ΑΘΗΝΑ ΤΕΜΒΡΙΟΥ

Η Αθηνά Τέμβριου σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία στο State University of New York at Stony Brook στις Η.Π.Α και συνέχισε τις μεταπτυχιακές της σπουδές στο University of Sussex στο Ηνωμένο Βασίλειο, με κύριο θέμα τη λογοτεχνία της αγγλικής και της ιταλικής αναγέννησης. Έχει διακριθεί σε διαγωνισμούς ποίησης και έχει δημοσιεύσει ποιήματά της σε διάφορες ανθολογίες στην Κύπρο και στο εξωτερικό, σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Έχει επίσης αρθρογραφήσει ως δημοσιογράφος. Είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών Κύπρου, μέλος του ΠΕΝ, του Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών Κύπρου και του Συνδέσμου Χαρισματικών Παιδιών Κύπρου. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές, Της Πατρίδας και της Νιότης (1997) και Μετάβαση (2009) παι Ανάμεσα στους ήχους (2017). Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά και στα Γερμανικά. Είναι καθηγήτρια αγγλικής λογοτεχνίας και γλώσσας.

.

.

ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΗΧΟΥΣ (2017)

Για την έμπνευση

ΠΟΙΗΣΗ

Χτύπα, τον στίχο με το σφυρί
να πάρει τη μορφή του κόσμου.
Σπίθες να πετάξουν τα μάτια
να καεί το ξερό δάσος της μνήμης
ν’ αναστηθούν τα κομμένα
δέντρα που αγαπήσαμε
και τα χέρια να σκάψουν τη γη
ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,
να καρπίσει και να θρέψει
τους πεινασμένους.

ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ

Η σύναξη των ποιητών μοιάζει, συχνά
με τραγούδι της θάλασσας
πότε θρηνητικό, πότε ελπιδοφόρο
σαν κύμα οργής ή σιωπής,
χειμώνα ή καλοκαίρι.
Τον στίχο νύχτα μέρα πλάθουν,
μα κάποτε ξεχνούν πως ό,τι γεννιέται
δίχως φόβο ή ντροπή καλείται Ποίηση,
αντάρτισσα κυρά με τα λιτά
μαύρα ρούχα της επανάστασης.

Η ΠΟΙΗΤΡΙΑ

Συλλογισμένη κι ασυμβίβαστη
με τα βήματα ελαφίνας,
αμαζόνα, τοξοβόλος του χρόνου,
με τ’ ακροδάχτυλα
καρτερικά στη σιωπή
σχηματίζει σαν αποκαμωμένη
μέχρι το σούρουπο ένα ήλιο,
ένα φεγγάρι κι ένα σύννεφο
να κρύψει την ποίηση μα
η βροχή στάζει θάνατον κι έρωτα.

ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΣ

Ποίηση, έχεις πρόσωπο, σάρκα κι οστά.
Ο λόγος σου σαν αχτίδες φωτός εισχωρεί
κάτω απ’ το δέρμα μου.
Φέρεις τη γοητεία της έμπνευσης,
συναρπάζεις σαν δύο χέρια ενωμένα,
σαν δύο ματιές χαμένες σ’ ένα φιλί.
Οι ποιήτριες, κάθε φορά που ρέεις
στις φλέβες τους, έρωτα σε ονομάζουν.
Έχεις παράστημα άντρα ωραίου
κι ένα χαμόγελο πλατύ
να χωράει ο στίχος σαν ξεχειλίζει
στ’ άσπρο χαρτί την ώρα του οίστρου.
Ποίηση, έχεις πρόσωπο.

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ

Γεννιούνται άνθρωποί
με μία δάδα στο χέρι,
φωτίζουν δρόμους
και προχωρούν.
Μα άλλοι έρχονται με
μια χούφτα σκοτάδι
και το σκορπούν
κι ας γράφουν ποίηση.

Της απόγνωσης

ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Μες στις ψυχές μας ζεις
πόλη θαμμένη στην άμμο.
Σε θρέφει η αγάπη
κάθε φορά π’ αγναντεύεις
το λιόγερμα του Θεού.
Περπατούσες σαν αποκαμωμένη Κυρά – τα πόδια γυμνά,
τα μάτια στραμμένα στην οργισμένη θάλασσα,
ο φόβος χαραγμένος στο τραχύ μέτωπο, τα χέρια στον κόρφο.
Ένα μακρόστενο πέρασμα ο δρόμος του γυρισμού
κι είδες της θύμησης μορφές μες στην φωτιά να παλεύουν
τη βαρβαρότητα π’ αραξοβόλησε κάποτε πριν το σούρουπο.
Στο διάβα σου ένα κίτρινο δάσος με φλεγόμενες ρίζες.
Τα πουλιά κούρνιασαν στου θανάτου της φυλλωσιές.
Οι εκτελεστές φόρεσαν τον σκοτάδι στο πρόσωπο.
Ο χρόνος σέρνει ακόμα τα κόκκαλα της αντίστασης,
τη λήθη που γαντζώθηκε μάταια στο δεξί χέρι,
τις φιγούρες που αγάπησε, μα αλύπητα χαρακώνει.
Μέρες και νύχτες η σκιά του διάτρητη από σκέψεις και λέξεις:
“Δεν ξεχνώ”, “Ελευθερία ή θάνατος”, “Όλοι αδέλφια είμαστε”,
“Τίμα την πατρίδα σου ως εαυτόν”. Κραυγάζει η ψυχή.
Μα ποιος αφουγκράζεται τις κραυγές της σιωπής;
Ποιος πρόσεξε τα νωπά σημάδια στην πολιορκημένη άμμο;
Μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι σαν πλάθουν άσπρα σύννεφα
μέσα στις χούφτες τους κι ο άγρυπνος ποιητής,
ταπεινά σαν λιτανεύει τον μύθο και την αλήθεια.

ΣΤΙΓΜΕΣ ΑΠΟΓΝΩΣΗΣ

Σε στείρες στιγμές τί να γράψει κανείς;
Ξέφυγε ο στίχος πάνω από τις γραμμές,
πάνω απ’ ης συνειδήσεις ανθρώπων
κι όλοι αποκαμωμένοι, σκυμμένοι στη γη
μαζεύουν όνειρα μέσα στις λάσπες του χθες.
Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε,
ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.

ΕΝΑ ΒΡΑΔΥ

Ξύπνησα με τις κραυγές
και το κλάμα της μάνας.
Το παράθυρο, ένα πέρασμα
στ’ απέναντι κτίριο, με τα πολλά φώτα
και τις ψυχές των νεκρών να σεργιανίζουν
στο διπλανό εκκλησάκι.

Η δροσιά ανάμεσα στ’ αστέρια
κράτησε τον πόνο μακριά.
Τον ταξίδεψε μ ’ ένα περίεργο τρόπο
λες και ο άνεμος ευλογεί τον θάνατο κάθε φορά.

Οι αντιθέσεις έγιναν σκιές στον κάτασπρο τοίχο,
το φεγγάρι έγειρε στο μπαλκόνι σαν σφαίρα
ανάμεσα στη γη και στο βλέμμα που χάθηκε
απορημένο και νευρικό.

Ήταν μόνο είκοσι πέντε χρόνων.
Ξεψύχησε το πρωί
πριν ο ήλιος ανασάνει ελπίδα.
Μέχρι η βουή της αγάπης να λυτρώσει το άδικο
και η νύχτα να ανασάνει τον στίχο,
να ορμηνέψει τη ζωή στο σκοτάδι.

ΕΝΑΛΛΑΓΗ

Τα βλέμματα σκάβουν τη γη,
φυτεύουν νάρκες,
σημαδεύουν παιδιά
στην ανάγκη του ελέους.
Οι σπίθες, εκρήξεις ρηχών συνειδήσεων
κι η αθωότητα, μορφή που έχασε
τον δρόμο ανάμεσα σε χαλάσματα
και σ’ όνειρα, χαραγμένα μ ’ αίμα.
Ένα παιχνίδι δεν φέρνει την ίαση.
Ένα κομμάτι ψωμί δεν χορταίνει
τα στόματα της αβύσσου.
Η ελπίδα δεν είναι βάλσαμο της ψυχής
στις ρωγμές των καταυλισμών.
Ο νόμος δεν ορίζει το δίκαιο της συμπόνοιας
κι είναι αργά να αλλάξει πορεία ο άνεμος.
Μα, ό,τι γεννιέται προλαβαίνει τον χρόνο,
με της φύσης το λιτό κέρασμα
εναλλάσονται οι εποχές.

Ψηφίδες ποίησης

A.
Να ’στε ιδεαλιστές
στον ρεαλισμό σας
για να μην γίνουν
απέναντι τ’ αστέρια
καταπέλτες ονείρων.

I.
Θα σε κρύψω πίσω απ’ τα χαρακώματα
μην σε βρει ο έρωτας τοξοβόλος γυρνώντας
απ’ το κυνήγι του φεγγαριού,
ως θνητή δεν κατέχω τη γνώση να τον γελάσω.

