ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Ν. ΜΑΚΡΗΣ

Ο Κωνσταντίνος Ν. Μακρής γεννήθηκε στη Λεμεσό το 1982. Έχει εκδώσει τα πεζά έργα: Εκχυλίσματα Πάθους (2012), Δικτύων Δυνάστευση (2019) και Η Αποικία των Βρυκολάκων (2020). Το 2017 έλαβε το Πρώτο Βραβείο Ποίησης στον Διεθνή Διαγωνισμό της Unesco, Τεχνών Λόγου και Επιστημών Ελλάδος, και το 2018 το Βραβείο Διηγηματογράφου της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου. Ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύονται κατά καιρούς σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Η ποιητική ανθολογία Πεντάδρομος συμπτύσσει ποιήματα μιας εικοσαετούς συγγραφής.
Σπούδασε Ψυχολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και μετεκπαιδεύτηκε στη Συνθετική Ψυχοθεραπεία στο Κυπριακό Ινστιτούτο Ψυχοθεραπείας.
Τα τελευταία χρόνια ζει στην επαρχία της Λεμεσού, στους πρόποδες του Τροόδους. Στον ελεύθερό του χρόνο, εκτός από το διάβασμα και τη μελέτη της ιστορίας, ασχολείται με την καλλιέργεια βοτάνων, οπωροκηπευτικών και ανθέων. Αρέσκεται στην εξερεύνηση της φύσης και στη βίωση της ορεσίβιας ζωής, μακριά απ’ του κάμπου την χλαλοή. Οι μακρινοί περίπατοι τον βοηθούν να ανασυνταχθεί απ’ το σκόρπισμα της μέρας.

.

.

ΠΕΝΤΑΔΡΟΜΟΣ (2022)

1ος ΔΡΟΜΟΣ.
ΒΟΥΤΙΕΣ ΣΤΑ ΒΑΘΗ
ΑΒΙΩΤΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Αφήνεις το τώρα να περνά,
Ποντάροντας στο αύριο με μανία.
Μα χάνεις κάθε στιγμή πιο πολλά
Τον χρόνο αδειάζοντας σαν υδραντλία.

Παίζεις στο νου σου σενάρια τρελλά
Και επαναπαύεσαι πάνω σε αμφίβολες ελπίδες.
Γίναν τα χρόνια σου μπαλόνια αδειανά
Κι οι μέρες σου σβησμένες πυγολαμπίδες.

Άσε το φως να σε τυλίξει μια φορά
Μην κρύβεσαι για πάντα στο σκοτάδι.
Εκεί που ψάχνεις δεν φτουρά
Κι η αλήθεια κόβει σα ξυράφι.

Ταξίδεψε μέσα στο τρένο του τώρα
Μαζί μ’ αυτούς που παίρνει επιβάτες.
Κι οι άλλοι φίλε, σκιές σκιών
Κι όσοι δεν είν’ μαζί σου, αυταπάτες…

ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΟΣ

Αγαπάμε τους νεκρούς ποιητές—
Είναι ακίνδυνοι.
Αγαπάμε τα λόγια στο χαρτί—
Σπάνια τα κάνουμε σάρκα.

Αγαπάμε τις ιδέες—
Δεν πεθαίνουμε πια γι’ αυτές.

Ανέραστοι του πνεύματος χαρτοπόντικες,
Σ’ ανήλιαγα υπόγεια διαβιούμε.

Απόλλωνα, κάψε τη ψευτιά
Γέμισε μ’ ήλιο τα κορμιά
Κι άσε τον Βάκχο να μπει στα πνεύματα.

Αγαπάμε τους νεκρούς ποιητές—
Δεν έχουν πια στύση.
Είναι ακίνδυνοι.

ΑΡΤΕΣΙΑΝΟΣ ΟΧΕΤΟΣ

Έπρεπε να ξεχειλίσει ο βόθρος μου
Τούτο το πρωί
Για να καταλάβω τι εστί ευμάρεια.
Έπρεπε να πνιγώ στα σκατά
Για να νιώσω
Τι θα πει ν’ αναπνέεις
Αέρα λεφτεριάς
Μες στις μυρουδιές της άνοιξης.
Τ’ απόγεμα ξεχείλισε κι ο καφές.
Πάει το μισό καϊμάκι.
Οι ειδήμονες λεν πως
Θα πάρω λεφτά.
Σκατά· τι να τα κάνω;
Απ’ το μεροκάματο δεν είδε προκοπή ουδείς·
Πόσο μάλλον οι εργασιομανείς·
Αυτοί πια, έχουν πεθάνει
Και δεν τους το ‘χει σφυρίξει κανείς.

ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

Είναι νύχτα·
Κι όμως· κάποτε είδα
Το Φως να φέγγει
Μες στα θλιμμένα σου βλέφαρα.

Δε φοβάμαι την απομόνωση
Δεν είν’ αυτός ο λόγος
Που σου γράφω.

Η απομόνωση είναι η δασκάλα μου
Με έμαθε να συλλαβίζω
Τ’ αλφαβητάρι της αγάπης.
Να συλλαβίζω τον πόθο
Στην ενατένισή του·
Να κλίνω τον έρωτα
Σε κάθε απόχρωση της φωνής σου.

