ΜΑΡΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛ ΧΡΗΣΤΑΚΗ

Η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη γεννήθηκε στο Βαχό Βιάννου και κατοικεί στο Ηράκλειο Κρήτης. Έχει κάνει πτυχιακές σπουδές Τεχνολογίας Γεωπονίας, στον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και στις Παιδαγωγικές επιστήμες. Έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης Π.Μ.Σ. στη Δημιουργική γραφή. Υπηρετεί στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση ως καθηγήτρια Τεχνολογίας. Συνεργάζεται με έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας ποιητικό και πεζό λόγο. Έργα της έχουν περιληφθεί σε συλλογικές εκδόσεις. Η Αρμενόπετρα (Μανδραγόρας 2021) είναι η πρώτη ποιητική της συλλογή και η ποιητική σύνθεση Ηλιοτυπία (Μανδραγόρας 2022) η δεύτερη.

.

.

ΗΛΙΟΤΥΠΙΑ (2022)

Ξεκινάς.
Κάποτε.
Αφηρημένος.
Γιο. να γίνεις με τον καιρό.
Συγκεκριμένος.
Ποιητικός.
Όπως οι λέξεις, όταν
ξεκινούν.

***

Σκέψου το σαν κύκλο που
αρχίζει και τελειώνει
στην κάθε μέρα σου.
Δέχεσαι το κάλεσμα
και διασχίζεις το κατώφλι.
Της ασφάλειας

***

Τα διασκορπισμένα
μικρά ίχνη
προσεκτικά διαβάζεις
και στα μισά του κύκλου γίνεσαι
ηλιόφως, έναστρο μάτι
την πυκνή σφαίρα του χρόνου διαπερνάς,
τα κύκλια μήκη, πλάτη και βάθη.

Τα κρυμμένα βλέμματα παρατηρείς
αυτών που από το παρελθόν
μας βλέπουν,
εκείνων που απ’ το μέλλον το βαθύ
αγναντεύουν,
και όσων ετούτη τη θνήσκουσα μικρή στιγμή
το γυναικείο σου πρόσωπο περιεργάζονται
και γοητεύονται,
έστω προσωρινά.

***

Και παίρνεις απαλά τα υλικά του κόσμου.
Τα ανακατεύεις. Με μια
ζυγισμένη δόση αναλήθειας.
Πιστή. Στη φαντασία.
Θέλει λιγάκι προσοχή.
Να μην πνιγούν
οι θάλασσές σου μέσα
στις λέξεις.

***

Να αφήσεις ορατή
τη δόση αναλήθειας.
Να συγκινήσεις.
Να μαγέψεις.
Να βάλεις μέσα
κρυμμένα τα ξόρκια.
Να βγάλεις το φεγγάρι
από τον βάλτο.

***

Στο τέλος.
Στην αποβάθρα.
Μόνη.
Σχεδόν βίαιη
η συνειδητοποίηση. Ίσως η
ανάγκη σου να ήταν άλλη.
Το αποδέχεσαι.
Αίσθηση της ήττας;
Σε πρώτο επίπεδο. Μα
καλείσαι να επαναπροσδιοριστείς.

Στην άκρη της πένας
μετά από βαθιά περισυλλογή.

***

Απλώνεις τις παλάμες
και αγκαλιάζεις το πρόσωπό του.
Και έτσι κατά τας γραφάς:
«’Ένωσε τά τό πριν διεστώτα».
Ετερόκλητα.
Εκόντα.
Άκοντα.
Να συμβιώσουν.
Εν ειρήνη.

***

Καλείς γύρω από μια φωτιά.
Να πεις την ιστορία.
Ψάχνεις το μαγικό συστατικό.
Να προκαλέσεις το θαύμα-
να τους κρατήσεις όλους ακίνητους
για μια μικρή στιγμή.

Και παίρνεις τη χύτρα.
Της θεογνωσίας.
Ανακατεύεις τον χυλό
του προποιητικού υλικού.
Ακροβατείς κι ακροβατείς.
Αλλάζοντας γωνίες οπτικές.
Απέναντι στο ποίημα.

