ΒΑΣΙΛΚΑ ΠΕΤΡΟΒΑ-ΧΑΤΖΗΠΑΠΑ

Η Βασίλκα Πετρόβα-Χατζήπαπα γεννήθηκε στη Σόφια. Σπούδασε Γερμανική και Αγγλική Φιλολογία.. Είναι σύζυγος του συγγραφέα Χρίστου Χατζήπαπα, εγκατεστημένη μόνιμα στην Κύπρο από το 1976. Εργάστηκε ως Λειτουργός Τύπου για πολλά χρόνια στο Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών όπου επιμελήθηκε πολλές εκδόσεις στα γερμανικά, αγγλικά και βουλγαρικά.
Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές «Γουλιά αέρα», Λευκωσία, 1983, «Ζωή
που αναβλήθηκε» εκδόσεις «Μπαλκόνι», Σόφια, 2003, «Λέξεις από καρύδι», εκδόσεις «Πλάμακ», Σόφια, 2009 και «Η μοναδική λέξη», εκδόσεις «Περί λύχνων αφάς», Λευκωσία, 2010. Η ποιήτρια εκφράζεται ποιητικά τόσο στη μητρική της γλώσσα όσο και στα Ελληνικά. Η ίδια έχει κάνει την ανθολόγηση και το μεγαλύτερο μέρος των μεταφράσεων του ειδικού αφιερώματος στην Κυπριακή Λογοτεχνία του έγκυρου βουλγάρικου λογοτεχνικού περιοδικού «Πλάμακ», τεύχος 11-12, 2009.
Έγραψε θεατρική κριτική στις εφημερίδες «Φιλελεύθερος» και «Το βήμα» της Κύπρου, ενώ για πολλά χρόνια είχε τη στήλη της θεατρικής κριτικής στην εφημερίδα Πολίτης. Μαζί με τον σύζυγό της συγγραφέα Χρίστο Χατζήπαπα έχουν μεταφράσει ποίηση, πεζό και θεατρικά έργα από τη βουλγαρική που παίχτηκαν από τη σκηνή του ΘΟΚ και του Σατιρικού Θεάτρου.

1-βιβλιο

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ (2010)

«…μη προσδοκώντας πλούτη να δώσει η Ιθάκη
Η Ιθάκη σ’ έδωσε το ωραίο ταξίδι
Χωρίς αυτή δεν θάβγαινες στο δρόμο»

Κ.Π.Καβάφης
 

ΣΤΟΝ ΠΡΩΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ

Διάβαζε αργά τις λέξεις
γουλιά γουλιά
για να ’χουν χρόνο
σαν πουλιά
μες στο ψηλό δωμάτιο να πετάξουν.
Ξελιγωμένα, μετά από μπόρα,
από ταξίδι μακρινό
πάνω από χειμωνιάτικους γιαλούς
πετώντας
να βρίσκουν καταφύγιο στην κάμαρά σου.
Το κελάδημά τους στο ταβάνι θα ηχήσει
κι ήσυχα στον τοίχο θα κουρνιάσουν
έπειτα ώρα πολλή
μες στο σκοτάδι θα σιωπούν.

ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ

Ξεραΐλα παντού κι αναβροχιά
Όρθια στ’ αλήθεια τα δέντρα πεθαίνουν.
Τα πουλιά πετούν μακριά
ο ουρανός παίρνει φωτιά
το χώμα γίνεται στάχτη.
Από σύννεφο ούτε σημάδι.
Στράγγιξε του φεγγαριού η άλως
και του πουλιού το τελευταίο δάκρυ.
Αργεί χρόνο και πάνω η βροχή.
Το σπουργίτι σε φυλλωσιά ξερή έχει πνιγεί.

Ξεραΐλα παντού κι αναβροχιά.
Και σκόνη, σκόνη, σκόνη!

Κύπρος 2006 – 2007

Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΛΕΞΗ

Δεν αγάπησα όπως μπορούσα.
Δεν αγαπήθηκα όπως θα ‘θελα.
Δεν έχω βρει
τη μοναδική τη λέξη
τον ήχο τον μοναδικό
που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει.
Τη σκέψη τη μοναδική
που τον πυρήνα ξεκλειδώνει,
της ζωής.
Δεν έχω βρει
του αιώνιου τη διάφανη σφαίρα
που κάθε τι δικό μου
ζεστό, σπαταλημένο,
σε δάκρυ κρυστάλλινο μαζεύει.

