Η Φιλαρέτη Βυζαντίου ( λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαρίας- Φιλαρέτης Ιωάννου) γεννήθηκε το 1966 στην Καλαμπάκα Τρικάλων. Εκεί τελείωσε τις γυμνασιακές της σπουδές και στη συνέχεια σπούδασε με υποτροφία στην Φιλοσοφική Σχολή του Α.Π.Θ. Αποφοίτησε με ειδίκευση στις Βυζαντινές και Νεοελληνικές σπουδές . Έκτοτε εργάζεται ως φιλόλογος καθηγήτρια στη Μέση Εκπαίδευση. Με την ποίηση ασχολείται από τα φοιτητικά της χρόνια ,δημοσιεύοντας κατά καιρούς έργα της σε λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες. Τον Νοέμβριο του 2018 εκδόθηκε η πρώτη της ποιητική συλλογή από τις εκδόσεις ΚΥΜΑ με τον τίτλο ”ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ”
.
.
ΠΥΡ ΕΣΩΤΕΡΟΝ (2018)
ΦΑΓΙΟΥΜ
Κι εγώ που κουβαλώ
Αιώνες ανήμπορους
Σε κάθε πόρο ανέγγιχτο
Από τον καύσο της ανάσας σου
Που κουβαλώ τόσα ερέβη
και στάχτες άλλες τόσες
από τη λάβα σου
που Πομπηία με βάφτισε
Πώς θέλεις να ξεχάσω?
Η μνήμη σου
Το τώρα
Το ύστερα
Το πάντα
Αναίσχυντα
Με έχει διαπομπεύσει…
Μα εγώ εκεί
Φαγιούμ σιωπηλό
Στον τοίχο της ζωής σου
Να μαρτυρώ ανελέητα
Έναν πυρίμαχο έρωτα
ΛΥΓΜΟΣ
Μου άρεσε κάθε βράδυ
να σου διαβάζω Λίγους στίχους
Μετά αγρίευαν τα μέσα μου
και ζητούσαν φωτιές
Εσύ έσπερνες στο μυαλό μου μικρούς θανάτους
και μάζευες κόλλυβα
Ένιωθες τα πλοκάμια μου
γύρω από το σκοτάδι σου
Δεν μιλούσες
Ξεχνούσες το μεγάλο μου όνομα
Με φώναζες Λυγμό
Κι εγώ έκλαιγα
γιατί χαμένοι πήγαιναν όλοι οι στίχοι μου
Τους έκαιγε ολοζώντανος ο Λυγμός
Κι εσύ αναπαυόσουν με απελπισιά
πάνω στα αποκαΐδια
Μα και κείνη η δήθεν αγάπη σου
πνιγόταν εξήντα οργιές βαθιά
στο μέλλον των ματιών μου
Κάθε βράδυ
πάντα την ίδια ώρα
στον αστερισμό της Απόγνωσης
πεθαίναμε μαζί
τυλιγμένοι στους καμένους στίχους μας
οικειοθελώς και αναπότρεπτα
ΦΙΛΙΑ ΜΟΥ ΠΕΤΡΟΚΕΡΑΣΑ
Φιλιά μου πετροκέρασα
αιμάσσοντα , φθονερά
Έτσι καθώς φυτρώνετε
στις παρυφές του πόθου
αφήστε με να οσμισθώ
την άχραντη ευωδιά σας
Είναι σκληρό να μη μπορώ
τουλάχιστον να σας ψαύσω
Ούτως ή άλλως η γλώσσα σας
με γραμμική ομοιάζει
Κι εγώ αγράμματος εραστής
πώς να σας ερμηνεύσω;
ΤΟ ΠΗΓΑΔΙ
Η νύχτα απλώνει ανασφάλειες
το καλοκαίρι δηλώνει αθώο
-κι ας μην είναι-
τα χιλιόμετρα ορίζουν τη λέξη δυστυχία
Αν ο ουρανός συνεχίσει να με κοροϊδεύει
θα τον ανατινάξω σύγκορμο
Κι ας γίνω η παράπλευρη απώλεια
Θα ανοίξω ένα πηγάδι
θα κατεβώ στην υγρή κοιλιά του
Το θάνατο θέλω να μυρίσω
πρώτη εγώ
Απόψε συμμάχησα με όλα τα νυχτολούλουδα
Θα κρυφτώ στη στάχτη της γύρης τους
μέχρι να σ’ αντικρίσω να σκύβεις
να δεις αν μυρίζουν
Απίστευτο τί τεχνάζεται ο έρωτας
για να υποκλέψει ένα δήθεν άγγιγμα
ένα μάλλον φιλί
ΜΙΚΡΟ ΕΡΩΤΙΚΟ I
Είπα
θ’ αφήσω το αποτύπωμά μου εκεί
εκεί στο μισάνοιχτο στρείδι
των χειλιών σου
άσπιλο μαργαριτάρι
να μαρμαρώνει τη μνήμη
αιώνια
ΣΙΣΥΦΙΟΣ ΕΡΩΤΑΣ
Βρεγμένοι δρόμοι
μιας κοιμώμενης πόλης
Οι λακκούβες προσχηματικές
Οι λογισμοί πριόνια
Οι πιτσιλιές της νύχτας
στο μεσοφόρι μου
