ΑΝΔΡΗ ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΟΥ-ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ

Η Άνδρη Χριστοφίδου-Αντωνιάδου γεννήθηκε στη Λεμεσό. Σπούδασε Γαλλική και Ισπανική Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου και στη συνέχεια
Εκπαιδευτική Ψυχολογία και Παιδαγωγικά στο Πανεπιστήμιο της Σορβόννης στο Παρίσι. Σπούδασε ακόμα στα Πανεπιστήμια της Σαραγόσας στην
Ισπανία, της Νίκαιας και του Μονμπελιέ στη Γαλλία και στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Ερφούρτης Γερμανίας. Είναι Διευθύντρια στη Μέση Εκπαίδευση
Κύπρου. Μιλά αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά και γερμανικά.
Έχει γράφει ποίηση, διηγήματα, θεατρικά έργα, μυθιστορήματα, δοκίμια και έρευνα. Έργα της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα γερμανικοί, στα ρουμανικά, στα σέρβικα, στα αραβικά και στα ισπανικά και έχουν συμπεριληφθεί σε διάφορες ανθολογίες της Κύπρου και άλλων χωρών. Η έρευνά της για τον Λόρκα, που έκανε στην Ισπανία, έτυχε εξαιρετικής κριτικής στην Κύπρο και στην Ευρώπη και θεωρήθηκε πολιτιστική γέφυρα μεταξύ της Ισπανίας και της Κύπρου. Η έρευνα αυτή βρίσκεται αρχειοθετημένη στο Μουσείο Λόρκα στο Φουέντεβακέρος και στο Ιδρυμα Λόρκα στη Μαδρίτη και είναι η μόνη έρευνα που γράφτηκε στην ελληνική γλώσσα. Έχει συνεργαστεί με τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου για το ανέβασμα του έργου του Λόρκα «Γέρμα» ως.σύμβουλος και έγραψε την ανάλυση του έργου για το πρόγραμμα της παράστασης. Θεωρείται η πιο σημαντική ερευνήτρια στην Κύπρο για τον Λόρκα. Έχει δώσει διαλέξεις για τη Κυπριακή και Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και το Κυπριακό πολιτισμό.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Ηλιοστάλαγμα (Ποίηση, 1984)
Παλίρροιες (Ποίηση, 1986)
Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα σε τρεις διαστάσεις 2000)
Τα Ποιήματα της Ευρώπης (Ποίηση, 2003, δίγλωσση στα Ελληνικά και Αγγλικά)
Αυταπάτες (Θεατρικό Έργο, Β’ Πανελλήνιο Βραβείο 2008)
Η βροχή δε σταμάτησε ακόμα (Μυθιστόρημα, 2009)
Η αποξένωση στον Αλμπέρ Καμύ (Δοκίμιο, 2012 Αριστείο για το Δοκίμιο, Αθήνα 2014 )
Ο αρωματοποιός (Μυθιστόρημα, Γ’ Πανελλήνιο βραβείο Αθήνα 2013 και Αριστείο για το Βιβλίο της Χρονιάς Αθήνα 2014)
Ειδώλια (Ποιήματα 2015)

.

.

ΕΙΔΩΛΙΑ (2015)

Η ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΤΗ

Μια άχρωμη πόλη, χωρίς ενδιαφέρον και παλμό,
ξύπνησε αναπάντεχα μέσα από τον λήθαργο της,
ανασκουμπώθηκε πανικόβλητη
κι έτρεξε να επουλώσει τις πληγές
από τη σάρκα που της είχαν σχίσει.

Εκείνο το βράδυ του Μάρτη
η Λευκωσία άρχισε να αναπλέει,
άρχισε να αποκτά υπόσταση.
Στην άκρη πια οι μηχανικές,
κενές κινήσεις της καθημερινότητας,
οι μπουτίκ των νεόπλουτων,
οι δήθεν και τα κενά τους λόγια,
οι βολεμένοι και τα αντικείμενα της δόξας τους.

Εκείνο το βράδυ που το πλήθος
σταμάτησε να είναι μια παθητική σκιά
ή ένας όγκος που κινείται χωρίς στόχο,
ανατρίχιασε το φεγγάρι,
από τις φωνές και τα παράπονά του.
Και εμείς, μια δεκαριά γυναίκες
– εννιά ζωντανές και μια νεκρή –
σμίγαμε τους στίχους μας με τις φωνές του πλήθους,
σε μια διαφορετική αντίσταση
όπου το πνεύμα
απορρίπτει τον εξαναγκασμό,
αρνείται τον εκβιασμό
και ανασκουμπώνεται
ανάμεσα σε ψίχες από ψωμί2
στην κοιλιά της πρωτεύουσας’
μπροστά από μακρόστενα ξύλα
που πήραν ψυχή από τον καλλιτέχνη
που ήρθε από άλλη γη
και έσμιξε τα σχήματά του με τα λόγια μας.

Σαν μια μπάλα από σανό ‘γιναν όλα
– στίχοι, αντίδραση, πλήθος, ξυλόγλυπτα, φεγγάρι –
και άρχισε να κυλά στην παλιά πόλη
που κοιμάται ανέμελα
μέσα στα τείχη της για δεκαετίες,
για να σπάσει την Κερκόπορτα4.
Καιρός να ξυπνήσει για να δει τα χάλια
των ανθρώπων της.
Καιρός να αποκτήσει χρώμα.
Και εγώ, ένα μικρό τίποτα,
να διαβάζω στίχους για το Κούριο
και να αναρωτιέμαι γιατί οι θεοί
δεν ξύπνησαν ακόμα για να
μας οδηγήσουν στην εξιλέωση.

Έπαινος στους Δελφικούς Αγώνες Ποίησης
2013, Δελφοί, Ελλάδα

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΣΤΟ ΚΟΥΡΙΟ

Σαν μπλέχτηκαν
οι φθόγγοι,
στάχυα. κιτρινωπά,
πολιορκητές ανελέητοι
ατέλειωτου φεγγαριού
πάνω από αρχαία ερείπια,
σε μάζεψα
κομμάτι
κομμάτι,
μέσα απ’ τις λέξεις
που αντήχησαν
αμφιθεατρικές.

