μητρικό άλλο.

Μια διάσταση που λειτουργεί υπονομευτικά για την πορεία και την τύχη της ερωτικής συνθήκης. Η δεύτερη αυτή ανάγνωση θα μπορούσε να διαβαστεί συμπληρωματικά προς την πρώτη ερμηνεία και να επιβεβαιώσει ίσως την κοινή και συχνά άδοξη μοίρα του έρωτα.

Σε όλα τα ποιήματα της συλλογής δημιουργείται εξ’ αρχής ένα θεατρικό, μουσικό ή χωρικό περιβάλλον, μέσα στο οποίο εκτυλίσσονται τα ποιητικά γεγονότα.

Στη «ΓΟΡΓΟΝΑ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ», η ποιητική σύνθεση δημιουργεί περίτεχνα μια μουσική σκηνοθεσία όπου:

[…] «Πρόσωπα δεν διακρίνονται• /μονάχα ήχοι ενός τανγκό /…/ και πέλματα μικροσκοπικά / στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα».

Στη σκηνή εισέρχεται η μικρούλα κόρη, αγκυρωμένη στα στέρεα πατρικά βήματα, και ταυτόχρονα πιασμένη στα δίχτυα της προσδοκίας της αιωνιότητας, της αιώνιας υπο-στήριξης:

«Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται / ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται / τη στήριξη και τη διάρκειά της. / Γελιέται η κόρη και αφήνεται / στα δανεικά της βήματα. / Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δεν ροκανίζει / κανένα κύμα δεν θα βυθίσει στο κενό / την πλήρη της παράδοση… / Μα τη βυθίζει.[…]».

Η ματαίωση της προσδοκίας καιροφυλακτεί, ενώ στη σκηνή εισέρχεται για λίγο ο καβαλιέρος:

«Ο καβαλιέρος-σύννεφο αποχωρεί / στην ήπειρο των ατελών αναπνοών. / Μένουν τα πόδια στάσιμα / άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές / ατροφικά στις αποστάσεις / σιγά σιγά ενώνονται / λέπια γυαλίζουν στους γοφούς / νερό γεμίζει το δωμάτιο / βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία / φύκια και φυσαλίδες / στολίζουν το φουστάνι του χορού. // Θα μείνω εδώ / γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού / στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι / να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη / τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω. / Θα μείνω εδώ / να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο / του ώμου τα φτερά / που ουδέποτε ανοίξανε».

Ο καβαλιέρος της ουτοπίας αποχωρεί και τα «στάσιμα πόδια» που υπόσχονταν την αιώνια στήριξη μετασχηματίζονται σε ουρά.

Η άδοξη συνάντηση της κόρης με τον καβαλιέρο αφήνει το υποκείμενο μετέωρο, και έτσι το σώμα μετασχηματίζεται σε μια διχασμένη θηλυκή οντότητα, τη γοργόνα, μια μυθολογική έμβια μορφή με έναν ατελή σωματικά οργανισμό.

Στην ποιητική συλλογή τέλος περιλαμβάνεται ένα εμβληματικό ποίημα το «ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ» όπου αναδύεται ολοκληρωμένα η έννοια του σώματος και προσφέρεται ιδιαίτερα για μια ψυχαναλυτική ανάγνωση. «Γιατί το υποκείμενο του ασυνειδήτου, συμπλέκεται με το σώμα, δεν αγγίζει την ψυχή παρά μέσω του σώματος» λέει ο ύστερος Λακάν στο κείμενο για την τηλεόραση4 (1974).

Τίνος πράγματος αλληγορία όμως αποτελεί το ξένο σώμα; Αυτό το ερώτημα υποκίνησε την απόπειρα αποκρυπτογράφησης, προκειμένου να επιστρατευθούν κάποια επί πλέον ερμηνευτικά μέσα κατανόησης. Η ποιητική σύνθεση εγκαθιστά κατ’ αρχήν μια πλούσια σε εικόνες και αναφορές θεατρική σκηνή, όπου παρελαύνουν διαδοχικά γεγονότα, ενώ η αυλαία του ποιητικού χώρου ανοίγει με μια αλληλουχία διαψεύσεων. Από τη διάψευση εαυτού έως την οριστική διάψευση της ύπαρξης:
«Εδώ που ήρθαμε / κυνηγημένοι από το ποδοβολητό των χαλασμάτων / το μόνο που μας απομένει είναι η διάψευση του εαυτού.»

[…] «Εκ γενετής εξόδια τα σώματα / σ’ ένα νεφέλωμα δίκην κατάγματος συντριπτικού / που σου σκουριάζει το περπάτημα. / Ασήμαντοι κι αποσυνάγωγοι όσοι τα εγκατέλειψαν / στην αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής[…]».
Η διάψευση της ύπαρξης μέσω της οριστικής σιωπής εισάγει έμμεσα, αλλά εμφατικά, την αξία της γλώσσας και της σχέσης της με το σώμα. Σύμφωνα με τη λακανική οπτική «το σώμα είναι σημαδεμένο από το σημαίνον», ή διαφορετικά «το σώμα υφίσταται τις θανατηφόρες επιπτώσεις του σημαίνοντος»3.

«Εκ γενετής εξόδια τα σώματα», λοιπόν, αντιμέτωπα με την «αυστηρή διάλεκτο της γυμνής σιωπής».

Στους επόμενους στίχους η θεατρική σκηνή στήνεται με όρους χοροθεάτρου, για να λάμψει η παρουσία των σωμάτων μέσα από γοητευτικές σκηνές χορού όπου το ρίγος του σωματικού διατρέχει τους στίχους:

«Γι’ αυτό κι εγώ ένα απόγευμα / – σίγουρα ένα απόγευμα – / θα βγω αποφασιστικά από το σπίτι / θα βγω στην πόλη / και μια σχολή χορού θ’ αναζητήσω. / Θα μπω στη σάλα που ανασταίνεται ο Piazzolla / κι ένα οποιοδήποτε άγνωστό μου σώμα / θ’ αγκαλιάσω. / Στη μέση της αρένας θα το αγκαλιάσω• / θα είναι αιλουροειδές και θρυψαλάκι / θα έχει μόλις εγκαταλειφθεί / στην πόρτα εξοχικού σπιτιού / ή άδεντρο, σαν τρύπια λέμβος σωστική / θα αρμενίζει».

Το ποιητικό κείμενο εδώ αξίζει απλώς να αντηχήσει, χωρίς ερμηνευτικές τομές. Ωστόσο δεν μπορεί να μη σημειωθεί η είσοδος στη σκηνή μιας νέας οντότητας που παίρνει διαστάσεις πραγματικού όντος, διαστάσεις μυθολογικές και πάντα ένσαρκες: ως αιλουροειδές και θρυψαλάκι το σώμα, εμφανίζεται εδώ ως έμβιος οργανισμός, πριν ακόμη συναντηθεί με τη γλώσσα και μετασχηματιστεί σε υποκείμενο του ασυνειδήτου.

«Ο έρωτας – αυτή η ανελέητη κατακραυγή – / θα καθρεφτίζεται αδιαίρετος στο πεντακάθαρο παρκέ… / φθαρμένοι αγκώνες θ’ αγκαλιάζουν / τους αργοπορημένους / κι οι ταξιθέτριες με ατάραχη βραδύτητα / το μεγαλείο των μικρών λαθών θα τακτοποιούν».

Τα σημαίνοντα της επιθυμίας παίρνουν τον λόγο σιγά σιγά και κάνουν την είσοδό τους στη σκηνή, ενώ τα έμβια όντα μετασχηματίζονται σε υποκείμενα με σώμα, ως υποκείμενα της επιθυμίας.

«Τα σώματα η όσφρηση τα οδηγεί / όση ώρα ο δήμιος σχολαστικά παρατηρεί / το χέρι του τυμπανιστή / ως το μεδούλι των οστών ν’ ανεβοκατεβαίνει».

[…]

Για όλα αυτά / το ξένο σώμα υπολήπτομαι και υμνώ / σαν εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική και πεπτική οδό / στον κερατοειδή. / Μία λαβίδα μικροσκοπική τι να σου κάνει; / Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι παραλίας / ή όνομα παλιό με υποκοριστικό / σκουπίδι – σκουπιδάκι μου / δεν σε αποχωρίζομαι. / Τα άλλα αντιστέκονται / αποχωρούν βιαίως. / Δεν σε αφαιρώ. // Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου.»

Το ξένο σώμα και η μεταμφίεσή του στο τέλος του ποιήματος ως «Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι», λειτουργεί ως πολυπρισματικό σημείο με πολλές σημασίες. Εισάγει το ερώτημα της σχέσης του υποκειμένου και του ξένου σώματος, αυτού που εισχωρεί στους μαλακούς ιστούς και ενοχλεί, που διαταράσσει τη συνέχεια του οργανικού ιστού. Ποια είναι όμως η λειτουργία του; Το πετραδάκι, το ετερογενές σημείο μέσα στο σώμα, υποδύεται διαφορετικές μορφές υπό τις διαφορετικές του ιδιότητες, που «εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική και πεπτική οδό / στον κερατοειδή.»

Το υποκείμενο αμφιθυμεί για την αφαίρεσή του, για τον αποχωρισμό του από αυτό, ενώ η ξεκάθαρη και εμφατική δήλωση «δεν σε αποχωρίζομαι», φωτίζει λίγο περισσότερο τον ενδόμυχο και μοναδικό του χαρακτήρα.

Ωστόσο το ερώτημα του αποχωρισμού απαντάται οριστικά με τους στίχους:

«Δεν σε αφαιρώ. / Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου», που εισάγουν την έννοια της επιθυμίας και εξυψώνουν εν τέλει το ξένο σώμα σε μια θεμελιώδη έννοια.

Το ξένο σώμα ίσως είναι τελικά αυτό το αντικείμενο που εισβάλλει από το πραγματικό, αλλά παραμένει ανοίκειο για το υποκείμενο, μη αφομοιώσιμο, ετερογενές προς το υποκείμενο, σημάδι μιας ριζικής ετερότητας, που σταθερά ενοχλεί, αλλά και αφυπνίζει, ενώ ταυτόχρονα παραμένει ενικό όσο κανένα άλλο στοιχείο, που συνιστά τον πιο προσωπικό μοναδικό, ενικό τρόπο πρόσβασης προς την επιθυμία, το αίτιο της επιθυμίας.
Η διερεύνηση της έννοιας του σώματος στην ποιητική συλλογή, υπό την οπτική αυτή, επιχειρεί να συναντηθεί με αυτό που η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου έχει υποστηρίξει σε πολλά θεωρητικά της κείμενα, ότι «ο ποιητής επιτρέπει στη γλώσσα να του αποκαλύψει το άγνωστο». Αυτό το άγνωστο που κατοικεί στο ασυνείδητο αυτού που υιοθετήθηκε ως υποθετικό υποκείμενο, στην παρούσα ανάλυση.

ΑΝΝΥ ΚΟΥΤΡΟΚΟΗ – ΧΑΤΖΗΠΟΥΛΙΔΟΥ

Περιοδικό “Θράκα” 22/4/2023

Η θυρωρός στον οίκο των ημερών, στη σφαίρα του χρόνου όπου εσωκλειόμαστε οι πάντες και τα πάντα, θεωρώ ότι είναι η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου που ως θυρωρός κατέχει τα αντικλείδια των αισθήσεων, των αισθημάτων, των παραισθήσεων, των ψευδαισθήσεων, των χρωμάτων, των εικόνων καθώς και τα αντικλείδια των λέξεων που εκφράζουν τη μαγεία της ζωής. Πιάνω την ποιήτρια από τη ματιά της και οδηγούμαι προς το θαύμα που εκτυλίσσεται στο βιβλίο της Ο θυρωρός των ημερών και προς την πυκνότητα του κόσμου, γιατί τη βοήθειά της χρειάζομαι για να κατανοήσω, αφού πρώτα αισθανθώ, τα καλά και τ’ άσχημα του «συμβαίνειν» και του «γίγνεσθαι». Και η ίδια η ποιήτρια μοιάζει να έχει ανάγκη από φως καθοδήγησης προστρέχοντας σ’ εκείνους που θαυμάζει, που ζύμωσαν με τον λόγο τους τ’ ανθρώπινα.

Πριν τρυπώσουμε στην πυκνή ουσία του ποιητικού της στέκει εμπρός μας ο Δ. Π. Παπαδίτσας κρατώντας τον φανό δύο στίχων του από το («Έμβρυο φως», 1970):

«Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του».

Η συνομιλία, στο έργο της Λουκίδου, κατέχει θέση ουσιαστική. Υπάρχει η ίδια η ποιήτρια και μια φωνή που προκαλεί τη συνέχεια των συνειρμών της και επιμηκύνει το νήμα της ποίησής της που εισχωρεί όλο και βαθύτερα προς τη σύλληψη της δημιουργίας. Οι λέξεις, οι εκφράσεις, τα νοήματα ενέχουν υλικά αγάπης και προσήλωσης στο καλό. Οι τίτλοι των ποιημάτων της Λουκίδου λειτουργούν ως ονοματεπώνυμο στη συνέχεια του οποίου θα αποκαλυφθεί η προσωπικότητα του ποιήματος, γι’ αυτό θα κρατήσουν θέση περίοπτη στην παρούσα προσέγγιση. Αποδίδονται, μάλιστα, με κεφαλαία γράμματα όπως και στο βιβλίο. Στο ποίημα «ΚΟΡΗ», σελ.15, η ποιήτρια αντιστρέφει τη δεδομένη αγάπη της μητέρας προς κόρη, σε από κόρη προς μητέρα, μια κόρη που υπόσχεται καθαρότητα και προστασία στη σχέση τους.

«Η δωρεά της αιχμαλωσίας / έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά / μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος / γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα / ή αλλιώς / η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού / πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας. // Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως / να σε κρατώ… / Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό / και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά. / Προσηλωμένα στη λατρεία σου / αλλάζουν ξαφνικά προορισμό / ανασυντάσσονται/ πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς / θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν / με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες / θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών // την εύφορη μεταφυσική / του μέλλοντος αιώνος».

Στα ποιήματα της Λουκίδου ο κόπος της διείσδυσης στο βαθύ νόημα ανταμείβεται με ξέφωτα φωτεινά που τα κοσμούν υψηλές φυσιογνωμίες της τέχνης για των οποίων τη συνεργασία και η ίδια εκφράζει ευγνωμοσύνη. Η πλούσια γλώσσα και το αστείρευτο συναίσθημα της δημιουργού καλλιεργούν την πνευματική μας εγρήγορση. Από το ποίημα «ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΤΕΛΙΚΑ» σελ. 16-17

[…] «Ίδια μ’ εκείνη του Βιζυηνού/ που ως μικρό ραφτόπουλο / έραβε τα νυφιάτικα δίχως ραφή και ράμμα / κι άφθαρτα είχε τα ρούχα του / αφού ταξίδευε μονάχα με τον νου του. / Κι ας ύφαινε η Άννα του Σικελιανού / στον αργαλειό κατά παραγγελία / κι ας πενθούσε ο ποιητής / το ρούχο που άγγιξε και του ήρθε ο κόσμος / κι ας ξήλωνε το τσιτάκι της / χορεύοντας στο προαύλιο του ναού η Εσμεράλδα.// Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / ̶ στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας».

Στο ποίημα «Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ» σελ. 22-23 την ακούμε να λέει με τη φωνή του θανάτου που απευθύνεται στους αυτόχειρες Κατερίνα Γώγου, Περικλή Γιαννόπουλο, Βιρτζίνια Γουλφ και Σίλβια Πλαθ:

«Σε χάνω, Σίλβια…/ Το ωραίο σου κεφάλι / σαν βουρκωμένο σύννεφο / μέσα από την κουζίνα με κοιτά. // Βιρτζίνια, δεν ακούγεσαι… […] Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες // λιώνεις εσύ θριαμβευτικά / μα εκείνες παραμένουν. […]

Ας διασχίσουμε το δάσος με τη γοητευτική ομίχλη που κρύβει τα μυστικά του σκότους της ανθρώπινης ύπαρξης και ας βρεθούμε στα υποσχόμενα έναστρο ουρανό ξέφωτα. «ΩΔΗ ΣΤΗ ΒΑΛΙΤΣΑ» σελ. 24-25-26

[…] «Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν / κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα…»

Στο ποίημα «ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ ΦΟΡΟΥΣΑΝ ΠΑΝΤΟΤΕ ΚΑΠΕΛΟ» σελ.32-33-34 θα πει:

[…] «Θέλω κι εγώ να φύγω, Κλοβ / γιατί η σκλαβιά κομματιάζει τους ήχους / τους μετατρέπει σε χωρατό όπως η δυστυχία / μα όλο το αναβάλλω.»

[…] «αντίθετα μ’ εσένα, Βλαντιμίρ / για να μη σκέφτομαι, σωπαίνω ακατάπαυστα»

[…] «Κι εγώ θα σε αφήνω, Χαμ / να με νικάς με αρχοντιά / με επιφωνήματα αδιάφορα/ για την πλοκή και για τη συμμετρία»

[…] «πώς βρέθηκε η Γουίνι, φέρ’ ειπείν / χωμένη στα σκουπίδια;»[…]

Κι αφού η ζωή προχωρεί ακροβατώντας πάνω στους στίχους της Λουκίδου όπου ανιχνεύουμε την αλήθεια μέσα από υπέροχες μεταφορές και εμπνευσμένα ποιητικά τρικ φθάνουμε στο «ΕΥΤΥΧΙΑ ΕΙΝΑΙ ή ΕΞΙ ΣΚΗΝΕΣ ΚΑΤΩ ΑΠ’ ΤΟΝ ΠΟΛΥΕΛΑΙΟ» σελ. 50-51

[…] «Ώσπου από τον κυλιόμενο ιμάντα των αποσκευών / οι αγαπημένοι απελθόντες επιστρέφουν: / Πρώτος ο πρίγκιπας Εξιπερί με το τριαντάφυλλό του/ακολουθεί ο Ασλάνογλου με τις Ωδές στον πρίγκιπα /και ο Ρονσάρ / ̶ πρίγκιπας των ποιητών και ποιητής των πριγκίπων ̶ / κι άλλοι πολλοί κρατώντας αντί κεριά αναστάσιμα / φωτογραφίες οικογενειακές από το παρελθόν της στάχτης.» […]

Στις σελίδες 62-63 έχουμε το ποίημα «ΣΥΖΗΤΩΝΤΑΣ ΜΕ ΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ ΤΟ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ ΑΠΟΔΡΑΣΗΣ» όπου ακούμε την κρυστάλλινη φωνή του Κ. ΚΡΥΣΤΑΛΛΗ «Στο Σταυραητό» την οποία δανείζεται η Ε. Α. Λουκίδου για ν’ ανεβεί πάνω απ’ τα σκότη της πυκνότητας που με δεινότητα εμβαθύνει και περιγράφοντάς τα, ζωγραφίζει το κάλλος και το σκότος των ανθρωπίνων, στο φως και στα βουνά, στα ύψη της γνώσης και του θάρρους, της γλώσσας και της περηφάνιας.

[…] «Μα τώρα που λέων ωρυόμενος μας κυνηγά ο χρόνος / –εκείνος που διανύθηκε κι αυτός που απομένει – / «παρακαλῶ σε, σταυραητέ, γιὰ χαμηλώσου ὀλίγο / καὶ δῶσ᾿ μου τὲς φτεροῦγες σου καὶ πάρε με μαζί σου» / γιατί οι πάγοι έλιωσαν, οι Κυριακές στον γύψο / τα τάματα των ποιητών σκουριάζουν στα βιβλία / μαθαίνω ακροβατικά, πρόσεξε μη με ρίξεις».

Κι αφού η ποιήτρια παρέα έκανε με άστρα που λάμπουν στο στερέωμα της τέχνης και αφού αφορμή πήρε να εφαρμόσει τους όρους της δικής της γλώσσας, των ευρηματικών λεκτικών τεχνασμάτων που προκύπτουν από τη σύνθεση των λέξεων, καταφέρνει να σφραγίσει με προσωπικό ύφος, να γδύσει και να ενδύσει τον συγκεκριμένο και αφηρημένο λόγο με συναίσθημα ειλικρινές γι’ αυτόν τον κόσμο.

H ποιητική συλλογή της Ε. Α. Λουκίδου Ο θυρωρός των ημερών περιλαμβάνει δύο μέρη. Μετά το πρώτο που σχολιάσαμε ακολουθεί το δεύτερο που του αποδίδω τον τίτλο «Διδακτική ποιητικής τέχνης». Για την είσοδο, η ποιήτρια δανείζεται:

«Οι λέξεις έχουν χρεοκοπήσει. / Παραιτούμαι προς όφελος αυτών των δύο/ νέων τυράννων: Της σκουριάς και της σιωπής.» (Alain Bosquet, Για την ποίηση, 1972, μτφ. Τάκης Βαρβιτσιώτης)

Θα μπορούσε κάποιος να ξεκινήσει τη μελέτη του πρώτου μέρους έχοντας ως οδηγό αναφοράς τα ένδεκα ποιήματα του δευτέρου κι έτσι να κατανοήσει ενδελεχώς την εξέλιξη του έργου. Τα ξέφωτα, λοιπόν, συνεχίζονται, όπου αγαπημένοι της δημιουργοί λάμπουν σαν άστρα στον ουρανό της τέχνης.

«ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ» σελ.70-71

[…] «Φαντάσου καθισμένους οκλαδόν / την Ντίκινσον, τον Έλιοτ και τον Καρούζο / εύθυμοι να χειρονομούν και αμίλητοι / να απαγγέλλουν Ρεμπώ και Βαλερί / κοιτώντας τους στα μάτια. / Νιόφερτη η Μαριανίνα / να εκφωνεί χάδια από πεταλούδες / με ζαχαρόνερο να πιτσιλά τα νέφη.[…]»

Στο ποίημα «ΚΑΙ ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΑΤΕ ΝΑ ΓΡΑΦΕΤΕ;» σελ.74-75

[…] Μπορεί να είναι ασθματική / σαν χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια / ή να κυλά χορευτική / όπως επτανησιακή καντάδα / και άλλοτε ψιθυριστή /μανιάτικο νανούρισμα που έλεγε στον Σολωμό / η Αγγελική Νίκλη.

Στο ποίημα «ΥΠΕΡ ΕΥΚΡΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΨΥΧΩΝ ΤΩΝ ΟΜΟΤΈΧΝΩΝ» σελ.82-83, στο ξέφωτο του δασώδους λόγου εμφανίζεται ο Νίκος Καρούζος με τον στίχο του ως μότο: «Η τέχνη μας η φριχτότερη του εγώ μεταμφίεση» («Στην ύλη εισχώρησα ουρλιάζοντας», Ο ζήλος τού μη σχετικού με παροράματα, 1980)

Στις σελίδες 87-88 συναντούμε το ποίημα «ΥΨΗΛΟΙ ΠΡΟΣΚΕΚΛΗΜΕΝΟΙ» όπου η απουσία συγκλονίζει την ποιήτρια μα και τον αναγνώστη στου οποίου την καρδιά οι λέξεις χτυπούν ρολόι κουρδισμένο από την επιμελή θυρωρό του οίκου των ημερών. Ποιος δεν έχασε αγαπημένους, ποιος δεν λαχτάρησε για τη χαμένη παρουσία τους όπως η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου στην τελευταία παράγραφο του τελευταίου πεζοποιήματος της συλλογής:

«[…] Κάθομαι αναπαυτικά στον καναπέ, στην αγαπημένη μου γωνία. Σου την παραχωρούσα να μου διαβάσεις την τελική διόρθωση της συλλογής πριν το τυπογραφείο. Διαβάζω τώρα εγώ και με κοιτάς ασάλευτος μαζί με τον μπαμπά. Με κοιτάτε που διαβάζω. Με κοιτούν να τους διαβάζω. Περιμένουν τη σειρά τους υπομονετικά να διαβαστούν, μήπως και ξαναζήσουν. Κοίτα σε ποιον στηρίζουν τις ελπίδες τους… Χαμογελώ. Χαμογελάς κι εσύ που δεν χρειάστηκε να συνεννοηθείς στα Ισπανικά. Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια.

Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία».

ΛΙΝΑ ΦΥΤΙΛΗ

frear.gr 20/4/2023

Οικουμένη σε ασφυξία

Διαβάζοντας το ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας Λουκίδου, Ο θυρωρός των ημερών, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2022 από τις εκδόσεις Κέδρος, μπαίνουμε σε ένα σύμπαν όπου η ποιήτρια μιλάει για τις προκλήσεις του σύγχρονου κόσμου και τα διλήμματα που τον διέπουν. Πρόκειται για το όγδοο ποιητικό βιβλίο της Λουκίδου, της οποίας η γραφή υποβάλλει από την πρώτη στιγμή συναισθηματικά τον αναγνώστη, μέσω των έντονων εικόνων που χρησιμοποιεί.

Η ποιήτρια αντικρίζει τον κόσμο σαν έναν λαβύρινθο που στενεύει, όπου επικρατεί σιωπή κι ακινησία. Η υπαρξιακή της αγωνία ψάχνει τρόπο διαφυγής από την οδύνη, αν και γνωρίζει πως τίποτα δεν ξεφεύγει από τη δύναμη της κατάρρευσης. Άλλωστε καμία ήττα δεν αποσιωπάται κι αυτή η επίγνωση αρκεί για ολόκληρη τη ζωή.

«Κανένα συμβάν δεν ναυαγεί τόσο εκθαμβωτικά/ όσο η στιγμή που ο ύστατος σφυγμός/ πλησιάζει στο παράθυρο/ και διαιρεί τη μέρα σε μικρούς γκρεμούς…»

Τα ποιήματα στον Θυρωρό των ημερών έχουν έντονα στοιχεία αφήγησης. Ξεδιπλώνονται σαν μικρές ιστορίες, που δημιουργούν διάδραση με τον αναγνώστη, καθώς ψηλαφούν τον καθημερινό, αδυσώπητο κόσμο με μια φιλοσοφική ματιά κι ενσυναίσθηση. Έτσι ο έρωτας γίνεται μια ανελέητη κατακραυγή, ο εαυτός διαψεύδεται συνεχώς, κάθε εγρήγορση παγιδεύεται στην αμφιβολία και ό, τι αναπνέει, βάλλεται.

«Μόναχο- Σαλονίκη- Αθήνα- Βόλος- Λεμεσός/ μια οικουμένη σύσσωμη σε ασφυξία» γράφει.

Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, είναι φανερό το υπαρξιακό κενό, τα αδιέξοδα του σύγχρονου ανθρώπου, το δυστοπικό σύμπαν, στο οποίο η καθημερινή επικοινωνία περιορίζεται, όπως και κάθε μορφή ελευθερίας. Το γεγονός της θνητότητας απασχολεί έντονα την ποιήτρια, το αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσα στη ζωτικότητα και στο σκοτάδι του θανάτου. Στέκεται λοιπόν σαν να περιφρουρεί την απόσταση που χωρίζει τις αντιθέσεις τους, μια θυρωρός των ημερών, που αναμετριέται μαζί τους, μέσα στην αδιαφανή ανθρωπογεωγραφία της εποχής και τις απειλές που τη διέπουν.

Όμως οι σκληρές διαπιστώσεις της δεν την εμποδίζουν να αναζητά στις λέξεις, το άγγιγμα που σώζει. Το ποίημα είναι ακριβώς αυτή η δυνατότητα, μια λύση που εναντιώνεται στον θάνατο, στον χρόνο που αθετεί την υπόσχεσή του.

«Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα» διαπιστώνει, μέσα σε μια περιοχή ενδιάμεση που βρίσκεται ανάμεσα στην ιδέα και στο κείμενο. Ο θάνατος απασχολεί την Λουκίδου, η θεατρική του φυσικότητα, η λάμψη και η ριπή του, αλλά κι η αιωνιότητα που συνεχώς ψεύδεται.

«Μη μας μνημονεύετε τα ψυχοσάββατα/ παράγγελναν οι τόποι/ μη μας

μνημονεύετε/ τέφρα αναρριχάται στις φωνές/ και σε αλωνάκι υδάτινο/

φοβάται ο θάνατος τον τρόμο…»

Αλλά τι μπορεί κάποιος να πει στους νεκρούς; Πώς να συνομιλήσει μαζί τους; Πώς συγκολλούνται ένα ένα τα σπασμένα; Πώς ησυχάζει το σκοτάδι όταν αλέθει τη σκόνη παλιών βημάτων; Όλα αυτά ενδιαφέρουν την ποιήτρια, που μέσα από τους στίχους της ενεργοποιώντας παλιές μνήμες, συνομιλεί με άλλους ποιητές, όπως η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, η Σύλβια Πλαθ, ο Τσελάν, ο Ασλάνογλου, ο Άσμπερι. Εστιάζοντας στο κέντρο του βιώματος, η Λουκίδου ψάχνει απαντήσεις. Η ποίησή της δεν εξαντλείται σε επίπεδο αυτοβιογραφικό αλλά ανοίγεται σε πεδία συλλογικού προβληματισμού, όπως η γλώσσα, η εποχή μετά την πανδημία, ο θάνατος, η ανθρώπινη επαφή.

Η γλώσσα, το εύρος της, οι μίμοι, οι μορφασμοί, ο τρόπος που απογυμνώνονται λεκτικά τα πράγματα γύρω μας, οι μεταμφιέσεις πίσω από κάθε λέξη, γίνονται ο καμβάς για το δεύτερο μέρος του ποιητικού της βιβλίου. Οι ποιητές, ερημίτες και μοναχικοί, ακούν μικρά σπασίματα γυαλιών, επινοούν διαφυγές, ώστε η γλώσσα να μην πλήττει. Αποχαιρετούν καθετί εύκολο και δε διστάζουν μπροστά στα επικίνδυνα σημεία της.

«Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν΄ απλώνεται απ΄ το σαλόνι στα
δωμάτια. Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία» αναφέρει.

Η Σιμόν Βέιλ γράφει ότι «δεν υπάρχουν άλλα όρια στο θέλημά μας, εκτός από την αναγκαιότητα της ύλης και την ύπαρξη των άλλων ανθρώπων γύρω μας. Κάθε φανταστική διεύρυνση αυτών των ορίων είναι απολαυστική, κι επομένως, υπάρχει απόλαυση σε καθετί που μας κάνει να ξεχνάμε την πραγματικότητα των εμποδίων». Κι η ποίηση επιχειρεί αυτό, την έκφραση κόντρα στο κακό, την εξύψωση της ομορφιάς κόντρα στην απόγνωση, στα οποία βρίσκεται η ψυχή, μέσα «στον στροβιλισμό της αιωνιότητας που ψεύδεται ασύστολα και προσποιείται τη στήριξη και τη διάρκειά της».

Η καθαρότητα της γραφής της συνοδεύεται από μια φιλοσοφική σκέψη, που ξετυλίγεται από ποίημα σε ποίημα. Έτσι το βιβλίο λειτουργεί συνολικά σαν μια εσωτερική περιπλάνηση. Γίνεται μια συνομιλία που υπαινίσσεται ό, τι αδυνατεί να ερμηνεύσει.

Η γραφή της, είναι καθαρή, πυκνή και ζωτική. Oι εικόνες της ρέουν, εναλλάσσονται, παραμονεύουν, τολμούν. Κάποιες φράσεις λειτουργούν σαν αφορισμοί, προσφέροντας στον αναγνώστη, το ερέθισμα της συνειρμικής ελευθερίας, που εξάπτει τη φαντασία και δεν καθηλώνει σε μια συμβατική ανάγνωση.

Τέλος, αν η γραφή λειτουργεί σαν ένα πεδίο αποτύπωσης γόνιμου προβληματισμού, σαν έναν τόπο όπου δοκιμάζονται τα πάντα, όπου ακόμη κι η ίδια η γλώσσα επαναστατεί , η Ευτυχία Λουκίδου επιλέγει να σταθεί στον πυρήνα της, οικοδομώντας μια σύγχρονη ατμόσφαιρα παρακμής, όπου όλα αίρονται ή τελούν υπό καθεστώς αμφισβήτησης.

.

ΑΝΤΩΝΙΑ ΜΑΤΣΙΓΚΟΥ

diastixo.gr 17/3/2023

Ερευνώντας κανείς το γευσιλόγιο της ποιητικής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, μπορεί να κάνει λόγο για ποίηση σύνθετη, γεμάτη, αιχμηρή με οξυμμένες γωνίες κατά περίπτωση, βαθιά, με πολύπλοκο άρωμα, έντονη στην εξέλιξη αλλά ήπια και βελούδινη στην επίγευσή της. Για κάποιον που εισέρχεται άγνωρος και με την πρωτόγονη σκευή του αμύητου, η γεύση προκύπτει σταδιακά και ίσως γίνεται δύσκολα προσλήψιμη σε αρκετά σημεία της. Αν όμως κανείς εισέλθει με τη σύσταση των προηγούμενών του αναγνώσεων, προσέρχεται ευσταλής σε μυστικό δείπνο δίκην αποκαλυπτικής ιερουργίας.

Καθώς, λοιπόν, ο αναγνώστης εισάγεται στη μυσταγωγία της αισθητικής απόλαυσης, έχει την αίσθηση μιας ιδιότυπης περιήγησης, όπου το διανοητικό απαύγασμα του γλωσσικού πλούτου της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι υψηλό αλλά διόλου στομφώδες. Είναι ειλικρινές και εύστοχο, χωρίς περιστροφές, με ακρίβεια και συνέπεια λόγου και νοήματος. Δεν είναι αυτόδηλο. Είναι βαθιά εσωτερικό με διάθεση εξομολόγησης. Είναι δεικτικό, αλλά ποτέ δηκτικό. Έχει τη λεπτότητα των χειρισμών στη διαχείριση των υλικών της. Υλικά δουλεμένα στον χρόνο, στην ανθρώπινη τριβή, στη μεταγνωστική επεξεργασία και εκδήλωση. Πώς αξιολογούνται τα υλικά σε ένα πνευματικό προϊόν; Από τις γεύσεις που αναδίδουν καθώς τα γεύεσαι. Από τη μνήμη της εμπειρίας ανάγνωσης που εναποτίθεται μέσα σου, καθώς κλείνεις το βιβλίο. Από την κατάθεση του συναισθήματος, όπως αυτό εγγράφεται στο γκισέ της ψυχής του ενός, των πολλών, εμάς και των άλλων.

Η τέχνη του λόγου είναι αυτή που μας συστήνεται τη στιγμή της έκπληξης. Εκείνης της ωραίας συνάντησης με το απρόσμενο, το ασύνηθες, το αταίριαστο αλλά ωστόσο έξοχα ταιριαστό τελικά: το ν’ αποχαιρετάς τα φανερά/ και διαφυγές να επινοείς/ για να μην πλήττουν οι λέξεις από το ποίημα «Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;».

Η σκέψη της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι σκέψη κρυστάλλινη με την ποιότητα της πρώτης ύλης και πολυεδρική. Δεν σκοντάφτει σε χάσματα νοηματικά, δεν αποπειράται λεκτικά άλματα επιδιώκοντας τον γρήγορο εντυπωσιασμό. Γνώριμα γήινη, σε συστήνει ακόμη και στα πιο δύσμορφα τοπία της ανθρώπινης πραγματικότητας. Σε αφήνει να εισέλθεις στα ψυχικά φαινόμενα που αφήνει πίσω της αυτή η περιηγητική στιχοπλοκία, χωρίς να επιφορτίζει, χωρίς να δημιουργεί αίσθημα δύσφορο αν και σε εποχές δυσανεξίας.