Ο πόθος κατακερματισμένος
Η ομπρέλα υγρός λυγμός
Η καρδιά θρυμματισμένη
Ω. ! ασίγαστες σιωπές
και συ, ψυχή μου
των κεραυνών
και των Βεζούβιων
πώς αντέχεις να επωάζεις
έναν σισύφειο έρωτα
ΦΙΛI ΑΓΡΙΟΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟ
Μασημένο αγριοτριαντάφυλλο
το φιλί μου
Οι λεπτομέρειες του πάθους
ασήμαντες
Τα πεφταστέρια άχρηστα
Τα ρίγη ατρικύμιστα
Τα μονοσύλλαβα άφωνα
Η ουρά του ήλιου στο φευγιό του
μαστίγιο για την αυταπάτη μας
Κουρτίνες που θροούν
ψελλίζοντας τα αμολόγητα
Και τέλος το κατακάθι του έρωτα
πικρό
σαν της αψιθιάς τη φλόγα
Δεν έχουν λυτρωμό
οι ένοχες αγάπες
ΤΕΤΡΙΜΜΕΝΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ
Ο ορίζοντας πάντα χαμηλών προσδοκιών
Τα έλατα μαχαίρια
που δεν καρφώνονται ποτέ
στο στήθος του ουρανού
Τα χέρια μου φορούν ακόμη
τα κίτρινα φθινόπωρα των αναζητήσεων
Έχω και μια επανάσταση σε εξέλιξη
αλλά βαριέμαι να τη συνεχίσω
Η φωνή του κοτσυφιού
Η ψαλμουδιά του ορθρινού σήμαντρου
κι εκείνο το χελιδόνι το αναποφάσιστο
ορίζουν τα βήματά μου
Στην παραλία η αμμουδιά τρώει τα πόδια μου
Πάντα αδηφάγο την ήξερα
κι όμως της τα έδωσα
Ίσως βγάλω φτερά
αν τελικά τα χάσω
Άλλωστε ο κόσμος τί θα ήταν
δίχως κάποιες ψυχές ανάπηρες
που τόλμησαν να πετάξουν με θράσος
θάβοντας τις προβλέψιμες τετριμμένες επαναστάσεις;
ΚΟΚΚΙΝΗ ΓΡΑΜΜΗ
Η νύχτα περπατάει σκεφτική
Στήνω παγίδες στον έρωτα
Στήνω αντίσκηνο στον πόνο μου
Χρόνια τον κατοικώ
σαν τη μοναξιά μου
Νομάς των προαστίων της καρδιάς
αόρατη ακόμη και για σένα
«Γιατί δε μου μιλάς;»
Σβήνω τα χνάρια του φεγγαριού πάνω σου
Ελευθερώνω τα πουλιά που έχω κρυμμένα στον κόρφο μου
Να σε φτάσουν θέλω
να σου τραγουδήσουν τα ανείπωτα
Κρατάς το μαχαίρι
κοιτάς την πληγή μου
Δεν με πονάς
Είσαι πιο μόνος από τη σιωπή
Γονατίζω μπροστά σου
Φιλώ τη θλίψη σου
Μη με φοβάσαι
Είμαι μέλι
Χαράζω με τα νύχια μου την κόκκινη γραμμή
ανάμεσά μας
Εσύ στο όνειρο
Εγώ στο σκοτάδι
Η αγάπη σε αναζήτηση των διακριτικών του πάθους
Έλα να κοιμηθούμε στο άσπρο της νύχτας
Δεν είναι πάντα μαύρο το χρώμα της απόγνωσης
ΕΣΩΤΕΡΟΝ ΠΥΡ
Έσω καθίζηση
Χαμηλά έστρωσα να αναπαύσω την ψυχή μου
Δυο μάτια αναζήτησα
Φως ιλαρόν αγίας μνήμης
μεσ’ τα σκοτάδια μου
Σκόνταψα στο σκαμνί σου συναξάρι μου
Ξεστράτισε από τις νότες η ψαλμωδία των καημών
στο κενοτάφιο της ζωής μου
Έσω εξιλέωση
των τραυμάτων
των παθών και των λαθών
των θανάτων και των αναστάσεων
των τίποτε και των ολότελα
Αγκομαχά η θύμηση
Στο σταυροδρόμι καταρρέει
Μαζί της κι εγώ
Έσω κατάνυξη
Φοράει το πνεύμα μου τα φλουριά
της Κομνηνής
Χύνεται στα χέρια μου το μελάνι της ιστορίας
Διαλέγω τις ψηφίδες μιας επανάστασης
Σφυροκοπά στα μηνίγγια μου η άλωση
του Εγώ
Κανείς προδότης
καμιά ιεροσυλία
Όλες οι κερκόπορτες δικές μου
Στο αρχαίο στασίδι ολόσωμη στέκεται η Μοίρα μου
Με υψωμένα τα χέρια δέεται
να αντέξει η πήλινη φτιαξιά μου το εσώτερον πυρ
της αναγέννησης
Πόσο χαίρομαι που γεννήθηκα πυράντοχη!
