Η Αγγέλα Μάντζιου γεννήθηκε το 1960 σ’ ένα χωριό με παλιά πέτρινα σπίτια. Είναι φιλόλογος. Στα ενδιαφέροντά της εκτός από την ποίηση, είναι το θέατρο και η δημοτική μουσική.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
ΠΟΙΗΣΗ
Πραμάνθα (1987}
Ιλάειρα (1991)
Ζεφύρων πλεύσεις (2013)
Νησιά της εξορίας (2015)
Γύρη ίριδας (2023)
ΠΕΖΑ
Στα Ντουρσέκια (2020)
.
ΠΟΙΗΣΗ
ΓΥΡΗ ΙΡΙΔΑΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΦΩΣ (2023)
ΓΥΡΗ ΣΤΟ ΦΤΕΡΟ
Κοίτα τους ανθρώπους
Περασμένοι από τα κύματα της ερήμου
Με σκονισμένα τα μαλλιά
Πέτρες στις τσέπες κουβαλούν
Στα μάτια τους πουλιά
Με ματωμένα χέρια
γνέφουν Στα νέφη των
καιρών Ακολουθούν τους
αετούς Στα ύψη, στις
χαράδρες Δρόμο ανοίγουν
Στα απάτητα βουνά
Το χιόνι πέφτει απάνω τους
Αλάτι στα κοπάδια
Πάνω τους έπεσαν βροχές
Κατακλυσμοί
Στις πολιτείες έρχονται
Και τις φωνές τους
Ο αντίλαλος ακούει ωκεανός
Η νύχτα σκοτεινή φωτιά
Λιχνίζει το όνειρό τους
Με άστρα μοιάζουν μακρινά
Σε δάσος καταπράσινο
Στάλες στα φύλλα
Μοιάζουνε δέντρα ιερά
Και σαν σιωπή σελήνης
Γύρη απάνω στο φτερό
Στης Ίριδας το τόξο
Ο άνεμος το φύσηξε και πάει.
ΟΙ ΔΑΝΕΙΚΕΣ ΛΕΞΕΙΣ
Ιδανικές
Είναι
Οι δανεικές λέξεις
Αυτές
Που πήρες από άλλους
Η θάλασσα τις φέρνει
Από μακριά
Και τα βουνά κρατούνε
Την ηχώ τους
Ο αέρας τις ακούμπησε
Και
Εκσφενδονίστηκαν σαν αστραπή
Στα πρόσωπα
Στα σπίτια
Στα αντικείμενα
Σωριάστηκαν
Στον άδειο χώρο
Οι ξένες λέξεις
Άθροισμα
Της ερημίας
Οι ξένες λέξεις
Δανεικές
Από ερήμους
Έρχονται
Οι δανεικές λέξεις
Θα σε βρουν
Την ιδανική στιγμή
Για να σου μάθουνε τον κόσμο
Άλλων λόγια
Με υπερατλαντική ταχύτητα
Θα πέσουν απάνω σου σαν κύμα
Μέσα στο φλεγόμενο σύμπαν
Τότε
Θα μάθεις να μιλάς
Κι αυτές θα πουν
Ό,τι είδαν.
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΑΙΓΩΝ
Διάφανη σταγόνα αλατιού
Στων βράχων το καπνισμένο αδράχτι
Ομίχλης αιθάλη στων νεφών την σύναξη
Βελάσματα στου ποταμού τον αντίλαλο
Του πρωινού το φως
Σπάζει στο ρόδι
Της ομορφιάς το δάκρυ
Του αποχωρισμού το μεγάλο ταξίδι
Ένας ίσκιος οξιάς στα μαύρα μάτια
Πουλιών ραμφίσματα και ψαλμωδίες
Στο απάτητο χιόνι
Κοιμούνται τα αστέρια
Στον χτύπο της καρδιάς σου
Σε νανουρίζουν οι μακρινοί ήχοι
Των παραμυθιών
Ξετυλίγουν σαν υφάδι στο φως
Τους ατμούς στα βρεγμένα
σκουτιά
Που ζεσταίνουν τα χωριάτικα τζάκια
Ένας θαμπός καθρέφτης
Μια αύρα σκόνης
Κουδουνάκια των θυμιατών
Στης ζωής το βέλος
Του κόσμου η ανάγνωση
Σαν ξημέρωμα.
ΕΡΚΟΣ
Σύννεφα αιωρούνται
Στου βυθού
Το γαλάζιο μάτι
Στον ύπνο των αγαλμάτων
Ακουμπούν
Σαν λεπτή ομίχλη
Το βάρος τους σκιάζουν
Αναλαμπές
Φωτιάς
Μοιάζουν πουλιά
Που ακινητούν
Σαν πέτρες
Το ουράνιο τόξο
Δένουν
Στο σύνορο της νύχτας
Μακραίνουν
Το τοπίο
Των ιριδισμών
Πέφτουν
Σαν της βροχής σταγόνες
Στην θάλασσα.
Ο ΦΑΡΟΣ ΤΗΣ ΟΣΤΡΙΑΣ
Έδυσε ο ήλιος
Τα ρούχα ανέμισαν στο σύρμα
Στο φως του φάρου
Φάνηκαν ρωγμές
Στο πρόσωπο
Σκιές
Στον τοίχο
Χάρτες
Αλλόκοτες
γραφές
Λουλούδια
Σινιάλα της Όστριας
Σαν ριπές
Από μοναχικό τραγούδι
Μέσα στην νύχτα
Σπάζει την σιωπή
Στον καθρέφτη του φάρου
Στην άκρη της θάλασσας.
ΟΜΠΡΕΛΕΣ
Ομπρέλες στον ουρανό των πόλεων
Ιμάντες και σύρματα
Νερά συντριβανιών
Κατακλυσμοί λέξεων
Τσαλαπετεινών
επισκέψεις Ασημένιες
αναλαμπές Στον ορίζοντα
Οιωνοί καλοτυχίας
Και μεταλλικό φεγγάρι
Στου νερού την αντανάκλαση.
ΑΣΤΡΟ
Εσύ
Μισός δέντρο, μισός θάλασσα
Γη και ύδωρ του κύκλου ενός ονόματος
Σε διαπερνούν ρεύματα
Σε μετατοπίζουν αέρηδες
Υδατογραφία μιας γεωγραφίας
Ηχώ λέξεων του πηλού και της φωτιάς
Αστρική σκόνη στην φλέβα των
ηφαιστείων
Εσύ
Μισός νησί, μισός Kένταυρος
Στην σκιά των σπιτιών
Στα νερά του ασβέστη
Από την αστραπή του
χρόνου Από το στάχυ των
νεφών Στον δρόμο της
ερήμου Σκόνης κουκκίδα
Εσύ
Μισός βράχος, μισός καράβι
Στο μπλε που σε περιβάλλει
Μάτι του ωκεανού
Ναυαγός
Εσύ
Στο σύμπαν του κόσμου
Φλεγόμενο άστρο.
ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΕΣ
Έφυγαν οι άνθρωποι γι’ αλλού
Πέρασαν την θάλασσα
Με φόβο μέσα στην νύχτα
Τα πουλιά άκουσαν τον χτύπο της καρδιάς τους
Τα αστέρια τους κοίταξαν από μακριά
Έσβησαν στον κρότο μιας λάμψης
Προτού ξημερώσει
Στο αίμα τους βάφτηκαν
Οι παπαρούνες της άνοιξης
θυσία
Στο όριο του χρόνου
Που ορίζει την ζωή των ανθρώπων.
ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΤΟ ΙΧΝΟΣ
Πέτρες θα σκεπάσουν το ίχνος των ανθρώπων
Πάνω τους θα περάσουν οι αίγαγροι
Και τα μουλάρια
Από τους δρόμους των κοπαδιών
Αέρας θα σηκωθεί
Και θα φανεί η θάλασσα τρικυμισμένη
Πολιτείες
Στης αλισάχνης το υγρό φως
Της φωτιάς ο συριστικός ήχος
Στο ξημέρωμα του κόσμου
Θα σκεπάσει το ίχνος των ανθρώπων.
ΠΑΛΙΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Γυρεύω, είπε
Τα παλιά σιδεράδικα
Τα μπρούντζινα ταψιά των γάμων
Την μυρωδιά της βροχής στα μάλλινα ρούχα
Την κλωστή του ροδιού
Της μυρμηγκοφωλιάς το μαύρο αδράχτι
Την σκόνη στις οπλές των αλόγων
Τα σημάδια των πουλιών
Στα τείχη των κάστρων
Την σκιά των σπιτιών
Στην ζέστη του μεσημεριού
Το χνούδι της πεταλούδας στον χειμώνα
Γυρεύω με το βλέμμα, είπε
Στις ασέληνες νύχτες
Το άστρο του κόσμου.
ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ
Σφήκες και μέλισσες στον αέρα
Στα δέντρα ένα βουητό
Ζέστη στις χαραγμένες πέτρες
Μιας πηγής η αντήχηση
Εκεί που συγκλίνει το βλέμμα
Κόσμος αρχαίος
Στου μεσημεριού τον ύπνο
Χωμάτινο πέλμα
Ελαιώνες
Αμπέλια
Και στο φως το χρυσό
Της θάλασσας ο παφλασμός.
ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ
Με τα κεριά
Φορώντας τα καλά μας ρούχα
Οδεύαμε στον επιτάφιο
Μέσα στην νύχτα
Με τις ψαλμωδίες
Τις καμπάνες
Τα λουλούδια
Τον σταυρό
Κηδεύονταν το σώμα
Αέρας φυσούσε
Στα κεριά της λιτανείας Σπίθιζαν
φλόγες μες στο θυμιατό
Θυμίαμα
Στις περιοδείες των
επιταφίων Αι γενεαί πάσαι
Εμείς
Αι γενεαί πάσαι
Στην άνοιξη
Της μεγάλης Παρασκευής
Μεγαλώσαμε
Μεγαλώσαμε κι εμείς
Στον ύπνο μας
Με τα εγκώμια
Κηδεύονταν το σώμα.
ΕΚΡΗΞΗ
Κρυμμένες μέσα σου οι λέξεις
Και τις ακούς να στροβιλίζονται
Εντός σου
Στο μυαλό
Την έκρηξή τους ετοιμάζουν
Μαύρα πουλιά
Που ακούς να κρώζουν
Στα γυμνά δέντρα
Στις παλιές φωλιές
Ο αέρας τις λυγίζει
Στον ουρανό της άνοιξης
Στο μπλε χρώμα
Τα βλέπεις τα πουλιά
Οι σκέψεις σου ακούνε
Τον ξεσηκωμό τους
Πάνω από την βουή των πόλεων
Και το χάος του κόσμου.