Στριμώχτηκες
μέσα στις πέτρες
που κουβάλησαν
οι πρόγονοί σου
οι πρόγονοί μου
παθητικός – ή ενεργητικός; – δέκτης
εμπορίου μουσικής,
ημίθεος
απ’ τα χειροκροτήματα.

Και σε ψάχνω
στις χαραμάδες δίχως ήχο
στο πληθωρικό τοπίο
αρχαίου πολιτισμού,
και με τρομάζουν τα μεγάφωνα
και οι ενισχυτές
που συναντώ
ανάμεσα στους δικούς σου θεούς
ανάμεσα στους δικούς μου Θεούς.

Και σε βρίσκω αναζητώντας σε
Και σε χάνω βρίσκοντάς σε.

Μη σκοτίζεσαι.
Οι θεοί δεν ξύπνησαν ακόμα.

ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ

Ανάμεσα σε κυπαρίσσια και πλατάνια,
στα στενά δρομάκια του Φόδελε,
μια ασκητική επιβλητική μορφή
φαινόταν να περιπλανιέται
το ζεστό εκείνο βράδυ του Αυγούστου,
χωρίς αγέρα και καθόλου αστέρια.

Η μικρή Βυζαντινή εκκλησία, ερημική και μόνη,
τράβηξε τα βήματά του στον ανήφορο της,
μακριά από τους λιγοστούς κατοίκους
του χωριού, που μύριζε βασιλικό.

Ένα μεγάλο σπίτι λίγο πιο πέρα,
γεμάτο παιδιά, βούιζε από ζωή.
Η μορφή μπήκε μέσα.
Κάθισε στο τραπέζι.
Η μητέρα γέμισε το πιάτο του.
Την κοίταζε μ’ ένα βλέμμα γεμάτο λάμψη,
το ίδιο λαμπερό που μόνο αυτός
και οι πίνακές του έχουν.

Βγήκε στην αυλή κάτω από τα δέντρα
να σμίξει τα χρώματα στην παλέτα του.
Οι μορφές πήραν ζωή από την ανάσα του
ενώ η ψυχή τους έβγαινε στα πρόσωπά τους.

Η σκέψη του πέταξε πάνω από τα γύρω βουνά
κι αγκάλιασε με τη δύναμή της την Ιβηρία.
Έφυγε από το μικρό χωριό
για να μη γυρίσει ποτέ,
κι ας ήταν ριζωμένο βαθιά μέσα του.

Αναζήτησε αλλού τα στενά του δρομάκια
και τα δέντρα του και τα βρήκε.
Αιώνες τέσσερις, είναι παλιά ιστορία…

Φόδελε, Κρήτη
Τετάρτη, 6 Αύγουστου 2014

ΠΑΘΟΣ

Ήμουν πάντα γεμάτη πάθος.
Δε φοβήθηκα ποτέ
ούτε τον έρωτα
ούτε τη χαρά
ούτε τις λύπες
ούτε τις μικρότητες.

Έζησα.
Κάθε λεπτό αναπνοής.
Γιατί στην αυγή της ζωής
γνώρισα τον θάνατο.
Και τον έφτυσα στα μούτρα.
Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.

Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2007
2:15 ξημερώματα

ΣΚΟΤΑΔΙ

Κάτω από έναν ουρανό στερημένο απ’ άστρα
χώνομαι μεσ ’ τη ματιά σου
που ‘ναι σαν κάστανο χαραγμένο
μέσα στης ψυχής μου την άβυσσο.

Και απόψε, νυχτιά του Αυγούστου,
ψάχνομαι και αναζητώ
κάθε γωνιά της ψυχής μου.
Ίσως τα κλαδιά μπορέσουν να ξεμπλεχτούν.
Ψάχνομαι
και αναζητώ
και απορώ
και βρίσκω ξαφνικά
στάχυα κίτρινα και στίχους.
Ξεχασμένοι και απόμακροι ήχοι
μεσ ’ του μυαλού μου τα πλοκάμια,
ξεχύνονται αργά,
ρυάκια ανάμεσα σε φαράγγια
με θάμνους και αγκάθια.

Και ανασυντάσσομαι
και αποφασίζω ν ’ αφήσω
των άστρων το φως να με ξεγελάσει
και να γλιστρήσει κάτω από τη σκοτεινή χαραμάδα.
Ίσως κάτι να γίνει…

Πέμπτη 24 Αυγούστου 1995

ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ

Κατακριτές,
ανακριτές,
υποκριτές,
σφαδάζουν
από το δικό τους δηλητήριο
που αναμασούν
σαν μηρυκαστικά
και το φτύνουν σαν έχιδνες
σε ανύποπτους στόχους
που δε φαντάστηκαν ποτέ
ότι τόση μικροψυχία
και απύθμενα ψέματα
ήταν βίωμα κάποιων ανθρώπων
που τους γυρόφερναν
κουβαλώντας συμπλέγματα
που κόντευαν να τους πνίξουν.

Και μέσα σ’ ένα ηλιόλουστο τοπίο
όπου απλώνεται το Ακρωτήρι της Λεμεσού
σαν σχήμα σε γεωγραφικό χάρτη,
σαν ζωγραφιά σε φόντο γαλάζιο,
αναρωτιέμαι πως μπορεί να συνυπάρχει
ένα τέτοιο θαύμα της φύσης
με σκουληκοανθρώπους
που σου ροκανίζουν την ψυχή.
Τελικά, δεν είμαι καλός κριτής σαθρών υποκειμένων.

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011
Γυμνάσιο Επισκοπής

ΘΥΜΟΣ

Αναρωτιέμαι κάποτε
πως ασήμαντα ανθρωπάκια
αλλάζουν ιδιότητα
μασκαρεύονται εκτός εποχής
και γίνονται σημαντικά
και εμπλέκουν καταστάσεις
και κινούν νήματα
και προχωρούν ακάθεκτοι
αφού όποιος έχει το θάρρος να τα σταματήσει
πέφτει σε χαράδρα και γκρεμίζεται.
Είναι κι αυτό μια ικανότητα
ιδιαίτερη – θα ‘λεγα – της φυλής μας.

Ίσως μάλιστα
θα ‘πρεπε να βραβεύονται
με κάποιο ειδικό Νόμπελ
– ας πούμε υποκρισίας ή ελιγμού –
και τότε θα γινόταν χαμός
από τις πολλές υποψηφιότητες.

