Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί ως αρθρογράφος με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Την επταετία 2001 – 2008 διατηρούσε μόνιμη στήλη στην εφημερίδα metro με θέμα το βιβλίο και την τριετία 2008-2011 υπήρξε βασικός συντάκτης της εφημερίδας Ελευθεροτυπία στο ένθετο Βιβλιοθήκη, όπου διατηρούσε, εκτός των άλλων και την στήλη “Νύχτα είναι, θα περάσει”. Για τρία χρόνια δούλεψε ως παραγωγός στο ραδιόφωνο της ΕΡΤ Open στην εκπομπή “Ολομόναχοι μαζί” που είχε σαν θέμα καλεσμένους από τον χώρο της λογοτεχνίας και του πολιτισμού γενικότερα, με έμφαση ιδιαίτερα στη μουσική.
Κυκλοφορούν 25 βιβλία του εκ των οποίων τρία έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (Οξύ 2011) – Μετά (Απόπειρα 2012) – Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη 2013) και Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη 2014) εγκαινιάζει την λεγόμενη Κοσμική τετραλογία, και θεωρείται έργο αναφοράς, σαν μια μεγάλη, φασματική αλληγορία που διαρρηγνύει τα πλαίσια του Κανόνα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Αγγλικά, στα Γαλλικά, στα Γερμανικά, στα Ισπανικά και στα Σέρβικα.
ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ
1983 ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ, Εκδόσεις Βασδέκης
2002 ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ, Μια ιστορία στη διαπασών, Εκδόσεις Απόπειρα
2004 ΦΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ, Εκδόσεις Αστάρτη
2005 ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ, Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους, Εκδόσεις Απόπειρα
2007 ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ, Εκδόσεις Μεταίχμιο
2008 ΤΙ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΟΤΑΝ ΜΕΓΑΛΩΝΟΥΝ, Ιστορίες από το παρελθόν και το μέλλον, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα
2009 ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ, Εκδόσεις Μεταίχμιο
2010 Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ, 112 σχέδια για ένα μυθιστόρημα, Εκδόσεις Απόπειρα
2011 ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου, Εκδόσεις Οξύ
2012 ΜΕΤΑ, Εκδόσεις Απόπειρα
2013 ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ, Ένα μυθ – ιστόρημα σημείων, Εκδόσεις Σμίλη
2014 ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ, Γράμματα σε έναν αφανέρωτο κόσμο, Εκδόσεις Σμίλη
2014 ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΜΑΥΡΟ, Εκδόσεις Σμίλη (δίπτυχο, εκτός εμπορίου σε 100 αντίτυπα)
2015 Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ, Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015 ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ, 2015, εκδ. Βιβλιόραμα (συλλογικό, μαζί με την Μαρία Χρονιάρη)
2015 ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ, Εκδόσεις Σμίλη
2015 ΕΠΙΛΟΓΟΣ, Εκδόσεις Σμίλη (δίπτυχο, εκτός εμπορίου σε 150 αριθμημένα αντίτυπα)
2016 ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΜΙΚΡΕ ΠΡΙΓΚΙΠΑ, Εκδόσεις Σμίλη (πλακέτα, εκτός εμπορίου σε 300 αντίτυπα)
2016 ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ, Εκδόσεις Σμίλη
2017 Μ, Εκδόσεις Απόπειρα (δίπτυχο, εκτός εμπορίου σε 150 αριθμημένα αντίτυπα)
2017 SO LONG, MARIANNE, Ποιήματα στη Μαρία, Εκδόσεις Σμίλη
2017 ΑΥΤΟ ΤΟ ΡΟΚ ΔΕΝ ΘΑ ΤΕΛΕΙΩΣΕΙ ΠΟΤΕ, Εκδόσεις Απόπειρα
2018 ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΗΘΟΥΣ εκδ. Απόπειρα (τετράπτυχο)
2020 “ΝΩ”, εκδ. Απόπειρα (Μονόλογος)
2022, ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, εκδ. Σμίλη
.





.
ΠΟΙΗΣΗ
ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ (2022)
I
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπιζόταν την σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια
Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς
Τις εμφύλιες εμμονές του
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα συνεχή ελάφια στο δάσος
Με τις ραδιενεργές πατούσες τους
Τα κλαδιά στο κεφάλι τους
Είναι γεμάτα λέξεις
Πώς να τις ξεχωρίσεις μια μια;
Πώς να απαιτήσεις χειρόγραφα
Στην τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σ’ αυτό το αχόρταγο ποτάμι
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;
Τα βλέπω ακόμα
Ροκανίζουν το αδιευκρίνιστο φως
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο
Έβλεπα
Δωμάτια σώματα
Με καρφιά
Τα ρούχα τους που σώθηκαν
Όσα επιβίωσαν της φωτιάς
Και τις φωτογραφίες τους
Άοκνα δεκανίκια
Να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά μου
Χωρίς ούτε ένα δέντρο
Ούτε ένα λευκό άλογο
Σαν παιχνιδάκι ενός παιδιού
Που ποτέ δε μεγάλωσε
II
Έτσι συνέβη
Μάλλον έτσι θα έπρεπε
Στις όχθες ενός ποταμού
Που ενώνει τον Ιλισό με τον Τάμεση
Και τα απροσδόκητα χαμόγελά μου
Αναρωτιόμουν κάθε φορά
Γιατί πεθαίνουν τόσο γρήγορα τα βιβλία
Χωρίς θεατές
Από τις λεηλασίες του χρόνου
Οι θεατές πάντα λείπουν
Όταν τους χρειάζεσαι
Κι εσύ ξάπλωνες
Κάθε φορά με άλλες προσόψεις
Άλλη χρυσή ράχη
Άλλες γραμματοσειρές κολλημένες πάνω σου
Πενθώντας κάθε φορά άλλο όνομα
Που ήταν το ίδιο
Φορώντας κάθε φορά άλλο τίτλο
Στη λέσχη της αγάπης που διακαώς σύχναζα
Σε αποθήκες υλών και υλικών
Αυτής της πολλαπλής άφεσης
Με σιρίτια
Σαν για να αποφασίσει ο άλλος
Για το περιτύλιγμα των νερών
Που ενδεχομένως απαιτείται
Για το λάθος χρώμα
Το χρησιμοποιημένο εκ νέου
Την καληνύχτα του οργασμού σου
Κάθε χρώμα χωρίζει ενθύμια
Κάθε ενθύμιο οδηγεί σε άλλη πτώση
Κάθε πτώση χρησμοδοτεί άλλον ανολοκλήρωτο θάνατο
Κάθε θάνατος είναι εσύ
Κάθε ζωή είναι εσύ
Εσύ όπως εγώ εμείς αυτοί
VI
Το άρρωστο ρήγμα
Μεγάλωνε συνεχώς μέσα σου
Ξεχείλωνε σαν βάτραχος στη στεριά
Που τον τραβάς από δω κι από κει
Άτριχο
Μέχρι να πάψει να υπάρχει σαν σώμα
Τότε χωρίστηκες στα δύο
Μεταμορφωμένη σε πεθαμένο κροκόδειλο
Είχα δύο κροκόδειλους μέσα μου
Το ένα κομμάτι σου
Μοιράστηκε στα βιβλιοπωλεία
Και το άλλο στους εκδότες της αγοράς
Σαν τυπογραφική βοήθεια
Για τους μετανάστες των εξωφύλλων
Για όσους πεινούν για καινούριο δέρμα
Κι ακόμα κρινόσουν με άλλοθι
Σάλευες σαν διαλυμένο φίδι
Κάτω απ’ τα δοκάρια μιας υπερφωτισμένης σκηνής
Έχοντας την ψευδαίσθηση των γραμμάτων στο στόμα σου
Ανυπολόγιστα δυνατή
Με ανήκεστο βλάβη πραγματικότητας
Και τον στόχο
Κρυμμένο καλά στο μανίκι
Συνέχιζες να κινείσαι
Όπως το φαγητό ενός μυδιού
Όπως η νεκρή λύκαινα
Όπως ένα σκιάχτρο στον αέρα
Όπως μια τίγρη
Όπως μια μέδουσα
Που την διεκδικούν
Ο ψυχίατρος Παλαμάς
Και ο μεθυσμένος Ντοστογιέφσκι
Δεν είχες πια όνομα είδος συνάφεια γένος
Συνέχισες να βαδίζεις
Ερήμην της νοσηλείας μου σε αυτή την γη
Με τα μπερδεμένα σου γράμματα
Το βαλς του αποχαιρετισμού
Αγνοώντας επιδεικτικά τον Κούντερα
Γεμάτη πούδρα
Μέσα σε ένα βιβλίο
IX
Έτσι θα ζήσουμε τώρα
Με οπλές αλόγων ευοίωνων
Σε δασύτριχα όρη
Με τις καλπάζουσες συναυλίες των Θεών
Στο δέρμα του κρεβατιού μας
Με τα βέβαια ράσα ενός δελφινιού
Από το ταβάνι θα πέφτουν ταινίες
Και στα μυστικά μας χαλιά
Ακριβώς κάτω από την καταπακτή τους
Θα μαζεύεται η θάλασσα
Διακοσμητική και σωτήρια
Με σάλια και ρώγες
Έξαλλων ήλιων από μέλι
Και θα ανοίξεις κι άλλο
Κι άλλο
Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός
Και θα περάσουμε μαζί
Με τα απασχολημένα χέρια μας
Τις συνοικίες των μελλοθάνατων
Και θα φτάσουμε
Στην αόρατη ήπειρο
Εκεί που τα σύννεφα είναι μονίμως διπλά
Και τα σεντόνια αναστατωμένα
Με μοναδικά έπιπλα τα παιδικά μας σώματα
Ενώ τα δωμάτια των καιρών μας
Συνεχώς θα πολλαπλασιάζονται
Μεταδίδοντας προς όλες τις κατευθύνσεις
Με την δυσκολία του φωτός
Όλο αυτό το κατόρθωμα γης
Που ανέτειλε ξαφνικά μέσα μας
Σαν ιδρωμένος χρυσός
Μην κινείσαι άλλο
Μη
Θέλω μόνο να σε κοιτάζω
Θέλω οι λεπτομέρειες των μελών σου
Να βάψουν τα μάτια μου
Μείνε ακίνητη
Σε στάση προσευχής
Για όλα τα επόμενα χρόνια
Της άγνωστης πατριδογνωσίας μας
XIII
Σταματώ όμως εδώ
Σταματώ
Πρέπει να σταματήσω
Εκτός κι αν δεν σταματήσω
Και κάνω
Όπως συνηθίζω τον τελευταίο αιώνα
Ότι σταμάτησα
Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο
Και σε έχασα
Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας
Σε κρατούσα όμως
Παρόλα αυτά
Στην μνήμη των κυττάρων μου
Από τότε
Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό
Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά
Και όλα σου τα ερείπια στην άλλη
Κατευθυνόμενος πάντα προς το κέντρο του φόβου σου
Μεταφράζοντας πάντα τους συλλαβικούς στίχους
Ως σταγόνες φωτός
Σ’ ένα πολυπληθές ακροατήριο
Χωρίς να υπάρχει κανείς
Στην θαλάσσια οδό Ασκληπιού
Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού
Χαμογελώντας γύρω απ’ το άγαλμα του Παλαμά
Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρεις χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Της μητρικής μας γλώσσας
XVIII
Εγώ που θα ήθελα
Που όλο περίμενα
Και ξεχνάω
Από τότε που διαμοιράστηκες
Που σε έκοψαν σε δύο κομμάτια
Ήταν Νοέμβριος του 1891
Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ
Εκείνο το βράδυ τον παράστεκα στο νοσοκομείο
Είχε ένα πόδι και τρία μάτια
Εσύ κανένα
Κανένα πόδι κανένα μάτι
Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει από την γέφυρα
Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου
Ή του Λονδίνου
XXII
Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που είπα
Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου
Τις πολλαπλές εξεγέρσεις του που έμοιαζαν με χταπόδια
Με κρεμασμένα ερείπια
Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου
Να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας
Και ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν
Οι ζωές που δεν ζήσαμε
Έτσι μάλλον ξεκίνησε
Και συνεχιζόταν
Αλλά τώρα
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό
Έτσι θα τελειώσει
Τελειώνει
Τελείωσε
Τέλος
.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΗΘΟΥΣ (2018)
ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ ΣΕ ΔΥΟ ΧΡΟΝΟΥΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΙΩΝΑ ΠΟΥ ΠΕΡΑΣΕ
[2 0 1 8]
Σου είπα ότι ήθελα να σε ξαναδώ
Δεν ήξερα για ποιό λόγο
Κανείς δεν ξέρει ακριβώς
Για ποιό λόγο γίνονται
Ή δεν γίνονται
Τα πράγματα
Και αν βρισκόμασταν
Θα ξεκινούσα να σου λέω
Ότι ήθελα να σε ξαναδώ
Απλώς δεν ξέρω τον λόγο
-Κανείς δεν ξέρει κανένα λόγο –
Και τα μάτια σου θα ήταν καρφωμένα στο πάτωμα
Και το πάτωμα θα αναποδογύριζε πάνω μου
Και το μπαρ θα ήταν σιωπηλό
Παρά τους ανθρώπους του
Και η μουσική θα ήταν περίπου
Ανάμεσα σε σένα και μένα
Και θα υπήρχε λόγος γι αυτό
Πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Απλώς δεν τον ξέρουμε
Και η σιωπή θα ήταν ανάμεσα
Μισή δική μου
Μισή δική σου
Και τα μαλλιά σου θα τα έκρυβαν όλα
Παρότι δεν θα υπήρχε τίποτα που να μπορούσε να κρυφτεί
Και μπορεί και να κουβεντιάζαμε
Όπως κουβεντιάζουν τα πουλιά
Πάνω στα σύρματα
Και μετά πετάνε
Αν βρισκόμασταν
Δεν θα υπήρχε μάλλον κανένας εμφανής λόγος
Ούτε και αφανής
Να βρεθούμε
Ίσως γι αυτό τελικά δεν βρεθήκαμε
Γιατί δεν υπήρχε λόγος
Αλλά θα έπρεπε
[2 0 4 6]
Τελικά ήρθες
Ίσως να σε οδήγησε εκείνος ο ανεπιτυχής δρόμος
Ή η αβάσταχτη μοναξιά των ανθρώπων
Που τυφλώνονται πάνω σε διεθνή χιόνια
Ήρθες για κάποιο λόγο που ήξερες εσύ
-Εγώ σίγουρα δεν ήξερα –
Εκτός κι αν δεν ήξερες ούτε εσύ ούτε εγώ
Και μετά άρχισα ακριβώς έτσι
Όπως μου φαινόταν ότι έπρεπε να αρχίσω
Ότι δηλαδή θα ήθελα να σε δω
Αλλά δεν ήξερα για ποιο λόγο
Και τότε εσύ πήρες τον λόγο
Και προσπάθησες να βάλεις τις ημερομηνίες μας στη σειρά
Με καθυστέρηση πολλών ζωών
Λέγοντάς μου
Ότι πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Που λείπουν οι άνθρωποι
Κι εγώ
Που δεν ήξερα τον λόγο
Ούτε βέβαια κι εσύ
Αρχίσαμε να φωλιάζουμε
Και αρχίσαμε να γελάμε
Και συνεχίσαμε αυτήν τη βέβαιη αθανασία της θάλασσας
Σαν σπονδυλική στήλη
Και συνεχίσαμε να μην ξέρουμε τον λόγο
Αφού πάντα υπάρχει κάποιος λόγος
Που δεν χρειάζεται να ξέρουμε
Και τα μάτια σου είχαν σηκωθεί απ’ το πάτωμα
Και το πάτωμα δεν αναποδογύριζε πάνω μου
Και η μουσική παρέμενε σιωπηλή
Αλλά όχι μεταξύ μας
Και η σιωπή δεν ήταν πια ανάμεσα
Αλλά ακριβώς στη ζωή μας
Και τα μαλλιά σου δεν έκρυβαν τίποτα
Αφού δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος
Να κρύψεις πια τίποτα
Καθότι πεθαμένη
-Οι νεκροί δεν κρύβουν πολλά-
Και μετά εσύ
Κι εγώ
Και τα χέρια μας
Φύγαμε
Δεν θυμάμαι ακριβώς που πήγαμε
Πάντως πήγαμε κάπου
Σ’ αυτή την έρημη διαδρομή
Αυτό είναι βέβαιο
Και εκεί
Όλα τα πράγματα ήταν ζωντανά
Οι άνθρωποι
Δεν πρέπει να πεθαίνουν ως άγνωστοι
Σου είπα ψελλίζοντας
Ιδίως οι πολύ γνωστοί
Ήταν όμως ήδη πολύ αργά
Αφού δεν ήσουν πια εσύ
Αλλά κάποια άλλη
Πολύ γνωστή άγνωστη
Που είχα με κόπο δημιουργήσει
Σ’ έναν ξεγελασμένο κόσμο
Μ.Χ.
Χωρίς όνομα
Η έκδοση είναι αφιερωμένη στον καιρό που έχει περάσει. Στις παρασιτικές ταυτότητες – των ανθρώπων και στο απρόσωπο θέαμα της μνήμης. Στο ύφος, το ήθος και το ύψος που περιέχονται. Ο τίτλος και η φωτογραφία αποτελούν σημειολογική αναφορά και σχόλιο σε ό, τι προηγήθηκε. Τα δικαιώματα της φωτογραφίας ανήκουν στην Ζωή Βάλβη. Η εικαστική παρέμβαση είναι της Φανής Χούρσογλου. Τυπώθηκαν 200 αριθμημένα αντίτυπα σε χαρτί Acouerello Avorio 280 gr. Η γραμματοσειρά που χρησιμοποιήθηκε είναι η Warnock. Η έκδοση έγινε στο τυπογραφείο Θυμέλη για λογαριασμό των εκδόσεων Απόπειρα τον Μάρτιο του 2018.
[Για τις μεταμφιέσεις των νερών που διανύθηκαν]
.
SO LONG, MARIANNE (2017)
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΣΤΗ ΜΑΡΙΑ
[Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν μετρίου αναστήματος, μέτριου βάθους, μέτριας ζωής. Έτσι όπως είναι συνήθως οι ζωές των ανθρώπων. Μου έγραψε: «Μέσα στο άρωμα των ματιών σου είδα να σβήνουν οι τελευταίες ανάσες των Θεών». Την έλεγαν Μάριαν, Μαριάννα, Μαίρη, Μαρίλια, Μαίριλυν , Μαριλού, Μαριάμ, Μαρία. Αλλά μπορεί να ήταν και ο ίδιος ο κόσμος. Μετά εξαφανίστηκε.]
I
Τα ρούχα μου που βασάνιζες
Οι λέξεις μου που μιλούσες
Η αντίθετη λύπη μου
Τα ξυπόλυτα χέρια μας
Οι δαγκάνες του φθινοπώρου
Το απόρθητο σύνορο
Τα χρόνια χιαστί
Που λυσσούσαν
Η θάλασσα
Πριν την σφαγή
Τελεσίδικα μαζί σου
Αναπόφευκτα μπλε
Αναπόφευκτα ίδια
Αυτή η μικρή σύνοψη
Σε σειρές
Που δεν συνοψίζονται
IΙ
Έφυγες
Αλλά δεν έφυγες ποτέ
Είσαι θαμμένη στα μάτια μου
Ανάμεσα στα σπαρακτικά φαντάσματα
Της αγάπης
Τα μαλλιά σου
Ακόμα σκουπίζουν το πάτωμα
VIII
Κι εσύ ερχόσουν συνέχεια
Και αγκάλιαζες
Εκείνες τις ατέλειωτες ώρες
Με μια πυρκαγιά αδιάσειστη
Άλλαζαν τότε πολλά πράγματα
Τα χρώματα γίνονταν αποστακτήρες χρυσού
Ο αναπνευστήρας μεγάλωνε
Και από μια κρυφή οθόνη
Στο νότιο μέρος του χρόνου
Που ανακαινιζόταν
Προβάλλονταν διαρκώς
Οι ειδήσεις σου
Συγκινημένες
Είχαν μέλλον
Και μάτια που έσταζαν
Ύπνους παιδιών
Για μια στιγμή νόμισα
Ότι έκαναν την γη να γυρίζει
Κάτω απ’ τα άστρα της
Σε κοίταξα
Και οι λέξεις μου βγήκαν πάλι στο φως
Χωρίς εσένα
Δεν ξέρω να ζω
Δεν υπάρχει μάλλον και άλλος τρόπος
XI
Με σένα
Επισκεύασα μέσα μου
Το πρόσωπο του θεού
Σε όλες του τις θρησκείες
Ευλογήθηκα
Όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά
Τώρα που εσύ δεν βλέπεις
Κι εγώ
Έχω μείνει εδώ
Να σε εύχομαι
Θέλω να είμαι σίγουρος ότι ξέρεις
Πως αγαπήθηκες
Από έναν άγιο
XIII
Το ξέρω
Έγινες τραγούδι
Αλλά κάποιοι στίχοι
Περίσσεψαν
Και τους γράφω εδώ
Για να μείνουν
Στο χώμα
Σαν σπόρος
Για όσους θα έρθουν μετά
Να κατοικήσουν
Σ’ αυτή την άγνωστη γη
Όταν ανακτηθεί ο χρόνος εκείνος
Των ημερών μας
XVII
Χθες ονειρεύτηκα πως ξανάρθες
Ήσουν σαν ηλικιωμένος κήπος
Που δεν απομακρύνθηκε ποτέ
Απ’ το μέλλον του
Έσκυψα και σε μάζεψα
Με εκείνη την βιασύνη στα δάχτυλα
Που έχουν οι τυφλοί
Πήρα τα λουλούδια σου
Από το αμαξοστάσιο των θνητών
Το δέρμα τους ήταν σαρκώδες
Είδα τον λούτρινο μίσχο
Να αναρριχάται αργά
Από μέσα μου
Σαν κισσός
Έφτασε στο λαρύγγι μου
Σε κατάπια
Και βγήκες απ’ τα μάτια μου
Όπως το παράξενο φως
Που γεννήθηκε
Για να εξιλεώσει τον κόσμο
XX
Βρισκόμουν στο λούνα παρκ
Εσύ μου πετούσες γράμματα
Στρογγυλά σαν κρίκους
Γερνούσαν στον λαιμό μου
Και τον έσφιγγαν
Με χρυσόσκονη
Έγινα ρόδα σκοποβολή τροχός σπίτι του τρόμου
Λίμνη με σιδερένια ψαράκια
Για να ψαρεύεις την επιείκεια
Μέσα σε λαμπερά φώτα
Κέρδισες ένα αρκουδάκι
Εγώ κέρδισα εσένα
Και έγινες το καθημερινό μου ημερολόγιο
Η διερμηνέας μου
Σ’ αυτόν τον κόσμο
Που δεν υπήρξε
Παρά μόνο στη φαντασία μου
XXVI
Όπου και αν πηγαίναμε
Κάθε μέρος γινόταν μεγαλύτερο
Από την παρουσία σου
Κάθε τμήμα σου
Κάθε βήμα κάθε ματιά σου
Σαν να το πλάταινε
Να το πλαισίωνε
Σαν να τραβούσε την έκτασή του ως τη θάλασσα
Ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουμε εμείς
Τα τοπία θα κουβαλάνε την αγωνία μας
Να διασώσουμε το φως
Θα χει μείνει η διάρκειά μας
Ανεξίτηλη
Πάνω στη γη
Για να την κάνει ομορφότερη
Θα ήταν άγραφος ακόμα ο κόσμος
Αν δεν υπήρχες
IXXX
Ανεβαίνω και κατεβαίνω
Τις σκάλες του εαυτού μου
Για να σε βρω
Τα δάκρυά μου είναι κίτρινα
Είσαι παντού
Εκτός από σένα
Όλη εκ μέρους μου
Με την πλήρη συγκατάθεση του εαυτού μου
Εξαιτίας μου
Πραγματική όσο και η φαντασία μου
Σου πιάνω το χέρι και λιώνει
Κολλάει πάνω μου
Γίνεται γάμος
Ρεύμα ζεστό
Δέρμα κάτω απ’ το δέρμα μου
Όλα τα υπόλοιπα είναι νεκρός χρόνος
Σαν να γράφεις σταγόνες
Πάνω στην επιφάνεια του νερού
XXXII
Ήρθες πάλι
Αναγνωρίζω τα βήματά σου στο χολ
Το χάδι ανάμεσα στις πατούσες σου
Και το πάτωμα
Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα χέρια σου
Προσπαθώντας να με αγγίξουν
Βλέπω το βαθούλωμα στο στρώμα
Που κάθεσαι
Μια τρύπα ζωής
Το παρατηρώ για ώρα προσεκτικά
Μετά καταλαβαίνω ότι δεν κάθεσαι
Απλώς κοιμάσαι
XXXIV
Στρέφομαι πάλι προς την φωτογραφία σου
Σου ζητάω ακόμα να ζήσεις
Δεν ξέρω αν μιλούν οι φωτογραφίες
Ή αν αρκούνται στα ψίχουλα
Πάντως εγώ θα μπουσουλήσω
Θα τα μαζέψω σπυρί σπυρί
Θα ενώσω τα χρόνια σου
Και θα φτιάξω έναν άφωνο σιδηρόδρομο
Ένα σμήνος από σιδερένιες πεταλούδες
Μια ατέλειωτη σειρά από υστερόγραφα αγάπης
Δύο πράσινες βιβλιοθήκες από λέξεις
Μια κρούστα αληθινού ύπνου
Ένα στρογγυλό οικοδομικό τετράγωνο κήπων
Μια γενέθλια πόλη αγγέλων
Μια συρμάτινη χώρα
Έναν ολόκληρο μαραθώνιο από βλέμματα
Έναν αθώο κόσμο καινούριο
Κι εκεί θα ετοιμάσω ένα βασίλειο για σένα
Ή μια νέα απώλεια
Δική μου
XLI
Διάλεξα
Μετά από τόσα ομιλητικά φθινόπωρα
Να απευθύνομαι σε σένα
Που παραμένεις σιωπηλή και ακίνητη
Γιατί έτσι
Είναι ίσως ο μόνος τρόπος
Να απευθύνομαι σε μένα
Με όλα τα καλοκαίρια μου ενωμένα
Άλλωστε
Μόνο μαζί σου
Έζησα τόσο νεκρός
Για παραπάνω από 6,5 δισεκατομμύρια χρόνια
Το θαύμα
Αυτής της ολομόναχης σύνδεσης
Άγγιξέ με καλύτερα
Με όσο σάλιο σου έμεινε
Από τις συνήθειες των θαμμένων
Μ’ αυτό που κάνει τα φύλλα να γέρνουν
Το ένα προς το μέρος του άλλου
Απαιτώντας
Μεταθανάτια ζωή
XLIV
Να θυμηθώ
Να αλλάξω το χώμα στην φωτογραφία σου
Να καθαρίσω την στάθμη της σχετικότητας
Να διατηρήσω την λύπη μου
Να βγάλω τον ήλιο στο μπαλκόνι
Να σκουπίσω το άρωμα του βασιλικού απ’ το βλέμμα σου
Να απελευθερώσω τέσσερα δεμένα όνειρα
Να δω ξανά το φεγγάρι χωρίς γυαλιά
Να δώσω λιγότερο χρόνο στην λογοτεχνία
Να φυλάξω περισσότερο χρόνο για την αγάπη
Να πάρω ένα παιδικό ποδήλατο
Να ξαναδώ την Νάξο
Να μην σε χάσω
.
ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ (2016)
4 ΕΠΟΧΕΣ ΕΝΟΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ
Η ΕΠΟΧΗ ΤΗΣ ΣΥΝΗΘΕΙΑΣ
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Αν διοργανώναμε μια συναυλία
Θα χόρευαν γύρω μας
Οι υπαίθριοι έρωτες;
Θα έβγαζαν άσπρα κλαδιά
Στα παράθυρα των ματιών σου
Οι δερμάτινες φωνές των παιδιών;
Θα γινόταν ποτέ η πόλη γιορτή
Από χρυσούς αρλεκίνους
Που εκτελούν ριψοκίνδυνα όνειρα
Εν αγνοία τους;
Θα αρκούσαν λες
Τόσες δεύτερες ώρες
Για να ηλεκτροδοτήσουν
Τις παλιές περισπωμένες
Του έρωτα;
Κι αν ακόμα μας σημάδευε ο καιρός
Που τελείωσε
Αν ακόμα ισχύουν τα όμορφα ψέματα
Εν καιρώ λατρείας
Θα έτρεχες προς το μέρος μου
(Το μέρος που ποτέ δεν είχα)
Με όλα σου τα γενέθλια;
Θα γινόσουν για μένα η πόλη
Που έχασε ξαφνικά τον χρόνο
Μέσα απ’ τις βαλίτσες της;
Θα έλεγες ποτέ
Αν υπήρχες
Στον κόσμο
Να πάψει επιτέλους
Να επιπλέει μέσα μου;
ΜΑΡΙΑ
Ο χειμώνας που θα ‘ρθει
Ο νέος χειμώνας
Θα ‘ χει ιδιόκτητες καταιγίδες
Θα είναι πράσινος σαν βάτραχος
Θα αναπνέει απ’ το στόμα σου
Θα αντιγράφει τα λέπια ενός φρικτού χρόνου
Θα χαμογελάει με χαρτοπόλεμο
Και στο λαιμό
Θα φοράει παμπάλαιο μενταγιόν
Ένα ατέλειωτο θαύμα
Από αναστατωμένα κοσμήματα
Και νεκρές αχιβάδες
Δεν υπάρχει πιο μεταχειρισμένο μέρος
Για να τιμωρήσω το σώμα μου
ΚΑΘΩΣ ΣΒΗΝΑΜΕ
Μπορώ να ανοίξω το σώμα σου
Να βρω τον κατάσκοπο που του στέρησε το γαλάζιο
Και να τον καρφώσω στο χώμα
Ενώ εσύ θα υπερασπίζεσαι τη βροχή
Που έπεφτε μέσα σου
Σαν κορεσμένο ρυάκι
Με αλλόκοτο μένος
Συμπληρώνοντας δηλητήριο
Και θα δυσκολεύεσαι
Στη σφαγή
Δεν γίνεται να είμαι τρυφερός τώρα
Ακούω μόνο το φως
Που γέρνει στα σκαλοπάτια
Τρέχα
Στο επόμενο στενό υπάρχει δικτατορία
Το ασθενοφόρο
Κοροϊδεύει τον γκρεμό του κορμιού σου
Διασχίζει εκείνο το βιαστικό σπέρμα
Που κρέμασε τον κόσμο στο παντελόνι του
Μη γυρίσεις να δεις
Χιλιάδες κιθάρες με σημαδεύουν
Παζαρεύουν το αίμα μου στις γωνίες
Αύριο
Μια υγρή βόμβα
Βραχυκυκλωμένη στη μήτρα σου
Θα εκραγεί
Κι εγώ
Που νοστάλγησα το ρολόι του
Θα σε γυρίσω απ’ την ανάποδη
Σ’ ένα άλλο φθινόπωρο
Χωρίς μάτια
Τόσο αμαρτωλή
Δεν υπήρξες ποτέ
ΜΙΣΟΤΕΛΕΙΩΜΕΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ
Στις εμφύλιες αναζητήσεις μας
Περί λύχνων αφάς
Της πόλης με το παράξενο όνομα
Ξενοδοχείο ο κόσμος
Προσπαθώντας να θυμηθούμε
Την τελευταία ζωή
Και με άλλα αιχμηρά αντικείμενα
Πέραν των σωμάτων
Ή της αφόρητης τέχνης τους
Να προβάρουν διαρκώς το κόκκινο
Σε κρεβάτια συνεδριακά
Της λύπης
Εκεί που ο φόνος
Δεν είναι παρά
Μια ακόμη εκδοχή αγάπης
Παρακολουθούσαμε τα κύματα
Να σκεπάζουν τις φωνές μας
Μαθαίνοντας τα φωνήεντα να παραληρούν
Στα κατάπληκτα βράχια
Που πάνω τους έμειναν
Μόνο τα αν-άξια λόγια
Ενώ η ηχώ
Αυτή η διάσημη ανυπακοή του μέλλοντος
Με τα ξύλινα πόδια
Κατάπινε
Εσένα
Εμένα
Και όλες τις υπόλοιπες μελωδίες
Με ιώδιο
Και οι άγραφες ακόμα λέξεις
Των βιβλίων μας
Άλλαζαν κάθε τόσο πλευρό
Προσπαθώντας να βολευτούν
Στο κρεβάτι μας
ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ
Μαζί
Παρά τα παράφωνα ημερολόγια των ημερών σου
Παρά τις αδιαπέραστες επιγραφές
Παρά τα κρεμασμένα αποσπάσματα των σκιών
Παρά τις χρησιμοποιημένες βροχές
Μαζί
Με ελάττωμα αγάπης
Με αναπόφευκτο χρώμα
Παρά το αδικαιολόγητο τέλος του κόσμου
Μαζί
Ολομόναχοι
Εγώ
Εσύ
Και η θάλασσα που ξέβραζε ποιήματα
Παγωμένα
Αναντικατάστατα
Ωμά
Με την ελληνική λέξη καταστροφή
Στις σημαίες μας
Καρφωμένοι πάντα
Εκεί που τσακιζόμασταν
Με ιδανική ταχύτητα
Κάθε δεύτερη άνοιξη
Χωρίς σκαλοπάτια
Μόνο με δύο χέρια – Σταυρούς
Αναμμένους
Όταν θα χρειαζόμασταν χιλιάδες
Για να αγγιχτούμε με όλα τα σημάδια που θέλαμε
Θα βάψω τα νύχια των παιδιών σου μαύρα
Για να τα γνωρίζουν μόνο τα φαντάσματα
Οι ζωγραφισμένοι τοίχοι
Στο δρόμο
Και οι αιώνιοι σαν κι εμένα
.
ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ, ΜΙΚΡΕ ΠΡΙΓΚΙΠΑ (2016)
για εκείνη τη νύχτα που μεσουρανούσε το σκοτάδι
Τα δύο άλφα του ονόματός της έγιναν συνώνυμα της απληστίας. Στη μέση το ρο ροκάνιζε όλη την αδικία του έρωτα. Το γιώτα εξαφανίστηκε. Είναι το πρώτο γράμμα της λέξης ιερό.
Δεν ήταν γράμματα το όνομά της. Ήταν αγγελίες θανάτου.
I
Το ψέμα. Δυσλεκτικό. Οικογένεια. Αλυσίδες. Ένα ζευγάρι. Γάντια. Έπνιξε. Αποτύπωμα. Άκαρδο. Πρωινό. Άμμος. Σπίτι. Απόσταση. Θέλω. Πάγος. Μάτια. Αλυσίδα. Νεκροί. Νεκρή. Εν αγνοία μου. Παρθένος. Μαρία. Φωνές. Χωλαίνω. Πλήγωσε. Μέσα. Βαθύ. Τέλος. Επιτέλους. Ποτέ. Πλατεία. Θολή. Όνειρα. Σκέφτομαι. Λέξη. Αγκάλιασέ με. Εγώ. Εποχή. Αγκάλιασέ με. Το ψέμα. Εκείνη. Η ποίηση. Κενό. Έρασμος. Λύκοι. Σκοτώνομαι. Εκκλησία. Δρόμος. Αόρατη. Ανήθικα. Κρυμμένα. Θάλασσα. Μόνη. Μνήμη. Φόρεμα. Ξάπλωσε. Αγάπη μου. Σκισμένη. Χρόνος. Μεθυσμένος. Χωρίζει. Δεν. Ντροπή. Αναισθητικό. Επισκευάζει. Ανακαλώ. Παιχνίδι. Πονάω. Φωτογραφία. Απουσιάζει. Στιγμές. Το ψέμα. Κέρδος. Πάρε με. Συγγνώμη. Γκρεμός. Δεν ακούστηκε. Βιβλία. Βίβλος. Βιβλικό. Βεβήλωση. Βρώμικη. Κενό. Δεν ακούστηκε. Γενέθλια. Πάντα. Ποτέ. Άνθρωπος. Υπανθρωπεύω. Υπανθρώπινο. Πέρα. Αποκτήνωση. Επειδή. Χωρίς. Τέχνη. Χωρίς. Το ψέμα. Δεν έχω. Δεν υπάρχει. Η Οικογένεια. Νοσοκομείο. Αντικαταθλιπτικά. Φόνος. Φθόνος. Φθόγγος. Νεκροθάφτες. Παρασιτική. Άγιος Χρυσόστομος. Ήμαρτον. Μαϊστράλι. Γιάτρισσα Παναγιά. Φύλαγε. Ελιγμοί. Βρικόλακας. Γυναίκα. Αμήθηκε. Γα. Για εικόνα. Όχι. Φιλί. Αιώνιο. Το ψέμα. Αρρώστια. Εαυτός. Μέλλον. Παιδί. Φως. Έσβησε. Σαββατοκύριακο. Συνήθεια. Συνήθισε. Έσβησε. Παραμύθι. Νησί. Βύθισε. Ντροπή. Άγιοι. Πριν. Ολομόναχοι. Εγώ. Εκδρομές. Σώμα. Ιερό. Δήμητρα. Άδης. Κάτω. Περσεφόνη. Χρέος. Άδης. Δεν ήρθε. Πόνος. Δεν ήρθε. Πάντα. Δεν έρχεται. Νεκρή. Νεκρότητα. Νεκροφάνεια. Νέκρωσα. Νεκρώσιμος. Νέκρα. Νεκρεύω. Νεκρώνομαι. Νεκρική. Ανεπάρκεια. Τελευταία. Ατέλεια. Δώρα. Όχι. Το ψέμα. Η απόδειξη. Ντροπή. Αδιαφόρησε. Αναπνέω. Σε. Χωρίς ρήμα. Ζεύγος. Ερήμην μου. Μόνο. Στο τέλος. Ινδιάνοι. Θα στα στείλω. Πες. Εκπομπή. Κάποιος. Κανένας. Πες. Πες. Φορτώνει. Εκπομπή. Πες. Ροκ. Ντροπή. Διακόπτης. Διακόπτει. Διακορεύω. Διέκοψε. Τα φώτα. Σβήσε. Δρόμοι. Ολομόναχοι. Εγώ. Ολοένα. Ένα. Τηλέφωνα. Μόνο. Κάθε. Αίμα. Προήλθε. Ο ψυχίατρος. Παλαμάς. Δεν βγαίνω. Αφωνία. Τραυλίζει. Το ψέμα. Ασκληπιού. Νεράιδες. Πουτάνες. Θολή. Σκιάχτρο. Η Οικογένεια. Το έπραξε. Δροσοσταλίδες. Στο στόμα της. Όχι. Παντού. Πάνω της. Το ποτάμι. Μακριά. Παίρνει. Ένοχη. Ταυτότητα. Την πήρε. Εγώ κάηκα. Κάηκε. Φιλοδοξία. Πρόστυχη. Ύπουλη. Δεν θα το μάθει κανείς. Φτηνό. Γεύμα. Πολλών. Η αγάπη. Καρνάβαλος. Της φιλοδοξίας. Απόφαση. Διασυρμός. Φτηνός. Λόγος. Η αγάπη. Ψυχή. Μου. Μου. Τους. Όχι. Όχι. Πουτάνα.Τους. Του. Στο σκοτάδι. Διαφήμιση. Αν. Χρονιάρες μέρες. Όχι. Πουτάνες. Μέρες. Κείμενο. Κείμαι. Ο κόσμος. Δεν. Όχι. Φόνισσα. Κρύο. Ποτέ. Πρόσωπα. Μάσκες. Μίσος. Φόνισσα. Γίνονται. Άλυτα. Το ψέμα. Αίνιγμα. Σε σκεπάζω. Απορροφήθηκε. Με. Σκοτεινιάζει. Ακόμα. Άνοιξέ μου. Χάνω. Άνοιξέ μου. Προδίδει. Βυθός. Βουλιάζουν. Προδίδει. Πρίγκιπας. Ο ανύπαρκτος αστερισμός. Μάτια. Ασύστολα. Βγήκαν. Μπουκάλι. Μετά. Το ξημέρωμα. Το ηλιοβασίλεμα. Τα μεσάνυχτα. Τον κόσμο. Μετά. Δεν υπάρχει. Ξηλώνεται. Λίγη. Πολύ. Λίγη. Δεν υπήρξε ποτέ. Μονόλογος. Παλιάτσος. Να θυμάσαι. Θα θυμάμαι. Ναι. Το ψέμα. Τα βιβλία. Επειδή. Πάντα. Ζυγίζει. Δεν υπήρχε. Ευχαριστώ. Βραβείο. Νεκρού. Νεκρή. Πυρ. Κοράκι. Δεν γίνεται. Never more. Η ζωή. Αλήθεια. Το αληθινό. Never more. Άνθρωπος. Ανθρώπινο. Όριο. Παν. Pas. Ποτέ.
Never more.
Never more.
II
Όχι. Δεν. Πρόσωπο. Μάσκα. Μάτια. Διπλά. Μάταια. Ορφανή. Ανάμεσα. Στη σιωπή. Στο φεύγω. Έφευγε. Όλο. Σε σχήμα ψαριού. Την πήρε. Βρώμα. Η ραχοκοκαλιά. Η ψυχή. Άψυχη. Μάσκα. Το μυστικό. Ο νους ήταν αλλού. Θώπευε. Θήραμα. Θηρίο. Θάνω. Θανάτω. Θάνατον. Θυμάμαι. Όχι. Όχι. Στο στόχο. Κέντρο. Νερό. Και έτσι οι γυναίκες. Που ο κόσμος. Θηρία. Τα νύχια. Ζώα. Γυαλίζουν. Άλλοΐσκιωτη. Ίαινα. Στο βούρκο. Τα όργανα. Καρδιά. Τα νεφρά. Το πνεύμα. Σαν σώμα. Μουνί. Ατελέσφορο. Ανήθικο. Το πήδημα. Ζωώδες. Αίμα. Ίκαρος. Σύνταγμα. Στη Βουλής. Θησείο. Θησεία. Δωμάτιο. Σκουπίδια. Το παραμύθι. Γδύθηκε. Πάλι. Ο λύκος. Εκάτη. Λογοτεχνία. Το ψέμα. Εκείνη. Να σταματήσει. Καύλα μου. Καύλα. Αν. Αίμα. Μου. Θα μπορέσω. Αν. Αίμα. Χαρτί. Από θάλασσα. Χωρίς ορμές. Ειρμός. Συρμός. Αν. Αγάμα με. Φιλιούνται. Γλώσσες. Πρίγκιπα. Το ψέμα. Θεέ μου. Δεν. Δεν. Δέχεται. Τηλέφωνα. Ύπουλα. Σύρματα. Θεέ μου. Πριν. Παντού. Στο σώμα. Το μουνί. Στόμα. Ανοιχτό. Καθισμένη. Πάνω του. Κρυφά. Κρυφτό. Κρύψε με. Κι άλλο. Κι άλλο. Πολύ. Την αγαμούσε. Ο κόσμος. Άρρητα. Άρρωστα. Δεμένη. Ήταν. Ήττα. Και ιδρύθηκε. Αλύπητα. Μη δεις. Πάλι. Βροχή. Δύο φορές. Δράκος. Παραμύθι. Χωρίς πρόσωπο. Τα δάκρυα. Σπέρμα. Άλλου. Ενός. Ο κανείς. Πάνω της. Το αγκίστρι. Μια μεμβράνη. Έσπασε. Δίχτυα. Σώμα. Τρύπια. Θεέ μου. Μέρα νύχτα. Το ίδιο. Άπιστη. Αν. Χωρίς. Χώρια. Σκίσε με. Εγκοπές. Κορμιών. Ασύνδετων. Χωρίς βίδες. Οι φράσεις. Οι πράξεις. Βροχή. Πέφτει. Ανήκουστη. Τα κόμματα. Οι τελείες. Ανόητες. Όργανο. Πάνω. Κάτω. Μέσα. Έξω. Τραβιέται. Μπρος. Πίσω. Της. Βαθιά. Συνέχεια. Το ψέμα. Μη δεις. Ουρλιαγμένη. Αβαθές. Μπαίνει. Βγαίνει. Μπαίνει. Μη δεις. Αυτή την ιστορία. Μόνο οι νεκροί. Αυτοί μόνον. Μόνον. Να. Μαθαίνουν. Θα. Να. Επεξεργάζονται. Θα. Να. Σπουδάσουν. Όνειρα. Άλλων. Έκαψε. Διαβολικά. Η πορεία. Πάντα. Ανελέητη. Στο σπέρμα. Μετά. Μη δεις. Τα πένθη. Του κόσμου. Σκάβοντας. Καίγοντας. Σκίσε με. Μέσα της. Το ψέμα. Απελπιστικό. Στο καταφεύγειν. Καταφυγείν. Δυο νύχτες. Χρονιάρες. Ποιήτριες. Συνέχεια. Η αποκάλυψη. Υποτροπιάζουν. Λεξητανίλ. Λεξεύγω. Λεξήλκυθρο. Λεξήθυμα. Λεξηριεύω. Λεξέρωτας. Λεξέσκισε. Την. Υπάρχει. Όχι. Δεν. Μη δεις. Το χειρότερο είδος. Με μάσκα. Όχι. Δρόμος. Σαν. Προορισμός. Αγάπη. Να αντέχω. Εννιά κεριά. Συν τρία. Δώδεκα. Να φτάνω. Να είμαι. Αγάπη μου. Θα είμαι. Αγάπη μου. Είμαι. Λέξη. Λέξημνυ. Λεξηλοχεύω. Λεξέλεος. Λεξαντοχή. Στοπ. Νεκρός χρόνος. Δρόμος. Ταινία. Κόσμος. Το ψέμα. Πλάνο ανάποδο. Ζωγραφισμένο. Ζωγράφου. Ανενδοίαστη. Άφωνη. Άλφα ρέζους. Αρνητικό. Το χρώμα. Κερί. Των νεκρών. Αμφίβιο. Εκεί. Στο ψέμα. Η λύση. Καταφυγή. Κατασπατάλησε. Καταεσύ. Καταμένος. Ολομόναχοι. Εγώ. Εγώ. Εγώ. Φόνος. Φθόνος. Φθόγγος. ΤαΠΕΙνΩΣΗ. Την έσκισε. Χόρταινε. Τον. Χόρταινε. Της. Χώραγε. Όλα. Των. Χόρτα. Πόθος. Κάποια. Έκλεψε. Τον λόγο. Τον κόσμο. Τον πήρε. Χωρίς προφυλακτικό. Ορμές. Εξετάσεις. Τον έπαιρνε. Συνέχεια. Κάψα. Καύλα. Απερίγραπτη. Κυνηγούσε. Σκήπτρα. Σκηνή. Φαύλα. Φαλλός. Τραυλός. Λόγος. Χωρίς. Τρόμος. Τώρα. Α-λογία. Απνοώ. Πνοή. Απ-νόησα. Άπνευστη. Σ’ αυτό που ήταν. Σ’ αυτό. Που κρυβόταν. Που σκέπαζε. Όχι. Ναι. Που έπαιζε. Φρικτά. Όχι. Όχι. Πατέρας. Φόνος. Πατέρας. Φαλλός. Πατέρας. Φόβος. Αν.
Φόνος. Φαλλός. Φόβος.
Φόνος.
III
Ο άσαρκος λόγος. Το σάρκινο είδωλο. Ο σπασμένος καθρέφτης. Τα ακίνητα βήματα. Η αριθμητική εξομολόγηση. Τα υγρά περιστατικά. Που δεν βγαίνουν. Οι βέβαιες ημερομηνίες. Που δεν συμφωνούν. Τα αιώνια νοσοκομεία. Ψεύδονται. Η δικαιολογία της μνήμης. Της λογοτεχνίας. Που ντύνεται. Τα άρρωστα ρήματα. Η συνεχιζόμενη σάρκα. Τα ξύλινα μέλη. Το ανύπαρκτο στόμα. Τα φίδια. Οι βάτραχοι. Οι νεράιδες. Πουτάνες. Το φλεγόμενο μένος. Το φλεγόμενο μίσος. Το φλεγόμενο μέλος. Που κάηκε. Πριν. Πάντα. Χωρίς. Η μία αλήθεια. Τα δύο σχήματα. Η καμία ποίηση. Ο κανένας εαυτός. Που είναι. Διαιωνίζεται. Συνεχίζει. Σαν τράγος. Εκεί. Εμένα. Εις βάρος. Εις βάθος. Εις βάλτος. Αφόρητα όχι. Άσκοπα. Που. Επειδή. Η αφοσίωση. Που δεν. Δεν. Δεν. Ο καιρός που δεν ήσουν. Που όχι. Ποτέ. Τώρα. Η πορεία. Συνθήκη. Αλήθεια. Πια. Ασκεπής. Σε. Με. Όταν.
Όταν. Η λογοτεχνία.
Σε. Με.
Ποτέ.
Αν.
[Τότε μαζεύτηκε ένα ψεύτικο σύννεφο. Το πάτωμα έγινε το τρίχωμα του θηρίου, οι τοίχοι γέμισαν πράσινα μάτια. Ο Σεπτέμβριος έκαιγε σαν φωτιά στο δωμάτιο. Εκείνη πάντρευε την ζωή της με τον θάνατο. Το τέρας περπατούσε μέσα της όλο λέπια και φλύκταινες. Γινόταν ένα μπλεγμένο, δικέφαλο κορμί χωρίς σάρκα. Ό, τι κι αν άγγιζες έσταζε. Κανένας επίδεσμος, κανένα είδωλο δεν μπορούσε να κρύψει τα αποκρουστικά έγκατα που έμοιαζαν με αντεστραμμένα κολπικά μάτια. Το σώμα της φορτώθηκε με πείνα. Παραδόθηκε σ’ ένα στυγνό, σαρκικό όργιο, αλλάζοντας τα κουμπιά του. Από παντού έπεφταν τρύπιοι άγγελοι, αποκεφαλισμένοι. Στη μέση Εκείνος τα έβλεπε όλα.
Όλα τα μάτια που λείπουν τα ονομάζω Μαρία.]
.
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ (2015)
ΤΟΠΙΟ ΖΩΗΣ
Σκαρφαλώνω σ’ ένα όνομα
Με πέντε γράμματα
Δεν υπάρχουν θεοί εδώ
Δύω στο κύμα του
Στο ράγισμα των ματιών
Στην πιο περιληπτική σου μορφή
Έχοντας επίγνωση
Της αθανασίας μου
Μακριά πολύ
Απ’ το ανθρώπινο εύρημα
Η ζωή συνεχίζεται
Με την συχνότητα της σελήνης
Φοράω ένα μακό
Που ξεκολλάει τη σάρκα μου
Και την χαρίζει σε σένα
Ασυγκίνητα
Μπροστά στο γκρεμό
Δεν ξέρω πραγματικά
Άλλους ήρωες
Εκτός
Απ’ τον εαυτό μου
ΑΡΡΩΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
Θέλω να με υποδουλώσεις
Ενώ αλλάζεις ντροπή
Να ανοίξεις την πόρτα
Να περάσει το γένος μου
Να με ξεκληρίσεις
Ως την τελευταία διακοσμητική δέσμευση
Με τα ανορθόγραφα χέρια σου
Να με ψαλιδίσεις
Να μασήσεις σιγά σιγά
Ξηλώνοντας πόντο πόντο
Με τις δαγκάνες σου
Τις ραγδαίες επιγραφές μου
Να ξεσπάσεις πάνω μου
Όλη την αμαρτία της θάλασσας
Άδεια από το άθεο του ουρανού
Και να επιστρέψεις στεγνή
Ολομόναχη μέσα μου
Απ’ τη σχισμή των ποδιών σου
Πέφτει τώρα ο θάνατος
Σε νιφάδες
Στρώνει ένα άσπρο σεντόνι
Το ανοίγω με τα νύχια μου
Το μαίνομαι
Το μυρίζω
Μέχρι να σταματήσουν
Να διατηρούν άρθρωση οι λέξεις μου
Και να γίνουν θηλές
Σαρκοφάγες
Για να μην έχω πια
Τίποτε άλλο
Παρά μόνο στο σώμα μου
Ό, τι κατάφερες να γράψεις εσύ
Με τα δόντια σου
Λίγο πριν εκραγεί
Εκείνο το άρρωστο κόκκινο
Στο οπισθόφυλλο της γης
ΑΝΘΕΚΤΙΚΟ ΜΑΥΡΟ
Με έπλυνες
Ξέβαψε λίγο το μαύρο πάνω σου
Μια αλμυρή πινελιά αγάπης
Σχεδόν σαν μπλουζ
Ούτε που την πρόσεξες
Με στέγνωσες
Όπως τα όνειρα
Φορούσες γάντια
Για να μην μείνουν ίχνη στο χρώμα
Και μ’ άφησες
Μαζί με τα σκουριασμένα βιβλία
Και τα τιμωρημένα πιάτα
Στον νεροχύτη σου
Τσαλακώνοντας τις σιωπές
Στις λέξεις
Να μην φαίνεται η βροχή
Πάλι ξέχασες
Ότι ο βυθός
Με βλέπει από παντού
Πάλι ξέχασες
Ότι είμαι
Ανεξιχνίαστα αδιάβροχος
Στο μαύρο
ΤΟ ΜΠΛΕ ΠΟΙΗΜΑ
Δίπλα στο νερό
Οιδίποδας Σίσυφος
Σπρώχνω
Τέσσερις βράχους μαζί
Ο γκρεμός
Με τα τελευταία δάχτυλα του θεού
Με αγκαλιάζει
Γίνεται μπλε πορσελάνη
Αφόρητη
Περίσσευμα ουρανού
Που τυλίγεται σαν καλώδιο
Πάνω σε έκπληκτη θάλασσα
Δοκίμασα να αγοράσω
Ελάχιστο χρώμα
Περαστικών ψαριών
Αλλά κατάπια τα λέπια
Με δείχνουν βυθό
Το μπλε μού οφείλει
ΜΙΣΟ
Το ύφασμα του στήθους σου
Μια θηλυκή ενδυμασία
Από αδέσποτες ρόγες
Στα μάτια μου λύκοι
Περνούν το θερμόμετρο της αγάπης
Απ’ το μηδέν
Κάθε αγκάλιασμα
Συναντά στην κραυγή σου
Μια άρρωστη αντωνυμία
Κρατά ζωντανή
Τη γραμματική των ευχών
Σε αποστηθίζουν οι τοίχοι
Μου μαθαίνουν το μωβ
Στη γλώσσα
Η θάλασσα βρέχει τις λέξεις
Όπως μπερδεύονται με το σάλιο σου
Φαίνονται μόνο οι μισές
Είναι αδύνατον
Να τελειώσω αυτό το ποίημα
Χωρίς την κατάπληκτη θέα
Των στρογγυλών βράχων
Στα πόδια σου
ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ
Μάζεψα τότε τα πράγματά μου
Κι άφησα πίσω μου ό, τι υπήρχε
Ο αέρας φυσούσε στο πρόσωπό μου
Παγωμένες νυχτερίδες
Τα μάτια μου
Αιμορραγούσαν πουλιά
Ο δρόμος ανοιγόταν μπροστά μου
Σαν φέρετρο
Με τις μακριές μετάξινες βλεφαρίδες του
Τα απαγορευτικά του ήλιου ήταν στημένα
Άφηναν σημαιάκια στις στροφές
Για να σε θυμάμαι
Είχα καιρό να δω τον Tim Buckley
Το όριο ταχύτητας έλεγε αύριο
Το ξεπέρασα
Και τον είδα
Κωπηλατούσε πάνω σε μια παιδική βάρκα
Με τις βρύσες του όλες
Στραμμένες επάνω μου
Μου είπε
Goodbye and hello
Στάζοντας
Απ ‘ το γυάλινο μάτι του
Άλλη ζωή
Ενώ εγώ
Εξακολουθούσα να μεγαλώνω μέσα σου
Σαν τραγούδι
Στη μητρική μου γλώσσα
ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Τις ημέρες εκείνες
Κυνηγούσα τον χρόνο απ’ τις μασχάλες του
Άφηνα τα δόντια μου κάθε Δευτέρα
Να καρφωθούν στον λαιμό του
Ήμουν θυμάμαι
Υπέρ της σιωπής των θεών
Ακόμα είμαι
Μόνο που σήμερα οι λέξεις με περιμένουν
Παντού αδιευκρίνιστες
Δίπλα στο βαζάκι με τον καφέ
Μέσα στη σακούλα με τα παλιά σκουπίδια
Κάτω από τη μύτη της βρύσης
Που στάζει ανίδεη
Ακόμη και στη μέση του δρόμου
Με εγκαταλειμμένες σημαίες
Και συνηθισμένα εγκλήματα
Άσε που ο χρόνος
Δεν έχει πια δόντια
Του έπεσαν όλα
Μια συνηθισμένη μέρα
Από την άσκοπη αναζήτηση
Της επόμενης
Και έγιναν σταυροί
Ανεξέλεγκτοι
Στο νεκροταφείο του ποιήματος
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ
Είναι τα πράγματα
Πολύ δύσκολα
Ακόμα κι ο κούκος
Σταμάτησε να λειτουργεί
Δεν ξέρω τι ώρα είναι
Σ’ αυτά τα μεσάνυχτα
Εντούτοις
Κάτι καλό θα συμβεί
Το νιώθω
Ίσως όχι σ’ αυτό το ποίημα
Ούτε στο επόμενο
Σ΄ όλα τα ποιήματα
Ο ήλιος κρύβεται σαν παιδί
Φοβάται
Μην τον προδώσουν τα γράμματα
ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ
Φύτεψε μια βροχή
Και ασ’ την εκεί
Να καπνίζει
Πάνω απ’ το κεφάλι μου
Θα την καταλαβαίνω
Από τη λείπει της θάλασσας
Γράψε έπειτα ένα τραγούδι γι’ αυτήν
Και ξύπνα με
Πριν τελειώσει ο θάνατος
Όταν το νερό με κυκλώσει
Μη φοβηθείς
Γίνε νερό εσύ
Να πονέσω
Όπως θα με σκεπάζεις
Με όλα τα διαθέσιμα χέρια σου
Ενώ στον κόσμο ο ήλιος
Θα δείχνει απρόθυμα
Τα όνειρα των τελευταίων νεκρών
ΜΠΛΕ ΜΠΑΛΟΝΙ
Βαδίζοντας προς την παραλία
Ένα μπαλόνι με ακολούθησε
Αυτό το μπλε
Που υπήρχε πάντα μέσα μου
Για να ρυθμίζει
Την κυκλοφορία της λύπης
Αφού έκανε μια κίνηση δισταγμού
Σαν να φοβόταν τα βότσαλα
Σαν η παραλία να ήταν ο κόσμος
Και τα απροσμέτρητα βότσαλα
Το απροσμέτρητο πλήθος των ανθρώπων
Αφού ζύγισε με το βλέμμα του
Τα δάκρυα που το χώριζαν
Από την άλλη πλευρά
Προχώρησε με ακατανόητη χάρη
Προς μια εξόδια κίνηση
Σαν ανεπίσημη χορογραφία
Κυλώντας ήσυχα
Ήρεμα σαν νεκρό
Πάνω στον πληγωμένο καθρέφτη
Της θάλασσας
Σας είχα προειδοποιήσει
Ότι θα έφευγα κάποτε
Σαν μπαλόνι
Σας το είχα πει
Με όλα τα αίματα
BLUES
Το ένα μου χέρι
Είναι γεμάτο σύρματα
Πεταμένες χορδές
Από κιθάρες του δρόμου
Το άλλο γεμάτο νάρκες
Τις αφήνω πίσω μου
Μ’ ένα μπλουζ
Δώδεκα μέτρα μακρύ
Για να καθαρίζω τις πόλεις
Σε κάτι καλύβες
Που θυμάμαι από παιδί
Έκρυψα τα τελευταία μου γράμματα
Για να είμαι σίγουρος
Ότι θα πεθάνουν καλά
Με τον θάνατο των Ινδιάνων
Όλα τα φιλιά φιλήθηκαν
Όλες οι αγάπες
Έχουν αγαπηθεί
Όμως τα καλύτερα ψέματα
Τα φύλαξα για το τέλος
Ποτέ δεν είναι αργά
Για έναν καλό ρόλο
Στο θέατρο της λαγνείας
Ενός έκπτωτου μάγου
Που συνεχίζει
Παρ’ όλα αυτά
Να ποτίζει τα λουλούδια
Κρυφά
Κάτω απ’ το μαξιλάρι του
ΚΥΚΛΟΣ
Όταν μεγαλώνει ο κύκλος
Γίνεται ζωή
Όταν μεγαλώνει η ζωή
Γίνεται αγώνας
Όταν μεγαλώνει ο αγώνας
Γίνεται μοναξιά
Όταν μεγαλώνει η μοναξιά
Γίνεται έρωτας
Ανυπόφορος
Σχεδόν τελευταίος
Ο αθόρυβος θόρυβος
Μιας υπαρκτής
Και γι’ αυτό ανελέητης
Απουσίας
Όταν μεγαλώνει η απουσία
Γίνεται ξανά
Ξανά
Και ξανά
Κύκλος
ΑΠΟΨΕ ΔΕΝ ΘΑ ΑΠΟΜΑΚΡΥΝΘΩ
Απόψε δεν θα απομακρυνθώ
Θα μείνω εδώ
Να σκαλίζω με άδεια δάχτυλα
Το σχέδιο του κορμιού σου
Μέσα σε μια ερεθισμένη κίχλη φωτός
Θα μείνω εντός
Στην αγαπημένη κοιλότητα των θηρίων σου
Καθένα απ’ αυτά γεννιέται στο πλάι
Με τις μικρές περισπωμένες
Του περασμένου αιώνα
Μ’ αγαπάς;
Δεν θυμάμαι
Απόψε δεν θα απομακρυνθώ
Ποτέ μου δεν είχα τα χέρια
Ποτέ μου δεν ήξερα
Nα βουλιάζω οδούς
Μα ακόμα και να το μάθαινα
Θα έσβηνα με το σάλιο μου τον δρόμο
Για να περνάμε μόνο εμείς
Αθόρυβοι
Από το λίγο των άλλων
Απόψε σήμερα αύριο μετά
Σε τέσσερα μοναδικά χρώματα
Σε εκατομμύρια ανεκτέλεστες αγκαλιές
Σε πεντέμισι χιλιάδες αιώνες
Δεν θα απομακρυνθώ
Πώς μπορεί κανείς να απομακρυνθεί
Απ’ το αναπόφευκτο δέρμα;
Απόψε γίνε εγώ
Θα μείνω εμείς
Ακίνητα
Στο ανελέητο κρίμα του δρόμου
Σε καρπώ
Σε είμαι
Σε θεώ
Με τα όργανα του τυφλού
Σε στρέφω σε διονυσιακό βάθρο
Σε κόσμος
Για να με φεύγεις
Με ερείπια ρεύματος
Να με χάνεις στην πράσινη κλίμακα
Ευχαριστώντας το φως
Θα σε πάρω ολόκληρη
Στην αιώνια θάλασσα του μυαλού
Σε ελάχιστους καιρούς από σήμερα
Ο κόσμος θα είναι ένας
Στο προσκήνιο του ωκεανού
Το νερό
Έχει ήδη φτάσει στα πόδια μας
Τόσο γυμνοί
Δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ
.
.
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ (2015)
[1]
Να έρχεσαι. Αλλά να έρχεσαι όχι σε μένα, όχι σε αυτό που παριστάνει εμένα. Όχι σ’ αυτό που αντικαθιστά αυτόν που μιλάει με μένα. Να έρχεσαι σε μένα. Μέχρι να βρεθεί η διέξοδος που οδηγεί σε μένα, να έρχεσαι όχι σε μένα με ανώτερο σώμα. Αλλά να έρχεσαι. Σε ένα άλλο εμένα. Να έρχεσαι όχι σε μένα, προς εμένα. Εκεί που ετοιμάζεται ο λόγος να γίνει ανώτερο, πάλι σώμα, αλλά ανώτερο σώμα εμένα. Άλλο όχι σώμα μέχρι σε μένα. Τώρα όχι λίγο άλλο σώμα. Μόνο λέξεις με όλο σώμα σε μένα. Ανώτερο.
Μόνο έτσι να έρχεσαι. Μέχρι να με μείνεις αλλού σε ανώτερο σώμα να έρχεσαι. Μόνο να έρχεσαι. Χωρίς όλο σώμα. Με όλη εσένα, ανώτερη εμένα. Να έρχεσαι μόνο σε μένα. Ανώτερη.
Γιατί εσύ. Όλη μόνο ανώτερη σε μένα.
Όλος μόνο εγώ.
Εσύ.
[2]
Γράφω σε πρώτο ενικό γιατί τα λάθη μου έχουν ονοματεπώνυμο.
[6]
Αυτό που θα μου λείψει περισσότερο από την βροχή είναι η ανάμνησή της.
[9]
Γράφοντας το ταξίδι με γιώτα είναι σα να του στερείς τη μισή διαδρομή. Σα να μην επιτρέπεις στα μάτια να αισθανθούν τους ανελέητους κραδασμούς της. Μέσα στις σχεδόν γυναικείες καμπύλες του έψιλον, εκεί, στους δυο ηδονικούς κόλπους του φωνήεντος που συγκροτεί την τελική δίφθογγο του έψιλον γιώτα, βρίσκεται θαμμένη όλη η ηθική της αναζήτησης.
[13]
Οι άνθρωποι αραιώνουν σαν το σαπούνι. Λιώνουν πάνω στις πινακίδες τους. Δεν υπάρχει κανείς εδώ, στο χώμα. Αισθάνομαι τα πέλματα των σκύλων στο κεφάλι μου. Με κατουρούν. Μου πιέζουν το θώρακα. Τα μάτια μου έγιναν κίτρινα. Περιστοιχίζομαι από τυχαία αγάλματα. Στενεύω. Στενεύω. Στενεύω.
Αν έρθει βοήθεια, θα είναι μόνο απ’ τους απόντες. Τους μεταγενέστερους.
[17]
Χθες, για ένα νι χάθηκε η λύπη από την παραλία. Σκεπάστηκε με άμμο υπό τους ήχους των πνευστών.
Οι λέξεις απλώς κοίταζαν
[22]
Κατά βάθος δεν με ενδιέφερε ποτέ η πράξη της γραφής. Με ένοιαζε περισσότερο να δω τις λέξεις να χορεύουν σ’ ένα εικαστικό σφιχταγκάλιασμα του Μαρσέλ Ντυσάν, του Ιερόνυμου Μπος και του Μοντιλιάνι. Με τον Φουκώ, βέβαια, παρόντα, να επιβλέπει.
Και να προσθέτει την σκέψη που προηγήθηκε.
[24]
Οι περισσότεροι άνθρωποι νομίζουν ότι η γραφή είναι ο λόγος που υπαγορεύει. Που ανατέμνει, που αντιδρά, που αποδεικνύει τις διαχύσεις. Που ναρκισσεύεται με ενδείξεις. Είναι, όμως, μόνο η σιωπή που αντιστέκεται στη φθορά. Και η εξ αυτής μέγιστη μορφή ηδονής.
Το αντίθετο της ζωής για τον συγγραφέα δεν είναι ο θάνατος. Είναι η αλήθεια.
[30]
Πού θα πετάξεις τώρα το καπνισμένο αίμα; Πώς θα περιγράψεις στους άλλους τον θρίαμβο που έκανε ο θάνατος μέσα μου; Άκουγες άραγε μουσική καθώς ξεκολλούσες το δέρμα κρυφά για να μη σε πάρουν χαμπάρι οι άγγελοι; Πόσα χιλιόμετρα μέτρησε το μαχαίρι στο σώμα; Πώς θα συνεχίσεις να ασκείς φόνο με τόσους νεκρούς εγώ δίπλα σου;
Εσύ. Η νεκρότερη όλων. Πώς θα αντέξεις να ζεις χωρίς να με σκοτώνεις;
[33]
Μη δίνεις σημασία στο κόκκινο. Ήταν πάντοτε άπληστο. Όσο καιγόμασταν, υπήρχε ζωή. Η τελευταία πραγματικότητα είναι να ονειρεύεσαι μάτια. Κοίτα. Μας.
Ήθελα μόνο να μου ανήκεις.
[39]
Δεν υπάρχει έρωτας που να ταιριάζει σε λέξεις. Κι εγώ, ένας αυτοδίδακτος στα τραύματα, με τρυπημένα σπίτια.
[44]
Θέλω να αντιγράψω το κορμί σου και να το βάλω σε ένα μεσαιωνικό κάστρο. Να το βλέπω μόνο εγώ και κάποιοι νεκροί ιππότες.
[46]
Αυτό που αναδεικνύει τον έρωτα είναι εκείνο που τον λεηλατεί. Το ενδεχόμενο βάρος και ο βαθμός ρήγματος ποικίλει ανάλογα με την ικανότητα του βιώματος και το ανεξίτηλο του ονείρου.
[50]
Δεν μπορείς ποτέ να αποχαιρετήσεις την θάλασσα. Θα βρει έναν τρόπο να επιστρέψει.
[55]
Ούτε ένα σκουπίδι να μην πάει χαμένο από σένα. Οι θεοί να μαζέψουν αμέσως όλα τα πρόστυχα βήματα. Κάθε ένα, ένας δόλιος καρκίνος του δρόμου. Ένα άκομψο ρεσιτάλ από χαλασμένα ονόματα. Ένα νύχι που σάπισε. Μέσα μου
[59]
Η θλίψη με έμαθε να χαμογελάω στους πνιγμένους. Ιδίως όταν όλοι είμαι εγώ.
[62]
Μπορεί κάποιος να εξευγενίσει την τέχνη της ζωής; Να μάθει στον θάνατο να χτυπά πρώτα την πόρτα; Του γνέφω ακόμη, με εγκάρδιο κίνδυνο. Δεν θυμάται ποιός είμαι και έτσι είναι καλύτερα.
Έχω όλη την θλίψη να τον αναγνωρίσω εγώ.
[67]
Γράφω για να αγαπήσω την εκκρεμότητα που αφήνουν οι λέξεις μου σε μια ζωή που, ούτως ή άλλως, δεν υπήρξε ποτέ. Μέσα από την αδυναμία συνύπαρξής μου με αυτό που υπάρχει, επισκευάζω, με αφέλεια, το ανύπαρκτο.
[72]
Το ποίημα οφείλει να είναι δοκιμασία και όχι δοκιμή ή μια απλή όραση ύφους με σύνθετες λέξεις. Μια ναυμαχία στην οποία, αν δεν λάβει κανείς μέρος, δεν μπορεί να την περιγράψει. Τα υπόλοιπα δεν συνιστούν ποίημα. Είναι περισσότερο σκίτσα ιδεών, ανταποκρίσεις από έναν άγνωστο πόλεμο. Στην μεγάλη τους πλειοψηφία ελλιπείς.
Η ποίηση δεν είναι η περιγραφή της κόλασης. Είναι η ίδια η κόλαση με τρίαινα και ουρά.
[74]
Το ποίημα είναι το διαμελισμένο πτώμα στα χέρια ενός σχιζοφρενή δολοφόνου. Που, στο μεταξύ, φρόντισε να μεταμφιέσει τον εαυτό του σε ποιητή.
[81]
Η ποίηση συμβαίνει ερήμην. Τις περισσότερες φορές είναι κάτι το ζωντανό που οφείλεται σε έναν θάνατο. Σε μια διαρροή ζωής, ουσιαστικά άγνωστης. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο που περιγράφεται ως ασυνείδητο ή ως εξέγερση του ονείρου, η σκέψη, η φιλοσοφία, έχει να καταθέσει την γνώμη της. Δεν είναι σίγουρο ότι η ποίηση θα την λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της.
Και κατά την γνώμη μου, καλά θα κάνει.
[87]
Ζω σε υπερθετικό βαθμό την άγνωστη εμπειρία που μπορεί να σου προσφέρει η ανίκητη επαφή σου με την πραγματικότητα.
Ζω, πεθαίνοντας.
[92]
Έμεινα ακίνητος πάνω στα χείλη της. Αισθανόμουν υποχρεωμένος να τιμήσω αυτό το ανεξερεύνητο κόκκινο της αρρώστιας. Ήξερα ότι μονάχα με αυτό τον τρόπο απαλλάσσεις τους ενόχους από τα κίνητρα.
Απέναντι μου ο καθρέφτης χαμογελούσε, με το ύψος της διάρκειάς του.
[101]
Θέλω να σ’ αγαπήσω στις παράξενες γλώσσες, με όλες τις επιδερμίδες σκισμένες. Μέσα στα λείψανα ενός ζώου.
Τόσο γυμνοί δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ.
[103]
Μια κέρινη κούκλα επί σκηνής. Εξέχουσα μπαλαρίνα θανάτου. Συμπαγής μοναξιά, της λείπει το όμορφο αίμα. Μια μαριονέτα εγκλωβισμένη στην πεντατονική του κόσμου. Μια ραγισμένη χορδή. Γίνεται τεχνητό μέλος, εκ γενετής όνειρο, γέφυρα στην αποκατάσταση του χαμένου, λατέρνα της νοσταλγίας, πιάνο της απαγόρευσης, τελευταίο φιλί.
Οι μόνοι που θα μείνουν τελικά ζωντανοί είναι οι εραστές.
[107]
Οι λέξεις έχουν την μεγαλύτερη άγνοια κινδύνου. Αλλά και τα χαμηλότερα ποσοστά θνησιγένειας. Μερικές είναι αθάνατες.
[113]
Ο λόγος βάφει. Γίνεται άθυρμα, σφοδρή ηλικία, σμήνος πουλιών. Διαπληκτίζεται με την απουσία με αιχμηρό ψέμα. Ο λόγος δεν είναι ούτε ζωντανός, ούτε νεκρός.
Μόνο θάνατος που περιγράφει ζωή.
[117]
Τα βιβλία είναι ακραία περιστατικά της ζωής των ανθρώπων. Κάθε συγγραφέας είναι ένας ακροβάτης θεός που πέφτει.
[125]
Το πρόστυχο σώμα χρειάζεται μόνο ένα κεντρί για να σε κάνει να πιστέψεις στον θάνατο.
[126]
Μια συμφωνία σάρκας έμεινε να τελειώσει αυτό το ψεύτικο κονσέρτο του κόσμου. Ατιμωτική, σαν ψυχή που διέλαθε.
[130]
Νομίζω, απλώς, ότι η αγάπη ζει, χωρίς γραμματική, εκεί που η μετοχή είναι απεριόριστη.
.
ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΥΦΟΥΣ (2015)
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ
ΕΝΩΣΗ
I.
Απόψε μην απομακρυνθείς
Η γη έχει αρχίσει να χάνει τη βαρύτητά της
Τα πάντα αλλάζουν θέση σχέση απόσχιση
Δεν ξέρω αν πρέπει να φοβάμαι
Δεν ξέρω αν έμαθα ποτέ να μη φοβάμαι
Απόψε μην απομακρυνθείς
Η νύχτα έγινε φέρετρο κάτω απ’ τα σεντόνια
Τα δάχτυλά μου αρχίζουν να μοιάζουν με μάρμαρο
Το πρόσωπό μου παίρνει την όψη
Μισοτελειωμένου γλυπτού
Απόψε μην απομακρυνθείς
Μείνε να τελειώσουμε μαζί
Αυτό που δεν ζήσαμε
Μείνε για το τελευταίο σινιάλο
Έτσι κι αλλιώς ποτέ κανείς δεν θα μάθει
Τι γεύση έχει το φιλί των εραστών
Όταν πεθαίνουν ζωντανοί
II.
Απόψε δεν θα απομακρυνθώ
Θα μείνω εδώ
Να σκαλίζω με άδεια δάχτυλα
Το σχέδιο του κορμιού σου
Μέσα σε μια ερεθισμένη κίχλη φωτός
Θα μείνω εντός
Στην αγαπημένη κοιλότητα των θηρίων σου
Καθένα απ’ αυτά γεννιέται στο πλάι
Με τις μικρές περισπωμένες
Του περασμένου αιώνα
Μ’ αγαπάς;
Δεν θυμάμαι
Απόψε δεν θα απομακρυνθώ
Ποτέ μου δεν είχα τα χέρια
Ποτέ μου δεν ήξερα
Nα βουλιάζω οδούς
Μα ακόμα και να το μάθαινα
Θα έσβηνα με το σάλιο μου το δρόμο
Για να περνάμε μόνο εμείς
Αόρατοι
Από το λίγο των άλλων
Απόψε σήμερα αύριο μετά
Σε τέσσερα μοναδικά χρώματα
Σε εκατομμύρια ανεκτέλεστες αγκαλιές
Σε πεντέμισι χιλιάδες αιώνες
Δεν θα απομακρυνθώ
Πώς μπορεί κανείς να απομακρυνθεί
Απ’ το αναπόφευκτο δέρμα;
Απόψε μείνε εγώ
Θα μείνω εμείς
Σε καρπώ
Σε είμαι
Σε θεώ
Με τα όργανα του τυφλού
Σε στρέφω σε διονυσιακό βάθρο
Σε κόσμος
Για να με φεύγεις
Με απώλεια αγάπης
Να με φοράς στην πράσινη κλίμακα
Ευχαριστώντας τα πλοκάμια σου
Θα σε βυθίσω ολόκληρη
Στην αιώνια θάλασσα του μυαλού
Με το νόμο του κτήνους
Σε ελάχιστους καιρούς από σήμερα
Ο κόσμος θα είναι ένας
Στο φέρετρο του ωκεανού
Το νερό έχει ήδη φτάσει στα πόδια μας
Τόσο γυμνοί
Δεν θα ξανασυναντηθούμε ποτέ
[Όταν με ξεκολλήσεις απ’ τα στήθη σου βάλε εκείνο το μαύρο χρώμα στο παράθυρο που ταιριάζει στη μοναξιά μου. Χωρίς άλλες λέξεις. Στη σιωπή δεν μιλούν . Μόνο αναπνέουν οι αγωνίες]
15/05/2014
ΝΟΣΤΟΣ
Υπάρχει μια λέξη
Που κατοικεί τη ζωή μου
Είναι στρωμένη με άσπρα
Και μοβ πέταλα
Σε κάθε ένα απ’ αυτά
Έχω κρεμάσει μια σημασία
Όταν τη βλέπω να διασχίζει το δρόμο
Φοβάμαι
Έτσι κάθε φορά κρύβομαι
Μήπως καθυστερήσει το τέλος
Να έρθει
Όλες οι γεύσεις μου φορούν σπαθιά
Κανείς δεν τολμάει να δοκιμάσει
Μόνο κάτι παιδιά
Που δεν φοβούνται τη φωτιά
Ξαπλώνουν
Και σκεπάζονται με τις λάμες τους
Ύστερα βγάζουν τα μάτια τους
Και τα κρεμούν φυλαχτό
Για να βλέπουν τον κόσμο καλύτερα
Ο κόσμος όμως βάζει τα καλά του
Και απομακρύνεται
Αφού φοβάται να θυμηθεί
Κάθε φορά που θυμάται
Ντρέπεται για την αλήθεια που έχτισε
Και η αλήθεια γκρεμίζεται
Γιατί καμιά αλήθεια δεν είναι πραγματική
Όταν ξεχνά την προέλευσή της
Όλα τα παραπάνω
Είναι για να θυμόμαστε
Αυτά που ξέφυγαν
Σαν πεταλούδα που παρήλθε
Αλλά κυρίως
Ότι αν ξεθάψουμε τα φτερά της
Θα τα βρούμε ακόμη να χορεύουν
Μέσα σε ένα τεράστιο νι
[Θέλω να μιλήσουμε για την προδοσία. Τα μήλα. Να ξαναγυρίσω τον πίθηκο μέσα στο ανθρώπινο σώμα. Θέλω να γίνουν όλα πριν. Τώρα. Μετά θα ασχοληθώ με τις επιθυμίες.]
29/12/2013
ΟΡΙΟ
Ι.
Είναι μια λύπη που στάζει μέσα μου
Με το μαύρο μελάνι της
Ζωγραφίζει βροχή
Κι όλο μεγαλώνει το χάος
Ανάμεσα στις ματιές μας
Κι όλο οι παλάμες
Ιδρώνουν από εκείνο που λείπει
Ένας νεκρός φωτισμός
Διαγράφει στιγμές
Σε κάτι χαμένα φωνήεντα
Που είχαν σωθεί για ώρα ανάγκης
Όλα σβήνουν σαν ίχνη
Που τρομάζουν το πριν
Κανείς δεν χωράει εδώ
Όμως αν φύγεις
Μην ξεχάσεις να φορέσεις
Το παιδικό σου χαμόγελο
Εκείνο που κάνει αδιάβροχο
Τον πόνο
Τώρα όλες μου οι σιωπές
Έγιναν νύχτες στα χέρια σου
ΙΙ.
Κανείς δεν χωράει εδώ
Ούτε η ξαφνική γενναιοδωρία
Αυτής της άνοιξης
Που κουκουλωμένη
Σαν φάντασμα στα σκαλιά
Μοιάζει με ακάλεστο επισκέπτη
Στο σιωπητήριο του ήλιου
Καλά το λες κανείς
Μιλώντας για αυτούς βέβαια
Το άρρωστο είδος
Των κλόουν της ιστορίας
Που μαθημένοι σε μοναδικά ψέματα
Εκτελούν κάθε βράδυ 10 – 12μμ
Το ίδιο βαρετό νούμερο
Στο τσίρκο της πόλης
Με κόκκινα απαγορευμένα μάτια
Κανείς δεν δηλώνει παρών
Εκτός από τους απόντες
Τους ρακένδυτους λαθρεπιβάτες
Του μέλλοντος
Εσένα
Εμένα
Κι αυτόν εδώ
Τον πολλά υποσχόμενο κόσμο
Που χωρίς εμάς
Δείχνει πάλι
Να απουσιάζει απ’ τις αρχές του
[Αν μου πεις κάθε λύπη με όλα τα γράμματα, μπορεί να μοιραστούμε τον ίδιο κήπο. Θηλυκό βέβαια, για την υποδοχή της άλλης γέννησης. Σε θέλω ωμή, με θέα τον όμορφο κόσμο. Να αισθάνομαι το αίμα στη γλώσσα, στα όρια του απέραντου. Σε θέλω πορεία. Μιας παρεξηγημένης, κατ’ αρχήν, αρχής.]
15/8/2013 – 16/8/2013
ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΟΡΑΣΗ
Στο βιβλίο προτιμήθηκε να μην αναφερθεί ποιος στίχος είναι ποιου. Τα έξι ποιήματα που το συνθέτουν γράφτηκαν το δίμηνο Δεκεμβρίου 2013 – Φεβρουαρίου 2014, εκτός του ποιήματος ΕΝΩΣΗ, το πρώτο μέρος του οποίου έχει δημοσιευτεί στο βιβλίο Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ (Μαρία Χρονιάρη, Απόπειρα, 2014) και το δεύτερο μέρος του στο βιβλίο Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ (Σταύρος Σταυρόπουλος, Γαβριηλίδης, 2015). Ακόμη, το δεύτερο μέρος του ποιήματος ΟΡΙΟ, με τίτλο Terminus ante Quem (Όριο πριν από το οποίο) δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Αυγή της Κυριακής στις 8 Σεπτεμβρίου 2013. Τα ποιήματα γράφτηκαν στίχο στίχο, ο ένας ως απάντηση του άλλου, αλλά και ως ένθετος στο στίχο που ακολουθεί: Μια αμετάκλητη διάσωση της στιγμής, μια αντίστιξη στην μυστική ενδοεπικοινωνία που εξελισσόταν, μια φωτογραφία ενός παρόντος, που θέλει να διατηρήσει την εσωτερική του αμεσότητα. Θα ήταν μάταιο, αλλά και άδικο απέναντι στην ίδια την ιδέα της δημιουργίας τους να υποστηριχτεί οτιδήποτε περισσότερο. Το έναυσμα ήταν το ομότιτλο βιβλίο του Raymond Queneau (Exercices de style, 1947) και η προέκτασή του, με άλλη μορφή, στο σήμερα. Η πρόθεση ήταν να μειωθεί, όσο είναι δυνατόν, η απόσταση που υπάρχει ανάμεσα σε αυτό που βλέπουμε και αυτό που τελικά μπορούμε να εκφράσουμε. Ιδίως όταν πρόκειται για δυο διαφορετικά είδη θέασης, δυο διαφορετικά μέσα πρόσληψης της εικόνας – λέξης, που όμως μπορούν και συγκλίνουν, ενίοτε, σε ένα ενιαίο και αδιαίρετο σώμα.
Εν τω μεταξύ, η λογοτεχνία θα συνεχίζει να υπάρχει. Και η ζωή να επιφυλάσσεται.
.
ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (2014)
1. ΧΟΡΟΣ
Σε είδα πάλι να χορεύεις μπροστά μου
Σαν γυαλισμένο ποίημα στον τοίχο
Χαμένοι κόσμοι στο δύο
Έσταζαν οι γραμμές σου επίπεδα
Κάτω απ’ τις μασχάλες
Μόλις είχε ξυπνήσει το ζώο
Στις βαλίτσες σου η σιωπή
Οι λέξεις δικές μου
Με το μου και το σου
Να έχουν στο τέλος
Το ίδιο αβέβαιο ύψιλον
Του βυθού
Οι θηλές του στήθους όρθιες
Σαν παγωμένη φωτιά
Έκρυβαν τα επόμενα όνειρα
Μέχρι την ηλικία της λογικής
Μπορούμε να σχεδιάσουμε
Μια δολοφονία
Ή να αρχίσουμε μια θρησκεία
Είπα δυνατά
Επιβλέποντας από μακριά την απουσία σου
Ήμουν όμως πάλι
Ο μοναδικός που άκουγε
Ένα άγνωστο χρώμα
Έβγαλε ρίζες στα μάτια μου
Έπαιξε την εκτέλεση μου ξανά
Καθώς προσπαθούσα να διαρκέσω
Την υπόσχεση του νερού
Ακούγοντας τις στροφές μου
Να τελειώνουν
Εσύ ποτέ δεν ήσουν εδώ
Να πάρεις λίγο θάνατο
Να τον κρατήσεις σαν φίδι
Απ’ τη μέση
Όπως κάνουν
Οι χορευτές του ταγκό
Και μετά να χωρέσεις
Ολόκληρη λίμνη
Στην παλάμη μου
Μπορείς να κρατήσεις τα διαμάντια σου
Για να με προδίδεις κάθε μέρα
Έχω πληρώσει ήδη για τη σκουριά
Η σκουριά ποτέ δεν κοιμάται
Τις ώρες που το φως χαμηλώνει
Στους θαλάμους της νύχτας
Εκδικείται τη νοσταλγία της
Με αχόρταγο κόσμο
Το αμάρτημά σου από καρδιά
Χάνεται στη ντροπή
Κυλάει
Όποιο κι αν είναι το τέλος
Εγώ θα το σκοτώσω
01/04/2014
3.ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ
Σε ακολούθησα διστακτικά
Φορώντας στο κεφάλι μου
Σαν κάλτσα
Το μακό των Gun’s and Roses
Φόρεσα και σε σένα ένα
Με τριαντάφυλλα
Για να είμαστε ίδιοι
Με τον πίνακα του Μαγκρίτ
Βεβαιώθηκα ότι το ύφασμα
Είχε κουμπώσει καλά
Στις αβεβαιότητες των ματιών σου
Και τα πίεζε
Δημιουργώντας δυο κλειστές λίμνες
Έπειτα κόλλησα τα χείλη μου στα δικά σου
Με προσοχή
Να μην εισπνεύσω τα φαντάσματα
Το μακό σιγά σιγά έλιωσε
Στο σημείο της επαφής με το σάλιο
Φάνηκε η αρρώστια των χειλιών
Ήταν ξεραμένα
Όπως ένα ποτάμι
Που έχασε την ιστορία του
Πόσοι μάγοι τελετουργούν
Κάτω από ένα μόνο δέρμα;
Το δάσος ήταν παντού
Από το στόμα σου
Έβγαιναν ακόμη χαρτιά
Άχρηστα σαν περασμένα άνθη
Μετά συνάντησα τη γλώσσα σου
Και μας σκέπασε το σάλιο
Τα χέρια σου — ο πύργος του Κάφκα
Έκαναν μια αδύναμη κίνηση προς τα μπρος
Ακουμπώντας τα πιστόλια στα μάτια μου
Μη φοβάσαι
Έχω βγάλει τις σφαίρες
Ρίξε
Τα μαλλιά σου ήταν κολλημένα
Λες και είχαν μπλεχτεί μέσα τους
Όλες οι ακρίδες της Βίβλου
Έπιασα μια και στην πρόσφερα
Έτριξε πάνω στο χέρι σου
Σαν φρεσκοπλυμένο μωρό
Μετά βρεθήκαμε ενωμένοι
Με τα αγκίστρια στο στόμα
Στο δρόμο προς το μαντείο
Των νεκρών εαυτών
Διασκεδαστικά ακίνητοι
Με το καινούριο μας χώμα κοινό
Από τις εκδρομές στη λύπη
Τότε η ποίηση σου είπε
Να της δώσεις το φέρετρό σου
Να κοιμηθεί
Αυτή είναι η βάρκα μας σου είπα
Με πλήρεις λέξεις
03/04/2014
8. ΦΘΟΝΟΣ
Δύσκολο φως σήμερα
Κανένα απολύτως σημάδι
Κοιμάμαι ξυπνάω κοιμάμαι ξυπνάω
Λέω ψέματα μόνο στον εαυτό μου
Στους άλλους πάντα την αλήθεια
Γιατί είναι η τιμωρία που τους αξίζει
Επισκέπτομαι γκρεμισμένα σπίτια
Με τη βοήθεια ενός αλκοολικού
Με υποδέχονται σκουριασμένες μπουλντόζες
Το ποτάμι στην είσοδο παρακολουθεί
Φέτος οι παπαρούνες έγιναν πράσινες
Ένα όνομα σαν κατάρα
Απλώνει τα νύχια του καταπάνω μου
Έχω τον ήλιο στο σκορπιό
Δεν υπάρχουν σωστά και λάθος ονόματα
Ιδίως όταν πρόκειται για το ίδιο
Εκείνο της Αγίας Γραφής
Και της Σταύρωσης
Η μόνη λέξη της γλώσσας
Που δεν μπορεί να φθαρεί ποτέ
Είναι το όνομά σου
Συναντώ ακόμη φαντάσματα με καπαρντίνες
Από το χθεσινό μέλλον
Ή το επόμενο παρελθόν
Γράφουν όπως ο ετερώνυμος του Πεσσόα
Εκείνος ο μασκοφόρος σκακιστής της Λισαβόνας
Που έκρυβε γράμματα
Στο μαυσωλείο που ζεις
Χωρίς αλάτι
Με τη γη να μην περιστρέφεται πια
Η σάρκα της απώλειας
Σκεπάζει τη μεγάλη άρνηση
Ενώ ο Καβάφης παρακολουθεί
Φοράω τα γυαλιά του
Για να σε βλέπω καλύτερα
Ή για να σε ξεχνάω
Η Αλεξάνδρεια είναι στις φλόγες
Υπάρχουν παντού μάσκες
Σε βαθμό ανθρωπότητας
Την έβγαλες από ντροπή
Κι έμεινε εκεί το μισό σου πρόσωπο
Κολλημένο
Μια μάσκα πεσμένη στα πόδια μου
Με ένα μάτι
Ένα αυτί
Μισή μύτη
Τη σήκωσα και την έβαλα στο ψυγείο
Αναλαμβάνοντας την ευθύνη
Είμαι πατέρας των περισσότερων σχολών σου
Αλλά δεν συγγενεύω με καμία
08.04.2014
11. ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ
Τα ανυπόμονα νιάτα σου περίσσευαν
Όπως το άνοιγμα των φτερών της πεταλούδας
Ερμητικά κλεισμένα στο είδωλο της παλάμης μου
Πρόσεξα να μη στραγγαλίσω
Τις κοιμισμένες θηλές
Δυο μικρά αγγελούδια
Άσπρα σαν γάλα
Στον αβέβαιο ήλιο
Υπήρχε πάνω σου μια αυθαιρεσία χαρτιού
Ένας επίπεδος άξονας
Ανομολόγητος πάντα
Απ’ όπου παρακολουθούσες
Τις προσδοκίες σου να συρρέουν
Μια μέρα άνθισαν όλες μαζί
Σαν αλφαβητικά σχέδια
Σχηματίζοντας τη σημαία του εαυτού σου
Δίπλα σε κοντούς και ψηλούς ποιητές
Ποτέ κανείς άλλος πριν
Δεν ήταν τόσο εγώ
Τόσο όχι εσύ
Τόσο μεγαλωμένα εμείς
Μέσα στην αλχημεία των γάμων
Το να πεθαίνεις είναι μια τέχνη
Συμπλήρωνε συνέχεια πάνω σου η Σύλβια Πλαθ
Κάθε βράδυ ο ίδιος ο Άδης
Επισκεπτόταν το σώμα σου κλαίγοντας
Σ’ ένα κατακόκκινο τετράδιο ποίησης
Λερωμένο με σπέρμα
Εκεί το σώμα τα κάνει όλα
Αναγκάζοντας το μυαλό να πεινάσει
Μια μέρα με έκοψες ήρεμα
Και με μετέφερες σ’ ένα νεκροταφείο
Δεν ήξερα κανέναν εκεί
Ποτέ μου δεν ήξερα κανέναν άλλο
Εκτός από σένα
Και να ανοίξεις το γκάζι πάντως
Να ξέρεις ότι έχω κόψει όλα τα καλώδια
Μόνο τραγούδια των Placebo θα βγουν
Το My sweet prince ή το The crawl
Που κάνουν τη νύχτα ανώτερη
Αφού σε θέλγουν τόσο πολύ οι βρικόλακες
Πιες με
Αλαζόνησε το περιεχόμενό μου
Κολύμπησε το κουκούλι μου έως το φόβο
Βρέξε με ενώ θα αναβοσβήνω
Στερέωσε με στο αποτυχημένο φως
Για να χορτάσεις τα ζάρια σου
Κατέβασε το σώμα μου στα στεφάνια
Εκεί που τα μυστικά είναι βιολέτες
Αλλά αν περάσει ο Χατζηδάκης
Για να χορέψει με τη σκιά του
Πες του ότι δεν είμαι εδώ
Δεν θέλω άλλες σχέσεις με πεθαμένους
Μη βλέπεις τον Μπέκετ
Αυτός είναι εξαίρεση
11.04.2014
13. ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ
Ήρθες μια μέρα ξαφνικά
Μ’ ένα μπλε τριαντάφυλλο
Βαμμένο από τη λύπη σου;
Επειδή μου άρεσε πάντα η θάλασσα;
Κανένας δεν ήξερε ποτέ τι σκεφτόσουν
Με τόσο μπλε
Το έβαλα σ’ ένα πλαστικό μπουκάλι με άμμο
Και το άφησα εκεί να με κοιτάζει
Πεθαμένο όπως εγώ
Μόνο το ποτάμι απ’ όπου το έκοψες
Μπορεί να θυμηθεί
Συνήθιζες να τυλίγεσαι με σκιές
Τις έριχνες σαν εσάρπα
Μετρούσες αν ήταν αρχαίο το αγιάζι
Στα μάτια σου
Εγώ δεν έμαθα τίποτα
Εκτός απ’ το χρώμα τους
Κι αυτό δεν είναι σίγουρο
Άλλαζε κάθε τόσο προοπτική
Από το μέλλον
Στο όχι μέλλον
Ενώ οι τρύπες από κάτω περίμεναν
Ο παράδεισος περιέχει την Κόλαση
Το ήξερε καλά αυτό ο Πάουντ
Όταν σου πρόσφερε το φλιτζάνι
Το κράτησες αδέξια
Αλλάζοντας κρυφά τις ζωές σου
Χύθηκαν πάνω στο παντελόνι μου οι πρωτόπλαστοι
Δυο ενωμένα μωρά
Καθώς το διάφραγμα της μηχανής ανοιγόκλεισε
Για να απαθανατίσει τον πόνο
Λίγα χιλιόμετρα μακριά
Είχε φτάσει η θάλασσα
Έρποντας σ’ ένα διπλό είδωλο
Μισό πάνω σου
Μισό πάνω μου
Για να μοιράζεται το μπλε δίκαια
Όπως του αξίζει
Τώρα σε βλέπω σ’ ένα ντοκιμαντέρ
Σάββατο βράδυ αργά
Τέσσερις φορές γυναίκα
Το μπλε τριαντάφυλλο δίπλα μου
Στάζει το αγκίστρι
Από τα χείλη σου
Εμένα με είδα πριν
Γερασμένο
Στους επιζήσαντες
13.04.2014
16. ΕΡΓΟ
Δεν ήταν αραιά τα καθίσματα
Ιδίως με τα χαρτάκια πάνω τους
Ιδέα της τελευταίας στιγμής
Έδειχναν καθ όλα έτοιμα
Για την αιώνια επιστροφή του ίδιου
Ξαφνικά το άγχος σου
Πώς θα εξυπηρετηθεί τόσος κόσμος
Ακούστηκε στα αυτιά μου
Σαν εγκλεισμός
Έπρεπε να τακτοποιηθούν
Η υγρασία της μουσικής
Η ανάσταση του επόμενου βήματος
Οι λάμπες από άγραφο μπλε
Τα αυριανά νύχια
Οι περαστικές κραυγές
Και ο φόβος στα μάτια σου
Που άνοιγε υπερβολικά
Και έμπαινε μέσα μου
Πράσινος όσο ποτέ
Ποιος να το φανταζόταν
Δυο χρόνια αργότερα
Ότι το έργο θα μεταφερόταν
Σε μια άλλη θεατρική σκηνή
Κατάμεστη
Από τις αστραφτερές πούλιες του φόβου
Ο ίδιος πράσινος πυρετός
Με τριγύριζε
Ένιωθα μακάβρια ζαλισμένος
Είχα γονατίσει στο δρόμο για ώρα
Προσπαθώντας να καρπίσω τον τάφο
Να βγάλουν τα λόγια χορδές
Να μοιραστούν
Το έργο ήταν μονόλογος
Οι θεατές πετάχτηκαν έξω
Με ξεκολλημένες καρδιές
Ένα δάνειο ήταν
Μια λάθος γραμμή Ιουλιέτας
Που άλλαξε την τελευταία στιγμή
Το δηλητήριο της με Baileys
Μην κάνεις έτσι
Μου είπε κάποιος περαστικός
Είναι μόνο ο θάνατος
Ο δρόμος σου δεν τελείωσε εδώ
Έχεις την παγκόσμια προσευχή
Μου είπες εσύ
Όμως τώρα
Όλες οι προσευχές είναι για σένα
Μόνο που δεν είναι πια πράσινες
Αλλά κατακόκκινες
Σαν την αποκαθήλωση
Του άναρθρου Σαίξπηρ
16.04.2014
20. ΛΑΓΝΕΙΑ
Κάτω απ’ τη θλίψη σου ο πανικός
Δημιουργούσε κρούστα χελώνας
Με αργά ερωτικά βήματα
Σχεδόν τρέκλιζε κάτω απ’ το δέρμα
Κουβαλούσες κι εσύ το σπίτι σου
Σιωπηλά
Όμως τα υπάρχοντα του ήταν αλλού
Το υπέροχο δώμα του σώματος
Η διεσταλμένη ζωή
Τα ορθάνοιχτα πόδια των λέξεων
Σαν μαλλιαρό τόξο
Το κόκκινο βαλιτσάκι με τις ευχές
Κάθε τόσο σταμάταγες και τον επιθεωρούσες
Ήταν εκεί
Σαν μεσαιωνική σήραγγα
Βροχερός πανικός
Από ψεύτικα δέντρα
Η παρέλαση των νεκρών
Είχε μόλις ξεκινήσει
Θα σε ευχαριστούσε να μάθαινες
Ότι σκοτώθηκα πολλές φορές
Από τη δυσπιστία του σώματος;
Ότι ξεφύλλιζα ημερομηνίες γενεθλίων
Μέσα σε άοπλα καταφύγια
Για την εξέλιξη του ανθρώπινου;
Μετά τις 4.48 δεν θα ξαναμιλήσω ποτέ
Δεν είμαι μόνος μου πάντως εδώ
Έχω τους πεθαμένους μου ήρωες
Πεθαμένος πλέον τώρα κι εγώ
Η επαφή μας έγινε καλύτερη
Συμβαίνουν τόσα πολλά κάθε μέρα
Που πρέπει σε κάποιον να τα πεις
Για να συμβούν στην πραγματικότητα
Και σε σένα
Δεν μπορώ πια να πω τίποτα
Γιατί δεν υπάρχεις
Ή μάλλον υπάρχεις σαν γεγονός σιωπής
Που περιέχει μόνο
Πλάγιο λόγο
Στον καθρέφτη
Το στεγνό πηγάδι του σώματος
Στερεώνει το άσεμνο χώμα
Δεν έχω πια όνομα
Το μόνο μου νόημα
Είναι το σάλιο σου
Το θηλάζω
Να έρχεσαι που και που
Να με υγραίνεις
Για να διατηρηθώ
20.04.2014
24. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
Τα μάτια σου δεν κοιτούν πουθενά
Βουβοί γερανοί με πράσινες άκρες
Ασαφή σαν χαλασμένα ρολόγια
Που προσπαθούν να θυμηθούν την ώρα τους
Πρέπει να σταματήσω αυτό το ατύχημα
Γιατί ο κόσμος θα εκραγεί
Όλο και περισσεύουν νεκρά όργανα
Πώς με λένε θυμάσαι;
Έχω ένα μεγάλο κενό
Τη νύχτα
Εκεί που πάω να το τυλίξω
Σαν επιτραπέζιο παιχνίδι
Χωρίς κεφάλι
Ξεπροβάλλει η γύμνια σου
Αβάσταχτο λάδι η θάλασσα
Απέναντί μου
Είμαστε υπερβολικά μικροί
Για να τη χωρίσουμε
Όμως αν σκύψεις
Γονάτισε
Μπορείς να ακούσεις το κύμα
Να τρέχει στα αυτιά μου
Θυμάσαι τώρα ποιος είμαι;
Ο κόσμος κάποτε έφυγε
Η ηλικία του χάθηκε
Στην απόφαση του θανάτου του για να ζήσει
Την τελευταία φορά που τον είδα
Παραμερίζοντας στα ασκέπαστα πόδια σου
Ένα δειλό καθυστερημένο συγγνώμη
Ήταν κόκκινος
Με ανοιχτό στόμα
Σαν έκπληκτη έρημος
Από τότε ο γάμος μου με τους δρόμους
Έζησε ευτυχισμένες φορές
Το όνειρο του αναντικατάστατου
Συμβιβάστηκε
Από τα άσπρα κρεβάτια των χαμένων
Σε απελπισία σιωπής
Κρεμάστηκα μια φορά
Από ένα νήμα
Αλλά δεν τα κατάφερε
Εγώ έζησα
Εκείνο κόπηκε
Έκανα και παιδιά
Μεγάλα μπουκάλια με στενό λαιμό
Αγγέλους της ερημιάς
Σαν του Κέρουακ
Τα αφήνω στα παγκάκια
Εκεί που υπάρχει φως
Δίπλα σε ανοιχτές αχιβάδες
Όλο και κάποιος θα τα δει
Εγώ δεν μπορώ να τα μεγαλώσω
Ξέρω
Ότι πρέπει πρώτα
Να μεγαλώσω εσένα
24.04.2014
29. ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ
Το άβατο βασίλειο των συνηθισμένων
Με τις σημαδεμένες ψυχές
Φούσκωνε σαν ψεύτικη μοίρα
Πάνω στα χείλη σου
Όλες οι κούκλες ήταν χωρίς μαλλιά
Καμία θάλασσα δεν μπαίνει στο δωμάτιο
Να τελειώσει το πέρασμα
Από την εξορία του σίδερου
Στο παράφορο φως
Τα παλιά πτώματα τα αντικατέστησα
Όσο η μαγεία των προθέσεων κατέρρεε
Άλλωστε η ελπίδα υπάρχει
Μόνο γι αυτούς που δεν έχουν
Καμία ελπίδα
Έχω ανάγκη από αγγέλους
Να έρθουν εδώ
Από τις εκκλησίες έως τις φυλακές
Περνώντας πάνω από χαλασμένες Καρυάτιδες
Να αρνηθούν τις συνέπειες
Είναι πολύ αργά
Για να βρω το παλιό σου πρόσωπο
Κάθε πρωί
Άλλο στυπόχαρτο
Δένει τον επίδεσμο της αβύσσου
Αλήθεια σκέφτηκες ποτέ
Ότι όλες οι παρακλήσεις μου
Ήταν άφωνες διαταγές
Στο τελευταίο πειθήνιο σκοτάδι;
Με αλαζονεία κατεύθυνες τις κλωστές
Προς το ασφαλές εκεί
Που δεν υπάρχει ουρανός
Γιατί δεν υπάρχει κανένα αστέρι
Να σε απορροφήσει
Έμεινα να σκαλίζω
Αυτόν τον ξεγελασμένο κόσμο
Στην κοιλιά μιας κόκκινης γυναίκας
Που προσπαθούσε να γεννήσει ανάποδα
Τόσες αποτυχημένες φορές
Τη νέα ανεπίκαιρη ζωή
Ενώ ο τελευταίος αυτόχθων θεός
Χαροπάλευε
29.04.2014
30. ΖΩΗ
Όταν τελείωσε ο κόσμος ήσουν εκεί
Με τις κόκκινες πέτρες σου
Τον τοποθέτησες αποφασισμένη στον κόλπο σου
Ένας μικρός σφαιρικός κάλυκας
Λιγότερο βέβαιος από σένα
Και τον κατάπιες
Με ανάρμοστη λαιμαργία
Αποθήκευσες εκεί
Μέσα στο ακέραιο φύλο σου
Το άγαλμα ενός Ινδιάνου μάγου
Ένα χρυσαφένιο παιδί
Τις καμπάνες που έλειπαν
Τη ζάλη του ήλιου πριν τη σφαγή
Και τον απαραίτητα αθώο φαλλό
Που περίμενε αχρησιμοποίητος
Στο πίσω μέρος της πόλης
Ένα μπαλόνι ζωής φούσκωνε στην κοιλιά σου
Σαν ηλεκτρικός κατάσκοπος
Που φοβόταν να φανερωθεί
Τα νερά του πλακούντα
Τα μεγάλα νερά εκείνης της θάλασσας
Έκαναν το γύρο των ματιών μου
Όρθια σφιχτά στήθη
Προδομένα από απελπισία
Αφαίρεσες τα βάσανα
Από τις Ελληνικές τραγωδίες
Σκαρφαλώνοντας μέχρι το στόμα μου
Για να κυοφορήσεις σωστά
Μετά παραβρέθηκα στη συνέλευση κάποιων θεών
Και μου είπαν να εφεύρω τον καινούριο νόμο
Έπρεπε να προλάβω το ατύχημα
Με την αγωνία του νερού που αντέχει
Άγγιξα το μπούτι της και ο θάνατος χαμογέλασε
Μέσα από το σκισμένο ύφασμα
Όταν γεννήθηκε ο κόσμος ήμουν εκεί
Μεγάλωνα τη ζωή του
Ανάμεσα στο καλό και στο κακό
Για να σε κάνω αθάνατη
Έκοψα το λώρο
Για να μείνουμε οι δυο μας
Να μετρηθούμε
Με το νέο πολίτευμα
Έκανες ένα βήμα πίσω
Δυο βήματα μπροστά
Ένα πίσω
Αν χαθείς τώρα
Θα πάρω τον τελικό φόνο σου
Θα τον κολλήσω στη γλώσσα μου
Με τα χνώτα του αυτοκράτορα
Κρεμασμένα από ένα πράσινο φίδι
Και έτι καθ’ υπερβολήν
Οδόν υμίν δείκνυμι
Μην κάνεις έτσι
Μη φοβάσαι
Ένα βιβλίο είναι μόνο
Μια γρατζουνιά κόκκινου
Όλος ο θάνατος
Είναι μετά
Η επόμενη γη
Θα έχει μόνο λογοτεχνία
30.04.2014
.