ΠΡΩΙΝΟ ΦΩΣ
Μια εικόνα θάλασσας
Αλάτι του ήλιου στις πέτρες
Τζιτζίκια
Ένα κλαδάκι λεμονιάς
Τα γιορτινά σου ρούχα που χαϊδεύει ο άνεμος
Μ’ ένα χαμόγελο της καλημέρας
Ύστερα η νύχτα
Παίρνει το φως
Στο σκοτεινό της φεγγάρι
Να το νανουρίσει
Στα κύματα.
ΤΙ ΑΚΟΥΣΕ Ο ΑΝΕΜΟΣ
Τα βήματα των αγγέλων
Του λιβαδιού το στάχυ
Το γέλιο των κοριτσιών
Των κοπαδιών τα κουδούνια
Της βροχής τον ήχο
Των ηφαιστείων το
μάγμα Άκουσε ο άνεμος
Και τα πουλιά βούτηξαν μέσα του
Πέφτοντας από ψηλά
Σαν χαρταετοί
Στον ανάλαφρο ύπνο
Των ανθρώπων.
ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ
Κρατώντας κρίνο και μια γυάλινη σφαίρα
Οι άγγελοι ψιθύρισαν
Το όνομα που σου έδωσαν στον κόσμο
Σε κοίταξαν με το αινιγματικό τους βλέμμα
Έφτυσαν στην πληγή που έχεις στον ώμο
Το γέλιο τους ζωγραφιστό στις ψαλμωδίες
Στον ύπνο σου είδες τις μεγάλες τους φτερούγες Τ
α ρούχα τους γαλάζια στις τοιχογραφίες
Στο λίκνο σου άφησαν αλάτι
Στάθηκες να τους πεις ποιος είσαι
Με αναστάσιμο κερί που έσβησε ο αέρας
Κοιμήθηκαν στον ίσκιο σου
Οι άγγελοι
Με κρίνο του ευαγγελισμού
Στο χρυσό φως σε σήκωσαν
Να δεις τον μαύρο ωκεανό μες στα νερά της σφαίρας.
ΟΙ ΠΟΙΗΤΕΣ ΚΑΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ
Ο χρόνος
Γράφει
Στο νερό
Τα ονόματα των ποιητών
Πριν τους γνωρίσεις
Υπήρξαν
Στο παρόν
Πεπρωμένο
Φως
Της ύλης
Αιώνων
Αστερισμοί
Στο σκότος
Των συστημάτων
Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Η θάλασσα είναι μια πέτρα
Στο σώμα σου την κουβαλάς
Απάνω στην καρδιά σου
Χτυπάει ρυθμικά σαν κύμα
Τυλίγεται στο χέρι σου σαν βότσαλο
Ο ύπνος σου ακούει τον παφλασμό
Στους κύκλους του κυματισμού
Θα σπάσουν τα άστρα
Πίσω σου όταν την ρίξεις
Η θάλασσα είναι μια πέτρα
Πίσω σου θα την ρίξεις
Μέσα της έχει ένα λουλούδι
Μία σταγόνα αλάτι
Δροσερή
Σαν καλπασμός
Η θάλασσα είναι μια πέτρα
Την αφήνεις πίσω σου
Να γράψει το όνομά σου
Στο νερό
Με το γαλάζιο που έσταξε
Του αγγέλου το φτερό
Πέφτει
Από του κρίνου τον κρόκο
Μέσα στον πυρήνα ενός σύννεφου
Η θάλασσα
Η χώρα σου
Η πέτρα.
.
ΝΗΣΙΑ ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ (2015)
…Πού βρέθηκαν τόσες πέτρες στα νησιά της εξορίας…
Νησιά της εξορίας
Νύχτα
Ταξιδεύουν τα καράβια
Φορτωμένα πέτρες
Σπασμένα φεγγάρια στα νερά
Το μυστηριακό
Των αγαλμάτων
Μετατοπίζουν
Άγγιγμα
Στη σκοτεινή
γεωγραφία Των
δέντρων
Κάτω από τα μαύρα νερά
Κάτω από τα μαύρα νερά
Μια φιλντισένια αντανάκλαση
Στη νύχτα
Εκεί που δεν εισχωρεί το φως
Νύχτα
Στη νύχτα του σύμπαντος κόσμου
Αέρηδες Σαρώνουν
Του βυθού το αποτύπωμα
Σφυρίζουν
Στους βράχους
Των Συμπληγάδων
Μιας σκέψης
Που αιωρείται
Σπασμένες λέξεις
Στροβιλίζονται
Στην καταιγίδα της νύχτας
Όταν αλλάζουν τα νερά
Και ξυπνούν τα ηφαίστεια
Το υγρό αλάτι της λάβας
Πίσσα και στάχτης δέρας
Στα δέντρα του νερού
Που βλάστησαν στο πέλαγος σαν λέξεις
Λέξεις
Που αναδύονται στο πέλαγος της νύχτας
Αιώνες τώρα
Στις θύελλες μιας έκρηξης
Στις θαλάσσιες διαδρομές των άστρων
Πέτρες
Νύχτα
Σπασμένες λέξεις
Σαν αιχμηρά όστρακα
Το αλφάβητο μιας χώρας
Σπασμένες λέξεις
Τα φτερά των τεράτων
Σε μια ευχή
Της ομορφιάς το χαμόγελο
Αστερόσκονης ίχνος
Στο βλέμμα των αγαλμάτων
Στα νησιά της εξορίας
Που ασπρίζουν στο πέλαγος
Οι εποχές έχουν το χρώμα της πέτρας
Γύρη κουβαλούν οι άνεμοι της άνοιξης
Στις παλιές καλαθούνες
Κοράκια κρώζουν
Στο αίμα της παπαρούνας
Μαύρα τσεμπέρια
Στο αχνό φθινοπωρινό φως
Τα παίρνει ο αέρας
Να σκεπάσουν το σκληρό της πέτρας πέλμα
Αφήνοντας γυμνά
Τα γκρίζα μαλλιά
…/…
Να αντέξεις
Ως το παγωμένο σεντόνι
Του χιονιού
Χιόνι
Σα βρώμικο χαρτί ανακοινώσεων
Αιωρείται
Στις γραμμές του φθινοπώρου
Στα τεντωμένα σύρματα
Νησιά της ερημίας
Νησιά της πέτρας
Νησιά της εξορίας
Πάνω στις άσπρες
Και στις γαλάζιες γραμμές
Μιας σημαίας
Πέτρες
Ονόματα
Τα καταπίνει ο αέρας
Τα τρώει η νύχτα
Για να μην τα ακούσεις
Στο υβριστικό γέλιο
Των βασανισμών
Μια ματωμένη σκέψη
Σαν πληγή αθέατης μοναξιάς
Λίγο ακόμα
Μια στιγμή
Και
Θα περάσει ο
χρόνος Δεν θα
αφήσει ίχνη Θα
καταποντιστεί Το
κέλυφος
Της υπεροψίας
Στον χαλασμό του κόσμου
Ένα σπασμένο καύκαλο
Ένα κουφάρι
Θα το ξεπλύνουν βροχές
Θα το ξεράνουν οι ήλιοι
Που θα στολίσουν το ίχνος
Της νέας ζωής
Σε άλλη γη
Θα αναδυθεί το όραμα της ελπίδας
Της ομορφιάς το αίνιγμα
Θα ονοματίσει τον κόσμο
Από την αρχή
Και
Η σκόνη των παλιών καιρών
Διυλισμένη στο φως του ήλιου
Θα ανατείλει
Νέα σελήνη
Με αρχαίες πέτρες
Για φυλαχτό
Των λέξεων
Που υπήρξαν ματωμένα οράματα
Μειδίαμα
Μιας γενεάς αρχαίας
Με γαλάζια μάτια
Που έκλεισαν όλη τη θάλασσα
Που βούτηξαν στης θάλασσας τη λάβα
Μαύρα πουλιά
Έφαγαν τα σπλάχνα τους
Κοράκια και γύπες
Σείστηκε η γης
Να κρατήσει στο αναίτιο αίμα
Των πετεινών το ενστιχτώδικο κάλεσμα
Στο ξημέρωμα
Σαν το τραγούδι της Λυγερής
Και της ηλακάτης το υφάδι
Την ώρα της κρίσης
Στο πήλινο λαγήνι
Τα νερά των αιώνων
Θα ξεχυθούν
Καμπάνας αντίλαλος
Θα ακουστεί από τα άλλα νησιά
Θα αλλάξουν τροχιές οι αστερισμοί
Οι νύχτες του Αυγούστου
Θα γεμίσουν πυγολαμπίδες
Ψυχές νεκρών
Ονόματα άστρων
Πέτρες
Θα πνίξουν στα μαύρα νερά
Το ζοφερό των τεράτων
Και θα λάμψει στη νύχτα
Το αστέρι στο μάγμα των νησιών
Παρανάλωμα οβολών
αδικίας Και αιώνων εκδίκηση
Τότε θα ανατείλει
Ο κόσμος
Από τον κήπο της θάλασσας
Άγριο άνθος
Άσπρο φεγγάρι
Στο γαλάζιο αλώνι του ουρανού
Κυοφορία υπόσχεσης
Στο ανέγγιχτο αίμα
Καινούργιες λέξεις
Θα ορίσουν τον
κόσμο Και τα
πράγματα
Και τα νησιά της εξορίας
Θα πάρουν τα ονόματα των θεών
Που τα κατοίκησαν
Αιώνες πριν
Στον άκοπο λώρο των σύννεφων και της θάλασσας
Νυγμός γνώσης
…/…
Σπασμένα όστρακα
Ανοιγμένα καύκαλα
Κόκκαλα και πέτρες
Πουλιά βουτούν στα μαύρα ερείπια
Και τινάζουν στο φως
Της σκουριάς το δάκρυ
Νησιά της εξορίας
Τρικυμισμένα
Κατοικημένα
Αιώνες τώρα
Στων καιρών τα εμπόδια
Αποτυπώματα αστεριών
Που τα μετατοπίζουν
Αέρηδες τρελλοί
Στην επιφάνεια της θάλασσας
Τόσο μπλε
Που σκοτεινιάζει το πέλαγος
Παγωμένη λάβα
Στο άσπρο πανάκι
Τραγούδια
Τόσα τραγούδια
Σφηνωμένα στις πέτρες
Πέφτουν στην άβυσσο
Σαν φωσφορικές μπάλες
Μαργαριταρένια δάκρυα
Ξημερώνει στη γη της πέτρας
Έρχονται οι περασμένοι καιροί
Ξερολιθιές
Ζώνουν τις κορυφογραμμές
Άγρυπνοι φρουροί
Σηκώνεται η άμμος
Σφυρίζουν οι άνεμοι
Στροβιλίζονται λέξεις
Στο αστραφτερό φως
Οι λέξεις που μας γέννησαν
Στη νύχτα των καιρών
Των νησιών της ερημίας
Σ’ αυτά τα νησιά κατοικούμε
Εκεί θα μας βρείτε
Στα νησιά της εξορίας
Νησιά της εξορίας
Πλέουν μέσα μας
Χούφτες αλάτι σε γούβες αισθημάτων
Αίμα στον ύπνο των
ονείρων Κύκλοι στο σώμα
του νερού Δυνατός χτύπος
Στους προσανατολισμούς του φωτός
Αγαλμάτων ξύπνημα
Στην τόλμη της
μέρας Φως
Κεραυνού δίκαιη πράξη.