Η αποτύπωση της πρόθεσης ξεκάθαρη ήδη από το αισθητικά λιτό αλλά γλαφυρά εύγλωττο εξώφυλλο. Η βαρύτητα και η ελαφρότητα. Η φθορά και η εξαΰλωση. Η εμπειρία και το ιδεατό. Ο ρεαλισμός και το πέταγμα στη σφαίρα των ιδεών. Σαν να υποδεικνύει πως τη σκονισμένη πραγματικότητα της καθημερινής τριβής διαδέχεται το τίναγμα της σκόνης. Σαν να επαγγέλλεται πως ό,τι επικάθεται στην καθαρότητα του λευκού, αναφυσάται, αναπτερώνεται, αποκαθαίρεται και ανασυστήνεται μαγικά. Ο Θυρωρός των ημερών μάς υποδέχεται δείχνοντας με το δάχτυλο τη στενότητα του χρόνου:

[…] Βιάζεται η υδρόγειος/ κι είναι κλειστό απόψε το μουσείο/ –η σκόνη κι ο συναγερμός φρουρούν τα αρχαία νομίσματα–, δεν προλαβαίνει./ Η μόνη οικονομία της λίγη χρυσή κλωστή/ απ’ τη θητεία στον λαβύρινθο./ Είναι αρκετή να εξαγοράσει τη διάρκεια; […] Τελειώνει ο χρόνος των μορφών./ Το χρέος δεν θα μου χαριστεί./ Εξάπαντος, λίγη λεβάντα («Ο Θυρωρός των ημερών»).

Η ποιήτρια βιώνει την αδηφάγα επίθεση του χρόνου που καταβροχθίζει τα πάντα στα γρανάζια του:

–– Μα τώρα που λέων ωρυόμενος μας κυνηγά ο χρόνος/ ̶ εκείνος που διανύθηκε κι αυτός που απομένει ̶ («Συζητώντας με τον ποιητή το ενδεχόμενο απόδρασης»).

–– Στο μεταξύ, ο αρουραίος των λεπτοδειχτών/ θα ροκανίζει ανενόχλητος τον καναπέ («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο»).

–– Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται/ ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται/ τη στήριξη και τη διάρκειά της («Γοργόνα εσωτερικού χώρου»).

–– Εκ γενετής εξόδια τα σώματα («Το ξένο σώμα»).

–– Αργός εκρήγνυται στο σώμα μου ο χρόνος. […] Αργός ο χρόνος και θολά μιλά τα δικαιώματά μου («Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις»)

Η μοναξιά του ανθρώπου διάχυτη, καθαγιασμένη στην αιώνια σιωπή της: Η γλώσσα ολοένα συστρέφεται/ γύρω από γομφίους και κοπτήρες,ενώ παρακάτω παραμένει: αμίλητη/ μέχρι η σκουριά στα σπλάχνα της/ να διασταυρωθεί με άταφα μοιρολόγια («Αγία Ερημία»).

Το βίωμα γίνεται πνιγηρή μνήμη. Ματαιώσεις και αδικαίωτες προσμονές. Αδιόρατες απηχήσεις ενός επερχόμενου μέλλοντος: Η αναίρεση γδέρνει τις ώρες/ με ήχο αιώρησης αινιγματικό, που σημαίνει:/ Ας μείνουν ανεντόπιστες οι απαντήσεις («Οι ήρωες του Μπέκετ φορούσαν πάντοτε καπέλο»). Φυσιογνωμίες αινίγματα, μορφές μύθων, υπαρκτοί ήρωες, όλα ανεξιχνίαστα στο ορατό πεδίο. Εποχές κατάρρευσης, αγωνίας και τρόμου: Μετέωροι, ημιάγριοι και κατακλυσμιαίοι/ μίσχοι που επινόησε κάποια εγγύτητα άνοιξης/ απάνθρωπης κι εκδικητικής/ απελπισία θαύματος/ που δεν ευτύχησε να μπει στην τελική ευθεία («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας»). Ο θάνατος η μόνη αδιαμφισβήτητη εξουσία: Λάμψη θανάτου και ριπή/ διά παντός αθάνατη («Έκθεση φωτογραφίας: “Το βλέμμα των μικρών προσφύγων”»). Πού έχει θέση, άραγε, η αγάπη και η συγχώρεση; Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία («Από το σπίτι της παρόδου Κράσνη 18 μέχρι το σπίτι μου»).

Αυτήν ακριβώς την αίσθηση της μετάβασης στη σφαίρα της ενήλικης πραγματικότητας και των συμπαρομαρτούντων της, την αγωνία και την πικρόστυφη γεύση του σύγχρονου κοινωνικού και πνευματικού μας αδιέξοδου εισπράττουμε από τη γραφή της Λουκίδου στον Θυρωρό των ημερών με μια ομολογουμένως μορφική και υφολογική ποικιλία. Η ποιητική της μπορεί να εκκινεί, όπως μας εξομολογείται, από κάτι ευτελή υλικά τελείως αβαρή: το πούπουλο/ κι ένα ρυθμό αρχαίο, καταγωγικό/ σαν τον αδιόρατο συλλογισμό φτερού/ πριν ξεκολλήσει από τον άγγελο/ ή απ’ τη σουσουράδα («Και πώς ξεκινάτε να γράφετε;»). Δεν είναι όμως η ποίηση της αυταπάτης και των ψευδαισθήσεων. Είναι η συνάντηση με τον φόβο, τη φρίκη, την ανάσχεση, το ανοιχτό ενδεχόμενο, σε μια θεατρική συνθήκη όπου πρόσωπα και προσωπεία συνυπάρχουν και εναλλάσσονται, αλληλεπιδρούν, διαλέγονται ή σιωπούν, δρουν ή αποσύρονται, πρωταγωνιστούν ή παραμένουν εμφατικά στο περιθώριο. Συμπλέουν με την πραγματικότητα ή αντιστέκονται σθεναρά, αφουγκράζονται ή τελούν υπό καθεστώς ανοσμίας κι άοσμα παραμένουν τα χρώματα παρά τις αποχρώσεις («Tableau vivant μέχρι νεωτέρας»).

Η ίδια, σε συνέντευξή της στο Θευθ, αναφερόμενη στη θεατρικότητα που χαρακτηρίζει την ποίησή της έχει πει: «η θεατρικότητα που επανέρχεται με κάποιες διαλογικές εισβολές είναι η ανάγκη μου άλλοτε να προκαλέσω μια κάποια διαβεβαίωση για ύπαρξη παραλήπτη κι άλλοτε να ελαφρύνω την αίσθηση του πνιγμού. Ίσως πάλι να είναι απλώς μια απόπειρα να πείσω πως όλα παίζονται επί σκηνής, πως η διανομή των ρόλων γίνεται από σκηνοθέτη με γνώση και αίσθημα βαθύ, αλλά κυρίως ότι η συζήτηση λαμβάνει χώρα επί σκηνής με τον συγγραφέα του έργου παρόντα και με το τέλος ανοιχτό σε μετατροπές και διορθώσεις».

Η επίσκεψη σε κάθε σκηνή του ποιητικού χώρου της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου είναι και μια αδιαμφισβήτητη νοητική και συναισθηματική εμπλοκή. Μια διαρκώς παλλόμενη εντύπωση καταγράφεται στον λευκό χάρτη της ψυχής του αναγνωστικού υποκειμένου, που συνδιαμορφώνεται με την εξέλιξη των προσώπων στο διάβα της ποιητικής φανέρωσης. Η μέθεξη, όμως, ακολουθεί μια καμπύλη κίνηση, όπως αυτή της αιώρησης σε μια κούνια ή σε μια eu al loukidou23τραμπάλα. Η ποιήτρια έτσι μας αφήνει να βυθιστούμε στον λαβύρινθο της σκέψης και του συναισθήματος μόνο τόσο, ώστε να αποφύγουμε το αίσθημα της ψυχικής δυσφορίας και του αδιέξοδου. Σκοπός να μας εμβαπτίσει, να μας γνωρίσει τα αφανέρωτα, αυτά που δύσκολα μπορούν να ειπωθούν, κι έπειτα να μας φέρει ξανά στην επιφάνεια του ιστορικού μας παρόντος. Όπως ένα κινηματογραφικό φιλμ νουάρ που γυρίζεται αριστοτεχνικά αφήνοντας στο τέλος το αίσθημα του ανεκπλήρωτου.

.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

CULTURE BOOK 24/11/2022

Ο θυρωρός των ημερών είναι ο συμβολικός και ευφάνταστος τίτλος της όγδοης και καλαίσθητης συλλογής της ποιήτριας και δοκιμιογράφου Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος και ο οποίος αποκαλύπτει εξαρχής την καταγωγική συνθήκη της σύλληψης του βιβλίου. Με άλλα λόγια, ο πολύσημος αυτός τίτλος μάς εισάγει κατευθείαν στην ποιητική μυθολογία της σύνθεσης και αποτελεί ένα σημαντικό κλειδί ανάγνωσης – συγκεκριμένο στην καταδηλωτική του εκφορά, αλλά και αρκούντως απροσδιόριστο στη συμπαραδηλωτική του ευρύτητα- το οποίο προοικονομεί με διαύγεια τον πυρήνα του ποιητικού στοχασμού που θα αναπτυχθεί πολύτροπα στο βιβλίο: τη σχέση της ποιήτριας με τη θνητότητα, τη γλώσσα και την ποιητική και οντολογική ελευθερία.

Όπως, εξάλλου, ανέφερε σε πρόσφατη συνέντευξή της η ποιήτρια, ο τίτλος του βιβλίου «εξακτινώνει σημασιολογικές αναγνώσεις για το ζήτημα της ελευθερίας, της απλότητας, της δικαιωματικής και αδιαπραγμάτευτης πρόσβασης στο πεδίο των επιλογών. Η υποχρέωσή μας να αναφερόμαστε σε κάποιον ενδιάμεσο που κρίνει, επιλέγει και αποφασίζει για εμάς ανακινεί το ζήτημα της διαμεσολάβησης ανάμεσα στο έξω, το μέσα και το παραμέσα. Κάθε μορφή εξουσίας, βέβαια, στο όνομα της προστασίας μας αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο του «φρουρού» που επιτρέπει ή απαγορεύει την έξοδο στον ανοιχτό ορίζοντα. Για εμένα προσωπικά εκτός από την αδιαφιλονίκητη εξουσία του φόβου που εξυφαίνεται γύρω μας, υπάρχει και μια άλλη ακόμα μεγαλύτερη, στην οποία μάλιστα ουδέποτε επί της ουσίας αντιστεκόμαστε. Αναφέρομαι στην εξουσία του ίδιου του θανάτου που απαγορεύει την πρόσβασή μας στη διάρκεια ξεγελώντας μας με την παροχή ενός αριθμού ημερών που ενοικούν σε ορισμένα χρόνια, με τα οποία μάλιστα θα πρέπει να συμβιβαστούμε και να είμαστε και ικανοποιημένοι».

Λαμβάνοντας υπόψη το πιο πάνω σημαντικό αυτοσχόλιο, ο αναγνώστης της συλλογής αντιλαμβάνεται εξελικτικά και πρωτίστως μυητικά ότι οι δύο μεγάλοι ομόκεντροι κύκλοι-μέρη της ανά χείρας ποιητικής συλλογής ιχνηλατούν στην πραγματικότητα το ίδιο θέμα με καταθέσεις διαφορετικής μορφής, θερμοκρασίας και εμβέλειας, οι οποίες ισορροπούν με μαεστρία μέσα από τις αντινομίες τους. Ό,τι έπεται, λοιπόν, και στα δύο μέρη του βιβλίου, το πρώτο πιο υπαρξιακό και κοινωνικό, το δεύτερο πιο αυτοαναφορικό, αποτελεί αναδίφηση του συλλογικού-κοινωνικού και υπαρξιακού πόνου μέσω ενός προσωπικού ιδεογράμματος που είναι το ποίημα, καθώς η ποίηση αποβαίνει για την ποιήτρια ο μόνος ελεύθερος και ριψοκίνδυνος τρόπος-δρόμος για να γνωρίσει και να δώσει σχήμα και ύπαρξη στη δική της αλήθεια, κοινωνώντας την στον αναγνώστη.

Ας πάρουμε, ωστόσο, τα πράγματα με τη σειρά. Στο πρώτο μέρος του βιβλίου, που είναι και το εκτενέστερο, τα ποιήματα εκκινούν από την καθημερινότητα και καταγράφουν σε αρκετές περιπτώσεις αφενός ένα οδυνηρό υπαρξιακό και κοινωνικό αδιέξοδο-διάψευση, και αφετέρου ένα οξύ αίσθημα εθνικής, αλλά και παγκόσμιας ανελευθερίας, το οποίο φαίνεται να επιτείνεται από τις νέες τρομακτικές συνθήκες που επέβαλαν η τρέχουσα πανδημία, οι μεταναστεύσεις και οι πόλεμοι. Το γενικότερο κοινωνικό πλαίσιο, ανακινεί παράλληλα και τη βυθοσκόπηση μιας αυστηρά ιδιωτικής περιοχής, όπου κυριαρχεί η αίσθηση της μόνωσης και της διάψευσης του έρωτα, η οποία τροφοδοτείται από τις πιο οικείες και ταπεινές όψεις της καθημερινής ζωής.

Επίκεντρο και αφετηρία, βεβαίως, αυτής της ποιητικής που διεκδικεί την έκφρασή της τόσο αμφίδρομα είναι ο εαυτός –ένα cogito που δεν του αρκεί να γνωρίζει ότι σκέφτεται προκειμένου να υπάρξει, αλλά που αγωνιά αφενός για την ποιότητα και το περιεχόμενο των στοχασμών και των συναισθημάτων του και αφετέρου για την αισθητική μετουσίωση αυτών των στοχασμών και συναισθημάτων σε ποίημα. Αναφέρομαι εδώ κυρίως στον κατά κανόνα επιτυχή ποιητικά συγκερασμό μιας συγκρατημένης συγκίνησης με ένα διανοητικό-στοχαστικό στοιχείο, προϊόν ανήσυχου προβληματισμού και άγρυπνης σκέψης. Τα ιδιωτικά βιώματα, επομένως, δεν παραμένουν κλειστά στον χώρο των φευγαλέων εντυπώσεων του καθημερινού βίου, αλλά ανοίγονται, εντέλει, προς μια βαθύτερη υπαρξιακή και πολιτισμική νοηματοδότηση, όπου ο φθαρτός κόσμος μεταμορφώνεται, εντέλει, μέσα από το φαντασμαγορικό πρίσμα της ποιητικής αίσθησης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ψυχολογική εσωστρέφεια όχι μόνο δεν αποκλείει τη θεώρηση του κοινωνικού και ιστορικού χώρου, αλλά και δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας διαφορετικής όρασής του, καθώς το θολωμένο ποτάμι της ιστορίας ανάγεται σε αντικειμενικό υπαρξιακό βίωμα, από το οποίο κάθε άλλο παρά λείπει η μοντερνιστική δραματικότητα. Δεν είναι τυχαίο, πάντως, ότι και στα δύο μέρη του βιβλίου ο αναγνώστης έχει έντονα την αίσθηση μιας θεατρικής παράστασης. Η τραγική αντίληψη,βεβαίως, ότι η ζωή μοιάζει με θεατρικό έργο στο οποίο ο άνθρωπος δίνει λίγο ή καθόλου νόημα είναι μια αντίληψη που επανέρχεται σε έργα μεγάλων συγγραφέων, παλαιότερων και νέων εκφράζοντας μια γενική ειρωνεία, μια εκδοχή της οποίας είναι η κοσμική ειρωνεία, το γεγονός, δηλαδή, ότι ο άνθρωπος, ενώ επιθυμεί την αιωνιότητα, καλείται να ζήσει έχοντας επίγνωση του τέλους του, «του θυρωρού των ημερών» του.

Και παρά την τραγική αυτή επίγνωση, ωστόσο, η ποίηση για τη Λουκίδου αποτελεί πρωτίστως, ένα σημείο-τόπο καταφυγής, όπου πτυχές του παρελθόντος και του παρόντος συνθέτουν εικόνες και συγκροτούν, εν τέλει, ένα ενιαίο και διαρκές παρόν, αυτό της γραφής· ένα παρόν που λειτουργεί παροδικά, τουλάχιστον, ως λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η ποιήτρια ευελπιστεί να προφυλάξει το πραγματικό της πρόσωπο από τον χρόνο, τη φθορά και τον θάνατο. Στο κέντρο, λοιπόν, της ποιητικής σκηνής μπαίνει το πρώτο ή τρίτο ενικό πρόσωπο, στο οποίο θεωρώ ότι συμπλέκονται δύο, τουλάχιστον, στοιχεία: το αυτοβιογραφικό-βιωματικό και το σκηνοθετικό αφηγηματικό. Θεμελιώνοντας στο πρώτο ενικό την αφήγησή της η ποιήτρια δημιουργεί τις προϋποθέσεις ενός οιωνεί μυθιστορήματος, στο οποίο ο αναγνώστης εμπλέκεται αναπόφευκτα. Παρά το γεγονός, μάλιστα, ότι τα στοιχεία αυτά φέρνουν την ποίησή της κοντύτερα στην πρόζα και καθιστά τα ποιήματα εύληπτα, εντούτοις συχνά ενέχουν συντακτικά, συνειρμικά άλματα, εικόνες και φράσεις ανοιχτές σε ερμηνεία που προκαλούν την φαντασία του αναγνώστη, καθώς και τη δεσπόζουσα μηχανή της ανατροπής.

Το ποιητικό εκκρεμές της Λουκίδου, πάντως, κινείται ανάμεσα από τον εγκλεισμό θεληματικό ή επιβεβλημένο έως το ελεύθερο άνοιγμα που προϋποθέτει η ποιητική συνομιλία με αγιοποιημένες μορφές του παρελθόντος (Νίκος Καρούζος, Ρενέ Σαρ, Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Κώστας Κρυστάλλης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Σύλβια Πλαθ, Κατερίνα Γώγου κ.ά.)˙ όψεις παραπληρωματικές και αλληλοσυμπληρούμενες που δεν αναδεικνύουν μόνο τον φόβο του ποιητικού υποκειμένου μπροστά στη σιωπή και τον θάνατο, αλλά ταυτόχρονα και την ακλόνητη πίστη της στην υπονόμευση του «θυρωρού των ημερών» μας.

Περνώντας στο τελευταίο και πιο αυτοαναφορικό μέρος του βιβλίου, παρατηρούμε ότι δεσπόζει το θέμα της γραφής και της ποίησης. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί με μαεστρία σε αυτό το μέρος τον διάλογο για να αποτυπώσει την άγνωστη και, εν πολλοίς, ανείπωτη εμπειρία της συγγραφής. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το βάσανο της γραφής, αυτός ο ασταμάτητος γκρεμός της γλώσσας, συμβιώνει αντιθετικά μαζί με την άσβηστη ρομαντική ελπίδα ότι ο ποιητής μετά τον θάνατό του «μετοικεί στους στίχους του», όπως έχει πει ο σπουδαίος ποιητής Κώστας Μόντης. Η βαθιά, επομένως, πεποίθηση της Λουκίδου ότι ηποιητική γλώσσα μας ελέγχει, δεν την ελέγχουμε, και ακόμα ότι η γλώσσα πρέπει να μας καταδεχτεί για να δημιουργήσουμε το ποίημα, την προφυλάσσει, τελικά, από τις παγίδες του ποιητικού ναρκισσισμού. Για αυτό και το ερωτικό θαύμα της ποίησης και της ζωής ξεπροβάλλει μέσα από τις κρύπτες της πραγματικότητας.

Σε διαλεκτική αντιπαράθεση τώρα της ποίησης της ελευθερίας και του έρωτα, ορίζεται ο θάνατος ως δίαυλος για τη διήθηση και τον έλεγχο των ανθρωπίνων σχέσεων, ως η βίαιη διακοπή και περιορισμός της φυσικής επικοινωνίας, ως λήθη της ζωής. Παρόλα αυτά, τόσο στην ελευθερία της ποίησης και του έρωτα προσμένουμε τη διάρκεια της αιωνιότητας, ίσως γιατί και στις δύο περιπτώσεις αναβάλλεται, έστω για λίγο η έλευση του μοιραίου και παρατείνεται η ψευδαίσθηση ότι η αναπότρεπτη φθορά μπορεί να λησμονηθεί. Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά εύθραυστο και εύπλαστο πλαίσιο, η ποίηση, όπως αναφέρει η Λουκίδου «είναι μια ανοιχτή υπόθεση την ίδια ώρα που είναι και προδιαγεγραμμένη. Είναι σχεδίασμα και δοκιμή, απόπειρα να αποδοθεί το φευγαλέο μιας αλήθειας, το ίχνος ενός περάσματος που μέχρι εκείνη τη στιγμή μάς διέφευγε. Μοιάζει με εκείνα τα άστρα που περνούν χιλιετίες, ώσπου να φτάσει σʼ εμάς το φως τους. Εμείς βλέπουμε τη λάμψη τους, όμως η πτώση τους έχει ήδη συντελεστεί εδώ και πολύ καιρό. Το ποίημα λοιπόν είναι ήδη γραμμένο και ολοκληρωμένο και η δική μας προσοχή στη σιωπηλή στιγμή της νύχτας μέσα μας είναι εκείνη που μας το εμφανίζει».

Λαμβάνοντας το πιο πάνω αυτοσχόλιο υπόψη, είναι εμφανές ότι η ποίηση βιώνεται και ορίζεται από την ποιήτρια ως μια διαρκής πνευματική και σωματική ακροβασία του ανείπωτου, μια πρωτίστως σωματική και ενστικτώδης λειτουργία που προστατεύει τον λυρισμό της σκέψης, την αιώνια παιδική ηλικία, και επιτίθεται στη βαρβαρότητα της νόρμας, στην κατανάλωση των σχέσεων, ακόμα και στην ίδια την ποίηση όταν αυτή είναι άσφαιρη. Η ποιήτρια δεν βιώνει, επομένως, μονοσήμαντα την ποίηση ως λυτρωτική αυτοέκφραση, αλλά, όπως καίρια το έθεσε η Ελένη Βακαλό, ως «τον τρόπο να κινδυνεύουμε». Γι’ αυτό και η ποίησή της μετεωρίζεται συνεχώς ανάμεσα στο αυθόρμητο και το επεξεργασμένο, ανάμεσα στο βίωμα και στην υπέρβασή του, και θεματοποιεί αμφότερα τη βίαιη εισβολή του εξωτερικού κόσμου στον αφύλαχτο χώρο της ιδιωτικής ζωής και της ύπαρξης ή την αντίστροφη και, τις περισσότερες φορές, λυτρωτική παρέμβαση της ποιητικής όρασης που μεταμορφώνει τον εξωτερικό κόσμο και κυοφορεί το θαύμα. Και, βέβαια, μέσα στη διαλεκτική δομή του κειμενικού σύμπαντος της Λουκίδου, όπως αυτή η δομή αποτυπώνεται στη συλλογή ως συνδυασμός ορατού χώρου και αθέατης ή βαθιάς εσωτερικής διαστρωμάτωσης των εσωτερικών τοπίων, η φύση από τη μια, αλλά και το αστικό τοπίο και καθημερινά αντικείμενα από την άλλη επιλέγονται για να αποδίδουν καταστάσεις του υποκειμενικού κόσμου, ενώ ο θάνατος ανεξέλεγκτος διασχίζει κάθετα και οριζόντια όλη τη συλλογή με ποικίλα προσωπεία.

Συνοψίζοντας, η ελευθερία της ποίησης και της μνήμης, αποτελούν στην τελευταία συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου ένα λυτρωτικό καταφύγιο μέσα στο οποίο η δημιουργός μπορεί να ξεγελάσει τον «θυρωρό των ημερών» της. Σε μερικά ποιήματα, ωστόσο, η ποίηση βουλιάζει στο τραύμα, καθώς η μνήμη και η ποίηση φαίνεται να ανοίγουν περισσότερο μια χαίνουσα πληγή. Σε αυτά τα λιγοστά ποιήματα έχουμε τώρα μια ποίηση που μόνο παροδικά μπορεί να λειτουργήσει ως λύτρωση και η οποία περιβάλλεται από τη χροιά μιας μνήμης εκδικητικής, επώδυνης και σχεδόν πάντα διεκδικητικής του παρόντος της. Και οι δύο, πάντως, κειμενικές στρατηγικές της Λουκίδου, δεν αποκαλύπτουν μόνο την πρόθεσή της να μην αφεθεί μοιρολατρικά σε ό,τι την ταλάνισε και εξακολουθεί, ίσως, να την ταλανίζει, αλλά να αντιπαρατεθεί σε αυτό, μεταποιώντας το σε δικαιωμένες ποιητικά εκδοχές ζωής, ισορροπώντας επιδέξια ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν και κάποτε ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα.

ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

ΕΚΕΙΝΟΙ:

Τ’ αφήσαμε όλα στη μέση:
τη νύχτα έκθετη στη μέση του καθιστικού
ένα βιβλίο ανοιχτό στη μέση της ανάμνησης
και τη βελόνα του πικάπ στη μέση του κενού.
Αδιόρατα νεφελώματα σιγής
τ’ αφήσαμε να ανεβαίνουν ρυθμικά
στην τρύπια στέγη που έχασκε
καταμεσής της πόλης
την ώρα που οι αρμόδιοι
ξέστηναν βιαστικά το λούνα παρκ
στη μέση της πλατείας
ν’ ανεγερθεί μνημείο ορειχάλκινο
με φόντο τα χαλάσματα.

ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ:

[Εκείνος που αποκρίνεται
– ο μόνος που επιτρέπεται να ομιλεί –
ψιθυρίζει ακατάληπτες λαμπερές βεβαιότητες
όπως ότι η μέρα που πεθαίνει
είναι μια επιπλέον ομολογία
για το αψηλάφητο μυστήριο του θανάτου
και πως η τεντωμένη κλωστή της σειρήνας
γδέρνει το πλάνο της αδράνειας
να νικηθεί η πλήξη
σαν αναρρίχηση εσπερινού
πάνω από την εξάντληση και την πεζοπορία.]
Είδατε, κύριοι, είναι όλα θέμα οπτικής.
Η βόμβα απλώς βοήθησε
να μπουν τ’ αστέρια απευθείας στο δωμάτιο
το βιβλίο σας δεν έλεγε άλλωστε πολλά
και το βαλσάκι παλιομοδίτικο εντελώς
ενώ ο ανδριάντας μας
δίνει μια άλλη προοπτική
κι οι φτέρνες, ω, δείτε τις φτέρνες του
πόσο αποφασιστικά ανασηκώνονται
γιατί οι στόχοι, κύριοι, είναι για τον ηγέτη μας
ο μόνος στόχος.
Απαγορεύει αυστηρά την αστοχία.
Συγκινημένος σας ευχαριστώ.
Εσάς, την ιστορία, τον γλύπτη.
Και τώρα προσκαλώ τη χορωδία του στρατού.
Ας κλείσει η τελετή αυτή αρμονικά.

.

ΕΙΡΗΝΗ ΑΣΗΜΕΝΟΥ

FRACTAL 28/12/2022

Ένα κάλεσμα για επαναδόμηση με ανοιχτό φινάλε

Ο Θυρωρός των ημερών, η καινούρια ποιητική συλλογή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, είναι μια τελετουργία μετρήματος. Ένα όχι και τόσο μυστικό συναπάντημα του χρόνου με το διάβα του και τους τρόπους που αφήσαμε πίσω, σε συνάρτηση μ’ αυτούς που αναδύονται τώρα. Τα εμπόδια, που πριν προλάβουν να γίνουν ανυπέρβλητα, παίρνουν τις έμψυχες μορφές μιας τελευταίας δράσης για συγκίνηση.

Τα σύννεφα ραγίζουν, οι σκόνες βαρούν συναγερμό κι η τέφρα αναρριχάται στις φωνές των κάποτε τυφλών. Όλα στο σύνολό τους συντελούν στο πλάσιμο μιας γλωσσικής αποκάλυψης, ενός καλέσματος για την επαναφορά του ρυθμού.

Η ποιήτρια χρησιμοποιεί περίτεχνα τις λέξεις, όπως άλλωστε την έχουμε συνηθίσει να το κάνει και από περασμένες ποιητικές συλλογές της, βάζοντας αυτή τη φορά, ινδάλματα του παρελθόντος αντιμέτωπα με τη διαλεκτική των ημερών.

Μιλούν τα φαντάσματα; Κι αν μιλούν, τι έχουν σήμερα να πουν σ’ εκείνην και κατ’ επέκταση σ’ εμάς, τους αναγνώστες της; Ποιος είναι ο ρόλος τους;

Είναι μήπως αυτά οι Θυρωροί των ημερών; Και αν ναι, μήπως ακούγονται;

Βιρτζίνια δεν ακούγεσαι, λέει στη Βιρτζίνια Γουλφ στο ποίημα «Ο θαλαμηπόλος» που δεν είναι άλλος από τον ίδιο τον θάνατο, τον θυρωρό των δικών της ημερών που τη δελεάζει λέγοντάς της:

Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες / λιώνεις εσύ θριαμβευτικά, μα εκείνες παραμένουν […]

Τι πάει όμως να πει «παραμένουν», για ποιους παραμένουν οι πετρούλες ή αλλιώς τα λόγια που έχουν ή δεν έχουν ειπωθεί και γιατί; Ή μήπως είναι το άψυχο που κατακτά τη διάρκεια, ενώ το έμψυχο λιώνει και θρυμματίζεται; Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου δεν συνομιλεί με το παρελθόν σε αυτό σε ένα πλαίσιο απλής διακειμενικής συνύπαρξης ή στείρας επίδειξης γνώσεων. Κουβαλά τη λογοτεχνική παράδοση ελλήνων και ξένων λογοτεχνών σε μια βαλίτσα, σαν θησαυρό, που κάποιος πρέπει να ανοίγει που και που για να ενώνει τα κομμάτια.

Τα ψήγματα, τις εκδοχές, τα φράκταλ της αλήθειας.

Η Αλήθεια για την ίδια βρίσκεται πάντα στον ρυθμό. Εκείνον που μας δόθηκε για να τον μοιραστούμε. Μοιράζεται λοιπόν την αλήθεια μέσα από το μουσικό χαλί του ρυθμού που έχει δοθεί, τόσο από τη φύση, ή αν θέλετε το αρχετυπικό της παράδοσης, όσο και από παρελθοντικούς μπροστάρηδες του λόγου. Είναι, θα έλεγε κανείς, μια πρόσμιξη, ένα duente, όπως το έχει περιγράψει ο Lorca σε διάλεξή του το 1934 στο Buenos Aires.

Γράφει η Λουκίδου στο ποίημα «Ωδή στη βαλίτσα»:

Τι γυρεύει το Γλωσσικό πλέγμα του Τσελάν / κάτω απ’ την τουρκουάζ μου μπιζουτιέρα;

φτιάχνοντας μια εγρήγορση παγιδευμένη στο αβέβαιο, όπως σημειώνει παρακάτω, προσγειωμένη ωστόσο τρυφερά, θα λέγαμε, όπως η φράση «Σ’ αγαπώ», πάνω στη μέρα μιας μη αναστρέψιμης φυγής. Είναι εν ολίγοις, ένας λόγος αναίμακτης προσγείωσης. Σαν mise en scene ενός auteur, που κλείνει μια χρεοκοπημένη λέξη μέσα σ’ ένα βαζάκι μαρμελάδας, απλά για να το σπάσει στην επόμενη σκηνή και να μας πασαλείψει.

Η ποιήτρια γενικότερα ελκύεται από τη δημιουργία εικόνων που παραπέμπουν σε μοντάζ μεγάλων σκηνοθετών του σινεμά. Σαν άλλος Alain Renais, κάνει παιχνίδια με τη μνήμη περιγράφοντας ένα εγκαταλελειμμένο τοπίο στο ποίημα «Μύλοι Αλλατίνη», για να το συσχετίσει με τη ληθαργική ψυχή και το κοιμισμένο σώμα. Χρησιμοποιεί τη σημειωτική εναπόθεση των εικόνων για να μιλήσει μέσα σε ένα γενικότερο πλαίσιο απ’ αυτό της απλοποιημένης λυρικής αφήγησης ακριβώς όπως το κάνουν και οι σημαντικοί ποιητές της μεγάλης οθόνης. Μας λέει:

Χρόνια μετά, στη συμβολή / Κάλλας, Ανθέων, Λασκαράτου / κουφάρι παλατιού / δαγκώνει το νερό δυο πυρκαγιών / κρότους σταρένιου σκοταδιού ελευθερώνει / αλέθει τη σκόνη των παλιών βηματισμών / δεν ησυχάζει…

κι εμείς δεν μπορούμε παρά να αφεθούμε στη δύναμη τόσο του πολιτικού και ιστορικού της λόγου όσο και της ανυπότακτης νοσταλγικής διάθεσης ενός κουφαριού, που θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε σώμα, κτιριακό ή ανθρώπινο, κάτω από την απειλή του αφανισμού.

Στο σημείο αυτό θα επεσήμανα πως ο στομάχι, ο πυρήνας ή το κέντρο αν θέλετε της παρούσας ποιητικής συλλογής είναι το ποίημα της σελίδας 50, ακριβώς στο κέντρο του βιβλίου, με τίτλο «Ευτυχία είναι, ή έξι σκηνές κάτω απ’ τον πολυέλαιο». Γιατί το λέω αυτό;

Ο πρώτος κινηματογραφικός συγγραφέας που γνωρίσαμε δεν είναι άλλος από τον Πλάτωνα και το σπήλαιό του. Οι σκηνές που περιγράφονται στο κείμενό του και οδηγούν σε μια αποκαλυπτική συνειδητότητα, δεν είναι κάτι άλλο στην ουσία από αυτό που αργότερα ονομάσαμε camera obscura. Τη λειτουργία δηλαδή μιας δεσμίδας φωτός που εισχωρεί σε σκοτεινά δωμάτια, υπό τη βοήθεια ενός φακού ή πρίσματος και προβάλλει την αλήθεια τού έξω κόσμου γι’ αυτούς που βρίσκονται εκεί. Για να γίνει ο έξω κόσμος μέσα. Για να γίνει το ασυνείδητο, συνειδητό. Για να μετουσιωθεί η πληροφορία σε γνώση.

Η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου τοποθετεί αναλόγως, με εκλεπτυσμένη θεατρικότητα τις έξι σκηνές της κάτω από έναν πολυέλαιο, ένα συμπαντικό στερέωμα που φωτίζει τη Γη, για να την απελευθερώσει από την ψευδαίσθηση του θανάτου.

Μας μεταφέρει ξανά στο σκηνικό της αποκάλυψης όχι για να μας υποδείξει τον θάνατο αλλά για να τον χρησιμοποιήσει σαν τελεολογικό επιχείρημα υπέρ της άφθαρτης, αιώνιας ζωής. Είναι σαν να μας λέει:

Στην άκρη της αρχής ένα ελάφι ξεδιψά./ Οι πόλεις δεν έχουν ακόμα εξημερωθεί / όμως τα νήπια στην αυλή κυκλώνουν τον χιονάνθρωπο / κρατούν καινούργιες σβήστρες αρωματικές, τον δείχνουν /

διδάσκουν στους σοφούς την ασταθή διάρκεια./ Ρωτούν: Γιατί ακούγεται ένα νι / όταν προφέρουν τη συγχώρεση;[…]

Μόνο τα παιδιά αντιλαμβάνονται βλέποντας τον χιονάνθρωπο πως όλα αργά ή γρήγορα διαλύονται, υπόκεινται στον νόμο της ανελέητης φθορά, γι’ αυτό και δείχνοντάς τον στους σοφούς τούς υποβάλλουν έμμεσα τον τρόπο που τους διαφεύγει. Τη συγχώρεση.

Παρακάτω σε άλλη σκηνή παρακολουθούμε μία ρουτίνα δίχως δράμα που ωστόσο προσδίδει μια κάποια ασφάλεια, υπό μια έννοια και η ανάλογη διαλεκτική μ’ αυτήν του σπηλαίου του Πλάτωνα. Τρίτη σκηνή:

Εκείνος βλέπει τις ειδήσεις / εκείνη καθαρίζει φασολάκια / λεπτές λωρίδες πράσινες / πέφτουν οι ώρες της κοινής ζωής / φύση νεκρή μα θρεπτική σαν την ασφάλεια.