Θάλασσα σκοτεινή η διαδικασία.
Και παίρνεις το δίχτυ ασφαλείας.
Το ρίχνεις.
Πάνω στο ποίημα.
Κι εκείνο σώζεται.

***

Ξεκινάς.
Κάποτε.
Αφηρημένος.
Για να γίνεις με τον καιρό.
Συγκεκριμένος.
Ποιητικός.
Όπως οι λέξεις, όταν
ξεκινούν.

.

ΑΡΜΕΝΟΠΕΤΡΑ (2021)

Ανισόπτερη λιβελούλα
ΟΤΑΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΜΕΝΟΥΝ ΜΟΝΕΣ

Όταν οι λέξεις μένουν μόνες
διατάσσονται
σε ύψη διαφορετικά.
Όταν οι λέξεις μένουν μόνες
ζητούν να εξισωθείς μαζί τους.
Κυματιστές μαντιλίδες της Άνοιξης
άλλοτε με κίνηση μικρή, κάποτε μεγαλύτερη
χορεύουν και σε πάνε.
Σε πάνε.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΤΡΥΠΑΝΕ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΙΣΚΟ

Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο εξατμίζονται.
Γίνονται δέντρα και κάθεσαι στον ίσκιο τους.
Γίνονται πουλιά και κάθονται στον ώμο σου.
Ταξιδεύουν σε μέρη μακρινά,
στην όχθη του ποταμού Γιαμούνα,
στο επίπεδο του κήπου που βρίσκεται
η Μαχάλ ή ίσως ως τη Ροζ Πύλη της Τζαϊπούρ.
Κι επιστρέφουν καραμέλα που λειώνει αργά στο στόμα,
σαν τότε που απρόσμενα μου έφερες
εκείνο ακριβώς το βραχιολάκι. Θα είχες δει που
το κοίταζα⸱ εκεί στο υπόγειο μαγαζάκι,
δίπλα στον Πύργο του Γαλατά.

ΑΝΙΣΟΠΤΕΡΗ ΛΙΒΕΛΟΥΛΑ

Κι αυτή η λέξη,
ανισόπτερη λιβελούλα,
πέταξε με τα φτερά σε έκταση.
Ακούω τη λέξη,
να τρίζει, να εκτινάσσεται,
να πέφτει πάνω στο αγκάθι.
Εκείνο που με τρύπησε,
κάτω από το στήθος.

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Η ΛΕΞΗ II

Δεν είναι η λέξη,
είναι το κενό ανάμεσα στις λέξεις.

Δεν είναι η λέξη,
είναι η συντροφιά που κάνουν οι λέξεις,
οι προηγούμενες με τις επόμενες.
Εκεί σημαίνουν και συμβαίνουν.
Σ’ αυτή την τρυφερή γωνιά,
στα κενά
που ζητούν άμεση πλήρωση.
Εκεί συμβαίνουν και συμβαίνουν.
Στα κενά,
που δεν πληρώνονται ποτέ
μ’ έναν τρόπο οριστικό.
Εκεί συμβαίνουν και σημαίνουν.

ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΙΓΟΝΤΑΙ

Είναι λέξεις που δεν καίγονται.
Γιατί εκείνο το μυαλό
αρνείται να τις κάψει.
Μα κι εκείνες
αρνούνται την πυρά.
Λέξεις που ξέρουν να γλιστρούν,
μες στο μυαλό με τέχνη.
Άκαφτες λέξεις.

Τ’ αχτένιστα ποιήματα
ΚΥΜΑ ΜΠΛΕ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟ

Μες στο μυαλό.
Εκεί μένει και μένει.
Δεν καίγεται.

Μες στο μυαλό.
Εκεί μένει και μένουν
οι μορφές.
Δεν καίγονται.

Η νόηση αιωρείται.
Αέναα αιωρείται.
Στον ορίζοντα της απουσίας.
Στον ορίζοντα της έλλειψης.
Σ’ αυτόν του πλεονάσματος.
Η νόηση αιωρείται κι αιωρείται.