ΠΥΓΟΛΑΜΠΙΔΕΣ

Δεν κατανοούμε μήπως
και δε δεχόμαστε το τέλος
την έκρηξη εκείνη τη μικρή
που τον πυρήνα σπάζει
του θαύματος
της ζωντανής μας ύλης;

Έτσι τάχα διαφέρουμε
από τ’ άστρα
που σβήνουνε σε τροχιά
στη σιωπή
ή τους σπινθήρες
που κυλά αδιάφορα
ο άνεμος
στα ρείθρα των λεωφόρων;

Ή τέλος μοιάζουμε
με τις πυγολαμπίδες
που εν πτήσει χάνονται
μες στο σκοτάδι;

Και στάζει του φωτός
το κάλυμμα νεκρό
πάνω σε ξεραμένα φύλλα
και βότανα καμένα. 

ΣΑΝ ΜΕ ΒΑΛΟΥΝΕ ΣΤΗ ΓΗ

Σα με βάλουνε στη μαύρη γη
και τα βλέφαρα πασπαλίσει χώμα
αγγελικά φτερά θα σκαρφιστώ
να το τινάξω πέρα.
Τους οδοδείκτες να γυρίσω
πάνω απ’ του χρόνου τον άσπρο βράχο
να πετάξω
μέχρι της μάνας μου το σπλάχνο.
Ήσυχα να κάτσω εκεί
περιμένοντας
ξανά να γεννηθώ.

Ο ΝΕΚΡΟΣ ΠΛΑΝΗΤΗΣ

Είναι ίσως η αγάπη
εκείνος ο νεκρός πλανήτης,
αστέρι
που έσβησε κρυφά από μας
εδώ κι εκατομμύρια έτη φωτός.

Και η λάμψη του σ’ εμάς
απατηλά
ακόμη ταξιδεύει;

ΝΑΙ, ΜΠΟΡΩ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΝΑ ΖΗΣΩ

Ναι μπορώ και με τη θλίψη να ζω
αφού μέχρι τώρα έτσι έχω ζήσει.
Να μάθω πιο ελαφρά να ανασαίνω
να κρύβω τον τραχύ μου φόβο
να διδάσκομαι αργά τη μη προσμονή
ακούγοντας το ρίγος του κορμιού.
Κι όσο για τους άλλους
καλοσύνη να δείχνω κι αποδοχή.
Ναι, μπορώ και έτσι να ζήσω.

Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΥΠΝΟΣ ΤΗΣ ΚΟΙΜΩΜΕΝΗΣ ΚΑΛΛΟΝΗΣ

Μόνη της θα ξυπνήσει
από το δεύτερό της ύπνο
η κοιμωμένη καλλονή.
Ο αγγελιαφόρος
της έφερε κακά μαντάτα
θα δικαστεί γι’ αυτό
και θα πεθάνει.

Ναι, ο πρίγκιπάς της είναι μακριά.
Πήγε να ξυπνήσει
κάποια άλλη
κοιμωμένη καλλονή…

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Σαν με ξεβγάλει η ρουφήχτρα
σε κάποια φθινοπωρινή ακτή
με σώμα κατάκοπο
μάτια σβησμένα
δε θα ξαναβρώ δυνάμεις
να ριχτώ αντίθετα στο ρέμα.

Θα μείνω στην ακτή
το άλικο ρεμβάζοντας της δύσης
ενώ θα σβήνουν
άτακτα τα φώτα
στα βλέφαρα των οριζόντων.

ΑΡΙΑΔΝΗ

Σουρούπωσε.
Άναψαν των αστεριών οι δάδες.
Κι εγώ μες στο λαβύρινθο
μονάχη προχωρώ
μες στις ξερολιθιές.
Την πλάτη ακουμπώ στον τοίχο
ψηλαφώ ψιθυριστά.
Πότε από το χέρι μου
έπεσε το νήμα
και χωρίς τον Θησέα
πλανώμαι στο σκοτάδι.
Μπροστά δεν ξέρω και πίσω δεν μπορώ.
Δεν βρίσκω ηρεμία.
Μες στο λαβύρινθό μου έχω χαθεί.
Κι ο τοίχος δίπλα μου
όλο και ψηλώνει
βλαστάνοντας λες από τη γη.

ΓΡΑΦΕΙΣ

Μήπως με λέξεις πρέπει να γεμίσεις
μιαν ανεπάρκεια ασύλληπτη –
κάτ’ απ’ τα πόδια σου
χαίνον κενό;
Γράφεις, όλο γράφεις
ρίχνοντας μέσα λέξεις
γράμματα, ήχους…

Τι βάραθρο να ‘ναι αυτό;

ΧΙΟΝΟΣΤΙΒΑΔΑ

Ξυπνώ μέσα σε εύθραυστη σιωπή.
Απ’ το παράθυρο
του φεγγαρόφωτου γλιστρούν
χιονοστιβάδα οι λέξεις
γύρω απ’ το κεφάλι μου
μαζεύονται
με τους ψιθυρισμούς τους με σκεπάζουν.
Κι εγώ με χέρια και με πόδια μάχομαι
για λίγο αέρα.
Μα σαν αρχίσω να τις γράφω
γαληνεύουν
και στο λευκό χαρτί μπροστά μου
ήσυχα κι ωραία.
αρχίζουν να μιλούν.

