ΠΟΙΗΤΕΣ ΤΗΣ Α’ ΜΕΤΑΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΓΕΝΙΑΣ  (1916-1928)

.

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΥ (1916-2016)

.

ΑΓΑΠΗ…

Δεν μπόρεσα ποτέ να ξεχωρίσω
και να μετρήσω πόσο σ’ αγαπώ.
Πρωτόγνωρη αγάπη νιώθω,
πώς να σ’ το πω;

Πότε σαν λούλουδο γεμάτο μύρο
πότε σαν ρόδο του Μαγιού κλειστό
πότε σαν χείμαρρος με σέρνει,
πού να πιαστώ;

Και κάθε μέρα κι ώρα που περνάει,
σαν να ’ναι πρώτη μου φορά τρελή,
ξεχνώ τον κόσμο κι ό,τι θέλω
σ’ ένα φιλί.

Κι έτσι ποτέ μου δεν μαθαίνω τόσο
μήτε κι αν άλλο πόσο σ’ αγαπώ.
Γλυκά πά’ στο κορμί σου γέρνω
για να σου πω:

Καλέ μου, την καρδιά μου πέρα ως πέρα
αγάπης φλόγα καίει και διαπερνά.
Αστείρευτα να λάμπει κάνε
ως τα στερνά!

Άνθινες ώρες (1959)

.

ΑΔΕΙΑ ΕΠΟΧΗ

Έξω απ’ το παράθυρό μου στέγες με χιόνια
μια γκρίζα πολιτεία
κι ο θαμπός τρούλος της εκκλησιάς.

Άγγελοι στην κάμαρά μου τραγουδούν.

Κανένας δεν κυκλοφορεί στο χιονισμένο αυλόγυρο.
Φοβούνται οι άνθρωποι τα χιόνια;
Κι ωστόσο κάποιες μνήμες προφταίνουν
ν’ αμαρτήσουν την καρδιά μου
που επιμένει να κρατεί
στα χέρια της τη λευκότητα χιονιού.

Ήλιος πουθενά.

Πώς τσούζουνε τα μάτια μου απ’ τη λάμψη;

Τα τζάμια μας είναι θολά.

Εγώ γράφω απάνω τους τ’ όνομά σου
κι εκείνο φέγγει… φέγγει… φέγγει…

Μνήμες και παρουσίες (1964)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΒΑΛΙΟΥΛΗΣ (1916-1986)

.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ (3)

[Μέρος II: Αντίσταση]

3

Ο κινούμενος στόχος των εχθρικών ασκήσεων «μετά πραγματικών πυρών,
τη συμμετοχή πυροβολικού και αεροπορίας» είμαστ’ εμείς.

Δυο Μεραρχίες
τρία μερόνυχτα
τέσσερις φάλαγγες
πέντε συγκρούσεις
έξι οι νεκροί μας.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
στόχοι κυνηγημένοι
πυρά πραγματικά.

Τρία μερόνυχτα βαλτώναμε
λιανίζαμε
πομπεύαμε
κανονισμούς, επιτελεία, σχέδια
σκαρτεύαμε την άσκηση.

Και την τετάρτη
κηδέψαμε τις νίκες τους
αντάμα με της μάχης τους νεκρούς.
Οι απώλειές τους θάφτηκαν
με λόγους φλογερούς
πένθιμες μουσικές
ομοβροντίες
τύμπανα.
Μεσίστιες οι σημαίες τους.

Εμείς
τον ίδιο όρκο ξαναδώσαμε
πάνω σε τάφους νιόσκαφτους
αδερφικούς.

Τίποτε περισσότερο.

Το κρυμμένο τετράδιο (1959)

.

ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ

[Από το Μέρος III: Στιγμιότυπα]

Πρέπει λοιπόν να επιστρέψω τα παράσημα
Να κλείσει ο κύκλος
Να συντριβώ
Ωραίος
συνετός
νομοταγής
Γεμάτος αυτοσεβασμό κι αξιοπρέπεια

Να τελειώσει η παράσταση
Να χαμηλώσουν οι φωνές
Οι αντιδράσεις
Κι ο φάκελος να πάρει θέση
– Επιτέλους
Στο αρχείο

Παρένθεση (1971)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ (1916-2011)

.

ΑΚΟΥΣΕ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Άκουσε τη βροχή

Τα τυλιγμένα ονόματα
Μέσα στη λησμονιά

Στα μαραμένα κρύσταλλα
Ξυπνούν χορεύτριες

Άκουσε τη βροχή

Τα παιδικά σου χρόνια
Φορτωμένα θύμηση
Λευκή και γαλάζια

Ο κρίνος της λάμπας
Το σπαθί
Και η καρδιά σου

Άκουσε τη βροχή

Μια πεταλούδα πέταξε
Απ’ το τετράδιο

Μες στο κοχύλι της
Ανάβει
Ένα φως

Η μουσική

Ρυάκια (1947)

.

ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΕΣΥ

Ψυχή μου εσύ
Αναλλοίωτη
Λευκή φτερούγα
Διάφανη
Αλαβάστρινη
Κρυστάλλινε οβελίσκε
Άσμα εωθινό
Άρπα
Μέσα σε μιαν ανεξάντλητη
Πλημμυρίδα από φως

Ακόμα ένα καλοκαίρι (1987)

.

ΚΡΙΤΩΝ ΑΘΑΝΑΣΟΥΛΗΣ (1916-1979)

.

Ο ΚΟΣΜΟΣ, ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ

Αφού δεν μπορώ να δω τον κόσμο που θέλω, κοιμάμαι.
Ελπίζω πως θα μορφώσω την εικόνα τού κόσμου σε γλυκύτατο όνειρο
κι ύστερα θα πω: ποιος εμποδίζει αυτό του το ομοίωμα
να ‘ναι ο κόσμος ο καθημερινός; Κι να μου πούνε: τα χέρια
που κόβουν άτ. πιο περήφανα λουλούδια, τα χέρια που ξεριζώνουν
τις πιο φλογερές καρδιές, τα χέρια που δε χειροκροτούν
των αηδονιών τις συναυλίες, τα χέρια που πυροβολούν το μέλλον
αυτής της ζωής—ώ, θα πάρω μαχαίρι να κόψω τα βέβηλα χέρια.

.

ΑΝΕΒΑΙΝΩ

Πάρτε με στην αγκαλιά σας και πέστε μου: είσαι ζαλισμένος.
Βάλτε με να καθίσω με τη συντροφιά σας και πέστε μου: ήσουν πολύ
μοναχός.
Στρώστε μου ένα κρεβάτι μ’ απαλά χέρια και πέστε μου: πολύ κουράστηκες.
Πέστε το ό ένας στον άλλο πως από σήμερα μ’ ανεβάζουν τα χέρια σας
σ’ ένα φως πού γεννιέται μέσα σέ μάτια αποφασισμένα.
Σύντροφοι αυτής της πορείας, βγάλτε από μέσα μου
τη λάσπη που η ψυχή μου πατεί λερώνεται κι αγωνίζεται να ξεπεράσει.
Πιο πέρα είναι ο καλοκαιρινός δρόμος. Λίγο πιο πέρα ανθίζουν οι ακακίες,
τραγουδούν οι σειρήνες. Και μείς βουλώνουμε τ’ αυτιά μας φοβισμένοι
μήπως χαθούμε μέσα σέ μια γλυκιά μουσική.
Εμπρός, λοιπόν. Το άστρο μου κρέμασε μια αχτίνα. ’Ανεβαίνω κρατώντας
αυτή τη φωτεινή κλωστή, αιωρούμαι στην αγκαλιά τόσων κινδύνων.
Αν πέσω, ας πέσω, όλα τα χέρια σας ανοιγμένα θα με κρατήσουν και δε
θα πεθάνω ποτέ, μέσα σ’ αυτά τ’ αγαπημένα σας χέρια.

.

ΣΑΡΑΝΤΟΣ ΠΑΥΛΕΑΣ (1917-2005)

.

ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Να ’χα κάπου να προσορμίζουμαι όταν η θύελλα ανάβει το θυμό της,
όπως στο δάσος το πουλί πετάει και προστατεύεται ώσπου η μπόρα να περάσει,
σαν τις πεταλούδες με τα πολυχρωμάτιστα στίγματα στα φτερά τους
που βρίσκουν κάποιαν απανεμιά και σώζονται και μνήσκουν,
να ’χα κι ένα αργυρό ραβδί και να ’γγιζα τη λύπη
να μεταλλάζω το κλάμα σε χαρά
σε σπίτι ψηλόχτιστο
με την ανησυχία της γιορτής του στα κελάρια,
μ’ ένα πλατύ στη σάλα τραπέζι φωτοστόλιστο
για τους προσκαλεσμένους χαροκόπους,
να ’ρχονται τα φαρμάκια μας και κρασί να τα κερνάμε,
να ’ρχονται και τα πάθια μας και να γελούν και κείνα!

Θαλασσινή φήμη (1958)

.

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Άνθιζεν όλος ο πυρακτωμένος ήλιος, άνθιζε, όταν σ’ έβλεπα
τους χτύπους τους μουσικούς η καρδιά μου άνθιζε
κι εγώ ξεχνούσα πολεμιστές που έμεναν ακίνητοι στα μονοπάτια
με τα ρούχα τ’ άδεια ντυμένοι να τους τρώει ο χρόνος
και μια σαρκοβόρα βροχή.
Άνθιζεν η καρδιά όταν σ’ έβλεπα, άνθιζα ολόκληρος κι εγώ.
Πάνε πια χρόνια και χρόνια που έχασα εκείνο τον καιρό.
Μα σ’ έχω γράψει πάνω στης καρδιάς μου το ρυθμό
και δε σε λησμονώ σαν το ελάφι που δεν ξεχνάει
την ταχύτητά μου τη γοργή.

Τ’ όνομά μας ήταν ενοχή (1983)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΤΑΚΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ (1917-1981)

.

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.

Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.

Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;

Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.

Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.

Γινόταν ήλιος.

Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.

Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

.

ΕΣΥ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Έρχεσαι και ξανάρχεσαι σ’ αυτή την αίθουσα
τόσο γυμνή που σε κοιτάζουν όλοι
Βασανίζεις τα καθίσματα
σα να βασανίζεις τον ένοχο
Σου λέω να πνίξεις μέσα σου αυτά τα άγρια
πουλιά μα εσύ τα λευτερώνεις.

Γίνεσαι μαύρη από τη λύπη σου
κι έρχεσαι εδώ.
Από καιρό έρχεσαι και ξανάρχεσαι.
Τα γόνατά σου αστράφτουν μέσα στην αίθουσα.

Σου πλένω με τα δάκρυά μου τα χέρια και τις μασχάλες.
Σου πλένω τα πόδια ως τα βουνά.
Σου χαρίζω την πιο ζεστή μου φωνή για να ντυθείς.

Μα εσύ φεύγεις
όπως ήρθες
γυμνή
για να υπάρχει πάντα ένα Ποίημα
να λέει
για σένα

Η νύχτα και η αντίστιξη 1959

.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ (1919-1998)

.

ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα
αδιάφορος —
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το
τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και
λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος ο δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.

Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία.

Κατά Σαδδουκαίων (1953)

.

ΑΜΜΩΝ ΤΕΜΕΝΟΣ

2

Τον άνθρωπο μέσ το σκυλί
το ζώο σκότωσε τους.
Συμμάχησαν και μεταξύ τους
είτε Οδυσσέας ή Κύκλωπες μισούν το Θειάκι.

3

Τη φωτιά ν’ ανάψεις
συφορά για τους ανθρώπους.
Κι’ όταν ακούς τον ήχο τον παλιό
πολλαπλασίασέ τον.
Μ’ αεροπλάνα μη μου τον καλύπτεις.

4

Τα λυρικά δεν είναι
τα αγαπητά και λιγωμένα.
Είναι σπαθιά πύρινα
στον ύπνο που χαράξουν
τον μισητό τον άνθρωπο όπου τον καίνε.

5

Δεν ξεθυμώνω μέσ την ποίηση.
Αν ηρεμώ αυτό να φοβηθείς.
Γιατί — υπολογισμένα κτυπώ —
κι’ όχι να λάβω.
Αλλά — όπως το νιώθουν οι νεόγλωττοι.

10

Κι’ ελπίζουν πάλι οι κοντινοί να λάβουν
— το κοντάρι τόχαν ή τόχασαν —
κι’ όχι που τους το πήρε
αλλά το πούλησαν ή το συντρίψαν.
Δεν έχει τίποτα διαφορά
που το μπορούσε στις τιμές να λάβει —
την πρώτη θέση — αν και νόθος.

11

Δεν με σταμάτησαν οι παλιές γραφές.
Να γράφω αυτό το άδειο ή
τον που κουράστηκε τις γλώσσες
ξέρω και να τραγουδώ
και να γεμίζω τα χαρτιά με λόγια.

16

Ώσπου ν’ ανάψει η φορτία
παίξε με λόγια
και το λάδι τοίμαζε
για να φουντώσουν τα κάρβουνα.
Ακούς πως σκάνε οι σπίθες στον
Σε λίγο όλα θε να τελειώσουν.

Σύγγραμμα (1975)

.

ΑΝΘΟΣ ΦΙΛΗΤΑΣ (1920-1997)

.

ΒΡΟΧΗ

Μια εξανθηματική
σιωπή
κρατάει
τα μυστικά της
και βρέχει
θρυμματισμένα
φεγγάρια
τη νύχτα,
τη νύχτα
με το μαύρο
αίμα
της αλαζονείας.

.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ

Άφησες
οι γραμμές
της μνήμης
να πετρώσουν
για να ξεχάσεις
ό,τι πόνεσες
ό,τι αγάπησες
ό,τι έθαψες.
Όμως
ένα τραγούδι
στοίχειωσε
και μάταια
προσπαθείς
να το διώξεις.

Η αποσύνθεση της γαλήνης (1985)

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΦΤΑΝΤΖΗΣ (1920-1998)

.

ΔΥΣΚΟΛΕΣ ΧΡΟΝΙΕΣ

Τώρα το βλέπω, φτάσανε
σκληρές και δύσκολες χρονιές
οι άνθρωποι με απόγνωση
μαραίνονται, υποφέρουν
η απελπισμένη βροχή, ο άνεμος
μπρος-πίσω καθημερινά.
Καθ’ ένας μας έχει βέβαια
απ’ τη λύπη και τη χαρά
σ’ αυτή τη γη το μερδικό του
μα όλοι το ξέρουν, όλοι
πως το κάθε τι είναι καλό
στην ώρα του μονάχα.

Δύσκολες χρονιές (1959)

.

ΕΙΚΟΣΙΤΡΕΙΣ ΕΚΤΕΛΕΣΕΙΣ

ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΠΡΩΤΗ

Ήταν προς τη Δάφνη πέρα
πέντε παλικάρια σκοτωμένα
με τα ποδάρια στον αέρα
σαν κλαδιά έτοιμα ν’ ανθίσουν.
Απ’ τη μια καρδιά στην άλλη
η άνοιξη περνούσε το φιτίλι της
χουρχούλιζαν χυμοί και χρώματα.

Άνοιξη, τους χρειαζόμαστε
αυτούς τους σκοτωμένους
με τα γαλάζια κεφάλια
τα κόκκινα παντελόνια
και το ένα τους παπούτσι κίτρινο.
Λοξεύουν τα ηλιοτρόπια
γρατσουνούν τις γρίλιες
φέρνουν πικράδα στο Σεπτέμβριο.
Μα προ παντός τους χρειαζόμαστε
για τις ετήσιές μας τελετές
και τα σχολικά μνημόσυνα.

Αναθήματα (1966)

.