Η Κύπρος της γαλάζιας θάλασσας
είναι μολυσμένη με δηλητήριο έχιδνας.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2007, 9:55

ΤΟ ΣΗΜΕΙΟ ΤΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ

Γεννήθηκα κοντά στη θάλασσα.
Παιδί που ήμουν, πρωί κι απόγευμα,
το βλέμμα μου καρφωνόταν
στο μακρινότερο σημείο του ορίζοντα
σε μια προσπάθεια να το διαπεράσω,
να δω επιτέλους τι υπάρχει
από την άλλη πλευρά.

Κάτι σαν κουρτίνα τον ένιωθα τον ορίζοντα,
που αν την τραβούσα θα έφτανα αλλού,
στην Αίγυπτο ίσως, που τόσο συχνά άκουγα.
Για ώρες στεκόμουν στην αποβάθρα
απέναντι από το “Delices ”
και περίμενα τη νοερή κουρτίνα να ανοίξει
για να δω μια άλλη στεριά
με ανθρώπους να κινούνται,
ίσως και με ένα άλλο κοριτσάκι
να στέκει όρθιο σε μια ξύλινη αποβάθρα,
να προσπαθεί να με ξεχωρίσει,
να μου γνέψει με το χέρι της.

Η φαντασία μου έφτανε σε αδιέξοδο,
ούτε οι ταινίες του σινεμά,
ούτε η ευαισθησία μου
δε βοηθούσαν να συλλάβω
την εικόνα μιας άλλης γης
στην αντίπερα όχθη.

Και ξαφνικά με συνέφερνε
το χέρι της μητέρας στον ώμο μου:
«Ηλίαση θα πάθεις.
Έλα, γυρνάμε στο κατάστημα.»

Και άφηνα για λίγο την αποβάθρα και τον ορίζοντα
κλείνοντάς τους το μάτι.
Συνένοχοι στην ηλίαση,
αδημονούσαν να επιστρέφω και πάλι.

Κανένας δεν μπορεί να κλείσει
σε μια μπουκάλα τον άνεμο,
ούτε και τη φαντασία.

Δευτέρα 7.6.2010, 8.10 πρωί
στο γραφείο μου στο Λύκειο Γεροσκήπου στην Πάφο

.

ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ (2003)

ΚΥΠΡΟΣ
ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΥΛΑΤΗΣ

Και χάνομαι
μέσα στα πλοκάμια
γλυκών ονείρων
που στραγγαλίζουν
πικρές ραδιουργίες.
Κω πνίγομαι
μέσα στα φτερά
μαύρων πεταλούδων
που μου χάρισαν
ασημί μετάξι.
Και κρύβομαι
μέσα σας κουφάλες
ερωτευμένων δέντρων της παραλίας
που μου πρόσφεραν
μια λύπη από άμμο.

Κω ξαφνιάζομαι
από τη λάμψη της θάλασσας,
από το χειμωνιάτικο λιοπύρι,
από ας μορφές που βλέπω
να αναδύονται από το νερό,
από όλους αυτούς τους αρχαίους θεούς
που με περιτριγυρίζουν χορεύοντας
για να διώξουν την κατάθλιψη.

Και με συνεπαίρνει
η ευθυμία τους
και με καταχτά
έτσι αναπάντεχα
ο Απόλλωνος
με τη θεϊκή του ηρεμία,
με τη γλυκιά του ευαισθησία.

Και ορκίζομαι
πιστή ιέρεια
στο βωμό της αγάπης,
ατού Απόλλωνα Υλάτη το ναό.

ΕΛΛΑΔΑ
ΑΝΑΤΟΛΗ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ ΣΤΗ ΧΑΛΚΗ

Συμπλέγματα σταγόνων πολιτισμού
και ασβεστώματα πρωτόγονα
αλληλοσυγχίζονται
σ’ αυτό το βραχοτόπι το έρημο
που ‘χε ακμάσει αιώνες πριν.

Εδώ μπορείς να θαφτείς
στην επιφάνεια της γης,
άμα θες.
Ο Χριστός δεν σταμάτησε
στην Έμπολι, σταμάτησε στη Χάλκη.
Και ψάχνουνε
οι ντόπιοι και οι ξένοι
την ιστορία του νησιού
ανάμεσα στις πέτρες του κάστρου
που κοιτάζει επιβλητικά
από το λόφο απάνω,
ανάμεσα στις κυκλικές κατοικίες
του παλιού χωριού,
απομεινάρια μιας ζωής,
ανάμεσα στους δυο γιαλούς
στο διάφανο μπλε Αιγαίο.

Και πασχίζουνε οι εμπειρογνώμονες
διαφόρων οργανισμών
να φέρουνε τον πολιτισμό
μέσα στην αλλόκοτη αυτή ηρεμία,
να ζωντανέψουν το νησί
που ξεψυχάει.
Μα στη Χάλκη
η ανατολή του ήλιου
σε μαγεύει,
ανασκαλεύει τις ευαισθησίες.

Σαν οι πρώτες ηλιαχτίδες,
οι αδύνατες,
χρυσίζουν το μπλε του Αιγαίου
και συνυπάρχουν
ήλιος και θάλασσα
και τα λένε,
η Ποίηση ξυπνά
και σέρνει τρελό χορό
στα ακρογιάλια τα δαντελωτά,
παρέα με την Ειρήνη
και τη Δημιουργία,
ένα κυκλικό νησιώτικο χορό,
χωρίς αρχή και τέλος.

Δεν μπορείς να βυθίσεις
ένα ουράνιο τόξο.
Δεν μπορείς
να αγνοήσεις
τη Χάλκη.

Χάλκη 28.9.1986
Όταν το φως της ανατολής του ήλιου χρύσιζε το Αιγαίο.
Εικόνα από το παράθυρο του δωματίου μου.
Πέντε η ώρα, χάραμα.