Είδα τα καράβια που ταξίδεψαν στα νησιά της εξορίας.
Άκουσα ιστορίες για το σκοτάδι και τις πέτρες.
Είδα τα νησιά της εξορίας τυλιγμένα στην ομίχλη στο
πρωϊνό φως.
Άκουσα τις φωνές όπως τις έφερε ο αέρας πάνω στα
βουνά και πάλι πίσω.
Είδα τα παλιά ρούχα να κρέμονται σε σκουριασμένα καρφιά.
Άκουσα για τα γράμματα από τα νησιά της εξορίας στα
ορεινά χωριά που επιστρέφονταν χωρίς να ανοιχτούν.
Είδα τα έγγραφα που συνόψισαν τις ζωές των ανθρώπων
σε μπλε μελάνι.
Έτσι κύλησε η ύλη των νησιών της εξορίας στο μελανό του
Αιγαίου πελάγους υγρό χώμα.
Μνήμη αίματος. Αφή στάχτης.
Έτσι γεννήθηκε ένα πρωί αυτό το ποίημα.
.
ΖΕΦΥΡΩΝ ΠΛΕΥΣΕΙΣ (2013)
ΣΑΤΙΛΛΑ
*Σάτιλλα = Αστερισμός των πλειάδων
ΣΚΟΠΕΛΟΣ
Μια πράσινη μέντα
Καθρεφτίζεται στο νερό
Και στα βάθη των αιώνων
Κρατάει τη σκιά των καραβιών τη διάφανη
Καθώς τα χελιδόνια
Όταν βουτούν
Στη λάβα των ηφαιστείων
Και φέρνουν πίσω
Δαχτυλιές φωτός
Του νέου έτους παιχνιδίσματα.
ΠΑΤΜΟΣ
Καράβι που ΄χεις στο κατάρτι
Το κερί της ανάστασης
Και του καιρού το αντιφέγγισμα
Μ΄ ένα χάδι ταράζεις
Φέρε την αγάπη μου
Στο πυροτέχνημα του έρωτα
Στην τρυφερή καρδιά του κόσμου
Χαρμόσυνες καμπάνες
Τους αρχαίους τους ήχους της πέτρας
Και του νερού το αλάτι…
ΔΕΛΦΟΙ
Μαύρισαν
Τα φύλλα της δάφνης
Άφησαν στον αέρα οι βροχές
Τα παλιά οσφρίσματα
Των ευκαλύπτων
Νύχτωσε στις πηγές
Αντήχησε το σκοτάδι
Την ιερή σιωπή
Του Προμηθέα
Και το γέλιο
Της πρωτόγονης Εύας
Ασήμισε στις ελιές
Το νόμισμα του καινούργιου γάμου
Στο φως της πρωινής πάχνης…
ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑ
Αέρηδες φυσούν
Στις παλιές εκκλησίες
Τους χιτώνες των τοιχογραφιών
Κι ακούγονται τα ποδοβολητά
Και τα κουδουνάκια των αλόγων
Στις πατανίες των αρχόντων
Αέρηδες φυσούν
Στα μαλλιά των γυναικών
Τα αρχαία λάβαρα
Και ρίγος διαπερνά τα σώματα
Ο πόθος
Φέρνει τα καράβια
Στον όρμο του κάστρου
Και κρώζουν τα όρνια
Που οσμίζονται
Την πάλη της κλίνης
Στο βλέμμα των αγγέλων…
ΣΑΜΥΛΙΣ
*Σαμυλίς = Πρόπολις
ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΝΕΦΕΡΤΙΤΗΣ
Η πιο μυστική θάλασσα
Το μυστηριακό φως
Του ήλιου το μάτι
Του τόξου η ζεστή αφή
Των καραβανιών οι αντένες
Ο αέρας που άνοιξε τα λουλούδια στα μικρά νησιά
Όσα αιχμαλώτισε η σκέψη των σοφών
Είναι τα ιερογλυφικά
Της Νεφερτίτης…
ΝΑΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝΟΣ
Γαλάζιες πεταλούδες
Φτερούγισαν μέσα στη νύχτα
Στη μνήμη άναψαν φωτιές
Και σάνταλα δροσερού καλοκαιριού
Αντήχησαν
Σαν κύμα
Που σβήνει τους φανούς θυέλλης
Παίζοντας τους ανέμους στα δάχτυλα.
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ
Λύρα
Σαν σαΐτα αργαλειού
Κάτω από τ΄ αστέρια
Μουσικές εξακοντίζουν
Γυναίκες
Με τα ρούχα του πένθους
Καίνε οι νεκρικές πυρές
Στις ιερές πολιτείες
Αέρας φέρνει τη σκόνη
Στα ασημένια βραχιόλια
Στις φλέβες
Των αρχαίων ποταμών
Που κουδουνίζουν
Την ανεπαίσθητη θλίψη
Σαν το θυμίαμα.
ΑΠΟΥΣΙΑ
Τα βουνά που αλαφρά σε περικλείουν
Οι κόκκοι της αρχαίας άμμου
Και ο χρησμός του νερού
Που το χέρι σου άγγιξε
Είναι η δική σου πατρίδα
Η αιώνια νύχτα
Το αλάτι του χρόνου
Και του ζαρκαδιού η λαχτάρα
Στο πρωινό φως
Η δροσιά που κρατάει της καρδιάς σου το χτύπο
Για ν΄ ακούσεις στην προϊστορική γαλήνη
Το πήξιμο των χρωμάτων
Το καθρέφτισμα των πραγμάτων
Στου αιθέρα την ερημία
Στων νησιών τα τραχιά πέλματα
Για να διαβάζεις τα όνειρα
Στο τόξο της σελήνης…
ΣΑΝΔΑΡΑΚΙΝΟΣ ΑΡΟΥΡΑ
*Σανδαράκινος Αρουρα = Πορτοκαλόχρους Γη
ΦΘΙΝΟΠΩΡΙΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ
Αέρας σφυρίζει στα βράχια
Τεντώνοντας τα σκοινιά των σπιτιών
Των καραβιών τα ιστία ταράζοντας
Παίρνει τα μαλλιά σου στις ηλιόλουστες χώρες
Σηκώνει τη φούστα σου
Ξεφυλλίζει την καρδιά σου
Και τα προϊστορικά τέρατα σε κοιτούν
Πίσω από τα παλαιά δέντρα της ερημίας
Πίσω από τα παλαιά δέντρα…
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Αέρας φυσά
Κι οι άνθρωποι φεύγουν κύματα-κύματα
Και τα μαλλιά τους χρυσίζουν στο φως
Κι ο τόπος ευωδιάζει δάκρυ θαλάσσης
Κι άνθος της μέντας
Σεντόνια ανεμίζουν στο μεσημέρι
Σκιάζοντας το σημάδι των οικοσήμων
Ρούχα κυνηγιούνται κάτω απ΄ τις λεμονιές
Και στα μπαλκόνια τα σκουτιά του γάμου
Σα σημαίες χαράς κι ανεξίτηλο αίμα
Αίμα χτυπά δυνατά στις φλέβες της αγάπης
Και τα δροσερά μάγουλα χαρακώνει με ρυτίδες αθέατες
Φεύγουν οι άνθρωποι με μύτες κυρτές
Κι απροστάτευτα χέρια
Σαν παιχνιδάκια ανεμίζουν οι προσευχές κι οι ικεσίες
Οι καρποί της γης και τα πουλιά
Γράφουν στους αιθέρες τα μυστικά των αιώνων
Κι όλα τα μάτια βουτούν στα νερά
Τα γαλάζια πινέλα των ζωγράφων…
Ο ΙΣΚΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΜΗΛΑΣ
Κυματιστές γραμμές του αέρα
Άμμος στις τσέπες
Το νερό της Σαχάρας
Κι οι μακρινοί ήχοι του κόσμου
Ασύλληπτες λέξεις
Εισαγωγές θρήνων στις αρχαίες τραγωδίες
Ένα γαλάζιο τουρμπάνι
Σα φτερό
Στο απέραντο σύμπαν
Μια γαζέλα που τρέχει
Μια ιαχή που αναδιπλώνει το άπειρο
Το αλφάβητο των νομάδων
Απομεινάρια φωτιάς
Και αρχαία κουφάρια…
ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΓΗ
Στα μακριά μαλλιά της Στέλλας
Λάμπει ένα λουλούδι τροπικό
Ένα καράβι με πυξίδα τα κίτρα και
Τα λεμονόδεντρα
Στην παλάμη της Μυρίνης
Ο δρόμος του τσαγιού
Οδηγεί τα παλιά καραβάνια
Κι ακούς τα ασημένια νομίσματα
Που κουδουνίζουν στο νερό που βράζει
Ατμούς και φύλλα από πρωτόγονες λέξεις
Βαφτίζοντας στις αχτίνες της νέας χρονιάς
Το αλατόνερο της σελήνης.