Ν.
Η εμμονή τον παραλόγου,
οι δηλώσεις δειλές, φοβισμένες.
Καθυστερείς να σχηματίσεις τον κύκλο,
να διασχίσεις την άλλη πλευρά.

Ρ.
ο στίχος δεν φοβάται ν’ αρμενίσει
στις ρηχές θάλασσες των κοινών θνητών.
Πνίγεται μόνο μες τους αιώνες
σαν δεν αντικρίσει την πανσέληνο της αγάπης.

Υ.
Σαν ταξιδεύεις για την Ιθάκη
η μοναξιά δεν σε πληγώνει.
Βρίσκεις ανθρώπους-λιμάνια
να ξαποστάσεις για μια στιγμή.

Του έρωτα

ΕΙΚΟΝΕΣ

Η φωνή σου σμίγει γλυκά με τον άνεμο,
αθόρυβα σαν τον Άριελ στην Καταιγίδα
του Σαίξπηρ, φιγούρα άυλη.
Τρεμοπαίζεις στο φως της σελήνης
με το κρασί της αγάπης
και το χρώμα του έρωτα.
Η ποίηση σε καλεί
για μια στιγμή εναγκαλισμού,
μα εσύ δειλά αποποιείσαι τ όνειρο.
Σε μαγνητίζουν τ’ αστέρια.
Είναι φάροι που φωτίζουν
χρόνια φευγάτα.
Σ’ ονειρεύομαι σαν χαιρετώ την ελπίδα
κάθε φορά π’ ανταμώνει
γλυκά καλοκαίρια, χαμένους κόσμους.
Αφουγκράζομαι άδειες λέξεις με νόημα,
η αναμονή επιστρατεύει τη μνήμη.
«Ο ίσκιος στην αυλή με το κυπαρίσσι.»

ΕΡΩΤΑΣ

Ξεπροβάλλει ο έρωτας στις αμμουδιές του κόσμου
με το φεγγάρι συνοδοιπόρο,
απλώνει το χέρι στις πονεμένες ψυχές,
τις παίρνει μαζί του στα βάθη της θάλασσας
να πνίξουν τον φόβο,
μα τις γυρνά ξανά με τα κύματα
και το χαιρέτισμα του ήλιου.

ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ

Είπες θα περιμένω
το καλοκαίρι στον πρωινό ήλιο
ν’ αντικρίσω αγάπη.
Είπες θα περιμένω πιστός
στα σημάδια στην Άμμο
καθώς βηματίζεις.
Είπες θα περιμένω
τον πρωινό στίχο στο άκουσμα σου,
στο άνοιγμα του ουρανού.
Είπες θα περιμένω
τη θύμηση να μιλήσει για βόλτες
στη θάλασσα, μήνα Αύγουστο.
Είπες θα περιμένω
στην απουσία σου,
στην απουσία μου.

ΘΑ ΣΕ ΛΑΤΡΕΨΩ

Αν εσύ δώσεις στον στίχο ζωή
θα είμαι η πηγή της συνέχειας,
ο άνεμος που σε ταξιδεύει,
η φωτιά που σε λυτρώνει,
η γη να ριζώσεις
αργά, σταθερά, με φως και σκοτάδι.

Θα σε λατρέψω -ανυπόταχτη-
σαν οπτασία.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

Τα καλοκαίρια με τα γαλάζια μάτια
σε κυνηγούν στα μονοπάτια που σφράγισες
με τη σκέψη στραμμένη σ’ άσπρα φεγγάρια
ώσπου σκοτείνιασε ο ουρανός,
ο αποσπερίτης κραύγασε άντρας χαμένος.

Ίσως ήσουν σκιά στο φως,
στο βαθύ μπλε της νύχτας,
που θύμιζε το χρώμα σου,
το χρώμα μου θύμιζε θάλασσα,
όνειρα, τη σελήνη.

Μεταφυσικοί στοχασμοί

ΤΟ ΑΙΝΙΓΜΑ

Σαν έγειρα στη γη να πάρω δύο στίχους
είδα τα κόκαλα τους άσπρα στον ήλιο.
Η σάρκα χαμένη όπως ετάχθη,
μόνο η ψυχή φτερούγιζε στον άνεμο
με της βροχής το άσμα το γνώριμο,
πριν ταξιδέψει στο τέλος του Χρόνου,
πριν η Εικόνα να ξεθωριάσει,
αντίκρισα το αίνιγμα στο φως
καθ’ ομοίωση της αρχαίας πνοής
με συνάντησε ο τρίτος στίχος,
στους ήχους της σιωπής του κόσμου.
Ήταν ο μόνος τρόπος να αναληφθώ.

ΣΚΕΨΕΙΣ Β’

Είναι οι σκέψεις άσμα ασμάτων
την ώρα που η ψυχή μετρά τους ίσκιους,
την ώρα που ο άνθρωπος αργά βαδίζει.
Όσο ο χρόνος τον περιγελά,
οι φιγούρες μπροστά του χορεύουν,
παράλογα τον στοιχειώνουν,
πλάθουν τον κόσμο μες στη σιωπή,
γρίφους γράφουν στους άδειους τοίχους.

ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΟ

Το φεγγάρι γλιστρά
πάνω σε μπλε σκέψεις από μετάξι.
Διαγράφει των Θεών τα γυμνά σώματα.
Άσπρες φιγούρες παρελαύνουν
δίχως φόβο, δίχως αιδώ στον βωμό
ενός σύμπαντος π’ ανασαίνει ποίηση.
Ερωτεύεται άδολα μες στους αιώνες
κι ανασταίνεται ως η πανσέληνος της αγάπης.

ΦΩΣ

Την ώρα που το φεγγάρι υμνούσε τον άνθρωπο
εμείς δειλά σκεπάσαμε το φως, μη μας τυφλώσει.
Έτσι απλά αφανίσαμε τον ήλιο,
αφού δεν ξέραμε τους νόμους,
τι είναι μέρα και τι νύχτα.
Κι όταν τα πρώτα σύννεφα
χαθήκαν με την βουή τ’ ανέμου
στίχοι και μουσική αδράξανε το φως
να ζεσταθούν οι άνθρωποι ξανά
αφού δεν ήξεραν τον τρόπο.

ΖΩΗ Α’

Μες στις ρωγμές του χρόνου
στάζουν το χθες και το σήμερα.
Γλαφυρές σκιές π’ ανασύρονται
με τα δίχτυα της μνήμης
πότε στην άβυσσο και πότε
στα θέλγητρα τ’ ουρανού.
Χάνονται κάτω απ’ το φως
της σκέψης, καθώς ότι οίδε
κανείς καλείται ζωή.

ΖΩΗ Β’

Ρέεις σαν νερό
στις φλέβες της γης,
ζωή, σαν σ’ ανασταίνει
τ’ όνειρο κι η αλήθεια.
Κι ας απορούν πως εισχωρείς
στην πέτρα, στ’ άδυτο της ψυχής
σαν φως, σαν προσταγή.

Παρορμήσεις

ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ

Είμαστε σαν τα δέντρα
κάτω απ’ τον ήλιο
ούτε μια στάλα νερό
τα δρόσισε μέσα στο καλοκαίρι.
Όμως οι ρίζες άπλωσαν
βαθιά μέσα στη γη
καλά κρατάνε τα κλαδιά
τα φύλλα σαν ψυχές
γρικούν πρωί και βράδυ.
Είμαστε σαν τα δέντρα.
Η ανάσα, το όνειρο ενός παιδιού
την ώρα της ανάπαυσης
κάτω απ’ τον ίσκιο μας,
μέχρι να διανύσει ο χρόνος
τις μέρες της σιωπής
για να γευτούμε τη δροσιά
του κόσμου.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ

Σαν δεν σπάσει τα τείχη ο άνθρωπος,
μονολογεί δίπλα σε ένα παράθυρο
με την πόρτα ανοιχτή.
Ίσως έτσι τον συναντήσει η ζωή
σαν περνά.
Είναι κι αυτός ένας τρόπος.

