ΚΥΠΡΟΣ 15 ΙΟΥΛΙΟΥ 1974
ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ
15 ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ 1974
Το πρωί κοιτάξαμε
από το παράθυρο
τα άρματα μάχης
να οργώνουν παράξενα
με τις ερπύστριες τους
τους δρόμους
της Λευκωσίας.
Το γιατί
το μάθαμε πιο ύστερα.
Γκρέμισαν τα τείχη
της Λευκωσίας
-όσα απόμειναν
από την πολιορκία του Λαλά Μουσταφά
το 1571-
για να διευκολύνουν
τη δεύτερη άλωση
του 1974.
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ
Ο ΡΙΜΑΧΟ ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
στον Λ. Μαύρο
Εκεί
στην κορυφή της οδού Κοραή
επί του προμαχώνος των τειχών
εκεί
στο τεντωμένο νήμα του ορίζοντα
ήταν για μέρες σκεπασμένη
με ύφασμα λευκό
και μας περίμενε υπομονετικά
σαν ταπεινή κυριολεξία.
Κάθε πρωί
άκουγε τα πουλιά να μελωδούν
ύστερα τ’ αυτοκίνητα
και τους περαστικούς
κατά τις δέκα
μύριζε τα ζεστά κουλούρια
και τα σάντουιτς του Ολυμπιακού
το μεσημέρι
την ξυπνούσαν απ’ τη ζέστη
τα τζιτζίκια.
Τα δειλινά ωστόσο
που εγλύκαινε ο καιρός
έψελνε από στήθους τον εσπερινό
μαζί με τον παπά
του διπλανού Αϊ-Γιάννη.
Και τότες
επέστρεφαν όλα τα πουλιά
πετώντας σε ασύλληπτους σχηματισμούς
μέχρι που ν’ απομείνει μόνο
ένα ισχνό φως
για να κουρνιάσουν στο σκοτάδι.
Τις νύχτες πάλι
κρυφοκοιτούσε τ’ άστρα
που πέφταν σαν ήλιοι
στον γκρεμό
και τα κρυφορωτούσε
σαν Τριανταφυλλένη
ένα-ένα:
Ευαγόρα για πες
ήτανε μαλακό το σκοινί
όσο ήθελες;
Κι ύστερα έκλαιγε
μες στον ύπνο της γλυκά
και μ’ ένα τράνταγμα φριχτό
άνοιγε τα φτερά της
στον αέρα.
Εκεί λοιπόν
στην κορυφή της οδού Κοραή
επί του προμαχώνος των τειχών
εκεί
στο τεντωμένο νήμα του ορίζοντα
ήταν για μέρες σκεπασμένη
με ύφασμα λευκό
μέχρι τις 15 Ιουλίου
του 1974
ημέρα Δευτέρα
στις 8 το πρωί ακριβώς που
έφαγε μια σφαίρα ελληνική
12.7 χιλιοστών
κατάστηθα.
ΑΝΘΟΣ ΛΥΚΑΥΓΗΣ
ΕΡΠΥΣΤΡΙΕΣ
Και ξαφνικά η καλημέρα κρεμάστηκε
στα χείλη μας σαν πέτρα.
Και ξαφνικά η καλημέρα σφηνώθηκε
στα δόντια του πρωινού.
Ένα αχ σα στεναγμός
ένα αχ οργή και σίδερο
στα φυλλοκάρδια του καλοκαιριού
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου!
Με τόσες μνήμες άδικες
στα δάχτυλα μιας μέρας
που τη φοβόμασταν πριν έλθει
με τόσες μνήμες άδικες
που τις προσμέναμε να ’ρθουν.
Τι να σου πρωτογράψω!
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.
Καταγράφω απλώς τις στιγμές.
Αντιπαρατάσσομαι με τις στιγμές.
Οι στιγμές που δεν φεύγουν
που δεν λένε να φύγουν
που δεν θα φύγουν ποτέ.
Σήμερα 15 Ιουλίου 1974.