Στις επόμενες σκηνές, καταργείται σταδιακά η ασθένεια από την ανθρωπότητα με τον στίχο

Στον μίσχο του θερμόμετρου / άστρο νεκρό ο υδράργυρος, σιγά σιγά στο κοίλωμα του ύπνου ασχημάτιστος / υποχωρεί κι ο θάνατος

για να μας δώσει στη συνέχεια τις δυο τελευταίες σκηνές της Ανάστασης:

Ώσπου από τον κυλιόμενο ιμάντα των αποσκευών / οι αγαπημένοι απελθόντες επιστρέφουν: / Πρώτος ο πρίγκιπας Εξιπερί με το τριαντάφυλλό του /ακολουθεί ο Ασλάνογλου με τις Ωδές στον πρίγκιπα /

και ο Ρονσάρ /– πρίγκιπας των ποιητών και ποιητής των πριγκίπων – / κι άλλοι πολλοί κρατώντας αντί κεριά αναστάσιμα / φωτογραφίες οικογενειακές από το παρελθόν της στάχτης

ώσπου

Οι προφητείες των γαλήνιων ημερών όλες εδώ / κι εμείς πρώτη φορά ελεύθεροι / σαν περηφάνια πέντε ηπείρων μαζεμένη.

Μέσα από τις έξι σκηνές αυτού του ποιήματος μπορεί επίσης κάποιος να προσέξει, κάνοντας ένα βήμα πίσω, τη συχνή επανάληψη συγκεκριμένων λέξεων, μέχρι που αποκτούν έναν αρχετυπικό χαρακτήρα, που κάτω από την επίβλεψη του Θυρωρού, παίρνουν στέρεα μορφή και δύναμη ροπής για την εκφορά του τελικού νοήματος. Τέτοιες λέξεις είναι και ο πολυέλαιος, το κλάμα, η πλάνη, το χιόνι που λιώνει, τα φτερά, τα φαντάσματα, οι κλωστές, ο πρίγκιπας και η ασφάλεια.

Η ποιήτρια, θα έλεγε κανείς πως κτίζει μια διαλεκτική με γρίφους πίσω από λέξεις που επανέρχονται από ποίημα σε ποίημα, καταφέρνοντας έτσι να τις ξεχωρίσει και να τις χρησιμοποιήσει ως λεκτικά εργαλεία που θα εκμαιεύσουν την αλήθεια για τον αναγνώστη. Είναι λες κι είναι φρέσκιες οι λέξεις, απάτητες, ανεξερεύνητες. Γρίφοι που αρχικά διαφεύγουν της σύλληψης και παραμένουν στον λαβύρινθο του αυτιού μας, όπως μια εμβοή χωρίς θεραπεία. Όσο προχωρά ωστόσο κανείς προς το τέλος της συλλογής, στο τελευταίο μέρος της ειδικότερα, τα τοιχώματα σπάνε. Η ποιήτρια συνομιλεί με την ίδια την τελετουργία της ποιητικής. Αποδομεί τα εργαλεία της, φροντίζει να τα αποφορτίσει. Να τα καθαρίσει από το νόημα που επιλέχτηκε να μεταφέρει ο θυρωρός και ύστερα, μετά την κάθαρση, να τα παραδώσει ατόφια κρατώντας για μας το νόημά τους.

Ο Θυρωρός των ημερών στο σύνολό του, μας εφιστά την προσοχή στη δυστοπία της απόστασης που επιχειρείται μέσα από την επίδειξη της τέλειας εικόνας. Την ψηφιακή, την άνυδρη, την τυπική, τη χαμένη στα νεφελώματα του διαδικτύου αλλά και της επιβεβλημένη απαγόρευσης εγγύτητας.

Ο κόσμος των ημερών του Θυρωρού που συμπίπτει με τα τελευταία τρία χρόνια μιας απρόσκλητης πανδημίας, φθείρεται όλο και περισσότερο. Οι άνθρωποι αρρωσταίνουν, πεθαίνουν κι όμως η πολυπόθητη αληθινή αγκαλιά φαίνεται να χάνεται μέσα στα megapixel της αφής. Στο ποίημα, «Έξοδος» χρησιμοποιεί την αλεπού του Μικρού πρίγκιπα, για να την βάλει στους τελευταίους στίχους να διασχίζει τις λεωφόρους των πόλεων.

Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν / στη θριαμβευτική της είσοδο /στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου / την άδεια αγκαλιά.

Με λίγα λόγια, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου ελπίζει σε μιαν επαναρρύθμιση της ανθρωπότητας και σε κατάργηση των συνόρων. Όχι μόνο των χωροταξικών, αλλά και των χρονικών. Μια αναγέννηση που φυσικά θα επακολουθήσει της φθοράς.

Ο Νίκος Εγγονόπουλος έχει γράψει: «Η Τέχνη κι η ποίηση δεν μας βοηθούν να ζήσουμε:

η τέχνη και η ποίησις μας βοηθούνε να πεθάνουμε».

Φυσικά ο Εγγονόπουλος μιλά για εξιλέωση, ένα είδος θεραπείας. Στο τελευταίο μέρος του «Θυρωρού», σε συνάρτηση ακριβώς με το τι είναι ποίηση, η Ε.Α. Λουκίδου βάζει τον εαυτό της αλλά και τον κάθε ποιητή σε μια συνομιλία με τον αναγνώστη αλλά και με την ίδια την πράξη της ποίησης. Ανοίγει με σεβασμό την εργαλειοθήκη της και μας τοποθετεί απαλά απέναντι από τη διαδικασία, με σκοπό να μας βάλει κι εμάς σ’ εκείνο τον χορό γύρω από τη φωτιά, σαν σαμάνος που μέσα του κλείνει τον ρυθμό και νιώθει χρέος του να τον μεταδώσει και να θεραπεύσει. Κάποια μάλιστα από τα ποιήματα του τρίτου μέρους λειτουργούν ως απάντηση στον τίτλο τους.

ΚΑΙ ΤΙ ΠΙΣΤΕΥΕΙ Ο ΠΟΙΗΤΗΣ;

Ότι το έγκλημα /θα αθωώσει για μια στιγμή τον δράστη του /πως η βαρύτητα μιας βλεφαρίδας /κι ενός δαφνόφυλλου το σύρσιμο /θ’ ανασηκώσουν κύματα /και τα θεμέλια μιας πόλης σκοτεινής /στο διάφανο θα τα μετατοπίσουν /ότι η γλώσσα /την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει /κι οι μονομάχοι /– νηφάλιοι και πρωινοί – /με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά /απ’ την ασάλευτη σκιά /μες στον ναό μιας τάξης σχολικής /θα προχωρήσουν.

Ο Θυρωρός των ημερών δεν επιδέχεται ερμηνεία. Δεν μεταφέρει κάποιο μήνυμα κρυφό, να μην το δουν οι άλλοι. Είναι ένα κάλεσμα για επαναδόμηση με ανοιχτό φινάλε. Μια παρόρμηση να ρίξουμε τους φράχτες, να γίνουμε ένα με το άπειρο, χωρίς φόβο, με πάθος.

.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ 12/2/2023

ΣΚΗΝΙΚΟ ΣΕ ΠΑΥΣΗ

Η τελευταία συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου αποτελεί μια συνεπή συνέχεια στην ποίησή της που με νευρώδη λόγο και έρρυθμο στοχασμό βυθομετρά τις κυμάνσεις μιας επίμονης υπαρξιακής αναζήτησης. Υπαρξιακή, πράγματι, κατά κύριο λόγο η ποίησή της, υποστασιοποιείται σε μια φασματική σκηνοθεσία, συχνά με υλικά από ένα γκροτέσκο θέατρο ποικιλιών, με τα αντικείμενα να λαμβάνουν το ρόλο μιας απόκοσμης παντομίμας αυτού που θα έπρεπε να είναι η παρουσία. Έτσι, συχνά συντίθεται ένας ερειπιώνας αναμνήσεων, παράταιρων εξαρτημάτων και αλλόκοτων μορφών ενός σκηνικού σε παύση, όπου το άτομο ανασύρει από τις καταπακτές του χρόνου εμβλήματα ενός τότε που στοιχειώνουν με την παράλογη εκκρεμότητά τους και την επίμονή διάρκειά τους το τώρα. Σοφίτες, ενυδρεία, έρημοι κήποι, μαυσωλεία, καταργημένες γειτονιές, φελινικά ταμπλώ βιβάν, παρηκμασμένα οικογενειακά καθιστικά περιβάλλουν το άτομο έγκλειστο σε μια εικονογραφία άπνοιας, στην «ειρωνεία του ασύνδετου στον ενιαίο τρόμο».

Ο ΕΡΩΤΙΔΕΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ

Πώς ανατέλλει ξαφνικά εορταστικό το μαυσωλείο!
Γελιέται η Λύπη και τρέχει σκοτεινή
προς τους πανσέδες.
Θα έχει, σκέφτεται, ψωμί η ολοκαίνουργια καταπακτή
με το γενναίο βρέφος που επιμένει.
Διασχίζει πένθη, φήμες κακόβουλες, προβλέψεις
[ πως, τάχα, ξεκολλάει κάποτε η καρδιά
– οπωσδήποτε, λένε, ξεκολλάει –
και άψυχες κατρακυλούν οι ολονυχτίες του έρωτα
όπως οι άσπρες ανεμώνες απ’ τις παλιές ταπετσαρίες
στα ψηλοτάβανα cafe της Βιέννης ]

μα αναβοσβήνει τόσο ανυπεράσπιστα
τα χέρια του το βρέφος
κι είναι καιρό σταθμευμένα τα πέλματα
στις φλούδες του πυθμένα…
Το αποφασίζει, αλλά δειλιάζει προς στιγμήν.
Σπαράζει στο κλάμα εκείνο
μόλις τη βλέπει να το προσπερνά.
Πισωγυρνά.
Το παίρνει στα χέρια με λαχτάρα.

Την κατασπαράζει.

Συχνά οι μορφές ακινητούν με μια ευγενική παραίτηση σε τοπία φθοράς που αγκιστρώνονται στη αρωματισμένη, ψευδαισθητική διακόσμηση ενός παρελθόντος που τα περιβάλλει με την αχλή του τετελεσμένου, ανίκανες να αντισταθούν στον θυρωρό των ημερών χρόνο.

ΑΓΙΑ ΕΡΗΜΙΑ

Η γυναίκα στην κήπο αυτό το καλοκαίρι
περιμένει.
Είναι Αύγουστος και περιμένει.
Κάποιος που δεν του αντιστέκεται
ράβει με σταυροβελονιά το στόμα της.
Η γλώσσα ολοένα συστρέφεται
γύρω από γομφίους και κοπτήρες
απομεινάρια ρίγανης, φωνήεντα Βοημίας
αναπολεί βεγγέρες οικογενειακές
μα πια σπασμένες οι φωνητικές χορδές
που κελαηδούσαν τη «Ραμόνα»
κι, άλλωστε, κανείς πιο μελαγχολικός
από έναν νάνο σε σκαλωσιά
να εικονογραφεί με φράσεις ανεπίδοτες
τον ουρανίσκο. […]

Κανείς δεν ισχυρίζεται πως δεν συνομιλεί κατάβαθα.
Νυχθημερόν προσεύχεται στην ερημία των δρόμων.
Την εμπιστεύεται πολύ, κυρίως για την απόσταση
που υπόσχεται συναντήσεις, ακόμα και ενέδρες.
Τη συγκινεί, προπάντων, η ευπρέπεια του βηματισμού
που οπισθοχωρεί και παραιτείται.
Πριν της σερβιριστεί το βραδινό
φτύνει πολύχρωμες κλωστές
από τις χαραμάδες των χειλιών
κι επικαλείται ήχους τρεμάμενους
να την συντρέξουν
στο όνομα πάντα ενός Σεπτέμβρη
που θα ανοίξουν τα σχολεία των βροχών
κι η αφωνία του κήπου της
θα παραβγεί με διαφορά
των κλειστών σινεμά τις αίθουσες
και των πιστών του έρωτα
την ατολμία.

Ένα από τα δυνατά στοιχεία της γραφής της είναι τα φασματικά εσωτερικά της συντριβής που μοιάζει να ξηλώνει τα εμβλήματα μιας αστικής σκηνογραφίας, τα ρούχα, την επίπλωση, τα παλιά τραγούδια, στρεβλώνοντας τα στη γκριμάτσα του γελωτοποιού, στην σκισμένη τέντα του τσίρκου που συγκρατεί κάτι από την τρομώδη ομορφιά της παλαιάς ακμής τους και τον εφιαλτικό τους εκφυλισμό σε σύμβολα της φθοράς. Έτσι συχνά αυτά τα εσωτερικά διαποτίζονται από το κλίμα ενός βυθού, βυθού της ύπαρξης που βλέπει τα συμπαγή σκηνικά της ζωής να μετατρέπονται σε ενυδρεία και να διαθλούν παραμορφωμένες τις βεβαιότητες.

Αυτή η εξαλλαγή αποτυπώνεται σε σκηνές και μοτίβα του τσίρκου που λειτουργούν ως φαντασμαγορική αλληγορία του παράλογου, του ξεχαρβαλωμένου νοήματος της ύπαρξης, της γλώσσας, του έρωτα κ.ο.κ. Π.χ. στο ποίημα «Cirque du freak»: «Το πάρκο με τα τροχόσπιτα / και τα μαγαζιά που κάνουν τατουάζ / γρυλίζει τον προορισμό του / ελπίζει κι ας μην κατανοεί. / Στο τσίρκο Μπέιλι η φρίκη και η αυτάρκεια / απλή υποδιαίρεση του κόσμου. […] Ποιος θ’ αποστρέψει το βλέμμα του / απ’ την αλληγορία αυτή / την ομοούσια με την Αχερουσία;».

Παρόμοια και στο «Γλώσσα, η μικτή καταπόνηση»: «Κάτω από τέντα χάρτινη, ριγέ / η γλώσσα καταπίνει επτά σπαθιά / οι οδαλίσκες πνίγονται στις πέρλες τους / λέξεις νυχτερίδες στα μαλλιά / ξεθάβουν αρμύρες βάλσαμα / σε πολιτείες άδεντρες[…]». Ο ίδιος άνεμος της φθοράς πνέει και στο ποίημα «Μύλοι Αλατίνη» που στοχάζεται το εβραϊκό παρελθόν της Θεσσαλονίκης, πατρίδας της ποιήτριας, ή τα εγκαταλελειμμένα ξενυχτάδικα του Βαρδάρη, αλωμένα από τα έργα του μετρό: «Βαρδάρης after»: «Ούτε να πας, ούτε να δεις / Και τι να δεις; / Τον άνεμο να σκουντουφλά πάνω σε λαμαρίνες / πέρα δώθε να κουνά κινέζικα φανάρια; / Ταντάλου, Δάμωνος, Σαπφούς / είναι ο Βαρδάρης μια παγόδα θαμπωμένη / με τα παλιά βεγγαλικά παραχωμένα / κάτω από φόρμες μαύρες σατινέ / μασίφ ανάσες, μασουράκια / άφαντο το “Μουλέν Ρουζ”, το “Λαϊκόν” / μισολιωμένο χιόνι η “Τροπικάνα” […]». Το απανταχού ενεδρεύον παράλογο μάχονται, βέβαια, οι στιγμές της ηπιότητας όπου το ποιητικό βλέμμα στρέφεται στην ορατότητα του ανοιχτού ορίζοντα και την τρυφερότητα των «μικρών» πραγμάτων.

Τα περισσότερα ποιήματα τα ανέγνωσα ως ψύχραιμες ελεγείες, γιατί η ποιήτρια αποφεύγει τον άμεσα ελεγειακό τόνο, αλλά τον υποδηλώνει μέσα από την εικόνα ή την αφοριστική διαπίστωση, μόνιμα εργαλεία της στην κατάστρωση του ποιητικού σχεδίου. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι η στακάτη θεατρικότητα του κειμένου, καθώς σε αρκετά ποιήματα που ξεκινούν μονοφωνικά διακρίνουμε εμβολές παράλληλων φωνών, που δηλώνονται με πλαγιωμένα γράμματα. Συχνές είναι επίσης και οι άμεσες απευθύνσεις στον αναγνώστη ή προς έναν αόρατο συμπράττον πρόσωπο, λόγια που εκφωνούνται ενώπιον ενός ακροατή ή εκπορεύονται υπονομευτικά από αυτόν. Έτσι ενισχύεται η διαλογική διάσταση των εκφωνούμενων που ποικίλλει ευεργετικά τη μονοφωνική εκφορά του στοχασμού.

Μια τελευταία ομάδα ποιημάτων αποτελούν τα ποιήματα για την ποίηση, ενότητα που δηλώνεται με την πρόταξη ενός μότο του Alain Bosquet, το οποίο μας εισάγει στη θέση της ποιήτριας για τη γλώσσα και την ποίηση ως μια διαρκή μάχη ενάντια στο μάταιο, τη σιωπή, ως διηνεκή χαρτογράφηση του λανθάνοντος, εν αχρηστία συχνά διαβιούντος, φαινομενικά ευτελούς μα εξαιρετικά σημαντικού συστατικού της ζωής. Εδώ βρίσκουμε νύξεις για την κάποτε καρναβαλική και κανιβαλική λογοτεχνική σκηνή, αλλά αυτό που κυριαρχεί είναι η θεώρηση της ποίησης ως μιας περιοχής αθωότητας, χορηγούμενης με επώδυνη θητεία στην τεχνουργία της.

ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ

— Αμμώδες
και επιλέγει πορώδες υπέδαφος για ν’ αναπνέει.
— Και πώς αναπνέει;
— Με τις σιωπές.
— Και είναι το ποίημα αμμώδες;
—Ναι, γιατί είναι γυάλινο και σπάζει.
— Το ίδιο;
— Όχι, το ίδιο ποτέ.
Εκείνος κυρίως που το γράφει
κι αν είναι τυχερός κι αυτός που το διαβάζει.
— Και θεωρείται τύχη
να βγεις απ’ την ανάγνωση με κάταγμα;
— Αν είναι συνεχής η διάβρωση
τότε εκείνο που σπάζει πρώτο
είναι η φωνή. […]

Ωστόσο η κατακτημένη τεχνική της Λουκίδου σε αρκετά σημεία υπονομεύεται από την επιλογή της να είναι περισσότερο περιφραστική απ’ ό,τι επιτρέπει η οικονομία του λόγου. Έτσι δημιουργείται ένας φραστικός πληθωρισμός, μια αναλυτική έκφραση, εκεί που θα χρειαζόταν αφαίρεση. Όπως ομολογεί μιλώντας για τη γλώσσα, «Κάποτε η υπομονή εργάζεται την αφαίρεση / άλλοτε θρησκεύεται την αρμονία του περιττού». Αναφέροντας την αρμονία του περιττού, δείχνει ότι έχει υπόψη της τη συγκεκριμένη τάση της, αλλά επιλέγει την πλατιά φράση όχι μόνο ως μηχανισμό ρυθμοποίησης αλλά και ως όργανο μιας συγκεκριμένης τονικότητας στην ατμόσφαιρα που επιδιώκει. Η πλατιά αυτή φράση μοιάζει να είναι το στημόνι πάνω στο οποίο οργανώνεται το κειμενικό υφάδι, τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα από τα οποία ξεπηδούν οι αληθείς στιγμές του λόγου. Βέβαια, έτσι δεν αποφεύγει τον κίνδυνο συσσώρευσης. Αυτή η πλησμονή συνοδεύεται επίσης, σε ορισμένα σημεία, από κάποια λεκτική θολότητα και ελλιπή συνάφεια των εικόνων, όπου συναριθμούνται παράταιρα υλικά ή άστοχες λεκτικές συνάψεις, αλλού «μπουκώνοντας» κι αλλού θαμπώνοντας το κείμενο. Παράδειγμα το ποίημα «Κόρη»:

Η δωρεά της αιχμαλωσίας
έχει ένα θάρρος συνεπαρμένο απ’ την απανεμιά
μια άνευ όρων παράδοση στον όλεθρο του ονόματος
γλώσσα του μεσημεριού στην ανατολική κουζίνα
ή αλλιώς
η ψαλμωδία του τσιγαρισμένου κρεμμυδιού
πριν χτυπηθεί το αυγολέμονο της μαγειρίτσας. […]

Πέρα από αυτές τις αστοχίες, «Ο θυρωρός των ημερών» είναι μια άξια συνέχεια στην ποιητική παραγωγή της Λουκίδου. Έχει, ήδη από τις προηγούμενες δουλειές της, κατακτήσει το δικό της ευδιάκριτο ποιητικό σύμπαν και τον ταυτοτικό της λόγο. Η στακάτη αφοριστικότητα του αφηρημένου λόγου, η εξπρεσιονιστική ενίοτε εικονογραφία του υπαρξιακού τρόμου, η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της φθοράς, πάγιες σταθερές στην ποίησή της, ενισχύονται από μια μεγαλύτερη στην εδώ συλλογή θεατρικότητα και ένα βαρύθυμο μα μεστό στοχασμό που από τη μια ανατέμνει επώδυνα το παράλογο της ύπαρξης και από την άλλη αναζητά με ευγένεια το χώρο της μυστικής ψυχής.

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

OANAGNOSTIS.GR 18/2/2023

Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μετά την έβδομη ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα (Κέδρος, 2017), και μετά από τα Δοκίμια κριτικής Στους πίσω κήπους μίας λέξης (Ρώμη, 2020) έρχεται να προσφέρει και πάλι, μέσα από το θαυμάσιο κάνιστρο της υψηλόπνοης ποιητικής της δημιουργίας, την όγδοη κατά σειρά ποιητική της συλλογή με τον ιδιότυπο τίτλο Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ.

Καθόλου περιττό δεν είναι, καταρχάς, να υπογραμμιστεί η εκδοτική ποιότητα και αυτού του έργου της Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος, καθώς και η εξαιρετική σύνθεση του εξωφύλλου από την Ξένια Τρύφωνος, η οποία αξιοποίησε εικαστικό έργο της Ελληνοκύπριας ζωγράφου Ελένης Θεοδούλου φιλοτεχνημένο ειδικά για τη συλλογή.

Άκρως επιτυχημένη είναι η επιλογή των δύο στίχων του Δ. Π. Παπαδίτσα από το ποίημα «Έμβρυο φως»[1] που λειτουργούν ως προμετωπίδα της συλλογής: Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του. Και αυτό, επειδή η ποιήτρια, στο έργο της, μέσα στο δάσος των λέξεων και στην περιπλάνηση στο αχανές των ποιητικών συνειρμών αναζητεί την ταυτότητα του δικού της υπαρξιακού και ποιητικού «είναι».

Κατά γενική ομολογία, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, στα έργα της επινοεί τίτλους που ξαφνιάζουν. Εν προκειμένω, Ο θυρωρός των ημερών συνιστά μια άκρως ενδιαφέρουσα πολυσημία. Η λέξη θυρωρός παραπέμπει στον όρο κλειδοκράτορας και κατ’ επέκταση στον απόλυτο κυρίαρχο. Έτσι, το μεταφορικό σχήμα προσδίδει στο υποκείμενο, τον απόλυτο εξουσιαστικό έλεγχο των ημερών, δηλαδή του χρόνου. Αυτός είναι που ανοίγει και αφήνει να φανούν τα όσα περιέχουν αλλά και τα όσα επιφυλάσσουν οι ημέρες, οι ώρες και οι συνακόλουθες υποδιαιρέσεις τους. Ο χρόνος ̶ αέναος χτύπος, ρυθμός μυθικός ̶ δεσπόζει παντού και ο θυρωρός «δεν ξεγελιέται[2]» όπως αναφέρεται στο πρώτο και ομότιτλο ποίημα της συλλογής.

«[…]Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν / καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους / πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής / που αργοπορούν αφηρημένες / κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών[3]. […]»

Ο χρόνος, εξουσιάζει τα πάντα ακόμη και μέσα στον κόσμο της ερημίας.

«Η γυναίκα στον κήπο αυτό το καλοκαίρι / περιμένει[4]./ […] / Έχει αποφασίσει να παραμείνει αμίλητη / μέχρι η σκουριά στα σπλάχνα της / να διασταυρωθεί με άταφα μοιρολόγια[5].» […]

Η σύζευξη της απόλυτης σιωπής με την αίσθηση του θανάτου, αντιπαραβάλλεται με την Ερημία των δρόμων και το αχανές των αποστάσεων που «υπόσχεται συναντήσεις, ακόμα και ενέδρες»[6]. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχει η σωρεία ετερόκλητων και αντιθέτων.

Ο χορός των αντιθέτων κορυφώνεται στο πολύστιχο ποίημα ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ[7]. Χαρακτηριστικό του είναι ο αφηγηματικός χαρακτήρας, όπου ο πληθυντικός του «εμείς» εναλλάσσεται με τον ενικό του «εγώ».

«Εδώ που ήρθαμε κυνηγημένοι / από το ποδοβολητό των χαλασμάτων / το μόνο που μας απομένει είναι / η διάψευση του εαυτού[8]. / ̶ Τι είν’ όλοι αυτοί εδώ; / ̶ Μοιάζουν λαμπάδες / ̶ Γιατί δεν βγάζουν λάμψη; / ̶ Μάλλον γιατί δεν φλέγονται. // Πλησίασα και διέκρινα: βρεγμένα σπίρτα με προορισμό / να μπουν ξανά μες στο κουτί τους / […] Εκ γενετής εξόδια τα σώματα / σ’ ένα νεφέλωμα δίκην κατάγματος συντριπτικού / που σου σκουριάζει το περπάτημα […]

Για να συνεχίσει παρακάτω:

«Για όλα αυτά / το ξένο σώμα υπολήπτομαι και υμνώ / σαν εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική οδό και πεπτική οδό / στον κερατοειδή. / Μία λαβίδα μικροσκοπική τι να σου κάνει; / Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι παραλίας / ή όνομα παλιό με υποκοριστικό / σκουπίδι-σκουπιδάκι μου / δεν σε αποχωρίζομαι. / Τα άλλα αντιστέκονται, αποχωρούν βιαίως. / Δεν σε αφαιρώ. // Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου.»

Στο ποίημα αυτό συνδυάζεται η επίμονη αναζήτηση του αγνώστου «εγώ» μέσα από το ερωτικό συναπάντημα, όχι ως συντελεσμένη πράξη, αλλά ως διαψευσμένη προσδοκία. Οι συσχετισμοί που συνυφαίνονται στο ποίημα, υπογραμμίζουν την ασκημένη γλωσσική-ποιητική ικανότητα της Λουκίδου και συνάμα τέρπουν μέσα από την αναγνωστική εμπειρία.

Το ποίημα ΚΟΡΗ[9] που φέρει την αφιέρωση στην Άντζελα, αποπνέει ένα σύνολο εκλεκτών συναισθημάτων προς τη μητέρα της ποιήτριας.

[…] «Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως / να σε κρατώ… / Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό / και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά. / Προσηλωμένα στη λατρεία σου / αλλάζουν ξαφνικά προορισμό / ανασυντάσσονται / πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς / θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν / με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες / θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών // την εύφορη μεταφυσική / του μέλλοντος αιώνος.»

Μέσα από αυτό το ποίημα ενυπάρχει η σπορά που γεννά το επόμενο[10]. Σ’ αυτό η Λουκίδου, μέσα από υπερρεαλιστικούς στίχους, εντάσσει και συνδέει το ποιητικό της εγώ με το εγώ άλλων ποιητών και χωρίς ενδοιασμό αυτοαποκαλείται και συνάμα αποκαλεί τη μεγάλη ομάδα των ομοτέχνων της με τη λέξη «ρακοσυλλέκτες». Ο τίτλος του ποιήματος φέρει το «τελικά» ως συμπερασματική απόληξη που υπονοεί ότι μπροστά στο μεγαλείο και την παντοδυναμία της γλώσσας, οι ποιητές νιώθουν μικροί και ασήμαντοι. Σ’ αυτό καταλήγουν, αφού η ικανότητά τους περιορίζεται στο να «υφαίνουν» με φωνήεντα και σύμφωνα, λέξεις στον αργαλειό της τέχνης τους. Χαρακτηριστικοί είναι οι ακόλουθοι στίχοι:

[…] «Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶ / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας.»

Οι στίχοι αυτοί συνιστούν ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δεν μπορούν παρά να αποδεχθούν την ευστοχία του συγκεκριμένου ποιητικού λόγου. Τελικά, η τύχη όλων μας είναι δεδομένη. Οι πιο πάνω στίχοι της Λουκίδου επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι διαισθανόμαστε.

Στο ποίημα Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ[11], ίδια και απαράλλακτα η μοίρα του θανάτου μεταμορφωμένη, σε θυρωρό του κάτω κόσμου.

[…] «σαν άλλος αετός / αναλαμβάνει τον εντοπισμό / […] και με βηματισμούς εσπερινούς / το θήραμά του γυροφέρνει.»

Και όταν το εντοπίζει, το προκαλεί. Αυτό συμβαίνει όταν απευθύνεται στη Βιρτζίνια (Γουλφ) και απροκάλυπτα τη συγκρίνει με πετρούλες σαν ζαχαρωτά. Και ενώ αυτά παραμένουν ατόφια, εκείνη λιώνει θριαμβευτικά.

«Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες / λιώνεις εσύ θριαμβευτικά / μα εκείνες παραμένουν».

Να είναι, άραγε, η ανθρώπινη μοίρα τέτοια, που όταν συγκρίνεται ακόμη και με ευτελή ύλη να παραμένει υποδεέστερη; Ή, μήπως εδώ, η Λουκίδου υπογραμμίζει την αδυναμία του ανθρώπου να αντιταχθεί στην υπεροχή της μοίρας του θανάτου. Γιατί, τι άλλο μπορεί να συμβαίνει, όταν στους τερματικούς στίχους του ποιήματος, ο θαλαμηπόλος, του κάτω κόσμου ο θυρωρός, με μεγάλη δόση ειρωνείας, απευθύνεται στους αυτόχειρες νεκρούς, Σύλβια Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Περικλή Γιαννόπουλο και Κατερίνα Γώγου:

[…] «Σας είμαι ευγνώμων, ταπεινά, για τη συνεργασία. / Ακούσια, θα μου πείτε / όμως κι εσείς δεν είδα ν’ αντιστέκεστε / κι αυτό, ειλικρινά, σας το αναγνωρίζω. / Όλα αμίλητα και φυσικά / εξόχως εξημερωμένα / διαλυμένα προβλεπόμενα / κατά τα ειωθότα.»

Ασφαλώς, είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε ακόμη να σημειώσει κανείς γι’ αυτήν την υπέροχη συλλογή. Τα ποιήματα ποιητικής, λόγου χάρη, εκτείνονται και καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος, με αρχή το ποίημα TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ[12]. Σ’ αυτό, ο λόγος μεταβάλλεται σε έναν καταιγισμό αντιδράσεων απέναντι σε μια ποιητικά χωροθετημένη διαζευκτική ήπειρο που είναι […] ανθεκτική στους υετούς κι αλλεργική στη νοσταλγία […]. Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη. […]. Το εμείς ασφαλώς αναφέρεται στους ποιητές και στη στάση που αυτοί τηρούν απέναντι σε όσα καταμαρτυρεί η εικόνα ενός κόσμου με επικίνδυνες παλινδρομήσεις.

Αυτή η απόπειρα σχολιασμού των συγκεκριμένων ποιημάτων, δεν έχει γίνει με αξιολογικά κριτήρια και, οπωσδήποτε, καθόλου δεν υποβαθμίζει τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, μετά γνώσεως λόγου, ο γράφων απερίφραστα δηλώνει, ότι σκοπός ήταν να προβληθεί από αυτήν τη συλλογή, ένα δείγμα της βαθυστόχαστης ποιητικής γραφής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, η οποία εξακολουθητικώς και σε πείσμα των καιρών, υπηρετεί, με γνώση και πάθος την τέχνη της ποιήσεως.

.

ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΚΟΥ

FRACTAL 28/2/2023

«Γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε»

Έξυπνος ο τίτλος της συλλογής που οδηγεί τον αναγνώστη σε ποικίλες ερμηνείες. Η ποίηση της ξεχωρίζει και δημιουργεί ένα νέο ποιητικό σύμπαν που αντέχει στο χρόνο και δικαίως θεωρείται μια πολύ σημαντική ποιήτρια.

Στο πρώτο μέρος της συλλογής η ποιήτρια κάνει μια εσωτερική βυθοσκόπηση της καθημερινότητας και των συνθηκών που ξεπηδούν από τους πολέμους, την μετανάστευση αλλά και την πανδημία. Η ιδιωτική της αυτή ενατένιση δεν αποτελεί απλά μια εντύπωση και μια αυστηρά ιδιωτική ανάγνωση της αλλά νοηματοδοτεί τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της ποιητικής τέχνης.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ποιητική συνομιλία της με σπουδαίες μορφές όπως ο Νίκος Καρούζος, Ρενέ Σαρ, Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Κώστας Κρυστάλλης, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Δημήτρης Παπαδίτσας, Σύλβια Πλαθ, Κατερίνα Γώγου κ.ά

Τα ποιήματα της έχουν έκταση και μια αναλυτική καθαρότητα για την ανθρώπινη ύπαρξη. Ο χρόνος, ο θάνατος, η μνήμη και το τραύμα έχουν διασύνδεση με το παρελθόν και το παρόν. Η αυτοεξομολόγηση της δεν έχει τίποτα το μοιρολατρικό αλλά απεναντίας ανασύρει έντονα συναισθήματα και δημιουργεί σκέψεις.

«Η τέχνη του βίου έγκειται στην προετοιμασία» σελ.40

Στο τελευταίο μέρος της συλλογής δεσπόζει το θέμα της γραφής και της ποίησης. Συνδέει την ποιητική της γραφή με άλλους ομότεχνους και τους αποκαλεί «ρακοσυλλέκτες». Στέκεται στη δύναμη των λέξεων και στο πως αισθάνονται οι ποιητές.

Εξαιρετικό το ποίημά της με τίτλο «ΜΑΤΑΙΗ ΑΝΑΜΕΤΡΗΣΗ»

γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός
-δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε-9
…………………………

Μα ο χειμώνας των λέξεων
ένας κατήφορος δύσβατος. (σελ.84)

Κι είναι κατάμεστη η πλατεία
από καρναβαλιστές και άρματα
κι εσύ πεταλούδα που καίγεται
κάτω απ’ τους προβολείς.(σελ.85)

«Ο θυρωρός των ημερών» με τα λεκτικά εργαλεία του μας δείχνει την αλήθεια της εποχής μας και κυρίως την προσωπική μας μετά την πανδημία. Ένας νέος κόσμος βρίσκεται μπροστά μας εύθραυστος και άγνωστος και σαν την αλεπού του Μικρού πρίγκιπα καλούμαστε να διασχίζουμε «άγνωστες λεωφόρους» όπως αναφέρει στο ποίημα «Έξοδος».

Βρέφη και νεοσσοί αναπνοών τη συνοδεύουν
στη θριαμβευτική της είσοδο στη μόνη αδιαπραγμάτευτη περιοχή της υφηλίου
την άδεια αγκαλιά.(σελ.65)

και

«Η ρυθμική της γλώσσας μόλις ξεκίνησε ν’ απλώνεται απ’ το σαλόνι στα δωμάτια.
Πιο μεταδοτική από κάθε πανδημία»(σελ88)
Όλα ανοιχτά και προς επαναπροσδιορισμό…..
Και πάνω εκεί (σελ.86) «Σε βρίσκει η ποίηση» Τίτος Πατρίκιος (Κίχλη 2012)

.

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΤΕΧΛΕΜΕΤΖΗΣ

FREAR.GR 12/3/2023

Η γοητεία του αφηρημένου νοήματος και οι «φωνές»

Εντυπωσιακή η ποίηση της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, με έμφαση στα πρωτότυπα και ακαθόριστα συμβολικά και μεταφορικά στοιχεία, με ασαφείς ανοιχτές αναγνώσεις, επιβεβαιώνεται και σε αυτή την πολύ καλή συλλογή.

Η ποιήτρια αρέσκεται σε απρόσμενες εικόνες και συνεχείς έντονες μεταφορές, που μας εντυπώνονται, χαλαρής μεταξύ τους σύνδεσης. Ο αναγνώστης καλείται να αφεθεί στη σειρά αυτή των εικόνων και στα συναισθήματα που δημιουργούν, που έχουν χαλαρή σύνδεση με τον τίτλο και το θέμα του ποιήματος, που είναι ασαφές και δύσκολα διακρίνεται.