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ

Θα αντέξουμε τις στιγμές
με τη πέννα να κυματίζει στον άσπρο πίνακα;
Θα αντέξουμε τον κύριο με τα φρύδια
που σμίγουν στον άδειο τοίχο;
Τη γυναίκα με τα μικρά μάτια
και τη πλάτη στραμμένη στο φως;
Θα αντέξουμε τα βήματα
που δεν έρχονται να φέρουν ελπίδα;
Τις ώρες που φεύγουν κι έρχονται χωρίς τελειωμό,
τις μαύρες λέξεις, τους αριθμούς, το μαύρο πουκάμισο,
τις σημαίες στο προαύλιο σαν κυματίζουν;

ΓΥΝΑΙΚΑ

Η γυναίκα απλώνει την ψυχή της στη γη
σαν ρίζα που τρέφεται μες στους αιώνες.
Σέρνει τους δόλιους και τους τρελλούς
μέχρι τα τρίσβαθα της αγάπης.
Το δίκαιο κάτω απ’ τον ήλιο
το ζυμώνει με χέρια γυμνά, με
συμπόνια κι ένα γέλιο που ξεμένει
κουρασμένο πίσω απ’ τον πόνο.
Το ψήνει στην πρώτη φωτιά που
της δόθηκε πριν τον μύθο.
Ταΐζει τις κόρες της γης,
να προλάβουν να φτάσουν,
ανατέλλοντας μέχρι τη δύση.

ΑΚΡΟΒΑΤΕΣ

Ακροβατούμε σ’ ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά’
συναντώντας μικρούς θεούς
η διαδρομή χαράζει, το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό
ακόμη μια φορά
σαν πριν απ ’ τη γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’ αγαπήσαμε.

ΜΕΤΑΒΑΣΗ (2009)

Να πιω το μεδούλι της ζωής,
να ιστορήσω
το μύθο και το πέρασμα
στο φως, στο σκότος, στο άνοιγμα της ψυχής
μέχρι που λέξη να μη μείνει μακρινή,
μέχρι που της ο κύκλος να αλλάξει. 

ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ

Ο χτύπος στον τοίχο με προσκαλεί
να κάνω τη σκέψη έρμαιο
τον χρόνου και της αγάπης
που δεν καθόρισαν θεοί μα άνθρωποι
άθλιοι και χαμένοι.
Όσο χτυπά ο δείκτης θα μου θυμίζει πως
τρέχουν να αρπαχτούν σ’ αυτά που δε
φέρνει ο λογισμός…
γλυφά, απρόσιτα κομμάτια της ζωής
αιματηρά και πικραμένα.
Είναι αίνιγμα η πράξη;
Όπως ο έντονος χτύπος στον τοίχο,
ίσως σαν δεν την καθορίζει ο νους,
σαν δεν την κοιμίζει η αγάπη,
με τόσες ελπίδες σίγουρα δεν είναι γρίφος.
Θέατρο στημένο θάναι.
Γραμμένο
μέσα στη σύγχυση, μέσα στης αφροσύνης
τον παλμό… 

ΦΙΛΟΜΕΛΑ

Η χώρα μου μάτωσε.
Τα δάκρυα ξεχασμένες
σταγόνες σιωπής.
Μες την κρούστα της κίτρινης γης
σπέρνει ο θεός
λευτεριά.
Στον πυρήνα της θάβει
την Άθλια σκλαβιά του αιώνα.
Η χώρα μου μάτωσε.
Είναι πια μοιραία γυναίκα
με τα χέρια κομμένα
μα τα πόδια γερά.
Οι κραυγές, ήχοι σπαραχτικοί
χωρίς λέξεις.
Τι να ‘χει να πει;
Η χώρα μου μ’ αίμα
είναι πια μια Λαβίνια ή Φιλομέλα. 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Σκυφτός γράφει μια ιστορία,
στίχο με στίχο τα αχνάρια της αλήθειας
να χαράξει
Όταν αποκοιμάται
πλάθει την καληνύχτα της ζωής,
ώσπου να ανταμώσει το πρωινό
τη συνείδηση να περπατά.
Σαν δεν τη χαιρετήσει με τα πρώτα
χτυπήματα,
τη συναντά ξανά στους δρόμους σαν κλαίει…
για μια σταγόνα παρηγοριάς,
να ξεδιψάσει.

ΖΩΗ

Α.
Κάθε στιγμή που η γη γυρνά
γράφω ένα ποίημα,
για να επιβεβαιώνω την ύπαρξή μου,
να δικαιολογώ τη ζωή χωρίς εμένα …
Β.
Σήμερα πεθαίνουν τα γιασεμιά,
τα πλήγωσε ο κρύος νοτιάς,
τα γύμνωσε ο έρωτας,
τα σπάραξε η αγάπη…
Γ.
Ναυαγοί είμαστε
σε νησάκια του κόσμου
πριν να ανασάνουμε
άνθρωποι,
πριν να χύσουμε αίμα αθώο
σε γη, θάλασσα,
ουρανό και φωτιά.

ΑΠΟΨΕ

Απόψε θέλω να αποσιωπήσω κάτι φωνές,
να κατευνάσω σκιές αχαλίνωτες,
οργισμένες.
Πώς γίνονται οι μνήμες φαντάσματα
κυνηγοί;
Ας πάρω το πιο γλυκό τουφέκι να σημαδεύσω
μάτια που βγάζουν φωτιά,
στόμα που λέξεις ξερνάει
και τη θύμηση να σκοτώσω
μήπως απόψε μου πάρει την πένα
σ’ άγριους κόσμους ρηχούς.

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ

Αναφορά στον Νίκο Καζαντζάκη

Δύο κορμιά απλωμένα σε ένα γαλάζιο πέπλο.
Πίνακας δοσμένος στο πρώτο, στο τελευταίο κύμα.
Ξεχασμένος σε εποχή που οι άνθρωποι
ξεκινήσανε τον παράδεισο,
μα χαθήκαν.
Ποιος παράδεισος σχηματίστηκε στο κορμί
στην ψυχή ή στην άβυσσο;
Είναι κάποια μονοπάτια που το φεγγάρι στάζει λίγο λίγο
τη θάλασσα,
πλημμυρίζει το σύμπαν.
Η νύχτα χωρίς αστέρια παραδίνει τους ίσκιους της
σε δρομάκια που το φεγγάρι δεν έχει φωτίσει.
Έχεις γράψει ποιητή αδικημένε πως
ο καθείς έχει πινέλα να ζωγραφίσει παράδεισο,
ο καθείς μπορεί να χωρέσει μέσα.
Θα ζωγραφίσω την κόλαση,
θα κλείσω την πόρτα.
Μήτε ζο μήτε άνθρωπος
να διαβεί, να περάσει.
Να γυρνά μοναχά τα στενά δρομάκια,
σαν το φεγγάρι ρίχνει τ’ άπλετο φως.

ΜΟΥΣΙΚΗ

Ένα φύλλο πρωί πρωί με χαιρέτησε.
Ήταν το σώμα τον ισχνό μα αγέρωχο.
Η αγάπη ακόμα μου <δείξε το δρόμο.
Ο άνεμος με βαρύφερνε ‘δω και ‘κει.
Χρυσές στιγμές τον Ντεπουσσί,
πρωί πρωί οι νότες…

ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Ό,τι και να γίνει στο λέω,
αυτή η ψυχή δε χάνεται.
Ό,τι και να γίνει στο λέω,
τίποτα δεν μπορεί να κλείσει τους πόρους της.
Αναπνέει ελεύθερα, μακριά από ‘σένα.,
μακριά από σύνορα.
Δεν τρέφει πάθη και προπάντων δε σκλαβώνεται.

ΦΥΓΑΣ

Είσαι κρυμμένος στην τελευταία
γωνιά του δρόμου.
Ο φόβος κυρίαρχος σε πνίγει.
Χαιρέτα τον άνεμο, σε προσπερνά.
Χαιρέτα την κυρία με το ψηλό καπέλο.
Σε ακολουθά κυρίως τις νύχτες,
σου θυμίζει τη γέννηση σου

ΣΥΓΝΩΜΗ

Είμαι μικρός.
Είσαι μεγάλος.
Απροσάρμοστος γίγαντας
των δώδεκα χρόνων,
με το δάκρυ μπροστά σε πρόσωπα
καθημερινά και ξένα.
Είμαι μικρός.
Είσαι σαν το παιδί που κάθεται
δίπλα… και σε περιφρονεί.
Το χτυπάς και απολογείσαι.
Θα θυμάσαι πάντα τα πρόσωπα,
τις φωνές και το χρώμα τ’ ουρανού απέναντι.
Η χειραψία δεν είναι αρκετή,
όσο και αν προσπάθησες με χαμόγελο
να τη σφραγίσεις.

ΠΟΙΗΣΗ

Είσαι η φλόγα μιας στιγμής.
Αυτή η φλόγα που ταξιδεύει τη σκέψη,
καίει τη θλίψη.
Αυτή που ζεσταίνει τα σύννεφα
στο γαλάζιο ουρανό,
να γεννήσει βροχή,
να δροσίσει τη γη,
να ομορφύνει τη θάλασσα.