ΜΕΤΑ (2012)
I.
βράδυ
όταν ο κόσμος
που έχω
ένα ζευγάρι παιδί
ο θεός
είναι νύχτα
καληνύχτα θεέ
*
μέχρι τότε
δεν είναι καθόλου εύκολο
κάτω
από κάποια καθόλου συνθήκη
καθόλου
αύριο
τώρα
αν
*
όσο μπορώ θα έρχομαι
από τις ξηλωμένες ρίζες
θα έρχομαι
απ’ τα φύκια
η θάλασσα
φεύγει
αλλά μας ανήκε
*
μιλώ
αυτή την αποκλεισμένη
σιωπή εγχόρδων
αργά
σαν την οπισθοχώρηση
της χελώνας
ένα τανκ γλώσσα
πούδρα
στα πρόσωπα των νεκρών
*
είδα στη φούστα της
να αναπνέει
η δυσάρεστη γεύση
της επιβίωσης
ένα κλειστό πιάνο
πασαλειμμένο με αίμα
βυθίζεται
σέρνεται
σαν επιδημία
με αυτό το ελεύθερο ενδεχόμενο
που δεν δόθηκε
*
ο φόβος τους
είναι πηγάδι
γύρω του τρέχουν
οι οικογένειες των ενόχων
κουνούν διστακτικά την ουρά τους
προετοιμάζονται
για τα κρύα δωμάτια
της σιωπής
*
η γη
σαν μακιγιάζ
βγαίνει
κολλάει στα χέρια μου
έχω
στις καπνισμένες παλάμες μου
ένα βουνό όλο λέπια
φτηνό
ανάγνωσμα
εποχής
*
και έσπασε ο ήλιος
σε πλάκες
ακάλεστος
σαν ψεύτικος οργασμός
*
μια μεγάλη εκκλησία
η ζωή απέναντι
με απαγορευμένα βιτρό
φαντάζεται τις κινήσεις της
θυμίζει
πάντα
λογοτεχνία
*
δεν έχεις καμία ευκαιρία
να ξεφύγεις
από τον καθεδρικό ναό
της θάλασσας
φύγε τρομερή συνοδεία
φύγε
φύγε
*
έμειναν έξεις
ανεξιχνίαστες
μέσα στις λίμνες
της απουσίας του λάμδα
λερωμένα σπίρτα
δειλά οχυρά
*
δεν έχω
δεν είμαι
δεν λέω
φεύγω
με άλματα ανέμου
προς το απροσδιόριστο εκεί
που ονειρεύονται
οι λύκοι
II.
το ακαταλόγιστο σάλιο της θάλασσας
συνέχιζε
πάνω στα ξέφτια του κόσμου
και τα τρόμαζε
όλο τα τρόμαζε
σαν επείγον καρδιογράφημα
*
εντούτοις εγώ
καθ’ οδόν
δυο χέρια
χαλασμένης σιωπής
τα φυλάω ακόμα
για να αγκαλιάσω τον έρωτα
εντούτοις
εγώ
ένα πρόσωπο λάκκος
γεμάτος μελάνι
αναπόφευκτα καταπληκτικό
*
από μέσα του
αναβλύζει τυφλή
η αγία ειρήνη
σαν τρομερό ερπετό
περιέχομαι από χώμα
για να γεννήσω
το ενάλιο φως της νύχτας
*
από τα μάτια μου
βγαίνουν τώρα σκυλιά
τυλίγουν τη γλώσσα τους
αργά
σαν ερπετό
πάνω απ’ τον κόκκινο στόλο της Κρονστάνδης
*
τέτοια όχι ζωή
θα λένε
σαν ποινή προαιρετική
οι τίποτα λέξεις
οι επειδή
στις εφόσον
οι συν τοις άλλοις
οι μεταξύ του καπνισμένου γράμματος
της ιστορίας
και θα προτείνονται
*
αναφέρομαι βέβαια
ανεπιφύλακτα
σε παθητική φωνή
αφού
αποθέματα θα υπάρχουν πάντα
εννοώ ομορφιάς
*
III.
εδώ πια
είναι αργά
σ’ αυτό το
λιγότερο από αύριο
λερωμένο μίλι της γης
φυτρώνουν
αδαπάνητα απογεύματα
*
μετά
άφεγγα
μετά
άφωνα
ο κόσμος
όλος
σβηστός
κάτω απ’ τα ξύλινα πόδια μου
*
θα έρθω
από τις νύχτες
που κανείς Θεός δεν εκτίμησε
με τα αυστηρά χέρια του
πιο ερωτευμένος με τον κόσμο
σύμφωνα και με τα ιστορικά δεδομένα
πιο θρασύς
απ’ τον ύπνο μου
*
πρόκειται
να έρθω υγρός
για να γεννήσω το άλλο
στο αίμα που προηγήθηκε
*
πρόκειται
να ενώσω την θάλασσα
στο σημάδι του ήλιου
που έμεινε ορφανός
περιμένοντας
υπομονετικά
τη σειρά του
στα πόδια μου
.
ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ (2009)
Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΒΛΕΜΜΑΤΟΣ
ΧΩΡΙΣ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΚΑΛΥΨΗ
Εγώ πάντα ήμουν
Χαμηλού δείκτη προστασίας
Χαμηλών ποσοστών συμμετοχής
Χαμηλής περιεκτικότητας σε λύσεις
Με λέξεις τσιρότα
Χωρίς ζάχαρη
Χαμηλού πε χα
Χαμηλής τιρκουάζ λύπης
Έτσι έζησα
Όλη μου τη ζωή
Σε υψηλές κλίμακες
ΛΗΓΜΕΝΑ ΧΡΩΜΑΤΑ
Παλιά θυμάμαι
Περνούσα σφαίρα απ’ τον φωταγωγό
Και ξεχνιόμουν στο φως
Μέρες ατέλειωτες
Έβαζα δασεία στον έρωτα
Όταν τα πνεύματα είχαν οξυνθεί
Έκανα ό,τι κάνουν τα παιδιά
Ανέβαινα στις μύτες των ποδιών μου
Για να τον φτάσω
Κοιτούσα ψηλά
Και διόρθωνα το έψιλον με το χέρι
Τώρα
Όποιο βιβλίο της Κατερίνας και να σηκώσεις
Θα με βρεις από κάτω
Να καθαρίζω τα αίματα
Με μια βαλίτσα γιατρού
Με μια ομπρέλα που όλο βρέχει
Κι έναν απογευματινό ήλιο
Μπαγιάτικο
Κρυμμένο καλά
Κάτω απ’ τη φόδρα της αριστερής μου μασχάλης
Αν μου πέσει
Θα ξημερώσει ληγμένα χρώματα
ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΝΑ ΝΗΣΙ ΣΤΗ ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ
Κατά τα άλλα υπάρχω
Χάριν συντομίας
Με μαύρα ερείπια πλήκτρα
-Τα άσπρα τα πήραν για βότσαλα τα παιδιά
Και τα ρίξαν στη θάλασσα –
Προλαβαίνω ακόμα και αντιμιλάω
Σε μερικούς χαλασμένους σηματοδότες
Που επιμένουν στο κόκκινο
Γωνία Αιόλου και Σοφοκλέους
Έχω επιπλώσει το διαμέρισμά μου
Με ετοιμόρροπα ποιήματα
Διατηρώ ακόμα εκεί
Το μικρό τετράδιο
Που σημειώνω τις απουσίες σου
Σ’ ένα στενό κουτί
Στο συρτάρι του κομοδίνου μου
Έχω χωρέσει τους νυχτοφύλακες
Ταξιτζήδες και οδοντίατρους
Βιολογικούς καλλιεργητές που κερνάνε σουβλάκια
Και τις υπόλοιπες αμοντάριστες λεπτομέρειες
Για το μέλλον
Επιμένω ακόμα να ξεγελάω εγκαύματα
Βλέπεις
Οι εραστές κατά την εκταφή
Δεν αναγνωρίζονται απ’ τα δαχτυλίδια
Αλλά από τα καμένα βλέμματα
ΑΜΟΡΓΟΣ 1
Ερωτευμένος με την σιωπή
Της μπλε πολυθρόνας μου
Το σαλόνι μια θάλασσα
Καταλήξεις όπως αρχαία απαρέμφατα
Φυτρώνουν στα χέρια μου
Γύρω απ’ τον λαιμό μου
Αγχόνη ο ήλιος
Πιάνεται απ’ τους ώμους μου να μη πέσει
Και σπάσει στα βράχια
Που περιμένουν από κάτω
Να τον καταπιούν
Η παραλία του χολ άφαντη
Βγάζω βρεγμένη άμμο συνέχεια
Απ’ τις τσέπες μου
Την αφήνω στο τραπέζι
Και εξατμίζεται
Αν ανοίξω κατά λάθος την πόρτα
Θα χυθεί η Αμοργός έξω
Και τότε
Όλοι θα ψάχνουν για κιβωτό
ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ ΜΕ ΤΑ ΣΠΙΡΤΑ
Αύριο νωρίς το απόγευμα
Στα βραχάκια του υπόγειου σιδηρόδρομου
Τοποθεσία σε βρήκα
Κάτω από το κεφαλόσκαλο της γέφυρας του Μανχάταν
Θα συναντήσω ένα μικρό κοριτσάκι
Που πουλάει σπίρτα σε ποιητές
Και το λένε Κασσάνδρα ή Αλίκη ή Ευαγγελία
Αλλά όλοι το φωνάζουν Ζωή
Γιατί ξέρουν
Ότι χωρίς αυτό
Κανένας τους
Δεν θα μπορούσε να ανάψει
Τα ποιήματά του
Απ’ το φεγγάρι
ΜΙΣΟΣΚΟΤΑΔΟ
Αλήθεια
Δεν κουράστηκες
Με τέτοιο
Χαμηλό φωτισμό
Να ξεφυλλίζεις ανθρώπους;
Θα βγάλεις τα μάτια σου
Μάτια μου
ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ 2008
Το φως της ημέρας
Επέπλεε
Πάνω στα στρώματα των ανθρώπων
Οι φωνές τους χώλαιναν
Έως την άκρη του δρόμου
Διαμπερή τραύματα
Κυνηγούσαν σφαίρες
Για το xριστουγεννιάτικο δέντρο τους
Και τις τελευταίες δύο σακούλες παραμύθια
Που είχαν μείνει
Στο ράφι της επιβίωσης
Η ώρα είχε περάσει πολύ
Και όλοι ανέπνεαν
Με τη βοήθεια δακρυγόνων
Μέσα στο σπίτι
Με χρωματιστό εξώφυλλο
Άνθιζε
Ένας κοντοκουρεμένος θάνατος
Από κεκτημένη συνήθεια
ΨΙΧΟΥΛΑ ΧΡΟΝΙΑ
Κάθε που γύρναγα το κεφάλι μου
Γκρεμιζόταν ένα κομμάτι ασβέστης
Ξεκόλλαγε σαν νησί
Που ετοιμάζεται να ονειρευτεί την αρχαιότητα
Τοπία παράκτια σκηνικά
Όπως γυναικεία εφηβαία
Έμπαινες από όποια πόρτα ήθελες
Ξημερώνοντας σκοτάδι
Και τους άλλαζες θέση
Πάνω στο τραπέζι
Όλες μου οι φωτογραφίες
Ψίχουλα χρόνια
Περνούσαν απέναντι
Τους τελευταίους επιζήσαντες
Με τη βοήθεια μιάς τηλεόρασης
Κι εγώ πνιγόμουν ξανά στα ρηχά
Κολυμπώντας με τις κλειδώσεις μου
Λίγο πριν γίνω Κύθνος
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΧΕΡΙΩΝ
ΑΚΑΤΑΛΛΗΛΟ
Το σώμα σου
Ήταν σπαρμένο αχινούς
Ανάμεσα σε φύκια και μυρωδιές
Από πεταμένα κοχύλια
Έπρεπε να προσέχω πού πατάω
Το μουνί σου
Ένα αναποδογυρισμένο δωμάτιο με
Ανοιγμένες κουρτίνες
Ξέρναγε τις ειδήσεις στο πρόσωπό μου
Με γέμιζε λάθος χρυσόψαρα
Ο καθένας
Έχει τη δική του θάλασσα
Είπες
Έλειπαν τα έγχορδα
Σ’ αυτή τη συμφωνία
Ίσως γι αυτό ο έρωτας
Κατέληξε τελικά
-Όντας εθνικόφρων –
Με πνιγμένα παπούτσια
Μια ξεχασμένη συνήθεια
Ανακύκλωσης
ΔΙΑΓΩΓΗ ΚΟΣΜΙΑ
Αγκυροβολημένος μέσα σου
Στο ενυδρείο των χαμένων χαδιών
Γερνάω πάλι τη γλώσσα μου
Μπερδεύω τη γεύση σου
Με το μισοσκόταδο του χαρτιού
Εκείνης της χρωματιστής ομίχλης
Στο Πήλιο
Πριν πνιγώ στο μελάνι σου
Λουλουδιάζεις
Η σάρκα έχει πανσέληνο σήμερα
ΕΠΙ ΤΩΝ ΥΔΑΤΩΝ
Σκληρό που είναι το κρεβάτι
Σαν χειμωνιάτικη εκδρομή στους Δελφούς
Με σημασία Καστοριάδη
Η γυαλάδα της πίσω πλευράς με εξοντώνει
Φοβάμαι πως θα χάσω τα μάτια μου
Και θα τρέξουν μπογιές στο πάτωμα
Κάνει ωραίο καιρό στο σώμα σου
Έχω καρφώσει τη θάλασσα στο μουνί σου
Για να τη βλέπω
Εδώ χρειάζεται ένα θαύμα
Να βαδίσω επί των υδάτων
Να επιστρέψω τα κλοπιμαία της Ερέτριας
Και να υπογράψω
Αυτό το ποίημα
Σε λίγα συλλεκτικά αντίτυπα
Με ψευδώνυμο
ΑΔΕΙΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ
Ο ουρανός πήγε για ύπνο
Από τότε που έφυγες
Και άφησες πάνω απ’ το κεφάλι μου
Να ξελογιάζονται οι μπογιές
Τα μοντέρνα καλτσόν σου
Κι ένα στρωμένο μπλε χιόνι
Ολόφρεσκο
Σαν μαντάτο
Που είχε αστοχήσει
Στον παραλήπτη του
Όπου και να αγγίξεις τώρα
Τις αναμνήσεις μου
Καίει
ΛΑΘΟΣ ΑΘΡΟΙΣΗ
Οι μέρες μας κλιμακτήριες
Βορείων προαστίων
Χάνουν σιγά σιγά τη γυαλάδα του Εύριπου
Την ακεραιότητα των Δελφών
Την πάχνη της πρωινής Μήλου
Το ηθικό ανάστημα των καφενείων του Βόλου
Δεν γνωρίζω δεν απαντώ
Πώς έγινε το χατήρι
Αυτού του αρρωστημένου καιρού
Που μας καλούσε
Σχεδόν κάθε Σαββατοκύριακο
Με ανακοινώσεις από το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες
Να διακόψουμε τα γυρίσματα
Μέσα στο φέρετρο του κορμιού σου
Λόγω πένθους
Θα βγάλω τις φωτογραφίες σου στον ήλιο
Να ξεραθούν
Δε βρίσκω άλλο τρόπο
Να σε σβήσω
Απ’ τα γλυπτά του Χένρι Μουρ
Που ξαφνικά
Κατέλαβαν το μπαλκόνι μου
ΡΟΛΟΓΙΑ ΠΟΥ ΕΔΕΙΧΝΑΝ ΑΥΡΙΟ
Μετά η πόλη ερήμωσε
Τα παράθυρα είχαν σφραγιστεί
Οι περικοκλάδες που έβγαιναν
Απ’ τις λαμαρίνες των αυτοκινήτων
Ήταν μεταλλικές
Στο επόμενο στενό
Τα συρματοπλέγματα
Είχαν κοπεί στη μέση
Από τα δόντια κάποιου
Που πίστευε στην ελευθερία
Ο καιρός το πήγαινε για σιωπή
Σ’ όλο τον δρόμο μάζευα
Σκουριασμένα κουστούμια
Και ρολόγια σταματημένα
Που έδειχναν αύριο
Πήρα μια μάσκα οξυγόνου
Από έναν νεκρό
Και κατευθύνθηκα προς τη θάλασσα
Έπρεπε οπωσδήποτε
Να σβήσω από πάνω μου
Τη μυρωδιά του θανάτου
ΞΕΧΑΣΕΣ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ ΑΝΑΜΜΕΝΑ
Έφυγες απ’ το σώμα μου
Και ξέχασες τα μάτια σου αναμμένα
Τις πόρτες ξεκλείδωτες
Και το μέλλον που σχεδιάζαμε
Λόγω τιμής
Σ’ ένα σακ βουαγιάζ
Να καίει γράμματα
Μετά αναρωτιούνται όλοι
Γιατί αυξήθηκε
Η θερμοκρασία του πλανήτη
ΕΝΑ ΞΕΒΑΜΜΕΝΟ ΠΟΙΗΜΑ
Ακούω τη θάλασσα στην τσέπη μου
Ανακατεύει ένα μουσκεμένο ποίημα
Ό,τι γράφω ξεβάφει
Σκουριάζει στο βλέμμα μου
Γεμίζει συγγνώμες
Και πέφτει με πάταγο στο παρόν
Όποιος προλάβει να το παγώσει
Να μου φυλάξει το δίπλα ερείπιο
-Κλειστόν λόγω ενθυμίων-
Για να σκαλίζω σαξόφωνα
Έτσι που άσπρισαν οι μέρες μου
Γενειάδες χιλιόμετρα
Wishing you were here
ΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ
Η δύση
Δεν ήταν τίποτε άλλο
Από μια υπόκλιση στον θάνατο
Έτσι όπως παραμέριζε
Σε ένδειξη σεβασμού
Για να περάσουν
Τα τιμώμενα σκοτάδια
Μ’ ένα επίσημο πορτοκαλί
Που έβαφε τα πρόσωπα των μουσικών
Δυσκολεύοντας πολύ
Την αναγνώριση των πτωμάτων
ΛΙΓΗ ΝΑΦΘΑΛΙΝΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ
Μόνος μου
Απαρηγόρητος συγγενής του εαυτού μου
Με τις μέρες μου αδιάθετες
Το φως της σελήνης
Ξεράθηκε στο παντελόνι μου
Η ζωή μια τρύπα
Σηκώνω το φλιτζάνι
Και τη βλέπω από κάτω να χάσκει
Υπόγειο ανάκτορο
Με διασχίζει απαρηγόρητος ο Ηριδανός
Θα πέσω
Το κρεβάτι βλέπει γκρεμό
Ο άνθρωπος που κοιμάται δίπλα μου
Είναι από σκόνη
Κάτω από το μαξιλάρι μου
Οι παλάμες μου χειροβομβίδες
Δεν έχω τίποτε άλλο
Μία σονάτα σιωπής
Κάποιες λάθος σταγόνες
Λίγη ναφθαλίνη για τον έρωτα
Έχω ράψει όλα μου τα ποιήματα
Στο στόμα ενός μικρού παιδιού
Τώρα πια
Μπορώ να χαθώ
Ήσυχος
Η ΣΙΩΠΗ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
ΑΧΡΗΣΤΑ ΓΕΥΜΑΤΑ
Κάποτε
Έγραφα ένα ποίημα τη μέρα
Το άνοιγα στη μέση
Ξεφλούδιζα τα γράμματα με υπομονή
Έτρωγα το μισό
Και το άλλο μισό
Το άφηνα δίπλα σου στην κατάψυξη
– Ένα εγχειρίδιο μαγειρικής –
Μαζί με δυο τρία κλωνάρια βασιλικό
Έτσι είχα πάντα φαγητό
Για την επομένη
Το ψυγείο τώρα έχει χαλάσει
Ο βασιλικός στο μπαλκόνι
Μαράθηκε
Και δεν υπάρχει πια λόγος
Να γράφονται ποιήματα
Άλλωστε
Αυτή η επομένη που περιμένουμε
Δεν θα ρθει ποτέ
Σαν τον Γκοντό
Έτσι που τα κατάφερες πάλι εσύ
Με τις λαθραναγνώσεις του Μπέκετ
ΓΙΑ ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙΣ
Θα έρχομαι πάντα
Απ’ όλες τις γωνίες του κόσμου
Κρατώντας στα χέρια μου
Κυκλάμινα καλοκαίρια
Και χάπια πανσέληνου
Να σου ευχηθώ
Έναν θρίαμβο από Νάξο
Την ώρα που η θάλασσα
-Αυτή η μεγάλη ζωγραφική εκκρεμότητα –
Θα αποσύρεται τελεσίδικα
Μέσα στα διορθωμένα μας βλέμματα
Σαν μεταχειρισμένη Ορλεάνη
( Ναρ ’θείς. Εγώ θα είμαι )
ΜΕ ΤΟ ΣΗΜΑΤΑΚΙ ΤΟΥ ΡΟΚ ΕΝ ΡΟΛ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΟ
Θα εκραγούν σήμερα
Οι φυσαρμόνικες στο μυαλό μου
Καθώς βγαίνουν όλες μαζί απ’ τις θήκες τους
Άγρια μεσάνυχτα
Και με αφήνουν άγρυπνο να φαντάζομαι
Πως είμαι ο Neil Young
Και σε λίγο θα πρέπει να παίξω
Ξυπόλυτος
Στο τελευταίο κονσέρτο για την ειρήνη
Με το σηματάκι του ροκ εν ρολ
Στο καπέλο μου σκουριασμένο
Το τζιν που φορούσα στο After the gold rush
Και κάτι τρελά άλογα
Σε μια συναυλία χωρίς ακροατήριο
Χωρίς πια ενδιαφέρον
Χωρίς ειρήνη
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΠΛΑΚΟΣΤΡΩΤΟ Η ΠΑΡΑΛΙΑ
Θα μπορούσαμε βέβαια
Αντί να αλλάζαμε τον κόσμο
Μόνο να αλλάζαμε κόσμο
Κάνοντας οικονομία και στα άρθρα
Που τόσο έβλαψαν
Την παιδεία μας
Φτάνει να παίρναμε μαζί μας
Έναν πλακόστρωτο ουρανό
Με τις βαλίτσες του να μονολογούν αύριο
Ένα εμβόλιο κατά της μνήμης
Σε σιρόπι ή σε δισκία
Τρεις αλλαξιές φαντάσματα
Για να μπερδεύουμε τον καθρέφτη
Κι ένα παγούρι αθάνατο νερό
Για τον δρόμο
ΜΑΖΙ ΜΕ ΛΙΓΑ ΧΑΛΑΣΜΕΝΑ ΦΩΝΗΕΝΤΑ
Κάθε πρωί
Την ώρα που υποχωρούν οι σοβάδες
Και ο Κάφκα διασχίζει
Κατά τη συνήθειά του καμαρωτός
Μαζί με λίγα χαλασμένα φωνήεντα
Τον απέναντι δρόμο
-Δείγμα παύσης των εχθροπραξιών-
Σηκώνεσαι και κόβεις με ψαλιδάκι τα δίχτυα μου
Περνάς ρήματα και αριθμούς παράνομα
Αφήνοντας ίχνη από επιδέσμους στο κομοδίνο
Και τσάντες γεμάτες χειρουργικά εργαλεία
Μετά
Πατώντας προσεκτικά στις φτέρνες σου
Εξαφανίζεσαι ένοχα σ’ ένα ταξί
Και μένω μόνος μου
Εγώ και τα πρωινά της Δευτέρας
Να προσπαθώ να ξεκρεμάσω απ’ το παράθυρο
Εκείνες τις κόκκινες κουρτίνες
Του έρωτα
ΜΙΣΟΣ ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ
Χαθήκαμε
Όπως χάθηκε το δεύτερο μι
Απ’ τα ψέμματα
Όπως έγινε το εμείς
Μισός πληθυντικός
Ανάπηρος Αόριστος
Εγχειρισμένος χρόνος
ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ
Αντικατέστησες την αγνότητά μου
Με την αγνότητά της
Τον αβάσταχτο πυρετό των σωμάτων μας
Με το στόμα της
Την μουσική με το κλάμα
Τον έρωτα
Με τη μοίρα των εραστών
Στα γκισέ του δρόμου
Η Βιρτζίνια Γούλφ και η Σύλβια Πλαθ
Με το πένθος της τρέλας στο μανίκι τους
Συμπληρώνουν αιτήσεις ανεργίας
Κρατώντας στα χέρια τους
Το λερωμένο εσωρουχάκι ενός μωρού
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ
Από το άλλο μισό
Στο μισώ
Μεσολαβούν
Λίγα επετειακά χρόνια
Δυο ξεβαμμένες ματιές
Μια ανεξήγητη άνοιξη
Και κάποια επείγοντα παιδιά
-Αγάπης-
Που περιμένουν στη στάση
Από πολύ νωρίς
Το επόμενο λεωφορείο
Με ξυπόλητα όνειρα
ΚΟΚΚΙΝΟ
Πυροτεχνουργός πια ο έρωτας
Κατακόκκινος
Σαν ιστορία εγκλήματος
Που δεν διαλευκάνθηκε
Ακόμη
.
ΟΙ ΑΛΛΟΙ ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ (2007)
Επειδή είναι Απρίλης, οι ζωές ακολουθούν τα δικά τους πρόσωπα.
e.e.cummings
ΕΙΝΑΙ ακόμα Απρίλιος, όπως στο ημερολόγιο του Ελύτη, όπως σε κείνο το παλιό τραγούδι των Deep Purple, μόνο που τα βράδια – αυτά τα αθέατα νυχτερινά καπρίτσια της άνοιξης – ο ουρανός ξεκολλάει λίγο στην άκρη και τα σύννεφα βρέχουν μια ασημένια βροχή σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.
*
ΟΤΑΝ ονειρεύομαι, καταργείται η γεωγραφία. Καθώς περιεργάζομαι τις αισθήσεις των τοπίων, μικρά ρινίσματα σελήνης κυλούν απ’ τα μάτια μου. Συναιρούμαι σε γλώσσες, μια ρουφηξιά ακόμα και τα έγκατα της γης θα περάσουν οριστικά μέσα μου.
Γεννάω μονόφθαλμα έθνη που προσεύχονται στα πόδια μου, ερήμην της Ιστορίας.
*
Πως γέμισαν οι χώροι με εκατοντάδες προτομές σου; Πώς χαράχτηκες ξαφνικά
σε κάθε τοίχο, σε κάθε επιγραφή, σε κάθε υλικό;
Γ.ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
ΧΥΝΕΣΑΙ μέσα σε όλα τα τοπία, καλύπτεις κάθε πιθανό συνδυασμό, γιορτάζεις όλες τις ημερομηνίες. Σε μεταφράζουν όλες οι γλώσσες της γης. Κάθε πρωί που σηκώνεσαι, φοράς όλα τα χρώματα, μιλάς όλες τις λέξεις της μέρας και χαμογελάς. Με όλες τις εκφράσεις. Σε φωνάζουν όλα τα απεγνωσμένα επίθετα, υπάρχεις μέσα σε όλες τις επιδιώξεις, αποτελείς ιδρυτικό μέλος σε όλα τα κινήματα. Είσαι ο πρωινός καφές σε όλα τα καφενεία, το ρεφρέν στους στίχους όλων των τραγουδιών, με περιμένεις σε όλες τις γωνίες του κόσμου να γυρίσουμε σπίτι. Εκτυλίσσεις τα στιγμιότυπα, αλλάζεις τη γεωγραφία του ορίζοντα με το βλέμμα σου, σε διαφημίζουν παντού τα καρτ ποστάλ των νησιών. Αποτελείς το θέμα όλων των αφιερωμάτων.
Είσαι πάντα ο χρόνος που πέρασε και ο χρόνος που θα ρθει, στεγνώνοντας πάνω σε κάθε φωτογραφία, κάθε δέρμα, κάθε που βρέχει.
Χωρίς καν να υπάρχεις.
Εσύ.
Μια, καθώς λένε, δυσλειτουργία της μνήμης.
( της Νικολέτας )
*
Ο ΕΡΩΤΑΣ: Μια ανάρμοστη περιπέτεια του ματιού. Ένας εγκαταλειμμένος σιδηροδρομικός σταθμός που πάνω του κυλάνε τα χρόνια.
*
ΕΚΕΙΝΗ η μελαχρινή γυναίκα που καθόταν στην άκρη του μπαρ και έκανε κύκλους με τον καπνό του τσιγάρου της, είχε μια περήφανη στάση που θύμιζε άλογο. Το άλογο που έμοιαζε με γυναίκα, αυτή τέλος πάντων η περήφανη στάση που παρέπαιε ανάμεσα σε γυναίκα και άλογο, αφού τελείωσε το ποτό της, έκανε απότομα μεταβολή και βγήκε έξω καλπάζοντας. Πάνω στον πάγκο του μπαρ, στη θέση που καθόταν, βρέθηκαν μια λειωμένη σέλα, ένα ζευγάρι αχρησιμοποίητα χαλινάρια κι ένα άδειο ποτήρι Jack Daniels με υπολείμματα γυναικείου οργασμού – τεκμήρια αδιάσειστα μιας ελευθερίας που πέταξε.
*
ΟΤΑΝ ξεθυμάνει η θάλασσα, θα ξαναβρώ τα λόγια σου: Μικρές βυθισμένες πέτρες, ανθεκτικές στο φαινόμενο της παλίρροιας.
*
ΗΤΑΝ ένας ήλιος εκτός μάχης, που είχε σχεδόν καεί πίσω απ’ τις πλάτες μας -μια θεωρητικά χαμένη υπόθεση – κι όμως θυμάμαι καλά πως προσπαθούσαμε να τον αναστηλώσουμε, τοποθετώντας μεγάλες ξύλινες διχάλες κάτω απ’ τα μάτια του για να τα κρατήσουμε ανοιχτά, πως νιώθαμε λιγάκι σαν ήρωες ταινιών εποχής, στην τελευταία ευκαιρία που είχαμε να ξαναγίνουμε παιδιά.
*
Ίσως απ’ αυτές τις μέρες – τρομερές όπως η αιχμή της λόγχης – όταν οι αιώνες θά χουν άσπρα γένια, δεν μείνουμε παρά εσύ κι εγώ, να σε κυνηγώ από πόλη σε πόλη.
ΒΛΑΔΙΜΗΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ
ΕΡΙΞΑ στην πλάτη μου – λόγω ψύχρας – μια ανθεκτική εφηβεία, κρέμασα στο λαιμό μου ένα μισοτελειωμένο ποίημα, πήρα στα δόντια μου την τελευταία ασήμαντη λεπτομέρεια από την αλητεία της μέρας, φόρεσα γυαλιά ιλίγγου να νιώθω στις φλέβες μου τους κραδασμούς της πόλης, ρύθμισα τις υδροροές όλες στο κόκκινο να μην μπαίνει άλλο νερό μέσα, ακούμπησα ανόρεχτα τις βεβαιότητες μου πάνω σ’ ένα κορμό δέντρου, τρύπησα τον πρώτο χειμωνιάτικο ουρανό που βρήκα μπροστά μου και πήρα βιαστικά το πρωινό λεωφορείο για τα σύννεφα, σιωπηλός, ανάμεσα σε συνόδους πλανητών και εκλείψεις πραγματικότητας.
Έβρεχε πάλι Νάξο απ’ τα παλιά και στη διπλανή θέση όλα τα αστέρια του κόσμου ξέβαφαν μάταια, προσπαθώντας να δικαιολογήσουν την απουσία σου.
.
ΦΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ (2004)
I
φτωχαίνει με το χρόνο
τη μαγεία της ύπαρξης
η σιωπή των πραγμάτων
γυμνή και αναστάσιμη
πραγματοποιείται
η διάχυση του ιερού της
εντός σου
ΙΙΙ
δυο μαλακά φεγγάρια
τον Αύγουστο
διπλωμένα στις αποσκευές του καλοκαιριού
με αμφίβολες σάρκες
συμμετρικά είδωλα
διαθέσιμες αγωνίες
έτσι ορίζεται ο έρωτας
στη γεωγραφία των σωμάτων
V
ενόραση όρασης
αόρατη, παραισθητική ίνα
πεταλούδα του ματιού
φακοί που κοίλουν
και κατοπτρίζουν
τη μεγάλη παρέλαση των βλεμμάτων
αν μάθεις να περιμένεις
θα σου φανερωθώ
VIII
το βλέμμα σου διάφανη λίμνη
έσταξε μέσα μου
γουλιές από το χθεσινό μακιγιάζ
λεηλατήθηκαν οι μέρες
έγιναν υγρά λάφυρα
που κατέβηκαν χαμηλά
και ξέβαψαν στα μάγουλα
φόρεσε μάσκαρα ο έρωτας
XI
να ξαναρθείς
όταν θα λειώσουν οι λέξεις
και θα γίνουν κουρέλια τα μάτια μας
από την αϋπνία
μόνο να καταφέρουμε
να κρατήσουμε ζωντανό
το ρήγμα που άνοιξε το φεγγάρι
στο απέναντι βουνό
για να ονομαστούμε επιτέλους συνένοχοι
στην ανατίναξη του σύμπαντος
XIV
δεν πρόκειται
να σου συγχωρήσω ποτέ
τις ματιές που δεν ήταν ματιές
αλλά εκπυρσοκροτισμοί
μουσικές ροκ
συλλαλητήρια
ενάντια στο ευγενές τάγμα των αγγέλων
XVI
να ερωτεύεσαι την ιστορία
να συνωμοτείς εναντίον της σιωπής
να εξασφαλίζεις την ωραιότητα
κρυμμένος καλά
μέσα στο γυμνό σώμα
μιας γυναίκας
που προσπαθεί
μάταια
να μεταμφιεστεί σε δέντρο
XVIII
κοχύλι της θάλασσας
που ξέβρασε η οργή του νερού
λάμψε
σπάσε το κάδρο κομμάτια
κάνε τα κορμιά μας
περισσότερα
πάνω στη ζεματιστή άμμο
XX
κοίταξέ με
απόφοιτος του ιερού σου σώματος
προσπαθώ να σταθμεύσω
χωρίς ειρήνη
σε μια συντέλεια οριστική
XXII
πώς να κρυφτώ
ανάμεσα στα ρήγματα των ποδιών σου
που συντρίβονται
ξεσπώντας σε κλάματα
όταν όλη η πόλη
βομβαρδίζεται ασυστόλως;
XXIII
το μόνο που θα μείνει από μας
εκτός από κάτι λέξεις σαράβαλες
χωρίς στίξη
θα ναι τα ασπρόμαυρα αποκόμματα της ψυχής μας
χτυπημένα σε παλιά γραφομηχανή
αρχειοθετημένα σε κάδους
με αλφαβητική σειρά
χωρίς έτος γέννησης
λοιπά βιογραφικά στοιχεία
ή μουσική επένδυση
και μια μοναξιά αυτοκόλλητη
τυλιγμένη απ’ το λαιμό
με κορδέλες
XXIV
άλλωστε
τα τραγούδια μου
τελειώνουν εδώ
και χωρίς μουσική
εγώ
παραμένω αόρατος
.
ΔΙΑΜΕΛΙΖΟΜΑΙ (1983)
Πρόζες και ποιήματα μιας αναιδούς ηλικίας
ΔΙΑ…
6
Το ξέρω, έπεσα θύμα άκυρης συμφωνίας κι υπέγραψα στο θάνατο υποταγή, μυαλοπλυμένος από ηλίθιους παρουσιαστές τηλεόρασης και αρθρογράφους κυβερνητικούς.
Ωραία, τι να έκανα όμως ελιγμούς; Να φόραγα γραβάτα και κουστούμι, ανδρείκελο σε προθάλαμους, να έρπω ταπεινός θνητός εκλιπαρώντας ικεσίες;
Δρυοκολάπτης στο κάστρο που χτίζω χρόνια να γινόμουνα; Ή να επέδειχνα διαρκώς τις γνώσεις μου ημιμαθής και φαντασμένος, όπως κάνουν εκείνοι οι θλιβεροί που κυνηγούν λαγούς με πετραχήλια;
Καλύτερα στην άβυσσο ψηφιδωτό, καλύτερα ήλιος διασκορπισμένος, παρά καθρέφτης χώρου εσωτερικού σε πλαίσιο χρυσάφι.
Εμ, άντε να με παραδεχτούνε έπειτα εμένα, Μάριε.
Άντε να παραδεχτούνε κάποιον που δεν κύλησε στα γρανάζια τους παιχνιδάκι, υπακοή τυφλή στους ρόλους τους και χάθηκε μέσα στο πλήθος, γαντζωμένος γερά στο τριμμένο παλτό της ανωνυμίας του.
Άντε να παραδεχτούνε κάποιον που συνήθισε στο σκοτάδι, που τον τυφλώνουν τα αστραφτερά φώτα της πόλης και χαμηλώνει το βλέμμα, έναν αλήτη που είδε τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται «και την ανθρώπινη υπόληψη να σέρνεται με πατερίτσες, σε πολυτελείς αίθουσες μοντέρνων κτιρίων, από ουρανοξύστη σε ουρανοξύστη γδαρμένη και κατασπαραγμένη από οδοντωτά στόμια μηχανών» . Κάποιον που είδε την ουτοπία, κάμπια να σέρνεται, διασκεδάζοντας ανθρώπινες σάρκες και προσπάθησε απεγνωσμένα, να γαντζωθεί απ’ τον εαυτό του, σε μια ύστατη προσπάθεια ανασυγκρότησης δυνάμεων.
Άντε να παραδεχτούνε τους ελεύθερους ανθρώπους ρε Μάριε, τους ανένταχτους, αυτούς που βλέπουν μέσα από καθρέφτες και τριγυρίζουν άσκοπα στους δρόμους παγωμένοι, απολιθωμένοι, αυτούς που σέρνονται στις νύχτες, κυνηγώντας τα σκιερά τρεμουλιάσματα της φαντασίας τους, αηδιασμένοι απ’ τις μάζες, αυτούς που το κόμμα τους απωθεί και τους δείχνουνε με το δάχτυλο, αναρχικούς κι αναθεωρητές, επειδή, λέει, δεν ενταχτήκανε στο σύνολο.
Α ρε Μάριε! Άντε να παραδεχτούνε τους θλιμμένους ταξιδιώτες της ζωής που χρειάζονται την ελευθερία και τη μοναξιά, για να μπορέσουν να διαχειριστούν τις ήττες τους, να μετρήσουν τις αδιαλλαξίες τους, να τα βγάλουν πέρα με το σωρό.
Μίλα Μάριε, για το Θεό μίλα, οι εφημερίδες λένε ψέματα, παγίδες ύπουλες κι εμείς στο απόσπασμα λυμένα μάτια
τα κοινόβιά μας διαλύονται,
οι φωνές μας ξεφτίζουν,
ο περιορισμός παντού,
το σαράκι των δεσμών αξιοπρέπεια,
μονάχα μουσική,
το μόνο που μας σώζει φίλε,
ουρλιαχτά και μουσική
άντε, άρχισε τα τραγούδια
γιατί η Καισαριανή μας Μάριε, νεκρή
η Καισαριανή, η όμορφη βασίλισσα της φτώχειας μας
σου λέω οι μπιντέδες διαρροή,
πάει,
εμείς νεκροί κι αυτοί θα βασιλεύουν,
εντολές εκτέλεσης με το μαστίγιο της εξουσίας,
και καμπουριάσαμε, τα νεύρα άρρωστα
οι καρδιές μας αλγεβρικές εξισώσεις, υπακούουν σε
τύπους και μαθηματικά αξιώματα
που είσαι και που είμαι που να πάρει η οργή
οι παραδοχές μου,
απαλλαγές υποχρεώσεων,
με ζώνουν φίδια,
ανεβαίνουν διαρκώς
και ξεχειλίζω
υγρό πεταμένο σε ρέματα,
ανομολόγητος δισταγμός
Αντίο φίλε.
8
Προς το παρών κατοικώ σε θερμοκήπιο, ανθισμένος και ανοιξιάτικος σαν πανσές. Αν απομακρυνθώ μαραίνομαι, με συντηρούν μ’ ενέσεις και εμβόλια, λίπασμα τεχνητό, τα φύλλα μου κιτρίνισαν, με δυσκολία αναπνέω.
Παρηγοριά μοναδική μου, μια κάμερα ακριβείας, σας μελετώ συχνά στο χώμα φυτεμένος. Πρωινοί- πρωινοί, όλοι εσείς οι χαρούμενοι άνθρωποι, κλεινόσαστε σε υπαλληλικά κλουβιά, κολυμπάτε σε μονοπάτια ανουσιότητας και αναβάλλετε διαρκώς, σβήνετε τις ελπίδες με γομολάστιχα, οι σφραγίδες σας αυλακώνουν τη ζωή που κυλάει ποτάμι δίπλα σας δίχως να σας αγγίζει, παρτέρι ακαλλιέργητο τα καημένα τα όνειρα και μαζεύετε υπογραφές που πιστοποιούν την ανυπαρξία σας.
Το μεσημέρι σπίτι, γρήγορα το φαΐ, βράζετε σε χύτρες ταχύτητας Σεμπ, φασολάδα, αηδιαστική, ξερένεστε στον ύπνο, ξύρισμα το απόγευμα, θα δω τη πεθερά, λαξατόλ για τη δυσκοιλιότητα, το καινούριο κουστούμι στο ράφτη, η επίσκεψη στη ξαδέρφη, γλυκό του κουταλιού και Μπαλαντάιν με ξηρούς καρπούς στο πιάτο.
Στο τηλέφωνο το κόμμα σας καλεί στο καθήκον, τραυλίζετε μια συγνώμη, κομμουνιστές με καπιταλιστικές συνήθειες, έχετε γκάρντεν πάρτι στο Ψυχικό, πλησίον της πισίνας που θα λειτουργεί για να εξυπηρετεί και να αναδεικνύει την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, στη Μερσεντές βολεμένοι οδηγείτε βιαστικά, εννιά παρά είκοσι γαμάτε τη γκόμενα με το παντελόνι κατεβασμένο στα γόνατα και τη γραβάτα να σας σφίγγει το λαιμό, να προλάβετε το σήριαλ το βράδυ, φαΐ μωρή, περιορισμένοι σε οθόνη είκοσι έξι ιντσών, ξεχνάτε τις Ιθάκες της ζωής κι ανυποψίαστοι κυλάτε, καταστρώνοντας προγράμματα ειρηνικά για παγκόσμια ύφεση.
Αδειάζετε τον εμετό σας πάνω σε νεαρούς βλαστούς, προσπαθώντας να πνίξετε τους καρπούς τους, οι ρίζες όμως παραμένουν, διακλαδίζονται, απλώνονται διαρκώς, σας έχουν κλείσει καραβάνι που το πολιορκούν Ινδιάνοι κι εγώ πατάω τα κουμπιά, σας βλέπω στην οθόνη μου αριθμούς τριψήφιους, στα χέρια κορδέλες εμπορικών λογαριασμών και στα μαλλιά χωρίστρα.
Μάσκες ανθρώπινες φοράτε. Ντροπή!
12
Τασούλα, το ζεστό νερό, αίμα δε γίνεται και το δικό μας αίμα κύλησε, καράβι σε πελάγη, πάει.
Εμείς τους χάσαμε τους ήχους του θριάμβου, φύγαν σκιές νυχτερινές, τα καλοκαίρια κρέμασαν τσαμπιά, στους ώμους μας βάρη ασήκωτα και τώρα ούτε χαμόγελα στα χείλη, ούτε λεφτά φτιασιδωμένα, βλέπεις ν’ αγκαλιάσουμε τις ρουφιανιές δεν καταφέραμε.
Εμείς σε πολυθρόνες άνετες δεν θα βουλιάξουμε αρχηγοί, η καριέρα μας εχάθη κι ο εγωισμός μας βούρκος απομόνωσης, μέσα του θα πνιγούμε.
Τασούλα, παράξενες μέρες μας ζώσανε, μα εμείς τον πήραμε τον δρόμο μας, το λεωφορείο έφυγε και μείναμε στη στάση να κοιτιόμαστε χαζά, πάει και το λουτρό το λουξ που λέγαμε να φτιάξουμε και το μικρό αμάξι κι οι φίλοι οι συμβατικοί γίναν μπουχοί απ’ τις γωνίες,
προσφυγικές, εγκαταλειμμένες συνοικίες οι σπουδές μας,
μας κήρυξε το κόμμα ανυπόταχτους.
Έσχατη προδοσία.
Τώρα ρωτάς τι απόμεινε για μας, ε;
Τέσσερις παγωμένοι τοίχοι να φυλάμε τη σιωπή μας,
λάφυρο ανεκτίμητο αιματηρών πολέμων,
κι η μοναξιά του ανένταχτου,
τζάκι στην παγωνιά μας.
Έτσι μπράβο. Χαμογέλα.
13
Κάποτε θάρθουν οι παράξενες εκείνες μέρες που μνημονεύω διαρκώς στις αφηγήσεις μου και τότε η γη θα γίνει ένα τεράστιο Σάμερχιλ από ζωντανά κύτταρα και νεαρούς αγγελόμορφους. Η τάξη των πραγμάτων θα ανατραπεί εντελώς και το μωσαϊκό οικοδόμημα της απρόσωπης εργατικής τάξης που χρόνια τώρα με συνέπεια έχτιζε η μικροκομματική δολιότητα θα ξεχαρβαλωθεί απ’ τις βάσεις του.
Η περιφρούρηση των οργάνων απ’ το λαό θα αντικαταστήσει τα μέχρι τώρα όργανα περιφρούρησης του και η αστυνομία θα υπάρχει μόνο σαν ρυθμιστικό σώμα της τροχαίας κίνησης στους δρόμους. Η κυβέρνηση των ανθρώπων θα παραχωρήσει τη θέση της στη διαχείριση των πραγμάτων.
Τότε θα αποδοθούν τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.
Και θα κατέλθουν μαύρα σημάδια, τα απειλητικά μηνύματα απ’ την Ελβετία που σάπισε κυνηγημένος από χαφιέδες και ψευτοαριστερούς ο Μπακούνιν, απ’ το Βέλγιο που κατέφυγε ο Προυντόν για να γλιτώσει την προφυλάκιση για τα άρθρα του, απ’ τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες που απέλασαν τον Κροπότκιν, απ’ τις ξερές εξορίες του Μαλατέστα και την πλατεία της Επανάστασης όπου καρατομήθηκε ο Ροβεσπιέρος και ο Σαιν Ζυστ.
Και θάρθουν τα μηνύματα του Ρουσσώ, απελπισμένες ιαχές για επιστροφή στη φύση σε αντιπαράθεση και βίαια σύγκρουση με τα καμένα δάση των παιδικών οραματισμών και τον τεχνοκρατικό εξοπλισμό των υπερδυνάμεων.
Θα επαναληφθούν τα γεγονότα του Σικάγου στην Αμερική και θα ξαναγίνουν οι ατιμωτικές δίκες, με αντεστραμμένους πια όρους και πρόσωπα. Οι κατηγορούμενοι θα δικάζουν και οι δικαστές θα πετιούνται σε φυλακές, φορώντας το ζωώδες κεφάλι του πολιτικού μονάρχη.
Και θάρθει η Προυντονική στιγμή της Καταστροφής και της Ανοικοδόμησης. Άσπρα πανιά στους δρόμους και τα σπίτια θα σημάνουν τα σύμβολα της απελευθέρωσης.
Και θα λογαριαστούμε.
Μα και τότε πολύ δύσκολα θα μπορέσετε να προχωρήσετε. Γιατί μια ζωή θα στριμώχνεστε σα μαλάκες στα άρρωστα κλουβιά σας και θα κοάζετε από κει μέσα βρώμικες απειλές για αναρχικά στοιχεία και δάκτυλους αντίδρασης, προσπαθώντας να προστατεύσετε «τους δημοκρατικούς σας θεσμούς». Και θα μας σταματάτε στο δρόμο για εξακρίβωση. Και θα ζητάτε αστυνομική ταυτότητα. Και θα καταστρώνετε σχέδια χαλιναγώγησης.
Και θα μιλάτε μ’ ενθουσιασμό για κοινωνική δικαιοσύνη και εθνική ανεξαρτησία. Και θα μπερδεύετε σοσιαλισμούς με πορνοκασσέτες βίντεο και αξιοκρατίες με διευθυντικές πολυθρόνες. Και θα καταπίνετε τα φυματικά σάλια της ιεράρχησης και του ορθολογισμού.
Και θα θωρακίζετε τα ανδρείκελά σας φορώντας τους κατασκοπικά γάντια. Και θα κινήστε υπόγεια σαν ποντικοί. Και θα δοξάζετε τις Κυριακές σε πορνεία την ιδεολογική σας αρτηριοσκλήρυνση.
Και θα συντηρείτε τη γραφειοκρατία.
Και θα κρίνετε από την εμφάνιση.
Και θα βλακολογείτε για φιλολαϊσμούς και αλληλεγγύες και εδαφικές ακεραιτότητες.
Θάρθουν όμως οι μέρες. Οι ανατρεπτικές. Οι ανυπότακτες. Οι αλκυονίδες. Και τη θέση της κυβέρνησης θα πάρει η βιομηχανική οργάνωση. Των νόμων, τα συμβόλαια. Της πολιτικής εξουσίας, η οικονομική δύναμη.
Και θα περάσετε στο σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας.
Μια για πάντα. Ηλίθιοι!
…ΜΕΛΙΖΟΜΑΙ
2
η γύμνια σου
ευκίνητη φθινοπωρινή κληματόβεργα
ιριδισμός ακύμαντης θάλασσας
στα περιθώρια του νου
αναρριχήθηκε
πένθιμος ύμνος
στον πύργο της φαντασίας μου
αγκαλιάζοντας
τους λευκούς καταρράχτες του λαιμού σου
ο ίσκιος σου
αρχιτεκτονική ρυθμών
μεθυσμένο καράβι
τα σκόρπια μάτια μου
στη χιόνινη σάρκα σου
μια παρατεταμένη αφαίρεση
γήτεψαν τις αισθήσεις μου
τα διάφανα χείλη σου
μια έξαρση σεβασμού
3
τίποτα τίποτα
ομίχλη αδιαπέραστη
στάχτες φωτιάς
αβυσσαλέο βάθος
κι υπάρχει ακόμα
αυτή η ανθρώπινη ιτιά
σε δάση αποξένωσης
ανάμεσα τσουκνίδες
νιώθωντας ελαφρά
στο γλίστρημα του χρόνου
στις παλάμες της
την αχρηστία των ματιών
που διαπερνούν σκοτάδια
και τη ναυτία της ζωής
στις άγριες φουρτούνες
μηδέν και άπειρο
στους κύκλους της ζωής
είμαι ελεύθερος σημαίνει
δεν συνεχίζω να ζω
έτσι είναι φίλε μου
άλλωστε
τα άλογα όταν πληγωθούν
τα σκοτώνουν
κι εκείνη είχε πάντα
κάποιο μικρό ελάττωμα
στο αριστερό της πέλμα
θυμάσαι
7
στις βιβλιοθήκες της ζωής
συρτάρια ξεκοιλιασμένα
σκιές ονείρων βρικολακιασμένων
από παραστάσεις του χτες
στην ποίηση της ήττας
κιθάρες ξεχαρβαλωμένες
βουτηγμένοι φθινόπωρα
περιμένουμε
ένα τέλος
των παραμιλητών και των ψιθύρων
ένα τέλος
πραγματικά σωτήριο
9
τραγούδια
μελαγχολικές γραφές
μας χρειάζονται τα τραγούδια
είναι βλέπεις
που ομορφαίνουν τη ζωή
και δημιουργούν κόσμους εξαίσιους
αφήνοντας τη φαντασία να κυλήσει
στις έγχρωμες ανταύγειες
των ονείρων
.
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ
ΝΩ (2020)
[Η αγάπη δεν μπορεί ποτέ να γίνει ανάμνηση]
…/…
Χθες περπάταγα με τις ώρες. Με ποιο τρόπο περπάταγα; Μάλλον, κυλούσα, γιατί έχω στρογγυλό σχήμα. Κυλούσαν δίπλα μου αυτοκίνητα, λεωφορεία, άνθρωποι, κρεβάτια, δωμάτια, φώτα, ο ουρανός, ένας πρίγκιπας. Κρατούσε στα σάπια δόντια του ένα στήθος. Σάπιο κι αυτό. Σαν πεθαμένο φίδι ήταν. Κουλουριασμένο. Το γνώριζα αυτό το στήθος. Το είχα δει. Το θυμόμουν. Ήταν της Παναγίας. Από κει τάιζε τον Χριστό. Κι εγώ περπάταγα. Συγγνώμη, κυλούσα. Αν θυμάμαι καλά, γιατί όλο ξεχνάω. Το ένα μου πόδι προπορευόταν. Στην φαντασία του νόμιζε πως πήγαινε πιο μπροστά απ’ το άλλο. Το αριστερό, που ακούει την καρδιά. Το άλλο ακολουθούσε. Έκανε ότι του έλεγε το διπλανό του. Πάντα είχα μια καλή σχέση με τα πόδια μου. Όταν τα είχα, γιατί σίγουρα τώρα έχω μόνο στόμα και φωνή, τα πόδια μου ήταν σαν παιδιά μου. Με οδηγούσαν συνέχεια εκεί που έπρεπε. Ήταν τεράστια η αγωνία τους από το ένα στο άλλο. Αλλά μου τα έκοψαν. Δεν έχω πόδια. Δεν πρέπει να υπάρχουν πια. Γιατί έχω σκοτωθεί. Όταν έχεις πόδια περπατάς. Υφίστασαι. Τι ήθελα να πω; A, ναι. Ότι μια γυναίκα με σκότωσε. Ή ένας ίσκιος. Το ίδιο μπορεί να είναι. Μάλιστα. Ένας ίσκιος μπορεί να είναι μια γυναίκα. Μπορεί μια γυναίκα να είναι μια σκιά. Πώς λέμε Φύση; Ήταν όμως αφύσικο το γεγονός. Συνέβη αφύσικα, με κοίταξε πολύ. Με αφύσικο τρόπο. Για πολλά χρόνια με κοίταζε. Όχι βαθιά, αφύσικα. Τα μάτια της ήταν ψάρια. Είχαν διχάλες και κίτρινη ουρά με λέπια. Μετά από χρόνια πυροβόλησε. Μπορεί να ήταν και ο κόσμος. Δεν ξέρω. Αφού έχω πεθάνει. Φυσικά. Όταν πεθαίνεις δεν έχεις μνήμη. Δεν θυμάσαι τίποτα.
Θα προσπαθήσω, εντούτοις, να πω αυτό που έχω. Χωρίς ενδιάμεσες διαμεσολαβήσεις. Αν τα καταφέρω. Αν μπορέσω να το κάνω. Θα μπορέσω. Ίσως και να μπορέσω. Πρέπει να μπορέσω. Σιγά μην μπορέσω. Δεν το βλέπω. Πρέπει όμως να μπορέσω. Χρειάζεται. Πώς να μπορέσει να μιλήσει κάποιος που δεν υπάρχει; Πώς να μπορέσω να πω αυτό που έχω αφού δεν μπορώ; Είμαι σκοτωμένος. Κάποτε υπήρξα πολύ, γι αυτό είμαι σίγουρος. Η ύπαρξή μου ήταν πολλή. Όλα ήταν πολύ πάνω μου. Είμαι βέβαιος γι αυτό. Έχω δει φωτογραφίες μου. Αλλά με σκότωσαν. Έχω πτυχίο θανάτου από αυτή τη γυναίκα. Κανείς άλλος δεν μπορεί να με σκοτώσει πια. Τουλάχιστον, απ’ αυτό γλύτωσα. Απ’ τους συνεχόμενους θανάτους. Ίσως και να με γλύτωσε αυτή η γυναίκα που με σκότωσε. Όταν πεθαίνεις γίνεσαι αθάνατος και δεν φοβάσαι πια ότι θα πεθάνεις. Δεν θυμάμαι πότε έγινε αυτό. Πάντως με πυροβόλησε από πίσω, ενώ βάδιζα. Απλώς, βάδιζα δίπλα της. Κάποια στιγμή έμεινα πίσω. Το μόνο που ένοιωσα ήταν κάτι μάτια να μπαίνουν μέσα στο δέρμα μου, σαν μαχαίρια, και να το ανοίγουν. Σαν λάμες μαχαιριών ήταν. Μπορεί και να έβρεχε. Ο νους μου τρέχει, μερικές φορές, στο γέλιο. Δεν γέλασα πολύ στη ζωή μου κι αυτό ίσως μου έχει στοιχίσει. Δεν ξέρω, δηλαδή, αν μου έχει στοιχίσει, πάντως θα προτιμούσα να είχα γελάσει, κάπως. Μαζί της, προφανώς. Τότε πώς έγιναν όλες αυτές οι ρυτίδες, αν δεν γελούσα; Χωρίς γέλιο πως σχηματίστηκαν αυτές οι φαρδιές γραμμές στο μέτωπό μου που θυμίζουν χάρτες; Αδύνατον μου φαίνεται. Άρα, μπορεί και να γέλασα. Κάποιες φορές ίσως να γέλασα. Θα προτιμούσα περισσότερες. Θα ήθελα περισσότερο γέλιο και λιγότερες ρυτίδες. Ας γελάσω. Αυτό δεν θα μπορούσε να συμβεί ποτέ. Εδώ που είμαι ξυπνάω κάθε πρωί και παλεύω με την φωνή μου. Όσο γίνεται να ξυπνήσει με φωνή κάποιος που είναι νεκρός. Όσο μπορεί να σκεφτεί. Αυτό είναι παράλογο. Γλύτωσα απ’ τον θάνατο, αλλά όχι απ’ τις σκέψεις μου. Αυτές αποτελούν ξεχωριστό τμήμα, δεν ακολουθούν το σώμα μου. Για ύπαρξη ούτε λόγος. Αλήθεια, τίποτα. Δεν ξέρω καν αν είμαι στον πάνω κόσμο ή στον κάτω. Δεν έχει πολλή σημασία αυτό. Τί σημασία έχει σε ποιον κόσμο είσαι; Κάποια σημασία μπορεί να έχει. Το σίγουρο είναι όμως ότι απέφυγα το παρόν. Απέφυγα το ενδιάμεσο, το ανάμεσα, εκείνη την προσωρινή γέφυρα που αλλάζει πάντα πλευρά, από το παρελθόν στο μέλλον. Την τελευταία στιγμή το απέφυγα. Φαντάσου να ζούσα και να είχα αυτό το παρόν. Φαντάσου. Έχω μόνο παρελθόν και μου φτάνει. Εκείνη η γυναίκα μου το έκλεψε. Το εξέλαβε ως δικό της και το αφαίρεσε. Τώρα έχω κενό.
…/…
.
Μ (2017)
[εσύ μου έδειξες αυτόν τον εφιάλτη]
Η ζωή μεταχειρισμένη, ο κόσμος λειψός, οι χάρτες αβέβαιοι, το δωμάτιο όνειδος, οι περιοχές ναρκοπέδια, το άθροισμα λάθος, το αίμα αμετανόητο, η Νάξος ακατοίκητη, η εικόνα γερμένη, το κορμί βρώμικο, ο καρπός δηλητηριώδης, το φιλί πρόστυχο, η φιλοδοξία ξεβαμμένη, η διαθήκη ακίνητη, το τραγούδι άπρεπο, η αξιοπρέπεια ευτελής, οι φήμες επιβεβαιωμένες, το σπίτι κλειστό, η χώρα καμένη, η ιστορία ανεκπλήρωτη, τα νερά υπόγεια, το σώμα κοινόχρηστο, η βροχή σκουριασμένη, το παράδειγμα αμείλικτο, τα χέρια κίτρινα, το φεγγάρι με στέγη, το βιβλίο ανέπαφο, τα σύμβολα κλεμμένα, η υπέρβαση μάταιη, το χρέος άγνωστο, η καρδιά σχέδιο, το φθινόπωρο συνεχές, η νύχτα με λέπια, η σάρκα δημόσια, τα ονόματα διαφορετικά, ο εφιάλτης δικέφαλος, η ηλικία με νύχια, ο λόγος πεζός, το πρόσχημα ατελείωτο, η θάλασσα χάρτινη, το χαρτί σημαδεμένο, ο Καβάφης σεσημασμένος, η ιδιοτέλεια ακριβής, ο πόνος απόλαυση, το πάτωμα κερί, ο φόνος δίγλωσσος, ο καιρός αντίθετος, τα αστέρια αμφίβολα, οι αιώνες ακέφαλοι, το δράμα ανεξίθρησκο, η ηθική ανταλλάξιμη, το δέρμα με φύκια, το κρεβάτι ανάποδα, η αναβίωση άδικη, τα χάδια με δόντια, ο δεσμός δέσμιος, η γη τετράγωνη, η πόλη καμένη, ο ήλιος αλλήθωρος, τα ρούχα προσάναμμα, η γλώσσα γονατιστή, ο θάνατος ιδεόγραμμα, τα τραγούδια απογοητευμένα, η παράσταση ημιτελής, η παρουσία με γένια, ο Θεός άθεος, ο Ιούδας προφήτης, ο καιρός λάσπη, ο αιώνας λιγότερος, οι άγγελοι γκρεμισμένοι, το συναίσθημα ηθοποιός, ο ουρανός δράκος, το ιερό οργωμένο, η ηλικία στο απόσπασμα, το μέτωπο άγνωστο, οι αρτηρίες βουλωμένες, το δείγμα ελάχιστο, η αλήθεια φανταστική, οι λέξεις κενές, τα μάτια τάφοι, ο Πεσσόα κλινήρης, το αίμα έξαλλο, το ρίγος μόνιμο, η προδοσία έξη, το σκοτάδι λανθασμένο, τα χρώματα μεταχειρισμένα, η μοναξιά δήμιος, η απρέπεια χωρισμένη, ο ήλιος σκιά, το δράμα κατώτερο, ο σκορπιός φαγωμένος, το όνομα εξίσωση, ο οργανισμός σάπιος, η λύπη με κέλυφος, ο λαιμός κρεμασμένος, η ποίηση προδομένη, ο Χειμωνάς φαλακρός, η φωνή πλαστική, τα φωνήεντα άρρωστα, το Λουτράκι βυθισμένο, οι υποψίες αληθινές, η πραγματικότητα αίνιγμα, το παραμύθι μονόστηλο, ο σφυγμός ακίνητος, το δέρμα αχόρταγο, η αγάπη εκδίκηση, η σελίδα αδύναμη, ο ίσκιος ανέντιμος, ο έρωτας ανορθόγραφος, η αλήθεια χαμένη, το σκιάχτρο φιλόδοξο, ο πρόλογος επίλογος, η επιστροφή εξαφάνιση, ο λύκος βρώμικος, το κορμί όλων, οι αναμνήσεις ανεπιβεβαίωτες, εγώ χθες, σήμερα, αύριο,
με σένα.
.
ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ (2013)
Σημείο 0
Ο κόσμος ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες αγκαλιές στο τζάκι. Τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια ήταν όλα από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο.
Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα. Το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.
Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος — υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του ουρανούσε στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα.
Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Οιδίποδας γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Όταν κοιμόταν πάνω της ένιωθε ελαφρύς. Όλος.
Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα της, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι’ αυτήν. Αλήθεια, θα μπορούσε να διαλυθεί.
Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φτασμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος με σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που τελειώνει.
Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς. Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μη βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε τα δώρα στα χέρια.
Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ έναν ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Θα στέκει. Σε έναν καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Δεν θα έχει κόσμο να ζει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.
Ό,τι υπήρξε θα υπάρξει ξανά. Καθετί είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.
Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.
Σημείο 1
Μετά ακούστηκε. Μέτρημα επιστροφής, διαφορετικό. Έπεφτε πάνω σε τσίγκο και με ακανόνιστο θόρυβο σαν βροχή, ανέβαινε. Αλλά με μια απόφαση. Ήταν ένα χαρτί και έλεγε «ήρθε ο καιρός να χωρίσουν μέχρι θανάτου ο νους του ανθρώπου από το νου του κόσμου». Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε. Από το αυτί της κρεμόταν μια σημασία. Σαν πελώριο σκουλαρίκι ήταν και βάραινε και απ’ τα καλώδια έτρεχε ένα παχύρευστο υγρό που ήταν κάτι ανάμεσα σε καυτό και ομίχλη.
Σημείο 2
Έχει εγκατασταθεί μια λύπη ανάμεσα σε μένα και τη γυναίκα. Και δεν αφήνει να δω, αλλά είναι η τιμωρία της. Αυτή η λύπη είναι το αποτέλεσμα της γυναίκας. Που συνεχώς βαραίνει και τώρα τα καλώδια σφίγγουν το λαιμό της και αναπνέει αργά.
Όπως λάμπα είναι που σβήνει.
Σημείο 11
Γεννήθηκα με μια κιθάρα κρυμμένη καλά ανάμεσα στα μάτια, σε σχήμα σταυρού, για να πενθεί τους μελλοντικούς εαυτούς μου: Αυτόν που παριστάνει εμένα στον κόσμο και τον άλλον που μοιάζει με τον εαυτό μου σαν όνομα.
Σημείο 13
Έσκυψα, έκοψα το νέο κόσμο σε ένα πατρόν χάρτινο και σχεδίασα με μανία τα ανθρώπινα ομοιώματα. Είχαν ένα βαθύ πορτοκαλί χρώμα σαν ανατολή που έβγαινε μέσα από βουνά και καρφωνόταν. Στέκονταν γερμένοι, μπορεί εύκαμπτοι. Ο αέρας που φυσούσε κόντρα, ανάποδα με την ιστορία της γης, άλλαζε το σχήμα τους, σαν αρμονία με μέλλον.
Μόνο όταν υπάρχουν οι άλλοι, υπάρχει εαυτός, είπα. Και τους άνθισα με τα τεθλασμένα μάτια μου.
Σημείο 18
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ενώθηκε με το θάνατό της και ξανακάνει ζωή. Μετά φάνηκε πάλι ο ουρανός της μέρας, ένα βαθύ μπλε των σειρήνων. Από κάτω τα χάρτινα πορτοκαλί ανθρωπάκια σε διάταξη πραγματικότητας, οι καινούριες πόλεις, τα φώτα επιστροφής.
Είχα τις αναγκαίες άσπρες λέξεις στα χέρια μου και τα μάτια του κόσμου. Σαν φιλημένα δάκρυα. Και έβρεχαν με ένα αθώο γέλιο το χώμα.
Σημείο 20
Σαν να μην έζησε ποτέ αυτή η γη, ή να έζησε τη ζωή της μέσα σε διάλειμμα ζωής και δεν πρόλαβε να μ’ αγαπήσει. Λίγο πριν μ’ αγαπήσει τη σκέπασε η θάλασσα. Έπεσε πάνω της με ένα θόρυβο αποκρουστικό και δεν υπήρχε χώρος για μένα, γιατί όλα είχαν γίνει νερό.
Νερό που κολλάει στα ρούχα σου με μανία.
Σημείο 24
Μετά με επισκέφτηκε ένας τεράστιος ίσκιος αλύγιστος, μη στενεύεις, έχω μόνο εσένα, του είπα, σε παρακαλώ να φεύγεις ασπρόμαυρος. Αυτή η τυφλότητα με το χρώμα σε όλες τις παραλλαγές της με μουτζουρώνει, μαρκάρει τη μοίρα μου και την οδηγεί.
Σημείο 28
Το φως μύριζε απογοητευμένο θεό. Ήταν λίγο, με τα μυστικά του θαμμένα, αβυσσαλέα εγωιστικό. Το παλιό είχε πεθάνει, αλλά ήταν γιορτή. Έμοιαζε με εγκαίνια ζωής. Εγκαίνια ανθρώπων. Και τους ειπώθηκε να γίνουν χρυσαφένιοι.
Στα πρόσωπά τους στέγνωνε μια σφραγίδα, σαν ο βασανισμός που έφευγε.
Σημείο 35
Να κρατάς τον πόνο του κόσμου στα χέρια σου, όπως ένα ποτήρι νερό, είπα στον φοβισμένο τραγουδιστή μετά το τελευταίο ταξίδι του στην Τούλσα και κοιμηθήκαμε με τους αγγέλους.
Αυτό θα αλλάξει. Το ανθρώπινο αντίδοτο θα αλλάξει. Περιμένει κρυμμένο, ανάμεσα σε χαμένα κομμάτια, τους αντικαταστάτες τους.
Σημείο 37
Πήρα χαρτί και άρχισα να τους ζωγραφίζω ξανά. Να συμπληρώνω την αμαρτία των ανθρώπων. Στην αρχή πάνω σε ξύλο, σχεδίασα τα πρόχειρα περιθώρια. Άνοιξα παράθυρα και σκάλισα τα πρώτα ενιαία πορτρέτα. Ήταν τάφοι. Ο ήλιος τούς έκαιγε. Τους έκανε να μοιάζουν πιο σκούροι. Τράβαγε τα χαρακτηριστικά τους και είχαν μια τεράστια ομορφιά που εξείχε. Ένα νέο είδος σχηματίστηκε τότε σαν ατελείωτη δικαιολογία και ασυνήθιστο. Που θα συνέχιζε τον κόσμο και θα γινόταν κόσμος στη θέση του.
Σημείο 43
Τα πρόσωπα φταίνε ανομολόγητους εαυτούς. Δεν έχουν υπάρξει ποτέ και είπε γενηθήτω. Αλλά δεν υπήρχε κάτι άλλο να γεννηθεί, είχαν γεννηθεί όλα με έναν κίνδυνο πληγής ανεπανάληπτο. Όλα ξεκινούσαν από έναν ήλιο που κατέληγε. Ήταν διαρκώς νύχτα που τύφλωνε τα μάτια μου. Εδώ πάνω στη γη είναι όλο μεσάνυχτα.
Από πού έρχονται τα μεσάνυχτα;
Σημείο 46
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος κρατούσε ένα κερί. Περπάτησε με κόπο μες στα χαλάσματα με ανοιχτό στήθος προς τη σκουριασμένη πλευρά. Στάθηκε λίγο πίσω απ’ τις κουρτίνες, προστατεύοντας τη φλόγα με την παλάμη της. Να κόψεις τον ήλιο με τα δόντια σου και να τον μοιράσεις. Να έχει λίγο φως η ζωή, της φώναξα.
Κάνει πολύ σκοτάδι εδώ μετά από τόσες λέξεις.
Σημείο 51
Πήρα τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος από το χέρι και την οδήγησα. Τη στέγνωσα, που σχεδιάζει και επιθυμεί. Έγινε ήλιος στο τέλος του διαδρόμου. Ο ήλιος γέννησε ήλιο. Ένας στρατός από ήλιους έκανε τώρα παρέλαση στην επιφάνεια της γης. Μικροί, κόκκινοι ήλιοι, σαν κραυγές ζωής δυνατές, ανέτελλαν και έδυαν προς τα εκεί που ήταν χτισμένος ο κόσμος. Και συνεχιζόταν, όπως συνεχίζεται η ελάχιστη ροή αίματος σε έναν οργανισμό.
Ο κόσμος έγινε ο οργανισμός των ανθρώπων και οι άνθρωποι ο οργανισμός του κόσμου.
Σημείο 57
Ακούστηκε μετά κάτι σαν ποδοβολητό και ήταν οι ψυχές των ανθρώπων που απομακρύνονταν. Έβγαιναν σε κοπάδια, αλλά έφεγγαν, και τις στόλιζε ένα φως τελευταίο. Καμία εικόνα, κανένα στεφάνι, εκεί. Ο άνεμος είχε πάρει τις πεταμένες ψυχές και τις κάρφωνε με μανία στο χώμα.
Χωμάτινες κούκλες. Αλλά και άρωμα φυσαρμόνικας.
Σημείο 64
Θυμήθηκα πως χορεύαμε με το μαχαίρι στο λαιμό και λικνιζόταν η μουσική σαν λεπίδα σε τρεις διαστάσεις, σαν μπαμπάκι πάνω στο κομμένο μέλος του δέρματος. Κι ερχόταν ένα μπλε φως από μακριά που ολίσθαινε, σαν προβολέας κατάπληκτος, για τη συναυλία του έρωτα. Εκεί δεν υπάρχει ξανά, ή όλα ή τίποτα.
Δηλαδή μπαμπάκι.
Σημείο 65
Σε ρώτησα πώς πεθαίνουν οι θάνατοι και μου είπες από ζωή. Γιατί από ζωή τρέφονται.
Σημείο 67
Η ζωή της ζωής μου με έφτασε ως εδώ και τώρα δεν βλέπω τα μάτια μου. Εν μέσω φριχτής καταστροφής, επιστρέφω στα μάτια μου και δεν βλέπω. Τώρα που δεν υπάρχει ζωή, ο πλειστηριασμός του αέρα μόνο. Και δεν φυσάει. Μοιράζει ο άνεμος τις χαμένες σιωπές, σαν σημειώσεις. Οι άνθρωποι έγιναν πήλινα σκεύη.
Έγιναν αμφορείς τυφλοί και κατοικούν στο βυθό.
Σημείο 73
Ο κόσμος τότε κατέβηκε από τέλος. Από μια σπονδυλική στήλη, χωρίς αξιοπρέπεια, χωρίς ένωση. Σαν ρεμβασμός ήλιου, και το φως λείπει. Δάκρυα νεκρών φυτρώνουν πάνω στο χώμα, μιλούν με τις αναστημένες εικόνες. Αν ανοίξω τα μάτια μου θα τα πάρει η θάλασσα. Μπροστά σε άρρωστα κυπαρίσσια. Αυτή η υγρασία.
Και αν χαθώ; Αν πάψω να υπάρχω ανάμεσα στις καμπάνες;
Σημείο 79
Η γη έφυγε χωρίς να με χαιρετήσει. Μου άφησε ένα σβησμένο πάρκο — η μνήμη του σώματος. Την ακολουθώ για να σκουπίζω το νερό από πάνω μου. Όλη η πόλη έφυγε, σαν πετσέτα από ξυραφάκια. Να αγκαλιάζεσαι με την πόλη. Να την κρεμάς στο λαιμό σου, κάθε που φεύγεις.
Κάθε που πεθαίνεις από ύψος ζωής.
Σημείο 81
Εκείνη τη στιγμή ο ήλιος εμφάνισε ένα παιδί. Ήταν ένας γυαλιστερός, λευκός φόβος και εχώριζε. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος έσπασε την τεράστια μέση της, τέντωσαν τα μέλη της ξέφτια ορθάνοιχτα και κοιτάζουν τον ουρανό. Ένα σαρκώδες τραύμα που ήταν αχνίζει και τοποθέτησε το νέο παιδί προσεκτικά, χωρίς να αφήσει δαχτυλιές. Σαν κάλυκα το τοποθέτησε στον ερεθισμένο της κόλπο.
Το αποθήκευσε μέσα της σαν παγκόσμιο, μέχρι να λιώσουν οι παγωμένοι βουβοί κόσμοι. Και σαν προστασία.
Σημείο 84
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος σε μια υπερβολική ένταση — σαν να γεννούσε ανάποδα. Τα φρύδια σηκωμένα, ψηλές περισπωμένες γεμάτες τρόμο. Διέκρινες τις συσπάσεις που έκαναν οι μύες αριστερά και δεξιά του φύλου της. Κάποιος είπε ότι έπρεπε να παραμείνει το συναίσθημα, το άκουσα τρεις φορές να κολυμπάει στο στήθος μου. Και ερχόταν ένας βρώμικος αντίλαλος ανακατεμένος με νερά πλακούντα, ή ήταν χείμαρρος ζωής; Θέλω να σε ανέβω, να σε ανέβω, έλεγε με λυσσασμένη αξιοπρέπεια.
Σημείο 86
Έκανε τόση παγωνιά εκεί και προσπαθούσα να ζεσταθώ από την ενέργεια που έβγαζε η προσπάθεια, την πήρα στα χέρια μου και τη φύσαγα, φου, φου, φυσούσα την προσπάθειά μου με ακαταπόνητο δέος, φφφφφου. Σαν παλάτι μεγάλο ασύγκριτο έγινε με πολυελαίους. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος είδε τον πολυέλεο ανορθόγραφα, με άλφα γιώτα, και έγινε πάλι φως. Άναψε ανελέητο φως ανάμεσα στις χαρακιές των χειλιών της.
Άναψε σαν αναπάντεχο πυροτέχνημα και το πρόλαβα
Σημείο 91
Η γη ανακουφισμένη δεχόταν σαν χάδι την παρουσία σου. Έξαλλη από σένα, με υποταγμένη πνοή, έβρισκε τη θέση που της ταιριάζει ανάμεσα στα ματωμένα σου πόδια.
Από κάτω το μεγάλο νερό που τα γέννησε.
Σημείο 92
Μέσα στον κόλπο η φύση εχάριζε συνεχώς αποδείξεις ζωής και τις πότιζε το νερό. Τις χάιδευε με τις δαγκάνες του και τις φύτρωνε. Ξεκίνησε ο ανάποδος άνεμος. Ό,τι είχε συμβεί οδηγήθηκε σε άλυτη λήθη και σηκώνονταν σαν ευχές από άλλο σχήμα οι άνθρωποι, ένας ένας, γονιμοποιημένοι με θριαμβευτικό κόπο και εξαφανίστηκε εκείνος ο κύκλος που έγραφε το τέλος τους.
Τους κοίταζε η θάλασσα αποκαμωμένη που τη θήλαζαν.
Σημείο 95
Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος φωτίστηκε. Οι μηροί της απλώθηκαν φουσκωμένοι και κύλησαν σαν καΐκι γύρω απ’ τα μάτια μου. Από το άνοιγμά τους προήλθαν πατημασιές χαμένες, δώρα του κόσμου σαν χνάρια παλιά και μέσα στην αμαρτία.
Βουτηγμένα μέλη κορμιού σαν πανάκριβα, μ’ ένα δίχτυ ζωής κρεμασμένο.
Σημείο 97
Ο κόσμος όλος φανερώθηκε από τον έκλυτο βίο της.
(Κι όπως έμπαινε η θάλασσα από τα παράθυρα και την παραβιασμένη πόρτα, οι τοίχοι του κόσμου ξεφλούδιζαν σαν ταπετσαρία κι έφερναν ένα γύρω τα έπιπλα. Έμοιαζαν γεμισμένοι στο σπίτι. Το πάτωμα γινόταν σιγά σιγά θηλυκό. Εγκυμονούσε καμπύλες, περιμένοντας να υποδεχτεί τα νέα σώματα. Το στόμα σου σαν ανοιχτό, ρουφούσε τη θάλασσα και βαφόταν. Απ’ έξω ο δρόμος. Τόσο μακριά, αλλά τόσο κοντά. Σαν φίδι, που λίγο πριν αλλάξει το δέρμα του, τα κλείνει όλα σε ένα επείγον αύριο που είναι διαρκώς τώρα. Και τα ξαναγράφει.)
.
ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ (2011)
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΜΥΘΟΥ
ΣΥΝΝΕΦΟΥΛΑ ΜΟΥ
ΒΡΑΔΥ, μετά τη βροχή. Ακούω το θρόισμα που κάνουν τα βήματά μου στη βρεγμένη άσφαλτο. Από πάνω κρέμεται ο ουρανός σα χάρτης. Προσπαθώ να πιάσω συχνότητα, έχει παράσιτα. Οι άνθρωποι στο δρόμο είναι από χαρτόνι. Μια πανωλεθρία τα πρόσωπα.
Συννεφούλα μου. Γιατί έπαψες να με ακολουθείς;
Τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην οδό Πλάτωνος θυμίζουν τις κυβερνήσεις από το 74 και μετά. Ακίνητες κολώνες. Περίμεναν να πέσει η μια για να έρθει η άλλη. Να βουλιάξει στο χρώμα της ακίνδυνα. Αλλάζουν, όπως αλλάζουν οι φωτογραφίες. Σ’ ένα παλιό κάδρο. Πριν κιτρινίσουν βγαίνουν έξω από το πλαίσιο.
Αν υπήρχε δάσος, μπορεί να κρυβόμουνα. Να τρόμαζα τον κακό λύκο. Πότε ήταν που τον τρόμαξα τελευταία φορά; Φοβήθηκε.
Έχω στήσει καρτέρι, είναι όμως πολλοί. Μαζεύονται κάτω απ’ το φανάρι, χιλιάδες. Περισσότερο απ’ όλα με εξουσιάζουν αυτοί που κάνουν τους εαυτούς μου. Οι άγνωστοι γείτονες.
Μεγάλος στόχος είναι ο ανεκπλήρωτος στόχος. Αυτός που φαίνεται αδύνατον να φτάσεις. Όταν τον κατορθώνεις, παύει να είναι μεγάλος. Για τα άλλα φταίει η κρίση. Ταυτότητας. Μας λένε επίθετα. Αντωνυμίες. Πολλά.
Ένα ζευγάρι φιλιέται κάτω από μια ομπρέλα. Στο πουκάμισο της κοπέλας, στη συμβολή των δυο μαστών, αναβοσβήνει ένα μπλου τουθ: Ο κόκκινος φάρος του έρωτα. Δείχνει τον ύφαλο για να μην τρακάρεις.
Μαθαίνουν να αγαπούν, αγαπώντας. Δεν αγαπάει κανείς. Τρακάρουν.
Πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σ’ ένα πράσινο κι ένα μπλε κάδο. Όλα σκουπίδια είναι. Όλα τσιγάρα που τελειώνουν.
Ένα παιδί με κοιτάζει επίμονα. Τα μάτια του σκύβουν αθώα προς την πανσέληνο. Μου μοιάζει. Όταν φανερώνει την κιθάρα του, δεν έχει χορδές. Το παιδί δείχνει το παιχνίδι του, ο άντρας το κρύβει, λέει ο Αντόνιο Πόρτσια. Είμαι το παιδί που έγινε άντρας αντί να είμαι ο άντρας που ξαναγίνεται παιδί. Είμαι το παιδί που δεν έπρεπε να είμαι.
Ντρέπομαι. Γυρίζω στη ζωή. Των μεγάλων. Αυτών που νομίζουν ότι ζουν. Νομίζω κι εγώ. Όμως ντρέπομαι.
Ο Θεός είναι παντού. Τις νύχτες, όταν καμιά φορά τον χρειάζομαι, ανοίγω τα σύννεφα σαν ακορντεόν και τον βλέπω. Συζητάμε για λίγο, σε θερμό κλίμα. Έχει ασημί γενειάδα και παιδικό χαμόγελο. Κάνει με το ξυλαράκι του κάτι γρατσουνιές που μοιάζουν με αστέρια. Βάζω ένα στη τσέπη μου, υπάρχουν πολλά.
Να προσέχεις μου λέει. Με βάζει να το υποσχεθώ.
Είναι νύχτα. Πάντα ήταν. Ο Πειραιάς μοιάζει με ακίνητο πλοίο.
Η θάλασσα είναι το φέρετρο του.
Σκοτεινό.
ΚΑΤΑΣΤΙΧΤΗ, ΠΕΛΕΚΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΣΠΑΘΙΑ
ΣΗΜΑΣΙΑ έχει ν’ αγαπάς. Έχει; Τη στιγμή που το ρευστό της σώμα πάει να στερεοποιηθεί, καταρρέει. Μες στα χαλάσματα του πολέμου, τα μάτια ενός παιδιού. Έγχρωμα μάτια, ασπρόμαυρο σκηνικό. Η Αλίκη στη χώρα των θανάτων. Έλα, δως μου το χέρι σου, λέει. Θέλω να μου δείξεις τον κόσμο.
Δεν έχω χέρια. Δεν μου έμειναν. Κι έπειτα, δεν υπάρχει κόσμος, μωρό μου.
Φωτιές παντού. Θέλω να καις. Να με καις. Ο ήλιος, γκρεμός. Κι η θάλασσα αγριεύει σε κάθε άγγιγμα. Στη Κίμωλο, στη Χαλκίδα, στο Χορευτό Πηλίου. Το φως της μένει πάνω στο σώμα σου σαν τατουάζ. Όπως η γοργόνα του Καββαδία. Στο αριστερό του μπράτσο. Η μόνη που δεν τον πρόδωσε ποτέ. Που δεν έφευγε απ’ τα χέρια του.
Την έλεγε χορεύτρια, απ’ το Χονγκ-Κονγκ, και τις νύχτες βιαζόταν να ξημερώσει, να δει αν είναι ακόμη πάνω του. Φοβόταν πως θα το σκάσει με τον Ποσειδώνα. Η γοργόνα του. Ένα τρύπημα του βελονιού, ένας βαθύς πόνος, σαν πυρετός. Μια στάμπα. Γυναίκας.
Νομίζεις πως αντέχω στον πυρετό; Δεν μπορώ να βλέπω άλλο τη σημαία να κατεβαίνει. Σιωπητήριο με Dylan – I want you.
