ΤΖΕΝΗ ΦΟΥΝΤΕΑ-ΣΚΛΑΒΟΥΝΟΥ

Η Τζένη Φουντέα-Σκλαβούνου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Νομικά στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στη συνέχεια υπηρέτησε ως δικαστής στα Διοικητικά Δικαστήρια. Από πολύ νωρίς ασχολήθηκε συστηματικά με τη λογοτεχνία και γενικότερα με την τέχνη, γράφοντας ποιήματα και κριτικά δοκίμια για τον κινηματογράφο και τη ζωγραφική.
Το έργο της έχει τύχει διακρίσεων, μεταξύ των οποίων σε Διαγωνισμούς ποίησης του Πειραϊκού Συνδέσμου και του περιοδικού Μανδραγόρας και προσφάτως στον ποιητικό διαγωνισμό του Αρχείου Ιστορίας και Τέχνης Κοζάνης. Είναι μέλος του «Κύκλου Ποιητών». Η παρούσα έκδοση αποτελεί την έκτη ποιητική της συλλογή.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Κάππα, ποίηση, Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, Αθήνα 2009
Η Σιωπή του Κόσμου, ποίηση, Κέντρο Ευρωπαϊκών Εκδόσεων Χάρη Πάτση, Αθήνα 2011
Γάλα σε σκόνη, 44 χοϊκού με υστερόγραφο, εκδ. Μανδραγόρας 2013
Το άλφα του Κένταυρου, ποίηση, εκδ. Μανδραγόρας 2015
Στο βάθος ύπνος 44χαϊκού με υστερόγραφο, εκδ. Μανδραγόρας 2017
Ζωγραφική όπως Ποίηση,  εκδ. Μανδραγόρας  2020

.

.

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΟΠΩΣ ΠΟΙΗΣΗ (2020)

13 ποιήματα πάνω σε πίνακες του Κώστα Καμπουρόπουλου
ΧΡΟΝΟΜΕΤΡΟ

Καλπάζει ασυγκράτητος
ο βιολογικός μου χρόνος·
δύο πελώρια φτερά
σε κάθε πόδι
Πεισματικά αντιστέκεται
ο βιωμένος χρόνος·
καθηλωμένος οκλαδόν
μες στις βαθιές του ρίζες

Αλλοπρόσαλλο παιχνίδι
Ενίοτε
κόβει το νήμα ο ηττημένος

ΑΣΩΜΑΤΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Αποζητώντας
έναν ασώματο έρωτα
παγιδεύτηκα
σε βρόμικα σεντόνια και πνιχτές ανάσες
σε χέρια ιδρωμένα και τραχιά
σε σκοτεινά δωμάτια διπλοκλειδωμένα
—Απαγορεύεται η είσοδος στους πάντες—
σε πλαστικά λουλούδια ανάκατα
με ξέφτια μαξιλάρια
Αποζητώντας
έναν ασώματο έρωτα
βυθίστηκα
μέσα σε στόματα ανυπόμονα, βουλιμικά
που καταβρόχθιζαν κάθε φορά κι ένα κομμάτι
απ’ το κορμί μου
κι έφτυναν ό,τι απέμενε
σε κάδο απορριμμάτων
πριν υποκύψουν βιαστικά στον νόμο της επιστροφής

Μέχρι που έμεινα ένα κεφάλι μόνο
ένα κεφάλι ασώματο
μες στη βροχή
να λιώσει η ντροπή, να γίνει λάσπη
κι οι στάλες της, κοφτές σαν μαχαιριές
να χαρακώσουνε βαθιά το μέτωπο

ΤΟ ΑΥΓΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ

Χρειάστηκα χίλια καλοκαίρια
ν’ αποτυπώσω την ψυχή σου·
λευκή πεταλούδα
που μεταλλάσσεται σε κάμπια
την ώρα της επιστροφής

Χρειάστηκα χιλιάδες νύχτες περισυλλογής
ν’ αποκαλύψω το μυαλό σου·
μετέωρο σπειροειδές
πυρπολημένο
από δαιμόνια και οράματα

Χρειάστηκα μία ζωή
να εντοπίσω το κρησφύγετό σου·
σύννεφο αιλουροειδές
που ασφυκτιά
μέσα στο αυγό του φιδιού