ΕΛΠΙΔΑ

Ελπίδα είναι το γλυκοχάραμα
της νιότης,
τον φευγαλέου ταξιδιώτη ο σταθμός
και της γυναίκας η ζωή η ντόμπρα.
Ελπίδα είναι το ξανθό
προσάναμμα ανθρώπου
και τα γλυκά αναγγέλματα
τα βράδια τον Σεπτέμβρη.
Είναι βελούδινο άγγιγμα
στα πρώτα τα σκιρτήματα.
Είναι η δύναμη ψυχής τα χρόνια της ζωής μας. 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Νεκρό πουλί ανάστησες τη μέρα.
Νεκρό πουλί
σαν κείτεσαι στην ασφαλτοστρωμένη
της ζωής πορεία.
Νεκρό πουλί,
κομμάτια θρύψαλα
το φτέρωμα του κόσμου
σαν δεν κατόρθωσε στο πέταγμα
να φτάσει την αγάπη.
Πώς ήσυχα κοιμάσαι;
Απορώ… πώς τούτη τη γαλήνη
έπραξες μετά το θάνατο σου;
Μικρό πουλί μη μου χαθείς
σαν μες την σήψη σκλαβωθείς.
Στη θύμησή σου ο φόβος,
ο θάνατος και η ζωή.
Η μόνη ελπίδα,
μικρό πουλί,
το θάνατο για μια στιγμή ξεγέλασες,
νεκρό πουλί.

ΕΡΩΤΙΚΑ

Α.
Μην είδατε πού πήγαινε η αγάπη,
όταν ξυπνούσαμε;
Ήταν κρυμμένη κάτω απ’ τα μάτια μας
ώσπου να την καλέσει πάλι ο αυγερινός
Ε.
Τα μάτια σου δρόμος, για να περάσω
στην άλλη άκρη τ’ ουρανού,
χωρίς επιστροφή
με τον έρωτα συντροφιά,
με την ποίηση να γυρνά αδίστακτη.
Χίλιες λέξεις, αν είναι να με ανταμώσουν
στο απέραντο της ψυχής, ταξίδεψα…
Ζ.
Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Τόσες φορές χαμένοι
τη σκιά μιας λέξης.
Φλέρταραν τη σιγή μήπως μιλήσει
ο έρωτας.
Ήταν τόσο διαφορετικοί
και τόσο όμοιοι.
Αυτός έμαθε να αγαπά…
και εκείνη;
Εκείνη κρατάει τον έρωτα
μην της ξεφύγει,
ο χρόνος δεν είναι πιοτό
να μεθύσει.
Πάει καιρός που έψαχνε στην ψυχή του
ελπίδα και απόγνωση. 
Θ.
Μεσ’ τη βουή τ’ ανέμου πρωτάκουσα
για ‘σένα και ‘μένα.
Αν άφησες τις λέξεις να σκορπιστούν
κομμάτια χιλιάδες,
τώρα σκύβεις και τα μαζεύεις
με τόση αγάπη
και μ’ άλλη τόση
τον έρωτα σκαλίζεις.
Θα σου κρατώ το χέρι,
όταν με χρώματα τους ίσκιους
αφανίσεις. 
Κ.
Ήταν θυμάμαι μια μέρα αλλιώτικη
καθώς περπατούσες με τους ώμους γυρτούς
και τα μάτια χαμηλωμένα στην σκέψη.
Ήσουν ωραίος.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα,
στη ζέστα του μικρού καφέ
με τον Ντα Βίντσι στον τοίχο,
τον καφέ, και το γλυκό που μοιραστήκαμε.
Έτσι απλά σ’ αγάπησα…
Λ.
Χάθηκα μέσ’ το γαλάζιο.
Νόμιζα ήταν θάλασσα, ή τ’ άπλετο φως
τον ήλιου.
Ήταν όμως τα μάτια σου…
καράβι της ψυχής, για να σαλπάρω.
Ο.
Σ’ αυτό το ποίημα τι να πω;
Να κλέψω θέλησα απ’ τον ήλιο την ελπίδα,
ολημερίς να πλάθω στίχο στίχο τη ζωή.
Μα όταν βραδιάζει, ο λογισμός παγίδα μοιάζει…
Παλεύω, χάνομαι, γυρνώ, αναζητώ. 
Π.
Σκέφτομαι για ‘σένα και για ‘μένα,
άνθη είμαστε κι αγκάθια.
Πότε ομορφίζουμε τον κόρφο του έρωτα
κι άλλες στιγμές
ματώνουμε ελπίδες.
Να σε χαρώ για μια στιγμή μπουμπούκι ανοιχτό
μέχρι να ξανανθίσεις…

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Με τα μάτια στραμμένα σε ‘σένα και ‘μένα
πήρα το δρόμο τον χωρισμού.
Ό,τι ονειρεύτηκα
μένει σε τούτο τ’ άσπρο χαρτί.
Ό,τι γύρεψα στης ζωής τον
πολύστιχο μύθο βάλλεται
με σημάδια, μηνύματα…
Δεν είπες πως αν δε
γνωρίζει κανείς τι θα ειπεί θάνατος
δεν πεθαίνει ποτές;
Σαν λαλήσει ο χρόνος τρεις φορές
πλένεται ο νους φως και σκοτάδι.
Πώς να βρω τον νήματος άκρη;
Θησέας δεν τάχθηκα στην Κνωσό.
Η αγάπη δεν πορεύεται εις τον Άδη,
αναπαύεται αιώνια
εις το φως τον αυγερινού…

ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ (1997)

Ανάπαυλα μεσ’ στο τραγούδι
των πουλιών και στο μουρμουρητό των δέντρων
Και ευφράνθηκε η στείρα η καρδιά
την νεκρική σιγή
που φέρνει ο νους τ’ ανθρώπου. 

ΣΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΠΑΤΣΑΛΙΔΟΥ

Τη φωνή σου δεν άκουσα ποτέ
τη φιγούρα σου γνώρισα
σε ένα παλιό άλμπουμ σε κάποιο
ερμάρι κλεισμένο
και γίνηκε η σκόνη χρυσόσκονη
και στόλισε δυο ωραία μαύρα μάτια.
Και πως τα θαύμασα τα δυο μαύρα
σου μάτια, τις λίμνες της ψυχής
γαληνεμένα μάτια.
Η σκιά σου, γλυκιά δασκάλα μιας
σκληρής εποχής
μεσ’ στην ψυχή της νιότης του σήμερα
που με μια πένα καμώθηκε να γράψει
το όνομα σου σε ένα χαρτί.
Κι η καρδιά γεννοβόλησε μια φλόγα αγάπης
μνήμης σταθμό ή ποίησης δώρο.
Μια στάλα απ’ το αίμα σου πήρα
και της ρίζας τ άσπρα σου γράμματα.
Για να αφήσω την σκέψη μετουσίωση ενός
λουλουδιού σε μια άσπρη πλάκα.
Σαν ένα αεροφύσημα μια μέρα του Νιόβρη
που πήρε τη σκέψη μου βόλτα σε ένα άδικο χαμό
σε σύντομο ταξίδι.
Πως της μοίρας καράβι μπαρκάρισες
για γλυκιά ουτοπία.
Σαν καλός ναυτικός απαρνήθηκες
ένα κομμάτι γη στη στεριά
για τη θάλασσα, σε ένα καράβι παράδεισο

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Τον δρόμο στη γη που με γέννησε να πάρω
να αφήσω τον πόνο, ανάσταση του ονείρου μου.
Θέλει η ψυχή να αρμενίσει στο πέλαγος της θύμησης,
τότε παιδί που αγνάντευα την θάλασσα.
Κοχύλια μάζευα σε λεύτερη αμμουδιά
κι αφουγκραζόμουν τις φωνές στα βράχια.
Θα ήτανε ήρωες που μούγκριζαν σαν τα θεριά
-προμήνυμα του τόπου- και μάχονταν στις Θερμοπύλες.
Εκεί σ’ αυτή τη θάλασσα έσμιξε ο Άρης στ’ ακρογιάλι
και γίνανε όλοι ένα, άντρες, παιδιά, γυναίκες
μια μορφή.
Παλεύανε τα κύματα κι όταν πια ο κάματος της πίκρας
κόπασε, καθίσανε στα βράχια
να στραγγίξει το αίμα τους.
Κομμάτια τα κορμιά στην αύρα του καλοκαιριού
κι όσοι απομείνανε να ψάχνουνε τη ζωή
που έφευγε σαν το πουλί στα ξένα
μαζεύανε τα δάκρια απ’ τη γη και πίνανε νερό
της λησμονιάς.
Αποσπερίτη φως δε φάνηκε εκείνες τις μέρες.
Έτρεχαν όλοι για να βρουν ένα κομμάτι ουρανό
για να κρυφτούν, ένα κομμάτι γη να ξαποστάσουν
να δώσουνε στο κορμί φυγή
και στη ψυχή το γυρισμό, όνειρο ματωμένο.
Νησί της ομορφιάς, νησί τραγουδημένο
την Αφροδίτη έψαχναν μεσ’ στις κορφές του
Ολύμπου και στις ακτές της θάλασσας
τη φώναζα να ‘ρθει.
Νύχτα να τραγουδήσει τραγούδι τελευταίο
και να χαθεί σαν τις ψυχές που ανάδευαν στον Άδη. 

ΦΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Πιόνι σε τρελό στρατό.
Στα χέρια όπλα και κραυγές
σε ώρες σιγαλιάς
σε πληγωμένες μέρες
φιλιώνουνται το άγνωστο.
Μικρέ πολεμιστή ποιος είσαι;
Ίσως πουλί που σπαρταρά στο μαύρο.
Εσύ γελάς, αυτό πονά, πεθαίνει.
Ο θάνατος κοινό ρολόι που χτυπά
και ξεμακραίνεις στα βήματα δειλός.
Μικρέ πολεμιστή κρυφές ελπίδες ψάχνεις.
Στο δίλημμα ταυτότητα και σίδερο.
Ανύποπτα στα περασμένα βλέπεις
απεγνωσμένους οδηγούς
φαντάσματα οι όμοιοι σου δείχνουν
εχθρούς της γης,
αυτούς που παίζουν φτιάχνοντας
μικρούς πολεμιστές. 

1974

Λήθη στους χειμώνες που περνούν
αν ζητά η καρδιά ή το παράπονο
πικρού καλοκαιριού ή ένα καράβι που αρχινά
ταξίδι στα βαθιά,
μα όλο κινά και πνίγεται
μαζί με ξένους ναυτικούς
σε ξένες θάλασσες.
Έρχεται ο χρόνος, γυρολόγος
κρυφά να εναγκαλίζεται
ώρες πικρού καλοκαιριού
και κυνηγούμε τ* όνειρο
τ’ όνειρο της λευτεριάς.
Πατρίδα πολυτάραχη το βιος
σου πάει και χάνεται.
Σε γέλασε το πράσινο σε μια γραμμή
και ορθώνεται σαν τείχος.
Βάρεσε της σκλαβιάς ο πόνος
στα χρόνια της παρηγοριάς, στα χρόνια της ελπίδας
μα η νοσταλγία της σιωπής το δρόμο σου χαράζει.

ΑΡΜΟΝΙΑ

Αν είναι το τραγούδι
της ζωής μικρό
θα τραγουδώ στιγμές
από ένα ποίημα.
Είναι η ζωή με λόγο
ερωτικό,
σκέψη, ειρμός
κρυφή μου ηλιαχτίδα 

ΑΓΑΠΗ

Αγάπη είναι το τραγούδι τ’ αηδονιού
το δειλινό,
το απρόσμενο βλέμμα του προσώπου
είναι το χάδι της καρδιάς
και του χεριού το σκίρτημα.
Αγάπη είναι η άνοιξη που χαμογελά
στα παραθύρια,
είναι τα αναφλογισμένα νιάτα
στις δύσκολες μέρες,
στα χρόνια της πυρηνικής και του διωγμού.
Αγάπη είναι το μικρό παιδί που αναγέρνει τα μάτια
σα ζωγραφίζει της ψυχής, μαγεμένα αστέρια.
Είναι το δειλό κυκλάμινο με το βαρύ κεφάλι,
είναι θερμό χαμόγελο και ελεύθερη καρδιά. 

Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΣΟΥ

Το πρωινό που ανταμώνει ο ήλιος
στην κορφή των βράχων, τις ψυχές
αποθέτεις τα χέρια στη θάλασσα
σα χρωματίζεις μάτια
παραγάδια του σύμπαντος.
Παράξενη που είναι η θάλασσα
την ώρα που η ψυχή γεννά τον οίστρο.
Παράξενα πως μασουλά τον ύπνο
των γενναίων.
Να πιστεύεις στο παραμιλητό του κύματος
και στης χαράς τη στέρνα όλο να πνίγεσαι.
Και να διψάς την παράδοση του κορμιού
στα νερά που ξέπλυνε το πέλαγος,
στο τέλος της χώρας σου. 

ΕΙΡΩΝΕΙΑ

Ταξίδευες στον ίσκιο της ζωής
με την χαρά στην κωμική της φάση.
Μπροστά στην άπιαστη ευτυχία
λαμπρά τα αισθήματα
κι οι χειρονομίες.
Ονειρευόσουν γλυκά τον ήλιο
και χάριζες ολάκερο φεγγάρι
στον πρώτο σκλάβο της ζωής
σαν έπινες τις πρώτες πίκρες
σ’ ένα ποτήρι αδειανό
κι αχρωμάτιστο.
Μικρές οι μπόρες της φετινής σου
Άνοιξης,
μικρές κι οι καταιγίδες.
Άπιαστες κι αυτές οι αβρόντητες
ελπίδες που μαζεύεις δειλά
απ’ την πρωινή βροχή.

ΑΛΛΑΓΕΣ

Μεταβολή τ’ ανθρώπου το γλυκό ξημέρωμα
σαν πρωτοβγεί στο μύθο και κραυγάζει,
βαρύ το τίμημα,
στις σκέψεις λύγισμα ακολουθεί
κι όμως δε σκοτεινιάζει.
Στις λύπες κύματα μαίνονται
στο συναπάντημα χαράς
ήλιοι σαλεύουν.
Έρχονται μέρες ζοφερές
κι αργοκυλούν με δέος.
Να πως τρομάζουν ισχυρούς, φαταλιστές
γηραιούς.
Ένας ο ίσκιος αυτοσκοπός
παραμιλά στο δρόμο οπαδός
ιστορικής σελίδας προσιτής
στο κόσμο π’ ανασαίνει.

ΑΠΛΗΣΤΙΑ

Πλούτο και δόξα στο κατώφλι της ζωής
ζητά να ξεδιψάσει
σαν το θεριό, που όλο πεινά
κι ο χορτασμός αργεί να φτάσει.
Πικρή ζωή,
άγριο παιχνίδι που αρχινά
χωρίς σκοπό.
Άχρωμη κόρη σθενικιά
δεν θα ξυπνήσει το πρωί
νύχτα στο παλατάκι.

ΣΥΛΛΟΓΙΣΜΟΙ

Δεν υπάρχουν λόγια να
γραφτούν στις σελίδες.
Δεν υπάρχουν λόγια να
στολίσουν τη ζωή ή να πνίξουν
το θάνατο.
Δυο χέρια απλώνουν, μαζεύουν τον πόνο
κι εμείς τα σταυρώνουμε.
Να πάρουμε τ’ άστρα,
κρυφά σα φωτίζουν τον δρόμο.
Καυτές συνείδησες στα στόματα μας.
Πιοτό το φεγγάρι σιγά σιγά μεθάμε
κι αλαλιασμένοι νοσταλγοί γινόμαστε.
Ειν’ το κατώφλι του σπιτιού
μακρύ κι ατέλειωτο.
Ας είναι η σκέψη μας γλυκιά
ήμερη ταξιδεύτρα.
Χρόνια μας πάει στις θάλασσες,
κάποτε βλέπει και στεριά. 

ΜΙΚΡΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μικρή φωτογραφία, κι εσύ στη μέση να κοιτάς
μικρός κι ανήμπορος
δίπλα σ’ άλλες μικρές φωτογραφίες.
Θα πεις μια ιστορία
κι αν είσαι τυχερός κι αν πείσεις
θα πάρεις την τύχη στα χέρια
ν’ αρπάξουν ήλιο κι αγάπη.
Μη μας κοιτάζεις, λύπες δεν είναι για μας
δάκρυ δε χύνουμε για μεγαλεία
έχουμε θάρρος να λέμε αστεία
και να γελάμε σαν τα παιδιά.
Δυο μάτια χρόνια ζητούν πολλά
λεπτά και ώρες στο κουτί
την σκέψη μου τρομάζουν.
Δεν είναι τα μάτια του μικρού παιδιού
στους υπονόμους και στα υποστατικά
θάλασσες μολυσμένες.
Δεν είναι δηλητήριο το χρώμα της αλήθειας.
Σφραγίζει η θλίψη το χαρτί
γίνεται το μελάνι δάκρυ
κι εσύ μικρή φιγούρα φεύγεις πια.
Η ματιά παραλείπει να πει
ότι οι άνθρωποι μένουν. 

ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΤΡΙΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Σκυφτός, μικρός συλλογισμένος μέσα στου δρόμου
τ’ αδιέξοδα περνά.
Κρατά γερά το μέτωπο που ‘γινε σίδερο
και το βαραίνει.
Λίγα τα χρόνια, γέρικα χρόνια
όλα σα στάλες της βροχής
που γεύτηκε τις νύχτες του χειμώνα
Το δάκρυ στη στεριά δε φαίνεται
ο πόνος των μικρών μια θάλασσα δακρύων
Κλάμα, γέλιο στον ήλιο, ψυχρά θερμά αισθήματα.
Πνιγμένοι μεσ’ το νέφος του αιώνα
ψάχνουν το τρένο της φυγής.
Μικρά παιδιά πεθαίνουν φίλε μου.
Εγώ, εσύ πως βολευτήκαμε ωραία!
Με θαλπωρή θα ζήσουμε στο χρήμα
με ψευδαισθήσεις βιώνουμε το ψέμα
Τα ‘δαμε σήμερα, χτες τα διαβάσαμε
ήταν περίπου δυο χιλιάδες
στα μάτια τους ο θάνατος μια απειλή.
Εσύ, εγώ πως κοιμηθήκαμε μικρέ μου φίλε;
Μεσ’ το βαθύ μας ύπνο ούτε ανασασμός.
Αυτά τα κλάματα στα χέρια των τρανών
αλίμονο οι αλυσίδες τους τα πόδια καίνε.
Εμάς δε μας τα δένουνε, οι αλαφροΐσκιωτοι
τα νήματα κρατάνε. 

ΙΣΤΟΡΙΑ

Να διψάς την ιστορία σου
σαν κραυγάζεις στο παρελθόν μη γίνει παρόν,
και το παρόν σου μέλλον.
Να σταματάς το χρόνο, γιατί γίνεται το λεπτό
μια ώρα και η ώρα μια ημέρα
και η ημέρα μια ζωή.
Ποτέ να ξέρεις δεν γυρνάς στο πρώτο το λεπτό.
Κάθε στιγμή να λαχταράς να γευτείς το ποτό
της γαλήνης.
Και το μεθύσι του Διόνυσου χαρά να την πιεις
κρυφά σαν θνητός.
Ξεχασμένε εσύ νιε, στα ντουλάπια του τρελού καιρού
του συρμού και της λήθης, του νοθευμένου κρασιού
και της γεύσης του ψεύτικου ονείρου.
Και αν το κυνήγι του ξεχασμένου λαγού στις μέρες
της πείνας σου άγριο και δειλό, να βλέπεις από
κάποιο παράθυρο την μοίρα να τρέχει.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Ανάμεσα στου ήχους

ΜΑΡΙΑ ΠΥΛΙΩΤΟΥ

«Τον ποιητή δέοι, είπερ μέλλει
ποιητής είναι, ποιείν μύθους
αλλ’ ου λόγους» (Πλάτωνας).
Η Αθηνά Τέμβριου, από το πρώτο της βιβλίο: «Της Πατρίδας και της Νιότης» (εκδόσεις Πήλιο, 1997) καθώς και από το επόμενό της: «Μετάβαση» (εκδόσεις Εν Τύποις, 2009) μας είχε εντυπωσιάσει με την ωριμότητα της γραφής της, τις γνώσεις και την ευαισθησία της και. πολύ δίκαια, μας είχε προδιαθέσει για το επόμενο πέταγμά της. Οι προσδοκίες μας
έχουν επαληθευτεί. Είναι σημαντικό το χρονικό αυτό διάστημα των 20
χρόνων – 20 χρόνια προβληματισμού, αυτοκριτικής, μελέτης, απαραίτητα
συστατικά κάθε αληθινού ταλέντου – το χρονικό αυτό διάστημα, λοιπόν,
έφερε το αποτέλεσμα που έχουμε τώρα στα χέρια μας: «Ανάμεσα στους Ήχους», που κυκλοφόρησε πρόσφατα.
Η ποιήτρια αφιερώνει τη νέα της δουλειά «Εις μνήμην Κυριακής Σολωμού». Ακολουθεί ο λόγος ύπαρξης της ίδιας της δημιουργού καθώς προτάσσεται ως σημαντικό αναγκαίο και καθρέφτης της νέας ποίησής της: «Ζω στην ουσία/δίχως όνομα ή εξουσία/Ο στίχος/μια άγκυρα της ψυχής/στον πυρήνα του κόσμου». Και η ποιητική αυτή συλλογή κλείνει: «Η αγάπη σμιλεύει τον στίχο/ταπεινά κι απέριττα/με της ζωής την ορμή καταργεί μες στη σιγή τον χρόνο».
Αρχή και τέλος, στίχος-Αγάπη. Αναγκαιότητα και αποτέλεσμα.
Τα 90 τόσα ποιήματα της η Αθηνά Τέμβριου τα χωρίζει σε 5 ενότητες:
Για την έμπνευση. Της απόγνωσης. Ψηφίδες ποίησης. Του έρωτα, Παρορμήσεις. Μια θεματική ποικιλία κι ένας πλούτος συναισθημάτων να
διατρέχει το κάθε ποίημα, όπου η ποιήτρια κατορθώνει να ξεκαθαρίσει
το προσωπικό της στυλ όσο λίγοι στη σύγχρονη Κυπριακή ποίηση. Κι
εκεί όπου χρειάζεται, οι στίχοι γίνονται πιο λιτοί και περιεκτικοί,
σύντομοι, αποφθεγματικοί, αφού η ποιήτρια έχει κιόλας αποφλοιώσει
την περιττή επιδερμίδα τους: «Ο χαμένος παράδεισος του Ποιητή/είναι
πίσω απ’ τον ήλιο». Για να μπούμε στη νέα ποίησή της. η ποιήτρια μας
δίνει το κλειδί: «Χτύπα τον στίχο με το σφυρί/να πάρει τη μορφή του
κόσμου/Σπίθες να πετάξουν τα μάτια/να καεί το ξερό δάσος της μνήμης/ν’ αναστηθούν τα κομμένα/δέντρα που αγαπήσαμε/και τα χέρια να
σκάψουν τη γη/ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση/ να καρπίσει και να θρέψει/ τους πεινασμένους».
Κλείνοντας, θα ‘θελα να σημειώσω την άψογη αισθητική του βιβλίου,
που οφείλεται στο γνωστό εκδοτικό Εν Τύποις.

ΣΤΕΛΙΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Η ΠΙΣΤΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΤΕΜΒΡΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
Η Αθηνά Τέμβριου στην ποιητική της συλλογή “Ανάμεσα στους Ήχους” δίνει στην ποίηση μοναδικά βαρύνουσα και θεμελιώδη για την ύπαρξη σημασία ως σήμα ουσίας «άγκυρα της ψυχής στον πυρήνα του κόσμου».
Το πρώτο μέρος της συλλογής «Για την έμπνευση» επαληθεύει την ταύτιση του δουλεμένου στίχου με τη μορφή του κόσμου. Εκρηκτικές οι διαστάσεις της πίστης της στη δύναμη της Ποίησης ως καθρέφτη του έσω και έξω κόσμου που μπορεί να εξακτινωθεί στους ανθρώπους και να τους θρέψει πνευματικά.
Η ποιητική δημιουργία διατρέχει τα στάδια της γέννησης με πόνο πολύ και αυταπάρνηση, πολύμορφη και πολυποίκιλη, μαχητική και ασυμβίβαστη. Οι ποιητές φέρνουν στο φως το δικό τους κόσμο, γιατί μπορούν να διαβάζουν ανάμεσα στις γραμμές, να συλλαβίζουν τις μυστικές φωνές και να τις ενσαρκώνουν στο στίχο μέσα στον ερωτικό τους οίστρο. Μόνο με πόνο και σκληρή φωτεινή δημιουργία απλώνεται το φως της ποίησης στον κόσμο.
Στο δεύτερο τμήμα της συλλογής, «Της Απόγνωσης» με τον Άμλετ στη σκηνή κι εμάς θεατές, ανοίγεται η καταπακτή του ψεύδους μέσα στο οποίο ζούμε, με τραγικούς απόηχους για την ύπαρξή μας. Ο βιασμός της ανθρώπου, η βαρβαρότητα, μια παρέλαση αίματος και απανθρωπιάς σε παγκόσμια κλίμακα και μικρογραφία, με την αδικημένη κάθε Αμμόχωστο και τις κραυγές που δεν αφήνουν την ποιήτρια παρά στην αγρύπνια της. Η άγνοια και η γνώση, το κρυπτό και το φανερό, η διαμαρτυρία για καταστάσεις που ζήσαμε και ζούμε, μιας ανθρώπινης ευαίσθητης ποιητικής ψυχής, που κραυγάζει για το δίκαιο και την αλήθεια σε μια κοινωνία που βουλιάζει, παρασύροντας μαζί της την παιδικότητα και αθωότητα.
«Ψηφίδες Ποίησης» η τρίτη, ενότητα είκοσι τεσσάρων ολιγόστιχων ποιημάτων, κοφτός λόγος, λακωνικός, μεστός, και στο ρυθμό ως χαϊκού, σαν αρπάγματα στον άνεμο ποιητικές πτήσεις, αλήθειες, ομορφιές, αντικειμενικά δοσμένα ή απευθυνόμενα, εκφραστικά ποιήματα ατόμου ή ομάδων. Η ποίηση κι η προβληματική της, η αγάπη, ο Έρως, τα όνειρα των ανθρώπων, ερωτήματα κι αποφθέγματα πείρας. Μπορούσαν να ήταν και «Στιγμές», όταν η ποιήτρια συλλαμβάνει τα μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αιώνια μηνύματα, τα κλειδώνει στο στίχο τα κρυσταλλώνει και μας τα προσφέρει.
«Του Έρωτα». Μέσα στο κλίμα του Σαίξπηρ στην αρχή ταξιδεύουμε με την ποιήτρια ταξίδι μαγευτικό στο άπειρο του τόπου και των χρονικών εναλλαγών, ανάμεσα σε θάλασσα και ουρανό, χωρίς να μας εγκαταλείπει ο φιλοσοφικός προβληματισμός κι οι αιώνιες για τον Έρωτα συλλήψεις, από το Μύθο ως το Σήμερα, από τα πανάρχαια αρχέτυπα ως το πραγματικό γυναικείο Εγώ και τους περήφανους καημούς του.
«Μεταφυσικοί στοχασμοί». Η Αθηνά Τέμβριου συνδυάζει την ποίηση με τη φιλοσοφία ως παλαιότατα γινόταν από μεγάλους στοχαστές της αρχαιότητας. Τα αιώνια ερωτήματα της ζωής και του θανάτου, ποιητικά δοσμένα, κεντρίζουν ολοκληρωτικά τον αναγνώστη που παρακολουθεί, εκπλήττεται, θαυμάζει- κατά το αρχαίον- μπαίνει στον πόλεμο κατά της φθοράς και της ανθρώπινης μοίρας. Το συμπέρασμα από αυτά του κύκλου τα γυρίσματα είναι η εσωτερική σταθερά: «Τη χαρά τη φέρω εσώψυχα/ κάτω από τα πόδια σου/ με στίχους και άσματα.»
«Παρορμήσεις». Ελπιδοφόρα μηνύματα για τον άνθρωπο, τη γλώσσα, στάσεις ζωής στη σχέση των φύλων, αποδοχές πραγματικοτήτων, μα στο βάθος η ελπίδα για αλλαγή ή η ανάγκη για αλλαγή. Η ποιήτρια δέχεται ερεθίσματα, μηνύματα «Ανάμεσα στους Ήχους», αφήνει τα δικά της εκφραζόμενη ελεύθερα και υπεύθυνα, παίρνει θέση, προβληματίζεται και προβληματίζει μέσα από την ομορφιά, την αλήθεια και το ήθος της ποιητικής της συλλογής, καθρέφτη της ίδιας και του ευγενούς κόσμου της.
«Ανάμεσα στους Ήχους»: μια ποιητική συλλογή της ομορφιάς και της καθάριας σκέψης.