(Μετέωρα… αγναντεύοντας τους πύρινους βράχους της ζωής
μου…)
ΝΑ ΓΙΑΤΊ…
Να γιατί κάθε νύχτα
αλυσοδένω τα ρήματα
Να γιατί κάθε νύχτα
εχθρεύομαι τις παραλήγουσες
Γιατί π αιωνιότητα
τριγυρνάει αδέσποτη
κι αν πέσω πάνω της
χωρίς αντισώματα πια
θα μείνω αθάνατα
απελπισμένη
ΥΠΕΡΤΑΧΕΙΑ
Ταξιδεύω τη ζωή μου
με υπερταχεία
ανηλεούς κατεύθυνσης
Στο τελευταίο βαγόνι
υπνώττουν οι επιβαίνουσες
προσδοκίες
Τσάι καυτό πάνω σε ράγες
εαρινής ομολογίας
ήττας
Δυο περιστέρια αυτόχειρες
σε μετωπική ιδεολογιών
Ο ινδός απέναντι μου
βυθισμένος
σε ένα οξειδωμένο ροκ
Πόση ζωή ξυπόλητη
αντέχει
να κουβαλάει απόψε
ο συρμός
των 12 παρά πέντε
γκρεμούς ;
ΔΙΧΩΣ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ…
Η μαύρη γραμμή στον ορίζοντα
Η βουή των θνητών
που ανέμελα
τσαλαβουτούν στη λάσπη
Ο κεραυνός που γίνεται κάρβουνο
Η οσμή του ηφαιστείου
που θολώνει
την μέσα μου Πομπηία
Κι ο Σταυρός του Νότου
να δείχνει αμετάκλητα
το Πάθος
Πώς να περάσουν οι νύχτες
δίχως το φως σου;
ΤΕΛΟΣ
Οι Λέξεις
Οι στίχοι
Οι έρωτες
Οι ημίθεοι θνητοί
Οι απαγχονισμένοι χρησμοί
Όλα τελείωσαν
Εσύ έμεινες χωρίς μάσκα
Εγώ χωρίς χιτώνα
και η ιστορία μας χωρίς κοθόρνους
μίζερη , ασήμαντη, μικρή
Μείναμε τελικά
με ένα μήλο μισοφαγωμένο στα δόντια
και την ουλή από τη μαχαιριά του θανάτου να δείχνει
πόσο ερωτευμένοι υπήρξαμε με την αθανασία μας
κάποτε !
.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΜΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΣΤΙΧΟΙ ΑΝΥΠΕΡΑΣΠΙΣΤΟΙ 2022-2024
ΑΝΑΛΩΘΗΚΑΜΕ ΜΑΤΑΙΩΣ
Και αναλωθήκαμε σε λόγια πολλά, φτηνά και χιλιοειπωμένα
Η γλώσσα μας από το ψέμα έχει μουδιάσει
Τα μάτια μας αδάκρυτα και στείρα πια
Και μεις ανέμελοι μέσα στην τόση αναίδειά μας
μέσ’ στη χλιδή της ανείπωτης πενίας μας
σκονισμένοι στους χωματόδρομους της περηφάνειας μας
φυλακισμένοι στα διαβρωμένα δωμάτια
της άμοιρης αλαζονείας μας
Κι η έρμη ποίηση
ακόμη αντέχει
να μας ανέχεται
έτσι μικρούς και λίγους
ασκόπως να την περιφέρουμε
σε μάταιων συνάξεων ποικίλες οχλαγωγίες
Έρχονται όμως νύχτες εκδικητικές
στης ύπαρξής μας
το σκοτεινό παραγώνι
Ας ανάψουμε ένα κεράκι ελεήμον και συγχωρητικό
της τόσης αμετροέπειάς μας…
ΠΟΥ ΠΑΣ ΚΑΛΠΑΖΟΝΤΑΣ ΩΡΑΙΕ ΜΟΥ ΙΟΥΛΙΕ ;
Πού πάει καλπάζοντας πάνω στα κύματα τούτος ο Ιούλιος;
Πού φεύγει με τόση βιάση η ποίησή του η αλμυρή;
Θα αναρωτιούνται σε λίγο οι γλάροι και τα μελτέμια που σέρνουν στα φτερά τους
πού είναι ο κύρης τους
Κι άλλη απάντηση δεν θα χουν από τη μυρουδιά των αχινών
τα θαλασσοφαγωμένα σανδάλια των Αγίων του Αιγαίου
και τα σπαρταρίζοντα στήθη της γοργόνας της Αντίπαρου
Πού κοιμάται πνιγηρό καταμεσήμερο
μέσ’ τον ασβέστη του Ήλιου
ο χλωμός αστερίας της Αμμουλιανής;
Πού κλαίει
από σπασμένο σε χίλια θρύψαλλα έρωτα
ο βουτηχτής έφηβος των Αντικυθήρων;
Και πάλι
πού ξαποσταίνει μέσα στη λάβα της νιότης του
ο Κούρος της αρχαίας μου πατρίδας;
Ω! Μεσημέρι του Ιούλη μου
λιωμένο στο μέγα καύμα της ψυχής σου
αλυσοδεμένο στους θανατερούς τροχούς
του άμυαλου Φαέθωνα
ιδρωμένο και λιγόθυμο
πάνω στις καυτές πέτρες
της Κιμώλου!