Ο ΑΔΗΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ

Επαίτης δεν είμαι εγώ
στις παρυφές του θρόνου.
Αφού τον βασιλιά τον έχω στέψει εγώ
και σαν θελήσω
από το χρυσό του βάθρο
αυτός θα πέσει
με ελαφριά σπρωξιά
στη μαύρη λησμονιά του Άδη.

ΑΤΙΤΛΟ

Στη Ντάνκα

Τι να περιμένει τάχα

αυτή η παράξενη γυναίκα
νύχτες και μέρες
στην κάψα, στη βροχή
κοντά εκεί
στην τελευταία στάση.
Τι να περιμένει
η χλομή τούτη γυναίκα
με μάτια υγρά;
Από τα μέρη ετούτα
δεν περνά κανένας πια.

Περιμένει όμως αυτή
κι εγώ κρυφά ακολουθώ.
Τι άλλο τάχα ν’ αναμένει
μου ναι αδύνατο να φανταστώ.

ΗΡΕΜΙΣΤΙΚΟ

Η γαλήνη
ρέει αργά στη φλέβα
και χαϊδεύει τις αισθήσεις.
Με την όπισθεν, σαν τα καβούρια
υποχωρούν οι φόβοι, η ταραχή.
Σκέψεις αγκαθερές
χαρές φαρμακωμένες
φεύγουνε σαν καπνός θαρρείς
από την καμινάδα.
Κι εγώ να μπαίνω στον άσπρο κήπο
της σιωπής και των σκιών
κι αφήνοντας εκεί τα βάρη
παίρνω δρόμους φωτερούς γαλήνιους.
Όλο και πιο σιωπηλά
λες από μακριά
ο χρόνος την καμπάνα του χτυπά.

Κι εγώ αδιάφορα να παρακολουθώ
πώς μέσα στον σύντομο μου ύπνο
για μένα σαν αστείο ακόμη
ύπαρξη και ανυπαρξία δουλεύουν.

ΕΓΝΟΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ

Εσύ, εωθινό καθάριο δάκρυ
γιατί τόσο νωρίς να με ξυπνάς;
Η δρόσος στάζει απ’ τα λουλούδια.
Λάλησαν τρεις φορές οι πετεινοί.
Πού άραγε ν’ αργεί το φως;
Ξέρω: Και σήμερα
θ’ αποχωρήσει το σκοτάδι
θα λάμψει η μέρα.
Και σήμερα μεγαλόπρεπα πυρρός
θα κυλήσει στον αναμμένο θόλο
ο ήλιος.
Θα ξεχυθεί και πάλι
η συμφωνική του μουσική
με ακτίνες άλικες.
Χορωδία ποικιλόχρωμη
φωνές ευφραντικές
από παντού θα ηχήσουν.

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΒΡΟΧΗΣ

Νοστάλγησα τη βροχή
Και την υγρή σκιά της.
Τον αέρα που φωτίζει.
Της βαλανιδιάς την ευωδιά
και των κουκουναριών.
Το φως που
από τα φύλλα
της λεύκης κυλά.
Τις σταγόνες στο μέτωπο
που κουβαλούν της λήθης δροσιά.
Την πάχνη του φθινοπώρου νοσταλγώ
την ανάσα του παγωμένου λιβαδιού.
Τη νοσταλγώ και την προσμένω.
Εκείνη τη βροχή.

ΤΑ ΑΓΕΝΝΗΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Με περιμένουν κάπου
με μάτια άρρωστα, ασχημάτιστα, άδεια.
Μέλλον παγωμένο.
Απρόσιτος τοίχος, παγερός.
Η ανάσα πάνω του κολλά.
Και στέκομαι εγώ
με νιφάδες χοντρές σκεπασμένη
σαν συγχώρεση ή λησμονιά.

Τριγύρω όλα καθαρά.
Εγκαταλελειμμένα.

“Στιγμή που έκλεισε την είσοδο της
προς την έξοδο της μας καλεί…
Πίσω μένει η ανάμνηση μονάχα
σκόνη το νερό, υγρό η πέτρα”

Γκεόργι Κοσταντίνοβ

ΛΕΞΕΙΣ ΑΠΟ ΚΑΡΥΔΙ

Τις άγραφές μου λέξεις
μάζευα ολημερίς
τις έκρυψα
σε φλούδες καρυδιού.
Ήρθε το απόγευμα
το ξανασκέφτηκα.
Τις κρέμασα στην καρυδιά.
Μα ήρθανε κόρακες τη νύκτα
αρπακτικά
και το πρωί
μήτε τσόφλια βρήκα
μήτε λέξεις.