Και πετούν ψηλά τα πουλιά
Σαν πολύχρωμα σημαιάκια προσευχής
Και αμέριμνης ευτυχίας…
Η ΓΑΛΑΖΙΑ ΧΑΝΤΡΑ
Για μια στιγμή νομίζεις
Η ηλικία σου είναι αυτή
Των λουλουδιών
Είσαι το άλογο που τρέχει
Ηδονικά
Με φως στη ράχη
Είσαι ο τραχύς τοίχος του ασβέστη
Ο άντρας που ανοίγει δρόμο στο αίμα
Το κορίτσι που αφήνεται στο χάδι
Είσαι το σκοτάδι και η δροσιά
Όλα εκείνα που αγαπάς
Είναι στο σώμα σου σημάδια
Γιατί είσαι εσύ
Ο Πήγασος, η Κόρη, το Πουλί
Ο Πρίγκηπας των Κρίνων
Είσαι εσύ
Στο χώμα και στο νερό
Ένας σφραγιδόλιθος…
ΑΣΑΜΙΝΘΟΣ
*Ασάμυνθος = Λουτήρας
ΘΑΛΑΣΣΑ
Άγγιγμα της φωτιάς
Και δροσερό νερό της μνήμης
Στα παλιά χώματα
Φέρνει ο αέρας
Στα γιορτινά πλεούμενα
Που έχουν για φυλαχτό
Σπόρους των λουλουδιών της αγάπης
Αυγά που στο χέρι σου κράτησες
Και φωλιές που παρέσυρε ο άνεμος
Γυναίκες που τραγουδούν
Καθώς πλένουν στο ποτάμι
Γαμήλια κρεββάτια που θροΐζουν
Μυστικά ξόρκια
Παιδιά που υμνούν την αυγή
Σπάζοντας με πέτρες τους καθρέφτες
Στις μπρούντζινες καμπάνες.
ΨΥΧΗΣ ΦΈΡΤΡΥΣ
Μέσα στη δροσιά του πρωινού τα κρίνα τρέμουν
Χελιδόνια καθρεφτίζονται
Στο δέρμα του νερού
Και πεταλούδες χορεύουν
Στα μάτια των ερωτευμένων
Προσφέροντας χοές
Το αίμα και το γάλα
Στις σχισμές της γης
Τους κάλυκες των καρπών
Καίγοντας
Στης σκέψης το επώδυνο άγγιγμα.
Τα άλογα
Πατώντας στα νερά
Ο άγγελος συνάζει
Θυσία γαλανή
Στο βωμό της νεότητας
Στο θυμιατήρι
Ικεσία χάλκινη
Ήχοι μουρμουριστοί
Νανουρίσματα και κουδουνάκια…
ΕΡΩΣ
Προσευχές
Αντηχούν στα βουνά
Που κουρνιάζουν τα όρνια
Και χάσκουν
Τα παλιά περάσματα
Όταν κανείς χάνει
Τα σημάδια
Των προσώπων που αγάπησε
Και βρίσκει
Στα αρχέγονα λόγια του αλατιού
Της ύπαρξης τη φθαρτή πράξη
Προσευχές
Στροβιλίζει ο άνεμος
Αινίγματα
Στα φτερά των πουλιών
Που ταξιδεύουν
Της ψυχής τα πεντόβολα
Προσευχές
Μουρμουρίζει η θάλασσα
Των γυναικών τις προσμονές
Και των ανδρών το παράτολμο βλέμμα
Στων αγγέλων τα τετράδια
Που σπάζουν σαν καλαμποκόφυλλα
Το χάδι του ήλιου…
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Το τραγούδι της αγάπης
Καθρεφτίζεται
Στις λίμνες των παραμυθιών
Το φέρνει ο αγέρας
Από τα πέρατα των παλατιών
Με ροζ κουφέτα ζάχαρης
Της πριγκίπισσας το βέλος
Του λεπτού χιονιού η αφή στο μάρμαρο
Αλάβαστρο που άγγιξε το μάγουλο
Ευτυχισμένης κόρης η στιγμή η αθέατη
Χρυσή κλωστή
Τα στεφάνια των λουλουδιών
Που τα κοκκίνησε το αίμα
Τα σχήματα των αστερισμών
Είναι στις γαλάζιες φλόγες
Των συντριβανιών δροσιά
Στους σκονισμένους δρόμους
Των καραβανιών σκιά
Στων παιδιών το χέρι σαν αστέρι λάμπει
Στων ανδρών το βλέμμα σαν πετράδι θάλλει
Η ομορφιά της κόρης
Των ρόδων και του ροδιού οι αιώρες
Στου χρόνου το ασημένιο το βασίλειο
Της πριγκίπισσας το βέλος της χαράς
Στων βουνών το αγέρωχο μυστήριο
Της ζάχαρης κουφέτα
Στο τραγούδι της αγάπης
Μιας πριγκίπισσας του αέρα
Που τη `λέγαν Σεχραζάτ…
ΣΕΙΣΤΡΑ
*Σείστρα = όργανα που χρησιμοποιούνταν στη λατρεία της Ίσιδας, και παιχνίδια παιδιών
ΜΕΔΟΥΣΑ
Μέσα στις τσέπες κουβαλάς
Τα πιόνια της παλιάς σου της αγάπης
Και τα καράβια που περνάνε στα νησιά
Σου στέλνουνε χρωματιστά σινιάλα
Που καθρεφτίζουν στα νερά
Το σκοτεινό της τύχης πεπρωμένο
Της Οφιδούσας τα σκοινιά
Της Σύρνας τα ηφαίστεια και
Τα φεγγάρια τα χρυσά
Μες στο μυαλό μας εγκλωβίστηκαν σαν λέξεις
Σαν τα μαλλιά της Μέδουσας που κρύβουνε
Αστέρια και πουλιά…
ΡΕΥΜΑΤΑ ΑΡΧΑΙΑ
Στη θάλασσα βυθίζονται οι σκέψεις της αγάπης
Ένα όνειρο σαν πούπουλο λευκό
Το αρχινισμένο παραμύθι
Το μια φορά κι έναν καιρό
Η σκόνη των καιρών στα κουρασμένα μάτια
Ο χτύπος της καρδιάς ο δυνατός
Των λέξεων ο ήχος ο παλιός
Τα ιερογλυφικά της ύπαρξης
Τα χάδια
Του ανέμου τα παιχνίδια στα σκοτάδια
Το ρίγος στις φωνές του σώματος
Των τραγουδιών οι μαγγανείες
Των τσίρκων το κομφούζιο και
Των πανηγυριών οι κομπανίες
Ένα καράβι που αρμενίζει μ΄ ανοιχτά πανιά
Το βάρος της καρδιάς σου που σηκώνουν τα πουλιά
Των ηφαιστείων οι ανατολές
Της σκέψης σου οι νύχτες οι χρυσές.
ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΣΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Τ΄ άσπρα σου λινά παπούτσια
Τα κορδελάκια στα μαλλιά
Οι χρυσομέλισσες και τα ζουζούνια
Φεγγάρι του Αυγούστου στα νερά
Τα παιχνίδια στην άμμο, οι βουτιές
Το νυχτερινό μπάνιο, οι φωτιές
Τα μυστικά της ύπαρξής σου τα σημάδια
Οι απαντήσεις σ΄ ερωτήσεις παλαιές
Οι αρχαίες εκκλησίες
Των λουλουδιών οι αναπνοές
Οι σκονισμένες πολιτείες
Κάτω απ΄ το φως του Ποσειδιού
Μια σφήκα σου κεντάει την καρδιά
Στο ανεξήγητο γιατί είσαι δεμένος με τούτα τα νερά
Στο χτυποκάρδι της αγάπης
Ένα ποδήλατο που καβαλάς σαν ακροβάτης
Του φάρου η ανάκριση το βράδυ
Οι τρυφερές σου πτώσεις στο σκοτάδι
Των αστεριών οι πρωινές βροχές
Των δελφινιών οι παιχνιδιάρικες βουτιές
Σαν πεφταστέρια στων καραβιών τις προσευχές…
ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ
Τ΄ άσπρο σου δόντι ταξιδεύει
Στα ρεύματα του ωκεανού
Στο κεραμίδι τ΄ ουρανού
Και τα πουλιά τα δροσερά
Τινάζουν τ΄ άγρια της εφηβείας τα μαλλιά
Ρόδια επωάζουν
Και τις λεμονιές
Μες σε ρυζόχαρτα.
Τ΄ άσπρο σου βότσαλο
Φυλάς μέσα στο διάφανο βυθό
Στο θειάφι καις
Αμύγδαλα και δάκρυα σταφυλιού
Πάχνη της τύχης
Τέφρα του πέτρινου καιρού
Πάνω στου σώματος τα ιερά βουνά
Με δάκρυα χελώνας
Τρυφερά
Οι πεταλούδες τρέφουν
Τη σκόνη τη χρυσή του πρωινού
Το ελάφι των ονείρων
Το τσίμπημα της μέλισσας
Το ανέλπιστο.
ΑΣΤΡΑΒΗΛΟΣ
*Αστράβηλος = Μεγάλο κοχύλι που χρησιμοποιούνταν για σάλπισμα
ΟΝΕΙΡΟ
Προχωρημένη νύχτα
Φεγγάρι χρυσό
Στα νερά τα σκοτεινά
Και στις βραχοσπηλιές μυστήριο
Αέρηδες
Ρυτιδώνουν το δέρμα
Στα τέσσερα σημεία
Σκορπούν τους σπόρους
Σα βότσαλα
Που πέφτουν στον ύπνο σου
Καθώς ταξιδεύεις
Με τα φωτισμένα καράβια
Για τα νησιά
Με τα παλαιά λιβάδια
Του μύλους
Τις εκκλησιές με τους αγγέλους
Τις γριές
Με τις καλαθούνες
Και τα τσεμπέρια
Τις φωνές με όλα τα πέταλα της αγάπης
ΦΩΤΙΕΣ
Χώματα στα σάνταλα
Αέρηδες στα ρούχα της ερήμου
Στο χάρτη των άστρων χρώματα
Φωνές της αγάπης
Κάτω απ΄ τα δέντρα
Στις θάλασσες της νύχτας
Ένα φυλαχτό του Λάπις Λάζουλι
Στα αινιγματικά μάτια
Σαν το νερό της όασης
Που αντανακλά
Τη χρυσόσκονη
Στα διάφανα φτερά
Της ιερής μέλισσας
Λιβελούλες στις πυραμίδες
Και γυναίκες με λιγνά σώματα
Ρούχα που ανεμίζει ο άνεμος
Στο μετάξι της μέρας
Πολιορκήθηκαν οι πόλεις
Οι παλιοί δρόμοι ξεχάστηκαν
Νύχτωσε στις θάλασσες
Και η εκδοχή της αγάπης
Χάθηκε στους βόμβους
Των αεροπλάνων
Στους δρόμους των πόλεων
Στα νησιά με τα ηφαίστεια
Στα σκοτεινά βουνά
Ένας γαλάζιος ίσκιος αχνής σκόνης.