Ω! Μεσημέρι του αδυσώπητου Ιούλη μου
Λιώσε με κι ανάστησέ με
μέσ’ την ωραία κολυμβήθρα
της τέλειας ομορφιάς σου…
ΝΙΟΒΗ , ΜΗ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕΙΣ ΝΑ ΚΛΑΙΣ
Μέρες θέρους
ανυποψίαστα θλιβερές
Με ένα δρεπάνι αμφίστομο
να τεμαχίζει τον ήλιο σε δηλητηριώδεις μπουκιές
Με ένα καύμα να ρέει στις φλέβες του φεγγαριού
πού συνήθισε πια τις ιαχές του πολέμου
και τις εκατόμβες των δακρύων
Κάλυψε τα μάτια σου, Νιόβη
Καλύτερα βγάλτα
μικρότερος ο πόνος θα’ναι
πίστεψέ με
Τίναξε απ’τα ρούχα σου την άμμο της ερήμου
τυλίξου στο μαύρο ράσο
του πένθους των ανθρώπων
και μην ξεστομίσεις ούτε μια κατάρα
Δεν ωφελεί
πίστεψέ με
Λαμπαδιάζει απόψε ο ουρανός στην Ταμπρίζ
Ματώνουν τα κοχύλια στη θάλασσα της Άκρα
Δεν έχω ανάσα
Δεν έχω φωνή
Κι οι προσευχές μου όλες συντρίφτηκαν στη νεκρά ζωή των λόφων της Παλαιστίνης
Ο Αρχάγγελος της Αποκάλυψης βάζει δακρυσμένος στο θηκάρι το σπαθί του
Κουράστηκα, ψιθυρίζει
Πέθανα,κι ας είμαι αθάνατος
Σκύβω
τη δίψα της ψυχής να ανακουφίσω
Νερό πουθενά
Μόνον άμμος
και αίμα
Κουράστηκα, μονολογώ
Πεθαίνω κάθε μέρα
Όχι γιατί είμαι θνητή
αλλά γιατί δεν με αφήνουν
να είμαι άνθρωπος
αυτοί που θεοί αποφάσισαν πως είναι…
ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ
Τούτος ο τόπος είν’ θεός
Τον ορίζουν οι παπαρούνες της Ανάστασης
και τα μνήματα όσων πολύ αγαπήσαμε
Κάθε Σάββατο σαν το σημερινό
οι ψυχές σεργιανάνε μέσα σε εκκλησιές ευωδιαστές
και κήπους με υάκινθους και γιούλια
Εμείς
τις κρατάμε απ’το χέρι
και βάζουμε στις τσέπες τους
σπόρια σιτάρι και ρόδια κατακόκκινα
Στα χείλη τους στάζουμε λάδι καθάριο και μαυροδάφνη μέλι
Και σαν το σήμαντρο σημάνει εσπερινό
τους κατευοδώνουμε στην αντίπερα όχθη
με μιαν υπόσχεση
Να αξιωθούμε την άφατη
χάρη και χαρά
όλοι μαζί
να ανταμώσουμε σε μιας Αγάπης ανέσπερης το φως
που δε γνωρίζει τι πάει να πει
ο φόβος του θανάτου…
ΕΡΗΜΗΝ
Σπασμός
Ένα αιφνίδιο κρακ
Τρία μπάι πας σε ώρα αιχμής
Ακριβώς στη στροφή Κινστέρνας και Μακεδονομάχων
πέφτει το βλέμμα μου πάνω σου
Ξανά ο σπασμός
Κάτι μεταξύ Αλεξάνδρειας που με αποχαιρετά και έρωτα που ξεψυχά
αδιάκοπα
χρόνια τώρα
Στο πρώτο περίπτερο της παραλιακής αγοράζεις
σταυρόλεξο και Καρέλια
Σ’ ακολουθώ σαν τη σκιά σου
Πιτσιρικάς περνάει με ηλεκτρικό πατίνι δίπλα μου
σχεδόν θανάσιμα
Η ταχύτητα δεν είναι πια το δυνατό μου σημείο