Μια αιώρα μες στο μυαλό.
Πάει κι έρχεται.
Αέναα παράγει.

Τ’ ΑΧΤΕΝΙΣΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Είναι κι εκείνα
τ’ αχτένιστα ποιήματα.
Ολομόναχα βγαίνουν στον δρόμο.
Μας κοιτάζουν, μας ακούνε,
στέκονται πλάι μας.
Φεύγουν πριν ο ήλιος χαθεί
κι αφήνουν πίσω όλες
τις πεταλούδες που μάζεψαν
στ’ αχτένιστα μαλλιά.

ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ ΤΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΑ

Άνοιξα τα μπαούλα,
πήρα τα κίτρινα χαρτιά,
τα κρέμασα στα
κλαδιά των δέντρων.
Στα δέντρα του κήπου τα δημοσίευσα.

Κάθε μάτι
βλαστού κι ένα βλέμμα.
Διαβάστηκαν σε μια γλώσσα τόσο ακριβή,
σ’ ένα μερικό στιγμιότυπο, που κάποιος
γλιστράει απαλά στη ζωή κάποιου άλλου.

Εκεί, πάνω στα δέντρα του κήπου, όλη
η μάζα του αισθήματος. Κρέμασα
και το τελευταίο, ύλη αιμορραγούσα
και κόκκινη. Έφθασε το χιόνι,
αιφνιδιαστικά, στη σελίδα σαράντα εφτά.
Έπειτα τεντώθηκαν γλυκά,
σε ελεύθερη πτώση,
στο χώμα.

ΕΝΑΣ ΚΑΜΒΑΣ ΠΛΑΙ Σ’ ΕΝΑ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Ένας καμβάς μπροστά σε παράθυρο.
Ζωγράφιζε ό,τι φανταζόταν.
Ένα μπαούλο με άδετες σελίδες.
Τις έδενε με όποια σειρά ήθελε.
Ένα κείμενο ανοιχτό
αέναα αναγνώσιμο.
Δεν θα παρέδιδε ποτέ τα μυστικά του.

ΜΕ ΤΗΝ ΙΕΡΟΤΕΛΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ

Με την ιεροτελεστία της Άνοιξης
παρατάσσονται στη σειρά.
Εισχωρεί στον κάλυκα των ερωτικών ανθέων·
κολλά στο στίγμα του υπέρου, γλιστρά
στον στύλο απαλά και φθάνει στην ωοθήκη.
Εκεί που γίνεται του αισθήματος η καρποδεσία.

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΑΤΑΚΟΚΚΙΝΟ ΦΙΛΙ

Και τώρα συλλογίζεται, που τόσο καιρό νόμιζε
πως ήταν μόνο εκείνο το λευκό φόρεμα:
εκείνο που φόρεσε, ανέβηκε το λόφο,
ατένισε πέρα μακριά τα κοράκια του Πόε,
τα ματαιωμένα άλμπατρος του Μπωντλαίρ,
τη Φοινικιά του Παλαμά, το ακατοίκητο σπίτι
που έφτιαξε για εκείνη ο Παυλόπουλος˙ ένοιωσε
το ολάξαφνο πουλί του Καρούζου να φτερουγίζει γύρω·
αντίκρυσε την κόμη της και τον Τριστάν Κορπιέρ,
να κυνηγά να τη χτενίσει, πλεγμένο στο μοιραίο
παιχνίδι με το άπιαστο· περπάτησε στο έρμο χωράφι,
εκεί στη Σαλαμίνα, είδε βέβαιο τον Σικελιανό
να πηγαίνει να τη συναντήσει. Μα κι εκείνη
ζητά χωρίς σκοπό να πλανηθεί,
τα ίχνη της να μην ακολουθεί κανείς,
στον εαυτό της να προστρέξει. Κουράστηκε·
δε λέει, φταίει, τους ποιητές αρπάζει ξαφνικά
και δίνει εκείνο το κατακόκκινο φιλί.