Τώρα θα τις φροντίζουν
ο άνεμος κι η μπόρα.
Και στο στερέωμα τ’ ουρανού
με καρυδότσουφλα
θα γράφουν
τους τρυφερούς μου στίχους.

ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙΣ…

Να μιλήσεις θέλεις.
Των λέξεων που πονάν
το γκρίζο περιτύλιγμα
να σκίσεις.
Χτυπάς σε πόρτες διπλανές
μα τη φωνή σου δεν ακούν. γης
σε βάζο διάφανο
τις χύνεις σε ποτήρια έπειτα
σαν δάκρια παγωμένα.
Τη μέρα με γουλιές μικρές
τις πίνεις
το αφέψημα πικρό.
Και κάποτε τη νύχτα
από σταγόνες που σπιθίζουν –
στίχους
από κρυστάλλους κοφτερούς
αραδιάζεις στο χαρτί.

ΜΠΑΛΤΣΙΚ*

Μακριά μέσα στη θάλασσα
ο ήλιος άνοιξε το μοναδικό χρυσό του βλέφαρο.
Μαγεμένος ο πράσινος λόφος
στις μύτες σηκώνεται
να δει τον ορίζοντα.
Σμήνη γλάρων με κέρινα φτερά
ξυπνούν τον ψιθυρισμό
καταρρακτών που σίγησαν.
Πάνω από πίθους αρχαίους
δειλά στριφογυρίζουν
στον ασημένιο αέρα
οι μέλισσες.
Κι ο φλοίσβος ζεστός
τη στερνή ανάσα των κυμάτων
γυροφέρνει.

Και κάπου μακριά
στης όχθης την τεφρή γραμμή
μια γυναίκα περπατά.
Λες
σαν σκύλο
τη μοναξιά της
σεργιανά.

* Παράκτια πόλη της Βουλγαρίας, γνωστή για την ομορφιά και το ξακουστό ανάκτορό της.

ΧΩΡΙΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΕΠΙΛΟΓΗΣ

Η ζωή μου – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσα να ζήσω.
Θέμα επιλογής…
Η ζωή σου – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσες να ζήσεις.
Θέμα επιλογής…
Η ζωή μας – μια απ’ τις πολλές
που θα μπορούσαμε να ζήσουμε.
Η ζωή σας – μια απ’ τις πολλές.
Πάντα θέμα επιλογής.

Τώρα πια σε μονοπάτι χωρίς σταυροδρόμι.
Και χωρίς δικαίωμα επιλογής.

«Κάτω από τα χόρτα της πόλης μου πλαγιάζω…»

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

Έρχονται κάποτε στιγμές –
αγωνίες, ταλαντεύσεις
βαθιές, σουβλερές
αποκαλύψεις.

Στο πάτωμα κάτω
κομματάκια αμέτρητα συντριμμένος
ο καθρέφτης
του εαυτού σου.

Εσύ από πάνω του
κομματάκι κομματάκι
μαζεύεις
μα είναι η εικόνα στρεβλωμένη.
Με ματωμένα δάκτυλα
μαζεύεις ξανά
τη μορφή σου.

ΛΕΞΕΙΣ ΜΝΗΜΕΣ

Ανεπανόρθωτα λοιπόν σας εγκατέλειψα
εσάς που πιο μοιραία έχω αγαπήσει.
Εσάς τάχα που καταδίκασα σε λήθη;
Και τώρα μες στον τραχύ μου στίχο σας γυρεύω..

Περνούν οι μέρες σαν σκιές ξυπόλυτες,
δεν κλαίω, δεν φωνασκώ, μήτε τον ουρανό καλώ.
Μνήμες αβέβαιες, λέξεις που τρεκλίζουν
την καρδιά με νύχια ξύνουν μυτερά. 

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Η βαλίτσα περιμένει.
Πόσα όμως πράγματα να βάλω
που δεν μπορώ να στερηθώ.

Μπορώ τάχα να πάρω της πασχαλιάς τις ευωδιές
τον ουρανό που κάτω του μεγάλωσα
τις καταπράσινες πεδιάδες
των αδέκαστων βουνών τα ύφη,
και τους ανθρώπους
που μοιραζόμασταν μαζί τη θλίψη;

Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.
Να όμως που σε παίρνω –
καθρέφτισμα στο δάκρυ,
μ’ εκείνα τα μικρά αιμοσφαίρια
με τα οποία αναπνέω.
Φεύγω. Ξανά αναχωρώ.