Στο γυρισμό απ’ τη Σαντορίνη ήσουν αμήχανη. Έτσι όπως πρέπει να είναι αυτοί που πρόκειται να αγαπηθούν. Αν γράψω άλλο βιβλίο, θα σου αφιερώσω το κεφάλαιο του χειμώνα. Με Λιβαδειά, Αράχοβα, Δελφούς. Με διπλά στρώματα, παγωμένες λίμνες, χιονοδρομικά κέντρα. Το κεφάλαιο του καλοκαιριού θα λείπει. Έτσι. Από σεβασμό στους νεκρούς.
Έμεινε σε μια γωνιά το καλτσόν σου, σημαδεμένο από τους έρωτες. Κι ένα στρώμα δαπέδου, με ευχές. Σημείωναν στο ταξίδι τις νάρκες.
Πόσες φορές θα αναβοσβήσουν μέσα μου τα χιλιόμετρά του; Πόσες χιλιάδες φορές για να τελειώσει; Μέχρι να πάψω να θυμάμαι. Ένα κάρο σιωπές. Ένα κάρο έρωτες. Κι ένα κοριτσάκι που μοιάζει με το φεγγάρι. Απίστευτο.
Λιγοστέψαμε. Γίναμε τόσοι δα. Κομμάτια.
Όσο ακόμα εφημερεύει η αθωότητα, να μπορέσουμε. Τι; Καλύτερα μην το μάθεις.
Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας.
ΨΑΧΝΟΝΤΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
ΙΣΤΙΟΦΟΡΟ. Με τα πανιά του ανοιγμένα. Στο σαλόνι μου μια η Αμοργός, μια η Νάξος. Εμφανίζονται λιμάνια. Του μπλε. Ένα πρόσωπο μέσα στο πλήθος. Στα στενά ασβεστωμένα σοκάκια των νησιών. Σαν μυρωδιά από αγιόκλημα.
Ξεχειλίζει απ’ τα ηλιοκαμένα σώματα, τα πολύχρωμα σλίπινγκ μπαγκ, τους τρούλους των εκκλησιών. Αναδύεται από τις γλάστρες στα σκαλιά της εισόδου. Ούτε έρχεται, ούτε φεύγει. Το επιθυμώ.
Επιθυμείς τον άλλον γιατί ψάχνεις τον εαυτό σου. Αναζητάς τα σταθερά σου σημεία εκτός. Εκεί που δεν κινδυνεύεις πολύ. Και κινδυνεύεις περισσότερο. Γιατί η επανάσταση έγινε κόμμα. Η διαφορετικότητα, όργανο. Η εξαίρεση, αντιπολίτευση. Ο έρωτας, γαμήλια τελετή. Το σεξ, μαρκαδόρος. Η βία, τρομοκρατία της ομορφιάς. Η αγάπη, καριέρα. Επάγγελμα. Το καλοκαίρι τα θεραπεύει όλα.
Τι θα πει καλοκαίρι; Η εκδίκηση για τον χειμώνα που πέρασε. Φωτογραφίες από χθεσινά ηλιοβασιλέματα. Χαλαρές στιγμές στην άμμο. Πύργοι από μπύρες. Εσύ. Που κολυμπάς σαν ψαράκι. Γυμνή. And the living is easy. Σιγά μην είναι. Easy είναι μόνο τα τραγούδια των Curved Air. Το βλέμμα της Ευαγγελίας κάτω από ένα πεύκο. Τα παγωμένα νερά της Σερίφου. Απ’ τα αστέρια, η Μικρή και η Μεγάλη Άρκτος.
Το συνοψίζουν σε τρεις γραμμές, γιατί το φοβούνται. Το εγγράφουν σε εγχειρίδια. Σε αόρατους οδηγούς, με την εγγύηση του δημοσίου. Σε υπερχρεωμένες ελπίδες. Πρόκειται για διακοπές, λένε. Από τι; Από ποιούς;
Την ωραιότερη δήλωση για το καλοκαίρι την άκουσα απ’ τον Ανδρέα Παπανδρέου, στην Καλαμάτα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των κατοίκων της. Η πόλη είχε ισοπεδωθεί από τους σεισμούς. Εύχομαι αυτό το καλοκαίρι να μην τελειώσει ποτέ, είπε. Δίπλα του στεκόταν ο έρωτας. Η απαξία του προφανούς.
Πριν από ένα μήνα ήταν η μικρότερη νύχτα του χρόνου. Πέρασε. Αρχίζουμε πάλι να βαθαίνουμε στα σκοτάδια μας, ψάχνοντας για το καλοκαίρι. Να μετεωρίζουμε τη θλίψη στα μεταχειρισμένα αυτού του κόσμου.
Σήμερα. Στα 35α γενέθλια για την αποκατάσταση της δημοκρατίας. Συνεχίζουμε να αντικρίζουμε ιμιτασιόν θαύματα. Συνεχίζουμε τις φωτοτυπίες.
Γιατί το πρωτότυπο έχει χαθεί.
ΑΚΟΥΑΡΕΛΑ
ΔΕΝ ΓΙΝΟΤΑΝ να βγει έξω. Υπήρχε μόνιμη απαγόρευση. Μια φορά το μήνα, με πολύ προσοχή, πήγαινε μέχρι το σούπερ μάρκετ της γωνίας. Είχε εκεί μια γνωστή. Βάδιζε τοίχο τοίχο φορώντας ειδική συσκευή οξυγόνου. Η μόλυνση είχε προχωρήσει. Το κλίμα είχε καταστραφεί. Αν τον έβλεπε η περίπολος, θα τον είχε εκτελέσει.
Κάθε βδομάδα μοιράζονταν στα σπίτια τα δισκία επιβίωσης. Κάτι ανοιχτόχρωμα μπλε χάπια, στο χρώμα της θάλασσας, στήριζαν το ανοσοποιητικό σύστημα. Οι μαύρες στολές με τα ψηλά τακούνια τα άφηναν κάτω απ’ το χαλί της εξώπορτας.
Οι νεκροί ήταν χιλιάδες. Έπρεπε να φτάσει έως τη θάλασσα. Του είχαν πει ότι υπήρχε. Κανείς δεν την είχε δει. Δεν είχαν μπορέσει.
Άκουσε ξανά την περίπολο. Μάζευαν κάποιους νεκρούς. Κάποιους που είχαν επιχειρήσει να δραπετεύσουν. Είχε χαράξει στους τοίχους τούς χάρτες της πόλης. Τη διαδρομή που θα ακολουθούσε. Το σημείο που θα έπρεπε να βρισκόταν η θάλασσα ήταν κυκλωμένο με κόκκινο μαρκαδόρο. Υπήρχαν βελάκια που οδηγούσαν εκεί. Ήταν καιρός να είναι καιρός. Ήταν η ώρα.
Οι γαλότσες του βούλιαξαν δυνατά στη λάσπη. Πέρασε κοντά απ’ το αρχηγείο, ντυμένος θάμνος. Είδε την αρχηγό απ’ το θολό τζάμι. Γυναίκα. Όλες ήταν γυναίκες. Το είδος του είχε εξαφανιστεί. Δεν χρησίμευε πια ούτε για αναπαραγωγή. Τα λίγα παιδιά που είχαν απομείνει τα έστελναν σε αποστολές αυτοκτονίας. Τα έλεγαν ιδιόκτητα.
Ο αέρας τελείωνε. Υπήρχαν χάπια αναπνοής, δυσεύρετα. Είχε μπορέσει να εξασφαλίσει δύο. Με τη βοήθεια της φίλης στο σούπερ μάρκετ. Κατάπιε το δεύτερο και προχώρησε προς το δάσος. Κάποιο αεροπλάνο καιγόταν. Έφτασε στα ερείπια της εκκλησίας στο λόφο. Στο σύνορο της πόλης.
Από κάτω απλωνόταν η θάλασσα. Ατέλειωτη. Επικηρυγμένη. Την έβλεπε. Ένιωθε την ευεργεσία του ιωδίου. Τον θρίαμβο του μπλε. Τον κίνδυνο της αιωνιότητας.
Ξεκούρασε λίγο τα μάτια του στην εικόνα της και άρχισε να κατεβαίνει. Απόβραδο Ιουλίου και μια διαβολεμένη υγρασία του τρυπούσε τα κόκαλα. Η θάλασσα ήταν κοντά. Μπροστά του. Αυτό που έβλεπε ήταν αυτό που ονειρευόταν.
Στάθηκε όρθιος μπροστά στην αμμουδιά και προσπάθησε να καθίσει. Δεν γινόταν. Ήταν παράλληλη με το σώμα του.
Όταν πέταξε το ρολόι του στο νερό, εκείνο έκανε γκελ πάνω στη ζωγραφισμένη θάλασσα.
ΦΤΑΙΕΙ ΤΟ ΦΩΣ
Ο ΧΡΟΝΟΣ περνάει αργά. Ακατάστατα. Αν τον τακτοποιούσε κάποιος, θα εξαφανιζόταν. Αν κάποιο χέρι μάς τον παραχωρούσε ξαφνικά, θα σταματούσαμε να τον λατρεύουμε κι εκείνος θα πέθαινε από μοναξιά. Θα γινόταν αιώνιος – σαν τις επιθυμίες. Δεν γνωρίζουμε το τέλος του, γι αυτό συνεχίζουμε να τον πολιορκούμε· μέχρι να καταλάβουμε. Πώς μπορεί να καταλάβει κανείς τον χρόνο, αν δεν ζήσει πρώτα μαζί του;
Αν γινόταν να τον ζωγραφίσω, θα έκανα μια πέτρα που πέφτει στη θάλασσα. Μετά δεν βρίσκεται. Κενό. Ψάχνεις στο βυθό. Τίποτε. Πουθενά.
Θρυμματισμένος κόσμος. Θρυμματισμένοι άνθρωποι. Θρυμματισμένος λόγος. Ο Κάφκα είναι παρών. Μπορώ να πω λίγος. Μια δίκη άδικη. Ψάχνεις να βρεις τα κομμάτια που λείπουν. Τις πέτρες που έπεσαν στο νερό. Ζωή στον λήγοντα. Που κληρώνει. Κυνηγητό με τον χρόνο, κρυφτό. Κάποιος, όμως, πρέπει να τα φυλάει.
Σαν σήμερα, πριν από χρόνια, δυο μολυβένιοι σταυροί εμφανίστηκαν στον ουρανό. Έφεραν πάνω κάτω τον κόσμο και μετά έγιναν ιστορία. Είπαν πως επρόκειτο για αεροπλάνα, αλλά εγώ ξέρω καλά πως ήταν σταυροί που ζήλευαν το έδαφος. Και τα παιδιά ζηλεύουν τα παιχνίδια τους, μέχρι να τα βαρεθούν. Όλοι κάτι ζηλεύουν. Οι πιλότοι ζηλεύουν το φως γιατί θέλουν να το φτάσουν.
Μου έλειψαν τα μέρη που δεν πήγαμε. Θα οδηγούσα εγώ. Ένα αεροπλάνο, έναν σταυρό. Θα το συνέτριβα πάνω σου. Ψηλά, εκεί, στο χώρισμα των ποδιών. Τα χέρια μου είναι πια άνεργα. Κρεμασμένα στους ώμους, διακόσμηση. Άχρηστο αξεσουάρ. Σκηνικό περιοδεύοντος θιάσου. Είμαι ένας ηθοποιός που υποδύεται τον εαυτό του. Όμως σε χρειάζομαι.
Η πόλη ξυπνάει σιγά σιγά σε πουπουλένια στρώματα. Αστράφτει η πανοπλία της, μέσα σε συντρίμμια αεροπλάνων. Εσύ δεν ξέρω που είσαι. Που είσαι; Ένα παιδί τρέχει ανάμεσα στους νεκρούς. Τα σπίτια των ανθρώπων είναι από χώμα. Από μνήμη. Ασυναίσθητα βιογραφική.
Αύριο, ο στρατός των χαμένων θα επιστρέψει στις πρωινές αίθουσες για την καθημερινή διάλεξη. Αύριο, θα συνεχιστεί ο εμβολιασμός στην υποχρεωτική καθημερινότητα. Αύριο, θα έχουμε προχωρήσει όλοι μια ακόμη μέρα. Παραμένοντας ακίνητοι.
Και θα φταίει το φως.
ΑΓΕΛΑΣΤΟΣ ΠΕΤΡΑ
ΣΤΙΣ ΘΑΛΑΣΣΕΣ του κόσμου. Οι άνθρωποι κολυμπούν ακίνητοι. Νομίζεις ότι είναι σκαλισμένοι στο βυθό. Κανείς τους δεν μιλάει. Έχουν γίνει βοτσαλάκια. Μαζεύω μερικούς και τους βάζω στο βάζο· για να τους έχω. Ο ήλιος που καίει τους κάνει γυαλιστερούς. Ανυπόφορους.
Οικογένειες από πέτρες μεγαλώνουν κάτω απ’ τα μάτια μου, εργάζονται σαν τα μυρμήγκια. Θέλουν να αγοράσουν φωνή. Ούτε τους εαυτούς τους δεν μπορούν να χωρέσουν. Κρατάω το σπαθί. Όμως, καλύτερα να κόψω το χέρι μου.
Οι πέτρες δεν είναι ούτε καλές, ούτε κακές. Δεν έχουν ηθική, μνήμη, συνείδηση. Φορούν ένα δέρμα που το λένε σκληρότητα· για να τις προστατεύει. Είναι αγέλαστες. Λυπημένες. Άφωνες. Δεν θα συνηθίσω ποτέ.
Έκαναν χώρους για καπνιστές και δεν πρόβλεψαν χώρους επαφών, χώρους αγγιγμάτων. Οι επαφές απαγορεύονται.
Νύχτα στην Ιπποκράτους, οι άνθρωποι περπατούν μόνοι. Χωρίς σκιά. Πόσα χρόνια μοναξιάς; Εκατό; Όχι, αυτό είναι βιβλίο του Μάρκες. Πάντως, πολλά.
Ένας τυφλός προσπαθεί να περάσει τη διάβαση, δεν τον βοηθάει κανείς. Το άσπρο μπαστούνι του φωτίζει τη νύχτα. Χτυπάει το κράσπεδο. Τακ τακ, τακ τακ. Ένας περαστικός σκύλος που ψάχνει το ταίρι του τον ακούει και του γλύφει το πόδι. Θα τον οδηγήσει αυτός. Πώς είναι το εμείς στον ενικό;
Τα όρια ανάμεσα στη ζωή σου και στη ζωή για την οποία γράφεις είναι ασαφή. Όταν αρχίζουν και αποσαφηνίζονται, κάτι δεν πάει καλά. Ή η ζωή σου ή αυτό που γράφεις. Η νύχτα γδέρνει τον κόσμο, γδέρνει τα χείλη μου, γδέρνει το μέλλον. Επιβάλλει τον δικό της νόμο, του σκοταδιού.
Φεύγεις ή έρχεσαι; Χωρίς εσένα δεν υπάρχει χρόνος. Απόδειξη ζωής. Το κοντέρ μηδενίζει. Πώς μπορούν και ξεχνούν οι άνθρωποι την απόδειξη ότι ζουν; Γιατί έγιναν όλοι πέτρες;
Ένα παιδάκι περνάει από μπροστά μου, έχει μεγάλα φωτεινά μάτια που χωρούν μέσα τους την αγάπη του κόσμου. Θα μου πεις γιατί είμαστε μόνο στιγμές; Είμαι μικρούλι ακόμα, δεν ξέρω, μου απαντά.
Κι εγώ είμαι μικρούλι, αλλά όχι ακόμα. Πια. Είμαι μικρούλι πια.
Ο καιρός των μεγάλων πέρασε.
Θα με πάρεις μαζί σου;
ΕΙΔΕΣ ΠΟΤΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ;
ΣΕ ΟΛΑ τα κείμενα της νύχτας βρέχει. Όπως στις ταινίες του Ταρκόφσκι. Όταν εμφανίζεται η βροχή, η ανθρωπότητα χάνεται μες στα ρείθρα. Τα ξεβαμμένα από την καθημερινότητα σώματα ξεβάφουν ακόμη περισσότερο. Κανείς δεν θέλει αυτό που μπορεί. Όλοι θέλουν το παραπάνω. Τα δάκρυα γίνονται αόρατα. Πως μπορώ να κλάψω όταν κάθε μέρα καταστρέφουν τα μάτια μου;
Ένας ολόκληρος κόσμος σταγόνων τα πολιορκεί, τα αγγίζει με τις τούφες του. Πολύγλωσσος, πολυνίκης – η βροχή είναι αήττητη. Ξεπλένει τους έρωτες που ηττήθηκαν, τους δείχνει τον τρόπο να αποτύχουν. Κατακτά όλους τους τίτλους και τους αφήνει στην εξέδρα να μουσκεύουν.
Δεν υπάρχει μία βροχή, αλλά ένας λαός βροχών, λέει ο Μαρτέν Παζ, στο δοκίμιό του Περί βροχής.
Κοιτάζω ψηλά, ένα φεγγάρι παίρνει ρεύμα για να φωτίζει συνέχεια, ανάβει τα πρόσωπα των νεκρών που περνούν. Η βροχή τα σβήνει. Κοροϊδεύει τη νύχτα. Πέφτει σε κάθετες, διαφανείς λωρίδες. Θέλω να φυλάξω μερικές στη τσέπη μου, αλλά λειώνουν. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ποτέ;
Πάνω στη παλάμη μου έχει μείνει τώρα ένα ρυάκι. Το φυσάω με όλη μου την αναπνοή, το ζεσταίνω, προσπαθώ να το διατηρήσω στη ζωή.
Αυτό κυλάει. Και χάνεται.
Το τζουκ μποξ της νύχτας παίζει τραγούδια που έχουν σχέση με τη βροχή: November rain. Have you ever seen the rain. Rain and tears. Λάμπουν όπως το νερό πάνω στα αυλάκια του βινυλίου.
Ανοίγω τα χέρια μου για να υποδεχτώ τον στρατό των γραμμών που επελαύνουν, τους διαφανείς νάνους με την υγρασία στα μάτια που αυτοκτονούν ένας ένας. Τους αγκαλιάζω, περιορίζω την πτώση τους. Τα τραγούδια τελειώνουν.
Ξαφνικά, έχω χιλιάδες νεκρούς που κολλάνε στο μπλουζάκι μου, γλείφουν τα χείλη μου ζητώντας βοήθεια. Πέφτουν, δεν θα ξανασηκωθούν ποτέ.
Φιλάω τη βροχή για τελευταία φορά, πεθαίνει μέσα στα χέρια μου. Νε με κιτ πα. Σκηνές αποχαιρετισμού. Πότε θα’ ρθεις να πάρεις τη βροχή από πάνω μου; Το σώμα μου γέρασε δίχτυα. Κολυμπάω στην υγρασία του, σε αυτό που υπήρχε πριν γίνω σώμα. Πρόκειται για δυστύχημα των σταγόνων, οι λαμαρίνες τους έχουν στραπατσαριστεί. Από δω κι από κει, περισσεύεις εσύ. Εγώ, ακρωτηριασμένος. Διαμπερής.
Δεν υπάρχουν πια άνθρωποι. Καταστράφηκαν από τότε που ήμουν παιδί.
ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΚΟΚΚΙΝΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Ο ΠΑΦΛΑΣΜΟΣ της ήταν αδιόρατος. Σχεδόν βουβός. Όταν αντίκρισε αυτό το βαθύ κόκκινο, του ήρθε στο νου ο ιριδισμός που κάνει το φως που πέφτει σε μια σκοτεινή τρύπα. Το περίεργο ήταν ότι αυτό το χρώμα είχε τη δική του αναπνοή. Αδύνατη στην αρχή, επιταχυνόμενη στο τέλος. Η ταχυπαλμία του κόκκινου διέσωζε μια περιοδικότητα που τον ξάφνιαζε.
Την ώρα που βούτηξε το δάχτυλό του μέσα στη ζεστή μπογιά, αισθάνθηκε σαν ζωγράφος που προετοίμαζε πυρετωδώς το μεγαλύτερο έργο του. Δοκίμασε λίγο το χρώμα στη γλώσσα του – ή ήταν αίμα; Άγγιξε τις πτυχώσεις του μια μια, ακούμπησε κάθε ζωή του ξεχωριστά. Είδε μια ασυνήθιστη παλίρροια να παρασύρει τα μάτια του. Αναγκάστηκε να τα βγάλει. Χωρίς μάτια θα μπορούσε να το κοιτάζει καλύτερα.
Άφησε αυτή τη μικρή θάλασσα να τρέξει πάνω στα χέρια του. Τα έβαψε. Μύρισε το ιώδιό της, άνοιξε και έκλεισε πολλές φορές τη σιωπηλή σπηλιά όπου κατέφευγαν οι πειρατές. Οι παράνομοι ήρωες και οι θαυμάσιοι εαυτοί.
Υπήρχαν όλα τα είδη των ψαριών – για την διαιώνιση του είδους. Όλα τα τροπικά κοράλλια. Ένα μαλακό πλαγκτόν σκέπαζε σαν κουρτίνα την επιφάνειά της. Από κάτω γυάλιζε επικίνδυνο το νερό.
Παραμέρισε με τους δείκτες των χεριών του τους διαφανείς ρόζους για να δει τον πυθμένα. Βρήκε μερικά βιβλία του Σαίξπηρ. Το τελευταίο άλμπουμ του Ίγκυ Ποπ. Κάποια γράμματα του Κάφκα. Τις ερωτικές επιστολές του Χένρι Μίλλερ στην Αναίς Νιν. Ένα πίνακα του Σαγκάλ. Το σενάριο μιας παλιάς ταινίας του Βέντερς.
Η ποίηση ήταν σχεδόν συνυφασμένη με το δέρμα της. Κάποιοι κόκκοι της θύμιζαν Λόρκα. Πήρε μερικούς στα δόντια του και πρόβαλε το φεγγάρι. Ζήτησε αίμα γιατί οι άνθρωποι το άφησαν έξω απ’ το σπίτι τους. Γιατί θέλησαν να βγάλουν το φως απ’ τη ζωή τους. Ζήτησε ένα ματωμένο νυφικό, ένα ματωμένο γάμο. Μια κόκκινη απόδειξη έρωτα. Αυτό, που έβγαινε μέσα απ’ τη θάλασσα, σαν οιωνός αρχαίος.
Πήρε τη θάλασσα και την έφερε σπίτι. Την ακούμπησε στο σαλόνι του. Της έβαλε να ακούσει Σοπέν για να ηρεμήσει, την κοίμισε μέσα στα χέρια του. Σαν μωρό. Ήπιε κάποιες γουλιές της. Χανόταν και μούλιαζε σε αλμυρά νερά, πνιγόταν σ’ ένα βαθύ κόκκινο. Κάθε που έβγαζε το κεφάλι του έξω να αναπνεύσει, έπρεπε να κολλήσει το στόμα του στο δικό της· για να σωθεί. Ο αέρας που ερχόταν απ’ τα νερά της ήταν ζωής.
Θα έμενε διασωληνωμένος μαζί της. Το ήξερε. Θα έμενε στον βυθό της για να βγουν στην επιφάνεια. Θα την σκέπαζε με το κόκκινο σώμα του.
Θα άκουγε το φεγγάρι που ζήτησε αίμα.
ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΘΥΜΑΤΑΙ ΟΝΟΜΑΤΑ
Ο ΚΟΣΜΟΣ ήταν αγορασμένος. Γύρω του κούρνιαζαν νυσταγμένες οι οικογένειες. Ανακάτευαν μια φωτιά χαλασμένη. Με το ένα τους μάτι γυάλινο, τις ραγισμένες τους αγκαλιές στο τζάκι, τα εξασθενημένα, χωρίς ζωή, χνώτα. Τα σπίτια όλα ήταν από χειμώνα. Γυναίκες με κόκκινα, λυπημένα μαλλιά και άντρες ακατοίκητοι που έγερναν σαν άγνωστα τοπία. Παιδιά ξεκοιλιασμένα. Σε σχήμα σταυρού. Δεν μπορούσε κανείς να δει το στολισμένο τους πρόσωπο.
Οι ψυχές, ένας πόλεμος. Να καταργηθεί το φτηνό ύφασμα, το άβουλο μέσα. Όταν. Είπε, να ενωθούμε και πέθανε. Σκαλισμένος έως το κόκαλο, χωρίς να θυμάται ονόματα.
Τη νύχτα μεταμορφώθηκε πάλι σε ένα ακάθαρτο δέρμα. Θα ζήσει ξανά. Τα σβηστά είχαν πάλι ανάψει. Ρουφηγμένος και καταποντισμένος – υπήρχε ακόμη καιρός. Η ματιά του χρειαζόταν στρεβλώσεις. Του άρεσε να απεχθάνεται την πραγματικότητα.
Οι γωνίες του σώματός του ήταν σιδερωμένες με φως. Ανελέητο φως και του αρκούσε. Στο κρεβάτι, ο σιδερένιος δεσμός. Τυφλός γίγαντας, με τα χέρια δεμένα. Όταν κοιμόταν πάνω του ένιωθε ελαφρύς. Όλος.
Περνούσαν οι μέρες και γιατί. Πετούσαν με τα ορθάνοιχτα μάτια τους. Σ’ ένα πηχτό, γνώριμο, αδιαπέραστο χρώμα. Μέσα απ’ τα ξεκούμπωτα ρούχα τους, η ομορφιά. Θα μπορούσε να σκοτώσει γι αυτήν. Αλήθεια. Θα μπορούσε να διαλυθεί.
Από το στόμα της έβγαινε ίσια στον ωκεανό. Βαφόταν με κάτι τεράστια λέπια και μπορεί. Μόνο εκεί γινόταν να κατοικήσει. Φυτεμένος στον ουρανίσκο της. Σκεπασμένος από σάλιο, καθώς εμίκραινε. Όλο εμίκραινε. Σαν κερί που κάποτε τελειώνει.
Ήταν περισσότερο το τοπίο εκεί; Περισσότερο αυτή η εκπληκτική σιωπή; Θα ξεπερνούσε αυτό που φαινόταν για να γίνει πολίτης του αφανούς.
Ένιωθε εξουσιοδοτημένος. Σπαρμένος στην επιφάνεια της γης. Τον κρατούσε με πείσμα να μην βυθιστεί. Σαν νησί. Ο ήλιος το αναγνώριζε και συμφωνούσε. Του έβαζε την παραλία στα χέρια.
Θα στέκει από μια γωνιά, σ’ ένα ανθισμένο καιρό. Με ή χωρίς. Σε ένα καταυλισμό των σωσμένων. Δεν θα έχει λέξεις να πει, ιδέες να γράψει. Θα παίρνει εκείνο το παλιό λεωφορείο για τη θάλασσα. Θα αποβιβάζεται πάνω στα πρόσωπα των ανθρώπων. Θα τον αντέχει ο πρωινός ήλιος, θα χαμογελά μυστικά. Θα ανακατεύει τη λίμνη μέσα της.
Ό,τι υπήρξε, θα υπάρξει ξανά Κάθε τι είναι απόσπασμα. Η μοναξιά του οριακού.
Και το οριακό δεν θυμάται ονόματα.
ΝΑ ΣΤΡΩΝΕΙΣ ΤΑ ΣΕΝΤΟΝΙΑ ΜΕ ΞΥΡΑΦΑΚΙΑ
ΟΣΟ ΠΑΕΙ, απομακρύνεται. Σαν καράβι. Σε λίγο θα φαίνεται μόνο ο καπνός των φουγάρων της. Η σκόνη που σκεπάζει τον ουρανό μοιάζει με ακτινογραφία. Κανένα λιμάνι στον κόσμο δεν μπόρεσε να δέσει ποτέ κανένα πλοίο. Σε μερικούς ανθρώπους αρέσει να τα κοιτάζουν να φεύγουν, αναβοσβήνοντας τα φωτάκια τους. Ολοκληρώνονται μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία φυγής. Μέσα απ’ αυτό που αδιανόητα και αδιάλειπτα θα λείπει. Ακόμη κι όταν το χεις μπροστά σου, ένα μέρος του θα επιμένει να λείπει. Ή να παραμένει αθέατο.
Γίνεται να κρατήσουμε τις σιωπές σε κουτιά; Αν ο χρόνος τους είναι σχετικός, αν η αποθήκευσή τους σε ντάνες, φακέλους, συρτάρια μνήμης, εξυπηρετεί το άγνωστο μέλλον, τότε δεν μπορεί να υπάρξει διάρκεια στο παρόν. Κονταίνουμε το παρόν για να το εμποδίσουμε να συμβεί; Ή για να το βοηθήσουμε να τελειώσει; Μήπως το μόνο που κάνουμε είναι να μην το αντέχουμε;
Μιλάει συνεχώς για τον απόηχο και χάνεται o ήχος. Όταν δεν βλέπεις και δεν ακούς, το μόνο που σου μένει είναι να μιλάς.
Η κουζίνα είναι βρώμικη, από κάπου ακούγεται μια βιόλα. Το άλμπουμ της Καραΐνδρου. Πλένω με μανία τα πιάτα, γδέρνω τον έρωτα. Μέσα μου φυτρώνουν παράθυρα. Τις νύχτες να στρώνεις τα σεντόνια με ξυραφάκια. Να θυμάσαι να πετάς τα σπασμένα γυαλιά στο πάτωμα και να χορεύουμε. Θέλω να νιώθω το κόψιμο αυτού που υπήρχε. Χωρισμός. Λέγε.
Οι άνθρωποι ερωτεύονται για είκοσι μέρες, προσπαθώντας να στριμώξουν εκεί είκοσι χρόνια. Κόβονται για περισσότερα. Συζητούν. Μετά νομίζουν ότι μιλάνε γι αυτό που υπήρξε. Το τιμούν. Δεν καταλαβαίνω. Το ποίημα του Αναγνωστάκη καταλαβαίνει. Με βοηθά. Τόση ήσουν.
Σάπια αισθήματα στο ψυγείο. Σε ληγμένες κονσέρβες. Μιας εβδομάδας, δυο, τριών. Να καθαρίσουμε γιατί βρώμισε. Όταν ανοίγω την πόρτα με παίρνει η μπόχα. Η αρρώστια. Δεν λιγοστεύει η σιωπή. Όσο και να κοιτάς.
Το δωμάτιο είναι γεμάτο αίματα. Σοκολάτες. Θα σου βγάλω τα μάτια και θα τα κάνω ηλιοβασίλεμα. Να φανούν οι εκσκαφές στην Ελευσίνα. Εσύ να λες τις λέξεις: βαθύ, απόηχος, ματιά. Διαφορετικού πολιτισμού. Αγάπη. Να λες: μαζί, όλον, ουσιαστικά. Να τις απαγγέλλεις, όπως τα ποιήματα. Να τις εκφωνείς, καταστρέφοντάς τες. Εννοώντας τες με το αντίθετο νόημα. Λέγε.
Δεν είναι ότι δεν έμαθα. Έμαθα. Να πλένω τα χέρια μου πριν φάω. Να ξεχωρίζω την ανακύκλωση στα σκουπίδια. Να ονομάζω το σκοτάδι από το φως. Να ακουμπάω τους άλλους και να βάφω τα χέρια μου.
Οι λέξεις πάντα σημαίνουν. Για πολλούς αυτό που φοβούνται περισσότερο. Για άλλους, αυτό που είναι ανίκανοι να βιώσουν γιατί θα γκρεμιστούν.
Δεν υπάρχει κακό που να μου κάνει κακό. Πια. Έγιναν όλα.
Τα υπόλοιπα είναι Θεός.
ΕΞΙ ΜΗΝΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ
ΘΑ ΠΑΕΙ να δει πίσω. Να κοιτάξει τα πράγματα που άφησε να μυρίζουν στους τοίχους. Θα έχει φυτρώσει γκαζόν εκεί που περπάτησαν. Να μιλήσει στο φωτιστικό της κουζίνας, να το καθησυχάσει. Θέλει να πάει με το σώμα να δει εκεί που κατάγονται τα χρώματα. Χρώμα είναι ό,τι αθαύμαστο προεξέχει.
Βαδίζει αργά, αφήνει χώρο στο χάλασμα. Όταν ανοίξει την πόρτα θα τον βρουν τα μεσάνυχτα. Τα κλειδιά δεν ταιριάζουν. Χάδια. Σε βαθμό κακουργήματος. Αγκαλιές. Κρέμονται απ’ τις καρέκλες, σαν παλιά ελαιοτριβεία. Δεν θα μπει στην κρεβατοκάμαρα, εκεί μια κόκκινη θάλασσα. Εκεί, σταυροί – πιστεύεις στους χωρισμούς; Δυο χωριστοί.
Έχει περάσει καιρός. Φοβάται μη τον πετύχει ο θάνατος. Σκελετοί φυτρωμένοι στο χώμα. Κρασί, πετσέτες, για τα κόκαλα. Κασελάκι. Δεν θα μπει εκεί που το τέλος και οι τάφοι. Επέζησε.
Επαληθεύτηκαν τα λόγια που έλεγαν για τους λυπημένους, σαν συγκλονισμένοι χρησμοί έπεσαν και βάρυναν πάνω του. Αύριο 15 Αυγούστου, να πάει να ανάψει κερί.
Ξεκίνησε από πριν και με τον φόνο τον καταδικασμένο των ανθρώπων. Να κινηθεί προς αυτό που ονομάζεται ζωή. Αυτό το τρομαχτικό, θεόρατο θαύμα που να τολμήσει να ζήσει κανείς. Κλείνουν με τις παλάμες τα μάτια τους για να μην κατευθυνθούν προς τα κει που λέγεται ότι μυρίζει ζωή. Και τρομάζουν γιατί φορούν μαύρα για να υποκρίνονται το πένθος που στερούνται ζωή. Τρομαγμένοι να κλείσουν γρήγορα τις χαραμάδες, μην προλάβει και μπει αυτό που ονομάζεται ζωή.
Ξεκίνησε να κατευθυνθεί και μετέωρος. Απαγορευόταν να μπει εκεί που η αρχή του ήταν το τέλος. Του φάνηκε πως αναγνώρισε τη ζωή. Ήταν η ανατριχιαστική αντανάκλαση μιας μεγάλης επιθυμίας. Δεν αρκούσε να σταθεί απέναντι στο καθρέφτη. Έπρεπε να τον σπάσει και να περάσει μέσα του. Να συναντήσει τα φαντάσματα που τον κατοικούν και να τα σκοτώσει.
Τον έσπασε. Έσπασε. Τα αίματα έκαναν μια λίμνη που μαζεύτηκε τρυφερά στα πόδια του. Κόκκινη λίμνη και την ήπιε, την άντεξε μέσα του να βάφει.
Μετά προσπάθησε να θυμηθεί όλες τις λεπτομέρειες. Με σκεπασμένο το πρόσωπό του. Είδε την πόρτα να πέφτει, σαν σκηνοθετικό υλικό απ’ το «Dogville». Μέσα ο εσωτερικός χώρος άστραφτε σαν ράχη ψαριού.
Καθάρισε τα λέπια και άρχισε να βρέχει άπληστα βλέμματα. Ξεπατώθηκε το χρυσάφι τους, πάει. Σώθηκε απ’ το κοίταγμα και έπεσε σαν παλιά στέγη. Κατέρρευσε πάνω του. Την ώρα ακριβώς που είχε αρχίσει να έχει νέα του και ο ουρανός κατέβαινε να τον συναντήσει. Την ώρα που ήθελε τη ζωή ολόκληρη, να τιμωρηθεί.
Η διάρκεια του ονείρου βασίζεται σε ένα λάθος βλέμμα. Ο λάθος τόπος θα σταματούσε να είναι. Θα συσκεύαζε όλο το σπίτι στο μυαλό του να είναι κλειδωμένο. Να μη μπει ποτέ ξανά σαν ρίζα εκεί. Να μη μπει ποτέ ένα λάθος σπίτι στο μυαλό του.
Γι αυτό έσπρωξε την πόρτα. Και τα είδε όλα. Με ορθάνοιχτο πρόσωπο.
Είδε το σπίτι να λειώνει σε σταγόνες, σχηματίζοντας μια λίμνη. Κόκκινη, ανάμεσα στα λαμπαδιασμένα πόδια του.
Καμία νύχτα να μην χωρέσει. Αυτή την εικόνα.
Ποτέ.
Η ΑΓΑΠΗ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΗΤ(Τ)Α
ΕΙΝΑΙ μια γυναίκα. Σαν αιτία που κολλάει σταυρόλεξα κι όλο ακυρώνει. Το λίγο φως που υπήρχε πριν το έκανε σπίτι και εκεί. Γεννούσε πεθαμένες ιστορίες σαν εντόσθια.
Αργά εκατέβαιναν μέσα τα θαύματα: Η αμίλητη αγωνία της αγάπης. Η ακοίμητη πάλη με το σκοτάδι. Ο τρόμος της καθαρής όρασης. Δεν θέλει να δει. Οι εντός κορυφές είναι σαν τις ψυχές: Μπορείς να κρεμαστείς για λίγο από πάνω τους, αλλά δύσκολα τις αντέχεις.
Φοράει μάσκα και από κάτω άλλη. Μετά άλλη. Άλλη. Το πρόσωπό της σαν πούδρα, δεν βρέθηκε ποτέ. Μόνο φλούδα, άδειο προκαλούσε. Και ξοδευόταν στον αέρα επίσημα. Χωρίς χλωρίδα και πανίδα ζωής.
Πήγε και ήρθε και σταμάτησε κι όπως τα άλογα γονατίζουν να συναντήσει το περαστικό φως. Πάνω σε σπέρμα από σοκολάτα αμύγδαλο. Ένας απαθής θρίαμβος με φυλαχτά ήταν κρεμασμένος απ’ το λαιμό της. Και βάραινε. Με φόντο την Ακρόπολη όλο βάραινε. Σαν μουσική πολυκαιρισμένης όπερας.
Οστρακωμένη πάνω στο χρόνο, πέτρα σκληρή. Σισύφεια. Μόνο η λύπη μετακινούσε και γυάλιζε σαν αρπακτικό με τρομερές συνέπειες. Θα την έλεγες χωρίς ζωή, σκισμένη.
«Για να γράφεις όπως ακούς μουσική, όπως ψάχνεις δίσκους, όπως οδηγείς, όπως χορεύεις». Και έκανε. Δύο άσσοι ενός κουτσού μήνα, σαν άδεια, παγωμένα πόδια, τον είχαν υποδεχτεί. Γενέθλιος μήνας. Οριστικός. Που βράδιασε ζωή μέσα σε μια κάρτα.
Τώρα περπατάει στη γη, με ανάγλυφο βήμα. Ό,τι βαδίζει, αποτυπώνεται. Σε όλη τη μετά ζωή θα υπάρχει αυτό το πρόστυχο βήμα που ζει. Θα υπάρχει στη σιωπή.
Η νικημένη δούλα που πεθαίνει την αγάπη στη φωλιά της. Να ζει στη σιωπή.
Ήθελε να διπλώσει τον πόνο της και με τον τρόπο αυτόν που ξεκληρίζονται όσοι πιστεύουν ότι η αγάπη. Ενώνεται. Λες και είχε ανοίξει κάποια βουβή τρύπα και μέσα εκεί χυνόταν σαν λύπη. Αυτός έμπαινε για να ζει και τη σκεπάζει.
Εκεί σαν σε σπάνια αρρώστια αγωνίζεται. Και διαταράσσεται η τάξη του κόσμου και σκορπίζεται, αλλά με μια περίεργη εμμονή. Και επιμένει αγάπη. Γιατί διαμέσου των άλλων ανθρώπων συνεχίζεται ο θάνατος του ανθρώπου.
Θα έρθει όμως ο καιρός που το τέλος. Και ο κόσμος αυτός θα περάσει με τη λύπη καρφωμένη στα μάτια του. Αλλά με πλούτο πολύ. Πάνω στο γυμνό δέρμα θα πατήσει ο καινούργιος να κολλήσει και έτοιμος από μαρτύριο θα αφοσιωθεί.
Παρουσιάζεται και συνεχώς ξημερώνει. Μέχρι η αγάπη. Μια δίκαιη ανάμνηση στο κορμί του. Η νύχτα. Ποτέ άλλοτε τέτοια ήττα να διεκδικεί τον καινούργιο κόσμο με τη λευκότητά της.
Απέναντι, ένας καθρέφτης απλώνεται σαν μοίρα. Θα απαλλάξει τα γεγονότα απ’ το χρέος τους. Τους ανθρώπους από αυτό που εξακολουθεί να σημαίνουν. Θα διατηρήσει το ίδιο όνομα σε άλλο σώμα. Θα συνεχίσει να έχει αυτή την περίεργη εμμονή να επιμένει αγάπη.
Θα συνεχίσει.
Και η νίκη αυτή θα γράφεται με ήτα.
ΛΑΘΟΣ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
ΕΙΜΑΙ ένας παλιός άνθρωπος. Σκουριασμένος. Μέσα μου εξέχουν κάτι παλιοσίδερα νύχτες, λαθραίες συναγωγές. Με ελάττωμα αγάπης. Όταν ανοίγει ο δρόμος μπροστά και ταξιδεύω, νιώθω συγγενής των πουλιών. Πετάω πολύ και φοβάμαι.
Ασκώ το επάγγελμα του παρατηρητή, του δοκιμαστή, του διακοσμητή της πραγματικότητας. Φοράω ένα μετέωρο σώμα. Του κόσμου. Της φωλιάς των ανθρώπων.
Μερικές φορές το μυαλό μου γεμίζει ερείπια – απομεινάρια βυζαντινής περιόδου. Στην άκρη του μια αρχαία βρύση, με κεφάλι φιδιού, στάζει τη λύπη. Για ό,τι πέρασε, ό,τι δεν ήρθε, ό,τι δεν θα αρχίσει ποτέ.
Το σπίτι μου είναι από πέτρα. Επειδή μ’ αρέσει να φεύγω, το κουβαλάω στη πλάτη μου συνέχεια. Ο μυς του λαιμού μου είναι κατεστραμμένος. Κολλάω όπου έχει φως, σαν κουνούπι.
Η κατάρα του ταξιδευτή είναι να κυνηγάει το φως. Το φως αρρωσταίνει τα μάτια του, στοιχίζει σε φωτιές το μυαλό του, γεμίζει με επικίνδυνο καύσιμο τη ζωή.
Παλιές μουσικές. Ένα πιάνο, ένα ακορντεόν. Μια βιόλα. Μια πνιχτή φωνή. Μέσα στον καπνό. Ανάβει σαν καντήλι. Εδώ κι εκεί, ο πλακόστρωτος δρόμος. Τα βήματα. Τα σημάδια απ’ τις ρόδες του χρόνου.
Σαν άμμος κυλούν από τα δάκτυλά μου τα γεγονότα. Κάθε φορά και άλλη κλεψύδρα. Διαφορετική. Σημασία έχει να τρέχει κανείς. Όποτε χωρίζω απ’ τη μνήμη, αισθάνομαι ότι έχω προδώσει τη μοίρα μου.
Πολλές φορές, όταν κοιμάμαι, χάνω το ένα μου πλευρό. Στη θέση του βρίσκεται μια γυναίκα. Έχει δημιουργηθεί απ’ αυτό. Οφείλω τα πάντα στο πλευρό μου.
Από τη χαλασμένη αυτή τρύπα μπαίνουν και βγαίνουν τα φαντάσματα. Τα υποδέχομαι με τιμές. Βαπτίζονται στο αίμα μου, αποκτούν ονόματα. Μετά πεθαίνουν. Είμαι αναγκασμένος να ζω μαζί τους, όσο ζουν. Τυραννισμένος.
Όταν μιλώ, ανησυχώ για την προστασία της σιωπής. Ο λόγος δεν θα είχε μέλλον χωρίς αυτήν. Έχω επτά μπερδεμένες πατρίδες μέσα μου. Κάθε μία με τη δική της σημαία. Το δικό της πολίτευμα. Τις περισσότερες φορές δεν αναγνωρίζω καμία. Είναι ο τρόπος μου για να συνεχίσω να τις ψάχνω.
Μικρός είχα φριχτές απορίες για την δημιουργία του κόσμου. Έπαιζα με τα χώματα των αυλών. Με κομμένα τα μανίκια απ’ τα μπλουζάκια μου προσπαθούσα να γίνω λουλούδι.
Αναφέρομαι συχνά στον ήλιο και τη θάλασσα γιατί είμαι βαμμένος με αυτά. Είναι τα χρώματα του πολέμου μου. Έχω μια αμμουδιά στο πρόσωπό μου και λίγα κύματα παρακάτω. Όταν φυσάει πολύ, κλαίω. Προετοιμάζομαι έτσι για τον καταυλισμό των γενναίων.
Τις νύχτες, διπλωμένος στα μαύρα σεντόνια μου, όταν σωπαίνουν οι ώρες, γυρνάω όλα τα ρήματα στην Παθητική. Από τα μάτια μου συνεχίζουν να τρέχουν οι εικόνες του κόσμου: Σαν ισχυροί σεισμοί μιας απερίγραπτης καθημερινότητας.
Αν βρω τον τρόπο να τα βγάλω, θα απαλλαγώ.
ΑΛΛΙΩΣ
ΚΑΘΕ νύχτα έρχεται μέσ’ στα άγρια σαξόφωνα και προστίθεται στο κρεβάτι μου. Με το άσπρο σεντόνι του φόβου χιονισμένο στο κορμί της. Η παγίδα ενός αγγλικού γιου περιμένει στην άκρη του. Μια αύρα από κλεμμένα τριαντάφυλλα είναι κλειδωμένη στη μύτη της. Έρχεται με παλιές μονοκατοικίες και θυμωμένα ενοικιάζεται πάνω στον ξεφλουδισμένο τοίχο μου. Σαν επείγουσα είδηση. Παγωμένη. Τα χείλη της, ξεβαμμένα ποτάμια. Ρηχά.
Βλέπεις εκεί; Αυτό το αίμα είναι δικό μου. Ένα έκτακτο δελτίο καιρού τρέχει από τα μάτια της. Να αφήσουμε τα όνειρα στα τελάρα τους, λέει. Να κάνουμε πικ νικ στα γεγονότα. Ακούς; Ακούω.
Θέλει να εξηγήσει όσα δεν έχουν ανάγκη εξήγησης και τους στερεί τη γοητεία. Ακυρώνει τη μαγεία τους πριν εμφανιστούν. Μια υπερβολή φωνηέντων είναι κρεμασμένη στο στήθος της. Την επιδεικνύει σαν ακριβό κολιέ. Μιλάει.
Γύρω γύρω, η δύναμη που δεν έχει ο άνθρωπος. Η δύναμη. Που δεν μπορεί.
Γιατί το μόνο που μπορεί να μιλήσει ο άνθρωπος είναι αυτό που δεν μπορεί να αλλάξει. Ως πολίτης του εαυτού του, να χαλάσει το ήδη χαλασμένο. Καταδικασμένος να φαίνεται με αυτό το λαμπρό ξεγέλασμα των ματιών. Αν δεν αφήσουμε τη σιωπή να αλλάξει το θέαμα του ανθρώπου, δεν θα γίνει ποτέ ο κόσμος αθέατος.
Μπροστά στο παράθυρό μου εκτυλίσσεται ο παγωμένος χρόνος. Όλα τα στιγμιότυπα έχουν παραγραφεί. Είναι σα να βλέπεις μια παλιά κινηματογραφική μηχανή να γυρίζει. Δεν προβάλλεται τίποτε. Τα υγρά απ’ το φιλμ έχουν στεγνώσει. Ακόμη και η διάχυση του φωτός, αυτή η διάσημη δέσμη κενού αέρα, έχει χαθεί.
Έχω την εντύπωση ότι ο ίδιος ο χρόνος είναι μια θυσιαστική ζώνη.
Ο θάνατος, τόσο συχνός και ακάλεστος, έχει μετατρέψει τους θεατές σε αγάλματα που παρακολουθούν τη ζωή μου. Βαδίζω με χαμηλά βήματα. Σχεδόν επιπλέω. Και να ήθελα να υπάρξω αλλιώς, δε γίνεται. Είναι τόσα τα μάτια του ουρανού πάνω στη πλάτη μου που φτάνουν έως το αίμα.
Η βιογραφία του ανθρώπου είναι το αίμα. Που τον πολιορκεί.
Κοιτάζω αυτό που μοιάζει με ζωή. Αυτό που κάποτε θεώρησε ότι μπορεί να αντικαταστήσει τη ζωή, ότι είχε τις δυνατότητες να εξελιχθεί σε ζωή. Κοιτάζω αυτό το μεταμφιεσμένο, υγρό πράγμα που υποδύεται τη ζωή, που έχει προστεθεί στη ζωή της και κάνει τη ζωή. Στο κρεβάτι μου το σεντόνι είναι τσαλακωμένο. Από το παράθυρο οι νεκροί συνεχίζουν να περνούν.
Μοιάζει με Δευτέρα Παρουσία, αλλά δεν είναι. Είναι ο ανάποδος όρος, το αντίστροφο νόημα, η αντίθετη κίνηση αυτού που ονομάζεται ζωή. Κλείνω τα μάτια και την ακουμπώ. Είναι νεκρή, παγωμένη, ακίνητη.
Έχει γίνει συνώνυμη του θανάτου.
ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΕΘΑΝΕ
ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ του αυτοκινήτου αναβοσβήνει ένα πακέτο τσιγάρα. Είναι σαν να εισέρχονται όλα σε τούνελ – μόνο το πακέτο φωτίζεται. Η κίνησή του έχει δυο χρόνους. Ακολουθεί τον ρυθμό της μουσικής που ακούγεται. Οι νότες είναι οι μοναδικές ερωμένες που παραμένουν. Σαν παγκόσμιες γκέισες, άπιστες στο αναντικατάστατο της στιγμής.
Μετά τον κόσμο, απώλεια φωτισμού. Φωτογραφίες του μαύρου. Προχωράς στο σκοτάδι, επιβεβαιώνοντας ότι βλέπεις. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος του τσιγάρου συνεχίζεται σε όλη τη διαδρομή. Το μονόπρακτο του πακέτου μοιάζει με αποχαιρετισμό.
Μπαίνουμε νικητές στις πόλεις. Μπαίνουμε. Πρώτο πληθυντικό, ενεστώς. Ο μυελός του χρόνου κάνει μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. Επιχειρεί να κρατηθεί από κάπου. Καθώς γλιστρά, γίνεται μνήμη. Λήθη, πριν, κάποτε. Τότε που.
Ο άνθρωπος που είμαι είναι γεμάτος πατημασιές. Τα μάτια μου φυλλορροούν πουλιά. Σκαρφαλώνουν σε ένα κλειστό πλάνο που είναι δέντρο. Από κει με καλούν. Με καλούν τα μάτια μου. Το πρόσωπο. Ένα τζάμι, εξώπορτας. Πεταμένο. Από μέσα η ψυχή κωπηλατεί. Ο χρόνος αγνοείται.
Κάτω απ’ τη φούστα σου έρχεται αργοπορημένη η θάλασσα. Μια χούφτα άμμος κινείται στις παρυφές της. Μεσίστια, υποταγμένη. Θέλω να την αγγίξω. Να την ανοίξω στα δυο και να περάσω από μέσα της, όπως ο Μωυσής. Χορεύετε; Μόνο από πόνο, αλλά τώρα θα χορέψω από χαρά.
Σου έδωσα λίγη βροχή. Την άφησα στο κουτί, δεμένη με μπλε κορδέλες – πού βρήκα τη βροχή δε θυμάμαι – αλλά μαρμάρωσε μέσα σου, και προχωρήσαμε μαζί μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα. Με τις επιθυμίες μακροσκελείς, να περισσεύουν απ’ τα σώματα μας. Σαν μουσικές εθισμένες.
Θα σπρώξω τον χρόνο να πέσει. Να πάψει να κολλάει γεράματα και να γίνει ένα σπασμένο αυγό στα μαλλιά σου. Εκεί θα γεννηθεί ο νέος Χριστός, αφροδίσιος, κίτρινος απ’ τον ήλιο και σαν μελάτο φιλί, έτοιμο να στάξει, θα ενωθεί.
Μοναδικό φόρεμα η σάρκα. Να το σκίσεις. Την άλλη φορά να ρθείς με σκισμένο φόρεμα και τα μάτια γυρισμένα ανάποδα, σαν κόκκινες βελόνες σε πυρκαγιά. Και με ανοιγμένες τρύπες παντού να βάζεις το φως, εκεί που αλλάζουν οι ζωές, τρομακτικά περίπλοκες και καθηλωμένες.
Στο τζάμι το πακέτο έχει μεγαλώσει. Τα τσιγάρα έφτασαν το μέγεθος του υαλοκαθαριστήρα και τον ξεπέρασαν. Το φεγγάρι έσκυψε τη μύτη του, όπως σκύβει ο εκσκαφέας στα ερείπια, και χάθηκε πίσω από τα κομμένα σύννεφα. Το τετράδιο καλλιγραφίας του ουρανού ήταν γεμάτο. Σάπιο πορτοκαλί. Ο Θεός δεν θα είχε που να γράψει.
Για μια στιγμή νόμισα ότι όλα τα κεραμίδια των σπιτιών χύθηκαν πάνω μου και με έθαψαν. Δεν ήμουν εγώ. Το κορμί σου δίπλα μου σα να χόρευε.
Ήταν όπως το ήθελα: Σκισμένο, σε πυρκαγιά, με ανοιγμένες τρύπες παντού. Έτοιμο να στάξει.
Πάμε να γεννηθούμε αλλού, σου είπα. Ο χρόνος αυτός πέθανε.
ΤΑ ΜΑΥΡΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ
ΚΑΠΩΣ έτσι μπορεί να άρχισε. Απ’ το τέλος. Το καράβι πήγαινε και αυτός. Μιλούσε μελωδισμένος. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του. Το ρίσκο του έρωτα είναι αλύπητο. Είχε ρίξει μια κουβέρτα στα πόδια του, αντί να αλλάξει πόδια. Αντί να φορέσει άλλα πόδια, μακρύτερα. Προτίμησε να τα σκεπάσει. Να μη φαίνεται ύπνος. Άκουγε τη φωνή του. Αισθανόταν το χνώτο της. Τις λέξεις να σπάνε φεγγάρια στη γλώσσα του. Ήθελε να δώσει τον πόνο αλλού. Να τον μεταβιβάσει. Πριν.
Που ήταν; Αυτό που είχε ζήσει έπρεπε να το πει τώρα. Για να το ξαναζήσει. Να το ακούσει πάλι να λέγεται. Είχε ανάγκη να δει εκείνο το γάλα να τρέχει στο στήθος της. Και να λέγεται. Να κάθεται πάνω στις ανατριχιασμένες θηλές. Σαν μαργαριτάρι. Και να το γλείφει. Έβλεπε το ανασηκωμένο δέρμα μπροστά του να θέλει να βγει. Ένα πελώριο κόσμημα. Μίλαγε. Μόνο μίλαγε. Καθισμένος στο αναπηρικό καροτσάκι του.
Ο Θεός ήταν αύριο. Ένα κομμάτι της χαλασμένης ομορφιάς στεκόταν με δυσκολία στα πόδια του. Της μίλαγε με κατεύθυνση προς τα μέσα. Το μοναδικό κοινό ήταν ο εαυτός του. Μιλούσε εκ μέρους του. Με αφορμή το εγώ. Αυτός ο ίδιος: «Τελικά η υποχρέωση είναι εκείνη που γεννά την αγάπη ή η αγάπη κρύβει μέσα της την υποχρέωση»; (1) Τον κοίταγε με το μίσος του έρωτα. Ήταν ένας νικημένος στρατός που είχε μαζέψει τις σημαίες του κάτω από μια κουβέρτα.
Όταν ανακαλύπτεις την ακραία στιγμή της ζωής, πρέπει να την βαδίσεις. Μέχρι το κορμί να ρημάξει από εξάρτηση. Από κρυμμένη ειδωλολατρία. Και έγινε λάφυρο.
Κολύμπησε τον εαυτό του. Τον στράγγιξε. Έως τον βαθμό της μαγείας. Έως εκεί που σιχαινόταν να συνεχίσει. Η λογική είναι ένα αποτυχημένο παράδειγμα. Μια ανάπηρη δύναμη, πολλές φορές.
Τι είναι αρρωστημένο; Η μεγαλειώδης πρόβα, η τεράστια αποχώρηση, η υπέρτατη σκηνοθεσία; Του τέλους. Αυτός. Ανάπηρος, από υπερβολική δόση ζωής.
Του χάιδεψε τα μαλλιά. Σήκωσε ελαφρά το φουστάνι της – μια βροχή θανάτου. Το παγκόσμιο τραύμα της γης. Κατέκλυζε το πρόσωπό του. Βάλε να πιω. Άνοιξε το. Το αποτύπωμα του θεού γυάλιζε πάνω στη γλώσσα του. Οι δυνατότητες των υγρών είναι τρομακτικές. Όπως η αλήθεια.
Κάπως έτσι μπορεί να τελείωσε. Από την αρχή. Καθισμένος στο καροτσάκι του, με περισσότερη περιουσία ποδιών από όλους.
Με φώτα παντού.
Στόμα σε λύσσα.
Φρίκη.
Χτυπήματα σφυριού.
Μέσα στα μάτια.
Ζωή.
(για την ταινία του Ρομάν Πολάνσκι, Τα μαύρα φεγγάρια του έρωτα, βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του Πασκάλ Μπρυκνέρ)
—————————————————–
(1) Μαρία Χρονιάρη, Εκεί που αλλάζω ζωές.
.
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑNΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ (2010)
106 ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
(1)
ΕΝ ΑΡΧΕΙ ΗΝ ο ρόλος. Μετά η θάλασσα τα σκέπασε όλα.
(2)
ΖΗΣΑΜΕ κάποτε πολυτελώς, με τις παραλίες στα μάτια. Μεταναστεύαμε συνεχώς δυτικά, κολλώντας στα τετράδια μας τις αποδείξεις. Ένα, δυο, τρία, περνούσαν τα χρόνια και ο καιρός, αιωνίως Ενεστώτας, με τα κλαδάκια του, επειγόταν να μεγαλώσει μαζί μας, να προλάβει να χαμηλώσει πριν έρθει η ώρα του.
Όταν η σχολική χρονιά τελείωσε, κάψαμε τις σελίδες των τετραδίων και τις θάψαμε στο προαύλιο. Έπειτα κάψαμε τα μάτια μας, τις πλευρές, τα υπόλοιπά μας. Δυο κούτσουρα έμειναν κάτω από την άδεια μπασκέτα, δίπλα στο βρεγμένο σκάμμα της γυμναστικής, που θύμιζε την πλατεία Ερμούπολης. Δυο κούτσουρα. Βαμμένα απ’ τον ήλιο. Πάνω από ένα τάφο.
Αυτή τη φορά το διάλειμμα ήταν επ’ αόριστον.
(3)
ΣΤΟΝ ΑΛΗΘΙΝΟ έρωτα δεν υπάρχει ντροπή@ η ψυχή σκεπάζει το σώμα. Υψηλές θερμοκρασίες αναπτύσσονται – ένας ήλιος ναυαγοσώστης. Οι χειμώνες έχουν αποβληθεί.
Μετά, απλώς κουράζεσαι να είσαι νεκρός. Να ταξιδεύεις με πεθαμένους.
(4)
ΚΙ ΟΥΤΕ θα μάθει ποτέ κανείς, ότι κάτω απ’ το μπαλκόνι της Άνδρου, εκείνα τα γενέθλια βράδια στο Μπατσί, δυο σώματα που έβλεπαν γαλάζιο τον εαυτό τους, έκαναν παρέλαση χτυπώντας τα μαξιλάρια τους, ανάμεσα σε πατημένα καπέλα και ένδοξα άδικα.
Έψαχναν τραυματιοφορείς, για να μεταφέρουν, όπως του άξιζε, το τέλος μιας αδημοσίευτης σχέσης.
(8)
ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ πάντα το πρόσωπό σου – ένα βατερλό των ματιών. Δέρμα που τσακίζει, όπως σελίδα βιβλίου που σκοπεύεις να επανέλθεις. Τα φρύδια σηκωμένα – στον ουρανό. Η δικαιολογία του στόματος είναι η αλήθεια. Στο κέντρο του σαγονιού είναι ζωγραφισμένη μια ελιά. Κάθεται μόνη της εκεί, από τότε, από τώρα, από πάντοτε@ σαν κράτος που εγκατέλειψαν ξαφνικά οι πολίτες του.
Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί ήταν ένα πρόσωπο ημιτελές που έμεινε στα μπετά όταν όλα τα διπλανά είχαν πουληθεί. Ήταν όμορφο, νυχτερινό, απόκρημνο – ένας τόπος εξαντλητικής νηστείας. Μια οστεώδης κατάνυξη από αμαρτίες και αγιότητες. Και τα μάτια: Δυο καισαρικές τομές, κάτι ανεπαίσθητες κορυφογραμμές φωτός. Καταιγίδες. Ο χειρουργός πρέπει να ήταν τρελός. Κανείς ποτέ δεν τους έδωσε σημασία.
Θα θυμάμαι πάντα το πρόσωπό σου γιατί μου φέρνει στο νου τη θάλασσα. Έτσι θα το θυμάμαι πάντα: Ανεξάντλητο.
(16)
ΤΑ ΣΤΗΘΗ σου έχουν βαρύνει απ’ το γάλα: Δυο πέτρινα ζάρια ριγμένα πριν χρόνια υπέρ της μητρότητας@ σαν πελώρια βέλη στο μεταξωτό πρωινό. Η ιστορία τους είναι εύθραυστη, από κάπου εξέχει ένα ουράνιο τόξο. Μοιάζει με χαρταετό.
Αν του πω που είσαι, θα λιώσουν και τα επτά χρώματα. Εκεί στη Χαλκίδα, μέσα σ’ ένα κουβά άχρηστα διαλυτικά. Αφημένο στο δωμάτιο με τις αθλητικές εφημερίδες.
(18)
ΣΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ συναντιόμαστε πάντα στο ίδιο καφέ. Έξω βρέχει καρεκλοπόδαρα. Μου μιλάς, αλλά δεν ακούω τίποτα. Στα όνειρα δεν έχεις ήχο. Επειδή το βλέπω στα εγγλέζικα δεν υπάρχουν ούτε υπότιτλοι. Την άλλη μέρα το όνειρο συνεχίζεται στα γαλλικά. Αυτό το πρόβλημα με τις γλώσσες κάνει το στόμα σου να με φοβίζει.
Μοιάζει με Βαβέλ.
(24)
ΕΡΧΕΣΑΙ καμιά φορά – σπάνια, αλλά έρχεσαι – μεσάνυχτα περασμένα. Δίνεις μία στη πόρτα και μπαίνεις· όπως τότε που επιστρέφαμε φωτεινοί με τα πλοία στα λιμάνια. Κάθεσαι ήσυχα στο κρεβάτι μου και με κοιτάς. Ένας σπασμένος καθρέφτης λάμπει ανάμεσα στους ώμους σου, εκεί που παλιά ήταν το πρόσωπό σου. Βλέπω μέσα τον επίλογο του εαυτού μου. Άρχισα να γερνάω και έχω αποκτήσει άλλες συνήθειες. Κόβω το τσιγάρο, κόβω σελίδες απ’ τα βιβλία μου, κόβω τα νύχια μου κάθε τόσο. Προσπαθώ να κόψω δρόμο ξανά. Εσένα στάθηκε αδύνατον να σε κόψω. Τόσα χρόνια έτρεμε το χέρι μου κάθε που πλησίαζε το νυστέρι. Κι ακόμα βρίσκομαι εδώ και σου μιλάω – δεν έχει σημασία που είναι η φωτογραφία σου – και ρωτάω τα νέα σου, και σου λέω οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν, καταργώντας ο ένας τον άλλον. Δεν ακούς.
Σκέφτομαι ότι για να έρχεσαι, δεν είχες φύγει ποτέ. Πως γίνεται όμως να ξεπορτίζουν νυχτιάτικα οι φωτογραφίες;
(25)
ΕΓΩ τις φωτογραφίες τις προτιμώ αδέσποτες. Και ξενυχτισμένες.
(26)
ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ γεμάτα δάχτυλα. Το στόμα σου, μια αρμαθιά γλώσσες. Λαχανιάζαμε στα στρώματα. Ανεβαίναμε σκάλες. Μπήγαμε τα νύχια μας στο χρόνο, τον κάναμε να πονά. Χιλιάδες φορές. Η αλήθεια τελείωνε. Σαν βενζίνη.
Αργούσαμε.
(27)
Η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι μια έννοια που ζει λίγο· μέχρι να την ξεκουμπώσεις, να παραμερίσεις το εσώρουχο που καλύπτει το σώμα της. Μέχρι να την δεις να καίγεται, καθ’ όλα ψεύτικη, μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου.
(34)
ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ να είχα κρατήσει ημερολόγιο των δεκαετιών που άλλαζαν συνεχώς μέσα σου, σαν κινηματογραφικές πόζες. Να μην είχε περάσει απαρατήρητη αυτή η προσχηματική γοητεία του χορού που πότε έβγαινε μπροστά για να εισπράξει το χειροκρότημα και πότε πισωπατούσε, από φόβο μήπως χάσει το βήμα της. Το «Dance me to the end of love» ακουγόταν αγνώριστο, είχαν αφαιρεθεί τα βιολιά, και τα σκληρά κιθαριστικά σόλο που τα αντικατέστησαν έστηναν ένα παράλογο σκηνικό. Είχαν παρεισφρήσει στο κέντρο του επαναλαμβανόμενου ρεφρέν και σημάδευαν με την κάνη τους χαμηλά, εκεί, στο ξεκίνημα των γεγονότων. Το βαλς παρέμενε σκοτεινό. Ανάρμοστο.
(46)
ΠΡΟΣΘΕΤΩ αγάπη στις λέξεις μου, εσύ λέξεις στην δική σου. Συνεχίζεις να την τυλίγεις σε κανόνες, κουτιά, γραμματικούς κώδικες. Προσπαθείς να επωφεληθείς απ’ την περιεκτικότητά της κι εκείνη αραιώνει, αραιώνει, αραιώνει. Είναι σα να ρίχνεις συνεχώς παγάκια στο Jameson.
Εγώ συνεχίζω να σε πίνω χωρίς παγάκια, χωρίς συνοδευτικά. Όταν μεθάω, στερεώνεις τον εαυτό σου στον τοίχο και γίνεσαι πίνακας.
Σ’ αγαπώ, μου λες. Κι εγώ σ’ αγαπώ. Ε, και;
(52)
ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΖΩ δεν ήξερα. Ήξερα όμως ότι για να ζωγραφίσεις, χρειάζεται πρώτα να αγοράσεις καινούργια μάτια. Με τρομερές κόγχες, αισθητήρες βολβούς, καλώδια αρτηρίες. Χρειάζεται αντί για πινέλα να χρησιμοποιείς τις βλεφαρίδες σου. Σου έλεγα, θυμάμαι, να τις μακρύνεις και να τις βουτάς στη ζωή. Να συνηθίσεις αντί για χρώματα, να ζωγραφίζεις με σάρκες. Σου έλεγα ότι πρέπει να μπαίνεις στον πίνακα ξυπόλητη για να φαίνεται στο ξύλινο πάτωμα ο ιδρώτας απ’ τις πατούσες σου.
Να διακρίνεται καθαρά ο λεκές της ζωής.
(58)
ΑΠΟ τους Δελφούς, κάτω χαμηλά, η θέα της Ιτέας μοιάζει με τεράστια τούρτα από κόκκινη σαντιγί. Δυο παχιές στρώσεις ζελέ, φώτα, αρκετά αστέρια. Ο αρχαίος Παράδεισος ανάβει σαν λαμπάδα μπροστά στην υγρότητα των ματιών μας. Δεν είμαστε άντρας και γυναίκα πια. Είμαστε ένα unisex είδος που ενώνεται στη ραφή. Ένα διάσημο άγγιγμα, καθώς οι άγγελοι πέφτουν ακόμα.
(79)
ΜΙΑ ΠΛΩΤΗ ΠΟΛΗ ταξιδεύει μέσα μου, με μυρωδιές πεύκων και αγκυροβολημένα καράβια. Η έκτασή της πιάνει όλο το σώμα μου και πολλές φορές το ξεπερνάει. Ξεπηδούν παλιά καφενεία από παντού, πλατείες περισσεύουν από τα χέρια μου, βγάζουν το κεφάλι τους έξω απ’ το πλάνο@ θυμίζει πίνακα του Τσόκλη. Την έχτισα με κόπο όταν σε συνάντησα με σκοπό να μεταφερθούμε εκεί στα γεράματα. Χωρίς προκυμαία. Για να μην μπορούν να μας επισκέπτονται οι άλλοι.
Κάθε μέρα μεγάλωνα την αυλή της. Τοποθετούσα όλο και ψηλότερους δοκούς τριγύρω, έκοβα τα σκοινιά – με μια σκιά θλίψης, είναι η αλήθεια – πριόνιζα την είσοδο που πια ξεπερνούσε το ύψος του στήθους μου. Ήταν η ύπαιθρος του μυαλού μου.
Όταν τα συνεργεία διάσωσης εγκατέλειψαν, η μουσική απογοητεύτηκε και σταμάτησε. Η πόλη έσταζε απ’ τους τοίχους. Το προστατευτικό αστάρι του χρώματος είχε χαθεί. Σαν ένα καλλυντικό που έληξε.
Όλα τα διαθέσιμα σώματα ήταν εντελώς απρόθυμα να χωρέσουν μέσα τους μια υποβρύχια πόλη, που χάθηκε κάποτε στη διάρκεια μιας εγκυμοσύνης.
(84)
Σ’ ΑΓΑΠΩ. Ποτέ κανείς δεν προσπάθησε να πει τόσα πολλά λέγοντας τόσα λίγα. Ποτέ άλλοτε μια προσωπική αντωνυμία και ένα ρήμα στην ενεργητική φωνή δεν ρήμαξαν τόσο την ιστορία της γραμματικής.
Διέγραψε μόνο τις στάσεις των κορμιών μας απ’ το μπλοκάκι. Δεν θέλω να θυμάμαι τον αριθμό σου. Δεν θέλω να περπατάω άλλο με ένα Π.
(95)
ΔΕΝ ΒΡΕΧΕΙ ΠΙΑ. Αγοράζω τη βροχή σε κουφέτα και τα τοποθετώ με προσοχή σε στρατηγικά σημεία, κάτω από την μοκέτα του σαλονιού. Είναι λευκά, αλλά μέσα τους περιέχουν όλο το μαύρο της γης. Αν τα πιέσεις, θα πεταχτεί. Από μακριά μοιάζουν με σαλιγκάρια.
Βλέπεις; Έχω πάντα βροχή όταν σε χρειάζομαι. Κι ας λείπεις. Ας έχεις καιρό να φανείς.
(103)
Η ΑΓΑΠΗ πέφτει σε νιφάδες. Τη σκεπάζω με το σάλι μου.
.
ΓΙΑ ΟΣΟ ΡΟΚ ΑΝΤΕΧΕΙΣ ΑΚΟΜΑ (2005)
Ένα μουσικό παραμύθι για μεγάλους
1
ΑΠΛΑΝΗ ΠΑΝΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ, ακόμα ορφανά, στη σκιά των αιολικών ήχων αυτού του άσπρου νησιού, ακόμα επιμένουν να γεννοβολούν αδιάκοπα λέξεις πειρατές, με σημαίες και χρώματα ναρκωτικά οραμάτων, στις ταβέρνες των φίλων και στα καπηλειά της παλιάς Χώρας, κι ύστερα ψαράδες, λαχανιασμένα γέρικα σκαριά, να διηγούνται θαλάσσιες ιστορίες ζωντανών θρύλων και κει κάτω, πλατεία Αγίου Αρσενίου, εσύ, ντυμένη λευκή πεταλούδα με κρίνους φιλιά, να με κοιτάζεις στα μάτια σαν σε όνειρο που χλόμιασε, ξεβάφοντας πάνω στο τζιν μας κόκκινα χρώματα, ενθύμια της φωτιάς.
Και να επανέρχεται, κάθε φως φεγγαριού, εκείνη η αρχαία οσμή ελευθερίας που όποτε ήθελε το γύριζε σε σκλαβιά.
Και να’ ναι η μουσική, μουσική παράφορη, ανακατεμένα ρεφρέν, ολιγόλεκτη, καμπή στην απουσία του χρόνου που έγινε ξαφνικά αιώνιος ή μια τόσο δα στιγμούλα – πώς να είσαι σίγουρος; – του χρόνου που άπλωνε ξαφνικά στρώμα ελαστικό και μεγάλωνε και ξάπλωνε τα σώματά μας και μέτραγε μπύρες κουτάκια αγκαλιές και μέθαγε στο Μάλαμα, μαλαματένιες νύχτες μεταμφιεσμένος σε έρωτα.
Κι ύστερα πάλι ψαράδες, έρωτας, και παραλίες λευκές, και πάλι οι λέξεις ανάπηρες, άνυδρες, ματάκια στην άμμο που κόλλησαν και χρυσίζουν καθώς τα βρέχει το κύμα. Κι ακόμα, ένα δελφίνι αφημένο στον καιρό, μια παρτίδα σκάκι παρατημένη στη μέση, ένα ζευγάρι αιώνιων Γερμανών, ένα ηλιοβασίλεμα καρφωμένο με δύναμη στη μέση του κάμπου της Γλυφάδας.
Κι ένα τσουβάλι χαρές.
Παρόλα αυτά, – άκουσες σήμερα τα νέα; – στο Φιλότι εκσυγχρόνισαν τις καρέκλες κι έμεινε το πλατάνι μας μια παράταιρη μουτζούρα στον ουρανό, μια φράντζα πάθους να επιμένει μέσα στον εκμηδενισμό που ερχόταν. Κι έμεινε το λιμάνι τρεις καφετιές λωρίδες κομμένο και σβήστηκαν – άκου να δεις – τα χνάρια μας μέσα στα έργα ανακατασκευής.
Απλανή πάντα βλέμματα, ακόμα θολά, και μουσικές εκείνου του άσπρου νησιού που έκαιγαν τις νύχτες, τσιγάρα αναμμένα φωτιές και ξοδεύαμε τα κορμιά μας παράφορα, Καστράκι – Τρίποδες ένα λεπτό ελάχιστο, απόγευμα Ιουλίου. Ραντεβού συνωμοτικά, ανταλλάσσοντας σώματα στις γωνίες, τα ανοιχτά χαμόγελα ενός παρελθόντος που είναι τόσο παρόν, όσο μέλλον μπορεί να είναι και η αναφορά σε χρόνια παρελθόντα.
Εκεί πρώτη φορά ένας κόκκος δέρματος ξύπνησε τόσες επιθυμίες.
Τόσες επιπλέον οσμές. Τόσα διαφορετικά χρώματα.
Μόνο μέσα σε τόση αρμονία μπορεί να παρεισφρήσει τόση αρρώστια σαρκική, μόνο μέσα σε τέτοια γενεσιουργό χημεία μπορεί να ξεπορτίσουν όλοι οι μαθηματικοί τύποι και να το βάλουν στα πόδια έντρομοι.
Κι ακόμα, φως και σιωπές και δειλινά, τόσα όσα ποτέ, και φωνές, ενδείξεις ζωντανές μιας ζωής που βρέθηκε κάποτε να ακροβατεί στη μέση του Αιγαίου.
Τόσα αγέννητα παιδιά που τώρα θα ‘χαν γίνει κέδροι, ψηλώνοντας μαζί με τον χρόνο πάνω στην άμμο στο Πυργάκι, πλάκα στην Πλάκα τα πρωινά και μαύρο πίσσα κατράμι, διαγωνισμός, ποιος απ ‘τους δυο θα ‘ναι στο τέλος ο πιο σκούρος. Ανάμεσα στους αγίους, η πιο άγια Παρασκευή των ημερών της εβδομάδας, μια χούφτα ασβέστης, εκκλησιά και μια σκισμένη εικόνα από πίσω, σημείωμα.
Νάξος, μερικά χρόνια πριν, της Νικολέτας, γενέθλια νήσος των ποιητών, Ινδιάνικο φυλαχτό κρεμασμένο στο στήθος και μουσική των ματιών ισόβια, χωρίς φτιασίδια, χωρίς εμάς, συνεχίζει σήμερα να αιωρείται στη μέση του Αιγαίου, χορεύει ροκ πάνω στο φτερό του καρχαρία, φορώντας κάτασπρο νυφικό στολισμένο από κιθάρες.
( Νάξος blues)
4
ΣΕ ΠΑΡΑΓΓΕΛΝΩ στον ύπνο μου κρυφά και σε βλέπω όνειρο που χρειάζεται επειγόντως μοντάζ. Όλα είναι λάθος, μα κυρίως το χρώμα. Κάτι έχει. Δεν μπορώ να καταλάβω ούτε απ’ τους υπότιτλους. Λάθος γλώσσα, λάθος σειρά. Κακοεστιασμένα γράμματα που τρεμοπαίζουν.
Εσύ, φλου, αρχίζεις σιγά σιγά να ξεθωριάζεις. Παντού με κυνηγάνε σκορπιοί.
Φαίνεται πως ο μόνος τρόπος για να μετράς τις αλλαγές των εποχών είναι οι χωρισμοί. Μετράω σε γυναικεία ονόματα τις εποχές που η κάθε μία τους εκπροσώπησε, τα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν κατά την διάρκεια των σχέσεων μου μαζί τους, ξεχωρίζοντας χρονικές περιόδους. Στο τέλος σε ανακαλώ πάντα, μάλλον δεν γίνεται αλλιώς. First cut is the deepest.
Είναι κάτι σαν παιχνίδι που περιμένεις υπομονετικά τη σειρά σου για να παίξεις. Όταν επιτέλους αυτή έρθει, ο χρόνος έχει εκπνεύσει. Χάνεις δικαίωμα συμμετοχής και τους δυο επόμενους γύρους. Λάθος timing.
Το timing δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Aπό την μέρα που έφυγες. Μέχρι που ξαναγύρισες με άλλη μορφή, ίδια όνειρα.
Νιώθω την ανάγκη να νιώθω ότι συμβαίνει κάτι διαρκώς, ακόμα κι όταν δεν συμβαίνει πραγματικά, ακόμα κι όταν δεν συμβαίνει γύρω μου τίποτα.
Τι συμβαίνει όταν δεν συμβαίνει τίποτα; Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να περιμένεις υπομονετικά τη σειρά σου για να παίξεις. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να περιμένεις να εκπνεύσει ο χρόνος, να χάσεις δικαίωμα συμμετοχής και τους δυο επόμενους γύρους.
Αφήνεις τον χρόνο να κυλήσει αργά πάνω σου σα νερό, χαζεύοντας τα υπόλοιπα. Κρατάς μόνο τα καρέ. Τα στιγμιότυπα της παρέλευσης.
Έτσι κι αλλιώς η ζωή θα περάσει όπως έχει μάθει αυτή. Με τον δικό της απρόβλεπτο τρόπο. Η ζωή ξέρει. Να προσφέρει στιγμές μαγείας, κλάσματα πόνου, σπόρους αιωνιότητας.
Κρύβομαι στη συλλογή μου με χιλιάδες βινύλια, μαζεύοντας υλικό για επόμενα βιβλία. Στο στερεοφωνικό μου περιμένουν όλες οι πόλεις που ονειρεύτηκα. Κάθε δίσκος κι ένα λιμάνι, κάθε τραγούδι και μια πόλη γυναικών.
Ούτε μια σαν κι εσένα.
Στις πόλεις είσαι Βερολίνο, στους δίσκους Lou Reed. Θα μπορούσες να ήσουν και Νέα Υόρκη με J.J.Cale. Ή Μόναχο με Nektar. Ή Λονδίνο με King Crimson. Ή Δουβλίνο με Thin Lizzy. Ή Βαρσοβία με David Bowie. Ή Σαν Φραντσίσκο με Jefferson Airplane. Ή Άμστερνταμ με Golden Earring.
Αν ήσουν Λίβερπουλ, θα ήσουν σίγουρα με πολλούς, κυρίως όμως με την Suzanne Vega, χάρις σε εκείνο το εκπληκτικό της κομμάτι «Ιn Liverpool» από το 99.9FA του 92. Σε όλα τα τραγούδια είσαι το «Do You Love Me» του Nick Cave.
Μάλλον είσαι όλες οι πόλεις όταν τελειώνει μια εποχή. Όλα τα τραγούδια όταν τελειώνει ένας έρωτας. Όλες οι εποχές όταν τελειώνει ένας δίσκος.
Τι κάνουμε όταν τελειώνει ένας δίσκος; Όταν το ενοχλητικό σκρατς σκρατς που κάνει το διαμαντάκι της βελόνας πάνω στην στρογγυλή πλαστική επιφάνεια προσπαθεί να σου υπενθυμίσει την αναγκαιότητα αλλαγής του;
Τον ξαναβάζουμε απ’ την αρχή για να αποστηθίσουμε τα μέρη που διέφυγαν της προσοχής μας; Μένουμε εκεί ακίνητοι να παρακολουθούμε την βελόνα του πικάπ να σέρνεται άτσαλα στο αυλάκι και συνεχίζουμε να καπνίζουμε;
Τον ρίχνουμε νευρικά στον φάκελο, ψάχνοντας βιαστικά την σειρά του στα σκονισμένα ράφια της δισκοθήκης μας; Δεν βρίσκουμε το εξώφυλλο;
Θα ασχοληθούμε ξανά μαζί του, θα χρειαστεί ποτέ να επανέλθουμε σε κάποιο στίχο, να ακούσουμε ξανά το μέρος της κιθάρας που μας διαπέρασε σαν ηλεκτρικό ρεύμα;
Οι απορίες μου θυμίζουν λίγο τον ήρωα του Χόρνμπυ στο Hi Fidelity, μόνο που εγώ δεν έχω δισκάδικο. Η σχέση μου με το ροκ εν ρολ υπήρξε πάντοτε μια ευθεία αναφορά στη σχέση που ήθελα να έχω μαζί σου.
Ό,τι κι αν έκανα πάντα ξαναγύρναγα σε αυτό.
Η προκλητική αισθητική του δημιούργησε την διακεκαυμένη ζώνη που πυρακτώθηκε η εφηβεία μας. Έβαλε το νερό στο αυλάκι. Στην ανταρσία αυτής της εφηβείας και αυτής της μουσικής οφείλονται όλα τα μικρά ή μεγάλα πράγματα που καταφέραμε να πετύχουμε. Κι όλα όσα δεν μπορέσαμε.
Ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα, η πρώτη γροθιά, το πέρασμα απ’ την κόλαση του εαυτού μας. Μετά ήρθες εσύ. Πολύ μετά. Και ξαναήρθες.
Χωρίς γροθιά, χωρίς κόλαση, χωρίς ροκ. Χωρίς καν λόγια.
Με σιωπές. Με ανοιγμένα πανιά και μάτια καλειδοσκόπια.
Μέσα τους είδα μια ολόκληρη γενιά να αντηχεί και να αναβοσβήνει τα φλας της σα συναγερμός τραγουδώντας το «Aqualong». Να φωνάζει κρεμασμένη στα κάγκελα του Πολυτεχνείου συνθήματα κατά του κράτους. Να ψάχνει την χαμένη της ταυτότητα τρώγοντας ξύλο σε διαδήλωση μπροστά στην Αμερικάνικη Πρεσβεία. Να κηρύσσεται παράνομη, έκπτωτη, απούσα, την στιγμή ακριβώς που προετοίμαζε την δική της εν θερμώ αντίδραση. Να κλαίει μεσάνυχτα σε σταθμούς τρένων και λεωφορείων φορώντας ακουστικά που έπαιζαν δυνατά το «Sympathy For The Devil». Να πετάει αντικαταθλιπτικά στην τουαλέτα τραβώντας με λύσσα το καζανάκι. Να απορεί στους κάθετους δρόμους της Πατησίων κρατώντας στα χέρια της σακούλες από το Metropolis. Να τρώει ένα σάντουιτς στα δύο. Να ξοδεύει τα δέκα της τελευταία ευρώ αγοράζοντας μεταχειρισμένους δίσκους απ΄ την Ηφαίστου. Να παίζει σκάκι προσπαθώντας να εκδικηθεί την βασίλισσα της γιατί έκανε σερ τον Jagger. Να επισκέπτεται ψυχίατρο. Να πίνει μπύρα λαθραία στα βραχάκια του Λυκαβηττού. Να ακούει Sex Pistols, «My Way», μεσάνυχτα στον υπόγειο του Θησείου χαραμίζοντας τις γροθιές της στον αέρα. Να κοιτάζει τις μέρες στα μάτια και να τις βλέπει όλες Σαββατοκύριακο. Να πληγώνεται γιατί δεν μπορεί. Να μην μπορεί γιατί πληγώνεται. Να μην μπορεί να πληγώνεται γιατί δεν μπορεί. Να μην μπορεί. Να πληγώνεται. Να μπορεί. Να μένει μόνη. Να επιζεί μόνη. Να νιώθει μόνη.
Μόνη. Μόνη. Μόνη.
Όσο ένα ακυκλοφόρητο τραγούδι των Stiff Little Fingers σε μια chill out συλλογή.
Η Άννα είπε χθες ότι όλοι όσοι ασχολούνται με το ροκ είναι άγριοι. Μα, η ομορφιά, άγρια δεν είναι;
13
ΤΑ ΠΑΛΙΑ ΧΡΟΝΙΑ Ο ΕΡΩΤΑΣ θεωρείτο κάτι σαν φυματίωση. Μια ανίατη αρρώστια απ ‘την οποία υπέφερες πολύ και στο τέλος πέθαινες, τώρα απλά μένεις μισός. Με την πάροδο των ετών, την άνοδο του βιοτικού επιπέδου και την εξέλιξη της ιατρικής, ο έρωτας παρέμεινε μεν αρρώστια, αλλά πλέον αρκετά παιδική, έμοιαζε περισσότερο με στάδιο που έπρεπε να περάσεις για να μπορέσεις να ωριμάσεις, να εξελιχθείς και να μεγαλώσεις φυσιολογικά. Κάτι σαν την ανεμοβλογιά, μόνο που τα σημάδια της δεν ήταν εμφανή, τα στίγματα που άφηνε ήταν φυσικά κόκκινα και πολλά, αλλά εσωτερικά.
Υπήρξε μια μεταβατική περίοδος που ο έρωτας έπαιζε το ρόλο του άσθματος, χρειαζόσουν σπρέι για να κυκλοφορήσεις αν ήσουν ερωτευμένος.
Άλλες πάλι φορές θύμιζε αμυγδαλίτιδα, κυρίως λόγω του υψηλού πυρετού που παρουσίαζε. Σήμερα οι περισσότεροι τον θεωρούν αρρώστια του μυαλού, ανάλογη της σχιζοφρένειας ή κάποιου τύπου προβληματική συμπεριφορά που εκδηλώνεται σαν αντίδραση προσαρμογής σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον ζωής που προσπαθούμε να αλλάξουμε.
Εγώ πιστεύω ότι ανήκει στις καθαρά καρδιαγγειακές παθήσεις γιατί όποτε είμαι ερωτευμένος με πονάει η καρδιά μου και δεν μπορώ να πάρω τα πόδια μου* σαν να ‘χουν φράξει τελείως οι βασικές αρτηρίες μου.
Ο έρωτας σκοτώνει, δεν σκοτώνεται. Είναι ένας τρόπος να πεθαίνεις αποδεχόμενος τον θάνατό σου. Στην αρχή πέφτεις σε κώμα. Αναπνέεις με τεχνητή αναπνοή. Όλα τα όργανα σου υποστηρίζονται με μηχανικά μέσα. Σε θάλαμο της εντατικής. Κάποια στιγμή σε τσακίζουν οι λοιμώξεις, σου αλλάζουν τα φώτα. Και πεθαίνεις. Δεν υπάρχεις πια. Τόσο απλά.
Υπάρχουν και χειρότερα νέα: Όταν πεθάνεις πας στη κόλαση. Δεν ησυχάζεις. Ψήνεσαι σε κάρβουνα, βράζεις στα καζάνια της αμφιβολίας. Η ψυχή σου βασανίζεται γιατί δεν ανήκει σε σένα. Έχεις εκχωρήσει τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Την έχεις δώσει αλλού. Κι αυτή δε βολεύεται. Ασφυκτιά. Αλητεύει. Σουλατσάρει σε άλλο σώμα, ακούει άλλους κτύπους, προσπαθεί να καταλάβει που βρίσκεται, αλλά μπερδεύεται. Θέλει να ξαναπεθάνει.
Όλα αυτά περί εφτά ουρανών είναι τρίχες, αυτό που ισχύει είναι μόνο οι εφτά πληγές του Φαραώ ή τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα αν θέλουμε να επιμείνουμε λίγο στο εφτά, που αποτελεί ένα απ ‘τα πλέον αξιοπερίεργα σημειολογικά παράδοξα της ζωής μου:
Σε ηλικία εφτά χρονών ερωτεύτηκα για πρώτη φορά μια ξαδέλφη μου, δεκατεσσάρων είχα την πρώτη – αποτυχημένη – ερωτική επαφή, αλλά αγόρασα το Machine Head και παρηγορήθηκα, εικοσιενός παντρεύτηκα πρώτη φορά, εικοσιοκτώ γνώρισα την Νικολέτα και έζησα μαζί της εφτά συναρπαστικά χρόνια μέχρι τα τριάντα πέντε που χωρίσαμε και τώρα, εφτά χρόνια μετά, στην εποχή της Αννούλας, είμαι εδώ, μπροστά στο ξαναμοίρασμα της τράπουλας, στο άνοιγμα ενός καινούργιου κύκλου που δεν ξέρω πως ξεκίνησε και τι μου επιφυλάσσει, περιμένοντας με αγωνία να δω σε ποιο απ’ τα παράγωγα του εφτά θα κάτσει τελικά η μπίλια.
Ο έρωτας είναι κάτι επώδυνο, πρέπει οπωσδήποτε να ξεπεραστεί. Η φυλή των ερωτευμένων χρειάζεται ένα σκληρό μάθημα. Να βρεθεί άμεσα αποτελεσματικό αντιβιοτικό, ειδική φαρμακευτική αγωγή, χημειοθεραπεία, εμβόλιο, ανοσοποιητικός ορός, κάτι σε ενέσιμη μορφή που να καταπραΰνει, οτιδήποτε.
Ερωτεύεσαι για να πονάς, για να δένεται κόμπος το στομάχι σου, για να περιμένεις ένα τηλέφωνο, για να σου φταίνε όλα. Ερωτεύεσαι για να μην αντέχεις να ακούσεις ένα τραγούδι, για να έχεις την θάλασσα απέναντι σου και να μην μπορείς να αποφασίσεις αν πρέπει να πας να κολυμπήσεις ή να πας να πνιγείς.
Γιατί γράφω όσα φοβάμαι να σου πω; Κι εγώ φοβάμαι;
Αν ήθελες θα μπορούσες να με σταματήσεις. Δεν θέλω να πονέσω άλλο. Φτάνει. Νιώθω αρκετά μπερδεμένος με όλα αυτά. Τα τελευταία χρόνια η ζωή μου έγινε αβάσταχτα στιγμιότυπα, τρέιλερ μιας ταινίας που δεν βγήκε ποτέ στις αίθουσες, ποιος ενδιαφέρεται τώρα για μοναχικά όνειρα, οδυνηρές απουσίες, άσκοπες εκπομπές θλίψης που αναγγέλλονται από μεγάφωνα, κυκλοφορούν σε κλειστούς χώρους, αναγνωρίζονται από τους μαύρους κύκλους που φέρουν κάτω απ’ τα μάτια.
Για λίγες μόνο στιγμές είμαι χαρούμενος. Όταν παίρνεις τηλέφωνο. Όταν ακούω την Patti Smith και κολλάω. Όταν αφήνεις να εννοηθούν λόγια που περιμένω για να συνεχίσω. Όταν προβλέπουμε αμφίβολα ραντεβού, αμφίβολες ώρες, σε αμφίβολα μέρη.
Οι άνθρωποι είναι τοπία στην ομίχλη, αρχίζουν και δεν διακρίνονται. Μουτζουρωμένοι, σκοτεινιάζουν όλο και πιο πολύ. Ελπίζω να απελπιστείς γρήγορα απ ‘τις άμυνες. Δεν οδηγούν πουθενά. Ή μάλλον οδηγούν: Στην απομυθοποίηση της ταυτότητας. Στην αλλοίωση των χαρακτηριστικών. Στο παραμύθι της διατήρησης των κεκτημένων.
Επιμένω σε λεπτομέρειες. Από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τα μικρά γεννιούνται τα μεγάλα. Όλα αυτά εναντίον των οποίων εσύ τώρα αμύνεσαι. Αγωνίζεσαι να ορθώσεις τείχη, βεβαιότητες. Γιατί;
Δεν ξέρεις ότι η μόνη βεβαιότητα είναι ότι δεν υπάρχουν βεβαιότητες;
Η συνειδητοποίηση της μοναξιάς είναι χειρότερη από την ίδια τη μοναξιά. Παλιά πεθαίναμε από έρωτα, τώρα από μοναξιά.
Μπορώ ακόμα να κάνω σχέδια, εντάξει; Μπορώ, δεν μπορώ; Μπορώ να ελπίζω, ε; Έξω έχει σαράντα βαθμούς κι εγώ παγωμένος.
Με ενοχλεί ο ήλιος, φέρνει τα αντίθετα αποτελέσματα. Θα κάνω μια έτσι και θα τον κατεβάσω, θα τον βάλω στην τσέπη μου.
Δεν σταματάνε οι φωνές, τα τραγούδια, η φωνή της Maggie Bell. Τα τραγούδια διαρκούν στο χρόνο, οι σχέσεις δοκιμάζονται. Νιώθω εκτός κλίματος, με ενοχλούν τα πάντα, επιμένω να χρειάζομαι εκπλήξεις, εντάσεις, μύθους που να διαρκούν περισσότερο από εφτά χρόνια.
Εσύ πόσο διαρκείς; Όσο ένα τσιγάρο, ένα βιβλίο, ένα λαιβ των Ramones την δεκαετία του 80;
Σε κουράζω. Σου είμαι βάρος που δεν μπορείς να σηκώσεις. Θέλεις ηρεμία, να αποκατασταθεί η τάξη, να χαλαρώσει το μυαλό, να μπουν οι υπογραφές στα συμβόλαια. Έτσι νομίζεις. Και η φλόγα που καίει; Το πάθος που ξημερώνεται στα μάτια σου; Το άγνωστο που σε ελκύει ακριβώς επειδή είναι άγνωστο, άρα διαφορετικό; Το διαφορετικό δεν ψάχνουμε; Αυτό που έχει τον μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας; Τα δύσκολα είναι η μοίρα μας. Εκεί να ρισκάρεις. Στα δύσκολα. Ένας κόσμος χωρίς εντάσεις είναι ένας κόσμος ψεύτικος, εκτός ιστορίας, πλαστικός. Είναι οι εντάσεις που παράγουν τα γεγονότα, αυτές που δημιουργούν τους μύθους που χρειαζόμαστε, αυτές που αναγκάζουν τα πράγματα να συμβαίνουν, να αλλάζουν, να τροφοδοτούνται με εξελίξεις.
Όνειρα. Ανίατα. Αδέσποτοι εφιάλτες. Που βασανίζουν. Που ακυρώνουν γραμμές. Που καβαλάνε διαχωριστικές νησίδες, περνάνε με κόκκινο, κάνουν αναστροφή στον παραλιακό στις πέντε το πρωί, έτσι, γιατί απαγορεύεται. Που σουλατσάρουν τις νύχτες εδώ και κει ξεκοκαλίζοντας την λογική, που αφήνουν τα ίχνη τους σε διαφορετικά κρεβάτια, με διαφορετικές γυναίκες, σε διαφορετικούς χρόνους.
Όνειρα. Από εύφλεκτη ύλη. Που ξεροσταλιάζουν στα μπαρ πίνοντας την μοναξιά τους γουλιά- γουλιά. Που χρειάζονται μόνο ένα προσάναμμα για να γίνουν δυναμίτης, έκρηξη ψυχής, γενικό ισοπέδωμα. Που κατεβάζουν μπύρες πρωί πρωί στον ηλεκτρικό του Μοσχάτου, μήπως και σβήσει λίγο η ακόρεστη δίψα τους. Που κανονίζουν εκδρομές στον Λιμνιώνα και δεν πάνε γιατί φοβούνται να αναμετρηθούν με τον εαυτό τους. Που ζουν στον κόσμο τους γιατί δεν μπορούν να ζήσουν πουθενά αλλού.
