ΑΝΤΡΕΑΣ ΑΝΤΡΕΟΥ

 

Σπούδασε Δημοσιογραφία, Αγγλική Φιλολογία και Μουσική στην Αθήνα. Έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές: ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ (Αθήνα, εκδόσεις ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ 1972) και ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ (Λευκωσία, 1970) που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Λογοτέχνη του Υπουργείου Παιδείας της Κύπρου. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στην ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΠΟΙΗΣΕΩΣ των Κώστα Μόντη – Ανδρέα Χριστοφίδη (έκδοση ALVIN REDMAN HELLAS, 1973) και δημοσιεύτηκαν στον Κυπριακό και Ελλαδικό Τύπο.
Πήρε επίσης το Α’ βραβείο Σύνθεσης για το τραγούδι του ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (ΝΑ ‘ΤΑΝ) -βραβείο καλύτερου στίχου στον Γιώργο Κανλή και καλύτερης ερμηνείας στην Μαργαρίτα- στο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού Μελβούρνης το 1982.
Έγραψε μουσική για το θέατρο (“HOMO CATANALOTICUS – Το Σκήνωμα” του Ρομπέρ Γκέρικ και ” ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΖΩΗ” του Νίκου Ζακόπουλου) και την τηλεόραση (“ΤΑ ΚΑΠΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΕΥΑΣ” του Νίκου Ζακόπουλου και “ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΑ”, “ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΑΓΓΕΛΩΝ” και “Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΑΣ” του Πέτρου Ανδρούτσου) κι ένα μεγάλο αριθμό τραγουδιών για την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κύπρο, σε στίχους Γιάννη Ρίτσου, Νίκου Ζακόπουλου, Γιώργου Κανλή και δικούς του καθώς και σε ποίηση του Εθνικού Ποιητή της Κύπρου Βασίλη Μιχαηλίδη. Από τα δισκογραφημένα έργα του (που ερμηνεύουν σπουδαίοι καλλιτέχνες όπως: Τζων Μοδινός, Κώστας Σμοκοβίτης, Γιάννης Δημητράς, Νίκος Μακρόπουλος, Σοφία Μιχαηλίδη, Γιώργος Υδραίος, Μάνος Αρβανιτίδης, Γιάννης Θωμόπουλος και Μιχάλης Χατζημιχαήλ) επιλέγουμε:
ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ “ΥΜΝΟΣ ΚΑΙ ΘΡΗΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ” – Ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς (1976)
ΣΠΕΙΡΑΝ ΦΩΤΙΑ ΜΕΣ ΣΤΟ ΝΗΣΙ – Ερμηνεία : Γιάννης Δημητράς (1976)
ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ – Ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς (1977)
Η ΕΠΟΠΟΙΪΑ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ – Ερμηνεία: Μιχάλης Χατζημιχαήλ (1978)
ΚΥΠΡΟΣ ’74 – Ερμηνεία: Μιχάλης Χατζημιχαήλ (1979)
Η ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΓΗΣ ΜΑΣ – Ερμηνεία: Μιχάλης Χατζημιχαήλ (1980)
ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ (1984)
ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ (συμμετοχικό, 1985)
ΚΥΠΡΟΣ ΑΕΙΖΩΗ (1994)
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ – Ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς (1996)
ΗΡΩΟΜΑΝΑ ΕΟΚΑ (2014)
ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ ΤΗΝ ΚΎΠΡΟ (2014)
ΕΠΕΤΕΙΑΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ (2014)
Ο ΚΩΣΤΑΣ ΣΜΟΚΟΒΙΤΗΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΑ – ΚΥΠΡΟΣ ’74 (2014)
ΕΠΟΣ ΜΠΕΛΛΕΣ ΡΟΥΠΕΛ 1941 (συμμετοχικό) (ΜΕΤΡΟΝΟΜΟΣ, 2021)
ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ (συμμετοχικό, 2023)
Ερμηνεία: Σοφία Μιχαηλίδη – Γιώργος Υδραίος
Τέλος, 7 άλμπουμ του που αναφέρονται στην Κύπρο συμπεριλαμβάνονται στην ψηφιακή μουσική πλατφόρμα της δισκογραφικής εταιρείας GSF Music:
https://www.gsfmusic.gr/andreas-andreou…
Τραγούδια του επίσης στο:
https://www.youtube.com/channel/UCAEPAnS2415nGNcHQ0n1LXQ
Αναφορές στο έργο του:
https://whenpoetryspeaks.blog/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81…/
https://peakupnews.gr/index.php/2021/05/30/710/
https://www.filoxeniart.com/%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE…/
Στο Facebook:
https://www.facebook.com/profile.php?id=100025297355682

.

.

ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΣΟΥ

Τα φιλιά σου
είχαν όλη την ομορφιά έναστρου καλοκαιρινού ουρανού
είχαν τα χρώματα της Άνοιξης, την ευωδιά του γιασεμιού
κι είχαν την αλμύρα της θάλασσας και το κελάηδημ’ αηδονιού.

Τώρα κοιμάσαι δίπλα μου
κι εγώ αγρυπνώ για να σε τραγουδώ
και κάνω θυσία και σπονδή στ’ ονομά σου την περηφάνια μου
κι αφουγκράζομαι ν’ ακούσω τον σφυγμό σου
– τον σφυγμό της αγάπης σου –
να καταγράψω όλες τις μουσικές που μελωδούν τ’ όνομά σου
να καταγράψω την ανάσα σου
εμποτισμένη στα πέπλα του ύπνου που σ’ αγκαλιάζει τρυφερά
και φιλήδονα.

Έχω στα χείλη μου ακόμα μεθυσμένα τα φιλιά σου
– λευκά πουλιά ανοιξιάτικα στήσαν χορό τριγύρω –
κι εγώ φοβάμαι μη, αν κοιμηθώ, πετάξουν και τα χάσω.
Έχω στα χέρια ανέγγιχτο
τ’ άγγιγμα τ’ ακριβό σου
και δεν τολμώ ν’ αγγίξω άλλο τι
μη μου σβηστούν τα χνάρια σου και τ’ αποτύπωμά σου.