ΛΕΒΑΝΤΑ
Πού είναι το σπίτι σου
Η μυρωδιά της κανέλλας και του ξύλου
Φωλιές πουλιών που στο χέρι σου κράτησες
Τα Χριστουγεννιάτικα δέντρα των νοσοκομείων
Τα φύλλα της πικρής δάφνης
Τα στεφάνια της μυρτιάς
Οι δρόμοι οι μακρινοί της ερήμου
Τα ιερά βουνά
Τα κορδελάκια που ανεμίζουν
Ικεσίες στον άνεμο
Οι αντίπαλοι στο αλώνι άνεμοι
Και τ’ άλογα που τρέχουν ελεύθερα
Στα περάσματα της νεότητας
Το αλάτι της ζωής σου
Που πίκρισε
Της καρδιάς σου το αίμα.
ΖΕΦΥΡΩΝ ΠΛΕΥΣΕΙΣ
Βοριάδες φυσούν
Και χτυπούν οι καμπάνες των νησιών
Προϊστορικοί ιερείς
Ντύνονται τα χρυσά άμφια
Και θυμιατίζουν τις ψυχές
Στους γκρεμούς και στα βάραθρα
Στις θαλασσοσπηλιές
Το γέλιο του τρυφερού Μαρτίου
Σ΄ αγγίζει τα δάχτυλα
Σαν κεντητό μαντηλάκι
Που ανεμίζει τους όρκους της αγάπης
Κάτω από τα πράσινα δέντρα
Μέσα στις παμπάλαιες καμπάνες
Έχουν φωλιές οι σφήκες και οι αγριομέλισσες
Αέρηδες φυσούν τη νύχτα
Στη γη που αχνίζει την πάχνη σαν πετράδι
Στα γαλάζια ρεύματα
Της παιδικής γεωγραφίας…
Ένα βλέμμα στις σχισμές της θαλασσινής αύρας
Ένα σημάδι του χρόνου
Πίσω από το άγγιγμα της φθαρτής ύλης
Των αιώνιων σωμάτων
Είναι η γεωγραφία του αόρατου κόσμου
Που σε περιβάλλει σαν πέπλο
Και σε περιέχει σα χρησμός
Δυσερμήνευτος
Σαν τη σπείρα του χρόνου
Στα ελικοειδή τροχίσματα
Του ήλιου και της ηλακάτης.
.
ΙΛΑΕΙΡΑ (1991)
ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΛΑΦΑΤΗΣ ΑΓΓΕΛΑ ΜΑΝΤΖΙΟΥ
Το «Ιλάειρα» είναι ένα ποιητικό λεύκωμα που κυκλοφόρησε το 1991, το οποίο συνδυάζει την ποίηση της φιλολόγου και ποιήτριας Αγγέλας Μάντζιου με τη φωτογραφική τέχνη του Στράτου Καλαφάτη.
Ιλάειρα, ιέρεια της Αρτέμιδος
Θεωρήθηκε κόρη του Απόλλωνος
Ταυτίστηκε με την πανσέληνο
***
Πάνω στα μυθικά ηφαίστεια
Τριγυρίζουν οι γαλάζιοι άγγελοι
Κρατώντας τις περγαμηνές
Των κοχυλιών
Που περιέχουν
Τον πορτοκαλόχρουν ήλιο
Κι αριστερά
Μιαν ημισέληνο μ’ άστρα χρυσά
Για τα παιδιά
Που γεννιούνται με το φως της μέρας
Πάνω στη γη
Ή στο σκοτάδι
Με κραυγές σπαρακτικές
Οργάνων
Από ξύλο κερασιάς-ροδακινιάς
Με των βουνών τα μυστικά
Και των φιδιών τους έρωτες
Πάνω στης άρπας τις χορδές
Που ταξιδεύει κάτω απ’ τα ποτάμια
Τη στάχτη των ανθρώπων.
***
Οι άνεμοι
Που ξεχύνεστε από τις κορυφές
Της Ινδίας
Πάρτε μαζί σας
Τα μαργαριταρένια δάκρυα
Των παραμυθιών
Και τη γεωγραφία των κοραλλιών
Ξεσκεπάστε
Ω! άνεμοι λυτρωτικοί
Με τους χρωματιστούς σας χιτώνες
Ρίξτε μας βώλους
Τ’ άστρα του Γαλαξία
Κι ενώστε με τις καλαμιές
Τους ψιθύρους των ερωτευμένων φιδιών
Αντιστρέφοντας την τάξη του κόσμου.
***
Κιθάρα του φλαμένκο
Κάνε την καρδιά των φύλλων
Να κλάψει
Για μια στιγμή.
Ανθρακωρύχοι σκάβουν τα σπλάχνα της γης
Πάνω στο άσπρο σάλιο
Των σαλιγκαριών
Περπατούν άνθρωποι
Με μεταξωτά τύμπανα
Κορίτσια
Λύνουν κροκωτούς χιτώνες.
Της νύχτας ώρες κι άστρα εκστατικά
Μες στα μαλλιά τους.
Σκόνη της γης στον νικητή.
Νησιά να ξαποσταίνουν τα πουλιά.
Στα κόκκινα κοράλλια
Και τ’ άσπρα νούφαρα
Η εικόνα του κόσμου.
***
Άγδιστις
Έρχεσαι από τους σιωπηλούς κόσμους
Της ερήμου
Μα έχεις τα χάλκινα μαλλιά
Των τσιγγάνων που μεταναστεύουν
Και τραγουδάνε στις κηδείες
Με ρεμβώδη μάτια και μαύρα ρούχα
Με δάχτυλα προορισμένα να διαπεράσουν τις άρπες
Και στα παραμύθια να τρυπώσουν.
***
Υπάρχει μια λυπημένη σκέψη
Που ταξιδεύει στα νησιά
Υπάρχει μια γυάλινη σφαίρα
Με χορευτικό χιόνι
Αγορασμένη στο παζάρι της Λάρισας
Για το καλό δωμάτιο.
Και ‘σείς σκιές της νύχτας
Που κατεβαίνετε από τα βουνά
Στην παραλία της Δονούσας
Με τις τσέπες θυμάρι και ίσκα
Σέρνοντας νωχελικά δάκρυα σαλιγκαριών
Μη μας παίρνετε απ’ αυτά τα χρώματα
Λουλακί, ώχρα και κόκκινο
Κι απ’ αυτές τις μυρωδιές
Του κρασιού, του ξύλου, των μήλων.
***
Η Ζωή μας γεμίζει από σχήματα
Που αδειάζουν στις θάλασσες
Και ταράζουν τον ύπνο των κοχυλιών
Ω! έρωτες
Και πυγολαμπίδες τρελλές του Αυγούστου
Εγκαταλείπετε μ’ αδιαφορία
Τα πυριφλεγή νησιά
Και τα άλμπατρος!
Θα ‘σαι πάντα εκεί όταν φυσήξει ο άνεμος
Των Ινδιάνων;
Θα ‘σαι πάντα εσύ όταν περάσεις το ποτάμι;
Κοιμήσου Αυγή
Πάνω σε διάφανα ηφαίστεια
Χορεύουμε αισθαντικά
Στα κλειδοκύμβαλα της σιωπής
Φυτεύουμε ρύζι
Με τραίνο ταξιδεύουμε κρυφά
Για το Βόλο
Σπέρνοντας αδέξια φιλιά
Στις γαλαρίες με μαχαίρι.
***
Μην ταράζετε
Τον ύπνο των ερωτευμένων
Με τενεκεδένια κουτιά
Και σφήκες
Με στημένες δίκες
Και συνωμοσίες.
Νανουρίστε τους
Σε πέτρινα γιοφύρια
Με μουσικές της Ινδίας
Και Ηπειρώτικα τραγούδια.
Αφήστε τους να μαντεύουν
Τους χρησμούς του νερού
Και την αθωότητα των πλοίων.
Μεριάστε
Να περάσουν οι ερωτευμένοι
Με τα λάβαρά τους
Πάνω σε κόκκινα άλογα
Από τα παλιά καφενεία
Και τα έρημα χωριά
Και νιώστε τη φιλοσοφία της σκόνης.
***
Έλα ξανά
Με τις μικρές σου χειρονομίες
Και στις βροχές του Νοέμβρη
Πρόσφερε τα μαλλιά σου.
Έλα ξανά
Με τα εύθραυστα χείλη σου
Και το χρυσό στεφάνι
Της σιωπής
Στην πύλη των Λεόντων
Και στους ναούς του Απόλλωνος
Να σε λατρέψω
Ω! άσπρο και βυσσινί
Χρώμα του πόθου μου.
***
Μην πιεις
Το σούρουπο νερό
Γιατί παραμονεύει ο θάνατος
Ταξίδεψε με μνήμες φωτιάς
Και χλωρά καλαμπόκια
Με τη χάρτινη βαλίτσα σου και το βλέμμα υγρό
Ωσάν θεατρίνα
Κι όταν σε βρει ο έρωτας
Λύσε του τα μαλλιά σου.
***
Τις νύχτες που ωριμάζουν τα καλαμπόκια
Και οι έφηβοι ονειρεύονται γυμνοί
Φυσάει ένας άνεμος
Που αναστατώνει
Σαν μακρινή φωτιά πέρα απ’ το κάστρο
Τις μυρμηγκοφωλιές της γης.
***
Σήμερα έφυγαν τα πουλιά
Για τις θάλασσες του Νότου.
Με ωραία σχήματα
Κυμάτισαν τα φτερωτά όνειρα
Απλωμένα στα τηλεφωνικά καλώδια
Εισέβαλαν στις συνομιλίες του Νοέμβρη.
Μπήκαν στις αίθουσες αναμονής
Και των συσκέψεων διέκοψαν
Την ανιαρή δολοπλοκία.
Των ποιητών γλύκαναν τ’ αυτιά
Και των ρομαντικών κοριτσιών
Ανακάτωσαν τα σπλάχνα.
***
Όταν το φεγγάρι
Πνίγεται στα νερά
Τα φίδια σφυρίζουν στους βράχους
Όπου πολύχρωμα πουλιά
Άφησαν τα μυστικά τους
Για να πετάξουν πάνω από τη θάλασσα.