ΙΛΙΓΓΟΣ

Και να που τώρα αιωρούμαι
πάνω απ’ το βάραθρο των χρόνων·
ανίκανη να συγχωρήσω
το προπατορικό σου αμάρτημα
τη λαιμαργία των επιθυμιών σου
την αμφισημική σου προσωπικότητα
την αλληλουχία των παραλείψεών σου
την αναλγησία που αφοπλίζει
τον αργό θάνατο του τέλους
που παραμονεύει
Και με κυριεύει
μία ακατανίκητη επιθυμία πτώσης
η μέθη της ίδιας μου της αδυναμίας
που μου ζητάει να της παραδοθώ
να γίνω ακόμα πω αδύναμη
να συρρικνωθώ στο μέγεθος μίας κούκλας
να κυλιστώ καταμεσής του δρόμου
μπροστά στα βλέμματα των άλλων
κι ακόμα παρακάτω
σ’ εκείνον τον λαβύρινθο που σβήνει ο λογισμός

Και όταν θα έρθει η στιγμή
που θα αξιώσει
να μετρηθεί το ανάστημα του καθενός μας
άραγε
θα ζητήσω να γυρίσουν πίσω
οι μαγικές αισθήσεις που μου έχεις υφαρπάσει;

.

ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΥΠΝΟΣ (2017)

44 χαϊκού με υστερόγραφο

Χαρτογραφούσα
τις ρωγμές της σκέψης σου
ψηλαφίζοντας

Με το ελαφρυντικό της άγνοιας

*

Ονειρεύτηκα
ότι ονειρευόμουν
πως ακόμα ζεις

Οδός χαμένων ονείρων

*

Τέλειωσαν όλα
Μια ασέληνη νύχτα
Όπως άρχισαν

Η τυφλή γοητεία της παρανομίας

*

Αγαπώ θα πει
πεθαίνω από ζωή
λεπτό προς λεπτό

Έρως-θάνατος, αδελφοί σιαμαίοι

*

Στην χαμένη οδό των ονείρων
πως οδηγούσα μεθυσμένος
ονειρευόμουν
και προσπερνούσα παράνομα
τ’ όνειρα των άλλων
ώσπου με πήρε ο ύπνος
στο τιμόνι απάνω

Πώς ακόμη ζεις ονειροπόλε
είναι άξιο απορίας

*

Τέλειωσαν όλα
Μια ασέληνη νύχτα
Όπως άρχισαν

Η τυφλή γοητεία της παρανομίας

*

Με συνεπαίρνει
η σχέση με μια σχέση
που ΄χει πεθάνει

Ο πιο ζωντανός έρωτας είναι ο νεκρός

*

Όταν οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση πεθαίνει
πιο κερδισμένος είναι αυτός
που θα βγει από κει μέσα
ζωντανός

Εμένα όμως με συνεπαίρνει
σαν πλανόδιος έρωτας νεκροταφείου
ο άλλος, ο πεθαμένος της σχέσης

*

Ακόμα καίει
το χέρι στην παλάμη
απ΄ τ΄ άγγιγμά σου

Των καυτών ερώτων

*

Με τούτο σου τ΄ άγγιγμα
σε νιώθω ερωτικό
μονάχα αν καίει ακόμη
στη καυτή παλάμη
της φωτιάς μου η ψυχή

…σαν άσαρκο χέρι φλογερό

.

ΤΟ ΑΛΦΑ ΤΟΥ ΚΕΝΤΑΥΡΟΥ (2015)

ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ

Κάποιες στιγμές
τις ώρες της αγρύπνιας
αναπολώ με ευγνωμοσύνη
τις πληγές της νιότης μου
Χωρίς αυτές
ίσως να μην ερωτευόμουν
τις πληγές του κόσμου

MEA CULPA

Έμοιαζες
ό,τι είχα πιο πολύτιμο
αποκτήσει στη ζωή μου
για όλα αυτά που φύσαγες
σαν χειμωνιάτικος σιρόκος
ανάμεσα στις ρίζες των μαλλιών μου
Κατέληξες
οικτρή αποτυχία μου
ίσως
να φταίει εκείνη
η δειλή δροσοσταλίδα
που δεν κατάφερα ποτέ να ενσταλάξω
στο ερμητικά κλειστό σου
μέτωπο

ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ

Όταν πεθάνω
θα μείνει μόνο ένα λευκό χαρτί
από αδέξιο χέρι διπλωμένο
κι ένα αποτύπωμα
από πυκνό μελάνι
Βαθύ κόκκινο

ΑΛΚΑΤΡΑΖ

Να δραπετεύσω, είπα
Ν’ ανοίξω νύχτα τα φτερά μου σαν πουλί
πάνω απ’ τις κοιμισμένες πολιτείες
Να βγω στη θάλασσα
Και να προλάβω
να βυθιστώ ηδονικά στα σκοτεινά νερά της
ώσπου να γίνουμε ένα