Γιατί πάνω απ’ όλα είσ’ εσύ
και μέσα μου και γύρω μόνο εσύ.
Διάχυτη στην ατμόσφαιρα πνοή και μύρο η ανασαιμιά σου
και διάτρητη σαν πανικός η υποψία της απουσίας σου
απ’ το χωροχρόνο της ζωής μου.

Τα φιλιά σου
είχαν όλη την ομορφιά έναστρου καλοκαιρινού ουρανού.
Τα φόρεσα κατάσαρκα σαν ρούχο ακριβό.
Γίναν ένα με το σώμα μου, γίναν μετάληψή μου.
Τα φυλάω σαν άγιο φυλακτό
σαν κειμήλιο και σαν εικόνισμα παλιό
τα φιλιά σου
τα φιλώ…

 

 
ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

     Ι.

Έχεις ένα μαβί χρώμα δειλινού στα μάτια.

Όμως, μίλα μου, πες μου,
πού γυρίζεις κάθε βράδυ
πού αφήνεις τα δροσερά σου μάτια
ν’ αγκιστρώνουν νυχτωμένες θύμησες
πού περιπλανιέσαι;
Τι γυρεύεις;
Κλέβοντας τα όνειρα μου, κλέβοντας τα μάτια μου
πού διοχετεύεις τις τραγικές μου μοναξιές
πού περιοδεύεις τις δροσερές σου χάρες;

 

     ΙΙ.

Τα μάτια σου.
Τι πυρκαγιές μεσημβρίας οι εκμυστηρεύσεις τους
τι ανεξερεύνητα δάση ο υποσχέσεις τους
τι γυμνά σπαθιά η αμφιταλαντευόμενη άρνησή τους!

Τα μάτια σου. Η φευγαλέα τους τρυφερότητα.
Το φως. Η νύχτα. Η απουσία σου…

     ΙΙΙ.

Σηκώνεις τα βλέφαρα.
Ω! Τούτη τη στιγμή σιγά πολύ κι αλάργα.
Να χαρώ τη λάμψη αυτή ακέρια
που στα μάτια παιχνιδίζει τ’ ακριβά σου.

Ω! Άσε με να ζω αιώνια
στην ακτινοβολία του Ηλιου σου
στην τριανταφυλλιά φλόγα της παρουσίας σου.

     ΙV

Θάλασσα εσύ των εκατώ ιριδισμών
πόσο είσαι ωραία!
Πιο όμορφη κι απ’ ό,τι φαντάστηκα
πιο γαλανή
σαν κάθε βράδυ μυστικά
στα όνειρά μου έλα.

     V.

Κι αν σαν άστρο σβήσεις της αυγής,
κι αν θα χαθείς βουλιάζοντας
στην πλατιά Λεωφόρο με τις σιωπηλές οιμωγές των δέντρων
εγώ θα μείνω εδώ άγρυπνος και θα αντλήσω την ομορφιά
απ’ τις μυριάδες τ’ άστρα
που θα ‘χει μεταμορφωθεί η απουσία σου.

Κι όμως η τρυφερή λάμψη των ματιών σου
πάντα θα μου λείπει.

    VI.

Σώπα! Μην πεις τίποτα τώρα.
Κι εγώ δε θα κλάψω ούτε απόψε.
Κάπου ξημερώνει.
Καλημέρα…

 

 
ΝΟΣΤΑΛΓΙΚΟ

Οι ώρες σε νοσταλγούν. Δεν περνούν.
άπου κλαίει ένα τριζόνι.
Τα λουλούδια μαραίνονται – τι καρτεράς ακόμα;
Τα μάτια αλιεύουν τον ήλιο, μα το φως λιγοστό,
σχεδόν ανύπαρκτο.
Τι περιμένεις;

Έλα!
Κανένα χαμόγελο δεν κατορθώνει να επιζήσει
στις άγονες ερημιές μας
κι όλα σε περιμένουν.
Κάποια λιαχτίδα χτυπά στις ξέρες της καρδιάς
και διαθλάται.
Ένα μικρό υπόλοιπο φωτός δραπετεύει μες στη σύγχυση
και τ’ απόθεμα της αγωνίας
πυρακτώνει τους αμμόλοφους που με χωρίζουν
από τη λίμνες των ματιών σου
όπου γεννιούνται ομορφιά και Άνοιξη.

Κάποιο τριζόνι πριονίζει τη σιωπή.
Κάπου ανθίζει το χαμόγελο κι ο Ήλιος των ματιών σου.
Κάπου ξημερώνει.
Δυο χέρια απλώνονται στον ήλιο.
Δεν είναι τα δικά σου.
Δυο μάτια στρέφονται στο φως και σε ζητούν.
Στιγμές αγκαλιασμένες
ξεχνιούνται στους δρόμους που διαβήκαμε μαζί
κι ό,τι άγγιξες ανθοβολεί στη μνήμη.

Άκου το σιωπηλό κάλεσμα της νύχτας
με τις εκμυστηρεύσεις των άστρων
και τον ψίθυρο των δέντρων.
Αυτή η ζωή είναι δικιά μας, μαζί με ό,τι αγαπήσαμε
κι ό,τι ζήσαμε κι ό,τι θα ζήσουμε
σε ό,τι ενδώσαμε κι ό,τι αρνηθήκαμε
-οι στιγμές μας κουρνιασμένες στην άκρη των δαχτύλων-
όλα δικά μας, πάντα και για πάντα
θα σε καρτερούν.

Έλα τώρα
που όλα σηματοδοτούν την Άνοιξή μας.
Έλα τώρα
που η καρδιά σκιρτά στη θύμησή σου
και πονά.
Έλα τώρα…

 

 
ΔΙΟΝΥΣΟΣ, 1992

Στα ίδια μέρη, Αγαπημένη, που διαβήκαμε μαζί
Στα ίδια μέρη, Αγαπημένη, που διαβήκαμε μαζί
τριαντάφυλλα θα σπείρω και γαζία και γιασεμί.
Στο βρεγμένο μονοπάτι με τα φύλλα τα ξερά
ροδοπέταλα θ’ αφήσω – φτερουγίσματα καρδιάς.