Δεν τη φοβάμαι την απομόνωση.
Σα στοργική μητέρα
Με παίρνει αγκαλιά
Κι ένα σου άγγιγμα,
Ένα φιλί, μπορούν
Να ζήσουν μέσα μου αιώνες.
Κι αν πιστεύω στο μαζύ,
Είναι γιατί η πάκτωση
Συντελείται μόνον
Όταν μπορούμε ν’ αγκαλιαστούμε
Στην ύστατη ερημιά του οργασμού

2ος ΔΡΟΜΟΣ.
ΥΓΡΑ ΕΓΚΑΥΜΑΤΑ
ΕΡΑΣΤΕΣ ΘΑΝΑΤΟΥ

Οι ανέραστοι ερωτεύονται τον θάνατο.
Φασίστες που σκοτώνουν τη ζωή.
Κατάφατσα φτύνουνε το φως
Κατρακυλώντας σε σκοτάδια εγωπάθειας.
Έρημος να φυτρώνει στάχτες, πέτρες
Αγκάθια κι αχινούς χωρίς καρδιά·
Παραδεισόμορφα κλουβιά
Καταδικασμένα σε αιώνια σήψη.
Στρατευμένοι δαίμονες σε χορό απολωλό
Καταπατάνε του βίου την αλήθεια.
Τώρα που μήτε ο έρωτας σάς σώζει
Στην κόλαση, αχρείοι της ψυχής
Να σβήνετε αργά.
Μηχανές δίχως βενζίνη ·
Κι ολόκληρη η πλάση να μένει πια βουβή.

Η ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΚΑΡΔΙΑ ΜΑΣ

Η φωτεινή πλευρά της ζωής
Βρίσκεται εκεί που τα μάτια σου χαμογελάνε.
Είναι κρυμμένη μέσα στη ζεστασιά της αγκαλιάς σου.
Παίζει με τα χρώματα της μέρας
Κι αναγαλλιάζει μες στα σύννεφα του έρωτά μας.
Το βράδυ μπαίνει κάτω απ’ τα σεντόνια,
Χώνεται μέσα σε αέρινα κρεβάτια
Που μοσχοβολάνε πάθος κι ευτυχία.
Ας βαράνε οι καμπάνες της θλίψης.
Ασπίδα μου εσύ!
Ασπίδα μου εσύ
Και βέλος του θανάτου…

ΧΑΡΑΜΑ

Λείπεις· κι ο απαίσιος καφές της μηχανής του γκαράζ
Φέρνει το κατακάθι του στην επιφάνεια των χειλιών μου.
Τρυπάει το άδειο στομάχι της ζωής μου
Με κάνει αχόρταγο για ζωή
Νιώθω για έρωτα διψασμένος
Για ηδονή
Για σένα
Για τα χείλη σου
Για τους καταρράκτες της σπονδυλικής σου στήλης
Που λειώνουν στα χάδια μου σαν ζάχαρη
Σταλάζοντας το μέλι στην καρδιά μου.
Χάνομαι μέσα σου ατέλειωτους αιώνες
Κι υψώνομαι στα μαγικά τοτέμ της αθανασίας
Ανάμεσα σε φωτιές δράκων
Που παιανίζουν
Τον άφθαρτο Θεό της Αγάπης.

3ος ΔΡΟΜΟΣ
ΜΗΝ ΤΑ ΠΕΙΣ ΑΥΤΑ ΣΤΟΝ ΤΟΥΡΙΣΤΑ

ΚΑΥΣΩΝ

Χώρες του ήλιου,
χώρες του ήλιου, δίχως έλεος.
Τόποι του ήλιου,
τόποι του ήλιου που μαστιγώνει
τα μετέωρα γράμματα του παραμιλητού
μέσα στο νερό με μνήμες μέδουσας
και σαλάχια, με πλοκάμια χταποδιού που περιτυλίγονται
σαν περικοκλάδες στα βάθη της ύπαρξης
και μας βυθίζουν στη Ρίζα, την προγονική.
Ενώ οι συσκευές ανάβουν και τα ram τρέχουν στην ανηφόρα
και ασθμαίνουν, θολώνοντας τα νερά της συνείδησης…
Τα εστιατόρια των πολυεθνικών εργάζονται πυρετωδώς,
με τα κλιματιστικά να φτάνουν στο μάξιμουμ της απόδοσής τους.
Ο τουρίστας σε σημαδεύει με τον φωτογραφικό του φακό.
Αύριο θα είναι μια μέρα σαν όλες τις άλλες·
απλά η ζέστη, η ρουτίνα κι ο φασισμός του διαδικτύου,
θα σου θυμίσουν πως είσαι θνητός και πως η φύση είναι μακριά από σένα
σε άλλα χέρια, παραμελημένη,
δοσμένη στα φαντάσματα των προγόνων.
Κι εσύ θα διαβάζεις επιγραφές στον αυτοκινητόδρομο:
Χοιροκιτία
Κούριον
Τάφοι των Βασιλέων
Τάφος!