ΝΙΝΑ ΚΟΚΚΑΛΙΔΟΥ-ΝΑΧΜΙΑ (1920-2002)

.

ΕΚΕΙΝΟΙ ΚΙ ΕΜΕΙΣ

Τώρα που τα μεροκάματα ισοζυγιάστηκαν
με το ποσοστό της συνείδησής μας,
είναι μάταιο να κυνηγάμε τη σκιά μας
που δεν δρόσισε τους προγραμματισμένους στον χαμό,
τ’ ανθρώπινα δάκρυά μας
που δεν έσβησαν τ’ αναμμένα καμίνια,
το δηλητήριο της επανάστασής μας
που ήταν δυνατότερο απ’ τ’ αέριο.

Τώρα που τα βήματά μας αντηχούν στους δρόμους
είναι μάταιο να παρατηρούμε πόσες πέτρες υπάρχουν
και να ψάχνουμε για τ’ αχνάρια
των παιδικών ποδιών πάνω στα χιόνια.

Ας ξεθάψουμε τα ιερά Ταλέθ*
κρυμμένα στο άφθαρτο πνεύμα
κι ας μπλέξουμε στα κρόσσια τους
τη στάχτη εκείνων.

Εμείς, τώρα, ας πορευτούμε προς την έρημο.

.

.

ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΙ

Έχουμε μάθει να περπατάμε ξυπόλητοι την αυγή,
να ξεπλένουμε τα δάκρυά μας με βροχή
κι αντίλαλο της συνείδησής μας
έχουμε περήφανα φαράγγια.
Στις φλύαρες υποσχέσεις
και στις συναλλαγές παρθενικά
βουλώνουμε τ’ αυτιά μας
δεν μπαίνουμε στο πανηγύρι
για τα χρυσά φλουριά στα τομαρένια ντέφια
μα γιατί είμαστε λεβέντες στον χορό
κι έχουμε μια αχτίδα στην καρδιά μας
να χαρίσουμε σ’ όλο τον κόσμο.

Σαν τι ήσαν άραγε τα λιόκλωνα
πάνω στα βάθρα των νικητών.
Λόγια ωριμασμένα στην καρδιά μας.

Οι αποσταμένοι (1964)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΕΚΤΩΡ ΚΑΚΝΑΒΑΤΟΣ (1920-2010)

.

ΘΑΝΑΤΟΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ.

Σκεφτόμουνα πλάι σε ρουμπινέτα
το πρόβλημα του Αίγισθου:
διαβήτες, Κλυταιμνήστρες, τρίγωνα
τα τσιγάρα μου που τέλειωσαν
το πρόβλημα της αποχέτευσης
σε διαμερίσματα Ερινύων
το δυσκίνητο λεωφορείο
ΑΝΩ ΛΙΟΣΑ – ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ
το κοφτερό τσεκούρι
η μόνη λύση σε Μυκήνες.

Κόφ’ το λοιπόν να τελειώνουμε.

Διήγηση (1974)

.

ΤΕΣΣΕΡΑ ΦΟΝΙΚΑ

Ι.

Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
Μη έχοντας ακόμα πει απεταξάμην
Μη ακόμα τρίχωμα πάνω του η θάλασσα
Πριν να γίνει
Θυμήσου τί αστροφεγγιά η μήτρα
τί αράγιστος ο ζόφος της ως αλεκτρύων
σαν που ήτανε να πέσει πάνω στο σπαθί του
ο Αίαντας ή μετά που μιναρέδες
υμνούσανε ισλαμιστί το ύψος

Η φωνή σου
επωάζονταν που την άγγιζε ο ίσκιος του
ή που άκουε το μήκος του του άνεμου
ακάθεκτο εντός της κι ελόγου της ν’ αναπηδά
όροφος πάνω σε όροφο μ’ ορθωμένη τρίχα
ή γάλα που είδε φίδι.

Κιβώτιο ταχυτήτων (1987)

.

ΘΑΝΑΣΗΣ ΦΩΤΙΑΔΗΣ (1921-1989)

.

[Έμπλεξα στους ληστές των λογισμών…]

Έμπλεξα στους ληστές των λογισμών,
στις στέρνες της κακίας
κι είσαι συ η μόνη μακροθυμία
κι η μόνη υπεράσπιση.

Η βρόχινη ανατριχίλα
δε θα ξεπλύνει ποτέ της
τις λαβωμένες επιθυμίες μου,
ούτε τα ρουμπίνια της στιχουργίας
θα διασκεδάσουν την αναζήτησή μου.

Κι όμως οι μυστικές ανάπαυλες
της χαρούμενης κρυσταλλένιας φλυαρίας μου
γεμίζουν από ρόδινη χαρά
διότι είσαι ο σπορέας της αγνείας,
κι ο ευαγγελιστής της καλοσύνης.

Νοτιές (1943)

.

ΑΙΝΟΣ ΣΤΟΥΣ ΚΑΛΟΥΣ ΠΟΙΗΤΕΣ

Στον καιρό του πολέμου
σκάρωνα βεντάλιες από κάλυκες∙
ήταν προσιτό κι ακίνδυνο.

Τώρα, σ’ αυτή την αγροικία,
δημιουργώ μπουκέτα,
φυτεύω σπαράγγια και φτέρες,
αλλά μου τις κουρεύουν∙
ιδίως όταν είναι κόκκινες.

Οι καλοί ποιητές είναι επικίνδυνοι
γιατί ξαναγεμίζουν τους κάλυκες
και –προπαντός– γιατί πυροβολούν.

Ληξίαρχος (1966)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΚΛΕΙΤΟΣ ΚΥΡΟΥ (1921-2006)

.

ΒΟΜΒΟΣ ΜΕΣΟΝΥΧΤΙΟΥ

Βόμβος μεσονυχτιού στο σιδηροδρομικό σταθμό
Φώτα των αμαξοστοιχιών που εναλλάσσονται με τη λεπτή βροχή
Το κορίτσι από την Πάτρα που μιλούσε στον πληθυντικό
Μες στο μπορντέλο το κατάφορτο από αξιωματικούς
Δίκες καταχραστών κλειστά δωμάτια επαρχιακών ξενοδοχείων
Μια παλινδρόμηση ερωτική σε πρότυπα εφηβικά
Μεγάφωνα χαρτιά στο καφενείο άνθρωποι νυσταγμένοι
Κι η λησμονημένη Ρεζεντά να στροβιλίζει σ’ ένα φωνογράφο
Μοιάζαν με μια συνωμοσία που στρέφονταν ενάντιά σου
Φύλλα ενός χιλιοδιαβασμένου βιβλίου που ξαναγυρίζουν
Μέρες μιας άλλης ζωής χωρίς δικαίωση

Πικρία

Σε πρώτο πρόσωπο (1957)

.

ΚΡΑΥΓΗ ΠΡΩΤΗ

Η νύχτα έχει δικές της κραυγές έχει κραυγές πολλές
Τα πουλιά που ξεχύνονται από το στόμα σου είναι κι αυτά
Κραυγές της διασχίζουν όλες τις σκάλες των ήχων
Αρχινούν απ’ την καρδιά σου και καταλήγουν πάλι
Στην καρδιά σου μπλέκονται με το ταπεινό τριζόνι
Με το σφυγμό σου με τις πατημασιές του νυχτοφύλακα
Με το τρίξιμο της σκάλας με το τι πρέπει
Με το τι δεν πρέπει λουφάζουν και ξαναρχινούν
Φτάνουν ψηλά σ’ ένα άστρο εκεί που τρεμοσβήνει η ελπίδα σου
Βαθιά σ’ ένα πηγάδι που στο νερό του καθρεφτίζεται
Το ίδιο πάλι άστρο κι ύστερα μάχονται μεταξύ τους
Βραχνιάζουν σιγοσβήνουν άλλες κραυγές φυτρώνουν
Βροντοκυλάνε μες στο αίμα σου ακροβατούν
Σε τεντωμένα νεύρα στο τυφλό σκοτάδι παραπατούν
Και τέλος πνίγονται στο κύμα της αυγής

Κραυγές της νύχτας (1960)

.