ΙΤΑΛΙΑ
ΣΑΝΤΡΟ ΜΠΟΤΙΤΣΕΛΛΙ

Ο Έρωτας, ειδικός στα βέλη,
έχει στήσει καρτέρι στο νιο,
απέναντι στο Δημόσιο Κήπο,
και καραδοκεί να στοχεύσει,
με κάλυψη τα αραιά δεντράκια στον Εναέριο.
Kai η Αφροδίτη του Σάντρο,
με ύφος Μαντόνα,
να τον σαγηνέψει θέλει
κai να τον τυλίξει στα ξανθά της μαλλιά.
Όλα μάταια.
Ίσως στην Πιάτσα ντέλλα Σινιόρια,
στη Φλωρεντία,
να μπορούσε να τα καταφέρει,
μα εδώ όμως η αντίζηλος είνai αλλόκοτη.
Έχει στενά δρομάκια,
ξύλινες αποβάθρες,
βαπόρια σ’ ένα λιμάνι αποικιοκρατίας,
μόλους με παγκάκια κι αροκάριες,
χαμηλά σπίτια με βεράντες
κai μια μυρωδιά αγάπης στον αέρα.
Η απατημένη Φλωρεντία ας περιμένει.

ΓΑΛΛΙΑ
ΠΩΛ ΓΚΩΓΚΕΝ

Μην ψάχνεις, Πωλ
στις ακτές της Μαρτινίκης και της Ταϊτής
ομορφιές και τέτοια.
Άδικα.
Τη δίκιά μας τη θάλασσα στη Λεμεσό
τη φιλούν γκρίζα βότσαλα
κι ένας κίτρινος ήλιος
που αντανακλά σε άψυχες ειδήσεις
κι έμψυχα σώματα.

Εδώ θα ταίριαζε το φλογερό πορτοκαλί σου,
χρώμα γήινο,
συνταίριασμα πράσινου στην ξυλογλυπτική.
Θα ‘σμίγε με το ηλιοβασίλεμα
και θα ‘παίζαν παιγνίδια
στην παλέτα των χρωμάτων.
Μη το συζητάς καθόλου,
η Μεσόγειος θα σου ταίριαζε πιο πολύ.
Έχει περισσότερο πάθος.

ΙΣΠΑΝΙΑ
ΠΑΜΠΛΟ ΠΙΚΑΣΣΟ

Η σκέψη της Γκουέρνικα
σε κυνηγούσε πάντα
κι ας ήθελες να ξεφύγεις
έτσι όπως ο Νερούδα
μέσα από τον στίχο.
Ο καφές δεν απαλύνει τον πόνο,
απλά τον ξεγελά
κι ας είναι κάτω από ένα δέντρο
ανάμεσα στα ποιητικά γεράνια της Βιθέντα Λόρκα Ρομέρο.
Το φεγγάρι χάθηκε
μέσα στα μαύρα ξέπλεκα μαλλιά της Ντάρας.
Εδώ δεν είναι η Μάλαγα.
Ίσως να μοιάζει κάπως.
Η νύχτα είναι η ίδια παντού.
Παρήγορο κι αυτό.

ΠΟΡΤΟΓΑΛΙΑ
ΟΙ ΓΛΑΡΟΙ ΤΟΥ ΟΠΟΡΤΟ

Σαν περιπλανώμενοι σε λάθος πορεία
φάνταζαν οι γλάροι του Οπόρτο
πάνω από το σιδηροδρομικό σταθμό.

Χαράματα στο Οπόρτο.
Στη μέση του καλοκαιριού.
Ομίχλη σαν γάζα
να σκεπάζει τα σπίτια
και τον Πύργο με το Ρολόι.
Ίσως και να ‘ναι λάθος εποχή.
Ίσως και όχι.
Τελοσπάντων παραμυθένια εικόνα.
Κάτι περαστικοί,
ανθρωπάκια της δουλειάς,
έσχιζαν την κουρτίνα της ομίχλης.

Έξη και πενήντα.
Μόλις που χαράζει.
Εδώ στη Δύση,
ο ήλιος δεν έχει ξυπνήσει ακόμα.
Κάπου εδώ γέρνει να κοιμηθεί.
Ίσως το κρεβάτι του
να ‘ναι κάπου στο Κάπο ντα Ρόκα,
εκεί που η γη τελειώνει
και αρχίζει ο ωκεανός,
εκεί που ο Ατλαντικός
ενώνει δυο ηπείρους.

Αναρωτιέμαι τι να γύρευαν
εκείνοι οι γλάροι
πάνω από τα τρένα.
Ίσως να περίμεναν κάποιο
δικό τους άνθρωπο.
Εξάλλου φαίνονταν ανήσυχοι.

Το κίτρινο ράμφος τους σαν κεραία
μετρούσε τους παλμούς των τρένων.
Ίσως πάλι να ‘χασαν το δρόμο τους
στους αιθέρες.
Φαίνεται εκεί δε θα ‘χει
ονόματα δρόμων.
Ο ποταμός Ντούρο,
ο χρυσαφένιος,
δεν είναι πολύ κοντά
στην Μπατάλια.

Στο Οπόρτο
οι γλάροι
μ’ έχουν μαγέψει.

6:50 Χαράματα
Τρίτη 27 Ιούλη 1999
Οπόρτο-Πορτογαλία
Hotel Mercure
(Εικόνα από το παράθυρο του δωματίου μου)

ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ
ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Μέσα σ’ ένα κάδο ατσάλινο
πεταμένα όνειρα και αυταπάτες
αναμίχθηκαν με τον αφρό
και ξεπλύθηκαν και ξεθώριασαν
και εξαγνίστηκαν
με άλλο πρόσωπο, με άλλο ύφος.
Αυτή τη φορά πιο ήπια,
σε ημιτόνια και σε παστέλ χρώματα.
Καταλάγιασαν τα χρόνια του πάθους,
σταλώσανε σαν αράχνες σε ιστούς
στις γωνιές των τοίχων.
Κι έτσι τέλειωσε η τρικυμία,
έβγαλε έξω η θάλασσα
τις χάντρες και τα χαλίκια
που έπρεπε να αποβάλει
και ησύχασε,
σταμάτησε να χτυπά στα βράχια,
και να δέρνει την άμμο την γκρίζα.
Σωριάστηκε κατάκοπη
σαν μετά από μια νύχτα ηδονής.
Και ξανάρθε το φως του ήλιου.

