ΑΝΝΑ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ

.

Η Αννα Ξανθοπούλου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1969, όπου ζει και εργάζεται έως σήμερα. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές “Λόγοι” (εκδόσεις Βακχικόν 2023) και “Διέσχισα την πόλη” (εκδόσεις Βακχικόν 2025)

.

.

ΔΙΕΣΧΙΣΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ (2025)

Στέκομαι τώρα εδώ.
Μόνη,
όπως συνηθίζεται συχνά.
Κάτω, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν λέξεις.
Άβολες οι θέσεις του σώματος
γι’ αυτούς που σηκώνουν τα μάτια από χαμηλά
για ν’ αντικρίσουν εκείνους,
που σκύβουν να τους συναντήσουν.

Εγώ εδώ μουτρώνω στα σύννεφα.
Ελάχιστα με υπολογίζουν.
Έχουν απλώσει επάνω στη μέρα.
Στα κοτσύφια που ερωτοτροπούν
και τις μέλισσες, που αποζητούν τα άνθη.
Έχουν απλώσει πάνω στις σκέψεις και τις ενοχλούν.

Πόσες Κυριακές σαν αυτή
θα νοσταλγήσεις σαν τις χάσεις;
Η ακολουθία των Κυριακών
είναι μια παρηγοριά
στην ανασφάλεια του εντός και γύρω.

* * *

Δεν αναγνωρίζω την πόλη.
Η ερημιά σκεπάζει τους δρόμους
και τα πρόσωπα.
Στριμωγμένοι σε ουρές άνευ λογικής
τσακωνόμαστε με αγνώστους
που δεν δίνουν δεκάρα.

Περιμένουμε

λεωφορεία που αργούν
τηλέφωνα που παραμένουν σιωπηλά
καλύτερες μέρες που η προοπτική τους
χάνεται αβέβαιη.

Ίχνος ενθουσιασμού.
Κι οι «επαφές» μας,
επαφές νεκρών
που έπαψαν από καιρό να νιώθουν
και μες στους άλλους
προσπαθούν να το ξορκίσουν.

* * *

Κάτοικοι προαστίων
με τις βερμούδες και τα ανατομικά σανδάλια
απόντες τα Σαββατοκύριακα του καλοκαιριού
επιστρέφουν κάθε Κυριακή βράδυ
κι έχουν στους ώμους τους
το βάρος των προσδοκιών τους.
Το ανεκπλήρωτο πιέζει την πλάτη τους,
σχεδόν τους βυθίζει στη γη.

Πετούν σκουπίδια,
βγάζουν βόλτα τον σκύλο
και οι γυναίκες τους ποτίζουν τα φαρδιά μπαλκόνια
– πολύ τυχερές που γλίτωσαν τις πολυκατοικίες…

Μαυρισμένες, ξανθές,
με τον αέρα της μεσοαστικής ευμάρειας
μάχονται πρόσκαιρα τη σκόνη του χρόνου
που θα τις νικήσει

* * *

Οι Κυριακές βοούν
εκεί που όλα σωπαίνουν.

Βράδια, που οι πατεράδες
βγαίνουν για γάλα
και οι μαθητές, παρέες παρέες,
πασχίζουν να τις επιμηκύνουν στις άκρες των δρόμων.

Στη σιδερώστρα που μαζεύεται,
στα σάντουιτς της επόμενης μέρας,
στη σιωπή των ζευγαριών
ύστερα από μια μέρα με φίλους
και στα φώτα των άδειων λεωφορείων.

Στάζουν θυμό και πίκρα
για όσα δεν πρόλαβαν
και ανανεώνουν το ραντεβού
για νέες διαψεύσεις.

Οι Κυριακές βοούν
όταν πια όλοι κοιμούνται.

Στα πόδια του ανέστιου,
που σέρνουν μηχανικά ένα χάρτινο κυπελλάκι παγωτού
και δίνουν κλοτσιά στην κανονικότητα

* * *

Κι όταν νυχτώνει…
τα γέλια και οι καβγάδες παίρνουν τέλος
και τα παιδιά αποσύρονται.