ΕΛΕΝΗ ΒΑΚΑΛΟ (1921-2001)

.

ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ελάτε όλες μαζί ν’ αγκαλιαστούμε στεγνά σ’ ένα σώμα
Να λικνίσομε τ’ αγόρια μας στα στρογγυλά μας γόνατα
Να τους πούμε ένα νανούρισμα απ’ τη γαλάζια και άσπρη πηγή
Της θηλυκότητάς μας
Εμείς που σαν κλείνουν τα μάτια τους ν’ αναπαυτούνε
Γνωρίζομε πιο βαθιά πιο μυστικά τον καρπό της σποράς τους
Της μάνας γης η ανάσα χτυπάει στον ίδιο ρυθμό της καρδιάς μας
Κι η άσπρη μας κοιλιά όμοια ιερή σαλεύει με τους σκοτεινούς χυμούς
Της γονιμότητάς της

Θέμα και παραλλαγές, (1945)

.

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΕΝΑΣ ΚΑΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Θα σας πω πώς έγινε
Έτσι είναι η σειρά

Ένας μικρός καλός άνθρωπος αντάμωσε στο
δρόμο του έναν χτυπημένο
Τόσο δα μακριά από κείνον ήτανε πεσμένος και λυπήθηκε
Τόσο πολύ λυπήθηκε
που ύστερα φοβήθηκε

Πριν κοντά του να πλησιάσει για να σκύψει να
τον πιάσει, σκέφτηκε καλύτερα
Τι τα θες τι τα γυρεύεις
Κάποιος άλλος θα βρεθεί από τόσους εδώ γύρω,
να ψυχοπονέσει τον καημένο
Και καλύτερα να πούμε
Ούτε πως τον έχω δει

Και επειδή φοβήθηκε
Έτσι συλλογίστηκε

Τάχα δεν θα είναι φταίχτης, ποιον χτυπούν χωρίς να φταίξει;
Και καλά του κάνουνε αφού ήθελε να παίξει με τους άρχοντες
Άρχισε λοιπόν και κείνος
Από πάνω να χτυπά

Αρχή του παραμυθιού καλημέρα σας

Του κόσμου (1978)

.

ΝΑΝΟΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ (1921-2019)

.

ΤΡΟΙΑ

Πόσοι στο πέλαγος πόσοι πνιγμένοι
Κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
Όλοι περίμεναν να σ’ αντικρίσουν
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.

Στις αμμουδιές θυμήσου οι πεθαμένοι
Καθώς περνάς γυρεύουν να μιλήσουν
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.

Τούτη την άνοιξη κανείς δεν ξέρει
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
Κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι.

Τ’ άλογα γύρισαν χωρίς το σώμα
Όταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι
Θεέ μου πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα.

Ποιήματα, 1 (1944–1964).

.

ΔΕΙΠΝΟΣΟΦΙΣΤΕΣ

Σώματα χωρίς πρόσωπα συγκεκριμένα
Πρόσωπα χωρίς σώματα σχηματισμένα
Που σβήνουν μόλις σβήσει ο ήλιος
Με το θόρυβο μιας γραφομηχανής

Με μπράτσα γυμνά ρωμαλέα στο πλάι τους
Αντρειωμένοι ροχαλίζουν στον ύπνο τους
Και βλέπουν πως το χάος τούς νίκησε
Στα σιδερένια σαλόνια του ύπνου

Εξαϋλωμένα αισθήματα στην παραλία
Των υπνοδοχείων της Μέσης Κατηγορίας
Καμωμένη από χρώματα και αρώματα
Η ωραία Ελένη ντυμένη της μόδας

Ρεμβάζει κι αναρωτιέται τί κάνει
Καθισμένη σ’ ένα τραπέζι με άλλους
Κοιτώντας νωχελικά το αργόσχολο
Πλήθος της ζέστης της άσπρης σεζόν

Κι εγώ προσπαθώ να την πείσω
Να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα οι δυο μας γυμνοί
Αφήνοντας στην παραλία τα ρούχα μας
Και με ρωτάει αν το νερό θα’ ναι κρύο.

10.4.1983 – 12.1.1984

Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης (1996)

.

ΚΑΡΟΛΟΣ ΤΣΙΖΕΚ (1922-2013)

.

ΘΥΜΗΣΗ

Θυμάμαι πώς τα μυστικά σου χείλια
ζάρωναν σαν υγρές βιβλίου σελίδες,
που με βουβή ξεφύλλιζα απληστία,

μαβιά, αφανή, καθώς σε λόχμες ία,
λουσμένα σε αυγινές δροσοσταλίδες,
σε απρόσβατα ορεινά, κρυφά βασίλεια

και κάτω απ’ τις κυρτές σου βλεφαρίδες,
στραφτάλισμα βροχής σε φτέρη ανήλια,
πώς πρόβαλε, με δάκρυα, η ευτυχία.

.

Η ΑΛΦΑΒΗΤΑ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ

Αποστηθίσαμε προσεκτικά
την αλφαβήτα του έρωτα,
ένα προς ένα γράμμα ψηλαφώντας,
σαν τα σουσούμια σε τυφλόμυγας κυνήγι.

Λέξη για τ’ αφανέρωτα
αισθήματά μας δεν αρθρώσαμε καμιά,
πάντα απ’ τον άλλο εκείνη προσδοκώντας
που με άλφα αρχίζει και σε ωμέγα λήγει.

Στίχοι έρωτα και αγάπης (2005)

.

ΑΡΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ (1922-1978)

.

ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΠΕΤΡΕΣ

Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μονάχος του στο πριονιστήριο;
Η θέση μας είναι μέσα δω σ’ αυτό το δάσος
Με τα κλαδιά κομμένα, μισοκαμένους τους κορμούς
Με τις ρίζες σφηνωμένες μέσ’ στις πέτρες.

ΠΡΟΑΓΩΓΗ

Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ
τόσο που κρυσταλλώθηκε η θάλασσα στους βράχους
κ’ έγινε αλάτι
τόσο που κρυσταλλώθηκαν τα σύννεφα ψηλά στον ουρανό
κ’ έγιναν αστέρια
τόσο πού κρυσταλλώθηκε δω κάτω η σιωπή μας
κ’ έγινε φιλί.
Όλα ήταν έξοχα χτες βράδυ
μόνο που ήρθαν ίσως με κάποια καθυστέρηση
όπως φτάνει στον πεσόντα
η διαταγή προαγωγής του σε υποδεκανέα.

.

ΤΟ ΜΑΧΑΙΡΙ

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι
έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σέ λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων>ν.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΔΙΤΣΑΣ (1922-1987)

.

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Αυτό το δέντρο είναι τα μαλλιά σου νομίζω
Που από καιρό μέσα μου
Έγιναν φωλιές
Με αυγά πουλιών
Ερπετών
Νυχτών

Είναι το χέρι μου
Που χρόνια μπαινοβγαίνει εντός σου
Ή και σε σφίγγει και σου βγάζει το κουκούτσι

Είναι η ματιά μου που σαν κλωστή
Μαύρη κίτρινη πράσινη κόκκινη – όχι γαλάζια
Κεντάει στα πόδια σου
Σκηνές ιστορικών μαχών

Οι ρίζες του είναι
Αυτοκτονίες νέων
Όχι γι αστείες υποθέσεις
Αλλά γιατί
Κάποτε οι Σουλτάνοι αποκοιμήθηκαν πλάι τους

Και μόνο τα φύλλα αυτού του δέντρου
Είναι όπως τα ξέρουν όλοι
Και πιο πολύ οι βοτανολόγοι
Που ξέρουν τη χημεία της χλωροφύλλης.