Αρμενόπετρα
I.  ΑΠ’ ΤΗΝ ΠΟΛΛΗ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ

Μισή πέτρα, μισή γυναίκα.
Καρφώθηκα σε τούτη ’δώ τη θάλασσα
ν’ αρμενίζω έκτοτε στις θάλασσες, του νου.
Έχω το χάρισμα να βρίσκω λέξεις.
Το μυαλό κολλάει πάνω τους.
Δεν τις καίω, δεν τις αναλώνω.
Τις κρατώ σφιχτά, νοιώθω την ανάσα τους.
Τις αφήνω να γλιστράνε στη σάρκα μου.
Να πέφτουνε.
Να γίνονται θάλασσα οι λέξεις μου.

VIII.  ΣΙΩΠΗΛΑ ΜΗΝ ΤΡΟΜΑΞΟΥΝ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ

Ακροπατώντας έρχονται κάποτε
οι ποιητές απ’ όλους
τους τόπους, απ’ όλες τις εποχές.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις.
Ακροπατώντας και η Αρμενόπετρα
σηκώνεται απ’ τη θέση της.
Βγαίνει και κάθεται μαζί τους στην αμμουδιά
σ’ ένα μεγάλο κύκλο κάτω από τ’ άστρα.
Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις.

X.  ΜΩΡΟ ΤΡΟΜΑΓΜΕΝΟ

Έρχεται ανεμπόδιστα στην επιφάνεια,
όταν τα θολωμένα νερά ησυχάζουν.
Στην καθαρή επιφάνεια τότε απλώνονται
οι σωστές λέξεις για τα πράγματα,
ξεχωρίζουν τα σκούρα από τα φωτεινά
κι ανάμεσα τους τα γκρίζα κενά.

Μέσα μας βρίσκεται η αλήθεια των πραγμάτων.
Κανένας δεν μπορεί να τη βιάσει.
Πάντα εκείνη στην ώρα της θα γεννηθεί,
μωρό τρομαγμένο να κλαίει.

XIII.  ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΠΟΡΦΥΡΑ ΟΝΕΙΡΑ

Δεν είναι διόλου ευγενικό να με κρίνετε.
Εδώ θα μείνω.
Ένα άγαλμα που βλέπει όνειρα πορφυρά.
Ακίνητη· μισή πέτρα, μισή γυναίκα.

Δική μου υπόθεση.
Εδώ θα μείνω, ένα άγαλμα.
Τις νύχτες πλέκω όνειρα, τις μέρες
με λέξεις τα πλάθω.
Εδώ θα μείνω, ένα άγαλμα που βλέπει
παράξενα πορφυρά όνειρα.
Ακίνητη· μισή πέτρα, μισή γυναίκα.