***
Εδώ χορεύουν
Τα κορίτσια
Με τα κόκκινα χρώματα.
Με μυγκέ και βιολέτες
Στο νερό χύνονται.
Με τ άσπρα τους καπέλα
Τις σκιές ακολουθούν.
Στα Μεσαιωνικά παραμύθια
Παραφυλάνε.
Ερωτεύονται το πρωί
Στην πράσινη γη
Κι επιστρέφουν στις σκιερές κάμαρες
Για ν’ αγαπήσουν ξανά
Στο μεγάλο κρεββάτι
Με καθρέφτες και τη μυρωδιά του δάσους
Το όνειρο
Που με κορδέλες δένουν στα μπαούλα.
***
Στους απέραντους ωκεανούς
Και στις διάφανες θάλασσες
Κοιμάται η Νερίνα
Βασίλισσα των Μεδουσών
Με τα κυματιστά μαλλιά
Σ’ όλα τα πλοία τραγουδεί
Σ’ όλα παραφυλάει
Στο πιο όμορφο πλεούμενο
Τον ναύτη καρτεράει
Να του γεμίσει την καρδιά άσπρο μαργαριτάρι.
Και κάτω από τ’ αστέρια του Ιουλίου
Κοιμάται η αγάπη μου
Με τα ηφαίστεια στα μαλλιά
Και τη λεπτή αναπνοή
Των φύλλων μιας λεμονίτσας.
***
Σαύρες ερωτοτροπούν
Σε πέτρες ζεστές
Σαν την παλάμη της Περσεφόνης.
Κι εσύ που σέρνεις πίσω
Αυτό το ένδυμα
Σ’ ένα τοπίο οριοθετημένο
Από την επιθυμία και τις αχιβάδες του Ατλαντικού
Με το ύφος μιας αγάπης
Τελειωμένης πια από καιρό
Είσαι στα μαλλιά του εξερευνητή
Μια απουσία
Που πεθαίνει από εγκατάλειψη και νοσταλγία
Στα πόδια μιας μιγάδας
Που έχει στο μπράτσο ζωγραφισμένο
Ένα πουκάμισο φιδιού.
***
Θυμήσου τον δρόμο πάνω στο λόφο
Τα πουλιά και τη θάλασσα
Τον έφηβο με τα λινά παπούτσια
Και το κορίτσι με το αίμα στα μαλλιά
Θυμήσου τα γυμνά νησιά
Με τους ανέμους
Και τα σπίτια στις ράχες
Σαν σπόρους ρυζιού
Που κρατούν οι γριές για τις νύφες.
***
Κάραβος Λέπουρα Σέτα
Μίστρος Βίταλα Αγέρανος
Λάιστα Λεσίνι Βρόμωνας
Νέδα Ίμερος Χάλαρα
Αραβησσός Τίταρος Γάζωρος
Χράνη Μυρσίνη Άρδασσα
***
Κοκκινόχωμα της πατρίδας μου
Και γενναιόδωροι πελαργοί
Εισβάλλουν στη μνήμη
Και την ταράζουν.
Ω! ηφαίστεια των νησιών
Και άγριο μέλι
Πάνω στις αρχαίες πέτρες
Ξεδιπλώνονται
Τα φτερωτά λόγια των ονείρων
Μνήμη της Πασιφάης
Της Ηλέκτρας
Της Περσεφόνης
Χρόνος της φωτιάς
Της συνουσίας
Του θανάτου.
.
ΠΕΖΟ
ΣΤΑ ΝΤΟΥΡΣΕΚΙΑ (2020)
Κουβέντες ανθρώπων από τα παλιά τα χρόνια για τα πάθη της ζωής και το ένστικτο θαύμα της προσδοκίας. Από τη γη στον ουρανό ο αέρας κράτησε τις φωνές τους και μας τις γυρίζει αντίλαλο μακρινό μέρες και νύχτες μέσα σε ηλιαχτίδες και πέταλα λουλουδιών, σύννεφα, σταγόνες βροχής, χιόνι στα δέντρα των άστρων.
Αφιερώνεται στην υγεία των παλιών καιρών και κυρίως των αθώων ανθρώπων που έζησαν στον τόπο μας στα παλιά τα χρόνια.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Έβγαζαν λόγους οι πολιτικοί κι οι άλλοι τραγουδούσαν. Άλλοι φορούσαν και τις παλιές στολές, σκοροφαγωμένες σε σημεία, αλλά από μακριά δεν φαίνονταν αυτές οι λεπτομέρειες. Η πατρίδα να ’ναι καλά και οι επέτειοι. Τι καλά, μαζεύεται κόσμος, λέμε και κάτι απ’ τα παλιά, να περνάει η ώρα, λόγος να γίνεται. Γίνονται και αγιασμοί των υδάτων και των κεφαλών, μπας και φύγουν τα κακά πνεύματα, να παν αλλού, να μη μας ενοχλούν. Εμείς να έχουμε την φώτιση των αιώνων απάνω μας. Έρχονται και τσιγγάνοι, πουλάν αυτοί, αγοράζουν άλλοι και γίνεται το νταλαβέρι. Θόρυβος λαού.
Σαλαβάτι το λέγαν παλιά, στα παλιά τα χρόνια. Στα παλιά τα χρόνια, είχε πολλά παράξενα και ο κόσμος ήταν αλλιώς, λεν μερικοί, άλλοι πάλι πιστεύουν το αντίθετο. Πού να βγάλεις άκρη με αυτά τα πράγματα. Κι άμα δεν τα ’χεις ζήσει κιόλας, ε, είσαι και μικρός, πού να βγάλεις άκρη. Βγάζεις άμα θέλεις, αλλά πού να τα ψάχνεις τώρα. Τι γίνονταν στα παλιά τα χρόνια κανένας δεν ξέρει, αλλά σε πιστέψαμε τώρα. Αφού εσύ λες δεν τα θυμάσαι, ήσουνα μικρός, τι ανακατεύεσαι, τι κέρδος έχεις, ίσα ίσα να μπεις στο μάτι μερικών, να μην μπορείς να κάνεις ρούπι στην ζωή σ’ αυτόν τον τόπο.
Φονικά γίνονταν παλιά, λεν κάποιοι, τα χώματα ποτίστηκαν με αίμα κι οι πέτρες άκουσαν κραυγές και σκλήρυναν από μέσα τους, πάγωσαν τα δάκρυα που έπεσαν πάνω σ’ αυτές ζεστά, παραπονεμένα και πικρά. Τα δάκρυα είναι αλμυρά, τι πικρά και κουραφέξαλα λέει αυτός, λεν μερικοί.
Άλλοι κουνούν το κεφάλι κι αλλάζουν την κουβέντα. Πώς πάει; Έτσι κι έτσι ε, τι να πάει, δε βαριέσαι, τα ίδια. Άλλοι πάλι λεν, τι με νοιάζει εμένα, δεν θα σκάσουμε κιόλας, η ζωή συνεχίζεται. Στα παλιά τα χρόνια που λες, λεν μερικοί, κατέβαιναν οι άγιοι, τα ξωτικά κι οι νεράιδες, στις εκκλησιές, στον ύπνο, μέσα στο όνειρο, στις νεροσυρμές, στις πηγές, στους νερόλακκους. Δεν βρίσκονταν όλοι στο ίδιο μέρος, δεν πήγαιναν μαζί, ποτέ, αλλά, λεν μερικοί, εγώ τα εί- δα όλα αυτά και άγιοι και ξωτικά και νεράιδες και στον ύπνο και στο όνειρο και στα νερά, στο ίδιο μέρος. Αφού κι άμα βαφτίζεσαι κατεβαίνουν οι άγγελοι, τι να λέμε τώρα.
Πώς σου δίνουν το όνομα που έχεις;
Λένε αυτοί αυτά, λένε οι άλλοι άλλα και ζαλίζεσαι. Το όνομα το φέρεις και το φοράς σαν ρούχο. Το όνομα το δικό σου, το όνομα της γενιάς σου, το όνομα του χωριού και της πόλης σου, το όνομα της πατρίδας σου. Γεμάτα ονόματα τα ονόματα. Ονομασίες ορέων, ωραίων, συνειρμικό αυτό, ποταμών, λιμνών και θαλασσών. Το όνομα του αρχιπελάγους. Τα ονόματα των ορυκτών και των μετάλλων, των δρόμων, των ηρώων. Αντικείμενα. Κι αυτά έχουν ονόματα. Όχι όλα τα ίδια. Διαφέρουν κατά τόπους, αλλιώς λέγονται εδώ, αλλιώς αλλού και δεν μπορείς να συνεννοηθείς. Ε, τι πειράζει, λεν μερικοί, έτσι αναπτύσσονται τα επιχειρήματα, λες εσύ, λέει ο άλλος, λένε αυτοί και πάει λέγοντας. Αυτό το λένε και τα βιβλία. Υπάρχουν πολλές εκδοχές, πολλές ονοματοθεσίες, πολλές ονομασίες για το ίδιο πράγμα. Αυτή την τέχνη των ονομάτων και των ονομασιών, την ξέρουν καλά οι πολιτικοί. Τι μαθαίνουν στα καλά κολλέγια που φοιτούν τόσα χρόνια; Από το πες πες, για την διδασκαλία λέμε, και κοθώνι να είσαι, κάτι θα μάθεις. Κάτι θα μείνει. Τι κερδίζει κανείς, για σκέψου, δόξα και φήμη, αγώνας για το καλό όλων εννοείται. Για το καλό της πατρίδας. Λέμε τώρα. Μας πείσανε αυτοί. Πειστήκαμε κι εμείς. Όλα καλά. Λόγος να
γίνεται. Που λένε δηλαδή. Να, πάρε παράδειγμα την τηλεόραση. Φτηνή, ακριβή, δεν έχει σημασία. Δεν μιλάμε γι’ αυτό τώρα, αν εννοείς.
Τώρα λέμε για άλλα πράγματα. Για τα επιχειρήματα. Την ανάπτυξή τους. Στην τηλεόραση. Την υποστήριξή τους. Την σκηνοθεσία τους. Ξέρεις από σκηνοθεσία; Σκαμπάζεις τίποτα ή γρυ; Καλά, θα το εξηγήσουμε παρακάτω αυτό. Άλλο κεφάλαιο. Προς ώρας λέμε για την αρχιτεκτονική των επιχειρημάτων. Δύσκολο να το καταλάβεις; ΟΚ, ας το αφήσουμε κι αυτό για επόμενες επεξηγήσεις. Ολόκληρο κεφάλαιο είναι η τηλεόραση. Κράτα σημειώσεις, να μη σταματάμε τον ειρμό της σκέψης και να εξηγούμε συνεχώς τα απλά πράγματα.