Που είσαι; Καμιά φορά σε χάνω. Όταν χάνω το κουράγιο μου. Σε ποιο σκοτεινό σύμπαν κατοικείς, πίσω από ποιες άμυνες οχυρώνεσαι; Όλες οι άμυνες είναι καταστολής, μωρό μου. Όλες. Συμπλεγματικές συμπεριφορές, παθητικές, αδύναμες. Πώς να χαθείς αν δεν το θέλεις; Τώρα, που το βλέπω στα μάτια σου, τώρα είναι η ώρα. Τώρα που ακούς Gallagher και τον θεωρείς ξεπερασμένο. I feel a little strange inside, little mr. Jekyl little mr. Hyde…
Εσύ είσαι ξεπερασμένη, όχι ο Gallagher. Μ ‘έχεις μπερδέψει πολύ, κόφτο, όταν πάω να σ ‘ακουμπήσω εξαφανίζεσαι, έρχεσαι και φεύγεις σαν μια σκέψη που κάνουμε και αμέσως μετά ντρεπόμαστε γι ‘αυτή, μαζί σου αισθάνομαι ξανά μαθητής στα θρανία, δεν αξίζει να είσαι πραγματική, σε προτιμώ επινόηση του μυαλού μου, προσωρινό καταφύγιο, ιδεατή κατάσταση, σκιά, κατασκευασμένη ιστορία από διαφορετικά γυναικεία ονόματα που κατέρρευσε με το φως της μέρας όταν τελείωσαν τα τσιγάρα.
I can’t run away from this shadow play.
Τι είδους παιχνίδι είναι πάλι αυτό; Πες μου, πως το κάνεις συνέχεια, πως μπορείς να είσαι τόσο αλλόκοτη, τόσο μαγική, τόσο κλεισμένη; Πάντα.
Δεν έχεις λόγια ε; Ούτ’ εγώ. Όχι πια. Όχι πια άλλα λόγια.
Αν σε δω σήμερα θα σε πλακώσω στις μπουνιές. Αν σε δω σήμερα θα κάνω πως δεν σε είδα. Θέλω πολύ να σε δω σήμερα, δεν θα σε δω, αν σε δω δεν ξέρω τι θα κάνω, δεν ξέρω πως μπορεί να γίνει να σε δω, πρέπει οπωσδήποτε να σε δω, αν σε δω σήμερα θα φροντίσω να μη σε δω καθόλου, θα σε δω όμως…λίγο, έτσι δεν είναι;
.
ΤΟ ΡΟΚ ΠΟΥ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ (2002)
ΠΛΕΥΡΑ Α
ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Ένα βράδυ κάθισα την Ομορφιά στα γόνατα μου.
Και την βρήκα πικρή. Και την έβρισα.
ΑΡΘ. ΡΕΜΠΩ / Μια εποχή στην κόλαση
ΔΕΝ ΞΑΝΑΠΑΩ ΣΤΗΝ ΜΑΡΙΝΑ ΑΛΙΜΟΥ, ακούς, δεν ξανάπαω, εκεί πάνε οι τακτοποιημένοι, όλοι οι σκαφάτοι, εκεί πάνε οι γιάπηδες, έχουνε κάνει τις γκόμενες τους γιώτ και ιστιοφόρα και κορδώνονται, Βερόνικα, Αναστασία, Πόπη, Σοφία, Άντζελα, Μαργαρίτα, Ντανιέλα, παντού γυναικεία ονόματα βλέπεις, σ΄ όλα τα κρουαζιερόπλοια κι εγώ δεν έχω πλεούμενο να το βαφτίσω, για να του δώσω τ΄όνομα σου.
Χάθηκα απ’ τον καιρό που σ΄ έχασα. Πού να φανταστώ ότι έπρεπε πρώτα να χαθώ για να με βρω. Έχουν δίκιο αυτοί πού υποστηρίζουν ότι ο καλύτερος τρόπος για να πάς μπροστά είναι να πάς πρώτα πίσω για να πάρεις φόρα.
Αυτό δεν ήταν φόρα όμως, κατηφόρα ήταν. . .
Θυμάμαι στην αρχή, πριν σε γνωρίσω, στεκόμουνα, πατούσα γερά.
Όταν σε γνώρισα, πέταγα. Οι πτώσεις άρχισαν μετά.
Βουτιές στο κενό.
Ήτανε βλέπεις θέμα αναπνοών η σχέση μας. Αέρα. Πήγαν να σκάσουν τα πνευμόνια μας από την ασφυξία. Άσε πια εκείνο το τραγούδι τής Μάνου πού μου ’λεγες συνέχεια χαμήλωσε, από ψηλά δεν ζωγραφίζονται τα όνειρα, πρωί-βράδυ. Χαμήλωσα και γω, αλλά φαίνεται χαμήλωσα περισσότερο απ΄ όσο άντεχα, αφού δεν έβλεπα ουρανό ούτε με κιάλι.
Ρούφηξες την ψυχή μου και δεν έπρεπε. Ξέρεις, η ψυχή δεν κρύβεται, δεν παίρνει κόλπα, δεν είναι λαιμός να τον σκεπάζεις, με ρούφαγες τις νύχτες και με ρωτάγαν όλοι το πρωί γιατί φοράω μαντήλια.
Από τότε ψάχνω να σκεπάσω τα σημάδια που μου άφησες, αλλά πες μου, κρύβεται η ψυχή με μαντήλια, όχι πες μου κρύβεται, δεν κρύβεται.
Ήσουν των διαχωριστικών γραμμών, των αντιθέσεων.
Εγώ των συνθέσεων.
Πώς να ταιριάξεις έπειτα το άσπρο με το μαύρο, είναι και ζήτημα αισθητικής.
Και με την Τέχνη δεν τα πήγαινες καλά εσύ. την ζήλευες. Ίσως γιατί την είχες στερηθεί. Ίσως γιατί σε ξεπερνούσε. Ίσως γιατί την αγαπούσες πολύ.
Σκέπασες με σύννεφα τη ζωή μου, αλλοίωσες τα πλάνα μου, γίνανε όλα γκρο, μεγένθυνες τα όνειρα, τα ‘κανες κόκκινες καυτερές πιπεριές, how long, how long will I slide, separate my side, Ι don΄ t believe it’s bad. . .,
τι άλλο ζητάς, ε;
Ζητάς υπερπαραγωγές και μένα οι ταινίες μου ασπρόμαυρες, μικρού μήκους, δεκάλεπτες σαν τα πεζά μου, χάνουν τον προσανατολισμό τους και βγαίνουν έξω απ’ το πανί, στο περιθώριο, σαν και τα χρόνια που ζήσαμε, λειψά και άνυδρα, παραδίνονται στην ιστορία.
Θέλω να σε εκπνεύσω, να βγεις από μέσα μου, να σε πετάξω.
Και δεν μπορώ. Δεν γίνεται.
Ευτυχώς πού αντέχω. Ευτυχώς πού αντιστέκομαι.
Φαντάσου δηλαδή να έκανα κι εκείνο το μυθιστόρημα, πλάκα θα ‘χε, δεν θα μπορούσα να χωρίσω τα κεφάλαια, θα ‘μπαινε το ένα μέσα στ’ άλλο και θα γινόταν πανικός, θα τρέχανε τα νοήματα όλα παραπόταμοι στην κεντρική σου αρτηρία, θα ξεχειλίζαν οι σελίδες ιστορίες, τέτοιο μπέρδεμα, κι άντε μετά να τις μαζέψεις για να τις καλουπώσεις.
Οι δικές μου ιστορίες κουβάρι, δεν μαζεύονται.
Γεμίζουν πλατείες, ειρηνικές διαδηλώσεις τής Αριστεράς.
Διαμαρτύρονται.
Λένε για σένα στη διαπασών.
Σαν χάρντ ροκ συγκρότημα.
Για σένα και τον θάνατο.
Και αυτό πού απόμεινε τής θλίψης.
Τής τελευταίας, χρωματιστής ζάλης.
Εκείνης τής εποχής, since I’ve been loving you.
Άλλωστε, τι σχέση έχω εγώ με ιστορίες, εποχές και τέτοια, τι θέλεις να σου πω τώρα; ότι μ΄ αρέσουνε; αφού δεν μ΄ αρέσουνε, δεν με τραβάνε οι σελίδες τους, μόνο εσύ με τραβάς, μόνο εσύ με καταλαβαίνεις, κι ας χωρίσαμε, ας ξέχασες την γιορτή μου, ας μην σε βρίσκω στο τηλέφωνο, ας μην περνάς πια απ΄ τα στέκια, ας μην σ΄ αρέσει ο Robert Plant, ας ακούς κρυφά Στέρεο Νόβα, ας προτιμάς άλλα νησιά απ΄ την Νάξο, ας κάνεις πως δεν σε νοιάζει, ας λείπεις, μόνο εσύ μυρίζεις νυχτολούλουδο, μόνο εσύ μου θυμίζεις τους δρόμους του Μοσχάτου, μόνο εσύ μου παραγγέλνεις όνειρα, μόνο εσύ δεν βάφεις τα χείλη σου με κραγιόν, μόνο εσύ με χορταίνεις, you ‘re simply the best, οι άλλες όλες είναι διαφορετικές, πώς να στο πω, φίνες αλλά μιας χρήσης, όπως κι οι ώρες πού είχες δει να ζουν σε μέρες ξένες, μοιάζουν μ ‘αυτές πού αγάπησες, πουτάνες κι ερωμένες, είναι γαλάζιες ερωμένες, όλες βήτα, μυρίζουν αλλιώς, σκεπάζουν τα πρόσωπά τους με μακιγιάζ, τις φωνάζουν με άλλα ονόματα και τις νύχτες γυρίζουν πλευρό.
Χτυπάς κόκκινο, εγώ χτυπάω καφέ.
Το σαξόφωνο τού I love you more than you ΄ ll ever know των Blood Sweat and Tears μου σκίζει τα σωθικά, ουρλιάζει μέσα στ΄ αυτιά μου πρόστυχες μελωδίες.
Το ρευστό και καταλυτικό του ρίφ ξετυλίγεται δαιμονικά, διπλώνεται στα δύο, πονάει, θυμάται, σταματά, λυτρώνεται, ξαναρχίζει, μετατρέπεται σε πάσχουσα προσωπικότητα, σπαρταράει, τρέμει από πυρετό, παραπατάει, νοιώθει, μεθά, χωρίζεται, μέχρι να γίνει τελικά κάτι σαν οδυρμός ή ουρλιαχτό ζώου και να σηκωθεί σχεδόν απολογούμενο, οργισμένο, ζητώντας να βρει άλλους ήχους, απαιτώντας να δει περισσότερες από τρεις διαστάσεις.
Κι όταν μπαίνουν και τ΄ άλλα πνευστά βασανιστικά αργά, σαν πατημασιές σε νωπό χώμα, οι ισορροπίες κλωτσάνε.
Είναι η μοιραία κατάληξη.
Το μπλουζ κυλάει εφιαλτικά για οκτώ σχεδόν λεπτά, σέρνεται, γίνεται επιθανάτιος ρόγχος, μπερδεύεται με σένα, βυθίζεται στο αίμα μου, μαζί του βυθίζομαι και γω.
Χορταίνω τα χρώματα.
Βουλιάζω.
Στις άκρες των δρόμων. Στις τελευταίες λύσεις. Σε μαύρα χρώματα.
Σε θυμωμένες ματιές. Σε γεμάτα τασάκια. Σε τσιγάρα Τσέστερφιλ.
Σε ηλιοβασιλέματα στο Ημεροβίγλι. Σε περιοδικά Αθηνόραμα. Σε ταινίες τού Κισλόφσκι. Σε τριμμένα τζήν.
Στις ζωές των άλλων.
Γιατί εμείς δεν ζήσαμε. Δεν φτάσαμε.
Εφτά χρόνια και δεν φτάσανε. Να φτάσουμε.
Ήταν πειραγμένη η τράπουλα από πριν, και γω πολύ μικρός για να την ξεμπερδέψω. Στημένος αγώνας πυγμαχίας είχε γίνει η ζωή μας και πέφταν τα στοιχήματα βροχή.
Στο ΄λεγα πάντως από νωρίς. στο φώναζα με τραγούδια.
Βa-by, baby, baby I’m gonna leave you, leave you when the summer comes. . .
Τελικά χειμώνα χωρίσαμε. Στις προγνώσεις καιρού μηδέν. Μετεωρολόγος έπρεπε να γίνω και να λέω το δελτίο καιρού στο MEGA.
Love will tear us apart ούρλιαζα μαζί με τούς Joy Division και σ ΄ έπιανε υστερία, making love out of nothing at all εσύ, αυτό το out of nothing at all έφταιγε, αυτό μάς έφαγε, ακουγόταν πολύ ακραίο για να αντέξει.
Βαδίζαμε πάνω σε τεντωμένο σκοινί σαν ακροβάτες φτηνού τσίρκου.
Πώς δεν σκοτωθήκαμε?
Η μήπως σκοτωθήκαμε?
Θυμάσαι?
Θυμάσαι τότε πού πέρασα ανάμεσα από δύο τρακτέρ?
Είχε χαθεί ο έλεγχος. Απ΄ την αρχή.
Είχαν νικήσει τα ένστιχτα. Οι μαγικές εικόνες. τα έσχατα όρια.
Τώρα, νυχτώνει νωρίς.
Κι όταν βλέπω κουνέλια στο δρόμο, σε θυμάμαι.
Αλλά δεν τα πατάω.
Δεν θέλω να λερώσω τα λάστιχα.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Δεν το καταλάβαμε πόσο αργεί η αγάπη, να δούμε
δεν προλάβαμε το τέλος μας αρχή.
Θα΄μαι πάντα εδώ, να φυλάω αυτά πού πέταξες, δε σε
συγχωρώ, για όλες τις φωτιές πού ξέχασες,
θα ‘μαι πάντα εδώ όσα χρόνια κι αν περάσανε,
δεν μάς συγχωρώ, από φόβο χάσαμε.
Ν. ΠΟΡΤΟΚΑΛΟΓΛΟΥ / Δεν μάς συγχωρώ
ΣΕ ΚΑΛΕΣΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΟΥ ΑΝΑΓΓΕΙΛΩ ΤΗ ΘΛΙΨΗ πού πέφτει ζωγραφιστή, τις νύχτες πού ο χρόνος μετρά ανάποδα και ή μοναξιά ξεχειλίζει, να σου μιλήσω για τα ιερά παραγγέλματα του βασιλιά ήλιου στην πόρτα μου, τα βήματά σου στο χολ, να φτύσω πάνω σου τις επερχόμενες συντριβές μου, στα χίλια κενά του κορμιού σου να στεριώσω και να σου πω confusion will be my epitaph, αλλά με πρόλαβε η χλομάδα της μέρας και συ μου γύρισες πάλι την πλάτη, τινάζοντας πάνω μου την λάμψη των λυμένων σου μαλλιών.
Κι ούτε ένας ήχος. Τίποτα.
Ήθελα να ρωτήσω πως καταφέρνεις πάντα και με γυρνάς καπάκι καταδικάζοντας με να αγαπώ τα σκέλια σου, αυτές τις πανύψηλες, ολύμπιες στήλες με το αέτωμα στο κέντρο, πού διαβαίνουν οι ήρωες ή οι εντελώς χαμένοι, φοβήθηκα όμως να παρακολουθήσω την κίνηση σου, καθώς γλιστρούσες σαν αερικό, μέσα στο μώβ τής νύχτας. Απόμεινα σαστισμένος να απορώ, παίζοντας τον εαυτό μου παρτίδα πινγκ-πονγκ κάτω απ΄ τούς ήχους των Doors.
Siempre en mi corazon. Κι ας μ΄ έκανες corazon espinado. Mi alma no da razon. .
Κι ας μην σου λέει τίποτα ο Santana.
Παρακαλώ, προσπάθησε. A ver a ver tu sabes dime mi amor, porfavor que dolor nos quedo. . . Παρακαλώ, μείνε, μείνε, μείνε.
Και θα σου γράφω τραγουδάκια με τα πιο όμορφα στιχάκια στο ρεφρέν. . .
Υπάρχουν λαμπρά ερείπια !
Υπέροχες νύχτες, πηχτά σκοτάδια, παράλληλες τροχιές. Ζωντανές μνήμες.
Και κλειστές επιστροφές.
Ταξίδι στους δρόμους, ταξίδι στην έρημη πόλη, φοράω τις λέξεις πού θέλουν και κρύβονται όλοι, θα ζεις μ΄ εμπειρίες πού στο τέλος θα λες δεν χωνεύω, και κει θα γυρνάς, θα λες πώς χορεύω, πώς χορεύω. . . Τούς ξέρεις τούς Αχαιούς; Εε;;
Επενδύω σε χαρακτήρες, πρόσωπα, καταστάσεις. Γράφω ζημιές.
Τηλέφωνα. Η κλήση σας προωθείται, παρακαλώ περιμένετε.
Αρχίδια. Τίποτα δεν προωθείται. Τίποτα.
Μουσικές μακρινές, γκρίζες, αποχρώσεις τού μαύρου. Ψευδώνυμα και
μεταμφιέσεις στους δρόμους. Αποτυχημένα ντεκόρ.
Κλασσικά Εικονογραφημένα. Μικροί Ήρωες, μολυβένιοι στρατιώτες.
Και Ρεμπώ, Βερλαίν, Μπέκετ, τα άπαντα των Jethro Tull κι ένα βραχιολάκι πού μου χάρισες. Χαντρένιο.
Συναυλίες ροκ. Λειωμένα παγωτά, χαμένες Aτλαντίδες. Σπαθιά γενικώς.
Τι άλλο, α, και καινούργια δερμάτινα, αυτοκόλλητα σηματάκια, μαύρα T-shirt. Αμήχανα χαμόγελα. Καθημερινές διαδρομές, μοιραίες διαψεύσεις.
Κάποιες επικοινωνίες παίζονται. Ανοχύρωτες μέρες. Βροχερές. με Stones.
Oh, a storm is threatening my very life today. If I don’t get some shelter, oh yeah, I΄ m gonna fade away. . .
Αλκοόλ, θέαμα, άσκηση. Και γυναίκες, προθήκες βιτρινών.
Καθρεφτιζόμαστε μέσα τους.
Γυναίκες.
Μικρές, ψηλές, μέτριες, εντυπωσιακές, αδιάφορες, τρυφερές, ευαίσθητες, ψεύτικες, αδύνατες, ανόητες, ελεύθερες, δεσμευμένες, λάγνες, εγχώριες, ξένες, ομογενείς, απίστευτες, χυμώδεις, πνευματώδεις, σαρκώδεις, χαώδεις.
Με έμφαση στο χαώδεις. Όλες μελαχρινές.
Όταν θα πάψουμε να τις κοιτάζουμε, θα πεθάνουμε, είπε ο Αλ Πατσίνο στο Άρωμα Γυναίκας.
Νύχτες.
When the night comes. Nights in white satin. Because the night. Let ΄ s spend the night together. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Νύχτωσε νύχτα. Ποια νύχτα σ΄ έκλεψε;
Γιατί σε όλα τα τραγούδια πού ακούω είναι νύχτα και πάντα ψάχνω να σε βρω;
Το κορμί σου πλάι μου, εκκρεμές, κινείται τελετουργικά κάτω απ ΄ τούς ήχους τής
Patti Smith. Ασυγκράτητη στις επιθυμίες. Η μήπως ασυγκρότητη?
Έχεις το βλέμμα τής Ζυλιέτ Μπινός, την ομορφιά τής επανάστασης, είσαι οι βόλτες στον πύργο των ιπποτών τής αρχαίας Ρόδου, οι Κυριακές στο Μοναστηράκι, τα δάκρυα τού Χριστού στον κήπο τής Γεσθημανή, η ακαταμάχητη Αφροδίτη τού Γούντυ Αλλεν, o λαστιχένιος Γουίλσον τού Τόμ Χάνκς στον Ναυαγό, ένας θλιμμένος Cobain, η μελωδία τού Stairway to heaven των Zeppelin, η δήλωση τού Λέννον για το Βιετνάμ, ο στίχος τού Φοίβου Δεληβοριά ένα πέλαγος μπουκάλια και βιβλία και καπνός κι όλα όσα θες να γίνεις πάλι χάλια, αυτό είσαι, οι παγωμένες νύχτες στην Σκιάθο, τα κρουασάν στη Φωκίωνος, η παγκόσμια θλίψη στην ταινία Πάθος τού Ζάν-Λύκ Γκοντάρ, το μελαγχολικό παπάκι τού Νικόλα Ασιμου πού μου κάνει πα πα πα τα βράδια πού δεν μου κολλάει ύπνος και περιμένω να ‘ρθείς.
Ίσως να ξανάρθεις όταν θα ΄χω πια, όταν θα ΄χω πια χαθεί, κει θα μ΄ έχουν θάψει ή θα έχω μαραθεί. Κι ας μη σου καίγεται καρφί, κι ας συνήθισες κι εσύ. . .
Πρέπει να είχε δίκιο ο Αντρέ Μπρετόν. Η ομορφιά ή θα είναι συγκλονιστική ή δεν θα υπάρχει καθόλου. Αγωνιώ περισσότερο τώρα με τούς Wishbone Ash.
Προσοχή, προσοχή, the king will come. το έχω λιώσει. Και δεν έρχεται.
Έξω χαράζει.
Και ξαφνικά κάνει μία έτσι και μπαίνει ένας ουρανός κόκκινος, Αττικός, με αναμμένα φώτα προβολείς, γεμάτος πολύχρωμα σχέδια και παγίδες. Πάνω στο άρμα του μπερδεύονται οι χρόνοι των συμφωνιών και μένουν μόνο τα adagio μέρη, adagio τής λύπης και τής φθοράς, adagio των μικρών, λευκών, χθεσινών μας μαχών πού πρόβαλαν μαζί με τον ήλιο στο φως τής αυγής.
Ψεύτης ήλιος. Δειλός.
Ο καφές σου έχει κρυώσει και το ράδιο κλειστό τώρα για μέρες, σε θυμάμαι, είχες ξαπλώσει, στου μονού μου κρεβατιού τις καλημέρες. Το ξέρω πώς δεν το διάλεξα, αν έπρεπε τη σκέψη μου να ορίζεις, μα ακόμα δεν κατάλαβα, γιατί έπαψες αγάπη να θυμίζεις. . .
Χάνω το χρώμα μου σταδιακά μέσα σε μουσικές των Πύξ-Λάξ, προκαθορισμένες συναντήσεις, απλές ανταλλαγές απόψεων, χαμένα βλέμματα φίλων, σε βόλτες χωρίς νόημα στην άκρη τής πόλης, σε κρεβάτια εφήμερα και πέφτω, πέφτω πάλι μέσα σου, κόκκινο τριαντάφυλλο πού κόπηκε στην ρίζα.
Μαζί σου το μικρό καρελάκι, δέκα τσιγάρα εξήμιση δραχμές, στο προαύλιο τού Γυμνάσιου Αρρένων Μοσχάτου, πίσω απ΄ το σκάμμα τής γυμναστικής και τον κύρ-Μήτσο να ψάχνει στις τουαλέτες, μαζί σου καβάλα σε Ντεσεβώ να γίνονται οι δρόμοι πλωτό καταφύγιο σε διάκενα ονείρων εφηβικών με νάιλον αδιέξοδα, μαζί σου στην πόλη ζαλισμένος, τζήν, φουλάρι και σταγόνες επανάστασης, εσύ γεμάτη σελήνη να φεγγοβολάς σχέδια ανοίγοντας χάρτες και γω στα πάρτι Φατμέ, χούντα δεν θυμάμαι μα ούτε ελευθερία, γκόμενες και κόμμα ραντεβού στην πλατεία, τα ξέρεις όλα αυτά. . .
Λέω να βγούμε σήμερα, να πάμε για κάνα ποτό. Θα θυμηθούμε τα παλιά.
Θα ’ναι ωραία, θα δεις. Θα πιούμε και μετά μπορεί να πάμε για κάνα ποτό.
Αργότερα πάμε για κάνα ποτό και τελειώνουμε τη νύχτα σε κάνα μπαρ, να πιούμε κάνα ποτό. Βάλε να πιώ. Τώρα. Κάνα ποτό. Βάλε, βάλε να πιούμε.
Βάλε Διάφανα κρίνα.
Γιατί με μπερδεύεις; Χτυπάς εκεί πού πονάω, με κάνεις και κλαίω, νευριάζω, κρυώνω πολύ, κυκλοφορώ με κουβέρτες πού ρίχνω στους ώμους, ακούω το woman of the rings συνέχεια, ο Eric Burdon με κοροϊδεύει, ανασαίνω βαριά και τα μάτια σου ξανάρχονται μέσα μου.
Ποιος είπε ότι δεν έχεις ωραία μάτια, ποιος είπε ότι ωραία μάτια είναι μόνο τα πράσινα ή τα μπλε, με πυκνές βλεφαρίδες και από κάτω γραμμή, ποιος λέει τέτοια πράγματα και συ τον πιστεύεις, εμένα τα μαύρα μου αρέσουν, τα μαύρα, και να ΄ναι θλιμμένα, ακαθόριστα, σβηστά, όπως τα δικά σου.
Τελειώνουν. τα βλέμματα, οι αναπτήρες, τα τσιγάρα, οι προσπάθειες επαφών, τα καλοκαίρια, η μουσική, τα ψυχικά αποθέματα, εσύ, εγώ.
Το βιβλίο αυτό προχωράει δύσκολα.
Με σημειώσεις σε περιθώρια εφημερίδων, σε κουτιά τσιγάρων, σε αποδείξεις πληρωμής κοινοχρήστων, σε χαρτιά κουζίνας. με χτυπήματα σε πόρτες κλειστές,
βουβά τηλέφωνα, ασκήσεις αναπνοής, καφέδες illy στο τζάκι 9-11, τραγούδια των Camel από το Moonmadness, ειρωνικά χαμόγελα, ζωντανούς εφιάλτες, αποτυχημένες απόπειρες, σημερινούς απολογισμούς.
Σου γράφω πάλι από ανάγκη η ώρα πέντε το πρωί, το μόνο πράγμα πού χει μείνει όρθιο στον κόσμο είσαι εσύ. . .
Πίσω απ ΄ ότι γράφω στριμώχνεται πάντα ένα τραγούδι. Γράφοντας, εκδικούμαστε τα πράγματα λέει κάπου ο Νίκος Καρούζος. τα σκοτώνουμε για να ξαναγεννηθούν βαπτισμένα στην αθωότητα, ιδανικά, σύμφωνα με τις δικές μας επιθυμίες.
Περιμένοντας την αποενοχοποίηση, έρχεται η ποίηση. τα τραγούδια.
Γράφω λέξεις ή νότες; Πολλές φορές, νομίζω ότι ηχογραφώ σε οκτακάναλο.
Γίνομαι λέει στούντιο, ανεξάρτητη εταιρία παραγωγής, ραδιοσταθμός πού εκπέμπει μόνο βραδινές ώρες, φορητή κονσόλα, αποτυχημένο demo, δίσκος βινυλίου αμερικάνικος.
Τότε ξανάρχεσαι κοντά μου.
Αν θες μπορώ να χορεύω ως το πρωί, ένα τραγούδι πού να λέει ότι θες εσύ. . .
Κάθε πού θα ακούς Ξύλινα Σπαθιά οι αποστάσεις θα μηδενίζονται, κάθε πού ξεμπαρκάρει ο Γιάννης θα τυχαίνει να μου τηλεφωνείς, κάθε πού αλλάζει πλευρά η σελήνη θα σε θυμάμαι, όμως λείπεις και γω λυπάμαι πολύ, δεν ξεμπαρκάρει κι ο Γιάννης για να βρεθούμε.
Ηλεκτρικό μου κορίτσι, γιατί κάνεις πάντα το αντίθετο απ΄ αυτό πού θες;
Γιατί δεν προσπαθείς να εξηγήσεις τα σημάδια?
Ηλεκτρικό μου κορίτσι, έλα, σου φυλάω μουσικές σε ταξίδι να καις μες το χρόνο, τρέχα, run baby run baby run baby run baby run, γιατί δεν είναι κόσμος αυτός, μυρίζει ιδρωτίλες και χαλασμένα αρώματα, ούτε και μέρες αυτές πού έρχονται καταπάνω μας, μασκαρεμένες με χλωμές ηλιοφάνειες και πολύχρωμα κομφετί, δεν προλαβαίνουμε καν να κρυφτούμε ο ένας μέσα στον άλλον, δυστυχώς μωρό μου το παιχνίδι τέλειωσε, έληξε χωρίς να ρίξουμε την τελευταία ζαριά, οι μάρκες περίσσεψαν, η Μεγάλη Άρκτος καθόρισε το αποτέλεσμα κι απομείναμε να ξεγελάμε τον θάνατο χωριστά, περνώντας με κόκκινο απ΄ τις διαβάσεις πεζών.
Έγινε η απώλεια συνήθεια μας.
Άκου. Μια απ΄ αυτές τις μέρες θα σ΄ ακουμπήσω μ΄ ένα ζευγάρι βιολέτες στον αφαλό και θα ρίξω τζιν σ΄ όλο σου το κορμί. Να καείς.
Νόμιζα ότι σ΄ είχα πάλι χτες, σε κρατούσα σφιχτά στο wild horses, όλη νύχτα κολλημένοι, ήσουν η Marianne Faithfull και γω ο Jagger, σου ‘κανα πρόταση γάμου μεθυσμένος φτιάχνοντας δεκάδες μαγικές συνταγές από ποιήματα, εσύ so sad, μάζευες υπομονετικά τα λόγια μου απ΄ τον πάγκο και τα πέταγες στο τασάκι, πριν προφτάσω να απολογηθώ, ξεπεράστηκα.
Μου ‘κανες πάλι ματ, πριν ακουμπήσω τα πιόνια.
Τώρα καθημερινότητα, ρουτίνα, και η ποικιλία στην μονοτονία αδύνατη.
Τώρα στην Πανεπιστημίου, εφημερίδα τοίχου, λουλούδια και rock΄ n΄ roll.
Τώρα κλειστοί χώροι, σκοτάδι και κίτρινα πρόσωπα.
Τώρα, σιωπή.
Μια τελευταία συνάντηση θέλω.
Να βυθιστώ μαζί σου στα δακρυγόνα τής πόλης.
Να κάνω σέρφ στο κορμί σου, σβήνοντας τις πληγές, σε μια πανδαισία χρωμάτων και αντοχής.
Να υπογράψω στο στόμα σου με αέρα θριάμβου.
Θα ΄ναι νύχτα, σβηστός ουρανός χωρίς φεγγάρι, και ο χρόνος θα σταματήσει στο σημείο πού θα τού πω εγώ.
Όλα θα ΄χουν ησυχάσει πια, εκτός απ΄ την κιθάρα τού Gallagher πού θα παίζει παραπονιάρικα for the last time την ώρα πού η αναπνοή σου θα γεμίζει δάκρυα.
Μονάχα ένα κόκκινο φως θα πέφτει πάνω σου κάθετα, συμπλήρωμα στο ντεκόρ τής φθοράς.
Θα ‘ναι Ιούνης, ξεκινήματα, όπως όταν σε γνώρισα και οι ειδήσεις θα λένε πώς φωτιές καταστρέφουν και τούς τελευταίους πνεύμονες πράσινου πού απόμειναν.
Στην πραγματικότητα οι φωτιές θα καταστρέφουν εμάς.
Ο Ολυμπιακός θα ‘χει ισοφαρίσει την Μάντσεστερ στο τελευταίο λεπτό των καθυστερήσεων για τον τελικό τού Τσάμπιονς Λήγκ σ ΄ ένα αγώνα χωρίς αύριο πού θα οδηγηθεί στα πέναλτι.
Εκεί θα οδηγηθούμε κι εμείς.
Μετά, αποκοιμήθηκα.
( πες μου ένα ψέμα ν ΄ αποκοιμηθώ )
Δεν πρέπει να υπάρχει κανείς άλλος εδώ.
Κανείς.
Δεν υπήρξε ποτέ κανείς.
Ποτέ δεν υπήρξε τίποτα.
Ποτέ.
Τίποτα.
ΠΛΕΥΡΑ Β
ΠΡΩΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Η Τέχνη είναι η μουσική τής λησμονιάς
ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ ΝΙΤΣΕ
ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΦΛΕΒΑ ΧΡΥΣΟΥ, μια Ίος σε κάρτ-ποστάλ, απλώνεται ανοιχτή πληγή στον κόκκινο, χνουδωτό αφαλό τής γης.
Με γοφούς λίκνα φωτιάς πού αιμορραγούν ακατάσχετα, τυλιγμένοι σε τούλι.
Έρχεσαι καταπάνω μου με ανοιγμένα πανιά.
Γλώσσα σπάνιου διαμαντιού σε σάρκινο όστρακο, αστράγαλοι μαργαριτάρια μπλεγμένα σε φύκια πού πάνω τους γυαλίζει το μύρο
και πόδια ξεθωριασμένες αγιογραφίες πού ακουμπούν στην σελήνη.
Είσαι ολόκληρη μια ασθμαίνουσα ζώνη φωτός.
Με μάτια μπουκέτα αστεριών, διάπυρα, ακαθόριστης λάμψης.
Με μάτια κατώφλια φθινόπωρου πού το χτυπά η βροχή.
Με μάτια ναυάγια λάφυρα σε βυθό άγνωστης παραλίας.
Μέση πλαγιά βουνοκορφής. Τη δέρνει ο ήλιος.
Κάνεις πώς βαδίζεις, αλλά πετάς. Απογειώνεσαι.
Καθώς σε παρακαλώ να βρεθείς σε τροχιά.
Καθώς σε παρακαλώ με απλωμένα χέρια, πληγές να γεννηθείς ξανά μέσα μου
να σε χωρέσω σε κάθε γωνιά τού κορμιού μου, να πάρεις το σχήμα μου
να σε γεμίσω μικρά μυστικά και θαύματα.
Το λάθος σου να μην υπάρχεις, ήταν το λάθος μου να υπάρχω μέσα απ΄ την απουσία σου σε μια εντελώς ιδιάζουσα συνομωσία μορφών.
Κοιτάζομαι μέσα απ΄ τα θραύσματα καθρέφτες τής εικόνας σου
γονατιστός, ιχνηλατώντας την καταγωγή σου
σε ματοτσίνορα πού χορεύουν τσιγγάνικες μελωδίες
σε μαύρους βολβούς
σε βλέφαρα πού κλείνουν νωχελικά και μου φράζουν τη δίοδο
στο ροκ πού παίζουν τα μάτια σου
σε βλέπω να σκίζεις τα πέπλα τής ζωής μου
έκπτωτος άγγελος πού βουτάει στη γη
χτυπάς μανιασμένα τα παράθυρα, σπέρνοντας θύελλες οργής
η απουσία σου, το άλλοθι τής οριστικής μου αποχώρησης
χύνεσαι αέρας πού παρασέρνει έπιπλα και κουρτίνες μαζί
αστράφτοντας σαν ξωτικό τής παρακμής
παίρνεις τσεκούρι και κατεβάζεις τζάμια και φωτιστικά
καθώς παίζουν οι συγχορδίες των Van Der Graaf
σε παρακολουθώ δισταχτικά
δεμένος το περιλαίμιο τού σκύλου πού μου φοράς συνήθως
πάνω στις κάτασπρες κολώνες των φόβων μου
ντύνεσαι όλες σου τις περιβολές από λάσπη, μίσος, δάκρυα και άμμο
το στόμα σου βγάζει τώρα καπνούς άμετρης λύσσας και στο κορμί σου
βιτρώ εκκλησίας τού περασμένου αιώνα, μπερδεύονται ρυθμοί, σπέρματα,
νεκροί σκορπιοί και κομματάκια γλυκού απ΄τα γενέθλια τής Παρασκευής
μετά, την ώρα πού ο ήλιος ετοιμάζεται να σφηνωθεί χαδιάρικα
στα μαλλιά σου, στεφάνι
με αρπάζεις απ΄ το χέρι και με οδηγείς βιαστικά στην πόλη των πυρετών
σε κλειστό δωμάτιο να βλέπει φωταγωγό
μαγική νεράιδα με καθηλώνεις σε άψυχο στρώμα, το σεντόνι κόκκινο με μαύρες ακτινωτές πινελιές, γράφει στο σώμα σου τις εποχές τού μπαρόκ
αρχίζω και πίνω από μέσα σου τούς χυμούς τής λησμονιάς
μυθικός Οδυσσέας στο νησί των Λαιστρυγόνων
έχεις τη γεύση τής σοκολάτας
οι ρόγες σου τεράστιοι άναρχοι κύκνοι, αναδύουν χαμένους παράδεισους
στην μυθολογία του πάθους, με ιερουργούν
και σταματάω υποταγμένος, λαχανιασμένος, σε στάση προσοχής
στη μήτρα, τη μήτρα ιερό
πού φτεροκοπάει και εκμηδενίζεται σε κάθε κίνηση τού χεριού μου
τη μήτρα, τέμπλο τής ηδονής
πού υπακούει και δίνεται και βαριανασαίνει
και βαδίζει πειθήνια το δρόμο τής τελευταίας θυσίας
τη μήτρα πού ανοίγει σαν άνθος κακού
και σκορπάει και χαίρεται και λιμνάζει
τη μήτρα των μεγάλων καλοκαιριών τής παραφοράς
υγρή σαν νούφαρο
απόκρημνη σαν Σαντορίνη
επινοημένη σαν Νταλί
πού συστέλλεται και διαστέλλεται και στασιάζει
και αποδέχεται και γλιστράει και απαγγέλλει
υστερικά ποιήματα
τού Μπλέηκ και τού Λοτρεαμόν
κάθε της άστρο κι ένας καρκίνος τής λογικής
κάθε της μάτι και μια βελούδινη χοάνη δροσοσταλίδες
κάθε της νεύμα κι ένα μπουκέτο χρώματα
την πιάνω με τα χέρια μου σαν παιχνιδάκι και την ανοίγω
λαστιχένια μπάλα ξεφούσκωτη
κολλάω εκεί το στόμα μου, φιλί τής ζωής
πάνω στο δράμα τής κλειτορίδας πού αναπνέει βαριά
γίνομαι θεός και διάβολος
γεύση τής σάρκας σου μοναδική
καθώς σαλεύω
στις εσωτερικές σπηλιές σου
και πέφτω, πέφτω συνέχεια, ασύμμετρη τεθλασμένη γραμμή
γεμάτος σημάδια αφανισμένων αγγέλων.
Όλη μου η ζωή άδειασε μέσα σου.
Κοχύλι πού ξεβράστηκε σε έρημες ακτές το κορμί σου
παραμένει μέλλον
παρόν
και παρελθόν αυτής τής γης
ΤΕΤΑΡΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ
Mε δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, δίχως καβάτζα
καμιά, ντύθηκε η μέρα τα γούστα τής νύχτας και
η ψυχή μου πηδά, στού απέραντου την ψύχρα.
Να σ ΄ αγαπήσω, να μ ΄ αγαπήσεις, έστω για λίγο,
για τοσοδούλη, σαν ζευγαρώνουν δυο βεγγαλικά,
μοιάζουν με μηνύματα τηλεπαθητικά,
στων προσώπων μας τις ζάρες. . .
ΝΙΚΟΛΑΣ ΑΣΙΜΟΣ / Βενσερέμος
ΞΑΦΝΙΚΑ ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΘΗΚΕΣ σε κλαβιέ.
Τα δάχτυλα μου έτρεχαν ιδρωμένα πάνω στο σώμα σου, χάιδευαν και μάλαζαν την γυμνή σου σάρκα όπως τα δάχτυλα τού κημπορντίστα πού δίνει το τελευταίο του ρεσιτάλ, αποχαιρετώντας το κοινό του.
Σιγά-σιγά, έγινες ορχήστρα κανονική. Γεννούσες μουσική, κάτω απ΄ την αφή των χεριών μου. Μια μουσική πρωτόλεια, πού δεν συγκρινόταν με τίποτε παρόμοιο στο παρελθόν.
Δεν μπορούσες να την κατατάξεις σε συγκεκριμένη φόρμα ή να την θεωρήσεις πρόδρομο κάποιου νέου κινήματος ή μουσικού ρεύματος. Χωρίς ιστορία να την ακολουθεί. Χωρίς εμφανείς καταβολές και παρακαταθήκες.
Χωρίς συγγένειες και τάσεις.
Με τις τρομπέτες και το φλάουτο να μπερδεύονται με τα βογγητά σου,
να γίνονται μέρη αρχαίας τραγωδίας και να σε κάνουν να στέκεσαι αμήχανος, σχεδόν μαγεμένος, μπροστά στον εμπνευστή αυτού τού μοιραίου κονσέρτου για πνευστά, στον κορυφαίο τού χορού.
Με το τσέλο και το βιολί να δροσίζουν τα ιδρωμένα μέλη σου και να ντύνουν σονάτα τού σεληνόφωτος το κορμί σου.
Με τις ηλεκτρικές κιθάρες να σε στολίζουν, να σκεπάζουν τούς οργασμούς σου τις δύσκολες ώρες και να μετρούν αντίστροφα τον υπόλοιπο χρόνο, κόβοντας σαν ξυράφια τούς ήχους με κρυστάλλινη καθαρότητα.
Με το μπάσο και τα κρουστά να σκάβουν λαγούμι στο δέρμα σου, μια ουλή γεμάτη νότες, χωρίζοντας τα κωλομέρια σου σε δυο φουσκωτά σοκολά μισοφέγγαρα πού έχασκαν ξεδιάντροπα, λάξευαν στις άκρες επιδεικτικά, στρογγύλευαν, και πήγαιναν να οδηγηθούν ιδρωμένα σε μια άνευ όρων παράδοση.
Και το σαξόφωνο λίγο μετά, βαρύτονο, λυρικό, πνιχτή κραυγή πού καθάριζε σιγά-σιγά, να αφουγκράζεται τούς παλμούς σου, να μετρά βήμα-βήμα τις δονήσεις σου, δίνοντας αέρα στα λαχανιασμένα σου πνευμόνια, εκεί προς το τέλος, όταν άρχιζε πια να μυρίζει γιασεμί ο έρωτας και τα κορμιά είχαν ξελιγωθεί.
Α, το σαξόφωνο! Αυτό ήταν το χάι-λάιτ σου, μια μικρή αφορμή, ο οίστρος εκείνος πού χρειαζόσουν για να πάρεις ξανά μπρος και να καείς, να καείς ξεφωνίζοντας από καύλα μπροστά στα έκπληκτα μάτια μου.
Είχε ένα ζωώδες feeling πού σε ανατρίχιαζε, δεν μπορούσε να κρατηθεί σε σταθερά μέτρα, άλλαζε κάθε τόσο ρυθμούς και χανότανε μέσα σου.
Εκεί σταμάταγαν όλα. Στο σαξόφωνο.
Πού ακολουθώντας τις κραυγές σου ασθμαίνοντας, πάνω σε μια χορδή τού λα, παρέδιδε απλά μαθήματα ανθρωπολογίας, ιχνηλατώντας με ακρίβεια και τον τελευταίο πόρο δέρματος, αναλύοντας και την παραμικρή υφή σάλιου, διαβάζοντας και την πιο ασήμαντη παρτιτούρα απ ΄ τις ανάσες σου.
Πώς να χαρακτηρίσεις αλήθεια αυτή τη μουσική; Ήταν new age γιατί σε ταξίδευε, pop γιατί μύριζε καλοκαίρια, soul γιατί μιλούσε στην ψυχή, jazz γιατί διαρκώς αυτοσχεδίαζε, blues γιατί ήταν θλιμμένη, urban γιατί ζούσε στην πόλη, ethnic γιατί χωρούσε τα πάντα, latin γιατί κρατούσε ανοιχτή γραμμή με Κούβα, rock γιατί χτυπούσε κατευθείαν στην καρδιά, ήταν όλα μαζί και τίποτε, όπως εσύ.
Κάπως έτσι πρέπει να χάνονται οι ψυχές, σκέφτηκα. Βγαίνουν αργά, μαγικά, σαν αναθυμιάσεις παλιάς μηχανής. Κάνουν τα μηνίγγια σου να χορεύουν τρελά, πατούν στις άκρες των ποδιών τους και εξαφανίζονται.
Πώς να εξηγήσεις έπειτα τα πράγματα πού αγαπάς; Εξηγούνται με ψυχρές λογικές και αναλύσεις τόσα πολλά με τόσα λίγα; Είναι απλά ότι αγαπάς, σκέτα, χωρίς επιπλέον λόγους και φιοριτούρες, χωρίς νόμους να τα διέπουν, χωρίς αρχές. Και δεν φεύγουν ποτέ, κατασκηνώνουν μέσα σου εναλλάσσοντας το μαύρο με το λευκό με μια ταχύτητα τρομακτική πού χρεοκοπεί κάθε αντίσταση.
Εγκαθίστανται.
Είναι παράξενο, όμως όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το βιβλίο η Άννα είχε φύγει ταξίδι και στο πικάπ γύρναγε το November rain των Guns and Roses.
Ήταν Νοέμβρης, τέλη. Τώρα τελειώνοντας, με τον Απρίλη να’ χει μπει πλέον για τα καλά, όλο και πιο συχνά ακουμπάει στο πλατώ το April τής πρώτης περιόδου των Deep Purple. Φαντάζομαι πώς τον άλλο μήνα θα ακούω το the last days of May των Blue Oyster Cult, λίγο μετά το we ΄ re the champions των Queen με κόκκινο τζόκεϊ στις κερκίδες του ΟΑΚΑ, τον Ιούλιο μαυρίζοντας στην Ίο το July Morning των Uriah Heep, τον Αύγουστο Κεφαλονιά με τον Αύγουστο τού Παπάζογλου και δυο φεγγάρια μετέωρα, τέλη Σεπτέμβρη στο χείλος τού γκρεμού τής Σαντορίνης το summer almost gone των Doors και τον Οκτώβριο θλιμμένος, μη μπορώντας να καταλάβω πώς έφυγε κι αυτό το καλοκαίρι το μελαγχολικό October των U2.
Έτσι θα κυλάει η ζωή μας ελλειπτικά, με τραγούδια μετρονόμους να δείχνουν τις εποχές πού έρχονται και φεύγουν, με μουσικά στυλ να αντιπροσωπεύουν δεκαετίες και αγάπες πού χάθηκαν από λάθος timing, με νικοτίνη δυνατή και τον Bob Dylan, μιλώντας συνέχεια για καλοκαίρια πού κόντυναν απειλητικά, κλείνοντας μέσα τους ένα τσουβάλι όνειρα.
Καθώς γράφω οι U2 πλημμυρίζουν ένα χώρο ψυχρό, στιγματισμένο απ ΄ την απουσία σου. Τον κάνουν να καίει.
Το One τραβάει ξαφνικά το χαλί κάτω απ ΄ τα πόδια μου κι ότι έχτισα, γκρεμίζεται στη στιγμή. Οι στίχοι τού Bono ξύνουν πληγές, τις κακοφορμίζουν, τρέχουν ξυπόλυτοι σε σπασμένα γυαλιά. . .
Is it getting better, or do you feel the same, will it make it easier on you,
now you got someone to blame, you say one love, one life, when it’s
one need in the night. . .
Did I disappoint you? Or leave a bad taste in your mouth? You act like
you never had love and you want me to go without, well it’s too late,
tonight, to drag the past out, into the light . . .
Have you come here for forgiveness? Have you come to raise the dead?
Have you come here to play Jesus? To the lepers in your head?
Did I ask too much? More than a lot? You gave me nothing, now it’s all I
got, we’re one, but we’re not the same, we hurt each other then we do it
again, you say love is a temple, love a higher law, you ask me to enter,
but then you make me crawl and I can’t t be holding on to what you got,
when all you got is hurt. . .
Ψέματα, ψέματα πώς δεν είσαι εδώ.
Τέρμα τα θαύματα,τά σινεμά κλειστά, δεν υπάρχεις πια, δεν υπάρχεις. . . όλα τα φώτα σβήνω και κρύβομαι ξανά, δεν υπάρχεις πια, δεν υπάρχεις. . . Μεσ΄τήν βοή ξεχνιέμαι κι ο κόσμος προσπερνά, δεν με ψάχνεις πια, δεν με ψάχνεις. . . πάλι το τραύμα ξύνω κι ο πόνος με μεθά, δεν σε έχω πια, δεν σε έχω. . . Ψέματα, ψέματα, πες μου πώς είναι ψέμα, ένα αστείο χαζό, εγώ χωρίς εσένα. . .
Οι U2 λένε ψέματα, προσοχή μωρό μου, το λέει ο δίσκος κι ο Πορτοκάλογλου το ίδιο, ψέματα, ψέματα, τι δεν υπάρχεις δηλαδή; Γιατί, μήπως υπάρχω εγώ; Υπήρξαμε άραγε ποτέ; Μόνο η μουσική υπάρχει κι αυτή αρχίζει τώρα και κάνει νερά, όλοι συνεννοημένοι είναι εναντίον μας με πρώτους τούς U2, δεν το κατάλαβες; Oλα ψέματα είναι, είναι ψέματα πώς χωρίσαμε, ψέματα πώς ψάχνεις κάποιον να κατηγορήσεις για να νοιώσεις καλύτερα, πώς δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα γιατί το μόνο πού μου άφησες είναι πληγές, όλα ψέματα είναι, είναι κακός αυτός ο Bono.
Πουστάρα τού κερατά είναι, γιατί παίζει με τον πόνο μου, καταλαβαίνει πώς το One με τρελαίνει, αυτός γράφει τραγούδια και γώ υποθήκες για ένα μέλλον ακόμα πιο σκοτεινό, ακόμα πιο άνισο, ακόμα πιο πικρό κι απ ΄ αυτό το βιβλίο πού δε λέει να τελειώσει, όπως κι η μουσική πού παίζει συνέχεια το One απ ΄ την αρχή, κάνει επανάληψη στον θάνατο, κάνει τα 4. 36 λεπτά του να μοιάζουν ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια και δεν τελειώνει ποτέ, κάνει αυτό το βιβλίο να μοιάζει όλο και περισσότερο με δίσκο παρά με βιβλίο, πού συνεχώς μου βγάζει τη γλώσσα, με κλείνει σε κύκλο, με πολιορκεί, παίζει μαζί μου σαν τη γάτα με το ποντίκι και γώ δε ξέρω τι να κάνω για να μην το γράφω, για να μην το ακούω να παίζει στο δέκα.
It hurts my ears.
Μη! Βγάλτο, βγάλτο σου λέω.
Δεν το αντέχω. Ιδίως εκεί. . . we hurt each other, then we do it again, ψέμματα, ψέμματα είναι, εμείς δεν κάνουμε τέτοια, δεν πληγώνουμε ποτέ ο ένας τον άλλον, μαλακίες πώς everybody hurts, εμείς δεν τσακωνόμαστε μωρό μου, μόνο τσακιζόμαστε, πεθαίνουμε τις ζωές μας.
Αφού να, άκου, hold me closer tiny dancer, count the headlights on the highway, μόνο κάποιος ας χαμηλώσει την ένταση όταν θα με κοιτάς, πάλι αγκαλιά είμαστε, πάλι μαζί, τουλάχιστον μέχρι να σταματήσει αυτό το τραγούδι πού διαρκεί χρόνια και να χαθούμε ξανά, τουλάχιστον μέχρι να τελειώσει αυτό το βιβλίο πού αρχίζει να χρειάζεται περισσότερο παραγωγό και λιγότερο εκδότη, τουλάχιστον μέχρι να βαρεθούν να βγάζουν ματάκια οι παραλίες τής Νάξου και να γίνει η αγάπη ένα τόσο δα αστεράκι, μια χούφτα κόκκινο πάνω στο μπλε τού ουρανού πού να μου λεει το όνομα σου, γιατί η αγάπη είναι wicked game και i never dreamed that i need somebody like you, είναι heartbreaker σαν κι εσένα, πόλεμος, ο εθνικός ύμνος των διαψεύσεων, γιατί η αγάπη είναι μνήμη, αντίθεση, θάνατος, ένα λευκό γιασεμί, κι όπου δεν υπάρχει σύγκρουση, να ανοίγουν οι μύτες και να τρέχει ο ιδρώτας ποτάμι, δεν υπάρχει αγάπη, γιατί η αγάπη είναι ελέφαντας, ακούς; είναι ο αμαρτωλός μέσα στον άγιο, το φως πνιγμένο σε χιλιάδες χρώματα, αυτό πού απομένει όταν ο έρωτας μάς κάνει κομμάτια και μείς αγαπιόμαστε μωρό μου, αγαπιόμαστε πολύ για να μην είμαστε μαζί, έχουμε το δέκα στα δέκα, έτσι δεν είναι;
Έρημος έρωτας.
Σα μουσικό κουτί.
ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Μια μέρα θα το δεις, θα ‘μαι χαρούμενος. Δέν θα΄χω πια
καψίματα στα δάχτυλα απ ‘τα στριφτά τσιγάρα. Και θα
φορώ ένα άσπρο κουστούμι πού θα με κάνει να μοιάζω
με άγγελο. Μα θα ‘μαι στ ‘αλήθεια τόσο όμορφος πού
ίσως πια να μη σου ταιριάζω.
ΝΙΚΟΛΑΣ ΝΤΑΒΑΣ / Τα μαύρα τετράδια
ΚΟΙΤΑ, ΣΕ ΑΛΛΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΙΣΩΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ και να ήταν διαφορετικά. Θέλω να πω, ίσως και να μην χρειάζονταν τόσα τραγούδια για έναν έρωτα 33 στροφών, τόση σιωπή για λίγες λέξεις, τόση αγωνία για ένα τέλος κόκκινο, έτσι κι αλλιώς χρωματισμένο απ ‘την αρχή. Τά βιβλία μπορεί καί νά μήν έμοιαζαν μέ δίσκους κι οι τυπωμένες λέξεις νά μήν μπερδεύονταν μέ νότες ή νά μήν ήταν απαραίτητο νά χαραχτούν σέ βινύλια πριν διαβαστούν.
Οι συγγραφείς δεν θα ήταν μουσικοί τής ροκ, κάτι ελεεινοί μακρυμάλληδες με σκισμένα τζήν και χαϊμαλιά, αλλά καθώς πρέπει διανοούμενοι πού θα έκαναν διαρκείς παρεμβάσεις στα κοινά και όχι τουρνέ με επεισοδιακά λεωφορεία γεμάτα γκράφιτι για να διαφημίσουν το τελευταίο τους άλμπουμ.
Χρώματα φυσικά θα υπήρχαν, αλλά θα ήταν όλα μουντά, πιθανές αποχρώσεις τού μαύρου, σταχτιά ή γκρίζα ξεπλύματα των εποχών πού έρχονται.
Όπως και όνειρα, σκορπισμένα από δω κι από κει, κάτω απ ‘τις φωτογραφίες μας σα λεζάντες, όμως επίπεδα, στερεότυπα, μεταχειρισμένα. Και έρημα.
Όλα τα νησιά θα λεγόντουσαν Νάξος. Οι μήνες, Ιούνιος. Οι γυναίκες -άκου να δεις – θα έμοιαζαν με βιότοπους, εύθραυστες, προστατευμένες μες’ την ανωνυμία τους, σχεδόν αδέξιες, κλειστές, σαν να περίμεναν θαρρείς στο επόμενο δευτερόλεπτο, την επίθεση τού εχθρού. Και γώ πάλι αμήχανος, δεν θα μπορούσα να ακούσω τις αρμονικές απ ‘την περίφημη μπάντα τού Παράδεισου πού θα’ παιζε ρημέικ το everybody knows this is nowhere τού Νeil Young.
Βλέπεις, δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όσο μεγαλώνουμε, ωριμάζουμε.
Βουτάμε απλά μέσα στις εποχές κι αν μένουμε ανέγγιχτοι, είναι πού καταφέρνουμε ακόμα να κλείνουμε τα μάτια και να ονειρευόμαστε.
Μη ρωτάς κάθε πότε.
Μεγάλη πουτάνα μάτια μου η ωρίμανση. Πρέπει να την πληρώσεις χοντρά για να αποδώσει. Ιδίως οι αλλαγές πού σέρνει πίσω της και καμιά φορά μάς φοβίζουν, όχι άδικα βέβαια.
Νοιώθεις λίγο σα να μπαίνεις σε τούνελ πού πρέπει να το διασχίσεις, χωρίς να ξέρεις τι σε περιμένει απ‘ την άλλη πλευρά, χωρίς να μπορείς να υπολογίσεις με ακρίβεια τι απ ‘τον εαυτό σου θα αφήσεις στο σκοτάδι για πάντα, μέχρι να βγεις στο φως. Φτάνοντας προς την έξοδο οι αντιστάσεις όλο και μειώνονται. Τα διόδια ακριβαίνουν. Είναι η φθορά τού χρόνου πού μεσολάβησε¬; Οι εντάσεις πού κυοφορήθηκαν στην διάρκεια τής διαδρομής;
Ότι και να ’ναι αυτά δεν είναι για υστερόγραφα βιβλίων, ούτε και προσθέτουν τίποτα περισσότερο σε όσα ήδη γνωρίζουμε για το μέλλον, πού φυσικά προϋποθέτει τον έρωτα, χρειάζεται όμως την μουσική για να αντέξει την διαδικασία τής ωρίμανσης. Η απουσία τής μουσικής είναι πού κάνει τις πόλεις μελαγχολικές και τα βιβλία να σιωπούν. Η απουσία τού έρωτα είναι αυτή πού βαρύνεται κυρίως για τούς βιότοπους. Κι οι συγγραφείς για τα γκρίζα ξεπλύματα.
Όλες οι ιστορίες είναι πόζες – Χρήστος Βακαλόπουλος, Έλληνας, μαύρα γυαλιά, αυτή τη στιγμή λείπει, κολυμπάει προς την γραμμή τού ορίζοντα, στα ανοιχτά κάποιου αόρατου ελληνικού νησιού, ελαφρά ντυμένος, μελαχρινός, 45 χρονών, τώρα θα΄χει πιάσει ψιλή κουβέντα με τούς αγγέλους, ζητώντας απ ‘τον άγνωστο κόσμο να τού φανερωθεί, παλεύοντας με το αδυσώπητο παρόν στα ερείπια τού κινηματογράφου Κυψελάκι, θέλει ν ‘ακούσει αυτή την παλιά, λίγη μουσική, κι ας ακούγεται πια τόση μουσική, αυτή η πολλή μουσική πού κάποτε ήταν μουσική και τώρα έχει πάρει την θέση τής μουσικής, την έχει αντικαταστήσει, έγινε διαφημιστικό πού υποδύεται τον ρόλο της, χωρίς να ξέρει γιατί, σ ‘ένα κόσμο πού προσπαθεί διαρκώς να εξηγήσει τη ζωή, προσπαθεί να εξηγήσει κάτι πού δεν εξηγείται και μόλις αρχίσει να εξηγεί, από την άλλη στιγμή αρχίζει να ισχύει το αντίθετο, αλλάζει, χωρίς να ξέρει γιατί.
Το μυθιστόρημα πάντως, είναι βελτίωση τής ζωής. Σύνθεση εντυπώσεων και χαρακτήρες σε παρένθεση. Άνω και κάτω τελείες, θαυμαστικά.
Και ψίχα, πολλή ψίχα, αντί για ψυχή.
Γιαυτό αυτό το βιβλίο δεν είναι μυθιστόρημα, και είναι μόνο εσύ, λέξεις γιαυτό το εσύ, εικόνες πού είναι εσύ, μουσικά αφιερώματα σε ένα εσύ πού δεν τα κατάφερε, κουράστηκε και ταξίδεψε τελικά εκτός θέματος.
Γιαυτό αυτό το βιβλίο είναι μόνο ασκήσεις αναπνοής χωρίς εσένα, χάρτινα παιδικά καραβάκια, χαμένα ηλιοβασιλέματα, απελευθέρωση αιχμάλωτων συχνοτήτων, ασπρόμαυρα όνειρα, μαθήματα επιβίωσης, βουβές ταινίες χωρίς σενάριο, αδύναμα σχέδια, ροκ μανιφέστα, υγρός ίλιγγος, ενηλικίωση, και δεν είναι μυθιστόρημα.
Γιατί τα μυθιστορήματα μάτια μου έχουν αρχή, μέση και τέλος, όπως τα παραμύθια τής γιαγιάς κι αν μπερδευτείς και ξεκινήσεις ανάποδα, οι προτάσεις αρχίζουν να σε αποφεύγουν, οι λέξεις γίνονται ξαφνικά κτητικές, απαιτούν από σένα όλο το νόημα, όλο το χρώμα, θέλουν να σε αποκτήσουν και συ αντιδράς, σηκώνοντας τα χέρια. Άλλωστε, δικό μας είναι μόνο ότι αγαπάμε βαθιά, αυτό το ξέρουν όλοι, μόνο εσύ φαίνεται να το έχεις ξεχάσει προσωρινά, να κάνεις πώς δεν το θυμάσαι.
Παρόλα αυτά, δεν προχωράει τίποτα, όλα μένουν ακίνητα, οι άνθρωποι συνεχίζουν ως φωτογραφίες, και μεις πιο παγωμένοι από ποτέ, απολιθωμένοι μα επιζώντες – ώριμοι ή έρημοι δεν έχει σημασία – απογοητευμένοι πού δεν γίναμε τραγούδια, περιφέρουμε τις απουσίες μας σα λαμπάδες και τα προσπερνάμε, παραμένοντας καρφωμένοι στη θέση μας.
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα η Γη θα γίνει πίνακας συλλεκτικός και θα στολίζει τις γκαλερί τού χρόνου, περνώντας απ ‘την αθανασία στην αιωνιότητα.
Έτσι κι αλλιώς μια μέρα όλα θα χαθούν στο φως.
Ή σ ‘ένα τραγούδι των Stones…
Anybody seen my baby? Anybody seen her around ?
.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΓΚΙΚΑ
FRACTAL 17/6/2025
-Κύριε Σταυρόπουλε, να ξεκινήσουμε αποκωδικοποιώντας τον τίτλο; «Ο άνθρωπος έσπασε»…
Είναι κυριολεκτικός ο τίτλος. Το «έσπασε», υπερβαίνει κατά πολύ το «έγραψε». Είναι κάτι σαν τον Γυάλινο Κόσμο, του Τένεσι Ουίλιαμς, ένας δικός μου λυγμός, κατά τον Έλιοτ (έτσι θα τελειώσει ο κόσμος, όχι με έναν κρότο, αλλά με έναν λυγμό) για τον αποχωρισμό ενός έργου. Είναι το βιβλίο που ακολούθησε το τέλος της Τετραλογίας, επομένως ήταν αναμενόμενο. Δεν συνέβη τελικά, το έργο συνεχίστηκε. Τα ποιήματα αυτού του βιβλίου, χαράσσονται σαν δωδεκάμετρα μπλουζ, πάνω στα αυλάκια του χαρτιού, σαν βινύλιο, και παραμένουν αφοσιωμένα στην πεντατονική της σιωπής, αφού μιλούν για την απώλεια. Αυτός είναι και ο λόγος που στο τέλος του βιβλίου, στις ευχαριστίες, αναφέρονται πολλοί ροκ μουσικοί, συγκροτήματα και μπλουζίστες. Κατέφυγα, μετά από πολύ καιρό, στην ροκ κουλτούρα, που μου ήταν οικεία. Άλλωστε, «η Τέχνη είναι η μουσική της λησμονιάς» (Νίτσε). Η σχέση παρελθόντος και παρόντος χρόνου, η αμφίσημη αναζήτηση της ταυτότητας, η μουσική των πιο εύφλεκτων φόβων, το αναπόδραστο όριο του δρόμου, ο θάνατος των πραγμάτων και των προσώπων, με το οιωνεί διακύβευμα της όντως ζωής να κλονίζεται, προτάσσονται εδώ ως διαφορετικές εκδοχές του νέου που προέρχεται από το παλιό, επειδή ακριβώς γνωρίζει καλά τον τρόπο να το επωμίζεται και να το περιγράφει. Ο άνθρωπος συνεχίζει να υπάρχει ως το δυσμενέστερο αίνιγμα.
-Ένας τίτλος οφείλει να είναι ένα ποίημα εν δυνάμει; Στα ποιήματά σας πώς προκύπτουν οι τίτλοι;
Οι τίτλοι εμπεριέχουν το ποίημα. Το συνοψίζουν, τις περισσότερες φορές και μονολεκτικά. Από έναν φίλο μου, καθηγητή Ιστορίας της Τέχνης, έχω ακούσει ότι οι τίτλοι των βιβλίων μου είναι εν δυνάμει ποιήματα. Ειλικρινά, δεν ξέρω. Δια της λύπης, γράφω. «Μόνον δια της λύπης είμαι εισέτι ποιητής» (Λεοντάρης).
-Μας επιλέγει το ποίημα ή το επιλέγουμε;
Και τα δύο συμβαίνουν συγχρόνως. Όταν έρθει η στιγμή της ωορρηξίας. Είναι μια ταυτόχρονη ανάφλεξη, που συμβαίνει την ίδια στιγμή. Το ποίημα, όμως, είναι αυτό που μας γράφει, τελικά. Μας επιβάλλεται. Όποια ποιήματα αντέξουν στην δοκιμασία του χρόνου, αυτά θα είναι που θα αξίζουν.
-Μια ποιητική συλλογή οφείλει να είναι ένας κύκλος; Να διαθέτει κοινή συνισταμένη, ή όχι απαραίτητα;
Δεν είναι απαραίτητο αυτό, αλλά για μένα ισχύει. Οι περισσότερες από τις ποιητικές μου συλλογές, δεν είναι συλλογές ακριβώς, είναι ενότητες ενός μεγάλου συνθετικού κύκλου, που έχει να κάνει με τον διαρκή χρόνο και την ροή του. Αρκετές, τουλάχιστον τέσσερις, είναι ένα μακροσκελές ποίημα σε πολλά μέρη. Κάτι εξυπηρετούν. Οπωσδήποτε, η συνισταμένη είναι μια, με άλλες κάθε φορά προεκτάσεις. Ουσιαστικά, γράφω το ίδιο ποίημα. Για ένα τέλος που δεν τελειώνει ποτέ και μεταλλάσσεται διαρκώς, αποκτώντας κάθε φορά και άλλη προοπτική. Ο χρόνος γίνεται αιώνιος. Οι μεγάλοι κύκλοι, αν ανοίξουν δεν κλείνουν εύκολα. Για μένα άνοιξαν το 2011. Από τότε κανένας κύκλος δεν έκλεισε. Το παράξενο είναι ότι όταν φτάσεις στον βαθμό μηδέν της γραφής (Μπαρτ), στην αισθητική της σιωπής (Σόνταγκ), στο απόλυτο κενό της μοναξιάς και των ορίων της γλώσσας (Μπλανσό), στην μεταβατικότητα και τον προορισμό της γραφής να εκδηλώσει κάτι εκτός αυτής (Φουκώ), στο παράλογο της ύπαρξης (Καμύ), στην δύναμη της αποτυχίας που επιμένει (Μπέκετ), στο βάθος του υποσυνείδητου (Λακάν) και άλλων τόσων πολλών, δεν σταματάς, αλλά συνεχίζεις. Γιατί πρέπει να συνεχίσεις. Δεν έχεις το κουράγιο να σταματήσεις. Πρέπει κάθε φορά να αποτυγχάνεις καλύτερα. Είναι μια αναγκαστική αντίφαση αυτό, που καταντά συνθήκη. Η επιθυμία σου για σιωπή και η ανάγκη σου να μιλήσεις. Ή και το αντίστροφο. Γράφω εμένα γιατί δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Γιατί είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να απευθύνομαι σε μένα, έχοντας πλέον συμφιλιωθεί με την αυτοχειρία των λέξεων μου. Ένας αχθοφόρος είμαι, τίποτα περισσότερο. Ο μονόλογος μου συνεχίζεται.
-Υπάρχει εμμονή στην ποίηση, όσον αφορά την θεματολογία, όπως και στην πεζογραφία; Και αν υπάρχει, η δική σας;
Δεν ξέρω αν υπάρχουν εμμονές, φαντάζομαι πως υπάρχουν πολλές. Η ίδια η γραφή είναι μια εμμονική πράξη. Μια πράξη ατομικής συνείδησης, που επιμένει. Που αντιστέκονται. Με αυτές ζω, με αυτές γράφω, με αυτές απευθύνομαι. Προσπαθώ να τις διαχειριστώ. Από τις εμμονές παράγονται τα ιδιαίτερα έργα. Η δική μου εμμονή είναι ότι ο Κόσμος είναι ουσιαστικό, γένους θηλυκού. Είναι η Κόσμος, η Άνθρωπος. Με ότι αυτό συνεπάγεται. Άλλωστε η Τετραλογία, που συνεχίστηκε και σε άλλα έξι βιβλία, συνολικά δέκα, αυτό ισχυρίζεται. Δεν είναι ερωτικό το ζήτημα εδώ, αν και δεν θα ήταν κακή ιδέα. Ο έρωτας είναι αειφόρος πηγή ζωής, όχι μόνο των προσώπων αλλά και των πραγμάτων. Και τα δυο καταλήγουν σε έναν βέβαιο θάνατο. Δύο είναι οι βασικοί θάνατοι: Ο ίδιος, αργός, καθημερινός θάνατος, πέραν του βιολογικού, «μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου, μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες» (Καβάφης) και ο Έρωτας, ως Επανάσταση (άλλωστε αρχίζουν και από το ίδιο γράμμα), ως ζωοφόρος πηγή που στερεύει. Υπάρχει κι ένας τρίτος θάνατος, ο θάνατος του συγγραφέα, των λέξεων. Τους βιώνω και τους τρεις, στωικά. Είναι, όμως οντολογικό, μεταφυσικό και υπαρξιακό το ζήτημα που προσπαθώ να μεταφέρω. Έχει σημασία και ο τρόπος της κατασκευής ενός έργου, μέσω των ήδη φθαρμένων λέξεων. Μια τελεολογία, όχι σαν ερμηνεία της φύσης (Αριστοτέλης), αλλά σαν φαντασία του ιδεατού. Διατηρώ μια ρομαντική ματιά, για την σημειολογία της ύπαρξής μου . Με συγκεκριμένο σκοπό και για συγκεκριμένες αιτίες. Είναι ας πούμε, το δικό μου βιβλίο της Ανησυχίας, που εκεί περιέχεται όλος ο Πεσσόα. «Η λογοτεχνία είναι η απόδειξη ότι η ζωή δεν είναι αρκετή». Αυτή η φράση έμεινε κλεισμένη σε ένα μπαούλο για 47 ολόκληρα χρόνια. Το λέω αυτό για την σημερινή εποχή που βιάζεται, που όλα τρέχουν με υπερηχητική ταχύτητα για να εκδοθούν, χωρίς καν να υπάρχει ο χρόνος να βιωθεί το οτιδήποτε. Η ταχύτητα με την οποίαν διαχέεται η πληροφορία είναι ασύλληπτη. Άρα, δεν μπορεί και να γίνει αντιληπτή σε βάθος. Δεν ξέρω πια, σήμερα, αν και η λογοτεχνία είναι αρκετή. Απλά, συμβαίνουν «κενές χειρονομίες ανάμεσα στις μοναξιές» (Απολιναίρ). Αυτές θα αξιολογηθούν από τον χρόνο, από την ιστορία, αν και νομίζω, είμαι σχεδόν σίγουρος, ότι από αυτή την εποχή, δεν θα μείνει τίποτα, παρά μια πόζα. Δεν πρόκειται για μια νέα γενιά, πρόκειται για ένα νέο είδος. Η προφητεία του Γιώργου Χειμωνά στον Γιατρό Ινεότη (1971) υπήρξε, δυστυχώς, αντίστροφη: «Πρόκειται να έρθει το νέο είδος των ανθρώπων ένα άλλο είδος ξαφνικό. Μια νέα ράτσα κι απόλυτοι θα έχουν μια αφάνταστη τελειότητα» Ήρθε, αλλά είχαν μια αφάνταστη προχειρότητα. Μια αφάνταστη βιασύνη. Ευτυχώς, δεν έζησε για να την δει. Μέσα σε 10 χρόνια γύρισαν τα πάνω κάτω. Είναι όλα συντριπτικά εφήμερα και παροδικά. Μιας χρήσης. Συχνά επιστρέφω σε μια φράση που είχα γράψει το 2002: «Η γραφή είναι μια εγωιστική πράξη για να ξεγελάσεις το χάος». Την εννοώ ακόμα.
-Υπήρξε ποιητής που σας έκανε να πείτε «αυτό θα γίνω;» Ποιητές που υπήρξαν σημείο αναφοράς σας;
Υπήρξε ο Ρεμπώ, όταν κυκλοφόρησα το πρώτο μου βιβλίο, χωρίς καν να το αντιληφθώ. Προσπάθησα να τον μιμηθώ, αφελώς. Γι αυτό σταμάτησα και για 18 χρόνια να εκδίδω. Δεν τα κατάφερα. Δεν μου ταίριαζε ποτέ το μάρκετινγκ του εαυτού μου, δεν ξέρω να τον πουλάω. Ο Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ (Nouveau Roman) στην «Ζήλια», που έχει εκδοθεί από τον εκδοτικό οίκο με τον οποίον συνεργάζομαι τα τελευταία 14 χρόνια (Σμίλη), λέει στο επίμετρο ότι «ο δημιουργός είναι ένα ον που ψάχνει τα λόγια του». Αυτά ψάχνω κι εγώ. Τα λόγια μου. Η προοπτική της δημοσιότητας δεν με ενδιαφέρει καθόλου, είναι μια πράξη εξευτελιστική για τον συγγραφέα, τον ποιητή. Τον αποσπά από την κυρίως ποιητική δημιουργία του, τον ενοχλεί και τον εκτρέπει από το «αδιευκρίνιστο χρέος» που έχει, όπως έχω πει και παλιότερα. Σημείο αναφοράς, δεν θα έλεγα, αλλά παρακαταθήκη υπήρξαν δεκάδες ποιητές στη συνέχεια, έλληνες και ξένοι, των τελευταίων δύο αιώνων. Τώρα, όμως, πλέον, μιλάμε με τους νεκρούς.
-Ποίημα που ποτέ δεν ξεχνάτε; (άλλου ποίημα)
Είναι πάρα πολλά, που προσπαθώ να ξεχάσω. Θα έλεγα όμως, ολόκληρο το «Μια εποχή στην κόλαση». Το διάβαζα στα Γαλλικά, όταν ήμουν φοιτητής στο Παρίσι, ανάμεσα στα μπιστρό εκείνης της εποχής, όρθιος, για να πληρώνω φτηνότερα τον καφέ. Στα 1980. Ήταν ένα παιδί 18 χρονών, όταν το έγραφε, εγώ ένα παιδί 18 χρονών όταν το διάβαζα. Πρόλογος και αποχαιρετισμός μαζί. Σε ένα βιβλίο. Εκδόθηκε στα 19 του, το 1873. Υπήρξε το μοναδικό βιβλίο του Αρθούρου Ρεμπώ που δημοσιεύτηκε με δική του επιθυμία όσο ζούσε. Αναρωτιέμαι με ποια γνωστική εμπειρία, με ποιες προσλαμβάνουσες, με ποια βιωμένη οπτική και ποια ένταση το έγραψε. Ήταν μια έκρηξη απρόσμενων αποθεμάτων και στίχων. Αντιλαμβάνεστε, ότι αυτό καταρρίπτει κάθε σοβαρή θεωρία της λογοτεχνίας.
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
Αν θυμάμαι καλά, κάποτε, ήταν η ζωή μου έκπαγλη
γιορτή που άνοιγαν όλες οι καρδιές και όλα τα
κρασιά κυλούσαν.
Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και τη βρήκα πικρή.
Και τη βλαστήμησα.
Οπλίστηκα ενάντια στη δικαιοσύνη. Δραπέτευσα.
Ω Μάγισσες, Μιζέρια, Μίσος, εσείς θα
διαφυλάξετε το θησαυρό μου.
Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε
ελπίδα ανθρώπινη.
Μ’ ύπουλο σάλτο, χύμηξα σα θηρίο πάνω σ’ όλες
τις χαρές να τις σπαράξω.
Επικαλέστηκα τους δήμιους να δαγκάσω, πεθαίνοντας,
τα κοντάκια των όπλων τους.
Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ
στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.
Στέγνωσα στον αέρα του εγκλήματος.
Ξεγέλασα την τρέλα.
Κι’ η άνοιξη μου προσκόμισε το φρικαλέο γέλιο
του ηλίθιου.
Μα τώρα τελευταία, πριν τα τινάξω για καλά,
λέω ν’ αποζητήσω το κλειδί του αρχαίου συμπόσιου
μήπως βρω ξανά την όρεξή μου.
Το κλειδί αυτό είν’ η συμπόνοια.
Η έμπνευση τούτη δείχνει πως ονειρεύτηκα.
«Θα μείνεις ύαινα…». ολολύζει ο διάβολος :
και με στεφανώνει με πλήθος ιλαρές παπαρούνες.
«Φτάσε στο θάνατο μ’ όλες τις αχαλίνωτες ορέξεις σου,
τη φιλαυτία σου, και κάθε ασυγχώρητο αμάρτημα!»
Αχ ! απαύδησα.
Αλλά, Σατανά, φίλτατέ μου, να χαρείς, όχι βλοσυρές ματιές.
Περιμένω μερικές βδεληρότητες, αναδρομικά.
Ωστόσο, για σάς, τους εραστές της απουσίας του
περιγραφικού η διδακτικού ύφους σ’ έναν συγγραφέα,
για σάς αποσπώ τις λίγες ελεεινές αυτές σελίδες από
το σημειωματάριο ενός κολασμένου.
(Μια εποχή στην κόλαση, εκδόσεις Γνώση, 1981, μετάφραση Νίκου Σπανιά)
Θα έλεγα επίσης, τον Εχθρό του ποιητή, του Γιώργου Χειμωνά. Ένα παλίμψηστο κράμα ποιητικού και πεζού λόγου, ένας συγκλονιστικά πάσχων εαυτός. Οι ποιητές κινδυνεύουν από τους αγαπημένους, ξέρετε. Ο Χειμωνάς εδώ, ο «ποιητής» Χειμωνάς, το γνωρίζει καλά και επιθυμεί το τέλος του, ενώ τον καταναγκάζουν να ζήσει. Το βιβλίο αυτό είναι ένας άθλος της γραφής και της ατομικής συνείδησης. Δεν ξεχνάω όμως κανέναν. Πώς να ξεχάσω την Κατερίνα Γώγου; Και τόσους άλλους, που γνώρισα, μίλησα, διάβασα ;
-Ποιοι στίχοι σας, υπήρξαν για σας έκπληξη; (γεννήθηκαν απρόσμενα, ήταν σα να τους έγραψε άλλος, σας ξάφνιασαν κάπως;)
Δεν μπορώ να μιλήσω για στίχους. Είναι τόσοι πολλοί, τόσοι σπουδαίοι. Δεν ξεχωρίζω κανέναν δικό μου . Όπως έχει γράψει ο Βαρβέρης παλαιότερα, «δεν μου ανήκει στίχος κανείς / τους χειρούργησαν όλους οι φίλοι μου». Κάτι παρόμοιο έγραψα κι εγώ, σε ένα ποίημα του 2016: «Κι αυτά τα ποιήματα / Που τώρα γράφω / Δεν τα έγραψα εγώ / Τα κουπιά τα έγραψαν / Εγώ δεν γράφω ποιήματα / Το μοναδικό μου ποίημα /Ήσουν εσύ». Θυμάμαι τους τρεις ανθρώπους που επιδίωξα να γνωρίσω στην ζωή μου: Τον Σαχτούρη, τον Γονατά, και τον Λειβαδίτη, σε ηλικία 22 ετών, για να τους δώσω το πρώτο μου βιβλίο. Αυτοί ήταν η έκπληξη, το ξάφνιασμα. Έκτοτε, όλους τους άλλους, όταν επέστρεψα από την σιωπή μου, τους γνώρισα τυχαία. Στη βόλτα (υπήρχε τότε ακόμα η βόλτα), στα μαγαζιά, στους δρόμους, στις παρέες, στο κέντρο, λόγω και των σχέσεων που ακόμα ήταν σε ισχύ, δεν κατοικούσε ο καθένας στον εαυτό του. Γνώρισα τους περισσότερους, άνθρωποι άλλου ήθους, άλλης στάσης ζωής, άλλης σοβαρότητας. Περισσότερο αυτοί ήρθαν σε μένα, από περιέργεια. Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ, με την ακαταμάχητη γοητεία της και εκείνο το χαμόγελο. Και τόσοι άλλοι πολλοί, με κόντρες, με διαφορετικές απόψεις, με πάθη, με αποκλεισμούς, αλλά με μια ευγένεια. Θυμάμαι, ο Σαχτούρης, τότε στο σπίτι του, όταν τον είχα ρωτήσει διστακτικά για το «Διαμελίζομαι», που του άρεσε (όπως μου έγραψε και σε μια επιστολή), πως μπορώ να γράψω καλύτερα, μου είχε διηγηθεί μια ιστορία, με την απάντηση του Ντοστογιέφσκι, όταν τον είχε επισκεφτεί ένας νέος Ρώσος συγγραφέας και τον είχε ρωτήσει το ίδιο. Η απάντηση ήταν: «Για να γράψεις καλύτερα, πρέπει να πονέσεις περισσότερο». Πόνεσα. Αν δεν πονέσεις, δεν έχεις διάρκεια. Αλλά σταμάτησα να εκδίδω για πολλά χρόνια. Ήταν η απόφασή μου. Κι έρχεται ο Γονατάς τώρα ξανά. Σήμερα που δηλώνουν όλοι ποιητές, και παρεξηγούνται κιόλας, με την δική τους άγνοια. Είχε πει: «Εγώ δεν είμαι λογοτέχνης. Είμαι καλλιτέχνης. Το λογοτέχνης, έχει κάτι το περιορισμένο, το δασκαλίστικο, το φιλολογικό. Δεν είμαι ποιητής, κι ας λένε. Έχω, όμως, ποιητική συνείδηση. Έχει καλλιεργηθεί η εντύπωση, επειδή είμαι κλεισμένος εδώ και δείχνω ότι το μυαλό μου είναι κάπου αλλού, ότι ζω σ’ έναν ελεφάντινο πύργο. Λάθος. Δουλεύω από 15 χρονών και έχω πολλά βιώματα. Εξ ου, και η μόνη φιλοσοφία που αναγνωρίζω είναι η βιωμένη. Όχι τα συστήματα. Δεν είμαι θεωρητικός εγώ. Λειτουργώ με εικόνες, με ένστικτα, με παρορμήσεις. Με ενοχλεί η σπουδαιοφάνεια στους συγγραφείς και βρίσκω πως υπάρχει πολλή φιλολογία. Δε μου αρέσουν οι συγκεχυμένες απόψεις και οι κουρελούδες γνωμών. Γενικά, δε μ’ αρέσει το εγκεφαλικό στην τέχνη. Θέλω το απτό, το ξεκάθαρο». Λείπουν σήμερα τέτοιοι άνθρωποι. Σε ότι αφορά αυτό που ρωτάτε, ας πούμε πως με ξάφνιασαν δύο βιβλία μου, τα ενδιάμεσα της Τετραλογίας : Το «Μετά» (2012) και το «Καπνισμένο κόκκινο» (2013). Ο τρόπος και ο χρόνος γραφής τους. Ήταν για μένα κάτι απροσδόκητα αποκαλυπτικό.
-Θυμάστε το πρώτο σας ποίημα;
Έγραψα για πρώτη μου φορά ποιήματα 20 χρονών. Και εκδόθηκε το πρώτο μου βιβλίο. Δεν έχω κάτι συγκινητικό να διηγηθώ, μια ιστορία για ένα ποίημα στα επτά μου, ή στα δέκα μου. Μέχρι τότε, με ενδιέφεραν μόνο η ζωή, το διάβασμα και τα κορίτσια. Μετά σταμάτησα για 18 ολόκληρα χρόνια να γράφω. Την συνέχεια την γνωρίζετε.
-Έχετε απαντήσει στο ερώτημα «τι είναι ποίημα»;
Ναι, εδώ και πολλά χρόνια. Δεν γνωρίζω. Ούτε και νομίζω ότι θα το μάθω ποτέ. Έχω άγνοια. Έχω όμως και την εντύπωση (ή την ελπίδα;) ότι η γλώσσα, οι λέξεις, θα μας εκδικηθούν κάποτε για τον τρόπο που τις χρησιμοποιήσαμε. Το ποίημα φεύγει, όπως φεύγει η σφαίρα, από την θαλάμη κάποιου όπλου. Για κάποιο λόγο. Και πετυχαίνει κάποιον, συνήθως αθώο. Ανύποπτο. Υπάρχει το ίχνος από το αίμα του. Μετά, κάποιος δικάζεται γι αυτό. Εν αγνοία του. Ή επευφημείται. Υπάρχουν τα αποτυπώματα. Η εξακρίβωση. Οι ετυμηγορίες των ενόρκων. Των δικαστών. Έπειτα συμβαίνει και μια γιορτή. Των πολλών. Κάποιες φορές μεταφέρεται και στα Πανεπιστήμια, με τις δέουσες τιμές. Για τις απαραίτητες νεκροψίες και νεκροτομές πάνω σε ένα διαλυμένο σώμα.
-Ξεκινώντας από την τελευταία σας συλλογή, μια μικρή ανασκόπηση στην ποιητική δουλειά σας;
Είναι εξαιρετικά άβολο και αμήχανο να το κάνω εγώ αυτό. Δεν είμαι συνηθισμένος. Ο συγγραφέας είναι τα βιβλία του. Με αυτά λέει ότι έχει να πει. Θα προσπαθήσω, όμως, στο ελάχιστο. Τα βιβλία μου χωρίζονται σε δύο μεγάλες περιόδους. Μέχρι το 2010 και από το 2011 και μετά. Θα μιλήσω επιγραμματικά μόνο για την δεύτερη, όταν και βρέθηκα αντιμέτωπος με κάποιο συμπαγές, «ενιαίο» έργο, σε συνέχειες. Με κεντρική ιδέα, κορμό, αναθεωρήσεις, διαφορετικά επίπεδα γραφής, μακροπεριόδους, άλλες νοηματικές σταθμίσεις, νέες συνθετικές βάσεις, άλλες οπτικές γωνίες. Οι τίτλοι είναι όλοι δηλωτικοί, ακόμα και οι υπότιτλοι. Σημαίνουν. Όλα εκπροσωπούν και εξυπηρετούν κάτι που εξελίσσει την επιβίωση της ιδέας, την επαναλαμβάνουν κάθε φορά, σε άλλο χρόνο. Στην λογοτεχνία το θέμα δεν είναι σημαντικό, η θέαση είναι αυτή που μετράει, ο τρόπος που η οπτική σου το θεμελιώνει. Στο βιβλίο του 2011 (Πιο νύχτα δεν γίνεται) ο υπότιτλος είναι «Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου». Τελειώνει, μετά από 270 σελίδες πεζών κειμένων με ένα κόμμα. Δεν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους. Στο βιβλίο του 2012, ένα μακροσκελές ποίημα (Μετά), δεν υπάρχει κόσμος, υπάρχει μόνο ένας αφηγητής, πάνω από τα ερείπια. Στο βιβλίο του 2013 (Καπνισμένο Κόκκινο), ένα μεικτό είδος ποιητικής πρόζας, γίνεται μια προσπάθεια, αποτυχημένη, επανίδρυσης του κόσμου, από «την γυναίκα που ήταν ο κόσμος». Αυτή τίκτει, γεννά. Στο βιβλίο του 2014 (Ολομόναχοι Μαζί), υπάρχουν 30 ποιήματα – επιστολές σε έναν αφανέρωτο κόσμο, χωρίς παραλήπτη. Στα ποιήματα του 2015 (Ο άνθρωπος έσπασε) υπάρχει ο διαφαινόμενος θρήνος της απώλειας του έργου. Στα ποιήματα του 2016 (Πράξη Εξαφάνισης) δηλώνεται η εξαφάνιση. Προκύπτουν εδώ άλλες εποχές, άλλες κλιματικές συνθήκες. Αυτό συνεχίζεται, ως μοτίβο, ένα διαρκές work in progress, μεσολαβούν άλλα βιβλία της ίδιας οργανικής ιδέας, που διαπλέκονται μέχρι το 2022, όταν θεωρητικά φτάνουν σε ένα επιστέγασμα, μια κατάληξη, ένα τέρμα. Αυτό το συνθετικό ποίημα σε 22 ενότητες (Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος) αγγίζει μια κορυφή, έως τότε σε μένα άγνωστη. Πρόκειται πλέον περί μιας οριστικής (;) και πολύ φιλόδοξης απόφανσης που συμπεριλαμβάνει πολλές διακειμενικότητες, πολλές κρυπτικές γωνίες, πολλές υπόγειες συνομιλίες, πολλές εκτροπές λόγου, μιας και το πρόσωπο της γυναίκας που ήταν ο Κόσμος συγχέεται απολύτως με το πρόσωπο της Λογοτεχνίας. Σχεδόν ταυτίζονται. Συγκρούονται μετωπικά. Αμφισβητεί η μια τα δομικά υλικά της άλλης και προσπαθεί να την καταργήσει. Ενώνεται η αισθητική με το τέλος των λέξεων. Μια αλληγορία δυο φωνών, που και οι δύο είναι δικές μου. Μια απόσυρση, που είναι μεταφορά, όχι πραγματικότητα. Κι εδώ ο τίτλος είναι δηλωτικός. Και η παρήχηση του Δ και του Ξ. Δεν ξέρω αν σημαίνουν κάτι όλα αυτά και πόσο σημαντικά είναι. Το τέλος όμως, δεν φαίνεται να τελειώνει ποτέ οριστικά. Πάντα παίρνει παράταση ζωής.
-Από έλλειμμα γράφουμε ή από περίσσευμα;
Μόνο από έλλειμμα. Μας λείπουν πολλά. Κυρίως το παιδί, που κάποτε υπήρξαμε. Αυτό προσπαθούμε να συναντήσουμε, όχι να αλλάξουμε τον κόσμο ή το σύστημα. Αυτά δεν αλλάζουν. Περίσσευμα δεν έχει κανείς από όσους γράφουν. Και αν είχε, ειδικά στην σημερινή εποχή, δεν θα το σπαταλούσε έτσι. Θα το κρατούσε για να ξεγελάσει τον εαυτό του. Ή, να το χρησιμοποιήσει υπέρ του. Το σημαντικό είναι πως διαχειρίζεται κανείς τα ελλείμματα του. Αν και εφόσον τα παραδεχτεί. Και πως τα αφήνει να διαρρεύσουν στο χαρτί.
-Και «η ποίηση το καταφύγιο που φθονούμε;» Η σημαντική ποίηση πότε γράφεται; Σε αντιποιητικούς καιρούς ή σε εποχές ευμάρειας;
Ο στίχος αυτός του Καρυωτάκη είναι από τους πλέον δημοφιλείς. Είναι από την συλλογή «Ελεγεία και σάτιρες» που κυκλοφόρησε το 1927. Ένα χρόνο μετά, αυτοκτόνησε. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι, μάλλον, σονέτο, δηλαδή γραμμένο σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παραδοσιακής ποίησης. Ο Καρυωτάκης για μένα ήταν ακραία μοντερνιστής. Προτιμώ από το ποίημα αυτό τον πρώτο στίχο «Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» και τον προτελευταίο, πριν από αυτόν που αναφέρεστε, «Μας διώχνουνε τα πράγματα», ως ενδεικτικούς της πορείας που θα τον οδηγούσε στον θάνατο. Με το βιβλίο αυτό ο Καρυωτάκης συνειδητοποιεί το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει, την ολοκληρωτική μοναξιά του ανθρώπου, την έλλειψη κινήτρων ή ιδανικών. Δεν νομίζω ότι πρόθεσή του ήταν να ασκήσει κάποια κριτική στο κοινωνικό, γραφειοκρατικό (ως υπάλληλος Νομαρχίας), πολιτικό ή άλλο σύστημα. Ο σαρκασμός και η ανελέητη ειρωνεία του στρέφονται προς το πρόσωπό του. Τα στρέφει αυτός. Μέχρι τότε η ποίηση ήταν, προφανώς, το καταφύγιό του. Το τέλος του ήταν η τελευταία πράξη γραφής του στα 32 του, το τελευταίο του ποίημα, που φθονούσε. Πάντα φθονούμε αυτό που θέλουμε να φτάσουμε, γιατί δεν ξέρουμε αν θα τα καταφέρουμε και υπό ποιες συνθήκες. Από τότε έχουν κυκλοφορήσει στην χώρα μας 50 βιβλία – μελέτες γι αυτόν, έχουν μετρηθεί έως και τα βήματα που έκανε μέχρι να φτάσει στον ευκάλυπτο για να αυτοκτονήσει, έχουν αναλυθεί οι προθέσεις του, το έργο του, έχουν γίνει μελέτες, διδακτορικά, διατριβές στα Πανεπιστήμια. Είναι στα χέρια των φιλολόγων. Τι να πω εγώ; Δυο χρόνια μετά, με το ίδιο μαύρο, αυτοσαρκαστικό χιούμορ στην αποχαιρετιστήρια επιστολή του, αυτοκτόνησε στην Σοβιετική Ένωση και ο Μαγιακόφσκι (Συμβουλεύω όσους δεν ξέρουν κολύμπι, να μην το προσπαθήσουν, Κ.Κ – Παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά, ο μακαρίτης τα απεχθανόταν, Β.Μ.)
Ποίηση γράφεται και θα γράφεται πάντα. Σε όλους τους καιρούς. Καλή ποίηση. Όλα αυτά υπάρχουν μέσα μας, σε όποιον γράφει, όποια εποχή γράφει. Σημασία μεγάλη έχει το κίνητρο και η κατεύθυνση που θα ακολουθήσεις. Μπορώ μόνο να πω ότι σήμερα, στην χώρα μας, γίνεται μια «κατάχρηση», ένας «υπερπληθωρισμός φωνών», μια «υπερπαραγωγή» , που μπερδεύεται στα αυτιά μας και καταλήγει σε βιομηχανία προϊόντων. Μετά διεκδικεί κοινό που δεν υπάρχει, γιατί οι αναγνώστες ολοένα και μειώνονται. Εκδίδονται 1.500 ποιητικές συλλογές ετησίως και οι μισές «βραβεύονται» σε «παγκόσμιους διαγωνισμούς», πέραν των υπαρχόντων κανονικών. Σάμπως η ποίηση έχει ανάγκη την επιβράβευση, την επικρότηση. Οι εκδότες από 40 έγιναν 1500. Δεν θέλω να επεκταθώ περισσότερο.