ΚΡΙΤΙΚΕΣ

ΣΠΥΡΟΣ ΑΡΑΒΑΝΗΣ

ΠΟΙΕΙΝ 1/12/2021

ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή η Μαρίνα Μιχαήλ Χριστάκη αναμετριέται με τις «λέξεις» και τις «λέξεις της», σε μια προσπάθεια- κρίκος στη μεγάλη αλυσίδα- να προσδιορίσει αυτό που την αυτό-προσδιορίζει: να μιλήσει για την τέχνη της όχι σαν ένα ξένο σώμα, αλλά ως ανάγκη. Παρουσιάζει έτσι από τη μια μεριά ποιήματα ποιητικής αναδεικνύοντας το πρωτογενές τους υλικό και όχι την αφηρημένη έννοιά τους ή την «πολυτελή» και ματαιόδοξη προ/μετά εμπειρία τους. Μιλά για τις λέξεις που φτιάχνουν το ποίημα, όπως τα υλικά που φτιάχνουν το ψωμί τα οποία παραγκωνίζουμε από τη βιασύνη να γευτούμε το όλον. Δοξάζει τον σπόρο, την καταγωγή, την έμπνευση και μέσω αυτής της υμνητικής ελεγείας -γιατί οι λέξεις πεθαίνουν όταν εκπληρώσουν το σκοπό τους, να γίνουν ποίημα- καταφέρνει να ξεπεράσει το όριο του αυτάρεσκου εγκωμίου και δημιουργεί αυτοτελή ποιητικά στιγμιότυπα τα οποία εν τέλει εκφράζουν βιώματα, γίνονται αυτοτελείς οργανισμοί. Όχι εγκεφαλικές ή συναισθηματικές αποτυπώσεις του ποιητικού εργαστηρίου, όχι αποκαλύψεις στον αναγνώστη των -δήθεν- μυστηριακών διεργασιών δημιουργίας των ποιημάτων, αλλά λέξεις συμπλέουσες με την ίδια τη ζωή της και τα αναγνώσματά της. Οι «λέξεις», λοιπόν, είναι η ηρωίδες του έργου της και το έργο της είναι οι «λέξεις». Όπως οι άνθρωποι είναι οι «ήρωες» της ζωής μας και η ζωή μας είναι οι άνθρωποι που αγωνιούμε να ορίσουμε, να κατανοήσουμε, να «συλλάβουμε» και να αποτυπώσουμε εν τέλει στα χέρια μας. Συνεπώς τα ποιήματα «ποιητικής» της προεκτείνονται σε ποιήματα «ανθρώπων» ακόμα περισσότερο, σε ποιήματα της «ερωτικής τέχνης». Ή όπως γράφει: «ποιήτρια δική μου • να με επινοείς/ να σκύβεις πάνω μου αφηρημένη / ν’ αποκοιμιέσαι και να ονειρεύεσαι». Και πάνω από όλα με την επίγνωση τού: «Οι λέξεις γίνονται πραγματικότητα / και η πραγματικότητα λέξεις». Η μισή λοιπόν «λέξη» και η άλλη μισή γυναίκα. Όπως η «Αρμενόπετρά της», αυτή η δηλαδή η ευαίσθητα παράξενη ύπαρξη, στο τρίτο μέρος της συλλογής, μισή πέτρα και μισή γυναίκα που αναζητά, όπως και η ποίηση, το φιλί-αναγνώστη της.

.

ΕΛΕΝΗ ΤΖΑΤΖΙΜΑΚΗ

diastixo.gr 1/3/2022

Η Μαρίνα Μιχαήλ Χρηστάκη εμφανίζεται στα γράμματα με την πρώτη της ποιητική συλλογή Αρμενόπετρα (Μανδραγόρας, 2021). Στα ποιήματα της συλλογής μιλάει σαν να είναι οικοδομήματα που ορίζεται η τύχη τους από την τύχη των λέξεών (τους): Όταν οι λέξεις μένουν μόνες/ διατάσσονται/ σε ύψη διαφορετικά./ Όταν οι λέξεις μένουν μόνες/ ζητούν να εξισωθείς μαζί τους («Όταν οι λέξεις μένουν μόνες», σελ. 11). Η σημασία της λέξης ως ελάχιστης μονάδας απασχολεί την ποιήτρια, καθώς εντοπίζει σε αυτήν τη νοητή ευθεία της μόνιμης πορείας της ποιητικής πράξης, που δεν έχει αρχή και τέλος: ο λόγος και η λέξη ως ρητή συμπύκνωση του ποιητικού ερεθίσματος επανέρχονται αέναα τόσο ως δικά της εργαλεία, που τα περιεργάζεται ποιητικά, όσο και ως σημείο τομής στην αληθινή επικοινωνία, σε κάθε περίπτωση ερωτική, ανάμεσα στους ανθρώπους, αφού με τις λέξεις του άλλου θα αισθάνεται πλήρης νοημάτων: Και παρηγορήθηκα με τις λέξεις σου. Πράσινες, κίτρινες, γαλαζωπές. Κόκκινες, κατακόκκινες. Θα πάω σπίτι και θα γεμίσω όλα τα βάζα («Θα γεμίσω όλα τα βάζα», σελ. 18).