ΕΥΘΡΑΥΣΤΟ ΤΕΙΧΟΣ

Πού τάχα να πηγαίνει ο χρόνος
σα σβήνουνε τα φώτα των στιγμών
και την ουρά του αιθέρια παρασύρει
το παρελθόν
που λέγεται ζωή;

Μπορεί και σαν ακτίδα αόρατη
ή και δόνηση πραϋντική
το εύθραυστο να διαβαίνει τείχος
εκεί που η ανάσα μας παγώνει;

Και ύστερα αναστοιχίζεται
με τη σειρά,
με μεγαλείο
και πόνο
περιμένοντας εκεί
να τον προφτάσουμε;

ΚΥΠΡΙΑΚΟ ΤΟΠΙΟ

Υγρό κολλά το σκοτάδι.
Με φωτοστέφανο θολό
λάμπει η σελήνη.
Λευκή ομίχλη, ευωδιαστή
το ξερό χορτάρι
ανασταίνει.
Χαδιάρα νύχτα.
Η μυρωδιά του κάμπου
μες στα μαλλιά φωλιάζει.

Και μόνο ο φωτισμένος δρόμος
της ασφάλτου
προς τον νηφάλιο κόσμο
ανυποχώρητα τραβά.

Ποιήματα για τη μητέρα

III. ΣΚΟΙΝΕΝΙΕΣ ΣΚΑΛΕΣ

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

Χαμογελώντας εσύ
με περιμένεις
στο λευκό μονοπάτι
να μου διηγηθείς
πώς γίνανε όλα τούτα.
Πώς η εστία μας έσβησε
και το κενό μας κοιτάζει
μ’ ασπρισμένο μάτι;
Πώς οι κάμαρες γέμισαν
πτώματα πεταλούδων
σκονισμένα
κι η σκόνη τους
πασπαλίζει τα κεφάλια μας;

Αποκοιμιέμαι και παίρνω
τις απόκρημνες σκοινένιες σκάλες
για την κορυφή.

V. ΜΑΥΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Ξύνω με το νύχι
την ανθρώπινη πληγή
που έχει επουλώσει
μέσα στην ψυχή
και φέρει το όνομα αιωνιότης.

Αιμοσταλάζει
μέσα μου ο κόσμος.

VI. ΑΚΟΥΜΠΗΣΑ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ

Ακούμπησα το θάνατο
με μουδιασμένα δάκτυλα.
Δεν ήταν πυρά
δεν ήταν πάγος
μήτε φωνή ήταν
μήτε κτύπημα.
Απλώς μια ρουφήχτρα σιωπής.

Τα δάκρυα μου κυλούσαν
στο τραχύ τίποτε
της απουσίας
και πέφτανε στη σκόνη
λάσπη.

VIII. ΘΛΙΨΗ

Η θλίψη πέφτει –
διάφανες σταγόνες
στο παγερό ένδυμα της μέρας.
Σβήσαν τα μάτια σου.
Μακριά σπινθηρίζουν τ’ αστέρια
στον παρατεταμένο
αποχαιρετισμό μαζί σου.

Χύθηκε η μέρα με τα δάκρυα
και κάπου στο σκοτεινό αχανές
χτυπά, κόκκινη
η καρδιά του σύμπαντος.

ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Κατά Άντερσεν

Μας εγκαταλείπουν
οι ορφανεμένες ελπίδες,
μαραίνονται οι μεγάλες προσμονές μας.

Κατακερματίστηκε το μέλλον
σε κομμάτια σκορπίστηκε
σαν τον κυρτό καθρέφτη
όπου μέσα αντανακλούσαμε τον ήλιο
τον δίκαιο.

Κάποιοι χαίρονται ακόμη
τα θραύσματα
που επωφελώς τους περιβάλλουν.
Άλλοι ματώνουν τα δάκτυλα
για να τα αποσπάσουν
από το στρεβλό σώμα του καιρού
όπου είναι σφηνωμένα.

Είναι κι αυτοί
που τρίβουν τα μάτια
ίσως εκβάλουν με το δάκρυ
του καθρέφτη τη σκόνη
που παραμορφώνει τον κόσμο.

Και μονάχα ο διάβολος
επιστρέφει ξανά
στο παραμύθι.

ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑΣ

Ιεροφάντη δυνάμεων και μορφών
που μες στα χέρια σου διαλύονται
σαν από ρέμα φαγωμένος ασβεστόλιθος,
πλάθεις μορφές και σχήματα
κωφεύοντας
στα υποβρύχια ρεύματα της εποχής.

Σε φοβίζουν ταραχώδεις άνεμοι
κατολισθήσεις πάγων
του πλήθους η καυτή ανάσα.

Ίσως γι’ αυτό
η ρωγμή στο σμιλεμένο έργο
περνάει τώρα απ’ την καρδιά σου.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟ ΠΙΣΤΕΥΕ

Πριν από καιρό
ποιος θα πίστευε
πως θα ‘ρθω εδώ
σε τούτη τη γη
καμένη του ήλιου
και της προδοσίας.