ΟΙ ΑΕΝΑΟΙ ΣΥΝΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Με θάρρος, με πυγμή, με παρρησία.
Θα παλέψουμε για αιώνια ζωή.
Στους λάκκους με θυμό, με τρέλα, μ’ αηδία,
Μας σπρώχνει σκούζοντας, τερατόμορφο σκυλί.

Μας ρίξανε τα ζόμπι του καθημερινού σε αχρηστία.
Καβαλήσαμε τον άνεμο, τα κάστρα, τους αιθέρες.
Πετάξαμε σ’ αιμάτινους, σκληρούς ουρανούς.
Μα οι αθάνατοι γεννιούνται στις αλέες·
Σε μαύρου, πισσωμένου δάσους τους καημούς…

ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Προσπαθώντας να ζωγραφίσω
Την ατμόσφαιρα της καρδιάς
Μα και της αύρας μου,
Εκπέμπονται απ’ την αέρινη ύπαρξη,
Αναλαμπές και φωτισμοί της στιγμής.

Μιας φευγαλέας πνοής
Από τα βάθη των αιώνων.
Μια μυστηριακή, ενδόμυχη ζωή
Με περιβάλλει και μ’ αγκαλιάζει.

Οδοιπορώ μέσα σε βάλτους
Αίθουσες και βαβούρες.
Ματώνουνε καμιά φορά τ’ αυτιά μου.
Μένω άναυδος
Νιώθοντας το κορμί μου πέτρες.
Βράχος που τον κατάπια
Και με σέρνει σε λίμνες να πνιγώ.

Ψυχραιμία, στωικότητα, γαλήνη·
Λέξεις που στην πράξη θέλουν πόνο.
Βρίσκω διαδρόμους, φως σε τούνελ
Έτσι μόνο…

4ος ΔΡΟΜΟΣ
ΜΝΗΜΕΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ

Σε γλύφει η θάλασσα. Ξεριζωμένη. Τα φύλλα σου πλαγκτόν στο βυθό.
Ανάμεσα σε πλαστικά – μεταλλικά ξεβράσματα. Στη μαύρη άμμο
που την πότισαν μ’ αμαρτίες κείτεσαι. Τρόγυρα στον κάμπο, οι
αδελφές σου μιλιούνια. θρηνούν κουνώντας σπαρακτικά τα κλαδιά
τους· λυγίζοντας στο μαστίγωμα του μελτεμιού.
Μεστώνουνε οι Εσπερίδες της πίκρας. Σε ανεικονικές τελετές
σφαδάζεται ο Αμνός. Συρματοπλέγματα καρφώνονται στις ψυχές
που σε κλαίνε, καθήμενες προσωρινά στην ακτή. Στην παραλία π’
αγναντεύουνε συνήθως.
Μιλώ για τους ξεριζωμένους που δεν ερίζωσαν ποτέ. Για κείνους
ειδικά που δεν εδέχθηκαν τη λοβοτομή της αμοιβάδας. Για κείνους
που δεν εσκέπασαν το μαυρισμένο μάτι της προσφυγιάς με τα
ψιμύθια της λησμονιάς. Εγώ μιλώ για αίματα να στάζουνε απευθείας
απ’ τα σπλάχνα· για δάκρυα μιλώ που δεν εστέγνωσαν ποτέ. Κι ας
έριξαν εκατομμύρια τα δολάρια, κι ας πάχυνε η καρδιά σαν το λαρδί.

Η ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΦΟΥ: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Μακρής

ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ «Η ΖΩΔΙΑ»

Ανοιχτό, λέει. Σαν τα οδοφράγματα. Ανοιχτό κι όμως έρημο.
Μέσα κάτι τσουβάλια. Δεν θέλω να σκέφτομαι το περιεχόμενό
τους. Ανοιχτό. Στάζουν ακόμη τα αίματα. Τα τσιγκέλια με τους
σφαγμένους στρατιώτες, κρέμονται έρημα. Μα εμείς προχωρούμε.
Προχωρούμε αδιάφορα το δρόμο μας. Μονάχα κάποιος αναστεναγμός
κάποτε, όταν κοιτάμε σε καταγάλανο ουρανό, τη θάλασσα του Μόρφου.

Πράσινο το κρεοπωλείο. Πράσινο για να θυμίζει την γραμμή
που χάραξαν, να κόβει τη Λευκωσία στη μέση. Πράσινο σαν τις
ελπίδες σε τόπους χλοερούς· σε πατρίδες θαμμένες κάτω από
σορούς συμφερόντων. Η Γαλάτα αγναντεύει το πέλαγο που δεν
μπορεί ν’ αγγίξει. Στην Ευρύχου φαντάρων φαντάσματα εκτελούν
περιπολίες. Προστατεύουν τα κεκτημένα της διχοτόμησης. Στο
πορτ μπαγκάζ, σακούλες γεμάτες κρέατα. Ψώνισα καλά απ’ τη Ζώδια.
Μισό αρνί, μισό ερίφιο. Τ’ άλλο μισό απέναντι· το δικό μου έχει
σαπίσει.