Μαζεύονται σύννεφα στον ορίζοντα
κι εσύ μαζεύεις τα μανίκια σου
Πρώιμος καύσωνας
ή
δυσβάστακτες σκέψεις;
Παραγγέλνεις καφέ
Κάνω το ίδιο
Δεν ξέρεις τί ώρα είναι
Αλλιώς
γιατί αναζητάς απάντηση σε ερώτηση που αιωρείται μέσα σου
εν αμφιβόλω;
Πέντε παρά είκοσι , απαντώ
κάνοντας πως μιλώ στο τηλέφωνο
Ξεχνώ πως είναι θαμμένο στην τσάντα μου
κάτω από τα γραπτά της Ιστορίας
Ο Δαρείος μάλλον με κοροϊδεύει
αλλά ποιος δίνει σημασία σε έναν βάρβαρο
Ο καφές δεν πίνεται
Η βροχή δεν έρχεται
Οι ποδηλάτες δεν μας κοιτάζουν
Το σταυρόλεξο δεν άνοιξε ποτέ
Η ώρα δεν αυτοκτόνησε όπως το είχα σχεδιάσει
Κι εσύ δεν γύρισες ποτέ να δεις
ποιος κάθησε πίσω σου
Πια κατάλαβα
Τις λύσεις τις ήξερες από παιδί
Το ρολόι ήταν σφιχτοδεμένο πάντα στο χέρι σου
Ο καφές σου ήταν πρόσχημα παραπλάνησης
Και ο έρωτας παρίστανε τον νεκρό
-προμελετημένο έγκλημα
παλαιόθεν –
Μόνον που εγώ έμεινα κολλημένη
σε κείνον τον σπασμό
που συνέτριψε όλη την ύπαρξή μου
και μάλιστα ερήμην μου…
ΣΤΙΧΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΟΙ 2021-2022
ΜΗ ΜΕ ΠΡΟΔΩΣΕΙΣ …!
Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου
Εφορμάς με όλες σου τις λόγχες σήμερα
και με σφάζεις
και ντύνεσαι στα μαύρα
και ολοφύρεσαι
και κάθε που ανοίγω τα παράθυρα
να μην πνιγώ
απ’ τους καπνούς σου
Εσύ , μου δείχνεις
και μου δείχνεις
κι όλο κλαίς
και χτυπιέσαι
και θρηνείς
και φλόγες ξερνάς
και τα σωθικά μου ξεσκίζεις
Μνήμη μου
τέτοια μέρα
με έναν ήλιο
να μαστιγώνει ανελέητα
όπως τότε
τα βουνά του Πόντου
να λιώνει αίμα πηχτό
στη Μαύρη θάλασσα
των αλύτρωτων καημών μας
και των αδικαίωτων λυγμών μας
να γκρεμίζεται στον Άδη
μαζί με τις χιλιάδες αθώες ψυχές
Μνήμη μου
πάλι και ξανά
σήμερα
με θανατώνεις
Μνήμη , Μνήμη, Μνήμη μου
δεν σταματάει ο πόνος
χρόνια τώρα
Τα δόντια του μένουν εκεί καρφωμένα
στα ογδονταοχτώ καμένα χωριά
της Κερασούντας
στα εβδομήντα χιλιάδες κουφάρια
της Αμάσειας
στα λεηλατημένα σώματα
και τα βεβηλωμένα κορμιά
της Σαμψούντας
Μνήμη μου
κλείσε τα αυτιά μου
Δεν αντέχω τις κραυγές
κλείσε τα μάτια μου
Δεν αντέχω τόση φρίκη
δεν αντέχω τόσο αίμα
να κατρακυλάει
στο στήθος της Ιστορίας
Δεν αντέχω να λέγομαι
Άνθρωπος
όσο εσύ μένεις πικρή και αδικαίωτη
μελανή και απορφανισμένη γλείφοντας
τις χαίνουσες πληγές σου
Μνήμη του Πόντου
του Γένους μου του καθημαγμένου
Αγία και αδούλωτη Μνήμη
Μη με προδώσεις …!