ΑΥΣΤΡΙΑ
ΟΔΟΣ ΓΚΕΤΡΑΙΝΤΕ

Στο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότζαρτ

Σ’ ένα πλακόστρωτο,
βήματα από τον ποταμό Σάλζαχ,
ανάμεσα σε πλανόδιους,
φωνές και πανηγύρια,
οι νότες ξεχείλιζαν
από τα άσπρα πλήκτρα του έγχορδου
και χόρευαν στα τζάμια
και στα πεζούλια των παραθύρων.
Στην ουσία έστηναν ένα αλλόκοτο χορό,
ένας αντικατοπτρισμός – ας πούμε –
της ιδιοφυΐας που τα γεννούσε.

Κάποιοι στενοκέφαλοι γείτονες
το ‘ριχναν στην κακοήθεια.
Από παλιά υπήρχαν ανεγκέφαλοι.
Κι Ο Βόλφι,
φυλακισμένος μέσα σε πέντε γραμμές,
ταλαιπωρημένος από τις άμαξες και τα μπαούλα,
μέσα σε βελούδινες κάπες,
ωραίες περούκες,
θεϊκή μουσική,
πάσχιζε να ξεφύγει απ’ τα στενά όρια
μιας πόλης πνιγμένης μέσα στα βουνά.

Δεν άνηκε στην Γκεντράιντεγκάσσε.
Και δεν είχε άδικο.
Η γειτονιά του είναι ο κόσμος όλος
Κι ο φθόνος έγινε δόξα.
Έλαμψε.

Σάλτζμπουργκ
Αύγουστος 2002

.

ΠΑΛΙΡΡΟΙΕΣ (1986)

ΤΑ ΠΙΟΝΙΑ

Νομάδες οι φθόγγοι
της ασύμμετρης νοσταλγίας
ξεγλίστρησαν
από το ασπρόμαυρο ελεφαντόδοντο
και γιόμισαν
παπαρούνες κίτρινες
τα μαλλιά σου.
Ασύμφορες οι κινήσεις σου
στο σκάκι της θύμησης.

Τα πιόνια
συμπεριφερθήκανε σαν τσιγγάνοι:
χορέψανε,
αλητέψανε,
γυροφέρανε,
πηδήσανε γύρω από φωτιές αναμμένες,
ανάψανε άλλες τόσες.
Φορέσανε παρδαλές κορδέλες,
σε τραβήξανε μαζί τους
μεσ’ το μεθύσι της αυγής
που γεννιότανε
στη σάπια βάρκα.

Χαμένο παιχνίδι.

ΟΝΕΙΡΑ

Ρηματικές προτάσεις
σκιαγραφήθηκαν
απερίσκεπτα
σε ουρανό λεκιασμένο
από μελάνι.

Λέξεις πρωτόγνωρες
αγκιστρώθηκαν
τυχαία
σε ψυχόσφαιρες φορτωμένες
ανταύγειες.

Αντίστροφη μέτρηση
καλοκαιριάτικων λεπτών
θα ηχήσει
μέσα απ’ της καμπάνας
τον χτύπο.

Τα όνειρα
σκόνταψαν
σε μιαν αναπάντεχη
σεισμική
δραστηριότητα.

ΚΑΣΙΝΤΑ ΤΟΥ ΓΙΑΣΕΜΙΟΥ

Το γιασεμί
δε μύριζε έτσι τυχαία’
χωμένο στη θαλασσινή σπηλιά
τα μάτια σου μύριζε.

Το γιασεμί
δε μύριζε
όλες τις νύχτες
του καλοκαιριού.
Ήταν φορές
που θρηνούσε
την απουσία σου
δεμένο στεφάνι
ματωμένο
στη χάση
της ατέρμονης φύσης
ανάμεσα
σε σκιές
περιπλανώμενης
αστροφεγγιάς.

Το γιασεμί
μύριζε για σένα μονάχα
σαν δέθηκε
με μουσική των Ίνκας,
παλιά ιστορία.
Σαν μου τ’ άπλωσες
να το μυρίσω,
χάθηκα στα μάτια σου.

Σημ: Κασίντα: σύντομη μετρική φόρμα αγαπητή στην αραβική ποίηση.

ΑΝΑΣΤΑΤΩΣΗ

Κύκλοι,
μεσονύχτιας κατάθλιψης,
τρύπια συντροφιά
στα τραπεζάκια,
γαρύφαλλα
πεθαμένα στην πίστα,
θυσία εκτόνωσης.
Μεσ’ το χαμόγελο
αγαπημένου προσώπου
διαφαίνεσαι.
Και με χορεύεις,
και σε χορεύω,
και αφηνόμαστε
χορεύοντας
στο ρυθμό
της ανάμνησης.

Σκιές
περιπλανώ μενών ερπετών
ένα ολάκερο καλοκαίρι
με στοιχειώνουν.
Και σ’ ανταμώνω,
και μ ’ ανταμώνεις,
και αγκαλιαζόμαστε
ανταμώνοντας
τις κλωστές
μιας ευτυχίας
που αφήσαμε
να πνιγεί
στην άμμο.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Η μουσική
ανύποπτη
δέθηκε κρίκος ατσάλινος
σε εξωφρενικό σχήμα,
νύμφη τρελλή
τριγυρνά τ’ ακρογιάλια,
με ψάχνει
να μου πνίξει την ανάσα
στη μι ελάσσονα,
χωρίς διέσεις
και καθόλου ημιτόνια.

Η μουσική
χύμηξε
στης πεθυμιάς το ποτάμι
μ’ ανασαιμιά ασίγαστη
και με ρυθμό vivace
ψάχνοντας
σε κάθε βότσαλο
το καλοκαίρι
που χάθηκε στο βυθό
να ζωντανέψει con molto moto.

Η μουσική
γυροφέρνει
το κορμί μου
μόλις απ’ το κλειδί του σολ
καταφέρει
να γλιστρήσει,
σαγηνευτική,
γλυκιά,
χωρίς περιττό arpege,
και με ταξιδεύει
σε κλίμακες molto dolce
και με δένει
ανύποπτη
στον κρίκο τον ατσάλινο
με το εξωφρενικό σχήμα
και με χορεύει pianissimo,
νύμφη τρελλή,
στην άκρη του γκρεμού
με θλίψη
και μοναξιά
στην κάθε νότα.