Πριν έρθει η αυγή θα μ’ εκτελέσουν

ΑΓΩΝΑΣ ΔΡΟΜΟΥ

Το όνειρο κυνήγησα με πάθος
Ξοπίσω του έτρεχα να το προλάβω
ασθμαίνοντας
Όλο μου ξέφευγε
Έτρεχε πάντοτε πιο γρήγορα
από μένα
Βάλθηκα να το σημαδεύω στο φτερό
ν’ αναχαιτίσω την ταχύτητά του
Πού να ‘ξερα πως με τη μία
θα έπεφτε στο χώμα
και θα γινόταν γκρίζα σκόνη
κάτω από τα παπούτσια μου

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Από τη ζωγραφική στην ποίηση
ΔΗΜΟΣ ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

CULTURE BOOK 18/1/ 2022

Η επικοινωνία των τεχνών μεταξύ τους είναι πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Μέχρι το τέλος της βικτωριανής περιόδου τα κυριότερα εικαστικά θέματα πήγαζαν από λογοτεχνικά έργα. Η ίδια έξαλλου η διασκευή λογοτεχνικών έργων στον κινηματογράφο ή η εισαγωγή της ποίησης σε αυτόν, αποτελούν μία άλλη μορφή διακαλλιτεχνικού διαλόγου. Στον 20ο αιώνα η επίδραση της φωτογραφίας και του κινηματογράφου με τη ζωγραφική άρχισε να αποτυπώνεται και στην ποίηση. Δεν είναι λίγοι, άλλωστε, οι καλλιτέχνες που είτε ασκούνταν σε δύο τέχνες (Εγγονόπουλος, Ρίτσος, Ελύτης, Σαχτούρης, Εμπειρίκος κ.ά.) ή πιο σύγχρονοι εικαστικοί που συνοδεύουν έργα τους με ποιητικά κείμενα οιονεί λεζάντας, όπως ο Φώτης Γαλανόπουλος (Χλωπτσιούδης, 2015)[ΔΧ1] .
Σε αυτή τη λογική και η νέα ποιητική συλλογή της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου, «ζωγραφική όπως ποίηση» (Μανδραγόρας, 2021), στο πλαίσιο της εκφραστικής ποίησης (ekphrastic poetry), προχωρά σε έναν διακαλλιτεχνικό διάλογο με 13 πίνακες του Κώστα Καμπουροπούλου (1939-2018), που ξεχωρίζουν με εξπρεσιονιστικό τους ύφος, τις αφηρημένες γραμμές και τα έντονα χρώματα. Η ποιήτρια αντιμετωπίζει τα έργα ζωγραφικής ως πολιτιστικά κείμενα, καθώς ένας πίνακας ζωγραφικής δεν αποτελεί μόνο μία εικόνα, αλλά μεταφέρει πολιτισμικές πληροφορίες που εκθέτουν τη δική του αισθητική ιδεολογία και εμπεριέχει πολιτιστικές έννοιες και αξίες. Κάθε πίνακας σχετίζεται με ιδέες και κοινωνικές συμπεριφορές, προσφέροντας πλήθος δημιουργικών αφορμών για εκφραστική ποίηση.