Είναι αλλιώς οι ήχοι τότε.
Πιο υπόκωφοι, πιο προσεκτικοί.
Τρομακτικές οι μυστικές ζωές
μέσα απ’ τα μισόκλειστα παράθυρα,
κι όλες
κάτι κοινό φοβούνται κι αποπνέουν.

Τότε είναι που μ’ επισκέπτεται ξανά η ανησυχία.
Όλη τη μέρα τής ξέφευγα και την ξεχνούσα
κι έλπιζα πως είχα πια τελειώσει μαζί της.

Πιστή στο βραδινό μας ραντεβού,
με τριγυρίζει κι εγκαθίσταται εντός μου,
με κατακλύζει και γίνεται αυτή κυρίαρχη των πάντων.
Τα κόλπα μου δεν πιάνουν.
Στα πάντα συμφωνώ μαζί της.

* * *

Όταν λείπει η αγάπη,
παίρνει τη θέση της η τάξη.

Αποδεκατίζει τα ζιζάνια του κήπου,
απογυμνώνει το χώμα από τους σπόρους
και σφραγίζει τα παράθυρα με κορνίζες γάμων.

Καμιά σκόνη δεν θα εισχωρήσει
να ανταγωνιστεί εκείνη των ψυχών.

Τα μπαγιάτικα πάθη θα αποξηρανθούν
για τον χειμώνα
ώστε τίποτε να μην πάει χαμένο.

Έτσι, το σπίτι σου θα γίνει η φυλακή σου
κι ο τάφος σου δεν θα ’χει χώμα.

* * *

Διέσχισα την πόλη
χωρίς να αφήσω το ίχνος μου πάνω της.

Αμνήμων επιδείκνυε τον τουριστικό της εαυτό
ακατανόητο στην παρακμή της.

Διέσχισα την πόλη
χωρίς να διασταυρώσω το βλέμμα μου
με των ανθρώπων.

Απο-στρέφοντας
έστρεφα στα ανθισμένα μπαλκόνια,
ζήλευα την παράλογη παρουσία
ενός ρολογιού τοίχου σε ένα από αυτά
σχεδόν έκλαψα από νοσταλγία.

Διέσχισα την πόλη
κουφή στην οχλοβοή της.

Με το βλέμμα χαμηλωμένο
με προσπέρασα.

.

ΛΟΓΟΙ (2023)

ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Αράχνες έχουν στολίσει το μπαλκόνι μου.
Στήνουν περίτεχνες παγίδες και βολεύονται
γιατί ξέρουν πως η υπομονή αποδίδει.

Τα σαλιγκάρια αποφεύγουν τις συναντήσεις.
Μαρκάρουν με βλέννα το πέρασμά τους
κι αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στα φετινά βλαστάρια.

Πολλά, σχεδόν τα πατάς κάθε που κάνεις βήμα.

Είναι που η βροχή δε σταμάτησε
κι ο ήχος της στη στέγη
κάνει τους φόβους να γιορτάζουν.

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
ΙΙ.

Οι φωτογραφίες μας
μάς χαμογελούν, αγάπη μου.

Η δική σου κάτω από τη βροχή
κι η δική μου με το δέρμα μαυρισμένο
χαϊδεμένο από τα μάτια σου.

Πιάνονται απ΄ το χέρι
και κοιμούνται η μια στην αγκαλιά της άλλης
ώσπου η νέα μέρα να ανασύρει
καινούργια αναζήτηση
καινούργια ανάγκη
καινούργιο αίσθημα απώλειας.

Οι φωτογραφίες μας
θα ανανεωθούν, αγάπη μου.

Γιατί ως τη στιγμή
που η μέρα σου θα είναι και δική μου
και η βροχή θα κάνει το χώμα να μυρίζει
κάτω από τα πόδια μου
και η θάλασσα θα αφήνει το αλάτι στο κορμί σου,

Οι φωτογραφίες μας,
ναι, αυτές οι καθημερινές λίγο αμήχανες στιγμές μας,
είναι οι μόνες που μπορούν
να μετριάσουν την απόσταση.