.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Δε σκέφτηκες ότι μια νύχτα κρυφά
Στις μύτες των ποδιών μου
Πήρα όλα τα οστά μας
Και τα βούτηξα – ας μην το μάθουν σε παρακαλώ
Στο φεγγάρι

Τώρα ας τραγουδήσουμε το φεγγάρι
Κανείς δεν θα μας πει ότι το περιέχουμε σαν έμβρυο
Η γνωστή ιστορία ότι τα έμβρυα μεγαλώνουν
Και στο τέλος αποχωρίζονται απʼ τις μητέρες τους
Θα επαναληφθεί κι εδώ
Και τότε μʼ έκπληξη οι συγγενείς οι φίλοι κι εμείς οι ίδιοι ακόμα
Θα πηγαίνουμε το φεγγάρι περίπατο
Θα το τραγουδάμε και θα μας τραγουδάει
Θα το ʽχουμε στα χέρια μας
Στο μυαλό μας στη συνήθεια να ξυπνάμε πρωί
Δεν γίνεται λόγος για τη σκέψη
Αυτή ανέκαθεν είναι το φεγγάρι

Και κάτι άλλο
Αν σε ρωτήσουν να τους πεις το μυστικό
Πες τους ένα ψέμα:
Υπάρχει ένα και μοναδικό φεγγάρι
Αυτό που είναι στον ουρανό.

Νυχτερινά (1956)

.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ (1922-1988)

.

ΦΥΣΑΕΙ ΣΤΑ ΣΤΑΥΡΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Υγρά τα σκαλοπάτια του πολέμου
Φωτιές απ’ τα παράθυρα αντηχούν
Κι οι μάνες τώρα ψάχνουν για κρυψώνες
Κρυμμένα μονοπάτια του ουρανού

Η χώρα μου βυθίζεται στο ψέμα
Σε ηδονές που στάζουνε χολή
Και βρίσκουν καταφύγιο οι αλήτες
Σε χώμα που μυρίζει σαν πληγή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού

Γυναίκα να μην κλάψεις για το γιο σου
Το όπλο του στα χέρια σου κερί
Χιλιάδες χνώτα λιώνουν σε εκκλησίες
Που γέμισαν με λάσπη και ντροπή

Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου
Στα σαπισμένα δόντια ενός φρουρού
Φυσάει στα δεκανίκια του σακάτη
Που ακούμπησε στον ώμο ενός παιδιού.

.

ΜΗ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΣΟΥ

Μη χάνεις το θάρρος σου
εμείς πάντα το ξέραμε
πως δε χωράει
μέσα στους τέσσερις τοίχους
το μεγάλο μας όνειρο.

Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι
που στα σπλάχνα τους κοιμούνται
τόσοι σκοτωμένοι.

Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου
που κελαηδούσαν σαν πουλιά
θα θυμάμαι τα μάτια σου
φλογερά και μεγάλα
σαν δυο νύχτες έρωτα
μέσα στον άγριο πόλεμο.

.

ΠΑΝΟΣ ΘΑΣΙΤΗΣ (1923-2008)

.

ΟΔΟΙΠΟΡΟΙ

Ερχόμαστε από πολύ μακριά.
Φορούμε χιτώνια που άνθρωποι καλοί μας δώσανε στο δρόμο.
Δεν τραγουδάμε, δεν ονειρευόμαστε, δεν κοιτάζουμε πίσω·
περπατούμε.

Τα βράδια στην περίμετρο της πόλης
ενθ’ αμαυρούται και σιγά η ζωή,
πάνω στα χέρια μας περνούμε γυμνό
μιας φρίκης σταθερής το σώμα
που τ’ αντέχουμε μόνο εμείς.

Με αριθμούς διαλύουμε τη μαγεία της νιότης
του έρωτα τη μαγεία.
Μες στο σκληρό μυαλό μας σηκώνουμε
το είδωλο τού κόσμου αληθινό.

Φως πραγμάτων περιρρέει τη ζωή μας που αποσύρθηκε
όταν η αρετή σκοτώθηκε κι απ’ το καλό κι απ’ το κακό.

Πράγματα (1950)

.

ΜΕ ΤΟΛΜΗ ΟΛΙΓΗ…

Ήμουν κι εγώ ενάρετος.
Χρόνια και χρόνια
στην έρημο του καλού κ’ αγαθού.
Βιδωμένος στο κενό.
Κατεψυγμένος.

Όμως θα ξέρεις από βιολογία
για το αίμα μας που δεν αλλάζει
την αυτοσυντήρηση, την αναπαραγωγή, το κατούρημα
τα θηλυκά, τις κενώσεις
-γι’ αυτά τ’ ανθρώπινα απ’ τα πιο ανθρώπινα.

Άρχισε και το εποικοδόμημα να με πιέζει.
Μια θέση κι εγώ, δίπλα σε τόσους άλλους
ν’ αποφύγω τα χτυπήματα -πέφταν βροχή στον καιρό μου-
να επιβιώσω, με τα εν χρήσει μέσα να επιπλεύσω.
Πατώντας εν τέλει αυτά που όλοι πατούν
λέγοντας τα ίδια αναπόφευκτα ψέματα
κρύβοντας τις ίδιες, πάγκοινες αλήθειες.

Με τόλμη ολίγη.
Και -κατ’ ανάγκη- λιγότερη αρετή.

«…ΕΛΕΕΙΝΟΝ ΘΕΑΤΡΟ…» (β’ 1974-76)

.

Θ. Δ. ΦΡΑΓΚΟΠΟΥΛΟΣ (1923-1998)

.

Ο ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΗΜΕΝΟΣ ΧΡΙΣΤΟΣ

Ι

Τα βράδια, την ώρα που ξυπνάνε τα παράθυρα
και βγαίνουν στις κορφές των σπιτιών
τα φώτα της προσμονής,
σε συνοικίες λαϊκές,
του κουρασμένου πατέρα που πλένει απ’ τα χέρια του
τον κάματο και την πονηριά της μέρας,
και μπαίνει στο δωμάτιο με τα κοιμισμένα παιδιά
και το τρεμάμενο χαμόγελο της μάνας τους,
κείνη την ώρα, γλυστρώντας από τις χρυσωμένες τους εκκλησιές
που τον βαστούσαν φυλακισμένο,
κατεβαίνει ο Χριστός
με ένα τσιγάρο στο αφτί,
με τραγιάσκα ψαρά,
και νύχια γεμάτα λάδι της μηχανής,
και κοιτάει τα σπίτια τούτων εδώ των φτωχών
χαμογελώντας.

.

II

Οι συνοικίες συχνά επαναστατούνε.
Θυμωμένες μανάδες χτυπάνε τα στεγνά στήθια τους
και τα παλικάρια ανάβουν τσιγάρο,
η παρακολουθούν αυτούς που παίζουν τρίλιζα
με τ’ όπλο ανάμεσα στα δυο τους πόδια
σε μια γωνιά του οδοφράγματος.

Δεν είναι όμορφες οι συνοικίες.
Δεν είναι όμορφη η επανάσταση,
Κι όταν νικάνε, γίνονται κι αυτοί αντιπαθείς
σαν όλους τους άλλους.

Όμως
όταν, την τελευταία νύχτα της ανυποταγής,
ανάψουν ολούθε οι φωτιές,
και δουν οι μαχητές πως το τέρμα τους
είναι εδώ, και τους προσμένει
με την επόμενη έφοδο της εννόμου τάξεως
που αναγγέλλουν κιόλας τα μεγάφωνα•
σαν μοιραστεί κ’ η τελευταία ματιά
μαζί με τα λιγοστά τους βόλια,
κ’ επισημάνουν τις θέσεις τους,
αποδεκατισμένοι επαναστάτες χωρίς αύριο –

τότε
μες απ’ το σκοτάδι, ξεγλιστράει φτωχοντυμένος,
οπλισμένος μ’ ένα μακρύκαννο,
και παίρνει τη θέση του ανάμεσά τους, σιωπηλά,
κι αρχίζει να ντουφεκάει μαζί τους τους σταυρωτήδες του,
ο Ιησούς Χριστός του Ιωσήφ και της Μαρίας, ξυλουργός,
κλάσεως 1944.