Η ιδέα της εκφραστικής ποίησης (ekphrastic poetry) στηρίζεται στην καταγραφή των φιλοσοφικών ή προσωπικών σκέψεων (ερμηνεία ή εντύπωση) από την εμπειρία με ένα έργο τέχνης, χωρίς όμως να χάνεται η αυτοτέλεια του κάθε έργου. Η συνάντηση των τεχνών δεν περιορίζεται απλώς σε έναν διάλογο, αλλά εμπλουτίζουν η μία την άλλη μένοντας ανεξάρτητες. Όταν όμως τα έργα αντιπαραβάλλονται, φωτίζουν βαθύτερα το ένα το άλλο. Η Anne Sexton εμπνεύστηκε από την Έναστρη Νύχτα του van Gogh το ομότιτλο ποίημα, χρησιμοποιώντας εικόνες μιας ερημωμένης πόλης κάτω από το νυχτερινό ορίζοντα και εκφράζοντας τη λαχτάρα του ποιητικού υποκειμένου για θάνατο. Η Sylvia Plath αποτύπωσε το απόκοσμο συναίσθημα του de Cirico (Οι ανησυχητικές μούσες), διαμορφώνοντας ένα απρόσωπο και “στοιχειωμένο” ποιητικό κλίμα.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί και η Φουντέα-Σκλαβούνου σε επιλεγμένα έργα του Καμπουροπούλου, που λειτουργούν ως αφορμή για τον ποιητικό προβληματισμό. Οι συνθέσεις της συλλογής δεν περιορίζονται σε μία προσπάθεια ερμηνείας των εικαστικών έργων ή στην ανάδειξη μιας κρυφής αφήγησης. Πειραματικά η δημιουργός καταθέτει μία διαφορετική πρόταση, δίνοντας φωνή στα χρώματα και τα σχέδια των έργων. Ενώ όμως ο οπτικός αντίκτυπος ενός πίνακα είναι άμεσος, το αποτύπωμα του ποιήματος πηγάζει από το συναισθηματικό κλίμα και τη γλωσσική του αισθητική. Το ποίημα επικοινωνεί πάντα με πιο υποσυνείδητο τρόπο, καθώς ξεδιπλώνεται μέσα από τις αισθήσεις κατά την κίνηση της ανάγνωσης. Παρόλη όμως την αυτονομία των συνθέσεων, η Φουντέα-Σκλαβούνου εισάγει πτυχές των εικαστικών έργων, αποτυπώνοντας τις αντιθέσεις και τις αμφισημίες του υπερρεαλιστικού εξπρεσιονισμού (Η σωτηρία, Μάριενμπαντ, Δύο θάνατοι). Η ίδια η γλώσσα των ποιημάτων ισορροπεί μεταξύ εκμυστηρευτικής ποίησης και υπερρεαλισμού στο πλαίσιο του δημιουργικού διαλόγου. Η ποιήτρια καταθέτει τις δικές της υπαρξιακές πινελιές (Χρονόμετρο, Ασώματος έρωτας) αποδίδοντας το συναισθηματικό κλίμα του πίνακα. Με τη δύναμη της γλώσσας ξεδιπλώνει πτυχές και την αγωνία του θανάτου (Η σωτηρία, Το έπαθλο, Ο μελλοθάνατος), του έρωτα (Ασώματος έρωτας, Το αυγό του φιδιού, Ακροβασία) και τη συμπεριφορά των ανθρώπων (Smoking, Περσόνα, Copy Conforme).
Πολλοί είναι οι δημιουργοί οι οποίοι τις τελευταίες δεκαετίες “συναντιούνται” ποιητικά με έργα τέχνης ανυπέρβλητης αξίας. Κατά τη γνώμη μας ο διακαλλιτεχνικός διάλογος δεν προσφέρει μόνο ευκαιρίες για συνάντηση των τεχνών, αλλά εκθέτει στον αναγνώστη τις κοινές ανησυχίες των Τεχνών για τον Άνθρωπο και την αισθητική. Ο ποιητικός πειραματισμός με εικαστικά ή άλλα έργα, ενδυναμώνει τη λογοτεχνία και ταυτόχρονα λειτουργεί ως μία πηγή πληροφοριών για αξιόλογα έργα τέχνης, θωρακίζοντας τον αναγνώστη απέναντι στη μαζική κουλτούρα.