Η συλλογή αρθρώνεται σε τρεις ενότητες: «Ανισόπτερη λιβελλούλα», «Τ’ αχτένιστα ποιήματα», «Αρμενόπετρα». Τη συλλογή θα την έλεγα σπουδή στην ποιητική τέχνη. Στην πρώτη ενότητα, το συνεκτικό στοιχείο των ποιημάτων είναι το κεντρικό ερώτημα για την ίδια τη λέξη που αποτελεί την πρώτη ύλη των νοημάτων, τη βασική ύλη της ποιήτριας: Μα είναι ύλη οι λέξεις./ Άλλοτε στερεές να σπάνε σε μικρά/ κομμάτια κοφτερά. Άλλοτε κόκκινες υγρές/ ζεστές να εισχωρούν στο αίμα./ Είναι οι λέξεις ατμός να τα σκεπάζουν όλα,/ μ’ εκείνη την ονειρώδη, συμπαθητική,/ ομορφιά τους («Μα είναι ύλη οι λέξεις», σελ. 12). Άλλοτε γίνονται πουλιά και κάθονται στον ώμο σου («Οι λέξεις που τρυπάνε τον ουρανίσκο») κι άλλοτε Οι λέξεις καίγονται/ μες στο μυαλό/ σαν μένουν μόνες./ Καίγονται/ και δίνουν τη θέση τους/ σε άλλες λέξεις («Οι λέξεις καίγονται», σελ. 28). Όμως: Υπάρχουν λέξεις που δεν καίγονται./ Γιατί εκείνο το μυαλό/ αρνείται να τις κάψει./ Μα κι εκείνες αρνούνται την πυρά («Λέξεις που δεν καίγονται», σελ. 29).

Η δεύτερη ενότητα συγκροτείται από 25 ποιήματα «ποιητικής», εφόσον πραγματεύονται θέματα για την ποίηση. Την ποίηση που αέναα παράγει νοήματα, αφού δεν αναλώνεται στη σκέψη: Μες στο μυαλό./ Εκεί μένει και μένει/ Δεν καίγεται («Κύμα μπλε θαλασσινό», σελ. 34). Περιλαμβάνονται ποιήματα που δείχνουν τη λειτουργία της ποίησης ως όχημα συγκίνησης και συναισθήματος:

Τ’ αχτένιστα ποιήματα

Είναι κι εκείνα
τ’ αχτένιστα ποιήματα.
Ολομόναχα βγαίνουν στον δρόμο.
Μας κοιτάζουν, μας ακούνε,
στέκονται πλάι μας.
Φεύγουν πριν ο ήλιος χαθεί
κι αφήνουν πίσω όλες
τις πεταλούδες που μάζεψαν
στ’ αχτένιστα μαλλιά. (σελ. 36)

Ποιήματα που εκφράζουν τον προβληματισμό της ποιήτριας σε ποιους τελικά απευθύνεται η ποίηση: Γυμνή η ομορφιά. Μια σημείωση/ που κάποιος για τον εαυτό του κράτησε./ Εκείνο που αποσιωπάται./ Από την συγκεχυμένη συγκίνηση,/ από το σύντομο συμβάν, στου ποιήματος/ την ήρεμη διάρκεια («Για τον τεχνίτη μοναχά», σελ. 39). Ποιήματα που αποκαλύπτουν την αντίληψη της ποιήτριας για τον σκοπό της ποίησης: Απλώνει το λεπτό της καρπό, ανοίγει την αυλαία της πραγματικότητας. Το φως της διαχέεται κάθετα. αναδεικνύει όλες τις πλευρές των λέξεων. Τις απλώνει ολόφωτες· υπενθυμίζει τη δυνατότητα να σωθούμε («Απλώνει τις λέξεις ολόφωτες», σελ. 56). Ποιήματα που δείχνουν τη στάση της δημιουργού απέναντι στην ιδέα και την πράξη της σύλληψης του ποιήματος: Επιλέγει προσεχτικά/ τις λέξεις να ξεσκεπάσει τον εαυτό της./ Ξεκουμπώνει ένα-ένα τα κουμπιά,/ έχοντας επίγνωση./ Εκείνο που έχει σημασία είναι/ η κίνηση της αποκάλυψης («Η κίνηση της αποκάλυψης», σελ. 51). Ποιήματα που αποκαλύπτουν τον μόχθο και τον αδιάκοπο αγώνα του ποιητή: λευκή σελίδα, να σβήνεις και να γράφεις, τα πιο ωραία, τα μικρά σου («Λευκή σελίδα», σελ. 46).