ΚΡΕΟΠΩΛΕΙΟ «Η ΖΩΔΙΑ» : Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Μακρής

.
5ος ΔΡΟΜΟΣ
ΠΡΟΣΩΠΟΔΡΟΜΙΕΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ

Στον χαλκέντερο φίλου του λόγου,
Λεύτερη Παπαλεοντίου

Η ηράκλεια στήλη του Διός
Καίει τα στήθια του ανδρός.
Της Αφροδίτης το αιδοίο
Κόβει τον Άδη εις τα δύο.

Ο Διογένης με το πιθάρι
Αυνανίζεται στη μέση της αγοράς.
Ρίχνει ο Σωκράτης το λιθάρι
Και πέφτουμε στο Όρος της Ελιάς.

Παίρνει ο Κέρουακ τη σκυτάλη·
Στα σκέλια, του Διόνυσου οι ορμές.
Κρατάει ο Blake το δοξάρι
Κι ο Ουράνης λέει οχείες μυστικές.

Στη θάλασσα ο Καββαδίας κλαίει·
Είναι ο τάφος του στην ξέρα θλιβερός.
Στο πέλαγο το φάντασμά του πλέει
Κι ο ουρανός ένα γαλάζιο θανατερό.

Είν’ η ιστορία μας φουρτούνες γεμάτη
Κι ειν’ οι μπεάτοι της παιδιά της παρακμής.
Ο Εμπειρικός έφυγε, εγύρισε την πλάτη·
Πάει στου παράδεισου την πύλη, ευτυχής.

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ
(ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 390 μ.Χ.)

Στην πρέσβειρα του πολιτισμού μας,
Αλεξάνδρα Ζαμπά

Απ’ τα Μεδιόλανα
διέταξε ο αλητήριος
να σφάξουνε τους εθνικούς.
Στον οι ιππόδρομο ο κόσμος φωνασκούσε.
Τους είχαν πάρει τον ηνίοχο,
στα μπουντρούμια τον έριξαν.
Ο βάρβαρος ο Ισπανός
παράνομο είχε κηρύξει
των Ελλήνων το μεράκι.
Κι αν ήταν τοιούτος
ο ηνίοχος, αδιάφορο.
Μα της θρησκείας μας τα ήθη
τι τον ενοχλήσαν;
Ακόμα κι ο Αμβρόσιος θορυβήθη.
Μα να σφαγιάσει μάνες, γέρους και παιδία
για τα είδωλα;
Παράφρων ο Αυτοκράτωρ!
Τον ταπείνωσε ο Επίσκοπος.
Τον έσυρε δημόσια κι απηλογήθη·
και μήτε φορεσιές παλατιανές εφόρει πια.

Εμείς, με τον Αμβρόσιο είμαστε·
Έλληνες είμαστε, μα προπαντός Ρωμιοί.
Σε μας τους Θεσσαλονικείς,
τέτοιες μικρόνοιες, τέτοια φρικτά
δεν αρέσουν.
Αν του κοτάει του θρασύδειλου
ας πάει στη Ρώμη·
του Κολοσσαίου τα λιοντάρια
τα νύχια ακονίζουν
για τις ανόσιες σάρκες του!

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ Ο ΜΙΚΡΟΣ: Διαβάζει ο Κωνσταντίνος Μακρής

ΨΥΧΗ

Στην ψυχοθεραπεύτρια,
Όλγα Βήχα

Μαχήτρια της ζωής
Με ρόδα στο στήθος
Κι ένα χαμόγελο
Για ξίφος.

Στα μάτια σου θάλασσες
Καράβια που σαλπάρουν
Για χώρες θερμές.

Χέρια στοργικά
Χείλη που ξέρουν ν’ αγαπούν
Μουσικής φωνή
Πάθος, ένταση, γαλήνη.

Αγκαλιά που χωράει τον πόνο
Διότι έσκυψε στα βάθη της αβύσσου χωρίς φόβο.

Ελευθερία, η κάθε σου πνοή
Πνεύμα π’ ανεβαίνει στα πιο ψηλά βουνά με χάρη
Σκέψη που γίνεται χάδι
Ενώνοντας την έκσταση με την αγάπη.
Έρως· ναι, έρως της ζωής
Που νίκησες το θάνατο
Στο φως, ανθίζεις πάλι…

.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΑΠΟ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΖΑΜΠΑ

(Απόσπασμα)

Η ποιητική ανθολογία Πεντάδρομος, του κύπριου ποιητή Κωνσταντίνου Μακρή, διακρίνεται, στην προσπάθεια αφήγησης του επώδυνου βιώματος, για την εκφραστική λιτότητα των ποιημάτων και για τον αυστηρά συγκροτημένο λόγο ο οποίος αποφεύγει τις μαρκαρισμένες αναχρονιστικές εικόνες στην απεικόνιση του σύγχρονου πεζού κόσμου. Δεν προσπαθεί με τη μουσικότητα του λόγου να μεταδώσει η συγκινησιακή αύρα μιας δεδομένης εμπειρίας· τουναντίον, συχνά εκσφενδονίζει με φοβερή ακρίβεια λέξεων την αποκάλυψη πτυχών της ζωής, δίχως να προσπαθεί να τραβήξει απ’ τον γιακά τον αναγνώστη με συγκινησιακά τεκμήρια.