.

ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ

Περιοδικό “Μανδραγόρας” 65 Νοέμβριος 2021

Μία από τις πιο συνηθισμένες, αλλά και τις πιο ενδιαφέρουσες συναντήσεις στην ιστορία της τέχνης, τόσο στο επίπεδο της πρόσληψης, όσο και σε αυτό της έρευνας και της μελέτης, είναι αυτό μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής, όπως άλλωστε προαναφέραμε. Η διαχρονία έχει να επιδείξει πολλές τέτοιες περιπτώσεις, που δεν έχουν απλώς και μόνο ευκαιριακό ή επετειακό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν διασταυρώσεις οι οποίες σχεδιάστηκαν
και πραγματώθηκαν ηθελημένα, μέσα από την εκπεφρασμένη βούληση των καλλιτεχνών να φέρουν σε επαφή τους εκφραστικούς τους τρόπους και να
εμπνευστούν ο ένας από τον άλλο, τοποθετώντας το έργο τους σε ένα είδος διαλόγου που διεξάγεται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που η ίδια η
τέχνη θέτει. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου, η τελευταία ποιητική συλλογή της οποίας, έκτη κατά σειρά, αφορμάται και εκκινεί από μία σειρά ζωγραφικών πινάκων του Κώστα Καμπουρόπουλου.
Πρόκειται, ουσιαστικά, για δεκατρία ποιήματα που βρίσκουν το «ισοδύναμό» τους στα εικαστικά έργα του ζωγράφου, ισοδυναμία που και ο ίδιος ο τίτλος καταδηλώνει με τη λέξη «όπως» η οποία συνδέει τους δύο καλλιτεχνικούς πόλους, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Διαμορφώνεται, κατά κάποιον τρόπο, μία σχέση ισότιμη στο μέτρο και στον βαθμό που η ποιήτρια επιδιώκει, όπως δηλώνει και στον πρόλογο του βιβλίου της, να σταθεί επάξια δίπλα στον ζωγράφο, να αποδώσει φόρο τιμής στο έργο του, ουσιαστικά να το ερμηνεύσει σχολιάζοντας το ποιητικά, με μια νέα, δηλαδή, καλλιτεχνική δημιουργία. Γιατί, αν υπεισέλθει κανείς βαθύτερα στον τρόπο και τη λειτουργία της τέχνης, θα διαπιστώσει ότι η καλύτερη, η πιο εύστοχη και καίρια κριτική ενός έργου τέχνης είναι ακριβώς η νέα δημιουργία την οποία αυτό θα εμπνεύσει και θα τροφοδοτήσει. Έτσι και εδώ, οι ποιητικές δημιουργίες της Σκλαβούνου συνιστούν κατά βάση μια διαφορετική εκδοχή αυτού που ο κάθε πίνακας συνιστά, μία εκδοχή τεχνουργημένη σε στίχους με τους δικούς της κώδικες, τις δικές της αρχές και τις δικές της κατευθυντήριες δυνάμεις.
Εκείνο που μπορεί κανείς να παρατηρήσει από την πρώτη κιόλας ανάγνωση των ποιημάτων είναι η απόλυτη ισορροπία που επιτυγχάνει η ποιήτρια ανάμεσα στον σεβασμό που θέλει και πετυχαίνει να επιδείξει απέναντι στη ζωγραφική αφόρμηση και αφορμή της ποιητικής της δημιουργίας και στη διάθεσή της να τεχνουργήσει τα ποιήματά της σε απόλυτο συσχετισμό με το προσωπικό της βίωμα, την εμπειρία, τη δική της, εν τέλει, ψυχοσύνθεση και ιδιοσυγκρασία. Γιατί, πράγματι, η σφραγίδα της ποιήτριας είναι τόσο έντονη και διακριτή που διαμορφώνει κανείς την εντύπωση ότι έχει οικειωθεί τους πίνακες στον μέγιστο βαθμό, έχει «ιδιοποιηθεί» το περιεχόμενο και το μήνυμά τους, έχει εσωτερικεύσει τον τρόπο τους και, διατηρώντας ,’α, συνήθως, γραμμή αναφοράς, προσέρχεται στον κειμενικό κόσμο, όπου θα κυοφορήσει τη δική της δημιουργία. Η γραμμή αυτή αναφοράς είναι, τις περισσότερες φορές, η ίδια η εξεικόνιση, το θέμα, με άλλα λόγια, του ποιήματος, όπως το αντιλαμβάνεται και όπως αυτό, κάθε φορά, κεντρίζει τη δημιουργική διάθεση της ποιήτριας.
Τα ποιήματα της συλλογής είναι τοποθετημένα κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να έχει προηγηθεί η θέαση του πίνακα, η εισχώρηση και η απόλαυση του βαθύτερου νοήματος και της σημασίας της μορφής που είναι η Ιδέα, η οποία στη συνέχεια εκ-λογικεύεται, μετατρέπεται, δηλαδή, σε λογισμό και λόγο και προσφέρεται σαν λογοτεχνική δημιουργία. Δεν πρόκειται απλώς και μόνο για μία στιχουργική μετάπλαση του ζωγραφικού έργου. Πρόκειται, στην κυριολεξία, για μία αναγέννησή του όχι μόνο με άλλη μορφή, αλλά -το κυριότερο -με άλλο περιεχόμενο. Γιατί η ποιήτρια προσέρχεται στον διάλογο με τον ζωγράφο έχοντας πλήρη συνείδηση του εσωτερικού της φορτίου και της ανάγκης της να το διοχετεύσει μέσα στην τέχνη. Το φορτίο αυτό δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το αντίστοιχο φορτίο που εναπέθεσε ο ζωγράφος μέσα στην εικαστική του δημιουργία -παρόλο που, σε γενικές γραμμές, οι αναζητήσεις και οι προβληματισμοί των καλλιτεχνών είναι κοινοί και ενιαίοι- αποτελεί όμως ένα είδος «εύφλεκτης ύλης» που όταν έρθει σε επαφή με το κατάλληλο ερέθισμα πυροδοτείται και πυροδοτεί τη νέα δημιουργία. Ο πίνακας, λοιπόν, αποτελεί την αφορμή, αποτελεί όμως και την κατάληξη υπό την έννοια ότι η ποιητική δημιουργία έρχεται για να επισφραγίσει την αντίστοιχη εικαστική, να την επαναπροσδιορίσει και να την τοποθετήσει σε ένα νέο πλαίσιο προσδίδοντάς της μια δυναμικότητα και μία δραστικότητα που ενδεχομένως πριν δεν είχε. Αυτό βεβαίως δεν λειτουργεί εις βάρος της αυτοτέλειας, της αυθυπαρξίας και της αυταξίας του. Ίσα ίσα που αυτή αναδεικνύεται ευκρινέστερα καθώς γίνεται αντιληπτή μέσα στη διάσταση της καλλιτεχνικής επικοινωνίας, μέσα δηλαδή από τους συσχετισμούς που δημιουργούνται και διαμορφώνουν ένα διφυές σκηνικό, καθαρά δραματικό, με την έννοια της κίνησης, των αλληλεπιδράσεων, των μετασχηματισμών. Από αυτή την άποψη το όλο εγχείρημα αποκτά μία τέτοια δύναμη και δυναμική που καθίσταται αμέσως μία πρόταση για τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να λειτουργεί η τέχνη και οι εκφραστές της.