-Ο Νάνος Βαλαωρίτης υποστήριζε ότι η ποίηση είναι χρησμική, εσείς τι πιστεύετε;
Η ποίηση δεν ορίζεται, γράφεται. Δεν διδάσκεται, δεν είναι μάθημα, απορρέει. Διαπράττεται, όπως ένας φόνος. Δεν υπάρχει κανένας ορισμός που να περιγράφει το άλεκτον, το άναρθρον. Δεν το είπαν τόσοι και τόσοι, θα το πω εγώ; Προτιμώ αυτό που είπε ένας πεζογράφος, ο Χειμωνάς: «O θάνατος είναι φυσικός, η ποίηση υπερφυσική». Αυτό μου είναι αρκετό για μια κατάσταση ανεξήγητης και ανεξέλεγκτης ψυχικής έκρηξης, για την οποίαν δεν έχω απαντήσεις. Για μένα είναι σωματοποιημένα γεγονότα ζωής, συμβάντα που αποκτούν, ενίοτε, και οικουμενική σημασία. Είναι η συνείδηση που πάσχει, όχι αυτή που ομιλεί ή γράφει. Νομίζω, θα έπρεπε να γίνει μια άλλου είδους συζήτηση. Που να αφορά στο οξυγόνο της ποίησης. Αυτό που παρέχει και αυτό που δημιουργεί. Και μέσα σε ποια κοινωνικά πλαίσια λειτουργεί όλη αυτή η αγωνία της. Πρέπει πρώτα να μιλήσεις με αυτόν που έχεις μέσα σου και μετά να επιβιώσεις τόσων αναπάντητων ερωτημάτων. Δε θα τα βρεις στο Google. Οι απαντήσεις φέρνουν νέα ερωτήματα, νέα αδιέξοδα. Δεν υπάρχει τίποτα σαφές, τίποτα ακριβές και αυτό είναι η γοητεία της. «Στην Τέχνη όλα τα ακριβά είναι ανακριβή» ( Χάϊνερ Μύλλερ). Αναγκάζομαι να καταφεύγω σε λέξεις άλλων για να πω ότι με την αμφιβολία μόνο γράφω. Μόνο ερωτήσεις θέτουν τα ποιήματα, δεν δίνουν απαντήσεις. Τα υπόλοιπα θα τα πουν οι καθηγητές και οι θεωρητικοί της λογοτεχνίας. Ή, όσοι νομίζουν ότι εντέλλονται. Σήμερα ομιλούν τα data, οι βάσεις δεδομένων, οι άνθρωποι – τράπεζες πληροφοριών, οι ατελείωτες κριτικές θεωρήσεις και αποτιμήσεις, οι ένθεν κι εκείθεν ανταλλαγές, οι γνωριμίες, οι παρέες, οι σύλλογοι, τα περιοδικά, οι αναγνωστικές εμπειρίες που έχουμε συγκεντρώσει όλοι στις βιβλιοθήκες μας και κάποιοι ξαφνικά τις κραδαίνουν σαν λάφυρα πολέμου, σαν να βρισκόμαστε σε πεδίο μάχης, σε εμπόλεμη ζώνη, οι υπερβολικές φιλοδοξίες, η διάθεση για αναγνώριση, η φτηνή ματαιοδοξία, ο ναρκισσισμός, ο εγωισμός, η υστεροβουλία. Συνέβαιναν και παλιότερα, σε κάποιο βαθμό, αλλά υπήρχε ένα στάτους. Ένας τρόπος ομιλίας που φαινόταν – και ήταν – ανθρώπινος. Υπήρχε ένας διάλογος. Υπήρχε ακόμα η πραγματικότητα. Όχι αυτό το χύδην. Η λογοτεχνία δεν είναι σάκος του μποξ για να βγάζουμε το άχτι μας πάνω της. Ζούμε ένα μπερδεμένο, εποχικό (ενοχικό;) κουβάρι. Μια πτώση. Η Ποίηση, δεν θα μεταβληθεί ποτέ σε δύναμη εξουσίας. Παραμένει και θα υπάρχει πάντοτε, παρά τους καιρούς, δύναμη ανατροπής, ομορφιάς και αντίρρησης. Στα σκαλάκια, σκυφτή, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Τουλάχιστον, σαν αναγνωστική εμπειρία, αλλά και σαν γραφή. Είναι η μόνη αθώα. Η Ποίηση καταδεικνύει, αποκαλύπτει και θέτει ερωτήματα, και ο σημερινός καταναλωτικός «πολιτισμός» εξυπηρετεί και διαχειρίζεται καταστάσεις που τον ενισχύουν, δίνοντας τις «θεσμικές» απαντήσεις που θέλει. Ακριβώς το ίδιο που γίνεται και στην κεντρική πολιτική σκηνή. Η Ποίηση ανοίγει τις κουρτίνες, και ο «πολιτισμός» τις κλείνει. Είναι άλλο το ένα, και άλλο το άλλο. Αν μπούμε τώρα στην συζήτηση ότι η Ποίηση είναι και πολιτική, φυσικά και είναι, ανυπερθέτως, αλλά με άλλες προϋποθέσεις και όρους. Ορισμοί, πάντως, δεν υπάρχουν. Χάθηκε το σημαντικότερο, το εξ αρχής πρωτεϊκό: Το αληθινό και πρωτογενές συναίσθημα και η συγκίνηση που εκλύεται από την γραφή. Τα εξοβελίσαμε, χάριν του εγκεφαλικού. Απαγορεύσαμε την «διαφορετικότητα». Υπάρχει μια ομοιομορφία, μια ομοιότητα σε όλα, παντού, που θυμίζει ολοκληρωτισμό. Προσαρμογές και διάφορες φωτοτυπίες. Η αλήθεια όμως είναι απόρρητη. Δεν θα την μάθουμε ποτέ. Ας προσποιηθούμε, τουλάχιστον, ότι προσπαθήσαμε λίγο να την ανακαλύψουμε.
-Θα επιλέξετε για μας ένα ποίημά σας;
Θα σας πω το ποίημα ΑΙΜΑ, ή οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα 29 ποιήματα που περιέχονται στο βιβλίο. Είναι από το ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ (2014) , το τέταρτο βιβλίο που κλείνει, θεωρητικά, την Κοσμική Τετραλογία. Και θα εξηγήσω και το γιατί. Γιατί είναι, ίσως, το μόνο από τα βιβλία μου, που χάρηκα, έστω για λίγες μέρες, όταν ολοκληρώθηκε. Περιέχει 30 μακροσκελή ποιήματα που γράφηκαν στο διάστημα 1Απριλίου – 30 Απριλίου 2014, και αντιστοιχούν το καθένα σε 7+23 ακόμα θανάσιμα αμαρτήματα. Που καταλογίζονται στο μυθοπλαστικό πρόσωπο της Τετραλογίας. Οι τίτλοι είναι όλοι μονολεκτικοί. Ήταν Πέμπτη, 1η Μαίου 2014, ήμουν ελεύθερος από το βιβλίο, απελευθερωμένος, και βρισκόμουν στο Χαλάνδρι. Είχα κερδίσει το μοναδικό στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου και τον χρόνο. Συνήθως, όταν εκδίδεται ένα βιβλίο μου, είμαι λυπημένος. Γιατί χάνω το έργο. Προσωρινή απώλεια όρασης. Κάθε βιβλίο είναι ένας μικρός θάνατος, στοιχίζει πολύ. Το έχω, όμως, συνηθίσει αυτό.
ΑΙΜΑ
Ήθελες να εξηγήσεις το νόημα
Σ’ ένα ακατόρθωτο σύμπαν
Και αποσύρθηκες
Με τα πλησιέστερα πρόσωπα
Μιας τέτοιας συνοδείας
Ενώ το φίδι
Ένευε κατευναστικά
Στην απάτη
Ίσως το πήρες και αγκαλιά
Εκείνες τις πρώτες νύχτες
Για να αντικαταστήσεις
Τον κόσμο που έλειπε
Με επείγον δέρμα
Το δηλητήριο στην αρχή είναι γλυκό
Μουδιάζει ο θάνατος
Ήμουν εκεί όταν άλλαζαν τη δοσολογία του
Τις ώρες που η πραγματικότητα
Δεν υποχωρούσε
Όχι για το μέλλον
Δεν υπάρχει κανένα μέλλον
Στους νεκρούς
Αλλά για να μη μένει η καρδιά
Μόνη της
Δεν είναι ανάγκη να σκέφτεσαι τον Βαν Γκογκ
Ή την κυνηγετική καραμπίνα του Χέμινγουεϊ
Δεν χρειάζεται ούτε η τραγωδία
Που έζησε ο Νίτσε
Στο αρχαίο νησί Νάξος
Μετά την προδοσία της Αριάδνης
Είναι ανυπόφορο να είσαι ο Αρτώ
Και να μην μπορείς να κατευθύνεις τους ηθοποιούς σου
Στο θέατρο της σκληρότητας
Επειδή ο Λακάν στο άσυλο
Άλλαξε χέρια
Καμιά φορά σε βλέπω
Κατεβαίνεις το δρόμο προς το βιβλιοπωλείο
Με όλο τον εγκόσμιο φόβο σου
Για να με συναντήσεις
Φοράς το χακί φόρεμα
Τα τελευταία δυο κουμπιά ανοιγμένα
Σαν ερωτευμένες βεντάλιες
Έχω μικρύνει τόσο πολύ
Που δεν με βλέπεις
Μια τέλεια απομίμηση του εαυτού μου
Σκουπίζω τη σέλα της μηχανής
Για να ανέβεις
Μαθαίνω να μιλάω στα δάχτυλα μου
Μετά τα κόβω
Και τα βάζω για ύπνο στον κόλπο σου
Με άγνωστα όνειρα
Γράφω
Γιατί δεν μπορεί να συμβεί τίποτε άλλο
Εκτός από αυτό
Το αίμα
(23.04.2014)
.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟ
FRACTAL 24/2/2016
-Θα ήθελα να ξεκινήσουμε την συνέντευξη αυτή τελείως ανάποδα. Από το τέλος προς την αρχή. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής σας «Ολομόναχοι μαζί» – το οποίο αποτελεί και το τέλος μιας σειράς τεσσάρων βιβλίων- γράφετε το εξής: “Μη φοβάσαι/ Ένα βιβλίο είναι μόνο/ Μια γρατζουνιά κόκκινου/ Όλος ο θάνατος/ Είναι μετά/ Η επόμενη γη/ Θα έχει μόνο λογοτεχνία”. Γιατί βάζετε τον θάνατο σ’ αυτό που επέρχεται;
-Γιατί είναι ο θάνατος τεσσάρων βιβλίων. Ο θάνατος ενός κόσμου που είχα την ψευδαίσθηση ότι θα παρέμενε πάντα δίπλα μου, συντροφεύοντας τις αναζητήσεις μου. Η λογοτεχνία είναι, ούτως ή άλλως, ψευδαίσθηση, αλλά δεν θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ αυτόν τον βαθμό αποτυχίας. Η τετραλογία ήταν ένα παράτολμο, ένα ριψοκίνδυνο σχέδιο. Το ήξερα πριν ξεκινήσω. Πίστεψα πολύ σε αυτό. Έδωσα πολύ απ’ τον εαυτό μου, πολλά κομμάτια από τον τρόπο που αντιμετωπίζω το παρόν και το μέλλον. Κάποια στιγμή νόμισα ότι τα κατάφερα. Ο κόσμος, όμως δεν θα συμφωνήσει ποτέ με το λογοτεχνικό του ομοίωμα. Έχει άλλες προσημειώσεις υπ’ όψιν του… Δεν πειράζει. Η ζωή είναι μια σειρά από υποσημειώσεις, άναρχα διατυπωμένες, σ’ ένα κυρίως έργο που θα συνεχίσει να αγνοείται. Την άλλη φορά θα αποτύχουμε καλύτερα. Δεν το έλεγε ο Μπέκετ στον «Ακατανόμαστο»; Σημασία έχει να πιστεύεις κάπου με δύναμη. Χρειάζεται αγάπη γι αυτό. Και μεγάλη αφοσίωση. Δεν μπορείς να κάνεις κανέναν να σε αγαπήσει. Μπορείς, όμως, να τον αγαπάς εσύ. Για αυτά τα τέσσερα βιβλία είμαι πολύ περήφανος.
-Η συλλογή αυτή φέρει τον υπότιτλο: «Γράμματα σε έναν αφανέρωτο κόσμο». Ποιος είναι αυτός;
–Αυτός που φοβήθηκε να γεννηθεί. Ο καινούριος.
-Ποια η θέση της παράδοσης στην τέχνη και ποιο το βάρος της στο δικό σας έργο;
–Συνηθίζουμε να απαξιώνουμε το παλιό, να το μειώνουμε, να το αγνοούμε επιδεικτικά, να το διαγράφουμε. Όμως το παλιό μάς έφτασε ως εδώ. Εγώ παιδί διάβαζα κλασική λογοτεχνία, όπως οι περισσότεροι. Διάβαζα Ντοστογιέφσκι, Σταντάλ, Φώκνερ, Γκόρκι, Κόνραντ, Ναμπόκωφ, Φλωμπέρ, Ουγκώ, Μέλβιλ, τι να κάνουμε τώρα; Να τους πετάξουμε όλους στα σκουπίδια και να πούμε ότι παρήλθαν; Τμήματα του έργου τους θα μείνουν για πάντα. Παρότι στο γράψιμό μου δεν ενσωματώθηκε σχεδόν τίποτε από αυτή την «κλασική σχολή», η επιρροή της παραμένει βαθιά. Τα καλύτερα χρόνια μου τα πέρασα με αυτούς και με αλχημιστικές παρερμηνείες του Νίτσε και του Ρεμπώ… Αν δεν υπάρχουν γερές βάσεις, δεν μπορείς να χτίσεις στα σύννεφα. Εκεί υπάρχουν μόνο δροσοσταλίδες. Αυτοί οι συγγραφείς, αυτή η παράδοση, μας επιτρέπει, γνωρίζοντας την καλύτερα, να την αποδομήσουμε και να προχωρήσουμε παρακάτω. Αν δεν υπήρχαν αυτοί οι συγγραφείς, δεν θα υπήρχε τίποτα. Όλα είναι μια εξέλιξη ενός κύκλου που μεγαλώνει. Ή μικραίνει, ανάλογα με τους καιρούς.
-Στην τετραλογία σας παρατηρείται η διαδοχή πεζού και ποίησης. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό;
-Δεν συμβολίζει κάτι ιδιαίτερα. Απλώς συνηθίζω μετά από ένα πεζό, να κάνω ένα ποιητικό βιβλίο και το αντίστροφο. Όλες οι εκδοχές του γραπτού λόγου με ενδιαφέρουν εξ ίσου.
–Η Γυναίκα και η Θάλασσα είναι τα δύο κεντρικά σύμβολα στο έργο σας. Θα ήθελα να μας μιλήσετε λίγο γι’ αυτά.
-Το κεντρικό πρόσωπο της τετραλογίας είναι η γυναίκα. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, καθώς παρουσιάζεται, για να είμαι πιο ακριβής. Η θάλασσα αποτελεί μέρος της. Επωάζεται μέσα στην μήτρα της για να τεκνοποιήσει τον διαφορετικό κόσμο. Είναι ένα εξιδανικευμένο πρόσωπο, μια σχεδόν εμμονική προσήλωση σε κάτι που, μάλλον, δεν υπήρχε. Σ’ αυτήν βασίζονται και τα τέσσερα βιβλία, γύρω της κτίζεται (και γκρεμίζεται) ένα άλλο σύμπαν. Το νήμα της παρουσίας της είναι, συμβολικά και κυριολεκτικά, μεταφυσικό. Αποτελεί το κλειδί της ανάγνωσης, το κλειδί του κόσμου που φεύγει, έρχεται και ξαναφεύγει. Αν ήταν ταινία θα ήταν σίγουρα η ταινία του Κιμ- Κι- Ντουκ, «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και πάλι άνοιξη». Και θα έβρεχε συνέχεια, όπως στην «Νοσταλγία» του Ταρκόφσκι.
-Στο πέρασμα από το «Πιο νύχτα δε γίνεται» στο «Μετά», βλέπουμε τα πρόσωπα να χάνονται… Παρατηρούμε, δηλαδή, μια πορεία εκφυλισμού με αποκορύφωμα την ανυπαρξία του κόσμου στο «Μετά». Ποια είναι η σημασία του;
–Αυτό δεν γίνεται και στον πραγματικό κόσμο; Δεν βλέπετε ότι έχει ανοίξει μια τεράστια τρύπα και τα τραβάει – μας τραβάει όλους προς τα κάτω; Είναι ένας κοσμικός όλεθρος αυτό που ζούμε. Μια πορεία αφανισμού, μετάλλαξης προς το ανύπαρκτο είναι. Οι άνθρωποι είναι καρικατούρες, κινούμενα σχέδια, θλιβερά σκιάχτρα. Αυτή την επιλογή τους άφησαν. Εκείνοι την αποδέχτηκαν. Την αγκάλιασαν. Και φτάσαμε ως εδώ. Το «Μετά» είναι ένα πραγματικό γεγονός, δεν είναι λογοτεχνία. Είναι η ιστορία μιας γης που χάθηκε. Απλώς, δεν το έχουμε καταλάβει.
-Κι έπειτα… Στο «Καπνισμένο κόκκινο» ζούμε την ανασύνθεση του κόσμου. Ποιες είναι οι πρώτες ύλες του και τι κόσμος είναι αυτός που δημιουργείται;
-Το «Καπνισμένο κόκκινο» αποτελεί τον τρίτο κρίκο της αλυσίδας, το μετά το «Μετά». Είναι το πιο αισιόδοξο βιβλίο που έχω γράψει στη ζωή μου. Το επέτρεψαν και οι συνθήκες, βλέπετε – οι προσωπικές εννοώ. Ο κόσμος εδώ ανασυντίθεται από τα υλικά της καταστροφής του: Νερό – Φωτιά – Γυναίκα. Με αυτή την σειρά. Είπα για την γυναίκα ότι είναι η ταινία του Κιμ – Κι – Ντούκ. Αυτό το βιβλίο, θα έλεγα, με παραπέμπει έντονα στο τραγούδι του Neil Young, «Like a hurricane»: Once I thought I saw you / In a crowded hazy bar / Dancing on the light / From star to star…Κι έπειτα: …where the feeling stays / I want to love you but / I‘m getting blown away…Η λογοτεχνία είναι μια προσπάθεια να δούμε την ζωή με το πρόσωπο που την ονειρευτήκαμε όσο ήμασταν ακόμη παιδιά.
-Με το «Καπνισμένο κόκκινο» εισάγετε μια εντελώς καινούρια εικόνα για το μυθιστόρημα. Είναι μια νέα μορφή που βρίσκει ολοένα και περισσότερους μιμητές. Θέλετε να μας πείτε λίγα λόγια γι αυτήν;
–Όταν έγραψα το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» το 10, όλοι με κοίταζαν παράξενα, με δυσπιστία, δεν μπορούσαν με τίποτε να επικοινωνήσουν. Άνθρωποι του χώρου, γνωστοί και μη εξαιρετέοι, μου έλεγαν ότι «λείπουν λέξεις», ότι «βαριόμουν να τελειώσω τις σελίδες», ότι «αυτό είναι ποίηση». Στο «Καπνισμένο κόκκινο» το 13, που ακολουθεί ακριβώς την φόρμα αυτή, τα πράγματα άλλαξαν τελείως. Όλοι μου έδιναν συγχαρητήρια! Πολλές φορές ήταν οι ίδιοι του 10, που δεν θυμόντουσαν αυτό που είχαν χλευάσει πριν, γιατί δεν το καταλάβαιναν. Τα πράγματα προχωράνε μπροστά, παντού. Οφείλεις να έχεις το βλέμμα σου στραμμένο σε αυτό που έρχεται. Και αυτό που έρχεται είναι αυτή η μορφή. Το παλιό μυθιστόρημα για μένα έχει πεθάνει. Μια αδιάκοπη φλυαρία που δυσκολεύεσαι να τελειώσεις και το παρατάς. Έπειτα διαβάζεις τις κριτικές, για να μην θεωρείσαι αδιάβαστος. Αυτή η κοροϊδία τελείωσε. Τώρα γράφουν πολλοί έτσι, με αυτή την δομή. Το σημαντικό είναι να περιγράψεις την διαδρομή της ψυχής του ήρωα σου και όχι την διαδρομή που κάνει σε εικοσιπέντε σελίδες ο ήρωας για να φτάσει από το Μοσχάτο στην Αθήνα. Ο «Οδυσσέας» ήταν τελείως διαφορετικό πράγμα, γιατί ο Τζόυς ήταν τελείως διαφορετικός.
-Η πολυφωνικότητα στο τελευταίο σας βιβλίο, πόσο βοήθησε στην αποκρυστάλλωση της γενικής σας αναζήτησης- πρόθεσης;
-Θα εννοείτε το «Ασκήσεις ύφους», φαντάζομαι. Δεν είναι μόνο δικό μου, είναι και της Μαρίας Χρονιάρη. Κάποια μου μίλησε, αναφερόμενη σε αυτό το βιβλίο με παρρησία, για ισάξιες λέξεις. Δεν υπάρχουν ισάξιες ή ανάξιες λέξεις. Υπάρχουν μόνο οι λέξεις, εκ μέρους τους. Και, εν προκειμένω, οι λέξεις που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο είναι άξιες. Άσχετα με το ποιος απ’ τους δύο τις έγραψε. Έτσι πιστεύω εγώ. Σε αυτό που με ρωτάτε, αν με βοήθησε στην αποκρυστάλλωση της γενικότερης αναζήτησής μου, όχι. Το βιβλίο είναι αυτό που λέει ο τίτλος του: Ασκήσεις ύφους. Προσπάθησα, μάλλον, να ανταγωνιστώ τον Καινώ (γέλια)… Ήταν ένα ωραίο παιχνίδι, ένα κλείσιμο του ματιού στον «βαθύ ποιητικό οίστρο»… Δεν χρειάζεται να απομονωθείς σε ένα νησί πέντε – έξι μήνες για να γράψεις μια ποιητική συλλογή. Το κάνεις και σε δυο – τρεις μέρες, πίνοντας τον καφέ σου και απολαμβάνοντας προσωπικές στιγμές στο Λουτράκι. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες μου. Και η ανταπόκριση της κυρίας Χρονιάρη, επίσης. Είναι ένα καλό πείραμα που έφτασε στα βιβλιοπωλεία και ο κόσμος το αγαπά. Ένα καλό βιβλίο. Είναι αδύνατον να καταλάβεις, αν δεν δεις τις δύο υπογραφές στο εξώφυλλο, ότι πρόκειται για «συνεργασία». Το ύφος είναι απόλυτα ενιαίο και συμπαγές.
-Τελικά είναι όλα λογοτεχνία;
Όταν ο Κάφκα έλεγε δεν είμαι τίποτε άλλο από λογοτεχνία θεωρώ πως το πρόσημο της σκέψης του, ο προσανατολισμός του, ήταν θετικός. Το η επόμενη γη θα έχει μόνο λογοτεχνία στο «Ολομόναχοι μαζί» είναι ακριβώς το αντίθετο, παρότι μοιάζει. Έχει μια μαύρη πρόσοψη, ένα αποκρουστικό μήνυμα εσωτερικά, μια απελπιστική πινακίδα. Γιατί δεν θα υπάρχουν πια άλλοι άνθρωποι.
-Σας έχουν αποδώσει πολλούς χαρακτηρισμούς. Ο ένας απ’ αυτούς είναι του ρομαντικού ποιητή. Εσείς πως βλέπετε τον εαυτό σας;
–Δεν νομίζω ότι είμαι αυτός που περιγράφουν. Πέρασα από όλα σχεδόν τα στάδια της ενηλικίωσης. Τώρα απολαμβάνω την μοναξιά μου και ξέρω πώς να μην προδίδω τον εαυτό μου. Έμαθα.
-Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον εαυτό σας δίχως την γραφή;
-Δεν νομίζω. Δεν έχω κάποιο καλύτερο τρόπο να σκέφτομαι. Δεν λέω να ζω, γιατί αυτό πια είναι πολύ δύσκολο… Οι άνθρωποι ξεγελάνε κάθε μέρα τον εαυτό τους, ζώντας έναν μεγάλο και αδιάκοπο προσωπικό θάνατο.
-Τι φοβάστε περισσότερο;
-Όχι πάντως τον θάνατο. Αυτός θα έρθει μια μέρα και θα φοράει τα καλά του. Φοβάμαι τον έρωτα που δεν είναι αγάπη και, ίσως ίσως, ούτε έρωτας. Φοβάμαι τους νεκρούς ανθρώπους που τριγυρίζουν ανάμεσά μας, παριστάνοντας τους ζωντανούς. Τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων πίσω απ’ τα πρόσωπά τους. Την νεκρική μάσκα που φορούν για να κρύβονται και την πουδράρουν κάθε μέρα με ρουζ για να φαίνονται ζωντανοί. Είναι το απαραίτητο αξεσουάρ τους όταν βγαίνουν έξω, το κουβαλάνε στη τσάντα τους πρωί πρωί, μαζί με το όπλο. Δεν το ξεχνάνε ποτέ. Η γυναίκα ξεχνάει ποτέ το κραγιόν της; Ο Αναγνωστάκης το έχει αποτυπώσει πολύ καλά: Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου. Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο. Κι εγώ.
-Ποιος ο στόχος σας ως ποιητής;
-Δεν είμαι ποιητής. Δεν είμαι τίποτε περισσότερο από έναν άνθρωπο που γράφει και αυτό προσπαθεί να το κάνει όσο γίνεται καλύτερα. Το μόνο που θα ήθελα σήμερα είναι να είμαι ένας διανοούμενος που δεν θα υποκρίνεται τον διανοούμενο.
-Ποια είναι η θέση της μουσικής στο έργο σας;
-Αυτή που είναι και στη ζωή μου. Μεγάλη. Ο Χένρι Μίλερ είχε πει κάποτε: Η μουσική είναι ένα ωραίο ναρκωτικό αν δεν την πάρεις πολύ στα σοβαρά. Κάποιες φορές την πήρα και το πλήρωσα. Ο Νίτσε, επίσης, είχε πει ότι η μουσική είναι η τέχνη της λησμονιάς. Είμαι μεταξύ του Χένρι Μίλερ και του Νίτσε. Δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αυτήν, πάντως. Μου είναι αδιανόητο να μην ακούω μουσική.
-Είχατε ποτέ ανάγκη για σιωπή;
-Τον τελευταίο καιρό πάντα. Όταν γράφεις, δεν μιλάς. Μοιάζει με άσκηση αφωνίας. Οι λέξεις που περισσεύουν, οι λέξεις που διασώζονται από την προφορική, καθημερινή σπατάλη, βρίσκουν την θέση τους στα βιβλία. Εκεί νοιώθουν καλύτερα.
-Πως αισθάνεστε κάθε φορά που ολοκληρώνεται ένα βιβλίο σας;
-Μέσα από το πρόσωπο της γραφής προσπαθώ να δω το πρόσωπο των ανθρώπων. Αυτό τις περισσότερες φορές είναι τρομακτικό και επώδυνο. Αισθάνομαι πληγωμένος από αυτό που είδα. Όταν τελειώνω ένα βιβλίο νιώθω αυτό που νιώθει και ο προδομένος εραστής. Ερωτική απογοήτευση. Είναι οξύμωρο: Να μην θέλω να ξαναγράψω και να γράφω συνέχεια.
-Ποιο μήνυμα θα θέλατε να δώσετε στους αναγνώστες;
-Ο Μαρκ Τουέην διηγείτο πως αν φροντίσεις ένα σκυλί, αν το μαζέψεις απ’ το δρόμο και το ταΐσεις δεν πρόκειται να σε δαγκώσει ποτέ. Αυτή είναι και η βασική διαφορά ανάμεσα σε ένα σκύλο και έναν άνθρωπο. Το μήνυμα, λοιπόν, είναι ένα: Να ακολουθήσουμε το παράδειγμα του σκύλου. Να είμαστε ευγνώμονες, γενναιόδωροι, να αγαπάμε στις πράξεις και όχι στα λόγια. Να είμαστε άξιοι της εμπιστοσύνης του άλλου. Η επιλογή, η μοναδικότητα της αγάπης είναι, δυστυχώς, μόνο για όσους μπορούν να αντέξουν την ομορφιά της. Είναι δύσκολοι οι καιροί. Άσκημοι. Ο κόσμος έχει συνηθίσει στην ασχήμια. Αλλά η ομορφιά είναι μονόδρομος.
-Διαβάζουμε για το βιβλίο που γράφετε, έχετε μιλήσει γι αυτό σε συνεντεύξεις σας, υπάρχουν αποσπάσματα στη σελίδα σας, το περιμένει πολύ ο κόσμος. Είναι, νομίζω, κάτι έξω από σας, έξω απ’ όλα όσα έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε στα βιβλία σας. Είναι έτσι;
-Παρά την σκληρότητά του το βιβλίο είναι, νομίζω, ελεγειακό. Έχει μια απόκοσμη ιερότητα, είναι μια συνεχής αιώρηση ανάμεσα στο τραγικό και στην συνείδηση ή την ασυνειδησία των πραγμάτων. Με κάτι ανίερο μου δίνεται η δυνατότητα να σχολιάσω το ιερό. Να το διαλέξω. Από σελίδα σε σελίδα το κλίμα αλλάζει ολοκληρωτικά και επανέρχεται πάλι. Από τη μία η χυδαιότητα, ο συρφετός δυο ξένων κορμιών, η αρρώστια της σάρκας. Από την άλλη το πλαίσιο της αντοχής, το θαύμα της αγάπης, η αγάπη εκ μέρους της. Μόνη. Θα ήθελα να δω πώς θα το προσλάβει το κοινό, αν θα νιώσει αυτό που εγώ θέλω να δείξω. Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ένα βιβλίο για το σεξ. Η βιαιότητα και η ένταση των σκηνών που περιγράφονται θα μπορούσε να σε παραπλανήσει. Όμως, όχι. Πρόκειται για ένα βιβλίο για την Αγάπη. Που συνήθως είναι αμίλητη.
Σαν γεγονός, σαν περιστατικό, περιγράφονται δύο ερωτικές νύχτες στο κέντρο μιας πόλης που δεν διευκρινίζεται, σ’ ένα δωμάτιο. Το σώμα εκείνης δοκιμάζεται, εθίζεται, αντλεί ευχαρίστηση από τον διασυρμό του, την προδοσία του. Το σώμα του άλλου ικανοποιεί τις πιο ακραίες φαντασιώσεις του πάνω της. Πρόκειται για δυο σώματα που δεν επικοινωνούν πουθενά. Υπάρχουν εκτεταμένες περιγραφές που, προφανώς, δεν συμβαίνουν. Όταν πηδιέσαι έτσι, το γλεντάς. Μετά έρχονται οι συνέπειες. Τα δύσκολα, που αφορούν στο ό,τι κάνεις και σου επιστρέφεται σε μεγαλύτερο βαθμό, γυρνάει πάνω σου και σε τρώει . Στην Τέχνη, αν θέλεις να δείξεις κάτι, να το τονίσεις, να περάσεις από μέσα του, ο ασφαλέστερος τρόπος είναι η υπερβολή, η διόγκωση των γεγονότων, η ακραία εκδοχή. Στην πραγματικότητα η «πράξη» αυτή, αυτού του είδους οι «συναντήσεις» είναι βιαστικές και ασήμαντες. Στην ουσία, δηλαδή, μιλάμε για ένα αποτυχημένο πήδημα. Μια ξεπέτα της στιγμής, ένα ξόδεμα σωματικών υγρών. Τυχαίο. Που όμως σηματοδοτεί πολλά. Οι προεκτάσεις που δίνονται αφορούν καθαρά την ιδέα της μυθοπλασίας και ό,τι αυτή θέλει να φανερώσει από κάτω. Η «ΤαΠΕΙνΩΣΗ» είναι ένα υπόγειο βιβλίο που θα πρέπει να το διαβάσεις, κυρίως, πλάγια. Θίγονται πάρα πολλά: Η δήθεν ηθική, η καταγωγή της οικογένειας, η σταθερότητα της αέναης πίστης, ο εαυτός σε ξεχωριστά αντίτυπα, οι μάσκες των ανθρώπων, η θρησκευτικότητα της ψυχής, η αλήθεια με τον τρόπο που την εννοούσε ο Καντ, ο θάνατος, βιολογικός και συμβολικός. Ελπίζω να καταλάβουν όσοι είναι διατεθειμένοι να καταλάβουν. Θα βγει μέσα στο 16.
-Με ποιο τραγούδι θα θέλατε να κλείσουμε την συνέντευξη αυτή;
-Με το Dream is Destiny των No Clear Mind. Γιατί οι άνθρωποι μπερδεύουν πολύ το πεπρωμένο με το πετρωμένο. Δημιουργούν έναν ανεξίτηλο, έναν άδικο θάνατο. Και γιατί μου θυμίζει αυτά που πρέπει να ξεχνάω. Θα τα ξεχνάω κάθε μέρα, όπως θα έλεγε και ο Ινδός ποιητής, φίλος του Βασίλη Αλεξάκη.
.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟ ΙΝΤΖΕΜΠΕΛΗ
DIASTIXO 16/5/2017
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος γεννήθηκε στο Μοσχάτο το 1962. Έχει γράψει ποίηση, πεζογραφία, δοκίμιο και έχει συνεργαστεί, ως αρθρογράφος, με πολλά έντυπα και εφημερίδες. Κυκλοφορούν είκοσι βιβλία του. Τρία από αυτά έχουν μεταφερθεί στο θέατρο. Η τετραλογία Πιο νύχτα δεν γίνεται (2011) – Μετά (2012) – Καπνισμένο κόκκινο (2013) και Ολομόναχοι μαζί (2014) εγκαινιάζει τη λεγόμενη «Κοσμική τετραλογία», έργο οριακό, σαν μια μικρή, φανταστική αλληγορία που διαρρηγνύει τον Κανόνα.
Ποια ήταν τα πρώτα σας διαβάσματα;
Φως των Σπορ στα πεντέμισι, Λούκι Λουκ στα οκτώ, Ρεμπό, Μποντλαίρ, Νίτσε, Μπουκόφσκι, Σαρτρ, Καμί στα 13. Στα 17, Χειμωνάς. Μετά ο Μπέκετ. Όλοι οι ποιητές, κυρίως ξένοι. Ο Φουκό. Σχεδόν πάντα, τα δάχτυλά μου είναι απασχολημένα με ένα βιβλίο. Είμαι εθισμένος στο χαρτί.
Ποιοι ποιητές σάς επηρέασαν;
Είναι πολλοί. Δεν μπορείς να ισχυριστείς ότι γράφεις, αν δεν έχεις διαβάσει αυτά που γράφονται. Ο συγγραφέας δημιουργείται διαρκώς από αυτά που κοιτάζει, από αυτά που πιστεύει, από αυτά που προδίδεται. Το γράψιμο είναι η προδοσία της πραγματικότητας, κατά μία έννοια, ένας τρόπος να διηγηθείς τον κόσμο αλλιώς. Ο Χειμωνάς έλεγε ότι ο συγγραφέας είναι ο αναγνώστης του έργου του, ότι ο συγγραφέας δεν γράφει, «διαβάζει γράφοντας». Έτσι είναι, νομίζω. Μια διαρκής αιώρηση από την ανάγνωση στη γραφή και το αντίθετο. Και μια ανήκεστος βλάβη.
Πότε ξεκίνησε το ταξίδι σας στη συγγραφή;
Δεν έχω να διηγηθώ καμιά ελκυστική ιστορία με ένα πρώτο ποίημα στα οκτώ ή κάποια μικρά διηγήματα που γέννησαν προσδοκίες στην προεφηβία. Ζούσα κανονικά, σαν παιδί, χωρίς λέξεις – όμως διάβαζα και παρατηρούσα τα πάντα. Ο λόγος ήταν τότε προφορικός. Η γλώσσα περιείχε για μένα πολλά αινίγματα και προσπαθούσα να τα λύσω, να πάρω τις απαντήσεις. Έγραψα στα 19 μου το πρώτο μου βιβλίο, πιστεύοντας ότι έχω απαντήσει στα βασικότερα ερωτήματα. Μετά έφυγα στο Παρίσι. Δεν είχα, φυσικά, απαντήσει σε κανένα. Ακόμα και τώρα, μετά από 20 βιβλία, κάνω μόνο ερωτήσεις. Δεν ξέρω τίποτε άλλο και προσπαθώ διαρκώς να γνωρίσω. Ίσως ασχολούμαι με κάτι που δεν υπάρχει. Λέω πολλές φορές στον εαυτό μου: «Κόσμος είναι αυτό που φαντάστηκα, όχι αυτό που βλέπω». Και ίσως να είναι και έτσι.
Συνήθως, ό,τι εξαφανίζεται δεν χάνεται. Αναστέλλει απλώς την παρουσία του, κάνοντας την απουσία διαρκέστερη και επώδυνη. Αυτό, όμως, είναι μια παρουσία στη διαπασών. Στην Πράξη εξαφάνισης κάποιο πρόσωπο εξαφανίζεται. Κανείς δεν σε ρωτά αν αυτό το πρόσωπο όντως υπήρξε πριν.
Ποια ήταν η αφορμή για να εκδοθεί η ποιητική συλλογή Πράξη εξαφάνισης;
Κοιτάξτε, η Πράξη εξαφάνισης δημιουργεί καθολικά την εντύπωση ότι μιλάει για ένα χαμένο πρόσωπο. Όμως δεν συμβαίνει αυτό. Εκείνος που είναι χαμένος είναι ο κόσμος. Ο κόσμος δεν έχει ονοματεπώνυμο. Προσωποποιείται κακώς σε κάτι και αποκτά διαστάσεις φτηνής μυθολογίας. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, κεντρικό πρόσωπο των τελευταίων 7 βιβλίων μου, δεν έχει πρόσωπο. Έχει όμως ταυτότητα, χαρακτηριστικά, ιδιότητες. Είναι ένα θέμα που με απασχολεί πολλά χρόνια, σαν άθροισμα δύο όμοιων ζωών, δύο όμοιων χρόνων, στον ίδιο καιρό. Πιο απλά, το μαζί της ζωής. Συνήθως, ό,τι εξαφανίζεται δεν χάνεται. Αναστέλλει απλώς την παρουσία του, κάνοντας την απουσία διαρκέστερη και επώδυνη. Αυτό, όμως, είναι μια παρουσία στη διαπασών. Στην Πράξη εξαφάνισης κάποιο πρόσωπο εξαφανίζεται. Κανείς δεν σε ρωτά αν αυτό το πρόσωπο όντως υπήρξε πριν ή αν η απουσία του συνιστά και οριοθετεί μια μόνιμη και οριστική εκδοχή παρουσίας. Είναι παράξενο που δεν το αντιλαμβάνεται κανείς.
Γράφετε «Υπάρχω ερήμην μου / χωρίς λέξεις ωραίες». Πώς αντιμετωπίζει ο άνθρωπος τα υπαρξιακά του προβλήματα μέσα από την ποίηση;
Η λογοτεχνία είναι ένας αγώνας σκληρός, ένας διαρκής πόλεμος – όμως διαφορετικός. Δεν έχεις εχθρούς ή συμμάχους ή μάλλον έχεις έναν μοναδικό εχθρό: τον εαυτό σου. Καλείσαι να τον εξαφανίσεις για να διέλθεις από τη δυσκολία της μάχης, να τον αφήσεις στο περιθώριο. Εδώ υπάρχει μια ακόμα εξαφάνιση, αυτή του εαυτού, εκτός από την εξαφάνιση του κόσμου και την εξαφάνιση του άλλου, για τα οποία μιλάει το βιβλίο. Βεβαίως, εκεί υπάρχεις ερήμην σου, μισός άνθρωπος, μισός προφήτης. Είσαι ο μόνος που πρέπει να δεις αυτό που θα συμβεί μετά, κάτω απ’ τη φόδρα των λέξεων. Για να το πεις, να το κοινωνήσεις, να το ιδρύσεις. Και αυτό είναι βαθύτατα υπαρξιακό.
Μιλάτε για την αγάπη, για τον απροσδόκητο έρωτα αλλά και την απώλεια. Γιατί η αγάπη έχει πάντα διαχρονική αξία;
Η αγάπη είναι από μόνη της μια απροσδόκητη απώλεια. Μια απώλεια που δεν περιμένεις ότι θα συναντήσεις στη διαδρομή. Υπάρχουν τρομακτικά εμπόδια, έκτακτα περιστατικά, φοβίες, αναστολές, καταιγίδες. Κατεδαφίσεις, ένθεν κι εκείθεν. Όταν όμως βρεθείς στον δρόμο της και καταφέρεις να διατηρηθείς σε αυτή την τροχιά, μοιάζει με απόρθητο φρούριο: Tο ολόχρυσο παλάτι του εαυτού σου.
Διέκρινα στην ποίησή σας μια ομορφιά αλλά και μια μουσικότητα σε έναν ρυθμό που σε ταξιδεύει. Δεν είναι παλιά η σχέση μουσικής και ποίησης;
Διάλεξα να υπάρχω πρώτα μέσα μου και μετά για τους άλλους. Να συμπίπτει η ζωή με το κείμενο που κατατίθεται, να διακρίνεται μέσα στο κείμενο η πατημασιά της ζωής. Γράφω όπως μιλάω και μιλάω έτσι ακριβώς, με τις ίδιες λέξεις που χρησιμοποιώ στα βιβλία μου. Δεν είναι δικός μου ο λόγος. Ο λόγος ανήκει σε όλους, ανάλογα με τις προσπάθειες που κάνεις να τον σεβαστείς. Υπάρχει ένα θέμα αναζήτησης ταυτότητας στη σημερινή λογοτεχνία, που έχει ως πλησιέστερο κριτήριό της την αποδοχή. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό. Για μένα η γραφή, η ποίηση ή ο πεζός λόγος, συγκεντρώνει στα σπλάχνα της όλες τις τέχνες, και μάλιστα τις εξωραΐζει. Τις κάνει να δείχνουν λαμπρότερες, συγκλονιστικές. Η ιδέα του ρυθμού και της αρμονίας είναι σύμφυτη με την ιστορία της μουσικής. Αλλά και με την ιστορία της γραφής.
Όταν γράφεις αγωνίζεσαι να διατηρήσεις στη μνήμη, άρα και στη ζωή, κάτι που έχει πεθάνει. Οι λέξεις είναι νεκρά σύμβολα που αναζητούν μια δεύτερη παρουσία, μια ανάσταση. Ο Λεοντάρης είχε πει ότι η ζωή σκοτώνει τους ποιητές. Αλλά και η ποίηση το ίδιο κάνει.
Πώς εξηγείτε την εις βάθος εσωτερική κινητοποίηση που προκαλούν στον αναγνώστη τα ποιήματά σας;
Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω εγώ. Εσείς ξέρετε καλύτερα γιατί κάτι κινητοποιείται, τι συμβαίνει μέσα σας. Θα σας πω, όμως, ότι γράφοντας έχω την αίσθηση ότι ο κόσμος που πεθαίνει γράφει αυτές τις γραμμές, όχι εγώ. Εγώ απλώς τις επιβεβαιώνω. Είμαι, δηλαδή, μέσα στο περιστατικό των λέξεων, μέσα στο σκηνικό μιας καταστροφής, προσπαθώντας να πλησιάσω κάτι που δεν γνωρίζω, αλλά με στοιχειώνει σαν κατάρα. Όταν γράφεις αγωνίζεσαι να διατηρήσεις στη μνήμη, άρα και στη ζωή, κάτι που έχει πεθάνει. Οι λέξεις είναι νεκρά σύμβολα που αναζητούν μια δεύτερη παρουσία, μια ανάσταση. Ο Λεοντάρης είχε πει ότι η ζωή σκοτώνει τους ποιητές. Αλλά και η ποίηση το ίδιο κάνει. Τους σκοτώνει, κάνοντάς τους αθάνατους. Ίσως και να τους σκοτώνει καλύτερα. Αλλά το αποτέλεσμα του θανάτου είναι το ίδιο. Δεν ξέρω αν ξεχνάς ή αν θυμάσαι, γράφοντας. Ενδεχομένως και τα δύο. Δεν έχω ιδέα γιατί κάνω ό,τι κάνω. Απλώς νιώθω ότι πρέπει να το κάνω. Και προσπαθώ να το κάνω καλά.
Στην εποχή μας με τα τόσα προβλήματα μπορεί ακόμη η ποίηση να μας βοηθήσει να ανεβούμε λίγο ψηλότερα;
Τα ποιήματα είναι προσευχές σ’ έναν άγνωστο θεό – τον θεό που ο καθένας ορίζει μέσα του και ενίοτε του αναγνωρίζει την αλαζονεία να είναι ποιητής. Αυτό είναι μια διαδικασία ανύψωσης ενός κέντρου βάρους που είναι συχνά ασταθές και χαμηλό. Το θέμα είναι πώς θα τη χρησιμοποιήσει κανείς, γιατί έχουμε δει και πολλές περιπτώσεις απογείωσης της ματαιοδοξίας κάποιων ατάλαντων και ελλειμματικών ανθρώπων που ο μανδύας της γραφής μπορεί να τους κρύψει και απ’ τον κόσμο και, κυρίως, από τον ίδιο τους τον εαυτό. Η υπερτίμηση και η υποτίμηση είναι οι δύο διαφορετικοί πόλοι της ίδιας ασθένειας. Τα ποιήματα, τα καλά ποιήματα, μεταφέρουν το εγώ στο εσύ. Και μετά στο εμείς. Ο στόχος τους είναι να σε πονούν και συγχρόνως να σε κάνουν να ελπίζεις.
Έχετε διαγράψει μια σπουδαία πορεία όχι μόνο μέσα από την ποίηση και γενικότερα στη νεωτερική λογοτεχνία, αλλά και ως αρθρογράφος σε διάφορες εφημερίδες και έντυπα. Τι σας έμεινε από αυτή τη διαδρομή;
Έχω δει μια μέλισσα να πεθαίνει πάνω σε έναν τάφο, να εφορμά και να καίγεται μέσα στο δοχείο με το λιβάνι, αφού πρώτα είχε χάσει τα παιδιά της. Σε κάποιους ζωικούς ή φυτικούς οργανισμούς η φύση αναγνωρίζει το δικαίωμα να φεύγουν με έναν ένδοξο θάνατο, τους παρέχει τη δυνατότητα να εξιλεωθούν, να τελειώσουν πάνω στο φως. Με τους ανθρώπους δεν συμβαίνει αυτό. Έχουν έναν θάνατο κοινό, ντροπιαστικό, κρυμμένο. Ο θάνατός τους είναι αργός και ασήμαντος. Έχω δει ωραίες εικόνες, έχω μυρίσει τον αέρα της συγκλονιστικής θάλασσας, έχω δει στον ουρανό μοναδικά χρώματα, για μοναδικές φορές, σε μοναδικές στιγμές, έχω αντικρίσει τον ήλιο, θέλοντας να τον τρυπήσω και να τον μοιράσω στις ζωές των ανθρώπων, έχω ζήσει και έχω πεθάνει πολλές φορές, με την αξιοπρέπεια του βαρυποινίτη, έχω αισθανθεί την αγάπη να με λυτρώνει και να με εξαϋλώνει με τις υπερκόσμιες δέσμες της, μεταφέροντάς με σε μια ανώτερη ατμόσφαιρα γης, έχω βοηθήσει, έχω βοηθηθεί, έχω υπάρξει. Τίποτε απ’ αυτά δεν θα γινόταν ορατό, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία και οι λέξεις. Είμαι βαθύτατα ευγνώμων σε αυτές.
Πριν λίγα χρόνια η ποίηση ή τα βιβλία εκδίδονταν μόνο σε έντυπη μορφή. Σήμερα που υπάρχουν οικονομικά προβλήματα, δεν θα μπορούσε το ίντερνετ να αποτελέσει μια διέξοδο ή μια κατάθεση ψυχής για τους στίχους των νέων που γράφουν ποίηση;
Ενδεχομένως. Έχω πει ότι η ιλιγγιώδης εξέλιξη των πληροφορικών συστημάτων, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με την τεράστια δυνατότητα να διαχέουν δωρεάν την πληροφορία, είναι ένας κοινόχρηστος τόπος όπου επικοινωνείται αυστηρά το ιδιωτικό – και τις περισσότερες φορές αυτό συμπίπτει με το ιδιοτελές. Η μαζικότητα αυτών των μέσων τα καθιστά αφερέγγυα, τα εκτρέπει σ’ έναν εύκολο τόπο συνάντησης των αδαών. Φυσικά, μόνο και μόνο το γεγονός της παροχής δυνατότητας έκφρασης σε νέους δημιουργούς είναι πολύ σημαντικό και, θα έλεγα, έναυσμα μιας εσωτερικής απελευθέρωσης. Από την άλλη πλευρά, την Τέχνη δεν την ενδιαφέρουν οι «καταθέσεις ψυχής», οι «διέξοδοι» που αναφέρετε και συναντούν και τα δικά μου μάτια, καθημερινά, στους τοίχους και τα υπόγεια δώματα του Facebook. Υποτίθεται ότι η Τέχνη δεν είναι θεραπευτικό ίδρυμα, ούτε παραμορφωτικός καθρέφτης αντεστραμμένων ειδώλων. Είναι κάτι περισσότερο απ’ αυτά – και κυρίως, πλουσιότερο. Εντούτοις, αποτελεί μια εκδοχή ζωής. Φτωχή μεν, εκδοχή δε.
Ποιους ποιητές θα μας προτείνατε να διαβάσουμε σήμερα;
Έχει σημασία να διαβάζουμε τους ποιητές γιατί έτσι γίνονται φανερά τα ανείπωτα και αόρατα σημεία μας. Έχει σημασία να συμμετέχουμε σε αυτού του είδους την αποκάλυψη, να γινόμαστε πιο διαυγείς, πιο ανθεκτικοί στο φως. Οι ποιητές μπορεί να μην έχουν τη δύναμη – γιατί δεν τους έχει επιτραπεί από τις συνθήκες– να αλλάξουν τον κόσμο, μπορούν όμως να αλλάξουν εμάς. Και αλλάζοντας εμείς, μπορεί να αλλάξει και ο κόσμος. Δεν έχει, νομίζω, καμία σημασία η παράθεση ονομάτων, είναι και κουραστικό αυτό και οδηγητικό, περίκλειστο. Υπάρχουν πολλοί καλοί ποιητές –Έλληνες και ξένοι– για να διαβάσουμε και πολλά καλά βιβλιοπωλεία για να μας τους προμηθεύσουν. Στον Μπόρχες άρεσε πολύ η ιδέα να βλέπει τον κόσμο σαν μια μεγάλη βιβλιοθήκη. Μακάρι να τον δούμε κι εμείς έτσι.
Ποια ποιητική συλλογή έχετε δίπλα στο μαξιλάρι σας;
Έχω πάντα αρκετά βιβλία πάνω στο κομοδίνο μου, τα οποία με δυσκολεύουν και χωροταξικά, δεν μπορώ, φερειπείν, να ανάψω ή να κλείσω το πορτατίφ, γιατί είναι όλα σκεπασμένα. Τελευταία δεν μπορώ να κοιμηθώ. Με πιάνει ο ύπνος αφού ξημερώσει. Διαβάζω εναλλάξ και κάθετα, πότε ποίηση, πότε πεζό. Καταλαβαίνω, όμως, ότι θέλετε να σας δώσω έναν τίτλο. Θα σας τον δώσω, είναι του Γιώργου Χειμωνά: Ο εχθρός του ποιητή, εκδόσεις Κέδρος 1990. Στην Ελλάδα συμβαίνει το εξής καταπληκτικό: Ο καλύτερος ποιητής είναι ένας πεζογράφος.
Ένα αγαπημένο ποίημα;
«Η ιδιοφυία του πλήθους», του Τσαρλς Μπουκόφσκι. Είναι ένα ποίημα που πρέπει να διαβάσουν όλοι. Γιατί τους αφορά όλους. Είναι ένας παγκόσμιος χάρτης εν-συνείδησης. Και εν-συναίσθησης.
.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΜΠΑΡΔΗ
protothema.gr/10/5/2016
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος σκηνοθετεί τον εαυτό του σε μια performance που θα συζητηθεί
Αν αναζητάτε έναν συγγραφέα που να μη μοιάζει με τους άλλους, και το έργο του να είναι στραμμένο στη ζωή και τις ρωγμές της, τότε σας έχουμε το κατάλληλο άτομο. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση συγγραφέα: πολυσχιδής και ευρηματικός, με νεωτερική έκφραση και έργο 19 βιβλίων, αναμένεται να μας αποσχολήσει στο άμεσο μέλλον. Τον συναντήσαμε και του ζητήσαμε να μας μιλήσει με αφορμή τη θεατροποίηση του ποιητικού του βιβλίου «Ο άνθρωπος έσπασε» (εκδ. Γαβριηλίδη), την Πέμπτη 12 Μαΐου 2016, στην Death Disco (Ωγύγου 15 και Λεπενιώτου, Ψυρρή), όπου έχει αναλάβει ο ίδιος τη σκηνοθεσία, τις σκηνογραφίες και την επιμέλεια της μουσικής.
Πείτε μας δυο λόγια γι’ αυτό το πρότζεκτ.
Στη σκηνή υπάρχουν δύο γυναίκες που δεν είναι καμία. Είναι απλώς ζωντανές. Ζουν γιατί έτυχε να υπάρχουν. Αλλά δεν ζουν πουθενά. Ή μάλλον ζουν εκεί που δεν υπάρχει κόσμος. Δεν ξέρουν άλλο τρόπο από το να συνεχίζουν να ζουν, χωρίς να ζουν. Η μία φορά μαύρα, η άλλη άσπρα. Στην ουσία, πρόκειται για το ίδιο ανολοκλήρωτο πρόσωπο, στις δύο εκδοχές του, που καμία δεν είναι αληθινή. Δύο μάσκες: η καλή και η κακή. Δύο πρόσωπα: Ανύπαρκτα, καθημαγμένα, συνονθυλευματικά. Τα διασχίζει η εποχή που δεν ήρθε. Τα χαρακτηρίζει η προδοσία. Κάποτε ήταν άγγελοι που έπεσαν. Τώρα είναι σκιάχτρα, φαντάσματα της ιστορίας. Η μία προσπαθεί να επιβληθεί στην άλλη, σχολιάζοντας τις συμπεριφορές της, μέσω των ποιημάτων και της μουσικής. Είναι και οι δύο νεκρές.
Τα ποιήματα του βιβλίου μιλούν για έναν κόσμο που έφυγε. Στην πραγματικότητα δεν ήταν ποτέ. Ποτέ δεν υπήρξε ο κόσμος που ονειρεύτηκαν αυτά τα ποιήματα. Και εκείνα αισθάνονται την ανάγκη να απολογηθούν για αυτή τους την παράλειψη, να γιορτάσουν τη θεμελιώδη αποτυχία τους. Το «Ο Άνθρωπος Έσπασε» είναι το πρώτο βιβλίο μετά τα τέσσερα βιβλία του κόσμου («Πιο νύχτα δεν γίνεται», «Μετά», «Καπνισμένο κόκκινο», «Ολομόναχοι μαζί») που θίγει το ανεκπλήρωτο, αυτό που έμεινε στη μέση. Το νεκρό σώμα της γυναίκας που ήταν ο κόσμος –κοινού προσώπου και των τεσσάρων βιβλίων– υπάρχει εδώ περισσότερο ως αποτύπωση μιας ιστορικής αλληγορίας, αλλά και ως μια πασίδηλη ομολογία ήττας. Ό,τι μεταφέρεται στη σκηνή είναι περισσότερο το μεταξύ διάστημα, ο ψυχικός χώρος, οι ανομολόγητοι και διαδοχικοί φόνοι. Οι ηθοποιοί μιλούν με τις λέξεις του αφηγητή. Δεν τις νιώθουν, απλώς τις μιλούν. Τις χρησιμοποιούν ως ιδανική δικαιολογία. Το θέατρο μπορεί να το κάνει καλά αυτό. Να δείξει το άσκοπο, τις λειψές υπάρξεις. Η μουσική συμπληρώνει τα λόγια των ποιημάτων και τις κινήσεις των ηθοποιών. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για τη δολοφονία του κόσμου.
Ποια είναι «η γυναίκα που ήταν ο κόσμος», που αποτελεί το modus vivendi για τα τελευταία έξι βιβλία σας;
Η ιδέα της «κοσμικής τετραλογίας» υποχώρησε, κατέρρευσε καλύτερα, γιατί δεν είχε λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της όλες τις παρενέργειες της πιθανής απόκλισης. Γιατί δεν είχε αναλύσει σωστά όλα τα δεδομένα του στρατηγικού της στόχου, που ήταν η αγάπη. Ανέφικτο; Δεν ξέρω. Εκείνο που μπορώ να πω είναι πως προσπάθησα να μεταδώσω το κλίμα της, να σταθώ δίπλα στην υστεροφημία της. Νομίζω, πως μόνο αυτό απέμεινε: η υστεροφημία της αγάπης. Και η ύστατη ευκαιρία να κάνουμε την αποτυχία και την απελπισία δυνατότητα ζωής. Ξανά και ξανά. Έστω κι αν πρόκειται για μια ουτοπία του χθες.
Τι μήνυμα θέλετε να περάσετε στον κόσμο με αυτή την παράσταση;
Αυτό που νομίζω πως είχε στο μυαλό του ο Μπέκετ, όταν έγραφε τον Γκοντό: «Περιμένουμε, άρα θα πρέπει να υπάρχει κάτι που περιμένουμε, κάτι που φανταζόμαστε ότι είναι, ότι υπάρχει». Η ανικανότητα του ανθρώπου να είναι και η προσήλωσή του στο φαίνεσθαι, πέρα από σταθερή φιλοσοφική αναζήτηση, είναι και εκ των πραγμάτων, ο οδηγός για την ερμηνεία του σήμερα. Είμαστε στην αναμονή ενός πράγματος που δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ. Παρόλα αυτά, περιμένουμε. Η Βιρτζίνια Γουλφ έλεγε ότι «η μόνη πραγματική ζωή είναι η φανταστική».
Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς, έτσι ώστε να γράψετε ένα ποίημα;
Η ίδια η ζωή που έχω επιλέξει να ζω.
Τι είναι ποίηση για εσάς;
Όλα όσα μπορούν να μου μιλήσουν με το νόημα του ονείρου και να με μεταφέρουν πιο κοντά στην ερμητική τραγωδία της ύπαρξης. Ποίηση είναι μια άδεια σκηνή, ένα μπουκάλι με άμμο, μια πραγματικά βιωμένη απώλεια, ο εαυτός που ζητάμε να φτάσουμε μες στον χρόνο, στην προσπάθειά μας να διακρίνουμε το είναι από το μη–είναι. Ποίηση είναι, πρωτίστως, η αγάπη. Εκ μέρους της. Ο συγκλονιστικός ρυθμός της αγάπης είναι η εκτενέστερη και ακριβέστερη εκδοχή ποίησης. Το υπέρτατο αποτύπωμα.
Στο βιβλίο σας πραγματεύεστε τη σχέση του νέου με το παλιό, του παρόντα χρόνου με τον παρελθόντα. Ερμηνεύστε μου αυτό το δίπολο. Γιατί θελήσατε να γράψετε γι’ αυτό; Και κυρίως, γιατί θελήσατε να το εικονοποιήσετε;
Ένα βιβλίο διαρκεί μία αιωνιότητα. Ένα θέατρο, μια ώρα. Με ενδιαφέρει πολύ αυτό. Το αέναο ζήτημα του χρόνου και της αναπαράστασής του. Ο Χειμωνάς είχε γράψει στους Χτίστες το εξής: «Ο κόσμος να γίνει εικόνα. Αυτή θα είναι η τελευταία ζωή των ανθρώπων, να τους σκεπάσει μία εικόνα». Έχω ζητήσει από τις ηθοποιούς μου, που είναι και φίλες μου, να σεβαστούν τον προσωπικό τους χρόνο. Να γείρουν πάνω από τη δική τους σιωπή, πάνω από το δικό τους παλίμψηστο ζωής. Οι λέξεις μου έρχονται μετά, ως δευτερολογία πάνω σε ένα προσωπικό σχόλιο. Προσπάθησα να τους μεταδώσω αυτό που έλεγε ο Αρτώ: «Όλες οι λέξεις είναι ένα ψέμα. Όταν μιλάμε, προδίδουμε την ψυχή μας. Θα αρκούσε να κοιταζόμαστε». Με ενδιαφέρει περισσότερο η ελευθερία της κίνησης από την ελευθερία του λόγου. Και η απελευθέρωση των ψυχικών δυνατοτήτων.
Αναφορικά με το βιβλίο σας, αποτελεί ο άνθρωπος αίνιγμα, κι αν ναι, γιατί;
Ο άνθρωπος πάντα θα αποτελεί ένα μεγεθυμένο και ανοιχτό σε όλες τις ερμηνείες αίνιγμα. Μια πρόκληση για να τον επισκευάσεις. Βέβαια, ενίοτε σπάει. Και αυτό είναι απόδειξη της αληθινής του ταυτότητας. Τότε είναι που αποφασίζει να υπάρξει, «με όλα τα αίματα». Μη θρηνολογώντας, αλλά πράττοντας αυτό που συνεχώς ανακαλύπτει. Ό, τι χάσαμε, θα το χάνουμε ακόμη. Ίσως, θα το χάνουμε για πάντα. Αλλά σημασία έχει να αγαπάς.
.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΗΝ ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ
Fraxtal 16/5/2018
-Κύριε Σταυρόπουλε, γιατί γράφετε; Υπάρχει ηδονή στη γραφή;
Υπάρχει αυτή η διαρκής αναζήτηση της πληρότητας, μέσω της ηδονής, της γραφής. Πώς γίνεται όμως να είμαστε πλήρεις; Δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτό. Δεν ξέρω καν αν έχει απομείνει ηδονή στη ζωή μας. Ή, αν αυτό που υφίσταται ως γραφή σήμερα, είναι όντως μια από τις ευκαιρίες για ηδονή στην ζωή μας. Η ηδονή είναι κάτι στενά ιδιωτικό για τον καθένα. Στον Μπατάιγ, ας πούμε, η ηδονή μοιάζει περισσότερο με οδύνη, με τη διαδικασία μιας σωματικής ολοκλήρωσης, που περνάει όμως από έναν βασανισμό. Στον Σαντ είναι καθαρά μια αλληγορία, κι ας λέγεται ό,τι λέγεται. Μια πολιτική διαμαρτυρία, ένας ακάθαρτος καθρέφτης του εαυτού μας. Στον Μπουκόβσκι είναι χλευασμός της καθημερινότητας, αγωνία του μυαλού, εφιάλτης. Σίγουρα, αν υπάρχει ηδονή, διαρκεί πολύ λίγο, μετά γλιστράει από πάνω σου και τη χάνεις. Φαντάζομαι ότι γράφω για να ανανεώνω διαρκώς τον χρόνο αυτού του δικαιώματος, αυτής της ευκαιρίας στην οποίαν καλούμαι να συμμετάσχω. Και γιατί, μάλλον, έχω μια αποστολή. Ένα αδιευκρίνιστο χρέος, που κουβαλάω και μου είναι βάρος. Αυτό δεν περιλαμβάνει καμία ηδονή, μάλλον με θάνατο μοιάζει. Καμιά φορά οι λέξεις γίνονται φέρετρα, κι εμείς οι νεκροί που περιέχουν. Νεκροί, γεμάτοι αναπόφευκτες λέξεις.
Έχω σκεφτεί πολλές φορές ότι θα ήθελα να σταματήσω να γράφω. Είναι ευκολότερο χωρίς τις λέξεις. Οι λέξεις κάνουν τον κόσμο να βαραίνει. Να πάω σ’ ένα νησί και να κοιτάζω απλώς τη θάλασσα. Χρειάζομαι να σκεφτώ, χωρίς να σκέφτομαι τη λογοτεχνία. Να σκεφτώ πόσο καλύτερη θα μπορούσε να είναι η ζωή μου χωρίς αυτήν. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω. Μπορεί και όχι, αλλά τουλάχιστον, μου αρέσει να το λέω: Θ έ λ ω, ε π ι θ υ μ ώ, π ρ ο τ ί θ ε μ α ι να σταματήσω. Είναι μια καίρια, μια οριστική πρόταση αυτή. Μια απελευθερωτική ομολογία, που περιλαμβάνει την αποτίμηση μιας διαδρομής, οδηγώντας σε ένα διαζύγιο με το βάρος. Και σε ένα τέλος. Νομίζω ότι είπα ό,τι είχα να πω. Το χειρότερο είναι ότι όσα είπα τα έκανα. Δεν έμεινε τίποτε άλλο. Ίσως μόνο ένα τάιμ άουτ. Σιωπής. Ίσως μια οριστική διακοπή του αγώνα. Λόγω βροχής. Ποιος ξέρει…
–Σε έναν υποτιθέμενο κατακλυσμό όπου θα έπρεπε να σώσετε κάποιες λέξεις μόνο, ποιες θα διαλέγατε να σώσετε και γιατί;
Μόνο την λέξη αγάπη. Το γιατί είναι αυτονόητο. Θα ήθελα απλώς να επισημάνω την καταστροφή και τον ευτελισμό της αξίας της από την καθημερινή λεηλασία των ανθρώπων. Τη λεκτική και τη σωματική. Αυτόν τον σημερινό εκμαυλισμό των όρων, των εννοιών, των λέξεων. Άρα, θα έσωζα μόνο τη δική μου ερμηνεία της λέξης. Αυτή περιλαμβάνεται φυσικά στη «Μάριαν», αλλά και στη συλλογή «Ολομόναχοι μαζί», που κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Σμίλη. Θυμίζει αρκετά στον τρόπο το βιβλίο του Τεντ Χιούζ, «Γράμματα γενεθλίων», όπου ο Χιούζ μιλάει για τον αιώνιο δεσμό του με την Σύλβια Πλαθ. Είναι ένα βιβλίο ολέθριας αγάπης. Το «Ολομόναχοι Μαζί» είναι το αγαπημένο μου βιβλίο, γιατί περιγράφει ακριβώς αυτό, χωρίς τον όλεθρο: Την ανεξίτηλη σχέση. Τον αιώνιο δεσμό ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα. Χωρίς καν να το ξέρουν. Η αγάπη δεν είναι όλεθρος, είναι δικαιοσύνη.
–«Ξυπνάω για να γράψω το ποίημα / Και με γράφει αυτό» σημειώνετε στο ποίημα Λαιμαργία από την ποιητική συλλογή «Ολομόναχοι μαζί». Πώς θα ορίζατε τη διαδικασία της γραφής;
Προσπαθώ, ξέρετε, πάντοτε να κατανοήσω τον τρόπο με τον οποίο γράφω τα βιβλία μου. Θέλω να τα αναγνωρίζω. Πολλές φορές αυτό δεν συμβαίνει και τότε είμαι λυπημένος. Συνήθως, είμαι λυπημένος. Νιώθω ότι δεν έγραψα αυτό ακριβώς που θα ήθελα, αυτό που πίστευα, αυτό που εν τέλει έζησα. Ίσως όμως, τελικά πάντα να έχω γράψει το βιβλίο που ήθελα να γράψω, το ποίημα που έχω ζήσει, την ιδέα που με περιείχε εκείνη τη στιγμή. Απλώς μερικές φορές μου παίρνει λίγο χρόνο να το συνειδητοποιήσω. Η ίδια η διαδικασία της γραφής σου παίρνει χρόνο. Πολύ. Είναι μια αποκάλυψη. Για μένα όμως, είναι πρωτίστως βίωμα. Και ανάγκη. Και επικοινωνία. Το κείμενο είναι πρώτα απ’ όλα, η ειλικρινής διατύπωση μιας προσωπικής αλήθειας. Δεν είναι μορφή, δεν είναι επιτήδευση, δεν είναι πόζα. Είναι καθαρά ένα αποτύπωμα εαυτού, σάρκας. Πρέπει να μπορεί ο άλλος να αντιλαμβάνεται με ποιόν επικοινωνεί. Γιατί δεν επικοινωνούμε όλοι με όλους. Αυτό συμβαίνει μόνο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ή στα μπαρ. Στην πραγματική ζωή, στη λογοτεχνία και στα βιβλιοπωλεία επικοινωνούμε μόνο με αυτούς που επιλέγουμε. Εκεί, δεν το κάνουμε από μοναξιά ή υστεροβουλία, το κάνουμε από ανάγκη συνύπαρξης με κάποιον που να μας θυμίζει εμάς. Δεν είμαστε, λοιπόν, εμείς που γράφουμε και οι άλλοι που διαβάζουν. Είναι αυθαίρετος αυτός ο διαχωρισμός. Και παραπλανά. Θα έλεγα ότι πρόκειται για μια επικοινωνία μεταξύ αυτών που γράφουν (και διαβάζουν) και μεταξύ αυτών που διαβάζουν (και γράφουν). Πρόκειται για μια σχέση ισοδύναμη, ισότιμη και ισοβαρή. Τα ορίζει όλα η ειλικρίνεια των προθέσεων. Αναγνώστη και συγγραφέα. Με αλφαβητική σειρά.
–«Στον δρόμο δεν βλέπω ανθρώπους / αλλά ιδέες φυγής» γράφετε στο ποίημά σας Οκνηρία πάλι απ’ την ποιητική συλλογή «Ολομόναχοι μαζί». Από ποιον προσπαθεί να δραπετεύσει ο άνθρωπος; Αν ο ίδιος ο άνθρωπος είναι μια σκιά, μια ιδέα, μήπως και η φυγή είναι μια ανύπαρκτη επιλογή;
Δεν πρόκειται περί επιλογής. Ο άνθρωπος προσπαθεί συνεχώς να γλιτώσει απ’ τον εαυτό του. Είναι ένα απονενοημένο διάβημα αυτό. Ουσιαστικά αποτελεί μια πράξη απελπισίας, γιατί κανείς δεν τα καταφέρνει. Οι σκιές φυσικά υπάρχουν, αλλά δεν μπορείς να φύγεις ποτέ από τη σκιά σου. Ακόμα και αν νομίζεις πως τα κατάφερες, αυτή θα σε βρει και θα σου υπενθυμίσει την παρουσία της. Οι ζωές των ανθρώπων είναι ένα παιχνίδι σκιών. Αλλοπρόσαλλο. Εκεί δεν υπάρχουν επιλογές, μόνο «ιδέες φυγής». Ένα μακελειό, δηλαδή. Η ποίηση είναι ένα μακελειό. Δεν μπορείς να προφυλαχτείς απ’ τους δυναμίτες της. Έχει οπωσδήποτε αίμα. «Αν ξύσεις ένα έργο τέχνης θα βρεις αίμα από κάτω.» Νομίζω, στον Μυταρά ανήκει η φράση.
-«Ο λόγος είναι πάντοτε σάρκινος / Όχι όμως όπως το έγραψε ο Ρίτσος / Αλλά όπως το άφησε ο Χειμωνάς» γράφετε στο ποίημα Σάρκα στη ποιητική συλλογή «Ολομόναχοι μαζί». Υπάρχει κάποια συγγένεια ανάμεσα σε αυτούς τους δύο ποιητές και με αφορμή την αναφορά σας στους δύο αυτούς ποιητές, συγγενεύουν οι σπουδαίοι ποιητές; Επίσης, νομίζω ότι εσείς έχετε μεγάλη σχέση με τον Χειμωνά, ιδιαίτερα με τον τρόπο που ο Χειμωνάς έβλεπε τον κόσμο. Τι λέτε γι αυτό;
Ο Χειμωνάς δεν έχει καμία σχέση με τον Ρίτσο, αλλά και με κανέναν άλλον έλληνα ποιητή ή πεζογράφο. Ήταν ένας συγγραφέας που δεν είχε ούτε προγόνους, ούτε επιγόνους. Ένας μεγάλος συγγραφέας. Μιλώντας για τον λόγο, που είναι σάρκα, δηλαδή απολύτως σωματικός, εννοώ τα «Μαθήματα για τον λόγο» που εξέδωσε ο Χειμωνάς, ενόσω ζούσε. Αλλά και τον «Σάρκινο λόγο» του Ρίτσου.
Δεν βρίσκω, εντούτοις, πού μπορεί να συγγενεύουν οι σπουδαίοι ποιητές, εκτός από το γεγονός ότι είναι σπουδαίοι. Εκεί συμπίπτουν. Ο καθένας, νομίζω, έχει τον δρόμο του, το όνομά του. Οι επιρροές και οι συνταυτίσεις είναι για τους ελάσσονες. Και για τους κριτικούς. Η δική μου σχέση με τον Χειμωνά ήταν και παραμένει, πρωτίστως, θαυμαστική. Υπάρχουν συγκοινωνούντα δοχεία μεταξύ μας. Σίγουρα. Δεν πρόκειται, όμως, για επιρροή. Πρόκειται για ταυτότητα. Είμαστε του ιδίου μάγματος.
-Αν μπορούσατε να ρωτήσετε τον Χειμωνά για την πορεία του κόσμου τι θα τον ρωτούσατε;
Υποθέτω ότι θα τον κοίταζα απλώς. Και θα συνεννοούμασταν.
–Γράφετε σε ένα ποίημά σας «Όμως τα πράγματα / Οφείλουν κάποτε / Να γίνουν αληθινά ή να πάψουν να είναι». Πώς θα ορίζαμε τι είναι αληθινό;
Αληθινό είναι μόνο αυτό που βλέπουμε. Όχι αυτό που ονειρευόμαστε. Αντιστρέφω τον ορισμό της Βιρτζίνια Γουλφ, για να μπορέσω να νοηματοδοτήσω αυτό που πιστεύω, αν και η Γουλφ αναφέρεται στο ονειρικό και όχι στο φανταστικό, στο μη πραγματικό. Το φανταστικό είναι μια διαστρεβλωμένη αντίληψη του πραγματικού. Υπάρχει εν μέρει, αλλά ως διαστρέβλωση της αληθινής ζωής. Το όνειρο είναι πραγματικό, συμβαίνει. Ο Αντόρνο κατέγραφε τα όνειρά του για να τα χρησιμοποιήσει ως λογοτεχνικό υλικό. Κατέγραφε αυτό που στ’ αλήθεια συνέβαινε στον ύπνο του. Δεν ονειρευόταν το όνειρό του, το ζούσε. Η φιλοδοξία ή η επιδίωξη του ονείρου παντοιοτρόπως δεν έχει σχέση με τη ζωή του ονείρου. Το ένα είναι φανταστικό και το άλλο πραγματικό. Έχει σχέση με τις ψευδείς ταυτότητες των ανθρώπων. Το ότι απαντώ στις ερωτήσεις σας είναι ένα αληθινό γεγονός. Κάτι που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Επίσης, είναι ένα αληθινό γεγονός το ότι ανατέλλει ο ήλιος το πρωί, όπως και το ότι δύει το βράδυ. Ας μην μπερδεύουμε την πραγματικότητα με τη φαντασία, προσδίδοντάς της ποιητική ταυτότητα. Το να καταγράψεις τον στοχασμό είναι δύσκολο. Το να τον δεις κατάματα, ακόμα δυσκολότερο. Ξαφνικά, συμβαίνει ένα πράγμα και αυτό που ήταν μπροστά σου και δεν το έβλεπες, ό,τι διακυβευόταν στο ενδιάμεσο, το βλέπεις. Σου αποκαλύπτεται με τρομακτικό τρόπο. Βλέπω, άρα υπάρχω. Ο ορισμός του αληθινού είναι μόνο ένας: Αληθινό. Ό,τι βλέπεται. Τα πράγματα αν δεν είναι αληθινά δεν υπάρχουν. Δεν βλέπονται.
–Στα ποιήματά σας συνομιλείτε με άλλους ποιητές ή με στίχους τραγουδιών. Πιστεύετε πως ο ποιητής μιλάει με το στόμα των προγόνων του;
Θυμάμαι ότι ο Λακάν έλεγε: «Μπορούμε να μιλήσουμε δεν σημαίνει ότι μιλάμε. Θα μπορούσαμε. Θα μπορούσαμε αν θέλαμε, και θα το θέλαμε αν μιλούσαμε σε ανθρώπους σαν και μας που ξέρουν. Αλλά προς τι; Γι αυτό σωπαίνουμε και με αυτούς που ξέρουν και με αυτούς που δεν ξέρουν. Διότι αυτοί που δεν ξέρουν αδυνατούν να ξέρουν.» Από αυτή, λοιπόν, τη σκοπιά, η ομιλία, μέσω της γραφής, η επικοινωνία αυτή με προγενέστερους και μεταγενέστερους – γιατί πάντα τα μάτια της λογοτεχνίας είναι στραμμένα στο μέλλον – είναι ψευδαίσθηση. Μια υπέροχη αυταπάτη. Βεβαίως, τη συνεχίζουμε, μέσω των βιβλίων που γράφουμε. Συνεχίζουμε αυτή την ψευδαίσθηση ομιλίας, παρακούοντας τον Λακάν. Δεν έχουμε μάθει να αντέχουμε στην ευλάβεια και στην ιερότητα της σιωπής. Δεν έχουμε καταλάβει καλά αυτό που έλεγε ο Αρτώ: «Όλες οι λέξεις είναι ένα ψέμα. Όταν μιλάμε, προδίδουμε την ψυχή μας. Θα αρκούσε να κοιταζόμαστε.» Αυτό που συμβαίνει με τους περισσότερους ποιητές σήμερα είναι πως προδίδουν. Και όταν προδίδουν με τις λέξεις τους και τη στάση τους τις λέξεις, θα πρέπει να αναμένουν και την εκδίκησή τους. Ξέρετε ποια είναι η εκδίκηση των λέξεων; Ότι κανείς δεν διαρκεί στο χρόνο αν δεν είναι κάποιος που να μοιάζει φτυστά στην ψυχή του.
–Διαβάζει κανείς στο βιογραφικό σας, που είναι μεγάλο, ότι το πρώτο σας βιβλίο «Διαμελίζομαι» κυκλοφόρησε το 1983 και μετά για πολλά χρόνια τα ίχνη σας χάθηκαν μυστηριωδώς από τον εκδοτικό χώρο. Εμφανιστήκατε ξανά την άνοιξη του 2002 υπογράφοντας την νουβέλα «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» Έκτοτε γράφετε πυρετωδώς. Έχετε εκδώσει 21 βιβλία σε 16 χρόνια. Θέλετε να μας πείτε τι συνέβη και εξαφανιστήκατε τόσα χρόνια και πώς επιστρέψατε;
Δεν υπάρχει, νομίζω, λόγος να απαντήσω σε αυτό. Η εξαφάνισή μου, τότε, δεν αφορά τη λογοτεχνία. Αντίθετα, την αφορά η εμφάνισή μου. Οι πράξεις εμφάνισης είναι αυτές που μένουν – που απομένουν -, όχι οι πράξεις εξαφάνισης. Αυτό ήταν και το στίγμα που προσπάθησε να μεταφέρει το προηγούμενο βιβλίο μου, η «Πράξη Εξαφάνισης», στις εκδόσεις Σμίλη: ένα βιβλίο απολύτως σωματικό, ενώ η «Μάριαν» είναι καθαρά μια κατάσταση ψυχής, ένα άνοιγμα στην αγάπη. Την δημόσια, την ανυπόκριτη, την μη ανταποδοτική. Είναι ένας πολιτισμός της συγχώρεσης, ένας υπερχώρος της επιείκειας. Όλα αρχίζουν από κει και εκεί τελειώνουν. Αν και γράφω για την απουσία, με ενδιαφέρει περισσότερο η παρουσία. Είναι οξύμωρο, αλλά συμβαίνει. Η παρουσία είναι ο διακαής πόθος, η απουσία το έναυσμα. Το φυτίλι εκείνο που θα την ενεργοποιήσει και θα της δώσει σάρκα και οστά. Σαν να επρόκειτο για παρουσία.
–«Ας κάνει ό,τι καιρό θέλει / ο καιρός τελείωσε» γράφετε στο «Μετά». Είναι η ποίηση προφητεία; Το βιβλίο σας αυτό ήταν προφητικό;
Θα πρέπει να ρωτήσετε κάποιον άλλον γι’ αυτό. Εγώ δεν αισθάνομαι ακριβώς ποιητής. Δεν μ’ αρέσει να παγιδεύομαι σε στερεότυπα και σε ιδιότητες, σε ταμπέλες που με τον υπερπληθωρισμό έχουν χάσει παντελώς το νόημά τους. Ίσως είμαι και ποιητής. Σιχαίνομαι, πάντως, τους ορισμούς. Προτιμώ να λέω ότι είμαι ένας άνθρωπος που δουλειά του είναι να βλέπει, να σκέφτεται και να γράφει. Αυτό αρκεί. Θέλω να γράφω, πρέπει να γράφω, μάλλον θα γράφω. Αν και θα ήθελα να σταματήσω, όπως σας είπα. Είναι οξύμωρο αυτό, να συνυπάρχουν δύο εντελώς αντίθετες επιδιώξεις. Στο «Μετά» συνέβη κάτι το απροσδόκητα και εξαιρετικά μεταφυσικό. Το «Μετά» είναι η τομή εκείνη που χωρίζει το ένστικτο της ζωής από το συναίσθημα του θανάτου. Το «Μετά» είναι το όριο. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε η τρίτη έκδοση του βιβλίου από την Απόπειρα. Ήταν εξαντλημένο από το 2012.
-Εάν ο «θεός είναι νύχτα» όπως γράφετε στο βιβλίο σας «Μετά», τι είναι το Φως;
Φως είναι αυτό που διαρκώς αγνοείται, όταν νομίζουμε πως το αντικρίσαμε. Όταν πιστεύεις ότι έχεις καταφέρει κάτι, τότε ακόμα βρίσκεσαι στο σκοτάδι. Κοιτάξτε. Αυτό που ζούμε, πλέον, είναι η αποφώνηση. Τα πράγματα δύουν, τα πρόσωπα εξαφανίζονται, τα χαρακτηριστικά σβήνουν. Εκλείπουν. Ό,τι είχε υπάρξει δεν υπάρχει πια. Φαίνεται οριστικό, δεν πρόκειται περί νέας αρχής ή μιας επανεκκίνησης. Προσπάθησα να αποτυπώσω, από το 2011 και στο βιβλίο «Πιο νύχτα δεν γίνεται», αυτό που έβλεπα και αισθανόμουν. Έδωσα στη ζωή το όνομα «η γυναίκα που ήταν ο κόσμος». Οι πληροφορίες μου ήταν συγκεχυμένες, αλλά το φύλο βέβαιο. Ο κόσμος ήταν γυναίκα. Η κόσμος. Η άνθρωπος. Ό,τι συνέβη από τότε, από την ανθρωπολογία της «Νύχτας» και μετά, έχει τη μορφή γεγονότων, παρατηρήσεων, στοιχείων ζωής και περιστατικών που αποδίδονται σε αυτό το πρόσωπο. Είναι, φυσικά, ένας νεκρός οργανισμός, χωρίς όνομα. Ήταν ο κόσμος. Το ήταν έχει μεγάλη σημασία εδώ, γιατί θεωρητικά, μιλάμε για την αρχή ενός έργου που ξεκινάει με το ήταν, με την παραδοχή, δηλαδή, εκ μέρους μου ότι δεν είναι πια. Πότε ακριβώς ήταν δεν ξέρω. Δεν μπορώ να το προσδιορίσω. Έτσι το ένιωσα, μαζί με την προσπάθειά μου αυτό να επιβιώσει – αν και δεν υπήρχε. Διακρίνεται πολύ καθαρά, νομίζω, στο «Ολομόναχοι Μαζί», αλλά και στην «Πράξη». Πολύ δε περισσότερο στο «Καπνισμένο κόκκινο». Ουσιαστικά πρόκειται για μια θλιβερή αναπλήρωση ενός καθεστώτος ζωής που τελείωσε κάποτε και προσπαθεί με κάποιο τρόπο να επανέλθει. Πρόκειται για αυτό που, περίπου, λέει ο Νίτσε με την αιώνια επιστροφή. Τίποτε όμως δεν καίγεται δύο φορές.
–Στα ποιήματά σας οι λέξεις μοιάζουν να αγωνίζονται να διατυπώσουν έννοιες, νοήματα, συναισθήματα αλλά ο αγώνας τους φαίνεται σχεδόν μάταιος. Παραφράζοντας τον Χέλντερλιν, «Τι χρειάζεται η ποίηση σ’ ένα μικρόψυχο καιρό»;
Είναι μάταιος ο αγώνας των λέξεων. Πάντα. Δεν φαίνεται μόνο, είναι. Οι λέξεις είναι πράξεις που δεν προλαβαίνουν να γίνουν αντιληπτές, αρεστές, επίσημες. Ο σημερινός κόσμος δεν τους δίνει όσο χρόνο χρειάζονται για να επιβιώσουν και να ειπωθούν επαρκώς. Έχουν βαρύτητα, αλλά, δυστυχώς, ελάχιστο βάρος. Από τον καιρό του Χέλντερλιν, άλλωστε, αρχές του 1800, ο κόσμος έγινε δεκάδες φορές πιο μικρόψυχος. Βέβαια, ο Χέλντερλιν μιλούσε για τους ποιητές, όχι για την ποίηση. Δεν έχει σημασία. Ο αγώνας που κάνει ένα βιβλίο για να επιβληθεί είναι πολύ δύσκολος, θα έλεγα άδικος. Τα βιβλία εύκολα χαρίζονται, αλλά δύσκολα πωλούνται. Αυτό θα πρέπει να το λάβει σοβαρά υπ’ όψιν της η νέα γενιά και να μην παραληρεί. Γιατί όλοι τελικά γράφουν. Για όλους, με όλους τους τρόπους, σε όλα τα επίπεδα. Η γραφή όμως δεν είναι μόνο φιλοδοξία. Ξεκινά και καταλήγει πάντα σε έναν καθρέφτη. Που είναι αδυσώπητος.
– Συνεκτικός κρίκος, σε όλα σας τα βιβλία, είναι η μουσική. Έχετε δώσει και τίτλους σε βιβλία σας όπως «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» και «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» αλλά κάνετε και πολλές αναφορές σε στίχους μέσα στα ποιήματά σας. Έχετε, επίσης, αφιερώσει το βιβλίο σας το «Καπνισμένο Κόκκινο» στον Lou Reed. Μπορεί να εκφράσει η μουσική ό,τι παραμένει ανέκφραστο στον λόγο;
Ενδεχομένως. Υπήρχε καιρός που δεν σηκωνόμουν να φάω γιατί άκουγα συνεχώς μουσική. Η μουσική αυτή με μεγάλωσε και μου επέτρεψε να ζήσω.
–«Εντάξει το να μεγαλώνει κανείς / Είναι βαριά ασθένεια / Και προπάντων ανίατη / Αλλά όλο για θανάτους θα μιλάμε τώρα;» γράφετε στο βιβλίο σας «Πράξη εξαφάνισης». Είναι ασθένεια το να μεγαλώνει κανείς στην εποχή μας; Κάθε στάδιο ωριμότητας είναι κι ένας θάνατος;
Είναι ένα δίλημμα αυτό. Έρχεται απ’ τον «Άμλετ». Ζωή ή θάνατος. Πάντα πίστευα στα διλήμματα. Χωρίς αυτά δεν μπορούν να προκύψουν σοβαρές αποφάσεις. Δυστυχώς για να γεννηθεί κάτι πρέπει πρώτα να πεθάνει κάτι άλλο. Μια θαυμάσια φράση του Ντε Σερτώ λέει: «Μόνο το τέλος μιας εποχής μας επιτρέπει να αποφανθούμε για το τι της έδωσε ζωή, λες και πρέπει πρώτα να πεθάνει για να γίνει βιβλίο.»
–«Κάθε μέρα / Βλέπω το ίδιο όνειρο» γράφετε στο βιβλίο σας «Πράξη εξαφάνισης». Ο Καλντερόν είχε γράψει «Τι είναι η ζωή; Μια ψευδαίσθηση, / Μια σκιά, μια φαντασία, / Και το μεγαλύτερο καλό είναι λίγο; / Γιατί όλη η ζωή είναι ένα όνειρο, / Και τα όνειρα είναι μόνο όνειρα.» Πιστεύετε στη μεταφυσική;
Ακούστε. Και ο Πόε είχε γράψει ότι «η ζωή είναι ένα όνειρο κρυμμένο μέσα σ’ άλλο». Δεν βρίσκουμε άκρη έτσι. Νομίζω πως πιστεύω περισσότερο στην μεταφυσική της θάλασσας. Πολλές φορές, όταν θέλω να ξεκαθαρίσω κάτι, βγαίνω στο μπαλκόνι μου και την κοιτάζω. Είναι τόσο μπλε που σχεδόν δεν την αντέχεις. Έχει αυτή την ιδιότητα το μπλε: Να σου καίει τα μάτια, προετοιμάζοντας αυτά που θα συμβούν. Μ’ αρέσει να κοιτάζω τη θάλασσα. Είναι ειλικρινής, απέραντη και αθώα. Σε αντίθεση με τους ανθρώπους που είναι ψεύτικοι, μικροί και ένοχοι. Μέσα στα ποιήματά μου υπάρχει πάντα μια θάλασσα σε εκκρεμότητα, που επωάζει την ιδέα. Η ιδέα αν δεν γίνει πράξη δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Δεν υπάρχει νόημα στις λέξεις. Το νόημα βρίσκεται κάτω από τις λέξεις, όχι μέσα τους.
–«Όταν σε περικυκλώνει η στάχτη / Το μόνο που έχεις / Είναι να κρεμάσεις τον επόμενο κόσμο / Στην πλάτη σου / Και να προχωρήσεις», οι στίχοι πάλι από την «Πράξη εξαφάνισης». Σήμερα σε μια εποχή κρίσης, που όλα γίνονται στάχτη, πνευματικής, οικονομικής, κοινωνικής, κρίσης αξιών, έμεινε κάτι να σωθεί;
Τι θα μπορούσε να σωθεί, δηλαδή, από την σημερινή εποχή; Βλέπετε εσείς κάτι άξιο λόγου, κάτι σημαντικό που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ως περιουσιακό στοιχείο; Βλέπετε κάποια ταυτότητα στα πράγματα που θα λειτουργούσε ως οδηγός για το αύριο; Γιατί εγώ δεν βλέπω τίποτα. Δουλειά της σημερινής εποχής είναι μόνο να καταστρέφει αγγέλους.
-Ο T.S. Eliot έγραψε πως θα τελειώσει ο κόσμος με έναν λυγμό. Η «Πράξη εξαφάνισης» μιλάει για ένα τέλος. Θα έλεγα πως μοιάζει με ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα- εξομολόγηση προς μια αγαπημένη, Μαρία ή Βεατρίκη, δεν έχει σημασία, που κάνει πράξη την απουσία της μέσα από τις δικές σας λέξεις που στάζουν. Κυοφορούν αγάπη και πόνο: «Και γνωρίζεις καλά / Σαν από τέχνη / Ότι μόνο οι εραστές / Δεν μένουν τελικά ζωντανοί». Πώς θα τελειώσει ο δικός σας κόσμος;
Όλα μου τα βιβλία μιλούν για ένα τέλος. Είναι το ίδιο τέλος που δεν τελειώνει ποτέ. Μιλάτε, όμως, για τον στίχο του Έλιοτ «Αυτός είναι ο τρόπος που θα τελειώσει ο κόσμος, όχι με έναν πάταγο, αλλά με έναν λυγμό». Τον στίχο από το μακροσκελές ποίημα της «Έρημης Χώρας». Ναι, έτσι θα τελειώσει ο κόσμος. Το πιστεύω κι εγώ. Με έναν λυγμό. Έτσι τελειώνουν πάντοτε τα πράγματα. Χρόνια μετά τον θάνατό σου σε συνοψίζουν σε δέκα σειρές, σε χωράνε κάπου, σε εντάσσουν σε κάποιες βιβλιογραφίες και εγχειρίδια Τέχνης και σε παραδίδουν σ’ ένα άχρηστο τίποτα στα Πανεπιστήμια. Γράφουν διαρκώς για το «έργο» σου. Δεν μπορώ να προβλέψω πού θα ενσωματώσουν την δική μου περίπτωση. Μπορώ, όμως, με σιγουριά να αναφερθώ στον λυγμό. Η λέξη τέλος έχει μεγάλη σχέση με την λέξη αποτυχία. Η λογοτεχνία δεν είναι ούτε τεχνικές, ούτε στυλ. Είναι ζωή που απέτυχε. Και η επιτυχής αποτύπωση αυτής της αποτυχίας διακρίνει και επιβεβαιώνει τη μεγάλη λογοτεχνία. Βεβαίως, μιλώ πάντα σε μάκρος χρόνου. Και φυσικά, εκ μέρους μου.
–Με τη «Μάριαν» φτάσατε στον πυρήνα της ύπαρξης, στον αρχέγονο μύθο της αναγέννησης του κόσμου, σε ένα προγλωσσικό, θα λέγαμε, στάδιο όπου τα πράγματα είναι σχεδόν άλεκτα και χρησιμοποιείτε τις πιο απλές λέξεις για να μεταφέρετε το βίωμα του αέναου κύκλου της ζωής. Ο κοσμογονικός μύθος ολοκληρώνεται με τη «Μάριαν»;
Το πιο δύσκολο κλειδί εδώ είναι η αγάπη. Αγαπώ σημαίνει διατυπώνω τον εαυτό μου μέσα από τον άλλον, διατηρώντας τον ακέραιο. Αυτός είναι ο πυρήνας της ύπαρξης. Ερωτεύομαι σημαίνει αφήνω τον εαυτό μου στα χέρια του άλλου, και τον χάνω. Είναι δύο τελείως διαφορετικές συναισθηματικές καταστάσεις. Ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να μισεί. Γεννήθηκε για να αγαπά. Είναι αυτό που λέει ο Χάμφρει Μπόγκαρντ στην Ίνγκριντ Μπέργκμαν στην τελευταία σκηνή της «Καζαμπλάνκα»: «Εμείς θα έχουμε πάντα το Παρίσι μας». Μερικοί άνθρωποι όταν συναντώνται, στον αναπόφευκτο χρόνο, δεν χωρίζουν ποτέ. Η συνάντησή τους διαρκεί. Όπου Παρίσι, βέβαια, μπορείτε να βάλετε εσείς ό, τι θέλετε. Νάξο, Νέα Υόρκη ή οτιδήποτε άλλο. Με κάποια έννοια δεν τελειώνει ποτέ τίποτα. Αλλά ούτε και αρχίζει. Όταν φτάνεις σε ένα σημείο που τα πράγματα, πλέον, γίνονται άλεκτα, ανέλπιστα, αποφασίζεις να μιλήσεις με τον πιο απλό τρόπο που υπάρχει για τα πιο δύσβατα ζητήματα. Θέλω να πω ότι η ανθρώπινη ιδιοσυστασία περιέχει μέσα της ακριβώς την ιδέα της ανατροπής της ελπίδας που προσδοκά. Είναι μια ανάγκη αυτοϋποτίμησης, αυτοακύρωσης, αυτοπροστασίας που συμβαίνει. Στον μύθο της «Μάριαν» ενσωματώνεται μια αδιευκρίνιστη θρησκευτικότητα, μια ιερότητα πίστης, μια θεοφόρος δύναμη που οδηγεί μακριά. Δεν πρόκειται για ελπίδα, αλλά για αγάπη. Η «Μάριαν» είναι ένα βιβλίο αγάπης. Και η αγάπη δεν ολοκληρώνεται ποτέ, είναι το υπέρτατο ποίημα.
–Βγήκε μόλις κι ένα νέο βιβλιαράκι σας, ολιγοσέλιδο, τέσσερις όλες κι όλες σελίδες, από τις εκδόσεις Απόπειρα, μια εξαιρετικής κομψότητας έκδοση, συλλεκτικής αξίας, υπό τον τίτλο «Ασκήσεις Ήθους». Η παραπομπή που κάνετε είναι σαφής, ακόμα και στην φωτογραφία του εξωφύλλου. Θέλετε να σχολιάσετε κάτι;
Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να απαντήσει κανείς σε μια ερώτηση. Ένας από αυτούς είναι διά της σιωπής. Στην προκειμένη περίπτωση, η σιωπή είναι η πλέον ενδεδειγμένη. Ό,τι ήταν, ό,τι έπρεπε να σχολιαστεί, ό,τι ήταν να γίνει έγινε με το γεγονός της έκδοσης του βιβλίου. Καταγράφηκε. Αυτό μόνο.
-Μετά τη «Μάριαν», τι; Ξεκινάει κάτι καινούριο αυτή η κοσμογονία που υπάρχει στα βιβλία σας;
Ετοιμάζω, υποθέτω, κάποιο νέο βιβλίο. Μια ποιητική σύνθεση παραληρηματικού ρυθμού, που θα είναι σαν μεταθανάτιος λόγος. Κάτι ανάμεσα σε προσευχή και ψαλμό. Μετά τη ζωή. Ξέρετε, η πιο βέβαιη αθανασία είναι ο θάνατος. Και σ’ αυτόν υπάρχουν λέξεις. Συνωστισμένες, που δεν ειπώθηκαν. Που δεν πρόλαβαν να αποταθούν. Πάντα υπάρχουν πράγματα που δεν είπαμε στους νεκρούς. Ιδίως σ’ αυτούς που δεν έζησαν πραγματικά, στους μεγάλους νεκρούς που δεν τα κατάφεραν γιατί δεν προσπάθησαν ποτέ να επιζήσουν.
.
ΚΡΙΤΙΚΕΣ
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ
ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΡΙΤΣΑΣ
www.oanagnostis.gr 26/11/2024
Το «σπάσιμο» του ανθρώπου
Κάτω από τη μέγγενη των συμπληγάδων της καθημερινής ζωής, μέσα στις πόλεις, μέσα στον κόσμο, μέσα στην ίδια τη σύσταση της πραγματικότητας, ο άνθρωπος πορεύεται μόνος του με πυξίδα του τον έρωτα, τον θάνατο και το μυστικό τραγούδι της αινιγματικής φύσης του. Μια κραυγή καβάλα σε μηχανή, ενώ κροταλίζουν πάνω στην άσφαλτο οι σόλες των παπουτσιών του αναβάτη της, θα μπορούσε να είναι μια πολύ επαρκής παρομοίωση της πορείας αυτής, κάπως ίσως μετα-φουτουριστική και μετα-αποακαλυπτική, όπως ο αιώνας μας. Η ποίηση μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον γίνεται ο νάρθηκας μετά από μετωπική σύγκρουση σε τροχαίο, όταν ο άνθρωπος σπάει και λυγίζει, όπως σπάει και λυγίζει από την πίεση της κοινωνίας και των διαπροσωπικών του σχέσεων.