Στα ίδια χνάρια θα πατήσω όπου πάτησες κι εσύ
Θα προσέξω μην τα σβήσω – να σε βρίσκω πάντα εκεί.
Και ξανά θα σε σηκώσω σαν σημαία στον ουρανό
για να ζαλιστώ απ’ το μύρο που δεν έσβησε ο καιρός.

Κι ύστερα, σαν βασιλέψουν τα ματάκια σου ξανά,
θ’ ανατείλουν πάλι τ’ άστρα – τα κεράκια της καρδιάς –
και θα κρυφολαμπυρίσουν, πριν σβηστούν το χάραμα
για να γράψουν τ’ όνομα σου μη χαθεί στη λησμονιά.

 

 
ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ ΜΟΥ

I

Είχα ένα σπίτι πλάι στη Θάλασσα.
Μια πρωινή θεώρηση της μέρας με τη γαλήνη του Ήλιου
μια εσπερινή ακροβασία μες στην αγκάλη της φωτιάς
ένα αποκούμπι κι ένα φιλί.

Ήταν ωραίο το σπίτι μου.
Κτισμένο πάνω στην άμμο
λουζόταν μες στα γαλανά νερά
κι αγκάλιαζε τον ουρανό.
Κι όταν έρχονταν βροχές
κι όταν ξεσπούσαν μπόρες
δεν ήμουν μόνος
είχα ένα σπίτι, ενα τζάκι, μια φωτιά, μια κλίνη.
Κι όταν τ’ άγγιζα
έβρισκα μες τα χέρια μου τα χέρια μιας γυναίκας
κι όταν το κοίταζα
έβλεπα τα μάτια μου μες στα μάτια μιας γυναίκας
κι όταν τ’ αγκάλιαζα
βρισκόταν μια γυναίκα στην αγκαλιά μου
– γλυκιά γυναίκα
Αγαπημένη.

Ήταν ωραίο το σπίτι μου!

II

Το σπίτι μου ρημάξαν οι καιροί και δε μίλησε
το σπίτι μου γκρεμίσαν σπαραγμοί και δεν έκλαψε
το σπίτι μου κλέψαν οι νύχτες, δε με ξέχασε
το σπίτι μου έσπασε τα δεσμά του
και πέταξε.

Το σπίτι μου το βρήκα μονάχα μες στα όνειρά μου
παράξενο, παρθένο, γοητευτικό
μια στιγμή μονάχα – όσο που βαστά το φιλί
ή όσο που μπορείς να ταιριάξεις τα λόγια σου
στο ρυθμό μιας γυναίκας αγαπημένης
που ‘ναι χρόνια χαμένη
και που ζεις με τη νοσταλγία της…

III

Το σπίτι μου πέθανε!
Τώρα είμαι χωρίς σπίτι
– πού ν’ ακουμπήσω, πώς να κρατηθώ;
Είμαι μόνος.
Νιώθω γύρω μου χιλιάδες σπίτια,
βουλιάζω μες στην πολυκοσμία
μα είμαι μόνος.
Φυλλομετρώ τη μνήμη,
μπερδεύομαι σε ξένες τροχιές κι ιστορίες
μα είμαι και πάλι μόνος.

Το φεγγάρι απόψε διαμελίστηκε.
Είμαι μόνος, δεν έχω σπίτι.
Κάποτε είχα, μα πάνε χρόνια από τότε.
Στη θέση του υπάρχει τώρα μια σπασμένη πόρτα μοναχά
να μπαινοβγαίνει η ερημιά, να ενεδρεύει ο θάνατος
κι ένα ξεραμένο γιασεμί που έκαψε ο χιονιάς
κι η ανάλγητη νοσταλγία ενός χαμένου Παραδείσου.

IV

Δεν έχω σπίτι.
Κι όμως, νιώθω μέσα μου χιλιάδες σπίτια
αμέτρητες αγκαλιές
ασύλληπτες διαστάσεις κι εκδοχές
γεμίζω με χιλιάδες σπίτια
πού γίνονται σιγά – σιγά δικά μου.

Τώρα
δε μπορώ να σκεφτώ άλλο
– έχω ή δεν έχω σπίτι; –
Αργά βουλιάζω βαθιά του ύπνου
ξεχνιέμαι σ’ άλλους κόσμους
κι έχω φτερά.

Έχω ή δεν έχω σπίτι;
Προτιμώ να ονειρευτώ λιγάκι…

 

ΑΝΑΤΟΛΕΣ ΗΛΙΟΥ

Ι

Πρωινό.
Απλώνει τ’ αβρά του χέρια
ο Ήλιος
κι αγκαλιάζει τη Γη.

ΙΙ

Ξύπνησες.
Κι ένας Ήλιος Ανοιξιάτικος
άρχιζε απ’ το πρόσωπο σου
κι η δροσιά
έσταζε απ’ τις φυλλωσιές σου
και τα λυτά μαλλιά σου
σημαία μου πρώτη.

ΙΙΙ

Άπεφθο το φως
πλημμύριζε τις στράτες
μα οι άνθρωποι
τυφλοί
σκοτώνονταν γι’ άλλο χρυσάφι!


ΙV

Τα πρώτα αδέξια βήματα
ύστερ’ απ’ το ξύπνημα
στάζουν ύπνο.
Νοτισμένο ακόμα τ’ όνειρο.

V

Μες στο κουτί της Πανδώρας
βρίσκει ο Αδάμ
έναν πράσινο Ήλιο
Ανατέλλοντα….

ΦΕΤΟΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ Η ΧΡΟΝΙΑ ΓΙΑ ΕΡΩΤΑ

Φέτος δεν ήταν η χρονιά για έρωτα.
Ήταν για την Πατρίδα.
Ήταν για την Άνοιξη που μύριζε Ελλάδα
για το επερχόμενο Καλοκαίρι με τον καυτό τον Ήλιο τον γενάρχη
και το δυνατό κρασί της Λευτεριάς
που ‘φτασε ως εμάς ανέπαφο, ωριμασμένο απ’ τον καιρό
πολυκαιρνό μα εξαίσιο – ίσια απ’ το ’21!