ΚΛΕΙΣΤΟΙ ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ
Μικρός θάνατος η κάθε σκέψη σου
Πατήματα χωρίς χνάρια
τα λόγια σου
Δεν αντέχεται τόση απουσία
Είναι εκκωφαντικός ο τρόπος που σπάζεις μέσα μου
από ανάσα σε ανάσα
κι από βλέμμα σε άλλο ένα πεθαμένο βλέμμα σου
Έπαψα προ πολλού να υπάρχω
στην καύτρα του τσιγάρου και στα τραγούδια της κάθε νύχτας σου
Αιωρούμαι άσκοπα στο χθες που σταυρώνει το τώρα
Δεν ξέρω γιατί πονάει τόσο πολύ ακόμη το χαμόγελό σου
Ούτε γιατί οι θεοί σε κρατάνε στα αζήτητα
Ίσως μια Νέμεση χρεώνει πολλά για μια τέτοια προδοσία κι εσύ ελπίζεις να γλιτώσεις φτηνά
το ικρίωμα
Ξηλώνω το δυσβάσταχτο
γιατί
πριν ανατείλει η καινούργια μέρα
Δεν πρέπει να με βρει ντυμένη κατάσαρκα
την απελπισία της αποτυχίας
να αγαπήσω τον πόνο μου
Αλλά και χωρίς αυτόν
απίστευτα δύσβατοι όλοι της ευτυχίας οι δρόμοι…
Η ΝΥΧΤΑ ΣΟΥ
Κρίμα
Η νύχτα φοράει κόκκινες παντόφλες
και μαύρο πουκάμισο
Δεν την ήθελα
τόσο ανθρώπινη
τόσο συνηθισμένη
Ήλπιζα σε μια μαγεία
κάτι να σαλεύει περίεργα μέσα της
να τη βλέπω να μυρώνει
το ακατάληπτο
και το δεδομένο
και να τα κάνει θεϊκά
Ξέρεις
από καιρό ήθελα να σου μιλήσω
για το χώμα
για τα νερά
για τις πέτρες
και για κείνο το απ’ όλα πιο σκληρό
τον έρωτα
Αλλά δίσταζα
μήπως και εξαιτίας μου
πιστέψεις
στον κλώνο της αμυγδαλιάς
και στο ξερό χορτάρι
Κι αν έτσι γίνει
τότε , αλίμονο,
δεν θα έχει πια η ποίηση
κανένα δικαίωμα
μήτε στο κορμί
μήτε και στην ψυχή σου
Ακριβώς όπως και η νύχτα σου
είτε φοράει μαύρο πουκάμισο
είτε φοράει απελπισμένο φως…
ΣΤΟ ΛΟΦΟ ΠΟΥ ΕΣΠΑΣΕ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ
Σαν ρημαγμένη από καιρό πολύ
σαν παραλοϊσμένη από τα τόσα βάσανα
κατέβαινε τον λόφο του Τεπέ
ψηλόκορμη και περήφανα ανθισμένη
ακόμη και τώρα
στα ογδόντα τόσα χρόνια
που κρεμόντουσαν σαν γιορντάνια
στο λαιμό της
Τι την προσπέρασε
Τι της έσβησε όλα τα χρώματα
Τι την αγρίεψε
μα και τι πολύ τηνε φοβήθηκε
δεν το’χε καταλάβει
Αυτή βαστούσε σφιχτά πάνω στην καρδιά της
τα σαλκίμια τα ευωδιαστά
και λίγους υάκινθους
να τα μοιράσει πάνω στα μνήματα
αυτών ,που είχαν για πάντα , φύγει
Το κορμί της βαρύ
Η σκέψη πεταλούδα
Το στόμα δροσερό
Τα βήματα αργά
Έσμιξε το βλέμμα της με μια μικρή χελώνα
Σα να της χαμογελούσε μέσα εκεί
στα βάτα και τις παπαρούνες
Της έμοιαζε πολύ
Σήμαντρο ακούστηκε εσπερινού
Άργησε
και θα την περίμενε σκυφτός και σιωπηλός
ο παπα Ανέστης
να διαβάσει το τρισάγιο το αναστάσιμο
για τους αγαπημένους της ψυχής της
Αυτή την ξέχασε ο Θεός εδώ κάτω
και του το χτυπούσε ετούτο το μικρό παράπονο
σε κάθε προσευχή της
Μα πώς να κάμψει τη βούληση
του Μεγαλοδύναμου
αφού ”Αυτός μονάχα ξέρει”
Η μνήμη της χτισμένη κάθετα
ολόρθη σαν το κάστρο που γνέφει όλο τον κάμπο
απ την κορφή του λόφου
Όλα τα θυμόταν
λόγια, χάδια, αγάπες , και τις φαρμακερές σκλήθρες
του πόνου
Όλα
Και την πελεκούσανε αθόρυβα
βαθιά μέσα της
Μέχρι που πια δεν αισθανόταν τίποτε
Τίποτε
Μοναχά το δρεπάνι στοχαζόταν
που τη ζωή της θέρισε
προτού αυτή χρυσίσει από καρπό
Στο τελευταίο φιλί του ήλιου
έφτασε
Έσκυψε σαν ερωδιός μονάζων στις ερημιές
προσκύνησε το τελευταίο φως
το στερνό ”εκέκραξα προς Σε…”
την πρώτη ανάσα της νύχτας
το πληγωμένο φτερό του Αρχάγγελου
στην πόρτα της εκκλησιάς
Κι έπειτα
σηκώθηκε με μια χαρά καρφωμένη κατάστηθα
στα μαύρα της ρούχα
με μιαν ελπίδα πανηγυρίζουσα
στα πονεμένα της μάτια
Ο ουρανός έγειρε ολάκερος πάνω της
Κρακ … έσπασε μύρια κομμάτια
Τα έτριψε σαν τη ρίγανη
μέσα στα δάχτυλά της
Και μοσχοβόλησε η πλάση
αγιοσύνη …!