Να διαβάσω τη χιλιοχρονίτικη
γλώσσα των χόρτων
και εκείνων των ριζών
που σκαλίζουν το βάθος
στην καθημερινή τους πάλη
με την δίψα.

Στις πέτρινες βαριές αυλές
να γυρέψω σκιά
να βολέψω την ελπίδα
κοντά στους άσπρους τοίχους της υπομονής.

Σπίτι να χτίσω
στον κρατήρα
κατ’ απ’ τα διασταυρούμενα πυρά
των τουφεκιών.

Από τον τόπο μου
τόσο μακριά
να διδάσκομαι
μίσος κι αγάπη.

ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ

Όταν το βράδυ σα φτερά πεταλουδίσια
κάτ’ από τις λάμπες εφημερίδες κιτρινίζουν.

Όταν αμέτρητοι σταθμοί με φωνές βραχνές
τον Πύργο της Βαβέλ επαναρχίζουν.

Όταν η κλειστή πόρτα
των τεσσάρων τοίχων
τις τρεις διαστάσεις χαράξει.

Τι περιμένεις;

Στα ενυδρεία του αλκοόλ πωλείται ανεμελιά.
Τρέχα. Μονάχος ανάσυρέ την
από το λάρυγγα των σαξοφώνων.
Η μέρα θα ’ναι μεγάλη.

Η μνήμη της καρδιάς χτίζει τον κόσμο.
Πάρε από το ρεύμα πέτρες, τις πιο λείες.
Η μέρα θα ‘ναι μεγάλη.

ΛΕΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ

Κάπου στο ξυλιασμένο δειλινό
κάπου μες στην τυφλή νυχτιά
περιπλανιέται η σκιά μου.

Δεν άπτεται του ονείρου των πραγμάτων
δεν ακουμπά στην κόψη του ανέμου
κάπου η σκιά μου.

Κάποτε μες στα χρωματιστά χαμόγελα της μέρας
το λευκό χαμόγελό μου κάποιος διακρίνει.
Και μπρος στην αμίλητη βαθιά ερημιά
τρομαγμένο βλέμμα αποκλίνει.

ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΛΕΥΚΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Στις σκοτεινές μας μέρες
σαν ο καθένας προσκολλάται
με νύχια και με δόντια
στην ύπαρξή του τη μοναδική

Σε αίθουσες λευκές
πετούν
της ζωής οι άγγελοι λευκοί.
Με μάσκες ταπεινές
μπλε ρόμπες,
κάποτε και χωρίς αυτές,
υπερβαίνουν
τη φοβισμένη μας προσκόλληση στο Εγώ.

Μέρες και νύχτες,
κρατάνε την παρηγοριά στα χέρια τους –
αυτών που αναχωρούν
κι αυτών που μένουν.

ΚΑΘΩΣ

Καθώς παίρνω το πρόγευμα
χιλιάδες άνθρωποι μολύνονται
Καθώς πίνω τον καφέ μου
Χιλιάδες άνθρωποι πεθαίνουν
Καθώς μιλώ στο τηλέφωνο
χιλιάδες άνθρωποι στις ουρές των νοσοκομείων

Καθώς κοιτάω από το παράθυρο
χιλιάδες άνθρωποι ξαπλώνουν μπρούμυτα
για ν’ αναπνεύσουν.
Καθώς αναπνέω
χιλιάδες άλλοι δυσκολεύονται.
Καθώς πίνω τα φάρμακά μου
χιλιάδες άνθρωποι
αφήνουν την τελευταία τους πνοή.