Παζάρια δεν σηκώνει η Λευτεριά.
Το κρασί έτρεξε στο αίμα μας
και το αίμα κάθε Νεκρού μας
κρασί και μετάληψη για τους επόμενους.
Δεν ξέρει από αριθμητική το αίμα
κι εμείς δε μετράμε πια – τι χάσαμε το λογαριασμό –
μ’ ακόμα πολεμάμε.

Φέτος δεν ήταν η χρονιά για έρωτα.
Ήταν για τη Μάνα με τη μυρτιά και την πικροδάφνη
και τον Όμηρο
και τα κιονόκρανα του Παρθενώνα
που μας καλούσε από μακριά.
Ήταν για την Άνοιξη που μύριζε Ελλάδα.

Τα νύχια δεν κουράστηκαν να σκάβουν
– μια μικρή οπή ως την Μακρινή Μητέρα.
Κι ύστερα το αυλάκι
κι ύστερα το αίμα
κι ύστερα η ροή ως την γαλανή αφετηρία μας
όπου μας περίμεναν μαζεμένα όλα τα Καλοκαίρια του κόσμου!

Φέτος δεν ήταν η χρονιά για έρωτα.
Δεν ήταν για την Πατρίδα.
Δεν ήταν για την Άνοιξη που μύριζε Ελλάδα.
Το αίμα σκορπίστηκε στη θάλασσα, νέρωσε το κρασί
κι ούτε που ξέραμε πως την οπή
που σκάβαμε μερόνυχτα με νύχια και με δόντια
θ’ άνοιγε Κερκόπορτα ξανά ο Εφιάλτης
για να μας φέρουνε νεκρό το Καλοκαίρι
– χωρίς δάφνη απ’ τον Όμηρο, σπονδή απ’ τον Παρθενώνα –
οι Μήδοι κι οι Πέρσες κι οι Τούρκοι Οθωμανοί…

 

ΛΙΟΓΕΡΜΑ

Φάνηκε μισόγυμνη
πίσω από διψασμένες υδρίες
π’ αποζητούσαν τη δροσιά της,
που δεν περίμενε τίποτα απ’ αυτές,
με την αγωνία της να βουλιάζει στην άμμο.

Από Άνυδρη Χώρα ερχόταν.
Αιμάτων δάκρυα ιχνηλατούσε.
Στο ακρογιάλι κείτονταν ο Ήλιος.
Γονάτισ’ έτσι μπρος στη Θάλασσα
και τα μάτια της βασίλεψαν…

ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΕΙ

Είναι πάντα μια λυπημένη θύμηση
που σιγοκαίει πίσω απ’ τη μνήμη,
ένα δάκρυ που αιωρείται μετέωρο πίσω απ’ τη χαρά,
ένα ετοιμόρροπο σύγνεφο
π’ αναμετρά για τελευταία φορά τ’ ανάστημα του
πριν απ’ τη βροχή.

Είναι πάντα μια σκιά οδύνης
που κατασκηνώνει μέσα στον καθένα μας,
μια φωτιά και μια στάχτη πίσω απ’ την κάθε πράξη μας.
Κι ένα ποτάμι
π’ αυτοσχεδιάζει πάντα τα βήματα μας,
τα τελευταία βήματα κείνων που φύγαν
και δε θα γυρίσουν πια…

ΜΙΚΡΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΑ

Ι

Μεσάνυχτα.
Τυραννική ώρα
καθώς οι σκέψεις μου γεμίζουν από σένα
με τα χέρια να ψηλαφούν την απουσία σου.
Είναι η ώρα που όλα ξεθωριάζουν
και μόνο εσύ περιπλανιέσαι γύρω και μέσα μου
σ’ ένα αδιάκοπο” πήγαιν’- έλα”
– ίδιο ποτάμι
που διοχετεύει μες απ’ τα χέρια μου τη δροσιά του
μα μ’ αφήνει πάντα διψασμένο.

Μένουν μόνο τα μάτια σου.
Η μακρυνή θύμηση της αιθρίας κι ενός χαμένου Παραδεισου.
Μόνο τα μάτια σου
να λάμπουν αβασίλευτα, λυπημένα, τρυφερά
κι αβάσταχτα τυραννικά.

Κι έπειτα
οι φωτεινές ανταύγειες στο κύμα,
το γλίστρημα μιας ‘λιαχτίδας σε χιονισμένο τοπίο
μια νοσταλγική νότα σ’ ένα πιάνο
ένα βιολί που σιγοκλαίει στη βροχή
κι ύστερα τα μάτια σου και πάλι τα μάτια σου
υπέροχα μεθυστικά κι ωραία.

ΙΙ

Μεσάνυχτα.
Κι ολόγυρα τίποτ’ αντάξιο σου.
Καμιά σκέψη που να μη σε προδίδει
καμιά κίνηση που να μη σ’ αναζητά.

Το ρολόι σταμάτησε την κυκλοθυμική πορεία του
και σώπασε.
Κουράστηκε να μετρά τη διάχυτη απουσία
κι αποκοιμήθηκε.
Μόνο τα δικά μου μάτια καρφωμένα ακόμα στη θύμηση
και τη νοσταλγία σου
αρνούνται να συγκατανεύσουν.
Ούτε η εξάντληση δεν μπορεί να σε ξεθωριάσει.
Ούτε κανένας κρυφός συλλογισμός να σ’ εκτοπίσει.

Όλα τόσο ασήμαντα στην άκρα ελλειπτικότητα.
Όλα τόσο ανάξια σου…

ΙΙΙ

Κι η αγάπη;
Το άρωμα των λουλουδιών
των αηδονιών τ’ όμορφο τραγούδι
το σιγοψιθύρισμα των άστρων
είναι τα μικρά μονοπάτια του κόσμου αυτού
όπου ανατέλλει η αγάπη.

Κι όταν αφόρητη νοσταλγία επικάθεται στους ώμους μου
συσκοτίζοντας τις εσπερινές μου διαδρομές
είν’ η ανάμνηση σου
που φωτίζει τις τεθλασμένες μου πορείες
καθώς ψάχνω για μια σου ματιά.
Γιατί η αγάπη ίσως να είναι πολύ πιο απλή απ’ ό,τι νομίζουμε
-ίσως να ‘ναι μονάχα μια ματιά.