ΘΕΟΔΟΣΗΣ ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ

Ο ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΟΣ  24/11/2018
Ποίηση και ψυχή
Η ποίηση της Αθηνάς Τέμβριου μας μεταφέρει σε εναλλασσόμενους χώρους: φυσικούς κατ’ αρχάς, όπου και τα πρώτα της ακούσματα, οι πρώτοι ήχοι, οι φωνές του ανθρώπινου πόνου, τα ψιθυρίσματα της ποίησης, οι λόγοι των μεγάλων ποιητών της καρδιάς της‧ και εναλλάξ σε χώρους μεταφυσικούς, όπου ακούει τα τραγούδια της Μούσας, τη μυστική πηγή της έμπνευσης, τους μαγικούς ήχους αυτών που ποθούμε. Η αγιότητα των στοιχείων της φύσης και του περιβάλλοντος, η άηχη γλώσσα του ονείρου και των οραματισμών διαπλέκονται και στις δύο αυτές περιπτώσεις, του απτού αφενός και αφετέρου του αχειροποίητου, συχνά επικρατεί μια ιδιότυπη, πολλά όμως σημαίνουσα, σιωπή που άλλοτε εμβάλλει σε φόβους και άλλοτε σε ελπίδες, καλώντας τον αναγνώστη να συμμετάσχει στα ακούσματα των ήχων που και η ποιήτρια ακούει και θέλει να μας καταστήσει κοινωνούς τους. Η μυητική ατμόσφαιρα, για να εξαγάγω το πρώτο συμπέρασμα, είναι το βασικό γνώρισμα της συλλογής, η οποία θεμελιώνεται πάνω σε καθαρά προσωπικό ύφος και γραφή.
Έμπνευση, επανάσταση, αντίσταση, ελπίδα, χρόνος, ποίηση αποτελούν λέξεις κλειδιά, που δορυφορούν την κρίσιμη λειτουργία της ψυχής, όρου πολύσημου και καθοριστικού για την ποιήτρια, εμφανιζόμενου σε όλα σχεδόν τα συνθέματά της: μέσα της χωρούν ο άνθρωπος ως υλικό και πνευματικό ον, ο εσώτερος κόσμος μας, η αόρατη δύναμη που μας εμπνέει και μας κατευθύνει, η αγωνία για το άγνωστο «μετά»‧ είναι οι ψυχές «σύννεφα στο μπλε του κόσμου» (σ. 68), για να αξιοποιήσω μια δική της ποιητική μεταφορά. Ωστόσο, αυτή η πολυπεριεκτική ψυχή, υπό όλες τις μορφές ή μεταμορφώσεις της, συνάπτεται άρρηκτα με την ποίηση, την «άγκυρα της ψυχής», κατά τον ορισμό της, τη θεϊκή αυτή λειτουργία που μπορεί και εκφράζει τους παλμούς της ψυχής και που μετουσιώνει τα μηνύματά της.
Οι έξι ενότητες, από τις οποίες απαρτίζεται η συλλογή, αποτελούν διαφορετικές εκφάνσεις της ανθρώπινης ψυχής και αναδεικνύουν τις πολλές πτυχές της. Η πρώτη, «για την ἐμπνευση», την άυλη αυτή ψυχική ανάγκη, ουσιαστικά αποτελείται από τα ποιήματα εκείνα που αποκαλούνται ποίηση ποιητικής και στις σελίδες της εκτυλίσσονται οι απόψεις της ΑΤ για την ποίηση, τον στίχο, τη λέξη και τους δημιουργούς της. Επικαλούμενη την ποίηση, ως εστία του φωτός, και τονώνοντας τον εργάτη ποιητή στο ομώνυμο σύνθεμα, παρουσιάζει την ευεργετική πνευματική δύναμή της για τον άνθρωπο (σ. 13):
Χτύπα τον στίχο με το σφυρί
να πάρει τη μορφή του κόσμου.
Σπίθες να πετάξουν τα μάτια
να καεί το ξερό δάσος της μνήμης
ν’ αναστηθούν τα κομμένα
δέντρα που αγαπήσαμε
και τα χέρια να σκάψουν τη γη
ώσπου ο σπόρος σου, Ποίηση,
να καρπίσει και να θρέψει
τους πεινασμένους.
Η ποίηση για την ΑΘ έχει αναστάσιμο ρόλο, αναγεννά τις κουρασμένες ψυχές. Ο ποιητής, ον μοναδικό, δημιουργεί με πόνο, ακολουθώντας τον μοναχικό δρόμο του, ανάμεσα στην ελπίδα και τον θρήνο. Η Ποίηση, θα γράψει, είναι «αντάρτισσα κυρά με τα λιτά / μαύρα ρούχα της επανάστασης» (σ. 16). Σε ένα αυτοαναφορικό ποίημα, «Η ποιήτρια» το τιτλοφορεί, μας δίνει τον ορισμό του μύστη ποιητή (σ. 17):
 Συλλογισμένη κι ασυμβίβαστη
με τα βήματα ελαφίνας,
αμαζόνα, τοξοβόλος του χρόνου,
με τ’ ακροδάχτυλα
καρτερικά στη σιωπή
σχηματίζει σαν αποκαμωμένη
μέχρι το σούρουπο ένα ήλιο,
ένα φεγγάρι κι ένα σύννεφο
να κρύψει την ποίηση μα
η βροχή στάζει θάνατον κι έρωτα.
Αξίζει να επισημάνουμε τις πηγές από τις οποίες αρδεύεται η ΑΤ και μαρτυρούν για το οπλοστάσιό της: είναι ο Δάντης (σ. 19), ο Μίλτον (σ. 20), με τον οποίο συνομιλώντας του αντιτείνει ότι «ο χαμένος παράδεισος / είναι πίσω απ’ τον ήλιο», είναι ο Σαίξπηρ (σ. 30). Δεν αναφέρεται ονομαστικά, έχω όμως την αίσθηση ότι στο ήθος και το ύφος των ποιημάτων της αναγνωρίζει κανείς τον Νικ. Βρεττάκο.
Η γραφή και οι λέξεις την προβληματίζουν. Για τη λέξη θεωρεί ότι δεν έχει ουσία, «αν δεν την κάνεις στίχο, / στροφή, ποίημα, αν δεν ασπαστείς το τελευταίο άκουσμα / της μουσικής ενός σύμπαντος» (σ. 23), ενώ για τη γραφή (σ. 27) γράφει στο ομότιτλο ποίημα:
Μετουσιώνω τις σκέψεις
σε λέξεις, στίχους, στροφές
σαν με γυρνάνε σε κάθε στιγμή
π’ αγάπησα και θέλω παράφορα
να χαράξω σ’ άσπρο χαρτί.
Η ενότητα «Της απόγνωσης» μας φέρνει στον κόσμο της πραγματικότητας. Πολλά ποιήματα έχουν αφόρμηση ή πυρήνα ιστορικό, με αναφορές στο δράμα του κυπριακού ελληνισμού, την αρχαία ιστορία και τον τρόπο που η ποιήτρια θεωρεί το ιστορικό γεγονός. Είτε εμβληματικά σύμβολα (ο Άμλετ, η Αντιγόνη, ο Οδυσσέας) που παραπέμπουν δραματικά στο σήμερα, είτε ιστορικά συμβάντα τραυματικά σύγχρονα (η έρημη Αμμόχωστος, η 11η Ιουλίου, που παραπέμπει σε δυσοίωνες ώρες του 1974), είτε ανώνυμα γεγονότα και πρόσωπα (αγνοούμενοι, τραγικοί αυτόχειρες, καταυλισμοί) δηλώνουν την παρακμή, τις στιγμές της απόγνωσης, τα πάθη της ψυχής και τις διαψεύσεις. Η ψυχή στην ενότητα αυτή είναι διάτρητη, κραυγάζει απελπισμένα, κρύβει μέσα της τον άφατο πόνο.