Κατ’ αρχήν, ο τίτλος Πεντάδρομος προετοιμάζει τον αναγνώστη για την ποιητική διαπραγμάτευση. Δεν παραπέμπει με άμεσο τρόπο σε κάποιο συναίσθημα. Τα ποιήματα εξελίσσονται με πραγματική ταχύτητα σαν μια σύντομη συναρπαστική ιστορία, ωστόσο, με γλωσσικό σθένος· παρουσιάζει τον κόσμο γύρω του χρησιμοποιώντας στοιχεία μοντερνισμού. Ο αναγνώστης πείθεται ότι δεν πρόκειται για μια προσωπική εξομολόγηση, αλλά για μια τριτοπρόσωπη, αποστασιοποιημένη αφήγηση. Εκτός τούτου προωθείται η αφήγηση προς νέα συμπληρωματικά πεδία έρευνας. Ο κύπριος ποιητής βασίζεται σε ένα ολόκληρο σύστημα από αποκαλυπτικές έννοιες· συμφωνεί με τον Τόμας Στερνς Έλιοτ (Τ. S. Eliot), όταν διατύπωνε την αντίθεσή του προς το ρομαντικό ξεχείλισμα συναισθημάτων: «Η ποίηση δεν είναι μια απελευθέρωση συναισθημάτων, αλλά μια απόδραση από το συναίσθημα. Δεν είναι έκφραση προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα. Αλλά, φυσικά, μόνο όσοι έχουν προσωπικότητα και συναισθήματα ξέρουν τι σημαίνει να θέλεις να ξεφύγεις από αυτά τα πράγματα».

Ο κύπριος ποιητής μάς παραδίδει άφοβα, ποιήματα ελευθερόστιχα και έμμετρα· μιμείται το σονέτο, πλησιάζει τη μπαλάντα. Άλλο δεν κάνει παρά να ακολουθεί τη δράση της συνεχούς διάβρωσης του παραδοσιακού λυρικού εγώ και της γλώσσας του. Ο αντιλογοτεχνικός χαρακτήρας της ποίησής του τον προκαλεί να χρησιμοποιήσει ποιητικές φόρμες και τρόπους του παρελθόντος, καθώς και άλλους ανατρεπτικούς τρόπους στη σύγχρονη ποίηση· με λέξεις σκληρές, φτάνοντας μέχρι την ποιητική πεζογραφία, τη χρήση εκφραστικών τρόπων που αποδίδονται στο ανήσυχο πνεύμα του· πνεύμα, το οποίο
χρειάζεται απεγνωσμένα την αλήθεια και την αυθεντικότητα.
Ο Πεντάδρομος σε όλη την ποιητική συλλογή μένει ένας χώρος απροσδιόριστος, μολονότι διακρίνεται για την εκφραστική του λιτότητα αλλά και για μια πεζολογική και «ασυγκίνητη» αφηγηματική έκφραση· πλαισιώνεται από μια εξαιρετικά μεγάλη γλωσσική ποικιλία. Ταξιδεύει στη γλώσσα μέσα στις αλλαγές του χρόνου που είναι και αλλαγές της γλώσσας.
Η ποιητική σύνθεση του Μακρή, εισχωρεί σε δυναμικό συνδυασμό καταστάσεων, τα ποιήματά του έχουν ρυθμική ενέργεια, εικονοποιία και συχνά μια σπονδυλωτή νοηματική λειτουργία.
/ Αφήνεις το τώρα να περνά, / Ποντάροντας στο αύριο με μανία. / Μα χάνεις κάθε στιγμή πιο πολλά / Τον χρόνο αδειάζοντας σαν υδραντλία. // (…)

Επιπλέον, διακρίνουμε μέσα από τον μονόλεξο αινιγματικό τίτλο Πεντάδρομος ένα ασύμμετρο κέντρο ακτινών, οι οποίες φεύγουν ή έρχονται — δεν μας είναι γνωστό. Γνωρίζουμε μόνο το σώμα του ποιητή που μένει όρθιο στη μέση του Πενταδρόμου. Κοιτάζει ο κύπριος ποιητής το σώμα του· σηκώνει μπρος στα μάτια την παλάμη του από την οποία ξεκινούν τα πέντε δάκτυλα· τα βλέπει να τεντώνονται μπροστά στο σώμα της πόλης. Σώμα έναντι σώματος, ο ποιητής στέκεται στον Πεντάδρομο, κέντρο μιας ξεχειλισμένης πλατείας. Όπου πάει θα πάρει μαζί και το σώμα του και ο Πεντάδρομος θα τον ακολουθεί, με τους πέντε διαφορετικούς δρόμους που τον δελεάζουν για να τους διασχίσει και να χαθεί μαζί τους· πότε πίσω από τα χαμόσπιτα της πόλης, και πότε παίρνοντας τον πιο μακρύ, τον πιο φιδωτό και επικίνδυνο από τους δρόμους. Όμως, είναι εις γνώση του ότι όπου και να πάει θα βρίσκεται πάντα στον αινιγματικό Πεντάδρομο- μύθο των παιδικών και νεανικών του χρόνων.