Βράδυ
και δεν καταμετρήθηκαν ακόμη οι νεκροί
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη το μίσος
και δεν καταμετρήθηκε ακόμη ο παραλογισμός
Βράδυ
και βρέχει δάκρυα στις γειτονιές
της Λευκωσίας
και απλώνεται ένας εφιάλτης στο ξαγρυπνισμένο
πρόσωπο της Λευκωσίας.
Τι να σου πρωτοπώ καλή μου;
ΜΗΤΡΟΚΤΟΝΙΑ
Με τα νεκρά κοχύλια της
μαζεύει το πρώιμο αίμα
η θάλασσα
βογκώντας. Κι ο ήλιος
καρφωμένος πισώπλατα
μέσα στη νύχτα του μεσημεριού
σιωπά κοιτώντας.
Ιούλιο μήνα
βγαίνουν τα μαχαίρια
στον κάμπο. Και το βουνό
πιστάγκωνα δεμένο
σαν το τραγί στα χέρια
του χασάπη.
Το φονικό
οργώνει πρώτα τη ματιά
πριν συναντήσει το κορμί
στο δίστρατο και στράφτει
σαν ατσάλι
στη χούφτα του καλοκαιριού.
Αυτούς που κάρφωσαν
πισώπλατα τον ήλιο
τους είδε μες στη νύχτα
το φεγγάρι. Κι έτσι μαθές
το γνώρισεν η γη
μες στην αγρύπνια της
κι η θάλασσα
καθώς βογγούσε
μαζεύοντας με τα νεκρά κοχύλια
το πρώιμο αίμα
του Ιουλίου.
ΛΕΥΚΙΟΣ ΖΑΦΕΙΡΙΟΥ (1948-2022)
15.7.1974
Οι νεκροί βρομούσαν από ‘να
μίλι μακριά, ήταν ανελέητο
το τελευταίο καλοκαίρι —
τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων
τις στέγες των σπιτιών.
Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους
μπάσαν τους νεκρούς απ’ την πίσω
πόρτα στον Άη Γιάννη,
δεν τους χωρούσαν, λέει, τα φέρετρα.
Κι ο πιτσιρικάς —πήχτρα το αίμα
στα ρούχα του- άνοιγε λάκκους,
τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα
στους κροτάφους στη μνήμη
βαθιά ως το μέλλον.
Τον ήξερες αλλιώτικα
τον κυπριώτικο ήλιο
θεία Μαρίνα την αυγή
με τα περιστέρια στους ώμους.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ (1941-2021)
ΛΕΥΚΩΣΙΑ, ΒΡΑΔΙ 15.7.74
Δεν είναι η Λευκωσία απόψε
η πόλη του γλυκού καλοκαιριού,
του δειλινού π’ άναβε τ’ άστρα,
αυτή που ξέραμε ως εχτές
που πίναμε σ’ ένα ποτήρι τη δροσιά της.
Απόψε στα στενά παίζουν τον θάνατο
κάθε γωνιά φωτιά κι αγώνας.
Η Λευκωσία απόψε πολεμά
και πέφτει.
ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΛΛΗΝΕΣ
Δεν είνʼ η πρώτη σας φορά που μας πουλήσατε.
Το ʼχετε ξανακάνει, χρόνια πριν, σʼ άλλους αιώνες,
όταν μας ξεπουλούσατε στους Πέρσες.
Και όμως ζήσαμε. Κι αντέξαμε σκλαβιές και κούρσα,
τα φέραμε δεξά με την αναβροχιά και την ακρίδα.
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τώρα μας ρίξατε στους Τούρκους
το αίμα πότισε πλούσο τη γη
κι αλυσοδέσανε βαριά τον Πενταδάχτυλο.
Είμαστε Έλληνες. Δεν καρτερούμε τίποτα,
τίποτα απʼ την Αθήνα. Είμαστε Έλληνες,
Έλληνες του πικρού καιρού
και της Απελπισίας.
.