Και πάλι
ίσως όλ’ αυτά να μην είναι έτσι ακριβώς.
Ίσως τα μαλλιά σου να μην είναι μεταξένια
κι ούτε βελούδινη η φωνή σου
και τα ματόκλαδα σου ουρανοί των οριζόντων μου
μήτε τα μάτια σου οι φανοκόροι των άστρων
που φωτάν κάθε βράδυ τα όνειρα μου.

Ίσως να ‘ναι μόνο τα όνειρα μου.

Τα όνειρα μου μοναχά
που καθώς τις άδειες νύχτες γεμίζουν από σένα
φτιάχνουν μια δεύτερη ζωή μές στη ζωή μου
ξανακερδισμένου Παραδεισου
κι εκεί δεν είν’ άλλος
μόνο εσύ κι εγώ κι ο Θεός
ο Έρωτάς μας.

 

ΕΝΑ ΥΠΟΘΕΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ

Ξεχαστήκαμε.
Όπως ξεχνιούνται το πρωί
τα σκίτσα της νύχτας
γρήγορα
σαν που αγαπάμε ένα λουλούδι
κι ύστερα εκκαθαρίζουμε τη μνήμη
απ’ τ’ απομεινάρια της αγάπης μας.

Ξεχαστήκαμε.
Μες στη μεγάλη έκσταση
που σμίγει το φως με τη νύχτα
και που δεν είναι ζωή
μήτε θάνατος
μόνο η ανάμνηση μιας μέρας που δεν ξέρεις
κι όμως έρχεται.

Ξεχαστήκαμε.
Καθώς τη νύχτα η μοναξιά
μας υποδαύλιζε σκιές που δραπέτευαν
αγαπημένες.
Τριζόνια πριόνισαν τότες τη σιωπή
και για πάντα έπεσε η αυλαία
και το θέατρο διαλύθηκε.

 

ΤΙ ΝΑ ΤΟΝ ΚΑΝΕΙΣ ΛΟΙΠΟΝ ΕΝΑ ΣΤΙΧΟ;

Ι.

Αυτό που μένει πάντα είναι μοναχά
ένας στίχος.

Δεν μπορείς ν’ αγαπήσεις, σου λέω.
Κι αν αγαπήσεις
ναι, άκου που σου λέω,
κι αν αγαπήσεις,δε θα ‘ν’ το ίδιο πια.

Δε θα ‘ν’ το ίδιο σαν πριν
– πίστεψε το!

II.

Κι όταν τα μάτια σου
κουρασμένα απ’ την ανήσυχη γαλήνη τ’ απόβραδου
βασιλεύουν
και χάνονται στα σκοτεινά νερά
δε μένει τίποτα στα χέρια μου
ούτε κι αυτή σου η μετανιωμένη κίνηση
που αργά ενδίδει στη νύχτα
ούτε και το στερνό εκείνο “γεια σου”
που αντέγραψε όλο το παράπονο απ’ το περσινό Φθινόπωρο
ούτε ακόμα το στερνό σου άγγιγμα στα χέρια μου.

IΙΙ.

Φεύγουν οι άνθρωποι, ξεχνούν
ξεχνιούνται
ή πεθαίνουν.

Κι εσύ έπρεπε να φύγεις
μαζί με το τελευταίο Καλοκαίρι.

Μένει μονάχα τ’ άρωμα σου
κι η τρυφεράδα των ματιών σου
καθώς γέρναν βαριά
σα δυο φτερούγες κουρασμένες.

ΙV.

Τα μάτια σου.
Πιο πίσω δυο φωτισμένα παράθυρα.
Τα μάτια σου.
Να κυλούν, να φεύγουν, να χάνονται.
Τα μάτια σου. Δυο δάκρυα. Η νύχτα.
Η απουσία σου. Ενας χωρισμός. Μια θάλασσα ερημιά…

Δύο χέρια ενωμένα.
Δεν είναι τα δικά μας.
Ένας χωρισμός.
Δεν είναι τα δικά μας, σου λέω.

Τα γκαρσόνια περιμένουν φιλοδώρημα.
Ξέχασε τη!
Στο μισόφως δυο ερωτευμένοι φιλιούνται.
Ξέχασέ τη!

Είναι όμορφη η ζωή, σου λέω.
Ο Δημήτρης θα πει πάλι τα ωραία του ανέκδοτα.
Θα δεις που θα ‘ν’ ωραία!
Θα γελάσουμε όλοι.
Η Άντζελα θα βάλει το σκουφάκι της.
Θα γελάσουμε.
Ξέχασε τη, σου λέω.
Θα ‘ν’ ωραία…

( Θεέ μου, πώς άλλαξαν όλα τόσο ξαφνικά
πώς έγιν’ η μνήμη θάνατος!)

V.

Αυτό που μένει πάντα είν’ ένας στίχος.
Απο μιά ολόκληρη ζωή μονάχα ένας στίχος!

Και τι να τον κάνεις λοιπόν ένα στίχο;

 

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ

Θυμάσαι μαζί που κινήσαμε
στη μεγάλη στράτα για τη Λευτεριά;
Μας άφησες εκεί
που τελειώνει ο δρόμος που αρχίζει ο πόνος
πήγες να πεθάνεις.

Κι έτσι απλά μας άφησες, Γρηγόρη και πήγες να πεθάνεις.
Χωρίς καμμιά εξήγηση, χωρίς ένα στερνό σου λόγο,
χωρίς αποχαιρετισμό
μια λέξη έστω απολογίας
που έφευγες με τον ήλιο αγκαλιά για την ελευθερία
κι άφηνες σε μας ατελεύτητη τη νύχτα
και τον Εφιάλτη.

Κι ήσουν Έλληνας ωραίος σαν Ολύμπιος θεός
κι ατρόμητος σαν πολεμιστής αρχαίος απ’ τον Όμηρο
σαν τον Αχιλλέα, ή τον Αίαντα Τελαμώνιο ή τον Οϊλέα
κι είχες ένα κλαδάκι γιασεμί της Λύσης στ’ αριστερό σου χέρι
– στ’ άλλο το ντουφέκι –
και στο γυλιό ψωμί κι ολάνθιστα τα εικοσιεννιά σου χρόνια.