.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΦΡΑΓΚΟΣ έγραψε

Εφημερίδα Ο Φιλελεύθερος 10/3/2016

Περί νόστου πατρίδος και έρωτος

Η ποίηση της Βασίλκας Χατζήπαπα, όπως τουλάχιστον τη γνωρίσαμε στα κυπριακά γράμματα, από μόνη της – apriori – συνιστά ένα διπλό επίτευγμα. Και αυτό έγκειται στο ότι: α) παρά το γεγονός ότι έχουμε να κάμουμε με μια ποιήτρια που δεν γράφει στη μητρική της γλώσσα, β) παρά το γεγονός ότι έχουμε να κάνουμε με μια ποιήτρια ιδιαίτερα ολιγράφο, το έργο της συνολικά χαρακτηρίζεται από μια βαθιά ομοιογένεια, αισθητική, θεματική και υφολογική.
Τόσο στην πρώτη ποιητική συλλογή της «Γουλιά αέρα» (1983), όσο και στην υπό αναφορά δεύτερη συλλογή «Η μοναδική λέξη» του 2010, η Β.Χ. δημιουργεί μια ποίηση βαθιά αισθαντική, ιδιαίτερα χαμηλόφωνη, υπογείως εσωτερική και γενικά μια γλυκιά γαληνεμένη ποίηση ωριμότητας. Μεταξύ των δυο κυπριακών συλλογών βέβαια, μεσολάβησαν δυο βουλγάρικες ποιητικές συλλογές- «Ζωή που αναβλήθηκε» (2003) και «Λέξεις από καρύδι» (2004) – για τις οποίες δεν μπορούμε να έχουμε γνώση και γνώμη. Υποθέτουμε όμως ότι νομοτελειακά, η ποίηση της Β.Χ., τόσο στα βουλγάρικα όσο και στα ελληνικά, ακολουθεί την ίδια νοηματική, αισθητική και θεματική γραμμή. Και μάλλον κάποια ποιήματα θα συνυπάρχουν και στις δυο γλώσσες. Ασχέτως του ποια γλώσσα ήταν η γλώσσα της πρώτης γραφής τους, τα ελληνικά ή τα βουλγάρικα.
Στη συλλογή «Η μοναδική λέξη» η δεσπόζουσα θεματολογία της Β.Χ. χαρακτηρίζεται από ένα διπολισμό, νόστος πατρίδας, ο πλέον ισχυρός πόλος και έρωτας, ο έτερος βασικός πόλος. Όμως η Β.Χ., είτε πραγματεύεται τη νοσταλγία για την ιδιαίτερή της πατρίδα, είτε πραγματεύεται το προσφιλές θέμα του έρωτα, γράφει ποιήματα βαθιά ενδοσκοπικά, που ξεκινούν από μέσα της. Αφού τα πιο πολλά ερεθίσματά της είναι εσωτερικά, εκκινούν από τον ψυχικό, το συναισθηματικό της κόσμο.
Από το νόστο πατρίδας είναι διάχυτη ολόκληρη η συλλογή της Β.Χ., ακόμα και σε ποιήματα που δεν ανήκουν αμιγώς σε αυτή τη θεματική. Το θέμα αυτό έρχεται και επανέρχεται συνεχώς, πότε ευθέως και πότε πλαγίως, αλλά πάντοτε ελαυνόμενο από μια βαθιά εσωτερικότητα. Θεωρώ ότι την πλέον επαρκή συμπύκνωση της έννοιας του νόστου πατρίδας πέτυχε η Β.Χ. στο ποίημα «Κάτω από τα χόρτα της πόλης μου πλαγιάζω» (σελ.85) όπου λέει: «Έχω κουραστεί, στον ύπνο μου να φεύγω / με την αυγή να επιστρέφω».
Αλλού πάλι, στο ποίημα «Όχι, δεν είν’ αλήθεια» (σελ.95), με ιδιαίτερη ευστοχία παρομοιάζει τους νοσταλγούντες την πατρίδα, «Όπως το δέντρο που γερνά / που με τα χρόνια όλο και πιο χαμηλά / στις ρίζες γέρνει».
Μένοντας στην ίδια θεματική, θα έλεγα ότι η Β.Χ. ντύνει με όμορφα, νατουραλιστικά χρώματα τις αναμνήσεις από την ιδιαίτερη της πατρίδα. Κι αυτό το στοιχείο είναι ιδιαίτερα ευδιάκριτο στα ποιήματα «Μεταφυτευμένη» (σελ.36) και «Νοσταλγία βροχής» (σελ.59). Τα ίδια νατουραλιστικά αλλά και ιμπρεσιονιστικά στοιχεία εντοπίζονται και στο ποίημα της «Μπαλτσίκ» (σελ.71)
Περνώντας στο δεύτερο βασικό θεματικό πυλώνα στην υπό αναφορά ποιητική συλλογή της Β.Χ., τον έρωτα, θα έλεγα ότι αυτός, κατά κύριο λόγο, τυγχάνει λογοτεχνικής-ποιητικής επεξεργασίας ως πεπερασμένο, τετελεσμένο γεγονός, σε φθίνουσα πορεία ή ως ανάμνηση παλιά. Όπως π.χ. στο ποίημα «Ο νεκρός πλανήτης» (σελ.25), το οποίο και παραθέτω ολόκληρο: «Είναι ίσως ο έρωτας / εκείνος ο νεκρός πλανήτης / αστέρι / που έσβησε κρυφά από μας / εδώ κι εκατομμύρια έτη φωτός. / Και η λάμψη του σ’ εμάς / απατηλά / ακόμη ταξιδεύει;».