Στον τόπο τούτο τον άτοπο στέκει για πάντα το σώμα του ποιητή. Είναι αυτό που δεν θα υπάρχει ποτέ κάτω από έναν άλλο ουρανό, είναι το απόλυτο μέρος, το μικρό κομμάτι της γης όπου γεννήθηκε και σχηματίζει το σώμα του. Μακάρι να μπορούσε να ζήσει σε τέλεια οικειότητα με το σώμα του, όπως με μια σκιά ή με τις στέγες, τις ταράτσες που εμφανίζονται μπροστά στον Πεντάδρομο! Αντίθετα, κάθε πρωί, κάτω από τα μάτια του σχεδιάζεται η αναπόφευκτη εικόνα που επιβάλλει η μνήμη και πάλι ξεκινάει από τον Πεντάδρομο, το σημείο της αρχής, το χωροχρονικό συνεχές σε συνδυασμό με τις ευκλείδειες διαστάσεις σ’ ένα πολύπτυχο μόρφωμα, τους πέντε δρόμους. Προσπαθεί στην αιώνια επιστροφή του να τους εντοπίσει, να τους διασχίζει στο διάκενο, το διαρκώς ασύλληπτο και το αναπόδραστα φευγαλέο. Δρόμοι που συγχέονται, αλλάζουν θέση, διότι όπως έλεγε το 1966, σε ραδιοφωνική εκπομπή, ο ψυχοαναλυτής και φιλόσοφος Μισέλ Φουκώ «δεν υπάρχει κοινωνία που να μην προωθεί τη δική της ετεροτοπία». Το «αλλού».

Ο Πεντάδρομος βρίσκεται στη Λεμεσό, παραλιακή πόλη της Κύπρου.
Ο ποιητής από εκείνο το συγκεκριμένο σημείο προσπαθεί να εξετάσει τις πτυχές του βίου· του σήμερα και του χτες.

Ο Πεντάδρομος είναι ένας τόπος άτοπος, ένα μέρος έξω από κάθε μέρος, ένας χώρος χωρίς χώρο, ένα ύψωμα: διαυγές, φωτεινό, προστατευμένο από τη φθορά του χρόνου. Το σώμα του εκεί πάνω στο άνοιγμα του Πενταδρόμου γίνεται αιώνιο, σαν θεού σώμα. Αυτή η έμμονη, η επίμονη, η πιο ισχυρή από τις ουτοπίες με την οποία συγχέεται η θλιβερή τοπολογία του σώματος, ο μύθος της ψυχής, του παρέχεται από τα βάθη της εγκιβωτισμένης ιστορίας του. Από εδώ αρχίζουν τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Μακρή.

Ο Πεντάδρομος είναι η πολυπλοκότητα της ζωής· μια πλατεία ασχημάτιστη από την οποία ξεκινούν πέντε δρόμοι ασύγχρονοι σε συγχυσμένη ιστορία, ανάμεσα σε πετρώματα. Από τη μια μεριά ανοίγονται πολυσύχναστοι και θορυβώδεις οι ασφαλτοστρωμένοι ανήφοροι προς τη νέα πόλη, ανεβοκατεβαίνουν πολίτες στο ταξίδι της ζωής δίχως σκοπό και έννοια. Σε άλλο σημείο της πλατείας ξεκινούν άλλοι δρόμοι, κατρακυλούν στο κράσπεδο της παλιάς πόλης, το παλιό παζάρι, τα παλιά καταστήματα, την παλιά ζωή, μέχρι που το κατρακύλισμα τελειώνει μπροστά στη θάλασσα και την άβυσσό της. Στον κάθε δρόμο ο ποιητής βρίσκει τη Σφίγγα και το αίνιγμά της. Βρίσκει τη θερμότητα της αθώας αγάπης, είτε τον Έρωτα ως ένοπλο θεό που εκτοξεύει συχνά θανατηφόρα βέλη· διότι ο έρωτας δεν είναι μόνο συναίσθημα, είναι και σεξουαλική επιθυμία, κι ο ποιητής ρίχνεται άφοβα στην έλξη του και γράφει και εξιστορεί το άγριο επικίνδυνο πέταγμά του:
(…) Ρίξτε το δρόμο, / Δείξτε το βέλος. / Η εκδρομή αυτή / δεν
έχει τέλος … //

…/…

.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΘΗΒΑΙΟΣ

LITERATURE 11/7/2022

Τα τριαντάφυλλα που ανοίγουν αστραπιαία

Τα ποιήματα όταν πια κανείς δεν τα χρειάζεται γυρεύουν έναν τόπο για να γεράσουν. Παίρνουν τον δρόμο για τις κορυφές, περνούν παλιά νερά και προχωρούν όλο και μακρύτερα από ότι νιώσαμε, από ότι ποθήσαμε και ονειρευτήκαμε. Τα ποιήματα ανήκουν στην σπάνια κατηγορία των πραγμάτων που βρήκαν άσυλο μες σε αυτό το παράδοξο και εξωφρενικό σύμπαν. Καμιά φορά στρέφουν τους στίχους και κοιτάζουν από μια ικανή απόσταση τα φώτα μιας πόλης. Δεν ανήκουν στους ανθρώπους τα ποιήματα, έρχονται από τουλάχιστον πέντε δρόμους, ουρλιάζουν σαν τις φωτογραφίες. Μα αυτό σπανιότατα, επειδή τα ποιήματα που γερνάνε κάποτε χύνονται στον εαυτό τους και επιστρέφουν στις γραμμές του χαρτιού, δεκάδες χρόνια από τούτες τις γραμμές.