Γιατί εσύ έβλεπες πολύ μακριά
πέρα απ’ τη ζωή και το θάνατο σου
πέρα απ’ τα κλειστά σύνορα
και τους απατηλούς ορίζοντες των οραμάτων και των προσδοκιών μας
πέρα απ’ τις ψευδαισθήσεις και τις αυταπάτες μας
πέρα απ’ τα πάθη και την αποκαθήλωση μας.

Το ήξερες λοιπόν;
Ήξερες την μεγάλη προδοσία που καραδοκούσε
το δόλο που ενέδρευε, την αδελφοκτονία, το ξεπούλημα της ψυχής, την ανανδρία;
Τα τριάντα αργύρια…

“Κείται μακράν”, θα έλεγαν!
Το ήξερες κι αυτό!

Κι εσύ που δε φοβήθηκες να ρίξεις στη φωτιά τους 29 σου ήλιους
σε κείνο τον Πυρρίχιο Χορό της Λευτεριάς
Εσύ
δε θα ‘θελες να ζεις με την πατρίδα σου μισή
Εσύ
δε θ’ άντεχες κάποια Γραμμή
να σου κομματιάζει τη ζωή να σε κόβει στα δύο
δε θα ‘θελες άλλο να ζεις με την ντροπή του Πενταδάκτυλου
– την τουρκική σημαία καρφωμένη βαθειά μες στην καρδιά σου.
Εσύ…

 

ΣΕ ΜΙΑ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑ

Χαριτωμένη παράσταση
ποια χάρη να σταθεί κοντά σου,
ποιο θέατρο να σ’ αγγίξει;
Πολύχρωμη ανταύγεια
ποιος ήλιος σε μετουσίωσε
ποια Άνοιξη;
Ξανθή φωτοβολίδα
πρωϊνή δροσοσταλιά
ποια φωτιά να σ’ έθρεψε
ποιος άνεμος να σ’ εξωράισε
ποιος Θεός ;

Δάκρυ κρυφό του Φεγγαριού,
χαμόγελο της θάλασσας, αντανάκλαση τ’ ονείρου
να σ’ ανταμείψω πώς
να σου χαρίσω τι;
Να σε κρατήσω μια στιγμή
σαν κάτι πολύ αγαπημένο
σαν τη θάλασσα ή τον ήλιο ή την αγάπη
μια στιγμή να σε σηκώσω
πάνω απ’ τη γη και τους ανυποψίαστους ανθρώπους
πάνω απ’ τη ζωή και τις συμβατικότητες
πάνω απ’ τους θεούς.

 

ΕΝΑ ΠΟΤΑΜΙ ΑΥΤΟΣΧΕΔΙΑΖΕΙ

Είναι πάντα μια λυπημένη θύμηση
που σιγοκαίει πίσω απ’ τη μνήμη
ένα δάκρυ που αιωρείται μετέωρο πίσω απ’ τη χαρά
ένα ετοιμόρροπο σύγνεφο
π’ αναμετρά για τελευταία φορά τ’ ανάστημα του
πριν απ’ τη βροχή.

Είναι πάντα μια σκιά οδύνης
που κατασκηνώνει μέσα στον καθένα μας
μια φωτιά και μια στάχτη πίσω απ’ την κάθε πράξη μας.
Κι ένα ποτάμι
π’ αυτοσχεδιάζει πάντα τα βήματα μας
τα τελευταία βήματα κείνων που φύγαν
και δε θα γυρίσουν πια.

 

ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΥ

I.

Ο ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ ΓΙΑ ΤΟ
“ΑΝΑΣΗΚΩΣΕ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ ΚΙ ΑΠΟΣΕΙΣΕ ΤΟΥΣ”

Πολύ ορθή η προτροπή.
Και λίαν πατριωτική.
Πολύ με συγκίνησε, ομολογώ, κι οφείλω να σας ευχαριστήσω.
Συγχωρέστε μου μόνο την αφελή απορία:
Εσείς θα κοιτάτε απλώς “μακρόθεν” το συναρπαστικό θέαμα
τον άνισο αγώνα
ανεμίζοντας σημαίες και ψάλλοντας ύμνους και Θούριους κι εμβατήρια
άπραγοι κι ακίνητοι
σαν ξύλινα στρατιωτάκια καρφωμένα στη γη;
Εσείς θα χειροκροτάτε απλώς για συμπαράσταση
για να μ’ ενθαρρύνετε δήθεν με ιαχές, ζητωκραυγές κι “Αέρα!”
κι άλλα κούφια λόγια φτερωτά κι επηρμένα συνθήματα ανέξοδης πατριδοκαπηλείας;
Τίποτ’ άλλο, λοιπόν, εσείς;
Κι επιτέλους πέστε μου:
Τόσο μακράν,
στα δικά σας μάτια, στη δική σας την καρδιά
κείμαι πλέον;…

II

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

Και καλά…
Το βλέμμα το αποστρέφετε
να μη βλέπετε
την Ύβριν
τον εξευτελισμό
τη βεβήλωση και το έγκλημα .
Και καλά
τη Μνήμη τη διαγράψατε
εξοστρακίζοντας Την
– τι Πολλά Πονεί !
Όμως
την κραυγή και τον θρήνο μου
πώς
και δεν τα ακούτε ;

 

ΥΣΤΕΡΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ

Αλλιώς τ’ ονειρευτήκαμε το σπίτι μας.
Κι ούτε που υπολογίσαμε καθόλου
το πέτρινο ‘κείνο περίγραμμα της σιωπής
που το έζωνε και το διαπερνούσε
μήτε το τεράστιο κενό που γιόμιζε τις νυχτωδίες του
καθώς η νύχτα προέλαυνε ολοταχώς σαρώνοντας το φώς
πριν προλάβουμε απ’ τον Ήλιο ν’ αρπαχτούμε
– ή μια του έστω αχτίδα –
αφήνοντας μονάχα μι’ αμήχανη ησυχία π’ ανάτελλε διαρκώς.