Πάνω σε αυτή τη συνθήκη πορεύεται η συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου, Ο άνθρωπος έσπασε (εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2023 (2η έκδοση)). Για τον συγγραφέα δεν χρειάζονται συστάσεις για τους μυημένους αλλά και για τους μη μυημένους, όσον αφορά όμως τη συλλογή θα γίνουν κάποιες αρχικές διευκρινήσεις. Η συλλογή, αν και συμπλέκεται σε ένα αδιάσπαστο νήμα που ενώνει τα ποιήματα μεταξύ τους, δεν έχει τη μορφή μιας ποιητικής σύνθεσης, όπως άλλα έργα του συγγραφέα, αντιθέτως έχει μια πιο κλασική δομή, αυτής δηλαδή της ποιητικής συλλογής. Παρακάτω θα αναλύσουμε τους δύο άξονες της συλλογής: α) τον άνθρωπο και την τραγικότητά του και β) την πορεία του προς την έμπνευση, όπως διαφαίνεται μέσα από τους ίδιους του στίχους του ποιητή.
Ξεκινώντας από το πρώτο ποίημα της συλλογής με το χαρακτηριστικό τίτλο «Τοπίο ζωής», διαφαίνεται η βασική φιλοσοφία πίσω από τους στίχους, όπου μέσα στις δυσκολίες και τον θρήνο ο μοναδικός ήρωας παραμένει για τον γράφοντα ο ίδιος ο εαυτός του, μαραμένος, λυπημένος και μόνος, όπως όλοι εξάλλου οι ήρωες (βλ. ποίημα «Ημέρα γενεθλίων). Η ποίηση μέσα σε αυτό το πλαίσιο γίνεται μια «ανάπτυξη» ενός «ανιόντος» και ταυτόχρονα «κατιόντος θανάτου». Μια βάση για την προσπέλαση της πρόσκαιρης ζωής μέσα στα χαοτικά σπάργανα του κόσμου, με τα παραγόμενα ποιήματα να παραμένουν αίτια και ταυτόχρονα αποτελέσματα της στιγμής, αιώνια αδέσποτα στις λεωφόρους του χρόνου (βλ. ποίημα «Μεξικάνικη κουβέρτα»), αντηχώντας όμως βαθιά μέσα στον ποιητή – αιώνια και ατελείωτα (βλ. ποίημα «Ο μεγάλος θάνατος»).
Ο ποιητής βρίσκεται, έτσι, μετέωρος σε έναν «λάθος κόσμο» που δεν επέλεξε (βλ. ποίημα «Παλιό χιόνι»), βουτώντας πάντως μέσα στη νύχτα, φτάνοντας ως το τέλος, ως την άκρη της, όπως ο Σελίν κάποτε (βλ. ποίημα «Ύπνος»). Ζώντας «ανάμεσά» του, και αποτελώντας ο ίδιος – μέσα σε μια στιγμή, μέσα σ’ ένα ολόκληρο κοσμικό πλέγμα που σφαδάζει – ο μόνος «χρόνος» και ο «μόνος έρωτας» που μπορεί να υπάρξει μετά το πλήγμα του καυτηριασμού της αγάπης και της σφοδρότητας της άμεσης επαφής με τον όποιον Άλλον (βλ. ποίημα «Κοσμικός νους»). Μέσα σε ένα κύκλο, που όπως η «αιώνια επιστροφή» του Νίτσε, επανέρχεται ξανά και ξανά ζητώντας την απαραίτητη τελετουργία που προσφέρει ο αγώνας για ζωή (βλ. ποίημα «Κύκλος»).
Κλείνοντας, όπως είδαμε εξερευνώντας τόσο τα ύψη όσο και τα βάθη της παρούσας συλλογής, διαβλέπουμε μια ακόμη χαρακτηριστική ποιητική δημιουργία του ποιητή. Μια ποιητική συλλογή που δεν ήταν να γίνει ποιητική σύνθεση – μα, παρά ταύτα ενέχει μέσα της τέτοια στοιχεία, μια νέα προσευχή για τους γοτθικούς ναούς της φαντασίας, όπου η μόνη δέσμευση με το άλυτο γίγνεσθαι είναι η μυστική φωνή του ποιητή.
.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
Fractal, 8/07/2015
Ένα σώμα γεμάτο ρωγμές
Λοιπόν, όλα άρχισαν όταν εκείνος ο κρετίνος ο Πέρυ Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα.
Και όλα γδάρθηκαν και λύγισαν και έσπασαν όταν ο Τζιμ Μόρισον τραγούδησε This is the end/my only friend/ the end. Από τότε ένας Ινδιάνος μας έχει καθίσει στον ώμο και μετράει πόση ανατολή και πόση δύση απομένει να δούμε στο υπόλοιπο της ζωής. Πόσες φορές θα δεις το ηλιοβασίλεμα στη ζωή σου, κύριε Μπόουλς; Και σαν πόσες, δηλαδή, αφού το δεις, θα ξεκολλήσεις το μακό από τη σάρκα σου, θα καταλάβεις πως έχεις ίλιγγο ζωής, θα δεις ολοκάθαρα όλα τα χρώματα του χρόνου, ωραία μυρωδιά που θα έχει ο θάνατος – θα πέφτει σαν νιφάδες από άρρωστο κόκκινο και μέσα σου μπορεί να ανεβαίνει και να κατεβαίνει μια λέξη, και άλλη μια και όλες μαζί να φτιάξουν ένα ποίημα που άλλοτε θα ανεβαίνει και άλλοτε θα κατεβαίνει, αλλά να σου πω την αλήθεια ποιος χέστηκε για το αν ένα ποίημα ανεβαίνει ή κατεβαίνει;
Εγώ σου λέω πως όλα άρχισαν όταν ήρθε εκείνος ο μεγάλος θάνατος , ένας χρόνος τυφλός που πέφτει από παντού – ροκανίδι, κατάλαβες, βρεγμένο ροκανίδι στο καρύδι του λαιμού. Εμποτισμένο με ωραία βότκα και ωραίο μπέρμπον και ακόμη πιο ωραίο αίμα και ιδρώτα από έρωτες που είναι ανέξοδοι, αλλά έχουν και κάτι στρογγυλούς βράχους από τους οποίους βουτάς – ξέρεις τώρα, ανάμεσα στα πόδια βρίσκονται, βουτάς και μετά αν δεν πνιγείς πνίγηκες.
Επίσης, σημείωσε και κάτι άλλο: σε αυτό το ρημάδι τον κόσμο υπάρχουν μπλε ποιήματα, νεκροταφεία αυτοκινήτων, μεγάλοι θόρυβοι, λευκοί θόρυβοι, κίνδυνοι δωματίων, δελτία θυέλλης, η σιωπή και το υπέρ της, το τέλος ενός φεγγαριού γεμάτου φεγγάρια, ένα μπλε μπαλκόνι, ο κοσμικός νους και κάμποσα άλλα που μπορεί τώρα να σου φαίνονται άσχετα μεταξύ τους, ένα πολυπλόκαμο δίκτυο από φιλολογικές κατασκευές, αλλά καλό είναι να τα κρατήσεις όταν θα βρεθείς να μην έχεις τίποτα άλλο από αυτά.
Ο καθένας και τα σπασίματά του και οι ρωγμές του. Όχι, δεν είναι μόνο αυτά – εκτός αν θέλεις να είσαι η drama queen του εαυτού σου. Αυτό που κάνει διαφορετική τη μια ρωγμή από την άλλη είναι τι λουλούδια φύονται στο ενδιάμεσο. Τυχαία νομίζεις ο Καρούζος βρήκε εντελβάις στις δικές του ή ο Μπουκόφκι είδε να απλώνονται παντού γλαδιόλες;
Αν το σπάσιμο σου δεν βγάζει κάτι, αν είναι μια ανέξοδη ένταση, μια έκρηξη δίχως πάθος για κάτι, τότε μην διαβάσεις για τον Άνθρωπο που έσπασε γιατί δεν θα το καταλάβεις. Αν δεν σου λέει κάτι ο Μπίλι και ο Κάπτεν Αμέρικα και η ακατάλυτη αίσθηση ενός εν εξελίξει παρόντος με όρους ελευθερίας, μην διαβάσεις τίποτα από τον Άνθρωπο που έσπασε. Αν πιστεύεις πως ο στόχος δεν είναι το κεφάλι, να το κάψεις το βιβλίο – είναι επικίνδυνο για εσένα. Αν δεν ξέρεις τι συνέβη με το Space Oddity, τότε ζεις σε ένα παράλληλο σύμπαν και δεν θα γνωρίσεις ποτέ τη Sister Morphine και δεν θα περάσεις απέναντι. Γιατί αυτό το βιβλίο είναι μια γέφυρα. Ένα από εδώ και ένα από εκεί. Είναι το «είμαστε κι εμείς που δεν έχουμε καμία σχέση με τους άλλους από εκεί». Θυμάσαι τι έλεγαν οι Pink Floyd; Us and them. Δεν πάει αλλιώς, δεν μπορεί όλα τα φορτία σάρκας να είναι ευγενή. Δεν θα έβγαινε ο λογαριασμός. Δεν πάει έτσι. Είναι οι λυπημένοι και οι happy few.
Μόνο που οι happy few είναι οι κατεξοχήν λυπημένοι. Όχι για τα τρέχοντα, τα καθημερινά, μα για εκείνα τα θαυμαστά, τα απόκρυφα, για τις ωραίες Σκωτίες των λουλουδιών, για το φάσμα της ζωής, για την έκλαμψη της διαίσθησης, για τον ακριβισμό της ήττας και την παραίσθηση μιας νίκης, για της αγάπης τον άγονο αγώνα.
Αν όλα αυτά σου λένε κάτι, τότε να διαβάσεις τον Άνθρωπο που έσπασε, γιατί ένα κομμάτι σου θα βρίσκεται εκεί μέσα. Ένα χαμένο ίχνος που κάπου μπορεί να σε οδηγήσει. Πάντα περισσεύει ένα κομμάτι δέρματος – η εξωτερική στοιβάδα του σε εκείνο το σημείο που έχεις τη μεγαλύτερη εκδορά. Σε εκείνο το σημείο κάποιος σε βοηθάει να σκάψεις λίγο ακόμη. Να βρεις ιστό και να δεις τι υπάρχει κρυμμένο. Αυτό το βιβλίο θα σε βοηθήσει, αν και δεν το είχε σκοπό να γίνει λογοτεχνική Μητέρα Τερέζα.
Ο Άνθρωπος Έσπασε είναι μια συλλογή άγριας αύρας, είναι θαμμένο μουρμουρητό, ένα μπλουζ που θα μπορούσε να τραγουδήσει ο Ντίλαν Τόμας ή ένα ποίημα που θα έγραφε ο Μ.Μ. Κινγκ καθώς το νερένιο ηλιόφως θα έκανε τα δάχτυλά του να δείχνουν υπερφυσικά, σχεδόν μυθικά.
Ο Άνθρωπος Έσπασε είναι η καλλιγραφία μια μεγαλόψυχης αυταπάτης. Είναι ένας πόνος εμπρηστικής ισχύος. Μια σωματική χαρά για την έλλειψή της. Ένας βρυχώμενος καταρράκτης φωνών. Ένα αποκάρωμα λέξεων σκοτεινής οικειότητας.
Το έχω γράψει για κάποια άλλη συλλογή του Σταυρόπουλου. Η γυναίκα στην ποίησή του είναι σαν μια αξιοπόθητη αμφιβολία. Ένα αφέσιμο αμάρτημα με το οποίο έχεις σχέση έλξης δίχως αυτοπειθαρχία. Η γυναίκα είναι η σωματικά απτή μουσική που προκαλεί ερεθισμούς ψυχογραφικής υφής. Δεν έχουμε να κάνουμε με φειδωλή γοητεία γεμάτη μικροαστισμούς και εγκεφαλικές περιδινήσεις. Η σχέση της ποίησής του με τη γυναίκα είναι σαν ανοιχτό μαγκάλι. Είναι σαν μια φωνή που σπιθίζει από κέφι, αγάπη, απόγνωση, παρόρμηση, αφοσίωση, θέλγητρα, χέρσες εκτάσεις, φασματικά λίμπο και δέος – μπόλικο δέος.
Έχει, όμως, και μια μουσική η ποίηση του Σταυρόπουλου. Το παραδέχεται και ο ίδιος όταν στην κατακλείδα τούτης της συλλογής αποτίει φόρο τιμής σε μια δέσμη από τριαντάφυλλα της ροκ. Και είναι εμβαπτισμένη σε διάλυμα από λογοτεχνία ωραία και καίρια και όλο αυτό μαζί φτιάχνει ένα αμάλγαμα που εκτείνεται από την οξεία δριμύτητα και το σαρκασμό έως το ρομαντικό ανασασμό και την επισφαλή κατάπληξη.
Η ποίηση του Σταυρόπουλου μου θυμίζει εκείνην την εξαίσια φράση του Τζον Τσίβερ: «Τα πάντα κρέμονται από μια κλωστή πλην όμως στο φως του δειλινού». Αυτή η σκιαμαχία της αγωνίας με την ελπίδα, της πραότητας με την αγριότητα, του θάλπους με την παραφορά, του ενεργητικού πάθους με το βίαιο λαχτάρισμα δεν δημιουργούν μια αντίφαση, αλλά ένα ποιητικό σώμα που λειτουργεί με όλες τις συντεταγμένες του απλωμένες, με όλα τα πανιά του ανοιχτά, με το βαρυτικό του κέντρο σε φάση οξυμμένης ευαισθησίας.
Και καταλήγουμε πάλι στην αρχή.
Στην αρχή των πάντων.
Σταύρος Σταυρόπουλος
Διότι όλα άρχισαν όταν ο Άνθρωπος έσπασε και είδε τα κομμάτια του να λέγονται σκοτάδι και νεφέλωμα και φλοίσβος και βύθισμα. Από εκείνα τα βάθη, ο κρετίνος ο Πέρι Κόμο τραγούδησε τη Γκλεντόρα και ο Τζιμ Μόρισον τραγούδησε το This is the end, και οι Ρόλινγκ Στόουνς τα έβαψαν όλα μαύρα και οι Κινγκ Κρίμσον έψαλαν το Epitaph και η Μάριαν Φέιθφουλ, αυτή η λυγμική πριγκίπισσα χαρτογραφούσε τις αποχρώσεις της λύπης και ο Νικ Κέιβ γινόταν ο καπετάνιος του πόνου του και ο Σταυρόπουλος έγραψε αυτή τη συλλογή που έχει το σουλούπι μιας αντανάκλασης, μιας πράξης πίστεως ενός μαύρου που θυμίζει Πιέρ Σουλάζ.
Στο μεταξύ, ο Ινδιάνος είναι ακόμη πάνω στον ώμο σου.
Κιένας ψυχοπαλμός και ένα πικρόχορτο και η ζωή, πολλή ζωή – σαν νερό που ανεβαίνει και πλένει τα σπασίματα.
.
ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ
ΚΟΡΝΗΛΙΑ ΚΑΔΟΓΛΟΥ
Fractal/23/09/2025
Η ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου ξεκινάει με μια αναφορά στον Arthur Rimbaud: «Είμαι ο εκλεκτός ανάμεσα στους ναυαγούς.»
Στηριζόμενη σε αυτήν αυτή τη φράση, θα ξεκινήσω την αποκρυπτογράφηση ενός ανθρώπου-μοντέλου, που μπόρεσε να δηλώσει με σθένος ότι ήταν ένας επιζών από μια άνιση μάχη, ένας μυστικός μεταφορέας γνώσης, που είχε ενσωματώσει μέσα του με συνέπεια ένα φορτίο που έπρεπε να διασωθεί στον χάρτη των αιώνων. Τις λέξεις. Ο «εκλεκτός»: ένα προσωνύμιο ή ένας φόρος τιμής; Ένας ρόλος ίσως ενός μοναδικού μάρτυρα, που βίωσε μια αποκάλυψη που είχε προηγηθεί ή κατείχε τη γνώση μίας επερχόμενης προφητείας; Πάνω σε αυτό το μοτίβο-ερώτημα ξεδιπλώνεται ένας μίτος που δεν γνωρίζεις αν έχει τέλος. Και αναρωτιέσαι αν είναι μια τρυφερή υπόσχεση ή μια επιστολή που δεν έχει φτάσει ακόμη στον παραλήπτη της.
Από την πρώτη ανάγνωση διαπιστώνεις την ιδιαιτερότητα της δομής και του μεγέθους της, αφού η έκταση της συλλογής ξεδιπλώνεται μέσα από ένα σύνολο 22 ποιημάτων, αριθμημένα με λατινικούς αριθμούς. Θα μπορούσα ίσως να ισχυριστώ ότι είναι η απαρχή μιας δοκιμασίας επιβίωσης ανάμεσα στις υφές της πραγματικότητας και στο τεχνητό προσδοκώμενο του άδοξου τέλους. Συνδυάζει πολύ εύστοχα τη λέξη «τέλος» με το επίθετο άδοξο αναφερόμενος στον βιολογικό και μεταφορικό θάνατο, ενώ με την έκφραση «θα σε δω ξανά» που είναι η βάση του θεωρήματος της ελπίδας ενισχύεται ακόμη περισσότερο το οξύμωρο σχήμα μεταξύ τους.
Γεγονός που αποτελεί μια αναγνωστική πρόκληση.
Σε προσκαλεί να τολμήσεις να τον ακολουθήσεις, σε ένα οδοιπορικό αυτογνωσίας, σε μια εσωτερική αποκάλυψη, μιας διαδρομής που οριοθετεί λεπτές ισορροπίες μεταξύ τριών νομοτελειακών συνθηκών, της Γυναίκας που είναι ο Κόσμος, της Λογοτεχνίας και του άδοξου Τέλους.
Ο ποιητής γίνεται ενεργοποιητής του Λόγου, περιγράφει, δεν εξηγεί, προκαλεί, διεκδικεί, προσμένει τον ερχομό μιας νέας εποχής. Με τη χρήση του μέλλοντα ενισχύει τη βαθύτατη πίστη ότι ακόμη και στο «άδοξο τέλος» υπάρχει κάτι που εγκυμονεί.
Είναι το βλέμμα του Λόγου, όχι το αισθητηριακό αλλά το μεταφυσικό. Ο ποιητής βλέπει με τα «μάτια του Λόγου». Της Λογοτεχνίας. Το άδοξο τέλος σηματοδοτεί το τέλος της αφήγησης, της δόξας, της νοηματοδοτικής διαδικασίας.
Και είναι αυτός ο ίδιος που μετουσιώνεται σε μια πράξη αντίστασης μέσω μιας ενεργής κατάστασης δηλώνοντας «θα σε δω».
Ανάμεσά τους μια γέφυρα, ένα ρήμα (δω) ο συνδετικός κρίκος.
Ο ποιητής δεν υφίσταται χωρίς τον Λόγο, αφού πια ενσαρκώνεται μέσα του. Μαζί σχηματίζουν μια τεχνητή γλώσσα, μια υπόμνηση ότι Λογοτεχνία δεν είναι η αναπαράσταση του φυσικού κόσμου αλλά μια γενετήσια πράξη.
Αυτό το ρήμα που παρεμβάλλεται ανάμεσα στα δύο εκφραστικά σχήματα έχει μια αποστολή, είναι μια οντολογική χειρονομία απαρχής.
Βασικό κλειδί το οξύμωρο του τίτλου ως αφετηρία πάνω στην οποία θα γίνει η ιχνηλάτηση της υπόσχεσης, της επανασύνδεσης που όμως δεν έχει αποδέκτες της φυσικά πρόσωπα, αλλά μόνο τον ποιητή και τη Λογοτεχνία. Ένα ραντεβού συμβολικό που μέσα του κρύβει όλες εκείνες τις μεταμορφωτικές διαδικασίες που έχουν διαδραματιστεί, τις οποίες υφίσταται για να αντιπαρέλθει στην καθημερινή φθορά, ενόσω διαρκώς αλλάζουν οι θέσεις ισχύος μεταξύ τους καθώς και οι τόποι καταγωγής τους.
«Και εσύ ξάπλωνες
Κάθε φορά με άλλες προσόψεις
Άλλη χρυσή ράχη
Άλλες γραμματοσειρές κολλημένες πάνω σου
Πενθώντας κάθε φορά άλλο όνομα
Που ήταν το ίδιο
Φορώντας κάθε φορά άλλο τίτλο
Στην λέσχη της αγάπης που διακαώς σύχναζα.»
Και εδώ γίνεται εμφανές ότι υπάρχει μια ρωγμή εμπιστοσύνης, αφού ο ποιητής αρχίζει να διακατέχεται από την υποψία πως κάτι δεν έχει ολοκληρωθεί, δεν έχει πλήρως κατακτηθεί, δεν έχει αποκτήσει ταυτότητα.
«Περίμενα
Όλος αυτός ο καιρός να εξελιχθεί
Περιγράφοντας την υστεροφημία του κόσμου
Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου
Να συμβεί μια επιδιορθωμένη σειρά υδάτων
Και να περάσουμε απέναντι
Να κάνουμε παρέλαση
Μαζί
Σαν αληθινά άρματα.
Όπως κάνουν οι αυτοκρατορικοί πιγκουίνοι.»
Και όλα αυτά λαμβάνουν χώρα μέσα σε ένα λογοπλαστικό εύθραυστο Κόσμο, ενώ παράλληλα το ρήγμα σιωπής γίνεται ρήγμα νοήματος. Όχι γλωσσικό αλλά βαθύ οντολογικό.
Όμως εσύ έσβηνες μόνη σου
Κάθε μέρα και από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στη λογοτεχνία
Συμπλήρωσες αιώνα και τον ξεπέρασες.»
Ο ποιητής πειραματίζεται, η γλώσσα αντιστέκεται. Και εδώ τίθεται το ζήτημα για το ποιος θα αναλάβει να σηκώσει το βάρος, την ευθύνη της Λογοτεχνίας.
«Αιωρούνται ακόμα μέσα σου
Τα ασυμπλήρωτα μάτια μου
Αν μπορούσα θα τα έβγαζα από τις κόγχες τους
Να μην βλέπουν
Θα τα έχυνα απ’ το πρόσωπο μου
Σε ποιήματα
Ακέραια
Που διαρκούν χρόνια
Να ταιριάζουν με το νησί εκείνο του Αιγαίου
Μερικές φορές πεθαίνω…
Ακάθιστος
Μοναχός
Και ανεπίτρεπτα βέβαιος
Σαν Θεός..»
Και αναρωτιέται ποια γέφυρα να βρει να περάσει απέναντι από αυτό το ρήγμα. Το Έργο. Να παραμείνει ζωντανός, να σώσει αυτό που τον σκοτώνει. Σκηνοθεσία επιβίωσης.
Κι έπειτα μου είπαν
Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο
Να συνεχίσω να είμαι το έργο
Χωρίς εμένα αλλά με θεατές
Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο
Χωρίς τον άνθρωπο
Και κάθε άνθρωπος προσφεύγει μόνο στο έργο
Που είναι αυτός με θεατές
Χωρίς να είναι άνθρωπος.»
Το τίμημα είναι πολύ σκληρό πέρα από τη δύναμη του αναντικατάστατου στα όρια της εξολόθρευσης. Και ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος το ξέρει.
Είναι εκείνη η γνωστή οσμή της προδοσίας λίγο πριν φτάσουν οι λέξεις.
«Και να μην νιώθω
Ούτε πόνο
Ούτε θλίψη
Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη
Να μην νιώθω
Έτσι ξεβαμμένος
Σαν μια αόρατη κλωστή
Στον θρόνο του χρόνου
Πόσο χρώμα χάθηκε
Πάνω σε σώματα
Σε χαρτιά
Σε σεντόνια
Να μην νιώθω.»
«Τι άλλο από ψέμα μπορεί να είναι η λογοτεχνία;
Τι άλλο από την περίληψη των πιο όμορφων ψεμάτων;
Και αντί για λέξεις μου πετούσες καρφίτσες
Και χαλασμένα καλώδια
Και καρφιά
Και ποιήματα
Παραποιημένα.»
Σε αυτό το κλίμα της απόγνωσης ανάμεσα στον ήχο και τον απόηχο αρχίζει η μετάφραση της σιωπής του. Σε φως, σε λέξεις ,γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος να εξηγήσει πως πίσω του υπάρχει πάντα μια σκιά. Η σκιά της προδοσίας.
Και έχει αντιληφθεί πως δεν υπάρχει άλλη πιθανότητα, άλλη επιλογή, πέρα από τη Λογοτεχνία που τον ορίζει, που αναβλύζει την αναγκαιότητα της ύπαρξής του
« Η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια σου
Έγραφε το όνομα μου.»
Και συνεχίζει ..
«Το άρρωστο ρήγμα
Μεγάλωνε συνεχώς μέσα σου
Ξεχείλωνε σαν βάτραχος στην στεριά
Που τον τραβάς από εδώ κι από κει
Άτριχο
Μέχρι να πάψει να υπάρχει σαν σώμα
Τότε χωρίστηκες στα δύο
Μεταμορφωμένη σε πεθαμένο κροκόδειλο
Είχα δύο κροκόδειλους μέσα μου.»
Και αντιλαμβάνεται ότι έχει να αντιμετωπίσει δύο ρήγματα ταυτόχρονα, ένα μεταξύ αυτού και της Λογοτεχνίας, και ένα που λαμβάνει χώρα ανάμεσα στη Λογοτεχνία με τον εαυτό της, ως διασπαστική οντότητα .
Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος επιμένει να πειραματίζεται με μια γλώσσα που αντιστέκεται στην ηδονή, στην ευθύνη, στην αποκαθήλωση, σε κάθε προσπάθεια να διασώσει το σώμα της.
Συναισθήματα συντριβής, διάψευσης, σωτηρίας, απόγνωσης, διλλήματα και όνειρα και κάπου κρυμμένη καλά η λύτρωση. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος, άλλη πιθανότητα, άλλη εκδοχή, παρά μόνο να αποδέχεται τις ταλαντώσεις που υφίσταται μέσα από τη μυρωδιά της, που αναβλύζει κυριεύοντας την αναγκαιότητα της ύπαρξής του.
«Αλλά κουβαλούσα μόνο
Ένα μεγάλο Σταυρό
Δικός σου ήταν αυτός όχι δικός μου
Και κουβαλούσα το βάρος όλης της γης
Μέσα σε ένα πανόδετο πακέτο βρεγμένα τσιγάρα
Που μου υπενθύμιζαν μόνο εσένα
Και προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου
Που παρέμειναν κλειστά
Από τότε που έφυγες
Και παρέμειναν ορφανά.»
Και συνάμα αρχίζει να υποπτεύεται, να αγωνιά πως κάτι ελλοχεύει, πως η Λογοτεχνία σταδιακά ρηγματώνεται, ενόσω ταυτόχρονα χάνεται η βεβαιότητα, η εδραίωση ότι διαρκεί. Ότι δεν παρέρχεται.
Εκεί ακριβώς θα την περιμένει, λοιπόν λίγο πριν την έκδυσή της, σε μια συνάντηση αυστηρώς προσωπική, τετελεσμένη μέσα στον απόηχο των στίχων μιας τραγωδίας. Χωρίς από μηχανής θεούς. Μόνος αντιμέτωπος μαζί της.
«Θα σου πω ευθαρσώς
Και με γνώση των συνεπειών του νόμου
Και ίσως και κάποιο δάκρυ θυμού
Αδιευκρίνιστο
Αλλά παρ’ όλα αυτά επιεικές και κωφάλαλο
Ότι κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν
Παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν
Και τελικά
Το μόνο που υπήρξε ήταν εσύ κι εγώ.»
Ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος οραματίστηκε αυτό το ρήγμα καιρό πριν, δεν γράφει για να το σώσει, ούτε για να σωθεί. Γράφει για να διατηρήσει το αποτύπωμα της απώλειας.
«Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο της αναμονής μου
Που ήταν τρείς χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με τη λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Της μητρικής μας γλώσσας.»
Και το ρήγμα αυτό καθ’ αυτό μοιάζει με μια νεκρή διάλεκτο. Είναι σύνθετο, υπαρξιακό, αγγίζει βαθιά τη συνείδησή του.
«Θα έκανα πολλά αν μπορούσα
Με αυτό το απίθανο άσπρο των αλόγων
Που τόσο σου μοιάζει
Αλλά δεν μπορώ
Και κυρίως
Δεν ξέρω.
Αφού δεν έχω άλλα μάτια.»
Και συνεχίζει:
«Θα έκανα τα μαλλιά σου μαξιλάρι
Μιας και είναι χρυσά
Ή παλάτι.»
«Θα είχα μια αυτοκρατορία χαδιών»
«Θα άλλαζα το διακόπτη στη επιθυμία
Να μην στάζει η βρύση του αίματος
Πεταμένα αστέρια
Θα διάλεγα έναν πορτοκαλί
Που αναβοσβήνει τη νύχτα με κέρματα
Χωρίς τα δικά σου χέρια»
Και δεν υπάρχουν λέξεις να περιγράψουν την οδύνη, τον χαμό, την εξαφάνιση, την απώλεια. Δεν υπάρχουν λέξεις να είναι ανάλογες με την έκταση και την ένταση που αποκαλύπτονται τα ρήγματα της Λογοτεχνίας.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος προφητεύει κάτι που θα επιστρέψει ως φυσική παρουσία αλλά με άλλη μορφή πέρα από την προκαθορισμένη των αισθήσεων.
Μια ποιητική συλλογή σαν αναμέτρηση, στο χείλος ενός ρήγματος να επιχειρεί να εντοπίσει την ουσία, τα όρια της Λογοτεχνίας, χωρίς να έχει την εγγύτητα, μα κρατώντας πάντα σφιχτά τη διαύγεια, τη διαίσθηση και την πληρότητα.
Με αυτόν τον μηχανισμό της αντίστασης ο ποιητής προσπαθεί να διασώσει μνήμες και στιγμές. Να βρει μια ερμηνευτική πρόσβαση, μια επισήμανση που να τον οδηγήσει στην υπέρβαση της απώλειας.
Η λογοτεχνία δεν είναι πράξη βεβαιότητας, θρυμματίζεται, ξεψυχά και στιγμιαία ορθώνεται και ανοίγει νέες διόδους επικοινωνίας. Και άλλοτε σε καθηλώνει σε μια αιώνια σιωπή.
Αυτό είναι το ύστατο σημείο της: να αποτελεί ένα μνημείο λέξεων. Είναι η τελευταία της «έξοδος».
Ο ποιητής αντιλαμβάνεται ότι ο ψίθυρός της δεν είναι παρά κραυγή που διέπεται από θεμελιώδη ένταση, όπως τη στιγμή που βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το άνοιγμα ενός τραύματος.
Και έχει δύο μόνο αισθητηριακές όψεις, τη ματαιότητα και την ελπίδα.
Επιλέγει να μορφοποιήσει την ελπίδα, σε μια συνθήκη σωτηρίας.
Με μια αιφνίδια υπόσχεση που θα κλείσει αυτήν την ιστορική στιγμή, περικλείοντας μέσα όλα τα στάδια από τη Γένεση μέχρι τον Θάνατό της.
Με την ιδιαίτερη τεχνική της γραφής του, ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος αποφασίζει εύστοχα με τη χρήση των συμβολισμών να ξεδιπλώσει το εύρος και το μεγαλείο της δύναμης των λέξεων. Εκτελεί με ακρίβεια μια πλήρη περιστροφή του κύκλου της ζωής από την απαρχή του μέχρι την κομβική στιγμή της εναπόθεσης του σαρκίου στα πέπλα του Θανάτου.
Έχοντας βαθειά επίγνωση της ταυτότητας των λέξεων τολμά τη μετουσίωση και την αναδιαμόρφωσή τους, αφού κάθε στοιχείο της φύσης υπόκειται σε ακμή και παρακμή, ενώ ενδιαμέσως έχει ολοκληρώσει τη διαιώνισή του. Αυτή είναι η νέα εποχή που προσμένει ο Σταύρος Σταυρόπουλος, η εποχή της ολοκλήρωσης, αφού πρώτα έχει παρέλθει η προσωπική λεηλασία, έχει τελειώσει η ασυλία από το προσωρινό καταφύγιο της θνητής ζωής, έχει μεταφραστεί ο αντίλαλος της Αγάπης με το σωστό χρώμα και έχει επιτευχθεί η ερμηνεία της αρμονίας.
«Δύσκολα αποχωρίζεται κανείς τις εμφύλιες εμμονές του.
Την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του
Τα κλαδιά στο κεφάλι τους είναι γεμάτα λέξεις .»
Ένας έντονος εσωτερικός απολογισμός διέπει τα ποιήματά του για να ερμηνεύσει το αναπόφευκτο, για να δώσει ένα πρόσημο ύπαρξης στον χρόνο του χρέους.
«Στη τελική ανταλλαγή αιχμαλώτων ;
Τι χάνεις και τι κερδίζεις
Δίπλα σε αυτό το αχόρταγο ποτάμι.
Με τα πανύψηλα δέντρα
Που παραμένουν αόρατα
Σαν μωρά;.»
Η συλλογή ξεκινάει με την διαπίστωση ότι τίποτα δεν μπορεί να ελεγχθεί πλήρως, να ερμηνευτεί και εξηγηθεί, εάν δεν βρεθεί το επιτελικό σημείο ανάμεσα στην ανταλλαγή της πληροφορίας και τη μεστότητα του χρόνου. Κάθε πληροφορία ανατρέπεται και η αλήθεια είναι περιστασιακό γινόμενο και συνήθως αντιστρόφως ανάλογη των συνθηκών. Πάνω σε αυτό το μοντέλο που αφήνει γραμμές ελευθερίας, δομείται μια ολόκληρη θεματική ενότητα με την έμφαση ενός αναστοχασμού ως προς το νόημα και τη λειτουργία της λογοτεχνίας.
«Έτσι ξεκίνησε
Μπορεί και να έπρεπε
Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής οφθαλμών
Που υπερασπίζονταν τη σαφήνεια
Ή κάποιων αμφίπλευρων εμμονών
Που έγιναν απολυτίκια.»
Ακολουθεί ένας βαθύς υπαινιγμός τυχαιότητας που δεν έχει πλήρως εξακριβωθεί ο ρόλος του. Η απαρχή μιας σειράς μοιραίων γεγονότων, ανερμήνευτα ως προς τα συνήθη συμβάντα της ζωής.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αγγίζει με ευαισθησία τη σπανιότητα αυτού του φαινομένου, της ξαφνικής εμφάνισης του υποκειμένου του, εφαρμόζοντας την τεχνική ενός εικονικού διαλόγου μαζί του.
Βαθύτατες εξομολογήσεις και εύστοχες περιγραφές ολοκληρώνουν τις εικόνες της καθημερινότητας, που βάλλεται συνεχώς από ανεξήγητες καταστάσεις, ενώ ο ποιητής μάχεται με θεούς και δαίμονες σε ένα στίβο λέξεων.
«Στόλιζα κάθε νύχτα το ίδιο φάντασμα
Κι αυτό
Κατρακύλαγε σε δωμάτια με καρφιά
Που έγερναν
Σαν συρμάτινα σώματα
Το ένα μέσα στο άλλο.»
Ο χρόνος δεν υφίσταται, αφού έχουν παραμορφωθεί οι μονάδες και οι δομές του, ενώ παρεμβάλλονται μεταφορές που ενισχύουν αυτήν την αναστρέψιμη συνιστώσα.
«Σε είχα κοντά μου
Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό πόλεμο
Και σε έχασα
Από τότε
Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού
Δεκαεπτά αιώνες πριν τον Χριστό»
Και κλείνει τελετουργικά με τον στίχο
«Που σε περιμένω
Από την εποχή του χαλκού.»
Τροποποιεί τα μεγέθη κατά περίσταση με τέτοιο τρόπο, ώστε η ανάγνωση να σε μεταφέρει ταυτόχρονα σε όλες τις εποχές του χρόνου. Οι διαδοχικές συναισθηματικές φορτίσεις που παρεμβάλλονται ανάμεσα στον δημιουργό και το υποκείμενο, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο και καμία πιθανότητα αμφιβολίας, για την έκταση και την ένταση αυτής της βαθύτατης υπόσχεσης. Όλα γίνονται στο ύψος της υπέρβασης, της ταλάντωσης με την ψυχή να ακροβατεί στο υπερβατικό, στο ανοίκειο.
«Πέρασαν τετρακόσια χρόνια και ένας τυφλός .»
«Γιατί νεκροί ήμασταν εξαρχής»
«Έγινες κάποτε ένα ρολόι που μετρούσε τον κόσμο ανάποδα»
Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το υποκείμενο υφίσταται αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, που το απαλλάσσουν από τα γνωστά ανθρωπομορφικά χαρακτηριστικά του, ενώ παράλληλα συμβιώνει και με την ίδια του την υπόσταση, ξανά και ξανά μέσα από άλλες διαστάσεις.
«Μεταμορφωμένη σε πεθαμένο κροκόδειλο
Σάλευες σαν διαλυμένο φίδι
Συνέχισες να κινείσαι
Όπως το φαγητό ενός μυδιού
Όπως η νεκρή λύκαινα
Όπως ένα σκιάχτρο στον αέρα
Όπως μια τίγρη
Όπως μια μέδουσα
Δεν είχες πια όνομα είδος συνάφεια γένος
Γεμάτη πούδρα
Μέσα σε ένα βιβλίο»
Αυτή η μεταφορική σημειολογία αποδίδει ένα νέο μοντέλο ζωής, μια αντιφατική θέαση, μια δυαδική ένωση, που ο Σταύρος Σταυρόπουλος την αντιμετωπίζει σαν πρόκληση. Ένα εγκλωβισμένο ενεργειακό μέτωπο. Το μέτωπο των λέξεων.
«Πενθώντας κάθε φορά άλλο όνομα
Που ήταν το ίδιο
Φορώντας κάθε φορά άλλο τίτλο .»
Δεν διστάζει να αναμετρηθεί μαζί του για να βγάλει επιτέλους το περιτύλιγμα, το λάθος χρώμα. Σαν να μην υπάρχει άλλη δυνατή λύση.
«Το βρήκα
Τώρα που δεν θα έπρεπε
Ένα τσεκούρι αδέσποτου πολέμου
Θαμμένο στο κομοδίνο μου»
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ξέρει να περιμένει, έχει προφητεύσει την εποχή και τον ερχομό της.
«Περίμενα να ανάψουν όλα εκείνα τα είδωλα που είχες αφήσει
Σε γωνιακές γκαρσονιέρες.
Περίμενα την αποταμίευση των χεριών σου
Τυλιγμένος σε μια μεταχειρισμένη κουβέρτα
Την εποχή της βροχής
Ή της πέτρας
Ή της σιωπής .»
Ένας θεατρικός μονόλογος που είναι ταυτόχρονα και μονόδρομος υπόσχεσης. Μια κατανυκτική πορεία πάνω σε έναν τολμηρό θάνατο, που όμως μυρίζει από μακριά τον απελπισμένο χρόνο.
«Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό
Ένα σπίτι
Έναν τόπο
Κάθε μέρα έσβηνες και από έναν κόσμο
Όπως συνήθως γίνεται στη λογοτεχνία.»
Εδώ είναι το σημείο καμπής της τραγωδίας.
Δεν υπάρχει μεγαλύτερος θάνατος από αυτόν: των λέξεων.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος αγωνίζεται για τις λέξεις, κάνει μετάγγιση για την εποχή του, για τα σύμβολα της ζωής.
«Η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια σου .
Έγραφε το όνομα μου»
Οι λέξεις ταπεινώνουν, προδίδουν, πληγώνουν, γιατί η λογοτεχνία ήταν ήδη νεκρή με την ωμότητα της κυριολεξίας.
«Κάποτε αποδέχτηκα
Τον χρόνο αναμονής μου
Που ήταν τρείς χιλιάδες επτακόσια ογδόντα δύο πρωινά
Και μια ζωή
Και αποφάσισα να σε αποχαιρετήσω
Με την λάμψη και τον ηλεκτρισμό που αξίζει
Στους ήρωες των βιβλίων
Της μητρικής μας γλώσσας.»
Η πόλη είναι μια αισθητή δομή, μια αρένα, μια ζωντανή πλατφόρμα της νέας εποχής, εκεί πάνω γίνονται οι θυσίες. Δονείται ανυπολόγιστα, ακαριαία δεν συγχωράει, δεν ξεχνάει, δεν έχει ίχνος μεταμέλειας.
«Και εγώ γυρίζω κάθε μέρα μεθυσμένος από τις πόλεις σου
Και δεν μπορώ να βρω τα κλειδιά μου
Από τις αόρατες πόλεις του Καλβίνο
Και τις πόλεις της κόκκινης νύχτας του Μπάροουζ
Και κάθε πόλη
Χωρίς να έχω καμία πόλη κάτω από τα πόδια μου
Έστω ερμαφρόδιτη
Μισή πόλη μισή ποτάμι .»
Η πόλη βρίσκεται απέναντί του, απέναντι στο μελάνι του δίχως άλλοθι. Ένας ζωντανός οργανισμός που άλλες φορές τον διεκδικεί και άλλοτε τον φυγαδεύει σε μια καταπακτή, σε μια υπόγεια συνοικία, με οδούς που αρχίζουν και τελειώνουν με σημάνσεις αμφιβολίας.
«Η πόλη είναι γεμάτη από μένα που λείπω»
Εκεί γίνεται η μετάβαση από το ζωντανό στο φθαρτό, από το διάφανο στο συμπαγές, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να φτάσει στο τέλος παρά να την διασχίσει.
Και κάθε δρόμος είναι και ένα κομμάτι του εαυτού του. Το ένα βρίσκεται στο παρόν και το άλλο στο μέλλον. Και κάπου ανάμεσα τους η κραυγή.
«Κι έπειτα μου είπαν ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο
Να συνεχίσω να είμαι το έργο
Χωρίς εμένα αλλά με θεατές
Γιατί κάθε άνθρωπος είναι το έργο
Χωρίς τον άνθρωπο».
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος έχει πειραματιστεί με κάθε πτυχή του εσωτερικού του κόσμου, έχει εξερευνήσει τις δυνάμεις του, έχει απομυθοποιήσει τη γλώσσα, τη μνήμη, την προσμονή με έναν εσωτερικό μηχανισμό ανατροφοδότησης.
«Και εγώ
Που ποτέ δεν είχα πατέρα
Ούτε ράσα φορεμένα ανάποδα
Ούτε ξυρισμένο κεφάλι
Αλλά κουβαλούσα μόνο
Ένα μεγάλο Σταυρό
Δικός ήταν αυτός όχι δικός μου
Και κουβαλούσα όλο το βάρος της γης
Μέσα σε ένα πανόδετο πακέτο βρεγμένα τσιγάρα.»
Όλες του οι ενότητες κάθε τόσο ανασύρονται ως ενιαίο σώμα, με έναν νομοτελειακό ρυθμό, οδηγώντας σε βαθύτατα αινίγματα που ούτε η ποίηση μπορεί να εκπληρώσει.
Εφευρίσκει την αμφισημία της υπόσχεσης για μην εκτραπεί η ολοκλήρωση όλο αυτού του μοντέλου που στοχαστικά έχει επιμεληθεί στο βάθος των χρόνων. Ένας από μηχανής θεός που αγωνιά αν θα μπορέσει να γεφυρώσει την ελπίδα με την απόγνωση, τον χρόνο με τον τόπο των λέξεων.
Δεν είναι μια ανούσια ήττα.
Είναι το τέλος μιας εποχής.
Ίσως είναι μια προφητεία για το τέλος της γλώσσας ή ένας αντι-λυρικός μονόλογος πένθους;
Η πιο μεγάλη του μάχη παραμένει αυτή με τη λογοτεχνία. Στέκεται απέναντί της, είναι στο χείλος του ρήγματος. Δεν φοβάται, έχει κριθεί αυστηρά και το ξέρει.
Το άλλοθι του Σταύρου Σταυροπούλου δοκιμάζεται συνεχώς όπως και το σώμα του που χωρίζεται σε χιλιάδες τμήματα.
Το καταλύει και το επαναπρογραμματίζει. Η Λογοτεχνία τον διεκδικεί με τη λύσσα μια γυναίκας που της αρνήθηκε τον πλειστηριασμό των στίχων του. Αντιστέκεται .
«Όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνωστίζονται σε αυτήν την μαύρη πλαστική σακούλα
Που αποθησαυρίζει τη γη
Με την ευχή πάντα
Να μην είμαι εγώ
Ελπίζοντας πάντα
Ότι κάποια μέρα
Δεν θα κατεβάσω τον εαυτό μου
Και θα αντισταθώ
Σε αυτήν την ακατάπαυστη ροή σκουπιδιών».
Μια συλλογή με έντονο το στοιχείο της διακειμενικότητας, αφού ενσωματώνει δυο έννοιες, όπως ο Άνθρωπος και η λογοτεχνία, σε ένα νέο αντίγραφο Κόσμου. Μια εποχή Οικουμενικής Αγάπης .
Σε αυτό το αντίγραφο καταλύεται ο φόβος του θανάτου, του μοιραίου αποχαιρετισμού, γιατί απλά αυτό είναι το φυσικό του τέλος. Έτσι έπρεπε να γίνει. Αυτή ήταν η συνέπειά του. Ο Σταύρος Σταυρόπουλος ξέρει ότι τίποτα δεν τελειώνει ανάμεσα σε αυτόν και τη Λογοτεχνία, έχουν γεννηθεί με ταυτόσημο προορισμό. Υπάρχουν αόρατα νήματα που τους συνδέουν. Και αν δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν την αποστολή τους σε αυτό το επίγειο κατασκεύασμα που λέγεται χρόνος, υπάρχει για αυτούς μια νέα εποχή που έρχεται μέσα από έναν κατακλυσμό. Τον κατακλυσμό του φωτός .
«Στην συναυλία των Φλόιντ
Που είχαμε πάει μαζί
Άγνωστοι μεταξύ αγνώστων
Γερασμένοι ήδη
Από τη ζωή που ερχόταν καταπάνω μας
Ενώ ξέραμε καλά ότι δεν θα ζήσουμε.»
Η αγωνία του όμως κατευθύνεται προς μια διαδρομή, αυτήν της μετάβασης. Αναζητά εάν υπάρχει έστω και ένας κρίκος να κατέβει στον κάτω κόσμο, εκεί που ζουν οι αιώνιοι. Οι αθάνατοι, οι ένδοξοι.
«Και οι νεκροί ζουν να ξέρεις
Σε νικηφόρα παρένθεση
Μπορεί αυτοί να ζουν καλύτερα
Μεταρσιωμένοι
Αν έρχεσαι θα πεθαίνουμε λιγότερο .»
Εδώ υπάρχει μια αντιφατικότητα: οι λέξεις εκδικούνται τον χρόνο, την υποκείμενη αιωνιότητα, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά τα τελευταία δευτερόλεπτα της φυγής.
Στην ανοιχτή παλάμη της γενναιοδωρίας του τα τραύματα γίνονται κραυγές, που ηχούν σαν καθημερινή άσκηση ετοιμότητας. Αιφνίδια, άκομψα και πάντα τον βρίσκουν απροετοίμαστο.
«Λιώνω στην αφοσιωμένη γενναιοδωρία μου
Με τα οικόσημα μου
Όλα ζωντανά
Ακάθιστος
Μοναχός
Και ανεπίτρεπτα βέβαιος
Σαν Θεός
Χωρίς εσένα»
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος συμβιώνει με το τετελεσμένο, το προδιαγεγραμμένο. Ξέρει πως η αλήθεια είναι το γινόμενο των πιθανοτήτων της και εγκυμονεί την κατάργηση των εκπλήξεων. Θέλει να σταματήσει να αναιρεί, να βρεθεί ένα δίκαιο τέλος.
Μια αψίδα που να ενώσει το ένδοξο με τα συντρίμμια της εποχής, να σταματήσει τον ακρωτηριασμό την πορεία προς τον θάνατο.
Η εκφύλιση είναι αργή διαδικασία και συνήθως γίνεται εις βάρος της θνητότητας, με τέτοιο τρόπο που η αντανάκλασή της να δυσχεραίνει τη διατήρηση της αθωότητας στην εποχή που ο ίδιος δημιούργησε. Η πορεία προς την αθανασία φαντάζει πια αδύνατη, έχουν χαθεί τα κλειδιά της.
Αρχίζει να χτίζει χίμαιρες περισσότερες από όσες αντέχει, από όσες έχει υπολογίσει. Η απόγνωση κάνει τον άνθρωπο να γεννά θεούς μεγαλύτερους και δυνατότερους, αντάξιους με τον πόνο του.
«Για να σε φαντάζομαι σωσμένη
Πέρα από πόλεις και γεωγραφίες
Όπως θέλω εγώΌπως σε σχεδίασα αθώα στα όνειρα μου
Με τα πινέλα του Ντεσαμπ
Και τρώγοντας χρώματα όπως ο Βαν Γκονγκ .»
Ονειρεύεται έναν κόσμο σε σχήμα κάλυκα προστατευμένος από παντού, στεγανός, χωρίς παρενθέσεις, χωρίς χρόνο, χωρίς διαρροές, χωρίς ανθρώπους, στο ανάστημα του ιδεατού.
«Με το ύψος εκείνο που είχαν πάντα οι θύελλες
Οι ζητιάνοι της αγάπης
Που ήθελαν όλες τις ιστορίες λευκές
Αγεφύρωτες σαν κενό γράμμα».
Έναν λευκό κόσμο από λέξεις.
Μέσα από αυτά τα 22 ποιήματα ο ποιητής ολοκληρώνει τον θρήνο και συμφιλιώνεται με το αδύνατο πεπρωμένο: αυτή είναι τελική πράξη της αντίστασής του. Είναι η εξέγερσή του.
«Θα ‘ρθει μια μέρα
Που θα βρω όλο το λάθος
Στους βολβούς των ματιών σου
Θα το φυτέψω εκεί.»
«Θα διαβάζω ποίηση σε μετάφραση
Θα σου χαρίσω ένα μεταχειρισμένο λουλούδι
Και την ζωή των φυτών που δεν έζησες.»
Και έχει μόνο μια επιλογή, η υπόσχεση για ένα ακόμη τέλος. Και ας έχει το πρόθεμα του άδοξου. Με νέους ίσως όρους με άλλες λέξεις μέσα σε άλλα επίπεδα. Είναι ο μοναδικός άρρηκτος παράγοντας που τον συνδέει με την πραγματικότητα και η μεταμόρφωσή του σε βιβλίο.
«Πεθαίνω σαν βιβλίο»
Ένα έργο που αμφισβητεί, που αναιρεί ακόμη και τις φυσικές αισθήσεις, που αποκαλύπτει πως υπάρχει και μια άλλη διάσταση πέρα από την κοινή ζωή. Ένας συνδετικός κρίκος που για τον Σταύρο Σταυρόπουλο είναι οι λέξεις, που θα υπάρχουν πιο πέρα από εμάς, σε ένα μετά που θα είναι το συνεκτικό μέσο. Ένα εκμαγείο νέων μορφών που θα σχηματίζει καινούργια καλούπια μέσα από μια μήτρα: της αλληγορίας.
«Τη βροχή αυτή που μας βλέπει
Και την βλέπουμε
Με τις πατούσες μας ενωμένες
Σαν ρίζες δικέφαλων αγγέλων .»
Και η μεταμόρφωση αγγίζει συχνά τα όρια της μεταμόσχευσης.
«Η περίεργη αυτή μεταμόρφωση
Σαν ακούσια μεταμόσχευση οργάνων
Μεταξύ δίκαιων συγγενών
Έχει κυρίως να κάνει
Με την μουσική των χεριών
Που παίζει ασταμάτητα
Σαν πορσελάνη
Καθ’ όλη την διάρκεια της μέρας
Και μας ραντίζει
Όπως αυτή η σημαντική βροχή
Σήμερα »
Ανοιχτό ενδεχόμενο η ποιητική συλλογή του Σταύρου Σταυροπούλου που τρέχει κατά μήκος των λέξεων, των εποχών, με την δύναμη της ανακατασκευής, της ανακύκλωσης .
Εκδίδεται μέσα σε παρελάσεις λέξεων και αντιστέκεται σε κάθε κύκλο που τελειώνει. Δίχως να μετανιώνει για κάθε έκθεσή του.
«Θα σε ξαναδιαβάσω
Με τις τελίτσες μιας επικίνδυνης αθωότητας
Να σε Ναξω
Θα σε χωρέσω όλη σε μένα»
Στο τέλος ακούγεται η φωνή του, που έχει διασπαστεί μέσα σε τόσα αντίγραφα ζωής. Γιατί αποφάσισε να μη σταματήσει σε κανένα φυσικό φραγμό. Ούτε στη θλίψη. Αλλά να κρατήσει την υπόσχεση στο ύψος του ορίζοντα, στο βάθος του ωκεανού. Σε ψηφίδες λάμψης της θύμησης και της ακατάπαυστης αγάπης του για τη Λογοτεχνία.
Σε ένα βάθρο που θα αναπαυθούν πια οι ζωές, χωρίς να ανακατεύεται κάθε τόσο το χώμα τους. Γιατί είμαστε όλοι νεκροί εάν δεν αγαπήσουμε και δεν αγαπηθούμε. Είμαστε ήδη νεκροί.
«Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφο σου»
Μετά από έξι δεκαετίες νερού
Και με πολλά κεριά τυφλωμένα
Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει
Και ας μοιάζει με αποχαιρετισμό.
Έτσι θα τελειώσει.
Ένα άδοξο τέλος που είναι ο προπάτορας μιας επερχόμενης εποχής, της εποχής που δεν θα υπάρχει χρόνος. Ούτε γλώσσα. Ούτε τόπος. Ούτε λέξεις.
Θα υπάρχουν μόνο είδωλα το ένα μέσα στο άλλο.
.
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ
www.poiein.gr 05/01/2025
Η πάγια και συνήθης τακτική προσέγγισης μιας ποιητικής συλλογής θέλει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, την πορεία της ανάγνωσης να συνιστά, ουσιαστικά, μια περιήγηση στους βασικούς θεματικούς πυρήνες και στον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο ο δημιουργός κατακτά τηδική του, προσωπική του ποιητική. Στο πλαίσιο αυτό γίνονται αναφορές σε επιμέρους ποιήματα και, σπανιότερα, σε στίχους που αποκαλύπτουν την ιδιαίτερη ματιά του δημιουργού πάνω στην τέχνη του.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να δει και να διαπιστώσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ένας στίχος φωτίζει όχι μόνο το ποίημα στο οποίο εμπεριέχεται, αλλά και ολόκληρη την ποιητική συλλογή, την οποία έρχεται όχι μόνο για να ερμηνεύσει μα και για να σφραγίσει, αποτελώντας τον πυρήνα της δημιουργικής σκέψης και έκφρασης του συγγραφέα. Έναν τέτοιο στίχο μπορεί κανείς να εντοπίσει στο ποιητικό βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος. Πρόκειται για τον στίχο «Πεθαίνω σαν βιβλίο» που κλείνει ένα από τα ποιήματα της συλλογής και ξεχωρίζει, από πρώτη άποψη, για την ευφάνταστο της παρομοίωσης και την ειλικρίνεια της διατύπωσης.
Έχοντας τον στίχο αυτόν ως οδηγό και σημείο αναφοράς μπορεί, νομίζω, να αποτολμήσει κανείς την ερμηνεία ολόκληρης της συλλογής προσδιορίζοντας την αφετηρία και, ταυτόχρονα, την απόληξή της. Και αυτή δεν είναι ο θάνατος, όπως ίσως φαίνεται από τον στίχο, αλλάη ίδια η έννοια και η πράξη του τέλους. Το τέλος, όχι τόσο ως σκοπός όσο ως αναπόδραστο σημείο στην πορεία που διαγράφει η ζωή και η τέχνη, στη διαδρομή τους που είναι, κυριολεκτικά, βυθισμένη στην ψευδαίσθηση της παντοτινής διάρκειας, της αιώνιας ύπαρξης. Είναι από τις λίγες ίσως φορές που το «τέλος» γίνεται πρώτη ύλη της τέχνης και, μαζί, μια παραδοχή που αφορά το ίδιο το ποίημα. Αυτός φαίνεται πως είναι και ο λόγος που ορισμένα από τα ποιήματα ξεκινούν με τη δήλωση της αρχής η οποία, όπως ακριβώς το επιτάσσει η αριστοτελική εντελέχεια, δίνει τη θέση της σε μια σειρά στιγμών που διαδέχονται η μία την άλλη προκειμένου να αναφανεί το ποίημα, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο στίχο.
Ιδωμένα από αυτήν την άποψη τα ποιήματα του Σταυρόπουλου μοιάζουν μάλλον αυτοαναφορικά, αφού, πέρα από την αίσθηση ότι εκτυλίσσονται με το βλέμμα στραμμένο προς το τέλος τους, πολλά είναι τα σημεία στα οποία ο αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί ότι ο ποιητής κάνει υπαινιγμούς και νύξεις στην ίδια τη δημιουργική διαδικασία και πράξη. Στον τρόπο με τον οποίο ανατροφοδοτεί τη δημιουργική του διάθεση, στην ίδια τη δημιουργική του διάθεση που επίσης κανοναρχείται από την ιδέα του τέλους –ενός τέλους που θα έρθει για να κλείσει τον ποιητή μέσα στο ποίημα, το ποίημα μέσα στον ποιητή. Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι πολύ συχνά ο Σταυρόπουλος υιοθετεί έναν εξομολογητικό, επαναληπτικό, θα λέγαμε τόνο, για να δώσει στα ποιήματά του αυτήν ακριβώς την αίσθηση ενός έργου που προκύπτει -κατά τρόπο παράδοξο- από την επιθυμία του δημιουργού να κλείσει ένα κεφάλαιο που παραμένει εντός του ανοιχτό.
Δεν θέλω άλλο τόπο
Άλλο πάρκο Μαρίας
Άλλο όνομα με το ίδιο όνομα
Εδώ που είμαι
Εδώ που θα είμαι
Αν μπορέσω να είμαι
Ακόμα να είμαι
Θα είμαι
Ακίνητος σε μένα
Για να σε κάνω να υπάρξεις χωρίς ρίγος
Από αυτό που θα προξενήσουν οι λέξεις μου
(XVII.)
Μέσα στο πλαίσιο αυτό και με σαφή τον ορίζοντα και τον προσανατολισμό προς την κρυστάλλωση, προς την παγίωση του δικού του, οικείου στίγματος, ο Σταυρόπουλος ανοίγει ή, μάλλον, εμπλέκει τα ποιήματά του σε έναν διάλογο με το λογοτεχνικό παρελθόν, με συγγραφείς οι οποίοι αποκτούν μέσα στις συνθέσεις την ανθρώπινη υπόστασή τους. Είναι κι αυτό, ίσως, ένας τρόπος για να κλείσει ο Σταυρόπουλος ένα ακόμα κεφάλαιο. Αυτό των οφειλών και της σχέσης του με τα άλλα κείμενα, με τις άλλες δημιουργικές συνειδήσεις. Και είναι χαρακτηριστικό ότι και η σχέση αυτή αποκτά έναν χαρακτήρα τελεσίδικο και οριστικό, έτσι που να έρχεται τελικά για να αποτελέσει τον αντίπαλον δέος, την ανατροπή και την ακύρωση του τέλους στο οποίο με τόση θέρμη αφοσιώθηκε. Γιατί αν υποθέσει κανείς ότι η λογοτεχνία, όπως την αντιλαμβάνεται ο Σταυρόπουλος, είναι μια σειρά από έργα που έκλεισαν μέσα τους τον χρόνο και, την ίδια στιγμή, κλείστηκαν μέσα σε αυτόν, τότε μπορεί καλύτερα να αντιληφθεί τον τρόπο με τον οποίο, τελικά, αποτέλεσαν πυρήνες ή, καλύτερα, σημεία σε ένα σύμπαν που δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικοινωνούν διαρκώς και εξακολουθητικά μεταξύ τους.
Εγώ που θα ήθελα
Που όλο περίμενα
Και ξεχνάω
Από τότε που διαμοιράστηκες
Που σε έκοψαν σε δύο κομμάτια
Ήταν Νοέμβριος του 1891
Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ
Εκείνο το βράδυ τον παράστεκα στο νοσοκομείο
Είχε ένα πόδι και τρία μάτια
Εσύ κανένα
Κανένα πόδι κανένα μάτι
Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει από τη γέφυρα
Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου
Ή του Λονδίνου
(XVIII.)
Πέρα, λοιπόν, από όλα τα υπόλοιπα, η συλλογή αυτή του Σταυρόπουλου πυροδοτεί, εκ νέου, τον προβληματισμό σχετικά με τον κλειστό και ανοιχτό χαρακτήρα του έργου τέχνης, σχετικά με τη διακειμενικότητα και τη λογοτεχνική επικοινωνία, σχετικά με τη θέση και τον ρόλο του δημιουργού εντός και εκτός του έργου του, εντός και εκτός της κοινωνίας των λογοτεχνών. Κυρίως, όμως, τοποθετείται ξεκάθαρα στην περιοχή εκείνη των έργων που υιοθετούν και προκρίνουν τη θέση ότι η λογοτεχνική, η ποιητική εν προκειμένω, δημιουργία αποτελεί ουσιαστικά ένα σχόλιο πάνω στην ίδια αυτή τη δημιουργία και ότι, ανεξάρτητα και πέρα, από τις οποίες κοινωνικές, πολιτικές, υπαρξιακές, φιλοσοφικές ή άλλες σημάνσεις και σημασιοδοτήσεις, ένα ποίημα είναι και ένα σχόλιο πάνω στην ποίηση. Είναι μια εκδοχή ποιητικής. Είναι μια πρόταση για τη λειτουργία, την επενέργεια και, κυρίως, την στόχευση του έργου τέχνης που έγκειται ακριβώς στη διαμόρφωσή του ως κλειστού, αυτόνομου πυρήνα, ως πλανήτη που ακολουθεί και υποτάσσεται στη δική του τροχιά, δεν παύει όμως στιγμή να επικοινωνεί με τους άλλους πλανήτες και να εναρμονίζει την κίνησή του με αυτούς.
ΤΟΝΙΑ ΚΟΣΜΑΔΑΚΗ
www.oanagnostis.gr 25/10/2022
Ο Σταυρόπουλος σε αυτό το βιβλίο έχει ενώσει τόπους, ποτάμια, χώρες και ανθρώπους με την ευκολία ενός κοσμοπλάστη. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, δεν είναι ο κόσμος εδώ. Εδώ η γη δεν είναι σφαιρική, είναι επίπεδη. Μία σελίδα, μία γιγάντια σελίδα, που πιθανότατα δεν έχει αρχή και τέλος, έχει όμως ύψος και βάθος. Είναι η λογοτεχνία. Έτσι την βλέπουμε να σκίζεται, να διαιρείται δηλαδή, πάντα σε δύο μέρη. Ακούμε την επίγνωση της ατομικότητας, εκείνες τις στιγμές, σαν εκκωφαντικό ψίθυρο, πολύ σπανιότερα σαν ουρλιαχτό δευτερολέπτων, να βγαίνει από το βιβλίο. Κι ενώ ο ποιητής μας λέει πως κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν, παρά μόνο ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν, καθώς έχουμε ένα ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, ένα Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ, ένα ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ, τα τρία που αγαπώ περισσότερο, αλλά και το συνολικό έργο του Σταυρόπουλου, να είναι καταθέσεις από σπίθα, ξεκάθαρα, λαμπερά ουρλιαχτά. Ώστε να φτάσομε σε αυτήν την συνάντηση, το ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, όπου ο τίτλος με τα ηχηρά Ξ και Δ του, έρχεται σαν προάγγελμα του τι θα συναντήσουμε. Μία κατάθεση βαρύτονη, ψιθυριστή και με γρέζι. Μια τελεσίδικα αποκτημένη σοφία. Και το εγώ παρακαλώ, να διαβάζεται εσύ.
Ένα χωράφι, που κάποιος το σκαλίζει το απόγευμα, ακούς μόνο τον ήχο από τα εργαλεία που ανοίγουν την γη. Αυτός είναι ο ήχος που κάνει το παράπονο, όταν τελικά βρει την δύναμη να βγει. Ένα adagio, με όλη του την αξιοπρέπεια. Το δίκαιο παράπονο. Για την εμφανή ματαιότητα, την παραφροσύνη και το επιβεβαιωμένο τέλος.
Η δύναμη εδώ είναι πολύ καλά κρυμμένη. Τελειώνεις το βιβλίο και δεν ξέρεις από πού έχει προέλθει η στύλωση που νιώθεις. Δεν είναι η αιθερική δύναμη του Έρωτα, ούτε η θεμελιώδης της αγάπης, ούτε η εκριζωτική της οργής. Εδώ βρίσκουμε την λεπτοφυή δύναμη που έχει ο βαθύς ανθρώπινος θρήνος. Η ευθύνη αδιαπραγμάτευτα αναλαμβάνεται από τον ποιητή. Διπλασιάζοντας έτσι το βάρος κάθε λέξης και έννοιας. Έχοντας απέναντί του την μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας, ήρεμα της λέει, μπορεί και να έπρεπε. Κι ας έγραφε το όνομά του η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια της, αποτέλεσμα της ολικής έκλειψης, μίας έστω αλήθειας. Σε αυτό το βιβλίο ο Σταυρόπουλος έχει μάθει πια τα μυστικά της συγγνώμης, την ημερήσια άσκηση αθανασίας, την ευγνωμοσύνη των βημάτων του στο φως. Υπάρχει μία ανέλπιστη νίκη εδώ, η γνώση.
Η απελευθέρωση μίας ακόμα πατρίδας. Υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος που τα πράγματα πρέπει να συμβαίνουν στην ώρα τους. Η γνώση κατακτιέται όταν κάποιος έχει βιώσει μία σειρά γεγονότων και πάλι όχι απαραίτητα. Βλέπετε είναι πολύ εκλεκτική συγκάτοικος. Πόσο μάλλον δεν είναι κληρονομική ή μεταδοτική ή δεν αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου. Όμως προσοχή, η συγκεκριμένη γνώση, που συναντάμε σε αυτήν την συλλογή, ουδεμία σχέση έχει με την λογική. Η λογική, ειδικά, δεν έχει καμία θέση εδώ. Άλλωστε πως θα μπορούσε, ο ποιητής είναι σαφής: Τι άλλο από ψέμα μπορεί να είναι η λογοτεχνία; Τι άλλο από την περίληψη των πιο όμορφων ψεμάτων; Επί της ουσίας, η λογική υπονομεύεται στην αληθινή ποίηση. Δηλαδή σε αυτό εδώ το βιβλίο. Η νοητική δραστηριότητα σε εκτοξεύει αντανακλαστικά στην συγκίνηση. Στον μοναδικό ρεαλισμό, ο οποίος είναι επιτρεπτός εδώ. Στον ρεαλισμό του Ρομαντισμού. Στον πιο ικανό μας στρατιώτη. Έτσι έχουμε ένα βιβλίο βαθύτατα συγκινητικό. Όχι επιδερμικές ανατριχίλες και εντυπωσιασμοί δακρίων. Συγκλονιστικός απλός Ρομαντισμός, το βασικό υλικό όλων των επαναστάσεων, όλων όσων άξιζε που συνέβησαν.
Και οι νεκροί ζουν ξέρεις
Σε νικηφόρα παρένθεση
Μπορεί αυτοί να ζουν και καλύτερα.
Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα Φθινόπωρα
Εγώ κάνω λάθος στις στολές των φαντασμάτων
Και στις ονομασίες των μηνών
Και στις βροχές
ΕΓΩ δεν καταλαβαίνω
Από συσκευασίες ηρώων
Εγώ που θα ήθελα
Που όλο περίμενα
Και ξεχνάω
Από τότε που διαμοιράστηκες
Που σε κόψαν σε δυο κομμάτια
Ήταν Νοέμβρης του 1891
Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ
Εκείνο το βράδυ του παράστεκα στο νοσοκομείο
Είχε ένα πόδι και τρία μάτια
Εσύ κανένα
Κανένα πόδι κανένα μάτι
Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει από την γέφυρα
Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου
Ή του Λονδίνου
ΜΙΚΑ ΝΤΑΚΑ
frear.gr 29/09/2022
«Το τέλος είναι εκεί που αρχίζουμε»
Το νέο ποιητικό κάλεσμα του Σταύρου Σταυρόπουλου, Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος, φαντάζει ως πεποίθηση για το αναπόδραστο και το μοιραίο του τέλους. Ο ποιητής καλεί τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες σε ένα ερωτικό παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, της λογοτεχνίας και της ζωής. Τι άλλο μπορεί να είναι η τέχνη «αν όχι η άρνηση της ζωής;», όπως σημειώνει ο Φερνάντο Πεσσόα [2]. Γράφει χαρακτηριστικά ο Σταυρόπουλος:
«Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν θεό/Ένα σπίτι/Έναν τόπο/Κάθε μέρα έσβηνες κι από έναν κόσμο/Όπως συνήθως γίνεται στη λογοτεχνία» (σελ. 18).
Οι κοινές εμπειρίες των ανθρώπων, η ζωή και ο θάνατος, αποτελούν σημεία ταύτισης κι επικοινωνίας μεταξύ του Σταυρόπουλου και του αναγνωστικού του κοινού μέσα από την ποίησή του, καθώς η τέχνη αποτελεί τη «μύχια ταύτισή μας με τους άλλους, ταύτιση χωρίς την οποία δεν υπάρχει τρόπος επικοινωνίας αλλά ούτε και ανάγκη» [3]: «Κάθε θάνατος είναι εσύ/Κάθε ζωή είναι εσύ/Εσύ όπως εγώ εμείς αυτοί» (σελ. 14). Έντονες αισθήσεις και χαμηλόφωνο συναίσθημα προσδίδουν δραματικό τόνο, πολλές φορές υπενθυμίζοντας την τραγικότητα των όντων ως προς την επίγνωσή τους για το τέλος:
«Γερασμένοι ήδη/Από τη ζωή που ερχόταν καταπάνω μας/Ενώ ξέραμε καλά ότι δεν θα ζήσουμε» (σελ. 34).
Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στο εν λόγω βιβλίο είναι το στοιχείο της αυτοαναφορικότητας. Ο Σταυρόπουλος παραθέτει την περιπέτεια της συγγραφικής του πορείας και μιας ποιητικής/υπαρξιακής αγωνίας με υποδηλωτικό τρόπο και εξομολογητικό ύφος, αξιοποιώντας επαναληπτικά σχήματα με εκφράσεις όπως: «Έτσι έγινε», «Έτσι ξεκίνησε», «Έτσι συνέβη», «Μπορεί και να έπρεπε». Η συγγραφή αποτυπώνεται ως φυσική αναγκαιότητα και ως νομοτέλεια που θα επιφέρει, παρά την επώδυνη πράξη της δημιουργίας, τη λύτρωση και την ισορροπία, με το ζωοποιό σώμα των λέξεων να έχει καθοριστικό ρόλο. Για παράδειγμα:
«Είμαι ιδιαίτερα επιρρεπής στις λέξεις/Θέλω να μπορώ να ξέρω ότι μένω/Σ’ αυτήν την ταραγμένη επιφάνεια της γης/Μοιράζοντας πράσινα και μπλε τριαντάφυλλα/ Βαμμένα από σένα» (σελ. 45).
«Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα/Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ’ τη μελάνη/Κι όλο λάδωνα τα κομμάτια που έπεφταν/Που χωρίζονταν από μένα/Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού» (σελ.18).
Η αυτοαναφορικότητα του Σταυρόπουλου δεν περιορίζεται σε ένα προσωπικό πλαίσιο, αλλά ανάγεται σε κοσμοθεωρία, από όπου αναδύεται η αντίληψη του ποιητή για τη σύσταση και τον ρόλο της λογοτεχνίας και του δημιουργού, τη θέση τους στον κόσμο, τη ζωή του βιβλίου από τη συγγραφή έως την έκδοσή του, το ρόλο του αναγνώστη. Σε αρκετά σημεία, μέσα από την αμφισημία του λόγου του Σταυρόπουλου, η λογοτεχνία με το δομικό υλικό της, τη γλώσσα, υποδηλώνεται ως μια γυναίκα-αρχέτυπο, που διατρέχει την ανθρώπινη ιστορία, τον χώρο και τον χρόνο, για να τον υπερβεί ως ιδέα και να ενσωματωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο ή «στη μνήμη των κυττάρων» (σελ. 35):
«Σε είχα κοντά μου/Πεντακόσια χρόνια πριν τον Τρωικό Πόλεμο […]Από τον ιερογλυφικό δίσκο της Φαιστού/Δέκα επτά αιώνες πριν τον Χριστό/Είχα όλα σου τα σύμβολα στη μια πλευρά/Κι όλα σου τα ερείπια στην άλλη» (σελ. 35).
Σε άλλα σημεία, όμως, η λογοτεχνία αμφισβητείται, συγκεκριμένα όταν επέρχεται η λεηλασία, συχνά λόγω της φθοράς του χρόνου και της ακεραιότητας του ανθρώπου ή λόγω της χειραγώγησης της τέχνης και της αλλοτρίωσής της:
«Και σε έχασα/Μέσα στις επιγραφές και τις ομοιοκαταληξίες της Ακαδημίας» (σελ. 35).
«Κι έπειτα μου είπαν/Ότι θα έπρεπε να είμαι το έργο/Να συνεχίσω να είμαι τα έργο/Χωρίς εμένα αλλά με θεατές […]Και να μείνω ακίνητος/Σαν βάλτος/Να ταιριάζουν τα νερά και τα χνώτα μας/Να εφάπτεται το βρώμικο και το καθαρό/Και να μη νιώθω/Ούτε πόνο/Ούτε θλίψη/Μόνο μια αρρώστια εκμεταλλεύσιμη» (σελ. 26-27).
«Το ένα κομμάτι σου/Μοιράστηκε στα βιβλιοπωλεία/Και το άλλο στους εκδότες της αγοράς/Σαν τυπογραφική βοήθεια/Για τους μετανάστες των εξώφυλλων/Για όσους πεινούν για καινούργιο δέρμα […] Δεν είχες πια όνομα είδος συνάφεια γένος» (σελ. 22).
«Όπως βιβλίο που εκδίδεται/Και μετά πεθαίνει/Πεθαίνω σαν βιβλίο» (σελ. 46).
«Αναρωτιόμουν κάθε φορά/Γιατί πεθαίνουν τόσο γρήγορα τα βιβλία/Χωρίς θεατές/Από τις λεηλασίες του χρόνου» (σελ.13).
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της φθοράς διαφαίνεται κι ο ρόλος του ποιητή. Είναι εκείνος που θα αντισταθεί να εκπέσει και να χάσει την καθαρότητα της ψυχής του και τις αυθεντικές αξίες:
«Όλο και περισσότεροι άνθρωποι/Συνωστίζονται σ’ αυτή την πλαστική μαύρη σακούλα […] Με την ευχή πάντα/Να μην είμαι εγώ/Ελπίζοντας πάντα/Ότι κάποια μέρα/Δεν θα κατεβάσω τον εαυτό μου/Και θα αντισταθώ/Σ’ αυτή την ακατάπαυστη ροή σκουπιδιών» (σελ. 52).
Ο ποιητής είναι εκείνος που θα αναζητήσει την αλήθεια στο ορατό και το αόρατο, στο πραγματικό και το υπερβατικό και θα διασώσει την αγνότητα και το φως μέσα στο όνειδος του κόσμου, βαδίζοντας προς έναν άλλο κόσμο, ουτοπικό:
«Θα γίνεις ένα υπόγειο φαρμακείο φωτός/Και θα περάσουμε μαζί/Με τα απασχολημένα χέρια μας/Τις συνοικίες των μελλοθάνατων/Και θα φτάσουμε στην αόρατη ήπειρο/Εκεί που τα σύννεφα είναι μονίμως διπλά/Και τα σεντόνια αναστατωμένα/Με μοναδικά έπιπλα τα παιδικά μας σώματα» (σελ. 28)
«Με την ποίηση του φωτός/Απλωμένη ξυπόλυτη» (σελ. 38)
Ο δρόμος του ποιητή, ωστόσο, διαφαίνεται δύσβατος με συνεχείς εξωτερικές συγκρούσεις απέναντι στην απαξίωση του ανθρώπου και της ποίησης:
«Κι αντί για λέξεις μου πετούσες καρφίτσες/Και χαλασμένα καλώδια/Και καρφιά/Και ποιήματα/Παραποιημένα» (σελ.20)
«Και με απέκλεισαν» (σελ. 26)
Μα κυρίως, ο ποιητής ταλανίζεται από τις εσωτερικές συγκρούσεις του, τις «εμφύλιες εμμονές» και «την εκτυφλωτική ανακύκλωση της ήττας του», όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Σταυρόπουλος (σελ.11). Ακροβατεί ανάμεσα στην προσδοκία και την αναμονή, από τη μια, και στην διάψευση και τη ματαίωση από την άλλη:
«Περίμενα […] Να πάψουν να βγαίνουν νεκρά ψάρια από μέσα σου […] Να μάθεις πρώτη να με αναζητάς με τα μάτια σου/Όμως μάταια σε αναζητούσα εγώ στις σελίδες μου» (σελ. 15, 17).
Εν τέλει, ο ποιητής αναδεικνύεται ως ένας μάρτυρας, ένας άγιος ή ως Εσταυρωμένος. Πρόκειται για μια αντίληψη που συναντάμε ξανά και στο So long Marianne [4], αλλά και για ένα μοτίβο αρκετών προπατόρων μεγάλων ποιητών, π.χ. του Ρίτσου. Ο Σταυρόπουλος αξιοποιεί λέξεις-σύμβολα που εγκαθιδρύουν αυτόν τον συσχετισμό και τη νοηματοδότησή του:
«Αλλά κουβαλούσα μόνο/Ένα μεγάλο Σταυρό/Δικός σου ήταν αυτός όχι δικός μου/Και κουβαλούσα το βάρος όλης της γης» (σελ. 31).
«Πλέκουν με τα σάλια τους ένα ακάνθινο στεφάνι/Και μου το φορούν» (σελ. 50).
Το στοιχείο της διακειμενικότητας είναι μια σταθερή αισθητική επιλογή του Σταυρόπουλου, που διέπει γενικά το έργο του. Η μουσική, η λογοτεχνία, ο κινηματογράφος, η Ιστορία, ο μύθος, τα εικαστικά διαχέονται με ρητές και άρρητες αναφορές σε έργα, δημιουργούς, ήρωες, τραγούδια κ.ά. Με τα υλικά αυτά, ο Σταυρόπουλος δομεί ένα νέο κειμενικό πλαίσιο, όπου αναδεικνύεται το προσωπικό ύφος του και τα θέματα που τον ταλανίζουν. Επιπλέον, η ποίηση του διαφαίνεται ως ένας ζωντανός οργανισμός, τον οποίο τροφοδοτούν οι δομημένες εμπειρίες του από το πεδίο της τέχνης, φιλτραρισμένες, όπου εμπλέκεται και το μετουσιωμένο αισθητικά προσωπικό βίωμα. Δημιουργούνται, έτσι, αλλεπάλληλοι κύκλοι ανάγνωσης, με το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον να ενώνονται. Με το παιχνίδι της διακειμενικότητας, ουσιαστικά, ο Σταυρόπουλος εδραιώνει μια «ιστορική αίσθηση», η οποία, όπως σημειώνει ο Τ. Σ. Έλιοτ, συνεπάγεται την αντίληψη του παρελθόντος που είναι παρόν, τη συνείδηση του συγγραφέα που γράφει, «έχοντας μέσα στα κόκκαλά του, όχι μόνο τη δική του γενεά». Γιατί «ουδείς ποιητής, ουδείς καλλιτέχνης, όποιας τέχνης, έχει ολόκληρο το νόημά του ως μεμονωμένο άτομο» [5]. Παραθέτουμε δυο παραδείγματα:
«Και για να απαντήσω/Στο μεγαλύτερο δίλημμα του κόσμου/Αυτό που τέθηκε από τους επικεφαλής/Αν δηλαδή υπήρξαμε ποτέ εμείς/Αν θα θυμάται κάποιος τ’ όνομά μας/Θα σου πω ευθαρσώς […] Ότι κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν/Παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν (σελ. 33) [6].
«Τα ποιήματα του Σεγκόβια/Πολεμούν με μια αρμαθιά ειδώλων/Από τα πρόσωπα του Πεσσόα/Είμαι τυφλός σαν τον Μπόρχες» (σελ. 50).
Τα μάτια είναι ένα από τα βασικά λεκτικά μοτίβα που συναντάμε στα έργα του Σταυρόπουλου. Διακρίνουμε βέβαια και τα χέρια ως σύμβολο δημιουργίας και ως μέσο που αιχμαλωτίζουν την ανάμνηση του αγγίγματος, αλλά και την αίσθηση της ακοής με έντονες ακουστικές εικόνες. Όμως, τα μάτια και γενικά η αίσθηση της όρασης έχουν μεγαλύτερη συχνότητα (βλ. και τον τίτλο του παρόντος βιβλίου). Τα μάτια για τον Σταυρόπουλο δεν κοιτάζουν απλώς, αλλά βλέπουν σε βάθος. Γίνονται μάτια της ψυχής, θέαση του κόσμου μέσα από τον άλλο. Αισθητοποιούν την εμπειρία από τους ανθρώπους και τα πράγματα, η οποία ενσωματώνεται στα ποιητικά κύτταρα και γίνεται ενόραση. Γι’ αυτό και η απουσία της όρασης συμβολίζει την απώλεια και την αποδιοργάνωση. Για παράδειγμα:
«Και να σε φέρω μπροστά στα ερωτευμένα μάτια μου/Να σε δω σαν νέα ιστορία» (σελ. 24).
«Θέλω οι λεπτομέρειες των μελών σου/ Να βάψουν τα μάτια μου» (σελ. 29).
«Και προσπαθούσα να ανοίξω τα μάτια μου/Που παρέμεναν κλειστά/Από τότε που έφυγες/Και παρέμεναν ορφανά» (σελ. 31).
«Θα έκανα πολλά […] Αλλά δεν μπορώ/Και κυρίως/Δεν ξέρω/Αφού δεν έχω άλλα μάτια» (σελ. 38).
Το βιβλίο αποτελείται από 22 ποιητικές ενότητες. Ο Σταυρόπουλος αρχίζει και ολοκληρώνει τον ποιητικό του λόγο με κυκλική δομή. Η πρώτη και τελευταία ενότητα ξεκινούν με τρεις όμοιους στίχους, μεγεθύνοντας με αυτόν τον τρόπο την αίσθηση του τέλους, αλλά και της κάθαρσης: «Έτσι ξεκίνησε/Μπορεί και να έπρεπε/Δεδομένης και της ακατάσχετης διαρροής των ματιών» (σελ. 11, 53). Οι τελευταίοι στίχοι που ακολουθούν ακούγονται σαν παραλήρημα, σαν εσωτερικός σπαραγμός: «Αλλά τώρα/Μετά από έξι δεκαετίες νερού […] Έτσι θα έπρεπε να τελειώσει/Κι ας μοιάζει με αποχαιρετισμό/Έτσι θα τελειώσει/Τελειώνει/Τελείωσε/Τέλος (σελ. 53). Στίχοι που μας υπενθυμίζουν ότι «αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος/όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό» [7]. Το τέλος ενός κόσμου, πραγματικού ή μυθοπλαστικού. Κι αυτή ακριβώς η αμφισημία είναι που οδηγεί τον αναγνώστη να στοχαστεί πάνω στην ανθρώπινη υπόσταση και την πράξη της δημιουργίας.
Πώς μπορεί να μπει τέλος στα έργα των ανθρώπων, οι οποίοι έζησαν κι αποτύπωσαν στην ολότητά του το όραμα για έναν κόσμο αγνό και καθάριο; Κι αν τελικά ορίσουμε τη λέξη «τέλος» με τη σημασία του σκοπού, τότε ο σκοπός είναι ακριβώς αυτός: η αέναη πάλη ενάντια στη φθορά μέσω της ποίησης και γενικότερα της τέχνης. Και τούτος ακριβώς είναι ο βαθύτερος παλμός του βιβλίου του Σταυρόπουλου, που για τον ίδιο η αληθινή ποίηση δεν έχει και δεν θέτει τέλος. Αλλά διασώζει και διασώζεται, αναγεννά και αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες. Είναι το σημείο όπου το τέλος και η αρχή, το μηδέν και το άπειρο εφάπτονται. Είναι ένας ακόμα ποιητικός κύκλος που ολοκληρώνεται, για να γεννηθεί ξανά ως νέος στα μάτια των αναγνωστών. Γιατί, αν αναλογιστούμε και τις απόψεις από το πεδίο της Αναγνωστικής Θεωρίας, ο αναγνώστης ως συνδημιουργός του ποιήματος είναι πλέον εκείνος που θα «το φέρει στη ζωή», με βάση τα προσωπικά του αποθέματα και θα το ανακαλεί κάθε φορά στη μνήμη του, κάνοντάς το κομμάτι της δικής του ζωής [8]. Εν τέλει, η ανάγνωση ενός έργου δεν τελειώνει ποτέ. Το ίδιο και οι ιστορίες των ανθρώπων. Το διατρανώνει ο Σταυρόπουλος:
«Οι ιστορίες άλλωστε δεν τελειώνουν ποτέ
Ακόμα και με το θάνατό τους
Συνεχίζουν να γράφονται» (σελ.15).
ΔΩΡΑ ΜΑΡΓΕΛΗ
Fractal 23/08/2022
Άλυτη σχέση
Όταν διαβάζεις ποίηση Σταυρόπουλου ακούς ποίηση Σταυρόπουλου. Όχι μόνο γιατί η χαρακτηριστική χροιά – φωνή του ποιητή έχει αποτυπωθεί στο μυαλό σου μέσα από τις ραδιοφωνικές του απαγγελίες (Oλομόναχοι μαζί, Ερτ open), αλλά και γιατί τα ποιήματά του έχουν ρυθμό. Ετούτος ο ρυθμός στο τελευταίο του βιβλίο «Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος» (εκδ, Σμίλη, Ιούνιος 2022) είναι ιλιγγιώδης μέσα στην ησυχία του. Τι εννοώ. Δεν φωνάζουν τα ποιήματα αλλά ρέουν σε μία ακατάπαυστη εξομολόγηση που σε παρασύρει.
Διαβάζω στον πρώτο στίχο «έτσι ξεκίνησε» διαβάζω στο τέλος του βιβλίου «έτσι θα τελειώσει- τελειώνει- τελείωσε – τέλος».
Το βιβλίο είναι ένα μεγάλο ποίημα, αποτελούμενο από 22 ενότητες- άτιτλα ποιήματα.
Νομίζεις ότι γράφτηκε μονοκοντυλιά, βλέπεις όμως ότι είναι δουλεμένο. Μάλλον δουλεύει η πείρα του ποιητή, δεν θα ήταν παράξενο ετούτο, αυτό άλλωστε δεν είναι της σκληρής δουλειάς γενικά το αποτύπωμα- απόδειξη-ανταμοιβή;
Να ταυτιστεί κάποια στιγμή με την ύπαρξή σου; Να βγάζεις μονοκοντυλιά αυτό που είσαι, χωρίς επιδιορθώσεις.
Αναπολεί ο ποιητής
«Και τα χέρια μου γέννησαν όνειρα
Και γέμισαν όλο το σώμα μου απ τη μελάνη
Που χωρίζονταν από εμένα
Να μην ακούγεται ο ανατριχιαστικός θόρυβος του χαρτιού»
Μοιάζει με απολογισμό αυτής της σχέσης του ποιητή με τις λέξεις, με την αιώνια ερωμένη του την Ποίηση. Απολογισμός, εξομολόγηση, ερωτική εξΟμολόγηση.
Ο Απολογισμός αυτός αγγίζει ως το κόκαλο όποιον γραφιά, ποιητή, ερωτευμένο με τις λέξεις… «Στα γόνατα», λέει ο ποιητής
Και εσύ ο αναγνώστης του ανατριχιάζεις, δακρύζεις, μέσα στις σελίδες του Σταυρόπουλου, ταυτίζεσαι, παραλληλίζεις, αποσυμβολίζεις, προβάλεις τη ματιά σου, το βίωμα, το μικρόκοσμό σου, έρωτες και πάθη μέσα από αυτή τη συγκλονιστική γραφή… υποκλίνεσαι στη λέξη… αυτό δεν είναι ποίηση;
Σε τούτο τον απολογισμό ο Σταυρόπουλος μνημονεύει, – φόρο τιμής να το πούμε;- τους μεγάλους εραστές της γραφής Παλαμά, Πεσσόα, Ντοστογιέφσκι, Δάντη, Αναγνωστάκη, Κάφκα, Πλαθ, Γουλφ, κλπ, τους μεγάλους αισθητικούς του πατέρες και τις μουσικές του (Βαν Γκονγκ, Κοέν, Μπαέζ, Φλόιντ, Τζάγκερ…)
Λέει:
«Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου…
ήθελα πια να ηρεμήσουν οι ζωές που δεν ζήσαμε.»
Θα σε Δω Ξανά
Σο αΔοΞο τέλος.
Αυτό υπόσχεται στην ποίηση ο ποιητής
Οι παρηχήσεις του Δ και του Ξ σε ξυπνούν, το αίνιγμα είναι το ξανά. Όχι ποιητή μου, η σχέση σου με την ποίηση δεν λήγει. Ξανά, λοιπόν.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ
frear.gr 15/07/2022
Αυτοπροσωπογραφία ενός βιβλίου
Είναι μάλλον υποχρέωσή μου να πω ότι αυτό το βιβλίο δεν είναι μια ποιητική συλλογή. Είναι λεπταίσθητες νύξεις για μια ποιητική συλλογή που ίσως δεν κυκλοφορήσει ποτέ, αλλά πάντα θα υπάρχει η ελπίδα να πραγματοποιηθεί. Είναι αφορμή για να ξεκινήσει μια συζήτηση για μια ποιητική συλλογή, ένα έργο, είναι ένα ειδικό σχεδίασμα στο πλαίσιο μιας ποιητικής συλλογής, αλλά δεν είναι ποιητική συλλογή. Υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες – όσες και οι ποιητές – ερμηνείες για το τι είναι ποίηση. Ο καθένας έχει και από μια. Δεν θα ήθελα να προσθέσω κι εγώ τη δική μου. Το να γράφεις ποίηση ή ποιητικά σήμερα μοιάζει να έχει το ίδιο αποτέλεσμα με το να περιγράφεις σε ένα τυφλό τα χρώματα του ουράνιου τόξου.
Κάθε φορά που ξεκινάω να γράψω ένα καινούργιο βιβλίο ποίησης γνωρίζω ότι πρέπει να κάνω το ίδιο πράγμα: Να ξαναγράψω το ίδιο βιβλίο, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Πρέπει να το γράφω συνέχεια, την κάθε φορά αλλιώς. Το ίδιο βιβλίο. Όσες φορές και να το γράψεις, με την απειλητική παρουσία της απουσίας πάνω απ’ το κεφάλι σου, το αποτέλεσμα παραμένει το ίδιο ανορθόγραφο. Αυτό ονομάζεται λογοτεχνία. Το «άλλο» που προσπαθείς να φτάσεις γράφοντας λέγεται ζωή.
Είναι επίσης υποχρέωσή μου να πω ότι όλα τα βιβλία αφηγούνται τη ζωή. Κυρίως όμως αφηγούνται την ανεπάρκειά τους απέναντι στη ζωή. Την αδιαμφισβήτητη υστέρησή τους. Το παράπονο τους που τελικά η ζωή συμβιβάστηκε σε βιβλίο, πήγε και χώρεσε μέσα σε κάτι άσπρες σελίδες χωρίς να μπορέσει να υπάρξει ως ζωή. Θα διατυπώσω εδώ κάτι που πιθανώς να εγείρει συζητήσεις: Πιστεύω ότι αυτά τα δυο – ζωή και βιβλίο – είναι διαμετρικά αντίθετα. Συναντώνται μόνον όταν το ένα νοσταλγεί το άλλο. Οι λέξεις είναι αυτό που μας άφησαν να έχουμε για να εκστρατεύουμε κατά της αφάνειας, οι μικρές μας διεκδικήσεις σε ένα αμυντικό πόλεμο που έχει εν πολλοίς κριθεί.
Όμως, δεν αρκούν. Εννοώ φυσικά ότι κανείς δεν θα έγραφε, αν πραγματικά ζούσε. Οι άνθρωποι που έχουν την ικανότητα ή την ευκολία να παρατηρούν γύρω τους – και όχι απλώς να κοιτάζουν – μετέχουν της ζωής με τους δυσμενέστερους όρους: ζουν για να γράφουν για τη ζωή. Για να την αναλογίζονται. Είναι προσομοίωση αυτό. Δυσκολία. Μπορεί και αναπηρία.
Έγραψα αυτό το βιβλίο για να μπορέσω να δω εν συνόλω τη λογοτεχνία μου σε μια διαδρομή 25 βιβλίων. Να μπορέσω να την κατανοήσω καλύτερα. Η αδυσώπητη πάλη του ποιητή με το ποίημα μου έδωσε την ευκαιρία να προβώ σε μια ανασκόπηση της μέχρι τώρα πορείας μου, με ένα ποίημα-ποταμό που χωρίζεται σε 22 ενότητες. Γραμμένο σε ρυθμό πυρετώδη –θαρρείς σαν σε ασκήσεις αναπνοής και με εμφανές το στοιχείο της διακειμενικότητας, αναπολώ, στοχάζομαι, συμπεραίνω, αποφαίνομαι για την ίδια την λειτουργία της λογοτεχνίας, πότε αγκαλιάζοντας την και πότε αμφισβητώντας τα δομικά υλικά της.
Το πρόσωπο της ποίησης φιλοτεχνείται εδώ σαν ένα γυναικείο πορτρέτο, στο οποίο ο ποιητής απευθύνεται διαρκώς σαν να ζητά εξηγήσεις. Το συναίσθημα αρδεύεται πολλές φορές ανεμπόδιστα, άλλες πάλι φορές συγκρατείται για να αφήσει χώρο στο υπερβατικό και το ανοίκειο. Στο τέλος, το τέλος είναι αναπόφευκτο.
Βρέθηκα να γράφω από μια ανάγκη να συνομιλήσω με αυτό το πρόσωπο, το πρόσωπο της λογοτεχνίας μου, για να εντοπίσω τη σημαντικότητά του. Γράφοντας, νομίζω πως το έφερα πιο κοντά. Αλλά και πιο μακριά, συγχρόνως. Τώρα πια ξέρω ότι τίποτα δεν υπάρχει, τίποτα δεν είναι πραγματικό. Ξέρω ότι όλα είναι νύξεις, πόζες, σχήματα στο κενό.
Όμως συνεχίζω να γράφω.
Η ερωτική σχέση που περιγράφεται εδώ, τα θραύσματά της ακριβέστερα, είναι μια σχέση οδύνης και σαν τέτοια πρέπει να ειδωθεί η σχέση του ποιητή με το ποίημα. Και εδώ συνεχίζεται ως ενεργή απουσία που καθορίζει και προσδιορίζει τις εξελίξεις. Είναι μια αβάσταχτη παρουσία αυτή η απουσία, μια πάλη ανάμεσα σε έναν ευάλωτο Ενεστώτα και έναν αδυσώπητο Παρατατικό που δεν έχει τέλος. Κάποια στιγμή ο Παρατατικός εξομοιώνεται με πραγματικό Ενεστώτα, ενθρονίζεται κυρίαρχος στο παρόν, και αυτό το παιχνίδι είναι ο έρωτας που συνεχίζεται με άλλο πρόσωπο και τελικά θριαμβεύει σε βάρος ενός ιδιωτικού χρόνου.