ΒΡΕΧΕΙ

Συμπαθητικά τα πάθη
έτσι εξημερωμένα στις εσωτερικές μας τσέπες

συμπαθητική κι η ποταπότητα
που καλημερίζει στις συναναστροφές μας.

Η μικροψυχία δίνει λάμψη στο βλέμμα
και το ψεύδος σπρώχνει τα χείλη
σχεδόν σε γκριμάτσες γέλιου.

Έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση;
Να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:
βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες.

ΚΥΡΙΑΚΕΣ

Οι ερωμένες ξεβολεύονται τις Κυριακές.
Την ώρα που χολιάζουν τραγικές,
εκείνος οδηγεί με πεποίθηση τρία ζευγάρια χεράκια
για τον εκκλησιασμό
και το γλυκό με τη μαμά.

ΣΚΙΕΣ
ΙΙΙ.

Είμαστε σκιές του εαυτού μας.

Τα βράδια
τα όνειρα ξύνουν τις ενοχές μας
βάζουν στέμμα στις αδυναμίες μας
και προκαλούν αμηχανία στα ξυπνήματα.

VII.

Είμαστε σκιές της απουσίας μας
αθόρυβοι αποχωρήσαντες
εκκωφαντικά κενοί.

Κατορθώνουμε
ό,τι πασκίζουμε να αρνηθούμε
υποκριτικά υποδυόμενοι
άλλους εαυτούς.

ΙΧ.

Ήμασταν σκιές του εαυτού μας

απόδειξη ότι υπήρξε φως
κι ίσως
κι ένας εαυτός.

Τώρα τυφλοί δινόμαστε στο χάος.

Όχι σκιές.
Μόνο σκοτάδι.

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΜΠΑΛΤΑΣ

Literature.gr 23/11/2023

Σατιρίζοντας τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου

Η Άννα Ξανθοπούλου στην ποιητική συλλογή της με τον αινιγματικό, λιτό και υποβλητικό τίτλο Λόγοι (εκδόσεις Βακχικόν, 2023) μάς εισάγει στον προσωπικό αλλά ταυτόχρονα και δημόσιο ποιητικό της κόσμο, καθώς όσα γράφει αντανακλούν γνωρίσματα της εποχής μας και εκκινώντας επαγωγικά από τις δικές της σκέψεις, τα δικά της βιώματα και τις δικές της προσλαμβάνουσες, εύκολα μπορεί ο αναγνώστης να οδηγηθεί στην εξαγωγή ευρύτερων συμπερασμάτων και στην αποτύπωση αντιλήψεων σχεδόν καθολικών με πολύ μικρό ποσοστό λάθους, αμελητέο θα έλεγε κανείς. Η Ξανθοπούλου, ουσιαστικά, δομεί την ποιητική της στη βάση των σκιών, σε εκείνες τις σκοτεινές περιοχές, οι οποίες φωτίζονται αμυδρά, όσο η κύρια πηγή φωτός είναι στραμμένη αλλού, σε ένα άλλο σημείο του εαυτού μας, διότι η ποιήτρια κάνει λόγο για τον εαυτό και, γενικότερα, για τον Άνθρωπο. Η ποιήτρια σατιρίζει άλλοτε με κυνική και άλλοτε με φιλοπαίγμονα διάθεση, όμως πάντοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια τον τρόπο ζωής του σύγχρονου ανθρώπου. Έναν τρόπο, εν πολλοίς, κίβδηλο, συμβιβασμένο και οδυνηρά υποκριτικό. Οι σκιές, όσο απλώνονται και σκεπάζουν την πόλη, λειτουργούν ως καλοκουρδισμένες μαριονέτες σε μια θεατρική παράσταση, ενώ απηχούν ξέφρενη απόγνωση και θλιβερή ατολμία, εγκλωβισμένες όπως είναι σε μια σειρά πεπερασμένων κινήσεων. Δηλώνεται καταφανώς η έλλειψη συντροφικότητας και η απουσία επαρκούς χώρου και χρόνου για ανάπτυξη και καλλιέργεια μιας συναισθηματικά δυναμικής ταυτότητας, ενόσω η μοναξιά συνδαυλίζει τον φόβο και συνεπαγωγικά εξαγριώνει τον άνθρωπο. Παρόλα αυτά το δώρο της ζωής εξυψώνεται και υμνείται μακριά από τα εφήμερα και κίβδηλα βλέμματα που το κατασπαράσσουν, διανοίγοντας πληγές ανεπούλωτες.