Το άλφα του κενταύρου
ΔΗΜΟΣ Α. ΧΛΩΠΤΣΙΟΥΔΗΣ

tvxs.gr 30/11/2016

Τη Τζένη Φουντέα – Σκλαβούνου την είχαμε συναντήσει και παλαιότερα μέσα σε καινοτόμα χαϊκού με επιμύθιο/υστερόγραφο («γάλα σε σκόνη», Μανδραγόρας, 2013), όπου μέσα από το λακωνικό πρότυπο αποκαλύπτονταν μία αναζήτηση εκφραστικής διεξόδου μέσα σε μία εξωστρεφή υπαρξιακή ποίηση.

Η συλλογή της «το άλφα του κενταύρου» (Μανδραγόρας, 2015) αποκαλύπτει μία ποιήτρια που με πάθος αναζητά την αρτιότητα της ποιητικής έκφρασης· εγκατέλειψε την προηγούμενη ολιγόλεκτη φόρμα και κινείται πια σε συνθέσεις μεγαλύτερης έκτασης.

Η ποιητική της είναι βαθιά υπαρξιακή και η συναισθηματική της, ανθρωποκεντρική στην ουσία της. Η δημιουργός επιδιώκει έναν ευθύ και ειλικρινή ποιητικό στοχασμό στα βασικά ανθρώπινα ερωτήματα. Με τις συνθέσεις της ανοίγει ένα παράθυρο στις αλήθειες της ζωής, με ελεγχόμενο πάθος και αρτιότητα χωρίς να χάνεται η συναισθηματική και στιχουργική ισορροπία κι αρμονία.

Η ποίηση της μοιάζει με ένα διερευνητικό εσωτερικό μονόλογο που αποζητά απαντήσεις για τη σχέση της ζωής με το χρόνο και τη μνήμη, το κεντρικό της στην πραγματικότητα θέμα (ζηλεύω, τοξότης, ευγνωμοσύνη, το επώνυμο). Και βέβαια αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπινου βίου είναι η αγάπη (Δούρειος Ίππος, προσηλυτισμός, mea culpa, χαρακίρι, η εξήγηση, ασώματος έρωτας) και ο θάνατος (η διαδρομή, βαθύ κόκκινο, Ευρυδίκη, δρομολόγιο).
Ωστόσο, τούτος περισσότερο αντιμετωπίζεται μέσα από μία υλιστική διάσταση ως ένα βέβαια και φυσικό δεδομένο της ζωής (η κηδεία) ή μέσα από την κοινωνική δραστηριότητα (τυχαίο συμβάν) χωρίς να εκλείπει η θρησκευτική κριτική (κατ’ εικόνα, χαρακίρι). Το υπαρξιακό της υπόβαθρο στέκει μακριά από κάποια μεταφυσική προσέγγιση (αντικατοπτρισμός, κατ’ εικόνα) απολαμβάνοντας γεμάτη ψυχικά όσα κατέκτησε (απογραφή).