Αλλιώς τ’ ονειρευτήκαμε το σπίτι μας.
Γυρίσαμε σάμπως πολύ ξαφνικά κι ήταν βράδυ.
Δεχτήκαμε τις πληγές του με μιαν απίστευτη ηρεμία
που άρχισε όμως γοργά να αιμορραγεί με το πρώτο φως.
Το αποχαιρετήσαμε μες στην τέλεια εξάντληση
-πολύ γρήγορα, πολύ βιαστικά-
κι η φωνή μας πνίγηκε στο θρήνο του.
Η νύχτα επισκίασε τότε το στερνό δρόμο
και βασίλεψε.

 

 

.

ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ

 

CD1

 

.

.

 

CD2

 

 

 

.

Τραγούδια σε στίχους και μουσική του Αντρέα Αντρέου
για τον Ιούλη της εισβολής – κατοχής της Κύπρου του 74

Η ΚΡΑΥΓΗ

Στίχοι- Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβιτης & η ΜΙΚΡΗ ΧΟΡΩΔΙΑ του Σάκη Νεγρίν

Μου κάψαν την πατρίδα μου,
κουρσέψανε τη Γη μου,
μα αν το κορμί λαβώθηκε
ακούστε την κραυγή μου:

Πώς στ’ αλήθεια το βαστάτε
που με τούρκικη σημαία
τύλιξαν τ’ αγάλματά σας
και καρφώσαν την καρδιά σας!
Πώς κοιμάστε, πώς ξυπνάτε,
σκλαβωμένοι πώς βαστάτε;

Ξυπνάτε, αδέλφια, τι ο καιρός
πικρά μας σημαδεύει.
Λύκοι στου χρόνου τη στροφή
μας στήνουνε καρτέρι…

 

.

ΤΟΥ ΙΟΥΛΗ ΧΑΡΑΜΑ ΠΙΚΡΟ

Στίχοι- Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

Του Ιούλη χάραμα πικρό και γιόμα τ’ Αλωνάρη
γυμνούς μας βρήκε ο κεραυνός, η μπόρα και τ’ αγιάζι.
Του Ιούλη χάραμα πικρό και δείλι τ’ Αλωνάρη
τη νύχτα από τα μάτια μας ποιος θα’ ρθει να την πάρει;

Σκυφτή στην Πέτρα του Ρωμιού κάθεται η Ρωμιοσύνη,
ρωτά για την Ανατολή, ψάχνει να βρει τη Δύση.
Ακρίτα Πενταδάκτυλε, βιασμένη Αφροδίτη
πού χάθηκε τ’ αδέλφι μου, πού να ‘ναι τόσοι φίλοι;

Του Ιούλη χάραμα πικρό και γιόμα τ’ Αλωνάρη
σκλάβους μας σύραν οι καιροί στου κόσμου το παζάρι.
Τ’ Αυγούστου νύχτα πέτρινη και χάραμα του Ιούλη,
πού κρύφτηκε τ’ αδέλφι μου, πού κρύφτηκαν κι οι φίλοι;…

 

.

ΗΡΘΑΝ ΠΙΚΡΟΙ ΚΑΚΟΙ ΚΑΙΡΟΙ

Στίχοι Αντρέα Αντρέου
Μουσική Νάσου Παναγιώτου
Ερμηνεία Πανίκος Χαραλάμπους

Ήρθαν πικροί, κακοί καιροί
και χρόνια, μαύρα χρόνια,
ρήμαξε, στέναξε ετούτη η γη,
θρηνούνε στα μπαλκόνια.

Με μάτια δακρυσμένα
με χείλια σφιγμένα
Κύπρο μου, αγάπη μου σου στέλνω
χιλιάδες τα φιλιά.

Ήρθαν πικροί, κακοί καιροί
ντυθηκαν μαύρα οι μάνες
για θάνατο χτυπούν πικρά
κάθε νυχτιά οι καμπάνες…

.

ΠΕΝΤΑΔΑΚΤΥΛΟΣ

Στίχοι- Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

Είναι κι ένα πικρό βουνό στου ήλιου τ’ ανηφόρι.
Δεν το δροσίζει ο καιρός, δεν το φυλούν αγγέλοι,
μον’ το δαγκώνουμε σκυλιά και ξύνουν τις πληγές του,
Λύκοι στα χρώματα του Γκρι μαδούν τις αντοχές του.
Με μια σημαία τούρκικη, μαχαίρι στην καρδιά του,
να πίνει του το αίμα του , να τρώει τα σωθικά του.

Κράτα, Βουνό, κι εγώ έρχομαι, πάλι να σ’ αναστήσω
χίλιες σημαίες λεύτερες στον κόρφο σου να στήσω.

Με τη θηλιά ο Καραολής, με τη φωτιά ο Γρηγόρης
και στ’ άτι Ακρίτας Διγενής σου γνέφουν ” Μην κιοτεύεις!”
Μαζί Ισαάκ και Σολωμός φωνάζουν “Μην τουρκεύεις!”
και οι κομμάντος της ΕΛΔΥΚ δείχνουν σου πώς ν’ αντέχεις.
Κι εσύ, το ξέρω, αγκομαχάς μες στη φωτιά και το αίμα
τι ‘ναι βαριά που κουβαλάς την τούρκικη σημαία.

Κράτα Βουνό κι εγώ έρχομαι πάλι να σ’ αναστήσω,
χίλιες σημαίες λεύτερες στον κόρφο σου να στήσω..

.

 

ΒΑΡΩΣΙ ΜΟΥ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ

Στίχοι – Μουσική: Αντρέας Αντρέου

Την δική μου Πόλη δεν την ξέρει κανείς.
Βαρώσι μου, Αμμόχωστος, ολάνθιστε καημέ μου,
Βαρώσι μου, Αμμόχωστος και φως των ομματιών μου,
στον ύπνο μου έρχεσαι συχνά, πικρό παράπονο μου.

Έχεις τα μάτια σου κλειστά, τα χείλη σου σφιγμένα
και στα λυτά σου τα μαλλιά αηδόνια ξεχασμένα.
Πες μου πού να ‘ρθω να σε βρω, πού να σε συναντήσω,
κει που σε κρύψαν οι καιροί ένα φιλί ν’ αφήσω.