Η ποιήτρια μετέρχεται της φωτογραφίας ως μέσου σε μια προσπάθεια γεφύρωσης του παρελθόντος με το παρόν, της λήθης με τη μνήμη. Οι φωτογραφίες χαμογελούν στην ποιήτρια και σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, ενώ αλλάζουν με τις εποχές/ και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε/ ή φωνάζουν/ για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. («Οι φωτογραφίες, Ι.», σ. 12) Οι φωτογραφίες μάς συντροφεύουν στο διάβα του χρόνου λειτουργώντας άλλοτε νοσταλγικά κι άλλοτε επώδυνα. Είναι τα απομεινάρια από ανθρώπινες σχέσεις ώριμα ολοκληρωμένες ή βεβιασμένα τελειωμένες, ενώ, παράλληλα, είναι εκείνες που μετριάζουν τις αποστάσεις και φέρνουν κοντά τα αγαπημένα πρόσωπα. Οι διαπροσωπικές σχέσεις προτάσσονται από την ποιήτρια ως μείζον θέμα και εύλογα η παρουσία τους επανέρχεται στα ποιητικά κείμενα της συλλογής. Η καλλιέργεια και η ανθοφορία των ανθρωπίνων σχέσεων απαιτεί κόπο και χρόνο, πόνο και δάκρυ, θέληση και αυταπάρνηση. Να αγνοώ/ και να πλανώμαι/ να διάγω τον βίο μου εν αγνοία// να αεροβατώ/ και να ελπίζω,/ να προσπαθώ ν’ αδράξω ευτυχία.// Να μην πονώ/ να μη γνωρίζω/ να μην αφήνω ν’ αγγιχτώ.// Κι όταν κατάκοπη στη γη γυρίζω/ κανείς να μη μου λέει «σ’ αγαπώ». («Ν’ αεροβατώ, Ι.», σ. 14) Όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από τον αποφατικό της λόγο, η ποιήτρια στους ακροτελεύτιους στίχους του ποιήματος διατυπώνει διακριτικά και εύστοχα συνάμα το απότοκο των προηγούμενων στίχων της.

Η Ξανθοπούλου με στίχους που προκαλούν έκπληξη στον αναγνώστη καυτηριάζει με σαφήνεια και χωρίς καμία διάθεση να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό της τη συμβατικότητα και τον φαρισαϊσμό των ανθρωπίνων σχέσεων και του οικογενειακού θεσμού. Μ’ ανατριχιάζουν οι οικογένειες/ το «αυτονόητο»/ τα μυστικά τους. […] Πόση ατομικότης/ και πόση βία/ κάτω από την ίδια στέγη; («Οι οικογένειες», σ. 16) Είναι συμπαθητικά τα πάθη των ανθρώπων, συμπαθητική και η ποταπότητά τους συνταιριασμένη με τη μικροψυχία και το ψεύδος, εντούτοις η ποιήτρια προειδοποιεί: να μην ξεχάσουμε να πάρουμε ομπρέλα:/ βρέχει ανεξερεύνητες ιδέες. («Βρέχει», σ. 17) Παράλληλα, εστιάζει στο ζήτημα της κατάλληλης στιγμής, του κατάλληλου χρόνου, κατά τον οποίο ο άνθρωπος οφείλει, πρωτίστως από σεβασμό στον εαυτό του, να φεύγει από μια σχέση. Γράφει χαρακτηριστικά: νυχοπατώντας θα σε εγκαταλείψω/ την ώρα της μεγαλύτερης ασφάλειας. («Ασφάλεια», σ. 18) Βλέπουμε, επομένως, πως η ποιήτρια εν προόδω, από ποίημα σε ποίημα προσθέτει τα συστατικά εκείνα στοιχεία που συγκροτούν και συνέχουν το ποιητικό της οικοδόμημα, μέχρι τη στιγμή της κορύφωσης, η οποία επιτυγχάνεται, κατά τη γνώμη μας, με το ποίημα «Υπάρχουν χίλιοι τρόποι» (σ. 19)

Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·
στα μέτρα των άλλων συμμορφωμένος,
μέρος αταίριαστων «συνόλων»
ευγνώμων και τρομοκρατημένος.
Υπάρχουν χίλιοι τρόποι να πεθάνεις·
να αφανιστείς στη φυσιολογικότητα των άλλων
και να γίνεις πρωταγωνιστής ξένων ονείρων.
Υπάρχουν χίλιοι λόγοι να θυμάσαι
την προσωρινότητα των πατημάτων σου
στη γη.

Η ποιήτρια απορρίπτει πασιφανώς την ανειλικρίνεια, την επιτήδευση, τη διπροσωπία και προκρίνει τη «λαθραία απόδραση» απ’ ό,τι μάς κρατά εγκλωβισμένους και δέσμιους σε μια υποτονική, ανιαρή, μονότονη και φλύαρη πραγματικότητα. Προκρίνει με όλη τη δύναμη της πένας της την αυθεντικότητα, ολοκληρώνοντας κυκλικά το βιβλίο της με το σπονδυλωτό – κατατετμημένο σε εννέα μέρη – ποίημα «Σκιές». Συνομιλεί διακειμενικά με το ποίημα «Είμαστε κάτι…» του Κ.Γ. Καρυωτάκη γράφοντας η ίδια: είμαστε κάτι καημένοι υπόλογοι/ θλιβερών αμαρτημάτων/ που μας αρέσει να ομολογούμε/ ως ένδειξη αλλαγής και θάρρους. (σ. 22) Εκκινεί από τη διαπίστωση ότι «είμαστε σκιές του εαυτού μας» εξηγώντας τους λόγους: η τυποποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, η συμμόρφωση με τις κοινοτυπίες, η ανάγκη αυτοεπιβεβαίωσης, η κοινωνική απομόνωση, η αντιερωτική και ανέραστη εποχή μας, το ξόδεμα του εαυτού σε ό,τι επουσιώδες και κάλπικο, η θλιβερή δειλία, το στράγγισμα των ονείρων, το καταχώνιασμα της ελπίδας, το σκοτάδι των ψευδαισθήσεων, η πνευματική και συναισθηματική τυφλότητα, οι εξαρτήσεις και η ουσιαστική κενότητα που μας συνθλίβουν, οι στερήσεις και οι ελλείψεις που μας εξαγριώνουν και εν τέλει η απουσία φωτός από τη ζωή, οδηγεί την ποιήτρια σε χρόνο παρελθοντικό: ήμασταν σκιές του εαυτού μας// απόδειξη ότι υπήρξε φως/ κι ίσως/ κι ένας εαυτός. (σ. 31) Ο λόγος της Ξανθοπούλου μετουσιώνεται σε κραυγή προσπαθώντας να προειδοποιήσει και να προστατέψει εαυτόν και αναγνώστες από τη χαίνουσα άβυσσο του σκότους που απειλητικά γιγαντώνεται μπροστά στα μάτια μας.

.