Διακρίνεται ένα αίσθημα δραπέτευσης από την αστική φυλακή (Αλκατράζ, απόδραση), ενώ υπερρεαλιστικά στοιχεία συνδέονται με την υπαρξιακή προβληματική της (ο ερωτευμένος άνδρας και ο ιαγουάρος). Μιλά για τα όνειρα και το άστατο του ανθρώπινου βίου (αγώνας δρόμου, mea culpa) με μία έκφραση απογοήτευσης (τοξότης, το δείπνο, ανίατη νόσος, η απειρία των αριθμών, οι σύντροφοι).

Η έκφρασή της διαμορφώνει ένα εξομολογητικό ή/και στοχαστικό ύφος. Το πρωτοενικό ποιητικό υποκείμενο στην πραγματικότητα αποτελεί ένα θεατρικό καθρέφτη της εμπειρίας της ζωής. Έτσι, η ποιητική αφήγηση συνδυάζεται με το σκηνικό ψευδοδιάλογο (το Άλφα του Κενταύρου, απόδραση, ποινικός κώδικας, σύντομη ζωή), ενώ στην τρίπτυχη σύνθεση φώτο φινις αποκτά μορφή διαλογική.

Τα ρητορικά ερωτήματα στο τέλος συνθέσεων (η συνταγή, αντικατοπτρισμός) απευθύνονται άμεσα στην ψυχή του αναγνώστη/ακροατή ως δραματικό κοινό των αναζητήσεών της, ενώ το πρώτο πληθυντικό γραμματικό πρόσωπο μέσα από τη συλλογική του διάσταση (δρομολόγιο, η κηδεία) ενισχύει τη θεατρικότητα της ποίησής της.

Η έκφρασή της ξεχωρίζει με την εμπλουτισμένη λιτότητα. Θεμελιώνεται στην προφορικότητα με περιορισμένο αριθμό επιθέτων και την απόλυτη κυριαρχία ρημάτων σε κύριες ή δευτερεύουσες, σε υποτακτική ή οριστική έγκλιση· η εναλλαγή απλών προτάσεων με επαυξημένες (τυχαίο συμβάν) – χωρίς να απουσιάζουν οι ελλειπτικές (μικρή ελεγεία) – μέσα σε ένα πλαίσιο καθημερινού λόγου διαμορφώνει ένα οικείο γλωσσικό περιβάλλον που αγγίζει με αμεσότητα τον αναγνώστη.

Ο στίχος της θησαυρίζεται με μεταφορές (αγώνας δρόμου) και αντιθέσεις (Δούρειος Ίππος) ή παρομοιώσεις (απογραφή, Δούρειος Ίππος, Αλκατράζ, mea culpa, ο ερωτευμένος άνδρας και ο ιαγουάρος). Το ασύνδετο σχήμα (η διαδρομή, η κηδεία, η απειρία των αριθμών, κατ’ εικόνα) και οι επαναλήψεις (απόδραση, σύντομη ζωή, το επώνυμο) ενισχύουν τη συναισθηματική ένταση.

Ωστόσο, η ποιητική ένταση παραμένει πάντα ελεγχόμενη· αποφεύγονται οι συναισθηματικές εξάρσεις, καθώς ακόμα κι όταν εντοπίζονται στο τέλος – συνήθως – των ποιημάτων μετριάζονται με στιχουργική ψυχραιμία. Με ειλικρίνεια η λογική και η ψυχραιμία κατευνάζουν το συναίσθημα άλλοτε με υπαρξιακό ερώτημα (ανίατη νόσος, αδιανόητο, η απειρία των αριθμών) κι ενίοτε με μία εμπειρική διαπίστωση (Αλκατράζ, δρομολόγιο, απόδραση, η κηδεία) ή στοχαστική διάθεση (τοξότης, σύντομη ζωή, ευγνωμοσύνη, απογραφή).

Αν και η Φουντέα – Σκλαβούνου δύσκολα θα μπορούσε να ενταχθεί στην ποίηση της αγανάκτησης, λόγω της προσωποκεντρικής υπαρξιακής διάστασης της ποιητικής της, εντούτοις η γενικότερη μελαγχολία που εμποτίζει τις συνθέσεις της αγγίζει το ευρύτερο κοινωνικό συναίσθημα. Ο ατομοκεντρισμός της όμως δεν μοιάζει με την ποίηση του ιδιωτικού οράματος. Με αφετηρία την κοινωνική εμπειρία οδηγείται σε μία πανανθρώπινη διαπίστωση, μακριά από το ίδιο το άτομο, που προσεγγίζεται ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου.

.