Ο έρωτας είναι ποίηση. Και η ποίηση δεν είναι κάτι που μπορείς να αφηγηθείς μόνο με λέξεις. Μπορείς να περιγράψεις την οδύνη της, την απουσία του εγώ, την πλάτη της καθώς φεύγει, αλλά πώς να αποτυπώσεις την αρμονία των δονήσεων που σου προκαλεί, πώς να αποκαλύψεις την ίδια της την ουσία; Χρειάζεσαι χρώματα, ρυθμούς, αναπνοές που να κόβονται. Είναι ένα πολύ ακραίο συναίσθημα για να αναζητήσεις, έστω προσωρινά, καταφύγιο. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να το ζήσεις.
Υπάρχει ένα ακόμα βασικό κλειδί που ξεκλειδώνει κάποιες μυστικές πόρτες στο Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος και αυτό το κλειδί αφορά στην απεύθυνση που αλλάζει ρόλους και ιδιότητες διαρκώς, παραμένοντας πάντα στη θηλυκή του υπόσταση: Η λογοτεχνία. Η εποχή. Η γυναίκα.
Υπάρχουν σημεία που οι ρόλοι γίνονται δυσδιάκριτοι, δεν γνωρίζεις καν αν αυτός ο ιδιότυπος διάλογος είναι μεταξύ του αφηγητή και μιας γυναίκας ή του αφηγητή και της λογοτεχνίας του. Θεωρώ κι εδώ ότι πρόκειται για ένα παιχνίδι που «χαϊδεύει» τη φαντασία και δίνει βήμα στον αναγνώστη να καταθέσει –κι αυτός με τη σειρά του– τη δική του ξεχωριστή εκδοχή. Που μπορεί να είναι εξίσου ενδιαφέρουσα ή ακόμη και πιο ενδιαφέρουσα από την συγκεκριμένη οπτική του ποιητή.
Άλλωστε στην ποίηση, όλα τα ακριβά πράγματα είναι ανακριβή.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΥΦΟΣ
www.vakxikon.gr Νοέμβριος 2022
«Έτσι ξεκίνησε». Στίχος πρώτος κι ο Σταυρόπουλος μας πιάνει απ’ τον λαιμό. Δεν θα μας αφήσει μέχρι να γράψει στο τέλος «Έτσι θα τελειώσει». Στη διαδρομή τα μόνο σημάδια που θα μείνουν είναι του ίδιου του ποιητή. Κι αν ψάξουμε για αίμα, σε άλλα σημεία θα το βρούμε ξερό και σε άλλα να τρέχει ακόμη.
Στην τελευταία του ποιητική σύνθεση «ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ» ακούς «να φυτρώνουν σελίδες στα κόκαλά του», να μετέρχεται την πάλη και να ισορροπεί ανάμεσα στο κυνήγι της πληρότητας του νοήματος μιας αμφοτεροβαρούς σχέσης. Αυτής του ποιητή με την ποίηση.
Κι οι δύο βρίσκονται εκεί, ανά πάσα, παρά τις εκατέρωθεν υποδείξεις, εκεί να αλληλοτροφοδοτούνται σε ευθεία γραμμή από το πιο σκληρό και το πιο τρυφερό σημείο του δέρματός τους.
Ο ποιητής καταγράφει το προσωπικό και αυτομάτως η καταγραφή μορφώνεται σε κοινό βίωμα, σε μια παρατηρητική εμπειρία καθενός. Η απειλή και η κινητήρια δύναμη είναι μία: «Μην ξεχάσεις».
«Αναρωτιόμουν κάθε φορά γιατί πεθαίνουν τόσο γρήγορα τα βιβλία», γράφει κι ο απολογισμός του «ποιητικού καθήκοντος», σε εισαγωγικά, απέναντι στους στίχους και την «αποταμίευση των χεριών» της ίδιας της ποίησης εκτίθεται στον αναγνώστη.
Σε όλη την ποιητική σύνθεση γράφει, νομίζεις, παραληρηματικά, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, με το όπλο στον κρόταφο. Πάντα, όμως, ρυθμικά, πάντα στοχευμένα. Του το αναγνωρίζεις. Ξέρει τι θέλει να πει. Καταλήγει. Γράφει όπως αναπνέει ο ερωτευμένος. Ασθμαίνοντας.
Επανέρχεται σε επαναλήψεις συγκεκριμένων φράσεων, μόνο και μόνο για να υπενθυμίζει στον εαυτό του ότι τίποτα δεν συνάγεται ως τυχαίο και πως η καταληκτική θέαση των πραγμάτων δεν είναι τίποτα άλλο από το βίωμα και την «αλμυρή γεύση των λέξεων».
Δεν τον νοιάζει να ορίσει τι είναι ποίηση. Οι ορισμοί τον βαραίνουν. Οι λέξεις του, όμως, καθορίζουν το βάρος της ποίησης και βαραίνουν τον ίδιο.
Η ποίηση για τον Σταυρόπουλο, κάθε φορά, έρχεται με διαφορετικό ισοδύναμο, «με άλλες προσόψεις και χρυσή ράχη», όπως γράφει και παραδέχεται ότι η μορφή είναι μία, κι αυτό που προσπαθεί κάποιος με τις λέξεις είναι να γράψει ξανά το ίδιο βιβλίο με διαφορετική εκκίνηση, δηλαδή από διαφορετικό άνθρωπο. Κάθε φορά οικοδομείται το ίδιο μισοτελειωμένο σπίτι, χωρίς σκεπή. Μόνο υψούν. «Τόσα χρόνια γράφω το αντίγραφό σου», εξομολογείται.
Είναι μέρες που δεν ζει χωρίς ποίηση κι άλλες που επιβιώνει χωρίς αυτή. Καθημερινά παίζει το ερώτημα της μαργαρίτας. «Σ’ αγαπώ δεν σ ‘ αγαπώ» και γράφει συγκλονίζοντάς μας: «Κάθε βράδυ κατεβάζω τα σκουπίδια | σαν να κατεβάζω ανθρώπους». Ευχή και φόβος του; «Να μην κατεβάσει τον εαυτό του μια μέρα».
Η μορφή στην οποία απευθύνεται ο ποιητής είναι γυναικεία. Δεν παρεκκλίνει από τη συνήθη ιερουργία του. Το βάφτισμα, χωρίς σάρκα και οστά, μόνο μεδούλι, επικεντρώνεται στην καρδιά, την παλλόμενη, την ποιητική. Εξού κι η ερωτότροπη καθηλωτική αφήγηση, με νύξη σε ένα νησί του Αιγαίου, σαν στάδια έρωτα, σαν στάδια πένθους.
Η μορφή της ποίησης δεν μένει στατική, αμέτοχη, μεταφράζεται κάθε στιγμή σκοτώνοντας τον προηγούμενο θεό που αναδείκνυε, τις προηγούμενες εκκλησίες που λατρευόταν, επομένως και τον ίδιο της τον εαυτό, δημιουργώντας νέα σύμπαντα από τα ίδια υλικά. Και τα υλικά αυτά δεν είναι τίποτα άλλο από το αίμα του γραφιά της. «Η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια σου | έγραφε το όνομά μου», γράφει.
Αναρωτιέται για τον ποιητή και το έργο του, προσφεύγει στο ερώτημα που τίθεται στη διαδρομή κάθε λογοτέχνη. Το νήμα είναι εκεί και περιμένει να κοπεί. Χωρίς υποσημειώσεις. Κάνει χρήση κύριων ονομάτων. Καλβίνο, Μπάροουζ, Έλιοτ, Μπόρχες, Καμύ, Βακαλόπουλος και άλλοι σύντροφοι. Δεν προσβλέπει να ταχθεί ανάμεσά τους, να αναμετρηθεί. Ανάβει μόνο ένα κεράκι στις λέξεις τους, στον σταυρό τους.
Ανοίγει, μάλιστα, και διάλογο με τα Διάφανα Κρίνα που ρωτούσαν στο τραγούδι τους «Τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου»: «Άραγε θα θυμάται κάποιος τ’ όνομά μας, άραγε υπήρξαμε ποτέ;» Κι ο Σταυρόπουλος, με σιγουριά, θα απαντήσει: «Κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν | παρά μονάχα ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν | και τελικά | το μόνο που υπήρξε ήταν εσύ κι εγώ | το εγώ παρακαλώ να διαβαστεί εσύ».
Δεν στέκεται απέναντι στην υστεροφημία. Γράφει για τη «δυστυχία του να μην έχεις όνομα» κι αναρωτιέται δίνοντας εμμέσως πλην σαφώς έναν μη ορισμό: «Τι άλλο από ψέμα μπορεί να είναι η λογοτεχνία; | Τι άλλο από την περίληψη των πιο όμορφων ψεμάτων;»
Η θέση του για τη χρήση και τη χρησιμότητα της ποίησης δεν είναι αυτάρεσκη ούτε συνειδητά απόλυτη. Άγλωσση ως προς την προέλευση, αλλά οικουμενική μα πάνω απ’ όλα μητρική. Υπάρχει μαζί με τις πληγές της ή και άθικτη, ανέγγιχτη, μόνη, ασκώντας την «ημερήσια αθανασία», όπως γράφει ο ποιητής. Άλλωστε, πατρίδα του Σταυρόπουλου, αν υπάρχει πατρίδα, το πρόσφορο έδαφος, είναι η ποίηση.
Τον κόσμο τον αποκαλεί ποίηση και την ποίηση κόσμο. Μια αμφίδρομη διαλεκτική σχέση. Ο παραλληλισμός του δεν σταματά εκεί. Τη βαφτίζει με κάθε επιμέρους εικόνα του κόσμου, την παρατηρεί σε κάθε στοιχείο του. Στις αδύναμες στιγμές του, στην κόπωση ίσως, θα γράψει: «ήξερες πως θα γίνεις θάνατος μια μέρα».
Μιλά σαν τραύμα που παλεύει να χωρέσει στη ζωή, που κι αυτή με τη σειρά της παλεύει να χωρέσει στην ομορφιά, αναδεικνύοντας το μεγάλο της σχήμα. «Κάθε θάνατος είσαι εσύ | κάθε ζωή είσαι εσύ | εσύ όπως εγώ εμείς αυτοί» και παραδέχεται, σχεδόν πονηρά, πως «ό,τι κι αν είναι | ξέρω πως είναι δύσκολο να γράφεις για τη χαρά | αλλά πρέπει | εγώ τουλάχιστον | να την ανακαλώ πότε πότε».
Το διεκδικητικό έλλειμα στον ποιητικό πυρήνα του Σταυρόπουλου παρόν ως καταγωγή. Κανείς πλήρης, κανείς ολόκληρος, με «ασυμπλήρωτα μάτια», «διαρροή οφθαλμών», «αναστατωμένα σεντόνια», «μεταχειρισμένα λουλούδια» εν αναμονή ενός κινηματογραφικού τέλους. «Τις προάλλες είπα στη φωτογραφία σου | να σταματήσει να ανακατεύει το χώμα στον τάφο μας | κι ότι θα ήθελα πια να ηρεμήσουν | οι ζωές που δεν ζήσαμε», γράφει.
Ο ποιητής, στην τελευταία του συλλογή, συνθέτει έναν «ανάποδο ύμνο» προς τον «αθάνατο κόσμο» για ένα νομοτελειακά άδοξο τέλος «ιστοριών που δεν τελειώνουν ποτέ | ακόμα και με τον θάνατό τους | και συνεχίζουν να γράφονται», χωρίς βιογραφικό στο αυτί του βιβλίου, χωρίς χειροπιαστή υπόσταση να κρίνεται από χρονολογίες, σπουδές και διαδρομές, όπου κάθε απόπειρά του κρύβει ένα επαναλαμβανόμενο «ξανά», όχι ως «φτου κι απ’ την αρχή» αλλά ως μία αρχή για έναν λιγότερο θάνατο στο έλεος μιας διαρκούς ζωής.
Γράφει και εξηγεί πώς συμβαίνει αυτό που συμβαίνει: «Το βρήκα | τώρα που δεν θα έπρεπε | ένα τσεκούρι αδέσποτου πολέμου | θαμμένο στο κομοδίνο μου | δίπλα στα λατομεία του δέρματος | που εξείχε».
Ο Σταυρόπουλος μπορεί να δηλώνει πως «πεθαίνει σαν βιβλίο», αλλά η αλήθεια είναι πως γεννιέται στις σελίδες του.
.
SO LONG MARIANNE
ΕΛΕΝΑ ΠΟΛΥΓΕΝΗ
ΤΑ ΝΕΑ 11/9/2018
Ευλογήθηκα / Όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά
Τώρα που εσύ δεν βλέπεις / Κι εγώ / Έχω μείνει εδώ / Να σε εύχομαι
Θέλω να είμαι σίγουρος / Ότι ξέρεις
Πως αγαπήθηκες / Από έναν άγιο
Ερχόμενοι σε επαφή με την τελευταία συλλογή του Σταύρου Σταυρόπουλου «So long Marianne» (Σμίλη 2017), που μοιάζει, τουλάχιστον, με σύνοψη των τελευταίων οκτώ βιβλίων του, καταλαβαίνουμε πως έχουμε να αναμετρηθούμε με μια βαθειά ερωτική μνήμη, η οποία, αποκτώντας πλέον υλική υπόσταση μέσω της γραφής, έχει εξασφαλίσει τη διάρκειά της στο χρόνο. Αυτό το φορτίο είναι που οδηγεί αναπόφευκτα σε μια φιλοσοφική θεώρηση του έρωτα και της επίπτωσης του χρόνου επάνω του, ως δύναμη που επιβάλλεται, μεταμορφώνει και πολλές φορές αποκαθηλώνει ό,τι μέχρι χθες θεωρούνταν ιερό, διασώζοντας όμως αδιαπραγμάτευτα εκείνο το στοιχείο της μαγείας και της αθωότητας που λείπει από την καθημερινή ζωή. Όπως λέει το τρίτο από τα Ποιήματα στη Μαρία:
Θα σε ξαναδώ
Στο βαθύ κόκκινο μιας νύχτας
Αποκλειστικής
Για να πλύνω τα μάτια μου
Με την ομορφιά σου
Και να πεθάνω αθώος
Σε όλα σχεδόν τα βιβλία του, ο ποιητής διερωτάται τι είναι πιο ισχυρό, ό,τι περιγράφεται πως είναι και μένει τελικά ζωντανό, ή ό,τι διαφεύγει της περιγραφής, εξαϋλώνεται και προσπερνά την πρόθεσή μας να το συγκρατήσουμε. Το έργο του είναι μία συνέχεια, η ροή της δημιουργίας ενός κόσμου που διαρκώς καταρρέει και αναγεννάται από τις στάχτες του σε ένα ακαθόριστο χρονικά πλαίσιο, εφόσον το σχήμα της ζωής δεν μπορεί να είναι παρά κυκλικό. Τα «ποιήματα στη Μαρία» επενδύουν σε μια απλότητα που λειτουργεί αποτελεσματικά γιατί επικεντρώνεται στο πρωτογενές, σ’ αυτό που υπάρχει κάτω από τις πολυάριθμες λεπτές στρώσεις των πραγμάτων. Πρόκειται για μια απλότητα που επιβάλλεται και αφοπλίζει, αξιοποιώντας λειτουργικά τη σιωπή. Με παύσεις που ακτινοβολούν από την παρουσία του άλλου και παρουσιάζονται με την ίδια φροντίδα που θα γινόταν σε ένα μουσικό κομμάτι, καθώς αφήνουν τον ήχο των λέξεων να σβήσει μέσα στο άδειο του χώρου. Η τεχνική αυτή οδηγεί στο καταστάλαγμα μιας κατάστασης που μέχρι χθες μπορούσε να αποδοθεί μόνο σαν ένας στρόβιλος λέξεων και εσωτερικής έντασης. Διαβάζοντας το εικοστό έβδομο ποίημα στη Μαρία:
Καμιά φορά σκέφτομαι
Ότι όλο αυτό δεν είναι τίποτε άλλο
Από λογοτεχνία
Αλλά όχι
Πρόκειται για ζωή
Γιατί μόνο έτσι μπορεί
Να συνεχίζεται ο κόσμος
Μόνο έτσι μπορείς
Να τον αντέχεις
Ο χάρτης ψεύδεται
Αν δεν σε συμπεριλαμβάνει
Πίσω από το ερωτικό γεγονός, μέσω του οποίου το υποκείμενο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο, καραδοκεί, όπως είναι φυσικό, ο φόβος του θανάτου, κι ως αποτέλεσμα αυτού υπάρχει μια διάχυτη αγωνία να διασωθεί η μνήμη. Η διάσωση αυτή πραγματοποιείται μόνο μέσα από το βλέμμα του Άλλου, ενώ ταυτόχρονα παραπέμπει και επιβεβαιώνει την ερωτική σχέση του Σταυρόπουλου με την ίδια τη Γλώσσα. Ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι η επάρκεια των λέξεων είναι μια χιμαιρική κατάσταση και γι’ αυτό, πολύ καίρια, τη συσχετίζει με το ερωτικό φαινόμενο, αφού και τα δύο αυτά αναμετρώνται, εκ του φυσικού τους, με την ήττα. Ιδιαίτερη σημασία στην ποίηση του Σταυρόπουλου έχει ο καταληκτικός στίχος, καθώς επιχειρείται να δοθεί μια υπερκόσμια υπόσταση στην οραματική θέαση των πραγμάτων μέσα από τον επιγραμματικό λόγο, επιστρέφοντας πάντα στο μεγάλο διακύβευμα, να «συνοψίσει αυτό που δεν συνοψίζεται»:
«…κανένας θάνατος ποτέ δεν μπορεί να είναι πιο όμορφος από σένα»(σελ. 24)
Όπως σε ένα μουσικό κομμάτι ακολουθείται, σύμφωνα με τους κανόνες της Αρμονίας, μια συγκεκριμένη διαδοχή συγχορδιών, ώστε να καταλήξει στην Πτώση –που με μυθιστορηματικούς όρους θα ονομάζαμε Λύση –έτσι και στην ποίηση του Σταυρόπουλου η Λύση ή η Πτώση έρχεται πάντα στον τελευταίο στίχο προσφέροντας μια αισθητική ανακούφισης, ενώ φανερώνει ταυτόχρονα την εμμονή του ποιητή στη φιλοσοφική διάσταση του προσφιλούς του θέματος. Για τον Σταυρόπουλο «λογοτεχνία είναι η ζωή που απέτυχε». Αυτή ακριβώς την «αποτυχία της ζωής» μπορεί και την αναδεικνύει σε κάτι ιδιαίτερα γοητευτικό μέσα στα χρόνια, καθώς την προσκαλεί να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην μεγάλη περιπέτεια της ποιητικής του. Τη χρησιμοποιεί με τρόπο που απογυμνώνει την ύπαρξη, σχεδόν την εκμηδενίζει, έτσι ώστε στο τέλος να μείνει μόνο ό,τι αξίζει να επιβιώσει.
Κι αυτό δεν είναι άλλο από την αγάπη.
.
ΜΑΡΙΑ ΜΑΝΔΑΛΟΥ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 10/9/2018
«Θα ήταν άγραφος ακόμα ο κόσμος αν δεν υπήρχες…»
Τότε δεν είχε γεννηθεί ακόμη η γραφή. Ορφανός κειμένου ο άνθρωπος είχε μικρούς θεούς να τον ορίζουν και σκάρωνε κόσμους και γυναίκες από πηλό. Η σύνθεση ξεκινά ακριβώς με αυτήν την αναψηλάφηση πανάρχαιων μύθων και την αντίφαση που χτίζεται σε όλη της την ανάπτυξη και οδηγεί το ποιητικό «εγώ» σ’ έναν αμφίσημο λόγο-εκφορά: «Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν μετρίου αναστήματος, μέτριου βάθους, μέτριας ζωής.» Αυτή η σχεδόν γυναίκα, απαλλαγμένη από τα χαρακτηριστικά του αλλοτινού της μεγαλείου, ενδύεται ονόματα-σύμβολα, απεκδυόμενη κάθε ευθύνη: ανήκει στον αρσενικό πλάστη, που την ορίζει αφετηρία της προσωπικής του μυθολογίας, ενώ η Αγάπη, που εξουσιάζει και σμιλεύει τελετουργικά όλη την ποιητική σύνθεση, οδηγεί προς μια καθαρτήρια έξοδο: «η αγάπη ζει χωρίς γραμματική εκεί που η μετοχή είναι απεριόριστη.»
Η Μάριαν, έρμαιο του πεπρωμένου της, θα επιστρέφει ξανά και ξανά, ως φάντασμα, ναρκισσευόμενος Σίσυφος, στον τόπο του εγκλήματος. Δεν θα αναληφθεί ποτέ στους ουρανούς. Θα εγκολπωθεί αυτάρεσκα τον ντετερμινισμό ενός πάθους που δεν θα αποκτήσει ποτέ πληθυντικό, όσες φορές και αν το «εμείς» εμφανίζεται στους στίχους που της αφιερώθηκαν. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αυτό το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου που πεθαίνει αργά και βασανιστικά στην πορεία των στίχων και ξαναγεννιέται από τις στάχτες τους, γνωστή και από άλλα βιβλία του ποιητή, δεν είναι παρά η υπέρτατη δικαιολογία για να καταγραφεί το απόλυτο της Αγάπης, σ’ ένα σύμπαν που την επικαλείται για να μπορέσει να επαναπροσδιορίσει το όνομά του: «Χωρίς εσένα δεν ξέρω να ζω.»
Λίγο πιο κάτω ένας στίχος που θα μπορούσε ίσως να ανήκει στον Μπωντλαίρ: «Κανένας θάνατος δεν μπορεί να είναι πιο όμορφος από σένα». Το παρελθόν που υπήρξε, ο τόπος όπου ως παιδί ο ποιητής αφήνεται στην εξουσία του βλέμματος του Άλλου, προσπερνά με δειλές δρασκελιές το παρόν για να καταλήξει σ’ ένα μέλλον που προδιαγράφεται κι αυτό άψυχο αντίγραφο του χθες. Η ανυπαρξία διαδέχεται την ανυπαρξία: «Όσο ανύπαρκτη κι αν είσαι, εσύ θα υπάρχεις.» Το So Long, Marianne διακατέχεται από ετούτον τον σπαραχτικό διχασμό ανάμεσα στο χθες και το αύριο, ανάμεσα στο φαντασιώδες και το υπαρκτό, διαλύεται μέσα σε ανίερες φωτοσκιάσεις, δείχνοντας ότι κλείνει έναν μεγάλο κύκλο. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, στερημένη όλων των χαρακτηριστικών της που θα την καθιστούσαν μήτρα και γένεση, το μόνο που ξέρει και μπορεί πια είναι να γεννάει ερείπια και θάνατο: «το σπίτι μας ήταν τελικά ο εξώστης του ουρανού από τη σωστή πλευρά του Παράδεισου που χώλαινε όλες τις χιλιετίες». Αυτό το σπίτι που κάποτε κατοικήθηκε από τα αβυσσαλέα μάτια του Μπλέηκ και το σώμα της Λίλιθ, της Εύας ή της κοιμισμένης Παναγιάς, μοναχικό στη μέση της θάλασσας και της έρημης χώρας, ψίχουλο σταθερότητας στην κινούμενη άμμο των εναλλασσόμενων αισθημάτων και αισθήσεων, μετεωρίζεται κι αυτό σ’ ένα τοπίο ανάπηρο, όπως και τα αντικείμενα που το στοιχειώνουν: «Δίπλα στο γραφείο μου / υπάρχει μια φωτογραφία σου / την ποτίζω αργά και στάζει / στάζω κι εγώ μέσα της…»
Λιτότητα λόγου που κατορθώνει με τρόπο μοναδικό να οικοδομήσει μια ιδιάζουσα ιερότητα, στα όρια της θρησκευτικότητας: «Με σένα / επισκεύασα μέσα μου / το πρόσωπο του θεού / σε όλες τις θρησκείες / ευλογήθηκα / όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά…» Το πνιχτό δέος απέναντι στη γυναίκα που ήταν ο κόσμος, τη Μαρία που υπήρξε ή δεν υπήρξε, μεταμορφώνεται αέναα σε τρομακτική γενναιότητα, μπροστά στο κάτοπτρο που εικονίζει το ανεστραμμένο είδωλο: «Να θυμηθώ / να σ’ αγαπήσω καλύτερα / στο τέλος / και του επόμενου κόσμου.»
Αυτό είναι το καθήκον που προτάσσει απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό ο ποιητής. Η συγχώρεση ως καθήκον, αδιαμφισβήτητη συνθήκη της Αγάπης, με τον τρόπο που θα την προσδιόριζε ο Κρισναμούρτι. Βαριά υποθήκη ζωής, έως τον «ανήλεο χρόνο», για να θυμηθούμε την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ.
«Ρώτησα μετά τον πατέρα μου / γιατί δεν με γέννησες εσύ / γιατί δεν βγήκα από μέσα σου / σαν ζεστό δέντρο / και ο πατέρας μου μού είπε / δεν υπάρχει απάντηση / σε μια ζωή που βασίζεται / στην αδικία του συντελεσμένου»
Εν τέλει, αυτός θα μπορούσε να είναι, από μόνος του, κι ένας ορισμός της ποίησης: Η ποίηση σαν μια διαρκής προσπάθεια καταγραφής της αδικίας του συντελεσμένου…
.
ΕΥΤΥΧΙΑ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΛΟΥΚΙΔΟΥ
frear.gr 5/6/2018
“[Κάποτε πρέπει να υπήρχε μια γυναίκα. Ήταν μετρίου αναστήματος, μέτριου βάθους, μέτριας ζωής. Έτσι όπως είναι συνήθως οι ζωές των ανθρώπων. Μου έγραψε: «Μέσα στο άρωμα των ματιών σου είδα να σβήνουν οι τελευταίες ανάσες των Θεών». Την έλεγαν Μάριαν, Μαριάννα, Μαίρη, Μαρίλια, Μαίριλυν, Μαριλού, Μαριάμ, Μαρία. Αλλά μπορεί να ήταν και ο ίδιος ο κόσμος.
Μετά εξαφανίστηκε.]”
Η γυναίκα στην ποίηση του Σταυρόπουλου ως το θαύμα της ανάλαφρης εμφάνειας αλλά και του φευγαλέου, σαν του πουλιού πετάγματος, συνιστά ένα σύμπαν ολόκληρο που ανασαίνει και σβήνει μες στον συμβολισμό του αιώνιου. Η ανάγκη να το μνημειώσει ως τέτοιο, δηλαδή η ανάγκη του να προσδώσει διάρκεια ακόμη και στο μη υπαρκτό τον σπρώχνει σε ανύψωση του έρωτα, ώστε να αποκαθηλώσει τη φθορά και την αδιαφορία που επιφέρει η απουσία του. Το εύρημα, λοιπόν, είναι η εξομολόγηση ή αλλιώς η ένορκη σαν να λέμε κατάθεση, αν θεωρήσουμε ότι η γραφή είναι υπόθεση ιερή και αμετάκλητη με την έννοια της έγγραφης μαρτυρίας όλων όσων μόνον ένας ασκητής της αγάπης βιώνει και μετουσιώνει σε λόγο. Μεταφέροντας την προσωπική συγκίνηση του κλειστού χώρου της ψυχής σε χώρους ανοιχτής θέασης, με την ίδια φιλοσοφία που ο Έλιοτ απευθύνει λέξεις ιδιωτικές δημόσια, κηρύσσει την έναρξη ενός αγώνα όπου ο έρωτας και η αγάπη ελευθερώνουν τις δυνάμεις τους σε έναν χώρο που πνέει ωστόσο ο θάνατος. Η νίκη, βέβαια, μοιάζει να είναι της αγάπης, αφού σύμφωνα με τον Ρίλκε «Να αγαπάς σημαίνει να διαρκείς. Να αγαπιέσαι σημαίνει να παρέρχεσαι».
Στη σκηνή εμφανίζεται μία γυναίκα ή μάλλον η αναγγελία τής κάποτε ύπαρξής της. Μια γυναίκα της μνήμης και του παρελθόντος ή μήπως μια γυναίκα προσχέδιο του απώτερου μέλλοντος; Υπήρξε κι εξαφανίστηκε ή ουδέποτε υπήρξε; Την ανακαλεί ή την γεννά ή μήπως ήδη θρηνεί το ανέφικτο της γέννησής της; Είναι ένας κόσμος που γεννιέται από μια Μαρία και ένας κόσμος που πεθαίνει άμα τη εμφανίσει της.
Είτε η φαντασία προτρέχει είτε η ψυχή νοσταλγεί, πάντως η ψυχή ισορροπεί στα αντίθετα. Προηγήθηκε σφαγή ή καλοκαίρι; Τα χρόνια ήταν φθινοπωρινά και τελεσίδικα ή μήπως η κατοικία της Μαρίας είναι η ίδια η όρασή του, ένα ατέλειωτο αλφαβητάρι λέξεων δικών του που μιλήθηκαν από εκείνην. Και τώρα; Σε τι αποβλέπει η παρούσα σύνθεση; Μήπως είναι η ανάγκη του να ανακτήσει τις λέξεις του απ’ το δικό της στόμα; Είναι ποτέ η αγάπη φάντασμα; Με την ολική επαναφορά του προσώπου ή της μνήμης του αποσκοπεί στη δική του εξιλέωση μέσα στην ομορφιά που αθωώνει. Η ανάγκη του να συνθέσει κάτι άφθαρτο και άσβηστο που να μη σκιάζει η σκιά το φευγιό του συνιστά το δομικό υλικό της σύνθεσης αυτής, αφού τα πάντα παρέρχονται και μας προσπερνούν. Αποφασίζει, λοιπόν, να αντιταχτεί στα ενθύμια και στη νοσταλγική τους σύσταση. Επιζητά ένα αιώνιο παρόν αγάπης και το επινοεί. Αν και ακόμα αγέννητη / Θέλω να σ’ αναστήσω / Να σε συνθέσω ξανά / Από υπερκόσμια υλικά / Να μη σβήνεις / Να μην προσπερνάς / Να μη φοβάσαι // Να σε χορτάσω / Χωρίς σκιά // χωρίς άλλα / Ενθύμια θαύματα «IV»
Ο χρόνος, εντέλει, της σύνθεσης είναι η διάρκεια ενός μέλλοντος αδιάπτωτου, αφού «Η αγάπη δεν απομακρύνεται ποτέ / Από το μέλλον της «VII»
Η μακέτα, λοιπόν, περιέχει ένα σπίτι που επιλέγεται απ’ τη σωστή πλευρά του παραδείσου, από έναν άνθρωπο ποιητή πλαστουργό που ζυμώνει τις λέξεις, για να φτιάξει τη μνήμη του προσώπου στη μνήμη του, να θυμηθεί μέσα από τον ρυθμό των μουσικών λέξεων τον τρόπο του βλέμματος που επιλέγει να έχει το πλάσμα του ονείρου του. Με στίχους αποπειράται να υποκαταστήσει το ανύπαρκτο και να διορθώσει μια παράλειψη τόσο σημαίνουσα για την ζωή της ψυχής του. Όλα όσα προϋπήρξαν στερούνταν αρτιότητας και ως ατελή ακύρωναν τη θαυμαστή ενέργειά τους στον χρόνο.
Το παρόν είναι ακατάλληλο τώρα / Τα γάντια υπήρξαν τέλεια / Το άγγιγμα ατελές […] «VI»
Η έλευση της Μαρίας αναταράσσει το νεκρό παρόν και το ζωοποιεί, αφού ό,τι κομίζει έχει το στίγμα του μέλλοντος. Στο δικό του παρόν το πέτρινο σαν βράχος που μόνο το κύμα το αλλοιώνει ανοίγουν άξαφνα περάσματα που τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον καιρό. Μέσα από το ρήγμα του χρόνου φτάνει ως εκείνην και αντικρίζει έναν κόσμο οδύνης και παγετού που τον θερμαίνει με την ανάσα του.
[…] Παντρεύτηκα τις ρωγμές των μελών σου / Την άνοιξη εκείνων των γενναίων ματιών / Το κίτρινο καμπαναριό της ψυχής /Που σιγούσε / Και την τρύπα που είχε ανοίξει ο χρόνος / Μέσα σου // Έφτασα αμίλητος έως τα νύχια / Τα άναψα / Και πέρασα εκεί / Στα μικρά σου χάλκινα δάχτυλα / Δύο εκκωφαντικές βέρες // Η μία έγραφε σήμερα / Η άλλη αύριο / Εσύ μου είπες ποτέ // Και κατάλαβα ότι ήταν για πάντα «IX»
Ο χρόνος της συλλογής είναι η νεότητα, ως χρόνος – περιοχή και ως χρόνος – προορισμός και προέλευση. Το ζήτημα του χρόνου – περιοχή το συναντούμε και στη σύνθεση της Κατερίνας Αγγελάκη Ρουκ «Λυπιού», όπου εκεί, όπως γράφει, συμβαίνει το παράδοξο: Κάτι χειρότερο από γερατειά, / η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα. Στη σύνθεση του Σταυρόπουλου η ύπαρξη της Μάριαν κινητοποιεί τη συνθήκη ανέγερσης μιας περιοχής ή μιας χώρας. Μεταμορφώνεται μεμιάς σε τόπο αναψυχής και εύφορου κάλλους.
Είσαι το πιο όμορφο μέρος / Για να είναι κανείς νέος «Χ»
Ο χρόνος των ημερών της αγάπης που ιστορείται είναι ένας χρόνος βιωμένος με τον σπόρο της δυνατότητας να υπάρξει κάποτε, να σπαρθεί και να ανθίσει στο χώμα του μέλλοντος εκείνων που θα έρθουν. Όμως, ο χρόνος του προσώπου που εδώ εξυμνείται είναι επίσης χρόνος ερχόμενος και καταγωγικός από μιαν ηλικία που προϋπήρχε της ύπαρξης. Ως εκ τούτου, δεν είμαι σίγουρη ότι πρόκειται αμιγώς για έναν ερωτικό λόγο που εξυμνεί αλλά μάλλον για τα πρωτογενή εκείνα υλικά οικοδόμησης μιας διαρκούς νεότητας του κόσμου. Κυκλοφορώντας ανάμεσα στο παρελθόν και χωρίς να απομακρύνεται στιγμή από το μέλλον λειτουργεί ως τόπος εξιλέωσης και επανόρθωσης μιας αδικίας συντελεσμένης που ευτυχώς αναιρείται μέσα από τη δική του σχέση μαζί της. Την περιέχει συνεπώς και την αφομοιώνει, ώστε να την επαναφέρει ως προέκταση δική του, του ίδιου του σώματός του.
[…] Πήρα τα λουλούδια σου / Από το αμαξοστάσιο των θνητών / Το δέρμα τους ήταν σαρκώδες / Είδα τον λούτρινο μίσχο / Να αναρριχάται αργά / Από μέσα μου / Σαν κισσός // Έφτασε στο λαρύγγι μου // Σε κατάπια / Και βγήκες απ’ τα μάτια μου / Όπως ένα παράξενο φως / Που γεννήθηκε // Για να εξιλεώσει τον κόσμο «XVII»
Η ίδια αυτή ανακαινιστική δύναμη αποκαθιστά όλα τα μισοτελειωμένα και αίρει τις αμφιβολίες. Την προαγάγει σε ναό όπου λειτουργεί το κάλλος, κάτι που πραγματικά φέρει τα πράγματα στη σωστή τους ώρα συναντώντας στην όψη της το θεϊκό στοιχείο της ίδιας της ζωής.
Με σένα / Επισκεύασα μέσα μου / Το πρόσωπο του θεού / Σε όλες του τις θρησκείες / Ευλογήθηκα / Όταν σε κοίταξα για πρώτη φορά // Τώρα που εσύ δεν βλέπεις / Κι εγώ / Έχω μείνει εδώ / Να σε εύχομαι / Θέλω να είμαι σίγουρος / Ότι ξέρεις / Πως αγαπήθηκες / Από έναν άγιο «XI»
Η φαντασία, αυτή η δεύτερη πραγματικότητα, είναι το όχημα με το οποίο κινείται και μεταπλάθει τα όρια του κόσμου προτιμώντας από την άθλια εικόνα του εκείνην που θυμίζει λούνα παρκ και παιχνίδια και κρίκους και ρόδα και σκοποβολή και σιδερένια ψαράκια και αρκουδάκι έπαθλο. Ο χρόνος της ύπαρξης, μάλιστα, γίνεται ένας ανεστραμμένος χρόνος μιας φωτογραφίας ευκίνητης που βγαίνει από το κάδρο της, για να γεμίσει το δωμάτιο με αγάπη. Η μορφή παρουσιάζεται υδάτινη και συναρμολογούμενη σαν μια ροή που δε διχάζεται αλλά γεννά το «εμείς». Μέσα από την ταύτιση ανακαλύπτει και διαβάζει και κατανοεί τον ίδιο του τον εαυτό σαν κείμενο που αγνοούσε αλλά υπήρχε εντοιχισμένο στη μορφή της γυναίκας. Στην πραγματικότητα, η αγωνία του δεν είναι να υπάρξει εκείνη, ούτε καν αυτό που ρομαντικά θα λέγαμε η ενότητα ενός «εμείς» που προαναφέρθηκε. Η αγωνία του είναι η διάσωση της ίδιας της διάρκειας μέσα στη φωτεινότητά της.
[…] Ακόμα κι όταν δεν θα υπάρχουμε εμείς / Τα τοπία θα κουβαλάνε την αγωνία μας / Να διασώσουμε το φως […] «XXVI»
Τα ποιήματα εδώ δεν είναι παρά μέρος του χάρτη που σχεδιάζεται, προκειμένου να συμπεριλάβει την ίδια του τη μορφή, μια μορφή που είναι παρουσία φτιαγμένη, όπως ο ίδιος ομολογεί, από την απουσία. Ερωτευμένος με τον έρωτα και αγαπώντας την αγάπη ποιεί τον χρόνο της ύπαρξής της και την ανασύρει από τα έγκατα του εαυτού του.
[…] Είσαι παντού / Εκτός από σένα / Όλη εκ μέρους μου / Με την πλήρη συγκατάθεση / του εαυτού μου / Εξαιτίας μου / Πραγματική όσο η φαντασία μου […] «IXXX»
Διαβάζοντας την ποίηση του Σταυρόπουλου διέκρινα κάποια συγγένεια με τον «Βυθό» του Ορέστη Αλεξάκη (Αστρολάβος / Ευθύνη, 1985), όπου απευθυνόμενος σε ένα πρόσωπο, που δεν είναι σαφές αν κινείται στα όρια του εσωτερικού ή του εξωτερικού κόσμου, αναρωτιέται:
Μη του εαυτού μου / παραπλήρωμα είσαι; // Το άλλο μισό μου εγώ / το απωλεσμένο; // Μόνο στην άσβηστη βαθιά μου φλόγα / τη βεβαιότητά σου προσεγγίζω / Μόνο στη μοναξιά σ’ ανακαλύπτω / στη σιγαλιά / στο βυθισμένο βλέμμα // Κι αν κρύβεσαι απ’ τα μάτια μου / το ξέρω / την άλλην όρασή μου προετοιμάζεις // Τη μυστική μου ανάβλεψη στο φως σου // Τον προορισμένο μας εντάφιο γάμο.
Κάτι ανάλογο διαβάζουμε και στη σύνθεση του Σταυρόπουλου, όπου με ασαφείς τις διαχωριστικές γραμμές ανακύπτει ένας «Άλλος», που η απόπειρα να συνδιαλαγεί κανείς μαζί του υπερβαίνει τα γήινα και εκτείνεται σε περιοχές υπερβατικής πραγματικότητας. Ο Σταυρόπουλος την ονομάζει Μάριαν, ο Αλεξάκης Μαρία και μάλιστα στη συλλογή του το «Αντιπρανές» (1982) το δικαιολογεί:
«Σ’ έλεγα Μαρία για να σε διακρίνω / από τ’ άπειρα θαύματα των διαλογισμών μου / για να δίνω πρόσωπο στους καθρεφτισμούς σου / Σ’ έλεγα Μαρία για να σε κρατώ[…]
Μάλιστα, η διαδικασία κατασκευής και συναρμολόγησης θυμίζει την απεγνωσμένη προσπάθεια του όντος, αν δεν υπάρχει, να εφεύρει τον Θεό του, για να τον λατρέψει.
Εκείνο που στην ουσία κατασκευάζει είναι μια σαφής θέληση ενώπιον του ίδιου του εαυτού, ώστε να δώσει σάρκα και οστά στο όνειρό του θυμίζοντάς μας το λαϊκό παραμύθι «Ο Σιμιγδαλένιος».
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και είχε μια κόρη. Την εγυρέψανε πολλοί για γυναίκα, αλλά εκείνη δεν ήθελε κανένα, γιατί κανένας δεν της άρεζε. Έβαλε λοιπόν στο νου της να φτιάσει μοναχή της έναν άνδρα…
Πήρε τρία κιλά αμύγδαλα, τρία κιλά ζάχαρη και τρία κιλά σιμιγδάλι, κοπάνισε τα αμύγδαλα και τα ζύμωσε όλα μαζί, ζάχαρη, μύγδαλα και σιμιγδάλι και πιάνει και φκιάνει έναν άντρα και τον στήνει μπροστά στον Άγιο του σπιτιού. Και αρχίζει τις μετάνοιες. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες παρακαλούσε τον Θεό και απάνω στις σαράντα μέρες τον ανέστησε ο Θεός και τον είπαν τ’ όνομα του κυρ Σιμιγδάλη και κυρ- Σιμιγδαλένιο.[…]
Ο Σταυρόπουλος αντίστοιχα γράφει:
[…] Σου έβαλα χέρια / Να αγκαλιάζεις / Καρδιά / Να αγαπάς κανονικά / Και σώμα από σκοινιά / Από κάδους πλοίων / Σαν θηλυκή θηλιά / Να μη φεύγεις // Μετά σου αφαίρεσα / Την πράξη της διαίρεσης / Τη μυρουδιά των θνητών / Αρίθμησα τους βολβούς των ματιών σου / Για να σε κοιτάζω καλύτερα / Σου έβαλα ακεραιότητα / Όνειρο που δεν σβήνει / Και το τέλος εκείνου του κόσμου /Που εκκρεμούσε σαν αρχή […] «ΧΧΧ»
Μετά της φτιάχνει ένα σπίτι, για να κυκλοφορεί, έναν διάδρομο, ένα χολ, ένα πάτωμα, ύστερα ανακαλύπτει το βαθούλωμα του σώματος πάνω στο στρώμα, κοιτάζει με τα μάτια της τον κόσμο και τέλος φτιάχνει μια πόλη, μια χώρα, ένα βασίλειο και ενσωματώνεται σ’ αυτήν, αναγκάζοντας τον κόσμο να συγχέει τα σώματα και να μη διακρίνει το ξέχωρο. Σ’ αυτήν την αέναη ανακύκληση της αγάπης που το «μαζί» νικάει το «χωρίς», […] η αγάπη ζει χωρίς γραμματική εκεί που η μετοχή είναι απεριόριστη.
Ο Καρούζος στο μπαρ Dada των Εξαρχείων γράφει σε σημειώματα ποιήματα για την άγνωστή του Μαρία -μικρή κόρη του μπάρμαν-, ο Leonard Cohen γράφει για την Νορβηγίδα σύντροφό του το τραγούδι So Long Marianne, ο Αλεξάκης για την Μαρία και ο Σταυρόπουλος σε ένα βιβλίο – σπίτι με κήπο και φωτογραφία σε κορνίζα, αποφασίζει να στεγάσει όλες τις Μαρίες με τα πρόσωπά τους, σε μια προσπάθεια να βρει το πρόσωπο της μίας Μαρίας. Το καταφέρνει; Ή μήπως η ιδιαίτερα δουλεμένη γλώσσα του με τους ευφάνταστους απρόβλεπτους συνδυασμούς της δεν κατατείνει παρά σε μια καθαρά προσωπική του απελπισμένη προσπάθεια να ανασύρει μέσα από την περίτεχνη σκιαγράφηση της Μαρίας το δικό του πρόσωπο, το αποκεκρυμμένο;
Όποια κι αν είναι η πρόθεση, η γλώσσα αποδεικνύεται γεννήτορας και κατασκευαστής και η ποίηση το μέσο που ανιχνεύει το ένα Πρόσωπο τής πάντοτε άγνωστης Αλήθειας.
.
ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΣΙΑΦΑΚΑ
DIASTIXO, 20 Ιανουαρίου 2019
Ο σωματοποιημένος λόγος στην ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου με αφορμή το So Long, Marianne
[Ολομόναχοι μαζί, 2014 – Ο άνθρωπος έσπασε, 2015 – Πράξη εξαφάνισης, 2016 – So Long, Marianne, 2017]
Η ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου άλλοτε έντονα αφηγηματική ή πεζολογική, διαπιστωτική ή εξομολογητική, καταγγελτική ή ανατρεπτική, περισσότερο αναλυτική ή πυκνή, με έντονα λυρικά, ή λιγότερο, στοιχεία, με ξεσπάσματα υπερρεαλιστικής εικονοποιΐας, ρομαντικές αναδιπλώσεις εσωτερικών μονολόγων, διακειμενική ή συνομιλούσα, με φιλοσοφική ή χλευαστική και αυτοσαρκαστική διάθεση δεν παύει να έχει πάντοτε και εμφανώς στο κέντρο της τα δύο μεγάλα –και στην ουσία μοναδικά θέματα της λογοτεχνίας–, τον έρωτα και τον θάνατο, και κατ’ επέκταση τον τρόπο που αυτά διαπλέκονται ή διαφαίνονται στις απολήξεις διαφορετικών συμβάντων.
Στην ουσία ο Σταυρόπουλος γράφει επανερχόμενος στο ίδιο ποίημα αλλά προσεγγίζοντας τη θεματική του από διαφορετική οπτική γωνία, απόσταση ή βιωμένο ρόλο, πρόσωπο ή προσωπείο. Στο παρόν κριτικό σημείωμα θα αναφερθώ, χρησιμοποιώντας παραδείγματα από τις τελευταίες ποιητικές του συλλογές, από το 2014 έως το 2017. Εάν η γραφή συνιστά τον τρόπο με τον οποίο το ποιητικό υποκείμενο εγγράφεται γύρω από το μοναδικό και τετελεσμένο συμβάν της απώλειας και της διαίρεσής του, ο Σταυρόπουλος επιχειρεί να επανεφεύρει τον χαμένο Παράδεισο διά της καταγραφής του: «[…] Τότε η ποίηση σου είπε/Να της δώσεις το φέρετρό σου/Να κοιμηθεί/Αυτή είναι η βάρκα μας/Σου είπα/Με πλήρεις λέξεις», «[…] Ποτέ δεν υπήρξε κόσμος πριν. Όχι νερό. Μόνο μια απαγόρευση γραμμένη στο χέρι. Σε τρεμάμενο παρατατικό φως. Ό,τι υπήρξε δεν υπήρξε ποτέ. Ο κόσμος είναι λογοτεχνία» (Ολομόναχοι μαζί).
Στην ποίηση του Σταυρόπουλου επανέρχονται οι πρωταρχικές ρωγμές, οι πριν από τον λόγο πεποιημένες ακυρώσεις και απαγορεύσεις, «Έκανα τεσσεράμισι δισεκατομμύρια χρόνια/Για να κατανοήσω τον θάνατό σου» (Ολομόναχοι μαζί), οι ευνουχισμοί, τα απολεσθέντα αντικείμενα, όπως το στήθος, η φωνή, το βλέμμα αλλά και εν τέλει η συνείδηση ότι η ποιητική λειτουργία είναι ένας λόγος σωματικός και σωματοποιημένος, ένας λόγος που δεν μπορεί παρά να κουβαλιέται αισθητηριακά και να κουβαλά λεκτικά το σώμα: «[…] O λόγος είναι πάντοτε σάρκινος/Όχι όμως όπως το έγραψε ο Ρίτσος/Αλλά όπως το άφησε ο Χειμωνάς/Διαμελισμένο σώμα […]» (Ολομόναχοι μαζί).
Έτσι, στην ίδια συλλογή ο ποιητής θα πιστοποιήσει τη χρήση του λόγου και δη της ποιητικής λειτουργίας ως ισοδύναμης με αυτή της στοματικής κατά την ερωτική συνεύρεση, φέροντας στην επιφάνεια τη μετουσιωτική λειτουργία της ποίησης διά μέσου της χρήσης της μεταφοράς, το πέρασμα από τις ωμές ασυνείδητες προσταγές στη συμβολοποιημένη λεκτική τους έκφραση: «Όσο και να σε πείνασα/Δεν ήξερα πως υπήρχες», «Μένουν εκατομμύρια ζωές στον πλανήτη/Για να ικανοποιηθεί αυτή η λαίμαργη άνοιξη», «Αν με μασήσεις ολόκληρο/Θα μείνει μόνη της η ζωή σου», «Πήρα στο στόμα μου το στήθος σου/Σάρκες χώματα στάχτη». Θα μπορούσε να πει κανείς πως συνεχίζουμε νε είμαστε «ανθρωποφάγοι» και γι’ αυτό ερωτευμένοι, θηρευτές σωμάτων για να υπάρξουμε στον χώρο, ενσωματώνοντας τον άλλον υποταγμένοι στον έρωτα ως υποκείμενα πλέον, με την ταυτότητα που μας χαρίζει η ιδρυτική σχέση με το ερωτικό αντικείμενο: «Για να στερεώσω τον κόσμο/Σε επινόησα» (Ολομόναχοι μαζί).
Στη συλλογή Ο άνθρωπος έσπασε, κεντρική θέση έχει το βλέμμα και μάλιστα το απειλητικό ερωτικό βλέμμα ή το απόν βλέμμα του ερωτικού συντρόφου ως παράγοντας αποδιοργάνωσης του υποκειμένου: «Αν μετρήσω ως το τέσσερα/ Θα πνιγώ/Στους επικίνδυνους καθρέφτες/Τους απασχολημένους/Με τους νεκρούς/Που διανύθηκαν», «Στα μάτια μου λύκοι/Περνούν το θερμόμετρο της αγάπης/Απ’ το μηδέν», «Είμαι σε λάθος κόσμο/Σκέφτηκα/Αδικαιολογήτως παρών/Σ’ ένα σκοτάδι από μάτια», «Κι εγώ/Μέσα στον ερωτευμένο καθρέφτη/Τόσο σπουδαία νεκρός».
Στη συλλογή Πράξη εξαφάνισης το σώμα εμφανίζεται και πάλι επαναληπτικά επεξηγούμενο με δύο τρόπους. Άλλοτε ως φορέας σωτηρίας μέσα από το βλέμμα του ερωτικού αντικειμένου που δημιουργεί τον έτερο, ή μέσα από την ενσωμάτωσή του (διά του στόματος) από τον έτερο για την απόκτηση του σώματος που απουσιάζει: «Εγώ θα σε αποκτώ/Για να υποκρίνεσαι σώμα», «Εγώ που πάντα έμενα/Από πριν γεννηθώ/Μέσα σου», άλλοτε ως φορέας μίας ατέρμονης ευνουχιστικής απειλής: «Και τα κομμένα μου δάχτυλα/Στο βάθος του κόλπου σου», «Αύριο/Μια υγρή βόμβα/ Βραχυκυκλωμένη στη μήτρα σου/Θα εκραγεί», «Έχασα όλα τα χέρια που φύτευα επιμελώς/μόνο για να σε πιάνω», «Εκεί που ο φόνος/Δεν είναι παρά μια ακόμη εκδοχή αγάπης» και άλλοτε σε συνδυασμό μιας σπαρακτικής/κανιβαλικής –βλεμματικής-καθρεφτικής σχέσης: «Να με κοιτάζεις θολά/Με τα χορτασμένα δόντια σου», «Έχανα γόνατα/Το βλέμμα σου μια λίμνη», «Μπορώ να ανοίξω το σώμα σου/Να βρω τον γαλά ζιο κατάσκοπο» [γαλα: στόμα και κατάσκοπος: βλέμμα].
Στην τελευταία υπό κρίση συλλογή του, So Long, Marianne, φόρο τιμής στον Leonard Cohen και στο ομότιτλο τραγούδι του, με θεματική αποκλειστικά ερωτική, ο ποιητής εστιάζει, με τρόπο πιο μεστό και λακωνικό, λιγότερο αφηγηματικό και με μεγαλύτερη έμφαση στην αμιγώς ποιητική φόρμα και πάλι στο δίπολο του έρωτα: της γέννησης (Με σένα/Επισκεύασα μέσα μου/Το πρόσωπο του θεού) και του θανάτου (Δεν υπάρχει απάντηση/Σε μια ζωή που βασίζεται/Στην αδικία του συντελεσμένου), της άνθησης και της φθοράς (Θα ενώσω τα χρόνια μας/Και θα φτιάξω έναν άφωνο σιδηρόδρομο/Ένα σμήνος από σιδερένιες πεταλούδες/Μια ατέλειωτη σειρά από υστερόγραφα αγάπης), του ηρωισμού και της αποσύνθεσης (Παντρεύτηκα τις ρωγμές των μελών σου/Την άνοιξη εκείνων των γενναίων μαλλιών). Όλα αυτά συνιστούν το κέντρο γύρω από το οποία πλάθεται και εξελίσσεται η ποιητική ομιλία: ως σημαίνον και ως εικόνα, τα λουλούδια, τα χρώματα και οι κήποι, και τα ρομαντικά στοιχεία που συνεχώς ανατρέπονται από την καυστική και αυτοσαρκαστική ματιά του. Ωστόσο, παρά το άνοιγμα προς μία διαφορετική κατεύθυνση, ξαναβρίσκουμε και στην τελευταία συλλογή του τον ίδιο ακριβώς τρόπο με τον οποίο ο Σταυρόπουλος βιώνει την ερωτική συνύπαρξη. Χαρακτηριστικοί είναι οι επόμενοι στίχοι που συμπυκνώνουν ανατρεπτικά και ευθύβολα τη σύλληψη του ερωτικού αντικειμένου και τη λειτουργία του: «Σε κατάπια/Και βγήκες απ’ τα μάτια μου/Όπως ένα παράξενο φως/Που γεννήθηκε/Για να εξιλεώσει τον κόσμο» (XVII).
Εάν η ερωτική ποίηση του Σταυρόπουλου είναι αξιοσημείωτη δεν είναι ούτε για την καταγραφή της απώλειας, του πένθους και το πάθους, στοιχεία που απαντούν κατά κόρον σε ποιήματα και άλλων ποιητών, είναι, κατά την άποψή μου, κυρίως γιατί επαληθεύεται το κύριο χαρακτηριστικό της λογοτεχνικής πράξης που είναι η ανάσυρση του άλογου και πανανθρώπινου στοιχείου και η ομιλία-επεξεργασία του με έναν τρόπο διαφορετικό που εξευμενίζει την αγριότητα του άφατου. Ο Σταυρόπουλος μιλά τις αρχετυπικές και απωθημένες φαντασιώσεις διά μέσου μιας εικονοποιίας που δεν αγγίζει μόνον το φαντασιακό, αλλά κουβαλά και δεύτερο νόημα, υπονοεί. Η εικόνα του δεν καταγράφει απλώς αισθητικά αλλά επιδέχεται και ερμηνεία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η διακίνηση αυτή μας επιτρέπει να ζήσουμε απολαμβάνοντας διά μέσου της γλώσσας και του ποιητικού βλέμματος όσα μας κατατρώγουν και μας αποδομούν εκτός βλέμματος, αφού πλέον τα επανεντάσσουμε διά της ομιλίας εντός των ορίων της γραφής, η οποία στην αμιγώς λογοτεχνική πράξη συνιστά τομή για τη δόμηση και την ύπαρξη του δημιουργού. Αυτή ακριβώς είναι η ποιητική δύναμη αλλά και η ιδιαιτερότητα του Σταύρου Σταυρόπουλου.
.
ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ
ΝΟΤΑ ΧΡΥΣΙΝΑ
ΦΡΕΑΡ 29/08/2017
Το ποιητικό έργο του Σταύρου Σταυρόπουλου είναι μια μορφή κοσμογονίας στην οποία εμπεριέχεται η προφητεία της καταστροφής του κόσμου και της αναδημιουργίας του. Η κοσμογονία αυτή ταυτίζεται με την ποιητική δημιουργία καθώς ο δημιουργός είναι ο ποιητής-προφήτης.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι μια προσπάθεια ανανέωσης του κοσμογονικού μύθου, ως μια παραλλαγή του. (Σύμφωνα με τον Levi Strauss «ο μύθος αποτελείται από το σύνολο των παραλλαγών του»). Ο μύθος στην ποίηση του Σταυρόπουλου έχει, επίσης, διπλό ρόλο: αποτελεί το κύριο υλικό προσέγγισης και κριτικής της πραγματικότητας αλλά είναι και η έντεχνη αναπαράστασή της.
Ο Σταυρόπουλος με την τετραλογία του Πιο νύχτα δε γίνεται, Μετά, Καπνισμένο κόκκινο και Ολομόναχοι μαζί ξεκίνησε την καταγραφή, με τη γλώσσα της ποίησης, της πορείας του κόσμου προς το τέλος του και την εξαγγελία της αναδημιουργίας του:
«(Εκείνη τη στιγμή ο κόσμος έγινε βυθός. Στον πυθμένα της θάλασσας έμειναν στολισμένοι οι άνθρωποι και τα κοιτάσματά τους, σχεδόν ενωμένα [….] Εδώ κι εκεί, καμένες χορδές. Σωροί από ζωές στοιβαγμένες. Στην καμπούρα της γης.» Καπνισμένο κόκκινο
«Θα γεννηθώ ξανά με άφτιαχτο πρόσωπο. Στο προαύλιο αυτής της αιώνιας φωτογραφίας, να κουβαλήσω το τοπίο — σαν σαλιγκάρι» Μετά
Από την αρχαιότητα, ήδη, ο άνθρωπος προσπάθησε, μέσα από τη φιλοσοφία, τη θρησκεία αλλά και τον μύθο, να αποδώσει τη γέννηση του κόσμου σε κάτι ιδεατό και μέσα από αυτό να πνευματοποιήσει τη φύση. Έτσι, το νερό, το χώμα, το φως, η φωτιά, ο αέρας θεοποιήθηκαν. Παράδειγμα αυτής της ανθρώπινης «αισθητικής» αναζήτησης αποτελούν ο βαβυλωνιακός μύθος, ο ινδικός μύθος αλλά και οι μύθοι των αρχαίων Ελλήνων. Στην κοσμογονία του Ησιόδου το Χάος, η Γη και ο Έρωτας συνέβαλαν στη δημιουργία του κόσμου. (Στοιχεία που συναντάμε σε όλα σχεδόν τα ποιήματα του Σταυρόπουλου). Ένα άλλο σημαντικό στοιχείο δημιουργίας στη φιλοσοφία, η πάλη των δύο αντιθέτων, της φιλότητας και του νείκους, κατά τον Εμπεδοκλή, υπάρχει στην ποίηση του Σταυρόπουλου ως πάλη της γυναίκας με τον άντρα. Ο έρωτας για τη γυναίκα μετατρέπει το ποίημα σε σώμα. -Το σώμα ως γενεσιουργός αιτία και ως κόλαση του πνεύματος.
«Έχω όλα τα αινίγματα της δίψας
Αποκλεισμένα στο σώμα μου
Για να μπορείς εσύ να έρχεσαι να με βλέπεις
Όποτε θέλεις» Πράξη Εξαφάνισης
Στη χριστιανική φιλοσοφία το σώμα εξέπεσε και κατηγορήθηκε για τα πάθη του. Για τον Σταυρόπουλο η οδός διάσωσης του έρωτα και του σώματος, του ιερού δοχείου της ψυχής, είναι η ποίηση. Η ποίηση είναι η μόνη οδός εξαγνισμού για το σώμα, μέσα από τον λόγο, που μπορεί να το αποδίδει στην αθανασία. Ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα καταστραφεί, μας λέει ο ποιητής.
«Μάζεψε τις λέξεις, όπως στις παλιές τυπογραφικές μηχανές και σφράγισε τα χείλη της. Βιβλιοδέτησε με επιμέλεια τον προορισμένο χρησμό. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος άνοιξε με λύπη θολή και είπε: Ο χρόνος πίσω δεν γυρνά, αναπαυμένη πάνω στις φωτογραφίες της.» Ολομόναχοι μαζί
Η νέα ποιητική συλλογή του ποιητή Σταύρου Σταυρόπουλου «Πράξη Εξαφάνισης» ξεκινάει με το ποίημα «Επίλογος» και τελειώνει με το ποίημα «Πρόλογος». Ο μύθος του ποιητή ξεκινάει αντίστροφα, δηλαδή από τον θάνατο προς τη γέννηση, και αποτελείται από τρία κοσμογονικά στοιχεία τη γυναίκα, το σώμα και το νερό.
Ο Σταυρόπουλος γράφει ποίηση που μοιάζει με προφητεία της οποίας η έμπνευση είναι ο έρωτας. Ο έρωτας διατρέχει όλες τις αισθήσεις που εικονοποιούνται μέσα στο ποίημα. Προφητεύει τον θάνατο του ποιητικού παρελθόντος εξαγγέλλοντας τη γέννηση του νέου. Η νέα ποίηση κυοφορείται μέσα από την οδύνη του θανάτου. Ο κόσμος, στην ποίηση του Σταυρόπουλου ήταν γυναίκα, η οποία καλείται να φέρει σε πέρας μια αποστολή. Όμως η αποστολή που της αποδίδει ο ποιητής είναι η δημιουργία του κόσμου, είναι η δική του αποστολή.
Όπως γράφει η κορυφαία Πολωνή ποιήτρια Άννα Καμιένσκα «Κάθε ποιητής έχει να ολοκληρώσει μια αποστολή» έτσι και ο ποιητής Σταύρος Σταυρόπουλος έχει φανερά να ολοκληρώσει την αποστολή του ποιητή που ζει στο τέλος μιας εποχής. Πρέπει να μιλήσει για τον θάνατο και να προφητεύσει τη γέννηση.
«Έχουν μία αίγλη θριάμβου
Αυτά τα ερείπια
Στερεώνουν το θάνατο
Σ’ ένα διάσημο φως
Μετράω βυθούς και εξέρχομαι» (Πράξη Εξαφάνισης)
Η ποίηση με τη μορφή μιας μούσας- γυναίκας που ήταν ο κόσμος- θα διαθέσει το σώμα, τις λέξεις, με το οποίο ο ποιητής θα γεννήσει το νέο κόσμο.
«Μ’ άρεσε
Να σωπαίνω τις λέξεις πάνω σου
Να κοιμούνται»
Η δημιουργία του κόσμου απαιτεί τα πρωταρχικά στοιχεία της φύσης, όπως το νερό. Έτσι και ο ποιητής-δημιουργός επικαλείται την έμπνευση, το νερό, για να μπορέσει να δημιουργήσει το ποίημα:
«Καμιά φορά
Επικαλούμαι το νερό
Για να μπορέσουν να συνεχίζουν οι λέξεις»
Κάποιες φορές τα ποιήματα κρύβονται στα μάτια καθώς η όραση συλλαμβάνει πρώτη μια εικόνα ακατέργαστη «απόκρημνη» που τη μετατρέπει ο δημιουργός σε ποιητική ιδέα:
«Τα μάτια μας έκρυβαν στις γωνίες
Απόκρημνα ποιήματα
Και στηνόταν ένα πανηγύρι τρελό
Στο χαρτοπόλεμο της αγάπης»
Η αγάπη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους ή ανάμεσα στον ποιητή και την ποίηση, τον κόσμο που ήταν γυναίκα, γίνεται η πηγή δημιουργίας, το νερό, η θάλασσα από την οποία εμπνέεται το ποιητικό υποκείμενο και γράφει το ποίημα:
«Εγώ Εσύ
Και η θάλασσα που ξέβραζε ποιήματα
Παγωμένα
Αναντικατάστατα
Ωμά»
Ο ποιητής κωπηλατεί πάνω στη θάλασσα- ποίηση και γράφει το ταξίδι-ποίημα με τη θέληση του δυνατότερου στοιχείου, της θάλασσας-ποίησης. Ο ποιητής γίνεται το μέσο, το κουπί:
«Κι αυτά τα ποιήματα
Που τώρα γράφω
Δεν τα έγραψα εγώ
Τα κουπιά τα έγραψαν
Εγώ δεν γράφω ποιήματα»
Κάποια στιγμή ταυτίζεται με την ποίηση και αναζητά στον εαυτό του τον σκοπό της. Πώς γίνεται να υπάρχει η ποίηση έξω από τον ποιητή; Η φύση είναι η αιτία της δημιουργίας ή υπάρχει μια δύναμη η έμπνευση; O ποιητής ξεσπάει:
«Όμως εγώ είμαι νερό
Εσύ είσαι η φωτογραφία του»
Αλλά καταλαβαίνει γρήγορα ότι οφείλει να σώσει το δημιούργημά του ακόμη κι αν είναι ένα κατασκεύασμα του νου, ένα πλάσμα της φαντασίας του, μία γυναίκα ή ένα όνειρο που δεν υπάρχει. Πρέπει να του εμφυσήσει ζωή:
«Κι εγώ ανάποδα
Χωρίς χέρια
Να κρατάω με λύσσα
Εσένα που δεν υπάρχεις
Στα δόντια μου
Για να μη μου πεθάνεις»
Ο δημιουργός μιλώντας για τον θάνατο κερδίζει την αθανασία του, μετατρέποντας τον θάνατο σε ποίημα. Ο θάνατος μπορεί να νικηθεί μέσα από τις λέξεις που τον λιγοστεύουν όπως ο χρόνος τη ζωή. Ο Σταυρόπουλος ειρωνεύεται την ποίησή του αλλά και τον ίδιο του τον εαυτό μέσα από την πικρή διαπίστωση:
«Εντάξει το να μεγαλώνει κανείς
Είναι βαριά ασθένεια
Και προπάντων ανίατη
Αλλά όλο για θανάτους θα μιλάμε τώρα;»
Ο θάνατος θέτει επιτακτικά το ερώτημα της ύπαρξης. Υπάρχω, υπήρξα κι αν υπήρξα ήμουν μέσα στο ποίημα κάποιου άλλου που τώρα ζει σ’ εμένα; Υπήρξα άραγε ως ο Πόε στο «Κοράκι», ο Μπέκετ στον «Ακατανόμαστο», ο Κάφκα στη «Μεταμόρφωση» φαίνεται να αναρωτιέται ο Σταυρόπουλος. Και καταλήγει:
«Είναι κακό να νιώθεις
Έτσι ατελείωτος σήμερα»
Ο παλιός κόσμος και οι γνωστές ποιητικές μορφές κάποια στιγμή όμως «τελειώνουν» και ο ποιητής πρέπει να φτιάξει τον κόσμο που έρχεται και να αφήσει πίσω του ό,τι πέθανε:
«Όταν σε περικυκλώνει η στάχτη
Το μόνο που έχεις
Είναι να κρεμάσεις τον επόμενο κόσμο
Στην πλάτη σου
Και να προχωρήσεις»
Τότε ο δημιουργός νιώθει μόνος καθώς:
«Είμαι ένας από σας
Χωρίς εσάς»
Ο Σταυρόπουλος επιστρέφει μέσα από τα ποιήματά του στην αρχαία πηγή της κοσμογονίας, τη μυθολογία στην οποία ο κόσμος τελειώνει με το φόνο των προηγούμενων θεών. Έτσι κι εκείνος πρέπει να σκοτώσει τους ποιητικούς του προγόνους για να προχωρήσει η ποίηση:
«Μέχρι να τελειώσει αυτός ο κόσμος
Όπως ταιριάζει στα άρρωστα ποιήματα
Που αντί για ρήματα
Έχουν σκοτωμένους θεούς»
Αλλά δεν μπορεί τόσο εύκολα να σκοτώσει τους ποιητικούς του προγόνους, καθώς το παρελθόν έχει ριζώσει στις λέξεις και στα νοήματά τους:
«Είμαι κατακλυσμένος από τις λέξεις
Που προτίμησε να τελειώσει η έρημος»
Η επιθυμία να δημιουργήσει μια νέα ποίηση είναι έντονη αλλά ο ποιητής γνωρίζει καλά ότι η κυοφορία του νέου είναι αργή:
«Θέλω τόσο πολύ να φιλοξενηθώ αλλού
Που σχεδόν αποσπώμαι
Είναι και περασμένος ο κόσμος
Γεννιέται πάντα αργά
Με καθυστερημένα ρολόγια»
Όμως ο ποιητής είναι αποφασισμένος να περάσει στο μέλλον και η μοίρα του ποιητή –προφήτη είναι το φως ακόμη κι αν αυτό του κοστίσει τη μοναξιά:
«Δεν θα γυρίσω να δω. Θα τις ρίξω στη θάλασσα με βαρίδια και χωρίς άλλο λαιμό. Χωρίς να πω γράμματα. Θα πάρω το αρχαίο τσεκούρι μου. Και από την επιφάνεια της γης θα ανέβει ένα φως σαν πυρετός.»
Η ποίηση του Σταυρόπουλου είναι μια ποίηση που έχει ρυθμό, πρωτότυπες εικόνες και συναισθήματα που κάποιες φορές αναμιγνύονται σε ένα τραγούδι που θρυμματίζεται. Μπορεί κάποιος να την αντιληφθεί ως «διαμάντια ή σκουριά» όπως το ομώνυμο τραγούδι της Joan Baez “Diamonds and Rust”, το οποίο προτάσσει ο Σταυρόπουλος στην προηγούμενη συλλογή του και το άκουγα όσο καιρό διάβαζα τις ποιητικές του συλλογές.
.
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ
bookpress.gr 11/3/2017
Το παράδοξο των αντιθέσεων εισβάλλει ορμητικά στον ποιητικό λόγο του Σταύρου Σταυρόπουλου. Και διεκδικεί τη θέση του στη θέαση του κόσμου. Λέξεις που σε αιφνιδιάζουν, με σκληρό περίβλημα, το οποίο είναι έτοιμο να αυτοκαταργηθεί, μόλις υποψιαστείς πως η ουσία δεν είναι οι λέξεις (ποτέ δεν ήταν) αλλά το σώμα που εμπεριέχουν αυτές.
Αυτή η ποίηση έχει σώμα
Εύκολα το προσδιορίζεις συλλέγοντας σκηνές από πάλλοντα ερωτικό σπασμό, εντοπίζοντας και απομονώνοντας λέξεις με το φορτίο του πάθους. Ωστόσο, δεν είναι ερωτική ποίηση παραδόξως. Τουλάχιστον με τον τρέχοντα κοινό ορισμό της. Εκεί που πας να παρασυρθείς από τη σκηνοθεσία του ποιητή (απόλυτη στις σκηνικές επιταγές της) αντιλαμβάνεσαι αίφνης ότι ο θίασος επί σκηνής (αυτός των δύο ατόμων) σε οδηγεί έξω από τα θεατρικά δρώμενα, σε μια άλλη όψη της ζωής. Το σώμα, επομένως, θα πρέπει αλλού να αναζητηθεί. Στο βάρος των εικόνων, στην αίσθηση της αφής (παντοδύναμη αυτή έτσι κι αλλιώς) που διατρέχει το διάβασμά σου. Μια ποίηση που την αγγίζεις, όχι μόνον γιατί σου φέρνει αναπόφευκτα στον νου δικά σου πράγματα, αλλά κυρίως γιατί κατορθώνει να σου δείξει περίοπτα τον κόσμο του ποιητή.
Αυτή η ποίηση έχει όραμα
Ενώ, όμως, μοιάζει να πατάει γερά σ’ αυτόν τον κόσμο, ξαφνικά ανατρέπει τα δεδομένα της και σε οδηγεί έξω απ’ αυτόν. Η ποίηση αυτή, λοιπόν, έχει και όραμα. Αρνούμενη αυτό που βλέπει γύρω της, ψάχνει την αλήθεια μιας επόμενης κοσμικής εικόνας. Με κυρίαρχη τη μορφή της γυναίκας. Μα, πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ήδη οι οριοθετήσεις με βάση το φύλο διαμορφώνουν την εικόνα του κόσμου, λειτουργούν πίσω από τις λέξεις που χρησιμοποιούμε με τη σαφή πρόταξη του αρσενικού στη δομή της σκέψης μας (καθοδηγούμενη σοφά από τη γραμματική-αρωγό κάθε ανισότητας) και με την ερωτική πράξη να αποδεικνύει κάθε φορά την απόλυτη κυριαρχία του ανώτερου αρσενικού. Ή μήπως δεν είναι έτσι ακριβώς;
Αυτή η ποίηση έχει άποψη
Συνειδητοποιείς την ανατροπή των όρων, μια έσωθεν προερχόμενη ανακατάταξη. Μια αναμέτρηση με τα υπάρχοντα στερεότυπα, που η ίδια η φύση αρνείται. Γιατί, όπως φαίνεται, ο κόσμος έχει θηλυκή φύση. Μια διαδικασία γέννησης του καινούργιου που υλοποιείται μόνον μέσω του θηλυκού μηχανισμού. Εκεί η φύση τελειούται, ολοκληρώνει τον σκοπό της, που εμπεριέχεται -κατά το αριστοτελικό- στην αρχική ιδέα ή γενεσιουργό αιτία. Ο στόχος είναι και η εμπεριεχόμενη σ’ αυτόν εκπλήρωση του στόχου, ένα και το αυτό. Αυτή η θηλυκή παρουσία στα ποιήματα αποδεικνύεται κυρίαρχη, τουλάχιστον στη σκέψη του ποιητή. Σαν μια γυναίκα ή πολλές γυναίκες, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, αφού περισσότερο λειτουργεί σαν μια εικόνα αρχετυπική που κυκλώνει τον άνδρα/ποιητικό υποκείμενο από παντού. Πότε έχει όνομα, πότε είναι η γυναίκα σύμβολο της αχαλίνωτης ερωτικής επιθυμίας, που δεσπόζει στη συνεύρεση, πότε πάλι η απουσία της είναι τόσο δυνατή και εμφανής σαν παρουσία. Σε όλες τις περιπτώσεις είναι συνυφασμένη με το μυστήριο. Μια κρυπτική φύση που αφήνει αναγνώσιμα ίσως μόνο τα σημάδια της συνουσίας για τον αρσενικό σύντροφο, που μέσα απ’ αυτά ερμηνεύει τη συνολική παρουσία/απουσία. Αρκούν όμως αυτά; Ή, για να τεθεί καλύτερα το ερώτημα, αυτή η συνουσία μήπως πράγματι αποκαλύπτει τον κόσμο της γυναίκας, αλλά μόνο για όποιον επικεντρώσει το βλέμμα του σ’ αυτά όχι για το εμφανές αλλά για το -απείρως βαθύτερο- δυσδιάκριτο;
«Ό,τι κι αν κάνω
Δεν θα μάθω ποτέ
Πώς νιώθει κάποια σαν κι εσένα
Με ολόκληρο ζωολογικό κήπο μέσα της
Θαμπά μεσάνυχτα
Στο κέντρο μιας πόλης
Γεμάτης κάγκελα
Και με κατεβασμένο το εσώρουχο»
Ποίηση της απουσίας
Η ποίηση αυτή εμπεριέχει την απουσία, την εξαφάνιση. Μιας γυναίκας; Της γυναίκας; Των ανθρώπων; Του κόσμου, όπως τον ξέρουμε; Ο τίτλος της συλλογής σ’ αυτό παραπέμπει. Μια πράξη εξαφάνισης, η οποία μπορεί να έχει συντελεσθεί ήδη, οπότε ο ποιητής τη βιώνει και την καταγράφει, ή αλλιώς πρόκειται να συντελεσθεί με τη συμβολή του. Η εξαφάνιση και ακολούθως η εμφάνιση του νέου, ο επαναπροσδιορισμός του κόσμου.
Η αφορμή
Και μόνον ένα από αυτά να ισχύει, μορφοποιεί την αφορμή του λόγου. Η ποίηση αυτή μας δείχνει και τη διαδικασία της δημιουργίας της, άρα εν μέρει είναι και αυτοαναφορική. Μήπως, λοιπόν, όλο αυτό ήταν η διαδικασία υλοποίησης του ποιητικού και όχι του κοσμικού οράματος; Συχνά το συναντάμε αυτό στην ποίηση, η αφορμή δηλαδή να διεκδικεί ίσο μερίδιο στον χώρο με το αποτέλεσμα-ποίημα – όσο φυσικά μπορούμε να εισχωρήσουμε στην απολύτως προσωπική αρχική ιδέα. Ίσως εδώ να ισχύει αυτό. Τουλάχιστον ο ποιητής δίνει τα έναυσμα για μια τέτοια σκέψη:
«Είπα σε όλους πως δεν ήσουν ποτέ εδώ
Πως ήσουν ένα φανταστικό πρόσωπο
Ιδέα για βιβλίο
Σενάριο
Κινηματογραφική ταινία
Τους είπα πως δεν υπήρχες
Επειδή μόνο εσύ υπήρχες για μένα
Πριν τώρα και πάντοτε»
Η ποιητική αλήθεια
Ταυτόχρονα όμως, με τους παραπάνω στίχους, αυτοαναιρείται ως απλός δημιουργός του ποιήματος που χρησιμοποιεί (και καταχράται ενδεχομένως) το πρόσωπο ή το γεγονός ως αφορμή για το ποίημα, το οποίο πλέον καθίσταται αυτοσκοπός. Άρα, τι ισχύει εδώ; Η αλήθειατου ποιητή, η ειλικρινής του πρόθεση να μιλήσει γι’ αυτό που αρνείται και γι’ αυτό που επιθυμεί. Αυτό ισχύει και υπερισχύει. Το σκηνικό είναι μια ευφάνταστη τεχνική που επιτρέπει τη θέαση του κόσμου του. Όλη η ουσία βρίσκεται στην ικανότητα του αναγνώστη να δει πίσω από τη σκηνοθεσία, πίσω από το σενάριο, πίσω από το ποίημα. Την οραματική εικόνα του κόσμου.
Αν φυσικά δεχθούμε ότι ενδιαφέρει η θέση του αναγνώστη. Ανοιχτό ένα τέτοιο θέμα, δεν είναι καινούργιος ο προβληματισμός. Επανέρχεται κάθε φορά που η ποίηση προβληματίζει ως προς την ευθύβολη σχέση της με τον αποδέκτη της. Γιατί, παρά την οραματική του διάσταση (ένα όραμα πάντοτε διεκδικεί τη συμμετοχή του άλλου) μοιάζει απολύτως μοναχικός ο λόγος.
«Όταν σε περικυκλώνει η στάχτη
Το μόνο που έχεις
Είναι να κρεμάσεις τον επόμενο κόσμο
Στην πλάτη σου
Και να προχωρήσεις»
Το ενδιαφέρον από εδώ και πέρα εντοπίζεται στη διάθεση του αποδέκτη/αναγνώστη να συμπορευτεί με τον ποιητή.
Το ποιητικό υγρό τοπίο
Οι πέντε εποχές στις οποίες χωρίζεται η ποιητική συλλογή προσδίδουν στον λόγο την υγρασία που απαιτείται για να κυλήσουν οι λέξεις απρόσκοπτα. Μπορεί μόνο η Εποχή της Βροχής να παραπέμπει σε υγρό τοπίο, ωστόσο και οι υπόλοιπες είναι ποτισμένες ως το κόκαλο από το πρωταρχικό αυτό στοιχείο της ζωής. Ακόμα και η Εποχή της Πέτρας καθόλου δεν θυμίζει ξηρασία. Το νερό, το πρώτο περιβάλλον του ανθρώπου, σταθερή αναφορά της μνήμης του, που τον επαναφέρει στην αρχική μήτρα; Μια ανακύκλωση των δεδομένων μας ή μήπως μια ροή ακατάπαυστη που θα ξαναδώσει στη ζωή νόημα αφήνοντας πίσω ό,τι σάπιο και ρυπαρό;
Η ποίηση των αντιθέσεων
Στην προμετωπίδα επιλέγω από τις δύο υπομνήσεις του ποιητή τη σκέψη του Γιώργου Χειμωνά (η άλλη από την Ελένη του Ευριπίδη): «Είδα ολόκληρη την ζωή μου να τρέχει προς τα εμπρός. Προς έναν τοίχο από φως. Ξεψύχησα πάνω στο φως. Στους αιώνες έμεινα εκεί φωτισμένος πεθαμένος». (Γιώργος Χειμωνάς, Ο εχθρός του ποιητή)
Δεν γνωρίζω τον συνειρμό που προκάλεσε αυτή τη συνύπαρξη, όμως με το δικαίωμα που μου δίνεται από την αναγνωστική (άρα οιονεί συμμετοχική) ιδιότητα, φέρνω στον νου τη φράση του Άγγελου Σικελιανού, έτσι όπως την ενσωματώνει ο Γιώργος Σεφέρης στις Δοκιμές του: «η μόνη μέθοδο είναι ο θάνατος!» (Δοκιμές, τόμος β, «Άγγελος Σικελιανός»). Πρόκειται για την ίδια αντίθεση ανάμεσα στους δύο πόλους που ο άνθρωπος αναγνωρίζει, τη ζωή και τον θάνατο (αγνοώντας αυτό που προηγείται και αυτό που έπεται), είτε μιλά ο Σικελιανός είτε ο Χειμωνάς είτε ο ποιητής μας εδώ. Και πάνω σ’ αυτή τη σύνθεση των αντιθέτων δομεί την ποίησή του.
.
ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ
FRACTAL 23/11/2016
Η… κόσμος όλων μας
Η λέξη ως εργαλείο σημασιολογικής νόθευσης. Ας το πούμε εξαρχής όπως δεν το λέει, αλλά το εννοεί ευθέως ο Σταύρος Σταυρόπουλος. Υπάρχει η κόσμος, τίκτει η κόσμος, πεθαίνει η κόσμος. Ουσιαστικό γένους θηλυκού. Μόνο θηλυκού. Με σαρδόνια αφέλεια έχει καταχωρηθεί στα επίσημα λεξικά ως ο κόσμος (μικρός, μέγας, μυητικός, χαλιναγωγημένος – δεν έχει σημασία, δεν είναι της παρούσης) και μπορεί γραμματολογικά να είναι ορθή η πρόσδεση του αρσενικού στοιχείου στο σύνολο των ουράνιων και ανθρώπινων σωμάτων, εντούτοις, στην ουσία της, η λέξη δεν μπορεί παρά να είναι θηλυκή. Κόσμος, που ετυμολογικά, κατά μια εκδοχή προέρχεται από το λατινικό censeo, δηλαδή «τιμώ» και τι περισσότερο πρέπει να τιμάται από αυτό το πλάσμα που κουβαλάει ζωή, φέρνει ζωή ή αφαιρεί ζωή όταν χαθεί.
Έχοντας καταπιαστεί κι άλλες φορές με την ποίηση του Σταυρόπουλου καταλήγω πάντα στον ίδιο εννοιολογικό άξονα, στην αυτή συγκριτική προσέγγιση: το θήλυ απαντάται οργανικά στους στίχους του, τα ποιήματά του είναι ένας μηχανισμός αναζήτησης, καταβύθισης, υπερεντατικής αναζήτησης του άλλου φύλου. Όχι με τη λογική του ένθερμου ερωτιδέα που ψάχνει το έτερον άλλο. Όχι με την στενοκοπιά του ρομαντικού τροβαδούρου που βλασταίνει μέσα στις λέξεις του κορφές ερωτικών μοσχευμάτων. Ούτε φυσικά με την ιδεοψυχαναγκαστική συμπεριφορά ενός χύδην εκτροφέα φτηνών συγκινήσεων προς τέρψη των αναγνωστών. Ο Σταυρόπουλος ξεκινάει από μια βαθιά κόκκινη περιοχή για να καταλήξει σε μια ρόδινη σταύρωση, όπως μας έλεγε παλιά και ο Χένρι Μίλερ.
Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από τον θηλυκό πόλο που μπορεί να είναι μια γυναίκα, μια απτή φιγούρα εννοώ, αλλά ενδέχεται να είναι μια ιδέα γυναίκας, μια διαισθητική εικόνα γυναίκας, ή, όπως συμβαίνει σε αυτή τη συλλογή, να είναι απλώς η αφορμή για να μιλήσει για μια μεγαλύτερη σε τάξη και μέγεθος γυναίκα: την κόσμο.
Εύκολα μπορεί να νοηματοδοτηθεί αλλιώς η ποίησή του, εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως μια τραχιά εκδοχή ερωτικής ποίησης, μια ροκ μπαλάντα για κακούς σπόρους του έρωτα. Φοβάμαι, όμως, αν συμβεί αυτό μάλλον θα έχουμε χάσει μεγάλο μέρος των χυμών αυτής της ποίησης η οποία μπορεί να βγαίνει από σώματα, έχει κάμποσα χθόνια και σωματικά στοιχεία, εκκρίσεις, δέρμα, νύχια, μαλλιά, μπορεί, λοιπόν, να βγαίνει από σώματα, αλλά δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά. Υπερβαίνει τη φθαρτή φύση των νοηματοδοτούντων εκτρέποντας τη ποιητική ροή προς μια αλληγορία που δεν είναι κρυπτική, αλλά σημαίνουσα. Στον Σταυρόπουλο ισχύει αυτό που έλεγε ο Μαλαρμέ για τα ποιήματά του: είναι αλληγορικά ως προς τον εαυτό τους.
Στην «Πράξη Εξαφάνισης» συγκεφαλαιώνεται τρόπον τινά η προβληματική των τελευταίων ποιητικών συλλογών του, σε ένα ανάπτυγμα που φέρει συγκεκριμένη χρονική σήμανση (μιλάει για ένα φθινόπωρο), αλλά με τέσσερις διαφορετικές εκδοχές του που δεν είναι διάφορες η μια από την άλλη, αλλά συμπληρωματικές, επικαλυπτόμενες, συμπάσχουσες και κυρίως σπειροειδώς αναπτυσσόμενες. Τα τέσσερα μέρη είναι σαν επαναλαμβόμενα μουσικά μοτίβα του Τζον Κέιτζ ή σαν μουσικά αναπτύγματα του Μπράιαν Ίνο. Με μια μορφική υποσημείωση την οποία προσωπικά αντικρίζω με τέτοια επίταση στην ποίησή του. Αυτή της συνθετοαντίθεσης, ας μου επιτραπεί ο όρος. Εξηγούμαι:
Η Πράξη Εξαφάνισης είναι χωρισμένη σε τέσσερα μέρη. Στην εποχή της Συνήθειας, αυτό που κυριαρχεί είναι το ανοίκειο, το μη συνηθισμένο, το από αλλού φερμένο. Να σκεφτεί κανείς πως ο ποιητής φτάνει σε τέτοιο σημείο αποκάθαρσης ακόμη και από την ίδια του την τέχνη, το μετιέ του, τη συνήθειά του, και δηλώνει ότι δεν έγραψε αυτός τα ποιήματα, αλλά τα κουπιά. Ο ίδιος αρέσκεται να ομνύει σε ποίημα, αυτό που βρήκε σε ένα θηλυκό εσύ.
Ομοίως, στην εποχή της σιωπής είναι περισσότερο από κάθε άλλη πτύχωση της τετράδας η έννοια του συγγραφέα, του ποιητή, του ανθρώπου που καταγίνεται οργανικά με τις λέξεις και την εικονοποιία τους. Αναφέρονται συγκεκριμένοι ιδαλγοί των λέξεων, γίνεται σαφής η έννοια της γραφής ως πράξη υπαρξιακής ανάγνωσης. Και τότε γιατί η εποχή της σιωπής; Τι εξαφανίζει τους δημιουργούς και τους οδηγεί σε μια αναπόδραστη σιγή;
Στην εποχή της πέτρας περιμένει κανείς μια συμπαγή δομή, κάτι άρτιο δομημένο και ακλόνητο. Έναν βράχο ακρίβειας, ένα καταστάλαγμα και αίφνης βρίσκεται μπροστά στα πλέον ρέοντα ποιήματα.
Στην εποχή της βροχής αναμένεις μια μορφή κάθαρσης. Να πέσει το νερό να γιάνει ο τόπος. Να καθαριστεί ο εσμός, η βρόμα, το ακάθαρτο της φύσης των ανθρώπων. Και πάλι βρίσκεται σε ένα εξόχως αντιθετικό σχήμα. Η βροχή πέφτει, αλλά είναι όξινη. Πονάει δεν θωπεύει. Κάποιες φορές είναι ερωτοπαθής, αλλά σίγουρα δεν είναι πραϋντική.
Τέλος, στην άλλη εποχή. Σε εκείνη που δεν έχει ανατείλει ακόμη ή που αναμένεται να υπάρξει, η πιθανολόγηση της ύπαρξης έρχεται τη στιγμή της απονέκρωσής της.
Ο Σταυρόπουλος δεν παίζει με τα νοήματα, δεν χρησιμοποιεί ποιητικά κόλπα, δεν κρύβει χαρτιά για άλλες παρτίδες. Αντίθετα, δηλώνει απερίφραστα και στον κάθε αμφισβητία: οι αντιθέσεις είναι που φτιάχνουν μια σύνθεση κόσμου. Την κόσμο. Η γυναικεία φύση άλλωστε είναι κατάστικτη από τις αντιθέσεις της. Γι’ αυτό και είναι θελκτική, μυστηριώδης και ασύμμετρη.
Ο Σταυρόπουλος, αν και άνδρας ποιητής, γράφει όχι για τις γυναίκες, αλλά για τη γυναικεία φύση του κόσμου που μας περιβάλλει. Δεν το κάνει για πρώτη φορά, αλλά τώρα το συμπυκνώνει, το ευαισθητοποιεί, του δίνει σχήμα, χρώμα, εποχή. Δεν είναι ανέσπερο καλοκαίρι, ελπιδοφόρα άνοιξη, σκούρος μπλε χειμώνας, είναι φθινόπωρο. Ταυτόσημος με τον φυλλοβόλο κόσμο μας. Με τη δική του διαυγή γλώσσα που της αρέσει να γλεντάει όταν πέφτει, που γίνεται έμπυρη όταν χτυπιέται, που ζωπυρώνει τη φωτιά όταν πάει να σβήσει, που, τελικά, γίνεται ένα βέβηλο πείσμα μπρος το πλέον ιερό θαύμα της ζωής: τον θηλυκό κόσμο. Την κόσμο όλων μας.
.
ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ
ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Αυγή της Κυριακής, 27/9/2015
Τα τελευταία χρόνια, ο Σταύρος Σταυρόπουλος εκδίδει λογοτεχνία με συχνότητα δύο βιβλίων ανά έτος. Βιβλία όμως ανόμοια μεταξύ τους, σε άλλες θεματικές περιοχές το καθένα, με διαφορετικό ύφος έκαστο. Είναι φανερό πως δεν πρόκειται για φλυαρία, ούτε για παραγωγική μανιέρα.
Γράφω σε πρώτο ενικό γιατί τα λάθη μου έχουν ονοματεπώνυμο.
Παρά αυτή την διαβεβαίωση, ήδη από την εναρκτήρια σελίδα, δεν μιλά ένα πρόσωπο αλλά δύο, που μάλιστα βρίσκονται σε ταραχή, και κυριαρχούν στο ανά χείρας βιβλίο. Το πρόσωπο που ζει, χωρίς να μπορεί να ζήσει. Το πρόσωπο που γράφει, χωρίς να μπορεί να γράψει. Μπορούν, βέβαια, και να ζήσουν και να γράψουν, και το δείχνουν εν τοις πράγμασι, όμως αρνούνται να το αποδεχθούν, ως ζωή και ως γραφή, γιατί ελλείπει το νόημα, τόσο της ζωής όσο και της γραφής. Όσο και αν το καθένα τους υπερβαίνει εαυτόν, όσο και αν καταλήγει σε σημαντικά συμπεράσματα.
Σημασία έχει η πράξη του συναισθήματος και όχι η πρόσληψή της από το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται. Όταν αγαπάς νικάς τον θάνατο του άλλου.
Αυτό ακριβώς είναι που δεν αρκεί. Η ζωή, μόνο για τη ζωή, η γραφή, μόνο για τη γραφή.
Μιλάμε μόνο για πράγματα που πεθαίνουν επειδή δεν μπορέσαμε να τα αντέξουμε όσο ζούσαν. Αυτό είναι η μοναδική ευθύνη του συγγραφέα σήμερα: Η πούδρα στο πρόσωπο του νεκρού.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, ο λόγος απισχνούται από τις ρυθμικές αποχρώσεις του και καταλήγει στεγνός, επιγραμματικός, πεζός, και συχνά αμήχανος, όταν έχει να διαχειριστεί είτε την ένταση του συναισθήματος είτε την ένταση της γραφής. Λόγος ταραγμένος, συγχυσμένος, ηττημένος.
Ποιο είναι όμως το ελλείπον νόημα της γραφής; Είναι το συναίσθημα. Και της ζωής; Είναι η γραφή. Τόσο απλά; Αυτό το τεράστιο χάσμα δεν γεφυρώνεται, με τεχνικές είτε της ζωής είτε της γραφής. Δηλαδή, με τις τεχνικές που δοκιμάζει ο Σταυρόπουλος, ρίχνοντας γέφυρες, είτε από τη μία είτε από την άλλη πλευρά, όντας κάθε φορά το ένα ή το άλλο πρόσωπο. Αυτές οι αυτοσχέδιες γέφυρες, όπως τις πετά απέναντι, φθάνουν να αγγίζουν και να γδέρνουν τα τοιχώματα, να αποσπούν κομμάτια ολόκληρα της αντίπερα όχθης, αλλά ποτέ δεν αγκυρώνονται σε στέρεο έδαφος, και απομένουν να κρέμονται στο κενό.
Δεν έχει βέβαια καμιά άλλη λύση, από το να συνεχίσει την προσπάθεια. Εν τω μεταξύ, η ποίηση θα συνεχίζεται, όπως και η ζωή. Ερήμην.
Το βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει λοιπόν μια διπλή σημασία, τόσο ως τεκμήριο της αμηχανίας του σύγχρονου ποιητικού λόγου, όταν δοκιμάζει να βγει έξω από την ασφάλεια της συνήθους ποιητικής θεματολογίας, πηγαίνοντας μετωπικά στη ζωή, όσο και ως τεκμήριο μιας άλλης αμηχανίας, εκείνης μπροστά στο αμετάτρεπτο της βιωμένης εμπειρίας του σύγχρονου ανθρώπου, όταν κάποιος δοκιμάζει να την προσαγάγει ενώπιον της τέχνης.
Όμως η ζωή και η τέχνη δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια και σημασίες της εποχής τους, αλλά πραγματωμένες ποιότητες. Και πάλι ερήμην. Τώρα του προσώπου το οποίο τις πραγματώνει.
Ο άνθρωπος λοιπόν δεδικαίωται, όπως και ο ποιητής.
.
ΟΛΟΜΟΝΑΧΟΙ ΜΑΖΙ
ΝΕΛΛΑ ΣΥΝΑΔΙΝΟΥ
diastixo.gr 29/10 /2014
Εν αρχή ην το Πιο νύχτα δε γίνεται (Οξύ, 2011), που με άδραξε. Συλλογή ποιητικών πεζογραφημάτων. Αλληγορική, συνάμα και σαρωτική παρείσφρηση της φαντασίας, του ασύνειδου και του ονείρου, δίχως λογικό έλεγχο, στην αισθητοποίηση του όλου, που είναι η ζωή, ο κόσμος και ο έρωτας. Μειγνύονται εδώ, μα και σε ολόκληρο το φάσμα της τετραλογίας, αντικείμενα, πρόσωπα και νοήματα μέσα από τολμηρά, ενίοτε οξύμωρα ζεύγη λέξεων, που ανασύρουν συνειρμούς και πλάθουν εικόνες υπερβατικές. Κι όμως ο λόγος, ως γλώσσα, παραμένει λιτός, σχεδόν οικείος. Έτσι, φυσικά, με ένα αφηγηματικό «εγώ», κατά το πλείστον πρωτοπρόσωπο-ομοδιηγητικό, κι ένα βουβό «εσύ» που αναδύεται, ως αντικείμενο του πόθου, ξετυλίγεται το τραγικό. Όμως χαμηλόφωνα. Και είναι η αποδόμηση του κόσμου, βαθμιαία, όσο διαδέχονται οι εποχές η μια την άλλη, από το καλοκαίρι, ακμή ζωής, ως τον χειμώνα, του μαρασμού. Έμμονα, έρχεται και επανέρχεται η θάλασσα. Η θάλασσα που δείχνει «αναπάντεχα μελαχρινή» κι ο ουρανός που είναι «λερωμένος ακτές». Πότε; Όταν «από την επιφάνεια της γης θα ανέβει ένα φως σαν πυρετός». Οι λέξεις, μέγιστες διακυβεύσεις του δημιουργού, άγχονται να βρουν τον προσδιορισμό τους.