Πρόκειται για μια έντιμη περιγραφή του πώς το ποιητικό υποκείμενο συναντά την προσωπική αλήθεια της ποιήτριας, το κρητικό τοπίο, τη θηλυκή υπόσταση, το ερωτικό βίωμα και την αδιάκοπη έννοια για τις λέξεις. Όλα αυτά μαζί συνθέτουν τον κόσμο της πρώτης της ποιητικής εκδοτικής απόπειρας, η οποία είναι έντιμη, καλοδουλεμένη και εύλογα εξάπτει το ενδιαφέρον μας για το ποιητικό μέλλον της δημιουργού.

Στην τρίτη και φερέτιτλη ενότητα «Αρμενόπετρα», μια θηλυκή παρουσία με το μισό πρόσωπο στο φως, το άλλο μισό στο σκοτάδι, σε παίρνει μαζί της οδηγώντας σε πίσω από τις λέξεις, ανάμεσα στα κενά των λέξεων, σου δίνει ελλειπτικές πληροφορίες, σιωπά, σε καλεί να καθίσεις με όλους τους ποιητές στην αμμουδιά, σ’ ένα μεγάλο κύκλο κάτω από τα άστρα («VII. Σιωπηλά μην τρομάξουν οι λέξεις», σελ. 68). Εμπλέκει τη μνήμη και το συναίσθημά σου, μα όχι το μυαλό σου. Δεν είναι διόλου ευγενικό να με κρίνετε./ Εδώ θα μείνω./ Ένα άγαλμα. Μισή πέτρα μισή γυναίκα («Παράξενα πορφυρά όνειρα», σελ. 74). Θέλει μόνο να της δώσεις το πιο κατακόκκινο φιλί, εκείνο που οδηγεί σε μια αλήθεια. Ίσως η αρμενόπετρα είναι η ίδια η ποίηση.

Με τη σαρωτική αυτή λοιπόν δύναμη της πρώτης ύλης, οι λέξεις ορίζουν και την τύχη των νοημάτων – το στοίχημα του ποιητή εν τέλει, το ίδιο το ποίημα που από αλλού ξεκινάει και κανείς δεν ξέρει πού θα βρεθεί στο τέλος. Η γραφή και η μοίρα της, ως κομμάτι της μοίρας της ίδιας της ποιήτριας, συναντούν συχνά τον γυναικείο κόσμο αυτής, όχι τόσο ως αναζήτηση ή στοχασμό, παρά ως υπενθύμιση μιας ταυτότητας που χωράει μέσα της τόσο τις προσωπικές αγωνίες της ποιήτριας όσο και τη συνεχή ροή των λέξεων μέσα της, λέξεων αυτόνομων που επείγει (και είναι προδιαγεγραμμένο, τελικά) να υποταχθούν στα χέρια της για να σχηματιστούν ποιητικά:

Ι. Απ’ την πολλή αγάπη μου

ma mi xristakiΜισή πέτρα, μισή γυναίκα.
Καρφώθηκα σε τούτη ’δώ τη θάλασσα
ν’ αρμενίζω σ’ άλλες θάλασσες, του νου.
Έχω το χάρισμα να λαμβάνω λέξεις.
Το μυαλό κολλάει πάνω τους.
Δεν τις καίω, δεν τις αναλώνω.
Τις κρατάω σφιχτά, νιώθω την ανάσα τους.
Τις αφήνω να γλιστράνε στη σάρκα μου.
Να πέφτουνε.
Να γίνονται θάλασσα οι λέξεις. (σελ. 61)

.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.