Θα ήταν ίσως καλύτερα να μιλήσουμε για συναισθηματικές ενότητες που ενοποιούνται σε μια κεντρική ιδέα παρά για θεματολογία. Για παράδειγμα, στο ποίημα «Αυτοάνοσο» (σ. 18) σκιαγραφούνται τα συναισθήματα μιας μεταφορικής εσωτερικής ασθένειας μέσα από τον καταιγισμό μεταφορικών φράσεων. Τίποτα ή σχεδόν τίποτα σαφές δεν υπάρχει. Θα ήταν νομίζω άτοπο και σε μεγάλο βαθμό ριψοκίνδυνο να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε αυτά τα ποιήματα, τα οποία, όπως ξαναείπα, είναι ανοιχτά σε ελεύθερες αναγνώσεις, χωρίς όμως να στερούνται λογικής συνάφειας. Αρκούμαστε σε συναισθηματικές αύρες.

Έτσι το «Χριστούγεννα χωρίς…» (σ. 36) (προσέξτε τα αποσιωπητικά) αρκούμαστε να πούμε ότι εκφράζει ένα τέλος και μια πνοή προς κάτι καινούργιο, στο «Tableau vivant μέχρι νεωτέρας» (σ. 20) μόνο σκόρπιες λέξεις μας δίνουν την αίσθηση του θέματος: «ακινησία», «καταστροφή», «οδύνη», «μετέωροι», συντριβή». Το αφηρημένο είναι μέσα στην ψυχική έκφραση της ποιήτριας.

Το χαρακτηριστικό της ποιητικής της Λουκίδου είναι οι φαινομενικά παράδοξοι συνδυασμοί εννοιών, οι οποίοι αποτελούν πηγή μεταφορών: «Των βλεπόντων η αφή» (σ. 28), «τροχοφόρα που αντιμιλούν στην άνοιξη» (σ. 28), «ρακοσυλλέκτες της φήμης μας» (σ. 17), «μετρά ο ωρολογοποιός/ με τη μεζούρα του ράφτη τον χρόνο» (σ. 9) και πολλά άλλα. Το ίδιο ισχύει και για τον τίτλο της συλλογής Ο θυρωρός των ημερών όπως και της προηγούμενής της Αφόρετα θαύματα. Η αισθητική ερμηνεία των μεταφορών αυτών μπορεί να γίνει με βάση τις ιδιότητες των όντων που περιέχουν. Για παράδειγμα, ο θυρωρός των ημερών είναι αυτός που ελέγχει και φυλάει τα πράγματα του χρόνου και της μνήμης, μάλλον το ποιητικό υποκείμενο. Οι φαινομενικά παράλογοι αυτοί συνδυασμοί εντείνουν τη σημασία του λόγου στα όριά του, φλερτάροντας με το παράλογο, και με εκκεντρικό τρόπο καλούν τον αναγνώστη να διατηρήσει τον μίτο της σημασίας.

Ο άνεμος κατεδαφίζεται αντί να κατεδαφίζει (σ.56), «Άσαρκα και ενάντια/ συνωθούνται στη θλιβερή ασκητική/ συμπιεσμένου σκότους/ αφτέρουγα φτερουγίζουν» («Ωδή στη βαλίτσα», σ. 24, αποχώρηση ή ταξίδι;), «Προτείνω, λοιπόν, να παίξουμε/ το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι./ Θα είσαι η γάτα και θα ’μαι το παιχνίδι» (σ. 33). Σε πολλές περιπτώσεις τα ποιήματά της ξαφνιάζουν μέσω του εκ πρώτης όψεως παράδοξου, ως ασκήσεις προσαρμογής στο ασυνήθιστο, ανοίγοντας νέους εκφραστικούς δρόμους. Γενικότερα, η Λουκίδου αρνείται το κοινότυπο, φέρνοντας την πραγματικότητα στα άκρα του φανταστικού, στα όρια της διάλυσης του νοήματος, ακροβατώντας επιτυχώς ανάμεσα στο λογικό και το παράλογο, στηριζόμενη και στα συναισθήματα που γεννιούνται. Θυμίζει τα απρόσμενα νοηματικά γυρίσματα της Κικής Δημουλά, συχνά επ’ αφορμή των λέξεων, σε ένα λεκτικό παιχνίδι. Στην ποίηση αυτή καλείσαι να αφεθείς. Δεν μπορείς να τη διαβάσεις σφιγμένος και αγκιστρωμένος στη λογική. Μόνο έτσι μπορείς να την απολαύσεις.

Μια ακόμα χαρακτηριστική καινοτομία της συλλογής είναι οι «φωνές», που εισέρχονται με πλάγια γράμματα, σε ακαθόριστο μονόλογο ή διάλογο και αποτελούν την υποκειμενική έκφραση των ομιλούντων προσώπων, με ευθύ και έντονο τρόπο, που προσθέτει στο ποίημα ζωντάνια και κάποτε δραματική ένταση. Είναι φωνές της συνείδησης, των θέλω, των αντίλογων και των ενδόμυχων όντων, υψηλής συναισθηματικής έντασης, σε μια διαρκή εναλλαγή με το τρίτο πρόσωπο του ποιήματος, αποδίδοντας συναισθηματικές διακυμάνσεις. Κάποτε, προς το τέλος της συλλογής, παίρνουν τη σκυτάλη οι «ρητορικοί διάλογοι», καθώς οι ερωτήσεις είναι αφορμές για να ειπωθούν πράγματα.

Στο τέλος του βιβλίου πρέπει να επισημανθεί μια ομάδα ποιημάτων «ποιητικής». Η συγκεκριμενοποίηση του θέματος βοηθάει στο να γίνονται πιο κατανοητά. Έτσι βοηθιόμαστε στην καλύτερη κατανόηση των τεχνικών της ποιήτριας, απορρίπτοντας πλήρως τη σουρεαλιστική ελευθερία. Για του λόγου το αληθές παραθέτω μερικούς στίχους από το ποίημα «Μάταιη αναμέτρηση» (σ. 84): «[…] γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ –δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε–/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις/ όσα αντέχουν στη φωτιά./ […]/ ν’ ακινητοποιήσεις τις νευρώσεις/ να καταλάβεις την υπόθεση/ από ένα δυο πλάνα μόνο/ κλεφτά απ’ την ταράτσα/ […]/ κι είναι κατάμεστη η πλατεία/ από καρναβαλιστές και άρματα/ κι εσύ πεταλούδα που καίγεται/ κάτω απ’ τους προβολείς». Αν και στο ποίημα υπάρχουν αρκετές διαφορές στον τρόπο γραφής από άλλα, εντούτοις μας δείχνει τις αισθητικές θέσεις της συλλογής.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

FRACTAL 8/3/2023

«Υπερρεαλιστική θεατρικότητα»

1. Αντί προλόγου:

Πολύ συχνά αντιμετωπίζουμε μια ποιητική συλλογή σαν ένα άπαρτο κάστρο με τριπλή σειρά επάλξεων κι επικίνδυνες τάφρους, ή έστω, σαν ένα κλειδωμένο σπίτι που διαθέτει αδιάρρηκτη πόρτα ασφαλείας. Λέμε τότε πως πρέπει με κάθε μέσο να ξεκλειδώσουμε το έργο, ακόμα κι αν πρόκειται να μπούμε από τον φεγγίτη. Στο τέλος, θα ανοίξουμε από μέσα όλες τις πόρτες κι όλα τα παράθυρα. Θα ανάψουμε τα φώτα ένα προς ένα και θα αφήσουμε τον άνεμο να φυσά και να μπαινοβγαίνει ανεμπόδιστος. Έτσι μόνο μας αρέσει: Ευάερο κι ευήλιο ή μ’ άλλα λόγια, άοπλο, θλιβερά παραδομένο στα αδιάκριτα μάτια του κάθε περαστικού, είτε του άξιζαν τα κρυμμένα μυστικά, είτε όχι.

Κάποιες φορές αξίζει να αντιμετωπίζουμε το έργο με διαφορετικό τρόπο. Δεν είναι ανάγκη να το σύρουμε στο τραπέζι του ιατροδικαστή, μόνο και μόνο επειδή το βρήκαμε απροστάτευτο. Είναι ωραίο να το αφήσουμε ζωντανό να αναπνέει απέναντί μας, κι αν είμαστε τυχεροί, ίσως μας εμπιστευτεί τη μικρή του ιστορία. Δεν υπάρχει καν η ανάγκη να το ερμηνεύσουμε. Συχνά, μπλεγμένοι στις βαθυστόχαστες αναλύσεις μας ξεχνούμε να το απολαύσουμε. Το ποιητικό κείμενο είναι ένα έργο τέχνης αυθύπαρκτο, μοναδικό, με πρωτότυπη ομορφιά. Κάποτε, είναι περιττά τα πολλά λόγια.

Στόχος της δικής μου προσέγγισης δεν είναι η ερμηνεία των ποιημάτων. Ό,τι γράφτηκε με φαντασία και συναίσθημα δε γίνεται να ερμηνευτεί από την ψυχρή λογική. Στην ποίηση, ελάχιστα μας χρησιμεύει η αριθμητική του «ένα συν ένα ίσον δύο». Στόχος μου είναι να δείξω, όσο καλύτερα μπορώ, τη θεατρική χροιά που χαρακτηρίζει την ποίηση της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, γιατί θεωρώ εξαιρετικά λειτουργική αυτή την καινοτομία. Ας δούμε, αν γίνεται να φωτίσω μπροστά στα δικά σας μάτια, αυτό που ο ίδιος αγγίζω στο μισοσκόταδο.

2. “Ο θυρωρός των ημερών”:

Στο νέο ποιητικό βιβλίο της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου ο ποιητικός λόγος είναι εξαιρετικά προσεγμένος και καλοδομημένος. Πρόκειται για μια ευφάνταστη υπερρεαλιστική γραφή με ευδιάκριτες πινελιές θεατρικότητας, που ρέει ευχάριστα, αφήνοντας στον αναγνώστη την αίσθηση ότι γύρω του αναδύεται και κινείται με μεγάλη ταχύτητα ένας αθέατος κόσμος με τους δικούς του κανόνες. Η ποιήτρια φωτίζει τον χώρο που σκηνοθετεί αδιάκοπα, σαν να μας ξεναγεί. Ειλικρινά, είναι τόσες οι εικόνες και τόσο μα τόσο απροσδόκητες, που ο θεατής μένει άφωνος.

Μορφές αναδύονται από το σκοτάδι κι επιστρέφουν σ’ αυτό: Η ποιήτρια δε μπαίνει στον κόπο να εξηγήσει ποιοι είναι αυτοί που μιλούν, από πού ήρθαν και πού πήγαν μετά από λίγο. Τολμάει να παρεμβάλλει μικρούς διαλόγους μέσα στους στίχους, που δεν διευκρινίζουν κάτι, αλλά αντίθετα πολλαπλασιάζουν απίστευτα έντονα τις ασαφείς μαγικές εικόνες. Αλλού με πλάγια γραμματοσειρά ψιθυρίζει, συμπληρώνει, σχολιάζει, παρουσιάζει όσα ειπώθηκαν από άλλους, ή σε άλλους, αφού ήταν και θα παραμείνουν για μας αθέατοι.

Παράδειγμα 1ο : Διάλογοι και ψίθυροι

Βαρδάρης after

-Koιμάται ο άνεμος ποτέ;

-Όχι. Μόνο κατεδαφίζεται.
-Έχει και φώτα ο άνεμος;
-Έχει μονάχα σωθικά που φέγγουν από μέσα.
-Σβήνουν ποτέ τα σωθικά; Δεν σβήνουν.
Ούτε έχουν φαροφύλακες τα ερείπια
μήτε τα γερασμένα σώματα
κρυμμένους κήπους μινιατούρες
ν’ αναδυθούν απ’ την υδρία των παθών
τα βελουδένια αρώματα της νύχτας
να πεις θα πάω ένα πρωί, βρε αδερφέ
μια Κυριακή πρωί να τα επισκεφθώ
όπως θα πήγαινες να επισκεφθείς
παλαιοχριστιανικούς ναούς ή και μουσεία.

-Ούτε να πας, ούτε να δεις.
Και τι να δεις;
Τον άνεμο να σκουντουφλά πάνω σε λαμαρίνες
ή πέρα δώθε να κουνά κινέζικα φανάρια;
Ταντάλου, Δάμωνος, Σαπφούς
είναι ο Βαρδάρης μια παγόδα θαμπωμένη
με τα παλιά βεγγαλικά παραχωμένα
κάτω από φόρμες μαύρες σατινέ
μασίφ ανάσες, μασουράκια
άφαντο το “Μουλέν Ρουζ”, το “Λαϊκόν”
μισολιωμένο χιόνι η “Τροπικάνα”.
Κλείδωσαν πια τα πεζοδρόμια
ποτάμια ήταν και στέρεψαν
έξω από πόρτες δίχως χέρια.

– Τ’ ακούς; Βρυχάται ο καιρός.
– Υπερβολές!
Απλώς τραντάζει ο μετροπόντικας τις οροφές
κι οι κρεμασμένες λάμπες ξεσαλώνουν.
Μια νέα αρχή απ’ το σημείο μηδέν
απ’ το μηδέν ως την ακίνητη αρχή.
Ακίνητος κι ο βασιλιάς έφιππος στην πλατεία.
Καλπάζει ακίνητη η εποχή.
Σημειωτόν και προσοχή
Ακίνητη.
Και μόνο τα γερασμένα σώματα
κινούνται στα χαλάσματα αναρχικά
και ξανανθίζουν.

Διάλογος σε πέντε στίχους που όμως δεν καταλήγει πουθενά. Τα πρόσωπα δε μιλούν για να βγάλουν κάποια συμπεράσματα. Απλώς μοιράζονται κοινό χρόνο σαν τους θαμώνες ενός μπαρ που σχεδόν μονολογούν. Ζαλισμένοι από το αλκοόλ, δε δίνουν σημασία στα συμπεράσματα της συζήτησης, παρά μόνο στην ανάγκη για κοινωνική επαφή: Μιλούν για να μη νιώθουν μόνοι! Άλλοτε μιλούν μόνο και μόνο για να ακούν τη φωνή τους. Πόση εμπειρία ζωής κρύβει αυτή η φαινομενικά απλή σκηνή!

Τα χρόνια περνούν, οι άνθρωποι γερνούν, όμως μέσα στο βελουδένιο άρωμα της νύχτας, σε ποιον γέρνει η ποιήτρια και μιλάει εδώ με πλαγιαστή φωνή; Ποιος είναι αυτός που θέλει να δει τις ομορφιές της πόλης κι όλο αναβάλλει; Αυτό που θέλω να σημειώσω εδώ είναι η καινοτομία αυτού του ψιθύρου, είτε απευθύνεται σε κάποιον που στέκεται δίπλα της, είτε στον ίδιο της τον εαυτό. Σημειώνω ως ιδιαίτερα λειτουργικές τις θεατρικές τεχνικές που έρχονται να μπολιάσουν δυναμικά τον ποιητικό λόγο.

. Δεν έχει νόημα να πας, επιμένει η ποιήτρια! Στην πεζογραφία, αναζητούμε συνήθως το είδος του ομιλητή. Μας ενδιαφέρει ποιος αφηγείται: Ένας παντογνώστης αφηγητής που εποπτεύει τον κόσμο από ψηλά ή κάποιος δραματοποιημένος αφηγητής που είναι ταυτόχρονα πρόσωπο του έργου; Εδώ ποιος μιλάει; Ο άνεμος μόνο σκουπίδια παρασέρνει και κακόγουστα κινέζικα φαναράκια που αλλοιώνουν το τοπίο, αφού ουδεμία σχέση έχουν με τις αναμνήσεις μας. Τα παλιά στέκια χάθηκαν και μαζί τους κι οι άνθρωποι.

Δε στέκομαι στις υπέροχες εικόνες του ποιήματος, ούτε στη νοσταλγία και την αγάπη που ξεχειλίζουν στην κάθε λέξη. Αυτό που με εντυπωσιάζει είναι που μετατρέπει τους δρόμους και τις πλατείες σε μια απέραντη θεατρική σκηνή κι αυτή η καινοτομία δε γίνεται να περάσει απαρατήρητη κι ασχολίαστη.

Κι όμως! Η ποιήτρια δεν αρκείται σε έναν σιωπηλό απολογισμό ζωής. Πάλι μεγαλοφώνως κουβεντιάζει. Με τον εαυτό της; Δε νομίζω! Θα ήταν αδύνατον κάτι τέτοιο από τη στιγμή που διαφωνεί! Νέες καταστάσεις στην πόλη! Κάτω από τα πόδια μας ο μετροπόντικας σκάβει διαρκώς τα λαγούμια του. Στην πλατεία όμως η ιστορία μας περιμένει ακίνητη. Η ιστορία δεν μπορεί παρά να είναι ο παγωμένος χρόνος. Η ακινησία. Η απουσία μεταβολών. Η εποχή μας καλπάζει διαρκώς, αγωνιά να φτάσει την πρόοδο κι όμως απομένει ακίνητη σαν το έφιππο άγαλμα του βασιλιά. Τα σώματα δείχνουν κάποτε γερασμένα. Δίπλα τους υπάρχουν τα επίσης γερασμένα χαλάσματα του παρελθόντος. Κι όμως, να που όλα ανθίζουν ξανά!

Παράδειγμα 2ο: Τα φώτα της σκηνής

Γοργόνα εσωτερικού χώρου

Ορχήστρα μυστική τραυλίζει στο κεφάλι μου
μια μελωδία υδραργυρική, σπασμένη
όπως περικοπή ευαγγελίου των απανταχού διωχθέντων
από την ηλικία του φλοίσβου.
Πρόσωπα δεν διακρίνονται.
Μονάχα ήχοι ενός ταγκό
λάμψεις από ρολόι χειρός που αντανακλά στο τζάμι
και πέλματα μικροσκοπικά
στα στέρεα πόδια του πατέρα ανεβασμένα
-χαλκομανίες – χερσόνησοι
αγκράφες υποδήματος
μήπως ψηλώσει η νεραϊδούλα λεμονιά
και μοιάσει της μητέρας.

Αχ, ο στροβιλισμός της αιωνιότητας που ψεύδεται
ασύστολα ψεύδεται και προσποιείται
τη στήριξη και τη διάρκειά της.
Γελιέται η κόρη και αφήνεται
στα δανεικά της βήματα.
Κανένα δόντι σαρκοφάγο το πάτωμα δε ροκανίζει
κανένα κύμα δεν θα βυθίζει το κενό
την πλήρη της παράδοση…
Μα τη βυθίζει.

Ο καβαλιέρος-σύννεφο αποχωρεί
στην Αρκτική των ατελών αναπνοών.
Μένουν τα πόδια στάσιμα
άμαθα στις μεγάλες δρασκελιές
ατροφικά στις αποστάσεις
σιγά σιγά ενώνονται
λέπια γυαλίζουν στους γοφούς
νερό γεμίζει το δωμάτιο
βουλιάζουν τα cd και τα βιβλία
φύκια και φυσαλίδες
στολίζουν το φουστάνι του χορού.

Θα μείνω εδώ
γοργόνα γερασμένη σε ενυδρείο σαλονιού
στις μύτες των άκρων να αιωρούμαι
να οξειδώνομαι στην άηχη περίπτυξη
τη μια μετά την άλλη νότα να καταβροχθίζω.
Θα μείνω εδώ
να διασώζω στο ένα μου πτερύγιο
του ώμου τα φτερά
που ουδέποτε ανοίξανε.

Μια ξεκούρδιστη υποβλητική μουσική που κομματιάζεται σε έναν ακαθόριστο χώρο, όπου τα πρόσωπα είναι ασαφή, όπως ακριβώς ταιριάζει σε ένα ονειρικό σκηνικό. Να που αρχίζει η πρώτη πράξη, με τον χορό της μικρούλας: Τα πέλματά της πατούν πάνω στα παπούτσια του πατέρα κι έτσι μαθαίνει να ακουλουθά τα βήματα. Είναι μια μικρή νεράιδα του παραμυθιού. Είναι μια πολύ τρυφερή σκηνή. Άραγε, πρόκειται για θολή ανάμνηση των περασμένων ή για μια σκηνοθεσία του μυαλού που εξωτερικεύει βαθύτερες, συναισθηματικές ανάγκες;

Επειδή δύσκολα θα αποφύγουμε την κλασική ερώτηση «τι λέει εδώ το ποίημα», ας προσπαθήσουμε ν’ ακολουθήσουμε τον συνειρμό: Η αιωνιότητα είναι ανέφικτη, κι επειδή καθετί ωραίο κάποτε τελειώνει, η ωραία σκηνή χάνεται, βουλιάζει. Χρειαζόμαστε λοιπόν νερό και μάλιστα μια πλημμύρα ικανή να κατακλύσει τον χώρο. Τα στάσιμα πόδια, κολλημένα μεταξύ τους, άμαθα στα μεγάλα βήματα, ενώνονται μόνιμα. Να που δεν είναι πια πόδια, αλλά μια μεγαλόπρεπη ουρά γοργόνας. Λίγα φύκια και λίγες φυσαλίδες υπογραμμίζουν ωραία τις αρχικές μας υποθέσεις.

Φτάνουμε επιτέλους στο ζητούμενο, στους τελευταίους εννιά στίχους: Δείτε πώς η γοργόνα βρίσκεται στο κέντρο της σκηνής κάτω από τους λαμπρούς προβολείς, σαν star του Hollywood, έτοιμη να δώσει τη δική της λαμπρή πινελιά στην παράσταση, γιατί όλη η σκηνοθεσία από την αρχή του ποιήματος σ’ αυτό αποσκοπούσε: Στο να βγει η εκθαμβωτική πρωταγωνίστρια που θα καθηλώσει το κοινό με τα λόγια της.

Επιμένω πως αυτή η θεατρική χροιά χαρίζει ακόμα μεγαλύτερη δυναμική στο ποίημα. Δείτε πόση διάρκεια προσφέρει η σκηνή: “Θα μείνω εδώ για πάντα, μια γερασμένη γοργόνα στο ενυδρείο του σαλονιού μου, με φιγούρες χορευτικές στα ακροδάχτυλα, να οξειδώνομαι και να φθείρομαι αμίλητη. Κανείς δεν θα δει στους ώμους μου, το κρυφό μου πτερύγιο, εκεί που τα φτερά μου δεν άνοιξαν ποτέ.” Όσες φορές κι αν διαβάσει κανείς τη σκηνή, νιώθει πως η γοργόνα στέκεται εκεί απέναντί του, αιώνια θλιμμένη. Υπέροχη τεχνική! Υπέροχη ποίηση!

Παράδειγμα 3ο: Μαγικές φωνές -Απροσδιόριστες παρουσίες

Χριστούγεννα χωρίς…

Έτσι όπως μάθαιναν τα δέντρα
να σαρώνουν τη σιωπή
και τα ποτάμια εκστατικά
ν’ αναζητούν τους παραπόταμους
ήρθε και φύσηξε στο δωμάτιο
η περηφάνεια των γκρεμών
-επαναπατρισμός του απέραντου
μες στα σεντόνια.
[άφαντα στο μεταξύ των Χριστουγέννων τα έλκηθρα
και ακόμα πιο πυκνή του δρόμου η γυαλάδα
πριν αποφασιστεί οι κρύσταλλοι να κατανεμηθούν
στης καθεμιάς ερήμωσης το σχήμα.]

Μια άγνωστη φωνή σαν δέηση τυφλού
παρακινούσε:
Είναι μια ειρήνη, έλεγε, αλλιώτικη
σαν βελουδένιος ψίθυρος
που εκκινεί διστακτικά από τα χαμομήλια
κι αν είναι ο φόνος να σβηστεί
τα βήματα της βραδύτητας ακολουθήστε
τις πλάτες να γυρίσετε στο κοίλο αμφιθέατρο
και με μια κίνηση παράδοσης απλή
προς την ελεύθερη περιοχή να προχωρήσετε.

Και τότε αποφάσισα
ανάποδα στην αναπνοή να ταξιδέψω
κι είδα τα χειμωνιάτικα ορυκτά
στα διαστήματα των λέξεων να βλασταίνουν
και τη λυχνία των ωρών μισοσβησμένη
-ίσα που διακρινόταν η ειδοποίηση
πίσω απ’ τις συσσωρεύσεις:
Μακάριοι οι αφελείς κι οι απασχολημένοι
όσοι δεν αφουγκράζονται βουή να κατεβαίνει
απ’ τους εξώστες του ουρανού
σαν Πάτμος που αιωρείται.

“Σήμερον
Θεός εν φάτνη ανακλίνεται

Η φωνή κάποιου τυφλού ακούγεται ξαφνικά, κι αφού η ποιήτρια δε δίνει άλλα στοιχεία για να μας τον περιγράψει, αυθαίρετα τον ονομάζω μάντη, αφού η τυφλότητα του σώματος εξισορροπείται από την αλάνθαστη όραση της ψυχής. Καλεί τους θεατές ν’ ακολουθήσουν τον βελουδένιο ψίθυρο της ειρήνης, και με επίσημο αργό βηματισμό αρχαίου χορού ν’ αφήσουν πίσω τους τον θεατρικό φόνο. Μπροστά ελεύθερο πεδίο δράσης ανοίγεται. Ας μείνει πίσω το κακό. Μακάριοι οι αγνοί κι ονειροπαρμένοι, μακάριοι οι απανταχού της γης αλαφροΐσκιωτοι που μπορούν σε μια νέα Πάτμο να διδαχτούν τη Νέα Αποκάλυψη, τώρα που γεννιέται ξανά ο θεός.

Ευγνώμων απέναντι στην ποιήτρια που μας όρισε κοινωνούς των προσωπικών της οραμάτων, διαβάζω αχόρταγα, ξανά και ξανά, τους στίχους της. Δεν ξέρω αν θα συμφωνήσουν οι αναγνώστες, εμένα πάντως με έφεραν τα λόγια της στα εδώλια ενός αρχαίου θεάτρου.

3.Αντί επιλόγου:

Η ολοκλήρωση αυτής της εργασίας σε καμιά περίπτωση δε σημαίνει πως καλύφτηκε επαρκώς η εν λόγω ποιητική συλλογή. Τρία ενδεικτικά παραδείγματα δεν θα μπορούσαν ποτέ να εκφράσουν το πνεύμα των σαράντα ποιημάτων του βιβλίου. Στόχος μου ήταν να βάλω τον αναγνώστη σε μια διαδικασία κριτικής σκέψης, ώστε να δει πίσω απ’ τις λέξεις την κρυμμένη μαγεία. Έτσι κι αλλιώς, είναι αδύνατον να καλύψει κανείς επαρκώς ποιητικό υλικό τέτοιας έκτασης και ποιότητας. Νομίζω πως ένα ποιητικό βιβλίο ποτέ δεν εξαντλείται. Υπάρχει για να το διαβάσουμε πολλές φορές, ξανά και ξανά. Κάθε φορά θα μας ψιθυρίσει ένα διαφορετικό παραμύθι, ένα διαφορετικό, μα εξίσου γοητευτικό, ψέμα.

.

ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ

ΚΛΕΟΠΑΤΡΑ ΛΥΜΠΕΡΗ

“ΚΟΡΑΛΛΙ” Τ.14-15/ΔΕΚ./2017

ΛΕΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΚΑΠΟΤΕ ΚΑΙ ΑΠΟΣΙΩΠΩ

προϋπάρχει η λέξη του εαυτού μας
στην πυκνή της ύλης σιωπή
Ζωή Καρέλλη

Ο ποιητικός λόγος, όντας λόγος που αποβλέπει στη μέγιστη ουσία, συνθέτει μια εσωτερικά συνεκτική διάταξη. Είναι πλουσιότερος από αυτή την τόσο ακαθόριστη και κατ’ επίφασιν αισθητηριακή εμπειρία. Η λογική του και η δυναμική του είναι εσωτερικευμένες. Οι σκέψεις ανήκουν στον Τζώρτζ Στάινερ. Με αυτή την εσωτερική δυναμική, που οδηγείται στην εμψύχωση πολλών γλωσσικών σημάνσεων (σε μια «αδαμιαία περιβολή», όπως σημειώνουν οι δυτικές θεωρίες της λογοτεχνίας) καταγίνεται η Ευτυχία Λουκίδου, φέρνοντας ως εμάς τη φωνή της βαθιάς ζωής της.

Η Σχολή της Θεσσαλονίκης υπήρξε μια ιδιάζουσα περίπτωση στην ιστορία της τέχνης του λόγου. Ο Πεντζίκης, η Καρέλλη, ο Βαφόπουλος, ο Θέμελης, ο Ιωάννου, ο Ασλάνογλου, ήταν υπαρξιακοί ποιητές-ρέκτες της βαθιάς ζωής, αφηγητές ενός εσωτερικού βιώματος που λαμπρύνθηκε από τον μυστικισμό της πόλης και τον περιρρέοντα ερωτισμό της. Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μεγαλωμένη στη Θεσσαλονίκη, ακουμπάει ολοκληρωτικά σε αυτή τη γενιά, κρατώντας τις ίδιες βάσεις: την εσωτερικότητα, το υπαρξιακό βάρος, το θρησκευτικό αίσθημα. Είναι φυσική επίγονος και συγχρόνως χτίζει επιπρόσθετες σκαλωσιές-δημιουργίες ενός πιο σύγχρονου καλλιτεχνικού προσώπου.

Ιδιαίτερες ατμόσφαιρες, ιδιαίτερο φραστικό ιδίωμα, λέξεις, νοήματα και καλλιεπείς αναπτύξεις υπηρετούν με επιδεξιότητα τη γραφή της Λουκίδου. Εντούτοις κατά την αίσθησή μου, εκείνο που κοσμεί την ποίησή της είναι μια ουσιαστική σοβαρότητα, ένας λιτός, σχεδόν αυστηρός τόνος, που θυμίζει την προσήλωση των ασκητών. Στο έργο της το θρησκευτικό αίσθημα δηλώνεται συνήθως με έμμεσους τρόπους, με σπαράγματα φράσεων και υπαινιγμών, με παρεμβολές στιγμιαίες και σπανίως με κεντρικά μοτίβα. Εντούτοις, κατασκευάζει συνδηλώσεις που απηχούν μια μυστικιστική ζωή, κάτι που σαφώς αντιλαμβάνεται εύκολα ο υποψιασμένος αναγνώστης.

Στα Αφόρετα Θαύματα –αυτό το κρυπτικό μωσαϊκό των βαθύτατων συναιθημάτων– ακούω έναν ιερατικό ψαλμό, που με παραπέμπει στον στίχο του ποιήματος Μεγάλη Παρασκευή, του Οδυσσέα Ελύτη (Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου), εκεί που μιλά για «ήχους βαθείς και θόρυβο μεταλλικό από θυμιατήρια». Αυτός είναι ο προσωπικός ήχος της Λουκίδου, άλλοτε ψιθυρισμός από κατανυκτικό εσπερινό και άλλοτε ζωηρή φωνή από πρωινή λειτουργία, δυό συμπληρωματικές μουσικές φόρμες με έντονο το στοιχείο της αφαιρετικότητας και του υπαινιγμού και προσθετικά, μιας υφέρπουσας θλίψης που υπονοεί τη ματαίωση πολλών πραγμάτων.

Η ματαίωση εντούτοις, δεν μοιάζει να αφήνει άδεια την εσωτερική ζωή της ποιήτριας. Αντιθέτως την οδηγεί σταθερά «στην άχραντη βελούδινη γυμνότητα», όπως σημειώνει η ίδια στο ποίημά της Το πρόσχημα: Ένα κορίτσι που σκύβει κι αφαιρεί/ το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του/δεν είναι παρά ένα πρόσχημα/ για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη/ να μεταμεληθεί ο θάνατος/ για τη συγκομιδή του/ μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν/ να σκεπαστεί η άβυσσος.

Η γλώσσα της Λουκίδου, όσο κι αν αρπάζεται από μια εξωτερική εικόνα για να υπάρξει (μια εικόνα- πρόσχημα, όπως εύγλωττα υπονοεί το σχετικό ποίημα), ενδιαφέρεται να αναπτυχθεί προς την «άλλη γραφή», εκείνη που κινείται υποδορίως, που δρα για να αποκαλυφθεί το μεδούλι του νοήματος. Αυτή ακριβώς η γραφή, η υποδηλώνουσα την ιερή (αυστηρή) γύμνια της ύπαρξης στην πιο λαμπερή καταγωγή της, είναι σε αυτή την ποίηση το ζητούμενο. Εντούτοις, αν και μια τέτοια γυμνότητα απηχεί συνήθως τη ζωή του πνεύματος, στο παρόν έργο δεν εξαιρείται το ίδιο το ανθρώπινο σώμα και οι απελπισμοί του: Αγία του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/διαβάζουμε στο ποίημα Των αγίων σωμάτων.

Η Λουκίδου φέρνει ως εμάς τη σχέση της με το θείο, έτσι όπως αυθεντικά και θερμά ζει μέσα της, για να μας κάνει κοινωνούς ενός υψηλού βιώματος. Η κρυπτικότητα που επιλέγει στην εκτέλεση αυτών των συλλήψεων ίσως βοηθά τα εν λόγω ποιήματα να μην αδικηθούν από τη βιαστική κριτική του αναγνώστη. Όπως η ίδια άλλωστε ομολογεί (στο ποίημα Λαγωνικό ή η έμπνευση): Λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ. Έτσι, αν και κρατάει χαμηλούς τόνους, καταφεύγο-ντας συχνά στην αφαίρεση, το έργο της διαθέτει μια ένταση βαθύτερη και μια πνευματική αμεσότητα.

Προσωπικά, αισθάνομαι τα ποιήματα της παρούσης συλλογής ως ψυχικές ει-κόνες που αναλογούν σε βιωματικά γεγονότα (και λιγότερο σε φαντασιακά τοπία), ιστορίες και συνειδητοποιήσεις ενωμένες με λεπτές συγκινήσεις και αισθήματα. Πρόκειται για θραύσματα ζωής και περιστατικά του ημίφωτος και του μη ειπωμένου, τα οποία δίνουν την αίσθηση πως υπάρχουν πίσω από ένα παραβάν. Η Λουκίδου, προς χάριν μας, το παραμερίζει, για να μας επιτρέψει να ρίξουμε μια ματιά στο εσωτερικό του. (Κάπως έτσι αποταμιεύεται από τον αναγνώστη η λάμψη της στιγμής.) Άλλες φορές όμως δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην κατάθεση σκέψεων και νοηματικών πυρήνων, φροντίζοντας να μην απομονώνονται από το προσωπικό γεγονός, ώστε να μην χάνουν την ειδική θερμοκρασία τους.

Σαφώς υπάρχουν εδώ και ποιήματα άμεσης αφήγησης γεγονότων χωρίς τη λόγια παρέμβαση του δημιουργού, κομμάτια στηριγμένα κυρίως στο ειδικό βά-ρος μιας τραυματικής πραγματικότητας. Όπως τα Σελανίκ Ι, Σελανίκ ΙΙ, που αναφέρονται στο θέμα των Κωνσταντινοπολιτών προσφύγων στη Θεσ/νίκη και κοσμούνται από δυνατές εικόνες και σκοτεινά βιώματα. Το ποίημα Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17, αισθηματικός απόηχος από την παιδική ηλικία της Λουκίδου, μας κάνει κοινωνούς της μοίρας του ποιητή, ο οποίος έχει ταχθεί θεατής της ζωής πάνω στο σκαμνάκι της τέχνης, χαρισματικός δέκτης του ρυθμού του κόσμου, κύριος του ψεύδους που είναι η λογοτεχνία, η οποία εντούτοις γεννά αληθινές συγκινήσεις. Πρόκειται για την παιδική αθωότητα που μεταφέρεται στην ενηλικίωση, για να συμπληρωθεί από τη γλώσσα του πένθους και να σχηματίσει το βίωμα του απωλεσθέντος Παραδείσου.

Τι ελάχιστο διάστημα/ανάμεσα στο λείπουμε/και στο φριχτά πονούμε/πόσο αθώος τελικά ο κόσμος/που ορίζεται από τον θάνατο. Το ποίημα μου θύμισε μια ανάλογη αφήγηση του Μπαρτ, ο οποίος περιγράφει πως χρειάστηκε να παρακολουθήσει πολλές φορές τα παιδικά παιχνίδια από το παράθυρό του, για να ζήσει τη στέρηση που τον έχρισε αφηγητή ειδικών συγκινήσεων.