Μετά έρχεται το Μετά (Απόπειρα, 2012). Ένα μακρύ, ανυπολόγιστα δύσβατο ποίημα και δεύτερο έργο της τετραλογίας. Ένας θρυμματισμένος κόσμος αποκρυσταλλωμένος σε λόγο θραυσματικό και ασθματικό, της αναπνοής που σώνεται. Ελλειπτική διατύπωση προτάσεων, μικρογράμματη γραφή και απουσία στίξης θραύουν το όλον και παριστάνουν το μη υπάρχον του μη κόσμου – «κάποτε έλεγαν σήμερα». Πρωτοπρόσωπο το ποιητικό εγώ μοιάζει να σπαράσσεται κι αυτό από το μακελειό. Ωστόσο, οι λέξεις είναι σταθερά εδώ μαζί με τη θάλασσα. Λέξεις και θάλασσα δίνουν υποσχέσεις.
Στο Καπνισμένο κόκκινο (Σμίλη, 2013), τρίτο έργο της τετραλογίας, οι υποσχέσεις φαίνονται να ευοδώνονται βαθμιαία και πάλι, όπως στο Πιο νύχτα δε γίνεται, όμως σε μια πορεία αντίστροφη, από την καταβύθιση στη γένεση. Η θάλασσα, ως από μια τερατουργία, έχει ρουφήξει τον κόσμο στον βυθό της. Υπάρχει όμως θάλασσα και υπάρχει ουρανός και ήλιος. Ήλιος αφύσικα κόκκινος. Η γη μοιάζει να έχει υποχωρήσει σε απύθμενα βάθη, δαιμονικά, γιατί η γη, σύσταση ανθρώπινη, περικλείει τον κόσμο και τους ανθρώπους. Ο τίτλος, Καπνισμένο κόκκινο, παραπέμπει σε μια διάσταση μεταφυσική, όπου σε οιονεί εσχατολογικό χώρο-χρόνο έχει συντελεστεί μια βιβλική καταστροφή εντός του ύδατος, όμως με υπόνοια καύσης, που ανιχνεύεται στο «αφύσικα κόκκινο» και στο «καπνισμένο».
Ειδολογικά το έργο αποτελεί μια ασυνήθιστη, ολοκαίνουργια ματιά στο μυθιστόρημα, αφού ο συγγραφέας το αναφέρει ως μυθ-ιστόρημα σημείων, στα σύνορα της ποίησης, το προσλαμβάνω εγώ. Όπως το Πιο νύχτα δε γίνεται. Όμως εδώ βαραίνει και βαθαίνει η κατασταλαγμένη απόφαση του συγγραφέα, με συμπυκνωμένο λόγο υψηλής περιεκτικότητας, δίχως ανάδρομη βιωματική περιδιάβαση σε τόπους κι ανθρώπους. Η εστίαση είναι στο εδώ και τώρα του υπεραισθητού και η αφήγηση προχωρεί σε ευθεία χρονική τροχιά, με σημεία. Τα σημεία, εκκινώντας από το μηδέν, είναι το αφηγηματικό εύρημα που αρθρώνει και συνέχει τα κείμενα και με αριθμητική σειρά τούς δίνει τίτλο. Στο ξεκίνημα, αναφαίνεται η θρυμματισμένη τεχνική του συγγραφέα να διαρρηγνύει τη συντακτική νόρμα – «Περνούσαν οι μέρες και γιατί». Τελεία. Πρωτοπρόσωπα, ο αφηγητής μοιάζει να συνδιαλέγεται με τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος, όμως έμμεσα: «αυτή». Σε σημεία, κάνει δειλά την εμφάνισή του ένα «εσύ» – «Είδα τα καστανόμαυρα μάτια σου, ανυπολόγιστα πραγματικά και επίσημα να ανοίγουν» κι έπειτα «Μετακίνησα κάποια κύματα και σε είδα». Ακόμα, «Η γη ανακουφισμένη δεχόταν σαν χάδι την παρουσία σου» ή «Πήρα τη φωτιά σου στα χέρια μου και την άπλωσα να στεγνώσει τη θάλασσα». Θεσπέσιοι στίχοι, με καλεί η παρόρμηση να πω, ενώ πρόκειται για πεζογράφημα, που ωστόσο διερευνά τον προσδιορισμό του «εσύ». Μια ποθητή γυναίκα; Ο κόσμος όλος; Η ζωή όλη; Τελικώς, η γυναίκα-κόσμος που γεννιέται από τη γυναίκα-κόσμο;
Το αφηγηματικό «εγώ», αυτοδιηγητικά, γίνεται ο τελευταίος άνθρωπος πάνω στη γη. Που βλέπει. Η ρευστότητα των εικόνων αισθητοποιεί σημείο προς σημείο τον παγιωμένο εξελικτισμό. Εικόνες φρίκης που υπερβαίνουν την πραγματικότητα εξισορροπούνται από έναν υποφώσκοντα λυρισμό που σε αποσπά από τον εφιάλτη. Καταλαγιάζει ο εφιάλτης στο όνειρο κι ο τρόμος στην ομορφιά. Απαράμιλλος πλούτος εκφράσεων, που πραΰνει το παραισθησιακό και ημερώνει το τρομακτικό. Λόγος αλληγορικός και υποβλητικός, σκληρός κι όμως ποιητικός. Σχεδόν μουσικός. Η αίσθηση στέρησης και απουσίας ανασύρει τη μελαγχολία, μα εξισορροπείται από τον δυναμισμό της αλήθειας πίσω από την αλήθεια. Μια αδιόρατη τρυφεράδα αναδύεται από την τραχύτητα της υπερρεαλιστικής ματιάς. Οι απροσδόκητοι συμφυρμοί λέξεων και νοημάτων που αναδεικνύουν νέες έννοιες και ανατρέπουν εσαεί τα δεδομένα, κινητοποιούν τη φαντασία, δηλαδή τη λογική πέρα από τη λογική – «Εμφανίστηκε πάλι η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αλλά σαν αποτέλεσμα. Βρεγμένη, και είχε σκιά. Είπε, γύρισα, το ρήμα ήταν ζεστό».
Στο Καπνισμένο κόκκινο τον αναγνώστη εισάγει ένα άτιτλο κείμενο που απαθανατίζει καταποντισμένα τα θρύψαλα του κοσμικού αφανισμού. Το σημείο 0 ήδη προοιωνίζεται την κυοφορία του κόσμου ξανά και το σημείο 1 την πιστοποιεί με την εμφάνιση της γυναίκας που ήταν ο κόσμος – «Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, αν και ουδέτερου γένους, είχε μια θηλαστική ομορφιά που έτρεφε». Καθώς το φάσμα της πλανάται σε όλο το έργο, σημείο στο σημείο, σηματοδοτεί την όποια αναγεννησιακή επάνοδο. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος ασφυκτιά με καλώδια γύρω από τον λαιμό της και κοινωνεί αμοιβαία λύπη με τον αφηγητή, όμως έχει σάρκα. Και έχει φωτιά. Διστάζει να επιτελέσει το έργο της. Βουλιάζει μέσα στην υδάτινή της υπόσταση με δολοφονικά μάτια. Ο αφηγητής επιμένει να τη διατηρεί, ως δείγμα του άλλοτε. Του «αλλού». Ίσως να μην είναι ο κόσμος, αλλά το αποτέλεσμά του δίκην σκιάς. Πυορροεί το αύριο, δεν το κυοφορεί, ως όφειλε. Η ένωσή της με τον θάνατο πρόκειται να φτιάξει ζωή. Κι αυτή γίνεται ήλιος και γεννάει ήλιους. Είναι έτοιμη για τον τοκετό, όμως γιατί έχει κάτι σάπιο και ο γυναικείος κόλπος της θυμίζει πεθαμένη μελωδία; Γεννά. Όμως γιατί σαν να γεννά ανάποδα; Επιδαψιλεύει φως. Όμως γιατί οι άνθρωποι είναι αντίγραφα; Επιπλέουν άνθρωποι στο υδάτινο σώμα της, όμως γιατί είναι μεταβολισμένοι; Μοιάζει να ενώνεται με τη θάλασσα, από την οποία ο κόσμος αναδύεται. Όμως η θάλασσα δεν ήταν που ρούφηξε τον κόσμο; Όλα κλίνουν προς ένα θηλυκό όλον, καινούργιο, μα παλιό. Αέναα νεκρό και ζωντανό μαζί. Το νέο γέννημα ενδέχεται να μην είναι παρά νέος θάνατος. Μια ενορατική εικονοπλασία διαπερνά το έργο και ζωγραφίζει πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, αν και αλλιώτικης αγριάδας. Δώθε-κείθε πινελιές κόκκινου, πορτοκαλί και μπλε, σημαίνουσες στο κείμενο κι αυτές. Νερό, φωτιά, αέρας, γη σε ακατάπαυστη ροή, ακόμη κι όταν καταγράφονται ως νεκρά στοιχεία, εμφανίζουν ζωή ρέουσα μέσα και πέρα από τον θάνατο. Και μια έμμονη επιστροφή στις λέξεις. Ως σαν αυτές να υπάρχουν άφθαρτες ενάντια στον ορυμαγδό.
Αναζητώντας το τελικό νήμα ανατρέχω στο Ολομόναχοι μαζί (Σμίλη, 2014). Τέταρτο έργο της τετραλογίας. Σε έναν σύντομο πρόλογο, η γυναίκα που ήταν ο κόσμος παραπαίει μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και ακολουθούν τριάντα μακροσκελή ποιήματα, στα οποία ο αφηγητής τής απευθύνεται. Επιστολικά. Υπάρχει ένα ομιλούν «εγώ»· κι ένα βουβό «εσύ». Παθητικό. Οι τίτλοι των ποιημάτων φέρονται ως ιδιότητες της γυναίκας που ήταν ο κόσμος και κάποιοι από αυτούς συγκαταλέγονται στα λεγόμενα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Από το πρώτο ποίημα –«Χορός»– προσδιορίζεται μια επικοινωνία μεταξύ δύο, σε πρώτο πρόσωπο ο αφηγητής και σε δεύτερο πρόσωπο, η γυναίκα – «Με το μου και το σου/ Να έχουν στο τέλος/ Το ίδιο αβέβαιο ύψιλον του βυθού», όπως καταγράφεται.
O λόγος συνεχίζει κι εδώ να ρέει αλληγορικά, συμβολικός και υπαινικτικός. Όμως αλλάζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, καθώς καταπίπτει σε ηρεμότερη αφήγηση μαζί με στοχασμό. Βαθύ και τετελεσμένο. Η εντύπωση του ανικανοποίητου, που πηγή της είναι η διάψευση του κόσμου ξανά, δηλαδή το ανεκπλήρωτο, δεσπόζει. Και αισθητοποιείται με αμφισημίες – «Υπάρχουν παντού μάσκες/ Σε βαθμό ανθρωπότητας»· με αντιθέσεις – «Ξυπνάω να γράψω το ποίημα/ Και με γράφει αυτό»· με παρομοιώσεις – «Καθόταν απλώς εκεί/ Στη μέση της σκάλας/ Σαν όμορφος κίνδυνος»· με προσωποποιήσεις εννοιών – «Τότε η ποίηση σου είπε/ Να της δώσεις το φέρετρό σου/ Να κοιμηθεί»· με συστοιχίες εικόνων – «Το υπέροχο δώμα του σώματος/ Η διεσταλμένη ζωή/ Τα ορθάνοιχτα πόδια των λέξεων/ Σαν μαλλιαρό τόξο/ Το κόκκινο βαλιτσάκι με τις ευχές»· με απροσδόκητες μείξεις νοημάτων – «Λέω ψέματα μόνο στον εαυτό μου/ Στους άλλους πάντα αλήθεια/ Γιατί είναι η τιμωρία που τους αξίζει»· και διαμέσου όλων αυτών η δεσπόζουσα τολμηρή μεταφορά – «Και φοράω σκισμένες υπομονές». Ως επιστέγασμα ο αντιφατικός, όχι απλώς αντιθετικός, τίτλος του βιβλίου: Ολομόναχοι μαζί. Να γίνεται η επιτομή του τραγικού στην πιο πλατιά του διάσταση.
Ποίηση σημαίνουσα και σιβυλλική, όμως με μεταδοτικότητα, σου διαχέει την αίσθησή της. Σαν να εγκαλεί τη γυναίκα-κόσμο, προσφωνώντας τη. Σαν να έχει αποδράσει, βουλιάζοντας στην αναπόδραστη καταδίκη που φέρει τη σφραγίδα της. Δίχως στίξη, με κεφαλαίο το πρώτο γράμμα της πρώτης λέξης κάθε στίχου, να τονίζει εμφατικά κι αυτόνομα τη σημασία του. Μπλε και κόκκινες πινελιές του ποιητή ζωγραφίζουν πρωτοφανέρωτα χρώματα. Οι λέξεις παρεισφρέουν –«Πότιζα τις σελίδες να μεγαλώνουν οι λέξεις»– και γράφουν τελικά τον επίλογο – «H επόμενη γη θα έχει μόνο λογοτεχνία».
Κάποιοι από τους τίτλους αποδίδουν ιδιότητες, όπως ΟΚΝΗΡΙΑ, ΛΑΙΜΑΡΓΙΑ, ΛΑΓΝΕΙΑ. Άλλες είναι συναισθήματα, όπως ΟΡΓΗ, ΦΘΟΝΟΣ, ΦΟΒΟΣ. Άλλες είναι απλώς αφηρημένες έννοιες, όπως ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ, ΥΠΟΣΧΕΣΗ, ΚΙΝΔΥΝΟΣ. Άλλες σηματοδοτούν το απτό, ΣΑΡΚΑ, ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ, ΤΕΜΕΝΟΣ ή ακόμη δηλώνουν κίνηση και ενέργεια, όπως ΧΟΡΟΣ και ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ. Υπάρχει και ένας τίτλος επίρρημα, ΑΝΑΜΕΣΑ. Ωστόσο κάθε τίτλος, αποπνέει μια χροιά από τη γυναίκα που ήταν ο κόσμος, κάθε ποίημα συνιστά μια επιστολή ή μια αποστροφή προς εκείνη. Συχνά η επικοινωνία βρίθει ερωτισμού. Ωστόσο, μέσα από τις ποιότητες που απαυγάζουν οι τίτλοι καταλύεται το αρτιγέννητο της λεχώνας του κόσμου, δηλαδή ο κόσμος ξανά. Μαζί του σαρώνεται κι η ίδια.
Στη θήλεια αναγνώστρια, όπως εγώ, επισωρεύεται συναισθηματική φόρτιση που κατασταλάζει σε αυτεπίγνωση υπέρμετρης δύναμης και ανυπολόγιστης ευθύνης. Λογίζομαι ότι αν οι ιδιότητες που αποδίδονται στη γυναίκα τής ανήκουν, ανήκουν και σε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, ως κληροδοτημένες από τον φορέα τους, την ίδια. Γίνονται κληρονομιά του ανθρώπου στη στρογγυλή του δίφυλη ολότητα, με τη θετική ή την αρνητική τους χροιά, και μετουσιώνονται σε εγγενή του γνωρίσματα. Περαιτέρω, υπόκεινται σε επεξεργασία μέσα σε μια κοινωνική πραγματικότητα που αλλοιώνει τη φυσική και αποκαθηλώνει τη γυναίκα από την προεξάρχουσα θέση της ποιητικής ενόρασης. Το ίδιο όραμα μιας εκ βάθρων αναγέννησης αχνοφέγγει και σβήνει, γιατί η νέα γέννα ενέχει τα ίδια θνησιγενή υλικά. Όμως εκεί έγκειται ολόκληρη η σαγήνη του κόσμου και της ζωής. Η σαγήνη του έρωτα. Γιατί όλα είναι λογοτεχνία. Και η λογοτεχνία είναι γυναίκα. Όμοια με τον κόσμο.
Στους καταληκτικούς στίχους του τελευταίου πολυσημαντικού ποιήματος, ΖΩΗ, αναδύεται η τελευταία αλήθεια – «H επόμενη γη/ Θα έχει μόνο λογοτεχνία». Με χρονική αντικατάσταση στο παρόν επισφραγίζεται και ο επίλογος της τετραλογίας – «O κόσμος είναι λογοτεχνία». Γιατί, ας μου επιτραπεί να ερμηνεύσω, η λογοτεχνία είναι ο κόσμος άλλη μια φορά. Και λειτουργεί ως οιονεί αντανάκλαση της υφιστάμενης πραγματικότητας. Ή, την καταλύει και τη μεταρσιώνει σε αέναο όραμα για το καινούργιο, το διαφορετικό, το καλύτερο. Το όραμα μιας γυναίκας-κόσμος.
.
ΚΑΠΝΙΣΜEΝΟ ΚΟΚΚΙΝΟ
ΠΈΠΗ ΡΗΓΟΠΟΎΛΟΥ
bookpress.gr /21/6/2015
Η γυναίκα, το σώμα, η θάλασσα
Η γυναίκα: Στον πληθυντικό που είναι ο επίμονος ενικός. Πανταχού απούσα στην παρουσία της και αντιστρόφως. Πεισματικά σιωπηλή συνομιλήτρια. Φωτογραφία, το βέβηλο εικόνισμα της νεωτερικότητας, ξόανο βέβηλης θεάς που ακούει τις κατηγόριες με ένα αδιόρατο, αρχαϊκό χαμόγελο. Ξέρει πως είναι οι προσευχές του άθεου στην θεά επιθυμία. Οι προσευχές τής αναθέτουν υψηλές αποστολές: Να ζωντανέψει τον έρωτα, να νικήσει τον ζόφο, να ξαναγεννήσει τον κόσμο: Όλες οι υψηλές αποστολές που ο άντρας προσκυνητής της αναθέτει έχουν να κάνουν με το πιο ασώματο που υπάρχει: το σώμα. Αλλά γυναίκα, μισητή, πολυπόθητη, τροφός της αγάπης, διαλύεται άσπλαχνα, έτσι μας λέει ο άντρας, στο πρώτο άγγιγμα που απαιτεί.
Το σώμα: Απωθημένο συνώνυμο της γυναίκας. Αποτελείται από λαιμό, ώμους, μπράτσα, γοφούς, μηρούς, κνήμες. Το σώμα: Κατ’ εξοχήν αποτελείται από τα στήθη, από όπου ρέει το πολυπόθητο γάλα που είναι ζωή ή θάνατος. Το σώμα: Εξαρτήματα που η μεγάλη κούκλα, γυναίκα-απάτη, Πανδώρα /Λούλου, πρόγονος όλων των γυναικών, Πανδώρα/ Λούλου, καλόν κακόν αντ’ αγαθοίο, όμορφο κακό στη θέση του καλού, κληρονόμησε από τον επίβουλο Ερμή, τσιράκι του Δία, προστάτη των κλεφτών, εργολάβου του κάτω κόσμου. Εξαρτήματα που ο γλύπτης εραστής, προσκυνητής και καταστροφέας συνθέτει με αγωνία για να τα δει να γκρεμίζονται σαν τα έργα εκείνα που ο Τίνγκελι έστηνε μπροστά στα μάτια των θεατών του στην ατομική βάση του Άλαμο για να τα κάνει να χορέψουν και μετά να σωριαστούν σε κομμάτια ή στεριανά ναυάγια.
Η θάλασσα: Το πιο μεταφυσικό από τα πραγματικά. Το πιο υλικό από τα όνειρα. Γαλήνια και τραυματισμένη. Επιθυμητή και τρομακτική. Τρομακτική διότι είναι επιθυμητή. Επίμονη, διαβρωτική. Κρύβοντας στο βυθό της το αβάσταχτο. Καλώντας μας για μια κατάδυση που δεν εγγυάται επιστροφή. Από στιγμή σε στιγμή, από στίχο σε στίχο, ποίημα σε ποίημα, έτοιμη να ξεχειλίσει ανεξέλεγκτα, να δώσει τον λόγο στους πνιγμένους, να μας δείξει τις ζωές μας φυλακισμένες ανάμεσα στις υποβρύχιες της σπηλιές. Η θάλασσα. Πηγή της ζωής, μήτρα του θανάτου. Γοργόνα/ Μέδουσα μεταμφιεσμένη σε Γοργόνα /Παναγιά ή το αντίστροφο. Μονίμως εγκυμονούσα το άδηλο, το επίβουλο ή το λυτρωτικό.
Η μήτρα: Πρώτο και τελευταίο καταφύγιο. Άλτερ έγκο της θάλασσας, υγρός κόσμος που γαληνεύει είτε φουρτουνιάζει και λυσσομανά σαν μια θάλασσα απόρριψης. Αλτερ έγκο της γης που μας γεννά και που μας περιμένει να επιστρέψουμε σε μεγάλα πιθάρια που μας φιλοξενούν σε στάση εμβρύων ή σε μικρές τεφροδόχες που μας δείχνουν τον φόβο σε μια χούφτα όχι σκόνη αλλά στάχτη. Σκότος νηδύος. Σκοτάδι υγρό που είναι ο νομοθέτης της ζωής θεών και θνητών. Ιερός ναός που επικαλείται χωρίς να γνωρίζει αν θα εισακουστεί ο κάθε οργασμός. Από την μήτρα της γης και της θάλασσας, την μήτρα του οργασμού αναδύεται το έμβρυο.
Το έμβρυο: Η προσφιλής μεταμόρφωση των ερώτων: εραστή είτε ερωμένης. Όταν στις διαχύσεις τους οι εραστές γίνονται μωρά, ζουν απλώς το προκαταρκτικό στάδιο. Προπονούνται για να γίνουν έμβρυα, ανθρώπινα είτε προ-ανθρώπινα. Το έμβρυο αναδεύει μέσα στην μήτρα, μέσα στην θάλασσα. Κουλουριάζεται, παίρνει την πρωταρχική στάση που γνωρίζει από πάντα, και που την ξαναθυμούνται οι μύστες, αυτοί που ονομάζονται και διπλο-γεννημένοι και επίσης οι νεκροί στις προϊστορικές ταφές.
Ο άντρας αναθέτει στην γυναίκα, στην θάλασσα, στην μήτρα, στο έμβρυο, το ανέφικτο που επιμένει να θεωρεί αυτονόητο: Να ξαναγεννήσει τον κόσμο. Θα πείτε: Στην πραγματικότητα αναθέτει στην γυναίκα-θάλασσα-μήτρα να ξαναγεννήσει τον ίδιο ως έμβρυο. Να τον ξαναγεννήσει σωστά. Ως αθάνατο.
Ποίηση βέβηλη και ιερή: ξόρκι για να μας ξεχάσει ο θάνατος.
.
ΜΕΤΑ
ΜΑΝΟΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ
bookpress.gr/10/5/2014
Μετά το μοντέρνο, μετά την ζωή, μετά την ευτυχία…
Όταν διάβασα το πρόσφατο βιβλίο του Σταύρου Σταυρόπουλου, θυμήθηκα κείμενά του στην Ελευθεροτυπία, θυμήθηκα παλιότερα βιβλία του, θυμήθηκα το Πιο νύχτα δεν γίνεται (εκδ. Οξύ), και αναρωτήθηκα τι υπάρχει εδώ, στο Μετά (εκδ. Απόπειρα).
Προκαταβολικά θέλω να πω ότι είναι μια εξαιρετικά κομψή έκδοση – μοιραία οφείλω να το δω κι έτσι, αφού είμαι ιστορικός τέχνης, δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας. Επισημαίνω την εξαιρετική γραμματοσειρά, deconstruction λέγεται, τα σπασμένα γράμματα στον λευκό χώρο, τις λιτές σελίδες. Υπάρχει μια υπόκρουση εικαστική – ζωγραφική πίσω και πλάι απ’ το κείμενο, πίσω και πλάι απ’ τις λέξεις. Πρόκειται για ένα βιβλίο μικρό, κομψό και συγχρόνως ένα βιβλίο-δυναμίτη. Δεν διαβάζεται εύκολα. Δεν απαγγέλλεται εύκολα. Δεν κατανοείται εύκολα.
Πρόκειται για ένα βιβλίο μικρό, κομψό και συγχρόνως ένα βιβλίο-δυναμίτη
Τι θέλει να πει και πώς το καταφέρνει
Είναι ένας λόγος θραυσματικός. Σαν να έχει πέσει μιία χειροβομβίδα στο γήπεδο των λέξεων και τις έχει διαλύσει. Προσπαθεί, σαν ρακοσυλλέκτης ή σαν ανιχνευτής πολύτιμων μετάλλων, ο Σταυρόπουλος, να τις ξαναοργανώσει για να τους δώσει ένα καινούριο νόημα. Τι συμβαίνει εδώ; Δύο βασικά ερωτήματα: Τι θέλει να πει, πώς καταφέρνει να το πει.
Πού αναφέρεται άραγε το Μετά; Μετά από μια καταστροφή, μετά από έναν κατακλυσμό; Αυτό που περιγράφει είναι αυτό που συμβαίνει μετά από μιαν εποχή προπτωτική, χαρισάμενη, όπως θα την έλεγε ο Κοσμάς Πολίτης. Είναι η εποχή που ζούμε; Η εποχή που φοβόμαστε ότι θα ζήσουμε; Αυτό το «μετά» μας κυβερνάει, αυτό το «μετά» καθορίζει τις μοίρες μας. Postmodern; Μετά το μοντέρνο, μετά την ζωή, μετά την ευτυχία; Το διατύπωσε πολύ ωραία ο Κ. Βούλγαρης, στην ομιλία του κατά την παρουσίαση του βιβλίου: Το «Μετά» γραπώνεται από μιαν ελπίδα ακριβώς με τον τρόπο των Ρομαντικών του 19ου αιώνα. Όμως το βιβλίο δεν συντηρεί τις αυταπάτες του Ρομαντισμού. Αντιθέτως…
altΠροσωπικά μου θυμίζει περισσότερο τον μεγάλο Αμερικανό συγγραφέα –τον έχουμε δει και στο σινεμά– Κόρμακ Μακάρθυ. Οι αδερφοί Κοέν έκαναν ταινία το μυθιστόρημά του, Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους (εκδ. Καστανιώτη). Εδώ αναφέρομαι, κυρίως, στο βιβλίο του, The Road, που έχει μεταφραστεί και στα Ελληνικά, ως Ο δρόμος (εκδ. Καστανιώτη), ενώ έγινε και ταινία [βλ. κεντρική εικόνα]. Το είχα διαβάσει όταν πρωτοβγήκε περιμένοντας την πτήση μου από Νέα Υόρκη για Αθήνα και εντυπωσιάστηκα από τον γυμνό μινιμαλισμό του. Όταν είδα την ταινία, ένα παγωμένο τοπίο, δύο άνθρωποι, πατέρας και γιος, να προσπαθούν να περάσουν απ’ την μια πλευρά του βομβαρδισμένου τοπίου στην άλλη, με καθήλωσαν η ερημιά, η απομόνωση, η έλλειψη ελπίδας. Ανάλογες εικόνες μου ήρθαν στο μυαλό διαβάζοντας αυτό το βιβλίο του Σταυρόπουλου. Θέλει πολλή τόλμη να γράφεις έτσι όταν μπορείς να γράφεις αλλιώς. Θέλω να πω ότι ο λόγος, η στάση, η πορεία του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει περάσει μέχρι σήμερα από πολλές καμπές, έχει καταστεί πληθωρική, φορτωμένη, έχει καταλήξει απολογητική, απογυμνωμένη, λόγια. Τώρα βρίσκεται στο όριο ενός κρίσιμου στοχασμού που πενθεί, και συγχρόνως μιας καταγραφής, σχεδόν ημερολογιακής, του χάους, της καταστροφής.
Η πορεία του Σταύρου Σταυρόπουλου έχει περάσει μέχρι σήμερα από πολλές καμπές, έχει καταστεί πληθωρική, φορτωμένη, έχει καταλήξει απολογητική, απογυμνωμένη, λόγια
Το άλλο κείμενο που μου ήρθε αμέσως μετά στο μυαλό είναι Το τέλος του παιχνιδιού (εκδ. Ύψιλον), του Μπέκετ. Πάλι ένας άδειος χώρος, ο υπηρέτης του παράλυτου ηγεμόνα πάνω στο αναπηρικό καροτσάκι βλέπει από ένα φινιστρίνι ότι έχει τελειώσει ο ήλιος, ότι δεν υπάρχει ζωή, ότι η θάλασσα κατάντησε μια μολυβένια επιφάνεια αρυτίδωτη. Βέβαια, στο κείμενο του Μπέκετ, υπάρχει ένα σπαρακτικό, μακάβριο χιούμορ, το χιούμορ του τέλους. Το ίδιο που συναντούμε στις συνομιλίες του Εστραγκόν και του φίλου του, του Βλαντιμίρ, στο Περιμένοντας τον Γκοντό. Εδώ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Αυτό που τελειώνει είναι η γλώσσα; Είναι οι λέξεις; Είναι ο πολιτισμός;
«θα τελειώσουν οι λέξεις / και δεν / θα προλάβω να πω / ότι με άφησαν / να πεθαίνω μαζί τους / στην ορθοστασία της λύπης / αποφώνηση / αποφώνηση»
Είναι ανεκτίμητο πράγμα η φωνή και η πραγματική ποίηση μέσα στη συνείδηση του αποδέκτη, γίνεται φωνή. Ακούς δηλαδή έναν ήχο, ακούς κάποιον, όχι να σου διαβάζει, αλλά να σου κοινωνεί άμεσα το ποίημα – τελευταία παράγραφος:
«πήγα / να πιάσω το στυλό / να αποδείξω τις λέξεις / αλλά έμειναν / ατελείς / χαλασμένες / από την τελευταία ανάμνηση / δακρύων / στα απολιθωμένα βλέμματα / των τυφλών»
Αυτό, συνοπτικά, είναι που θέλει να μεταφέρει το Μετά. Υπάρχει, βέβαια, και το πώς: Το πώς, είναι η καταστροφή, είναι το τέλος των λέξεων, είναι το τέλος του μέσου του λόγου. Όμως εδώ βλέπουμε την προσπάθεια να αρθρωθεί εκ νέου μια άλλη ποιητική φόρμα. Μου αρέσουν εκείνα τα κείμενα που είναι συμπυκνωμένα, που τα διαβάζεις και συμμετέχεις κι εσύ, θες να προσθέσεις πράγματα, θες να πας την ιστορία παρακάτω. Εδώ δεν υπάρχει ιστορία. Ή, διαφορετικά, είναι η ιστορία τόσο απογυμνωμένη, τόσο οριστική, που η αρχή έχει συμπέσει με το τέλος της. Και το τέλος δεν είναι κατ’ ανάγκην θλιβερό ή μακάβριο. Το τέλος είναι τέλος. Το τέλος της ιστορίας. Το τέλος του παιχνιδιού.
Μου αρέσουν εκείνα τα κείμενα που είναι συμπυκνωμένα, που τα διαβάζεις και συμμετέχεις κι εσύ, θες να προσθέσεις πράγματα, θες να πας την ιστορία παρακάτω
Σ΄αυτόν, λοιπόν, τον ορυμαγδό των βιβλίων που κυκλοφορούν σήμερα, τι δουλειά έχει αυτό το διαφορετικό κείμενο; Είναι το κείμενο που υπαινίχθηκε προσφάτως ο Βούλγαρης στην Αυγή; Ένα αντίστοιχο των κειμένων του’70; Της Κατερίνας Γώγου ή εκείνου του ποιητή –δεν είναι μύθος– που πήρε μια πέτρα κι έσπασε το χέρι του για να μην γράφει άλλο; Εμένα, μου έφερε πάλι στο νου το Πεθαίνω σαν χώρα (εκδ. Σαιξπηρικόν) του Δημητριάδη. Άλλος συσχετισμός λέξεων, άλλη ατμόσφαιρα. Ή, τους Χτίστες (εκδ. Κέδρος) του Χειμωνά, ειδικά το δεύτερο κεφάλαιο, που εκεί υπάρχει μια κατάπτωση εννοιών, συναισθημάτων. Το Μετά περιγράφει την Ελλάδα του σήμερα; Περιγράφει τον κόσμο του σήμερα; Περιγράφει τον απορφανισμό ενός πολιτισμού ο οποίος ολοκληρώνει τον κύκλο του; Τα ερωτήματα δεν μπορούν εύκολα να απαντηθούν.
Ας προετοιμαστούμε. Το Μετά μιλάει γι’ αυτό ακριβώς το μετά. Μας τελειώνει το νερό. Μας τελειώνει ο κόσμος. Συμβολικά και κυριολεκτικά. Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία. Το προφήτευσε ο Μιχάλης Κατσαρός απ’ το ‘ 52. «Ας κάνει ό, τι καιρό θέλει / Ο καιρός τελείωσε», λέει ο Σταύρος Σταυρόπουλος.
Το Μετά είναι εδώ. Ήρθε. Είμαστε αρκετά συνειδητοποιημένοι για να το αντιμετωπίσουμε; Υπάρχει άλλος τρόπος εκτός από την ποίηση; Υπάρχει άλλος τρόπος πέρα από την τέχνη;
.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Η Αυγή 28/2/2013
Μια αρχαιολογία του μέλλοντος;
Η ανανέωση της αμφισβήτησης και του ρομαντικού διαβήματος
Προκειμένου να μιλήσουμε για την ποίηση του Σταύρου Σταυρόπουλου, θα πρέπει να ανατρέξουμε μερικές δεκαετίες πριν, πιάνοντας από εκεί το νήμα. Δηλαδή από τη στιγμή που διαμορφώνεται το γενικευμένο κλίμα αμφισβήτησης, στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, κλίμα που εκβάλλει στα καθ’ ημάς στα χρόνια του ’70.
Τότε λοιπόν, αν οι πρώτες συλλογές του Λευτέρη Πούλιου, αποτελούσαν μια συνάρθρωση της γενικευμένης επαναστατικής διάθεσης των νέων της εποχής με το ρεύμα της μπητ ποίησης, αν πήγαιναν μετωπικά απέναντι στους ευκλεείς ποιητικούς προγόνους ζητώντας επιτακτικά τη σκυτάλη, σύντομα αυτή η διαδικασία ευτελίστηκε, σε μια ανέξοδη απολέπιση της φόρμας και του φορτίου των ποιημάτων, με την κατάτμηση του λόγου, την ασυνέχεια του ειρμού, την απουσία έρματος να χαρακτηρίζουν μια πληθώρα ποιημάτων, ποιητών και ποιητριών, που έτσι εξαντλούσαν την αμφισβητησιακή διάθεση, την μετέτρεπαν σε πόζα, δηλαδή σε υποκατάστατο ύφους.
Δίπλα τους, όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, ομόρριζη ως προς τις κοινωνικές και ποιητικές της αφετηρίες, που επιζήτησε τη συνέχιση και διεύρυνση της πρώτης ορμής μέσα από την ανοικτή πολιτικότητα της θεματολογίας, όπου διοχέτευε και όλο το υπαρξιακό άλγος, προσωπικό μεν, αλλά τόσο κοινό και γενικευμένο, που αποτελούσε κοινωνικό φαινόμενο και μέγεθος, περιρρέουσα, αποπνικτική ψυχολογία της εποχής. Σε μια μπρουτάλ φόρμα -απλουστευτική έκπτωση της αμεσότητας της μπητ ποιητικής-, στέγασε, ως κοινωνικό τεκμήριο, με τρόπο όπως θα λέγαμε κάποτε «οργανικό», την προοδευτική έκπτωση, την απίσχναση, την προϊούσα παρακμή της Μεταπολίτευσης, την «ψυχή» και τα ζαρωμένα όνειρα μιας ολόκληρης εποχής.
Σε κάθε περίπτωση, η ποίηση στα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς τον καθρέφτη της Γώγου, και η ποίηση της Γώγου δεν υπάρχει παρά ως αντίδραση στην πορεία της ποίησης στα χρόνια εκείνα. Κι αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτά έχουν κριθεί, προφανώς κάνουν λάθος. Τώρα είναι που πλησιάζει η ώρα των κρίσεων, και μάλιστα η ποίηση του Σταυρόπουλου ξαναθέτει το θέμα με τον πιο έγκυρο και δραστικό τρόπο: διά της ποιήσεως, διά της συνέχειάς της.
Ο Σταυρόπουλος έρχεται λοιπόν να ξαναθέσει το ποιητικό στοίχημα της Κατερίνας Γώγου, έχοντας εντοπίσει τη βασικότερη αστοχία του, μάλλον αναπηρία του, δηλαδή την ελλειπή αγκύρωσή του στην ιστορία, στη διαδρομή του ποιητικού λόγου, έχοντας ορίσει εμφανώς τη στόχευσή του, τόσο απλή αλλά τόσο δύσκολη στην πράξη, δηλαδή να κάνεις ποίηση με άμεσες κοινωνικές και πολιτικές συμπαραδηλώσεις, αλλά όχι εις βάρος της αισθητικής αρτίωσης.
Αντί λοιπόν για την προσφυγή στο underground καταφύγιο της Γώγου, προτιμά το διαρκέστερο και οπωσδήποτε ευρύτερο περιβάλλον της κουλτούρας της ροκ, όπου συναρθρώνει τις ποιητικές αναφορές με τους ρυθμούς και τους ήχους που ορίζουν, με τρόπους έντονους και υφολογικά σκληρούς, ένα πολύ ισχυρό και ευρύχωρο πολιτισμικό πεδίο.
Σε προηγούμενο βιβλίο του, Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια, είναι ενδεικτικές και οι σημειώσεις-παραπομπές-ανακλήσεις: Κ. Π. Καβάφης, Van Morrison, Leonard Cohen, Γιώργος Χειμωνάς, Rolling Stones, Άννα Αχμάτοβα, Ραούλ Βανεγκέμ, The Beatles, Bob Dylan, Ρίλκε, Τεντ Χιούζ…
Από τους οικείους, τους πιο κοντινούς, κρατάει ορισμένους, όπως π.χ. τον Γκόρπα, και πάλι όμως ως σπάραγμα, ως οδόσημο, και όχι ως δρόμο. Γιατί ο Σταυρόπουλος φτιάχνει ποιήματα όπου ο λυρισμός καταλαγιάζει μέσα στην πεζολογική μορφή του στίχου, όπου οι λέξεις δεν λάμπουν αλλά κυκλοφορούν, προσπαθώντας να βρουν όχι τη θέση τους αλλά τη σχέση τους με τις άλλες, μια σχέση διαρκώς μετατοπιζόμενη, μεταλλασσόμενη, χωρίς την ασφάλεια της μνημείωσης αλλά με τη διαρκή αγωνία της τριβής με τις άλλες και με τα πράγματα, ώστε ο σπινθήρας της ποίησης να προκύπτει συνεχώς, απρόβλεπτος και φυσικός. Στόχος του είναι ποιήματα που εγγράφονται μέσα στην καθημερινότητα, χωρίς αυτή να τα καταπίνει, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν μέσα από αυτήν, ως ασφαλή τεκμήρια της ζέουσας πραγματικότητας. Αυτή είναι η λύση που δίνει στο αίτημα της πολιτικής ταυτότητας των ποιημάτων του. Όσο κι αν φανεί παράδοξο, θα έλεγα ότι σιγά σιγά πλησιάζει προς τα διλήμματα που αντιμετώπισε ο Γιάννης Ρίτσος. Κι εδώ είναι που αναδεικνύονται οι ανάγκες της σύνθεσης, η διαλεκτική αμεσότητας, συνομιλητικότητας, κοινωνικών αναφορών, από τη μια, και, ποιητικής υψηγορίας, διαύγειας της φωνής, υπόγειας αύρας, από την άλλη, ανάγκες και αιτήματα του ποιητικού του λόγου, σε σχέση με τα οποία και δοκιμάζονται κάποιες λύσεις. Αρκούν; Δεν μπορώ να απαντήσω εύκολα, γιατί η απαιτητική διαλεκτική στην οποία υπόκειται η ποίηση του Σταυρόπουλου έχει την «ιδιοτροπία», μόλις ο στίχος πάει να απογειωθεί, να προβάλλει την υπενθύμιση-αίτημα: Να διακρίνεται καθαρά ο λεκές της ζωής.
Αυτή η φράση από το προηγούμενο βιβλίο του Σταυρόπουλου, «ο λεκές της ζωής», προοικονομεί και την εναργέστερη έκφραση του ποιητικού του διαβήματος στο παρόν βιβλίο: την ολοκληρωτική του στροφή στο σύμπαν και στις απαρχές του ρομαντικού κινήματος. Ενός κινήματος διακριμένου ως εξεγερσιακού, όπως το όρισε το κορυφαίο δοκίμιο του Στέφανου Ροζάνη, «Η ρομαντική εξέγερση». Αυτό κατά τη γνώμη μου σημαίνει το «μετά», αυτή η τόσο βαριά, και στις μέρες μας φθαρμένη λέξη, αυτό το μόλις δισύλλαβο επίρρημα, το οποίο ήρθε να επωμισθεί τη φθορά τόσων αιώνων διαφωτισμού.
Ήδη από την πρώτη σελίδα του βιβλίου του Σταυρόπουλου, έχουμε μπει στο ρομαντικό άλγος:
Αυτό που λεγόταν τοπίο έχει χαθεί. Το πρώην τοπίο έσβησε. Τη θέση του έχει πάρει μια φωτογραφία. Ξαφνικά, όπως ανάβουν οι φωτογραφίες, το νερό αρχίζει και χαϊδεύει τα χαρακτηριστικά μου. Αναδύεται σιγά σιγά το περίγραμμα. Φωτίζεται. Μετά, το κυρίως θέμα. Η ουσία. Η αύρα.
Αλλά αυτή η επιστροφή στις πηγές και τις αφετηρίες δεν γίνεται με τρόπο αναχωρητικό ή νοσταλγικό. Γίνεται μέσα από το παρόν. Μέσα από τις «φωτογραφίες», δηλαδή τις αφηγήσεις, που πήραν τη θέση της πραγματικότητας, αλλά τώρα ζωντανεύουν, αποκτούν σάρκα και οστά, αναχωνεύονται μέσα στην πραγματικότητα, την αναζωογονούν, αλλά πάντως δεν την «αναπαρθενεύουν», όπως θα στόχευε ίσως μια δογματική ρομαντική αναβίωση.
Πόσο πολύ μακριά βρισκόμαστε από την ακμή του μοντερνισμού, όταν ο Τάκης Σινόπουλος θρηνούσε για την έκπτωση και την αλλοίωση της στοιχειακής υπόστασης της καταγωγικής μήτρας, με το στίχο: και ο τόπος τοπίο.
Αντίθετα, ο Σταυρόπουλος έχει αποδεχθεί τα συντελεσμένα, θεωρεί τετελεσμένη την απώλεια της «βαρβαρικής» αθωότητας, κατανοεί το μάταιο της αναζήτησης μιας αδιαμεσολάβητης αυθεντικότητας, που κάποτε, έστω η φαντασίωσή της, γονιμοποιούσε τις μορφές της μοντερνιστικής τέχνης.
Επίσης, ο Σταυρόπουλος δεν διαχειρίζεται τη μετάβαση και την επιβίωση στο αλλοτριωμένο παρόν, με προθέσεις βελτίωσης και αναμόρφωσης. Με ζέση και άγριες διαθέσεις απέναντι στη γύρωθεν πραγματικότητα, επιμένει να αναζητά και να προτάσσει το ουτοπικό αίτημα του ανθρώπου, νοουμένου ως πρόσωπο, αλλά το αναζητά μέσα στο παρόν:
Θα ξαναγεννηθώ ξανά με άφτιαχτο πρόσωπο. Στο προαύλιο αυτής της αιώνιας φωτογραφίας… Εκεί είναι το μέλλον που θα αλλάξει τη γη. Στο αναμμένο αυτό τοπίο θα κατοικήσει ξανά το σμήνος των ανθρώπων.
Έτσι λοιπόν ορίζεται το «μετά», στο βιβλίο τού Σταυρόπουλου, με απόλυτη σαφήνεια:
μετά τίποτα/ τίποτα/ όχι μετά/ τώρα
Είναι ακριβώς ο τρόπος που ο Σταυρόπουλος πιάνει πάλι το νήμα από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες, ορίζοντας το παρόν ως σημείο επανεκκίνησης, αντιδρώντας σε όσα ανέφερα στην αρχή, δηλαδή στην κατάτμηση του λόγου, την ασυνέχεια του ειρμού, την απουσία έρματος, επιλέγοντας πλέον όχι τη φόρμα των ποιητικών στιγμιοτύπων ή σπαραγμάτων αλλά αυτή της ευρύτερης ποιητικής σύνθεσης. Επιλέγοντας καινούριους προγόνους-συνομιλητές, όπως π.χ. ο Βύρωνας Λεοντάρης, με τον χαρακτηριστικό στίχο «ορθοστασία της λύπης», ή με τον πολύσημο «ανεπάγγελτο άγγελο», που μέσα στα συμφραζόμενα του Σταυρόπουλου ανακαλεί ταυτοχρόνως ένα διακειμενικό φάσμα, από Βέντερς μέχρι Εμπειρίκο, ενώ δεν λείπει –πώς θα μπορούσε άλλωστε;- και ο Νίκος Καρούζος της Νεολιθικής νυχτωδίας στην Κροστάνδη.
Υπάρχουν περιοχές της ποίησης, στάσεις απέναντι στη ζωή και τα πράγματα, διαθέσεις και επιλογές, που συνεχώς επανέρχονται, διεκδικώντας μια νέα ζωή. Άλλοτε θεματοποιούνται, άλλοτε δίνουν το έναυσμα για καινούριες αποκρυσταλλώσεις, άλλοτε για την ίδια την άρνησή τους, δηλαδή για γόνιμες αναστοχαστικές διαδικασίες. Η δουλειά του ποιητή είναι αφενός να διακρίνει όσα είναι συμβατά με τα αιτούμενα του δικού του προτάγματος, και αφετέρου να καταφέρει να τα διαχειριστεί χωρίς να τον ρουφήξουν στη δίνη τους.
Ο Σταυρόπουλος έχω τη γνώμη πως τα καταφέρνει και τα δύο. Ως αποτέλεσμα, έχουμε ένα ποιητικό διάβημα που διαχειρίζεται με πάθος και συνέπεια μία από τις διαρκέστερες μορφοποιήσεις στην ιστορία της τέχνης και των ιδεών, δηλαδή αυτή της ρομαντικής βίωσης του κόσμου, με τη στάση βέβαια της ρομαντικής εξέγερσης. Εφαρμόζοντας, με τα μέσα της ποίησης, τη διατύπωση, που αποτελεί και μια θέση-ορόσημο, του Φρέντρικ Τζέιμσον: «Η επιθυμία που λέγεται ουτοπία».
Αν όμως συνεχίζαμε τη σκέψη του Τζέιμσον, θα έπρεπε να αναφερθούμε στο ζήτημα της μορφής, μέσα από την οποία, και μέσα στην οποία, λαμβάνει χώρα η διεργασία επικαιροποίησης και επαναδιατύπωσης του ρομαντικού προτάγματος. Προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, θα υιοθετούσα ασμένως την άποψη του Τζέιμσον, ότι όπως η λογοτεχνική αξία της μορφής υπόκειται σε συνεχείς αμφισβητήσεις, έτσι και η πολιτική της θέση είναι δομικά αμφιλεγόμενη. Μάλιστα, οι διακυμάνσεις των ιστορικών συμφραζομένων δεν καταφέρνουν να διαλύσουν αυτή τη μεταβλητότητα, η οποία οπωσδήποτε δεν είναι ζήτημα γούστου ή ατομικής κρίσης.
Αλλά αυτή είναι μια άλλη συζήτηση.
.
ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ
ΜΑΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑΡΗ
Πρώτη δημοσίευση στο Frear
(Το κείμενο διαβάστηκε στα Public Θεσσαλονίκης, Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011.)
ΠΛΕΟΝΑΣΜΑ ΦΩΤΟΣ
Μια εξώκοσμη βεβαιότητα αγκαλιάζει τα κείμενα του βιβλίου του Σταύρου Σταυρόπουλου, «Πιο νύχτα δεν γίνεται» – Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου. Μία πραγματικότητα τέλους που συντελείται μπροστά στα μάτια του γράφοντα, δίνοντας τους έναν βιβλικό και προφητικό τόνο. Κείμενα ρεαλιστικά, συμπυκνωμένα, χωρίς κανένα στοιχείο σιωπής. Και όμως. Η σιωπή είναι ο αδιαφιλονίκητος πρωταγωνιστής αυτού του βιβλίου, η σιωπή είναι αυτή που περιγράφει το κάθε τι καθιστώντας το αναντίρρητα αποδεκτό.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, γνωρίζει τον τρόπο να υποτάσσει τις λέξεις στο νόημα που ο ίδιος τους δίνει. Λέξεις – σπόροι, που θα ανθίσουν σε εκείνο το έδαφος, που θα αντέξει να δει. Αν κάποιος αποτολμούσε να κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στο έργο του, με εκείνο κάποιου άλλου δημιουργού, το εγχείρημα θα έβρισκε την απάντησή του, μόνο στο όνομα του Γιώργου Χειμωνά. Μεταξύ τους υπάρχει μία ολοφάνερη συγγένεια, μόνο που ο Σταυρόπουλος προσφεύγει σε ένα προσωπικό νόημα, επικαλούμενος τις διαζευκτικές του ρίζες και το εκτινάσσει, το «καθαρίζει» από τις συνέπειές του, για να στήσει τον συμπλεκτικό κορμό της αφήγησής του, για να ακεραιώσει αυτό το «μαζί».
Προχωράει τους χρόνους των ρημάτων, εκεί που η γλώσσα συναντά την αναγέννησή της. Οι λέξεις μιλούν με μία συνείδηση χαρακτηριστική της γραφής του. Μίας απόλυτα νέας γραφής που ανοίγει καινούριους δρόμους, σε ό, τι ως τώρα γνωρίζουμε κι ονομάζουμε λογοτεχνία. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Βιρτζίνια Γούλφ είχε προφητέψει αυτό το νέο είδος λέγοντας: “Θα έρθει ο καιρός που θα υποχρεωθούμε να ανακαλύψουμε καινούργιες ονομασίες για κείμενα που κρύβονται πίσω από τον υπότιτλο “μυθιστόρημα”. Θα παρουσιαστεί κάποτε ένα βιβλίο που δεν θα ξέρουμε πώς να το βαπτίσουμε. Θα έχει την μορφή μιάς γραφής που συνηθίσαμε να την λέμε “πρόζα” – όμως θα πρόκειται για μια αλλόκοτη πρόζα, γραμμένη με πολλά στοιχεία της γραφής που συνηθίσαμε να την λέμε “ποίηση”.
Το «Πιο νύχτα δεν γίνεται», δεν μπορεί παρά να ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Ο συγγραφέας του δεν φοβάται να εμβαθύνει σε νοήματα που μπορεί να προκαλέσουν τη ρωγμή του ορθολογισμού μας. Η μοναδικότητα του λόγου και των εκφραστικών του μέσων είναι τέτοια, που καταργεί σχεδόν αυτόματα τη γνώση μας περί λόγου έως σήμερα. Μας τροφοδοτεί με κείμενα πολυδιάστατα, πολυπρισματικά, βαθύτατα υπαρξιακά. Όσες φορές κι αν διαβαστεί το ίδιο κείμενο, πάντα υπάρχει κάτι νέο για να ανακαλύψεις. Κάτι που σαν δώρο, σε περίμενε για να το βρεις.
Περιγράφει με πολύ άμεσο τρόπο το τέλος όλων εκείνων που συνθέτουν τον ανθρώπινο μύθο. Πρώτα αποδομείται η συμπεριφορά, έπεται η έκπτωση του ανθρώπου, και τελευταίες χάνονται οι λέξεις. Σε εκείνες ο Σταύρος Σταυρόπουλος βρίσκει το έσχατο καταφύγιο, όταν όλα έχουν κριθεί. Τις πλησιάζει και τις κατοικεί με μία ιερότητα, αφουγκραζόμενος την μουσική τους και σεβόμενος την πραγματικότητα που οι ίδιες δημιουργούν.
Σαν συγγραφέας είναι κατά των ορισμών και αυτό το κοινωνεί μαζί μας από την αρχή του βιβλίου, αναφέροντας πως «αυτά τα κείμενα δεν προσχωρούν σε κανένα κίνημα, κι έχουν όλα τα κινήματα μέσα τους μπερδεμένα». Όπως ο ίδιος έχει πει, «η λογοτεχνία δεν συγκροτείται από –ισμούς, είναι η ακραία εκδήλωση ενός πάσχοντος υποκειμένου». Είναι ένας προορισμός. Ένας έτερος είναι η ζωή. Κι ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι υπέρ της ζωής. Φύσει και θέση. «Προς τιμήν της ζωής θα συνεχίσει να βλέπει», όπως χαρακτηριστικά γράφει στο ομότιτλο κείμενο της σελίδας 173.
Τολμά να σταθεί απέναντι στα σκοτάδια του, βιώνοντας πλήρως και με μοναδικό τρόπο κάθε έννοια, πρόταση, σημείο στίξης που τους αντιστοιχεί: «Άρχισε πάλι να σηκώνει σκοτάδι. Ο ουρανός είναι λερωμένος. Όλες οι όχθες πνίγονται στα χέρια μου. Πουθενά δεν είμαι» ή «Τα όνειρα αλλάζουν αντίο. Το μόνο που κάνουμε είναι να σπαταλάμε κατάγματα, κοιτώντας. Σ’ αυτές τις άδειες καρέκλες μπροστά είναι ο δρόμος μου», όπως λέει στην σελίδα 213.
Παρ’ όλα αυτά, τα κείμενά του έχουν μικρές χαραμάδες φωτός, που αν πιαστείς από αυτές, σε οδηγούν άμεσα σε έναν κόσμο πρωτόγνωρα αληθινό. Όπως για παράδειγμα στην ίδια σελίδα λίγο πιο κάτω γράφει: «Ο πιο μεγάλος ίλιγγος είναι αυτός για τον οποίον αξίζει να ζεις» ή «Ό, τι υπήρξε θα υπάρξει ξανά. Καθετί είναι απόσπασμα», που συναντάμε στην σελίδα 119.
Ο Σταύρος Σταυρόπουλος, μας φέρνει αντιμέτωπους με την εσωτερική μας πραγματικότητα, που σχεδόν πάντα είναι σκληρή και γι’ αυτό δύσκολα την κοιτάμε κατευθείαν στα μάτια. Κυρίως, όταν αφορά στις σχέσεις μας με τους άλλους. Στο κείμενο που φέρει τον τίτλο «Μαζί» γράφει: «Ο άνθρωπος μέσα μου, είναι ανθεκτικός. Τόσο φευγαλέα ανεξάρτητος. Τόσο αδιαπραγμάτευτα μόνος. Με τις πυξίδες του. Ο βυθός της νύχτας. Πού είναι το μαζί;»
Τα λόγια του, ενέχουν το στοιχείο της επανάστασης. Τα κείμενά του, είναι τα ίδια μία επαναστατική πράξη. Επαν – ίσταται και ανασυνθέτει τον κόσμο του. Ποιός μπορεί να διαφωνήσει μαζί του όταν λέει πως: «Η επιβίωση είναι ανταρσία» ή όταν λίγο πιο μετά δηλώνει: «Όταν θες να αλλάξεις τα πράγματα δεν το συζητάς. Απλώς τα αλλάζεις.»
Οι εικόνες που ξεπηδούν μέσα από τα κείμενά του, είναι αναγεννησιακές. Πολυχρωματικές μέσα στο μαύρο τους. Νιώθεις πως είσαι μέρος ενός πίνακα την στιγμή που εκείνος δημιουργείται. Μεταφέρεσαι αυτόματα σε έναν κόσμο που ακόμη κι αν δεν υπάρχει, εμφανίζεται στα μάτια σου με τρόπο αδιαμφισβήτητο. Το «κακό» με τον Σταύρο Σταυρόπουλο, είναι πως τον κόσμο αυτόν, τον βλέπει. Τον ζει. Και προσπαθεί να περιγράψει το τέλος του όντας κι ο ίδιος κομμάτι αυτού του τέλους.
Όσο προχωράς στην ανάγνωση, τόσο περισσότερο ανακαλύπτεις πως όλα όσα προηγήθηκαν δεν ήταν παρά ένα πρόγευμα ζωής που πλησιάζει σε τέρμα. Όταν ο άνθρωπος δεν υπερασπίζεται και δεν επιβεβαιώνει τον μύθο του, τότε το μόνο που απομένει είναι να αφαιρέσεις την πούδρα και το μακιγιάζ και να κοιτάξεις την αλήθεια κατάματα.
Στη λογοτεχνία τα πάντα είναι ρευστά. Σε αυτό μοιάζει με τη ζωή – που όμως παραμένει ανενεργή, μη έχοντας την δυνατότητα ή την ικανότητα να τα ανασυνθέσει, μετατρέποντας την απελπισία σε «παρτιτούρα» δημιουργίας ποτισμένη με ιδέες. Η ανασύσταση ενός κόσμου που έχει διαλυθεί, ενός μύθου που έχει καταρρεύσει, χρειάζεται αρκετό πλεόνασμα φωτός, για να μπορέσουν να δημιουργηθούν εκ νέου οι συνθήκες εκείνες που θα οριοθετήσουν την από του τέλους αρχή. Αυτά τα αποθέματα ο Σταύρος Σταυρόπουλος τα διαθέτει. Εξάλλου, μέσα από την ίδια την γραφή του, δίνεται η συνέχεια ενός κόσμου που έχει χαθεί και προσπαθεί ξανά να τοποθετηθεί σε τροχιά.
Κι αν το εδώ είναι αλλού, τότε όντως «Πιο νύχτα δεν γίνεται».
.
ΞΕΝΟΦΩΝ ΜΠΡΟΥΝΤΖΑΚΗΣ
εφημ.”Το ποντίκι”, 08-09-11
Σημειώσεις για το τέλος του ανθρώπινου μύθου
ΟΠΩΣ ΕΝΑ ΠΛΟΙΟ ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Το φως της νύχτας είναι το πιο δύσκολο, είναι η επινόηση ενός θαύματος που δεν υπάρχει, η ουτοπία της αθεράπευτης αισιοδοξίας μας. Ο Σταυρόπουλος περιδιαβαίνει τα νυχτερινά τοπία, όπως ένα πλοίο στο βάθος μιας νυχτερινής θάλασσας. Ανείπωτη μοναξιά, ένας κόσμος ντεκόρ, τόση ψευτιά πώς χώρεσε στα όνειρά μας; Αλλά και η αλήθεια πώς πέρασε σαν τρεχούμενο νεράκι μέσα από τα νιάτα μας στους δρόμους που αγαπήσαμε και ξοδέψαμε έρωτες, πολιτικές, ενθουσιασμούς, καυγάδες, γέλια, εικόνες μιας εποχής τόσο εκκωφαντικής, όπου κανείς δεν άκουσε κανέναν• ούτε καν τον εαυτό του. Πρόκειται για μια σειρά κειμένων δημοσιευμένων στο ένθετο βιβλιοθήκη της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία» από τον Μάρτιο του 2009 ώς και τον Απρίλιο του τρέχοντος έτους.
Όλα τα κείμενα κινούνται στο μεταίχμιο εκείνο όπου το φως εναλλάσσεται με την εσωτερικότητα κι η νύχτα γίνεται ένας μεγάλος τόπος, μια πατρίδα απέραντη που χωράει όλη την ανθρωπότητα με τις αρετές και τις βρομιές της, δίχως εκείνα τα εκτυφλωτικά περιγράμματα της μέρας όπου χάνεται η μαγεία από το πολύ κι ανώφελο φως. Μέσα στη νύχτα οι ζωές μας διευρύνονται, «εξελίσσονται σε ναυμαχίες ή ναυάγια» με την ανομολόγητη προσδοκία ενός ευτυχισμένου ξημερώματος, που αργεί, που δεν έρχεται, που μας ξεχνά. Έτσι που η νύχτα γίνεται τυραννία, μοναξιά, αδιέξοδο, βάσανο, ξοφλημένη ιδεολογία, αλλά και αφορμή για τρυφερότητα, για μικρά κομματάκια ανθρωπιάς διάσπαρτα στις σκιές των δρόμων, πάθος δίχως ανταπόκριση.
Έτσι κι αλλιώς η ανάγνωση αυτών των ιδιαίτερων και εκλεκτών κειμένων είναι ανοιχτή σε κάθε ανάγνωση.
.
Ο ΕΡΩΤΑΣ ΘΑ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΚΟΜΜΑΤΙΑ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ
Δέκατα Καλοκαίρι 2010
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΧΑΙΚΟΥ
Αποφάσισα να ξεκινήσω αυτό το κείμενο, όχι με επαίνους, αλλά με ενστάσεις. Διευκρινίζω ενστάσεις τρίτων.
Έτσι, θέλω στο ξεκίνημα να κάνω τον συνήγορο όχι του διαβόλου –άλλωστε διαβόλους έχει πολλούς μέσα του ο Σταυρόπουλος, ώστε να μην χρειάζεται άλλη συνηγορία–, αλλά του… αγγέλου!
Εξ άλλου, τα ερωτήματα που θα θέσω αφορούν περισσότερο τους πουρίστες, οι οποίοι, ως γνωστόν έχουν συνήθως λευκά φτερά.
Πρώτο ερώτημα ή, μάλλον, πρώτη ένσταση.
Αυτό είναι ένα έργο ψευδεπίγραφο. Είναι μυθιστόρημα;
Χμμ…
Εδώ, ο Σταυρόπουλος, μολονότι μνημονεύει τον Κλιμτ, ευφυώς ακολουθεί τον René Magritte, ο οποίος, ως γνωστόν, ζωγράφισε μια πίπα και ονόμασε τον πίνακα «Αυτό δεν είναι μια πίπα».
Ο Σταυρόπουλος έγραψε ένα ποίημα en prose και διευκρινίζει με έμφαση πως «αυτό δεν είναι ποίημα», είναι προσχέδιο για ένα μυθιστόρημα.
Στην ουσία το βιβλίο αυτό είναι η μαγιά, ο αόρατος χώρος, ο εναλλασσόμενος χρόνος, οι χαμηλόφωνοι διάλογοι ενός δυνάμει μεγάλου μυθιστορήματος.
Σ’ αυτούς τους πυλώνες, αν ήταν μπεστσελερίστας, ο Σταυρόπουλος θα είχε προσθέσει άλλες 300 αδιάκριτες σελίδες δράσης.
Η διακριτικότητά του –εν προκειμένω– έγκειται στο ότι κράτησε με λαβίδα χρυσοχόου μόνο όσα συντελούνται στον εσωτερικό χώρο της ψυχής και καλλιέργησε σχολαστικά τα συναισθήματα.
Στην ουσία έκοψε όλα τα περιττά λίπη και κράτησε μόνο τη λύπη. Ή, όπως λέει ο ίδιος, «τη λύπη του δέρματος». (23)
Ενίστανται και πάλι οι άγγελοι.
«Μα το μυθιστόρημα αφηγείται μία ιστορία. Έχει αρχή, μέση και τέλος».
Μα, αγαπητοί εν Ακαδημαϊσμώ αδελφοί, και εδώ υπάρχει μία ιστορία και μάλιστα συναρπαστική, με μεταπτώσεις, αμφισβητήσεις, αρνήσεις, καταφάσεις, παραδοχές, αναμνήσεις.
Κι ύστερα, να σας θυμίσω τον ιδιοφυή Godard, ο οποίος τελεσιδίκως έχει ξεκαθαρίσει: «Κάθε ταινία έχει αρχή, μέση και τέλος – αλλά όχι απαραίτητα μ’ αυτή τη σειρά».
Δεν ξέρω αν ο Σταυρόπουλος γνώριζε αυτόν τον αφορισμό, όμως τον εφαρμόζει άριστα καθώς, πολύ πριν απ’ το τέλος του βιβλίου, σπεύδει να γράψει: «Το τέλος του έρωτα είναι ο έρωτας».
Ακόμα θα πουν: Μα το μυθιστόρημα έχει ήρωες, πρόσωπα.
Α, όλα κι όλα. Εδώ ο Σταυρόπουλος πετυχαίνει διάνα.
Όχι μόνο γιατί έχει πρόσωπα, αλλά τα ονοματίζει κιόλας προλογικά.
Ακούτε πώς τα ορίζει:
– Εγώ
– Εσύ
– Αυτό
– Και το άλλο
Ας δούμε τους δύο πρωταγωνιστές, δηλ. τον Εγώ και την Εσύ.
Θα λέγαμε, για τον πρωταγωνιστή ενός συνήθους μυθιστορήματος, για να τον ορίσουμε ψυχογραφικά και κοινωνικά:
Ο Α. είναι σχετικά νέος. Γύρω στα… Σπούδασε εδώ… Εργάζεται εκεί… Είναι φιλόδοξος, αλλά γεμάτος ανασφάλειες.
Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια. Έχει μια ουλή στο μέτωπο.
Έχει σχέση με τη Β., μια δύσκολη σχέση με πολλά προβλήματα. Γοητεύεται από την τεχνολογία και αγαπά με πάθος τη μουσική. Έχει έναν αγαπημένο σκύλο. Πίνει πολύ, ιδιαίτερα τα βράδια… κ.λπ. κ.λπ.
Αντιθέτως, πέρα από τις συνήθεις κοινοτοπίες, ο Σταυρόπουλος ορίζει με διαφορετικό τρόπο τον ήρωά του, τον Εγώ.
Τον εμφανίζει να έχει επιφυλάξεις για τα ενδυματολογικά λάθη εκείνου του καλοκαιριού. Να πεθαίνει κάθε απόγευμα σε κάθε τετραγωνικό μέτρο. Να μένει ακίνητος από τη μαθητεία του σε κείνην.
Πιστεύει ακράδαντα πως το πιο ενδιαφέρον από τα αισθήματα, είναι η αδιαφορία.
Θα ήθελε να είναι ταχυδακτυλουργός. Ονειρεύεται να σιδερώσει πάλι τη ζωή στη ζωή του.
Στον τόπο της εκτέλεσης δένει εκείνος τα μάτια του δήμιου. Σκέπτεται να εγκατασταθεί μονίμως σ’ ένα καρφί.
Δηλώνει πως δεν ήταν ποτέ υπέρ των φωνηέντων.
Και βέβαια –σημαντικό–, ο Εγώ δεν γράφει πια. Γράφεται.
Αυτά τα ελάχιστα που παρέθεσα, αρκούν θαρρώ για να αποδείξουν πόσο πιο σύνθετος, πιο πολυεπίπεδος, πιο αντιφατικός και -εντέλει- πιο ενδιαφέρων είναι ο ήρωας του Σταυρόπουλου, σε σχέση με έναν κοινό πρωταγωνιστή, από εκείνους που κυκλοφορούν μέσα στις γραμματοσειρές εκατοντάδων τυπογραφικών άλλων βιβλίων.
Θα μπορούσα πολλά να πω και για την ηρωίδα του, την Εσύ. Μου αρκεί όμως ελάχιστα να σταχυολογήσω: είναι εκείνη που ένας σπασμένος καθρέφτης λιώνει ανάμεσα στους ώμους της, εκεί όπου παλιά ήταν το πρόσωπό της.
Τα χέρια της είναι μια κυβέρνηση χαδιού, το στόμα της μια συγκομιδή γλώσσες, πάντα γκρεμίζεται προς τα μένα – μ’ έναν τρόπο που είναι μεταδοτικός και είναι τόσο απούσα που σχεδόν είναι παντού: ένας θάνατος σε συνέχειες που κυκλοφορεί ανάμεσα στις λέξεις.
Όσο για τα άλλα πρόσωπα του έργου, το «αυτό» και το «άλλο», παρεμβαίνουν για να σχολιάσουν, κάποτε δηκτικά.
Π.χ., ακούστε τον διάλογο των δύο ηρώων.
Σ’ αγαπώ μου λες.
Και γω σ’ αγαπώ.
Ε, και;
Αυτό το «Ε, και;» που δυναμιτίζει τη στιγμή και την ατμόσφαιρα, είναι σαν να ακούγεται από αυτό το τρίτο πρόσωπο.
Κάποτε επίσης το «αυτό» ή «το άλλο» λειτουργούν σαν αφηγητές, σαν ουδέτεροι παρατηρητές της ερωτικής δράσης, κυρίως σε κείνα τα μονόστιχα ιντερλούδια που κατά κάποιο τρόπο διακόπτουν την αφήγηση και αποφορτίζουν το κλίμα – με αφοριστική διάθεση.
Ακούστε: Σχέδιο 29
Αληθινό είναι μόνο ό,τι ονειρευόμαστε.
Σχέδιο 31
Ο ορίζοντας σπαταλήθηκε άδικα.
Σχέδιο 86
Πιο νύχτα δεν γίνεται.
Σχέδιο 101
Κάθε σχέση είναι ένα μνημόσυνο.
Ο θάνατός της έχει προηγηθεί.
Σχέδιο 108
Να είναι αυτή η τελευταία γοητεία;
Είναι οι ίδιοι που αφήνουν στις σελίδες να κυλήσουν μελωδίες –σαν να είναι ιδιότυποι πομποί– των Beatles, των Rolling Stones, του Dylan, του Van Morrison, του Neil Young.
Μπορώ, ωστόσο, να ακούσω και μια άλλη ένσταση από τις τάξεις των αγγέλων.
Είναι ένα έργο ανώριμο και ανολοκλήρωτο, γιατί δεν δίνει απαντήσεις, δεν ξεκαθαρίζει, δεν τελεσιδικεί.
Πρώτον, ερωτικά μιλώντας, δεν νομίζω πως φαντάστηκε κανείς σ’ αυτήν την αίθουσα ότι υπάρχει ώριμη ερωτική εξομολόγηση.
Δεύτερον, λογοτεχνικά μιλώντας, η ωριμότητα του συγγραφέα έγκειται στην ανωριμότητα να μη γνωρίζει τις απαντήσεις. Δουλειά του είναι να θέτει ερωτήματα και μόνο.
Το σημείο στίξης του συγγραφέα είναι το ερωτηματικό.
Και αυτό, ο Σταυρόπουλος, άριστα το χειρίζεται.
Θέτει υποδόρια ερωτήματα για τον έρωτα, αλλά και τον χρόνο και το θάνατο και την μοναξιά, σε μια εμπύρετη κατάθεση που ο ίδιος ονομάζει μυθιστόρημα.
Εγώ μπορώ να του προσφέρω μια άλλη, σύνθετη ονομασία, την οποία η δομή του μου ενέπνευσε: μυθιστόρημα χαϊ κου!
Θέλω τελειώνοντας να προσθέσω τρία πράγματα:
Πρώτον, πως αυτή η αυθάδης προσέγγισή του στο είδος, δεν θα μπορούσε καλύτερα να στεγασθεί παρά σε εκδόσεις που έχουν το όνομα «Απόπειρα».
Δεύτερον, να διαβάσω από το Σχέδιο αρ. 91, μία φράση που ανάμεσα σε πολλές, ιδιαίτερα με συγκίνησε, και δείχνει εύγλωττα την ικανότητα γραφής και δημιουργικού προβληματισμού του Σταυρόπουλου:
«Ας καίει ακόμη το φως από κείνη τη χάρτινη λάμπα, αριστερά, όπως μπαίνεις στο φόβο»
Τρίτον -και τελευταίο- αφού ο συγγραφέας, με τέτοια απόλυτη βεβαιότητα δηλώνει πως «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια», δεν έχω, ως γοητευμένος αναγνώστης, παρά να συμφωνήσω αντιφωνώντας «κομμάτια να γίνει!»
.
ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ
Αυγή της Κυριακής, 19/6/2011
Η ανανέωση της αμφισβήτησης
Αν οι πρώτες συλλογές του Λευτέρη Πούλιου, στα χρόνια «του ‘70», αποτελούσαν μια συνάρθρωση της γενικευμένης επαναστατικής διάθεσης των νέων της εποχής με το ρεύμα της μπητ ποίησης, αν πήγαιναν μετωπικά απέναντι στους ευκλεείς ποιητικούς προγόνους ζητώντας επιτακτικά τη σκυτάλη, σύντομα αυτή η διαδικασία ευτελίστηκε σε μια ανέξοδη απολέπιση της φόρμας και του φορτίου των ποιημάτων, με την κατάτμηση του λόγου, την ασυνέχεια του ειρμού, την απουσία έρματος να χαρακτηρίζουν μια πληθώρα ποιημάτων, ποιητών και ποιητριών, που έτσι εξαντλούσαν την αμφισβητησιακή διάθεση, την μετέτρεπαν σε πόζα, δηλαδή σε υποκατάστατο ύφους.
Δίπλα τους, όλα αυτά τα χρόνια, υπήρξε η ποίηση της Κατερίνας Γώγου, ομόρριζη ως προς τις κοινωνικές και ποιητικές της αφετηρίες, που επιζήτησε τη συνέχιση και διεύρυνση της πρώτης ορμής μέσα από την ανοικτή πολιτικότητα της θεματολογίας, όπου διοχέτευε και όλο το υπαρξιακό άλγος, προσωπικό μεν, αλλά τόσο κοινό και γενικευμένο, που αποτελούσε κοινωνικό φαινόμενο και μέγεθος, περιρρέουσα, αποπνικτική ψυχολογία της εποχής. Σε μια μπρουτάλ φόρμα -απλουστευτική έκπτωση της αμεσότητας της μπητ ποιητικής-, στέγασε, ως κοινωνικό τεκμήριο, με τρόπο όπως θα λέγαμε κάποτε «οργανικό», την προοδευτική έκπτωση, την απίσχναση, την προϊούσα παρακμή της Μεταπολίτευσης, την «ψυχή» και τα ζαρωμένα όνειρα μιας ολόκληρης εποχής.
Σε κάθε περίπτωση, η ποίηση στα χρόνια της Μεταπολίτευσης δεν μπορεί να διαβαστεί χωρίς τον καθρέφτη της Γώγου, και η ποίηση της Γώγου δεν υπάρχει παρά ως αντίδραση στην πορεία της ποίησης στα χρόνια εκείνα. Κι αν κάποιοι νομίζουν ότι αυτά έχουν κριθεί, προφανώς κάνουν λάθος. Τώρα είναι που πλησιάζει η ώρα των κρίσεων, και μάλιστα η ποίηση του Σταυρόπουλου ξαναθέτει το θέμα με τον πιο έγκυρο και δραστικό τρόπο: διά της ποιήσεως, διά της συνέχειάς της.
Ο Σταυρόπουλος έρχεται λοιπόν να ξαναθέσει το ποιητικό στοίχημα της Κατερίνας Γώγου, έχοντας εντοπίσει τη βασικότερη αστοχία του, μάλλον αναπηρία του, δηλαδή την ελλειπή αγκύρωσή του στην ιστορία, στη διαδρομή του ποιητικού λόγου, έχοντας ορίσει εμφανώς τη στόχευσή του, τόσο απλή αλλά τόσο δύσκολη στην πράξη, δηλαδή να κάνεις ποίηση με άμεσες κοινωνικές και πολιτικές συμπαραδηλώσεις, αλλά όχι εις βάρος της αισθητικής αρτίωσης: Όλοι οι άνθρωποι γκρεμίζονται προς τα έξω∙ εσύ γκρεμιζόσουν προς τα μέσα.
Αντί λοιπόν για την προσφυγή στο underground καταφύγιο της Γώγου, προτιμά το διαρκέστερο και οπωσδήποτε ευρύτερο περιβάλλον της ροκ κουλτούρας, όπου συναρθρώνει τις ποιητικές αναφορές με τους ρυθμούς και τους ήχους που ορίζουν, με τρόπους έντονους και υφολογικά σκληρούς, ένα πολύ ισχυρό και ευρύχωρο πολιτισμικό πεδίο. Ενδεικτικές και οι σημειώσεις-παραπομπές-ανακλήσεις: Κ. Π. Καβάφης, Van Morrison, Leonard Cohen, Γιώργος Χειμωνάς, Rolling Stones, Άννα Αχμάτοβα, Ραούλ Βανεγκέμ, The Beatles, Neil Young, Bob Dylan, Ρίλκε, Τεντ Χιούζ… Μετά, απλώς κουράζεσαι να είσαι νεκρός. Να ταξιδεύεις με πεθαμένους.
Από τους οικείους, τους πιο κοντινούς, κρατάει ορισμένους, όπως π.χ. τον Γκόρπα, και πάλι όμως ως σπάραγμα, ως οδόσημο, και όχι ως δρόμο. Γιατί ο Σταυρόπουλος φτιάχνει ποιήματα όπου ο λυρισμός καταλαγιάζει μέσα στην πεζολογική μορφή του στίχου, όπου οι λέξεις δεν λάμπουν αλλά κυκλοφορούν, προσπαθώντας να βρουν όχι τη θέση τους αλλά τη σχέση τους με τις άλλες, μια σχέση διαρκώς μετατοπιζόμενη, μεταλλασσόμενη, χωρίς την ασφάλεια της μνημείωσης αλλά με τη διαρκή αγωνία της τριβής με τις άλλες και με τα πράγματα, ώστε ο σπινθήρας της ποίησης να προκύπτει συνεχώς, απρόβλεπτος και φυσικός. Στόχος του είναι ποιήματα που εγγράφονται μέσα στην καθημερινότητα, χωρίς αυτή να τα καταπίνει, που μπορούν ανά πάσα στιγμή να ανακληθούν μέσα από αυτήν, ως ασφαλή τεκμήρια της ζέουσας πραγματικότητας. Αυτή είναι η λύση που δίνει στο αίτημα της πολιτικής ταυτότητας των ποιημάτων του. Όσο κι αν φανεί παράδοξο, θα έλεγα ότι σιγά σιγά πλησιάζει προς τα διλήμματα που αντιμετώπισε ο Γιάννης Ρίτσος. Κι εδώ είναι που αναδεικνύονται οι ανάγκες της σύνθεσης, η διαλεκτική αμεσότητας, συνομιλητικότητας, κοινωνικών αναφορών, από τη μια, και, ποιητικής υψηγορίας, διαύγειας της φωνής, υπόγειας αύρας, από την άλλη, ανάγκες και αιτήματα του ποιητικού του λόγου που ήδη εμφανίζονται στο βιβλίο και δοκιμάζονται κάποιες λύσεις. Αρκούν; Δεν μπορώ να απαντήσω εύκολα, γιατί η απαιτητική διαλεκτική στην οποία υπόκειται η ποίηση του Σταυρόπουλου έχει την «ιδιοτροπία», μόλις ο στίχος πάει να απογειωθεί, να προβάλλει την υπενθύμιση-αίτημα: Να διακρίνεται καθαρά ο λεκές της ζωής.
.
ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΗΛΑΚΟΣ
Ελευθεροτυπία Βιβλιοθήκη – Αρ. Τεύχους: 625 16/10/2010
Η θάλασσα που έσταξε
Τι είναι τελικά τα βιβλία που γράφεις; -Επιστολές που στέλνω στον εαυτό μου και δεν περιμένω να μου απαντήσει ποτέ, αποκρίνεται σαν μικρό παιδί ο Σταύρος Σταυρόπουλος στην Αννα Νάζου. Ευθύς μεμιάς περνούν απ’ το νου μου οι στίχοι του Τζελαλαντίν Ρουμί: Τα λόγια μου ήταν κούφια, /όλο πρέπει και μη./ Για χρόνια χτυπούσα την πόρτα/κι είδα όταν άνοιξε πως χτυπούσα από μέσα. Αυτός που μας καλεί -δεν έχει σημασία μέσω τίνος- είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Στην περίπτωση του μεγάλου πέρση μύστη, σ’ εκείνον καθεδρεύει η αιώνια εικόνα του Αγαπημένου, που σε κάθε του ανάσα ωριμάζει η κατατεμαχισμένη χρονική υπόσταση του ποιητή, που έτσι όμως γίνεται και πιο αθώα. Η παγίδα και το ίδιο το θήραμα. Στην περίπτωση του Σταυρόπουλου, σ’ εκείνον, τον πρώτο του εαυτό, κρύβεται το πολύ μια στοιχειωμένη ιστορία, ένα σώμα σημαδεμένο από τον χρόνο, που πλήρες λευκών φωτοχυσιών τού δόθηκαν κάποτε η ελευθερία και η χάρις, να περπατήσουν από πάνω του, να τον αφομοιώσουν και συνάμα να τον υπερβούν. Για τον ποιητή μας ακριβώς εκεί κρύβεται όλη η αλήθεια.
Η μυθολογία του προσώπου έχει απολέσει τη δύναμή της να διαφυλάττει την ενότητά του· μια μύχια και άταραχη αγιοσύνη, που εξακολουθεί να εμπνέει και να καθοδηγεί, όπως στην περίπτωση του Πέρση. Αυτό που διακυβεύεται, και για τον λόγο τούτο στα χέρια του δημιουργού μεταπλάθεται σε αντικείμενο νόστου, είναι το πρόσωπο τού άλλου, όχι ανεξαρτήτως από την εμπειρία του γράφοντος. Είναι η στιγμή μέσα στον χρόνο. Ο Ενεστώτας προτού προλάβει να χαμηλώσει τα κλαδάκια του. Είναι ο έρωτας που πόθησε την κατάργησή του μέσα στο άλλο, κι ωστόσο δεν μπόρεσε (και πώς αλλιώς;) να ξεφύγει από τα δίχτυα της προδοσίας του χρόνου, στους ρυθμούς του οποίου κόβονται, αίφνης, τα νήματα που συνδέουν τις ζωές δύο ανθρώπων, και επαναλαμβάνεται, αενάως αυτοσυντελλούμενο, το δράμα της μοναξιάς. Τω όντι αντιστραμμένο το όνομα της συντροφικότητας, μιας εν πάση περιπτώσει εφήμερης πληρότητας.
Αν ο Ρουμί ψάχνει τον Αγαπημένο του και τον βρίσκει στο άκουσμα της ραμπάμπ, στα άνθη που φυτεύει, στο παγόνι που αντικρίζει, στη θέα της Κάαβα (του σημαντικότερου ιερού του Ισλάμ), στο γεμάτο με κρασί κύπελλό του, στο αγοραίο πλήθος, ο Σταυρόπουλος βρίσκει τη δική του Αγαπημένη σε δύο κούτσουρα κάτω από την άδεια μπασκέτα, ανάμεσα σε πατημένα καπέλα και ένδοξα άδικα, σ’ ένα δωμάτιο με σκοτωμένους λύκους, στην όψη γκρεμισμένων σπιτιών. Ακούγεται, λοιπόν, η φωνή του όχι με τη φωνή εκείνων των περασμένων γκουρού που μπορούσαν μέσα στην πολλαπλότητα της πραγματικότητας να δουν το Ενα, το ιδεατό, το πραγματικό, αλλά με τη φωνή όλων εμάς που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σ’ έναν κόσμο έρημο από τις βεβαιότητες και τις υπερβατικές αναφορές των προηγούμενων εποχών, σ’ έναν κόσμο γεμάτο σκοτεινά βάραθρα, όπου επικοινωνώ σημαίνει ανταλλάσσω τα κένα μου με τα κενά σου. Ο χρόνος για τον Σταυρόπουλο, και για όλους εμάς που τον διαβάζουμε, δεν είναι μια οπή προς την αιωνιότητα. Είναι ο αναπότρεπτος τοίχος και τα θρύψαλα που αφήνει. Είναι ο χρόνος ενός Προυστ, ενός Ελιοτ, ενός Γέιτς, ενός Αχτερμπεργκ, μιας Σέξτον, ενός Κοέν, ενός Ντίλαν. Μιας Αννα Καμιένσκα:
Εχωσα τη γλώσσα μου τόσο βαθιά που ήταν σαν να έγλειφα το παρελθόν της. Όπως βυθίζεις ένα μπισκότο στο γάλα. Το αιδοίο της τεντώθηκε σαν καλώδιο και άνοιξε εντελώς. Η μήτρα της αναποδογύρισε. Έλιωσε σαν καραμέλα στο στόμα μου. Το στύφωμα της άρχισε να υποχωρεί. Τα σωθικά της γκρεμίστηκαν απ’ τη θέση τους και πλημμύρισαν το πρόσωπό μου, τον απέναντι δρόμο, τον κόσμο όλο. Ηταν σαν να είχε σπάσει κάποιος κεντρικός αγωγός, ένας γιγαντιαίος σωλήνας, η υδρορροή ενός μπαλκονιού. Και έβρεχε, έβρεχε, έβρεχε. Στην πραγματικότητα, είχαμε σπάσει εμείς. Για την ακρίβεια: είχαμε γίνει κομμάτια.
Απ’ αυτή την άποψη, ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου τού Σταυρόπουλου, παρότι καταδεικτικός του περιεχομένου, θα μπορούσε να ακούει στις λέξεις: Η θάλασσα που έσταξε. Ουκ ολίγες φορές ο συγγραφέας- ποιητής έχει κατά νου αυτή την όμορφη μεταφορά με διάφορα συμπαραδηλωτικά. Ετσι κι αλλιώς, η γραφή του είναι το περισσότερο πεζολογική κι ελαχίστως λυρική, ενδεδυμένη ωστόσο με πολλές σουρεαλιστικές εικόνες, που διοχετεύουν τον κόσμο της εγκατάλειψης και της ερημίας που περιγράφει με την απαιτούμενη ποιητική αγριότητα. Η θάλασσα της γονιμότητας του Γιούκιο Μισίμα, λοιπόν; Που έσταξε, που απώλεσε τη χάρη να συνιστά για τον κατατρεγμένο την πρώτη συναισθηματική εποχή, το όνειρο της καταφυγής του, την ελπίδα του, κι έγινε τοπίο θανάτου; Να δεις που στο τέλος θα καταλήξουμε να αγαπάμε τους πεθαμένους, λέει ο ποιητής με σκυφτό θαρρείς το πρόσωπό του, καθώς βλέπει το σώμα του να συμπεριφέρεται ως κόσμημα της καθόδου. Έμειναν μόνον οι τάφοι. Σκέφτομαι ότι για να έρχεσαι, δεν είχες φύγει ποτέ. Πώς γίνεται όμως να ξεπορτίζουν νυχτιάτικα οι φωτογραφίες; Ο ορίζοντας σπαταλήθηκε άδικα. Από μια λάθος πινελιά. Μυρίζει ανυπαρξία. Μια διαρκής εξοικείωση με την ήττα. Η αγάπη κάνει τα πράγματα να σωπαίνουν: Αφουγκράζονται τα βήματα των εραστών που απομακρύνονται. Είναι μερικές μόνον από τις πολλές πραγματικές φράσεις που κατακλύζουν τούτη την παράξενη ποιητική μυθιστορία με τον pop, ευκολοχώνευτο τίτλο, που καταφέρνει να μεταδώσει ένα αίσθημα αισιοδοξίας ότι θα συνεχίσουμε να ερωτευόμαστε. Και πώς αλλιώς από τον Σταύρο Σταυρόπουλο; Έναν από τους ελάχιστους της γενιάς του που η γραφή του μπορεί ακόμη να παράγει συναισθήματα, να σωματοποιεί τα συμβάντα και να εκστασιάζεται με αυτά.
.
ΔΥΟ ΜΕΡΗ ΣΙΩΠΗ, ΕΝΑ ΜΕΡΟΣ ΛΕΞΕΙΣ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ – ΡΟΥΚ
Περιοδικό Ποιητική – Αρ. Τεύχους: 7 Άνοιξη-Καλοκαίρι 2011
Ένας πολυδαίδαλος ηχολήπτης της πραγματικότητας
Για μένα ο Σταύρος Σταυρόπουλος είναι ένας πολυδαίδαλος εικονολήπτης – και γιατί όχι και ηχολήπτης- της πραγματικότητας. Γιατί, ενώ συνήθως ο ποιητής τυλίγει τον έξω κόσμο με τα σεντόνια του δικού του μέσα κόσμου, ο Σ.Σ. με τα ποιήματά του δίνει την εντύπωση ότι ο έξω κόσμος είναι αυτός που τον πλημμυρίζει και που για να μην πνιγεί, αναγκάζεται να εκβράσει το ποίημα. Τα όπλα του σ’ αυτή τη δύσκολη αυτοάμυνα είναι αυτά τα ορισμένα, τα συγκεκριμένα στοιχεία που χαρακτηρίζουν την ποίησή του. Λέει σ’ ένα σύντομο ποίημα με τίτλο «Κριτικές Σημειώσεις»: «Χωρίζουν την ποίηση / Σε δεκαετίες / Είδη / Κινήματα / Αναιδείς κανόνες / Αντί να τη χωρίζουν / Απλά / Σε ομάδες αίματος».
Αναφέρομαι πρώτα στο ποίημα αυτό γιατί θέλω στη συνέχεια να πω ότι ένα από τα χαρακτηριστικά – ίσως το πιο χαρακτηριστικό – στοιχείο της ποίησης του Σ.Σ. είναι ένας ιδιότυπος σουρεαλισμός όχι με την έννοια της ποιητικής μανιέρας, της σχολής που για μια ολόκληρη εποχή επιβλήθηκε στο ποιητικό σύμπαν, αλλά με την έννοια της πρόθεσης της πραγματικής υπέρβασης του πραγματικού, με συνδυασμούς που ξαφνιάζουν, αλλά που ποτέ δεν αποδεσμεύονται από την κυριαρχία του πραγματικού: «Φτάνει να παίρναμε μαζί μας / Έναν πλακόστρωτο ουρανό / Με τις βαλίτσες του να μονολογούν αύριο».
Κι όμως, αυτή η σουρεαλιστική εικόνα γεννήθηκε από ένα συγκεκριμένο ιστορικό γεγονός, τον Μάη του 68 στο Παρίσι, όπως εξηγεί στις σημειώσεις του βιβλίου του, σημειώσεις πλούσιες σε ελληνικές και ξένες αναφορές, ο Σ.Σ.
Από την άλλη μεριά, έχει κανείς συχνά την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος κόσμος του Σ.Σ. είναι ένας κόσμος που ο ποιητής γνώρισε μόνο μεταφορικά: «Την ώρα που η θάλασσα / Αυτή η μεγάλη ζωγραφική εκκρεμότητα» λέει κάπου. Άλλο στοιχείο που σφραγίζει την ποίηση του Σ.Σ. είναι η πρωτοτυπία, αφού ο σουρεαλισμός και η πρωτοτυπία δεν συμβαδίζουν απαραίτητα. Και πάλι εδώ έχουμε μια πρωτοτυπία που δεν δίνει την εντύπωση μιας απεγνωσμένης προσπάθειας να ειπωθεί κάτι εντελώς καινούργιο, αλλά μιας προσπάθειας σύνταξης, σύνθεσης ενός σύμπαντος που να περιέχει όλες του τις άπειρα ποικίλες μορφές και εκφάνσεις που στην πραγματικότητα αυτό περιέχει. Όπως: «Οι παράνομες γεωτρήσεις στο προαύλιο του Θεού», «Η δύση δεν ήταν τίποτε άλλο από μια υπόκλιση στο θάνατο», «Οι άνθρωποι κάτι ξεχαρβαλωμένες οικειότητες» και άλλα πολλά.
Επίσης, αυτό που συνήθως κατοικεί στον τελευταίο στίχο ή στους δυο τελευταίους στίχους του ποιήματος είναι το απρόοπτο, το απροσδόκητο, κάτι που θυμίζει το σασπένς μιας αστυνομικής διήγησης.
Ο ερωτισμός είναι έντονος στην ποίηση του Σ.Σ. αλλά κι εδώ πρωτοτυπεί, γιατί είναι στιγμές που μοιάζει ο έρωτας πιο πολύ με παιχνίδι. Το παιχνίδι όμως δεν είναι ανθρώπου που αστειεύεται αλλά κάποιου που βιώνει στη πέτσα του τη μαύρη πλευρά του κόσμου και θέλει να ξεχαστεί:
«Από το σ’ αγαπώ / Λείπουν πολύ / Η περισπωμένη / Κι εσύ».
Η απουσία, το ανάπηρο δίδυμο του έρωτα, κάνει την εμφανισή της στα ποιήματα του Σ.Σ., αλλά και πάλι δεν ξέρεις αν πρόκειται για απουσία συγκεκριμένου προσώπου ή για την περιγραφή της πιο συχνής κατάρας της ζωής. Λέει: «Μεταξύ μας / Όλο αυτό τον καιρό / Δεν παριστάνω τον θλιμμένο / Απλά καμιά φορά / Αναρωτιέμαι αν υπάρχεις».
Και το ποίημα; Τι είναι αλήθεια το ποίημα; Είναι μια εγχείρηση της ψυχής ή μια μοναδική πνευματική ταλαιπωρία; Λέει ο Σ.Σ.: « Εκτός και αν / Αυτές οι γόπες / Που μυρίζουν / Καμένες αναπνοές / Είναι το ποίημα». Το ποίημα που ο ποιητής το βάζει στην πιο σκληρή δοκιμασία πριν το προβάλει: Ό,τι ήθελα να πω / Το έλεγα πρώτα στον εαυτό μου / Για δοκιμή».
Ένα άλλο βασικό εργαλείο στην ποίηση του Σ.Σ. είναι το χιούμορ, που καλύπτει ένα ευρύ φάσμα, από την ειρωνεία ως το υπαρξιακό και μαύρο χιούμορ: «Μια οικογένεια που μόλις βγήκε / Από το σούπερ μάρκετ / Αλλά μετά χάθηκε» ή «Είχα αργήσει μια γενιά / Και τα πράγματα / Πήγαιναν ευτυχώς / Όλο και χειρότερα».
Το χιούμορ αποτελείται, κι αυτό, από διάφορα συστατικά. Ένα από αυτά είναι η αθυροστομία. Δεν φοβάται ο ποιητής να χαράξει στο χαρτί τις συνουσιαστικές λέξεις. Ένα άλλο είναι το παιχνίδι με τα γράμματα, όπως: «Λίγο ακόμα Π πριν περάσει(ς)»
Υπάρχει και μια άλλη, ελευθεροστομία θα την έλεγα αυτή, η ελεύθερη χρήση της Αγγλικής γλώσσας, πράγμα που εξηγεί βέβαια το χιούμορ, αλλά και οδηγεί στην άνετη κατανόηση της σύγχρονης ζωής, σπορ, διαδίκτυα και άλλα μηχανήματα.
Εγώ εδώ σταματάω να παρακολουθώ γιατί ούτε από τεχνολογία καταλαβαίνω, ούτε από γκολ, τα «ξυστά άουτ» του Σ.Σ. Λέω πάντα ότι ανήκω στον περασμένο αιώνα. Όμως αναρωτιέμαι: Σ’ αυτόν εδώ τον αιώνα όπου πατάς ένα κουμπί και όλα βγαίνουν στην επιφάνεια στη στιγμή, τι μπορεί πια να σημαίνει πρωτοτυπία; Για να γεννηθεί άραγε αυτή δε χρειάζεται λίγο και η φαντασία και οι περίεργοι συνδυασμοί που κάνει αυτή με την πραγματικότητα; Όταν όλα είναι γνωστά ή θάναι το επόμενο λεπτό πώς να δημιουργήσεις το άγνωστο πρωτότυπο;
Το ίδιο ισχύει και για τον σουρεαλισμό. Σε μια εποχή που τα πιο ασύλληπτα όνειρα ή οι πιο τρομαχτικοί εφιάλτες γίνονται πραγματικότητα πριν καλά καλά κανείς να έχει συνειδητοποιήσει τι επιθυμεί ή τι φοβάται, πώς μπορεί να εφεύρει το υπερ-πραγματικό, το σουρεαλιστικό; Όταν κάθε στιγμή, με το κινητό, είσαι σε επαφή με το πλάσμα που λαχταράς, πώς να αφήσεις τη φαντασία σου να καλπάσει μήπως και προλάβεις την αγάπη σου στο δρόμο; Όταν έχεις όλα τα τεχνικά μέσα για να αναλύσεις το παρελθόν και να προβλέψεις το μέλλον, η φαντασία μπαίνει σε ανεργία και όλα γίνονται, όπως λέει ο Σ.Σ. «υποδιαιρέσεις της ομοιότητας».
Όμως εδώ έχουμε ένα τόμο που ξεχειλίζει από τόλμη και γοητεία κι ας είναι «Δυο μέρη σιωπή (κι) ένα (μόνο) μέρος λέξεις». Ίσως νάναι γι αυτό ακριβώς η γοητεία του.
.