ΠΩΣ ΝΑ ΓΛΥΚΑΘΕΙΣ…
Στην ερημιά του κόσμου
αναζητώ ένα πρόσωπο
Καταμεσήμερο
Φλέγονται οι ανάσες μου
Ο βασιλικός μαραζώνει
από κρυφό καημό
και ίσως έρωτα
Ανακινώ μηχανικά την αμφιθυμία μου
Πίκρα στα χείλη
Κατακάθισε μάλλον η ζάχαρη
Πώς να γλυκαθείς αόρατη ζωή μου
Οι άνθρωποι με προσπερνούν πάντα παγερά αδιάφοροι
Δεν είμαι παρά ένα ασήμαντο στίγμα στην προκαθορισμένη πορεία τους
Ακίνδυνο
Χωρίς καν την απαραίτητη θυμώδη απόχρωση
που ίσως κινητοποιούσε
το ελάχιστο ενδιαφέρον τους
Βυθίζομαι στον βυθό τους
Κανείς δεν θα με προσέξει
Ωραίος θάνατος
και ήσυχος
προπαντός
Το σήμερά μου σκάλωσε
σε μια παμπάλαιη εικόνα
του Άγιου Μόδεστου
προίκα της προγιαγιάς μου
Στηρίζω το βλέμμα μου στα στριφογυριστά κέρατα του αθώου βοδιού
που κρύβεται στα φτωχικά του ράσα
Ζηλεύω ετούτη την εκκωφαντικά απόλυτη ασφάλεια που νοιώθει
Καταμεσήμερο
Φλέγομαι από την αποτυχία της αναζήτησής μου
Χωρίς ένα πρόσωπο απέναντί σου
Πού να στραφείς πολυόμματη και διψασμένη, ψυχή μου…;
ΦΩΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ 2020-2022
Ο ΜΕΓΑΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ
Σκυφτός
Τα χέρια πάντα σταυρωμένα
σαν την σταυρωμένη ζωή του
Λόγια λιγοστά
Εν ταις οπαίς της γης κρυμμένος
Όπως όλοι οι θησαυροί
άλλωστε
Νοσταλγός η σκέψις του εσύρθη εις την πεφιλημένην νήσον
Ενηγκαλίσθη νοερώς την φιλτάτην μορφήν του τάλανος πατρός
εθώπευσε τας παρειάς των δύσμοιρων αδελφών του
Εδάκρυσε
Έσφιγξε πεισμόνως την ευλογημένη του πένα
και
– Ω του παραδόξου θαύματος –
άπαντας τους εν σκιά θλίψεως και πτωχείας και πάσης δυστυχίας καθημένους
ανέστησεν
ομού και τον πολυβασανισμένον εαυτόν
Ούτως
ως στρουθίον μονάζον εις του κόσμου την ερημίαν
ως όνειρον εις το κύμα
και ως αστραπή παμφωτίζουσα
διέβη από γης εις τα εράσμια ουράνια καταλύματα
Ένθα η τρυφερή του καρδία θα αναπαύετο πλέον
από πάσαν οδύνην, λύπην και στεναγμόν…
Και ημείς,τέκνα του απορφανισμένα όντες,
γόνυ κάμπτομεν ευλαβώς
την αγίαν του ευχήν εκζητούντες
Και κάθε που θολώνει ο νους μας, αδελφοί
κάθε που τον βηματισμόν μας χάνομεν
εις αυτόν ας προστρέχωμεν….
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Τραπέζι
Σερβίτσιο τσαγιού
Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο
Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο
στη συνάντηση
της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη
Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή
και την ποίηση
Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους
προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη
και μια Ζαν ντ ‘ Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο
Τότε η ποίηση όφειλε
να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας
και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους
Αλλά σήμερα
είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση
Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας
Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς
στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά
στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας
Κάποια στιγμή
είναι βέβαιο πως
θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα
των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης
Άλλωστε αυτό το εγγυάται – εν είδει τραγικής προοικονομίας –
το φτιαγμένο από τα χεράκια τους
γλυκό τριαντάφυλλο…
Ω! ΝΕΚΡΕ ΓΥΜΝΕ …!