Mέσα από ιδιαίτερης έμπνευσης στίχους, η γραφίδα της Λουκίδου σκιαγραφεί την καθολική περσόνα του ποιητή, αυτού του παράξενου πλάσματος που τρέφεται από το μοιραίο της γραφής αναλαμβάνοντας τη διαρκή συμφιλίωση του πραγματικού με το φαντασιακό: Είναι εκείνος που «στήνει παγίδες στη βροχή», που «προσποιείται τον αθάνατο», εξαναγκαζόμενος γι’ αυτό από τα «ανοίκεια πράγματα που κατοικούν στη φωνή του». Είναι ο «ωκεανογράφος του εσωτερικού χώρου»• εκείνος που «φέρνει τα ναυάγια στο σπίτι»• που φροντίζει «τα θαυμαστά να μας φανερωθούν, τα τρομερά να λάμψουν». «Κατάκτηση των λίγων η αιώρηση» συμπληρώνει η ποιήτρια. Κι όμως, κατά τη γνώμη της, ο ασθενής από την ασθένεια της ποίησης, «θεραπεύεται απλά μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό». Ίσως υπονοεί εδώ τη σημασία της θρησκευτικής πίστης που μπορεί να οδηγήσει τον ποιητή στα βαθύτερα μέρη της πνευματικής του οντότητας, εκεί όπου η καθολική ομορφιά – η λαμπερή φωνή του Λόγου – καταργεί το τραύμα του εξατομικευμένου εγώ.

Τι είναι λοιπόν τα αφόρετα θαύματα; Λέξεις που τριγυρίζουν την Ευτυχία Λουκίδου ως αισθητικά γεγονότα που ζητούν να ενσαρκωθούν; Φράσεις που σχηματίζουν νοήματα-σημάνσεις μιας υψηλότερης συνείδησης; Ή μήπως είναι πλάσματα που ζουν έξω από τις λέξεις στα βάθη της σιωπής, φυόμενα στην προαιώνια καταγωγή του ανθρώπου, για να ξεπηδούν μόνο ως θεία αποκάλυψη μέσα στη μαγεία μιας στιγμής και μιας βιωματικής μέθεξης;

Είναι κι αυτά τα «θαύματα» «ακριβά θηράματα», όπως και τα ίδια τα ποιήματα, καλλιτεχνίες για εκείνους που μπορούν να αντιληφθούν τη μυστική ζωή της ψυχής, όπως τη φανταζόταν ο Σβέντεμποργκ, ο Άγγελος Σιλέσιος, ο Πλωτίνος; Και πώς κατορθώνει κανείς να κατοικήσει εντός τους; Να κατοικηθεί από αυτά; Ερωτήματα που υποβάλλει το βιβλίο της Λουκίδου όχι σε κάποιον που αισθάνεται τη λογοτεχνία απλώς ως καλλιέργεια μιας αισθητικής μορφής (όπως θέλει η τρέχουσα λογοτεχνική αντίληψη) αλλά σ’ εκείνον που νιώθει ότι η ποιητική μορφή είναι μια ευκαιρία για να αναδειχθούν βαθύτεροι κόσμοι, ιδέες και Νόημα, μυστικοί κώδικες, σοφίες της συσσωρευμένης ανθρώπινης ύπαρξης και της υπερβατικής πλευράς της, αυτής που η γλώσσα ονομάζει Πνεύμα.

Χωρίς αγάπη/χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική/ όλα τα αχειροποίητα που τους ανα-λογούν/ θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή/ μες τον αδιάφορο συνωστισμό/ και στην ορθοστασία. Αντιλαμβάνομαι εδώ μια πρώτη απάντηση στο ερώτημά μου. Τα αφόρετα θαύματα, είναι «αχειροποίητα», άρα καθαρά πνευματικές περιοχές και παροχές που χωράνε σε μια ανοιχτή καρδιά. Το κλειδί της ενσάρκωσής τους είναι λοιπόν η αγάπη. Αλλά πόσο εφικτή μοιάζει αυτή ενσάρκωση; «Τον νυμφώνα σου βλέπω/ […]/και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ». Πρόκειται για τον γνωστό εκκλησιαστικό ύμνο που ψάλλεται τη Μεγάλη Εβδομάδα, όπως τον παρεμβάλει η ποιήτρια στο ποίημα Σχέδιο Διάσωσης. Μπροστά σε αυτή την αγάπη, όπως ιδανικά ενσαρκώθηκε κάποτε, και όπως υπάρχει μέσα μας εν κρυπτώ, ως ο εσωτερικός θείος Νυμφώνας (για να χρησιμοποιήσω θεολογικούς όρους), δεν μπορεί κανείς παρά να στέκεται ελλιπής και συντετριμμένος, μοιάζει να λέει η Λουκίδου. Κι εδώ η ιερατική φωνή, με τρόπο υπαινικτικό, παρεμβάλλεται σε μια κοσμική αφήγηση, υπενθυμίζοντας την άφθαρτη ζωή του φωτός. Η θεολογία και η ποίηση συναντιούνται, για να ωφεληθεί τελικά η ποίηση και να συντονιστεί ο αναγνώστης με τις σεπτές εικόνες ενός ευλαβικού αι-σθήματος που σκύβει με σεμνότητα στα βάθη της ύπαρξης για να ανιχνεύεσει τον Εαυτό.

Έτσι, μας μεταφέρεται o ιερατικός λόγος μέσα από ένα πολύ προσωπικό βί-ωμα, με την απλότητα της καθημερινής φωνής και της ιδιωτικότητας, χωρίς εκκεντρικούς σχεδιασμούς, ακραία φαντασιακά ποικίλματα ή απόλυτα σχήματα, αποπνέοντας μια λεπτή κατανυκτική χροιά, όπως ακριβώς γίνεται σε μια προσευχή: Από τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος/ακέραιη εκπλήρωσα την κα-θημέραν θλίψη/τη μεταμφίεσα σε μουσική/τραύλισμα που μ’ αγρίευε και μ έσωζε συγχρόνως./Α η άχαρη δωρεά της ομορφιάς/ κι η άνιση πληρωμή της/ εικονο-στάσι αδειανό/ απ’ τ’ αναθήματά του/ τρομαχτικό εξαπτέρυγο/ που αυτοπυρπολείσαι. Πρόκειται για την ποιητική τέχνη που θωπεύει το τραύμα και σώζει, όπως ακριβώς θωπεύει και σώζει τον προσευχόμενο η προσευχή. Γιατί η ποίηση, όπως και κάθε τέχνη, είναι, ως γνωστόν, μια άλλης τάξεως προσευχή, που κάποτε μπορεί να φανερώσει «τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας».

Η ιερατική βάση του παρόντος βιβλίου υποστηρίζεται κυρίως από τα ποιήματα Έλα να κλείσουμε ταμείο, Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης, Εμείς Αυτοί, Των Αγίων Σωμάτων, Σχέδιο Διάσωσης και το Νέο Όνομα, όπου η χροιά της εσωτερικής ζωής ηχεί σαν ψαλμωδία σε ναό, επαναφέροντας το χαμένο Ιερό που εξοστρακίστηκε από την επέλαση του Διαφωτισμού. Η Λουκίδου μας οδηγεί στις μυστικές πηγές του ανθρώπου, οι οποίες έχουν σχεδόν ολοκληρωτικά καλυφθεί από τις πολλαπλές ασθένειες του σύγχρονου πολιτισμού – την εξορία στην ατομικότητα, την πνευματική ένδεια, την αλαζονεία του εγώ – για να επιτρέψει στη φωνή του Λόγου να παρουσιαστεί έτσι όπως πραγματικά είναι: ως λάμψη και ως θεία πραγματικότητα της Όλης Ύπαρξης.

.

ΚΛΑΙΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑΔΟΥ

“ΠΟΙΗΤΙΚΗ” 2017

Ο μίτος του θήτα
Μετά από έξι ποιητικές συλλογές, τρεις μελέτες για την ποίηση και άλλα κείμενα, η Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου μάς προσφέρει τα Αφόρετα Θαύματα από τις εκδόσεις Κέδρος.
Στη συλλογή προτάσσεται ένα απόσπασμα από το ποίημα του Δ.Π. Παπαδίτσα «Όπως ο Ενδυμίων». Και είναι αυτή «η λίγη πιθανότητα […] να προφέρω το πρώτο γράμμα κάθε πράγματος / Το Θήτα» που χαρακτηρίζει και την ποίηση της Λουκίδου, όπου συμπορεύονται Θεός και θάνατος, θαύμα και θλίψη και μια υφέρπουσα ελπίδα για ένα μάλλον απειλητικό -θα-.
Ο τίτλος της συλλογής προκαταβάλλει με το στερητικό -α- για όλα όσα έμειναν στην ντουλάπα αφόρετα, φορέματα όπως τα βλέπουμε και στην εικόνα του εξωφύλλου. Η ποιήτρια, απαντώντας σε μια συνέντευξη στην ερώτηση «ποια θαύματα είναι αφόρετα;», είπε πως πρόκειται γι’ αυτά που «…ενώ αφίχθησαν αδυνατούμε να τα ενδυθούμε, προφανώς γιατί αδυνατούμε να πιστέψουμε πως δικαιούμαστε να μας επισκεφθεί το θαυμαστό. Πολλές φορές», εξηγεί περαιτέρω η ίδια, «η δύναμη της συνήθειας να υπάρχουμε αδικαίωτοι και παρεξηγημένοι, ζώντας σε μια δυστυχία επαναλαμβανόμενη, μας κάνει να νιώθουμε βολικά μέσα στο ρούχο της στέρησης».
Αυτή η απάντηση με ώθησε να ασχοληθώ ιδιαίτερα με την περσόνα που θρηνεί την απουσία και την έλλειψη, ανάμεσα στα «θαύματα» που δεν έχουν ακόμα φορεθεί. Γιατί η επαφή με το έργο ενός ποιητή και η ‘κατάδυση’ σε αυτό συχνά αλλάζει κάτι μέσα μας, εμπλουτίζει τις απόψεις μας για τη ζωή και τον γύρω μας κόσμο. Πιάνοντας το νήμα από την αρχή βλέπουμε ότι ξετυλίγεται ένας συνδετικός ιστός, ένας μίτος, που ενώνει όλα σχεδόν τα ποιήματά της, «…ανάμεσα στο ποιητικό γίγνεσθαι και στα οριοθετημένα από την καθημερινή μας εμπειρία πράγματα ή συμβάντα» με τα λόγια του Δ.Π. Παπαδίτσα. Πρόκειται για έναν επώδυνο απολογισμό ζωής με απώλειες κι ένα λυτρωτικό πένθος.
Απομονώνοντας κάποιους στίχους αναδεικνύεται η ποιητική αγωνία, σημαιοφόρος του τίτλου της, πότε με μια ανάλαφρη ειρωνεία ―παρατηρώντας τις καταστάσεις από απόσταση― και πότε μ’ έναν λυρισμό ―εκφράζοντας το συναίσθημα― απογοήτευση που διαφοροποιείται, ανάλογα με το θέμα κάθε ποιήματος, σε πικρία, παράπονο για την αδικία, αλλά και επιθυμία για τη συντέλεση ενός θαύματος, ως απόδοση δικαιοσύνης.
Από την πρώτη ενότητα στο ποίημα «Κάτω απ’ το νερό» η περσόνα παρακολουθεί με απογοήτευση τη ζωή από μακριά «κι έτσι η παραφορά / σαν ηχογράφηση παλιά / απλώς θα γράφει ιστορία». Ή: «― μια αναγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή / κι η καταχνιά θρηνητική /να στάζει στα πλακάκια―».
Και παρακάτω στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ» με θλίψη διαπιστώνει: «Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα».
Μοιρασμένη η περσόνα ανάμεσα στους δυο κόσμους, στο ποίημα «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17», στο έσω ποιητικό γίγνεσθαι και στην σκληρή εξωτερική καθημερινότητα «ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά. // Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι / να λαχανιάζω ασάλευτη / να ιδρώνω παγωμένη / να κρύβομαι / να φαίνομαι / να κάνω πως θυμώνω // με ματωμένα γόνατα και λίγο πριν νυχτώσει / κατάκοπη και καθαρή / ν’ αλλάζω μοίρα ξαφνικά / απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου// να κατεβαίνω.»
Εικόνα που φέρνει στο νου αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια «ραγισματιές απλώνονται / στην πρώτη όρασή μου / ― ήμουν παιδί / κι οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν ―»· και πιο κάτω: «Τώρα / ας μεινουν αμετάφραστα τα δύο ονόματά μου./ Μια εκδοχή θα ’ναι κι αυτή / άλλοτε εντός / κι άλλοτε εκτός τοπίου / μία οξύμωρη προοπτική / για αυτό το άλλο νόημα / το αιφνιδιαστικό / που αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».
Μέχρι και το αθώο χειροτέχνημα του «Καπνοδοχοκαθαριστή» υπαινίσσεται και προδικάζει από την βρεφική ηλικία ακόμα «τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο».
Όμως στην «Αγορά χρυσού»: «ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις […] / αποσυντίθενται τα σύμβολα / χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες».
Και στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σε μια στιχομυθία με τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε στην αναζήτηση του μυθικού χρυσού Ελντοράντο, η περσόνα τον ρωτά: «Άξιζαν, Edgar, τελικά / μια κάποια ―έστω ― θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…»
Στους ποίημα «Ξένοι» ζητάει να της μιλήσουν: «για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα. / Η αίθουσα αναμονής υγρή / ― άκουσα μπάζει μαραμένες εποχές / πως βρέχει χλεύη αναιδή κι αποδοκιμασία ―».
Ο αναμενόμενος Άλλος είναι το παλιό που το βλέπουμε «κοκαλωμένο κι άφωνο / με ένδυμα επίσημο, εορταστικό / μα σκοροφαγωμένο / να βλέπει / προς την πλευρά του αφανισμού / και να μην το πιστεύει».
Και στο «Έλα να κλείσουμε ταμείο», σε διάλογο μαζί του, η περσόνα, συνθηκολογεί αλλά καταλήγει σε μια μικρή απειλή: «Ας με κατηγορήσουν για παραίτηση / για εσκεμμένη αλλοίωση του παρελθόντος / για ελπίδες ληξιπρόθεσμες / και για την ακαταστασία στα συρτάρια. / Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».
Στο «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος» η περσόνα εξομολογείται και πάλι ότι διαθέτει ένα αποθηκευμένο υλικό «για εκείνη τη μοναδική φορά / που η έμπνευση θα έχει δυστοκία». Όμως κι εδώ το τοπίο σκοτεινιάζει γιατί πρόκειται για μια αυτο-ματαίωση, προφάσεις για την αποτυχία: «Μια ομηρία άθλια / που με προσχήματα φαιδρά / κρατά για χρόνια ανενεργό / το ήδη παρωχημένο.»
Και τελικά αυτές οι «Δεύτερες σκέψεις» αποκλείουν ένα «θαύμα αναπάντεχο», απλώνουν ρίζες χωρίς καμιά εγγύηση για «ανθούς, καρποφορία», προορίζουν «για άλλους» τη ζωή, διδάσκουν «άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση…»
Και να πάλι τα θαύματα στα «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης», σ’ έναν διάλογο-προσευχή βασισμένο στην παραβολή του Παραλύτου, όπου τον περιγράφει «Ανυπεράσπιστος στους τρόμους του / και στους κινδύνους ασκημένος / να αγρυπνά από ένστικτο / και να επιζεί αγόγγυστα / – έτη τριάντα οκτώ – της παραλύσεώς του», για να κλείσει με την παράκληση: «Κύριε της Σπλαχνίσεως / απόλυσε τον άγγελο / και τη μελαγχολία των ωρών / με μια μακρόσυρτη κραυγή / αλλοίωσέ την / να εξατμιστεί το μαύρο φως / να ζαλιστεί απ’ τη μοσχοβολιά / η άκρη του γκρεμού /να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνηστία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι […]».
Ενώ στο «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» η περσόνα της ποιήτριας προσκαλεί «μια επίσημη σιωπή / να εισβάλει μες στο σπίτι / σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει»· και καταλήγει ακόμα πιο πένθιμα: «πέφτουνε γύρω μας βροχή / χιλιάδες ροκανίδια / μια πρώιμη εξοικείωση / μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει».
Και ξανά θα παρομοιάσει τον γάμο με τον θάνατο στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», όπου ήταν «αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή».
Οι εικόνες του θανάτου συνεχίζονται και στο επόμενο ποίημα «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», σε έναν διάλογο με τον Παπαδιαμάντη και τον «Έρωτα στα χιόνια» του, με ήρωα τον μπάρμπα-Γιαννιό που «… άσπρισεν όλος, κι εκοιμήθη υπό την χιόνα, διά να μην παρουσιαστεί γυμνός και ξετραχηλισμένος, αυτός και η ζωή του και οι πράξεις του…». Η συνομιλία των δύο κειμένων ολοκληρώνεται πένθιμα στην τελευταία στροφή: «Ένας βάλτος πριν κι ένα έλος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία / ένας θάνατος εκ γενετής / και ένα πένθος αέναο / κάτω απ’ τα μάτια του Κριτού / του Παλαιού των Ημερών / του Τρισαγίου».
Το τρίτο μέρος της συλλογής αρχίζει μ’ ένα παράθεμα του ποιητή Γιώργου Θέμελη που παροτρύνει την περσόνα να γρηγορεί «…Ο έρωτας είναι βιαστικός, όπως η φωτιά, / Όπως ο γλήγορος ίσκιος του θανάτου».
Έρωτας και θάνατος λοιπόν σ’ έναν διάλογο, στα ποιήματα που ακολουθούν με πρόσωπα και φωνές να εναλλάσσονται, ενώ υπερισχύει η ελπίδα για να αποφευχθεί η αναχώρηση «ελευθερώνει ο στεναγμός / μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει».
Ανάμνηση ή εγκώμιο του έρωτα στο «Των αγίων σωμάτων», «Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».
Με τρυφερή σχεδόν απελπισία η περσόνα στον «Μονόλογο της ερχομένης» αθροίζει τα στερητικά ―α― σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής όταν: «Ανέγγιχτη και τρυφερή / ανεξιλέωτη και παγωμένη / σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια / κυλώ μέσα στις φλέβες μου / τη βραδινή πομπή των διαμελισμένων / κι αφήνω αδικαίωτη τη σάρκα / να ραγίζει. […] Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό / απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται…»
Στον «Μονόλογο του κλέφτη» ομολογεί την απουσία του άλλου στη ζωή της, «Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα / και τελευταία πετάγομαι / κλαίω μέσα στον ύπνο. // Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση / μεταξωτές αισθήσεις […]».
Και στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» θρηνεί την απουσία του σώματος και εξανίσταται για την απώλεια: «Πλέουν τα σώματα / ματαιωμένα κι ακριβά / μες στην ανάμνηση του σχήματος / που πια δεν είναι. ».
Μένει η περσόνα πίσω από το τζάμι πάλι ατενίζοντας όσα αποχωρίστηκαν στο ποίημα «Το νέο όνομα»: «Άλλος κανείς μαζί μ’ εμάς / μονάχα το φθινόπωρο / κι ό,τι εγγράφεται αθέατο εντός του / αθέατο σαν γνώση που δεν λέγεται / σαν έρωτας αμήχανος / έκπτωτος απ’ το μέλλον».
Ώσπου στο «Χόρτο της επιστροφής», απευθύνεται σ’ εκείνον που έφυγε, ελπίζει σε «μια επιστροφή-επανάληψη […] για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις;» και προσπαθεί να τον ανεβάσει στον κόσμο των ζωντανών: «Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω».
Στην «Πλάνη πανσέληνη», απολογείται σε πρώτο πρόσωπο και απευθύνεται στην ίδια τη Σελήνη, σαν τη Σαπφώ, αλλά και τον Ενδυμίωνα, ενώ θρηνεί την απώλεια μιλώντας «για τα καπέλα που άδειασαν / αιφνίδια / απ’ τους λαγούς τους […] αλλά και «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».
Στο «Πρόσχημα», τα ρήματα καταποντίζουν όλα τα του έρωτα καθώς ο θάνατος δεν μεταμελείται «ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια // που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει / και διαγράφει και πετά / και τσαλακώνει και πετά / και σκίζει..
Και τελικά, στο «Σχέδιο διάσωσης», η περσόνα επικαλούμενη το τροπάριο της Κασσιανής, κάνει μια απόπειρα να συναντήσει τον «νυμφίο» μετανοημένη, αναζητώντας συγχώρεση, αλλά τα «θαύματα» είναι αφόρετα ακόμα και έτσι συγκατανεύει «κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή // αύριο χωριζόμαστε».
Άφησα τελευταίο το δεύτερο μέρος της συλλογής με ποιήματα ποιητικής, όπου στοιχειοθετείται η προέλευση του καλέσματος, της έμπνευσης, της σύλληψης. Ομιλητής εδώ είναι ο ίδιος ο ποιητής που αναζητάει τον λόγο ύπαρξης της ποίησης, αλλά και πάλι, σε διάλογο με τον Άλλο, διακρίνεται με ευκρίνεια η ίδια απόγνωση, η ίδια θλίψη.
Είναι λοιπόν μια νόσος η ποίηση, η έμπνευση και ασθενής ο δημιουργός της, όπου ο πυρετός ξυπνάει παραισθήσεις. Μια αυταπάτη, συνεχίζει να ζει ο ποιητής στο ποίημα «Τα στάδια», «… μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει… // Μια απάτη / που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει».
Στο «Εμείς αυτοί», καταλήγει δηλώνοντας ρητά το απαραίτητο υλικό, βασικό στοιχείο της ποίησης αλλά και της ζωής: «Και τώρα πια / τι τους προτείνει το ένστικτο; // Χωρίς αγάπη / χωρίς μια τρικυμία ιδιωτική / όλα τα αχειροποίητα που τους αναλογούν / θα καταλήξουν σύμβαση και συνενοχή / μες στον αδιάφορο συνωστισμό / και στην ορθοστασία».
Παρακάτω οι ποιητές παρομοιάζονται ειρωνικά με περιπλανώμενους ναυτικούς σε αναζήτηση της αλήθειας.
Και η έμπνευση εμφανίζεται ως θήραμα, «το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες», που όμως δεν είναι αρκετή για τον ποιητή γιατί «κι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν».
Τέλος, στο «Εξιτήριο», ο ασθενής-ποιητής αφήνεται ελεύθερος, θεραπευμένος ή ανίατα άρρωστος, με την ελπίδα όμως ζωντανή «και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.»
Και πάντως ένα είναι σίγουρο πως σε ό,τι αφορά την ποίηση, η Λουκίδου τα έχει καταφέρει να μας δώσει το πιο ώριμο και άρτιο έργο της με αυτήν την ξεχωριστή συλλογή της.

.

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

diastixo.gr 22 Νοεμβρίου 2017

Η γνωριμία με το έργο ενός αληθινού ποιητή προσφέρει εμπειρίες, στοχασμούς και αισθήματα που βαθαίνουν τη συνείδηση που έχουμε όχι μόνο για τη δική του αλλά και για τη δική μας παρουσία στον κόσμο. Αν οι αποστάσεις, ο χρόνος, οι δυνατότητες χωρίζουν τους αναγνώστες από τους ποιητές και ως υποκατάστατο επαφής μένουν τα βιβλία, ένας τρόπος υπάρχει για να μη γίνουν αυτά απολιθωμένη ή ψυχρή μεταφορά του ζωντανού λόγου. Οι εσωτερικοί μας δεσμοί με το έργο, η πνοή της άμεσης προσέγγισης που θα δώσει ζωή στις λέξεις για ν’ αντικρίσουμε την ουσία που βρίσκεται πέρα απ’ αυτές, η ενορατική ματιά με την οποία ανασυνθέτουμε σε κάθε ανάγνωση στίχο με στίχο την αλήθεια που ενώνει τέχνη και ζωή.

Η Ευτυχία Αλεξάνδρα Λουκίδου ανήκει σ’ εκείνο τον όχι μεγάλο αριθμό γνήσιων φωνών που, από ικανού χρόνου, με συνέπεια και αρτιότητα αισθητική υπηρετεί στην ποίηση του καιρού μας τη συνέχεια μιας μεγάλης λυρικής παράδοσης με έναν διακριτό τρόπο που την κάνει να ξεχωρίζει. Θα μπορούσε να πει πολλά κανείς για την καταιγιστική εικονοποιία της ποίησής της, για τη σύνθεση μεταφυσικής και φυσικού κάλλους ώστε να σχηματιστεί η καθολική εικόνα του κόσμου. Η ύπαρξη που υψώνεται μέσα από κάθε ποίημα δεν επιτρέπει αισθητικές αναψυχές, φέρει το βάρος της ανθρώπινης περιπέτειας που έχει πάντα προδιαγεγραμμένο τέλος. Δεν υπάρχει εδώ καμιά αθώα αμεριμνησία των όντων, η ύπαρξη είναι ενοχή, όπως από τα χρόνια των προσωκρατικών γνωρίζουμε. Αν όμως η ύλη είναι κατοικητήριο θανάτου, η ομορφιά μαρτυρεί, λάμπει, απαθανατίζει το πρόσλημμα απαιτώντας την αναγνώριση της αισθητικής της δόξας.

Τα Αφόρετα θαύματα αρχίζουν, προγραμματικά θα τολμούσα να πω, με το ποίημα «Κάτω απ’ το νερό», ως άσκηση αναπνοής, ως διελκυστίνδα ηδονής και οδύνης. Με τη θέρμη που σχηματίζει «σταγόνες υδρατμών παραδομένες / σε οροφές που αναμετρούν μια γύμνια που ποτέ δεν θα ’ναι επαρκώς εκτεθειμένη», με μιαν υπόκρουση αγκαθωτού νερού. Η παραφορά, ακόμη και σαν ηχογράφηση παλιά, όπως ακούει και ψιθυρίζει η Λουκίδου για να τη διασώσει, γράφει μιαν άλλη ιστορία που συγκρατεί το αθέατο και αναγγέλλει τη διάλυση πριν καταχνιά θρηνητική σκεπάσει όχι μονάχα το λουτρό μα τον κόσμο ολόκληρο, που είναι από αιώνων εν ύδασι κρεμασμένος, ραγίζοντας την όραση για να φανεί η άλλη παιδικότητα, τότε που οι λέξεις δεν πενθούσαν, τότε που η ποιήτρια ήταν υπαρχηγός – και δεν υπάρχει νομίζω πιο ευγενικό αξίωμα από αυτό του υπαρχηγού που θέλει να συνδέει τον αρχηγό με τους μαχητές, που θέλει να ηγείται αλλά και να τελεί υπό τη σκέπη μιας αρχής, μιας αιτίας, ενός νοήματος.

Αυτή την αρχή αναζητεί με συνέπεια στην ποίησή της η Λουκίδου έχοντας συλλάβει την τόσο απλή μα τόσο σπάνια στον καιρό μας αλήθεια πως η απώλεια του νοήματος δεν είναι αφορμή χαράς μα αιτία θλίψης, δεν είναι αίσθημα ελευθερίας μα συνείδηση οριστικής κάθειρξης. Κι είναι αυτή η κάθειρξη η πηγή κάθε αληθινής ποίησης που υμνεί σκιές ενωμένες μα πριονισμένες, σφάγια ιερά που δεν ανήκουν σε κανένα. Αυτό είναι λοιπόν το τίμημα της αληθινής ποίησης; «Μια εκλογή αναπάντεχη / μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα» όπως γράφει η Λουκίδου, μια μάχη ανάμεσα στη λήθη και την απώλεια, στη φυγή και στον πόνο, σε αναζήτηση μιας αθωότητας που είναι τελικά το μόνο δώρο του θανάτου;

«Τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε / και στο φριχτά πονούμε / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο» γράφει.

Μέχρι εκείνη την ορισμένη ώρα της αθωότητας, όμως, που βρίσκεται πέραν των προβλέψεών μας, είμαστε καταδικασμένοι να ζούμε με την ενοχή, είτε εμείς την αναλαμβάνουμε είτε οι άλλοι μας την επιφορτίζουν. Υπ’ αυτή την καταδίκη και αυτή την ποινή εκτίοντας, φυλακισμένος στην ποίηση, ο ποιητής μοιραία κάνει δεύτερες σκέψεις. Να οι εξαίσιες «Δεύτερες σκέψεις» της Λουκίδου:

«Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση.

Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους

ή πιο συχνά / με μια πειθώ δημαγωγού / και ασφαλιστή συγχρόνως / ν’ απλώνετε ρίζες μέσα μας…».

Δεν νομίζω πως υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την ποίηση, στον σύγχρονο κόσμο, τον κόσμο του ξεριζωμού και της αλλοτρίωσης, όπου όλες οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, για να αντιληφθούμε πως η ζωή αξίζει στο μέτρο που είναι εύρεση, συνάντηση, συμφιλίωση με την απώλεια. Καθώς ακολουθούμε την ποιήτρια να βρίσκει τον εαυτό της σε μιαν άρρηκτη αλυσίδα πραγμάτων, ζητημάτων και κυρίως ανθρώπων, αιφνίδια και χωρίς να χάνουμε χρόνο αναζητώντας τις αιτίες που κανείς δεν ξέρει, ανακαλύπτουμε έναν χώρο στον οποίο πρέπει να κινηθούμε χωρίς να τον έχουμε προβλέψει. Ζωή δεν είναι η βιολογική λειτουργία αλλά η ζωτική σχέση με την ουσία των πραγμάτων. Να ζεις σημαίνει να είσαι ανέκκλητα βυθισμένος στο αινιγματικό.

Η Λουκίδου το γνωρίζει και γι’ αυτό ζει πολύ πιο έντονα από κάθε φαινομενικά έντονη ζωή. Δεν αισθάνεται να είναι προκαθορισμένες οι ενέργειές της αλλά να έχουν τον χαρακτήρα μιας αναίτιας απόφασης. Η ελευθερία εν πεπρωμένω μπορεί να συνθέτει την ανασφάλεια με την πίστη, τον κίνδυνο με τη γαλήνη, τη διαφυγή αλλά και τη μνήμη. Κι η ποίηση της Λουκίδου έχει θεμέλια, συνείδηση από πού έρχεται, από ποια βασιλεύουσα πόλη, από ποια βοσπορίτισσα αύρα, από ποιο παρευξείνιο ξεροβόρι που σφραγίζει μια ταυτότητα ασφράγιστη.

«Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ / ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει».

Υπάρχουν πόλεις που τις κουβαλάμε διά βίου. Που δεν μας ακολουθούν κατά την καβαφική έννοια μα εμείς τις ακολουθούμε κι ας τις νομίζουμε ακίνητες. Πόλεις που τις καθορίζει η ρυμοτομία των ψυχών μας. Η ζωή βέβαια θα πάρει τον δρόμο της, κάποια ανάγκη θα μας εγκλωβίσει σ’ αυτόν, μα ο ξεριζωμένος όσα χρόνια κι αν περάσουν, όπου κι αν γεννηθεί, δεν θα παύει να ζητά «στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα» («Σελανίκ Ι»).

Σκοπεύοντας άριστα το απρόοπτο, η Λουκίδου εξαλείφει την οξύτητα της ζωής με μιαν ιδανική σε αναλογίες λυρική τρυφερότητα, η οποία ενθαρρύνει την αντοχή του ανθρώπου για να συνεχίσει να υπάρχει. Μια άλλη γραφή «που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται / μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει / που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει / μονάχα σβήνει και ακυρώνει…» για να απομείνει μόνο αυτή «σαν δόξα ξημερώματος», «σαν άχραντη βελούδινη γυμνότητα». Είτε από εδάφη ερημικά περνά, είτε για μια ξέγνοιαστη εκδρομή στα Λεύκαρα ξεκινά, είτε στον μονόλογο της ερχομένης παραδίδεται, αναζητεί τη χάρη μιας ομορφιάς που σπαταλιέται αναπόφευκτα:

«Α, η άχαρη δωρεά της ομορφιάς / κι η άνιση πληρωμή της / εικονοστάσι αδειανό απ’ τ’ αναθήματά του / τρομαχτικό εξαπτέρυγο / που αυτοπυρπολείται».

Στην ποίηση αυτή είναι προφανές ότι το καθήκον επιβάλλεται στα πάθη αλλά και η ειλικρίνεια επικρατεί των καθηκόντων. Να είμαστε ειλικρινείς δεν σημαίνει ν’ αποδεχόμαστε απλώς την αλήθεια αλλά να προσχωρούμε καθολικά και χωρίς υστεροβουλίες σε ό, τι επιχειρούμε. Με την αγωνία που μόνο η πρόγευση του απόλυτου αγνώστου, του άσχετου και του μοναχικού χαρίζει, η ποίηση αυτή δεν επαναπαύεται σε μεταφυσικές βεβαιότητες και πνευματικές εξάρσεις. Με συνείδηση πως ζει σε ένα κόσμο ερημικό, όπου το παρελθόν έχει χάσει κάθε δυναμικότητα και πως η μετάνοια δεν έχει νόημα διότι δεν αποβλέπει στην απόσβεση του λάθους, αλλά στην ανάπαυση μιας ενοχής, η Λουκίδου αντιστέκεται, εγκαταλείπει [«Με χίλιους τρόπους άντεξα/ στην όποια εκπαίδευσή μου / ως και λευκή σημαία κούνησα / για να πειστούν ότι εγκαταλείπω»] μα και επιμένει. Και σ’ αυτή την επιμονή χρωστούμε κάποια από τα πιο όμορφα ποιήματα.

Σε μια εποχή που «κι οι λέξεις / ελάχιστη σημασία έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν» (όπως η ποιήτρια επισημαίνει), δεν ξέρω αν είναι το θέμα ή οι λέξεις που καθορίζουν κάθε φορά την πορεία της ύφανσης του ποιήματος, αν είναι σταθερό το σχέδιο του νοήματος ή αλλάζει καθ’ οδόν βρίσκοντας μιαν αιφνίδια τροπή για να περιγραφεί το αίτημα εκείνο που γέννησε την έμπνευση. Την έμπνευση που, για να χρησιμοποιήσω ένα ομώνυμο ποίημα, «εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες / κουρέλια αποκριάτικων στολών / γεμάτα μούχλα κι υγρασία / κι ίσως μιαν επιφύλαξη».

Αν η ποίηση είναι μια διαρκής πνευματική ακροβασία, η ποίηση της Λουκίδου ισορροπεί περίτεχνα κρατώντας το ευπαθές νήμα ενός λόγου λυτρωτικού πένθους με γλώσσα που μετεωρίζεται και συγχρόνως σταθμίζει πότε και πώς θα προσεδαφιστεί και σε τι ποσοστό συγκερασμένη στην πραγματικότητα και την υπέρβασή της. Μια ξεχωριστή ποίηση που δεν ενδίδει σε καμιά διάλυση, παρά την εσωτερική σάρωση από την οποία διέρχεται ο φορέας της. Λύπη μα και φέγγος, μειώσεις μα και νόστος, ανθοφορία ως το τίποτα. Με πένθος που δεν καταφεύγει στην παρηγορία της χαρμολύπης αλλά μεταπλάθεται ως ποιητική ευσέβεια προς το άρρητο, στην υπαρκτική επίγνωση της απώλειας και της γυμνότητας, σε μιαν ερημιά όπου απεκδύεται κάθε φθαρτό για να ντυθεί το αναλλοίωτο.

Η φωνή της Λουκίδου είναι σήμερα μια από τις πιο σημαντικές της σύγχρονης ποίησής μας. Κι αν στο μεταξύ έρχεται η νύχτα, ξέρουμε πως η ζωή κρατάει όσο κρατάει η ποίηση. Και η ποίηση της Λουκίδου θα κρατά. Κι αν «κανείς δεν έμαθε ποτέ / πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός / τους ερχομούς στεριώνουν / ποια απόγνωση αδάκρυτη / βραδιάζει την αγάπη…», όπως γράφει στην «Πανσέληνη πλάνη», είναι η ίδια που έχει δώσει την απάντηση, στο ίδιο ποίημα-σπονδή στην αιώνια επιστροφή όσων ζήσαμε…

… «για την πανσέληνη έκπληξη / τότε στους κήπους του πασά / εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…/ να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη».