ΕΛΠΙΔΑ

Η ελπίδα
εμφανίστηκε ξανά
μασκαρεμένη
εκτός εποχής.
Μου φορτώθηκε
μπόγος ασήκωτος.
Σκάλισε τις στάχτες
της λήθης
που πασχίζανε
να εξαφανιστούν
στην κούραση
της μονοτονίας.
Μου φορτώθηκε
η ελπίδα.
Και μου θύμισε
πως υπάρχω.

Το ’χα ξεχάσει.

ΣΚΕΨΕΙΣ Ι

Μάδησα ένα γιασεμί
— αντί για μαργαρίτα -—
και βρήκα
κάτω απ’ τα φύλλα τον
τα μάτια σου.

ΣΚΕΨΕΙΣ II

Να γράψω θα ’θελα
για κάποιες νύχτες
που ο ύπνος δε λέει
να μου σφαλίσει τα ματόκλαδα.
Τότε που το σκοτάδι
με το φως
τα βρίσκουν μαζί
και συνυπάρχουν
και βολεύονται
και τα λένε.

ΣΚΕΨΕΙΣ III

Συμβάντα ένα σωρό
στοιβάχτηκαν
και πρόσωπα,
και δάκρυα,
και παρέες,
και αποχαιρετισμοί.
Φοβήθηκα το μελάνι.
Δε θέλησα
να καταγράψω
τες σκέψεις μου.

Η ΡΩΓΜΗ TOT ΦΥΛΛΟΥ

Κρατηθήκαμε απ’ τη ρωγμή του φύλλο
για να μη λιώσουμε
στο χιόνι απάνω
και γίνουμε μαύρη στάχτη
σ’ άσπρη επιφάνεια.

Ακροβατήσαμε στη ρωγμή τον φύλλο
κι’ ανταμώσαμε σπουργίτια
που ’χτιζαν μικρές φωλιές
κι’ ένα κοράκι θλιβερό
να τα ματώνει.

Ψαχουλέψαμε τη ρωγμή τον φύλλου
μα νοιώσαμε την αφή
της σκληρής σκισμής,
τα χέρια μας σταλώσανε
σαν να ’τανε πέτρινα
κει που πήγαιναν να χαϊδέψουν.

Νοιώσαμε τη ρωγμή τον φύλλου
να μπαίνει προκλητικά
μέσα στη σάρκα μας,
τα δάχτυλα λυγίσανε,
βουτήξαμε από πόνο στο κενό.

Τραβήξαμε τη ρωγμή τον φύλλου
στο χαμό μαζί μας,
ζαρώσαμε κι’ αυτή και ’μεις
απ’ της νυχτιάς την ψύχρα
και της μοναξιάς την πνοή.

ΠΕΡΙΣΤΑΣΕΙΣ

Ανατροπές
αντιξοότητες και
αντιθέσεις
σκοπεύουν και
πλήττουν τον στόχο
ακριβώς στο μάτι
του ταύρου.
Το αίμα αδειάζετε
ολότελα απ’ την καρδιά,
στη θέση του
μένει το πύο
πηκτό και μολυσμένο
απ’ τα αλλεπάλληλα χτυπήματα,
από ανατροπές
από αντιξοότητες
από αντιθέσεις.

Και η ψυχή να χωθεί
θέλει σε μια γωνιά,
σε μια τρύπα μέσα,
σε μιαν έρημο να καεί θέλει
να μη βλέπει
τες πληγές,
την κατάντια,
το μάτωμα,
τα σημάδια
από περιστάσεις φορτωμένες
με ανατροπές
με αντιξοότητες
με αντιθέσεις.

ΘΥΜΗΣΗ

Σαντάλια ροζ
φόρεσα της θύμησης
και την έθαψα
στον ήχο το μονότονο
της μοναξιάς,
χωρίς μοιρολόγια,
χωρίς πένθιμα ρούχα,
χωρίς ούτε ένα δάκρυ.
Τώρα υπάρχω
σε ημιτόνια.

ΠΕΤΡΙΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ

Μανταλωμένες σκέψεις
αφουγκράστηκαν
για να χύσουν
φαρμάκι ακαταλάγιαστο.
Το κατάφεραν
ή όχι
θα φανεί στης ψυχής
τη νεκροψία.
Στεγνές,
κίτρινες,
στενές,
μια ζωή θα ’ναι
καταστρέφοντας
μέσα στην ανικανότητα
για δημιουργία.
Οίκτος,
θυμός,
με δέρνουν
για τες σκέψεις τες πέτρινες:
τες λυπάμαι
για το σκοτάδι
που τες μαστίζει.

Αν ποτέ έρθει το φως
η γη θα ’χει κιόλας γυρίσει
πολλές φορές
γύρω από τον άξονά της.
Κρίμα.

ΣΑΝ ΣΥΝΝΕΦΟ

Κέρινα ομοιώματα
πλημμυρίσανε
τους ορίζοντες
ανάμεσα
σε οξύμωρα
αγάπης
και
εγκατάλειψης,
ανάμεσα
σε χορό
ρίμας
και
φθόγγων.
Χορέψανε
δεμένα με τα ξωτικά
μέσα στον κατακλυσμό
τον ανέμου.

Και περπατώ
μόνη
σαν σύννεφο.

.

ΗΛΙΟΣΤΑΛΑΓΜΑ (1984)

Α’ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΣΥΡΜΑΤΟΠΛΕΓΜΑΤΑ

Γυψόπετρες αραδιασμένες κατά γραμμή
στη θάλασσα,
για να χωρίσουν την κολυμβητική περιοχή
των πλουσίων
απ’ εκείνη των φτωχών.
Φίλοι που πίνουν καφέ παρέα
στα ξενοδοχεία πολυτελείας
για να ταυτίσουν το γούστο τους
με τη μόδα της εποχής.
Άνθρωποι που χορεύουν
στις δισκοθήκες
για ν’ ακολουθήσουν το ρυθμό της μουσικής,
του φλερτ, της νυχτερινής ζωής.
Συρματοπλέγματα που χωρίζουν
την πατρίδα μου
για να μας θυμίζουν πως δεν μπορούμε
να δρασκελίσουμε στο δικό μας βορρά.
Πράσινες γραμμές που σημαδεύουν
τη νεκρή ζώνη
για να αποδείξουν ότι τη χώρα μας
την έχουν πατήσει ξένοι.
Στρατιώτες εισβολείς που κατακλύζουν
το δικό μας χώμα,
για να διαλαλήσουν πως η δικαιοσύνη
είναι μια λέξη ουτοπίας.