Ανθολογία Νεοελληνικής Ποίησης 1984

.

ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ (1924-1983)

,

ΕΚΕΙΝΟΣ

Τον αγαπούσαμε γιατί ήτανε παλικάρι
Τον αγαπούσαμε για την περίφημη γροθιά του
για το σταθερό γαλάζιο του βλέμμα
Τον αγαπούσαμε γιατί περίμενε σαν παιδί την Άνοιξη
ζωγραφίζοντας λουλούδια και φωτιές
Τον αγαπούσαμε γιατί βάδιζε όρθιος
Και γελούσε στα σκοτάδια πολεμώντας
Τον αγαπούσαμε για την απλή προσταγή του
για το φαρδύ του στήθος- που αργότερα ματώθηκε
Τον αγαπούσαμε για το βουνίσιο του τραγούδι
Τον αγαπούσαμε πιότερα σα δεν τραγούδαγε
τότε γέμιζε το πιστόλι του σφυρίζοντας
Τον αγαπούσαμε – νικούσε και τον ήλιο με γιουρούσι
γατί μάτωνε τις νύχτες μ’ ενέδρες
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε στήνοντας
στη Σαλονίκη
την εφηβική σημαία του κεντημένη με δυο σφαίρες
– Τότε που σκόρπαγε ορμητικά στις τρικυμισμένες
πλατείες
τα είκοσι τριαντάφυλλα που του χάρισε η μητέρα του
Τον αγαπούσαμε και μας αγάπησε – ο Χάρης!

.

ΟΔΟΜΑΧΙΕΣ

Πολεμήσαμε – στα χιονισμένα θρανία των πάρκων
στις υπόγειες στοές των εργοστασίων
σε δάση ανοιξιάτικα με παπαρούνες
στην σκόνη και σε λίμνες παγωμένες.
Τον Αύγουστο δεν ήπιαμε νερό – με βλέφαρα
Καμένα απ της αγρυπνίας το μπαρούτι·
αφήναμε τον ήλιο να μας τρωει τα μάτια
και τον Δεκέμβρη δεν ανάψαμε φωτιές
Ταμπουρωθήκαμε – στα κράσπεδα των λεωφόρων
στα παράθυρα, στις στέγες, στα μπαλκόνια
πίσ’ από να τζάμι, ένα λουλούδι, ένα φύλλο
πίσω απ’ τις πέντε αχτίνες της καρδιάς μας.
Με πεδίο βολής, τα Διεθνή Ξενοδοχεία.
απ’ τις αγαπημένες θυρίδες των πολυβολείων
μετρούσαμε τη Λευτεριά, με τους σταυρούς της πτώσης τους
– θανατικά ρολόγια οι πεθαμένοι εχθροί
θανατικά ρολόγια που δείχνουν τη ζωή μας-
Τότε στήσαμε τα πολυβόλα και την τρέλα μας, πάνου
Στα εκτροχιασμένα τραμ, σε ντουλάπες, σε πιάνα,
Σε αξιοπρεπή πορτρέτα «Κυρίων» – με μπούκες τις
στραμμένες
αντίκρα· στα μάτια των δειλών.
Με τη ζωή μας- μιαν υπέροχη ζωή, μετρήσαμε
– Ορθοί: στις στέγες, στις πλατφόρμες, στα πάρκα-
τον ασήμαντο χλιαρό τους θάνατο – Εμείς·
που πεθάναμε τόσο μα τόσο, ωραία.

Πηγή: https://www.sansimera.gr/anthology/285

.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΑΛΛΑΣ (1924-2020)

.

ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΙΑ

1

Ό ήλιος είχε τερματίσει τελευταίος
είχε χαμηλώσει ό ουρανός σα κράνος
πήγαινα μόνος μες στη θλίψη τής πεδιάδας
κι είχα καιρούς να δω τούς ομηλίκους
και ξάφνου άρχισε αθόρυβα να βρέχει
άπάνω μου άνθη από τους κήπους της Πιερίας.

Στην πολιτεία θα μ ’ ονειρεύεται η αγαπημένη.

4

Γέννημα του Κριού εσύ
κι εγώ του Αιγόκερου
ας τους ν ’ αγαπηθούν
μες στο χορτάρι της αυλής σου
τα γόνατά σου με τα γόνατα μου
περίεργη Σφίγγα

ενώ ψηλά θ ’ ακινητούν οι ομώνυμοι.

5

Το μάτι σου ήλιος
κανθός του μεσημεριού
τα ματόκλαδα αυλαίες
σκιάδια θεριστών
το στόμα σου έλξη πηγαδιού.

Πιο άσπρος ο βυθός πιο κάτω
κάτω απ’ τα βρύα
της ηλικίας σου.

7

Απάνω ο ήλιος κι αντικρύ τον
μια δέσμη από κοντάρια το κορμί σου.
Στάθηκες
με μια βούληση άγρια φυτική.

Κι ο νους μου πλησιάζει σαν ελάφι
μες απ’ την ερημία της εποχής και θέλει
εδώ πίσω απ’ το φως να διημερεύσει
στη χαμηλή σου βλάστηση παλεύοντας
για λίγη αιωνιότητα.

12

Ερωδιέ
με τα νικημένα φτερά
λάφυρα στην εξώθυρα της νύχτας
έχεις κ’ εσύ την πίκρα των ομηλίκων μου
η ποίησή σου πάνω σ’ ασύλληπτα ύψη
η νεότητά μας σε τούτη τη ζούγκλα.

Βύθισες το ράμφος σου βαθιά στην καρδιά
γέμισαν τα υπερώα μικρούς στρατιώτες.

14

Μην αναζητάς τις πηγές
το στόμα μου πολλαπλασιάζει τη δίψα σου
όπως σ’ εκείνη την αίθουσα των κατόπτρων
τα μάτια γίνονται έπέλαση αστροφεγγιάς
τα ματόκλαδα κιγκλιδώματα
τα μαλλιά σου έκταση νύχτας.

Έκτοτε περί τα μεσάνυχτα
βουλιάζεις από στέρνα σέ στέρνα
και δεν είσαι παρά ένας αγύμναστος κύκνος.

20

Ο ήλιος
είναι ένα νόμισμα
που καίγεται
δούναι λαβείν δεν ξέρει
ο ημερήσιος αργυραμοιβός.

Ύστερα ανήκεις στη Σελήνη
η ηλακάτη της γνέθει ξεγνέθει
κάνει τα νεύρα σου φόρμιγγες.

Ηλίαση σεληνιασμός οι πατρίδες σου
κι εγώ σέ μεταφέρω με το κορμί μου.

21

Είσαι μια πολιτεία
σου πήρα τις στέγες

δάσος σου τόξευσα
τα πτηνά όλα

είπα στα ποτάμια
κι επέστρεφαν τις πηγές τους

στ’ αστέρια κι ’έγιναν
ήλεκτροι και θηρία

μετέωροι λίθοι
κυνηγούν το σώμα σου

γη και σου άνοιξα
χιλιάδες ηφαίστεια.

Θα πρέπει τώρα
ν’ αλλάξω πλανήτη.

.

ΓΙΩΡΓΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ (1924-2008)

.

Η ΣΤΑΧΤΗ

Στη Μήτσα

Φύσαγε ο αγέρας
ανέβαζε τη στάχτη τους
την πήγαινε στον ουρανὸ
φοβόταν εκείνη φοβόταν
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε
δεν είμαστε πια στη γη
δεν έχουμε πια δέρμα
δεν έχουμε μαλλιά
δεν έχουμε μήτε μάτια

Γίναμε στάχτη της έλεγε
όμως με βλέπεις και σε βλέπω
και μένει ακόμα η αγάπη
που δεν μπορεί να γίνει στάχτη
και μένει ακόμα η αγάπη

Είμαι η στάχτη σου του έλεγε
και είσαι η στάχτη μου
μα πού ανεβαίνουμε πού πάμε
κι όλο φυσάει κι όλο σε χάνω
ουά φοβητσιάρα της φώναζε

Πάψε τρελέ του έλεγε

.