Πού πήγαν τα απλά πράγματα; Λεν μερικοί. Νοσταλγοί του παρελθόντος. Άλλοι πάλι το βλέπουν αλλιώς. Πέρασαν αυτά, λένε, τι κοιτάτε πίσω; Μπροστά κοιτάμε τώρα, μοντέρνοι καιροί, μοντέρνα πράγματα, μοντέρνες απόψεις. Εσύ δεν είσαι μοντέρνος, λεν μερικοί. Χωριάτης, βλάχος. Εμ, φαίνεται αυτό. Τι ακούς, τραγούδια είναι αυτά καημένε; Τι φοράς τς τς, τι αισθητική, εμφάνιση ας πούμε, έχεις, ντιπ για ντιπ, διάβασε και τίποτα, ενημερώσου για το στυλ, τις μόδες, να είσαι μοντέρνος, αλλά αφού δεν έχεις στυλ, φουλ χωριάτης, τι να σου πούμε καημένε. Τζάμπα αγωνιζόμαστε να σε αλλάξουμε εμείς οι φάσιονιστ των περιοδικών, αλλά αφού ζεις πίσω απ’ τον κόσμο, καημένε, τι να σε κάνουμε, στρεφόμαστε σε άλλες ομάδες, ο χρόνος πιέζει, να εκπολιτιστούν αυτές, οι δεκτικές ομάδες λέμε, να ντυθούν, να αρωματιστούν, να αποκτήσουν στυλ, τι να λέμε τώρα. Το στυλ τι είναι, μη ρωτάς. Ρωτάς κι εσύ ο άνθρωπος των βουνών, δεν λες καλύτερα των σπηλαίων, μην πούμε και τίποτα πιο παλιό, αλλά εσύ τις επιστημονικές ονομασίες δεν τις ξέρεις. Ξέρεις τι είναι ο Νεάντερταλ; Πού έζησε; Πώς ήταν η εμφάνισή του; Έχεις ακούσει για τον Homo sapiens; Εμ, εσύ πήγες σχολείο και μάθαινες άλλα. Ψαλμωδίες, ήρωες, επαναστάσεις, απλά μαθηματικά. Έτσι έγινες βοσκός. Σαν βοσκός, θέλουμε να πούμε. Άξεστος. Αφού ζεις παρέα με ζώα.
Τι ζώα είναι αυτά, λεν μερικοί οικονομολόγοι, τι παράγουν, είναι μεγάλα, τι τρώνε, πώς ζουν αυτά τα ζώα; Εμείς το λέμε μεταφορικά βρε. Δεν εννοούμε ντε και καλά ζώα
ζώα, αν και οι βοσκοί περνάν τον καιρό τους στα ψηλά βουνά, παρέα με τα ζώα γενικώς και τα δικά τους εννοείται. Αυτά λέγονται κοπάδια. Έχουν κοπάδια αυτοί. Μεγάλα κοπάδια και μικρά. Κατσίκες, κατσίκια, αγελάδες, μοσχαράκια, πρόβατα, αρνάκια, άλογα.
Τα ζώα με ονόματα τα λεν, Αστραπούλα, Κανέλλα, Φλώρα. Η Φλώρα, κατσίκα ήταν. Η Αστραπούλα, άλογο. Η Ασημούλα την είχε την Αστραπούλα. Ξέρεις τι όμορφο άλογο ήταν; Είχε μια χαίτη ατίθαση, κάτι χρώματα κανελλιά, άλλο πράγμα. Η Κανέλλα κι αυτή, γίδα ήταν. Έδιναν κι άλλα ονόματα, Γκέισα, Ίρμα, Μπέλλα, σε μουλάρια, σε σκυλιά, σε γατιά. Με τα ονόματα τα είχαν. Έχεις ακούσει την έκφραση αρνάκι μου, μανάρι μου, πουλάκι μου, εμείς ναι, εσύ μπα ε, τίποτα, ούτε μεταφορικά; Καλά, δεν πειράζει, δεν κινδυνεύεις. Είπαμε μήπως. Λοιπόν, αυτοί οι άνθρωποι έχουν πολλές ρυτίδες, μυρίζουν κάπως, μιλούν με παράξενες φράσεις, τραγουδούν κιόλας. Παλιά τραγούδια λένε, παί- ζουν και όργανα, φλογέρες, λύρες, τσαμπούνες, λαούτα, κλαρίνα. Κατεβαίνουν στα πανηγύρια, με τα πόδια έρχονται, εννοείται αυτό, απ’ τα βουνά κατεβαίνουν, εκείνα τα βουνά με το χιόνι στις κορφές που δεν λιώνει, αν έχεις δει σε καμμιά ταινία. Έχεις δει; Α, ωραία. Τώρα συνεννοηθήκαμε. Το ’χουμε, που λεν και οι νέοι. Λοιπόν κατεβαίνουν αυτοί, πλένονται, χτενίζονται, ε, όχι σε κομμωτήριο, στα σπίτια τους γίνονται αυτά, σε σκάφες παλιές πλένονται, σε βαρέλια ξύλινα, σε ασβεστωμένα πλυσταριά, τι λέξη κι αυτή, κάθονται, τρων λίγο, λεν και καμμιά κουβέντα με την γυναίκα τους, παν στην πλατεία, στο πανηγύρι.
Έρχονται και κομπανίες απ’ αλλού αυτές φερμένες και γίνεται γλέντι τρικούβερτο. Άιντε, ωραία που ’ναι την αυγή, όταν γλυκοχαράζει, να ’ναι κανείς στον τόπο του και να διασκεδάζει… Κόσμος μαζεύεται. Θόρυβος λαού. Φωνή Κυρίου. Αλλού λέγεται αυτό. Στην εκκλησία. Πας στην εκκλησία; Λέγεται εκεί, τι, δεν το πρόσεξες; Καλά δεν πήγαινες στο κατηχητικό μικρός; Τι προσέχεις; Πού κοιτάς; Τέλος πάντων, τι γράμματα μαθαίνει η νέα γενιά, ε, ρε, εμείς αγράμματοι και τα προσέξαμε αυτά τα γράμματα, που λένε. Μεταφορικά λέγονται αυτά, αν εννοείς. Η λέξη γράμμα- τα εννοούμε, μεταφορικά.
…/…
Εικόνες. Πάνω στα νερά και με πολλές φωνές γράφονται οι εικόνες του κόσμου, παλιές, θαμπές μοιάζουν μερικές κι άλλες ζωηρές, λαμπερές τινάζονται ψηλά σαν ασημένιο ψάρι, είδαμε τα βουνά, αχνά στο βάθος του ορίζοντα, γαλάζια στο φως του δειλινού, τις ομίχλες πάνω στα νερά, τα χιονισμένα χωριά, τις βρύσες την άνοιξη, την θάλασσα είδαμε, όλες τις εποχές του χρόνου ακούμε την θάλασσα στα αυτιά μας, τους αέρηδες ακούμε και τις φωνές που φέρνουν οι ανέμοι, φωνές ανθρώπων και ζώων, όλα μαζί τα πλάσματα μιλούν, για τον κόσμο, μέσα στον καθρέφτη του κόσμου.
Λέει ο Δημόκριτος, ο Αβδηρίτης, για τον σοφό άνδρα κάθε γη βατή είναι, γιατί για την αγαθή ψυχή πατρίδα είναι όλος ο κόσμος. Ακούσαμε και είπαμε πολλά, σιωπήσαμε κιόλας. Θέλω να τραγουδήσω κι η γης να μαραθεί, λέει ένα τραγούδι, γιατί, πουλί μ’, δεν κελαηδείς ’πως κελαηδούσες πρώτα; Αχ, πώς μπορώ να κελαηδώ ’πως κελαηδούσα πρώτα; Μου κόψαν τα φτερούδια μου, μου πήραν τη λαλιά μου.
Κλεισμένα οι πέτρες τα κρατούν τα ονόματα, τις λέξεις, έχεις δει τι νερά έχουν μέσα οι σπασμένες πέτρες; Λέξεις έχουν, δάκρυα έχουν, τραγούδια έχουν, έχεις ακούσει ένα, τι ωραία το λέει ένας μικρός, η νέα γενιά που έρχεται, για ιδές περβόλι όμορφο, για ιδές κατάκρυα βρύση, στο περβόλι μας, στ’ ώριο περβόλι μας, τ’ όμορφο. Κι όσα δεντρά έπεψεν ο Θιος όλα είναι φυτεμένα, στο περβόλι μας, στ’ ώριο περβόλι μας, τ’ όμορφο. Κι όσα πουλιά έπεψεν ο Θιος μέσα `ναι φωλεμένα στο περβόλι μας, στ’ ώριο περβόλι μας, τ’ όμορφο. Μέσα σ’ εκείνα τα πουλιά ευρέθ’ ένα παγώνι, ω το παγώνι μας τ’ όμορφο και χτίζει τη φωλίτσαν του σε μιας μηλιάς κλωνάρι, στο περβόλι μας, στ’ ώριο περβόλι μας, τ’ όμορφο.
Κλείστηκαν αυτά μέσα εκεί, άμα σπάζουν οι πέτρες, φαίνονται αυτά, στρώματα στρώματα, μάρμαρα, για αγάλματα λέμε, κεραμίδια, πλίνθοι, από ναούς και σπίτια, αγκωνάρια από μοναστήρια και κάστρα, από γέφυρες και αρχοντόσπιτα, ασβεστόπετρες, γαλαζόπετρες, πέτρες θαλάσσης, σπασμένες πέτρες στο φως, οι σπασμένες πέτρες έδειξαν τις λέξεις, κοίτα να δεις, φωτιές βγάζουν, έχεις δει τσακμακόπετρες; Άκου τι λεν αυτές οι πέτρες, οι σπασμένες πέτρες που έδειξαν τις λέξεις, άκου να δεις, έπη έχουν γραμμένα μέσα, ονόματα, επών ύλη, χωρικών λόγια, επαρχίας λέξεις, ελληνικά γράμματα, βουίζουν σαν τις μέλισσες στα αυτιά και σαν τζιτζίκια μέσα στο θέρος, σαν θάλασσα έρχονται στον ύπνο και σαν μουρμουρητό από ισοκρατήματα σε παλιές, παμπάλαιες εκκλησίες, ανακατωμένοι ήχοι με το βουητό των ανέμων και τα φτερουγίσματα των πουλιών, που φτάνουν ως τα άστρα, εκεί φτάνουν τα απηχήματα του κόσμου, ερημική σιωπή, τα περιβάλλει, λέει ο σοφός, σφράγισε τα λόγια με σιωπή και την σιωπή άσ’ την στον κατάλληλο καιρό, μάθε να σιωπάς την κατάλληλη στιγμή, να σιωπάς μπροστά στο θαύμα, γίνε εσύ το θαύμα, που λένε και οι αθώοι που το έχουν δει, εκεί που οι άλλοι κλωτσούν την πέτρα του ονόματός τους και όλες τις πέτρες του ελληνικού μας κόσμου, επί των υδάτων της γης, στον κήπο της θάλασσας, στο καράβι του πελάγους και στο ωκεάνειο κύμα.