Από πέντε τέτοιους παράξενους δρόμους έρχεται ο Πεντάδρομος των εκδόσεων Βακχικόν. Η συλλογή του Κωνσταντίνου Ν. Μακρή καταφτάνει από τα υψίπεδα της Λεμεσού γεμάτη με πιθανότητες, μνήμες, ιδιότητες, ειρωνεία και αίσθηση πρωτόγονη. Ο ποιητής σκύβει στο σκόπευτρο και καταγράφει σαν σε φιλμ αδέξιο και εκ φύσεως αρνητικό, την μελαγχολική δόξα που σαν πάντα σπέρνει στις καρδιές των ποιητών τις ομορφότερες προσευχές. Πότε ο έρωτας, μια αρρώστια αγριότερη από όλες και άλλοτε ένα θραύσμα του Γιώργου Σεφέρη που φωτίζει την αθώα και απέριττη συγκίνηση. Η Αλεξάνδρα Ζαμπά προσεγγίζει το περιεχόμενο των ποιημάτων της συλλογής Πεντάδρομος του Κωνσταντίνου Ν. Μακρή. Φωτίζει τις λεπτομέρειες, βεβαιώνει τις κατευθύνσεις, τις αφετηρίες, στις ακουαρέλες του Κύπριου ποιητή εφευρίσκει τις επιδέξιες αποχρώσεις που επαληθεύουν την στόχευση, την απώτερη και τόσο μυστική συνάμα φιλοδοξία των στίχων.

Σε αυτό θα απαντήσουν τα εξαιρετικά ποιήματα που συνθέτουν τα περιεχόμενα των πέντε δρόμων. Καθένας τραβά μια άλλη πορεία, στις προσωποδρομίες πέμπτο και τελευταίο μέρος της συλλογής που οι αφοσιωμένες στην καλή ποίηση προτείνουν στο αναγνωστικό κοινό εκδόσεις Βακχικόν, ο ποιητής κοιτάζει ξανά τις μορφές των φίλων. Γράφει στίχους αφιερωματικούς, μόνον για εκείνους, στίχους που λάμνουν επιδέξια και ίσως ως το κάποτε διασωθούν, μόνο και μόνο για να δείξουν σε κάποιον πώς είναι να ονομάζεις τα πράγματα από την αρχή, να υφαίνεις με λεπτή ειρωνεία, να δανείζεσαι μα να μεταφράζεις στους δικούς σου τρόπους, να ξαναλές, από την αρχή τα αλφαβητάρια των λέξεων, τα χνάρια της αγάπης. Να συναντάς και πάλι τους φίλους, ανθρώπους θαυμαστικά, κομμάτι της γοητείας αυτής εδώ της ζωής, να στήνεις τις παλιές σκηνοθεσίες, όπως το μισογεμάτο, πλαστικό αυτήν την φορά ποτήρι που τίποτε δεν αλλοιώνει στην ουσία του μύθου.

Η συλλογή Πεντάδρομος που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν δεν συνιστά την πρώτη εμφάνιση του Κωνσταντίνου Ν. Μακρή. Έχουν προηγηθεί τα πεζά έργα Εκχυλίσματα Πάθους το 2012 και Η Αποικία των Βρικολάκων παραμονές της δεύτερης, όλο αμηχανίας δεκαετίας του καινούριου αιώνα. Τα ποιήματα της συλλογής μα και όσα συνθέτουν το έργο της εικοσαετούς, λογοτεχνικής του παρουσίας, αποτελούν ενδείξεις μιας συνεπούς προσφοράς στα γράμματα. Στο σύντομο βιογραφικό της φροντισμένης έκδοσης αναφέρεται. Τα τελευταία χρόνια ζει στην επαρχία της Λεμεσού, στους πρόποδες του Τροόδους. Στον ελεύθερό του χρόνο, εκτός από το διάβασμα και την μελέτη της ιστορίας ασχολείται με την καλλιέργεια βοτάνων. Και το βιογραφικό προχωρεί σημειώνοντας πως αρέσκεται στην βίωση της ορεσίβιας ζωής. Στο τοπίο που πλαισιώνει την φωτογραφία του δημιουργού, θεμελιώνεται μια αθώα φιλία με την φύση, με το φως και με το αέναο του χρόνου. Μιας σταθεράς που ποτίζει με υπόγεια υδραγωγεία την κρυμμένη λύπη και εκείνη με την σειρά της κάνει το αγκάθι στίχο και ποίημα.