ΤΑ ΑΝΤΙΚΛΕΙΔΙΑ

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για ν’ ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.

Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.

.

ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ ΓΟΝΑΤΑΣ (1924-2006)

.

Η ΚΡΥΠΤΗ

Τα σύννεφα παραμέρισαν λίγο και στο άνοιγμα πρόβαλε μισό κίτρινο φεγγάρι.
Ένα μεγάλο κέρινο αυτί τσιτώθηκε καταμεσής τ’ ουρανού ν’ ακούσει.

***

Τα πουλιά πεινασμένα με παραφυλάνε στα φύλλα,
ξύνοντας τα νύχια τους στη φλούδα των δέντρων,
γιατί όποιος δοκίμασε μια φορά το αίμα μου δεν μπορεί πια να τραφεί
με καρπούς και ζουμί από μούρα.

***

Να τη σέβεσαι τη Νύχτα.

***

Μέσα στ’ ανοιχτά λιονταρίσια στόματα των μπρούτζινων πόμολων του κρεβατιού
είχε φυτέψει γαρύφαλλα, για ν’ ακούει στον ύπνο της το βουητό της μέλισσας που θα πετάει διψασμένη.

***

Οι κρίνοι, εκείνα τα χαμόγελα στις άκρες των βράχων.

***

Κοιτούσε μ’ αδιάφορο και σκοτεινό βλέμμα τα φέρετρα,
που σωριάζονταν βουνό στην άκρια του γκρεμισμένου φράχτη, γεμάτα κόκκινους, πράσινους και μαύρους νεκρούς κεραυνούς.

***

Αυτό το παραγεμισμένο μπαούλο, όσο και να πέφτω πάνω του βαρύς,
δεν καταφέρνω να το κλείσω, ένα κομμάτι κίτρινο ύφασμα περισσεύει,
μια μέλισσα πιασμένη απ’ το ποδάρι σβουρίζει, ένα λουλούδι μου γνέφει
απ’ την κλειδαριά. Ξεχνιέμαι και του μιλάω ώρες.

***

Αναδύεσαι. Τα σκοινιά που σε βαστούσαν στο βράχο τα ‘φαγε το κύμα,
η προσευχή του κάβουρα και οι στεναγμοί των πνιγμένων.
Ταξιδεύεις στις θάλασσες. Ο άνεμος σου δίνει μια κάθε τόσο, θέλοντας να σε καταποντίσει.
Χάνεσαι, σε λίγο πάλι αναδύεσαι μέσα από τ’ αφρολούλουδα.

Έρχεσαι συχνά όταν είναι γαλήνη κάτω από τα παράθυρά μου.
(Δεν μπόρεσα όμως ποτέ να ξεχωρίσω καλά τη μορφή σου). Αλλά έρχεσαι και με τη θύελλα.
Είσαι νησί από ελαφρόπετρα ή μήπως ναυάγιο από ανάμνηση.

***

Σε πέθανα και σε ανάστησα χιλιάδες φορές. Στα δεντρολίβανα τώρα βουίζουν λαβωματιές.

***

Μη ζητάτε ρολόι, δεν υπάρχει, γιατί, όπως σας εξήγησα, βρισκόμαστε σε μια βαθειά σπηλιά.
Υπάρχει όμως το μεγάλο εκείνο μάτι μέσα στο πλεχτό κλουβί,
υπάρχει και η καρδιά μου, που σημαίνει τις ώρες και σας οδηγεί μέσα από το σκοτάδι.

Η κρύπτη (1959)

Πηγή: https://frapress.gr/2016/02/paralogi-piisi-tou-e-ch-gonata/

.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗΣ (1925-2005)

.

ΤΟ ΣΚΑΚΙ

Έλα να παίξουμε.
Θα σου χαρίσω τη βασίλισσά μου
(Ήταν για μένα μια φορά η αγαπημένη
Τώρα δεν έχω πια αγαπημένη)
Θα σου χαρίσω τους πύργους μου
(Τώρα πια δεν πυροβολώ τους φίλους μου
’Έχουν πεθάνει καιρό πριν από μένα)
Κι ο βασιλιάς αυτός δεν ήτανε ποτέ δικός μου
Κι ύστερα τόσους στρατιώτες τί τους θέλω.
(Τραβάνε μπρος, τυφλοί, χωρίς καν όνειρα)
Όλα, και τ’ άλογά μου θα σ’ τα δώσω
Μονάχα ετούτον τον τρελό μου θά κρατήσω
Που ξέρει μόνο σ’ ένα χρώμα να πηγαίνει
Δρασκελώντας τη μια άκρη ως την άλλη
Γελώντας μπρος στις τόσες πανοπλίες σου
Μπαίνοντας μέσα στις γραμμές σου ξαφνικά
Αναστατώνοντας τις στέρεες παρατάξεις.
Κι αυτή δεν έχει τέλος η παρτίδα.

Η συνέχεια (1954)

.

ΑΠΟΛΟΓΙΑ ΝΟΜΟΤΑΓΟΥΣ

Γράφω ποιήματα μέσα στα πλαίσια που ορίζουν οι υπεύθυνες υπηρεσίες
Που δεν περιέχουν τη λέξη: Ελευθερία, τη λέξη: Δημοκρατία
Δεν φωνασκούν: Κάτω οι τύραννοι ή: Θάνατος στους προδότες
Που παρακάμπτουν επιμελώς τα λεγόμενα φλέγοντα γεγονότα
Γράφω ποιήματα άνετα και αναπαυτικά για όλες τις λογοκρισίες
Αποστρέφομαι τετριμμένες εκφράσεις όπως: σαπίλα ή καθάρματα ή πουλημένοι
Εκλέγω σε πάσα περίπτωση την αρμοδιότερη λέξη
Αυτή που λέμε «ποιητική»: στιλπνή, παρθενική, ιδεατώς ωραία.
Γράφω ποιήματα πού δεν στρέφονται κατά της καθεστηκυίας τάξεως

Ο στόχος (1970)

.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΟΥΚΑΡΗΣ (1925-1982)

.

ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΘΑΛΑΣΣΙΑ

Μια μέρα όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό
κι εσένα με τα πλεχτά μαλλιά σου
στον ούριο άνεμο,
κι έμενα που φυτεύω με ταραχή
μέσα στην άμμο
στολίδια απ’ την ανάσα σου,
και απ’ το πρόθυμο δέρμα σου
εφτά ολόσωμες βιβλικές χώρες
με τα εφτά αρχιτεκτονικά τους θαύματα
ολοζώντανα να θροούν τριγύρω σου,
σπαρταριστές σκιές
στο μυθικό δέρμα σου,
στην ακροθαλασσιά —
μια μέρα τα χέρια σου
μέσα στα χέρια μου
ανελέητα,
μια μέρα το πρόσωπο σου
στο πρόσωπο μου
απεγνωσμένα·
μιαν άλλη μέρα, μιαν άλλη
όταν όλα θα τα σκεπάσει
το αλμυρό νερό.

.

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΤΗΣ ΠΥΘΙΑΣ

“Αν κατεβαίνουν βράχοι απ’ τα βουνά
και φράζουν το λαρύγγι μου τις νύχτες,
δεν είναι γιατί έπαιξαν το ρόλο τους
και στη δική μου τη ζωή οι Φαιδριάδες.
Άλλα αυτά τα διφορούμενα χαρτιά
με τις ασάφειες στις λέξεις της Πυθίας.
Οι διφορούμενες κομματικές αποφάσεις,
οι διφορούμενες φιλικές σχέσεις,
τα διφορούμενα οργανωτικά —
μια ολόκληρη ζωή
σε διφορούμενες διασυνδέσεις.
Με τις λέξεις της Πυθίας ακολουθήσαμε
τη μια πράξη μετά την άλλη,
και μονάχα μία πράξη δε χωράει
λέξη διφορούμενη. Η τελευταία
που μας άφησε η Πυθία να τη μαντεύσομε
ολομόναχοι”
τώρα που ζήσαμε ολομόναχοι,
αγαπήσαμε ολομόναχοι,
προδοθήκαμε
και μείναμε ολομόναχοι
ως αυτή την ακροθαλασσιά,
απέναντι
στο πέτρινο πρόσωπο

ΠΗΓΗ: poiein.gr

.