Ονειρευτήκαμε, κάτω από αυτές τις πέτρες, κάτι παλιές τρικυμίες, κάτι βουητά των ανέμων στα βράχια της θάλασσας, αστράφτει και χαρακώνεται ο ουρανός, σηκώνονται κύματα ως το μουράγιο, θαλασσοδέρνονται τα καράβια και τα παράθυρα των σπιτιών χτυπούν, όλα τα τυλίγει καταχνιά και τα καλύπτουν τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας κι ο Αυγουστής, μονάχος, μες στο αγιάζι κατεβαίνει το καΐκι του να βρει, μια κουκίδα μέσα στον χαλασμό του κόσμου.
Ήταν κι ένα καφενείο, τα άσπρα πουλιά, έτσι ονομάζονταν, μεγάλο καφενείο ήταν, σε τέτοιο σημείο βρίσκονταν που από ’κεί περνούσαν όλοι, ντόπιοι, επισκέπτες και ξένοι, σε πόλη ήταν, μέσα έβλεπες, όλες τις τάξεις, συνταξιούχοι, δάσκαλοι, αρχαιολόγοι, χωρικοί, ταξιτζήδες που περίμεναν κανένα αγώι, φωτογράφοι με σακίδιο, ξένοι αυτοί περισσότερο, ελαιοχρωματιστές, χωροφύλακες, υπάλληλοι, ελεύθεροι επαγγελματίες, κανένα παιδί για θελήματα, καναδυό τυπογράφοι, δυο τρεις καλόγεροι με σκούφους, τριμμένα ράσα και με τρίχινα σακκιά, γυναίκες με μαντήλια στο κεφάλι και με μικρά παιδιά στην αγκαλιά, καφέδες έπιναν αυτοί, λεμονάδες, παγωμένα νερά και υποβρύχια τα παιδιά, καθισμένοι στο καφενείο, ζωηρά κουβέντιαζαν μερικοί και άλλοι άκουγαν, για πολιτικά το πιο πολύ μιλούσαν, ένας νεαρός δάσκαλος όρθιος τους παρακολουθεί να μιλούν όλοι μαζί με φωνές που δεν ακούγονται έξω, φυσούσαν αέρηδες κι απέξω στέκονταν πολλοί, ολόκληρο κινηματογραφικό συνεργείο, ο σκηνοθέτης με την κάμερα, έξω στέκονται και κομπάρσοι και ο καλός μας άνθρωπος Θανάσης, κοιτούν αυτούς στο καφενείο και όλους τους παρατηρεί το μάτι της κάμερας, ακίνητοι για μια στιγμή, πριν τη δράση και έτοιμοι για την σκηνή της λήψης, με το νεύμα του σκηνοθέτη, μια φράση απ’ τον Τήλεφο, του Ευριπίδη, θ’ ακουστεί: Στους βάρβαρους, θα υποδουλωθούμε, εμείς οι Έλληνες;
.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
ΓΥΡΗ ΙΡΙΔΑΣ ΣΤΟ ΥΓΡΟ ΦΩΣ
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Γ. ΓΟΓΟΛΟΣ
ΠΕΡΙ ΟΥ 13/7/2024
«Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν»
Σιμωνίδης ο Κείος.
Η Αγγέλα Μάντζιου είναι φιλόλογος, ποιήτρια και δοκιμιογράφος. Διακονεί την τέχνη της ποιήσεως πάνω από τρεις δεκαετίες, διαγράφοντας μια αξιόλογη ποιητική πορεία. Μέχρι σήμερα εξέδωσε πέντε ποιητικές συλλογές : α) 1987 Πραμάνθα β) 1991 Ιλάειρα γ) 2013 Ζεφύρων Πλεύσεις δ) 2015 Νησιά της Εξορίας και ε) Γύρη Ίριδας στο Υγρό φως (2023). Η τελευταία της ποιητική συλλογή περιλαμβάνει 107 ποιήματα μικρής και μεσαίας έκτασης . Πρόκειται για μια ποίηση, η οποία στηρίζεται στη θαυμάσια εικονοπλαστική ικανότητα της ποιήτριας, όπως, άλλωστε, μας προειδοποιούν ο τίτλος της συλλογής και το «εισαγωγικό» επίγραμμά της:
« Λουλούδια/ Άστρα /Στα φτερά της πεταλούδας/Σταγόνες βροχής/ Ουράνια τόξα/ Γύρη Ίριδας/ Τρισμέγιστο φως.»
Εικόνες ευαίσθητες, εύθραυστες, όπου κυριαρχούν τα ζωογόνα στοιχεία του φωτός και του νερού. Εικόνες με συμβολικές προεκτάσεις. Εικόνες, που αναδύονται οι περισσότερες από το υποσυνείδητο της ποιήτριας, καταργώντας κάθε συμβατική πραγματικότητα. Εικόνες υπερρεαλιστικές που επιβεβαιώνουν ότι «δεν άνθισαν ματαίως» οι Έλληνες υπερρεαλιστές του μεσοπολέμου:
Τα χρώματα της Ίριδας
Της μικρής θεάς
Και τα μαλλιά της Βερενίκης
ης βασίλισσας
Στην καταιγίδα της νύχτας
Λάμπουν και εκρήγνυνται
Στα κύματα του χάους
Μέσα στη δίνη των άστρων.
(Η δίνη των άστρων σ. 79)
Οι περισσότερες εικόνες είναι ανοιχτού χώρου, όπου πρωταγωνιστούν τα στοιχεία της φύσης (ουρανός, θάλασσα ,άστρα, βουνά, ποτάμια κ.α.). Λιγοστές αναφέρονται στο κλειστό αστικό τοπίο:
OMΠΡΕΛΕΣ
Ομπρέλες στον ουρανό των πόλεων
Ιμάντες στα σύρματα
Νερά σιντριβανιών
Κατακλυσμοί λέξεων
Τσαλαπετεινών επισκέψεις
…………………………
Οιωνοί καλοτυχίας
Και μεταλλικό φεγγάρι
Στου νερού την αντανάκλαση.
(σελ. 39)
«Και μεταλλικό φεγγάρι», μακρινή ανάμνηση τάχα του καλβικού στίχου:
«To ψυχρόν αργύριον ρίπτει η σελήνη»
Σε αρκετά ποιήματα, όπως το προηγούμενο, της συλλογής, η ποιήτρια προτιμά την ονοματική συντακτική δομή του λόγου. Σε ολόκληρες στροφές ποιημάτων ή σε ολόκληρα ποιήματα (συνήθως ολιγόστιχα) απουσιάζει το ρήμα, έτσι το ποιητικό βάρος σηκώνουν τα ονόματα (ουσιαστικά, επίθετα κ.α.). Μια τεχνική, όπου ελλοχεύει ο κίνδυνος να γείρουν τα πράγματα προς τη ρητορεία. Η ποιήτρια, ωστόσο, με τους ευρηματικούς και πρωτότυπους συνδυασμούς των λέξεων , που παραπέμπουν σε εικόνες , όπως στο παραπάνω ποίημα, κρατά σταθερά την ποιητικότητα του κειμένου.
Μια ξεχωριστή κατηγορία συνιστούν τα αρχαιόθεμα ποιήματα της συλλογής. Ποιήματα που σχετίζονται με τα φιλολογικά ενδιαφέροντα της ποιήτριας. Ποιήματα, στα οποία επιχειρείται η σύζευξη ή η αντιπαράθεση του αρχαιοελληνικού μύθου με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Ένα στοιχείο που αποτελεί σχεδόν κοινό τόπο στην νεοελληνική ποίηση. Ιδιαίτερα στην ποίηση του μεσοπολέμου (Σεφέρης, Ρίτσος, Βάρναλης κ.α.). Η ποιήτρια αντιμετωπίζει το θέμα με ξεχωριστή ευαισθησία :
Εκεί που θάφτηκαν τα αρχαία φωνήεντα
Των λέξεων ο πρώτος σφυγμός
Είναι το δικό σου νησί
Το χρυσόμαλλον δέρας
Η Δήλος (Η ΔΗΛΟΣ σελ. 30)
Ολιγόστιχα κατά κανόνα τα ποιήματα αυτά προβάλλουν τα θέματά τους με τη δύναμη του συμπυκνωμένου επιγραμματικού λόγου: “Αρχέγονες λέξεις/πέφτουν στα νερά του ύπνου/σαν χαρτάκια ψαλιδισμένα/ από τις εκρήξεις των άστρων.» (Αυτός που είδε σελ 67). Τα εκτενέστερα, πιο περιγραφικά αυτά, δημιουργούν στον αναγνώστη την αίσθηση μιας διάχυτης μελαγχολίας. «Τα αρχαία μνημεία και η σύγχρονη θλίψη» , όπως γράφει με τον τρόπο του ο Γιώργος Σεφέρης.
Τα ποιήματα της Αγγέλας Μάντζιου, εκτός από την εξαιρετική εικονοποιία τους, στοιχείο που μαρτυρεί την λεπτή παρατηρητικότητά της ποιήτριας και φέρνει στο νου μας τον ορισμό του αρχαίου Σιμωνίδη (η ποίηση είναι ζωγραφική με λόγια), στηρίζονται σε έναν μεστό ποιητικό λόγο, ο οποίος διακρίνεται για την ευρηματικότητα και την πρωτοτυπία του. Από το υπόστρωμα αυτής της ποίησης αναδύεται ένα άρωμα ευγενικής μελαγχολίας.