Αυτό εδώ το σημείωμα με τραβά από το μανίκι. Δεν νοιάζεται για τις εντυπώσεις, στα ποιήματα απαντά με ποιήματα. Μου λέει πως έχει διαλέξει κιόλας το αγαπημένο του ποίημα. Ψεύτικες Γυναίκες από την ενότητα δρόμο με τίτλο Υγρά εγκαύματα, με ποιήματα που πολεμούν το εφήμερο, που γεννούν αιωνιότητες, που δεν γίνονται ποτέ καλά με τόσο νερό στις πληγές τους. Τρικυμισμένα κορίτσια, μισόγυμνα με έντονα βαμμένα χείλη να αγγίζουν τον εαυτό τους , να δένουν τα μάγια. Εκεί που δεν το λες αποχαιρετισμό, και εκεί που δεν περισσεύει το σβησμένο προσωπείο του κόσμου, ίσως εκεί να το λες ευγνωμοσύνη. Ίσως αυτός να ήταν ο σκοπός της ψυχής που απόψε μοιράζεται στον Πεντάδρομο των εκδόσεων Βακχικόν και παλεύει με όντα αντιθετικά.

Βρίσκει την θερμότητα της αθώας αγάπης , πίσω από βεστιάρια και τεχνητούς κόσμους και αίθουσες κατακτημένες από αρπαχτικές εκράν. Και έτσι μαθαίνει να ξεχωρίζει η καινούρια ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Ν. Μακρή που φθάνει με το καλοκαίρι και τις εκδόσεις Βακχικόν. Στην τηλεγραφική εκείνη φράση του Προλόγου που κοσμεί ως εισαγωγή στις πρώτες σελίδες της έκδοσης, πυκνώνουν όλες οι γραμμές και όλες οι προθέσεις του ποιητή και έτσι αυθαιρετώντας βάφω με την πράσινη γραμμή την νύχτα της Αθήνας, κρατώντας το όραμα της τρομερή υδραντλίας που κάθε τόσο απελευθερώνει λέξεις από το απόθεμα της ποίησης του Κωνσταντίνου Ν. Μακρή.

.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΙΩΣΗΦ ΑΡΝΕ
FRACTAL 21/6/2022

-Πώς αντιμετωπίζετε την ποίηση: ως μια ταυτότητα ή ως μια ετερότητα μέσα στη σύγχρονη ζωή;

Ως μια σφαγίδα πάνω στην ταυτότητα, μέσα στη σύχρονη ετερογενή ζωή.

-Ο ποιητής είναι μια περσόνα γύρω από τις λέξεις ή λειτουργεί με έναν ενστικτώδη ορμεμφυτισμό;

Αναμφιβόλως και τα δύο.

-Μπορεί η τέχνη να κλείσει τις πληγές των ανθρώπων μέσα σε μια ενδότερη υπαρξιακή διαλεκτική;

Τις καυτηριάζει. Επικυρώνοντας το βίωμα, τις επουλώνει.

Πιστεύετε ότι ακολουθείτε το δρόμο άλλων ποιητών ή ακολουθείτε μια μοναχική πορεία μέσα στη γραφή σας;

Ουδείς παρθενογέννητος. Το ζήτημα είναι να προχωράμε πιο πέρα απ’ τα ήδη γνωστά. Κι αυτό πιστεύω πως κάνω.

-Ποιές εικόνες κρατάτε μέσα σας από τη ζωή σας; Ποιές εικόνες με άλλα λόγια εφορμούν στη γραφή σας;

Εικόνες των παιδικών κι εφηβικών μου χρόνων. Παραδείσιων τόπων που είναι φύτρα και σπέρμα ταυτοχρόνως. Γονιμοποιές δυνάμεις, άδηλες.

-Ποια ερωτήματα καλείται να απαντήσει ο ποιητής διαχρονικά αλλά και στο παρόν που ζούμε;

Τα της ύπαρξης, τα του έρωτα, τα του κοινωνείν. Όλα όσα δηλαδή απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο ανά τες εποχές.

-Ποιο το νόημα της λέξης στην ποίηση; Μια απλή μορφή έκφρασης ή ένα ψυχικό αποτύπωμα;

Ποίηση θα πει δημιουργία. Το λέει κι η λέξη. Δημιουργεί, κυοφορεί. Ποίηση είναι ο Ίμερος που τρέχεται με την Αφροδίτη.

-Είναι η ποίηση το καταφύγιο του ανθρώπου;

Μπορεί να γίνει. Η συγκίνηση πάντως (κι αν είναι μέτρο της ποίησης να συγκινεί) είναι η στέγη μας στην μπόρα.

-Μπορεί ο κόσμος να ζήσει ποιητικά;

Φυσικά και μπορεί. Αρκεί να γίνει η ποίηση κοινωνός. Να γίνει φορέας έκφρασης συλλογικότητας. Κάτι απ’ το οποίο πάσχει και στο οποίο υστερεί εδώ και 20 και πλέον χρόνια.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.