ΘΕΟΚΛΗΤΟΣ ΚΑΡΙΠΙΔΗΣ (1926-1975)

.

ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Ήταν ένα παιδί
σαν όλα τα παιδιά του κόσμου.
Την αυγή
τίναζε τον ήλιο
με τα παγωμένα του δάχτυλα
και κατέβαινε στο λιμάνι.

Οι χαμάληδες το πειράζανε
κι αυτό τραγούδαγε
με τα δυο του μάτια.

Το μεσημέρι
έτρεχε στη φυλακή
με κρυμμένο στον κόρφο του
ένα τσιγάρο.

Εμείς
στο διπλανό καφενείο
συνεχίζαμε την πρέφα.

Πίνακας (1961)

.

ΑΜΦΙΒΟΛΗ ΠΟΡΕΙΑ

Έκλεισα τον κύκλο των αναζητήσεων
Τώρα μπορώ να σας μιλήσω
Η χρυσαφένια θάλασσα
Με μια βάρκα και δυο κουπιά
Παραμένει πρόκληση
Η αρχή ένας δρόμος άγνωστος
Η επιστροφή οδυνηρή
Με πληγωμένη χείλη γεύτηκα την αλμύρα
Η αλήθεια δεν προφταίνει τη σιωπή
Κι η σιωπή πλασματική
Κάθε ενέργεια μια αμφίβολη πορεία
Εκτός από την πορεία των απλών ανθρώπων.

Επιστροφή (1970)

.

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ (1926-1990)

.

ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΧΡΟΝΟΥ

Φιλοσοφείς τρυφερότητα
χωρίς φιλοσοφία•
στέργεις αιωνιότητα
μονάχα με το βλέμμα•
είσαι μια ζωντανή βαθειά
σελίδα σώματος
π’ αστράφτει σε παρθενικότητα.
Ο χρόνος είν’ ακόμη για σένα
θρίαμβος
και σου τον εύχομαι πάντα.

29.06.1984

***

Κι αν χιονίζει στο πνεύμα
κι αν κρυώνουν οι μεγάλες
ιδέες
ο κόσμος πρέπει να προχωρήσει.

5.01.1985

***

Όταν έχουμε ομορφιά
στο ποτήρι μας
νοσταλγούμε σπαραχτικά
λαϊκά τραγούδια
της αληθινής εποχής
που πέρασε για πάντα.

24.10.1986

.

ΧΑΡΑΜΑΤΑ

Θα ‘θελα να πω τη μοναξιά μου
στα λαμπερά σου ματόκλαδα
μικρούλα Μαρία της υπάρξεως
που δεν έχει χρονικές ποσότητες
ούτε συσσωρεύεται
στους ορόφους της γραφειοκρατίας.
Είσαι φλόγα κι ανατρέφεις μόνη
σου
το φως έως την έσχατην ώρα
του Ιησού
με αστραπές φιλόξενες απέναντι
στην ταπεινή μας όραση.
Κι άμα βρέχει νιώθουμε παράξενη
ευτυχία.

9.11.1986

Θρίαμβος χρόνου (1997)

.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ (1927- 1985)

.

ΙΣΩΣ ΤΗΝ ΑΠΟΠΛΥΝΕΙ

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Ηλιοτρόπια (1954)

.

ΣΕ ΕΠΑΡΧΙΑ ΜΑΚΡΙΝΗ

Σε επαρχία μακρινή δημόσιος υπάλληλος.
Κονταίνει κάθε μέρα μέσα του η κραυγή

Ζήτω η Ελευθερία∙ γιατί κι αυτή καλή
όμως γλυκό και το ψωμί – πράγματα
τόσο για την ώρα ασυμβίβαστα.

Διάφοροι κι απίθανοι επαγρυπνούν τριγύρω του.
Η ευτυχία ονομάζεται εδώ εφημερίς
– του κυβερνώντος, εννοείται, κόμματος.

Κάθε καφές κι ένα καινούριο άτομο
προορισμένο σε μιαν ώρα να στεγνώσει.

Και μόνο στις αργίες όταν κρύβεται
στο ξένο του δωμάτιο, κάπως σα να ξεχνιέται,
ίσως να ξαναζεί.

Τα χίλια δέντρα (1963)

.

ΦΑΙΔΩΝ Ο ΠΟΛΙΤΗΣ (1928-1986)

.

Ο ΠΙΟ ΕΝΔΕΔΕΙΓΜΕΝΟΣ

Το σταυρωμένο σαν αντίκρισα
πάνω από κείνο το κρεβάτι,
παραξενεύτηκα
κι ίσως και να ταράχτηκα λιγάκι,
αν και πιστός δεν είμαι.
Θυμούμαι, τον ερώτησα
σαν τι άραγε τούτο να σημαίνει.
Μου απάντησε θλιμμένα
πως, σαν Αυτός γυμνόν δεν τον ιδεί,
τότε ποιος θα ’ταν πιο ενδεδειγμένος;

Σαχάρα – In memoriam (1951)

.

ΤΥΦΛΟΙ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΟΙ

Επειδή δεν μας έμεινε
Σχεδόν καθόλου αναπνοή
Επειδή βουβοί λυγμοί μάς ξεχειλίζουν
Επειδή το μένος μας βρίσκεται
Κάτω από την επιφάνεια
Και μάλλον εκεί θα μείνει

Πρέπει να παραιτηθούμε
Του δικαιώματος των στεναγμών
Εμείς οι τυφλοί κροκόδειλοι της γενιάς μας

Κασσάνδρες και τυφλοί κροκόδειλοι (1961)

ΠΗΓΗ: translatum.gr

.

ΤΙΤΟΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ (1928)

.

ΣΧΕΔΙΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ

Ι

Μαύρα μουσκεμένα βράχια.
Ένα μουράγιο που δεν έγινε.
Χειρονομίες αποχαιρετισμών
που κανείς δεν είδε.
Το φανάρι
έρημο
σκορπάει την ηλεκτρική του σκόνη.

ΙΙ

Η νύχτα
ακουμπάει τη σκάλα της στα σπίτια
και πάνω στους κουρελιασμένους ίσκιους
κολλάει ένα πιο βαθύ σκοτάδι.

ΙΙΙ

Κλείνω τα μάτια και δεν υπάρχει
αναμονή κι ανάμνηση
καλοκαίρι και χειμώνας –
μόνο ένα χλιαρό ποτάμι.

Χωματόδρομος, 1954

.

ΡΟΔΑ ΑΕΙΘΑΛΗ

Η ομορφιά των γυναικών που άλλαξαν τη ζωή μας
βαθύτερα κι από εκατό επαναστάσεις
δε χάνεται, δε σβήνει με τα χρόνια
όσο κι αν φθείρονται οι φυσιογνωμίες
όσο κι αν αλλοιώνονται τα σώματα.
Μένει στις επιθυμίες που κάποτε προκάλεσαν
στα λόγια που έφτασαν έστω αργά
στην εξερεύνηση δίχως ασφάλεια της σάρκας
στα δράματα που δεν έγιναν δημόσια
στα καθρεφτίσματα χωρισμών, στις ολικές ταυτίσεις.
Η ομορφιά των γυναικών που αλλάζουν τη ζωή
μένει στα ποιήματα που γράφτηκαν γι’ αυτές
ρόδα αειθαλή αναδίδοντας το ίδιο άρωμά τους
ρόδα αειθαλή, όπως αιώνες τώρα λένε οι ποιητές.

Η αντίσταση των γεγονότων (2000)

ΠΗΓΗ: poets.gr

.