.

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ

“Η Αυγή”, 18.11.2018

Ο προδιαγεγραμμένος αποχαιρετισμός στην ανθοφορία

Τα Αφόρετα θαύματα, είναι πέρα από τίτλος μια έννοια αμφίσημη, όπως και πολλές άλλες μεταφορικές έννοιες που η Ε.-Α. Λουκίδου έχει δείξει ως τώρα ότι χειρίζεται το συμβολικό ή το διφορούμενό τους με υπαινικτική και συνειρμική αξιοσύνη. Θυμίζω έναν άλλο τίτλο συλλογής της, Ν΄ανθίζουμε ως το τίποτα (2004) όπου δένεται αντιθετικά μ΄ένα εύληπτο συνειρμικό δίπολο, η ζωή κι ο θάνατος, η αίσθηση της ύπαρξης και το δέος για την ανυπαρξία, δημιουργώντας ένα πολύπτυχο νόημα, αχανούς προοπτικής. Ούτως ή άλλως, όχι μόνο οι αμφίδρομοι τίτλοι αλλά κι ένα σωρό ακόμα αντιθετικά δίπολα που θα συναντήσουμε στα πρόσφατα ποιήματά της (λ.χ. αγκαθωτό νερό, το φως του σκοταδιού και πιο ολοκληρωμένα και ρητά στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή πως φτάσαμε ως εδώ»: «ό,τι μετριέται/πάντα φαίνεται λειψό/ κι ό,τι ονοματίζεται/ ως απουσία υπάρχει…», 16-18), κομίζονται εσκεμμένα στο ποίημα ως σχήματα εννοιολογικά, που επειδή δεν ακουμπούν πια σε αιχμηρά βιώματα, όπως στο παρελθόν, καταφεύγουν στη δημιουργία ενός είδους πυκνά διατυπωμένης στοχαστικής αφαίρεσης από την οποία προσδοκά η ποιήτρια να υποκαταστήσει την προηγούμενη συναισθηματική ένταση του ποιήματος. Βέβαια, δεν συμβαίνει αυτό γενικά, γιατί υπάρχουν στα Αφόρετα θαύματα και ποιήματα όπου το πρόσωπο δεν καταντά δυσδιάκριτο, καθώς το καλύπτουν τα πολλαπλά μαγνάδια του. Γίνεται όμως σ΄ένα σημαντικό αριθμό των τωρινών ποιημάτων ∙ η Λουκίδου θεωρεί το είδωλο της ύπαρξης μέσα από τα πολλαπλά της απεικάσματα, όπως λόγου χάριν, το επιχειρούσε άλλοτε πολλές φορές ο Γιώργος Θέμελης (1900- 1976), τείνοντας προς μια ποίηση, ας πούμε οντολογική, σ΄ένα τοπίο οιονεί καθημαγμένο από όπου δύσκολα ξεχώριζες το πάσχον πρόσωπο.

Θα επανέλθω αργότερα για να δω αν αυτή η παρατήρησή μου διαφοροποιεί την ποιητική τεχνική της και εν ταυτώ τη δομή των ποιημάτων της. Για την ώρα, τα «θαύματα» μπορεί να είναι «αφόρετα» για χίλιους δυο λόγους. Διότι παρέμειναν ως τώρα μακρινά και απρόσιτα, και παρά τη φαντασμαγορία τους αυτό που προξενούν είναι μάλλον θλίψη, αποκαρδίωση και αύξηση της αίσθησης της ερημιάς. Εξ αντιθέτου, μπορεί να αποδείχθηκαν αταίριαστα ως θαύματα γιατί η ανθρώπινη ύπαρξη είναι ασθενική για να τα φτάσει και να τα κάνει δικά της. Μπορεί όμως τα αφόρετα θαύματα να έγιναν αφόρητα και η λαχτάρα για το θαυμάσιό τους να κόστισε στην ύπαρξη πόνο, στενοχώρια και μια παρατεταμένη, διαβίου διάψευση. Επιπλέον, ας λάβουμε υπ΄όψη μας και κάτι που δεν είναι χωρίς σημασία: ότι ο τίτλος της συλλογής δεν είναι δάνειο από κάποιο ποίημά της, όπως συνήθως συμβαίνει, αλλά έρχεται σαν επιστέγασμα μιας δίπολης, γενικής αρχής που ισχύει για όλα. Τη μάταιη προσδοκία του θαυμαστού! Μια φαρμακωμένη διαπίστωση ή ένας στοχαστικός απόλογος που αφορά πρωτίστως τον κύκλο της ζωής και του θανάτου, τον αποχαιρετισμό στην ως τώρα ανθοφορία του σώματος και της ψυχής. Το πλάσμα δεν μπόρεσε να ντυθεί τα θαύματα που τώρα τα βλέπει να απομακρύνονται και να το αποχαιρετούν. Μ΄έναν τρόπο επιστρέφουμε εν είδει κύκλου στα πρότερα ποιήματα της Λουκίδου. Εκεί όπου το θαύμα συνέχιζε να βρίσκεται στην πλώρη της φαντασίας της. Ενώ τώρα, αντιπαραβάλλοντάς τα με αυτά των Αφόρετων θαυμάτων, η ανθοφορία μοιάζει με ένα περίλαμπρο πλοίο που σηκώνει άγκυρες μπροστά στο βλέμμα της ματαιωμένης ύπαρξης. `Η, αλλιώς, όπως το απόσπασμα που ακολουθεί, από το ποίημα «Εμείς αυτοί» (64-67), και όπου η ποιήτρια παίρνοντας το νήμα από τη δασκάλα της, την Κική Δημουλά, σαρκάζει την τυφλότητα όσων δεν θέλουν να δουν την ανημπόρια του ανθρώπου μπροστά στο άφευκτο:
Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά
πάνω από μια πρόταση
κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής
δεν έχει σημασία-
αρκεί να υπαινίσσεται αποχωρισμό
ή να δηλώνει ήττα

Τα Αφόρετα θαύματα της Ε.-Α.Λουκίδου προεκτείνουν τον κύκλο του Επιδόρπιου (2012), δηλαδή προεκτείνουν ένα είδος στοχαστικής ποιητικής αφήγησης και εν ταυτώ ένα είδος δραματουργικής αφαιρετικής τεχνικής. Η δραματουργική τεχνική της ποιήτριας ασφαλώς και προϋπήρχε ως τέτοια, απευθυνόμενη ως μοναχική απολογητική ομιλία προς τον «αδελφικό άλλο», ως διάλογος ή ως ικεσία/ διαμαρτυρία προς το αφανές και πανταχού παρών υπέρτατο. `Ηταν και συνεχίζει να είναι μια ποίηση δέους και θρήνου, όσο κι αν πολύ συχνά όσοι διαβάζουμε λογοτεχνία τη διαβάζουμε σαν απλή φαινομενικότητα που μπορούμε κάθε φορά να την αλλάξουμε σαν πουκάμισο. Σαν κάτι άλλο δηλαδή από ό,τι μετράει μέσα μας! Τώρα όμως αυτή ειδικά η ποίηση, της Λουκίδου, έχει γίνει ως λόγος πολύ πιο πυκνή, σχεδόν αδιαπέραστη και εντατική, καθώς σε όλο και περισσότερα ποιήματα της τελευταίας οκταετίας η ποιήτρια χρησιμοποιεί μεν ως διάμεσό της «επί σκηνής», όπως και πριν, μια περσόνα, ανοίγοντας έναν «διάλογο» με τον «αδελφικό άλλο», όμως ο λόγος της πλέον έχει υποστεί μια ευδιάκριτη διαφοροποίηση- και θα δούμε αν η διαφοροποίησή της υπολογίζεται και πόσο στα κέρδη της ποιήσεώς της. `Οταν λέω πως έχει διαφοροποιηθεί δεν εννοώ βέβαια ότι άλλαξε άρδην. `Εξακολουθεί να έχει μέσα της έναν ρυθμό, είναι οραματική και ενίοτε βιβλική, δεν της λείπει ο σπαραγμός για την απώλεια ή την απομάκρυνση του θαύματος. Εννοώ ότι αποσπάστηκε αρκετά ως λόγος από το πως και το τι των παλαιότερων βιβλίων της, από το πως αναπαρίστανε ποιητικά εμπειρίες, αναμνήσεις και συνήθως οριακά βιώματα πόνου και συντριβής μπροστα στο μοιραίο, και επίσης διαφοροποιήθηκε ως προς το τι λογής εμπειρίες, αναμνήσεις και βιώματα περνούν τώρα στο πεδίο της φαντασίας κι έπειτα εγκιβωτίζονται στο ποίημα.
Για να το πω με παραπλήσια λόγια: τη γείωση της ποιητικής φαντασίας στο γεγονός του θανάτου όπως και την αισθησιακή αδρότητα της γλώσσας, στο Ν΄ανθίζουμε ως το το τίποτα (2004) και στο `Οροφος μείον ένα (2008), έτσι ώστε να εκφράζεται δραματικά το πάσχον βίωμα, την ακολούθησε η κάποια αφύγρανση του συναισθήματος, μια ξηρότητα, για να φτάσει αρκετές φορές στα Αφόρετα θαύματα να «αφηγείται» ο λόγος με αυξανόμενη διανοητική αφαίρεση. Πράγμα που είναι μάλλον ευδιάκριτο, καθώς λιγότερο στο Επιδόρπιο και περισσότερο στα Αφόρετα θαύματα ο λόγος συγκροτείται σ΄ένα υψηλότερο εννοιολογικό πεδίο, έχει γίνει σκοτεινότερος αν και δεν μιλά για καταστάσεις που είναι πιο σκοτεινές απ΄όσο προηγουμένως. Πιο απόμακρος, πιο ψύχραιμος, πιο σοφιστικός, ο λόγος της ποιήτριας, έχει μεγαλύτερη απόσταση από το υπαρξιακό κέντρο, αφίσταται του φλεγόμενου βιώματος, πιστεύοντας ότι έτσι γίνεται και στοχαστικότερος. Δεν λέω ότι εκ προοιμίου αυτό είναι καλό ή κακό. Εξαρτάται από τον χειρισμό, διότι αυτό που σώζει την ποίηση και την κάνει πιο λειτουργική, νομίζω ότι σχετίζεται άμεσα με το αν τα ποιήματα που γράφουμε έρχονται να κουμπώσουν σ΄ένα ουσιαστικό πάθος. Και από αυτή την πλευρά, αν δεχτούμε (και γιατί όχι;) ότι διαβάζουμε μια ποίηση φτιαγμένη εδώ και χρόνια από κύκλους ομόκεντρων βιωμάτων, νομίζω ότι το ρίγος του επερχόμενου αδόκητου ή η λυσσαλέα αγριότητα της επιθυμίας για ζωή, καταστάσεις εγκατεστημένες ταυτοτικά στις προγενέστερες συλλογές της Λουκίδου, εδώ τείνουν, όπως είπα, προς μια αφύγρανση, προς έναν λόγο όχι σπάνια άνυδρο! `Εναν λόγο που τον αφυγραίνει η διανοητική εκζήτηση της γλώσσας.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η ποιητική δημιουργία, φοβούμενη τις μετατοπίσεις, τις διαφοροποιήσεις και τις εν γένει αλλαγές πρέπει να επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Κάθε άλλο. Πρέπει όμως να έχει την έγνοια ότι μόνο το αίμα που βγαίνει από την πάλη της με τον δαίμονα, όπως κι αν ονομάζεται αυτός ανά τις εποχές, μπορεί να υποκινήσει τη συγκίνηση- αυτό που θεωρώ υπέρτατο σημείο ζεύξης με τον αναγνώστη με κατεύθυνση τον ποιητικό λόγο. Για να έρθουμε σε πιο σαφέστερα δεδομένα, νομίζω ότι υπάρχουν σκόρπια ποιήματα στα Αφόρετα θαύματα που μάχονται τις επιφυλάξεις μου, δείχνοντας ότι δεν έχει πάψει η σύγκρουση με αυτό που πάει να συντρίψει τον σημαίνοντα λόγο της ποίησης. Παράδειγμα, το ποίημα «Στο ανακριτικό» (72-73):

Κι ανοίξτε τη σφιγμένη σας γροθιά…/Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί/-ας είναι και τσαλακωμένο-/εξέχουν λάμψεις και καπνοί/μέσα απ΄τα δάχτυλά σας/
φαίνονται/σας προδίδουν.

Και επίσης, υπάρχει σχεδόν ολόκληρο το πρώτο μέρος των Αφόρετων θαυμάτων (9-53) που κατά περίεργο τρόπο έχει αναλάβει να φιλοξενήσει ποιήματα ομόθυμα, αφού διατηρούν στο κορμί τους το σπέρμα του πρωτογενούς βιώματος ενός τόπου, μιας παράδοσης, μιας ιδιαίτερης αίσθησης ζωής. Θέλω να πω, ποιήματα που επιμένουν και διατηρούν ανοιχτή τη δίοδο μεταξύ της παλλόμενης ύπαρξης, της σωματικής αίσθησης, του ψυχικού ρυθμού και που όλα αυτά, ωστόσο, δεν σβήνουν σε μια περισπούδαστη καταστασιακή αφαίρεση, μα βγάζουν σ΄ένα λόγο διαυγή και άμεσα αναφορικό, σε εικόνες βιωματικής αιχμής οι οποίες χαράσσουν έναν γόνιμο ορίζοντα συνάντησης και σύναψης με τον αναγνώστη. Τέτοια ποιήματα είναι ο «Καπνοδοκαθαριστής» (31-32), το πολύ καλό «Ο μονόλογος του κλέφτη» (47-49), το δίπτυχο «Σελανίκ Ι» και «Σελανίκ ΙΙ» (40-46)[1] ένα σύνθεμα πατριδογνωσίας που αν ήταν πιο οικονομημένο θα το λογάριαζα στα κορυφαία του βιβλίου, καθώς εκεί με συνειρμικό τρόπο συνδέει το ολοκαύτωμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης, την πυρκαγιά του 1917 και την προσφυγιά του ΄22, και του ΄55, δηλαδή παίρνει στον διάπλου του βιώματα προσωπικά και βιώματα διαχρονικά της ιστορίας και των παθών μιας πόλης-σώματος. Και τέλος, το ποίημα «Αγορά χρυσού» (19-20), μια σπαρακτική μετενσάρκωση του προσφυγικού βιώματος, όπου η αναγκαστική λόγω ανέχειας εκποίηση ενθυμημάτων, ρευστοποιεί «όρκους, γεννήσεις, επετείους», δηλαδή τις κινητήριες (ιδίως για την ποίηση) μνήμες, αποσυνθέτοντας αυτό που συμβολίζουν, αφού

χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/ μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/ και τότε πια τα πρόσωπα […]/παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά /και βάζει πλώρη ολοταχώς
για νέες αμνησίες.

.

ΕΛΕΝΗ ΧΩΡΕΑΝΘΗ

Fractal 08/11/2017

«Νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά του αλλού»

Με τον αινιγματικό, πρωτότυπο τίτλο «Αφόρετα θαύματα» και το εντυπωσιακό φαιό εξώφυλλο με τις θαυμάσιες ενδυματολογικές δημιουργίες που καλύπτουν και το οπισθόφυλλο δημιουργώντας έτσι ένα υποβλητικό εικαστικό τοπίο, κυκλοφορούν οι Εκδόσεις Κέδρος την έβδομη συλλογή ποιημάτων της γνωστής Θεσσαλονικιάς ποιήτριας Ευτυχίας- Αλεξάνδρας Λουκίδου.

Τα «Αφόρετα Θαύματα», θα μπορούσε να είναι οι συνιστώσες της ποίησης της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου. Μιας ποίηση σταθερά εστιασμένης σ’ ένα κομβικό σημείο, όπου συναντώνται οι άξονες και οι παράμετροι των προβληματισμών της, ποίησης ομοκεντρικής που διακλαδίζεται σε πολλαπλά επίπεδα και δίνει τη δυνατότητα στην ποιήτρια να αναλύει γεγονότα και καταστάσεις, τόσο σε προσωπικό, όσο και σε επίπεδο διαπροσωπικών σχέσεων, με έναν αξιοσημείωτο δυναμισμό, χωρίς να χάνει τον βηματισμό και τον ειρμό της.

Το δράμα που βιώνει η ίδια στην καθημερινότητά της και ποιητικά αποτυπώνεται αφομοιωμένο στο έργο της, όπως και το καθολικό δράμα που βιώνει ο σημερινός οικουμενικός άνθρωπος. Κάθε ποίημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης σύνθεσης, ενός συνεχούς διαλόγου με την πραγματικότητα, μια από περιωπής φιλοσοφούσα θεώρηση της ζωής, Υπάρχει μια διαρκής ροή συσσωρευμένης απογοήτευσης εξ όσων συμβαίνουν στον χώρο όπου κυριαρχεί είτε ως παίκτης στο καθημερινό δράμα είτε ως θεατής ή και κριτής των πάντων.

Η ποίησή της, σαφώς, ανθρωποκεντρική, έντονα καυστική, δυναμική, συχνά αιχμηρή, εκτυλίσσεται σφαιρικά με ομόκεντρους κύκλους που διαπλατύνονται και παίρνουν μεγαλύτερες ως καθολικές, ενίοτε, διαστάσεις. Αγκαλιάζει ένα ευρύ ανθρώπινο τοπίο. Ξεπερνάει με δρασκελιές μετέχοντας με τον δικό της ποιητικό τρόπο στα τεκταινόμενα στις αλάνες του κόσμου όπως μικρή μετείχε στα δρώμενα των δρόμων «κρεμασμένη μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι..»

Τυπικά, εικονικά η ύλη διαμερίζεται σε τρεις ενότητες, χωρίς ωστόσο να αλλάζει κάτι στη ροή των δρώμενων. Τη διάκριση, τον διαχωρισμό μάλλον, ορίζουν τα προθέματα που επιλέγει από άλλους δημιουργούς, χωρίς ωστόσο να ανακόπτουν τη φυσική πορεία των ποιητικών γεγονότων.

Bρίσκεται διαρκώς σε διαλεκτική σχέση με το περιβάλλον, αντιμέτωπη με τη «Νέα τάξη των πραγμάτων» που όλα εκποιούνται σε τιμή ευκαιρίας ή «με μια μικρή επιβάρυνση», ακόμα και ο χρόνος των ανείπωτων πραγμάτων, το παρελθόν, με τον άνθρωπο – πελάτη μπροστά στην αλητεία των εκτιμητών εξαγοράς των αναμνήσεων :

«…μαγκωμένο/ακουμπισμένο στον γκισέ/ταριχευμένο έντομο πλαισιωμένο με κορνίζα»,

έναν πελάτη ά-χρωμο, α-πρόσωπο, αλλοτριωμένο, να εκποιεί τα πάντα, ό, τι αντιπροσώπευε αξίες, ό, τι τον συνδέει με το παρελθόν, ακόμα και τις αναμνήσεις:

«Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./Εδώ προέλευση και καταγωγή/
χέρι με χέρι ανταλλάσσονται…

………………….

Αποσυντίθενται τα σύμβολα/χάνουν τα περιγράμματά τους οι αξίες/μες στη χρυσή χωματερή παντός τετελεσμένου/και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν/-γιατί αρρωσταίνουνε βαριά/όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε-/
παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού/ όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά/και βάζει πλώρη ολοταχώς/για νέες αμνησίες»

(Αγορά χρυσού)

Χωρίς πολλές διαδικασίες ρευστοποιούνται τα κειμήλια, όλα τα αναμνηστικά, από τα βαπτιστικά χρυσαφικά και τις βέρες, ίσαμε πολύτιμα κι ανεκτίμητα έργα τέχνης, εδώ και τώρα «εκτελούνται» τα πάντα.

Η ποιήτρια συχνά γίνεται σκληρή, επικριτική, η φωνή της ρομφαία φαρμακερή, στάζει πίκρα διακριτικά ο στίχος της, αιχμηρός, κοφτερός σαν λεπίδι, σαρκαστικός ανελέητα, αμείλικτα εκδικητικός, θαρρείς πως η ίδια, ακάθεκτη, εκδικητική, είναι έτοιμη να ανατρέψει το σαθρό σύμπαν, να διαρρήξει τη σχέση της με ό, τι της επιβάλλουν και σημαίνει εγκλεισμό:

«Μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/
να μας περιτυλίξει…»

Πρόκειται για ποίηση που ακολουθεί τους κανόνες των μαθηματικών και της μουσικής και κινείται με συντονισμένους ρυθμούς, σταθερά ενάντια στις πέτρινες συνειδήσεις όσων ορίζουν και καθορίζουν τις τύχες των λαών. Μάχεται το ρυπαρό κατεστημένο σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής, κόβει «γόρδιους δεσμούς», σπάει αλυσίδες:

Εκείνοι που ήρθαν έφεραν/κι από έναν αριθμό…/Για την ακρίβεια/τον κουβαλούσαν πάνω τους /τον είχανε συνέχεια μαζί τους/όχι όμως όπως ένα φυλαχτό/αλλά όπως ένας ανάπηρος/το κομμένο πόδι.
……………….

-Όμως/εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ
……..

– Δεν έχω …/Βυθιζόμαστε/μπαίνουν νερά/στ’ αμπάρια του μυαλού μου…»

ΣΕΛΑΝΙΚ 1, Μητέρα ανύμφευτη»

Η θεώρηση του περιβάλλοντος κόσμου είναι πάντα επίμονα ερευνητική και η διάθεσή της ειρωνικά κριτική. Ασχολίαστο δεν αφήνει τίποτα από όσα συμβαίνουν γύρω της. Αυτή η στιλπνή ως διάφανη ύπαρξη, με τα αμείλικτα χειρουργικά εργαλεία, τις λέξεις, που διαθέτει διυλίζει τα πάντα, χαράσσει και ανοίγει το σώμα της ίδιας της ποίησης. Υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα στη σχέση της με τους ποιητές και την ποίηση στην καθημερινή της συνάφεια με την πραγματικότητα και στον έντονα φορτισμένο ποιητικό της λόγο. Στη «Χάρτινη σύναξη των ποιητών», κινείται πάνω στη θεατρική σκηνή που στήνει ως δεξιοτέχνης σκηνοθέτης και με επικριτική διάθεση και επιλεκτική οξύτητα του θεατρικού λόγου ευφυούς παρατηρητή και κριτή αποφαίνεται:

«Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά/αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο/
-νοσταλγοί του πάντοτε και φυσικά του άλλού./Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα/στο μάθημα της ορθοφωνίας των καιρών/ή στο άλλο/της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.
…………..

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών/με υπνοβάτες στα χαρακώματα/και αριστοκράτες ασκητές/στις παρυφές της λάμψης/με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά/αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό/ή συνόδευαν μια νεκρική πομπή./Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν/τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα/εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα/
προορισμένη μόνο για καθόδους/και λίγο πριν βραδιάσει/τους άκουσα να συνομολογούν/για το πάθος/πέραν της γραφής»

(Χάρτινη σύναξη των ποιητών)

Όπερ, μεθερμηνευόμενο, αν λάβει κανείς υπόψη του και το δοκίμιό της «Πέραν της γραφής», σημαίνει πώς εκτιμά τις προθέσεις, τις διαθέσεις και τι άφησε στους ποιητές η «Χάρτινη σύναξη», αφού όλοι ανεξαιρέτως, κάθονται «σε μια σκάλα / προορισμένη μόνο για καθόδους» και το μόνο που δεν τους απασχολεί είναι η ποίηση, αλλά τους απασχολεί «το πάθος πέραν της γραφής». Γι’ αυτό, τι να περιμένεις από μια σύναξη «χάρτινη», έστω και ποιητών;

Η σχέση της με τον εκάστοτε περίγυρο είναι αμφίρροπη, δομημένη με θέσεις και αντιθέσεις. Η παρουσία της στα ποιητικά δρώμενα είναι χαρακτηριστική. Ελέγχει εξονυχιστικά τον χώρο. Μετέχει ως ρυθμιστής ή ως κυρίαρχος παίκτης. Έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο στον διάλογο με τους σκιώδεις θαμώνες στο θέατρο του παραλόγου. Τον μίτο της Αριάδνης τον κρατάει πάντα η ίδια. Δεν αφήνει να διέλθει της προσοχής τίποτα. Ανατέμνει με μαθηματική ακρίβεια και με μεθοδικότητα δεξιοτέχνη χειρουργού τα γεγονότα και τα πρόσωπα, καθώς και τις συμπεριφορές όσων ηρώων παίρνουν μέρος στα δρώμενα του κάθε σκηνικού που είτε στήνει είτε συναντά στην καθημερινή της έξοδο και συνάντηση με τη ζωή, κυρίως όσων εμπλέκονται στη συνάφεια με τους ποιητές. Παρατηρεί και από περιωπής, όχι χωρίς συναίσθηση ευθύνης ότι:

«….τώρα που όσο ποτέ/ανθίστανται τα πράγματα/και ούτε μια ανάμνηση/
δεν είναι δυνατόν ν’ ανακαλέσεις/…..κι οι λέξεις/ελάχιστη σχέση έχουν τελικά/μ’ εκείνο που σημαίνουν»,

αφού τα πάντα έχουν μεταλλαχθεί, έχουν χάσει την πρωταρχική τους σημασία. Και οι λέξεις ως ζωντανοί οργανισμοί, υπόκεινται στους νόμους που διέπουν τη ζωή και τη μοίρα των ζωντανών οργανισμών. Κάποτε μοιάζει να παίζει θέατρο με σκιώδεις παίκτες και συμπαίκτες, ωστόσο η ίδια διαχειρίζεται για λογαριασμό όλων τον διάλογο μονολογώντας. Αυτό, σε συνδυασμό με την αγάπη της να διαβάζει η ίδια ποιήματά της, με καταπληκτική, ομολογουμένως, θεατρικότητα, ίσως σημαίνει πως το θέατρο και η ηθοποιία είναι το απωθημένο της. Πιστεύει στη δύναμη της ποίησης, του ρυθμού και του ποιητικού λόγου, δια των οποίων συντελείται το θαύμα:

«Θα δεις…/Εξημερώνει ο ρυθμός ό, τι ασχημονεί/σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων/από καιρό ματαιωμένων/κι όλα τα ανεξόφλητα/
σαν χρόνο τσακισμένο/στο πίσω μέρος του αναφιλητού/πάει και τα στοιβάζει…».
(Η αναγνώριση)

Για να καταλήξει στο συμπέρασμα να λέει στον εαυτό της:

«…Έχω διαγραφεί/-να φανταστεί-/κι απ’ τους αγνοημένους…/
Επείγει η επάνοδος!/Το έργο που δεν έπαιξα/αιφνίδια κατεβαίνει…»
(Ο μονόλογος της ερχόμενης)

Κάθε ποίημα της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου σε σταματάει με το νόημα, τη μουσική, με την αδιατάραχτη αλήθεια του. Και δεν είναι εύκολο να κάνεις μια γενική αποτίμηση γιατί, αν και έρχεται και επανέρχεται στο ίδιο κομβικό σημείο, στον αρχιμήδειο τόπο, στην αρχή της, η ποίησή της και οι κοινωνικοί προβληματισμοί της
διαχέονται στις επιμέρους δραματικές ιστορίες ως αυτόνομες, ιδιότυπες ατομικές περιπέτειες, σε σύντομες τραγωδίες:

«σαν νόσος που ανησυχεί/μην έρθει η γιατρειά της. /Με φως τρισύλλαβων φιλιών/τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω/για μια αγάπη αξόδευτη μιλώ/
μα πώς να με πιστέψεις;/Είν’ ακατάπαυστο το βουητό/των ερειπίων στο στήθος…»/

(Το χόρτο της επιστροφής)

Προχώρησα ψηλαφητά ακολουθώντας τους εύγλωττους ρυθμούς των λέξεων και των στίχων τις εύκοσμες σιωπές ως εκεί που ο χρόνος έκανε καμπή για να περάσω τον αναμενόμενο, εκ των έντονων ποιητικών φαινομένων, κάβο της ενδόμυχης τρικυμίας της. Κι έφτασα στην έξοδο λίγο πριν πέσει η αυλαία του δράματος, δεδομένου πως η αληθινή ποίηση είναι τραγωδία εν όψει: «…μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας (…)περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν», κλείνοντας με τους στίχους που λένε όσα δεν πρόλαβαν να ειπωθούν, έγκλειστα στις σιωπές «άρρητων ρημάτων»:

«Άγια του σώματος σιγή/πόσους θανάτους διέσχισες/ντυμένη φως δαμασκηνί/προτού/σε βενετσιάνικους καθρέφτες/εισχωρήσεις…»

(Των αγίων σωμάτων)

Έχει τον τρόπο της η ποίηση να παρηγορεί και να λυτρώνει. Και η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με τα «Αφόρετα θαύματα» στήνει μια δυνατή τραγωδία όπου όλα παίζονται και πείθουν ότι:

«Το να ξεγλιστράς/αυτό μονάχα σώζει
……..

Κι αν δεις να κλαίει το παιδί/κράτησε την ανάσα σου/τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές/βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει/βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
……….

οι πιθανότητες είναι αρκετές/-να του εξηγήσεις-
……..

κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή/
αύριο χωριζόμαστε»

(Σχέδιο διάσωσης)

.

ΜΑΡΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

bookpress 25/7/2017

«Οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν»

Η ποιήτρια Ευτυχία–Αλεξάνδρα Λουκίδου, με την πρόσφατη έκδοση του έβδομου κατά σειρά ποιητικού της έργου Αφόρετα Θαύματα, επιβεβαιώνει τη γόνιμη και ξεχωριστή παρουσία της στα ποιητικά πράγματα. Σ’ αυτό, άλλωστε, συγκλίνουν και οι απόψεις κριτικών εγνωσμένου κύρους που ασχολήθηκαν ειδικότερα με το έργο της ποιήτριας. Επιπλέον, στο ενεργητικό της καταγράφονται και τρεις μελέτες–δοκίμια για την ποίηση.

Καταρχάς, ο τίτλος της συλλογής με το υπερρεαλιστικό ζεύγμα λέξεων Αφόρετα θαύματα υποδηλώνει ένα σύνολο νοηματικά συλληπτών εκκρεμοτήτων με κοινό εκθέτη το «θαύμα», με τις θεραπευτικές–μεταμορφωτικές ιδιότητές του. Οι εκκρεμότητες αναπόφευκτα συνδέονται με την απουσία εκείνου –σώματος, ατόμου, κατάστασης– που θα μπορούσε να δεχθεί το θαύμα και να εναρμονιστεί πλήρως με αυτό. Ακόμη, είναι δυνατόν να ταυτίζονται με έμμεσες επικλήσεις υποδορίως αισθητές. Γιατί, καθώς εξελίσσεται προοδευτικά η ανάγνωση των ποιημάτων, αποκαλύπτεται –εκτός των άλλων– ένας κόσμος που κουβαλά φορτία άλγους και τραυμάτων. Και η μόνη ελπίδα που αχνοφέγγει είναι η επέμβαση δυνάμεων ικανών να μεταμορφώσουν αυτόν τον κόσμο με στοιχεία χαροποιά. Αυτά βέβαια δεν λέγονται, μόνον υπονοούνται μέσα από τη δυναμική του τίτλου. Επομένως, πρόκειται για έναν τίτλο με έμμεσες νοηματικές προσημάνσεις ευχετικού και συνάμα σωτηριολογικού χαρακτήρα.

Στο πρώτο μέρος της συλλογής η Λουκίδου εισάγει τον αναγνώστη σε μια πένθιμη ατμόσφαιρα, όπου το αθώο χτες, που “οι λέξεις τότε δεν πενθούσαν,” αντιμάχεται το τώρα, με μιαν αγγελία διάλυσης / πριν την υποτροπή («Κάτω απ’ το νερό»). Τα καταγεγραμμένα στην παιδική ηλικία της ποιήτριας παθήματα της οικογένειας –ο διωγμός από την Κωνσταντινούπολη, η σύντομη μετοίκηση στο Μόναχο (εκεί γεννήθηκε η ποιήτρια) και, τέλος, η μόνιμη εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη– φυσικό και αναμενόμενο είναι να αφήνουν λιγότερες ή περισσότερες αποτυπώσεις στο έργο της. Χαρακτηριστικοί είναι οι εξομολογητικοί στίχοι («Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»): τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο «λείπουμε» / και στο «φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο. Και όσο κι αν μια παρουσία έρωτα / –θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης– ανοίγει ένα παράθυρο, τα στίγματα στην παιδική μνήμη μοιάζουν ανεξίτηλα: Σαν τότε που φιλάσθενη / ή λόγω τιμωρίας / ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου / έξω από το παράθυρο κρεμόμουν / για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά. / Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν / κι αν τύχαινε καμιά φορά / κι οι άλλοι μας κερδίζαν / την ήττα της ομάδας μου / χρεωνόμουν μυστικά.

Οι απόπειρες διεξόδου μέσα από την ποιητική περιπέτεια και η επικοινωνία με το έργο μειζόνων ποιητών συχνά μεταβάλλονται σε ειρωνεία και σαρκασμό για εκείνους που δήθεν αγωνίζονται για τα δίκαια των μαζών: Άξιζαν Edgar, τελικά / μια κάποια –έστω– θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο… («Εκ γενετής αγεωγράφητοι»).

Οι μάζες, ωστόσο, είναι καταδικασμένες να ακολουθούν τη δική τους μοίρα. Η διαπίστωση στο ποίημα «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ») ότι Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας… / Μια ιχνηλασία άκαρπη / πάνω σε τέλματα αχανή / υπαίθρια κηρύγματα / και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν / αυξητικές ορμόνες, μόνον άλγος προκαλεί. Στο ίδιο ποίημα η Λουκίδου χρησιμοποιεί με πολύ εύστοχο τρόπο τον ποιητικό διάλογο και το σχήμα της μεταφοράς για να αποκαλύψει τον ηθικό ξεπεσμό και την κάθε είδους ευτέλεια που βιώνει η σημερινή κοινωνία. Τώρα / μας κυνηγούν οι μεσολαβητές με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι… […] Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ; / Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα; / Να γράψουμε! / Να χρησιμοποιήσω και παραβολές; / Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις; / Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος. Και εκείνη η δύναμη, το σκιάχτρο που άλλοτε προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα, δηλαδή τις αξίες και τα ιδανικά, και εξοβέλιζε κάθε απόπειρα επιβουλής, τώρα έχει χάσει την αποτρεπτική του δύναμη. Και το αποτέλεσμα είναι οδυνηρό. Οι απλοί, κοινοί άνθρωποι φτάνουν ή και ξεπερνούν τα όρια της ανοχής και αντοχής τους, κυριεύονται από ψυχικό παραδαρμό και ανοίγουν τα σεντούκια της μνήμης και εκποιούν προγόνους, αναμνήσεις, έρωτες: Ο χώρος θύμιζε φουαγιέ / πολυτελούς ξενοδοχείου / Πόρνες, ζητιάνοι και προαγωγοί / μαχαιροβγάλτες και κλεφτρόνια / εξορισμένοι από εκεί. / ή μάλλον κάπου εκεί κι αυτοί / όμως σε ρόλους άλλους, σοβαρούς / όπως, ας πούμε / αβρών εκτιμητών χρυσού / […] Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις. / Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται («Αγορά χρυσού»). Οι πολλαπλές ανατροπές που συμβαίνουν στην ατομική και τη συλλογική ζωή συχνά μοιάζουν με επικείμενη έξωση περιφερόμενου θιάσου. («Ιδιωτική αρχαιολογία»). Το έργο σε λίγο τελειώνει και οι θεατρίνοι θα φορτώσουν την πραμάτεια τους: Σκεύη παλιά, ποδήλατα / φουγάρα, καλαπόδια / πούδρες περλέ, μαλλιά μπουκλέ / μονόκλ και περουκίνια / καλειδοσκόπια, παπιγιόν / μουστάκια, φαβορίτες. Ωστόσο, το δράμα επιτείνεται. Η Λουκίδου βρίσκει τον τρόπο και αφήνει τα πράγματα μετέωρα: Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους. / Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων.