Ίσταμαι
κάτω από το ξύλο
που τόσοι προφήτες παίνεψαν
Εγώ , ο σκώληξ που ροκάνισε το σκήπτρο
που κάποτε μου χάρισες
Το τιποτένιο χορτάρι
το αφανισμένο από δυο πέτρες
που το αίμα Σου πότισε
Εγώ , η ακίδα του εμβαπτισμένου
στο όξος και στη χολή όλων των αιώνων
καλαμιού ,που Σε δρόσισε
Εγώ, το ένα από τα ζάρια
που διεκδίκησαν τον άρραφο χιτώνα Σου
Το τελευταίο της αστραπής βλεφάρισμα
πριν το ”τετέλεσται”
Ίσταμαι
κάτω από το χωρίς είδος και κάλλος πρόσωπό Σου
Αιμορραγώ
από όλες τις αμφιβολίες
όλες τις αρνήσεις
όλα τα ασήκωτα ερωτηματικά
που φόρτωσες στις αδύναμες πλάτες μου
Δεν μπορώ να δω του ναού το σκισμένο παραπέτασμα
μήτε ν’ ακούσω τη βοή των ανεωγμένων τάφων
Δεν μπορώ να αντικρίσω τις λεγεώνες των αγγέλων
που τον ιδρώτα Σου σκουπίζουν
μήτε του ήλιου το φρικτό σκοτείνιασμα
στου αγκαθωτού στεφανιού Σου τη θέα
Ίσταμαι
μόνη
μέσα στην οδυνηρή ερημιά της απιστίας μου
και με οδυνώμενα σπλάχνα αγριμιού λαβωμένου
κραυγάζω
Ὢ νεκρὲ γυμνέ καὶ Θεοῦ ζῶντος Λόγε
Εσύ μπορείς να με δεις
μπορείς να με ακούσεις
Έλα , Πληγή μου και Πόνε μου
δείξε μου την πόρτα να βγω από τον Άδη
Εσύ, που τόσο καλά γνώρισες τα κατατόπια του…
ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ
Τραπέζι
Σερβίτσιο τσαγιού
Βαζάκι με γλυκό τριαντάφυλλο
Μεταξύ μας, όλα ετούτα, απλώς παρίσταντο
στη συνάντηση
της Κλεοπάτρας με την Ευριδίκη
Δυο γυναίκες ξεχασμένες από τη ζωή
και την ποίηση
Ποιος άλλωστε να ασχοληθεί με την τετραγωνική ρίζα της δυστυχίας τους
Ας υποθέσουμε, λοιπόν, ότι αφαιρώντας το άθροισμα των βασάνων τους
προέκυπτε μια φαμ φατάλ σε χειμερία νάρκη
και μια Ζαν ντ ‘ Αρκ με σκουριασμένο σπαθί και ξεθωριασμένο φωτοστέφανο
Τότε η ποίηση όφειλε
να υποκλιθεί στη γενναία πράξη της μετάνοιας
και να αρπάξει την ευκαιρία της αποκατάστασης της τιμής τους
Αλλά σήμερα
είναι τόσο δυσνόητα τα μαθηματικά και η συγχώρεση
Ας επαναπαυθούμε, επομένως, στην μονότονη και ασφαλή γραμμή πλεύσης της εφημερότητάς μας
Κι ας αφήσουμε τους ηρωισμούς
στους ποιητές που κυοφορούνται σιωπηλά
στο υπογάστριο της επικίνδυνα αναίσθητης κι απαίδευτης εποχής μας
Κάποια στιγμή
είναι βέβαιο πως
θα αποκαλυφθεί το μεγαλείο και η μεγαλειότητα
των δύο ασήμαντων ηρωίδων και της απογευματινής τους συνάντησης
Άλλωστε αυτό το εγγυάται – εν είδει τραγικής προοικονομίας –
το φτιαγμένο από τα χεράκια τους
γλυκό τριαντάφυλλο…
ΑΘΩΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ
Δεν είναι εύκολο να κόβεις μόνος σου τον ομφάλιο λώρο
Και να λες να!
Γεννήθηκα!
Γιατί το αίμα πάντα θα σε προδίδει
ακόμη και ξερό
πάνω στα λέπια της ψυχής
Και τα ποτάμια που λαχτάρησες να το ξεπλύνουν
-πίστεψέ με –
δεν τους αρέσει να γυρίζουν στις πηγές τους
Από την άλλη
Είναι και κείνη η μήτρα η σκοτεινή που φλεγμαίνει
κάθε φορά
που βρέφος θέλεις να ξαναμπαίνεις μέσα της
Ο πυρετός της
που δεν ξεχωρίζει ποιητές και μη
που καίει κάθε επέτειο γέννησης
και βραχυκυκλώνει κάθε μικρή ηλεκτρική μονάδα παραγωγής αισθημάτων
Δεν είναι εύκολο ποτέ
να περιμένεις να στεγνώσουν τα λοχεία
της ποίησης
για να μπορέσεις να βαπτισθείς στο βλέμμα της
να ονοματιστείς άνθρωπος εξ αρχής
να κάνεις τα καταγώγια του Άδη
να κλάψουν από ζήλεια
για την θανάτωση της φθοράς
Το μόνο εύκολο είναι
να παίζεις με τη λέξη
αθώα περιστερά
χαμογελώντας ουράνια…
.