ΔΥΟ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΟΝΑΧΙΚΟΙ

Δυο άνθρωποι μοναχικοί
μ’ ένα κοινό αγαπημένο πρόσωπο
να τους ενώνει.
Ζεστή βραδιά του Μαγιού
με χίλιες ευωδιές
από τες αροδάφνες.
Δυο άνθρωποι μοναχικοί
που δεν μπορούν απόψε
να είναι με το κοινό αγαπημένο πρόσωπο
ο καθένας του για λόγους αλλιώτικους.
Δυο άνθρωποι μοναχικοί
σμίξαν τη μοναξιά τους
σ ένα σιωπηλό περίπατο
κάτω απ’ τα ερωτευμένα δέντρα στο Φασούρι.
Στάθηκαν και κοίταξαν
την αστρόφωτη θάλασσα
αντίκρυ στης Αγιάς Βαρβάρας
το άσπρο το εκκλησάκι.
Δυο άνθρωποι μοναχικοί
δε μίλησαν απόψε,
είπανε όμως πολλά
μέσα στη σιωπή τους.

ΠΕΤΡΑΔΑΚΙΑ

Χαζεύοντας τη θάλασσα
ανακάλυψα ένα σημείο στον ορίζοντα.
Παρατηρώντας αυτό το σημείο
αντιλήφθηκα ένα μοναχικό γλάρο.
Στρέφοντας το βλέμμα μου αλλού
κάρφωσα τα μάτια στα κύματα.
Κοιτάζοντας τα κύματα
ένοιωσα τον αφρό να κομματιάζεται.
Βλέποντας τον αφρό
κατάλαβα πως έσπαζε
σε μια άβυσσο από πετραδάκια.
Άσπρα , πράσινα, ροζ, μαύρα
πετραδάκια απλωμένα ολόγυρα
στη γκρίζα άμμο,
τέλειο συνταίριασμα
με την αγριάδα του τοπίου.
Αμέτρητα πετραδάκια
σαν τες στιγμές μιας ζωής.
Πετραδάκια με χίλιες μορφές,
στρογγυλά, τρίγωνα, μακρουλά,
τετράγωνα, ορθογώνια.
Πετραδάκια χιλιοπατημένα
που σαν τα ρίξεις
πνίγονται στον ωκεανό,
που σαν τα πετάξεις
χοροπηδάνε στην επιφάνεια του νερού.
Ατέλειωτα, απίθανα, καταπληκτικά
πετραδάκια του νησιού μου.

ΣΕ ΣΕΝΑ, ΦΙΛΕ

Μείναμε πάλι μόνοι,
μου’ πες απόψε, φίλε.
Κι’ εγώ χαμογέλασα
μέσα στην πίκρα της στιγμής.
Πόσο αλήθεια αυτό είναι
μόνο εμείς το νοιώθουμε, φίλε.
Άνθρωποι που μας πονάνε
μα που εμείς δε θέλουμε.
Άνθρωποι που εμείς θέλουμε
μα που δε μας πονάνε.
Ένας φίλος που κι’ οι δυο περιμέναμε
μα που πνίγηκε στη μουσική.
Μια αγάπη που γι’ αυτή καιγόμαστε
μα δεν είναι διόλου εφικτή.
Μείναμε πάλι μόνοι,
μου’ πες απόψε, φίλε.
Κι’ εγώ χαμογέλασα
για να μην κλάψω
για την τόση μοναξιά
που τους δυο μας τυλίγει.

ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ

Γύρισα την πλάτη
κι’ είδα ένα μυρμήγκι
ν’ ακροβατεί
στον κατάμεστο απ’ άμμο και βρωμιά
γκρίζο πετρότοιχο.
Το ’δα ύστερα στη γκρίζα άμμο
να θάβεται οικειοθελώς.
Σκέφτηκα πόση άγνωστη ζωή
θα πάλλεται στα εντόσθια
κάποιας απλής Λεμεσιανής ακρογιαλιάς.
Κατάλαβα πόση αηδία
θα ’νοιώσε το μυρμήγκι
για τους ανθρώπους
που δηλητηριάζουν με φαρμάκι
την ομορφιά του γαλάζιου μου νησιού.
Και χώθηκε το μυρμήγκι
σ’ ένα κόσμο σκοτεινό
για να βρει πιότερο φως
παρά στη γης απάνω.
Μια γης που τον ήλιο της
με μαύρες πινελιές σκέπασαν
άμυαλα ανθρωπάκια
φορτωμένα παθιασμένη ζήλεια.
Τυχερό είσαι μυρμήγκι
που μπορείς να ζεις
σ’ έναν αλλιώτικο κόσμο
που τ’ ανθρώπινα πάθη
έχουν γίνει στάχτη.

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ

Δεν έχει άστρα απόψε
ο ουρανός του Ισραήλ.
Μήτε φεγγάρι.

Μαύρος ουρανός,
κατράμι η θάλασσα
με κύματα αγριεμένα
σαν τες ψυχές των πολεμιστών.
Άνθρωποι, χριστιανοί και μη,
φορτωμένοι σ’ ένα καρυδότσουφλο
ν’ αρμενίζουν προς τη γη
που ο Μεσσίας είδε το φως
πριν είκοσι τόσους αιώνες.
Μουσική ντίσκο που σε ξεκόβει
απ’ το ιερό προσκύνημα.
Ταξιδιώτες που την πλήξη τους
πνίγουν στο αλκοόλ
σαν να μη φτάνει το κούνημα
του καραβιού που τους ζαλίζει.

Δεν έχει άστρα απόψε
ο ουρανός του Ισραήλ.
Μήτε φεγγάρι.

Β’ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ
ΚΑΙ

Και η βροχή έκλαιγε.
Έν’ απόμακρο φως λαμπύριζε στα δέντρα.
Και η γη θρηνούσε.
Ένα πεθαμένο λουλούδι σφαλούσε τες καρδιές.