Φυσικά οι ατομικές ευθύνες παραμένουν. Η επιλογή δήθεν ωριμοτέρων σκέψεων και αντιδράσεων τίποτε άλλο δεν πετυχαίνει παρά να απλώνει το δίχτυ του εγκλεισμού και της αυτοπαγίδευσης. Τότε είναι που η απελπισία μεταβάλλεται σε οργή: Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις / που αποδειχτήκατε δειλές / και σπεύδατε να μας σώσετε / σαν θαύμα αναπάντεχο / πριν καν να γίνει η δέηση. // Με το ένα πόδι τεντωμένο στο αύριο / –τέλεια να μιμείται καλπασμό– / να μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους («Δεύτερες σκέψεις»). Τότε είναι που το τέλος, με οσμή θανάτου, εισβάλλει στα άδυτα του έσω χώρου, και ζητά σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί / και να το κατακλύσει / να βυθιστούνε μέσα της / τα κάδρα, τα φωτιστικά / ν’ ακούγεται μόνον αυτή / κι ό,τι μαζί της φέρνει («Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»).

Η μνήμη όμως, ατομική και συλλογική, αντιδρά και αναγνωρίζει πόσο αναγκαία είναι η ανασύσταση. Η τρικυμία είναι απειλητική και το καράβι κινδυνεύει να χαθεί αύτανδρο. Έρχεται όμως η ποίηση και αναγνωρίζει ότι στη ζωή, δίπλα στον καθένα, πέρα από την οδύνη και τα σημάδια του χαμού, υπάρχουν σωτήριες λέμβοι. Ειδικότερα, η ποιήτρια μνημονεύει τον Παπαδιαμάντη και δείχνει να θέλγεται από το λιγοστό με το οποίο εκείνος πορεύτηκε στη ζωή.

Του αρκούν λίγα χιόνια / […] Του αρκεί ένας έρωτας / […] Του αρκούν κάποιες γραίες / βασανισμένες και άτυχες / […] Χαδούλα, η λεγομένη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια–Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα / να ’ναι σιμά στον γιο της / στο Λοιμοκαθαρτήριο. («Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου»). Ακόμη, ανασύρει από τη μνήμη της τη βασανιστική περιπέτεια της οικογένειάς της. Στο ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ I – Μητέρα ανύμφευτη» ακούγεται ο αιώνιος θρήνος του κατατρεγμού που αιμάσσει. Αλλά την ίδια στιγμή, πίσω από τον πόνο και το στεγνό δάκρυ, δείχνει να αχνοφέγγει, ο ερχομός μιας αλλιώτικης μέρας. Εμείς το ’64 / που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55 / με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού / να κάθεται στα ρούχα μας / ν’ ασπρίζει την ψυχή μας. / Εμείς / δεν ήμασταν ποτέ ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης / μα μία Πόλη που έψαχνε / πόλη να κατοικήσει / με Εγνατία, με Ντεπό / με Βασιλίσσης Όλγας / με Υπερώο θαλασσινό / για να σταθούν επάνω του / Καρέλλη και Πεντζίκης.

Μπορεί, άραγε, η Θεσσαλονίκη να ήταν ένα από εκείνα τα Αφόρετα θαύματα; Οι στίχοι από το ποίημα «ΣΕΛΑΝΙΚ II – Η πυρκαγιά» δίνουν μια γλυκόπικρη απάντηση: Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα / κι ας έμοιαζε αυτή εδώ / αγίασμα στα μάτια / –τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί / να καταποντιστεί στα σωθικά / η κάψα του άλλου τόπου–. Στίχοι που ξυπνούν τη μνήμη και φέρνουν στο νου στίχους από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη «Τελευταίος Σταθμός»: Πάλι τα ίδια και τα ίδια θα μου πεις, φίλε. / Όμως τη σκέψη του πρόσφυγα τη σκέψη του αιχμάλωτου / τη σκέψη / του ανθρώπου σαν κατάντησε κι αυτός πραμάτεια / δοκίμασε να την αλλάξεις, δεν μπορείς.

Η ποιητική ατμόσφαιρα δείχνει να αποκτά ολοένα και περισσότερα θέλγητρα που δεν αφήνουν ανεπηρέαστο τον αναγνώστη, ο οποίος σταδιακά αισθάνεται ότι μεταβάλλεται σε συμμέτοχο κοινών εμπειριών και κοινού πάθους. Άλλωστε, ακόμη και ένα ελάχιστο ποσοστό κοινών βιωμάτων μπορεί και διαμορφώνει το απαραίτητο κλίμα εξοικείωσης του δέκτη με τα μηνύματα του πομπού, γεγονός που ενισχύει σημαντικά τον μηχανισμό πρόσληψης. Ακόμη και τα αδιέξοδα με το εύθραυστο κλίμα που προκαλούν, τροφοδοτούν το συναίσθημα και τη σκέψη. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το ποίημα «Ο μονόλογος του κλέφτη»: Σας κλέβω μόνο την αφή / το άγγιγμα που αφήσατε / πάνω στις πορσελάνες / γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή / δίχως το άλλο σώμα […] Φιλάργυρος της αφαίρεσης / δανείζομαι το παρελθόν / γυρεύω οικογένεια / συλλέγω από απόγνωση μεταξωτές αισθήσεις.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής περιέχει έντεκα ποιήματα ποιητικής. Η Λουκίδου επινοεί και εφαρμόζει έναν πρωτότυπο μεταφορικό και παρομοιαστικό λόγο, προκειμένου να αποδώσει, σαν σε προϊούσα αφήγηση, τις –άγνωστες στους πολλούς– πτυχές των όσων βιώνει ο δημιουργός κατά τη διάρκεια της κυοφορίας του ποιήματος. Πολύ εύστοχα ο ποιητής παρομοιάζεται με ασθενή που εμφανίζει «Τα πρώτα συμπτώματα»: Οι άλλοι / τη μακρινή καταγωγή της θλίψης του / ηθελημένα αγνοούσαν // ωστόσο υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων. Μετά, καταγράφεται το «Ιστορικό ασθενούς»: Υπήρξαν μήπως προαισθήματα; / Έστω σημάδια προειδοποιητικά / όπως, ας πούμε, η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων / […] Ξέρετε, τώρα, τι ύπουλα / σε πλησιάζει η νόσος…

Έπειτα, ακολουθούν «Τα στάδια»: Πρώτα / μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς. / Ή μάλλον όχι. / Πρώτα / εκ δεξιών η κόλαση / εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά / με τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές / στους μαύρους κύκλους των ματιών / στην αδιαφορία, στην απέχθεια. και σημειώνονται οι «Παράπλευρες απώλειες»: γιατί, αν το καλοσκεφτείς, / δεν θα την πεις και αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή / που ελλείψει τέλους τραγικού / βάζει βελόνες γραμμοφώνου να τρυπούν / κατάστηθα την Κομπαρσίτα.

Κατόπιν, έπονται δύο ποιήματα ενδοσκόπησης (ποιητικής), το «Εμείς αυτοί»: Άλλοι χορεύουν με τα μάτια τους κλειστά / πάνω από μία πρόταση / –κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία– / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα / και το «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου», ένα ποίημα αποτυπώσεων της έμπνευσης σε σημαίνοντα λόγο. «Λαγωνικό ή Η Έμπνευση»: Εμφανιζόταν κι έφευγε / και σάλπιζε υποχώρηση / όμως την ύστατη στιγμή / θριαμβικά επέστρεφε / κρατώντας μες στα δόντια της / –θήραμα άχρηστο, ακριβό– / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες.

Όμως ο ποιητής δεν αργεί να καταλήξει «Στο ανακριτικό» ως αυτόπτης μάρτυρας ή και αυτουργός ενός συντελεσθέντος αδικήματος: Η κατ’ εξακολούθηση εμφάνισή σας / στον τόπο του εγκλήματος / εγείρει υποψίες σοβαρές / περί ενοχής ή νοσηρότητάς σας. // Κι ας υποθέσουμε πως είναι λογικό / ας το αποδώσουμε καλόπιστα στην τύχη. / Όμως στην έκθεση αναφέρεστε / ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μίας λέξης. Εκείνος όμως παρακάμπτει τους ανακριτές και καταθέτει ελεύθερα την «Ομολογία» του: Όχι, όχι / εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί / ούτε για κάπου αλλού βεβαίως… / Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Ωστόσο, τα κατά συρροήν αδικήματα–ποιήματα εμφιλοχωρούν «Στα ράφια (σαν) δολιοφθορείς»: Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ / στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο / με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού / να σκεπάζει τα λόγια μας. Και όλα αυτά, μέχρι που φτάνει η απροσδόκητη είδηση ότι ο ασθενής–ανακρινόμενος παίρνει «Εξιτήριο»: Θα φύγω! / Να φύγω, μου είπαν / Μ’ αφήνουν τελικά να φύγω. / Μετά το πρωινό, ελεύθερος, μου είπαν. / Το φαντάζεστε; / Τέρμα πια οι αναμονές / τα ‘θα δούμε’ και τα ‘βλέπουμε’ / και πια δεν θα ’μαι απαρηγόρητος / μόνο λιγάκι αφηρημένος / όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ // μα θα τα καταφέρω.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ειδικά τα ποιήματα αυτού του μέρους συνιστούν ένα ποίημα εν προόδω (poem in progress), με χαρακτηριστικό γνώρισμα μια ευθύγραμμη, εξελικτική αφήγηση που τα στάδιά της τα δηλώνουν οι τίτλοι των ποιημάτων.
Το τρίτο μέρος της συλλογής το αποτελούν συνολικά δέκα ποιήματα. Πρόκειται για ποιητικές αποτυπώσεις μιας βασανιστικής μοναξιάς που ακολούθησε μετά από την απώλεια αγαπημένου προσώπου. Η ποιήτρια αναζητεί το δικό της πρόσωπο, καθώς αισθάνεται πως ένα μέρος του βρίσκεται στο υπαρκτό παρόν και ένα άλλο περιπλανιέται στην αντίπερα όχθη, ακολουθώντας τα νεύματα μιας σκληρής ειμαρμένης.

Στο ποίημα «Η αναγνώριση» η Λουκίδου επικαλείται τη μαρτυρία του εταίρου, ώστε η ίδια να προχωρήσει στην αναγκαία αυτοαναγνώριση: (Α΄ πρόσωπο) Κρατάω τον καθρέφτη / και σου τον δίνω να μου τον δώσεις / να με κοιτάξεις που τον κρατάω / ν’ αναγνωρίσεις // τον βράχο με τις πεταλίδες του / και τα πουλιά που τον λεηλατούν / και που τον ανυψώνουν.

Η επίκλησή της συνεχίζεται και σύντομα μεταβάλλεται σε θρήνο: Με φως τρισύλλαβων φιλιών / τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω / για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ / μα πώς να με πιστέψεις; […] Κρατήσου από το άγγιγμα / να σε τραβήξω πάνω. («Το χόρτο της επιστροφής»). Μα φτάνει η στιγμή που η ίδια αναγνωρίζει, ότι οι επικλήσεις της είναι ίαμβοι της άρνησης / κρυστάλλινοι σαν μοίρα («Ραγίσματα»).

Η συλλογή, ή καλύτερα η ποιητική σύνθεση Αφόρετα θαύματα, θα καταγραφεί ως το ωριμότερο έργο της Ευτυχίας–Αλεξάνδρας Λουκίδου. Και αυτό από μόνο του αυξάνει το χρέος της ποιήτριας για το μέλλον.

.

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Fractal 27/09/2017

«Εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας»

Στις μέρες μας, έχει παρατηρηθεί μια νέα τάση στην ποίηση. Πολλές ποιητικές συλλογές περιλαμβάνουν αρκετά ολιγόστιχα ποιήματα. Η λιτότητα των στίχων, τα υπαρξιακά ερωτήματα και ο κοινωνικός προβληματισμός έχουν αρχίσει να κυριαρχούν. Συνήθως, όταν επικρατεί μια νέα τάση, όλο και περισσότεροι ακολουθούν το ίδιο μοτίβο και πολλές φορές καταλήγουν σε μια μανιέρα ρουτίνας. Όμως, υπάρχουν και ποιητές, που καταφέρνουν να υποτάξουν τη νέα τάση στο δικό τους προσωπικό στυλ.

Μια ποιητική συλλογή με ιδιαίτερο στυλ είναι και το βιβλίο της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου: «Αφόρετα θαύματα», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος». Ποίηση λιτή χωρίς περιττά στολίδια και φιοριτούρες. Η ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό ολιγόστιχων ποιημάτων, δίνοντάς μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τη γραφή της ποιήτριας σε βάθος.

Τα ποιήματα της συλλογής «Αφόρετα θαύματα» είναι κυρίως υπαρξιακά με πινελιές κοινωνικού προβληματισμού. Η ποιήτρια μέσα σε λίγους στίχους περικλείει όλη τη δυστυχία του κόσμου μαζί με ό,τι την προκαλεί: «φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις / ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις…» Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα συμπονέσει όσους αναγκάζονται να ξεπουλήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια σε σαράφηδες και θα διαπιστώσει πικρά: «γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε». Πιο κάτω, η ποιήτρια θα γράψει ένα πολύ συγκινητικό ποίημα για τους μετανάστες, που περιμένουν σε ατέλειωτες ουρές να πάρουν χαρτιά, που μπορεί να μην καταφέρουν να αποκτήσουν.

Οι υπαρξιακές ανησυχίες της ποιήτριας, ξεκινούν από εκεί, που τελειώνουν οι κοινωνικές. Πιο πριν, είδαμε την Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου να συμπονά ανθρώπους, που αναγκάζονται να εκποιήσουν τα οικογενειακά τους κειμήλια. Εδώ, η ποιήτρια βάζει τον εαυτό της στη θέση του ανθρώπου, που αποφασίζει να πουλήσει όλα της τα παλιά αντικείμενα σε κάποιον παλιατζή, που δεν ξέρει ποτέ την ώρα, που θα περάσει. Παρακάτω, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου θα γράψει για τις δεύτερες σκέψεις, που δεν μας αφήνουν να πραγματοποιήσουμε ό,τι έχουμε αποφασίσει και θα καταλήξει τραγικά: «Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει.»

Θα μπορούσαμε να γράψουμε ακόμα πολλά για την ποιητική συλλογή της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου «Αφόρετα θαύματα», όμως, θα θέλαμε, να αφήσουμε τον αναγνώστη να ανακαλύψει από μόνος του τα «θαύματα» αυτής της συλλογής, παραθέτοντας μόνο ένα τελευταίο χαρακτηριστικό δείγμα της ποιητικής της δεινότητας, που αναφέρεται στην ποίηση: «Δεν κρύβεται τέτοιο χαρτί / -ας είναι και τσαλακωμένο- / εξέχουν λάμψεις και καπνοί / μέσα απ’ τα δάχτυλά σας».

.

ΕΛEΝΗ ΚΟΦΤΕΡΟY

Φρέαρ 30/09/2017

Το ανάγλυφο της ποιητικής στιγμής στο ποίημα «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος» από τη συλλογή «Αφόρετα θαύματα»

Το ποίημα ως μέσο μυθικής αφήγησης αποκτά συχνά την χροιά της ιεροτελεστίας, αφού έχει τη δύναμη ν’ ανοίγει μυστικές διόδους στον αναγνώστη για έναν κόσμο, όπου λέξεις και υλικά, φόβοι και ψυχικά πετάγματα, αναμιγνύονται και συντελούν στη μέθεξη της ανάγνωσης, σμιλεύουν το ανάγλυφο μιας ποιητικής στιγμής που είναι δύσκολο να λησμονήσει ο αναγνώστης. Για ένα τέτοιο ποίημα θα αποπειραθώ να μιλήσω ή μάλλον για την ανεξίτηλη εν(τύπωση) αυτού του ποιήματος μέσα μου.

ΥΑΛΙΚΟΣ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΣΥΛΛΑΒΟΣ

Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή/Να εισβάλει μες στο σπίτι/σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί/και να το κατακλύσει/να βυθιστούνε μέσα της/τα κάδρα, τα φωτιστικά/ν’ ακούγεται μόνον αυτή/κι ό,τι μαζί της φέρνει/-μια περιδίνηση άσκοπη/περιστρεφόμενου χορού/γυάλινης μπαλαρίνας/σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων-
Μα η άμμος αναπάντεχα/έρχεται κάθε βράδυ/ντυμένη νήματα γυαλιού/είδωλα αλλοιωμένα/ρινίσματα παλιάς ζωής/φέγγουν μες στο σκοτάδι/που αμέσως σκοτεινιάζουνε/στενεύουν, δεν θυμίζουν/πέφτουνε γύρω μας βροχή/χιλιάδες ροκανίδια/μια πρώιμη εξοικείωση/μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται/να μας περιτυλίξει.

Η σιωπή και η άμμος, τα προαιώνια αρχέγονα υλικά, αποτελούν τα κύρια συστατικά αυτού του ποιήματος, μα και η ανυπέρβλητη διαφάνεια του γυαλιού που δεν αποχωρίζεται ποτέ την αιχμηρή του φύση, η γαλήνια επιμονή του ξύλου και η ευγενική παρηγοριά του βελούδου, το καθιστούν αντιπροσωπευτικό της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος με τίτλο: «Αφόρετα θαύματα».

Στον κόσμο της κρίσης, του πιο σκληρού ορθολογισμού, της αιώνιας πρόβας και της αβέβαιης διαδρομής η ποιήτρια προσδοκά, επιμένει και καλλιεργεί τα «θαύματα» αφόρετα και μακρινά, όχι όμως άρρητα όσο εξακολουθεί να υπάρχει η γλώσσα της ποίησης. Η συλλογή περιλαμβάνει 40 ποιήματα που διαθέτουν εξαιρετικό ρυθμό και μουσικότητα εκφράζοντας τις προθέσεις της ποιήτριας με τον πιο αρμονικό τρόπο. Νοσταλγία που αγγίζει το φολιδωτό δέρμα της οδύνης, ανάδυση της παιδικής μελαγχολίας, τραύμα και έλλειψη κι ένας βαθύς και ουσιαστικός απολογισμός αποτελούν τους κύριους θεματικούς άξονες της συλλογής.

Μετά τις πολλές αναγνώσεις διέκρινα και οικειοποιήθηκα την άφατη ανάγκη που γεννήθηκε στο παιδί-ποιήτρια, πώς η ανάγκη αυτή διατηρήθηκε ανέπαφη με τα χρόνια και θαύμασα την δεξιότητα με την οποία η ποιήτρια μεταφέρει αυτή τη διαδρομή στον αναγνώστη, πράγμα που καθιστά δυσκολότερη την δική μου ανάλυση για το σύνολο της συλλογής. Προτίμησα να μιλήσω για αυτό το συγκεκριμένο ποίημα που το αγάπησα από την πρώτη ανάγνωση:

Στην πρώτη στροφή η ποιήτρια με σκηνογραφική δεξιότητα στήνει το σκηνικό, επιλέγει τα υλικά, μοιράζει τους δευτερεύοντες ρόλους στα άψυχα μα τόσο συνυφασμένα με την περίκλειστη ζωή αντικείμενα, αφού φυσικά πρωταγωνίστρια είναι η σιωπή. Εκείνη, τον χώρο και τον χρόνο κατακλύζοντας έχει την πρωτοκαθεδρία. Στα σκληρά τοιχώματα της σιωπής –στην οποία καθόλου τυχαία η ποιήτρια προσδίδει το επίθετο «επίσημη» με ό,τι αυτό σηματοδοτεί‒ τα σχήματα και τα περιγράμματα των πραγμάτων συγχέονται, διαστρεβλώνονται όπως κάτω από την χιονοθύελλα ‒πληγώνονται, επανακάμπτουν, αναπλάθονται από τις στάχτες τους για να αποτελέσουν τη φάτνη των στίχων. Το σπίτι, τα κάδρα, τα φωτιστικά με όλους του συμβολισμούς του περίκλειστου βίου βυθίζονται στη σιωπή για να μπορούνε απερίσπαστα να υπηρετήσουν την άσκοπη περιδίνηση γύρω από τη ζωή. Σημαίνοντα και σημαινόμενα των λέξεων στροβιλίζονται μα κοντοστέκονται μπροστά στο εύθραυστο θαύμα της γυάλινης μπαλαρίνας. Τα θρύψαλα που είναι κρυμμένα κάτω από τη συνάφεια και συνοχή των μορίων του γυαλιού ‒μόνο η ποίηση μπορεί να τ’ αναγνωρίσει‒ ακουμπούν σ’ ένα ορμητικό μα συνάμα παρηγορητικό βελούδο.

Το γυαλί που έλκει την καταγωγή του από την ίδια την γη, την μήτρα του κόσμου είναι το διάφανο θαύμα της σοφίας της φύσης. Απομεινάρια αρχαίων βράχων, λάβα προγονικών ηφαιστείων, θρύψαλα άδειων κελύφων και οστράκων, ρημαγμένες φωλιές πουλιών είναι ο κάθε κόκκος άμμου που αποτελεί το πρόσχημα για να στερεοποιηθεί το ποίημα.

Η σιωπή εξακολουθεί να είναι η απαραίτητη συνθήκη για την δεύτερη στροφή (δεύτερη πράξη και φινάλε του ποιήματος) μια σιωπή που χάνει βαθμιαία την ανιαρή και άγονη ορμή της. Εδώ η σιωπή αποκτά σκελετό και ένδυμα, έρχεται κάθε βράδυ Μα η άμμος αναπάντεχα / έρχεται κάθε βράδυ / ντυμένη νήματα γυαλιού /είδωλα αλλοιωμένα/ ρινίσματα παλιάς ζωής/ φέγγουν μες στο σκοτάδι.

Με μια κινηματογραφική ‒Ταρκοφσκική θα την χαρακτήριζα‒ αέρινη ποιητική εικόνα, που όμως διαθέτει έντονη τη δυναμική της δίνης, το ποίημα οδηγείται στην τελική παραδοχή, στην μόνη βεβαιότητα που δεν είναι άλλη απ’ αυτή του θανάτου. Μα ο θάνατος εδώ παύει για λίγο να είναι αμείλικτος και παγωμένος. Μέσω της ποίησης και του παρηγορητικού υλικού, του ξύλου, η συντριβή γίνεται θριαμβευτική, και η πρόβα θανάτου είναι μονάχα μια πρώιμη εξοικείωση /μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα/που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει.

Η σκληρή και τελεσίδικη σύμβαση του θανάτου μέσω της ποίησης μετουσιώνεται σε πράξη γαλήνια και θωπευτική. Η φαινομενικά άχαρη και πικρή εικόνα στην πραγματικότητα εκπέμπει θαλπωρή. Γίνεται οικεία και στοργική καταφυγή, αν ο αναγνώστης απιθώσει το βλέμμα του στα ψίχουλα του ξύλου, τα ροκανίδια που θα μπορούσαν να είναι βεγγαλικά ή θραύσματα του σαθρού οικοδομήματος που λέγεται ζωή. Η δυνατότητα να μετατραπούν τα κοφτερά θρύψαλα του γυαλιού ‒στίχο με στίχο‒ σε άκακα πριονίδια δεν είναι μια παρηγοριά; Το αιχμηρό μεταπλάθεται μέσω της γραφής σε ένα ευγενικό και στοργικό υλικό που κάποτε ίσως ήταν πεύκο ή λεύκα, πλατάνι ή καρυδιά, μοναδική φωλιά πουλιών και αποικία πεταλούδων.

Η ποίηση ακόμη κι αν δεν μπορεί να αλλάξει το προδιαγεγραμμένο, των ανθρώπων την κοινή μοίρα, ελαφρύνει το άλγος, όπως άλλωστε η εξοικείωση με τον θάνατο λυτρώνει.

.

ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΔΕΝΔΡΙΝΟΣ

…/…

Β]. ΑΦΟΡΕΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ: ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΘΗΣΑΥΡΟΣ:
1]. «Κάτω απ’ το νερό»: το ποίημα αποτελεί το πιο άριστο ξεκίνημα για ποιητική συλλογή. Το λυτρωτικό νερό, «μια υπόκρουση αγκαθωτού νερού» με το αθέατο συγκρατημένο, καταλήγει στην αναφώνηση: «ποιος πριονίζει τη σκιά;». Η σκιά όμως είναι διπλή. Της ποιήτριας και του απόντος. «Σφάγιο ιερό / που δεν ανήκει σε κανέναν». «-Έξοδος και θριαμβευτικό μαζί-». Τα ονόματα παραμένουν αμετάφραστα ενώ το νόημα «…αχνοφωτίζει το προφίλ / όσο καμία λάμπα».
2]. «Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17»: Εδώ μιλά η υποψία των ιστοριών. Το προαίσθημα και το αβίωτο παρελθόν. Αθώος ο κόσμος του θανάτου «τι ελάχιστο διάστημα / ανάμεσα στο λείπουμε και στο φριχτά πονούμε» / πόσο αθώος τελικά / ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο». Το ποίημα κλείνει με μια υπέροχη σκηνή στο παράθυρο με την ποιήτρια ανεβασμένη σε σκαμνάκι «για να κοιτάζω τα παιδιά / που παίζαν στην πρασιά./ Στη φαντασία μου μάλιστα / υπαρχηγός γινόμουν». Και πιο κάτω: «Μισή μες στο δωμάτιο / μισή έξω απ’ το σπίτι»….», «με ματωμένα γόνατα / και λίγο πριν νυχτώσει/ κατάκοπη και καθαρή / να κλείνω τα παντζούρια». Η μοίρα αλλάζει και το σκαμνάκι μετατρέπεται σε ψέμα. Η αυθεντικότητα και η αθωότητα της παιδικής ζωής επιφέρει προσωρινή λύτρωση.
3]. Στο «Εκ γενετής αγεωγράφητοι», σ’ αυτό το κορυφαίο ποίημα, με υπότιτλο απόσπασμα από την τελευταία στροφή του περίφημου ποιήματος «Eldorado»[i] του Έντγκαρ Άλλαν Πόε, επιχειρείται η εικονογράφηση των βαράθρων «μ’ όλες τις πανουργίες: / φυλάκια συνοριακά / ύμνοι, σημαίες, παρελάσεις /ατροφικές υπάρξεις / σημαδεμένες στους καρπούς / και κοστουμάτοι κύριοι / αυτάρεσκα γλοιώδεις…». Ο εξωτερικός κόσμος, ο επίμονος κόσμος της φθοράς. Ακολουθεί ο μέγας στίχος-μεγαλείο της συγκίνησης: «Να γονατίζεις / για να φαίνεσαι ψηλός». Η αποστολή του ποιητή ως προφήτη στο να υπηρετήσει «τον κουτοπόνηρο, εύπιστο λαό μου», ακόμα κι αυτή η πρόθεση, ισοδυναμεί «με σάπια φύλλα καταγής / να στρώνονται μεμιάς / για να περάσεις./ Στο τέλος, με την επίκληση στον Πόε η Λουκίδου αναρωτιέται αν άξιζαν τελικά τη «θλιβερή τιμή / όλοι αυτοί που βούλιαξαν / μες στο συγκεκριμένο / κι ούτε που αναρωτήθηκαν ποτέ / κατά πού πέφτει / το Ελντοράντο…».
4]. «Το σκιάχτρο ή Πώς φτάσαμε ως εδώ», αφορά την απόλυτη κατίσχυση του ψέματος, την αμφιβολία και το άστατο πεπρωμένο. Η ποιήτρια αποφαίνεται: «Είχαν βλαστήσει από καιρό / οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…» με τους μεσολαβητές κυνηγούς. «Ωστόσο, ό,τι μετριέται / πάντα φαίνεται λειψό / κι ό,τι ονοματίζεται / ως απουσία υπάρχει…». Η φωνή της όμως ως διαμαρτυρία ενάντια στην καθημερινότητα και αντιπαλότητα καταλήγει: «Γράψτε λοιπόν: / Δασύνεται η αρπαγή / και οξύνεται το μίσος…» Όμως, «Μια τόση δα παρέκκλιση / απ’ ό,τι λες προορισμό / μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν αφηρημάδα / και καταρρέει σαν τράπουλα / το σκιάχτρο που προστάτευε / τους κήπους και τα όνειρα». Η αθλιότητα της εμφάνισης του σκιάχτρου με την εικόνα ενός ουρανού γεμάτου μαύρα πουλιά είναι δείγμα πως «εκλείπει παντελώς η απειλή / χάνονται οριστικά και διά παντός / το φωτοστέφανο / κι η αντανάκλασή του».
5]. Η «Αγορά χρυσού» είναι κι αυτό αναμφίβολα ένα σημαντικό ποίημα, όπου τα ενέχυρα κηλιδώνουν τις εικόνες της μνήμης. Το ποίημα αρχίζει με μια υπέροχη εικόνα με τους απορριμμένους της ζωής, υποδυόμενους άλλο ρόλο. Η Λουκίδου στη συνέχεια καταλήγει: «Εδώ ρευστοποιούνται οι αναμνήσεις./ Εδώ προέλευση και καταγωγή / χέρι με χέρι ανταλλάσσονται». Στη συνέχεια, όλα τα τιμαλφή λιώνονται στη χοάνη, «Τήξη εν καμίνω». Στο τέλος, επέρχεται η απογείωση, το τίμημα του χρόνου που υπερισχύει του θανάτου: «και τότε πια τα πρόσωπα ίκτερο εμφανίζουν / – γιατί αρρωσταίνουνε βαριά / όσοι το παρελθόν τους εκποιούνε – / παίρνουν το βυθισμένο βλέμμα του νεκρού / όταν τα ονόματα αρχίζει να ξεχνά / και βάζει πλώρη ολοταχώς / για νέες αμνησίες».
6]. Το ποίημα «Ξένοι» αποτελεί την ελεγεία των αλλοδαπών, που αφορά την ψευδαίσθηση πως υπάρχει γι’ αυτούς μια άλλη πατρίδα που θα τους δεχτεί. Το ποίημα αρχίζει μοναδικά: «Μιλήστε μου για την απόγνωση / που προκαλεί σ’ εσάς / μια τέτοια αιωνιότητα». Η πρώτη στροφή λήγει: «με την αφέλεια πως θα σας δεχτούν / πρώτη φορά στα άγια των αγίων! // Μα, ποιους; / Εσάς; / Αν είναι δυνατόν! / Εσάς; / Με το μισό κουλούρι σας! / Εσάς που μοναχά / οι δαίμονες των αμπαριών σάς ξέρουν». Το ποίημα ολοκληρώνεται με στίχους, αιώνια ισχύοντες: «Μα δεν σας πληροφόρησε κανείς / ότι η πρόγνωση καιρού / στον τόπο αυτόν που ήρθατε / πάντοτε πέφτει έξω;».
7]. «Έλα να κλείσουμε ταμείο»: Εδώ, κάθε συναλλαγή επιτελείται όπως-όπως, ιδίως το κάθε κοσμικό αίτημα της καθημερινότητας, όσο και κάθε συναλλαγή με το παρελθόν. «Σε ποια μετάληψη νυχτερινή / τα χείλη θα σφραγίσεις;» και πιο κάτω: «πάλι τα κρίματα κι η μοναξιά / θα γέρνουνε στο ζύγι». Στο τέλος του ποιήματος, καιροφυλακτεί η έκπληξη: «Πίσω από τις καρτ ποστάλ / θα έχω πάντα φυλαγμένο / το μπαρούτι».
8]. Η «Ιδιωτική αρχαιολογία» αποτελεί ένα από τα καλύτερα ποιήματα της συλλογής. Στην αρχή, μιλάει ο πλανόδιος συλλέκτης παλιών πραγμάτων (το ίδιο παρελθόν), ο αποκαλούμενος παλιατζής. «Όλα τα παλιά σίδερα μαζεύω…». Με τον καιρό όμως «Λιγόστεψαν οι παλιατζήδες. / Όσο για τους ελάχιστους που απέμειναν / απροσδιόριστο πότε ακριβώς περνούν. / Αμφίβολη η ώρα τους // Σαν την αμφίβολη ώρα / των εκτελέσεων». Το παρελθόν βαραίνει ολοένα κι αυτό χτίζει μέσα μας μιαν άλλη ζωή, την απραγματοποίητη, τη νοσταλγική, που μας στοιχειώνει για πάντα
9]. Το ποίημα «Κολάζ ή Η συλλεκτική του αποκολληθέντος», αφορά πάλι συλλογή από πράγματα του παρελθόντος, σελίδες περιοδικών, φωτογραφίες συγγενών με νεκρούς, όλα όσα αναμένουν μάταια την εποχή «που η έμπνευση θα έχει δυστοκία». Παρ’ όλ’ αυτά, «Μόνο που εγείρονται κάποτε κι αυτά / σύσσωμα συμμετέχοντας / στην έγχρωμη παρέλαση των ασημαντοτήτων» και τότε «επιχειρούν ομαδικά / χειρόγραφη την έκπληξη να κάνουν». Όμως: «Θέλει να τσαλακώσεις ασημόχαρτα πολλά / για να βρεθείς με ασφάλεια / ανήμερα του Λόγου. // Εκβάλλει η τυφλότητα / από βαθύ πηγάδι».
10]. Οι «Δεύτερες σκέψεις», είναι κι αυτό ένα άρτιο ποίημα. Η επίκληση, «Α, ελεεινές δεύτερες σκέψεις» κυριαρχεί σε όλο το ποίημα. Οι σκέψεις ακινητοποιούν τους πάντες. «…μας κρατάτε ακίνητους και βαρετούς / στη σύνεση καθηλωμένους». Και η «πειθώ του δημαγωγού» είναι μονάχα «ρίζες χοντρές και στέρεες / που εγγυώνται βλάστηση / ανθούς, καρποφορία…/ Μα εντέλει τίποτε απ’ αυτά. / Μονάχα ρίζες / που εγγυώνται ρίζες». Στις σκέψεις ταιριάζει καλά η νύχτα. Στο τέλος, η ποιήτρια παραδέχεται ειρωνικά τη χρησιμότητά τους: «αποδειχθήκατε σοφές / διδάσκοντάς μας άρνηση και υποταγή / κι αθώα οπισθοχώρηση… // «Μας μάθατε για τα καλά / πως ό,τι δεν μας συναντά / αυτό στο τέλος / μας διασχίζει».
11]. Ο «Καπνοδοχοκαθαριστής» αποτελεί μια μινιατούρα πάνω σ’ ένα ράφι που, εκπέμποντας φόβο, «με έβλεπε και με τρομοκρατούσε / για την ακρίβεια όχι εμένα / αλλά το μη γενόμενο / το μόλις τώρα και το ακόμα όχι». Ήταν λες και «κάποιο ανώτερο μυαλό / ήξερε πριν από εμάς / τ’ ανήκουστα που θα συμβούν / τα άδικα, τα αντιφατικά // όπως να εκτίθεται / κέρινη κούκλα ασάλευτη / μες σε βιτρίνα φαρμακείου / ή νύχτες έξαλλου έρωτα / με ό,τι υποδύεται το αιώνιο. Το αντικείμενο, ως τοτέμ μελλοντικού αβέβαιου κόσμου.
12]. «Εγκλήματα ως εν ουρανώ και επί της γης»: Θαυμάσιο εύρημα για τίτλο, ένα ποίημα άφατης συγκίνησης. Αποδίδονται τιμές «στη νεκρή αιωνιότητα»… «Άγγελος γαρ κατά καιρόν / κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα»,[i] κι όποιος προλάβαινε να πέσει πρώτος, θεραπεύονταν. Ακόμα κι εδώ ο ανταγωνισμός υπερισχύει. Η συνάντηση του Ιησού με τον παραλυτικό και η παράκλησή του: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω, / ίνα όταν ταραχθή το ύδωρ / βάλη με εις την κολυμβήθραν». Η Ποίηση είναι προσωρινή γιατρειά. Η κλήση της ποιήτριας εν είδει προσευχής για να απολύσει ο Κύριος τον άγγελο για «να εξατμιστεί το μαύρο φως / […] / να στεφανώσει την πληγή / έναστρη αμνησία / κι αργά αργά να σηκωθούν / όλοι οι γονατισμένοι», ανταμείβεται στο τέλος υπό όρους. Απαιτεί τη δική του συμμετοχή για να επιτελεσθεί το θαύμα: «Λέγει αυτώ ο Ιησούς· / έγειρε, άρον τον κράββατόν σου / και περιπάτει».
13]. «Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος»: Εδώ, στον εσωτερικό χώρο εισβάλλει «μια επίσημη σιωπή», όπου τα πάντα βυθίζονται μέσα της, όπως κάδρα, φωτιστικά και μια γυάλινη μπαλαρίνα, που περιστρέφεται «σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων». Καιροφυλακτεί όμως η άμμος «ντυμένη νήματα γυαλιού / είδωλα αλλοιωμένα / ρινίσματα παλιάς ζωής / φγγουν μες στο σκοτάδι» ενώ τα ροκανίδια που «πέφτουνε γύρω μας βροχή» μετατρέπονται σε «ξύλινο ένδυμα / που τελευταίο πρόκειται / να μας περιτυλίξει». Από την άνυδρη άμμο της ερήμου μεταφερόμαστε στο ψυχρό φέρετρο.
14]. «Η αυτάρκεια του κυρ Αλέξανδρου», αποτελεί έναν ύμνο για τον Κοσμοκαλόγερο Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, τον Άγιο των Γραμμάτων μας. Τα ρήματα που χρησιμοποιεί η Λουκίδου «του αρκεί», «του αρκούν» δηλώνουν ταπείνωση, μια προσευχή στην τέχνη Του, αφιερωμένη στους παρακατιανούς του βίου. Το ποίημα αποτυπώνει σιγουριά και είναι νευρώδες. Πρόσωπα όπως του μπάρμπα-Γιαννιού, της Χαδούλας, «η λεγόμενη Φράγκισσα / κι άλλη μια, η θεια-Σκεύω / βαρδιανός μες στα Σπόρκα», αποβαίνουν στα μάτια της ποιήτριας, αγιοποιημένες ψυχές Του μεγάλου αυτού διηγηματογράφου, που «του αρκεί ένας ύπνος αιώνιος»…. «και πάντα λασπωμένος». Οι ψυχές των ηρώων έχουν «πικρή γνώση», αφού η τέχνη Του τις άγγιξε κατάβαθα, όπου η βεβαιότητα και η ολισθηρότητα δεν έχουν θέση «Ένας Βάλτος πριν κι ένα έλεος μετά / θα ’ναι όλη κι όλη η σκηνογραφία». Σίγουρα, είναι από τα πλέον συγκινητικά ποιήματα της συλλογής, όπως και τα δύο επόμενα:
15]. «Σελανίκ Ι – Μητέρα ανύμφευτη» και
16]. «Σελανίκ ΙΙ – Η πυρκαγιά». Στο πρώτο, οι πρόσφυγες Έλληνες της Πόλης ισοδυναμούν με έναν αριθμό, που τον κουβαλούν επάνω τους «όχι όμως όπως ένα φυλαχτό / αλλά όπως ένας ανάπηρος / το κομμένο του πόδι». 1964[ii] και πριν 1955: οι χρονιές της αναγκαστικής μετοικεσίας. Της Θεσσαλονίκης οι δρόμοι, οι περιοχές και τα ονόματα των λογοτεχνών της, Καρέλλη και Πεντζίκης, άγνωστα και ίσως άφαντα. Πιο κάτω, η Λουκίδου καταγράφει τη φωνή: «– Σας είπαμε / εδώ είναι πια ο τόπος», ως κάτι το τελειωτικό, το οριστικό. «Νερά, πολλά νερά…» εισβάλουν «στα αμπάρια του μυαλού». Η υγρασία της νέας πόλης, οι άνθρωποι που κατάντησαν πια ίσκιοι, ομολογούν «την κοινή καταγωγή μας». Οι κήποι, το λιμάνι και ο Βαρδάρης, η προκυμαία, τα τραγούδια, ακόμη και τα «παλαιά πορτρέτα ένδοξα» έχουν κάτι κοινό με την Πατρίδα. Ωστόσο, η πόλη, η Θεσσαλονίκη «μοιράζει σε άγνωστους φιλιά / πολλά φιλιά // μα πιο συχνά στα σκοτεινά / βαμβάκι και ιώδιο / για τ’ ανοιγμένο τραύμα». * Στο δεύτερο πιο εκτενές ποίημα, αναφέρεται στην πυρκαγιά[iii] της Θεσσαλονίκης, τον Αύγουστο του 1917. Δεν υπήρχε, ομολογώ, καλύτερη εισαγωγή από τους στίχους της πρώτης στροφής: «Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί / να αντικατασταθεί από την έννοιά της / όταν θα αποφάσιζαν / κάποιοι να την αφηγηθούν / και να την καταγράψουν». Ο ποιητής έχει αυτόν τον σκοπό-προορισμό: «Να γίνεσαι η επιστροφή / όταν η πυρκαγιά / θα σ’ απελευθερώνει…». Είναι δύσκολο μέσα από την καταστροφή να αναδύεται εκείνη η μαγεία που θα οδηγήσει αλλού την πυρκαγιά και θα την επενδύσει σε στίχους δυνατούς και απαράμιλλους. Μυρωδιές γλυκών και αρωμάτων αντιστρατεύονται πάντα την τελειωτική καταστροφή με λέξεις μνημονικές σε αιώνιες καταθέσεις. Οι περιπατητές όμως για την Λουκίδου «βράδυ πρωί λυπούνται», γιατί η ιστορία της πόλης συνεχίζεται στα κάστρα, όπου «ερήμους απαγγέλλουν δυνατά / για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ / και τους εκτελεστές τους». Όμως, «Είναι η ρυμοτομία των ψυχών / εκείνο που την καθορίζει»: Τι πιο πετυχημένο τέλος για να συμπληρωθεί το ποίημα.
17]. «Ο μονόλογος του κλέφτη» έχει μια ρωμαλέα και άμεση ευθύτητα. Αφορά τον ποιητή που αφουγκράζεται και κλέβει την απουσία, το ανέκφραστο της θλίψης, τη σιγή, τη μελαγχολία, την απόγνωση, κι όλα καταλήγουν σε μια «σκοτεινή αγκαλιά». «Γίνεστε εσείς η υπογραφή / της άστατης ζωής μου». Ο ποιητής όμως δεν είναι κλέφτης, «μα τυφλός / που βλέπει με τα χέρια», ένα φάντασμα που λαχταρά ν’ ακούσει μια φωνή να του φωνάζει «μείνε».
18]. «Η εκδρομή ή Η απλή μέθοδος των τριών», αφορά την ποιητική περιγραφή του φωτός που είδε η ποιήτρια σε επίσκεψή της στα Λεύκαρα[iv] της Λάρνακας της Κύπρου: «Μας χώριζαν λίγες μονάχα ώρες / από τους τέταρτους Χαιρετισμούς». «Οι γερόντισσες της λινής υπομονής», οι αρχόντισσες των παραδοσιακών κεντημάτων (το χωριό επισκέφτηκε ο Λεονάρντο ντα Βίντσι το 1481, αγοράζοντας ένα κέντημα για την αγία τράπεζα του καθεδρικού ναού του Μιλάνο – κάτι που αναφέρεται στο ποίημα). Πρόσωπα: Ρεμπελίνα Έλενα και Μόνα. Η ποίηση συναντά εδώ τη «ρυθμική του λόγου / στα φαιοχρώματα αφθονούν οι ξισταρκές».[v] Εδώ, ο φυτικός κόσμος σε συνδυασμό με το τοπίο ενσωματώνεται θαυμάσια, αρκεί να υπάρχει το ασυνείδητο έναυσμα που γίνεται συγκεκριμένο με το χάρισμα της γραφής.
19]. «Χάρτινη σύναξη των ποιητών»: Η συντροφιά εδώ είναι αταίριαστη, «νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού». Τα ρήματα «Μπορεί», το επίρρημα «Ίσως», εναλλάσσονται στην αρχή των στίχων με το αβέβαιο ζητούμενο της σύναξης. Οι ποιητές λαβαίνουν ονόματα, όπως «υπνοβάτες στα χαρακώματα», «αριστοκράτες ασκητές / στις παρυφές μιας λάμψης / με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά / αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό / ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή». Η Λουκίδου τους βλέπει σε μια σκάλα για κάθοδο «να συνομιλούν για το πάθος / πέραν της γραφής». Το πάθος καθορίζει τη ζωή και ειδικά το βίωμά της. Αυτό πρωτοστατεί και μετά, ένα μέρος αυτού διοχετεύεται στην Τέχνη.
20]. «Τα πρώτα συμπτώματα», της δημιουργίας δηλώνονται στο ποίημα με τους στίχους: «Όσα ανοίκεια κατοικούσαν τη φωνή / τον εξανάγκαζαν / να προσποιείται τον αθάνατο». Ωστόσο, η φωνή προστάζει: «Πρόσεχε τον υδράργυρο! / Μην τον πατήσεις! / Είναι κατάκτηση – των λίγων – η αιώρηση / κι αν γίνει αυτός ο στόχος σου / τότε η ώχρα / που σαν τη λοίμωξη / σου ’χει προσβάλλει την ψυχή- / θα θεραπεύεται απλά / μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό». Η καταγωγή της θλίψης του είναι αγνοημένη από όλους, αυτοί «υποπτεύονταν / μία ραγισματιά ανεπαίσθητη / που μάζευε με τον καιρό / το σκονισμένο άγημα των τύψεων». Κι όσο για άλλες πληροφορίες, ακόμα και βάσιμες, «μάλλον δεν ήθελαν να έχουν».
21]. Στο «Ιστορικό ασθενούς» αναρωτιέται ο ιατρός αν υπήρχαν σημάδια προειδοποιητικά σε μια ήρεμη ζωή όπως για παράδειγμα «η ξαφνική εμφάνιση / χαμένων ανεξήγητα πραγμάτων», όπως η εικόνα ενός ζευγαριού από γάντια, «ή αν κάποιος να σχολίασε / το στυλωμένο βλέμμα σας / στην έξοδο κινδύνου / ενώ βαρκούλα διακοπών / νωχελικά σάς λίκνιζε». Όμως η νόσος πλησιάζει ύπουλα…
22]. «Τα στάδια», της αντίληψης-συνειδητοποίησης της ίδιας της Τέχνης, αφορούν αρχικά «την αδυναμία αντίληψης του προφανούς» με όλες τις αντιξοότητες να αποτελούν την κόλαση του περίγυρου, ακόμη και την αδιαφορία και την απέχθεια. Ύστερα η παιδική ηλικία που εισέρχεται «πρόωρα γερασμένη», όπου κυριαρχούν η «ασταθής ζωή» η «αιωρούμενη». Ωστόσο, «η αφέλεια και η ασχετοσύνη» σώζουν γιατί παρεμβάλλεται η αδυναμία πράξης των στοιχειωδών. Ωστόσο, η φήμη που διαδίδεται σκόπιμα «περί επικείμενης αναψυχής», ευλογημένη δωρεά, ίσως να είναι απάτη «που πια δεν θα λιμοκτονεί / και δεν θα αρρωσταίνει».
23]. Το ποίημα «Παράπλευρες απώλειες», σχετίζεται με μιαν «αιχμαλωσία εκούσια», κάτι το αδικαίωτο. «Ένας συγκλονισμός / που ελάχιστοι αξιώνονται / κάποτε ν’ αντικρίσουν». Ο συγκλονισμός αυτός που σε αναγκάζει να μην πεις «αναίμακτη / τη σύλληψη του ποιητή». Δεν περιγράφεις μόνο το τραγικό, μήτε στοχεύεις στο τέλος του.
24]. «Εμείς αυτοί»: Το ποίημα αποτελείται από δύο εκδοχές που αφορούν την ποιητική δημιουργία. Στην πρώτη, πολλοί επιλέγουν μια «πρόταση /-κύριας ή δευτερεύουσας κραυγής / δεν έχει σημασία / αρκεί να υπαινίσσεται αποχαιρετισμό / ή να δηλώνει ήττα». Στην δεύτερη, οι μεταφορές δεν έχουν καμία θέση, αλλά τους απασχολεί μόνο η αλήθεια και ιδίως «μια πιο ολισθηρή εκδοχή της», «να μιλήσουν χωρίς καμία συστολή / για ό,τι κωπηλατεί στο σύμπαν τους / νωχελικό αλλά κι ακαριαίο», αλλά «Καμιά φορά με νόημα χαμογελούν / όταν τους αναφέρουν για το αταίριαστο». Μήπως απομένει το ένστικτο; «Πώς να το αγνοήσουν;» ή «το μόνο που απομένει τελικά / να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους». Η Λουκίδου σε συλλαβές, όπως, α, νε, μο, σκα, λα = ανεμόσκαλα, προτείνει «να υφάνουμε την απόδραση» με σκοπό τη διαφυγή: «Να τους ξεφύγουμε».
25]. «Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή Η Ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου»: Γι’ αυτούς, δεν είναι οι ωκεανοί, μήτε η συλλογή ιζημάτων πυθμένα κι ό,τι συνθέτει την ποιητική δημιουργία, γι’ αυτό «και έκτοτε προσάραξαν / στο σπίτι τα ναυάγια / ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός / κατέλαβε τους χώρους εργασίας / κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού / μπήκαν στο μικροσκόπιο». Τα ερωτήματα στο τέλος του ποιήματος αφορούν την ίδια τη δημιουργία. Ανάμεσα στο «επαίρεται», στο «κλαίγεται», στο «φλέγεται» και στο «ψεύδεται», η δημιουργία της ποίησης είναι αμφιλεγόμενο κανάλι και μάλλον ανεξιχνίαστο.
26]. «Λαγωνικό ή Η έμπνευση»: η θριαμβευτική επιστροφή της έμπνευσης, «κρατώντας μες στα δόντια της / – θήραμα άχρηστο, ακριβό – / το ρίγος ενός βλέμματος / ή το κλειδί που ξεκλειδώνει τους καθρέφτες» αυτό το αλλόκοτο μυστήριο απασχολεί την ποιήτρια σ’ αυτό το ποίημα, η οποία τολμά να ομολογήσει: «λέω σημαίνει κάποτε κι αποσιωπώ», κάτι ωστόσο ασήμαντο, για να κλείσει το ποίημα με τους σπουδαίους στίχους: «τώρα που τα βερίκοκα / δεν τρώγονται μονάχα καλοκαίρι / κι οι λέξεις / ελάχιστη σχέση έχουν τελικά / μ’ εκείνο που σημαίνουν». Η αμφισημία της ποιητικής γλώσσας είναι και το μεγαλείο που λαβαίνει με την παντός είδους ερμηνεία της.
27]. «Στο ανακριτικό», εμφανίζεται ο ποιητής ενώπιον του εδώλιου, «ως ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυς / συμβάντων ανεξήγητων / που λάβαιναν χώρα τ’ απογεύματα / στους πίσω κήπους μιας λέξης». Ο ποιητής σιωπά, ακόμα και με την επίμονη πρόταση του προέδρου της έδρας: «Συνεργαστείτε / θλιβερέ μου ποιητή / όσο ακόμα είναι καιρός / ή διαφορετικά / ομολογήστε». Εδώ έχουμε το μυστήριο της ποίησης, το ανεξήγητο, για κατάθεση ενώπιον της ανακριτικής, αποδεικτικής δικαστικής έδρας.
28]. «Ομολογία»: Η Λουκίδου εισέρχεται και πάλι με το ποίημα αυτό στην αναζήτηση του κύτταρου της ποιητικής δημιουργίας: «Όμως πώς να εξηγήσω / τα ανήκουστα και τα φαιδρά / τότε που τα φωνήεντα / αιφνίδια καταργήθηκαν / και σύμφωνα συριστικά / εγκαταστάθηκαν / φαρδιά πλατιά στο στήθος;». Το συριστικό «ς» προτείνεται για παρηγορία… Τα σύμφωνα, ύστερα από ένα αμφίβολο όνειρο με την ποιήτρια να σπρώχνει μαζί με μια κυρία ένα άδειο καροτσάκι μωρού, «ή μάλλον μετακόμισαν / από το στήθος στο μυαλό / κι έτσι αρχίσαν οι φωνές / κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις / παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος / όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία». Τα σύμφωνα, ως φραγή και σταμάτημα, κάτι το υπέρβαρο για το τελωνείο, πριν την πτήση στο μυστικό βασίλειο της γλώσσας, όπου τα πάντα του κόσμου, συντίθενται και αποσυντίθενται.
29]. «Στα ράφια δολιοφθορείς»: Οι χάρτινοι ποιητές στα ράφια των συνοικιακών βιβλιοπωλείων. Το λευκό χαρτί σε ανύποπτες στιγμές οδεύει κι αυτό εις την αναζήτηση του ενόχου (του θέματος) για να τον καταδώσει ο ποιητής. Η διαδικασία της απόδοσης της τέχνης είναι μυστήριο γι’ αυτό και πρέπει «τα μάτια των ανηλίκων / με γάζες να τα δέσουμε / αφού όσα τοπία και να δουν / πάλι ο καθένας γίνεται / αυτό που πάντοτε είναι».
30]. Στο «Εξιτήριο», που της επιτρέπεται να βγει τραυματισμένη, η ποιήτρια δηλώνει: «Τέρμα πια οι αναμονές / τα θα δούμε και τα βλέπουμε». Η αφηρημάδα είναι κάτι αναμενόμενο «όπως σκιά που ερωτεύεται ηχώ / μα θα τα καταφέρω».
31]. «Η αναγνώριση», αποτελείται από τρία μέρη: Α΄ΠΡΟΣΩΠΟ, Β΄ΠΡΟΣΩΠΟ και ΦΩΝΗ. Στο πρώτο, ο καθρέφτης απεικονίζει ένα τοπίο, στο οποίο πρωτοστατεί ένας βράχος πλάι στη θάλασσα. Η ποιήτρια καταθέτει: «πετρώδεις νήσους μες στο στήθος / τη λιγοστή αρμύρα που δεν θυμίζει πια / μα που εγκαινιάζει / που αναγγέλλει και αναιρεί / και την παμπάλαια νύχτα θρυμματίζει». Στο δεύτερο, η κατάβαση στα σκαλιά ίσως προσφέρει κάποια γαλήνη, γι’ αυτό και γράφει: «Ας μου δινόταν κάποτε να προχωρήσω σταθερά / να κατεβώ σκαλί σκαλί τα όρια / και να μην συντριβώ / η αδιέξοδη σαγήνη του απογεύματος / να μη μ’ αναστατώνει». Ο στεναγμός είναι αυτός που τελικά απελευθερώνει: «μες στο δωμάτιο πουλιά / το πέρασμα απέναντι / βιαίως διακόπτει». Στο τέλος, η ικανή, εσωτερική ΦΩΝΗ, αυτή του ποιητή, μιλά με σιγουριά. «Εξημερώνει ο ρυθμός ό,τι ασχημονεί / σκηνογραφίες σκίζει παραστάσεων / από καιρό ματαιωμένων», προκειμένου «ανέπαφα / οι σκουριασμένες κλειδαριές / θ’ αποκριθούν».
32]. Στον «Μονόλογο της Ερχομένης», η Λουκίδου υποδύεται το φυτό της οικογένειας των εβενοειδών. Εδώ έχουμε το αντιφέγγισμα του ορίζοντα της δημιουργίας που όλο στενεύει, μέχρι να σε κάνει δικό του, αφού έχεις την τόλμη να επανέλθεις και να διαρρήξεις τον υμένα του. Η ποιήτρια εξομολογείται: «σκορπάω ίχνη με γραφές / που δεν μιλιούνται πια», ενώ παρακάτω εξηγεί: «Απ’ τον καιρό που ειπώθηκε η έρημος / ακέραιη εκπλήρωσα / την καθ’ ημέραν θλίψη / τη μεταμφίεσα σε μουσική / τραύλισμα που μ’ αγρίευε / και μ’ έσωζε συγχρόνως…». Μάταια ενασχόληση. «Ωστόσο αντιστάθηκα». Ο Αντιφωνητής; ο Εσώτατος Εαυτός; Ή η Φωνή; Μιλάει τελεσίδικα: «άσε με να συντηρηθώ / μέσα στην τέλεια ψύξη / να συνεχίσω αγόγγυστα να ζω / με ακίδες μες στο αίμα». Αποκλεισμένη ακόμη και από το ίδιο το σκοτάδι, κι εντελώς διαγραμμένη «κι απ’ τους αγνοημένους… / Επείγει η επάνοδος! / Το έργο που δεν έπαιξα / αιφνίδια κατεβαίνει…».
33]. Στο «Νυχτερινό ξημέρωμα» (θαυμάσιο κι αυτό ποίημα) ξεδιπλώνεται με εναργείς εικόνες η αγωνιώδη προσπάθεια της ψυχής και η διακύμανσή της ώσπου «εισέρχεται ανίδεη / στον βουλιαγμένο κήπο / εισέρχεται / διεκδικεί / κι αρνείται να πενθήσει».
34]. «Το νέο όνομα», (κι αυτό εξίσου σπουδαίο) αφορά τη δύσκολη αποστολή του ποιητή, στο να εξιχνιάσει αυτόν τον κόσμο που δύσκολα ανατέμνεται, ένα μαρτύριο που καταλήγει στο τέλος: «γιατί / αν δεν βρεις το κέντρο σου / αν δεν μπορείς / την άθλια τούτη αποδοχή / να την εξασφαλίσεις /… πώς τ’ όνομα που γράφεται / εντός σου να φωνάξεις / δίχως κουπί και άνεμο / να πλεύσεις στη γαλήνη;».
35]. «Το χόρτο της επιστροφής»: η μνήμη ενός έρωτα που έληξε. Ωστόσο, το χόρτο της επιστροφής ίσως να ανθοφορεί ακόμη. Απαράμιλλοι κι εδώ οι στίχοι: «Με φως τρισύλλαβων φιλιών» και «θυμήσου νέα άνθηση / από την ηδονή μου / υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί / κι είναι οι φράχτες τους / σκοπίμως παραβιασμένοι». «Μεσάνυχτα, αγάπη μου / και στα πεδία των μαχών / φωτιές και φόβοι καταπαύουν / το σκούρο μπλε του λήθαργου / κάποτε ξεθωριάζει».
36]. «Των αγίων σωμάτων»: ο ορίζοντας των ορίων όλο και επεκτείνεται σε στιγμές ερωτισμού, ώστε να προκύψει το ποίημα και να φανερώσει «Γαλήνια κι η παράδοση / των ύστατων αντιστάσεων / θαρρείς και θνήσκει η ψυχή / και μένει η σάρκα άχρονη / μες στη γυμνότητά της. / Άγια του σώματος σιγή / πόσους θανάτους διέσχισες / ντυμένη φως δαμασκηνί / προτού / σε βενετσιάνικους καθρέφτες / εισχωρήσεις…».
37]. «Πλάνη πανσέληνη»: πρωτοστατούσα η σελήνη που είναι «λάμψη μαύρου διαμαντιού / ή μήπως / αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;» Ως μάρτυρας η σελήνη γεγονότων ζωής (έρωτα) και γραφής δημιουργεί έναν εξαιρετικό μονόλογο στην ποιήτρια που καταγράφεται με πλάγια γράμματα, προφέροντας ρήματα στο πρώτο πρόσωπο: «Να προλάβω όσα δεν έπραξα / να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ / να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω / κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό / για μιαν αιωνιότητα να κλάψω. Και πιο κάτω: «εγώ… / με μαύρο φόρεμα / να απαγγέλλω ποιήματα / κι εσύ…. / να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη. Ο ποιητής και η διαδικασία της δημιουργίας είναι απαιτητικά γι’ αυτό και αναρωτιέται «πόσα φεγγάρια από σίδερο / πρέπει να καταπιεί / κάπου στην Κίνα ο ποιητής / για να αυτοκτονήσει». Η άρση, το πέταγμα της σύλληψης του αβέβαιου απαιτεί αίμα, κόπο, τύφλωση και θάνατο. Απομένει ο έρωτας (για πρόσωπα ή για την τέχνη) «για το έγκλημα του έρωτα / που πλάνη στην πλάνη / ακούραστα επιμένει».
38]. «Ραγισματιά»: Εδώ, οι φωνές της αγρύπνιας, «Θα γίνουν στίχοι κάποτε / οι ψίθυροι των έγκλειστων / στο ασκητικό κελί τους». Σήμερα όμως «βλασταίνει φως εφήμερο / απ’ τις κοφτές ανάσες / -εύθρυπτο σαν το κέλυφος / γαλάζιων κοχυλιών- / τύψεις παράφωνες και δανεικές / ραγίζουν τη συγκίνηση / ψάχνουν σε βάλτους πράσινους / τα μισητά μονόκλ.»
39]. «Το πρόσχημα»: Η αρχική εικόνα ενός κοριτσιού «που σκύβει και αφαιρεί / το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του» (θυμίζει αρχαίο άγαλμα, παράσταση σε αγγείο ή ψηφιδωτό), «δεν είναι παρά ένα πρόσχημα». Ακολουθούν εικόνες της ζωής, η ίδια η ματαίωση, για «να μεταμεληθεί ο θάνατος / για τη συγκομιδή του / μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν / να σκεπαστεί η άβυσσος». Για να διαβάσουμε παρακάτω πως «κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα / […] / ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής / πάνω από τα σεντόνια». Μόνο αυτή «Σαν δόξα ξημερώματος. / Η άχραντη / βελούδινη γυμνότητα». Η συλλογή ολοκληρώνεται με το ποίημα
40]. «Σχέδιο διάσωσης»: Το ποίημα αφορά την επιστροφή στην ξενιτιά, χτυπώντας τη γυάλινη συγκατάθεση του παρελθόντος χρόνου – αυτό βαραίνει πάντα για τον ποιητή περισσότερο, κάτι που τον κάνει να θέλει να ξεγλιστρήσει μέσα στην αιθάλη του παρόντος. «Τον νυμφώνα σου βλέπω» τολμά να αναφωνήσει ο λόγος της Λουκίδου με την εικόνα ενός παιδιού που κλαίει (ίσως από τις πλέον αισθαντικές εικόνες της ποίησής μας) «και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…» – η ζωή πάντα σε κάνει να οπισθοχωρείς, γιατί μέσα στην παιδική αθωότητα η φράση «πού θα πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ» εκφράζει όλη τη ματαιότητα της ανακάλυψης του μυστηρίου της ζωής, της οποίας ο τελικός στίχος «αύριο χωριζόμαστε», δηλώνει την αιώνια αποδοχή-παραδοχή της ίδιας της ύπαρξης που είναι, χωρίς αμφιβολία, ο χωρισμός και η απομάκρυνση.

Γ ]. ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ: Η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου με την πρόσφατη ποιητική της κατάθεση, αποτελεί μια υπέρμετρη σφραγίδα αξίας στην καλλιτεχνική της προσπάθεια να καταγράψει την απώλεια, την αγωνιώδη αναζήτηση του θέματος, τη ματαιότητα, τις ενοχές, την παρακμή του έρωτα, τον τελεσίδικο θάνατο, τη συμβίωση και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Δεν θα ήθελα να μιλήσουμε για επηρεασμούς στη στιχουργική της, κάτι άδικο και εν πολλοίς υποχθόνιο – για να μην πω και ανόητο – όπως αυτό που, για πολλούς κακότροπους κριτικούς, ονόμασε με υποψία αρκετά χρόνια πριν τον Γιώργο Σεφέρη (1900-1971) ως μιμητή του Τόμας Στερν Έλιοτ (1888-1965). Ας θυμηθούμε πως κάποτε, το κίνημα του Υπερρεαλισμού (1925) υπήρξε νεοπαγές φυτώριο για εύκολες κι αυτόματες ποιητικές και πεζογραφικές συνθέσεις, που σήμερα φαντάζουν ευκολίες γραφής εκτονωτικές και εν πολλοίς αδιέξοδες. Μετά όμως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα αυτό του Μπρετόν και των συντρόφων του μπόλιασε με τα καλύτερά του στοιχεία την Παγκόσμια Ποίηση. Αυτό δεν σημαίνει πως η Λουκίδου γράφει υπερρεαλιστικά. Αλλά ως ικανότατη ποιήτρια, κατάφερε τους όποιους επηρεασμούς να τους συγκεράσει και να τους μεταπλάσει, αποκτώντας με τον καιρό μια γλώσσα άρτια, όπως αποκαλύπτεται στην παρούσα συλλογή. Αν σε πολλούς ποιητές έχουμε συναντήσει απειρία έκφρασης και λεκτικά άλματα πομπώδη και κακότεχνα, στη Λουκίδου δεν το έχουμε δει. Προσέχει πολύ το υλικό της, στοχεύοντας στην ενάργεια, ξετυλίγοντας το θέμα με στίχους που συνδιαλέγονται με έναν φανταστικό Αντιφωνητή; Συνομιλητή; Εσώτατη Φωνή; που λειτουργεί καμιά φορά ως εισηγητής του θέματος, ώστε το υλικό να δένει θαυμάσια με εικόνες, ερωτήματα, συμπεράσματα, τεχνική που οδηγεί, καλύπτει και εξαντλεί επιτυχώς αυτό, για το οποίο κλήθηκε να μιλήσει. Είναι, πράγματι, σπουδαίο αυτό το πνευματικό ψιθύρισμα, που αντηχεί στον αναγνώστη, σαν δική του φωνή καθώς καλείται κι αυτός να ανακαλύψει το μέγα Μυστήριο της Ποίησης, για να αφουγκρασθεί μαζί με την ποιήτρια τα σκιερά και σχεδόν αφανή της ψυχής σοκάκια. Στα ποιήματά της έχεις την εντύπωση πως τρέχεις νύχτα χωρίς να συναντάς κανένα και αισθάνεσαι μόνο την παγωνιά να σε καλύπτει σαν ανατρίχιασμα, ή μήπως είναι η ίδια η σφραγίδα του χρόνου, της απώλειας, των τερπνών στιγμών της αγάπης, που, αν έρθει, με την πάροδο των ετών θα είναι τόσο πια διαφορετική και τόσο εξαντλήσιμη. Η Αγάπη για το κρυφό, το αβέβαιο και το άπιαστο της πραγματικότητας είναι αυτό που εκφράζει μοναδικά η ποίηση της Λουκίδου. Κι όσο για μας, δε μένει άλλο παρά να της ευχηθούμε να συνεχίσει αυτό το θαυμάσιο ταξίδι σ’ έναν δρόμο με τις ίδιες σταθερές και τόσο πολύτιμες προδιαγραφές.

.

ΤΟ ΕΠΙΔΟΡΠΙΟ

.

ΠΟΛΥ ΧΑΤΖΗΜΑΝΩΛΑΚΗ

“Η Αυγή”, 21.4.2015

Από το «κρυφό σαράκι» της Μαρίας Πολυδούρη, το «άρρωστο ρόδο» του Blake, την ασθένεια ως μύηση του Τόμας Μαν, αλλά και την παράδοση του ασθενούς βασιλέως στον μύθο του Γκράαλ στην Έρημη χώρα του Έλιοτ, σε αυτήν εδώ τη στήλη των αναγνωστικών ανταλλαγών έχουμε συναντηθεί πάνω από μια φορά με τις μεταφορές και τη συνθήκη της νόσου στη λογοτεχνία και την ποίηση. Ένα θέμα που φυσικά δεν εξαντλείται στην ψυχική ερήμωση και δυσανεξία, αλλά πολλές φορές αφορά την πραγματική συνθήκη νοσούντων λογοτεχνών – όπως, για παράδειγμα, ο Βιζυηνός και ο ρυθμός του κόσμου του ή ο Γιάννης Βαρβέρης και η στέρηση του νερού στην καμήλα του. Ατόφιο βιωματικό υλικό -η επίσκεψη του γιατρού και η εξαπάτηση του μικρού παιδιού- που μετουσιώνεται σε νοσταλγικό μυστήριο, όπως και η αμυδρή ανάμνηση μιας νοσηλείας σε κάποιο δωμάτιο του σπιτιού. Εδώ μιλώ για τις Τέσσερις εποχές του Κώστα Μαυρουδή.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι η πρόσφατη ανάγνωση της ποιητικής συλλογής της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου Το επιδόρπιο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Κέδρος και ανά χείρας κρατώ την γ’ έκδοση του 2013.

Μια συλλογή που πλαισιώνεται από δυο κείμενα του Έντγκαρ Άλλαν Πόε για το θέατρο, τη μίμηση, τις μάσκες, την τελετουργική εξαπάτηση (σε μετάφραση Γιώργου Μπλάνα) και που κατευθύνουν τον αναγνώστη σε μια μυητική προσέγγιση με την επισημότητα του θεάτρου, του κουστουμιού, της περούκας, την επί σκηνής δραματοποίηση των όσων πρόκειται να ειπωθούν, μεταμορφωμένα, ονειρικά… Στο μεταίχμιο μεταξύ ζωής και θανάτου, με τις περσόνες των θεατρικών ηρώων που κάνουν την εμφάνισή τους, επέρχεται η συγχώρηση, η συμφιλίωση. Η πεμπτουσία – ένα απόσταγμα, ως εάν πρόκειται να αποχαιρετήσει κάποιος τη ζωή.

Ο βίος είναι βραχύς, ποτέ δεν ξέρεις: «Προτείνω, αγαπητοί μου, για αλλαγή / να ξεκινήσει η βραδιά με επιδόρπιο. / Ποτέ δεν ξέρεις άλλωστε τι γίνεται / έτσι επικίνδυνα άρρωστοι που είμαστε».

Η ασθένεια και η θνητότητα, η ασθένεια και η δυσανεξία, η υποταγή στη νοσηλεία («τακτοποιώ […] φλούδες δύσπιστων λέξεων/και μπουκαλάκια με αιθέρα/και να φανερωθεί ζητώ/εκείνο που δεν ορίζεται»).

Εξίσου επίσημη, δραματική, εξωπραγματική, με την ίδια τραγικότητα που έχει η θεατρική παράσταση, είναι και η εγχείρηση, η νάρκωση, η ημισυνειδητή υπακοή στον κόσμο τής νοσηλείας, του άλλου χρόνου, στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου.

Η ασθένεια είναι το μαγικό ραβδί. Μαγεύει την πρόσληψη του κόσμου. Μεταμορφώνει σε ονειρικό υλικό τον περίγυρο, θαμπώνει τα είδωλα, αποσυνδέει τις επαφές. Μετασχηματίζει το ποιητικό σύμπαν σε σκηνικό. Το ποιητικό υποκείμενο σε ανήμπορη μαριονέτα, με αίσθηση της τραγικότητας του βιωμένου χρόνου.

«Κι ύστερα εμφανίστηκε η δασκάλα του / μαζί με κάτι γηραλέες νοσοκόμες / να σπρώχνουν αμαξίδια/και καθρεφτάκια αθάμπωτα…».

Μια ευγενής ποιητική κατάθεση είναι αυτή της Ευτυχίας – Αλεξάνδρας Λουκίδου, η έκτη της ποιητική συλλογή. Μια χαμηλόφωνη, αλλά φαντασμαγορική ποιητική κατάθεση. Νοσταλγία, αναστοχασμός, έρωτας, συμφιλίωση με τον εαυτό και τη ζωή, συμφιλίωση με τη θνητότητα και την αδυναμία, την υπαρξιακή ουσία του έρωτα, όλες τις ματαιότητες.

«Επείγει ωστόσο να αποφύγετε τη σύγχυση / Ό,τι λευκό κινείται μεσ’ τον έρωτα / μην το περάσετε κι εσείς για περιστέρι / Μια χούφτα αλάτι είναι απλώς / που αλλάζει χέρια βιαστικά / και χρησιμοποιείται ενίοτε / σαν αιμοστατικό».

Δικαίως το επιδόρπιο έχει αγαπηθεί και επανεκδίδεται. Η ποίηση μπορεί να αγαπηθεί και να διαβάζεται με πάθος, ως παραμυθία, ως φάρμακον…