ΚΡΙΣ ΛΙΒΑΝΙΟΥ

στίγμαΛόγου 6/4/2016

Δύο ενότητες ανισομερείς, η πρώτη με 33 ποιήματα και η δεύτερη με ένα αρθρωτό τρίπτυχο στα όρια ανάμεσα πεζού και ποιητικού λόγου, αυτά είναι τα συστατικά που συγκροτούν την συλλογή της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου. Δεν είναι η γλώσσα, ούτε η θεματολογία του θανάτου και του γενικότερου απολογισμού που δίνουν την ιδιαίτερη διάσταση που παίρνει αυτή η δουλειά καθώς προχωράει η ανάγνωση, αλλά περισσότερο ο τρόπος που γίνονται, λέγονται και υπονοούνται τα πράγματα πίσω από τους στίχους.

Το συχνά σουρεαλιστικό τοπίο ως σκηνικό δεδομένο «συνομιλεί» με αρκετή επιτυχία με την αλλαγή προσώπων και προσωπείων του Εγώ, προετοιμάζοντας κατά κάποιο τρόπο την συνάντησή του με τον Άλλο, και καθιστώντας την επικοινωνία ανάμεσά τους εφικτή αν και τελικά εύθραυστη. Είναι μια προσωπική ποίηση δεν υπάρχει αμφιβολία, και μάλιστα τόσο προσωπική που κάποιες φορές η δημιουργός εγκλωβίζεται στις σκέψεις και τις εμμονές της, αλλά από την άλλη μεριά η ειλικρίνεια δεν λείπει, και εκεί κερδίζει σε αμεσότητα. Δεν ξέρω κατά πόσο ο αναγνώστης είναι σε θέση να ακολουθήσει τις περιπλανήσεις της στο εσωτερικό σύμπαν των επιλογών της, αλλά στις περιπτώσεις που αυτό επιτυγχάνεται, μπορεί να συναντήσει σε παράδοξα σημεία οικείες σκέψεις και τελικά να συναντηθεί με τον εαυτό του.

Ρεαλιστική, περιγραφική και παραστατική είναι τα τρία βασικότερα χαρακτηριστικά της ποίησης της Τζένης Φουντέα-Σκλαβούνου στο Άλφα του Κενταύρου, και εκεί βρίσκονται ταυτόχρονα τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία της συνολικής εικόνας. Ο ρόλος της επιφάνειας των πραγμάτων σε αντιδιαστολή με το κενό που αφήνουν, οι σχέσεις που αιωρούνται σε κενό χώρου και χρόνου, οι λεπτομερείς περιγραφές που εστιάζουν στο άτομο σε αντίθεση με τις φευγαλέες εικόνες που παράγουν μόνο ασάφεια και η σκηνογραφική πολλές φορές τοποθέτηση των συγκινήσεων, είναι τα στοιχεία που μένουν στο τέλος της ανάγνωσης, την οποία ενδεχομένως θα περίμενε κανείς λιγότερο αποσπασματική.

Η απουσία συνοχής ανάμεσα στα ποιήματα, με εξαίρεση τον χαλαρό δεσμό τους με την θεματολογία του θανάτου και της πορείας προς το τέλος της ζωής είναι κατά τη γνώμη μου ένα από τα σημεία που υστερεί η συλλογή. Δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να διαβάζει κανείς ετερόκλιτα πράγματα σε μια έκδοση, κάθε άλλο, εδώ όμως το πρόβλημα είναι ότι η ετερογένεια βλάπτει τον εσωτερικό ρυθμό, και ο αναγνώστης δυσκολεύεται να βρει τα σημεία αναφοράς του. Οι συγκινήσεις ιχνογραφούνται χωρίς να προσμετράται και το βάθος τους, η προοπτική δεν λειτουργεί, και σε αυτό το σημείο το εγχείρημα υστερεί.

Η μοναξιά ως leitmotif αλλά και ως καταλύτης του χρόνου που μας αναλογεί επί της γης είναι ίσως ο πιο στιβαρός άξονας της συλλογής και παραδόξως το κυριότερο άνοιγμα της δημιουργού προς τον αναγνώστη της. Η αντίφαση αυτή μπορεί ενδεχομένως να φωτίσει το έργο διαφορετικά και να αναδείξει μια τρυφερότητα ίσως παραπάνω κρυμμένη από όσο θα έπρεπε:

(…)
Την τέχνη της γραφής και της ανάγνωσης
δοκιμασμένο γιατρικό
αντίδοτο στη σήψη[1]
(…)

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.