Ξεχνούσε η φύση το θρόισμα των φύλλων,
οι άνθρωποι την ψυχή τους,
οι αδικημένοι την Επανάσταση
 κι ας ήταν Άνοιξη,
θα γράψει στο ποίημα «Παρακμή» (σ. 40). Και στις «Στιγμές απόγνωσης» (σ. 33) θα δείξει πώς μαζί με τα όνειρα ο άνθρωπος χάνει και την ψυχή του:
Αύριο, αν οι δρόμοι μας κλείσουν
στις καταιγίδες και απελπιστούμε,
ας μάθουμε πως οι τράπεζες της ψυχής
ήσαν πάντα ανοιχτές, μα δεν το ξέραμε.
Ιντερμέδιο θα ονόμαζα το τρίτο μέρος, τις «Ψηφίδες ποίησης». Είναι 24 ολιγόστιχα ποιήματα, που φέρουν την αρίθμηση του αλφαβήτου, διδακτικού ή συμβουλευτικού  χαρακτήρα, γραμμένα με λυρική διάθεση και εναλλασσόμενη την ελπίδα με τη μελαγχολία. Καλύπτουν διάφορες θεματικές και λειτουργούν εν είδει αποφθεγμάτων, συμπυκνώνοντας όσα προηγήθηκαν.
Η τέταρτη ενότητα, «Του έρωτα», έρχεται ως επίκληση στον φτερωτό θεό, να ανακουφίσει τον πόνο, να απαλύνει το φόβο, να γεμίσει τη ζωή του ανθρώπου με περιεχόμενο και αγάπη. Το κυριότερο, όμως, αυτό που σε όλες τις ενότητες της συλλογής συμπαραστέκεται στην ψυχή, παρηγορώντας ή εμπνέοντας, είναι η ποίηση. Οι ήχοι της χαϊδεύουν ακατάπαυστα τα αυτιά της ποιήτριας, την εξωθούν να μετατρέψει τα αισθήματα σε στίχο, σε θεραπευτικό ποιητικό λόγο.
Τα δύο τελευταία μέρη έχουν μεταφυσικές προοπτικές, εκφράζουν αγωνίες υπαρξιακές, είναι τα ερωτήματα του ανθρώπου μπροστά στην αμφιβολία και το δέος μπροστά στο άγνωστο. Οι τίτλοι που τους δίνει, «Μεταφυσικοί στοχασμοί» και «Παρορμήσεις», είναι χαρακτηριστικοί του περιεχομένου τους. Το φως, η σιωπή, η υποβολή, ο χρόνος με τις ποικίλες φανερώσεις του, ο θάνατος εν τέλει, που καιροφυλακτεί, απασχολούν την ΑΤ, στην προσπάθειά της να προσεγγίσει το δυσερμήνευτο της ζωής. Στο ποίημα «Άνοιξη» γράφει:
Άτυχος που πεθαίνει τέτοια μέρα
με το φως λιγοστό στα δυο μας χέρια,
ώσπου να ανθίσει το χώμα στη γη,
να χαθούν τα πουλιά από τα μάτια μας,
είδαμε τόσα λίγα.
Έτσι, οι ανησυχίες, τα κενά, οι αμφισβητήσεις μετατρέπονται σε παρορμήσεις, σε τρόπους αντιμετώπισης των μεγάλων ερωτημάτων, που συνιστούν ταυτόχρονα και τρόπο ζωής, όπως την βλέπει η ΑΤ στο ποίημα «Πορεία» (σ. 64),
Ένα κλειστό δωμάτιο η ζωή
με δυο παράθυρα
για να στρέψει το βλέμμα
ο άνθρωπος στη Δύση ή στην Ανατολή.
Έχω την αίσθηση ότι η ποιήτρια, αφού  κατέθεσε τις σκέψεις της στα δύο πρώτα μέρη της συλλογής της και αφού τα πύκνωσε με γνωμικό τρόπο στις ψηφίδες της, από τον έρωτα και μετά κινείται στο πεδίο της ύπαρξης, αναζητώντας το βαθύτερο νόημα της ζωής. Φύση, ο τρισδιάστατος χρόνος, το θαύμα της ζωής και η ανεξήγητη συντομία της την κατευθύνουν στην ερμηνεία του ψυχικού κόσμου του ανθρώπου, διακρίνοντας τις θέσεις και τις άρσεις του, από την ελπίδα, την έννοια της συνείδησης και τη λειτουργία της μνήμης ἐως τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μετεμψύχωση ως πιθανή επάνοδό του στον κόσμο. Οι παρορμήσεις της, κινήσεις συναισθηματικές, διεγερτικές του έσω κόσμου –η επανάσταση ως εξανάσταση των ψυχών είναι συνήθης στο λεξιλόγιό της–, συνιστούν και την πρότασή της.  Μια πρόταση εν εξελίξει, που ο χρόνος θα την παγιώσει σε σύστημα. Η εναλλαγή της σιγής και της σιωπής σε ήχους δεν αποτελεί αντίφαση. Είναι ακριβώς οι μυστικές φωνές που ακούει, αποκλειστικό προνόμιο των ποιητών, και η μετουσίωσή τους. Είναι η ποίηση, που κυριαρχεί επιβλητικά στη σκέψη της και διαπνέει όλες τις ενότητες της συλλογής της, η οποία από εργαλείο γίνεται πρωταγωνίστρια στο ταξίδι της από τον φυσικό κόσμο στη μεταφυσική του συνέχεια. Είναι αυτή η αλήθεια που από το εφήμερο ερωτεύεται το φως, όπως το δείχνει στο ακόλουθο ποίημά της, που πολύ ρεαλιστικά αντί «Αίσθηση» το αποκαλεί «Ψευδαίσθηση» (σ. 91»:
Η ζωή μας όλη
λευκά ψέματα,
απλωμένα ένα-ένα
να στεγνώσουν
κάτω από τον ήλιο
για να γίνουν ήθος,
για να γίνουν φως.
Είναι η ποίηση που την οδηγεί σε «Επιλογές» (σ. 92-93), αντιτασσόμενην στο μοιραίο, ώστε να επιλέγει «χρώματα της επανάστασης, αξεθώριαστα στην ψυχή», «τον έρωτα μπροστά στη συνήθεια», «τη ζωή [ως] έξοδο από το συμβατό, το ταξίδι της ευμάθειας στην άκρη της άγνοιας». Είναι οι ποιητές που επιμένουν μάταια να ανατρέπουν τις ψευδαισθήσεις, δίνοντας νόημα στο εφήμερο. Είναι η ψυχή, αυτή η άγνωστη αλλά και θαυματουργός δύναμη, που μέσα της κρύβει τεράστια ηθικά φορτία, τα οποία δεν εμπίπτουν στη γνώση ούτε στην άγνοια, αλλά αποτελούν πηγές της δοξασίας, δηλαδή της γέφυρας, της μεσότητας εκείνης, που από το σκοτάδι στρέφεται ερωτικά, άρα και ποιητικά, προς το φως και προμηνύει οραματικά το νέο.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.