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

Literature.gr 12/07/2023

Η Άννα των στίχων

Λόγοι προσωπικοί, είπε η ποιήτρια και δόθηκε στην πόλη. Άφησε μονάχα εδώ και εκεί σινιάλα πρόζες, σε πρώτο πρόσωπο, πληθυντικό. Κάποτε οι στίχοι θα επιστρέψουν, θα βρουν την σελίδα μιας συλλογής και εκεί θα υπάρξουν για πάντα, στοιχεία ενός προσωπικού θεωρήματος. Σαν αυτό που στοιχειοθετούν τα μικρά και τα μεγάλα στιχουργήματα της Άννας Ξανθοπούλου. Βιολέτες, πνιγμένες στην ομίχλη διαμορφώνουν τούτη την συλλογή με έναν δισύλλαβο, περιεκτικό τίτλο. Πρόζες δίχως ομοιοκαταληξίες που όμως γεννήθηκαν γνωρίζοντας τον τρόπο που έρχονται τα δάκρυα. Τις σημαδεύει ένα απροσμέτρητο βάθος σκέψης και συγκίνησης, έτσι όπως στα μάτια του μικρού σπουργιτιού η Άννα αντικρίζει τον εαυτό της. Όλα γραμμένα σε χρόνο μαγικό, σαν αεράκι στιγμιαίο που χαϊδεύει τα μαλλιά του αγοριού σε εκείνες τις φωτογραφίες. Αυτές που «που μας χαμογελούν αγάπη μου, που αλλάζουν με τις εποχές και κρύβουν όσα θέλουμε να δούμε ή φωνάζουν για όσα πασκίζουμε να τις κάνουμε να πάψουν. Μια σταθερή θερμοκρασία», γράφει η Άννα Ξανθοπούλου, η Άννα των ποιημάτων, «συντηρούν την ασταθή μας διάθεση». Μες στο αχανές πέλαγο του εαυτού της, η δημιουργός αφήνει το φως να περάσει, φέγγοντας καινούριες απώλειες, καινούριες ανάγκες και αναζητήσεις. Σε πρώτο πρόσωπο, ενικό και συλλογικό την ίδια στιγμή, γραμμένες την ώρα που ασκούνται αντιστάσεις πάνω σε δυνάμεις πρωτόγνωρες. Ελπίζω, προσπαθώ, αεροβατώ, αγνοώ και πλανώμαι ταξιδεύοντας από τους μελαγχολικούς ενεστώτες ως την θηριωδία της ελπίδας. Είναι στίχοι από ένστικτο αυτοί που στελεχώνουν τα ποιήματα των «Λόγων» και δεν εξηγούνται, όπως τίποτε και κανείς δεν μπορεί να ερμηνεύσει την τέχνη με δίχως αυθαιρεσίες. Λέξεις παθιασμένες που δεν ρητορεύουν και δεν ξενίζουν μονάχα κρατούν όρθιο το τραγούδι της ευαίσθητης ψυχής, εκείνης που συλλαμβάνει παράξενα μεγέθη και γκρεμίζει σύμβολα. Με έναν συρτό ρυθμό, σκοτεινό και υπνωτικό η Άννα Ξανθοπούλου από το ατομικό ως το συλλογικό φθάνει στερεώνοντας τους στίχους της με τους αρμούς της εποχής μας, με τα μεγάλα της ψεύδη και με τις αυταπάτες, με της αγάπης το πέπλο. Δεν θα χρειαστεί τις φόρμες, δεν θα επιστρατεύσει σχήματα προπαρασκευασμένα η Άννα, μονάχα με ζωγραφιές θα μιλά, αναπαραστάσεις του μυστικού θαύματος, του απλού που ιχνογραφείται στο φόντο της ζωής και των προσώπων της, στις άπειρες τροπές της πιο επίκαιρης μυθολογίας. Κάτω από τις μαρκίζες των ποιημάτων της που ανάβουν και σβήνουν σαν παλλόμενες καρδιές, η Άννα εμφανίζει πτυχές της ύπαρξής μας, με εκείνον τον ίδιο τρόπο που αποκαλύπτονται οι φιγούρες στις φωτογραφικές πλάκες, αργά, μεθοδικά, δανείζοντας από το σκοτάδι όσο κουράγιο χρειάζεται για να φτιαχτεί ένα και μόνο ποίημα.