Ο έρωτας τυγχάνει ποιητικής πραγμάτωσης σε παρελθόντα χρόνο ακόμα και στο ποίημα: «Λέσβος» (σελ.52), όπου και με έντονα στοιχεία ποιητικής, η Β.Χ. με δηκτικότητα και ευκρίνεια, ψέγει τους διαβολείς, τους διαστροφείς, τους διαβρωτές του έρωτα αλλά και εκείνους που τον εκχυδαΐζουν και τον εμπορεύονται.
Παρά τους παρελθόντες χρόνους που κατά κόρον χρησιμοποίησε στα ερωτικά ποιήματά της, η Β.Χ. δεν χάνει την πίστη της στον έρωτα. Π.χ. στο ποίημα «Μαγικός άνθρωπος» (σελ.56) τραγουδά τη μαγεία ν’ αγαπά κανείς και ν’ αγαπιέται, παρουσιάζοντας τον ν’ αποκτά έτσι υπερφυσικές ή μεταφυσικές και εξωγήινες δυνατότητες.
Αν και στα πλείστα ερωτικά ποιήματά της, ο έρωτας είναι κυρίως ανάμνηση και σπανίως προσδοκία, στη συλλογή εντοπίζεται και αναλόγου προοπτικής ποίημα, που είναι το «Ελπίδα» (σελ.100)
Ως κριτική επισήμανση θα ήθελα να σημειώσω ότι, κατά την άποψή μου, στα υπαρξιακά, φιλοσοφικά ποιήματα της Β.Χ. η αισθητική καταξίωση είναι, κατά κανόνα, ασθενέστερη απ’ ότι στα ερωτικά ή στα νοσταλγικά για την ιδιαίτερη πατρίδα ποιήματά της. Συγκριτικά πιο εύστοχη όσον αφορά πάντα την αισθητική καταξίωση, μένει και στα ποιήματα ποιητικής. Στα τελευταία συγκαταλέγω τα ποιήματα «Λέξεις από καρύδι» (σελ.65) και «Να μιλήσεις» (σελ.66). Στοιχεία κυνισμού, έντονα συνυφασμένα με ευδιάκριτα ψήγματα ποιητικής εντοπίζονται και στο ποίημά της «Γράφεις» (σελ.42) που παραθέτω ολόκληρο: «Μήπως με λέξεις πρέπει να γεμίσεις / μιαν ανεπάρκεια ασύλληπτη – / κατ’ απ’ τα πόδια σου / χαίνον κενό; / Γράφεις, όλο γράφεις / ρίχνοντας μέσα λέξεις / γράμματα, ήχους… / Τι βάραθρο να’ ναι αυτό;».
Καίρια κρίνω τα πολύ ευσύνοπτα, ακαριαία εύστοχα ποιήματα της όπως το «Αναμονή» (σελ.75) όπου μόλις μέσα σε οκτώ λέξεις, λέει: «Αναμονή – / εύθραυστο γυαλί / σε πολύβουη σιωπή».
Από τη συλλογή της Β.Χ. δεν ελλείπουν βεβαίως και τα κοινωνικά σχόλια, έστω κι αν παρατίθενται κατά τρόπο αλληγορικό. Π.χ. στο ποίημα: «Εγκυκλοπαιδικό» (σελ.24) που παραθέτω ολόκληρο: «Κι αν κατά τύχη δεν είσαι / λύκος μονήρης / μάθε πως / στην αγέλη των αρπακτικών / διόλου ασφαλής δεν είσαι / μπρος στα δόντια τα μυτερά / των διπλανών».
Μια από τις κορυφαίες στιγμές του βιβλίου θεωρώ το ομότιτλο της συλλογής ποίημα, όπου η Β.Χ. υμνεί το αίσθημα του ατελούς, της ελλιπούς πληρότητας: «Δεν αγάπησα όπως μπορούσα. / Δεν αγαπήθηκα όπως θα ήθελα. / Δεν έχω βρει / τη μοναδική τη λέξη / τον ήχο το μοναδικό / που ανθρώπους κι αισθήματα μερεύει». (σελ.13)
Ολοκληρώνω με το εξής: Ποίηση, παν’ απ’ όλα, σημαίνει καταγραφή συναισθημάτων. Το συναίσθημα καθοδηγεί και τη Β.Χ. σ’ όλες τις ποιητικές της αναζητήσεις. Τη σημαντικότητα αλλά και τη συμπαντικότητα του συναισθήματος συμπυκνώνει η Β.Χ. μέσα από ένα και μόνο στίχο, στο ποίημα της: «Πολιορκία» (σελ.138) όπου, ανάμεσα σ’ άλλα λέει: «Η μνήμη της καρδιάς, κτίζει τον κόσμο».
Η Β.Χ. με τη δεύτερη ποιητική συλλογή της στα ελληνικά «Η μοναδική λέξη» αποδεικνύει πως με χαμηλούς τόνους, σεμνά υλικά και ανεπιτήδευτα συναισθήματα, μπορεί να γραφτεί αξιόλογη ποίηση.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.