Έχεις τα μάτια γαλανά, μάτια μου δακρυσμένα,
έχεις στο σώμα σου πληγές, τα χέρια ματωμένα.
Και της ψυχής τα τραύματα, βαθιά στη γη κρυμμένα
πόσα σου πήραν οι καιροί, πόσα χρωστάν κι εμένα…

.

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ

Στίχοι – Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

Μάνα που κάθεσαι σκυφτή στην Πέτρα της υπομονής
τάχα τι να προσμένεις;
Είναι η μοίρα σου αυτή να καίγεσαι και να πονείς
κι όλο μόνη να μένεις.

Κράτα μανούλα μου ψηλά, ψηλά την κεφαλή σου,
θα ‘ρθει μας και η ξαστεριά, θα ‘ρθει μας και η Λευτεριά,
μανούλα μου κρατήσου.

Μάνα που κάθεσαι σκυφτή στην όχθη της απαντοχής,
πες μου, πώς το αντέχεις;
Είχες σπιτάκι και φωτιά, τώρα μες στη βροχή γυρνάς
κι όλο ρωτάς τι έχεις…

 

.

ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ;

Στίχοι- Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

Ήρθαν πικροί – κακοί καιροί στη Γη της Αφροδίτης
γιόμισ’ η θάλασσα θεριά, στη Γη μας Γκρίζοι Λύκοι.
Ήρθαν πικροί – κακοί καιροί και χρόνια, μαύρα χρόνια,
ποιος είδε ορφανό Νησί στ’ Αττίλα τα σαγόνια;

Ήρθανε δίσεκτοι καιροί και προδωμένοι χρόνοι
ποιος είδε χέρι φονικό την Κύπρο να λαβώνει;
Ποιος είδε ανήμερο θεριό, ποιος είδε μαύρο φίδι
να καίει την Πατρίδα μου, να παίρνει μου το σπίτι;

Ποιος είδε τόσο άδικο και έκλεισε τα μάτια,
ποιος είδε σίδερο, φωτιά , την ομορφιά κομμάτια;
Ποιος είδε ήλιο σκοτεινό και Μαύρο Καβαλλάρη
στο χέρι μισοφέγγαρο και στ’ άλλο το δρεπάνι;

Ποιος σ’ είδε, Ισαάκ, νεκρό, τον Σολωμό να πέφτει
από τον τουρκικό ιστό κι έριξε μαύρο δάκρυ;
Ποιος είδε, ποιος ευλόγησε το φονικό, το κρίμα
και πώς της γης οι δυνατοί δεν μάθανε, δεν είδαν;

Ποιος είδε κι όμως σώπασε, ποιος είδε και κοιμάται
κι απ’ ό,τι ‘ταν να θυμηθεί τίποτα δε θυμάται;
Κι ο κόσμος τούτος ο καλός πώς το κακό δεν είδε,
δεν είδε σίδερο, φωτιά, Γκρίζους Λύκους κι Αττίλες;

Κι εσύ, του Κόσμου Δυνατέ,
τίποτα πια δεν είδες;…

 

ΟΙ “ΦΙΛΟΙ ΜΑΣ” ΜΑΣ ΠΡΟΔΩΣΑΝ

Στίχοι & μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Ιωάννα Παναγιωτίδου

Οι “φίλοι μας” μας πρόδωσαν
μας μάτωσαν τα χέρια.
Οι “φίλοι μας” μας κάρφωσαν
αλύπητα μαχαίρια.

Τι να καρτερούμε μόνοι τώρα πια
μες στα στενά σοκάκια
και μες στα καπηλειά,
τι να καρτερούμε μόνοι τώρα πια;

Οι “φίλοι μας” μας πρόδωσαν
μια θλιβερή βραδιά.
Οι “φίλοι μας” μας σκότωσαν
μας πήραν την καρδιά…

 

 

.

ΠΡΟΣΦΥΓΙΑ

Στίχοι – Μουσική: Αντρέας Αντρέου
Ερμηνεία: Κώστας Σμοκοβίτης

Και κάνανε κρεββάτι τους το χώμα το βρεγμένο
την πέτρα μαξιλάρι τους σαν να ‘ταν η αγάπη τους.
Σε χώμα ματωμένο
κοιμήθηκαν με τη βροχή σφιχτά αγκαλιασμένοι.
Ό,τι ‘χαν τώρα το ‘χασαν, τίποτα πια δε μένει:
Η νύχτα, η πίκρα, η Προσφυγιά και κάπου ‘κει σε μι’ άκρη
να είναι τάχ’ αυτό δροσιά το ξεχασμένο δάκρυ;

Φυτέψαν την απελπισιά στο χώμα τ’ αγιασμένο
δεντρί να γίν’ η ξαστεριά, δεντρί να γίν’ η Λευτεριά.
Σε χώμα ματωμένο
κοιμήθηκαν με τη βροχή σφιχτά αγκαλιασμένοι.
Ό,τι ‘χαν τώρα το ‘χασαν, τίποτα πια δε μένει:
Η νύχτα, η πίκρα , η Προσφυγιά και κάπου ‘κει σε μι’ άκρη
να είναι τάχ’ αυτό δροσιά ή ξεχασμένο δάκρυ;

 

 

ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΤΑΣΟ ΙΣΑΑΚ 

 

Δεν πρόλαβες να ‘ρθεις να μου πεις, Έλληνα, με τι μοιάζει
σε μια σημαία το αίμα σου σαν Άνοιξη να σκάει
και Γκρίζοι Λύκοι ν’ αλυκτούν στ’ ακίνητο κεφάλι.

Μα ξέρω τ’ είναι στην καρδιά μια τούρκικη σημαία
του Πενταδάκτυλου βαθιά να πίνει Του το αίμα
– δάκρυ κι απόγνωση κι οργή στο παγωμένο βλέμμα!

Σε κράτησα μόνο μια στιγμή – Ανάστασης Σημαία!
Ας ήταν απ’ το αίμα Σου μονάχα μια σταγόνα
να ‘παιρνα και να μπόλιαζα όσους δεν έχουν αίμα!…

 

 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

.