Στο σύντομο βιογραφικό της η ποιήτρια με καταγωγή από την Θεσσαλονίκη του Τσίζεκ, του Χριστιανόπουλου, της ομίχλης του Ιωάννου και της Διαγωνίου, σημειώνει. «Αν έπρεπε να γράφουμε κάτι πέρα από τα ήδη υπάρχοντα δημιουργήματα, θα έπρεπε να είχαμε σωπάσει από καιρό, καθώς τα περισσότερα έχουν ήδη ειπωθεί με τον πιο αριστοτεχνικό τρόπο». Η ανάγκη της επικοινωνίας, η καρδιά που εκπληρώνει τον σκοπό της όταν απομένει μονάχα σπάραγμα του εαυτού της ωθούν την Άννα Ξανθοπούλου προς την κατεύθυνση της ποιητικής δημιουργίας. Εκεί που δεν έχει μονάχα ανάσες και συμμετρίες, αλλά στίχους και ένα κουβάρι αστέρια που θα ξεδιαλύνει η καρδιά. Σαν εκείνους που αρθρώνουν την φωνή αυτής της πρώτης ποιητικής συλλογής όταν σαν πεταλούδα γεννιέται η άλλη όψη του κόσμου. Μες στο υλικό που διαμορφώνει την συλλογή της Άννας θα βρεις το μυστικό μετάλλευμα που υψώνει σε απόθεμα ποιητικό κάθε ήθος του καιρού μας. Τον φωτισμό που αναδεικνύει την εικόνα της εποχής μας θα βρεις και τον ποιητή που κλείνει εντός του τον κόσμο.

Στίχοι για να αντέχουν μες στα χέρια μας οι Κυριακές, όταν οι ερωμένες ξεβολεύονται και χολιάζουν τραγικές. Στίχοι σύννεφα που σε παίρνουν μακριά σε μια λαθραία απόδραση. Σκιές και χίλιοι τρόποι για να πεθάνεις, χίλιες υπενθυμίσεις για το ανθρώπινο χρέος σε τούτη εδώ την πραγματικότητα. Τίτλοι και ποιήματα γεμάτα από τις ουλές και τα σημάδια μας, στίχοι που στα χέρια της Άννας ενσαρκώνουν το άθροισμα συσσωρευμένων γενικεύσεων που ιχνογραφούν τούτο τον αβέβαιο, τον πλανημένο καιρό. Ζωγραφιές σαν μοναξιές, τύψεις και ενοχές για εκείνα που έπραξες και για τα άλλα τα συμφραζόμενα που ακολουθούν τις πρόζες των Λόγων.

.

ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΨΑΡΗΣ

Periou.gr 03/06/2023

Οι Λόγοι της Ξανθοπούλου συνιστούν έναν ισχυρό αντίλογο σε μια εποχή που βιώνεται από το ποιητικό υποκείμενο ως σκιά του εαυτού, ως βίωμα της μη αυθεντικής ζωής, ως ψευδαίσθηση ύπαρξης. Η ποιήτρια αναμοχλεύει τα καρυωτακικά περιγράμματα και τις απώτερες καταβολές της μπωντλαιρικής γαλλικής ποίησης για να ανασυστήσει εκδοχές της τραγικότητας στην καθημερινότητα της εποχής μας. Η πλήξη και η έλλειψη προοπτικής ταλανίζουν κάθε άτομο ναρκοθετημένο σε ένα ασφυκτικό και τελματώδες παρόν.

Προτέρημά της είναι ο ζωτικός εικονοπλαστικός λόγος της που συνθέτει μια ιδιότυπη αφηγηματική ροή, έναν ολιστικό ποιητικό λόγο, δίχως θρυμματισμούς ή θεματικές ασυνέχειες. Το δίπολο παρουσία-απουσία ενυπάρχει στη συλλογή ως συνεκτικός αρμός που συσπειρώνει σε μια ιδιότυπη συνύπαρξη όλες τις αντιθέσεις των καιρών. Η έννοια της φωτογραφίας στην ποίησή της σηματοδοτεί την ανάγκη αναμόχλευσης όλων των παρελθουσών στιγμών, ενώ από την άλλη υπαινίσσεται την νέκρωση της όποιας αντίδρασης σε μια παραλυτική διαδικασία που καθιστά τη ζωή άνευρη, τα συναισθήματα αναιμικά, τις σχέσεις αποπροσωποποιημένες.