Χωρίς να σε βλέπουν
τα μάτια μου σε ψάχνουν
και συναντούν το πράσινο των φύλλων.
Χωρίς να σ’ αγγίζουν
τα χέρια μου σε νοιώθουν
και βρίσκουν τη ζεστασιά της νύχτας.

Και ο αγέρας σκεπάζει τη φωνή μου.

Οι λέξεις χάνονται στον άνεμο.
Οι θύμησες πέφτουν στο ποτάμι.
Οι σκιές πνίγονται στη θάλασσα.
Οι ελπίδες πετούν στον ουρανό.

Και η βροχή δε σταματά το κλάμα.

ΑΛΗΤΕΙΑ

Κατάλυσα τη ζωή μου
μέσα στις μπουάτ
πίνοντας μαρτίνι,
τραγουδώντας στον ήχο
της κιθάρας,
καπνίζοντας τσιγάρα,
περιμένοντας τον έρωτα
που δεν ερχότανε,
ψάχνοντας τα μάτια σου
που ήταν τόσο μακριά.
Ήταν η αλητεία
μιας νιότης,
μιας ζωής χωρίς νόημα,
γεμάτης σχέδια
απραγματοποίητα.
Ήσουν εσύ
που μου έλειπες τόσο.

ΕΙΝΑΙ ΑΠΡΙΛΗΣ ΑΚΟΜΑ

Είναι Απρίλης ακόμα.
Μέρες, νύχτες, μεσημέρια, βράδια
πρέπει να περάσουν
μέχρι που να ’ρθεις πίσω.
Ατέλειωτα, μονότονα, σιωπηλά βράδια
χωρίς τα μάτια σου,
δίχως τα χάδια σου,
μακριά από τα φιλιά σου.
Μα ύστερα θα ’ναι
επιτέλους Μάης.
Θα ’ρθεις ξανά κοντά μου,
δίπλα μου, γύρω μου, μαζί μου,
θα ’σαι δικός μου,
όνειρο, χαρά, ζωή μου,
μέχρι να φύγεις πάλι.

ΩΡΕΣ ΠΙΑ

Ώρες πια μας χωρίζουν.
Θα πετάξεις κοντά μου.
Θα είναι η Μεσόγειος μας
τώρα θάλασσα αγάπης
και όχι πια χωρισμού.
Θα γείρεις στο πλάι μου
σ’ ένα ξεχείλισμα από φιλιά,
όνειρα που θα δεθούν
στο γαλάζιο μας το νησί.
Λίγες ώρες ακόμα,
ατέλειωτες σαν χίλιοι αιώνες.
Άνοιξη μέσα στην Άνοιξη
θα είσαι, Μάη μου ξανθέ.
Ήλιος, θάλασσα, αγάπη, μουσική
σ’ ένα συνταίριασμα
αρμονίας και έκστασης
σε κλίμακα με δίεση χαράς και έρωτα.
Δε μένουν παρά λίγες μόνο ώρες.

ΑΤΙΤΛΟ

Εκείνο τ’ άστρο είναι μόνο,
μου ’πες ένα ξημέρωμα
σαν το βλέμμα σου
στάθηκε στον ουρανό της αυγής
που ’χαμε προσκεφάλι.
Σε κοίταξα.
Σ’ αγκάλιασα.
Λυπήθηκα τ’ άστρο
που ήτανε μόνο,
και σε ’σφιξα
για να σε νοιώσω δικό μου.
Δικός μου τώρα,
κι’ ας θα ’σαι αύριο μακριά.
Η ζωή θα σταματήσει
στο σήμερα.

ΛΙΑΚΑΔΑ

(Μουσική: Γιώργος Μάρκου
στο δίσκο « Ήσουν Εσύ»)

Τα μάτια σου κοιτάζω
με ύφος σκοτεινό,
τα χέρια σου κρατάω
με όνειρο ζεστό.

Το βλέμμα σου αντικρύζω
σε ξέφωτο γυμνό,
τα λόγια σου μαζεύω
σε ουρανό θολό.

Τ’αγιόκλημα μυρίζω
με πρόσωπο καυτό,
τα χείλη σου φιλάω,
τη σιωπή μετρώ.

Λιακάδα η ζωή μας,
αντίλαλος η καρδιά,
καθρεφτισμένες σκέψεις,
ανείπωτα φιλιά.

Απέραντα παλάτια
τα μαύρα σου μαλλιά,
σκιά τα μεσημέρια
η δίκιά σου αγκαλιά.

ΧΡΥΣΗ ΑΓΚΑΛΗ

(Μουσική : Γιώργος Μάρκου
στο δίσκο «Ήσουν Εσύ»)

Αφρός που έσπαζε
ήταν τα μάτια σου
σαν με αντίκρυσαν
τη χαραυγή.

Βότσαλα έρημα
ήταν τα χείλη σου
τη νύχτα που ‘φευγες
σε άλλη γη.

Βράχος που μάτωνε
ήταν τα λόγια σου
σαν μου ψιθύρισαν
μεσ’ τη βροχή.

Πικρό σκοτάδι,
απανεμιά,
άστρα που χάνονται
κάθε βραδιά.

Χρυσή αγκάλη
με γιασεμιά,
μνήμες που σβήνονται
στην καταχνιά.

ΕΝΑ ΣΠΑΝΙΟ ΕΥΡΗΜΑ

Σπάνιο εύρημα η αγάπη σήμερα.
Πολύ σπάνιο.
Η αγάπη έλιωσε από το θόρυβο της πόλης
σαν να ’τανε χιόνι
που το χτύπησε μια δυνατή λιαχτίδα.
Διαλύθηκε μέσα στη μόλυνση
της ηλεκτρισμένης ατμόσφαιρας.
Καταργήθηκε από τον πολυάσχολο
επαγγελματικό κόσμο των ανθρώπων.
Σπάνιο εύρημα η αγάπη σήμερα.
Πολύ δυσεύρετο.
Φτιασίδια σκεπάζουν της καρδιάς
τους αληθινούς χτύπους.
Οι άντρες δεν έχουν πια αισθήματα.
Οι γυναίκες δεν είναι πια πιστές.
Τα παιδιά μεγαλώνουν στα σφαιριστήρια.
Σπάνιο εύρημα η αγάπη σήμερα.
Σχεδόν ακατόρθωτο.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.