Η ποιήτρια ακροβατεί μεταξύ συνειδητοποίησης και πλάνης, συναισθηματικής απεμπλοκής από όσα τής προκαλούν πόνο και βούλιαγμα στη αυτοανάλυση. Η ενδοσκόπηση καθίσταται μια οδυνηρή διαδικασία που καθηλώνει το παρόν σταθερά στο χτες, ενώ παράλληλα δεν αφήνει περιθώρια για το αύριο. Στους στίχους της καταγγέλλει τις επιφάσεις πολιτισμού που ανακλώνται στις σύγχρονες υποκριτικές αστικές συμβάσεις. Η εκάστοτε κοινωνική συμπεριφορά αποτιμάται αρνητικά στη βάση αλλοτρίωσης που ταλανίζει τις ανθρώπινες σχέσεις. Η δραματική υφή τους συνίσταται στην έλλειψη αυθεντικότητας, στην τυποποίηση κάθε πτυχής της ζωής σε επικοινωνίες άνευ ουσίας. Η έντονη απογοήτευση και πικρία της αποτυπώνουν την ασθμαίνουσα αγωνία της για ένα αρτιότερο μέλλον που να είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υπαρξιακές αγωνίες των ανθρώπων, αποτρέποντας κάθε εκδοχή πρόκλησης ψυχικού αδιεξόδου.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΕΥΛΑΛΙΑ ΠΑΝΟΥ

Bookpress.gr 23/07/2023

«Οι λέξεις είναι εργαλείο και γιατρειά»

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας;

Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να βρει κάποια από τα πράγματα που σκέφτηκε, που δεν τα σκέφτηκε έτσι, που έζησε παρόμοια, που θα μπορούσε μέσα του να δει τον εαυτό του, καθώς και τη σχέση του με τους άλλους. Ένα βιβλίο που δεν ωραιοποιεί ή δεν αποφεύγει την πραγματικότητα, αλλά αντίθετα την παρατηρεί, την εξετάζει, την κρίνει σκληρά ίσως, αλλά πάντα με έναν σκοπό: να την κάνει καλύτερη.

Τι απαντάτε σε όσους θα πουν: ακόμη ένας συγγραφέας; Τι το καινούργιο φέρνει;

Όλοι φέρνουν κάτι, είτε γράφουν, είτε μιλούν, αν όχι καινούργιο, τότε δικό τους. Αν κάποιος είναι τόσο «κλειστός» σε κάτι που μόλις εμφανίζεται, τότε σημαίνει ότι αποκλείει οτιδήποτε δεν ξέρει ήδη, άρα απορρίπτει τις πιθανότητες έκπληξης και εξέλιξης…

Πείτε μας δυο λόγια για το νεότευκτο «συγγραφικό σας εργαστήρι».

Επειδή το γράψιμο δεν είναι «εργασία» για την οποία υπάρχει μεθοδολογία, ο αυτοσχεδιασμός είναι αναπόφευκτος. Οι λέξεις δεν είναι ένα άγνωστο εχθρικό περιβάλλον για να χαθείς, οι λέξεις είναι το εργαλείο και η γιατρειά σου.

Έχουν επηρεάσει άλλες τέχνες ­–κινηματογράφος, εικαστικά, κόμικς, μουσική κ.ά.– τη συγγραφική σας δουλειά; Αν ναι, με ποιους τρόπους;

Όλες οι μορφές τέχνης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ο κινηματογράφος, τα εικαστικά και τα κόμικς βοηθούν να εικονοποιηθεί η ιδέα ή η αίσθηση και η μουσική δίνει έμπνευση και ώθηση στο συναίσθημα. Είμαι ένας άνθρωπος που τα αγαπά όλα, άρα έχω αναφορές σε αυτά.

Ο δρόμος προς την έκδοση για τους νέους συγγραφείς συνήθως δεν είναι σπαρμένος με ροδοπέταλα. Ποια είναι η δική σας ιστορία;

Νομίζω ότι στην περίπτωσή μου δεν ταλαιπωρήθηκα ιδιαίτερα. Τα γραπτά μου βρήκαν αποδοχή γρήγορα και η συνεργασία μου με τον εκδοτικό οίκο που τους έδωσε την ευκαιρία να βγουν σε βιβλίο, ήταν εξαιρετική. Με θεωρώ τυχερή ως τώρα και ελπίζω να συνεχίσω να είμαι, τόσο εγώ όσο και όλες/οι όσοι βρίσκονται σε παρόμοια θέση.

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.